Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (17.290-17.355)

290 Ὣς οἱ μὲν τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον·
ἂν δὲ κύων κεφαλήν τε καὶ οὔατα κείμενος ἔσχεν,
Ἄργος, Ὀδυσσῆος ταλασίφρονος, ὅν ῥά ποτ᾽ αὐτὸς
θρέψε μέν, οὐδ᾽ ἀπόνητο, πάρος δ᾽ εἰς Ἴλιον ἱρὴν
οἴχετο. τὸν δὲ πάροιθεν ἀγίνεσκον νέοι ἄνδρες
295 αἶγας ἐπ᾽ ἀγροτέρας ἠδὲ πρόκας ἠδὲ λαγωούς·
δὴ τότε κεῖτ᾽ ἀπόθεστος ἀποιχομένοιο ἄνακτος,
ἐν πολλῇ κόπρῳ, ἥ οἱ προπάροιθε θυράων
ἡμιόνων τε βοῶν τε ἅλις κέχυτ᾽, ὄφρ᾽ ἂν ἄγοιεν
δμῶες Ὀδυσσῆος τέμενος μέγα κοπρήσοντες·
300 ἔνθα κύων κεῖτ᾽ Ἄργος, ἐνίπλειος κυνοραιστέων.
δὴ τότε γ᾽, ὡς ἐνόησεν Ὀδυσσέα ἐγγὺς ἐόντα,
οὐρῇ μέν ῥ᾽ ὅ γ᾽ ἔσηνε καὶ οὔατα κάββαλεν ἄμφω,
ἄσσον δ᾽ οὐκέτ᾽ ἔπειτα δυνήσατο οἷο ἄνακτος
ἐλθέμεν· αὐτὰρ ὁ νόσφιν ἰδὼν ἀπομόρξατο δάκρυ,
305 ῥεῖα λαθὼν Εὔμαιον, ἄφαρ δ᾽ ἐρεείνετο μύθῳ·
«Εὔμαι᾽, ἦ μάλα θαῦμα κύων ὅδε κεῖτ᾽ ἐνὶ κόπρῳ.
καλὸς μὲν δέμας ἐστίν, ἀτὰρ τόδε γ᾽ οὐ σάφα οἶδα,
ἢ δὴ καὶ ταχὺς ἔσκε θέειν ἐπὶ εἴδεϊ τῷδε,
ἦ αὔτως οἷοί τε τραπεζῆες κύνες ἀνδρῶν
310 γίγνοντ᾽, ἀγλαΐης δ᾽ ἕνεκεν κομέουσιν ἄνακτες.»
Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφης, Εὔμαιε συβῶτα·
«καὶ λίην ἀνδρός γε κύων ὅδε τῆλε θανόντος.
εἰ τοιόσδ᾽ εἴη ἠμὲν δέμας ἠδὲ καὶ ἔργα,
οἷόν μιν Τροίηνδε κιὼν κατέλειπεν Ὀδυσσεύς,
315 αἶψά κε θηήσαιο ἰδὼν ταχυτῆτα καὶ ἀλκήν.
οὐ μὲν γάρ τι φύγεσκε βαθείης βένθεσιν ὕλης
κνώδαλον, ὅττι δίοιτο· καὶ ἴχνεσι γὰρ περιῄδη·
νῦν δ᾽ ἔχεται κακότητι, ἄναξ δέ οἱ ἄλλοθι πάτρης
ὤλετο, τὸν δὲ γυναῖκες ἀκηδέες οὐ κομέουσι.
320 δμῶες δ᾽, εὖτ᾽ ἂν μηκέτ᾽ ἐπικρατέωσιν ἄνακτες,
οὐκέτ᾽ ἔπειτ᾽ ἐθέλουσιν ἐναίσιμα ἐργάζεσθαι·
ἥμισυ γάρ τ᾽ ἀρετῆς ἀποαίνυται εὐρύοπα Ζεὺς
ἀνέρος, εὖτ᾽ ἄν μιν κατὰ δούλιον ἦμαρ ἕλῃσιν.»
Ὣς εἰπὼν εἰσῆλθε δόμους εὖ ναιετάοντας,
325 βῆ δ᾽ ἰθὺς μεγάροιο μετὰ μνηστῆρας ἀγαυούς.
Ἄργον δ᾽ αὖ κατὰ μοῖρ᾽ ἔλαβεν μέλανος θανάτοιο,
αὐτίκ᾽ ἰδόντ᾽ Ὀδυσῆα ἐεικοστῷ ἐνιαυτῷ.
Τὸν δὲ πολὺ πρῶτος ἴδε Τηλέμαχος θεοειδὴς
ἐρχόμενον κατὰ δῶμα συβώτην, ὦκα δ᾽ ἔπειτα
330 νεῦσ᾽ ἐπὶ οἷ καλέσας· ὁ δὲ παπτήνας ἕλε δίφρον
κείμενον, ἔνθα τε δαιτρὸς ἐφίζεσκε κρέα πολλὰ
δαιόμενος μνηστῆρσι δόμον κάτα δαινυμένοισι·
τὸν κατέθηκε φέρων πρὸς Τηλεμάχοιο τράπεζαν
ἀντίον, ἔνθα δ᾽ ἄρ᾽ αὐτὸς ἐφέζετο· τῷ δ᾽ ἄρα κῆρυξ
335 μοῖραν ἑλὼν ἐτίθει κανέου τ᾽ ἐκ σῖτον ἀείρας.
Ἀγχίμολον δὲ μετ᾽ αὐτὸν ἐδύσετο δώματ᾽ Ὀδυσσεύς,
πτωχῷ λευγαλέῳ ἐναλίγκιος ἠδὲ γέροντι,
σκηπτόμενος· τὰ δὲ λυγρὰ περὶ χροῒ εἵματα ἕστο.
ἷζε δ᾽ ἐπὶ μελίνου οὐδοῦ ἔντοσθε θυράων,
340 κλινάμενος σταθμῷ κυπαρισσίνῳ, ὅν ποτε τέκτων
ξέσσεν ἐπισταμένως καὶ ἐπὶ στάθμην ἴθυνε.
Τηλέμαχος δ᾽ ἐπὶ οἷ καλέσας προσέειπε συβώτην,
ἄρτον τ᾽ οὖλον ἑλὼν περικαλλέος ἐκ κανέοιο
καὶ κρέας, ὥς οἱ χεῖρες ἐχάνδανον ἀμφιβαλόντι·
345 «δὸς τῷ ξείνῳ ταῦτα φέρων αὐτόν τε κέλευε
αἰτίζειν μάλα πάντας ἐποιχόμενον μνηστῆρας·
αἰδὼς δ᾽ οὐκ ἀγαθὴ κεχρημένῳ ἀνδρὶ παρεῖναι.»
Ὣς φάτο, βῆ δὲ συφορβός, ἐπεὶ τὸν μῦθον ἄκουσεν,
ἀγχοῦ δ᾽ ἱστάμενος ἔπεα πτερόεντ᾽ ἀγόρευε·
350 «Τηλέμαχός τοι, ξεῖνε, διδοῖ τάδε, καί σε κελεύει
αἰτίζειν μάλα πάντας ἐποιχόμενον μνηστῆρας·
αἰδῶ δ᾽ οὐκ ἀγαθήν φησ᾽ ἔμμεναι ἀνδρὶ προΐκτῃ.»
Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·
«Ζεῦ ἄνα, Τηλέμαχόν μοι ἐν ἀνδράσιν ὄλβιον εἶναι,
355 καί οἱ πάντα γένοιτο ὅσα φρεσὶν ᾗσι μενοινᾷ.»

***
290 Κι ενώ εκείνοι συναλλάσσοντας τα λόγια τους μιλούσαν,
ένα σκυλί που ζάρωνε, σήκωσε ξαφνικά τ᾽ αφτιά και το κεφάλι του —
ο Άργος του καρτερικού Οδυσσέα! Τον είχε ο ίδιος
μεγαλώσει, όμως δεν πρόλαβε να τον χαρεί· πρωτύτερα
αναχώρησε να πάει στην άγια Τροία.
Τα πρώτα χρόνια οι νιούτσικοι τον έβγαζαν κυνήγι,
και κυνηγούσε αγριοκάτσικα, ζαρκάδια και λαγούς.
Μετά τον παραμέλησαν, αφότου ο κύρης του ταξίδεψε μακριά,
και σέρνονταν στην κοπριά, χυμένη σε σωρούς από τις μούλες
και τα βόδια στην αυλόθυρα μπροστά, απ᾽ όπου
του Οδυσσέα οι δούλοι σήκωναν κάθε τόσο να κοπρίσουν
το μέγα τέμενός του.
300 Εκεί τώρα σερνόταν το σκυλί, μ᾽ αμέτρητα τσιμπούρια ο Άργος.
Κι όμως, αναγνωρίζοντας τον Οδυσσέα στο πλάι του,
σάλεψε την ουρά του και κατέβασε πάλι τ᾽ αφτιά του,
όμως τη δύναμη δεν βρήκε να φτάσει πιο κοντά στον κύρη του.
Τον είδε εκείνος, και γυρίζοντας αλλού το βλέμμα του,
σκούπισε ένα δάκρυ — από τον Εύμαιο κρυφά,
για να τον ξεγελάσει. Ύστερα μίλησε ρωτώντας:
«Εύμαιε, τι παράξενο· τέτοιο σκυλί μες στις κοπριές να σέρνεται,
φαίνεται η καλή του ράτσα. Δεν ξέρω ωστόσο και γι᾽ αυτό
ρωτώ· εξόν από την ομορφιά, ήταν και γρήγορο στο τρέξιμο;
ή μήπως έτσι, σαν τους άλλους σκύλους που τριγυρίζουν
στα τραπέζια των ανδρών, και τους κρατούν οι άρχοντες
310 μόνο για το καμάρι τους;»
Και τότε, Εύμαιε χοιροβοσκέ, πήρες ξανά τον λόγο κι αποκρίθηκες:
«Ω ναι, ετούτο το σκυλί σ᾽ αυτόν ανήκει που αφανίστηκε
πέρα στα ξένα. Αν είχε ακόμη το σκαρί, αν είχε και την αντοχή,
όπως ο Οδυσσέας το άφησε, μισεύοντας στην Τροία,
βλέποντας θα το θαύμαζες και για τη γρηγοράδα
και για την αλκή του· που, κυνηγώντας, δεν του ξέφευγε
κανένα αγρίμι, βαθιά χωμένο στο δάσος το βαθύ —
ξεχώριζε πατώντας πάνω στα πατήματά του.
Τώρα το πλάκωσε η μιζέρια, αφότου χάθηκε το αφεντικό του
μακριά από την πατρίδα του, κι αδιάφορες οι δούλες
αφρόντιστο το αφήνουν.
320 Ξέρεις, οι δούλοι, σαν τους λείψει το κουμάντο των αρχόντων,
δεν θέλουν πια να κάνουν τη στρωτή δουλειά τους.
Γιατί κι ο Δίας, που το μάτι του βλέπει παντού, κόβει του ανθρώπου
τη μισή αρετή, απ᾽ τη στιγμή που θα τον βρει
η μέρα της σκλαβιάς.»
Μιλώντας πια, προχώρησε στα ωραία δώματα,
και πέρασε στην αίθουσα με τους περήφανους μνηστήρες.
Κι αυτοστιγμεί τον Άργο σκέπασε η μαύρη μοίρα του θανάτου,
αφού τα μάτια του είδαν ξανά, είκοσι χρόνια
περασμένα, τον Οδυσσέα.
Πρώτος τον είδε ο Τηλέμαχος, να προχωρεί στην αίθουσα
ο χοιροβοσκός, κι αμέσως μ᾽ ένα νεύμα του τον κάλεσε
330 κοντά του· εκείνος, με το μάτι ψάχνοντας, βρήκε και πιάνει
άδειο σκαμνί, όπου συνήθιζε να κάθεται ο μοιραστής,
λιανίζοντας για τους μνηστήρες τα πολλά τους κρέατα
κάθε φορά που στρώνονταν αυτοί να φάνε.
Το πήρε το σκαμνί και το ᾽στησε στου Τηλεμάχου το τραπέζι,
αντίκρυ του· κι όταν εκεί βολεύτηκε, ο κήρυκας ξεχώρισε
μπροστά του μια μερίδα κρέας, τραβώντας από το καλάθι και ψωμί.
Σε λίγο, πίσω από τον Εύμαιο, χώθηκε τώρα στο παλάτι
ο Οδυσσέας, με τη μορφή άθλιου ζητιάνου, γέρου —
σκυφτός επάνω στο ραβδί του, κουρέλια ρούχα
γύρω στο κορμί του.
Κάθησε πάνω στο φράξινο κατώφλι, στο μέσα μέρος της μεγάλης πόρτας,
340 κι έγειρε στον κυπαρισσένιο παραστάτη — τον είχε ξύσει από παλιά,
με την καλή του τέχνη, ο ξυλουργός, κι ορθόν τον στάθμισε.
Αμέσως ο Τηλέμαχος, καλώντας τον χοιροβοσκό κοντά του,
παραγγέλλει — πρώτα καρβέλι ολόκληρο απ᾽ το πανέμορφο πανέρι
πήρε, κι αμέσως έπιασε στα χέρια του κομμάτια κρέας,
όσα χωρούσαν οι παλάμες του:
«Πάρ᾽ τα και δώσ᾽ τα αυτά στον ξένο, συμβούλεψέ τον όμως,
απ᾽ όλους τους μνηστήρες, στη σειρά, να ζητιανέψει·
γιατί η ντροπή σε κάποιον που τον δέρνει η πείνα δεν πολυταιριάζει.»
Υπάκουσε στον λόγο του ο χοιροβοσκός, κι αμέσως πήγε,
στάθηκε στο πλάι του ξένου, κι όπως του μίλησε,
τα λόγια του πετούσαν σαν πουλιά:
350 «Ξένε, ο Τηλέμαχος τα δίνει αυτά, κι ωστόσο παραγγέλλει,
παίρνοντας βόλτα τους μνηστήρες όλους στη σειρά, κι εσύ
να ζητιανέψεις· γιατί η ντροπή σε κάποιον που τον δέρνει η πείνα,
λέει πως περισσεύει.»
Ανταποκρίθηκε ο Οδυσσέας έξυπνος κι εύστροφος:
«Δία, εσύ μας κυβερνάς! Δώσε παρακαλώ
να γίνει ευτυχισμένος ο Τηλέμαχος
μέσα στον κόσμο, κι όσα ποθεί η ψυχή του,
όλα να βρουν το τέλος τους.»

