Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἀγαμέμνων (489-537)

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ


ΧΟ. τάχ᾽ εἰσόμεσθα λαμπάδων φαεσφόρων
490 φρυκτωριῶν τε καὶ πυρὸς παραλλαγάς,
εἴτ᾽ οὖν ἀληθεῖς, εἴτ᾽ ὀνειράτων δίκην
τερπνὸν τόδ᾽ ἐλθὸν φῶς ἐφήλωσεν φρένας.
κήρυκ᾽ ἀπ᾽ ἀκτῆς τόνδ᾽ ὁρῶ κατάσκιον
κλάδοις ἐλαίας· μαρτυρεῖ δέ μοι κάσις
495 πηλοῦ ξύνουρος διψία κόνις τάδε,
ὡς οὐκ ἄναυδος οὗτος, οὐ δαίων φλόγα
ὕλης ὀρείας, σημανεῖ καπνῷ πυρός,
ἀλλ᾽ ἢ τὸ χαίρειν μᾶλλον ἐκβάξει λέγων—
τὸν ἀντίον δὲ τοῖσδ᾽ ἀποστέργω λόγον·
500 εὖ γὰρ πρὸς εὖ φανεῖσι προσθήκη πέλοι.

— ὅστις τάδ᾽ ἄλλως τῇδ᾽ ἐπεύχεται πόλει,
αὐτὸς φρενῶν καρποῖτο τὴν ἁμαρτίαν.

ΚΗΡΥΞ
ἰὼ πατρῷον οὖδας Ἀργείας χθονός,
δεκάτῳ σε φέγγει τῷδ᾽ ἀφικόμην ἔτους,
505 πολλῶν ῥαγεισῶν ἐλπίδων μιᾶς τυχών.
οὐ γάρ ποτ᾽ ηὔχουν τῇδ᾽ ἐν Ἀργείᾳ χθονὶ
θανὼν μεθέξειν φιλτάτου τάφου μέρος.
νῦν χαῖρε μὲν χθών, χαῖρε δ᾽ ἡλίου φάος,
ὕπατός τε χώρας Ζεύς, ὁ Πύθιός τ᾽ ἄναξ,
510 τόξοις ἰάπτων μηκέτ᾽ εἰς ἡμᾶς βέλη·
ἅλις παρὰ Σκάμανδρον ἦσθ᾽ ἀνάρσιος,
νῦν δ᾽ αὖτε σωτὴρ ἴσθι καὶ παιώνιος,
ἄναξ Ἄπολλον. τούς τ᾽ ἀγωνίους θεοὺς
πάντας προσαυδῶ, τόν τ᾽ ἐμὸν τιμάορον
515 Ἑρμῆν, φίλον κήρυκα, κηρύκων σέβας,
ἥρως τε τοὺς πέμψαντας, εὐμενεῖς πάλιν
στρατὸν δέχεσθαι τὸν λελειμμένον δορός.
ἰὼ μέλαθρα βασιλέων, φίλαι στέγαι,
σεμνοί τε θᾶκοι, δαίμονές τ᾽ ἀντήλιοι,
520 εἴ που πάλαι, φαιδροῖσι τοισίδ᾽ ὄμμασι
δέξασθε κόσμῳ βασιλέα πολλῷ χρόνῳ.
ἥκει γὰρ ὑμῖν φῶς ἐν εὐφρόνῃ φέρων
καὶ τοῖσδ᾽ ἅπασι κοινὸν Ἀγαμέμνων ἄναξ.
ἀλλ᾽ εὖ νιν ἀσπάσασθε, καὶ γὰρ οὖν πρέπει,
525 Τροίαν κατασκάψαντα τοῦ δικηφόρου
Διὸς μακέλλῃ, τῇ κατείργασται πέδον.
βωμοὶ δ᾽ ἄιστοι καὶ θεῶν ἱδρύματα,
καὶ σπέρμα πάσης ἐξαπόλλυται χθονός.
τοιόνδε Τροίᾳ περιβαλὼν ζευκτήριον
530 ἄναξ Ἀτρείδης πρέσβυς, εὐδαίμων ἀνήρ,
ἥκει, τίεσθαι δ᾽ ἀξιώτατος βροτῶν
τῶν νῦν· Πάρις γὰρ οὔτε συντελὴς πόλις
ἐξεύχεται τὸ δρᾶμα τοῦ πάθους πλέον.
ὀφλὼν γὰρ ἁρπαγῆς τε καὶ κλοπῆς δίκην
535 τοῦ ῥυσίου θ᾽ ἥμαρτε καὶ πανώλεθρον
αὐτόχθονον πατρῷον ἔθρισεν δόμον.
διπλᾶ δ᾽ ἔτεισαν Πριαμίδαι θἀμάρτια.

***
ΧΟΡΟΣ
Όπου και να ᾽σαι θενά ξέρομε είτε αν ήταν
490αληθινές οι επανωτές φωτιές και φλόγες,
ή μήπως το χαρούμενο ήρθε φως εκείνο
σαν όνειρο και μας ξεπλάνησε το νου μας.
Κήρυκα βλέπω, νά, που απ᾽ το γιαλό προβαίνει
μ᾽ ελιάς κλαδιά κατάσκεπος και μάρτυράς μου
ο κορνιαχτός, της λάσπης το στεγνό τ᾽ αδέρφι,
πως δε μου φέρνει ανάβοντας βουνίσια ξύλα
με των καψάλων τους καπνούς βουβά σημάδια,
μα ή απ᾽ τα λόγια του η χαρά μας θέλει αυξήσει
500ή — κάλλιον αμελέτητο το ενάντιο να ᾽ναι.

Μα είθε κι άλλο καλό να ᾽ρθει στα πρώτα επάνω
κι όποιος άλλες ευχές κάνει απ᾽ αυτές στην πόλη,
το κρίμα μόνος του ας τρυγά των λογισμών του.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Ω χώματα της πατρικής μου χώρας του Άργους,
νά τέλος σας πατώ μετά ᾽πο δέκα χρόνια
κι απ᾽ τις πολλές που ράγισαν μια καν ελπίδα
μόστρεξε· γιατί πια δεν το ᾽χα ν ᾽αξιωνόμουν
σα θα πεθάνω, εδώ στη γη μου να με θάψουν.
Τώρα χαίρε, πατρίδα, χαίρε φως του ήλιου
και συ Ύψιστε της χώρας Δία και συ Πύθιε,
510 χωρίς πια με τα τόξα σου να μας σαϊτεύεις·
φτάνει όσο εκεί στο Σκάμαντρο μας πολεμούσες·
σωτήρας τώρα, ω Απόλλωνα, κι απαντοχή μας
γίνου· και σας ταπεινοπροσκυνώ της πόλης
τους θεούς όλους και τον πάτρωνά μου εμένα,
κήρυκα Ερμή, ακριβό των κηρύκων καμάρι·
κι ω ήρωες που μας στείλατε, καλοδεχτείτε
πάλι όσοι από το στρατό γλιτώσαν το κοντάρι.
Ω αγαπημένα μας βασιλικά παλάτια,
τιμημένα θρονιά κι άγιοι θεοί προσήλιοι,
520 μ᾽ όψη όπως πριν φαιδρή και με τιμή δεχθείτε
το βασιλιά μας ύστερ᾽ από τόσα χρόνια·
γιατ᾽ έρχεται ο Αγαμέμνονας να φέρει ο αφέντης
σε σας κι όλους αυτούς εδώ φως μες στη νύχτα.
Λοιπόν πανηγυρίστε τον γιατί του πρέπει,
που με του Δία τη δίκελλα του δικαιοκρίτη
την Τροία ξωλόθρεψε κι ανάσκαψε τη γη της
κι άφαντοι των θεών οι βωμοί και τα ιερά τους
κι ουδέ σπόρος δε μένει απ᾽ όλη τους τη χώρα.
Τέτοιο ζυγό στον τράχηλο έβαλε της Τροίας
530 κι έρχεται ο βασιλιάς ο Ατρείδης ο μεγάλος
της τύχης ο ακριβός, που μέσα στους ανθρώπους
τους τωρινούς οι πιότερες τιμές του αξίζουν.
Γιατ᾽ ούδ᾽ ο Πάρης ούδ᾽ η Τροία είναι να πούνε
αν άξιζε το κάμωμα το πάθημά τους.
Μ᾽ αποδειγμένος άρπαγας μαζί και κλέφτης
και το κλεψίμιο του έχασε κι εθέρισ᾽ έτσι
μ᾽ όλη μαζί τη γη το πατρικό του σπίτι
και πλέρωσαν διπλά το κρίμα οι Τρωαδίτες!

Παν. Κονδύλης: Οι προοπτικές της μαζικής δημοκρατίας και το «τέλος της ιστορίας»

Αποτέλεσμα εικόνας για Οι προοπτικές της μαζικής δημοκρατίας και το «τέλος της ιστορίας»Πρέπει να τονίσουμε ακόμα μιά φορά ότι στην πραγματεία αυτή συζητούνται μονάχα εκείνα τα φαινόμενα της κοινωνικής ιστορίας και της ιστορίας των ιδεών, στα όποια συμπυκνώνονται τα ειδοποιά γνωρίσματα της λειτουργίας και του χαρακτηριστικού σχήματος σκέψης της μετααστικής και μεταφιλελεύθερης μαζικής κοινωνίας ή δημοκρατίας. Δεν υπάρχει άλλη μεθοδολογική πρόσβαση για τη σύλληψη του χαρακτήρα μιας εποχής ή ενός κοινωνικού σχηματισμού από την οριοθέτηση τους απέναντι σε αντίστοιχα μορφώματα. Ωστόσο, η σύλληψη της εποχής και η εποχή είναι δύο διαφορετικά πράγματα, ήτοι η εποχή ως συγκεκριμένη πολυδιάστατη και ετερογενής πραγματικότητα δεν συνίσταται μονάχα από φαινόμενα, στα όποια γίνονται πρόδηλα τα ειδοποιά της γνωρίσματα. Το φάσμα της κοινωνικής ζωής στον εκάστοτε δεδομένο χρόνο περιλαμβάνει επί πλέον επόψεις, οι οποίες εν μέρει ανατρέχουν στο πρόσφατο ή απώτερο παρελθόν και εν μέρει φαίνονται να υπερπηδούν τα όρια του παρόντος — και όλα αυτά πάλι διαδραματίζονται στο πλαίσιο μιας καθημερινότητας, όπου το τετριμμένο και κοινότοπο συχνά επιζεί και δρα με τις αρχαϊκές του μορφές. Η συγκεκριμένη σύλληψη μιας εποχής στην πολυδιαστατικότητα και στην ετερογένειά της μας προφυλάσσει από τον πειρασμό να βασίσουμε τις προγνώσεις μας για το μέλλον σε μιάν αφηρημένη της σύνοψη και να μεθοδεύσουμε τις αναλύσεις μας σαν να ήταν ποτέ δυνατή η ευθύγραμμη προβολή μιας μονοσήμαντης κατάστασης πραγμάτων.
 
Οι γραμμικές προβολές είναι επί πλέον ανεπίτρεπτες επειδή η αδιάκοπα μεταβαλλόμενη διεύθυνση της συνισταμένης, η οποία προκύπτει από τη δυναμική και συχνά αστάθμητη διαπάλη των ιστορικά ενεργών παραγόντων, προσδίδει στην ιστορική εξέλιξη τη μορφή μιας τεθλασμένης, έτσι ώστε κάθε ευθεία γραμμή, η οποία θα προεκτεινόταν πέρα από το μήκος του προσωρινά τελευταίου κλάσματος της τεθλασμένης, αναγκαστικά θα έπεφτε στο κενό. Εξ ίσου είναι ανεπίτρεπτο να ανακηρύξουμε ορισμένους χαρακτηριστικούς τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς της μαζικής δημοκρατίας, που πρόσφατα ονομάσθηκαν «μεταμοντερνισμός», σε αναντίστρεπτη τάση της ιστορίας, η οποία στο έξης θα καθορίσει την πορεία της, υποβιβάζοντας ολόκληρη την ίσαμε τώρα ιστορία σε προϊστορία. Κατάφερα, ελπίζω, να καταδείξω την εσώτερη συνάφεια της μεταμοντέρνας σκέψης με το ήθος και το έθος της μαζικής δημοκρατίας· όμως ακριβώς η κατάδειξη της ιστορικότητας μιας σκέψης μας απαγορεύει να παίρνουμε στην ονομαστική του αξία τον τρόπο, με τον όποιο αυτή κατανοεί τον εαυτό της, και να συνάγουμε την πορεία της ιστορίας από τους ισχυρισμούς της για την πορεία της ιστορίας.
 
Πράγματι, ένα μεγάλο εμπόδιο για τη νηφάλια αποτίμηση της φυσιογνωμίας του παρόντος και των προοπτικών του μέλλοντος έγκειται στο ότι οι κρατούσες αντιλήψεις για τη σημερινή πραγματικότητα συγχέονται με τα όσα συμβαίνουν μέσα στην πραγματικότητα τούτη. Με άλλα λόγια: με αφετηρία τις ιδεολογικές αντιλήψεις, τις όποιες χρειάζεται η συγκαιρινή πραγματικότητα για να λειτουργήσει έτσι όπως λειτουργεί, επιχειρείται η διάγνωση του τρόπου λειτουργίας και των εσώτερων τάσεων της πραγματικότητας της ίδιας. Το γεγονός π.χ. ότι στην πνευματική παραγωγή των τελευταίων εκατό χρόνων τον τόνο συχνά τον έδωσαν «απαισιόδοξα» μοτίβα, γίνεται κατανοητό ή αισθητό ως ένδειξη ή απόδειξη του ότι στο ίδιο διάστημα η ιστορία προχωρούσε απλώς από το κακό στο χειρότερο. Έτσι παραγνωρίζεται η αποφασιστική πολεμική διάσταση αυτής της απαισιοδοξίας, η όποια δεν αναφερόταν σε οποιαδήποτε «πραγματικότητα» (άλλωστε η πραγματικότητα γνωρίζει μονάχα συμβάντα και όχι τις ηθικά εμπνευσμένες αποτιμήσεις τους· πραγματικές είναι μονάχα οι υπάρξεις που επιχειρούν τέτοιες αποτιμήσεις, καθώς και οι συνέπειες της δράσης, την οποία υποκινούν οι αποτιμήσεις αυτές), αλλά στρεφόταν ως ιδέα εναντίον άλλων ιδεών, και μάλιστα εναντίον της αστικής αισιοδοξίας της προόδου. Παρόμοια, η κατάλυση των αστικών ηθικών και αισθητικών κανονιστικών άρχων ανάγεται σε μια βαθειά κρίση «της» κοινωνίας και «του» ανθρώπου, χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν ότι ακριβώς χάρη στην κατάλυση τούτη μπόρεσαν να επιβληθούν εκείνοι οι τρόποι σκέψης και συμπεριφοράς που αποδείχθηκαν απαραίτητοι για τη λειτουργία της μαζικής δημοκρατίας. Αν άλλωστε παίρναμε την έννοια της κρίσης στην κυριολεξία της και αθροίζαμε όλες τις κρίσεις, όσες ισχυρίσθηκαν διάφοροι ότι έλαβαν χώρα σε διάφορα χρονικά σημεία των Νέων Χρόνων, τότε θα αναγκαζόμαστε να συμπεράνουμε ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες από καιρό θα έπρεπε να έχουν καταρρεύσει. Ο λόγος περί κρίσεως στην πραγματικότητα συμπεριλαμβάνεται στους κοινούς τόπους του τρόπου, με τον οποίο οι Νέοι Χρόνοι κατανοούν τον εαυτό τους, εφ’ όσον οι Νέοι Χρόνοι κήρυξαν ως εσώτερο νόμο τους την πρόοδο και επομένως υποχρεώθηκαν να ζουν στη σκιά της πραγματικής ή υποτιθέμενης έλλειψης της προόδου, δηλαδή στη σκιά της κρίσης. Με δεδομένη την προσδοκία της προόδου, όποιος συνέδεε τις δικές του αξιώσεις ισχύος με την επαγγελία της προόδου έπρεπε να χαρακτηρίσει τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων ως απαράδεκτη, ήτοι ως κατάσταση στασιμότητας και κρίσης, ενώ συνάμα έπρεπε να ερμηνεύσει την κρίση ως ένδειξη της αναγκαιότητας να ξεπεραστεί η τέτοια κατάσταση. Αντίστροφα, όσοι αντιπαρέθεταν τη δική τους αξίωση ισχύος στην αξίωση ισχύος που πρόβαλλε στο όνομα της προόδου έπρεπε να ισχυρισθούν ότι το εγχείρημα των εχθρών τους θα κατέστρεφε δοκιμασμένους θεσμούς και θα προκαλούσε ανησυχία η ανασφάλεια, δηλαδή θα έφερνε την κρίση. Όπου η αλλαγή βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη και επιβάλλονται αντίστοιχες φιλοσοφίες της ιστορίας, όπως έγινε στις κοινωνίες μας μετά την κατάρρευση της societas civilis, εκεί αναγκαστικά γίνεται συνεχώς λόγος για κρίση, αδιάφορο αν κάποιος χαιρετίζει ή φοβάται την αλλαγή.
 
