Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Γιατί δεν μπορούμε να φανταστούμε το θάνατό μας;

Οι περισσότεροι από εμάς πιστεύουμε ότι ο νους μας θα συνεχίσει να υπάρχει μετά το θάνατό μας
Σχεδόν καθένας έχει την τάση να φαντάζεται ότι ο νους θα εξακολουθεί να υπάρχει μετά τον θάνατο του σώματος.
Ακόμα και οι άνθρωποι που πιστεύουν ότι ο νους παύει να υπάρχει κατά τον θάνατο, εμφανίζουν αυτού του τύπου τη δικαιολόγηση για ψυχολογική συνέχεια όπως δείχνουν κάποιες έρευνες.
Εκτός από το να είναι ένα παραπροϊόν της θρησκείας ή ένα καταφύγιο ψυχολογικής ασφάλειας, τέτοιες πεποιθήσεις προέρχονται από την βαθύτερη φύση της συνείδησής μας. Καθένας αναρωτιέται πως και από πού προήλθε.
Καθένας αναρωτιέται για το που θα πάει όταν όλα θα τελειώσουν.
Αλλά κανένας δεν ξέρει στα σίγουρα και έτσι όλα είναι το ίδιο για μένα.
Νομίζω, θα αφήσω απλά το μυστήριο να υπάρχει.
Everybody's wonderin' what and where they all came from.
Everybody's worryin' 'bout where they're gonna go when the whole thing's done.
But no one knows for certain and so it's all the same to me.
I think I'll just let the mystery be.
Θα μας φαίνεται ίσως το ίδιο αλλόκοτο το ότι νιώθουμε προδιατεθειμένοι να γείρουμε το κεφάλι μας συμφωνώντας στον πικρόγλυκο υπαινιγμό που εκφράζουν τα λόγια του παραπάνω ιρλανδικού τραγουδιού, του ταπεινού αυτού παιάνα για το μεταθανάτιο μυστήριο.
Στην πραγματικότητα, το πραγματικό μυστήριο είναι το γιατί είμαστε τόσο πεπεισμένοι για το ότι η ερώτησή μας, που θα πάμε 'όταν όλα θα τελειώσουν', αποτελεί ένα μυστήριο.
Άλλωστε, ο εγκέφαλος είναι σαν οποιοδήποτε άλλο όργανο: ένα τμήμα του φυσικού μας σώματος. Και ο νους είναι η λειτουργία που επιτελεί ο εγκέφαλος, είναι πιο πολύ ένα ρήμα παρά ένα ουσιαστικό. Γιατί λοιπόν αναρωτιόμαστε για το που θα πάει ο νους μας όταν το σώμα θα πεθάνει;
Δεν θα έπρεπε να μας είναι προφανές ότι και ο νους θα πεθάνει; Υπάρχουν ωστόσο άνθρωποι σε κάθε πολιτισμό που πιστεύουν στη μεταθανάτια ζωή κάποιου είδους, ή το λιγότερο, δεν είναι καθόλου σίγουροι για το τι συμβαίνει με το νου μετά τον θάνατο. Και τέτοιες μη λογικές πεποιθήσεις, αντί ή εκτός από το να είναι προϊόντα της θρησκείας ή να μας προφυλάσσουν από τον τρόμο της ανυπαρξίας, αποτελούν ένα αναπόφευκτο παραπροϊόν της αυτοσυνείδησης.
Γιατί δεν έχουμε ποτέ βιώσει το να μην έχουμε συνείδηση, εφόσον η συνείδηση προϋποθέτει το να βιώνει κανείς κάτι, δεν μπορούμε να φανταστούμε πως μοιάζει το να είναι κανείς πεθαμένος.
Κι εκεί βρίσκεται το πρόβλημα. Η κοινή θέαση για τον θάνατο ως ένα μεγάλο μυστήριο συνήθως αψηφάτε σαν μια συναισθηματικά φορτισμένη επιθυμία να πιστέψουμε ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος της πορείας μας.
Και πράγματι, μια διαπρεπής σχολή έρευνας στην κοινωνική ψυχολογία που καλείται Θεωρία Διαχείρισης Τρόμου (Terror Management Theory) ισχυρίζεται πως οι μεταθανάτιες πεποιθήσεις, όπως επίσης λιγότερο προφανείς πεποιθήσεις, συμπεριφορές και νοοτροπίες, υπάρχουν για να κατευνάσουν αυτό που σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν παραλυτικό άγχος για την ανυπαρξία του εγώ.
Για τους συνηγόρους αυτής της θεωρίας, διαθέτουμε ένα μυστικό οπλοστάσιο ψυχολογικών αμυνών που είναι σχεδιασμένες να κρατούν κρυφό στο ντουλάπι το άγχος που έχουμε για τον θάνατο.
Ακόμα και το παρόν άρθρο θα μπορούσε να θεωρηθεί από τους θιασώτες αυτής της θεωρίας ως μια άσκηση συμβολικής αθανασίας, για να διατηρηθούν οι ιδέες που εκφράζει στην αιωνιότητα ως υποκατάστατο της αθανασίας του βιολογικού οργανισμού που το συνέθεσε.
Ωστόσο, ένας μικρός αριθμός από ερευνητές επιχειρηματολογούν ότι η εξέλιξη της αυτοσυνείδησης έχει θέσει ένα διαφορετικού είδους πρόβλημα στο σύνολό του.
Σύμφωνα με τη θέση αυτή, οι πρόγονοί μας υπέφεραν από την ακλόνητη ψευδαίσθηση ότι οι νόες τους ήταν αθάνατοι και ακριβώς αυτόν τον τεράστιο παραλογισμό έχουμε κληρονομήσει από εκείνους.
Κάθε ξεχωριστό ανθρώπινο ον, εξαιτίας της εξελιγμένης γνωσιακής του αρχιτεκτονικής, έχει πρόβλημα στο να συλλάβει εννοιολογικά την ψυχολογική του ανυπαρξία.
Περίεργα αθάνατος
Το πρόβλημα ισχύει ακόμα και σε εκείνους που ισχυρίζονται ότι δεν πιστεύουν στη μεταθανάτια ζωή. Όπως έγραψε ο φιλόσοφος και ιδρυτής του Κέντρου για τον Νατουραλισμό (Center for Naturalism) Thomas W. Clark σε άρθρο του για το περιοδικό Humanist το 1994: Εδώ... είναι το πώς βλέπουμε το όλο ζήτημα:
Όταν πεθαίνουμε, αυτό που έπεται είναι το τίποτα. Ο θάνατος είναι μια άβυσσος, μια μαύρη τρύπα, το τέλος της εμπειρίας. Είναι μια αιώνια ανυπαρξία, η οριστική εξάλειψη της ύπαρξης.
Κι εδώ, σε ένα καρυδότσουφλο, βρίσκεται το λάθος που περιλαμβάνεται στη θέαση αυτή: το ότι την αφαίρεση της ανυπαρξίας, την κάνουμε μια θετική κατάσταση ή ποιότητα (για παράδειγμα, αυτή της 'μαυρότητας') και μετά τοποθετούμε το άτομο μέσα σ' αυτήν μετά τον θάνατο, έτσι ώστε με κάποιον τρόπο να πέσουμε στην ανυπαρξία και να παραμείνουμε εκεί αιώνια.
Λάβετε υπόψη το κάπως μακάβριο γεγονός, πως ποτέ δε θα μάθετε ότι είσαστε πεθαμένος. Μπορεί να νιώσετε τον εαυτό σας να γλιστράει μακριά, αλλά δεν μοιάζει σαν να πρόκειται να υπάρχει ένα 'εγώ' εκεί γύρω που θα έχει τη δυνατότητα να εξακριβώσει όλα όσα συμβαίνουν με την ανυπαρξία σας.
Ας υπενθυμίσουμε εδώ, πως χρειάζεται ένας εν λειτουργία εγκεφαλικός φλοιός για να φιλοξενήσει οποιουδήποτε είδους γνωσιακή διαδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του γεγονότος ότι έχετε πεθάνει και εφόσον θα έχετε πεθάνει ο φυσικός σας εγκέφαλος δεν μπορεί να παράγει τίποτε.
Σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε το 2007 στο περιοδικό Synthese, ο φιλόσοφος του Πανεπιστημίου της Αριζόνα, Shaun Nichols το έθεσε κάπως έτσι: Όταν προσπαθώ να φανταστώ την ατομική μου μη ύπαρξη πρέπει να φανταστώ πως αντιλαμβάνομαι ή γνωρίζω για τη μη ύπαρξή μου.
Καθόλου περίεργο το ότι εδώ υπάρχει ένα πρόσκομμα! Αυτή η παρατήρηση ίσως να μην ακούγεται σαν κάποια μεγάλη αποκάλυψη, αλλά ίσως αυτό ισχύει για όποιον δεν έχει σκεφτεί τι πραγματικά σημαίνει, το οποίο είναι πως η θνητότητα του καθενός από εμάς είναι ένα γεγονός που αναφέρεται και αφορά σε πρώτο πρόσωπο, είναι δηλαδή ένα συμβάν που αφορά στο υποκείμενο.
Αυτό είναι το πρόσκομμα που έκανε τον συγγραφέα Wolfgang von Goethe να σημειώσει, όπως λέγεται, ότι καθένας κουβαλάει την απόδειξη της δικής του αθανασίας μέσα στον εαυτό του. Ακόμα και όταν θέλουμε να πιστέψουμε ότι ο νους μας τελειώνει με τον θάνατο, είναι πραγματικά δύσκολο να το σκεφτούμε με αυτόν τον τρόπο. Μια έρευνα που δημοσίευσε ο συγγραφέας του παρόντος άρθρου (Jesse Bering) το 2002 στο περιοδικό 'Journal of Cognition and Culture' (Περιοδικό για τη Νόηση και τον Πολιτισμό) αποκαλύπτει ότι η ψευδαίσθηση της αθανασίας λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό στους νόες των προπτυχιακών φοιτητών που ρωτήθηκαν μια σειρά από ερωτήσεις αναφορικά με τα ψυχολογικά χαρίσματα ενός πεθαμένου ατόμου.
Ο Richard, είπε ο Jesse Bering στους φοιτητές, σκοτώθηκε ακαριαία όταν το όχημά του σφηνώθηκε σε έναν στύλο. Οι συμμετέχοντες διάβασαν μια διήγηση που αφορούσε τη νοητική κατάσταση του Richard ακριβώς πριν γίνει το ατύχημα και στη συνέχεια ρωτήθηκαν για το εάν ο άντρας, τώρα που ήταν νεκρός, διατηρούσε την δυνατότητα να βιώνει νοητικές καταστάσεις.
Εξακολουθεί ο Richard να σκέφτεται τη γυναίκα του; ρώτησε τους φοιτητές. Εξακολουθεί να νιώθει τη γεύση της μέντας που έτρωγε ακριβώς λίγο πριν πεθάνει; Θέλει να είναι ζωντανός; Τα βλέμματα που εισέπραξε ο ερευνητής ήταν περίεργα, εφόσον προφανώς δεν είναι πολλοί οι άνθρωποι που σταματούν για να σκεφτούν αν οι ψυχές σιχαίνονται τις άσχημες γεύσεις, αν νιώθουν πόθο ή αν παθαίνουν πονοκέφαλο.
Ωστόσο, οι περισσότεροι έδωσαν απαντήσεις που είναι ενδεικτικές της πεποίθησης και δικαιολόγησης για ψυχολογική συνέχεια, στις οποίες φαντάστηκαν τον νου του Richard να εξακολουθεί να λειτουργεί παρά τον θάνατό του. Το εύρημα αυτό δεν προκάλεσε ιδιαίτερη έκπληξη δεδομένου ότι, σε μια ξεχωριστή κλίμακα, οι περισσότεροι συμμετέχοντες έθεσαν τον εαυτό τους στην κατηγορία αυτών που έχουν πίστη για κάποιου είδους μεταθανάτιο ζωή.
Αυτό όμως που ήταν εντυπωσιακό ήταν το ότι πολλοί συμμετέχοντες που είχαν ταυτοποιήσει τους εαυτούς τους ως έχοντες 'εξαλειπτικές' πεποιθήσεις (είχανε σημειώσει το κουτάκι που έγραφε Αυτό που πιστεύουμε ως 'η ψυχή' ή η συνειδητή προσωπικότητα ενός ατόμου, παύει οριστικά όταν το σώμα πεθαίνει) περιστασιακά έδωσαν απαντήσεις που ήταν σύμφωνες με την ψυχολογική συνέχεια.
Το τριάντα τρία τοις εκατό των απαντήσεων των οπαδών του εξαλειπτικού υλισμού πρόδωσε τις κρυμμένες τους δικαιολογήσεις για το ότι τα συναισθήματα και οι επιθυμίες επιβιώνουν μετά τον θάνατο.
Ένα ακόμα τριάντα έξι τοις εκατό από τις απαντήσεις τους που δικαιολογούσε την ψυχολογική συνέχεια, σχετιζόταν με νοητικές καταστάσεις αναφορικά με τη γνώση, όπως η ικανότητα για μνήμες, πεποιθήσεις ή γνώσεις. Ένας ιδιαίτερα παθιασμένος θιασώτης του εξαλειπτικού υλισμού σκέφτηκε πως όλες οι ερωτήσεις ήταν γελοίες, το ίδιο και εκείνος που τις έθεσε.
Ωστόσο, τόνισε ότι και βέβαια ο Richard γνωρίζει ότι έχει πεθάνει γιατί δεν υπάρχει μεταθανάτια ζωή και ο Richard το συνειδητοποίησε με τον θάνατό του.
Γιατί είναι λοιπόν τόσο δύσκολο να συλλάβουμε την ανυπαρξία; Σύμφωνα με τη γνώμη του συγγραφέα, που την ονομάζει 'υπόθεση της περιορισμένης προσομοίωσης' (simulation constraint hypothesis), στην προσπάθειά μας να φανταστούμε πως είναι το να είμαστε πεθαμένοι επικαλούμαστε το υπόβαθρο που έχουμε από τα συνειδητά βιώματά μας, γιατί έτσι προσεγγίζουμε τα περισσότερα νοητικά πειράματα.
Αλλά ο θάνατος δεν μοιάζει με τίποτε από όσα έχουμε ποτέ βιώσει. Γιατί ποτέ δεν έχουμε υπάρξει συνειδητά χωρίς συνείδηση, ακόμα και οι καλύτερες προσομοιώσεις που κάνουμε για την πραγματική ανυπαρξία δεν είναι αρκετά καλές. Ακόμα και για όσους δεν πιστεύουν στη μεταθανάτια ζωή, μοιάζει σα να κοιτάνε σε ένα δωμάτιο γεμάτο με καθρέφτες, αλλά αντί να γίνονται μάρτυρες ενός οπτικού τρυκ, έρχονται αντιμέτωποι με νοητικές αντηχήσεις της υποκειμενικής εμπειρίας.
Στην ομιλία του ισπανού φιλόσοφου Miguel de Unamuno το 1913 με τίτλο 'Η τραγική Έννοια της Ζωής' (The Tragic Sense of Life), μπορεί κανείς σχεδόν να δει τον συγγραφέα να τραβάει τα μαλλιά του με προσήλωση σ' αυτό ακριβώς το γεγονός. Προσπάθησε να νιώσεις τη συνείδησή σου με την αναπαράσταση της μη συνείδησης, γράφει, και θα αντιληφθείς το πόσο απίθανο είναι αυτό.
Η προσπάθεια να κατανοήσεις κάτι τέτοιο προκαλεί την πιο ζαλιστική ναυτία. Ίσως απαντήσετε, για στάσου. Μήπως ο Unamuno ξεχνάει κάτι; Σίγουρα έχουμε εμπειρία της ανυπαρξίας. Κάθε νύχτα, όταν βρισκόμαστε σε ύπνο δίχως όνειρα. Αλλά θα κάνατε λάθος σ' αυτήν την υπόθεση.
Ο Thomas W. Clark το θέτει κάπως έτσι: Μπορεί περιστασιακά να έχουμε την εντύπωση του ότι βιώνουμε ή υφιστάμεθα μια περίοδο μη συνειδητότητας, αλλά, βέβαια, αυτό είναι απίθανο. Αυτή η ανυπαρξία της συνείδησης δεν μπορεί να είναι μια πραγματικότητα που έχει βιωθεί.