Τι είναι αυτό που κάνει αμοιβαία τη σχέση;

Η αμοιβαιότητα είναι από τα βασικότερα ίσως χαρακτηριστικά που κάποιος ψάχνει σε μια σχέση. Κι όμως, ενώ την ψάχνουμε όλοι, υπάρχει μια απορία αναπάντητη: τι είναι στην πραγματικότητα εκείνο που κάνει μια σχέση αμοιβαία; Τι είναι εκείνο που σε κάνει να θέλεις να έχεις κάποιον στη ζωή σου και να σε θέλει εξίσου παρόντα στη δική του;

Η αμοιβαιότητα αρχίζει εκεί που τελειώνει η ασυμμετρία στη σχέση, η οποία ασυμμετρία συμβαίνει όταν ο ένας δίνει τα πάντα, με λίγα ή και καθόλου αρκετές φορές ανταλλάγματα, σ’ εκείνον που απλώς τα λαμβάνει χωρίς ν’ ανταποδίδει. Όταν αυτή η ανισότητα καταργηθεί, σταδιακά μέσα από γοργά βήματα ξεκινά δειλά δειλά να έρχεται το αμοιβαίο στην επιφάνεια, κάνοντας ταυτόχρονα τη σχέση περισσότερο υγιή.

Ένας ακόμη παράγοντας είναι η ισορροπία, η αρμόνια που βρίσκεται στη σχέση όταν κι οι δύο μπορείτε να είστε ευτυχείς, τόσο με το να δίνετε, όσο και με το να παίρνετε. Για να χαρακτηριστεί μια σχέση ως αμοιβαία θα πρέπει να σκεφτούν κι οι δύο τη δυναμική της, δηλαδή σε ποιο σημείο βρίσκονται ανάμεσα στα αισθήματα που προσφέρουν και σ’ εκείνα που αποδέχονται. Όταν μπορέσουν να κατανοήσουν και να πετύχουν μια δυναμική σταθερότητα με βάση το τι προσδοκά ο καθένας, τότε η αλληλεπίδραση ξεκινά σιγά-σιγά ν’ αλλάζει, οδηγώντας σε μια ισορροπία.

Το βασικότερο όμως κομμάτι για να γίνει αμοιβαίος ένας έρωτας, ξεκινάει απ’ εσάς τους ίδιους, ακριβώς επειδή είναι πολύ σημαντικό να ξέρετε τι απαιτείτε και τι περιμένετε. Δημιουργείτε μια σχέση δίκαιη, ειλικρινή κι αμοιβαία πρώτα απ’ όλα με τους εαυτούς σας, και μετά με το ταίρι σας- παράγοντας πολύ σημαντικός για να μπορείτε να βάζετε τον άνθρωπό σας σε μια θέση που δε θα αισθάνεται διαρκώς πως κάτι του λείπει ή πως η σχέση αυτή τον αδικεί.

Έπειτα, είναι κι οι συζητήσεις. Οι ξεκάθαρες συζητήσεις, οι διάλογοι με χημεία. Όταν κατανοείτε ο ένας τον άλλον χωρίς εξήγηση, συνεννοείστε με τα μάτια και ξέρετε τι θέλει να πει ο σύντροφός σας χωρίς να αρθρώσει λέξη, τότε σαφώς η σχέση περνάει σε ένα επίπεδο πολύ πιο ουσιαστικό κι αμοιβαίο, αφού η επικοινωνία ποτέ δεν μπορεί να είναι μονομερής. Όταν αντιλαμβάνεστε πολύ καλά ο ένας τον άλλον κι επικοινωνείτε χωρίς μυστικά και κατάλοιπα, είστε ένα βήμα πιο κοντά στην αμοιβαιότητα.

Εξίσου σημαντική κι η έλξη· χωρίς να είναι ίδια κι από τις δύο πλευρές, αμοιβαία σχέση δύσκολα υπάρχει. Κάτι που φαίνεται να ισχύει και για τα συναισθήματα: όταν δεν εντοπίζετε κοινές συνιστώσες σ’ αυτά, μάλλον η αμοιβαιότητα δεν είναι πολύ κοντά στον δρόμο σας- δεν είναι άλλωστε τα πάντα μόνο το ερωτικό κομμάτι. Αν δεν υπάρχει η αγάπη ως σύνδεση -που είναι ένα πολύ δυνατό συναίσθημα- αν δε νιώθετε πως είστε ομάδα και πως δε σας ενώνει η επιλογή σας να είστε μαζί αλλά οποιαδήποτε φοβία, ίσως δεν κυλούν όλα ρολόι, τελικά.

Υπάρχουν όμως κι εκείνα που φαντάζουν πιο μικρά, αλλά εν τέλει ίσως να είναι και τα πιο σπουδαία. Για παράδειγμα, μια κοινή ιδεολογία, τι αντίληψη έχετε για τη ζωή, η ανάγκη να κάνετε και παρέα, οι συνήθειες κι η θέληση να υπάρξει ένα μοτίβο, μια ζωή που θα είναι των δυο σας, χωρίς πισινές, χωρίς δίχτυ ασφαλείας.

Το συμπέρασμα είναι πως η αγάπη που κάνει τη σχέση αμοιβαία, έρχεται από την ψυχή κι εκφράζεται όταν δύο άτομα, συνειδητοποιημένα, προσφέρουν ελεύθερα τους εαυτούς τους ο ένας στον άλλον. Αρκεί να θυμάστε πως όποιος αγαπά πραγματικά, θέλει το άλλο άτομο να είναι ευτυχισμένο χωρίς να απαιτεί τη δική του ευτυχία ως αντάλλαγμα.

Ο άνθρωπος μέσα, πίσω και πιο πέρα από το πρόβλημα. Η αναβολή και ο αδικημένος εαυτός

Έχουμε αναρωτηθεί ποτέ γιατί τόσοι και τόσοι άνθρωποι επιλέγουν να παραμείνουν με τα ιδιά προβλήματα; Έχουμε αναλογιστεί ποτέ γιατί κάποιοι παρόλο που ίσως αναγνωρίζουν τη δυσφορία και τις δυσκολίες που υφίστανται από τα προβλήματα τους δεν επιδιώκουν να βοηθηθούν και να αναζητήσουν νέους τρόπους αντιμετώπισης; νέες οπτικές;

Πολλές οι απαντήσεις για την αγνόηση της ψυχικής υγείας και της αυτοβελτίωσης, μήπως στο μεγαλύτερο βαθμό όμως αποτελούν δικαιολογίες, αλλά και εκφράσεις του τύπου: 
  • Δεν έχω εγώ το πρόβλημα, το έχουν οι άλλοι,
  • Δεν θα αλλάξει κάτι εφόσον δεν θα αλλάξουν όλοι όσοι με δυσκολεύουν.
Ίσως όμως η πιο περίτεχνη δικαιολογία να είναι αυτή της παραδοχής μεν ότι θα βοηθούσε αλλά της συνεχής αναβολής, αλλά από αναβολή σε αναβολή στην ουσία χάνεται και η πρόθεση.

Πολλοί οι λόγοι λοιπόν, αμφισβήτηση, οικονομική δυσκολία, έλλειψη αποδοχής του προβλήματος κτλ. μπορεί να εμποδίσουν το άτομο να αναζητήσει βοήθεια.

Μήπως όμως ο πραγματικός λόγος είναι κάτι πολύ πιο βαθύ και ριζωμένο;

Μήπως εν τελεί τα προβλήματα μπορούν να καταλήξουν να μας δομούν και να μας συντηρούν; Ας ακολουθήσουμε τη ρητορική του πως εξελίσσεται ένα πρόβλημα και πως εν τελεί συντηρείται για να εξηγήσω το παραπάνω.

Ας πάρουμε ως παράδειγμα έναν άνθρωπο αγχώδη ο οποίος έχει μάθει τα πλαίσια στα οποία αγχώνεται περισσότερο και τις συνθήκες που πυροδοτούν το άγχος, υιοθετεί έτσι μια αποδεικτική συμπεριφορά ώστε να καταφέρει σε ένα βαθμό να ηρεμήσει από το άγχος του μήπως όμως η ιδιά ακριβώς συμπεριφορά είναι που συντηρεί το ίδιο το δυσλειτουργικό άγχος;

Παράδοξο έτσι;

Πως γίνεται να θέλουμε να καταπολεμήσουμε κάτι αλλά εν τελεί να δουλεύουμε για να το συντηρήσουμε; Το άγχος σε αυτή τη συνθήκη καταλαβαίνουμε ότι παραμένει δυσλειτουργικό και επιμένει να δυσχεραίνει τη ζωή του ατόμου.

Η καταπολέμηση του είναι ελλιπής, πρόσκαιρη και αγχωτική από μόνη της. Είναι όμως σαν το ίδιο το άτομο να καταδικάζει τον εαυτό του, να ετικετοποιεί τον χαρακτήρα του ως αγχώδη και όχι ως ένα άτομο που έχει άγχος αλλά δεν είναι το άγχος του.

Ας σκεφτούμε τώρα μια δυσλειτουργική σχέση η οποία διακατέχεται κατά βάση από σύγκρουση, θυμό, ένταση αλλά το άτομο επιμένει να χρησιμοποιεί τις ιδίες στρατηγικές επικοινωνίας παρόλο που αυτές δεν διευκολύνουν την κατάσταση ούτε λύνουν τα θέματα τα οποία ανακύπτουν.

Η ένταση γίνεται έξη και το άτομο γίνεται «έντονο». Αυτομάτως γίνεται το ίδιο το πρόβλημα. Εσωτερικεύει δηλαδή αυτό το χαρακτηριστικό που θα μπορούσε απλά να δουλέψει ή να μετριάσει. Συντηρεί τους μαθημένους τρόπους συμπεριφοράς και ας είναι δυσλειτουργικοί για εκείνον.

Τώρα θα μετατοπίσουμε το θέμα που εξετάζουμε σε έναν άνθρωπο που έχει ροπή προς τη θλίψη. Μαθαίνει να ζει με αυτήν αλλά σε έναν βαθμό που πολλές φορές του προκαλεί αντιλαμβανομένη δυσφορία.

Η αλλαγή μπορεί και σε αυτή τη περίπτωση να υπάρξει αλλά δεν γίνεται πάντα αντιληπτό από το άτομο. Συντηρεί λοιπόν και εκείνο τη θλίψη του με διάφορους τρόπους, είτε αποφεύγοντας τη είτε επικυρώνοντας τη με επιλογές που αντιστοιχούν στο καταθλιπτικό μοτίβο του.

Στη πρώτη περίπτωση μπορεί απλά να αποφεύγει να αντιμετωπίσει κατάματα τους φόβους, τις καταστάσεις που τον στεναχωρούν χωρίς όμως να συμβιβάζεται με αυτά, απλά απωθώντας τα δίνοντας τους στην ουσία μια αναβολή.