Επίσης φίλοι και εχθροί διαπίστωσαν, συμφωνώντας αρνητικά, την αποσύνθεση «του» ανθρώπινου προσώπου ή και την εξαφάνιση «του» ανθρώπου· ό,τι για τους μεν ήταν απελευθέρωση από τον κούφιο και στατικό αστικό ανθρωπισμό για τους δε σήμαινε μιαν ανεπανόρθωτη απώλεια. Σ’ αυτό το παράδειγμα γίνεται ιδιαίτερα αισθητή η ανάγκη να ξεχωρίζουμε την πραγματικότητα από τις ερμηνείες της. Γιατί όταν γίνεται λόγος για την αποσύνθεση ή την εξαφάνιση του προσώπου και του ανθρώπου, αυτό δεν μπορεί να έχει νόημα πραγματικό, παρά μόνο πολεμικό. Είναι οφθαλμοφανές ότι και στον αιώνα μας, όπως και σ’ όλους τούς προηγούμενους, υπάρχουν άνθρωποι που διαφέρουν ως προς τον χαρακτήρα και τα ενδιαφέροντα τους, που αναπτύσσουν δραστηριότητες στους πιο διαφορετικούς τομείς κι έρχονται μεταξύ τους στις πιο διαφορετικές σχέσεις και που, τέλος, έχουν αισθήματα και σκέψεις και τις εκφράζουν σε διαφορετικά επίπεδα και με διαφορετικά μέσα. Όσα λέγονται για «μαζοποίηση» και «εκπεσμό του πολιτισμού» επίσης δεν αντέχουν σε κριτική, αν κανείς θελήσει να τα κατανοήσει κυριολεκτικά και συγκριτικά. Δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι όσοι άνθρωποι ζούσαν λ.χ. σε παραδοσιοκρατικές κοινωνίες ανέπτυσσαν περισσότερη πρωτοτυπία και πρωτοβουλία από τους σημερινούς ή ότι ο παπάς του χωριού και το καπηλειό συνέβαλλαν περισσότερο στον εμπλουτισμό της προσωπικότητας απ’ ό,τι σήμερα το σχολείο ή η τηλεόραση. Από την άλλη πλευρά, η πνευματική παραγωγή των τελευταίων εκατό χρόνων μπορεί από κάθε άποψη να αναμετρηθεί μ’ εκείνη κάθε άλλου αιώνα — ακόμα και τα πολιτισμικά απορρίμματα που προορίζονται για τη μαζική κατανάλωση ίσως αναλογικά να μην είναι περισσότερα σήμερα, αν αναλογισθούμε ότι η συγκαιρινή μας μαζική κουλτούρα αντικατέστησε μορφές παραδοσιακής και παραδοσιοκρατικής μαζικής κουλτούρας. Αν λοιπόν αφαιρέσουμε τις πολεμικές αιχμές, τα λεγόμενα για το τέλος «του» ανθρώπου μπορούν μόνο να σημαίνουν ότι μιά ορισμένη εικόνα για τον άνθρωπο, που επικρατούσε σε ορισμένη εποχή και σε ορισμένους πολιτισμικούς φορείς, έχασε την ισχύ και την επήρεια της ή ότι η προβληματική του ανθρώπου γενικά δεν βρίσκεται πια στο επίκεντρο της πνευματικής προσοχής. Η αστική εικόνα για τον άνθρωπο και ο αστικός ανθρωποκεντρισμός μπορεί πράγματι να έχουν πεθάνει, όμως αυτό σημαίνει απλώς ότι οι εχθροί τούτων των αντιλήψεων έχουν επιβληθεί ιδεολογικά. Όμως οι εχθροί τούτοι είναι κι αυτοί άνθρωποι, επομένως και πάλι άνθρωποι αποφασίζουν ότι ο άνθρωπος ως εννοιολογική η αισθητική κατασκευή δεν θα κυριαρχεί πιά στο ιδεολογικό φάσμα. Με άλλα λόγια: ο λόγος περί του τέλους «του» ανθρώπου δεν μπορεί να σημαίνει ούτε τη φυσική ούτε την ιστορική εξάλειψη του ανθρώπου, παρά μόνο την παρακμή εκείνου του πολιτισμού και εκείνης της κοσμοθεωρίας που έθεταν στην πρώτη σειρά των προτεραιοτήτων τους ανθρωπολογικές σκέψεις ή ανθρωπιστικές μέριμνες. Τόσο αυτός ο πολιτισμός κι αυτή η κοσμοθεωρία όσο και εκείνες, που δεν θέλουν να δώσουν τέτοια προνομιούχα θέση στον λόγο περί ανθρώπου, φτιάχνονται εξ ίσου από ανθρώπους, οι οποίοι σκέπτονται πολεμικά και διαμορφώνουν το περιεχόμενο των κοσμοθεωρητικών τους αποφάσεων με βάση τη συγκεκριμένη πολεμική συγκυρία. Η αστική κοσμοθεώρηση τόνισε τον ανθρωποκεντρισμό στην πάλη της εναντίον του θεοκεντρισμού της θεολογίας, και το αναλυτικό συνδυαστικό σχήμα σκέψης της μαζικής δημοκρατίας υποχρεωτικά καταπολέμησε τον αστικό ανθρωποκεντρισμό, αφού τούτος εδώ κατά μεγάλο μέρος παρέμενε προσκολλημένος στη μεταφυσική ουσιολογική σκέψη. Ώστε δεν πεθαίνει ο άνθρωπος, παρά ο ανθρωποκεντρισμός, ακριβώς όπως πρωτύτερα είχε πεθάνει ο θεοκεντρισμός. Τίποτε δεν δείχνει ότι μετά τον θάνατο του ανθρωποκεντρισμού οι άνθρωποι θα συμπεριφέρονται διαφορετικά από πριν, ακριβώς όπως και η αντικατάσταση του θεοκεντρισμού από τον ανθρωποκεντρισμό δεν συνεπέφερε σχετικά δραματικές αλλαγές — πάντως όχι αλλαγές τέτοιες, οι όποιες κατ’ αρχήν θα μας εμπόδιζαν να κατανοήσουμε γενικά τα κίνητρα και τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων του παρελθόντος.
 
Τούτη η ομοιότητα της συμπεριφοράς εδράζεται σε ορισμένες σταθερές, ανάμεσα στις όποιες καθοριστική είναι η επιδίωξη της αυτοσυντήρησης μέσω της διεύρυνσης της οικείας ισχύος. Όμως οι σταθερές αυτές ενεργοποιούνται μόνο μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικές καταστάσεις και μόνο σε τέτοιες καταστάσεις έχουν συγκεκριμένη υπόσταση και συγκεκριμένο περιεχόμενο. Τελικά, λοιπόν, το ουσιώδες είναι η σύλληψη αυτιών των καταστάσεων, και η προσπάθεια μας στη μελέτη αυτήν ήταν ακριβώς να συλλάβουμε τη συγκεκριμένη κατάσταση μέσα στη μαζική δημοκρατία. Αν θέλουμε να κάμουμε λόγο για το μέλλον της μαζικής δημοκρατίας, τότε πρέπει πρώτα πρώτα να ορίσουμε με ποιες μορφές θα ενεργοποιηθεί εντός της η επιδίωξη της ισχύος και ιδιαίτερα τι είδους πολιτική θα γεννήσει. Η πολιτική, όπως ασκήθηκε ίσαμε σήμερα μέσα στη μαζική δημοκρατία, συνδεόταν με ιδεολογίες, οι όποιες βέβαια δεν ήσαν όλες τους φιλελεύθερες, όμως είχαν διαμορφωθεί στην αστική φιλελεύθερη εποχή και σε αντιπαράθεση με τον φιλελευθερισμό. Ανάμεσα στη σημερινή μαζικοδημοκρατική πραγματικότητα και στην πολιτική που ασκείται ίσαμε σήμερα εντός της υπάρχει επομένως μιά ασυμμετρία, η οποία καταφαίνεται στο γεγονός ότι το περιεχόμενο των θεμελιωδών εννοιών του συντηρητισμού, του φιλελευθερισμού και της δημοκρατίας αντιστοιχεί όλο και λιγότερο σε συγκεκριμένες πραγματικότητες. Μονάχα γύρω στο 1848 υπήρξαν παράλληλα —και αλληλοπολεμήθηκαν— και τα τρία αυτά ρεύματα ως λίγο πολύ απτές και σαφείς εναλλακτικές λύσεις με συγκεκριμένους κοινωνικούς φορείς. Αλλά ο συντηρητισμός ήταν ήδη αγιάτρευτα εξασθενημένος και απορροφήθηκε βαθμιαία από τον αστικό (ολιγαρχικό) φιλελευθερισμό, ενώ συνάμα άρχισε η δημοκρατική μεθερμηνεία των φιλελεύθερων άρχων, η οποία συνόδευσε τη στροφή από τη φιλελεύθερη μαζική κοινωνία στη μαζική δημοκρατία. Μετά τον κοινωνικό θάνατο της κληρονομικής αριστοκρατίας η έννοια του συντηρητισμού επιβίωσε βέβαια, όμως στο έξης υπηρετούσε απλώς πολεμικούς σκοπούς: η αριστερά τη χρειαζόταν για να εξομοιώνει τον αστικό φιλελευθερισμό με την «αντίδραση», ενώ οι φιλελεύθεροι την ιδιοποιήθηκαν για να θέσουν διαχωριστικά όρια ανάμεσα στην αστική τοποθέτηση και στη δημοκρατική μεθερμηνεία του φιλελευθερισμού. Τούτος εδώ έχασε πάλι την εννοιολογική του διαύγεια στον βαθμό που, λόγω της ανάπτυξης της μαζικής δημοκρατίας και της παράλληλης παρακμής της αστικής τάξης και της ολιγαρχικής πολιτικής, η μεθερμηνεία του κέρδισε έδαφος και μάλιστα αποδείχθηκε και πλεονεκτική στο κομματικό παιγνίδι μετά την καθιέρωση του γενικού εκλογικού δικαιώματος. Τέλος, η επικράτηση κομμουνιστικών καθεστώτων κάθε άλλο παρά συνεπέφερε την αποσαφήνιση της έννοιας του σοσιαλισμού, γιατί τώρα, εξ αιτίας της διάσπασης των σοσιαλιστών σε μια μεταρρυθμιστική και σε μιάν επαναστατική πτέρυγα, δόθηκε η δυνατότητα της χρήσης της κατά βούληση, έτσι ώστε μπορούσε να σημαίνει πράγματα εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, από τις τάσεις προς το κοινωνικό κράτος στις χώρες της Δύσης ίσαμε τις εθνικιστικές δικτατορίες στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο. Με δεδομένη αυτήν την αποσύνθεση των πολιτικών ιδεολογιών, οι όποιες αποτελούσαν κληρονομιά του 19ου αι., πρέπει να αναμένεται ότι ή μελλοντική πολιτική της μαζικής δημοκρατίας θα διαμορφωθεί σε νέα βάση, και μάλιστα σε στενή συνάφεια με τις ανάγκες της πλανητικής πολιτικής, η φυσιογνωμία της οπαίας επίσης μόλις τώρα αρχίζει να διαγράφεται καθαρότερα. Η κατάρρευση όσων πολιτικών κινημάτων επικαλούνταν τον μαρξισμό λενινισμό θα επιταχύνει αυτήν τη διαδικασία, γιατί τώρα θα εκλείψει ένας σοβαρός λόγος πού προκαλούσε την πολεμική χρήση του λεξιλογίου του 19ου αι. και επομένως την παραμονή στον αντίστοιχο κύκλο ιδεών. Από την άποψη αυτήν αποτελεί βέβαια οπτική άπατη να ερμηνεύουμε την κατάρρευση του μαρξισμού ως νίκη του φιλελευθερισμού. Μάλλον πρέπει να πούμε ότι μαζί με τον μαρξισμό εξαφανίσθηκαν και τα τελευταία κατάλοιπα της αστικής κοσμοθεωρίας. Άλλωστε ο μαρξισμός ήταν η τελευταία μεγάλη κοσμοθεωρητική σύνθεση που διαμορφώθηκε σε στενή επαφή με την αστική σκέψη και συμμεριζόταν τις ουσιαστικές της προϋποθέσεις: οικονομισμός και ανθρωπισμός συμπορεύονταν και στο δικό του πλαίσιο, και μάλιστα συνάπτονταν με μιάν αίσθηση του κόσμου προσανατολισμένη κατά πρώτο λόγο στον χρόνο και στην ιστορία· εδώ ο ανθρωποκεντρισμός απηχούνταν στην αντίληψη ότι ο άνθρωπος είναι ο δημιουργός του ιστορικού σύμπαντος. Στον βαθμό που ο μαρξισμός ενστερνίσθηκε τους μύθους των Νέων Χρόνων, παρέμεινε εξ ίσου με την αστική κοσμοθεώρηση προσκολλημένος στην ουσιοκρατική σκέψη· γι’ αυτό και η ήττα του σημαίνει ότι το αναλυτικό συνδυαστικό σχήμα σκέψης παραμέρισε τον τελευταίο του μεγάλο αντίπαλο. Αυτό είναι το αληθινό νόημα της μεταμοντέρνας έκφρασης για «το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων».
 
Η αποσύνθεση των πολιτικών ιδεολογιών του 19ου και του 20ου αι. δεν θα συνεπιφέρει το τέλος των αγώνων ισχύος ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες, έθνη και κράτη — αυτό δεν θα γινόταν ούτε και στην άκρως απίθανη περίπτωση όπου θα σταματούσαν οι πόλεμοι στη διακρατική τους μορφή. Μερικοί πολιτικοί επιστήμονες και ιστορικοί δέχονται να χρησιμοποιήσουν τον όρο «εποχή των ιδεολογιών» μονάχα για την περίοδο που άρχισε με τη γαλλική Επανάσταση, θέλοντας έτσι να υποδηλώσουν ότι η αποχώρηση αυτών των ιδεολογιών από την ιστορική σκηνή θα προκαλέσει μια διαρκή η και προϊούσα εξασθένιση των φανατισμών και των αντιθέσεων· το «τέλος των ιδεολογιών» θα έφερνε έτσι αναγκαστικά το «τέλος της ιστορίας». Εδώ θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η διάσπαση του ιδεολογικού χώρου σε αντιμαχόμενες κοσμοθεωρίες διόλου δεν αποτελεί απαραίτητο όρο για τη γένεση και διεξαγωγή συγκρούσεων μέγιστης έντασης. Ο ιδεολογικός διαφορισμός, ο όποιος συνοδεύει τον διαφορισμό του κοινωνικού σώματος σε εχθρικές ομάδες ή παρατάξεις, μπορεί να συντελεσθεί μέσα στο πλαίσιο μιας και μόνης κοσμοθεωρίας που κατ’ αρχήν γίνεται αποδεκτή από όλες τις πλευρές· στην περίπτωση αυτήν, η κάθε ομάδα ή παράταξη δεν επικαλείται τη δική της αυτοτελή κοσμοθεωρία, αλλά την ερμηνεία που δίνει η ίδια στη γενικά αποδεκτή. Σύμφωνα μ’ αυτό το πρότυπο διεξάγονταν άλλωστε οι κοινωνικοί αγώνες πριν από την «εποχή των ιδεολογιών», δηλαδή κατά τους μακρούς αιώνες της societas civilis. Όμως ακόμα και μιά ολοκληρωτική εξαφάνιση των ιδεολογιών σε όλες τους τις μορφές δεν μπορεί να σημαίνει αυτόματα ότι μαζί τους θα εξαφανισθούν και οι συγκρούσεις. Γιατί είναι βέβαια δυνατές συγκρούσεις σε καθαρά υπαρξιακή βάση χωρίς κανένα ιδεολογικό ψιμύθιο, κι αυτές ίσως να ήσαν ακόμα πιο τραχείες και αμείλικτες απ’ όσες έχουν ιδεολογικά κίνητρα· το «τέλος των ιδεολογιών» θα είχε τότε ως συνέπεια όχι το «τέλος της ιστορίας» προς την κατεύθυνση ενός ακτινοβόλου μεταϊστορικού μέλλοντος, αλλά την επιστροφή της ιστορίας στο πρωτόγονο στάδιο της στοιχειακής υπαρξιακής αντιπαράθεσης. Για να είμαστε ακριβέστεροι, πρέπει να προσθέσουμε ότι ο λόγος περί του τέλους της ιστορίας δεν εμφανίσθηκε στις τελευταίες δεκατίες επειδή το ζήτημα τέθηκε εμπράγματα, αλλά επειδή για τούς λόγους πού εξηγήσαμε στα προηγούμενα οι νοητικές κατηγορίες, οι οποίες επικρατούν στη μαζική δημοκρατία, προσανατολίζονται προς τον χώρο και όχι πια προς τον χρόνο. Όμως ο ανιστορικός τρόπος σκέψης θα μπορούσε να συνεπιφέρει το τέλος της ιστορίας μονάχα αν η ιστορία συνέπιπτε με τη σκέψη. Αλλά τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα: οι ανιστορικοί τρόποι σκέψης έχουν εξ ίσου όσο και οι ιστοριστικοί ιστορικές ρίζες και ιστορικές συνέπειες.
 
Αν ο λόγος περί του τέλους της ιστορίας έχει κάποιο πραγματικό νόημα, τότε πρέπει να εννοηθεί ως νέα έκδοση της φιλελεύθερης προσδοκίας του19ου αι. ότι το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο και θα εγκαινιάσει μιά δραστήρια βέβαια, αλλά ειρηνική εποχή. Εδώ φυσικά τίθεται το ερώτημα γιατί να πετύχει ο μάνατζερ εκείνο που δεν κατόρθωσε ο αστός. Πάντως η μακρά και σχετικά ειρηνική ανοδική εξέλιξη της βιομηχανίας και του εμπορίου στον 19ο αι. δημιούργησε ένα δυναμικό πολιτικών συγκρούσεων ή τουλάχιστον —αν δεν θέλουμε να δεχθούμε αυτήν την αιτιώδη ερμηνεία— δεν μπόρεσε να εμποδίσει τη δημιουργία του. Συχνά λέγεται ότι η απασχόληση με την τεχνολογία και την οικονομία κάνει τη σκέψη πραγματιστική και αποτρέπει από τη χρήση μη πραγματιστικών ή καταστροφικών μεθόδων και μέσων. Τούτο είναι αμφίβολο καθ’ αυτό, όμως και αν ακόμα το δεχθούμε παραμείνει γεγονός ότι, όπως γνωρίζουμε, ακόμα και η τεχνολογικά εξελιγμένη μαζική δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει μονάχα αν η τεχνική ορθολογικότητα συνδεθεί στο πλαίσιο της με ουσιωδώς διαφορετικούς τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς, οι όποιοι συχνά στρέφονται ενάντια στον «εργαλειακό» Λόγο. Η εσωτερική τούτη αντίφαση αποτελεί μια πιθανή εστία αναταραχών, μπορούμε όμως να φαντασθούμε και άλλη μια πιθανότητα: η τεχνολογία και η συναφής ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, οι όποιες ακόμα σήμερα απασχολούν τόσο έντονα τα πνεύματα λόγω της ιστορικής τους καινοφάνειας, θα μπορούσαν μια μέρα εν μέρει να αδρανήσουν και εν μέρει να γίνουν τόσο αυτονόητο θεμέλιο ή συστατικό της κοινωνικής ζωής, ώστε να επηρεάζουν τη νοοτροπία και τη ζωή των ατόμων τόσο λίγο όσο λ.χ. και το κλίμα. Με δεδομένο ένα πολύ υψηλό επίπεδο παραγωγικότητας, η τεχνική ορθολογικότητα θα γινόταν υπόθεση μιας μειοψηφίας, της οποίας η λειτουργία μέσα στην κοινωνία θα ήταν ανάλογη με εκείνη των σημερινών αγροτιών που φέρνουν περίσσεια αγαθών στην αγορά χωρίς κατά τα άλλα να ασκούν σημαντική κοινωνική επιρροή. Σε μια τέτοια περίπτωση, ή αντίθεση ανάμεσα σε τεχνική ορθολογικότητα και σε ηδονιστική η ανορθολογιστική τοποθέτηση απέναντι στη ζωή θα έχανε την οξύτητα της ή και τη σημασία της, και οι συγκρούσεις θα διεξάγονταν σε βάση εντελώς διαφορετική. Αυτό δεν σημαίνει ότι συγκρούσεις, και μάλιστα οξείες, δεν είναι δυνατές ή πιθανές όσο επικρατούν ηδονιστικές σκάσεις. Μας φαίνεται βέβαια ότι άνθρωποι με ηδονιστική τοποθέτηση ρέπουν λιγότερο προς τις συγκρούσεις, αλλά στην πράξη δεν υπάρχει καμμιά αναγκαία συνάφεια ανάμεσα σε ό,τι συνεπάγεται λογικά μιά τοποθέτηση και σε ό,τι κάνουν οι εκπρόσωποι της· άλλωστε από καθαρά λογική άποψη θα ήταν απρόσβλητος και ο ισχυρισμός ότι οι ασκητικοί άνθρωποι δεν προκαλούν έριδες, εφ’ όσον χρειάζονται λιγότερα αγαθά από τους άλλους κι επομένως η πλεονεξία τους είναι μικρότερη.
 