Εάν η ψυχολογική αθανασία αναπαριστά τον διαισθητικό και φυσικό τρόπο για να σκεφτόμαστε για τον θάνατο, τότε πιθανότατα θα έπρεπε να περιμένουμε τα νεαρά παιδιά να είναι προδιατεθειμένα να σκέφτονται με τη λογική αυτή. Πολλά παιδιά σε μικρή ηλικία μπορεί να έχουν δει το αγαπημένο τους κατοικίδιο να έχει πεθάνει και θα το έχουν ίσως θάψει σε κάποιο σημείο στον κήπο. Μπορεί να σκέφτονται πως το ζωάκι μπορεί να σκεφτεί και καταλαβαίνει πόσο το αγαπούσανε και το ότι εξακολουθεί να υπάρχει δεν είναι κάτι που το έμαθαν από τους γονείς τους.
Ο Gerald P. Koocher, τέως πρόεδρος της Αμερικάνικης Ψυχολογικής Ένωσης (American Psychological Association APA) είχε ρωτήσει σε μια έρευνα το 1973, που δημοσιεύτηκε στο Developmental Psychology, παιδιά με ηλικία μεταξύ έξι και δεκαπέντε ετών, σχετικά με το τι συμβαίνει όταν κάποιος πεθαίνει. Πολλές από τις απαντήσεις που πήρε βασιζόντουσαν στις καθημερινές εμπειρίες για να περιγράψουν τον θάνατο, με αναφορές στον ύπνο, στην αίσθηση γαλήνης, ή απλά στο να είναι κάποιος πολύ ζαλισμένος.
Αποσύνδεση νου και σώματος
Αλλά η έρευνα του Koocher δεν αναφέρει για το από πού προέρχονται τέτοιες ιδέες. Η υπόθεση Simulation Constraint θεωρεί πως αυτού του είδους η σκέψη είναι έμφυτη και δεν είναι αποτέλεσμα μάθησης. Ευτυχώς, αυτή η υπόθεση είναι διαψεύσιμη (σύμφωνα με τον φιλόσοφο της επιστήμης Carl Popper, μια υπόθεση, πρόταση ή θεωρία είναι επιστημονική, μονάχα εφόσον είναι διαψεύσιμη, δηλαδή είναι δυνατόν να διαψευσθεί από κάποια παρατήρηση ή πείραμα).
Εάν οι πεποιθήσεις για τη μεταθανάτιο ζωή αποτελούν ένα προϊόν πολιτισμικής κατήχησης, με τα παιδιά να προσλαμβάνουν τις ιδέες αυτές μέσα από τις θρησκευτικές διδασκαλίες, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή να πληροφορούνται από την οικογένεια και τους φίλους τους, τότε κάποιος θα προέβλεπε λογικά πως η λογική της ψυχολογικής συνέχειας θα μειωνόταν με το πέρασμα του χρόνου. Εκτός από το να γίνονται πιο ενήμερα για τη δική τους θνητότητα, τα μεγαλύτερα παιδιά έχουν μια μεγαλύτερη περίοδο έκθεσης στην έννοια της μεταθανάτιας ζωής.
Στην πραγματικότητα, πρόσφατες έρευνες δείχνουν το αντίθετο μοτίβο ανάπτυξης. Σε μια έρευνα του 2004 που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αναπτυξιακή Ψυχολογία (Developmental Psychology), ο ψυχολόγος του Πανεπιστημίου Atlantic της Φλόριντα, David F. Bjorklund και ο Jesse Bering (συγγραφέας του παρόντος) παρουσίασαν ένα θέατρο με κούκλες σε 200 παιδιά με ηλικίες από τριών μέχρι δώδεκα ετών.
Κάθε παιδί παρακολούθησε την ιστορία ενός μικρού ποντικιού, του Baby Mouse, που περιφερόταν ανέμελα στο δάσος. Και τότε, σύμφωνα με την ιστορία, ο ποντικός πρόσεξε κάτι πολύ περίεργο. Οι θάμνοι άρχισαν να κινούνται! Ένας αλιγάτορας πηδάει μέσα από τους θάμνους και τον καταβρόχθισε ολόκληρο. Ο Baby Mouse δεν είναι πλέον ζωντανός.
Aκριβώς όπως οι ενήλικοι από την προαναφερόμενη έρευνα, τα παιδιά ρωτήθηκαν σχετικά με τις ψυχολογικές λειτουργίες του πεθαμένου Baby Mouse.
Θέλει ακόμα ο Baby Mouse να γυρίσει σπίτι του; ρωτήθηκαν τα παιδιά. Νιώθει ακόμα άρρωστος; Μπορεί ακόμα να μυρίσει τα λουλούδια; Τα νεαρότερα παιδιά που συμμετείχαν στην έρευνα, αυτά που ήταν από τριών έως πέντε ετών, ήταν πολύ πιο πιθανό να δώσουν απαντήσεις που σχετιζόντουσαν με την ψυχολογική συνέχεια απ' ότι τα παιδιά που άνηκαν σε μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες.
Αλλά εδώ βρίσκεται εάν πραγματικά περίεργο σημείο. Ακόμα και τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας είχαν μια στέρεη αντίληψη της βιολογικής παύσης. Γνώριζαν, για παράδειγμα, πως ο νεκρός Baby Mouse δε χρειαζόταν πλέον νερό και τροφή.
Γνώριζαν πως δε θα μεγάλωνε για να γίνει ένα ενήλικο ποντίκι. Το 85 τοις εκατό από τα νεαρότερα παιδιά είπαν ακόμα πως ο εγκέφαλος του ποντικού είχε πάψει να λειτουργεί.
Ωστόσο, τα περισσότερα από αυτά τα πολύ μικρά σε ηλικία παιδιά δήλωσαν στη συνέχεια πως ο νεκρός Baby Mouse πεινούσε ή διψούσε, πως ένιωθε καλύτερα ή ακόμα πως εξακολουθούσε να είναι θυμωμένος με τον αδελφό του.
Δε θα μπορούσε να πει κανείς πως τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας δεν κατείχαν την έννοια του θανάτου, γιατί σχεδόν όλα τα παιδιά αντιλήφθηκαν πως οι βιολογικές προσταγές έπαψαν να υφίστανται μετά τον θάνατο. Μάλλον, φαίνεται πως είχαν πρόβλημα στο να χρησιμοποιήσουν αυτή τους τη γνώση για να βγάλουν θεωρητικά πορίσματα σχετικά με τις νοητικές λειτουργίες. Από μια εξελικτική σκοπιά, μια συνεπής θεωρία αναφορικά με τον ψυχολογικό θάνατο δεν είναι αναγκαία βιώσιμη.
Ο ανθρωπολόγος H. Clark Barrett του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες, πιστεύει αντ'αυτού πως η κατανόηση της βιολογικής παύσης (για παράδειγμα, πως ένα νεκρό πλάσμα δεν πρόκειται ξαφνικά να σηκωθεί και να σε δαγκώσει) είναι πιθανότατα αυτό που έσωσε ζωές και πέρασε στα γονίδια. Σύμφωνα με τον Barrett, η αντίληψη της παύσης του νου, από την άλλη μεριά, δεν είναι από εξελικτικής απόψεως αναγκαία.
Σε μια έρευνα που έγινε το 2005 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cognition, ο Barrett και η ψυχολόγος Tanya Behne από το Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ στην Αγγλία ανέφεραν πως τετράχρονα παιδιά που ανατράφηκαν στην πόλη του Βερολίνου ήταν το ίδιο καλά στο να διακρίνουν τα κοιμισμένα από τα νεκρά ζώα όσο καλά ήταν τα παιδιά κυνηγοί που προερχόντουσαν από την περιοχή Shuar του Εκουαδόρ. Ακόμα και τα σύγχρονα παιδιά φαίνονται πως είναι καλά συντονισμένα με τα αντιληπτικά σημεία που σηματοδοτούν τον θάνατο.
Ο πολιτισμικός παράγοντας