Στη δεύτερη περίπτωση μπορεί να χρησιμοποιεί μηρυκαστικές στρατηγικές που δίνουν την αίσθηση ενός παραδομένου στη θλίψη του, ανθρώπου.

Μπορεί να απομονώνεται, να βλέπει τα πάντα καταδικασμένα και μαύρα κτλ. Το άτομο και σε αυτή τη συνθήκη γίνεται η θλίψη του, παραδίδεται σε αυτή και δεν την αποδέχεται ως κάτι που ενυπάρχει μεν μέσα του αλλά δεν τον χαρακτηρίζει σε όλο του το είναι.

Η αφομοίωση και εσωτερίκευση του προβλήματος

Όλες οι συνθήκες που εξετάσαμε έχουν το κοινό στοιχείο της αφομοίωσης και της εσωτερίκευσης το προβλήματος ως μεγάλο κομμάτι του όλου. Εάν δεν φτάσουμε στο σημείο να καταλάβουμε ότι δεν είμαστε οι φόβοι μας, ότι δεν είμαστε ο θυμός μας, ότι δεν είμαστε η θλίψη μας, το άγχος μας και ούτω καθεξής μόνο τότε θα μπορέσουμε να σπάσουμε το κύκλο της συντήρησης του προβλήματος.

Ας ξεκινήσουμε από τη λειτουργική σκέψη του δεν είμαι αγχώδης αλλά έχω άγχος, δεν είμαι έντονος αλλά έχω ένταση. Εκεί αφήνουμε το περιθώριο στον εαυτό μας να δει πέρα από αυτά και να καλύψει νέα κομμάτια και νέους τρόπους συμπεριφοράς.

Είναι πραγματικά μεγάλο πρόβλημα όταν καταλήξει ένας άνθρωπος να πιστεύει ότι είναι ο ίδιος το πρόβλημα. Όταν καταλήξει να μη μπορεί να σκεφτεί τον εαυτό του χωρίς αυτό και υποσυνείδητα αποφεύγει να το λύσει γιατί τι θα είναι χωρίς αυτό;

Έρχεται λοιπόν η υποσυνείδητη σκέψη του τι θα είμαι χωρίς το άγχος μου; Τι συμπεριφορά θα επιστρατεύω εάν δεν επιστρατεύω τη μαθημένη μου συμπεριφορά και ας είναι αυτή δυσλειτουργική και πάλι είναι αυτό που γνωρίζω.

Στη θέαση λοιπόν του αγνώστου, αυτού που εν δυνάμει θα μπορούσαμε να είμαστε και να κάνουμε δειλιάζουμε πολλές φορές. Η πεπατημένη μας όσο λάθος και αν είναι αποτελεί για εμάς μαξιλαράκι και σταθερά.

Το πρόβλημα μας μας συντηρεί και μας κάνει να πιστεύουμε ότι δεν μπορούμε χωρίς αυτό, ότι δεν είμαστε χωρίς αυτό. Αυτό αποδεικνύεται και αν αναλογιστούμε ποσό πιο δύσκολο είναι να δουλέψεις τον εαυτό σου έχοντας μια διαταραχή προσωπικότητας. Αυτό γιατί τα συμπτώματα είναι εγωτονικά που σημαίνει ότι είναι αφομοιωμένα στον εαυτό, θεωρούνται χαρακτηριστικά του ατόμου επειδή αποτελούν ριζωμένες, μαθημένες συμπεριφορές και ριζωμένα σχήματα. Σε αντιστοίχιση με αυτή τη παραδοχή ποσό εύκολα θα είναι να δουλέψουμε τον εαυτό μας στα σημεία που έχουμε εν τέλει αφομοιώσει τόσο ώστε να πιστεύουμε ότι μας χαρακτηρίζουν. Μάλλον όχι τόσο.

Δεν είμαστε τα προβλήματα μας αλλά αναβάλλοντας, τα ενδυναμώνουμε και τις ρίζες τους. Τα ισχυροποιούμε σε τέτοια βάση που καταλήγουμε οι ίδιοι να μην κάνουμε χωρίς αυτά.

Εάν έρθει κάποιος και μας χαρακτηρίσει βάσει αυτών, θα μας ταράξει, θα νιώσουμε την αδικία.

Τι γίνεται όμως στη περίπτωση την οποία εμείς οι ίδιοι επιτρέπουμε στα προβλήματα να μας χαρακτηρίζουν;

Τι γίνεται στη περίπτωση που εμείς οι ίδιοι αδικούμε αυτό που είμαστε αλλά και αυτό που μπορούμε να γίνουμε;

Υπάρχουν τόσες επιλογές, τόσες συμπεριφορές και δυναμικά που μπορούμε να προσεγγίσουμε και να αντικαταστήσουμε με αυτά, τα δυσλειτουργικά μοτίβα μας, το ζήτημα είναι να το πιστέψουμε και να δούμε τι είμαστε, τι δεν είμαστε αλλά και τι θέλουμε να είμαστε.

Βολεμένη oικειότητα

"Η πραγματική ζωή αρχίζει, εκεί που σταματάει η βολεμένη καθημερινότητα." Ρουτίνα (ουσιαστικό / θηλυκό): η μονότονη και άχαρη απασχόληση, η επανάληψη κατά τον ίδιο πάντα τρόπο.

Και αυτή ακριβώς η επανάληψη, αυτές ακριβώς οι στερεότυπες, δίχως πνευματική συνείδηση, πράξεις μας, κινήσεις μας, ζωές μας – δυστυχώς – είναι αυτές που καταφέρνουν και ρουφάνε τα χρώματα, τις γεύσεις και τις μυρωδιές απ' την ζωή μας.

Και είναι ουσιαστικό, ουσιαστικό πρόβλημα της ζωή μας, και πλήττει τις σχέσεις θηλυκών και αρσενικών.

Ζούμε σε μια εποχή που τα πάντα τρέχουν, εμείς τρέχουμε προσπαθώντας να προλάβουμε. Προσπαθώντας να πετύχουμε. Ζούμε σε μια εποχή που η καθημερινότητα μας, έχει γίνει δύσκολη, ένας συνεχές αγώνας επιβίωσης. Ολόκληρες οι μέρες μας είναι μια συνεχής προσπάθεια.

Και έρχεται η στιγμή που επιστρέφουμε στο σπίτι μας, στον ολόδικο μας χώρο, και εκεί μας περιμένει ο ολόδικος μας άνθρωπος, ο οποίος έχει δώσει με την σειρά του και αυτός την δική του ολοήμερη προσπάθεια.

Μοιραζόμαστε με αυτόν τον άνθρωπο την καθημερινότητα μας, την ζωή μας. Αυτήν που επιλέξαμε ως κοινή. Το μοίρασμα, αυτό, της καθημερινότητας είναι άρρηκτα δεμένο με την έννοια της οικειότητας.

Η οικειότητα είναι η αίσθηση του γνώριμου, του οικείου, είναι αυτή η αίσθηση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους με κοινή πορεία, αμοιβαία συναισθήματα.

Δημιουργείται μέσα στο πέρασμα του χρόνου, μέσα από το μοίρασμα στιγμών και εμπειριών.

Είναι αυτή που μας δένει με τον άνθρωπο που έχουμε δίπλα μας και είναι αυτή που φτιάχνει τα "δικά μας" καθημερινά "μυστικά" και "κώδικες".

Τι γίνεται όμως όταν αυτή η τόσο αναγκαία για την επιβίωση της σχέσης, οικειότητα, μετατρέπεται, μεταφορφώνεται σε ρουτίνα;

Ή μάλλον, τι γίνεται όταν ΕΜΕΙΣ της επιτρέπουμε να μετατραπεί σε ρουτίνα;

Ο άνθρωπος ενστικτωδώς αναζητά, επιδιώκει την ασφάλεια, τη σιγουριά.

Έχει την ανάγκη από την φύση του να ανήκει κάπου, να μοιράζεται την ζωή του με κάποιον. Είναι ον που αποζητά την συντροφικότητα περισσότερο από την μοναξιά.

Και το αντίθετο της μοναξιάς δεν είναι η συντροφικότητα, αλλά η οικειότητα.

Δυστυχώς όμως, πάντα κάνει το λάθος να την συγχέει με το βόλεμα, να την οδηγεί σε μια βαρετή, ανιαρή ρουτίνα.

Η δίχως συνείδηση σιγουριά, συχνά μετατρέπεται σε αδράνεια και μοιραία σε αδιαφορία και αποξένωση.

Αφηνόμαστε, με δικαιολογία την οικειότητα, και παύουμε να προσπαθούμε για την υγιή διατήρηση της. Και τελικά μόνο οι ανασφαλείς έχουν ανάγκη από μια τέτοια ασφάλεια και σιγουριά.

Μια σχέση για να διατηρήσει την λειτουργικότητα της, για να συνεχίσει να μας καλύπτει και να μας ενθουσιάζει, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δεδομένη κατάσταση.

Ο άνθρωπος που έχουμε δίπλα μας δεν έχει κάποιο αιώνιο συμβόλαιο που τον υποχρεώνει να μείνει μαζί μας, ακόμα και αν εμείς δεν τον καλύπτουμε.

Οι σχέσεις για να συνεχίσουν να "ζούνε" και όχι απλά να επιβιώνουν χρειάζονται συνεχές επαναπροσδιορισμό.

Και όσο τρομακτικό και κουραστικό μοιάζει αυτό, αν το καλοσκεφτούμε, σε όλους τους άλλους τομείς της ζωής μας το κάνουμε αδιαμαρτύρητα.

Στη δουλειά μας, καθημερινά, οφείλουμε να δίνουμε τον καλύτερο εαυτό μας, να είμαστε παραγωγικοί, για να συνεχίσουμε να έχουμε τη δουλειά αυτή.

Γιατί λοιπόν στις σχέσεις μας τείνουμε να γινόμαστε οκνηροί και "βολεμένοι"; Και σαφώς και δεν πρέπει να δούμε την σχέση ως υποχρέωση, όπως την δουλειά μας, αλλά της αξίζει να "δουλέψουμε" για την ύπαρξη της.

Και όπως στη δουλειά μας, όταν νιώθουμε πως έχουμε κουραστεί, παίρνουμε άδεια, για να ξεκουραστούμε και να κάνουμε πράγματα για τον εαυτό μας, το ίδιο θα έπρεπε να γίνεται και στις σχέσεις.

Η σχέση έχει την ανάγκη ανανέωσης. Έχει την ανάγκη να δοκιμάζει καινούργια πράγματα, για να μην χάνεται το μυστήριο, για να αναταράσσονται τα λιμνάζοντα νερά.

Όλοι μας έχουμε κάπου – κάπου την ανάγκη για μια βουτιά στην "ελευθερία" και στο καινούργιο, μετά από την οποία, η "ρουτίνα" θα μας φανεί υπέροχη. Μέσα σε μια σχέση δεν πρέπει να νιώθουμε σκλάβοι, με μια αίσθηση ανικανοποίητου.

Πρέπει πρώτα να νιώθουμε γεμάτοι και ικανοποιημένοι, συνειδητοποιημένοι, εμείς οι ίδιοι με τον εαυτό μας. Διαφορετικά δεν θα μπορέσουμε να νιώσουμε έτσι με κανέναν άλλο.

Και επειδή οι αληθινές αγάπες, οι υγιείς σχέσεις, δεν είναι αυτές που επιβιώνουν και δεν οδηγούνται σε χωρισμό, αλλά αυτές που αντέχουν στη μακροχρόνια οικειότητα, και επειδή η οικειότητα είναι τόσο όμορφη, όσο το μοίρασμα και συντροφικότητα, χρειάζεται κοινή φροντίδα, δημιουργικότητα, εκπλήξεις. Και από τις δύο πλευρές.

Στο χέρι μας είναι να μην βουλιάξουμε σε ρουτίνα, που θα μας κάνει να νιώθουμε συμβιβασμένοι και δυστυχείς. Δεν πρέπει ούτε μια μέρα, ούτε μια στιγμή να αφεθούμε και να αντιμετωπίσουμε τον άνθρωπο δίπλα μας ως δεδομένο. Αυτή θα είναι η αρχή της ρουτίνας μας...

"Κύλησαν γρήγορα σε μια οικειότητα, απ' την οποία ποτέ δεν ανέκαμψαν..."

...ας προσπαθήσουμε να κάνουμε την οικειότητα, ένα αίσθημα απ' το οποίο δεν θα χρειάζεται να ανακάμψουμε.