Το «τέλος των ιδεολογιών» δεν είναι και για έναν ακόμη λόγο σε θέση να εγκαθιδρύσει την αιώνια ειρήνη επί γης. Η έλευση του προφητεύθηκε ή διαπιστώθηκε σε συνάφεια με την επίκληση ορισμένων ιδεωδών και άξιων, δηλαδή ορισμένων ιδεολογημάτων, τα όποια από την πλευρά τους χρειάζονται συγκεκριμένη ερμηνεία και γι’ αυτό μέσα σε δεδομένες συνθήκες μπορούν ν’ αποτελέσουν μήλο της έριδος. Το τι σημαίνει Λόγος, συναίνεση ή δικαιοσύνη πρέπει κάθε φορά να ορίζεται δεσμευτικά και να φορτίζεται με συγκεκριμένο περιεχόμενο από μέρους μιας αρχής ή μιας βαθμίδας δικαιοδοσίας. Η σοβαρότητα της κατάστασης θα καθορίσει αν ο αγώνας γύρω από τέτοιες έννοιες θα είναι εντονότερος από τον αγώνα γύρω από τις προηγούμενες ιδεολογίες. Τα ανθρώπινα δικαιώματα θα μπορούσαν να γίνουν υπόθεση εκρηκτική, αν π.χ. κάτω από δύσκολες οικολογικές συνθήκες εμπεριείχαν και το δικαίωμα για αέρα και για νερό. Δεν μπορούμε να υπολογίζουμε με σιγουριά ότι ο πλουραλισμός, ο όποιος σήμερα ακόμα θεωρείται ως γενική πανάκεια, θα απαλύνει ή θα κρατάει σε «λογικά» όρια τέτοιες αντιθέσεις. Πλουραλισμός, δηλαδή πολλότητα και ποικιλία, υπάρχει μόνον εκεί όπου υπάρχει και χώρος για πολλούς και πολλά, γι’ αυτό και η έλλειψη τέτοιου χώρου αναγκαστικά θα επηρεάσει αρνητικά ή θα καταργήσει τον πλουραλισμό ως αρχή και ως πράξη. Άλλωστε ο πλουραλισμός της μαζικής δημοκρατίας εξακολουθεί πάντοτε να έχει πολεμική λειτουργία, δηλαδή στρέφεται ενάντια σε ό,τι ο μεταμοντερνισμός ονομάζει ολοκληρωτισμό του Λόγου. Στον βαθμό που αυτός ξεθωριάζει και ξεχνιέται, θα πάψει και ο πλουραλισμός να γίνεται αισθητός ως αγαθό καθ’ αυτό και να επιδιώκεται συνειδητά — ας μην ξεχνούμε ότι υπήρξαν και πολύ μακρές περίοδοι στην ιστορία, όπου τον θεωρούσαν ως κάτι κακό. Το ίδιο ισχύει για όλες τις άξιες και όλα τα ιδεατά μέσα, όσα επιστρατεύθηκαν για να καταλυθεί η αστική σύνθεση. Μόνο να εικάσουμε μπορούμε το τι θ’ απογίνουν όταν θα έχουν πια εκπληρώσει την πολεμική τους αποστολή και δεν θα διαθέτουν πιά έναν απτό εχθρό ως λόγο ύπαρξης. Αναλογίες από το παρελθόν δείχνουν πάντως ότι καμμιά έννοια δεν μπορεί να σταθεί για πολύν καιρό αν δεν έχει απέναντι της την αντίθετη της έννοια. Η μελλοντική κοινωνία και ιστορική εξέλιξη δεν είναι λοιπόν καθόλου υποχρεωμένη να κατευθυνθεί σύμφωνα με τις έννοιες και τις αξίες που επικρατούν σήμερα. Οι έννοιες και οι αξίες δεν συνιστούν κατευθυντήριες γραμμές, που δείχνουν στα όσα συμβαίνουν ποιόν δρόμο πρέπει να πάρουν, παρά συναρτήσεις και λειτουργίες των όσων συμβαίνουν, μέσα σε όλες τους τις μεταπτώσεις και τις ταλαντεύσεις. Και δεν υπάρχει λόγος για να υποθέσουμε πως ό,τι ίσχυε ίσαμε τώρα ως προς αυτό δεν θα ισχύει και στο μέλλον.

Τα όνειρα. Επιστροφή σε μια λησμονημένη χώρα.

Γιατί χάνουμε το ένα τρίτο της ζωής μας;
 
Ο ύπνος είναι γεμάτος θαύματα. Σαρλ Μπωντλαίρ
 
Κάποτε οι άνθρωποι θεωρούσαν ότι τα όνειρά τους αποτελούν μέρος της πραγματικότητας. Στις παραδοσιακές κοινωνίες, οι εικόνες της νύχτας είχαν τουλάχιστον την ίδια βαρύτητα με τα συμβάντα της μέρας.
 
Είναι εντυπωσιακή η παρουσίαση του θέματος από τον εθνολόγο Γκούνναρ Λάντμαν (Gunnar Landtman), ο οποίος έζησε στις αρχές του 20ού αιώνα με τους Κιβάι, μια φυλή απομονωμένη σ’ ένα μεγάλο ποτάμιο νησί στην Παπούα-Νέα Γουινέα. Μια φορά, κάποιος Κιβάι ονειρεύτηκε ότι ένας φίλος τού χάρισε ακριβά δώρα. Μόλις ξύπνησε, άρχισε να ψάχνει το σπίτι για να βρει τους θησαυρούς. Όταν η γυναίκα του απόρησε για ποιον λόγο σερνόταν κι έψαχνε καταγής, της απάντησε θυμωμένος: «Μη μιλάς. Είδα καλά πράγματα.»
 
Ακόμη και σήμερα, πολλές φυλές στην Παπούα-Νέα Γουινέα δεν λένε ότι «είδαν ένα όνειρο» αλλά ότι «έζησαν ένα όνειρο». Και οι δικοί μας πρόγονοι σκέφτονταν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Πριν από 200 χρόνια, τα όνειρα αποτελούσαν θέμα συζήτησης στην ευρωπαϊκή καθημερινότητα και, βέβαια, επηρέαζαν αποφασιστικά τις ενέργειες των ανθρώπων.
 
Είναι γνωστό το περιστατικό όταν, μια νύχτα του 1732, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ της Μεγάλης Βρετανίας διέταξε να ζέψουν τ’ άλογα στην άμαξά του επειδή στον ύπνο του είχε εμφανιστεί η πεθαμένη γυναίκα του. Δεν ησύχασε παρά μόνον αφού ο αμαξάς τον οδήγησε μέχρι τον τάφο της στο Αββαείο του Γουέστμινστερ.
 
Σήμερα, τέτοια περιστατικά μάς φαίνονται παράλογα. Όσα βιώνουμε τη νύχτα τα θυμόμαστε σαν απόκοσμες, σουρεαλιστικές εικόνες – εάν και εφόσον θυμόμαστε κάτι. Αν στη μέση της νύχτας εμφανιστεί ένα μικρό παιδί στην κρεβατοκάμαρα των γονιών του, ταραγμένο απ’ τον εφιάλτη που έζησε, εκείνοι το συμβουλεύουν να ξεχάσει ό,τι συνέβη: «Δεν είναι τίποτα, όνειρο ήταν.»
 
Για τους προγόνους μας, τα όνειρα σήμαιναν γνώση· για εμάς, είναι αποκυήματα της φαντασίας. Ακόμη κι ο χαρακτηρισμός «ονειροπόλος» έχει κάτι υποτιμητικό. Σήμερα έχουμε πια αποξενωθεί από τα όνειρά μας κι ο γρήγορος ρυθμός της ζωής δεν μας διευκολύνει να τα προσεγγίσουμε πάλι. Όποιος νιώθει πως έφτασε στα όρια της εξάντλησης από τον ρυθμό της καθημερινότητας είναι ευνόητο ότι θα διαγράψει από τη μνήμη του τα βιώματα της νύχτας. Μάλιστα, πολλοί συνάνθρωποί μας είναι πεπεισμένοι ότι δεν βλέπουν καθόλου όνειρα.
«Στη δυτική κοινωνία, οι γέφυρες ανάμεσα στο ημερήσιο μισό και στο νυχτερινό μισό του ανθρώπου έχουν γκρεμιστεί»,
γράφει ο γάλλος ανθρωπολόγος Ροζέ Μπαστίντ (Roger Bastide). Από την εποχή του Διαφωτισμού, η προσοχή μας εστιάστηκε κυρίως στη λογική: «Απαξιώσαμε το νυχτερινό μισό της ζωής μας.» Ωστόσο, κάποιες φορές διαισθανόμαστε τι μας διαφεύγει. Νιώθουμε πιο ξεκάθαρα τούτη την απώλεια την ώρα που ξυπνάμε. Την ώρα που εισβάλλουν στο κεφάλι μας οι πρώτοι θόρυβοι της μέρας κι αρχίζουν να ξεδιπλώνονται οι πρώτες μας σκέψεις, εμείς βρισκόμαστε παράλληλα και σε έναν άλλον κόσμο – σαν να διπλασιάστηκε αιφνιδίως η ζωή μας.
 
Από τη συνείδησή μας περνούν εικόνες που μοιάζουν με νέφη ομίχλης. Συχνά είναι τόσο θολές ώστε εξαϋλώνονται αμέσως μόλις προσπαθήσει κανείς να τις συγκρατήσει. Μερικές φορές όμως οι εικόνες των ονείρων είναι τόσο επιβλητικές που δεν μπορούμε ν’ απαλλαγούμε απ’ αυτές – καθορίζουν τη διάθεσή μας όλη τη μέρα. Καμιά φορά, συγκεκριμένα όνειρα τα θυμόμαστε ακόμη κι ύστερα από χρόνια. Τέτοιες στιγμές ακριβώς νιώθουμε ότι οι εμπειρίες της μέρας δεν είναι παρά ένα μέρος μόνο της πραγματικότητας – αλλά νιώθουμε επίσης πόσο πλούσιο κι ενδιαφέρον μπορεί να είναι το άλλο κομμάτι της ζωής μας, εκείνο που συνήθως παραβλέπουμε.
 
Μήπως όμως σήμερα απλώς ονειρευόμαστε λιγότερο απ’ ό,τι οι προηγούμενες γενιές; Ασφαλώς όχι. Το ότι οι άνθρωποι, αλλά και τα ζώα, βιώνουν κάτι στον ύπνο τους είναι μια εγγενής λειτουργία του εγκεφάλου. Επιπλέον, σε αντίθεση με το σώμα, ο εγκέφαλος δεν ηρεμεί ποτέ. Για πολλά χρόνια είχε παγιωθεί η αντίληψη ότι ο ενήλικος δεν ονειρεύεται πάνω από δύο ώρες περίπου κάθε νύχτα – και μάλιστα αποκλειστικά και μόνο στη διάρκεια του αποκαλούμενου ύπνου REM.
 
Ωστόσο, νεότερες έρευνες αποκάλυψαν πως αυτό δεν αληθεύει. Σε όλες τις φάσεις του ύπνου, περιοδικά ή ακόμη και συνεχώς, οι άνθρωποι βλέπουν εικόνες, νιώθουν συναισθήματα, βυθίζονται σε σκέψεις, δημιουργούν αναμνήσεις, εξασκούνται σε κινήσεις. Πώς μπορέσαμε ν’ αδιαφορήσουμε γι’ αυτές τις τόσο πολύπλευρες εμπειρίες;
 
Για να στριμώξουμε στις ώρες που είμαστε ξύπνιοι όσο πιο πολλά βιώματα μπορούμε, φτάνουμε στα όρια της εξουθένωσης. Πολλοί συνάνθρωποί μας προσπαθούν απεγνωσμένα να καθυστερήσουν τα γεράματα. Τι θα δίναμε αν κάποιος μπορούσε να μας προσφέρει έξι ώρες πρόσθετης ζωής κάθε ημέρα; Θα ήταν το αντίστοιχο 20 χρόνων ζωής. Αυτός είναι ο συνολικός χρόνος που βλέπει όνειρα στη ζωή του ο μέσος Γερμανός. Όμως σχεδόν όλα όσα συμβαίνουν σε τούτο το χρονικό διάστημα ξεχνιούνται, έχουν γίνει καπνός το επόμενο πρωί.
 
Δεν μπορούμε –ούτε και θα το θέλαμε– να επιστρέψουμε στον κόσμο των ονείρων των προγόνων μας. Μία από τις πιο παραγνωρισμένες αλλαγές στην ιστορία του ανθρώπου είναι ότι οι πρόγονοί μας άρχισαν να κοιμούνται γαλήνια μόλις πριν από οκτώ γενιές περίπου. Σήμερα, όποιος δεν αντιμετωπίζει προβλήματα ύπνου θεωρεί απολύτως αυτονόητο να πέφτει για ύπνο το βράδυ στο κρεβάτι του και να ξυπνά το επόμενο πρωί δίχως καμιά διακοπή, εκτός ίσως από μια νυχτερινή επίσκεψη στην τουαλέτα.
 
Αυτό ήταν αδιανόητο για τους προγόνους μας. Τις νύχτες άλλοτε κοιμόνταν και άλλοτε έμεναν ξύπνιοι, εναλλάξ, και ήταν συνηθισμένο να μιλάνε για τον «πρώτο» και για τον «δεύτερο» ύπνο της νύχτας που πέρασε. Όποιος έπεφτε με το σούρουπο στο κρεβάτι του, ξεθεωμένος απ’ τη σκληρή δουλειά, δεν ήταν δυνατόν να κοιμηθεί χωρίς διακοπή 10 ή περισσότερες ώρες μέχρι το ξημέρωμα. Ακόμα και οι πιο εύποροι, που είχαν μεν φως απ’ τα κεριά, αλλά όχι και πολλούς τρόπους να περνούν ευχάριστα την ώρα τους, νύσταζαν νωρίς.
 
Επιπλέον, οι κάμαρες όπου οι άνθρωποι συνήθως αποσύρονταν για ν’ αναπαυθούν δεν ήταν ό,τι το καλύτερο για να κοιμηθεί κανείς, αφού ρεύματα αέρα έμπαιναν από παντού, με αποτέλεσμα το ξημέρωμα να σηκώνονται όλοι ξεπαγιασμένοι απ’ το κρύο. Μέχρι τότε, βέβαια, τους είχαν ξυπνήσει επανειλημμένα οι άλλοι παρακοιμώμενοι (συνήθως ολόκληρη η οικογένεια κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι), οι οποίοι στριφογύριζαν, έβηχαν ή ροχάλιζαν.
 
Το χωριστό στρώμα και τα χωριστά σκεπάσματα ήταν μια πολυτέλεια που απολάμβαναν ελάχιστοι, οι οποίοι και πάλι δεν είχαν εγγυημένη ηρεμία διότι εκεί μέσα καραδοκούσαν ψύλλοι και κοριοί. Έτσι, κάθε λίγο και λιγάκι οι άνθρωποι πετάγονταν αλαφιασμένοι από τα όνειρά τους. Όταν ξυπνούσαν, η ανάμνηση όσων είχαν ζήσει ήταν ακόμα νωπή, οι σκηνές των ονείρων ορθώνονταν με κάθε λεπτομέρεια μπροστά τους.
«Ο ύπνος μου είναι όλο διακοπές και γεμάτος όνειρα»,
λέει κάποιος στην κωμωδία Γαλάτεια, που παίχτηκε στην αγγλική Αυλή την ίδια εποχή με τα δράματα του Σαίξπηρ. Ανατρέχοντας σε προσωπικά ημερολόγια που γράφτηκαν στις αρχές των νεότερων χρόνων, ο ιστορικός Ρότζερ Ήκερτς (Roger Ekirch) έδειξε πόσο συχνά οι άνθρωποι ένιωθαν «αναστατωμένοι», «σαστισμένοι», καμιά φορά ακόμα και «ταλαιπωρημένοι» απ’ τα νυχτερινά βιώματά τους.
 