Από τη μια μεριά, σε μια πολύ νεαρή ηλικία τα παιδιά αντιλαμβάνονται πως τα νεκρά σώματα δεν πρόκειται να επανέλθουν στη ζωή. Από την άλλη μεριά, επίσης σε πολύ νεαρή ηλικία, τα παιδιά συνδέουν τον θάνατο με συνεχιζόμενες ψυχολογικές λειτουργίες. Που λοιπόν συναντούνται οι πολιτισμικές καταβολές και οι θρησκευτικές διδαχές;
Στην πραγματικότητα, η έκθεση στην έννοια της μεταθανάτιας ζωής παίζει έναν σημαντικό ρόλο στον εμπλουτισμό και στην επεξεργασία της φυσικής γνωσιακής υπόθεσης, είναι κάτι σαν μια σκαλωσιά για αρχιτέκτονες όπου οι πολιτισμικές καταβολές αναπτύσσουν και διακοσμούν τους ενδογενείς ψυχολογικούς δομικούς λίθους των θρησκευτικών πεποιθήσεων.
Το τελικό προϊόν μπορεί να είναι όσο φανταχτερό ή ασκητικό θέλει κανείς, από τις πεποιθήσεις για τη μετενσάρκωση των οπαδών του Βουδισμού μέχρι κάποιου απλού ανθρώπου που πιστεύει ότι απλά υπάρχει κάτι μετά από τον θάνατο.
Για να υποστηρίξουν την ιδέα για πολιτισμικές επιδράσεις στη φυσική τάση σχετικά με την άρνηση του θανάτου του νου ο ψυχολόγος του Πανεπιστημίου του Harvard Paul Harris και η ερευνήτρια Marta Gimenez του Εθνικού Πανεπιστημίου Εκπαίδευσης από Απόσταση της Ισπανίας, έδειξαν πως όταν η διατύπωση σε συνεντεύξεις μετατρέπεται με τρόπο ώστε να περιλαμβάνει ιατρικούς ή επιστημονικούς όρους, η δικαιολόγηση για ψυχολογική συνέπεια μειώνεται.
Σ' αυτήν την έρευνα που έγινε το 2005 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Journal of Cognition and Culture, παιδιά με ηλικία από επτά μέχρι και ένδεκα ετών που προέρχονταν από τη Μαδρίτη, άκουσαν μια ιστορία σχετικά με έναν παπά που είπε σ' ένα παιδί ότι η πεθαμένη γιαγιά του είναι παρέα με τον Θεό.
Τα παιδιά αυτά ήταν περισσότερο πιθανό να αποδώσουν συνεχιζόμενες νοητικές καταστάσεις σε αυτούς που είχαν πεθάνει από μια άλλη ομάδα παιδιών που άκουσαν μια πανομοιότυπη ιστορία η οποία αντί για έναν παπά είχε έναν γιατρό ο οποίος έλεγε στο παιδί πως ο παππούς του ήταν νεκρός και είχε θαφτεί.
Και σε μια επανάληψη του πειράματος με τον Baby Mouse που έγινε το 2005 και που δημοσιεύτηκε στο British Journal of Developmental Psychology, ο ψυχολόγος David Bjorklund και ο συγγραφέας συνεργάστηκαν με τον ψυχολόγο Carlos Hermandez Blasi από το Πανεπιστήμιο Jaume I της Ισπανίας για να συγκρίνουν παιδιά από ένα καθολικό σχολείο με παιδιά που παρακολουθούσαν ένα δημόσιο κανονικό σχολείο στο Castellon της Ισπανίας.
Όπως και με την προηγούμενη έρευνα, μια μεγάλη πλειοψηφία από τα νεαρότερα παιδιά, δηλαδή αυτά που ήταν πέντε ως έξι χρονών, που προέρχονταν και από τα δυο εκπαιδευτικά υπόβαθρα, έδωσαν απαντήσεις για το ότι οι νοητικές καταστάσεις του νεκρού Baby Mouse επιβίωναν μετά τον θάνατο.
Το είδος των μαθημάτων, οι συνήθειες στο σχολείο ή η θρησκεία δεν έδειξαν κάποια διαφορά. Όσο μεγαλύτερα ήταν ωστόσο τα παιδιά, οι πολιτισμικές καταβολές άρχιζαν να επιδρούν σε μεγαλύτερο βαθμό κι έτσι τα παιδιά από το καθολικό σχολείο έτειναν περισσότερο να δώσουν δικαιολογήσεις ψυχολογικής συνέχειας απ' ότι τα παιδιά που προερχόντουσαν από κανονικό σχολείο.
Υπήρχαν ακόμα και κάποια παιδιά με ιδέες παρόμοιες με τον εξαλειπτικό υλισμό, στην ομάδα των παιδιών που προερχόντουσαν από το κανονικό σχολείο.
Ελεύθερα πνεύματα
Το είδος των γνωσιακών περιορισμών που συζητήθηκαν νωρίτερα μπορεί να είναι υπεύθυνοι για την έμφυτη αίσθηση που έχουμε για την αθανασία.
Αλλά παρόλο που η 'υπόθεση της περιορισμένης προσομοίωσης' βοηθάει στο να εξηγηθεί το γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι πιστεύουν σε κάτι το τόσο φανταστικά παράλογο όσο η μεταθανάτια ζωή, δεν εξηγεί γιατί οι άνθρωποι βλέπουν την ψυχή να αποκολλάται από το σώμα και να επιπλέει σαν ένα αόρατο μπαλόνι γεμισμένο με ήλιο κατευθυνόμενη στο βασίλειο της αιωνιότητας.
Άλλωστε, δεν υπάρχει κάτι που μας περιορίζει στο να συνεχίζουμε να έχουμε τις πεποιθήσεις μας για μεταθανάτιο ζωή συμπεριλαμβάνοντας στις πεποιθήσεις αυτές την ιδέα ότι ο νους συνεχίζει να κατοικεί στο ενταφιασμένο κρανίο και κείτεται εκεί σε μια αιώνια μακάρια ευτυχία. Αλλά σχεδόν κανένας δεν βλέπει την συνέχεια της ύπαρξης του νου με τον τρόπο αυτό.
Όταν ήμασταν ακόμα βρέφη, μάθαμε πως οι άνθρωποι δεν σταματούν να υπάρχουν απλά επειδή δεν μπορούμε να τους δούμε. Το ίδιο συμβαίνει και με τα αντικείμενα, τα παιδιά σε κάποιο στάδιο της ανάπτυξής τους μαθαίνουν πως τα αντικείμενα διατηρούνται κι έτσι μπορεί να παίξει κανείς μαζί τους κρύβοντας αντικείμενα τα οποία τα παιδάκια στη συνέχεια τα ψάχνουν εφόσον αντιλαμβάνονται ότι συνεχίζουν να υπάρχουν.
Αυτή η ψυχολογική λειτουργία μας οδηγεί στο να υποθέτουμε πως οι άνθρωποι που γνωρίζουμε βρίσκονται κάπου και κάνουν κάτι και δεν εξαφανίζονται όταν δεν είμαστε σε επαφή μαζί τους. Για τους ανθρώπους είναι λοιπόν δύσκολο να σβήσουν αυτήν την ψυχολογική αντίληψη της διατήρησης και διάρκειας των ατόμων απλά και μόνο επειδή κάποιος ξαφνικά πεθαίνει.
Αυτή η δυσκολία είναι ακόμα πιο έντονη για τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά μας και τους οποίους φανταζόμαστε σε συχνή βάση να εμπλέκονται σε διάφορες καθημερινές δραστηριότητες ακόμα και όταν δεν τους βλέπουμε. Έτσι, η έννοια της διατήρησης μπορεί να είναι το τελικό γνωσιακό μας εμπόδιο που δε μας αφήνει να αντιληφθούμε τον θάνατο ως κάτι το τελειωτικό.
Αντίθετα, είναι πολύ πιο φυσικό να φανταζόμαστε όσους έχουν απεβιώσει σα να συνεχίζουν να υπάρχουν με κάποιον ασαφή τρόπο, σε κάποιον τόπο χωρίς να μπορούμε να τους παρατηρήσουμε, ζώντας κανονικά τις νεκρές τους ζωές