Πάτερ ημών

Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς

Κάτσε εκεί ψηλά
Κι εμείς θα μείνουμε στη γη
Που μερικές φορές είναι τόσο ωραία

Με τα μυστήρια της Νέας Υόρκης της
Κι ακόμα με τα μυστήρια των Παρισίων της
Που αξίζουν όσο κι εκείνο της Αγίας Τριάδος
Με το μικρό κανάλι της του Ουρκ
Το μακρύ τείχος της Κίνας
Τον ποταμό της του Μορλέ
Τις καραμέλες του Καμπρέ
Με τον Ειρηνικό της Ωκεανό
Και τις δύο λίμνες της του Κεραμεικού
Με τα καλά παιδιά της και τα κακά της υποκείμενα
Με όλα τα θαύματα του κόσμου
Που είναι εδώ
Απλώς πάνω στη γη
Στη διάθεση του καθενός
Σκορπισμένα

Όλο έκπληξη και τα ίδια που είναι τόσο θαυμάσια
Και που δεν τολμούν να το παραδεχτούν
Όπως ένα όμορφο γυμνό κορίτσι που δεν τολμά
να δείχνει τα κάλλη του
Με τις φριχτές αθλιότητες του κόσμου
Τις λεγεώνες
Με τους δικούς τους λεγεωνάριους
Με τους δικούς τους βασανιστές
Με τους κυρίαρχους αυτού του κόσμου
Τους κυρίαρχους με τους ιερείς τους και τους προδότες τους
και τους γαλονάδες τους
Με τις εποχές
Με τα χρόνια
Με τα ωραία κορίτσια και τα γέρικα κωθώνια
Με τ’ άχυρα της μιζέριας που σαπίζουν στ’ ατσάλι των κανονιών.

Νίκος Καζαντζάκης: Ντροπή πια να μεθάμε στις ταβέρνες της ελπίδας

Λιονταρίσια η τροφή που με τάισε ο Νίτσε στην πιο κρίσιμη, την πιο πεινασμένη στιγμή της νιότης' θράσεψα, δεν μπορούσα πια να χωρέσω στο σημερινό άνθρωπο, όπως τον κατάντησαν.

Α! φώναζα αγαναχτισμένος, η παμπόνηρη θρησκεία που μετατοπίζει τις αμοιβές και τιμωρίες σε μελλούμενη ζωή, για να παρηγορήσει τους σκλάβους, τους κιοτήδες, τους αδικημένους, και να μπορέσουν να βαστάξουν αγόγγυστα τη σίγουρη επίγεια ζωή και να σκύβουν υπομονετικά το σβέρκο στους αφεντάδες!

Τι οβράικη Αγία Τράπεζα η θρησκεία ετούτη, που δίνεις μια πεντάρα επίγεια ζωή και εισπράττεις αθάνατα εκατομμύρια στην άλλη!

Τι απλοϊκότητα, τι πονηριά, τι τοκογλυφία!

Όχι, δεν μπορεί να' ναι λεύτερος που ελπίζει Παράδεισο ή που φοβάται την Κόλαση!

Ντροπή πια να μεθάμε στις ταβέρνες της ελπίδας!

Ή κάτω στα υπόγεια του φόβου.

Πόσα χρόνια και δεν το' χα καταλάβει, κι έπρεπε να'ρθει ο άγριος ετούτος προφήτης να μου ανοίξει τα μάτια!

Ως τώρα, όλη την κυβέρνηση του κόσμου την είχαμε εμπιστευτεί στο Θεό' μπας και ήρθε η σειρά του ανθρώπου ν'αναλάβει την ευθύνη;

Να δημιουργήσουμε ένα κόσμο, τον κόσμο μας, με τον ιδρώτα του προσώπου μας;

Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο

Η τέχνη του να μένεις ήρεμος κατά τη διάρκεια ενός καβγά

Το να παραμένετε ήρεμοι και να έχετε τον έλεγχο των συναισθημάτων σας μπορεί να σας βοηθήσει κατά τη διάρκεια μιας διαμάχης. Σε αυτό το άρθρο, μοιραζόμαστε ορισμένες στρατηγικές που θα σας βοηθήσουν να επιτύχετε αυτά τα πράγματα.

Μερικοί άνθρωποι τείνουν να είναι αρκετά παρορμητικοί όταν πρόκειται να εκφράσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Ίσως σκέφτονται μόνο να περάσουν την άποψή τους και όχι τον σωστό τρόπο να το κάνουν. Αυτό δεν είναι ασυνήθιστο. Στην πραγματικότητα, τολμούμε να πούμε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν χάσει την ψυχραιμία τους τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια ενός καβγά. Μερικές φορές παρασυρόμαστε τόσο πολύ από τα συναισθήματά μας που το να παραμείνουμε ήρεμοι κατά τη διάρκεια ενός καυγά καθίσταται αδύνατη και απλώς κάνουμε επίθεση στο άλλο άτομο.

Η ηρεμία μας στις περισσότερες περιπτώσεις θα πρέπει να θεωρείται μια εκλεπτυσμένη μορφή τρόπων. Αν και δεν είναι εύκολο πράγμα, δεν είναι αδύνατο. Στην πραγματικότητα, για πολλά χρόνια, οι ειδικοί στην επικοινωνία και στη διαχείριση συγκρούσεων μελετούν τους πόρους που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε για να μας βοηθήσουν να παραμείνουμε ήρεμοι.

1. Μελέτες για την ψυχραιμία κατά τη διάρκεια ενός καυγά

Οι ψυχολόγοι εξήγησαν ότι η ερμηνεία μιας κατάστασης είναι ο παράγοντας που επηρεάζει περισσότερο όταν πρόκειται να διατηρήσεις τον έλεγχο μιας διαφωνίας. Με άλλα λόγια, δεν είναι η ίδια η κατάσταση που μας αλλοιώνει και μας κάνει να χάνουμε την ψυχραιμία μας, αλλά οι σκέψεις μας για το τι συμβαίνει. Για παράδειγμα, είναι προφανές ότι το να παραμείνουμε ήρεμοι κατά τη διάρκεια ενός καυγά θα είναι πολύ δύσκολο αν αισθανόμαστε ότι δεχόμαστε προσωπική επίθεση.

Πολλοί ερευνητές έχουν παρατηρήσει ότι όσοι έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και κακή αυτοεκτίμηση τείνουν να χάνουν την ψυχραιμία τους πιο εύκολα.

Τούτου λεχθέντος, η εσωτερική τους κατάσταση τους κάνει επιρρεπείς στο να νιώθουν ότι δέχονται προσωπική επίθεση. Δεν βλέπουν κανένα επιχείρημα ως αντικειμενικό γεγονός, αλλά ως προσωπική επίθεση. Αυτό εξηγεί γιατί κάποιοι απαντούν αγενώς σε κάποιον που απλώς έκανε ένα άσχετο σχόλιο.

Εν συντομία, άλλες μελέτες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι θα είναι πιο εύκολο για εμάς να παραμείνουμε ήρεμοι κατά τη διάρκεια ενός καυγά, εάν βελτιώσουμε ορισμένες πτυχές που μας προδιαθέτουν να θυμώσουμε. Στην πραγματικότητα, η προσωπικότητα, οι συνήθειες αντιμετώπισης και οι μηχανισμοί μάθησης διαμορφώνουν τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τα επιχειρήματα σε μεγάλο βαθμό.

2. Ότι έγινε έγινε

Ο ψυχολόγος Mark Beyebach εξήγησε ότι η μεταφορά προηγούμενων καταστάσεων στο παρόν αυξάνει την πιθανότητα οι άνθρωποι να εκλάβουν τα επιχειρήματα ως προσωπικές επιθέσεις. Η οργή και η αδυναμία εκδηλώνονται επειδή το παρελθόν δεν μπορεί να αλλάξει.

Έτσι, αυτά τα αρνητικά συναισθήματα μας τυφλώνουν και μπορούν ακόμη και να μας κάνουν να ξεχάσουμε γιατί ξεκίνησε η διαφωνία. Μας κάνουν επίσης να νιώθουμε ότι έχουμε σπαταλήσει τόσο πολύ χρόνο τσακώνοντας για ανοησίες, κάτι που μπορεί να μας εξοργίσει ακόμη περισσότερο.

3. Η αυτογνωσία και η αυτογνωσία είναι οι καλύτεροι σύμμαχοί σας

Το να παραμείνετε ήρεμοι κατά τη διάρκεια μιας διαμάχης θα είναι πιο εύκολο για εσάς εάν γνωρίζετε τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία σας. Εάν προσέξετε την εξέλιξη της συζήτησης και όχι μόνο τη θέση σας, θα είναι πιο εύκολο να μάθετε πότε είναι καλύτερο να ενδώσετε, να εξετάσετε το επιχείρημα του άλλου μέρους ή να αποσυρθείτε. Θα είναι πιο εύκολο να διατηρήσετε την ψυχραιμία σας κατά τη διάρκεια ενός καβγά, εάν λάβετε υπόψη σας πραγματικά τις απόψεις του άλλου ατόμου.

Από την άλλη πλευρά, το να έχεις μια λογομαχία μπροστά σε ένα κοινό είναι τελείως διαφορετικό από το να έχεις έναν ιδιωτικό διάλογο. Επίσης, δεν είναι το ίδιο να μαλώνουμε στο τέλος της ημέρας όταν νιώθουμε εξαντλημένοι από το να το κάνουμε το Σαββατοκύριακο όταν νιώθουμε πιο ήρεμοι και ξεκούραστοι. Η επιλογή της μίας ή της άλλης στιγμής για να διευθετηθεί ή να ξεκινήσει μια διαμάχη είναι μέρος της κοινωνικής νοημοσύνης.

4. Η προσμονή μας βοηθά να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας

Εάν πρόκειται να έχετε μια διαμάχη, προετοιμαστείτε. Οργανώστε τις ιδέες σας και εντοπίστε τα επιχειρήματα που τις υποστηρίζουν καλύτερα και τη σειρά με την οποία θα τις παρουσιάσετε. Το παν είναι να έχετε ένα σενάριο που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ως αντίγραφο ασφαλείας ανά πάσα στιγμή.

Επιπλέον, εάν είναι ένα επιχείρημα που μπορείτε να προβλέψετε, είναι καλύτερο να προετοιμάσετε μια ομιλία. Φροντίστε να γνωρίζετε τις ιδέες σας. Σκεφτείτε τις δυνατότητές σας, το βάθος των επιχειρημάτων σας και, αν είναι δυνατόν, προβλέψτε τις απαντήσεις του άλλου μέρους.

5. Τρεις πρακτικές στρατηγικές που θα σας βοηθήσουν να παραμείνετε ήρεμοι
  • Αποφύγετε να υψώνετε τη φωνή σας και να μιλάτε πολύ γρήγορα για να μην σας κολλήσει η γλώσσα. Να θυμάστε ότι η φυσιολογική σας κατάσταση καθορίζει την ταχύτητα της ομιλίας σας.
  • Βεβαιωθείτε ότι η γλώσσα του σώματός σας αντανακλά την ειρήνη αντί για την επιθετικότητα. Προσέξτε τον τρόπο που κινείστε και τις χειρονομίες που κάνετε. Αν φαίνεστε επιθετικοί (ακόμα κι αν δεν είναι η πρόθεσή σας), θα πιέσετε το άλλο άτομο να απαντήσει αμυντικά.
  • Εάν αρχίσετε να αισθάνεστε νευρικοί, προσπαθήστε να πάτε την κύρια συζήτηση προς τα πίσω, ενώ θα ανακτάτε σιγά σιγά την αυτοπεποίθησή σας. Αυτό μπορεί να σας βοηθήσει να αποφύγετε λάθη που σας ακυρώνουν άμεσα.
Τέλος, να θυμάστε ότι η ψυχραιμία κατά τη διάρκεια ενός καυγά μπορεί να μην είναι το πιο εύκολο πράγμα για εσάς, αλλά θα το καταφέρετε. Μπορείτε να ξεκινήσετε ασκώντας την αυτοπαρατήρηση και την αυτοκριτική σας. Είτε το πιστεύετε είτε όχι, θα σας βοηθήσουν να μάθετε τα σωστά εργαλεία που μπορείτε να εφαρμόσετε κατά τη διάρκεια μιας διαφωνίας.

Αυτή η έλλειψη μέτρου μάς σαγηνεύει αλλά επίσης μας καταστρέφει

Εδώ και πενήντα χρόνια ζούμε μια παράξενη περιπέτεια των ηθών: μια χειραφέτηση που απελευθερώνει και ταυτοχρόνως καταπιέζει.