Σε μερικές περιοχές του κόσμου, ο «ύπνος σε δόσεις» είναι συνηθισμένος ακόμη και σήμερα. Στους Άβιλα Ρούνα, λόγου χάρη, μια φυλή κοντά στις πηγές του Αμαζονίου, στον Ισημερινό, ο ύπνος είναι μέρος της κοινωνικής τους ζωής. Κανείς δεν διανοείται να απομονωθεί τη νύχτα σ’ ένα δωμάτιο: όλοι οι κάτοικοι του χωριού κοιμούνται μαζί, δίπλα δίπλα, στο ύπαιθρο, με μοναδική προστασία ένα αχυρένιο σκέπαστρο. Όποιος ξυπνήσει απ’ τους θορύβους των ζώων του τροπικού δάσους, απ’ τον ανήσυχο ύπνο των διπλανών του, ακόμη και απ’ το φως του φεγγαριού, κάθεται δίπλα στη φωτιά που καίει όλη νύχτα, αργοπίνει ένα ζεστό ρόφημα κι αφηγείται τα όνειρά του.
«Η καθημερινότητα είναι πλεγμένη αδιαχώριστα με τη δεύτερη ζωή, του ύπνου και των ονείρων»,
γράφει ο ανθρωπολόγος Εδουάρδο Κον (Eduardo Kohn), που μελέτησε επιτόπου τους Ρούνα. «Τα όνειρα αποτελούν μέρος του εμπειρικού τους κόσμου.»
 
Στις διακοπές του ύπνου δεν οφείλεται μόνο το ότι διατηρούνται πιο πολλά όνειρα στη μνήμη, αλλά και ότι οι ονειρικές σκηνές μοιάζουν ιδιαίτερα ρεαλιστικές σε όποιον ξυπνά. Όμως το ίδιο συμβαίνει και στους κατοίκους των σημερινών μεγαλουπόλεων, όπως έδειξε πειραματικά ο αμερικανός ψυχίατρος Τόμας Γουίρ (Thomas Wehr).
 
Ο ερευνητής αυτός προσομοίωσε στο εργαστήριο τις μακρές νύχτες του χειμώνα, που όσοι συμμετείχαν στο πείραμα έπρεπε να τις περνούν δίχως τηλεόραση και ηλεκτρικό ρεύμα. Στο μεταξύ, ο Γουίρ κατέγραφε την εγκεφαλική λειτουργία και τα επίπεδα κάποιων ορμονών. Διαπίστωσε λοιπόν ότι οι συμμετέχοντες, όταν ξυπνούσαν μετά τον πρώτο ύπνο τους, δεν συνειδητοποιούσαν πως ήταν ξύπνιοι. Η αντιληπτική τους ικανότητα έμοιαζε περισσότερο με μια κατάσταση που θυμίζει έκσταση, μια κατάσταση στην οποία τα όρια μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού κόσμου είναι ασαφή. Πρόκειται για φαινόμενο γνωστό σε όσους κάνουν διαλογισμό.
 
Κάπως έτσι πρέπει να βίωναν και οι πρόγονοί μας τις διακοπές στον ύπνο τους. Αν θυμόνταν ένα όνειρο μες στην καρδιά της νύχτας, οι εικόνες του θα έμοιαζαν τόσο αληθινές όσο και τα αντικείμενα στην κρεβατοκάμαρά τους.
 
Όνειρα απ’ το μακρινό παρελθόν του ανθρώπου καθορίζουν τη ζωή μας ακόμα και σήμερα. Ο λόγος είναι ότι κάποια στιγμή, στο μισοσκόταδο μεταξύ ύπνου και εγρήγορσης, πέρασαν στην ανθρώπινη συνείδηση μερικές εικόνες που άφησαν τα ίχνη τους στη φιλοσοφία και στις θρησκείες. Τα όνειρα των προγόνων μας, λοιπόν, διαμόρφωσαν τις αντιλήψεις μας για το τι είναι ο άνθρωπος. Σήμερα θεωρούμε ότι βιώνουμε μία πραγματικότητα, όμως οι πρόγονοί μας βίωναν δύο. Οι εμπειρίες της νύχτας, αν και διαφορετικές, στέκονταν ισότιμα δίπλα σε ό,τι έπεφτε στην αντίληψή τους κατά τη διάρκεια της μέρας. Έτσι, οι παλιότερες γενιές ζούσαν μια ζωή πιο πλούσια απ’ τη δική μας, αλλά και γεμάτη αντιφάσεις.
 
Γιατί ποια εξήγηση μπορούσε να δοθεί στο ότι στον ύπνο τους εμφανίζονταν οι νεκροί, ότι πράγματα μεταμορφώνονταν σε ανθρώπους και το αντίστροφο, και ότι την ώρα που κοιμόνταν είχαν την ικανότητα να μετακινούνται άκοπα στον χώρο και τον χρόνο, αδιαφορώντας ακόμη και για τη βαρύτητα; Όποιος θεωρεί τα όνειρα πραγματικότητα πρέπει και να θεωρεί δεδομένο ότι τη νύχτα έχει την ικανότητα να πετά και να συναντάει τους νεκρούς. Το αυτονόητο συμπέρασμα είναι πως το Εγώ δεν μπορεί να περιορίζεται μέσα στο σώμα που κοιμάται ούτε να υπακούει στους νόμους της φυσικής.
 
Έτσι λοιπόν, τα βιώματα των ονείρων μάς οδήγησαν στην πέραν πάσης αμφιβολίας σημαντικότερη ιδέα όλων των εποχών: ότι έχουμε ψυχή. Μια ψυχή ενωμένη με το σώμα, όταν είμαστε ξύπνιοι, αλλά που στη διάρκεια του ύπνου –και μετά θάνατον– ακολουθεί τα δικά της μονοπάτια.
 
Τέτοια επιχειρήματα ανέπτυξε η προσωκρατική ελληνική φιλοσοφία, έτσι σκέφτονται οι πρωτόγονοι πολιτισμοί ακόμη και σήμερα. Για τους Κιβάι στην Παπούα-Νέα Γουινέα, τα όνειρα είναι βιώματα των ψυχών, οι οποίες πετούν τη νύχτα σαν περιστέρια και διασχίζουν τον κόσμο (προφανώς, στην επιστροφή τους δέχονται μερικές φορές και κάποια δώρα).
 
Οι Άβιλα Ρούνα, που περνούν τις νύχτες όλοι μαζί κοντά στις πηγές του Αμαζονίου, πιστεύουν ότι στον ύπνο οι ψυχές τους επικοινωνούν με νεκρούς συγγενείς, αλλά και με τα νεκρά θηρία της ζούγκλας. Στους Τάγκαλογκ των Φιλιππίνων, μάλιστα, απαγορεύεται να ξυπνούν όποιον κοιμάται, γιατί η ψυχή του δεν βρίσκεται εκεί.
 
Τέτοιες αντιλήψεις μπορεί να μας φαίνονται αφελείς. Όμως τόσο οι μύθοι των αρχέγονων προγονικών φυλών όσο και οι πρώτοι φιλόσοφοι τοποθετούσαν τα όνειρα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, που στις μέρες μας συχνά το παραβλέπουμε και το οποίο η επιστήμη ανακάλυψε μόλις τα τελευταία χρόνια. Τα όνειρα είναι κάτι παραπάνω από ένα παράξενο αλλά ταυτοχρόνως ασήμαντο δημιούργημα του νου: οδηγούν ευθέως στα μεγάλα ερωτήματα που αφορούν την ανθρώπινη ύπαρξη.
 
Πού βρίσκεται η ουσία της ύπαρξής μας, στο πνεύμα ή στο σώμα; Ποια είναι η αλληλεξάρτηση αυτών των δύο;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δίχως την εμπειρία των ονείρων, οι πρώτοι πολιτισμοί δεν θα είχαν επικεντρωθεί σε τέτοιου είδους αινιγματικά ερωτήματα. Με τον ίδιο περίπου τρόπο, το φαινόμενο των ονείρων εμπνέει και τις σύγχρονες νευροεπιστήμες, οι οποίες αναζητούν απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά χρησιμοποιώντας τα εργαλεία τού σήμερα.
 
Η πιο παλιά εξήγηση για τις εικόνες της νύχτας είναι ότι τις στέλνουν στους ανθρώπους κάποιες ανώτερες δυνάμεις. Μία από τις αρχαιότερες αφηγήσεις στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται στον Ιακώβ, ο οποίος βιώνει εκπληκτικές εμπειρίες στα όνειρά του επειδή μέσα του «κατοικεί το πνεύμα του Θεού». Ο Ιακώβ βλέπει στον ύπνο του μια σκάλα που φτάνει μέχρι τον ουρανό· στην κορυφή της βρίσκεται ο Θεός, που του υπόσχεται πολλούς απογόνους. Σε άλλο του όνειρο, ο Ιακώβ παλεύει μ’ ένα παράξενο πλάσμα, που τελικά αποκαλύπτεται πως είναι ο Θεός. Επειδή λοιπόν ο Θεός φανερώνει την παρουσία του με σημάδια, ο Ιακώβ μπορεί να ερμηνεύει και τα όνειρα των άλλων. Όταν ο φαραώ αφηγείται το όνειρο με τις επτά παχιές και τις επτά ισχνές αγελάδες που είδε να βγαίνουν από τον Νείλο, ο Ιωσήφ, ο αγαπημένος γιος τού Ιακώβ, προβλέπει επτά καλές και επτά κακές σοδειές.
 
Πολύ σύντομα όμως οι άνθρωποι προσέγγισαν τα μυστικά των ονείρων τους και με άλλον τρόπο. Άρχισαν ν’ αποζητούν στα συμβάντα της νύχτας πληροφορίες για τον εαυτό τους. Προφανώς πίστευαν ότι στην κατάσταση της εγρήγορσης εμφανιζόταν ένα μόνο κομμάτι της ανθρώπινης προσωπικότητας και ότι, για να κατανοήσουν καλύτερα την ανθρώπινη φύση, έπρεπε να αφεθούν στα όνειρά τους.
 
Σύμφωνα με μια παλιά βουδιστική παράδοση, οι εμπειρίες του ύπνου είναι ένα ταξίδι εξερεύνησης, όπου αποκαλύπτεται η αληθινή φύση του Εγώ, η οποία μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στη θεία φώτιση. Όμως και οι σοφοί του δυτικού πολιτισμού αναγνώριζαν ότι τα όνειρα δεν είναι κατ’ ανάγκην κρυπτογραφημένα μηνύματα από το υπερπέραν.
 
Ο Πλάτων, λόγου χάρη, ο μέγας δάσκαλος της αρχαίας φιλοσοφίας, πίστευε ότι δημιουργούνται όταν «η ζωώδης πλευρά της ψυχής, προσπαθεί να ικανοποιήσει τις ορμές της». Τελικά, οι στοχαστές στην αυγή των νεότερων χρόνων άρχισαν να αναζητούν στα όνειρά τους στοιχεία για την ίδια τους την προσωπικότητα.
«Ο σοφός γνωρίζει τον εαυτό του εξίσου καλά κάτω απ’ το μαύρο πέπλο της νύχτας όσο και στο λαμπρό φως της ημέρας»,
έγραφε ο άγγλος δοκιμιογράφος Όουεν Φέλταμ (Owen Feltham) το 1628. Η νύχτα όμως είναι καλύτερος δάσκαλος, γιατί στον ύπνο μαθαίνουμε «τις γυμνές και φυσικές σκέψεις της ψυχής μας». Ο Φέλταμ βρισκόταν στον σωστό δρόμο. Σήμερα γνωρίζουμε αφ’ ενός ότι πράγματι οι άνθρωποι ξαναζούν τη νύχτα την ιστορία της ζωής τους από διαφορετική οπτική γωνία και ότι μπορεί να τους έρχονται ιδέες που τους διαφεύγουν όταν είναι ξύπνιοι. Αφ’ ετέρου, τα όνειρα μας δείχνουν πώς δημιουργούνται μέσα στον εγκέφαλό μας οι εικόνες, οι αναμνήσεις και οι σκέψεις. Στο όνειρο μπορούμε να παρακολουθήσουμε πώς λειτουργεί το ανθρώπινο πνεύμα.
 
Ενώ οι πρόγονοί μας δεν μπορούσαν να κάνουν παρά μόνον υποθέσεις για τα νυχτερινά βιώματά τους, σήμερα είμαστε σε θέση να τα εξερευνήσουμε επιστημονικά. Έτσι μας ανοίγεται ένας εντελώς καινούργιος δρόμος προσέγγισης των ονείρων – και ταυτοχρόνως μας δίνεται η ευκαιρία να τα εντάξουμε και πάλι στη ζωή μας.

Χέρμπερτ Σπένσερ: Αυτός που μίλησε για την επιβίωση του ισχυρότερου

Ο Χέρμπερτ Σπένσερ (1820 – 1903) ήταν Άγγλος φιλόσοφος, βιολόγος, κοινωνιολόγος και πολιτικός φιλόσοφος της Βικτωριανής εποχής. Ανέπτυξε την έννοια της εξέλιξης ως την προοδευτική ανάπτυξη του φυσικού κόσμου, των βιολογικών οργανισμών, του ανθρώπινου μυαλού, του ανθρώπινου πολιτισμού και των κοινωνιών σύμφωνα με την οποία ο κόσμος προοδεύει σταθερά προς το καλύτερο. Οι ιδέες του για την εξέλιξη επηρέασαν την ανάπτυξη της οικονομίας, της πολιτικής επιστήμης, της βιολογίας και της φιλοσοφίας.
 
O Spencer συνυφαίνει στο ἔργο του τὶς ἀρχὲς τοῦ Ριζοσπαστικοῦ Φιλελευθερισμοῦ μὲ τὶς παραδοχὲς τοῦ Γερμανικοῦ Ρομαντισμοῦ καὶ τὰ πορίσματα τῶν Φυσικῶν Ἐπιστημῶν τῆς ἐποχῆς του, οἱ ὁποῖες διέπονταν ἀπὸ ἕνα θετικιστικὸ πνεῦμα. Σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγγλο στοχαστῆ ὅ,τι γνωρίζουμε συνιστᾶ ἐπιφαινόμενο ἀρχέγονων σχέσεων ποὺ συγκεφαλαιώνονται σὲ μία ἄγνωστη, ἄπειρη, αἰώνια καὶ ἀπροσπέλαστη ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο λογικὸ ἀρχή. Ἡ θεμελιώδης ἀποστολὴ τῆς φιλοσοφίας ἔγκειται στὴν διακρίβωση τῶν σχέσεων ποὺ διέπουν τὶς γενικὲς ἀλήθειες ποὺ προσδιορίζει μὲ τὴν ἔρευνά της ἡ Ἐπιστήμη καὶ οἱ ἐπιμέρους κλάδοι της.
 
Στη διάρκεια της ζωής του απέκτησε μεγάλη φήμη που ανταγωνιζόταν εκείνη του Δαρβίνου. Στην Αγγλία και τις ΗΠΑ οι οπαδοί του κάποια στιγμή δε δίστασαν να τον συγκρίνουν με τον Αριστοτέλη.
 
Εμπνεόμενος από την Καταγωγή των Ειδών του Κάρολου Δαρβίνου, υποστήριξε την έννοια της επιβίωσης του ικανότερου στον κοινωνικό κόσμο, προσέγγιση η οποία ονομάστηκε κοινωνικός δαρβινισμός. Σύμφωνα με αυτή, το κράτος δεν πρέπει να παρεμβαίνει στις φυσικές διεργασίες της κοινωνίας. Με αυτόν τον τρόπο θα επιβιώσουν οι ισχυρότεροι άνθρωποι αφήνοντας τους ανίσχυρους να χαθούν και έτσι θα φτάσουν σε όλο και υψηλότερα επίπεδα ιστορικής εξέλιξης.
 
Η φράση “η επιβίωση του ισχυρότερου” εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο βιβλίο του Σπένσερ, “Αρχές της Βιολογίας”, που ήταν εμπνευσμένο από τη θεωρία του Δαρβίνου για τη φυσική επιλογή….
 
Η κατάχρηση των ιδεών του Σπένσερ για την βιολογική αιτιολόγηση ενός ανελέητου οικονομικού ανταγωνισμού, οφείλεται σε μεταγενέστερους εκλαϊκευτές του έργου του, που το έκαναν για να εξυπηρετήσουν τις δικές τους ιδεολογίες.
 

Η ζωή του

Γεννήθηκε στο Ντέρμπι της Αγγλίας και ήταν το μεγαλύτερο από εννέα αδέρφια και το μόνο που κατάφερε να επιβιώσει κατά την νηπιακή ηλικία. Ο πατέρας του, δάσκαλος στο επάγγελμα, ήταν ένας μη συμβατικός άνθρωπος. Διαχώριζε τον εαυτό του από την επίσημη θρησκεία αλλά και από την πολιτική και κοινωνική εξουσία. πως εντρύφησε στο γιο του μια αντιπάθεια για όλες τις μορφές εξουσίας και μια ανεξαρτησία σκέψης. Ο Σπένσερ από μικρή ηλικία επηρεάστηκε από τις ιδέες υπέρ του ελεύθερου εμπορίου και κατά της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία.
 
Ο Σπένσερ παρά το γεγονός ότι δεν έλαβε επίσημη μόρφωση διδάχθηκε στο σπίτι του φυσικές επιστήμες, μαθηματικά και λατινικά από τον πατέρα του και τον θείο του. Διδάχθηκε επίσης τις έννοιες της βιολογικής εξέλιξης του Έρασμου Δαρβίνου, παππού του Κάρολου Δαρβίνου, και του Ζαν Μπατίστ Λαμάρκ. Ο Σπένσερ σε μεγάλο βαθμό ήταν αυτοδίδακτος και κατέκτησε τις περισσότερες γνώσεις του από αναγνώσματα και συνομιλίες με φίλους του.
 
Εργάστηκε ως πολιτικός μηχανικός από τα δεκαέξι του χρόνια έως το 1841 στο σιδηρόδρομο του Λονδίνου ενώ στον ελεύθερο χρόνο του γράφει σε εφημερίδες που έχουν μη κονφορμαλιστικές θρησκευτικές πεποιθήσεις και ριζοσπαστικές πολιτικές πεποιθήσεις.
 
Από το 1848 έως το 1853 εργάστηκε στην οικονομική εφημερίδα The Economist όπου γνωρίζει πολλούς από τους ριζοσπαστικούς και προοδευτικούς στοχαστές του κεφαλαίου της εποχής όπως τον Τζον Στιούαρτ Μιλ, τον βιολόγο Τόμας Χάξλεϋ με τον οποίο θα παραμείνει φίλος σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Θα έρθει σε επαφή με τις ιδέες που αναπτύσσει ο Τζον Στιούαρτ Μιλ στο έργο του ‘Ένα σύστημα λογικής’ και με το θετικισμό του Αυγούστου Κοντ, με τον οποίο διαφωνεί έντονα, ιδέες που θα τον επηρεάσουν στο κατοπινό έργο του.
 