Οι δέκα αρχές των Κυνικών


Οι Αρχές Κυνικής φιλοσοφίας

ΘΕΣΗ 1. Κατά τους «Κυνικούς», η Φιλοσοφία οφείλει ν’ ασχολείται με την καθημερινή ζωή και με κάθε τι που είναι συγκεκριμένο και απτό και να παρακάμπτει, ως ματαιοπονία, τον κόσμο των αφηρημένων εννοιών. Για την Αρετή, η οποία ορίζεται ως σκοπός της ζωής, δεν απαιτείται πολυμάθεια, και στην κατάκτησή της δεν συντελεί διόλου η μελέτη πολύπλοκων αντικειμένων όπως η Γεωμετρία, η Μουσική και η Λογοτεχνία.
Ανίσχυρες και παραπλανητικές είναι επίσης όλες οι ενασχολήσεις με μεταφυσικά, γλωσσολογικά και επιστημονικά ζητήματα. Ως βασικά εργαλεία διακίνησης των ιδεών της Σχολής αναγνωρίζονται μόνον το έμπρακτο παράδειγμα και η συγγραφή «διατριβών» και «σάτυρας».
ΘΕΣΗ 2. Σημαντικό είναι το απτό άτομο και όχι η αόριστη και γενική έννοια «Ανθρωπότης» και η λεγομένη «κοινή ανθρώπινη φύσις». Το «καλό» ισχύει για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, σε προσωπική βάση, και η «ευδαιμονία» αποκτάται με την εξασφάλιση της μέγιστης δυνατής εσωτερικής αυτάρκειας μέσω της απελευθερώσεως από τις μεταβολές της Τύχης και των άλλων εξωτερικών του εαυτού (και συχνά απειλητικών προς αυτόν) δυνάμεων του κόσμου. Ο «ευδαίμων» άνθρωπος οφείλει να είναι επιμόνως αδιάφορος και υπομονετικός απέναντι στις όποιες συμφορές.
Το κέντρο βάρους της ηθικής και της συνειδησιακής αλλαγής τοποθετείται από τους Κυνικούς αποκλειστικώς στο άτομο, πέρα από κάθε εξωτερικό δεδομένο, όπως θεσμούς, συνήθειες, απόψεις, έξεις, κανόνες, παρορμήσεις, σχέσεις. Η όποια αλλαγή και βελτίωση είναι αποκλειστικώς εσωτερική ανθρώπινη υπόθεση, εντελώς ανεξάρτητη από την όποια κοινωνική, πολιτισμική, πολιτική και οικονομική πραγματικότητα. Η εσωτερική συνειδησιακή αλλαγή είναι απείρως πιο σημαντική από κάθε πολιτικοκοινωνική τέτοια, σε βαθμό που η τελευταία να καθίσταται ακόμη και αδιάφορη.
ΘΕΣΗ 3. Πρέπει να αντιμετωπισθούν με τη μέγιστη περιφρόνηση τα όσα αιχμαλωτίζουν τους ανθρώπους στα δεσμά των «αναγκών», δηλαδή ο πλούτος, η πολυτέλεια, τα αξιώματα, η δόξα, οι απολαύσεις κ.ά. Η ειρήνη του πνεύματος και η ακμή του σώματος, κατακτώνται μέσω μίας απλής και λιτής διαβιώσεως, της λεγόμενης «εντίμου πενίας».
Στον άμετρο και αφιλοσόφητο άνθρωπο, τα αποκτήματα κατά κανόνα γίνονται αδυσώπητοι και εκνευριστικοί κτήτορες, και η λεγομένη «κοινωνική θέση» ή τα διάφορα αξιώματα γίνονται δυνάστες των κατόχων τους, τους οποίους εν τέλει καταπίνουν.
Ο Κράτης αποκαλεί «ημιονηγούς» τους στρατηγούς, ενώ κατά τον Διογένη ο «Κυνικός» είναι πιο προνομιούχος από τον θεωρητικώς ισχυρότερο όλων των ανθρώπων, τον τύραννο, επειδή ο τελευταίος έχει πάρα πολλά να χάσει, άρα και πάρα πολλές αιτίες για να φοβηθεί (Δίων Χρυσόστομος 8, 17).
Ενώ ο τύραννος τρέμει συνεχώς, ο «Κυνικός» δεν φοβάται απολύτως τίποτε, διότι δεν έχει, ή δεν θεωρεί, τίποτε δικό του, αλλ’ αντιθέτως, χαλαρωμένος και εσαεί ελεύθερος, κυριαρχεί απολύτως πάνω στον φόβο του ως «το μόνο πράγμα που όντως έχει νόημα να φοβάται κανείς».
ΘΕΣΗ 4. Η εμπειρία και η μέσω των αισθήσεων αντίληψη, αποτελούν τη μοναδική πηγή της Γνώσεως. H μεγαλύτερη από όλες τις ανοησίες είναι το να παίρνει κανείς την ίδια τη ζωή στα σοβαρά, ή, έστω, περισσότερο σοβαρά από όσο η ίδια η φύση της απαιτεί, ως διαδρομή περισσότερο παρά ως άπαν. Ο βίος δεν είναι παρά μία διασκεδαστική περιπέτεια, μία πόρευση μέσα από φιλικά ή εχθρικά δεδομένα και καταστάσεις, και ο θάνατος απλώς το υποχρεωτικό πέρασμα εκτός του εμβίου κόσμου σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, άρα παντελώς αδιάφορος.
Οι νεκροί εκ των πραγμάτων δεν υποφέρουν, οι δε ζώντες για να μην υποφέρουν οφείλουν πρωτίστως να κατανικήσουν τον φόβο του θανάτου. Όπως τονίζει ο Διογένης, η ετοιμότητα του ανθρώπου να πεθάνει ανά πάσα στιγμή είναι εκείνη που τον κάνει πραγματικά ευτυχή και ελεύθερο.
ΘΕΣΗ 5. Ως συνέπεια των ανωτέρω, οι Κυνικοί, όπως και οι Στωϊκοί με την αυτή συλλογιστική βάση, επιδοκιμάζουν την «εύλογον» αυτοκτονία, δηλαδή την εθελουσία αποχώρηση από τον βίο ως το κατεξοχήν και πάντοτε πρόχειρο εργαλείο εξασφαλίσεως Αξιοπρέπειας και Ελευθερίας.
Το ίδιο επιδοκιμάζουν την ευσπλαχνική ευθανασία και όχι αδίκως βεβαίως, αφού, όπως σημειώνει ο Τζαίησον Ξενάκης, «η στάση απέναντι στο δικαίωμα των ανθρώπων να πεθάνουν είναι σημαντική ένδειξη για το πόσο ανθρωπιστική είναι μία κοινωνία».
Κανείς δουλοκτήτης και δουλοποιός δεν αρέσκεται στην ιδέα πως ανά πάσα στιγμή είναι εφικτή η οριστική απόδραση κάποιων δούλων του, ή ακόμη και όλων των δούλων του (και δεν είναι διόλου συμπτωματική η καταδίκη κάθε εθελουσίας αποχωρήσεως από τις γνωστές οργανωμένες Θρησκείες που συνεργάζονται στενά με συστήματα πολιτικο-οικονομικού εξουσιασμού).
ΘΕΣΗ 6. Ο πραγματικά σοφός πρέπει να στέκει αντίθετος στη χρήση γενικών εννοιών και να καλλιεργεί τον αντιϊδεαλισμό και τον σχετικισμό. Η «Αρετή» και η «Κακία», υπό την κυρίαρχη, συμβατική και γενική χρήση τους, είναι απλώς λέξεις κενές.
ΘΕΣΗ 7. Υπάρχει θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στη «Φύση» (η οποία στηρίζεται στο «Είναι») και το «Νόμο» (ο οποίος στηρίζεται στο «Έθιμον»). Όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί είναι συμβατικοί και τεχνητοί, αλλά και αμείλικτοι στραγγαλιστές της ατομικής ελευθερίας αν κανείς διαπράξει το σφάλμα να τους πάρει στα σοβαρά.
Η πραγματική απελευθέρωση (από-ελευθέρωση), επιτυγχάνεται μέσω της εκ θεμελίων επαναξιολογήσεως όλων των αξιών και της συνειδητοποιήσεως του απρόσμενα μεγάλου αριθμού πραγμάτων που μπορούν να διαγνωσθούν, και εν συνεχεία ν’ αντιμετωπισθούν ως περιττά ή παντελώς άχρηστα.
Πολιτισμός σημαίνει κατακλυσμός από άχρηστα αντικείμενα, σκουπιδοπαραγωγή, σκουπιδοσυλλογή, σκουπιδαποθησαύρισμα και σκουπιδολατρία, συνεπώς ο «Κυνικός» οφείλει να διαβιεί με τρόπο που ν’ αποδεικνύει το πόσο ελάχιστα είναι τα πράγματα τα οποία όντως απαιτεί ένας βίος Ελευθερίας και Αυτο-εξαρτήσεως. Το ιδανικό του «Κυνικού», είναι η πλήρης απουσία των οποιωνδήποτε δεσμών.
Όταν μηδενίζεται η ένταξη, μηδενίζονται οι απώλειες και συνεπώς ο άνθρωπος μένει αυτάρκης, αυτεξούσιος και ευδαίμων, όπως ένας ένσαρκος Θεός, του οποίου οι πραγματικές ανάγκες περιορίζονται στη βιολογική διατήρηση και μόνον εκεί. Οι πραγματικοί Θεοί θεωρούνται τέτοιοι, επειδή ακριβώς δεν χρειάζονται απολύτως τίποτε και η Αυτάρκεια είναι πρωτεύον χαρακτηριστικό τους.
ΘΕΣΗ 8. Ως υπογράμμιση της ανθρώπινης Αυτάρκειας, ο «Κυνικός» δεν χρειάζεται καν τον λεγόμενο προσωπικό χώρο, για τον οποίο πασχίζουν σε όλον τους τον βίο οι άλλοι άνθρωποι, αλλ’ αντιθέτως λειτουργεί πάντοτε δημοσίως, ακόμη και στις περιπτώσεις του φαγητού, του ύπνου ή και αυτού ακόμη του ερωτισμού. Σε αντίθεση προς τα ισχύοντα, το να κρύβεται κανείς καθ’ οιονδήποτε τρόπο, για τον «Κυνικό» αποτελεί όνειδος, επειδή καταδεικνύει φοβικότητα, υποκρισία και αρρωστημένη μυστικοπάθεια.
Ο Κράτης και η Ιππαρχία αποτολμούν να κάνουν δημοσίως έρωτα, ενώ ο Διογένης, αυνανιζόμενος στο κέντρο της Αγοράς, αναφωνεί ότι είναι κρίμα από τη φύση να μη μπορούν οι θνητοί να χορτάσουν αναλόγως την πείνα τους χαϊδεύοντας απλώς την κοιλιά τους.
ΘΕΣΗ 9. Για τους «Κυνικούς», ακόμη και οι θρησκείες είναι «προϊόντα ανθρώπινης συνήθειας». Κατ’ αυτούς, ο Κόσμος διοικείται από έναν «Θείο Νού», που δεν μπορεί ν’ αναπαρασταθεί με εικόνα διότι, απλώς, τίποτε επί γης δεν ομοιάζει προς αυτόν. Οι Θεοί πάντως του Εθνικού Πολυθεϊσμού, μπορούν να θεωρηθούν «πολλές μορφές» αυτού του «Θείου Νοός», οπότε η ερμηνεία της φύσεώς τους καθίσταται δυνατή μέσω της αλληγορίας.
ΘΕΣΗ 10. Η Αρετή είναι διδακτέα και από τη στιγμή που θα κατακτηθεί είναι παντελώς αδύνατον να απωλεσθεί. Ο κάτοχός της, ο «Κυνικός» σοφός, είναι απολύτως ελεύθερος και αυτάρκης, αφού, με το να είναι τέτοιος, κατέχει όλον τον πλούτο που μπορεί να αφορά την ανθρώπινη φύση. Σε αντίθεση προς αυτό που πάρα πολλοί πιστεύουν, η αντισυμβατικότητα του «Κυνικού» δεν είναι απλώς ένα εντόνως δραματικό μέσον για την επίτευξη ενός σκοπού ή για την άμεση ενόχληση του μέσου, συμβατικού ανθρώπου, με την ελπίδα ενός πιθανού αφυπνιστικού σοκ, αλλά αποτελεί, όπως πολύ σωστά τόνισε ο Ξενάκης, «αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητος του Κυνικού, που είναι ακέραιος και συνεπής. Αυτό που λέει το εννοεί και αυτό που πρεσβεύει το εφαρμόζει».
Όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε. Το θέμα είναι μέχρι τότε τι κάνουμε. Σκεφτείτε πως κανένα άλλο όν δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Κανένα όν δεν μπορεί ν’ αποφασίσει τι θέλει να κάνει στην ζωή του. Κι όμως αυτό το πλεονέκτημα μένει έμενε και θα μένει πάντα ανεκμετάλλευτο από τους ανθρώπους. Κάναμε κάνουμε και μάλλον θα συνεχίσουμε να κάνουμε ότι μας λένε και όχι ότι θέλουμε και το ουσιαστικότερο, δεν καταλαβαίνουμε τι κάνουμε και δεν ξέρουμε τι θέλουμε. !!!