Πολλά ταμπού έχουν ξεπεραστεί, καινούργιες επιταγές και απαιτήσεις έχουν συσσωρευτεί. Αυτές χαρακτηρίζονται από το ότι δεν απαγορεύουν κάτι· εκβιάζουν όμως πολλά και δημιουργούν μια συνεχή τάση μεγιστοποίησης. Πρέπει να απολαμβάνουμε περισσότερο, να αγαπάμε περισσότερο, να κερδίζουμε περισσότερο, να καταναλώνουμε περισσότερο, να στοχαζόμαστε περισσότερο, να παίζουμε περισσότερο, να ζούμε περισσότερο χωρίς νεκρούς χρόνους.

Σε όλα αυτά τα πεδία, η υπερβολή οφείλεται σε μια λογική του κέρδους που είναι γνώρισμα του συστήματος της αγοράς.

Παντού οι θεωρητικοί του παροξυσμού μετράνε, θα έλεγε κανείς, με το “παροξυσμόμετρο”.

Παράξενη αυτή η ατυχία για τη γενιά μας, που παρασύρθηκε από το μυθιστορηματικό στοιχείο της ζωής, που αγάπησε τη δικαιοσύνη για να διαπιστώσει – λίγο αργά – ότι οι επαναστατικές λέξεις – ο πυρετός στο αίμα, η ένταση, η έκσταση – έγιναν διαφημιστικά συνθήματα και ότι ο ηδονισμός εξελίχθηκε στο έσχατο στάδιο του καπιταλισμού.

Αυτό που πρέπει να επινοήσουμε σήμερα είναι ένας ηδονισμός μη αγοραίος, που περικλείει την έκπληξη, την ισορροπία, τη σκέψη και το μέτρο και που είναι κατ’ αρχήν μια τέχνη της ζωής ανάμεσα σε άλλες και όχι αυτοσκοπός.

Καλούμαστε λοιπόν διαρκώς να μην είμαστε ικανοποιημένοι από όσα αισθανόμαστε και να πρέπει να προχωρούμε πιο πέρα.

Αυτή η έλλειψη μέτρου μάς σαγηνεύει αλλά επίσης μας καταστρέφει, δηλητηριάζει τις μικρότερες χαρές μας, μας παραδίδει σε μια αχόρταγη αναζήτηση. Η αντίσταση σ’ αυτές τις πλάνες πρέπει να γίνει η φρόνηση του σήμερα.

Μια αχαλίνωτη απελευθέρωση αντιφάσκει εξαρχής και στήνει το σκηνικό της ίδιας της της ήττας: χρειάζονται λοιπόν όρια.

Στις εποχές της λογοκρισίας των ηθών πρέπει να υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα στην επιθυμία, στις εποχές της “επιτρεπτικότητας” πρέπει να υπερασπιζόμαστε την αρχή της ευγένειας και της ευπρέπειας.

Εφόσον η κοινωνία έπαψε να μας περιορίζει αλλά επιμένει να μας χειρίζεται, ο καθένας μας πρέπει να τοποθετήσει τους κανόνες του.

Τα καλύτερα όπλα μας είναι η επιείκεια και η αβρότητα: να συγχωρούμε τις αδυναμίες των άλλων και να μην πληγώνουμε εκείνους που αγαπάμε.

Ας τους αφήσουμε να ζουν τη ζωή τους κι ας μας δέχονται κι εκείνοι όπως είμαστε.

Αυτό σημαίνει γλυκύτητα της ζωής, τέχνη της διαβίωσης.

Η χαρά βρίσκεται πάντοτε μέσα σου. Οι άλλοι είναι απλώς οι αφορμές

Όποτε υπάρχει χαρά, νιώθεις πως έρχεται απ’ έξω. Συνάντησες ένα φίλο. Φυσικά, φαίνεται ότι η χαρά σου έρχεται από το φίλο, επειδή τον είδες. Στην πραγματικότητα όμως, δεν συμβαίνει αυτό. Η χαρά βρίσκεται πάντοτε μέσα σου. Ο φίλος έγινε απλώς η αφορμή. Ο φίλος σε βοήθησε να τη βγάλεις προς τα έξω, σε βοήθησε να δεις πως είναι εκεί.

Κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο με τη χαρά, αλλά με το κάθε τι. Συμβαίνει με το θυμό, με τη λύπη, με τη δυστυχία, με την ευτυχία, συμβαίνει με το κάθε τι. Οι άλλοι είναι απλώς οι αφορμές, με τις οποίες εκφράζονται τα πράγματα που είναι κρυμμένα μέσα σου. Δεν είναι οι αιτίες, δεν προκαλούν εκείνοι κάτι μέσα σου.

Οτιδήποτε συμβαίνει, συμβαίνει μέσα σου. Πάντοτε εκεί βρισκόταν. Απλώς η συνάντηση με αυτό το φίλο έχει γίνει η αφορμή να βγει οτιδήποτε ήταν κρυμμένο. Από τις κρυμμένες πηγές, έχει γίνει φανερό, έχει εκδηλωθεί. Όποτε συμβαίνει αυτό, μείνε κεντραρισμένος στο εσωτερικό συναίσθημα και τότε θα έχεις διαφορετική συμπεριφορά για το κάθε τι στη ζωή.

Όποτε είσαι μόνος, δεν υπάρχει κανένας που να προκαλέσει το θυμό σου, κανένας που να σε κάνει να στενοχωρηθείς, κανένας που να σε κάνει να φορέσεις τα ψεύτικα πρόσωπά σου. Όταν είσαι μόνος, δεν εμφανίζεται ο θυμός. Όχι ότι ο θυμός έχει εξαφανιστεί, απλώς δεν υπάρχει αφορμή για να εκδηλωθεί ο θυμός. Είσαι γεμάτος θυμό, μα δεν βρίσκεται εκεί κανένας για να σε προσβάλλει, να σε πληγώσει. Το μόνο που λείπει είναι η ευκαιρία. Κι ύστερα, γυρίζεις και πάλι στον κόσμο. Ζεις πενήντα χρόνια στα Ιμαλάια και όταν ξαναγυρίζεις στον κόσμο, αμέσως θα βρεις πως υπάρχει θυμός μέσα σου, φρέσκος όσο ποτέ. Μπορεί μάλιστα να είναι και πιο δυνατός τώρα, επειδή επί πενήντα χρόνια μάζευες θυμό, μάζευες δηλητήριο. Τότε, φοβάται κανείς να ξαναγυρίσει στον κόσμο.

MACHIAVELLI: O όχλος παραπλανημένος από απατηλά οφέλη, επιζητεί, συχνά, την καταστροφή του και συγκινείται, εύκολα από λαμπρές ελπίδες και απερίσκεπτες υποσχέσεις

Όταν κατελήφθη η πόλη Βέι, ο λαός θεώρησε ότι η Ρώμη θα ωφελείτο, αν οι μισοί κάτοικοί της μετακόμιζαν στο Βέι. Επειδή το Βέι βρισκόταν σε πλούσια περιοχή, διέθετε πληθώρα κτισμάτων και ήταν κοντά στη Ρώμη, και όχι τόσο κοντά ώστε οι κάτοικοί του να παρεμβαίνουν στις πολιτικές διαδικασίες της, θεωρήθηκε, λοιπόν, ότι όλοι αυτοί θα ευημερούσαν, αν μετακόμιζαν εκεί. Το εγχείρημα κρίθηκε απ’ τη Σύγκλητο και τους φρονιμότερους Ρωμαίους τόσο μάταιο και ενδεχομένως, βλαβερό, ώστε διεκήρυξαν δημόσια, πως θα προτιμούσαν να τους θανατώσουν παρά να συγκατατεθούν. Το αποτέλεσμα ήταν, όταν το θέμα ήλθε προς συζήτηση, να εξαγριωθεί τόσο πολύ ο όχλος κατά της Συγκλήτου, ώστε θα γινόταν ένοπλη σύγκρουση και αιματοχυσία, αν κάποιοι αξιοσέβαστοι, ηλικιωμένοι πολίτες δεν προστάτευαν τη Σύγκλητο και δεν σταματούσαν, χάρις στο κύρος τους, την αυθάδεια του πλήθους.

Δυο πράγματα αξίζει να σημειωθούν εδώ. Ο λαός, πρώτα απ’ όλα, παραπλανημένος από απατηλά αγαθά, επιδιώκει πολλές φορές την αυτοκαταστροφή του, προξενώντας ατελεύτητα κινδύνους και καταστροφές στις δημοκρατίες, εκτός εάν κάποιος τον οποίον εμπιστεύεται, τον καθοδηγήσει, ώστε να αντιληφθεί τι είναι καλό και τι κακό γι’ αυτόν, Όταν πάλι, κατά κακή τύχη, δεν εμπιστεύεται κανέναν, όπως ενίοτε συμβαίνει, επειδή εξαπατήθηκε στο παρελθόν από γεγονότα ή ανθρώπους, τότε αναπόφευκτα σπέρνει τον όλεθρο. Απ’ αυτή την απροθυμία να εμπιστευθούν οποιονδήποτε, αποτυγχάνουν οι δημοκρατίες να λάβουν σωστές αποφάσεις, όπως σημειώσαμε πιο πάνω για τους Ενετούς, οι οποίοι, όταν δέχθηκαν επίθεση από πολυάριθμους εχθρούς, δεν μπορούσαν να αποφασίσουν κατά πόσον θα αντιμετώπιζαν την κατάσταση επιστρέφοντας όσα είχαν αρπάξει απ΄τους άλλους –γιατί αυτό είχε προκαλέσει τον πόλεμο και εξαναγκάσει τους άλλους ηγεμόνες να συνασπισθούν εναντίον τους-, ώσπου καταστράφηκαν.

Στρεφόμενοι τώρα στο ερώτημα, για ποια πράγματα είναι εύκολο και ποια δύσκολο να πείσεις κάποιον, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι εκείνο το οποίο πρέπει να τον πείσεις είτε δείχνει σε πρώτη ματιά, ως σίγουρη ή χαμένη υπόθεση. είτε, πάλι, μπορεί να του φανεί γενναία ή δειλή πράξη. Όταν οι προτάσεις που έχουν τεθεί στην κρίση του λαού δείχνουν να είναι σίγουρες υποθέσεις, μολονότι εμπεριέχουν συγκαλυμμένους κινδύνους, ή δείχνουν τολμηρές, ενώ υποκρύπτουν την καταστροφή της Δημοκρατίας, θα είναι πάντοτε εύκολο να πείσεις τις μάζες να τις υιοθετήσουν. Και, ομοίως, θα είναι πάντοτε δύσκολο να τις πείσεις να υιοθετήσουν μια πορεία που τους φαίνεται άνανδρη ή χωρίς ελπίδα, μολονότι περικλείει ασφάλεια και ηρεμία.

Όσα έχω αναφέρει προκύπτουν από πολυάριθμες περιπτώσεις, ρωμαϊκές και μη, σύγχρονες και παλαιές. Έτσι, π.χ., δεν εξετιμήθη στη Ρώμη o Φάβιος Μάξιμος, απέτυχε να τους πείσει ότι η δημοκρατία θα έπραττε φρόνιμα αν έκανε πόλεμο φθοράς εναντίον του Αννίβα, αμυνόμενη, μάλλον, παρά επιτιθέμενη. Διότι o λαός θεώρησε άνανδρη και χωρίς πλεονεκτήματα μια τέτοια τακτική, o δε Φάβιος δεν είχε αρκετά επιχειρήματα ώστε να τους πείσει για την άποψή του. Οι άνθρωποι τυφλώνονται τόσο πολύ, σ’ ό,τι αφορά την ίδια τους την ασφάλεια. ώστε, μολονότι οι Ρωμαίοι διέπραξαν το λάθος να εξουσιοδοτήσουν τον αρχηγό του ιππικού του Φάβιου να επιτεθεί, αντίθετα με την βούληση του τελευταίου, και μολονότι με την επίθεση αυτή θα εξολοθρευόταν ο ρωμαϊκός στρατός -αν δεν τον διέσωζε η προνοητικότητα του Φάβιου-, παρ’ όλα αυτά ελάχιστα συνήγαγαν οι Ρωμαίοι απ’ αυτήν την εμπειρία, ώστε, εν συνεχεία, εξέλεξαν ως Ύπατο τον Βάρρο, όχι για να επιβραβεύσουν την αξία του, αλλά επειδή τριγύριζε στην πόλη διακηρύσσοντας σε δρόμους και πλατείες ότι θα συνέτριβε τον Αννίβα, φτάνει να του ανέθεταν τη διοίκηση. Με αποτέλεσμα τη μάχη και την ήττα στις Κάννες, από την οποία η Ρώμη σχεδόν καταστράφηκε.