Στα πρώτα του άρθρα αναπτύσσει τις ιδέες του για τον ατομικισμό, υπερασπίζεται το laissez-faire στην οικονομική ζωή και τη μη παρέμβαση του κράτους. Οι ιδέες αυτές αναπτύσσονται το 1851 στο βιβλίο του Κοινωνικὴ Στατικὴ, όπου παρουσιάζονται σε αδρὲς γραμμὲς οι θεμελιώδεις ιδέες που διατυπώνει ὁ Spencer στα επόμενα κείμενά του. Υιοθετεί τις ωφελιμιστικὲς απόψεις του Jeremy Bentham, πρεσβεύει την αυτονομία του ατόμου και την ελαχιστοποίηση της κρατικής παρέμβασης στην κοινωνική – πολιτικὴ ζωή. Παρουσιάζει δηλαδή έναν απολογισμό της ανάπτυξης της ανθρώπινης ελευθερίας και μια υπεράσπιση των ατομικών ελευθεριών. 
 
Το 1855 εκδίδει το βιβλίο του Οι αρχές της ψυχολογίας το οποίο βασίζεται στη θεμελιακή υπόθεση ότι το ανθρώπινο μυαλό υπόκειται στους νόμους της φύσης και αυτοί μπορούν να ανακαλυφθούν μέσα από την γενική βιολογία. Αυτό επιτρέπει την υιοθέτηση μιας προοπτικής ανάπτυξης με όρους όχι μόνο του ατόμου αλλά επίσης των ειδών και της ράτσας. Υπερασπίζεται την άποψη ότι επαναλαμβανόμενες ενώσεις ιδεών ενσωματώνονται στο σχηματισμό ενώσεων στον εγκέφαλο και με αυτόν τον τρόπο μπορούν να περνάνε από τη μια γενιά στην άλλη μέσω της κληρονομικότητας των επίκτητων χαρακτηριστικών που πρώτος υποστήριξε ο Λαμάρκ. Ωστόσο το βιβλίο αυτό δε βρήκε ανταπόκριση. Την περίοδο αυτή ο Σπένσερ αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στη πνευματική του υγεία τα οποία τον επηρεάζουν για το υπόλοιπο της ζωής του. Λόγω της ασθένειας αποζητά την ιδιωτικότητα και αποφεύγει να εμφανίζεται δημόσια.
 
Το ενδιαφέρον του Σπένσερ για την ψυχολογία πηγάζει από το ότι θέλει να εγκαθιδρύσει ένα θεμελιακό νόμο παγκόσμιας ισχύος.Θέλει να αναδείξει ότι είναι πιθανό όλα στο σύμπαν -η γλώσσα, η κουλτούρα, η ηθική- να εξηγηθούν με νόμους παγκόσμιας εγκυρότητας. Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τη θεολογική θέση της εποχής ότι η ανθρώπινη ψυχή ήταν πέρα από την δικαιοδοσία της επιστημονικής έρευνας. Αυτόν το νόμο παγκόσμιας εφαρμογής τον ονόμασε αρχή της εξέλιξης.
 
Γράφει το έργο Ένα σύστημα συνθετικής φιλοσοφίας το οποίο αποτελείται από εννέα τόμους, όπου θέλει να δείξει ότι η αρχή της εξέλιξης εφαρμόζεται στην βιολογία, στην ψυχολογία, στην κοινωνιολογία και την ηθική. Χρησιμοποιεί ένα μεγάλο εύρος πληροφοριών από διάφορες φυσικές και κοινωνικές επιστήμες και τις οργανώνει σύμφωνα με τις βασικές αρχές της θεωρίας της εξέλιξης.
 
Οι ιδέες του Σπένσερ αναπτύχθηκαν την εποχή που ο άκρατος καπιταλισμός βρισκόταν στο απόγειό του. Για αυτό δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι υπερασπίστηκε την ιδέα ότι ο ατομικισμός, ο ανταγωνισμός και η απουσία κυβερνητικών παρεμβάσεων οδηγούν στην επίτευξη ενός ανώτερου αγαθού καθώς και την ευρεία ανταπόκριση που βρήκαν αυτές οι ιδέες.
 

Γνωστά αποφθέγματα

  • «Οι παλιές μορφές διακυβέρνησης, τελικά γίνονται τόσο καταπιεστικές, γι’ αυτό πρέπει ν’ αποτραπούν, ακόμα και με κίνδυνο της κυριαρχίας του τρόμου.»
  • «Ύπνος ύστερα από τον καθημερινό μόχθο, λιμάνι για καταφύγιο μετά από ένα φουρτουνιασμένο ταξίδι, γαλήνη μετά τον πόλεμο. Ο θάνατος, ύστερα από μια μακριά ζωή φέρνει ευχαρίστηση.»
  • «Το απόφθεγμα που ακολούθησα και που συχνά συνέστησα στους φίλους μου είναι: να είστε νέοι όσο πιο πολύ καιρό μπορείτε.»
  • «Σ’ αυτή τη γη καμιά ευτυχία δεν είναι σίγουρη.»
  • «Αν μόνο ένα κύτταρο, κάτω απ’ τις κατάλληλες συνθήκες, γινόταν άνθρωπος στο διάστημα λίγων χρόνων, ασφαλώς δεν θα ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς πως κάτω απ’ τις κατάλληλες συνθήκες, ένα κύτταρο, στη διάρκεια αμέτρητων εκατομμυρίων χρόνων, αποτέλεσε την απαρχή του ανθρώπινου γένους.»
  • «Η ειλικρίνεια είναι το απαραίτητο θεμέλιο της ευσυνειδησίας και κάθε θρησκείας.»
  • «Κανένας δεν μπορεί να είναι τελείως ελεύθερος, αν όλοι δεν είναι ελεύθεροι. Κανένας δεν μπορεί να θεωρηθεί απολύτως ηθικά τίμιος, αν όλοι γύρω του δεν είναι ευτυχισμένοι.»
  • «Η δημοκρατική μορφή διακυβέρνησης είναι η πιο προοδευτική. Γι’ αυτό έχει τον πιο προοδευτικό τύπο ανθρώπου.»
  • «Όλα για την αγάπη και τίποτα για αμοιβή.»

Δώσε μία αγκαλιά στο παιδί… μην του τη στερείς ποτέ και για τίποτα

Ακόμα κι όταν είναι θυμωμένο, ακόμα κι όταν με τη σκληρή του στάση σε πληγώνει, ακόμα και την ώρα που δε θέλει να σου μιλάει και κλείνει με δύναμη την πόρτα του δωματίου του.

Δώσε μία αγκαλιά στο παιδί. Μην του τη στερείς ποτέ και για τίποτα. Δώσε του μία αγκαλιά και όταν επιστρέφεις κουρασμένος στο σπίτι, όταν δεν έχεις διάθεση και θέλεις να ξεφύγεις από όλα γύρω σου. Την έχει πάντοτε ανάγκη την αγάπη σου, κι ας μην το δείχνει.

Μην προσπαθείς με υλικά αγαθά να εξαγοράσεις την αγάπη, την προσοχή, το ενδιαφέρον που δεν του δίνεις. Δεν έχει ανάγκη από ακριβό κινητό το παιδί, από αγάπη έχει. Έχει ανάγκη να αισθανθεί τη ζεστασιά σου, το χάδι σου, τη γλυκιά σου κουβέντα. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πληγώνεται όταν βλέπει την αδιάφορη ματιά σου και το σκληρό σου βλέμμα. Πληγώνεται κι ας μην το δείχνει.

Δώσε μία αγκαλιά στο παιδί. Όταν το βλέπεις αγχωμένο, θλιμμένο, κλεισμένο στο δωμάτιό μου και αρνούμενο να βγει έξω. Δώσε του μία αγκαλιά όταν θυμώνεις μαζί του, αντί να το επιπλήξεις και να του φωνάζεις. Δώσε του μία αγκαλιά όταν χτυπάει την πόρτα δυνατά και δε θέλει να μιλήσει σε κανένα.

Δώσε του μία αγκαλιά όταν το βλέπεις θλιμμένο επειδή απέτυχε σε ένα διαγώνισμα ή δεν πέρασε στις εξετάσεις. Διαβεβαίωσέ το πως την επόμενη φορά όλα θα πάνε καλύτερα και πως ήδη είσαι υπερήφανος γι’ αυτό, επειδή προσπαθεί.

Μην του αγοράζεις μόνο παιχνίδια, μην του προσφέρεις μόνο υλικά αγαθά. Τα παιδιά έχουν ανάγκη την αγάπη, το αίσθημα της προστασίας, το χάδι, το χαμόγελο, το παιχνίδι. Έχουν ανάγκη την προσοχή σου την ώρα που εσύ τα αγνοείς για να δεις τηλεόραση. Έχουν ανάγκη να τους δώσεις λίγη σημασία την ώρα που εσύ το προσπερνάς αδιάφορα.

Δώσε μία αγκαλιά στο παιδί, αυτό έχει πραγματική και απόλυτη ανάγκη. Μην του τη στερείς ποτέ και για κανένα λόγο.

Ναρκισσισμός: Πώς δημιουργείται και από πού πηγάζει;

Ναρκισσισμός: Η ψυχολογία βρίθει από κείμενα, άρθρα και μελέτες για το ναρκισσισμό. Σίγουρα δεν είναι μια άγνωστη έννοια στους περισσότερους από εμάς. Αυτό το οποίο ίσως δεν γνωρίζουμε, είναι πότε προσδιορίζουμε χρονικά την έναρξη του ναρκισσισμού. Πως τελικά δημιουργείται και από που πηγάζει;

Από την ηλικία των 6 μηνών έως και το πρώτο έτος της ζωής του βρέφους, σημειώνονται οι πρώτες διεργασίες που αφορούν στο ναρκισσισμό. Σε αυτό το ηλικιακό σημείο το βρέφος μαθαίνει να αποχωρίζεται τη μητέρα, και να θέτει τα όρια του εαυτού του σαν ξεχωριστή οντότητα. Υπό φυσιολογικές συνθήκες δηλαδή, περνάει σε μια διαδικασία εξατομίκευσης.

Ο ναρκισσισμός αναπτύσσεται στις περιπτώσεις όπου η διαδικασία αυτή αποτυγχάνει. Όταν οι γονείς ή οι κύριοι φροντιστές του παιδιού, δεν του εκδηλώνουν την απαιτούμενη σημασία και υποστήριξη στα πρωταρχικά επιτεύγματα και κατορθώματά του, τότε εκείνο υφίσταται ναρκισσιστικό πλήγμα. Στη φυσιολογική ανάπτυξη και εξέλιξη αναμένεται ο γονέας να χαρεί και να αναδείξει την πρόοδο και την εξέλιξη του παιδιού του, ώστε να ενταχθεί αυτό μετέπειτα, με ομαλό τρόπο, στο οικογενειακό και κοινωνικό σύνολο.

Υπάρχουν όμως και οι περιπτώσεις, όπου ο γονέας παρουσιάζεται επικριτικός και υποτιμητικός, με αποτέλεσμα να μην ενισχύει το παιδί στο να προχωρήσει και να εξελιχθεί σαν χαρακτήρας. Έτσι, δεν το βοηθά να επιδιορθώσει τις όποιες αδυναμίες του, αλλά αντιθέτως τις εκθέτει με τρόπο ντροπιαστικό για το ίδιο το παιδί. Μοιάζει να απειλείται ο ίδιος, πιθανώς λόγω δικών του ανασφαλειών.

Ένας γονέας χρειάζεται να είναι συμπαραστάτης στις επιτυχίες και εξίσου στις αποτυχίες, δίπλα στο παιδί, δίνοντάς του να καταλάβει την ευαλωτότητα της ανθρώπινης φύσης. Ενισχύοντας τις επιτυχίες αλλά και εμπεριέχοντας τις αδυναμίες, το βοηθά να συνειδητοποιήσει πως ένα λάθος δεν συνιστά μια αποτυχημένη ζωή, αλλά μια αποτυχημένη στιγμή.

Το παιδί σε αυτή την ηλικία έως και τα 2 έτη, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στην κριτική, επομένως ένας σαδιστικός γονέας βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να ταπεινώσει και να χειριστεί το παιδί, νομίζοντας πως με αυτό τον τρόπο ασκεί σωστό έλεγχο. Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι το άτομο που μεγαλώνει και αναπτύσσεται, να έρθει αντιμέτωπο με τις αδυναμίες και τα λάθη του, με απότομο, σκληρό και βίαιο τρόπο.

Σε άλλη περίπτωση ναρκισσιστικού πλήγματος, το παιδί κρατείται «προστατευμένο» από τον γονέα, με αποτέλεσμα να μην έρχεται ποτέ αντιμέτωπο με τις αδυναμίες του. Η περίπτωση της «μικρής πριγκίπισσας» του μπαμπά και του «βασιλιά» της μαμάς, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Οι γονείς ενισχύουν συνεχώς μόνο τα θετικά στοιχεία του παιδιού και τονίζουν τα επιτεύγματά του με τρόπο που δίνει αίσθηση μοναδικότητας και διαφορετικότητας από το υπόλοιπο περιβάλλον.

Το παιδί λοιπόν, προσπαθεί συνεχώς να ανταποκριθεί σε κάτι που δεν είναι και εγκλωβίζεται σε μια εικόνα που θέλουν οι γονείς για εκείνο. Αναμένεται το παιδί να ανταποκριθεί σε υπερβολικές και κάποιες φορές παράλογες προσδοκίες των γονέων. Αυτό οδηγεί το παιδί να θάψει τις αδυναμίες του και να παρουσιάζει έναν «τέλειο» εαυτό, έναν ψεύδη εαυτό, που δεν χωράει ούτε το λάθος, ούτε η αποδοχή του.

Ο ρόλος των γονέων, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ή και με τους δύο παράλληλα, είναι καθοριστικός. Όταν μεταβιβάζουν μη ρεαλιστικές και δύσκολα εφαρμόσιμες προσδοκίες στο παιδί και όταν εκείνο δεν ανταποκρίνεται, το απορρίπτουν, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί πλήγμα στο ναρκισσισμό. Μέσα από αυτά και άλλα συμβάντα στην ζωή του ατόμου, καλλιεργείται μια ναρκισσιστική προσωπικότητα.

Ένας ναρκισσιστής καταλήγει στην ενήλικη ζωή του να παρουσιάζει έναν «διογκωμένο» ψευδή εαυτό. Άσχετα από αυτό που θέλει να δείχνει, και την τεράστια προσπάθειά του να παρουσιάσει έναν εαυτό χωρίς αδυναμίες, μέσα του είναι το μικρό αυτό παιδί που δεν επιβεβαιώθηκε και δεν έγινε, όπως αναμενόταν, αποδεκτό από τους γονείς του.

Ένας νάρκισσος αρνείται τα τρωτά σημεία του και προσπαθεί να δημιουργήσει καταστάσεις και συνθήκες ζωής, μέσα στις οποίες δεν θα νιώσει ποτέ ταπεινωμένος ή απογοητευμένος. Ίσως από τα μεγαλύτερα ζητήματα των νάρκισσων είναι η τεράστια προσπάθεια να πείσουν τους άλλους για την σπουδαιότητά τους μέσω όσων επιτυγχάνουν, ενώ οι ίδιοι μέσα τους δεν αντλούν καμία ευχαρίστηση από αυτά. Αναλώνουν πολύ χρόνο στην εικόνα που παρουσιάζουν στους άλλους και όχι στην πραγματική αλήθεια τους.

Μετέπειτα, στις σχέσεις, υπό το πρίσμα του ναρκισσισμού, τα πράγματα αποκτούν άλλες διαστάσεις. Άτομα με παθολογικό ναρκισσισμό τείνουν να σχετίζονται με τους άλλους με βάση ποσό χρήσιμοι τους είναι και πόσο μπορούν να εξυπηρετηθούν από εκείνους.

Στις συντροφικές τους σχέσεις δεν επιλέγουν τον άλλο με βάση την αγάπη, αλλά κυρίως με το τι μπορούν να πάρουν από εκείνους, και πόσο τους επιβεβαιώνουν, ενισχύοντας την εικόνα τους. Η επιλογή συντρόφου προϋποθέτει τη μοναδικότητα και εξέχουσα θέση του, έτσι ώστε και οι ίδιοι να βρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής.

Για τη διαμόρφωση του ναρκισσισμού ή όποιας άλλης ιδιοσυγκρασίας και προσωπικότητας, σίγουρα οι αιτίες είναι πολυπαραγοντικές. Ναρκισσιστικό πλήγμα μπορεί να διαμορφωθεί και πέρα από τις γονεϊκές φιγούρες, στις σχέσεις με σημαντικούς άλλους. Συνήθως όμως, τείνουμε να επαναλαμβάνουμε όσα μάθαμε τα πρώτα, καθοριστικά χρόνια της ζωής μας, καθώς το οικείο πάντα μας ελκύει.

Κάθε αναπνοή είναι και μια θετική σκέψη

Όταν μεταφέρετε την εστίασή σας στην αναπνοή, αλλάζουν οι χημικές ουσίες που παράγονται στο σώμα σας. Αυξάνεται το διοξείδιο του άνθρακα, το οποίο αποτελεί φυσικό μυοχαλαρωτικό και ηρεμιστικό για τον οργανισμό. Τότε, μπορείτε μέσα στην κατάσταση της ηρεμίας να αλλάξετε τη συναισθηματική σας κατάσταση. Όλα τα συναισθήματα προκαλούν βιοχημικές αλλαγές στο σώμα σας. Οι χημικές αυτές ουσίες, που παράγονται, είναι πολύ πιο ισχυρές από οποιοδήποτε φάρμακο.

Η αναπνοή δημιουργεί τις κατάλληλες σωματικές και νοητικές συνθήκες για να καταφέρετε να δημιουργήσετε ευχάριστα συναισθήματα. Η καλή οξυγόνωση μέσω της αναπνοής επιφέρει μια αίσθηση ευφορίας που πλημμυρίζει όλο σας το σώμα. Τότε μπορείτε να ενισχύσετε μέσα σας το αίσθημα της σιγουριάς, της ασφάλειας και της δύναμης. Μπορείτε να θέσετε σε λειτουργία τη δύναμη της φαντασίας και να ονειρευτείτε όλα αυτά που θέλετε να έχετε στη ζωή σας!