Δήλος - Το ιερό νησί των Ελλήνων

«Ίητε Δήλιε Απόλλωνα.Τα σπαρμένα νησιά,με τα πλήθια ζωντανά,σπιτοχτίσαν και πήραν την ξακουστή Δήλο.Τους έδωκε ο χρυσομάλλης ο Απόλλωνας,της Αστερίας το κορμί κατοικιά τους».Πίνδαρος, Παιάνας


Μυθολογία και Ιστορία

Η ιστορία της Δήλου είναι συνυφασμένη με τη μυθολογία, καθώς ήταν η γενέτειρα του Απόλλωνα, γιού του Δία, και ως εκ τούτου ένας τόπος ιερός. Η θέση της είχε επίσης καθοριστεί στη μυθολογία, δεδομένου ότι πριν γίνει Δήλος (ορατή), ήταν ένας πλωτός, περιπλανώμενος βράχος που ονομαζόταν Ορτυγία ή Άδηλος (αόρατη). Ο Ποσειδώνας αγκυροβόλησε το βράχο στο απόλυτο κέντρο των τεσσάρων σημείων της πυξίδας σε σχέση με τη θέση του στο Αιγαίο Πέλαγος. Βρίσκεται σχεδόν σε ίση απόσταση με την ηπειρωτική χώρα στα βορειοδυτικά, με τη Χίο και τη Ρόδο προς τα ανατολικά, την Κρήτη στα νότια και την Πελοπόννησο στα δυτικά.

Η γεωγραφική της θέση προσέλκυσε το ενδιαφέρον των αρχαίων Ελλήνων, όπως και άλλοι τόποι που κατέχουν γεωμετρικά σημαντικές θέσεις στην περίτεχνη μαθηματική τους προσέγγιση στη Γεωγραφία, όπως οι Δελφοί. Η δημιουργία αυτών των μύθων, δεδομένης της θέσης του νησιού, ήταν απλά θέμα χρόνου. Έτσι, η μυθολογία ενώνεται με την ιστορία, καθώς η γεωγραφική θέση της έφερε πράγματι μεγάλο πλούτο στην Δήλο, όπως η Λητώ, μητέρα του Απόλλωνα, είχε υποσχεθεί.

Αυτό που η Λητώ δεν είχε προβλέψει ήταν η συμφορά, η καταστροφή, η δουλεία και η απώλεια ανθρώπινων ζωών που προσέλκυσε επίσης αυτός ο πλούτος, σε τέτοιο βαθμό που τελικά η Δήλος ερημώθηκε και παρέμεινε έτσι τις δύο τελευταίες χιλιετίες..

Ο Μύθος

Στην πρώιμη μυθολογία, η πρώτη αναφορά στην Δήλο γίνεται με την εμφάνισή της ως αόρατο βράχο που επέπλεε άσκοπα στη θάλασσα, και που σχηματίστηκε όταν η Αστερία, αδελφή της Λητούς, μεταμορφώθηκε σε βράχο για να γλυτώσει από το Δία, ο οποίος αργότερα κυνήγησε και άφησε έγγυο και τη Λητώ, με αποτέλεσμα το οργισμένο ξέσπασμα της Ήρας, η οποία συνέπραξε με τους άλλους θεούς ώστε να αποτρέψουν τη Λητώ από το να γεννήσει οπουδήποτε στον κόσμο και κάτω από τον ήλιο. Έτσι η Λητώ περιπλανιόταν παρόλο που πλησίαζε ο καιρός για να γεννήσει.

Ο Δίας έκανε έκκληση στον αδελφό του, τον Ποσειδώνα, να τους βοηθήσει να βρουν ένα μέρος κάπου στη θάλασσα, όπου η Λητώ θα μπορούσε να ξεκουραστεί και να γεννήσει το παιδί του Δία. Ο Ποσειδώνας τότε πήρε τον αόρατο πλωτό βράχο Άδηλο και τον αγκυροβόλησε στη θάλασσα με τέσσερις στήλες διαμαντένιων αλυσίδων και στη συνέχεια τον μετονόμασε σε Δήλο.

Οι Έλληνες πίστευαν έντονα σε αυτό το μύθο. Ήταν άλλωστε ο λόγος που πολλοί γενναίοι κυνηγοί θησαυρών έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να ανακτήσουν τις διαμαντένιες αλυσίδες από το βυθό της θάλασσας.

Η Λητώ υποσχέθηκε στη Δήλο ότι θα έκανε το νησί το πλουσιότερο στον κόσμο, αν η Δήλος της επέτρεπε να ξεκουραστεί εκεί και να γεννήσει το παιδί της, καθώς και ότι το παιδί δεν θα άφηνε ποτέ τον βράχο. Και έτσι συμφωνήθηκε, και η Λητώ πήγε στην Ιερή Λίμνη, στο κέντρο της οποίας βρισκόταν ένα φοινικόδεντρο.

Εκεί, και χωρίς βοήθεια, καθώς η Ήρα είχε απαγορεύσει στην Ειλείθυια* - τη θεά του τοκετού και των μαιών, να την βοηθήσει, γέννησε δίδυμα. Το πρώτο ήταν η Άρτεμις, θεά του κυνηγιού και της παρθενίας. Εννέα ημέρες αργότερα, γέννησε τον Απόλλωνα, θεό της αλήθειας και του φωτός.

Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το μύθο, η Άρτεμις, εννέα ημερών βρέφος, ήταν όντως σε θέση να βοηθήσει τη μητέρα της να φέρει τον αδερφό της στο φως. Αυτό ήταν δυνατό, επειδή η Άρτεμις, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις που απορρέουν από τη βαθιά προϊστορία της περιοχής, ήταν η θεά της γονιμότητας των θηλαστικών.

Στην Αττική, και συγκεκριμένα στη Βραυρώνα, η Βραυρώνια Αρτεμις λατρευόταν ως η θεά της βλάστησης και του κυνηγιού, και ως η προστάτης των γυναικών κατά τον τοκετό καθώς και των νεογέννητων. Έπρεπε προφανώς να ξαναγεννηθεί για να εξυπηρετήσει το ρόλο που της είχε ανατεθεί.

Από τη στιγμή εκείνη και μετά, η Δήλος έγινε τόπος ιερός, παραμένοντας για πάντα λουσμένος στο φως του Απόλλωνα. Θα πρέπει κανείς να γίνει προσωπικός μάρτυρας του πόσο μοναδικό είναι αυτό το Απολλώνιο φως, για να καταλάβει..

Η Ιστορία

Η Δήλος έχει μια μακριά και συναρπαστική ιστορία που ανάγεται στην τρίτη χιλιετία π.Χ. Οι πρώτοι κάτοικοι εικάζεται πως ήταν Κάρες (βάσει μιας αναφοράς του Θουκυδίδη). Απομεινάρια από ελλειψοειδείς καλύβες έχουν βρεθεί στην κορυφή του λόφου Κύνθος (113μ. ύψος), από όπου οι κάτοικοι μπορούσαν εύκολα να εποπτεύουν και να ελέγχουν τη μικρή κοιλάδα και τη θάλασσα ολόγυρα.