MACHIAVELLI, Η χειραγώγηση του όχλου – Οι Συνομωσίες

Ετεοκλής και Πολυνείκης. Το μίσος χώρισε τα δύο αδέλφια

Μυθολογικά πρόσωπα: Δίδυμοι γιοι του Οιδίποδα και της Ιοκάστης.

Κατά τον μύθο –που έγινε πασίγνωστος με την τραγωδία του Αισχύλου Επτά επί Θήβαις– το μίσος χώρισε τα δύο αδέλφια, γιατί ο Ετεοκλής αρνήθηκε να παραδώσει τον θρόνο στον αδελφό του, όπως ήταν υποχρεωμένος να κάνει, καθώς είχε συμφωνηθεί ότι ο καθένας θα βασίλευε έναν χρόνο και ύστερα θα παραχωρούσε την εξουσία στον άλλον. Ο Πολυνείκης κατέφυγε στον Άδραστο (τον βασιλιά του Άργους) και κήρυξε πόλεμο εναντίον του αδελφού του με συμμάχους άλλους έξι βασιλείς.

Κατά την προσβολή της Θήβας, όταν σκοτώθηκαν οι πέντε βασιλείς έξω από τα τείχη της πόλης (εκτός από τον Άδραστο), η τύχη της εκστρατείας θα κρινόταν με τη μονομαχία των δύο αδελφών, κατά την οποία σκοτώθηκαν και οι δύο.

Η γερουσία των Θηβών τίμησε τον Ετεοκλή γιατί υπερασπίστηκε την πόλη, ενώ δεν παραχώρησε ούτε τόπο για να ταφεί ο Πολυνείκης.

Το γεγονός αυτό έδωσε θέμα στο έπος Θηβαΐς (που έχει χαθεί) και στις τραγωδίες Επτά επί Θήβαις του Αισχύλου, Οιδίπους επί Κολωνώ και Αντιγόνη του Σοφοκλή και στις Φοίνισσες του Ευριπίδη.

Την αρχαιότερη εξιστόρηση της φιλονικίας του Ετεοκλή και του Πολυνείκη έχουμε στην τραγωδία του Αισχύλου Επτά επί Θήβαις, όπου ο ποιητής παρουσιάζεται να συμπαθεί τον Ετεοκλή παρουσιάζοντάς τον ως ανιδιοτελή ηγεμόνα, υπερασπιστή της πατρίδας του. Αντίθετα, στις Φοίνισσες του Ευριπίδη καλύτερος φαίνεται ο Πολυνείκης, ενώ ο Ετεοκλής εμφανίζεται ως φίλαρχος.

Μην πανικοβάλλεσαι, διάβασε φιλοσοφία

Ο Αλαίν ντε Μποττόν μάς δείχνει πώς οι φιλόσοφοι μπορούν να βελτιώσουν τη ζωή μας, πώς μας βοηθούν να ξεπερνάμε τις αντιξοότητες και να δημιουργούμε καλύτερες συνθήκες για τον εαυτό μας.

Δεν έχεις χρήματα; Ζήτα βοήθεια από τον Επίκουρο

Δυσκολεύεσαι το πρωί να σηκωθείς. Δεν έχεις κέφι, είσαι εριστικός. Διαισθητικά κατηγορείς τη δουλειά που κάνεις. Δεν βγάζεις αρκετά χρήματα και αυτό σε καταπιέζει. Αποφασίζεις να αλλάξεις δουλειά. Την αλλάζεις, κερδίζεις περισσότερα αλλά και πάλι δεν βρίσκεις ευτυχία. Δεν έχεις χρήματα; Βρες αλλού την ευτυχία, στη φιλία και στην παρέα, στην ελευθερία, στη σκέψη, αυτό συνιστά ο Επίκουρος.

«Αν αφαιρέσω τις ηδονές της γεύσης, αν αφαιρέσω τη σεξουαλική ηδονή, αν αφαιρέσω την ηδονή της ακοής και αν αφαιρέσω τα γλυκά συναισθήματα που προκαλούνται στη θέα όμορφων μορφών… δεν γνωρίζω πώς να διανοηθώ το καλό» θα πει. Ωστόσο παράλληλα θα αναρωτηθεί: «Μπορεί κανείς να είναι ευτυχισμένος χωρίς χρήματα και πώς;».

Στην ερώτηση αυτή ο Επίκουρος απαντάει με έναν κατάλογο των απαραίτητων και μη για την ευτυχία: Φυσικά και αναγκαία στοιχεία για να ζει κανείς ευτυχισμένος θεωρεί τη φιλία, την ελευθερία, τη σκέψη. Φυσικά και όχι αναγκαία πράγματα θεωρεί το μεγάλο σπίτι, τα ιδιωτικά λουτρά, τα συμπόσια και τους υπηρέτες. Ούτε φυσικά ούτε αναγκαία θεωρεί τη φήμη και την εξουσία. Ο ίδιος υποστήριξε με το παράδειγμά του αυτή τη θεωρία.

Ζούσε με φίλους του εκτός των Αθηνών και απολάμβανε αυτή την παρέα. Αποφάσισαν να μην εμπλακούν στις εμπορευματικές σχέσεις της αθηναϊκής αγοράς και φρόντισαν να έχουν τον δικό τους κήπο, με τρόφιμα που τους επέτρεπαν να ζουν. Στον κήπο αυτόν γίνονταν και οι περισσότερες συζητήσεις, καθώς ο Επίκουρος και οι μαθητές-φίλοι του είχαν ως μότο ότι η σκέψη είναι το καλύτερο αγχολυτικό. Η φιλοσοφία του Επίκουρου λέει: Αν διαθέτουμε χρήματα δίχως φίλους, δίχως ελευθερία και μια μεθοδική ανάλυση της ζωής μας, δεν θα είμαστε ποτέ αληθινά ευτυχισμένοι. Ενώ αν τα διαθέτουμε αλλά στερούμαστε πλούτου, δεν θα είμαστε ποτέ δυστυχισμένοι.

Είσαι απογοητευμένος; Ζήτα βοήθεια από τον Σενέκα

Όλα πάνε καλά και μια μέρα μαθαίνεις ότι ένα αγαπημένο σου πρόσωπο θα πεθάνει από ανίατη ασθένεια. Πανικοβάλλεσαι. Δεν ξέρεις τι να κάνεις. Ο Αλαίν ντε Μποττόν συνιστά το παράδειγμα του Σενέκα. Να είσαι προετοιμασμένος. Όταν ο Νέρωνας έστειλε να θανατώσουν τον Σενέκα, οι φίλοι του φιλοσόφου χλώμιασαν και ξέσπασαν σε κλάματα. «Πού έχει πάει η φιλοσοφία σας;» τους ρώτησε αυτός.

Σύμφωνα με τον Σενέκα στον πυρήνα κάθε απογοήτευσης βρίσκεται μια βασική δομή: η σύγκρουση της επιθυμίας με τη σκληρή πραγματικότητα. Πίστευε ότι υπομένουμε ευκολότερα εκείνες τις απογοητεύσεις για τις οποίες έχουμε προετοιμαστεί. Γλιτώνουμε κατ΄ αυτόν τον τρόπο αν όχι από την απογοήτευση, τουλάχιστον από το σύνολο των ολέθριων συναισθημάτων που τη συνοδεύουν. Ετσι αποφεύγουμε την οργή. Ο βαθμός αρνητικής αντίδρασής μας σε διάφορες περιστάσεις σημαίνει ότι δεν έχουμε εκλογικεύσει ότι αυτές μπορεί να μας συμβούν. Αποφεύγουμε το σοκ. Ενα αεροπλάνο πέφτει, γίνεται ένας σεισμός. Ας δεχθούμε, λέει ο Σενέκας, ότι η τύχη πάει χωρίς πρόγραμμα σαν τη θεά Φορτούνα. Μπορεί μια καταστροφή να μας πλήξει, μπορεί και όχι. Κανένας δεν σου έχει υποσχεθεί ότι τίποτε ανάποδο δεν θα συμβεί στη ζωή σου. Δέξου αυτή την απλή αλήθεια για να είσαι προετοιμασμένος. Απαντάς στην αδικία. Κάτι συμβαίνει και αισθάνεσαι αδικημένος, αν και θεωρείς ότι ενεργείς ορθά. Το αποδίδεις στην αδικία ή πιστεύεις ότι έκανες κάτι κακό, γι΄ αυτό τιμωρείσαι. Μπορούμε να είμαστε δυστυχισμένοι ή ευτυχισμένοι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ευθύνεται για αυτό η δικαιοσύνη. Προετοιμασμένος επίσης μπορείς να αντιμετωπίσεις το άγχος ή τη χλεύη. Ο καθησυχασμός είναι το χειρότερο αντίδοτο σε ό,τι συμβαίνει.

Αισθάνεσαι ανικανότητα σεξουαλική; Ζήτα βοήθεια από τον Μονταίνι

Aν αισθάνεσαι σεξουαλικά ανίκανος, η μόνη λύση είναι να το παραδεχθείς για να αποενοχοποιηθείς. Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποία καταλήγει ο Αλαίν ντε Μποττόν μελετώντας τον Μονταίνι. Ο περίφημος για τα δοκίμιά του φιλόσοφος του 16ου αιώνα Μονταίνι είχε παρατηρήσει ότι οι άνδρες πολλές φορές έπεφταν σε μεγάλη απογοήτευση όταν δεν είχαν στύση και δεν μπορούσαν να χαρίσουν ερωτική ευτυχία στο ταίρι τους. Κάποιοι μάλιστα είχαν τέτοιο άγχος που αυτοευνουχίζονταν για να απελευθερωθούν από αυτό. Ο Μονταίνι διδάσκει ότι «η πλέον αλλόκοτη αναπηρία μας είναι να περιφρονούμε την ύπαρξή μας… οφείλουμε να σταματήσουμε τον πόλεμο με το περίπλοκο σωματικό μας περίβλημα και να μάθουμε να το αποδεχόμαστε ως αμετάβλητο στοιχείο της κατάστασής μας, κάτι όχι τόσο φριχτό ούτε τόσο ταπεινωτικό».

Αναφερόμενος ο φιλόσοφος σε έναν φίλο του που η στύση του τον εγκατέλειψε λίγο πριν από τη διείσδυση, πρότεινε «να δεχθεί κανείς την απώλεια ελέγχου του πέους ως άκακη πιθανότητα στον έρωτα», ώστε αν παραδεχθεί και εξομολογηθεί στην ερωτική του σύντροφο και στον εαυτό του εκ προοιμίου την αδυναμία του τότε η ψυχική του ένταση θα ανακουφιστεί και- όταν το κακό θα έφτανε, όπως το περίμενε- η ευθύνη του θα μειωνόταν και θα τον βάραινε λιγότερο.

Δεν καταλαβαίνεις ένα βιβλίο; Ζήτα, και πάλι, βοήθεια από τον Μονταίνι

Διαβάζεις ένα βιβλίο και δεν καταλαβαίνεις απολύτως τίποτε.

Σκέφτεσαι: Είμαι ανίκανος να καταλάβω τη σοφία του συγγραφέα, δεν γνωρίζω πολλά πράγματα στη ζωή μου. Ο Μονταίνι είχε διαφορετική γνώμη: Κλείσε το βιβλίο αν σου φαίνεται ανόητο ή ακατανόητο. Οταν ο Μονταίνι διάβαζε ένα βιβλίο που δεν το καταλάβαινε, σκεφτόταν ότι είτε ο συγγραφέας είναι ανίκανος να είναι ξεκάθαρος είτε ο ίδιος είναι ανόητος.

Ξεκινούσε από το πρώτο, μια και είχε παρατηρήσει ότι «η δυσκολία είναι ένα νόμισμα που χρησιμοποιούν οι μορφωμένοι, όπως οι παπατζήδες, για να μην αποκαλύπτεται η ματαιότητα των τεχνασμάτων τους, και αυτό το νόμισμα το αποδέχεται εύκολα η ανθρώπινη βλακεία». Το να γράφεις απλά απαιτεί θάρρος, κατά τον Μονταίνι. Κοιτάζοντας γύρω του τα όπως και σήμερα ακαταλαβίστικα ακαδημαϊκά έργα, αναρωτιέται αν η πλειονότητα των πανεπιστημιακών λογίων θα είχε εκτιμήσει τον Σωκράτη με τον καθαρό και απόλυτα κατανοητό λόγο του.