Σε αυτή την άσκηση είναι σημαντικό πρώτα να χαλαρώσουμε όλο το σώμα προκειμένου να μπορέσουμε να συγκεντρωθούμε στην αναπνοή μας και να την επηρεάσουμε. Πριν ξεκινήσουμε, πρέπει να σιγουρευτούμε ότι δεν θα μας διακόψει κανείς στη διάρκεια· γι αυτό κλείνουμε τα τηλέφωνα και ζητάμε από τους άλλους στο σπίτι να σεβαστούν για λίγα λεπτά την ησυχία μας. Βοηθάει πολύ να ακούμε μία χαλαρωτική μουσική της αρεσκείας μας.

Καθόμαστε κάπου άνετα φροντίζοντας η πλάτη μας να είναι ίσια γιατί αν γέρνουμε προς τα μπροστά, εμποδίζεται το διάφραγμα. Τοποθετούμε τις παλάμες πάνω στους μηρούς και πατάμε και τα δύο πέλματα κάτω, ενώ κλείνουμε τα μάτια για να μην μας αποσπούν οι εικόνες.

Περνάμε νοητικά όλα τα μέρη του σώματός και όπου υπάρχει συσσωρευμένη ένταση, δίνουμε εντολή να φύγει. Εφόσον έχουμε πετύχει την σωματική χαλάρωση, εστιάζουμε την προσοχή στην αναπνοή μας. Παρατηρούμε την πορεία του αέρα καθώς περνά μέσα από τα ρουθούνια μας και κατευθύνεται στη βάση του λαιμού και τον αέρα της εκπνοής, που αγγίζοντας τα ρουθούνια μας στην έξοδό του, μας φέρνει την αίσθηση της θερμοκρασίας του σώματός μας.

Αφού έχουμε αφουγκραστεί την κάθε μας ανάσα για λίγα λεπτά, προσπαθούμε να την επηρεάσουμε κάνοντας τις αναπνοές μας πιο μικρές! Θέλουμε να παίρνουμε λιγότερο αέρα από ότι πριν κι αυτό χρειάζεται μια μικρή προσπάθεια. Μικραίνουμε λίγο την κάθε μας αναπνοή και αισθανόμαστε ότι μας λείπει ο αέρας. Καθώς κάνουμε την άσκηση δοκιμάζουμε ώσπου να βρούμε την ισορροπία .

Αφού κάνουμε πιο κοφτή την αναπνοή μας, λογικό είναι να δυσκολευτούμε στην αρχή, όμως μετά τα πέντε με δέκα πρώτα λεπτά θα βρούμε τη χρυσή τομή, δηλαδή το σημείο εκείνο που θα μπορούμε να αναπνέουμε λιγότερο και να το αντέχουμε! Αν στη διάρκεια της άσκησης αισθανθούμε την επιθυμία να πάρουμε βαθιά αναπνοή, προσπαθούμε να το αποφύγουμε.

Καλύτερα να κάνουμε μια μικρή παύση της προσπάθειας για ένα λεπτό και να συνεχίσουμε την άσκηση. Αυτό που χρειάζεται να θυμόμαστε, έτσι ώστε να είμαστε σίγουροι ότι εκτελούμε σωστά την άσκηση, είναι η αίσθηση ότι «ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙ ΑΕΡΑΣ» ή «ΔΕΝ ΧΟΡΤΑΙΝΩ ΤΟΝ ΑΕΡΑ», καθ’ όλη την διάρκεια της άσκησης.

Φτιάξτε όμορφες εικόνες και προσθέστε όσες περισσότερες λεπτομέρειες μπορείτε, πως θέλετε να είναι η ζωή σας, οι σχέσεις σας, η επαγγελματική σας κατάσταση, η δημιουργική σας δύναμη, το σώμα σας, η υγεία σας.

Το μυαλό μπορεί να αποτελέσει εξαιρετικό εργαλείο αυταπάτης

Το μυαλό μας έχει την ανάγκη να μειώνει την πληροφορία και γι’ αυτό τον λόγο είναι πιθανότερο να προσπαθήσουμε να στριμώξουμε ένα φαινόμενο σε κάποια γνωστή κατηγορία (ακρωτηριάζοντας το άγνωστο) παρά να καταργήσουμε την κατηγοριοποίηση και να το κάνουμε πιο χειροπιαστό. Χάρη στην ικανότητά μας να ανιχνεύουμε ανύπαρκτα μοτίβα αλλά και πραγματικά, το τυχαίο θα φαίνεται λιγότερο τυχαίο και πιο βέβαιο – ο υπερδραστήριος εγκέφαλός μας είναι πιθανότερο να επιβάλει τη λανθασμένη, απλοϊκή αφήγηση παρά καμία απολύτως αφήγηση.

Το μυαλό μπορεί να αποτελέσει εξαιρετικό εργαλείο αυταπάτης – δεν σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίζει πολυπλοκότητες και μη γραμμικές αβεβαιότητες. Σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση, περισσότερη πληροφορία σημαίνει και περισσότερες αυταπάτες: η ικανότητά μας να εντοπίζουμε ανύπαρκτα μοτίβα αναπτύσσεται ολοένα και περισσότερο ως παρενέργεια της νεωτερικότητας και της εποχής της πληροφορίας: υπάρχει μια ασυμβατότητα μεταξύ του μπερδεμένου τυχαίου του πλούσιου σε πληροφορία σύγχρονου κόσμου μας, με όλες τις περίπλοκες αλληλεπιδράσεις του, και των ερμηνειών που δίνουμε εμείς στα γεγονότα, που προέρχονται από ένα απλούστερο προγονικό περιβάλλον. Η δομή του μυαλού μας βρίσκεται σε συνεχώς αυξανόμενη ασυμφωνία με τον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Από την εποχή του Διαφωτισμού, στη μεγάλη διαμάχη μεταξύ ορθολογισμού (πώς θα θέλαμε να είναι τα πράγματα ώστε να βγάζουν νόημα) και εμπειρισμού (πώς είναι τα πράγματα), κατηγορούμε τον κόσμο, επειδή δεν χωρά στα κρεβάτια των «ορθολογικών» μοντέλων, προσπαθούμε να αλλάξουμε τους ανθρώπους ώστε να ταιριάξουν στην τεχνολογία, παραποιούμε την ηθική μας ώστε να ταιριάξει με την ανάγκη μας για εργασία, ζητάμε από την οικονομική ζωή να χωρέσει στις θεωρίες των οικονομολόγων και από την ανθρώπινη ζωή να στριμωχτεί σε μια αφήγηση.

Είμαστε στιβαροί όταν τα λάθη στην αναπαράσταση του αγνώστου και στην κατανόηση των τυχαίων γεγονότων δεν οδηγούν σε δυσμενή αποτελέσματα – διαφορετικά είμαστε ευάλωτοι.

Όπως καταλαβαίνει ο αναγνώστης από τους αφορισμούς μου, σέβομαι τις μεθόδους στιβαρότητας της μητέρας φύσης (το πέρασμα δισεκατομμυρίων χρόνων επιτρέπει στα περισσότερα από τα αδύναμα να καταστραφούν)· η κλασική σκέψη είναι πιο στιβαρή (στον σεβασμό της απέναντι στο άγνωστο, στην επιστημονική ταπεινότητα) απ’ ό,τι ο σύγχρονος, μετα-διαφωτιστικός, αφελής, ψευτο-επιστημονικός αυτισμός. Έτσι, οι κλασικές μου αξίες με κάνουν να υποστηρίζω το τρίπτυχο ευρυμάθεια, φινέτσα και θάρρος, έναντι της ψευτιάς, των σπασίκλων και του φιλισταϊσμού της σύγχρονης εποχής.

Η τέχνη είναι στιβαρή· η επιστήμη όχι πάντα (για να το θέσω λεπτά). Κάποιες Προκρούστειες κλίνες δίνουν νόημα στη ζωή: η τέχνη και η πιο ισχυρή από όλες, ο ποιητικός αφορισμός.

Κάθε μορφή είναι εφήμερη. Μα σήμερα ήταν νέος

Έπρεπε να αμαρτήσω, για να μπορέσω πάλι να ζήσω. Πού θα με πάει ακόμα ο δρόμος μου; Είναι ένας δρόμος τρελός, γεμάτος στροφές, ίσως να ‘ναι ένας κύκλος. Ας πηγαίνει όπου θέλει, εγώ θα τον ακολουθήσω.

Ένιωθε το υπέροχο σκίρτημά της στο στήθος του.
«Τι σε κάνει» ρωτούσε την καρδιά του, «να είσαι τόσο χαρούμενη»; Είναι μήπως απ’ τον πολύωρο ωραίο ύπνο, που μου έκανε καλό; Ή μήπως επειδή ξέφυγα, επειδή η φυγή μου είναι οριστική κι εγώ επιτέλους είμαι πάλι ελεύθερος, σαν παιδί κάτω απ’ τον ουρανό; Ω πόσο καλό είναι να έχεις ξεφύγει, να έχεις ελευθερωθεί! Πόσο καθαρός και όμορφος είναι εδώ ο αέρας, πόσο καλό μου κάνει να τον ανασαίνω! Αυτά που δραπετεύοντας άφησα πίσω μου, μύριζαν όλα αλοιφές, μπαχαρικά, κρασί νωθρότητα και κορεσμό. Πόσο μισούσα τον κόσμο των πλουσίων, των ασώτων και των παιχτών! Πόσο μίσησα τον εαυτό μου που έμεινα τόσο καιρό στον φριχτό εκείνο κόσμο! Πόσο μίσησα τον εαυτό μου, πόσο τον λήστεψα, τον δηλητηρίασα, τον βασάνισα, πόσο γέρο και κακό τον έκανα! Όχι, ποτέ πια δε θα πιστέψω, όπως έκανα κάποτε, με τόση ευχαρίστηση, πως ο Σιντάρτα είναι σοφός! Όμως τώρα έκανα καλά, είμαι ικανοποιημένος, πρέπει να παινέψω τον εαυτό μου που έβαλα ένα τέλος σ’ εκείνο το μίσος απέναντι σ’ εμένα τον ίδιο, σ’ εκείνη την ανόητη κι έρημη ζωή! Είσαι αξιέπαινος, Σιντάρτα, μετά από τόσα χρόνια ανοησίας κάτι σε φώτισε, έκανες κάτι, άκουσες το πουλί να κελαηδάει στο στήθος σου και το ακολούθησες!

Έτσι επαινούσε τον εαυτό του, χαιρότανε μαζί του, κι άκουγε γεμάτος περιέργεια το στομάχι του να γουργουρίζει από την πείνα. Ένιωθε πως τον τελευταίο καιρό, τις τελευταίες μέρες, είχε γευτεί τον πόνο και την αθλιότητα ως το τέλος, ως την απελπισία και το θάνατο. Ήταν καλά έτσι. Θα μπορούσε να είχε μείνει κοντά στον Καμασβάμι πολύ καιρό ακόμη, να κερδίζει χρήματα, να τα σπαταλάει, να γεμίζει την κοιλιά του αφήνοντας την ψυχή του να πεθαίνει από τη δίψα, θα μπορούσε να είχε μείνει για πολύ σ’ εκείνη τη γλυκιά και παραγεμισμένη κόλαση αν δεν είχε έρθει η στιγμή της απόλυτης απελπισίας και τη απόγνωσης, εκείνη η έσχατη στιγμή που κρεμασμένος πάνω απ’ τα νερά που κυλούσαν, ήταν έτοιμος να σκοτωθεί. Είχε νιώσει την απελπισία, εκείνη τη βαθύτατη αηδία που δεν κατάφερε να τον καταστρέψει, και το πουλί, η χαρούμενη πηγή και η φωνή μέσα του ήταν ακόμη ζωντανά -γι’ αυτό ένιωσε τόση χαρά, γι’ αυτό γελούσε κι έλαμπε το πρόσωπό του κάτω από το γκρίζα του μαλλιά.

«Είναι καλό» σκέφτηκε, «να δοκιμάζει κανείς μόνος του ό,τι είναι ανάγκη να μάθει. Οι απολαύσεις του κόσμου και τα πλούτη δεν είναι καλά πράγματα, αυτό το είχα μάθει από παιδί. Το ήξερα πολύ καιρό, τώρα το έζησα κιόλας. Το ξέρω όχι μονάχα με το νου αλλά και με τα μάτια, με την καρδιά, με το στομάχι μου. Κι είμαι ευτυχισμένος που το ξέρω!

Σκεφτόταν πολλή ώρα τη μεταμόρφωσή του, αφουγκραζόταν το πουλάκι να κελαηδάει από χαρά. Δεν είχε πεθάνει μέσα του, δεν είχε νιώσει το θάνατό του; Όχι, κάτι άλλο είχε πεθάνει. Κάτι που επιθυμούσε από καιρό το θάνατο. Δεν ήταν εκείνο που ήθελε να σκοτώσει κάποτε, στα φλογερά χρόνια που είχε ζήσει σαν ασκητής: Δεν ήταν το Εγώ του, το μικρό, φοβισμένο και περήφανο Εγώ του, που τόσα χρόνια το πάλευε κι εκείνο πάντα τον νικούσε, που πάντα αναγεννιόταν μετά από κάθε θανάτωσή του, που απαγόρευε τη χαρά κι ένιωθε φόβο; Δεν ήταν αυτό που βρήκε επιτέλους το θάνατο, εδώ, στο δάσος, πλάι σε τούτο το όμορφο ποτάμι; Χάρη σ’ αυτό το θάνατο δεν ήταν τώρα σαν παιδί, άφοβος, γεμάτος εμπιστοσύνη και χαρά;

Τώρα, καταλάβαινε ο Σιντάτρα γιατί είχε παλέψει μάταια με το Εγώ του, όταν ήταν βραχμάνος. Τον εμπόδιζαν η πολλή γνώση και οι πολλοί ιεροί στίχοι, οι πολλοί κανόνες των θυσιών, ο υπερβολικός ασκητισμός και, η υπέρμετρη προσπάθεια! Ήταν γεμάτος έπαρση, πάντα ο εξυπνότερος, πάντα ο επιμελέστερος, πάντα ένα βήμα πιο μπροστά απ’ τους άλλους, ο γνώστης και πνευματικός  άνθρωπος, πάντα ιερέας ή σοφός. Μέσα στην ιεροσύνη, την έπαρση, μες στην πνευματικότητα είχε τρυπώσει το Εγώ του, καθόταν εκεί και μεγάλωνε, ενώ εκείνος πίστευε ότι το νεκρώνει με τη νηστεία και τον ασκητισμό. Τώρα το έβλεπε και καταλάβαινε πως η μυστική φωνή είχε δίκιο, πως κανένας δάσκαλος δε θα μπορούσε να τον λυτρώσει . Γι’ αυτό έπρεπε να βγει στον κόσμο, να χαθεί μέσα στις ηδονές και τη δύναμη, στη γυναίκα και το χρήμα, έπρεπε να γίνει έμπορος και παίχτης των ζαριών, πότης και πλεονέκτης, ώσπου ο ιερέας κι ο σαμάνος να πεθάνουν μέσα του. Έπρεπε να υποφέρει εκείνα τα φριχτά χρόνια, την αηδία, το κενό, τον παραλογισμό μιας έρημης και χαμένης ζωής, ως το τέλος, ως την πικρή απόγνωση, ώσπου να μπορέσει να πεθάνει κι ο φιλήδονος, ο άπληστος Σιντάρτα. Είχε πεθάνει, ένας νέος Σιντάρτα ξύπνησε απ’ τον ύπνο. Κι αυτός θα γερνούσε, κι αυτός θα ‘πρεπε να πεθάνει κάποτε, εφήμερος ήταν ο Σιντάρτα, κάθε μορφή είναι εφήμερη. Μα σήμερα ήταν νέος, ήταν παιδί, ο καινούριος Σιντάρτα – κι ήταν γεμάτος χαρά.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, ΣΙΝΤΑΡΤΑ

Ούτε νερό, ούτε φεγγάρι

Η μοναχή Τσιγιόνο μελετούσε για χρόνια,
μα αδυνατούσε να βρει τη φώτιση.
Μια νύχτα, μετέφερε έναν παλιό κουβά, γεμάτο με νερό.
Καθώς περπατούσε, παρατηρούσε
την αντανάκλαση της πανσελήνου μέσα στο νερό του κουβά.
Ξαφνικά, τα καλαμένια χερούλια
που κρατούσαν τον κουβά ενωμένο
έσπασαν και ο κουβάς διαλύθηκε.
Το νερό χύθηκε,
η αντανάκλαση του φεγγαριού εξαφανίστηκε
και η Τσιγιόνο φωτίστηκε.

Έγραψε αυτούς τους στίχους:

Από ’δω κι από ’κει
τον κουβά να κρατήσω προσπάθησα
ελπίζοντας πως το αδύναμο καλάμι ποτέ δεν θα έσπαγε.

Ξαφνικά ο πάτος έπεσε.
Ούτε νερό ούτε φεγγάρι στο νερό.
Η κενότητα στα χέρια μου.

Πήγαινε με την κενότητα στα χέρια σου επειδή αυτό είναι όλο, αυτό είναι όλο που μπορώ να σου προσφέρω και τίποτα σπουδαιότερο από αυτό.

Αυτό είναι το δώρο μου: Πήγαινε με την κενότητα στα χέρια σου.

Αν μπορείς να μεταφέρεις την κενότητα στα χέρι σου, τότε το κάθε τι γίνεται εφικτό.

Μην κουβαλάς ιδιοκτησίες, μην κουβαλάς γνώσεις, μην κουβαλάς τίποτα που μπορεί να γεμίσει τον κουβά και γίνεται νερό, επειδή τότε θα μπορείς να δεις μόνο την αντανάκλαση.

Στο χρήμα, στις ιδιοκτησίες, στα σπίτια, στα αυτοκίνητα, στο κοινωνικό κύρος, θα δεις μόνο την αντανάκλαση της πανσελήνου.

Και η πανσέληνος βρίσκεται εκεί και σε περιμένει.
Άφησε τον πάτο να σπάσει! Μην προσπαθείς με τον ένα και με τον άλλο τρόπο να προστατέψεις τον παλιό κουβά.
Δεν αξίζει.

Μην προστατεύεις τον εαυτό σου, δεν αξίζει.
Άφησε τον κουβά να σπάσει, άφησε το νερό να χυθεί, άφησε το φεγγάρι μέσα στο νερό να εξαφανιστεί, επειδή μόνο τότε θα μπορείς να σηκώσεις τα μάτια σου προς το αληθινό φεγγάρι.
Πάντοτε βρίσκεται εκεί, στον ουρανό, χρειάζεται όμως άδειο χέρι.