Η κατοίκηση συνεχίζεται χίλια χρόνια αργότερα με τους Μυκηναίους (1580-1200 π.Χ.), όταν άρχισαν να κτίζονται εκτεταμένοι οικισμοί. Το Απολλώνιο ιερό είχε ήδη εδραιωθεί από τους Ομηρικούς χρόνους και έφθασε στην ακμή του στη διάρκεια των αρχαϊκών και κλασσικών χρόνων.Ο μυθικός Μυκηναίος βασιλιάς της Δήλου Άνιος, γιος του Απόλλωνα και δισέγγονος του Διόνυσου, είχε προσπαθήσει να διατηρήσει ουδετερότητα στις συγκρούσεις τις εποχής.

Φιλοξένησε τον άρχοντα της Τροίας Αγχίση, αλλά και το στόλο των Αχαιών, και αργότερα τον Αινεία, γιο του Αγχίση, που ξέφυγε από την πυρπολημένη Τροία.Όταν ο κόσμος αυτός κατέρρευσε γύρω στο 1100 π.Χ., εγκαταστάθηκαν οι Ίωνες το νησί, το οποίο έγινε θρησκευτικό κέντρο τους, και παρέμεινε έτσι μέχρι το 540 π.Χ. όταν πήραν τον έλεγχο οι Αθηναίοι, οι οποίοι διατήρησαν τον έλεγχό τους στο νησί, χάνοντας το μόνο κατά τη διάρκεια των Περσικών Πολέμων (490-480 π.Χ.).

Η Δήλος βγήκε αλώβητη από την περιπέτεια των Περσικών πολέμων, επειδή οι Πέρσες τη θεωρούσαν ιερή και δεν τη λεηλάτησαν όπως τα υπόλοιπα νησιά των Κυκλάδων. Το 478 π.Χ., μετά το τέλος των Περσικών, ιδρύθηκε η Δηλιακή Συμμαχία των ελληνικών πόλεων, με στόχο την αντιμετώπιση μελλοντικών απειλών. Έδρα της συμμαχίας ήταν η Δήλος· Εκεί φυλασσόταν το τεράστιο ποσό των εισφορών των συμμαχικών πόλεων και εκεί γίνονταν οι συναντήσεις των αντιπροσώπων.

Πολύ σύντομα η Δηλιακή Συμμαχία εξελίχθηκε σε Αθηναϊκή Ηγεμονία και οι σύμμαχοι έγιναν περίπου υπήκοοι των Αθηναίων. Τα χρήματα του κοινού ταμείου μεταφέρθηκαν το 454 π.Χ. στην Ακρόπολη των Αθηνών, δήθεν για λόγους ασφαλείας, στην πραγματικότητα όμως για να χρηματοδοτήσουν το φιλόδοξο οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή.Το 476 π.Χ. άρχισε να οικοδομείται ο δεύτερος ναός του Απόλλωνα, ο Μέγας ναός, ή ναός των Δηλίων.

Η οικοδόμησή του διακόπηκε μετά τη μεταφορά του ταμείου στην Αθήνα και συνεχίστηκε την περίοδο της Δηλιακής Ανεξαρτησίας (314-166 π.Χ.), χωρίς ποτέ να ολοκληρωθεί.Γύρω στο 540-528 π.Χ. ο τύραννος των Αθηνών Πεισίστρατος, έπειτα από δελφικό χρησμό, επέβαλε και τον πρώτο εξαγνισμό στο νησί, θεσπίζοντας νόμο πως πλέον κανείς δεν μπορούσε να πεθάνει ή να γεννηθεί στο ιερό νησί.

Ο Θουκυδίδης γράφει σχετικά ότι τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου οι Αθηναίοι, συνωστισμένοι μέσα στα τείχη της πόλης, βρέθηκαν σε απελπιστική θέση εξαιτίας του λοιμού που θέριζε τους κατοίκους «σαν τα πρόβατα». Υπολογίζεται πως το 427-426 π.Χ. τα θύματα από τη θανατηφόρα επιδημία ήταν 30.000.

Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι οι Αθηναίοι είχαν φτάσει σε τέτοιο σημείο αναισχυντίας που «κανένας φόβος των θεών ή νόμος των ανθρώπων δεν τους συγκρατούσε πια». Μέσα σε τέτοιο κλίμα απόγνωσης και ανασφάλειας διέπραξαν ένα αποτρόπαιο έγκλημα, την «κάθαρση» της Δήλου, δήθεν για λόγους ευσέβειας.

Άνοιξαν όλους τους τάφους που υπήρχαν στο νησί, ακόμα και τους πιο φρέσκους, και μετέφεραν τα οστά και τα κτερίσματα στη Ρήνεια, όπου τα έθαψαν σε ένα κοινό λάκκο. Παράλληλα αποφάσισαν να μη γεννιέται και να μην πεθαίνει κανείς πια στη Δήλο, αλλά να μεταφέρονται οι επίτοκοι και οι βαριά άρρωστοι στη Ρήνεια. Από τότε κανείς δεν γεννήθηκε, κανείς δεν πέθανε και κανείς δεν τάφηκε στο ιερό νησί.

Οι δε Δήλιοι, όπως επεδίωκαν οι Αθηναίοι, έγιναν απάτριδες. Το 422 π.Χ. οι Αθηναίοι ολοκλήρωσαν την «κάθαρση», εξορίζοντας όλο τον ντόπιο πληθυσμό. Οι Δήλιοι κατέφυγαν στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας, ύστερα από πρόσκληση του Φαρνάκη, και κατεσφάγησαν με προδοσία από τον Αρσάκη.

Οι ελάχιστοι που σώθηκαν επέστρεψαν στη Δήλο έπειτα από επέμβαση του Μαντείου των Δελφών.Αμέσως μετά την κάθαρση, παρά το γεγονός ότι ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση, οι Αθηναίοι άρχισαν, από τύψεις ή από φόβο, το εξαιρετικά δαπανηρό έργο της οικοδόμησης ενός ακόμη ναού του Απόλλωνα από λευκό πεντελικό μάρμαρο και καθιέρωσαν τα Δήλια, γιορτή προς τιμήν του Απόλλωνα που λάμβανε χώρα κάθε πέντε χρόνια.

Τα εγκαίνια του τρίτου αυτού ναού, του ναού των Αθηναίων, έγιναν με εντυπωσιακή λαμπρότητα στη διάρκεια της θεωρίας που χρηματοδότησε και οδήγησε στη Δήλο, το 417 π.Χ., ο μετριοπαθής Νικίας.Την περίοδο της τυραννίας του Πεισιστράτου ή των γιων του οικοδομείται και ο πώρινος ναός του Απόλλωνα, στον οποίο στεγάστηκε ένα υπερφυσικού μεγέθους άγαλμα του θεού, έργο του Τεκταίου και του Αγγελίωνα.

Από το τέλος του 5ου αι. π.Χ. η μόνη σημαντική οικοδομική δραστηριότητα στο χώρο του ιερού ήταν η μερική αποπεράτωση του ναού των Δηλίων και η οικοδόμηση ενός νέου ναού της Άρτεμης. Την εποχή όμως της ανεξαρτησίας οι ηγεμόνες των ελληνιστικών κρατών συναγωνίζονται στην επιδεικτική οικοδόμηση λαμπρών κτηρίων στο ιερό νησί, εκεί όπου όλοι οι Έλληνες μπορούσαν να τα δουν και να θαυμάσουν τον πλούτο και τη δύναμή τους.

Όλη η περιοχή του ιερού ήταν γεμάτη με εκατοντάδες μαρμάρινα και χάλκινα αγάλματα, δαπανηρά αναθήματα πόλεων ή πλούσιων ιδιωτών, από τα οποία σώθηκαν μονάχα τα ενεπίγραφα βάθρα.Οι Αθηναίοι διατήρησαν τον έλεγχο τους μέχρι το 314 π.Χ. και στη συνέχεια η Δήλος πέρασε στη σφαίρα επιρροής των Μακεδόνων.Πρέπει να σημειωθεί πως, όταν πήραν οι Μακεδόνες τον έλεγχο, το νησί άρχισε να ανθεί ως εμπορικό κέντρο, καθώς απολάμβανε την τέλεια τοποθεσία που διευκόλυνε το εμπόριο με την Αίγυπτο, τη Συρία και τη Μικρά Ασία.

Μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το Αιγαίο συνταράσσεται για σαράντα σχεδόν χρόνια από τους πολέμους των φιλόδοξων στρατηγών που τον διαδέχτηκαν. Το 314 π.Χ. ο Αντίγονος ανακήρυξε την Ελλάδα ελεύθερη και ανήγγειλε την επιστροφή στην πολιτική της δημοκρατικής διακυβέρνησης του Αλεξάνδρου.