Το σημαντικό σε ένα βιβλίο είναι η χρησιμότητά του και η καταλληλότητά του. Δεν έχει σημασία τόσο πολύ να μεταφέρεις με ακρίβεια τι έγραψε ο Πλάτωνας όσο το να κρίνεις αν αυτά που είπε έχουν ενδιαφέρον και μπορούν μέσα στη νύχτα να μας βοηθήσουν με τις αγωνίες και τη μοναξιά μας. Και μια εντελώς επίκαιρη παρατήρηση του Μονταίνι: «Περισσότερα είναι τα βιβλία για τα βιβλία, παρά για όποιο άλλο θέμα: δεν κάνουμε τίποτε άλλο παρά να αλληλο-υπομνηματιζόμαστε. Ολα είναι ένα σμάρι από σχόλια: από συγγραφείς όμως υπάρχει μεγάλη έλλειψη».

Αντιμετωπίζεις δυσκολίες; Ζήτα βοήθεια από τον Νίτσε

Bρίσκεσαι μπροστά σε αξεπέραστες δυσκολίες στη ζωή σου. Νομίζεις ότι έχεις «τελειώσει». Η εύκολη λύση είναι να τα παρατήσεις. Αντίθετα, ο Νίτσε σού δίνει μιαν άλλη προοπτική: Εκμεταλλεύσου τις δυσκολίες. Ανάπτυξε τα πάθη σου.

Πάρε αφορμή από αυτά για να δημιουργήσεις μια καλύτερη ζωή. Ολες οι ζωές έχουν δυσκολίες. Αυτό που τις διακρίνει είναι ο τρόπος που αποφασίζεις να τις αντιμετωπίσεις. Κάθε βάσανο είναι ένα ακαθόριστο σημάδι ότι κάτι δεν πάει καλά, και μπορεί να επιφέρει καλό ή κακό αποτέλεσμα, ανάλογα βέβαια με την ευθυκρισία και την πνευματική δύναμη του παθόντος. Το άγχος μπορεί να προκαλέσει πανικό ή μια ενδελεχή ανάλυση σχετικά με το τι πήγε στραβά. Η αίσθηση αδικίας μπορεί να οδηγήσει στον φόνο ή σε ένα ριζοσπαστικό έργο οικονομικής θεωρίας. Ο φθόνος ίσως οδηγήσει στην πικρία ή στην απόφαση να ανταγωνιστείς έναν αντίπαλο δημιουργώντας ένα αριστούργημα. Η τέχνη της ζωής επαφίεται στην εκμετάλλευση των αντιξοοτήτων. Ο Νίτσε αναφέρει ως χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη ζωή των αρχαίων Ελλήνων. Κοιτάζεις τον Ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο και νομίζεις ότι αντικαθρεφτίζει την ηρεμία στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων. Λάθος. Οι αρχαίοι Έλληνες, μας λέει ο Νίτσε, επέτρεπαν στα πάθη τους να υπάρχουν μέσα στην κοινωνία. Και κατέληγε: Όσο πιο μεγάλα και φοβερά είναι τα πάθη που μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της μια εποχή, ένας λαός, ένα άτομο, επειδή είναι σε θέση να τα χρησιμοποιήσει ως μέσα, τόσο υψηλότερα στέκεται η κουλτούρα της».

Τρως χυλόπιτα; Ζήτα βοήθεια από τον Σοπενχάουερ

Eίσαι στο βαγόνι του τρένου και προσπαθείς να αποσπάσεις το βλέμμα της ωραίας κοπέλας που κάθεται απέναντί σου. Όσο την παρατηρείς τόσο νιώθεις ότι είναι φτιαγμένη για σένα. Γνωρίζεσαι μαζί της αλλά στο τέλος «τρως χυλόπιτα». Πέφτεις στα τάρταρα. Νομίζεις ότι ο ήλιος έσβησε γύρω σου. «Μην κάνεις έτσι» θα σου πει ο Σοπενχάουερ.

«Υπάρχουν κι άλλες γυναίκες». Ο Σοπενχάουερ δηλώνει: «Δεν είμαστε κληρονομικά μη ερωτεύσιμοι, ο χαρακτήρας μας δεν είναι αποκρουστικός, ούτε το πρόσωπό μας απεχθές. Μια μέρα θα συναντήσουμε κάποιον που θα μας θεωρήσει υπέροχους και θα αισθανθεί εξαιρετικά φυσικός και ανοικτός μαζί μας. Με τον καιρό θα μάθουμε να συγχωρούμε όσους μάς απορρίπτουν». Ο Σοπενχάουερ πιστεύει ότι υπάρχει μια ακατανίκητη δύναμη που έλκει δύο πρόσωπα, τις πιο πολλές φορές εν αγνοία τους. Η δύναμη αυτή, που την ονόμαζε «θέληση για ζωή» (Wille zum leben), είναι μια έμφυτη παρόρμηση του ανθρώπου να παραμείνει ζωντανός και να αναπαραχθεί. Αν και ο Σοπενχάουερ ήταν ο κατ΄ εξοχήν πεσιμιστής φιλόσοφος που έζησε μια ζωή μέσα στην κατάθλιψη, εν τούτοις πίστευε ότι η θέληση για ζωή είναι αυτή που σώζει τον καταθλιπτικό, τον ασυγκίνητο, τον μισογύνη. Ενα σφάλμα υπάρχει στη σκέψη μας, κατά τον Σοπενχάουερ, ότι πιστεύουμε πως υπάρχουμε για να είμαστε ευτυχισμένοι. Αν ρίξουμε μια ματιά στους ηλικιωμένους, θα καταλάβουμε ότι αυτό δεν ισχύει. Οι νέοι πιστεύουν ότι δίπλα τους αιωρούνται οράματα ευτυχίας που ανά πάσα στιγμή μπορούν εύκολα να τα πιάσουν.

Αν μπορούσαμε να διδάξουμε στους νέους ότι η ζωή έχει πολλά να τους προσφέρει, θα τους κάναμε περισσότερο ανθεκτικούς στις αναποδιές.

Αλαίν ντε Μποττόν, Η παρηγοριά της φιλοσοφίας

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ

ΘΟΥΚ 4.37.1–4.41.4

Νίκη των Αθηναίων στη Σφακτηρία

Μετά την απόρριψη των σπαρτιατικών προτάσεων για ειρήνη (βλ. ΘΟΥΚ 4.21.1–4.23.2), οι επιχειρήσεις στη Σφακτηρία ξανάρχισαν. Ο Κλέωνας εκλέχτηκε στρατηγός και μαζί με τον Δημοσθένη οδήγησαν τις αθηναϊκές δυνάμεις σε απόβαση στη Σφακτηρία. Οι υπερασπιστές της περιήλθαν σε δεινή θέση.


[4.37.1] Γνοὺς δὲ ὁ Κλέων καὶ ὁ Δημοσθένης [ὅτι], εἰ καὶ ὁπο-
σονοῦν μᾶλλον ἐνδώσουσι, διαφθαρησομένους αὐτοὺς ὑπὸ
τῆς σφετέρας στρατιᾶς, ἔπαυσαν τὴν μάχην καὶ τοὺς ἑαυτῶν
ἀπεῖρξαν, βουλόμενοι ἀγαγεῖν αὐτοὺς Ἀθηναίοις ζῶντας, εἴ
πως τοῦ κηρύγματος ἀκούσαντες ἐπικλασθεῖεν τῇ γνώμῃ
τὰ ὅπλα παραδοῦναι καὶ ἡσσηθεῖεν τοῦ παρόντος δεινοῦ.
[4.37.2] ἐκήρυξάν τε, εἰ βούλονται, τὰ ὅπλα παραδοῦναι καὶ σφᾶς
αὐτοὺς Ἀθηναίοις ὥστε βουλεῦσαι ὅτι ἂν ἐκείνοις δοκῇ.
[4.38.1] οἱ δὲ ἀκούσαντες παρῆκαν τὰς ἀσπίδας οἱ πλεῖστοι καὶ τὰς
χεῖρας ἀνέσεισαν, δηλοῦντες προσίεσθαι τὰ κεκηρυγμένα.
μετὰ δὲ ταῦτα γενομένης τῆς ἀνοκωχῆς ξυνῆλθον ἐς λόγους
ὅ τε Κλέων καὶ ὁ Δημοσθένης καὶ ἐκείνων Στύφων ὁ
Φάρακος, τῶν πρότερον ἀρχόντων τοῦ μὲν πρώτου τεθνη-
κότος Ἐπιτάδου, τοῦ δὲ μετ’ αὐτὸν Ἱππαγρέτου ἐφῃρημένου
ἐν τοῖς νεκροῖς ἔτι ζῶντος κειμένου ὡς τεθνεῶτος, αὐτὸς
τρίτος ἐφῃρημένος ἄρχειν κατὰ νόμον, εἴ τι ἐκεῖνοι πάσχοιεν.
[4.38.2] ἔλεγε δὲ ὁ Στύφων καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ ὅτι βούλονται διακηρυ-
κεύσασθαι πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἠπείρῳ Λακεδαιμονίους ὅτι χρὴ
σφᾶς ποιεῖν. [4.38.3] καὶ ἐκείνων μὲν οὐδένα ἀφέντων, αὐτῶν δὲ
τῶν Ἀθηναίων καλούντων ἐκ τῆς ἠπείρου κήρυκας καὶ γενο-
μένων ἐπερωτήσεων δὶς ἢ τρίς, ὁ τελευταῖος διαπλεύσας
αὐτοῖς ἀπὸ τῶν ἐκ τῆς ἠπείρου Λακεδαιμονίων ἀνὴρ ἀπήγ-
γειλεν ὅτι [οἱ] «Λακεδαιμόνιοι κελεύουσιν ὑμᾶς αὐτοὺς περὶ
ὑμῶν αὐτῶν βουλεύεσθαι μηδὲν αἰσχρὸν ποιοῦντας»· οἱ δὲ
καθ’ ἑαυτοὺς βουλευσάμενοι τὰ ὅπλα παρέδοσαν καὶ σφᾶς
αὐτούς. [4.38.4] καὶ ταύτην μὲν τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ἐπιοῦσαν νύκτα
ἐν φυλακῇ εἶχον αὐτοὺς οἱ Ἀθηναῖοι· τῇ δ’ ὑστεραίᾳ οἱ
μὲν Ἀθηναῖοι τροπαῖον στήσαντες ἐν τῇ νήσῳ τἆλλα
διεσκευάζοντο ὡς ἐς πλοῦν, καὶ τοὺς ἄνδρας τοῖς τριηράρχοις
διεδίδοσαν ἐς φυλακήν, οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι κήρυκα πέμ-
ψαντες τοὺς νεκροὺς διεκομίσαντο. [4.38.5] ἀπέθανον δ’ ἐν τῇ νήσῳ
καὶ ζῶντες ἐλήφθησαν τοσοίδε· εἴκοσι μὲν ὁπλῖται διέβησαν
καὶ τετρακόσιοι οἱ πάντες· τούτων ζῶντες ἐκομίσθησαν
ὀκτὼ ἀποδέοντες τριακόσιοι, οἱ δὲ ἄλλοι ἀπέθανον. καὶ
Σπαρτιᾶται τούτων ἦσαν τῶν ζώντων περὶ εἴκοσι καὶ ἑκατόν.
Ἀθηναίων δὲ οὐ πολλοὶ διεφθάρησαν· ἡ γὰρ μάχη οὐ
σταδαία ἦν.

[4.39.1] Χρόνος δὲ ὁ ξύμπας ἐγένετο ὅσον οἱ ἄνδρες [οἱ] ἐν τῇ
νήσῳ ἐπολιορκήθησαν, ἀπὸ τῆς ναυμαχίας μέχρι τῆς ἐν τῇ
νήσῳ μάχης, ἑβδομήκοντα ἡμέραι καὶ δύο. [4.39.2] τούτων περὶ
εἴκοσιν ἡμέρας, ἐν αἷς οἱ πρέσβεις περὶ τῶν σπονδῶν
ἀπῇσαν, ἐσιτοδοτοῦντο, τὰς δὲ ἄλλας τοῖς ἐσπλέουσι λάθρᾳ
διετρέφοντο. καὶ ἦν σῖτός τις ἐν τῇ νήσῳ καὶ ἄλλα βρώ-
ματα ἐγκατελήφθη· ὁ γὰρ ἄρχων Ἐπιτάδας ἐνδεεστέρως
ἑκάστῳ παρεῖχεν ἢ πρὸς τὴν ἐξουσίαν. [4.39.3] οἱ μὲν δὴ Ἀθηναῖοι
καὶ οἱ Πελοποννήσιοι ἀνεχώρησαν τῷ στρατῷ ἐκ τῆς Πύλου
ἑκάτεροι ἐπ’ οἴκου, καὶ τοῦ Κλέωνος καίπερ μανιώδης οὖσα
ἡ ὑπόσχεσις ἀπέβη· ἐντὸς γὰρ εἴκοσιν ἡμερῶν ἤγαγε τοὺς
ἄνδρας, ὥσπερ ὑπέστη. [4.40.1] παρὰ γνώμην τε δὴ μάλιστα τῶν
κατὰ τὸν πόλεμον τοῦτο τοῖς Ἕλλησιν ἐγένετο· τοὺς γὰρ
Λακεδαιμονίους οὔτε λιμῷ οὔτ’ ἀνάγκῃ οὐδεμιᾷ ἠξίουν τὰ
ὅπλα παραδοῦναι, ἀλλὰ ἔχοντας καὶ μαχομένους ὡς ἐδύναντο
ἀποθνῄσκειν. [4.40.2] ἀπιστοῦντές τε μὴ εἶναι τοὺς παραδόντας
τοῖς τεθνεῶσιν ὁμοίους, καί τινος ἐρομένου ποτὲ ὕστερον τῶν
Ἀθηναίων ξυμμάχων δι’ ἀχθηδόνα ἕνα τῶν ἐκ τῆς νήσου
αἰχμαλώτων εἰ οἱ τεθνεῶτες αὐτῶν καλοὶ κἀγαθοί, ἀπεκρί-
νατο αὐτῷ πολλοῦ ἂν ἄξιον εἶναι τὸν ἄτρακτον, λέγων τὸν
οἰστόν, εἰ τοὺς ἀγαθοὺς διεγίγνωσκε, δήλωσιν ποιούμενος
ὅτι ὁ ἐντυγχάνων τοῖς τε λίθοις καὶ τοξεύμασι διεφθείρετο.