Να παραμένεις ολοένα και περισσότερο κενός, σκέψου τον εαυτό σου ολοένα και πιο κενό, συμπεριφέρσου ολοένα και πιο πολύ σαν να είσαι κενός.

Σιγά – σιγά, θα έχεις τη γεύση. Και από τη στιγμή που έρχεται η γεύση, είναι τόσο όμορφη!
Από τη στιγμή που γνωρίζεις τη γεύση της κενότητας, έχεις γνωρίσει το ίδιο το νόημα της ζωής.
Μετέφερε κενότητα, άφησε τον κουβά με το νερό, που είναι το εγώ σου, ο νους σου και οι σκέψεις σου και να θυμάσαι:

Ούτε νερό, ούτε φεγγάρι – Η κενότητα στα χέρια.

Μεγαλώνοντας ένα ευγενικό παιδί σ’ ένα κόσμο που δεν λέει «ευχαριστώ»

Μεγαλώνοντας ένα παιδί, κάθε μέρα περνάει από το μυαλό μας η βασανιστική ερώτηση «το κάνω σωστά;». Είναι αυτή η διαρκής αμφιβολία που άλλους τους κάνει να ψάχνουν και να διερωτώνται και να πηγαίνουν παρακάτω, και άλλους φορτίζει με ένα άγχος επάρκειας ως προς το γονεϊκό τους ρόλο.

Η δική μου προσπάθεια, είναι το μεγάλωμα παιδιών με συναισθηματική νοημοσύνη. Στόχος μου είναι να εμμένω στο συναίσθημα κάθε περίστασης και να παρακάμπτω το περιβάλλον σκηνικό. Προσπαθώ να ενθαρρύνω την έκφραση και αποδοχή του συναισθήματος και να ενισχύσω την ενσυναίσθηση. Τη δεξιότητα που σου επιτρέπει να μπεις στη θέση του άλλου να αντιληφθείς τι νιώθει και να αντιδράσεις ανάλογα.

Δυστυχώς πολλές φορές αναρωτιέμαι αν είναι σωστό αυτό που κάνω. Αναρωτιέμαι αν η έμφασή που δίνω στο κομμάτι της συναισθηματικής ανάπτυξης, είναι αυτό που πραγματικά θα βοηθήσει το δικό μου παιδί να είναι ευτυχισμένο και ολοκληρωμένο σαν προσωπικότητα.

Και έρχονται όλες εκείνες οι στιγμές που νιώθω σα να δημιουργώ έναν αριστοκράτη σε μια κοινωνία που βρίθει από μαγκιά, αγένεια και θράσος. Είναι όλες εκείνες οι φορές που αντιλαμβάνεσαι ότι δίνεις εφόδια που δυστυχώς δεν συμμερίζονται όλοι. Έτσι βρέθηκα να έχω ένα παιδί με υψηλή –κατά τη γνώμη της κουκουβάγιας μάνας- συναισθηματική νοημοσύνη, ευάλωτο όμως από τα βλήματα των υπολοίπων που η ανατροφή τους επικεντρώνεται στην προσωπική ανάδειξη, τη μαγκιά και τον εξευτελισμό κάθε συναισθήματος που νοείται ως αδυναμία.

Ωραία όλα αυτά, θα μπορούσε να μου πει κάποιος, αλλά θα έπρεπε θωρακίζεις ένα παιδί απέναντι σε τέτοιες περιπτώσεις. Η συναισθηματική νοημοσύνη, με ό,τι αυτή εμπεριέχει, βοηθάει στη δημιουργία ψυχικά ανθεκτικών ανθρώπων. Δεν παύει όμως όλο το σκηνικό να σε κάνει κάποιες στιγμές να νιώθεις σα να είσαι ο μόνος που φροντίζει το περιβάλλον, και γύρω τριγύρω οι υπόλοιποι να το μολύνουν, όπως μπορούν και με όσα μέσα έχουν. Η μάχη είναι άνιση. Και έρχεται πάλι η ίδια βασανιστική ερώτηση «κάνω το σωστό;».

Είναι η στιγμή που καλούμαστε να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη διαρκούς παρουσίας μας απέναντι στις συναισθηματικές ανάγκες ενός παιδιού που έρχεται αντιμέτωπο με άτομα που δεν διαθέτουν τις δικές τους συναισθηματικές δεξιότητες. Είναι η στιγμή που αντιλαμβάνεσαι ότι θωρακίζεις και προστατεύεις ένα παιδί από τα βέλη του συναισθηματικού υποκόσμου μιλώντας του.

Μιλώντας του και εξηγώντας του τι είναι αυτό που συμβαίνει ακριβώς, για ποιο λόγο συμβαίνει και τι μπορεί να κάνει. Εμπλουτίζεις με αυτό τον τρόπο τις μπαταρίες της ανθεκτικότητάς του.

Ομολογώ ότι είναι φορές που πραγματικά μετανιώνω για όλη αυτή την έμφαση στη συναισθηματική νοημοσύνη των παιδιών μου. Γιατί τα βλέπω, αρκετές φορές να πληγώνονται και να μην βρίσκει αντίκρισμα η προσπάθεια που έχει γίνει. Άλλες φορές πάλι είμαι πραγματικά υπερήφανη για τον τρόπο που διαχειρίζονται καταστάσεις, και ιδιαίτερα καταστάσεις φορτισμένες με έντονο συναίσθημα. Τότε είναι που αποφασίζω να συνεχίσω να διαπαιδαγωγώ τον «αριστοκράτη» που θα κληθεί να αντιμετωπίσει όλες τις προβολές καταπιεσμένων γονιών στα παιδιά τους, γιατί στο τέλος ο κερδισμένος είναι εκείνος που νιώθει, εκφράζεται, μοιράζεται και συναισθάνεται.

Θέλει αρετή και τόλμη η ευαισθησία απέναντι στις ερινύες μιας κοινωνίας που καλλιεργεί τον τσαμπουκά, την υπεροψία και την αναλγησία. Θα είμαι εκεί για να στηρίζω όλο αυτό που με κόπο οικοδόμησα για να το δω να στέκεται στα πόδια του. Θα είμαι εκεί για να εξηγώ και να δικαιολογώ γιατί αυτό είναι το λειτουργικό και γιατί το άλλο είναι το δυσλειτουργικό, σε πείσμα των καιρών που αποζητούν ανθρώπους κενούς και άβουλους. Γιατί ένας υψηλός δείκτης συναισθηματικής νοημοσύνης μπορεί να μη σου εξασφαλίζει μια θέση στο Harvard, είναι όμως βέβαιο ότι σε προετοιμάζει για το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο όλων των εποχών… την ζωή.

Αν δε χτίσεις τα δικά σου όνειρα, κάποιος θα σε βάλει να του χτίσεις τα δικά του

Τα όνειρα πάντα ντύνονται με την ελπίδα και την αισιοδοξία. Είναι αυτά που μας κρατούν στη ζωή. Αναλώνουμε πολύ χρόνο –και καλά κάνουμε- στις ονειροπαγίδες μας. Μόνο που ξεχνάμε ένα βασικό πράγμα: Ποιού είναι ακριβώς τα όνειρα που κάνουμε; Είναι δικά μας;

Η ζωή που είναι δική μας.
Σε ένα από τα πολλά περίφημα πράγματα που έγραψε ο Όσκαρ Ουάϊλντ, ανέφερε πως «οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άλλοι άνθρωποι. Οι σκέψεις τους είναι οι απόψεις κάποιου άλλου, οι ζωές τους μια μίμηση, τα πάθη τους μια αναφορά». Υπερβολικό; Πολλές φορές η υπερβολή συναντά την αλήθεια.

Αν ψάξουμε έντιμα και ειλικρινά μέσα μας, θα δούμε πως η ονειροχώρα που έχουμε φτιάξει, δεν είναι εντελώς δική μας. Μέσα σε αυτήν, θα δούμε πολλά «ξένα» όνειρα. Από μικροί, μαζί με την ανατροφή παίρνουμε και κάποια «βάρη» από την οικογένεια και από το σχολείο. «Πρέπει να κάνεις αυτό, πρέπει να γίνει το άλλο κτλ.». Πρέπει; Τι πρέπει; Να κάνουμε μόνο αυτό που στο τέλος νιώθουμε. Από τη στιγμή που δεν επηρεάζουμε κανέναν αρνητικά, οφείλουμε να κάνουμε αυτό που εμείς ονειρευόμαστε.

Το να μην έχεις όνειρα δε σε κάνει ρεαλιστή.
Ακόμη πιο επικίνδυνο από το να είμαστε φορείς άλλων ονείρων, ξένων προς τα δικά μας, είναι να μην έχουμε όνειρα. Δεν μπορεί να γίνει απολαυστική η ζωή αν δεν έχει συνδεθεί με την ονειροχώρα. Χωρίς την έμπνευση που μας χαρίζουν τα όνειρα, χωρίς την φαντασία που τα ντύνει, δεν μπορούμε να δούμε το πόσο απολαυστική είναι η ζωή.

Από διάφορες πληγές και απογοητεύσεις, οδηγούμαστε σε σκέψεις που μας φέρνουν στο να κηρύξουμε πόλεμο απέναντι στα όνειρα. Αν σε κάτι αποτύχουμε, κακά τα ψέματα, τα βάζουμε με τα όνειρά μας, ότι δεν ήταν ρεαλιστικά. Για να μην απογοητευτούμε και για να μην πονέσουμε πάλι, θωρακιζόμαστε με «ρεαλισμό». Βέβαια το τι είναι η πραγματικότητα χωρίς τη φαντασία των ονείρων, το ξεχνάμε! Φτάνουμε στο σημείο να αρνηθούμε τις φιλοδοξίες μας και να ζούμε από μέρα σε μέρα. Βλέποντας και κάνοντας. Αρχίζουμε να φοβόμαστε το μέλλον και τελικά, κόβουμε από τον εαυτό μας τη θέα του ορίζοντα. Όμως δεν είναι αυτός ο ρεαλισμός. Δεν υπάρχει ρεαλισμός που να μην έχει μέσα του φιλοδοξίες και όνειρα.

Να μην αφήνουμε κανέναν να κοιμάται πάνω στα όνειρά μας…
Αν δεν έχουμε όνειρα χωρίς να το καταλάβουμε, θα γίνουμε μέρος των ονείρων των άλλων. Εκεί, στεκόμαστε στην τύχη. Δεν μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη στα όνειρα των άλλων. Αν δεν έχουμε όνειρα και έχουν οι άλλοι για μας, τότε…μπορεί να ξυπνήσουμε μια μέρα ζώντας τη ζωή που μας σχεδίασε ένας άλλος.

Το να μοιραζόμαστε όνειρα με κάποιον άνθρωπο, δεν πρέπει να το συγχέουμε με το να είμαστε μέρος του δικού του ονείρου. Αν είμαστε μέρος του ονείρου του, σημαίνει πως εμείς, δεν έχουμε όνειρα. Για να μοιραστείς ένα όνειρο, σημαίνει πως έχεις τη δική σου πρόσβαση στην ονειροχώρα και ο άλλος τη δική του και έτσι συναποφασίζεις να μοιραστείς. Αυτό είναι και το ιδανικό. Προσοχή όμως! Για να μοιραστούμε τα όνειρά μας, πρέπει πρώτα από όλα, να είναι δικά μας!

Ποια ήταν η δομή του στρατού της αρχαίας Σπάρτης

Ο σπαρτιατικός στρατός δεν αποτελείτο μόνο από Σπαρτιάτες αλλά και από άλλους Λάκωνες. Η ραχοκοκαλιά του όμως ήταν οι Σπαρτιάτες όμοιοι, οι οποίοι στρατεύονταν από το εικοστό μέχρι και το εξηκοστό έτος της ηλικίας τους.

Η δομή του σπαρτιατικού στρατού άρχισε να αλλάζει περίπου στις αρχές του 8ου αιώνα, με την εμφάνιση της φάλαγγας. Η φάλαγγα ήταν επιμήκης παράταξη η οποία είχε βάθος από τέσσερις έως δώδεκα άνδρες, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν την νέα και μεγάλη στρογγυλή ασπίδα που κάνει την εμφάνιση της εκείνη την εποχή, και αντικαθιστά την οκτάσχημη δερμάτινη ασπίδα. Η φάλαγγα συνήθως είχε βάθος οκτώ ανδρών, αν και μπορούσε να αλλάξει ανάλογα με την περίσταση.

Στις εκστρατείες των Σπαρτιατών λάμβαναν μέρος και οι συμμαχικές προς αυτούς πόλεις, οι οποίες βοηθούσαν τους Σπαρτιάτες ανάλογα με την στρατιωτική τους δύναμη. Ο στρατός της Σπάρτης ποτέ δεν εκστράτευε ολόκληρος, αλλά μόνο ένα τμήμα του (περίπου το 1/3), ενώ το υπόλοιπο τμήμα του έμενε στην Σπάρτη για την περίπτωση εξέγερσης των ειλώτων. Πόλεις κράτη συμμαχικά προς την Σπάρτη τα οποία καλούσαν τους Σπαρτιάτες σε βοήθεια ήταν υποχρεωμένα να εκστρατεύουν με όλες τους τις δυνάμεις.

Ο σπαρτιατικός στρατός διαιρείτο σε έξι μόρες που αποτελούσαν και το μεγαλύτερο στρατιωτικό τμήμα του. Πιο αναλυτικά ο Σπαρτιατικός στρατός αποτελείτο από τα εξής στρατιωτικά τμήματα:

ΣΥΣΚΗΝΙΕΣ – ΕΝΩΜΟΤΙΕΣ

Το μικρότερο στρατιωτικό τμήμα του Σπαρτιατικού στρατού ήταν η συσκηνία. Αποτελείτο από μια ομάδα δεκαέξι έως δεκαοκτώ ανδρών περίπου, οι οποίοι ονομάζονταν σύσκηνοι. Οι άνδρες αυτοί από τα εφηβικά τους χρόνια ζούσαν μαζί, κοιμόντουσαν στην ίδια σκηνή, έτρωγαν μαζί, εκπαιδευόντουσαν σαν ομάδα στα στρατιωτικά γυμνάσια, και στις πολεμικές συρράξεις ήταν συμμαχητές.

Αυτό είχε σαν συνέπεια να αναπτύσσουν μεταξύ τους στενούς φιλικούς δεσμούς, πράγμα που τους έκανε ιδιαίτερα μαχητικούς και οργανωτικούς κατά την διάρκεια της μάχης.

Αν κάποιος σύσκηνος χανόταν στην μάχη την θέση του έπαιρνε κάποιος άλλος, κατόπιν εξετάσεως και ψηφοφορίας των υπολοίπων. Η ενωμοτία αποτελείτο από δυο συσκηνίες, δηλαδή από περίπου τριάντα δυο έως τριάντα έξι άνδρες.

Το μεγαλύτερο στρατιωτικό τμήμα του Σπαρτιατικού στρατού είναι η Μόρα. Ο χωρισμός του στρατού σε Μόρες λέγεται ότι έγινε από τον Λυκούργο, ο οποίος χώρισε σε μόρες τόσο τους οπλίτες, όσο και τους ιππείς.

Κάθε μόρα οπλιτών χωρίζεται σε τέσσερις λόχους, κάθε λόχος σε δυο πεντηκοστίες και κάθε πεντηκοστία σε δυο ενωμοτίες. Η κάθε μόρα έχει σαν διοικητή τον πολέμαρχο, και σαν αξιωματικούς τέσσερις λοχαγούς, οκτώ πεντηκόνταρχους, και δεκαέξι ενωμοτάρχες.

Ένα μεγάλο επίσης στρατιωτικό τμήμα, το οποίο συναντάται σε αρχαία ελληνικά συγγράμματα είναι και η μοίρα, η οποία κατά τον Έφορο αποτελείται από πεντακόσιους άνδρες, κατά τον Καλλισθένη από επτακόσιους και κατά τον Πολύβιο από εννιακόσιους. Επειδή όμως οι πληροφορίες γι’ αυτό το στρατιωτικό τμήμα είναι περιορισμένες εικάζεται ότι πρόκειται για την μόρα με άλλη ονομασία.

Κάθε αγόρι που γεννιόταν στην Σπάρτη ήταν υποχρεωμένο να συμμετέχει στην αγέλη. Μετά την συμπλήρωση του 7ο έτους της ηλικίας τους τα αγόρια εγγράφονταν στις αγέλες, από τις οποίες ξεκινούσε η σπαρτιατική αγωγή. Εκεί μάθαιναν χορό και μουσική, γραφή και ανάγνωση, και εκπαιδεύονταν στην πειθαρχία, η οποία αποτελούσε τον θεμέλιο λίθο της Σπαρτιατικής αγωγής. Εκεί επίσης μάθαιναν τα πρώτα πράγματα στην πολεμική τέχνη, ασκούνταν με διάφορες φυσικές ασκήσεις και μάθαιναν τα πρώτα πολεμικά τους παιχνίδια.

Η αγέλη εμφυσούσε στα Σπαρτιατόπουλα την έννοια της συλλογικότητας αφού τα μάθαινε να συμβιώνουν αλλά και να πολεμούν μαζί, καθώς και την αγάπη τους προς την Σπάρτη.

Για να συνηθίσουν τον λιτό τρόπο ζωής τα παιδιά κοιμόντουσαν πάνω σε αχυρένια στρώματα που έφτιαχναν οι ίδιοι χρησιμοποιώντας καλάμια από τις όχθες του Ευρώτα. Τον χειμώνα για να ζεσταίνονται έβαζαν κάτω από το στρώμα τους ένα φυτό με θερμαντικές ικανότητες, το λυκοφάνους όπως μας αναφέρει ο Ξενοφώντας.

Τον χειμώνα δεν ντύνονταν βαριά αλλά φορούσαν μόνο ένα ιμάτιο το οποίο έπαιρναν και έπρεπε να το κρατήσουν για ένα χρόνο. Πλένονταν πάντα με κρύο νερό από τις όχθες του Ευρώτα η από τα δημόσια λουτρά, χωρίς να χρησιμοποιούν κανένα είδος αρωματικού φυτού η ελαίου.

ΒΟΥΕΣ – ΥΛΕΣ

Οι βούες ήταν μια ομάδα από αγέλες. Δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες, αλλά από συμπεράσματα που μπορούμε να βγάλουμε αν μελετήσουμε τον Ξενοφώντα στο «Λακεδαιμονίων Πολιτεία» οι βούες θα πρέπει να αποτελούνταν από έξι η δώδεκα αγέλες.

Ετσι λοιπόν οι νεαροί Σπαρτιάτες ανήκαν σε στις βούες σε μικρή ηλικία και όταν μεγάλωναν από την ηλικία δηλαδή των 13 – 20 ετών άνηκαν στις ίλες. Αρχηγός της ίλης ήταν ο είρην που ήταν και ο μεγαλύτερος σε ηλικία. Οι βούες έδιναν περισσότερο στους νεαρούς Σπαρτιάτες πνευματικά εφόδια, ενώ οι ίλες ήταν πλέον συγκροτημένες ομάδες οι οποίες ακολουθούσαν στρατιωτική πειθαρχία και δίδασκαν τους νέους τα μυστικά της πολεμικής τέχνης.

Σε αντίθεση με την σημερινή έννοια της λέξεως, στην αρχαιότητα οι πρόσκοποι ήταν στρατιωτικά τμήματα που αναλάμβαναν δύσκολες αποστολές, κάτι σαν τις σημερινές ειδικές δυνάμεις. Στον στρατό των Λακεδαιμονίων τον ρόλο των προσκόπων αναλάμβαναν οι Σκιρίτες, οι οποίοι κατάγονταν από την Σκιρίτιδα την περιοχή δηλαδή που βρίσκεται στο βόρειο άκρο της Λακωνίας προς την Αρκαδία, οι οποίοι προπορεύονταν του Σπαρτιατικού στρατού και πολλές φορές μάλιστα πιο μπροστά και από τους έφιππους ανιχνευτές.

Οι πρόσκοποι κατά την διάρκεια της μάχης, σαν επίλεκτο σώμα παρατασσόταν δίπλα από τους τριακόσιους, την επίσημη δηλαδή φρουρά του βασιλιά. Αποτελείτο από εξακόσιους περίπου άνδρες με μεγάλη σωματική δύναμη, και ψυχικό σθένος, αναλαμβάνοντας τις δυσκολότερες αποστολές του Σπαρτιατικού στρατού, όπως την συνοδεία όσων Σπαρτιατών εκτός στρατοπέδου, την βραδινή φύλαξη του στρατοπέδου κ.τ.λ.

ΑΝΙΧΝΕΥΤΕΣ ΕΔΑΦΟΥΣ

Πρόκειται για ιππείς οι οποίοι προηγούνταν του κυρίως τμήματος του ιππικού, και είχαν σαν σκοπό την ανίχνευση του εδάφους ώστε σε περιπτώσεις εμποδίων η ενέδρας το κυρίως τμήμα που ακολουθούσε να μην βρεθεί σε αδιέξοδο.

Σε τέτοιες περιπτώσεις εκτός από την ενημέρωση του κυρίως τμήματος σχετικά με το είδος του εμποδίου η της ενέδρας, ήταν επιφορτισμένοι να βρίσκουν εναλλακτικές λύσεις η άλλα ασφαλή δρομολόγια ώστε να διασφαλίσουν την ασφαλή προσπέλαση του κυρίως τμήματος.

Στην περίπτωση στρατοπέδευσης των στρατιωτικών τμημάτων οι ανιχνευτές εδάφους στρατοπέδευαν σε σημεία από τα οποία μπορούσαν να διακρίνουν από μακριά τους εχθρούς και τις κινήσεις τους.

Το ιππικό του Σπαρτιατικού στρατού δεν ήταν μεγάλο σε αριθμό σε σχέση με τους οπλίτες, και διαιρείτο και αυτό σε έξι μόρες. Κάθε μόρα διαιρείτο σε ουλαμούς και κάθε ουλαμός είχε περίπου πενήντα ιππείς. Κύριο καθήκον του ιππικού ήταν η φύλαξη των νότων και των πτερύγων της φάλαγγάς. Αρχηγός της κάθε ιππικής μόρας ήταν ο Ιππαρμοστής.

Σαν ιππείς στο Σπαρτιατικό ιππικό προτιμούνταν οι ελαφρότεροι σε σωματικό βάρος οπλίτες, ώστε το λιγοστό βάρος να κάνει τα άλογα περισσότερο ευκίνητα τόσο στην μάχη όσο και στις πορείες.

Από πληροφορίες του Ξενοφώντα συμπεραίνουμε ότι το Σπαρτιατικό ιππικό ήταν πολύ πονηρό, και γι’ αυτό συνήθως προστάτευε το κυρίως στράτευμα σαν σώμα προφυλακής το οποίο πορευόταν μπροστά και αποτελείτο συνήθως από μια μόρα ιππέων.

Σε περίπτωση ενέδρας η άλλου κολλήματος οι ιππείς αυτοί ειδοποιούσαν το κυρίως στράτευμα ώστε αυτό να λάβει τις κατάλληλες θέσεις και τους κατάλληλους σχηματισμούς σε περίπτωση εμπλοκής.

Το Σπαρτιατικό ιππικό χρησιμοποιήθηκε και αρκετές φορές σε περιπτώσεις πολέμου δολιοφθορών (ανταρτοπόλεμου), η σε περιπτώσεις αιφνιδιασμού, και γενικά σε περιπτώσεις παρενοχλήσεων του αντιπάλου για την δημιουργία κυρίως εντυπώσεων.

Οι εκδρόμοι ήταν ακροβολιστές του Σπαρτιατικού στρατού οι οποίοι δρούσαν ανεξάρτητα από την οπλιτική φάλαγγα, και σκοπός τους ήταν να προκαλέσουν σύγχυση στις τάξεις του εχθρού. Ο οπλισμός του ήταν σχετικά ελαφρότερος από αυτόν των υπολοίπων οπλιτών, πράγμα που τους έκανε πιο ευάλωτους σε συγκρούσεις σώμα με σώμα. Στόχοι των εκδρόμων οι οποίοι αποτελούσαν και ένα είδος καταδρομέων της εποχής, ήταν οι πελταστές, αλλά και ορισμένες τάξεις βαρέως πεζικού αλλά και οι εκδρόμοι του αντίπαλου στρατού.

Το σώμα των εκδρόμων δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην Αρχαία Σπάρτη για να αντιμετωπίσει τους πελταστές του Ιφικράτη, και αργότερα επεκτάθηκε και σε άλλες Ελληνικές πόλεις όπως στην Αθήνα

Το σώμα των τριακοσίων αποτελούσε την σωματοφυλακή του βασιλιά το οποίο παρατασσόταν δίπλα του στην μάχη. Οι οπλίτες που το αποτελούσαν ονομάζονταν ιππείς αν και άνηκαν στο πεζικό, ονομασία η οποία παρέμεινε από τα αρχαϊκά χρόνια (7ος – 6ος αιώνας), όταν αποτελείτο από ιππείς. Στα κλασσικά χρόνια το όνομά τους ήταν απλώς τριακόσιοι.

Το σώμα των τριακοσίων διοικείτο από τους τρεις Ιππαγρέτες που ήταν κάτω από τις διαταγές του βασιλιά. Οι τρεις αυτοί Ιππαγρέτες επιλέγονταν από τους Εφόρους της Σπάρτης, ανάμεσα από τους ακμαιότερους και πιο ρωμαλέους άνδρες της πόλης. Ο κάθε Ιππαγρέτης διάλεγε εκατό άτομα οι οποίοι ήταν κάτω από τις διαταγές του, συμπληρώνοντας έτσι την φρουρά των τριακοσίων.

Ο κάθε Ιππαγρέτης ήταν υποχρεωμένος να μετά την επιλογή των εκατό ανδρών να δίνει εξηγήσεις στους εφόρους με πια κριτήρια επέλεξε τους εκατό αυτούς άνδρες. Το σώμα των τριακοσίων ήταν το εκλεκτότερο του Σπαρτιατικού στρατού, και η συμμετοχή κάποιου οπλίτη σε αυτό θεωρείτο τιμητική.

Δεν έφτανε όμως η επιλογή κάποιου οπλίτη από τους τρεις Ιππαγρέτες ώστε αυτός να μπορέσει να συμμετέχει στο σώμα των τριακοσίων, αλλά και η επιτυχία του στις κατάλληλες εξετάσεις που γίνονταν για τον σκοπό αυτό.

Οι Ιππαγρέτες ήταν κριτές σε αυτές τις εξετάσεις, όπως και σε άλλες αθλητικές εκδηλώσεις, και αν κάποιος δεν περνούσε επιτυχώς τις εξετάσεις μπορούσε να προσπαθήσει σε επόμενες.

Οι οπλίτες που συμμετείχαν σε αυτό το σώμα έπρεπε επίσης να είναι σωστοί απέναντι στον νόμο και τις επιταγές της πολιτείας διαφορετικά μπορούσαν να χάσουν την τιμητική αυτή θέση, την οποία καταλάμβανε κάποιος άλλος οπλίτης.

ΟΠΛΙΤΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ

Ο σχηματισμός της φάλαγγας αποτελείτο συνήθως από οκτώ μακριούς στοίχους οπλιτών. Η οπλιτική φάλαγγα υπάκουγε πάντα στα παραγγέλματα του βασιλιά και βάδιζε προς την μάχη στοιχισμένη και με ρυθμικό βήμα.

Στο δεξί χέρι κρατούσαν το δόρυ και στο αριστερό την ασπίδα, παραταγμένοι κατά στοίχους ώστε να προφυλάσσονται μεταξύ τους κατά την διάρκεια της μάχης. Στα άκρα της φάλαγγας και ιδιαίτερα στις γωνίες, τοποθετούνταν οι πιο ρωμαλέοι οπλίτες, γιατί αυτά τα σημεία έμεναν συνήθως ακάλυπτα.

Κατά την διάρκεια της συμπλοκής με τον εχθρό προσπαθούσαν να μην διασπάσουν αυτή την διάταξη, και συμπλέκονταν μαζί του σώμα με σώμα μέχρι να τον συντρίψουν η να τον τρέψουν σε φυγή.

Σε περίπτωση φυγής του εχθρού οι Σπαρτιάτες δεν τον καταδίωκαν, πρώτα γιατί δεν ήθελαν να διασπαστεί η συνοχή της φάλαγγας, και έπειτα γιατί θεωρούσαν υποτιμητικό να έχουν για εχθρό τους κάποιον που έφευγε τρέχοντας από το πεδίο της μάχης, δηλαδή έναν δειλό.

Την φυγή οι Σπαρτιάτες την θεωρούσαν υποταγή, και σε αυτή την περίπτωση ο εχθρός περισσότερο τον οίκτο τους κέρδιζε παρά την αντιπαλότητά τους.

Ο Σπαρτιατικός στρατός εκτελούσε με μεγάλη ευκολία και ακρίβεια διάφορους ελιγμούς οι οποίοι σε άλλους στρατούς της εποχής θα ισοδυναμούσαν με διάλυση της συνοχής των τμημάτων. Διάφορα τέτοια παραδείγματα μας δίνει ο Ξενοφώντας στην Λακεδαιμονίων Πολιτεία, αναφέροντας μας για παράδειγμα την επί κέρας πορεία.

Σε αυτή την διάταξη πορείας η φάλαγγα βαδίζει κατά ενωμοτίες και σε περίπτωση εμφάνισης εχθρικής φάλαγγας ο ενωμοτάρχης διευθύνει την ενωμοτία προς τα αριστερά σχηματίζοντας έτσι όλες οι ενωμοτίες την φάλαγγα παραταγμένη κατά μέτωπο.

Αν τώρα εμφανιστεί εχθρική φάλαγγα στα νώτα τους ο κάθε στοίχος αραιώνει και κάνοντας μεταβολή βρίσκεται αντιμέτωπος με το εχθρικό στράτευμα. Ο κάθε στοίχος είναι έτσι συντεταγμένος ώστε σε τέτοια περίπτωση απέναντι από το εχθρικό στράτευμα, στην πρώτη γραμμή δηλαδή, να βρίσκονται οι πιο ανδρείοι πολεμιστές.

Σύμφωνα με την προηγούμενη διάταξη ο αρχηγός της φάλαγγας βρίσκεται στο αριστερό κέρας, αν όμως για οποιονδήποτε λόγο θεωρηθεί ότι ο στρατηγός πρέπει να βρεθεί στο δεξιό κέρας στρέφουν την φάλαγγα προς τα δεξιά η αριστερά ώστε ο στρατηγός να βρεθεί στο δεξιό κέρας και η οπισθοφυλακή να έρθει στο αριστερό.

Μελετώντας την Λακεδαιμονίων πολιτεία του Ξενοφώντα, μπορούμε να δούμε αναλυτικά διάφορους ελιγμούς των στρατιωτικών τμημάτων στην επί κέρας πορεία και να καταλάβουμε γιατί δίκαια ο στρατιωτικός μηχανισμός των Λακεδαιμονίων θεωρείτο ίσως ο κορυφαίος της εποχής.

Ο σεβασμός προς τον Βασιλιά και αρχιστράτηγο του Σπαρτιατικού στρατού, κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις φαίνεται και από την διάταξη της φάλαγγας, όταν αυτή βαδίζει προς την μάχη.

Όταν λοιπόν η φάλαγγα πορεύεται προς την μάχη κανείς εκτός των Σκιριτών και των ανιχνευτών δεν επιτρέπεται να προπορεύεται του Βασιλιά. Σε περίπτωση όμως που η φάλαγγα συναντηθεί με τον εχθρό, τότε ο βασιλιάς παίρνει την πρώτη μόρα και την οδηγεί προς τα δεξιά της παράταξης, ενώ οι υπόλοιπες μόρες αναπτύσσονται είτε προς τα αριστερά της πρώτης, είτε έχοντας την πρώτη στο μέσον και αυτές τίθενται αριστερά και δεξιά της, πάντα υπό την καθοδήγηση των πολεμάρχων.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΤΜΗΜΑΤΑ - ΤΑΚΤΙΚΟΙ ΕΛΙΓΜΟΙ

Η οργάνωση του σπαρτιατικού στρατού γινόταν πάντα σύμφωνα με τις ανάγκες της πόλης. Οι συχνές πολεμικές επιχειρήσεις στις οποίες εμπλεκόταν ο Σπαρτιατικός στρατός, δημιούργησε την ανάγκη για χωρισμό του στρατεύματος σε αυτόνομα και αυτοδιοικούμενα τμήματα, τα οποία μπορούσαν να δράσουν ανεξάρτητα και σε διαφορετικά μέτωπα όταν χρειαζόταν.

Τα μεγαλύτερα αυτοδιοικούμενα τμήματα του σπαρτιατικού στρατού ήταν οι μόρες, είτε αυτές ήταν οπλιτικές είτε του ιππικού.

Έτσι, αν για παράδειγμα η Σπάρτη χρειαζόταν να στείλει σε κάποια πόλη Σπαρτιατική φρουρά για να έχει υπό τον έλεγχο της την διοίκηση της πόλης, μπορούσε να στείλει για παράδειγμα μια μόρα η οποία θα αναλάμβανε αυτή την αποστολή, αφήνοντας το υπόλοιπο στράτευμα στην διάθεση της πολιτείας για άλλες αποστολές.

Η κάθε μόρα είχε δύναμη εξακοσίων περίπου οπλιτών μαζί με τους αξιωματικούς. Όταν η μόρα παρατασσόταν σε μάχη υποβοηθούμενη από το ιππικό, τότε η ιππική μόρα παρατασσόταν στα πλάγια της μόρας, ανάλογα βέβαια με το είδος της μάχης, αλλά και την δομή των αντιπάλων στρατευμάτων.

Σε περιπτώσεις περικύκλωσης της μόρας τότε τα δύο αυτά τμήματα μπορούσαν να δράσουν ανεξάρτητα, ώστε το ιππικό να αποκρούσει επίθεση από τα νώτα της μόρας η να διαλύσει τμήματα πελταστών.

Η ιππική μόρα διαιρείτο σε δυο ουλαμούς των πενήντα ανδρών, και ο κάθε ουλαμός σε πέντε στοίχους των πέντε ανδρών οι οποίοι ονομάζονταν πεμπάδες, και διοικούντο από τον πεμπάδαρχο.

Οι ιππικές μόρες αποτελούνταν από Σπαρτιάτες ιππείς αλλά και από περίοικους και νεοδαμώδεις, και παρατάσσονταν σε τετράγωνο σχηματισμό.

Όταν δινόταν το παράγγελμα επιθέσεως ηχούσε η σάλπιγγα και οι οπλίτες ξεκινούσαν να βαδίζουν προς το μέρος του εχθρού με τα δόρατα σε φύλαξη, ρυθμίζοντας τον βηματισμό τους με τον ήχο των αυλών.

Όταν η φάλαγγα έφτανε σε μικρή απόσταση από τον εχθρό, οι σάλπιγγα σήμαινε έφοδο και οι οπλίτες επιτίθονταν τρέχοντας προς το μέρος του εχθρού, προσέχοντας όμως να μένουν πάντα στοιχισμένοι στους ζυγούς τους κρατώντας τον σχηματισμό της χελώνης. Οι Σπαρτιάτες πραγματοποιούσαν τον σχηματισμό αυτό τοποθετώντας τις ασπίδες τους πάνω από το κεφάλι τους σχηματίζοντας ουσιαστικά μια σκεπή η οποία τους κάλυπτε από τα εχθρικά βέλη των τοξοτών.

Ονομάστηκε έτσι γιατί από μακριά έδινε το σχήμα του καύκαλου μιας χελώνας, και είχε την δυνατότητα να προστατεύει όλο τον σχηματισμό, ιδιαίτερα σε περίπτωση υποχώρησης για αναζήτηση καλύτερου εδάφους για συμπλοκή, η σε περιπτώσεις που ο σχηματισμός πλησίαζε τείχη πολιορκούμενης πόλεως και δεχόταν βέλη από ψηλά.

Σε περίπτωση που η φάλαγγα δεχόταν επίθεση εχθρικού ιππικού, οι οπλίτες κρατούσαν το δόρυ τους με την λόγχη προς τα εμπρός, ενώ το πίσω μέρος του στερεωνόταν στο έδαφος. Ο οπλίτης γονάτιζε στο ένα πόδι, και τοποθετούσε κάθετα την ασπίδα μπροστά του ώστε να τον προστατεύει.