[4.41.1] Κομισθέντων δὲ τῶν ἀνδρῶν οἱ Ἀθηναῖοι ἐβούλευσαν
δεσμοῖς μὲν αὐτοὺς φυλάσσειν μέχρι οὗ τι ξυμβῶσιν, ἢν
δ’ οἱ Πελοποννήσιοι πρὸ τούτου ἐς τὴν γῆν ἐσβάλωσιν,
ἐξαγαγόντες ἀποκτεῖναι. [4.41.2] τῆς δὲ Πύλου φυλακὴν κατεστή-
σαντο, καὶ οἱ ἐκ τῆς Ναυπάκτου Μεσσήνιοι ὡς ἐς πατρίδα
ταύτην (ἔστι γὰρ ἡ Πύλος τῆς Μεσσηνίδος ποτὲ οὔσης γῆς)
πέμψαντες σφῶν αὐτῶν τοὺς ἐπιτηδειοτάτους ἐλῄζοντό τε
τὴν Λακωνικὴν καὶ πλεῖστα ἔβλαπτον ὁμόφωνοι ὄντες. [4.41.3] οἱ
δὲ Λακεδαιμόνιοι ἀμαθεῖς ὄντες ἐν τῷ πρὶν χρόνῳ λῃστείας
καὶ τοῦ τοιούτου πολέμου, τῶν τε Εἱλώτων αὐτομολούντων
καὶ φοβούμενοι μὴ καὶ ἐπὶ μακρότερον σφίσι τι νεωτερισθῇ
τῶν κατὰ τὴν χώραν, οὐ ῥᾳδίως ἔφερον, ἀλλὰ καίπερ οὐ
βουλόμενοι ἔνδηλοι εἶναι τοῖς Ἀθηναίοις ἐπρεσβεύοντο παρ’
αὐτοὺς καὶ ἐπειρῶντο τήν τε Πύλον καὶ τοὺς ἄνδρας κομί-
ζεσθαι. [4.41.4] οἱ δὲ μειζόνων τε ὠρέγοντο καὶ πολλάκις φοιτώντων
αὐτοὺς ἀπράκτους ἀπέπεμπον. ταῦτα μὲν τὰ περὶ Πύλον
γενόμενα.

***
[4.37.1] Όταν κατάλαβαν, ο Κλέων και ο Δημοσθένης, πως και το ελάχιστο να υποχωρήσουν ακόμα θα χαλαστούν όλοι από το δικό τους στρατό, σταμάτησαν τη μάχη κ' εμπόδισαν τουςδικούς τους να συνεχίσουν, θέλοντας να τους φέρουνε ζωντανούς στους Αθηναίους, και με την ελπίδα να σπάσει το ηθικό τους όταν ακούσουν την προκήρυξη και καταβληθούν από τη φοβερή τους θέση, [4.37.2] προκήρυξαν, αν θέλουν, να παραδοθούνε στους Αθηναίους, παραδίνοντας και τα όπλα τους, ώστε να αποφασίσουν εκείνοι ό,τι νομίζουν σωστό.

[4.38.1] Κι αυτοί όταν τ' άκουσαν, έγειραν οι περισσότεροι τις ασπίδες προς τα κάτω κ' ύψωσαν τα χέρια ψηλά κουνώντας τα, δείχνοντας με τούτο πως δέχονται όσα τους φώναξε ο κήρυκας. Κι όταν ύστερα απ' αυτά έγινε ανακωχή, συναντήθηκαν για να μιλήσουν ο Κλέων κι ο Δημοσθένης από τη μια μεριάκι από τους άλλους ο Στύφωνας ο γιος του Φάρακα, γιατί απ' όσους προτήτερα ήταν αρχηγοί, ο πρώτος ο Επιτάδας είχε σκοτωθεί, κ' εκείνος που είχαν διαλέξει δεύτερο, ο Ιππαγρέτας, κείτονταν ανάμεσα στους νεκρούς ενώ ακόμα ζούσε, γιατί τον νόμιζαν πεθαμένο, κι αυτός είχε διαλεχτεί σύμφωνα με το νόμο τρίτος αρχηγός αν πάθαιναν εκείνοι τίποτα. [4.38.2] Και είπε ο Στύφωνας πως θέλει να στείλει με κήρυκα να συνεννοηθεί με τους Λακεδαιμονίους στην απέναντι στεριά για το τι πρέπει να κάνουν. [4.38.3] Οι Αθηναίοι όμως δεν άφησαν κανένα Σπαρτιάτη να πάει απέναντι, αλλ' αυτοί οι ίδιοι φώναξαν κήρυκες απ' την αντικρυνή στεριά κ' ύστερα από δυο και τρία πρόσθετα ερωτήματα, ο τελευταίος που διάβηκε το στενό με βάρκα από μέρους των Λακεδαιμονίων στη στεριά είπε: «Οι Λακεδαιμόνιοι σας προστάζουν μόνοι σας να σκεφτείτε και ν' αποφασίσετε για την τύχη σας χωρίς να κάνετε τίποτα που να σας ντροπιάσει». Και αφού συσκέφτηκαν αναμεταξύ τους παράδωσαν τα όπλα τους και παραδόθηκαν και οι ίδιοι. [4.38.4] Και την ημέρα εκείνη καθώς και τη νύχτα που ακολούθησε τους κράτησαν υπό φρούρηση οι Αθηναίοι· την άλλη μέρα αφού έστησαν τρόπαιο της νίκης τους στο νησί, άρχισαν να κανονίζουν και τ' άλλα ζητήματα για ν' αποπλεύσουν και μοίρασαν τους αιχμαλώτους στους πλοιάρχους να τους φυλάγουν αυτοί. Οι Λακεδαιμόνιοι πάλι αφού έστειλαν κήρυκα να συνεννοηθεί πήραν τους νεκρούς τους απέναντι. [4.38.5] Στο νησί σκοτώθηκαν και πιάστηκαν ζωντανοί τόσοι: είχαν περάσει στο νησί συνολικά τετρακόσιοι είκοσι βαρειά αρματωμένοι στρατιώτες· απ' αυτούς μεταφέρθηκαν ζωντανοί τριακόσιοι παρά οχτώ, οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν. Και απ' αυτούς ήταν Σπαρτιάτες από τους ζωντανούς μεν κάπου εκατόν είκοσι· από τους Αθηναίους όμως δε χάθηκαν πολλοί γιατί η μάχη δεν έγινε από κοντά με τον συνειθισμένο τρόπο της συμπλοκής.

[4.39.1] Όλος ο καιρός που πέρασε, όσο οι άντρες βρίσκονταν πολιορκημένοι στο νησί, από τη ναυμαχία ως τη μάχη στο νησί ήταν εβδομήντα δύο ημέρες. [4.39.2] Τις είκοσι μέρες απ' αυτές, όπου έλειπαν οι πρέσβεις που είχαν πάει για διαπραγματεύσεις ειρήνης, οι άντρες εφοδιάζονταν με τρόφιμα επισήμως, τις άλλες τροφοδοτούνταν κρυφά απ' όσους άραζαν τη νύχτα κι από τους κολυμπητές· κι όταν παραδόθηκαν υπήρχε ακόμα λίγο στάρι στο νησί κ' έπιασαν οι Αθηναίοι κι άλλες τροφές, γιατί ο Επιτάδας, ο αρχηγός τους, τους μοίραζε τις τροφές με περισσότερη οικονομία απ' όση επέτρεπαν οι δυνατότητες. [4.39.3] Έφυγαν λοιπόν απ' την Πύλο οι Αθηναίοι και οι Πελοποννήσιοι με το στρατό τους, ο καθένας για τον τόπο του, και βγήκε αληθινό ό,τι είχε τάξει ο Κλέων, κι ας ήταν παλαβό· έφερε δηλαδή τους άντρες αιχμαλώτους μέσα στις είκοσι μέρες όπως είχε υποσχεθεί.

[4.40.1] Τούτο στάθηκε για τους Έλληνες το πιο απίθανο και ενάντιο σε κάθε υπολογισμό απ' όλα τα γεγονότα του πολέμου· γιατί δεν το θεωρούσαν άξιο των Λακεδαιμονίων να παραδώσουν τα όπλα τους ούτε από την πείνα ούτε από κανέναν άλλο εξαναγκασμό, αλλά να πεθαίνουν κρατώντας τα στο χέρι όσο μπορούσαν [4.40.2] και δεν πίστευαν πως αυτοί που τα παράδωσαν έμοιαζαν με κείνους που σκοτώθηκαν. Κι όταν ένας απ' τους συμμάχους των Αθηναίων ρώτησε κάποτε, πολύ αργότερα για να τον πειράξει από πικρόχολη διάθεση, έναν από τους αιχμαλώτους που πιάστηκαν στο νησί, αν οι σκοτωμένοι τους ήταν γενναίοι και άξιοι, αυτός αποκρίθηκε πως θ' άξιζε πολύ το αδράχτι, εννοώντας τη σαΐτα, που θα μπορούσε να διακρίνει τους γενναίους· και μ' αυτό ήθελε να πει πως στην τύχη σκοτώθηκαν όσοι χτυπήθηκαν από πέτρα ή σαΐτα.

[4.41.1] Όταν έφεραν τους άντρες στην Αθήνα, οι Αθηναίοι εψήφισαν να τους κρατούν αλυσοδεμένους ώσπου να κλείσουν κάποια συμφωνία, αν όμως κάνουν οι Πελοποννήσιοι νέα εισβολή στην Αττική πριν απ' αυτό, να τους βγάλουν έξω και να τους σκοτώσουν. [4.41.2] Και εγκατέστησαν φρουρά στην Πύλο και οι Μεσσήνιοι από τη Ναύπακτο έστειλαν τους πιο κατάλληλους άντρες τους εκεί σα να τους έστελναν πίσω στην πατρίδα (γιατί η Πύλος είναι κομμάτι της χώρας που ήταν άλλοτε η Μεσσηνία) και ξεκινώντας από κει λεηλατούσαν τη Λακωνική κ' έκαναν μεγάλες ζημιές επειδή μιλούσαν την ίδια γλώσσα. [4.41.3] Οι Λακεδαιμόνιοι από την άλλη μεριά, άμαθοι καθώς ήταν από ληστρικές επιδρομές και τέτοιας λογής πόλεμο, κ' επειδή οι Είλωτες τους έφευγαν και πήγαιναν να υπηρετήσουν με τους Μεσσηνίους, κ' επειδή φοβούνταν μήπως και στο απώτερο μέλλον γίνει κάποια επαναστατική κίνηση των κατοίκων στην ύπαιθρό τους δε μπορούσαν να το υποφέρουν, και μ' όλο που δεν ήθελαν να εκδηλώσουν τη δυσφορία και το φόβο τους στους Αθηναίους, έστελναν πρέσβεις προσπαθώντας να ξαναπάρουν πίσω τόσο την Πύλο, όσο και τους άντρες τους. [4.41.4] Οι Αθηναίοι όμως είχαν όρεξη γι' ακόμα μεγαλύτερα κέρδη, κ' ενώ ήρθαν πολλές πρεσβείες η μια μετά την άλλη, τις έστειλαν πίσω χωρίς αποτέλεσμα. Αυτά ήταν όσα έγιναν σχετικά με την Πύλο.