Ο στόλος του έφθασε στο Αιγαίο, όπου η Λήμνος, η Ίμβρος και η Δήλος είχαν ήδη στασιάσει κατά της Αθήνας και οι Κυκλάδες κατά του Κασσάνδρου. Η Αθήνα διατηρούσε ακόμη την αίγλη του πνευματικού κέντρου, αλλά ήταν πλέον μια πόλη σε παρακμή που δεν έπαιζε κανένα ουσιαστικό ρόλο στις εξελίξεις.

Ο Αντίγονος και ο γιος του Δημήτριος ο Πολιορκητής ίδρυσαν το Κοινό των Νησιωτών με θρησκευτικό κέντρο τη Δήλο, η οποία κηρύχτηκε ελεύθερη και ανεξάρτητη (314 -166 π.Χ.).Από τα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ., το ιερό νησί του Απόλλωνα γίνεται και σημαντικό εμπορικό κέντρο, με την εγκατάσταση πλουσίων επιχειρηματιών και τραπεζιτών. Από το 168 π.Χ. η Δήλος, όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα, βαθμιαία θα περάσει στον έλεγχο της Ρώμης.

Το νησί κυρύσσεται ελεύθερο λιμάνι (δηλ. λιμάνι χωρίς δασμούς), με αποτέλεσμα να μετοικήσουν εκεί πλούσιοι Ρωμαίοι έμποροι και πλοιοκτήτες, καθώς και άνθρωποι από όλες τις περιοχές της Μεσογείου. Εκτιμάται πως γύρω στο 90 π.Χ. στο μικρό αυτό νησί, που δεν είναι παρά μια κουκίδα στο χάρτη της Μεσογείου, κατοικούσαν περίπου 30.000 άνθρωποι.

Από τις αναθηματικές επιγραφές και τα ταφικά μνημεία της Ρήνειας φαίνεται ότι εκτός από τους Αθηναίους και τους Ρωμαίους, που αποτελούσαν την πλειονότητα του πληθυσμού, στη Δήλο κατοικούσαν άνθρωποι από την Πελοπόννησο, την κεντρική και δυτική Ελλάδα, τη Μακεδονία, τα νησιά του Αιγαίου, τη Θράκη και τον Εύξεινο Πόντο, την Ταυρική Χερσόνησο, την Τρωάδα, τη Μυσία, την Αιολίδα, την Ιωνία, τη Λυδία, την Καρία, τη Λυκία, τη Βιθυνία, την Παφλαγονία, τον Πόντο, την Καππαδοκία, την Πισιδία, την Παμφυλία, την Κιλικία, τη Συρία, τη Μηδία, την Κύπρο, την Αίγυπτο, την Κυρήνη, την Αραβία κ.ά.

Ωστόσο, από το 88 π.Χ και μέχρι το 69 π.Χ., το νησί καταστράφηκε και λεηλατήθηκε δύο φορές: το 88 π.Χ. από τον Ευπάτορα βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη, που θέλησε με αυτόν τον τρόπο να πλήξει τη δύναμη και το γόητρο της επικυρίαρχης Ρώμης. (Έως τότε κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο μεταξύ των Ελλήνων, για τον ιερό τόπο του Απόλλωνα), και το 69 π.Χ. από τους πειρατές του Αθηνόδωρου, συμμάχου του Μιθριδάτη.

Οι Ρωμαίοι μετά την καταστροφή κατανοούν ότι η ιερότητα του νησιού δεν αρκεί για να σταματήσει τις επιβουλές και περιτειχίζουν το κυριότερο τμήμα της πόλης. Το νησί όμως έχει απωλέσει οριστικά τον ιερό του χαρακτήρα, παρά τις προσπάθειες του αυτοκράτορα Αδριανού να αναβιώσει την ιερή ατμόσφαιρα και το δέος των εορταστικών εκδηλώσεων.

Η περίοδος της παρακμής χαρακτηρίζεται από το γεγονός, ότι οι Αθηναίοι θα θελήσουν να πουλήσουν το νησί, δεν θα βρεθεί όμως αγοραστής. Τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ο οικισμός του νησιού συρρικνώνεται και η Δήλος θα γίνει ξανά «άδηλος». Ότι απέμεινε από την παλιά δόξα λεηλατείται σε μία σειρά αλλεπάλληλων καταστροφών: το 727 μ.Χ. από τον εικονομάχο αυτοκράτορα του Βυζαντίου Λέοντα τον Ίσαυρο, το 769 μ.Χ. από τους Σλάβους και το 821 μ.Χ. από τους Σαρακηνούς.

Η Δήλος δεν είναι πια παρά ένας απέραντος ερειπιώνας. Καθ’ όλο το Μεσαίωνα θα υπηρετήσει τα γύρω νησιά αποκλειστικά ως τόπος προσπορισμού οικοδομικού υλικού, ενώ θα μετατραπεί σε μία τεράστια ασβεστοκάμινο, όπου μαρμάρινα μνημεία και γλυπτά λιώνουν για την παραγωγή ασβέστη. "..Τότε η ευτυχία είναι το καλύτερο, ευγενέστερο και πιο ευχάριστο πράγμα στον κόσμο, και αυτά τα χαρακτηριστικά δεν είναι ασύνδετα όπως στην επιγραφή της Δήλου:

"Το πιο ευγενές είναι αυτό που είναι δικαιότατο, και το καλύτερο είναι η υγεία. Το πιο ευχάριστο όμως, είναι να κερδίσουμε ό, τι αγαπάμε".Γιατί όλες αυτές οι ιδιότητες ανήκουν στις καλύτερες δραστηριότητες. Και αυτές, ή μία - την καλύτερη - από αυτές, ταυτίζουμε με την ευτυχία. (Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια)

Ιστορικό ανασκαφών

Η Δήλος, ως ιερός τόπος στον οποίο υπήρχαν λαμπρά οικοδομήματα και ιερά, δεν λησμονήθηκε ποτέ και υπάρχουν πολλές αναφορές στους περιηγητές για τα ερείπια που ήταν ορατά στο νησί. Πολλά γλυπτά μεταφέρθηκαν σε μουσεία της Ελλάδας και του εξωτερικού, ενώ μάρμαρα των αρχαίων κτηρίων χρησιμοποιήθηκαν σαν οικοδομικό υλικό από τους κατοίκους των γύρω νησιών.

Η Δήλος θα ξαναβγεί από την αφάνεια μόλις τον 19ο αιώνα, με τις ανασκαφές πού άρχισαν το 1873 από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών και την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία. Από το 1904 έως το 1914 αποκαλύφθηκαν υπό τη διεύθυνση του M. Holleaux και χάρη στη γενναία επιχορήγηση του δούκα de Loubat τα σημαντικότερα τμήματα της αρχαίας Δήλου.

Περίοδος έντονης ανασκαφικής δραστηριότητας υπήρξε επίσης το διάστημα από το 1958 έως το 1975. Η ανασκαφή συνεχίζεται ακόμη από την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία και τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, αλλά το κέντρο του θρησκευτικού, πολιτικού και εμπορικού βίου καθώς και μεγάλο μέρος των ιδιωτικών κατοικιών έχουν ήδη αποκαλυφθεί.Δήλος - Αρχαιολογικό μουσείοΤο αρχαιολογικό Μουσείο της Δήλου είναι ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά μουσεία της Ελλάδας.

Στο μουσείο έχουν συγκεντρωθεί τα πλούσια ευρύματα από τις ανασκαφές που διενεργούνται από την Γαλλική αρχαιολογική σχολή πάνω από έναν αιώνα. Τα εκθέματα είναι σπάνιας ομορφίας και αρχαιολογικής αξίας.

Γλυπτά, αγγεία, επιγραφές, μωσαϊκά.Ιδιαίτερα σημαντική είναι η πλούσια συλλογή του μουσείου σε γλυπτά από την πρώιμη αρχαική περίοδο μέχρι τα ρωμαικά χρόνια. Έχουν σωθεί στον αρχαιολογικό χώρου τις Δήλου και πολλές βάσεις από χάλκινα αγάλματα που δυστυχώς δεν άντεξαν τη φθορά του χρόνου.Το μουσείο διαθέτει 9 αίθουσες, όπου τα εκθέματα είναι τοποθετημένα χρονολογικά και θεματολογικά.Η Δήλος και η Ρήνεια τελούν υπό την προστασία του Υπουργείου Πολιτισμού και απαγορεύονται ο ελλιμενισμός σκαφών και η διανυκτέρευση ατόμων χωρίς ειδική άδεια.

*Η ονομασία Ειλήθυια, κατά τον Αδ. Ι. Αδαμαντίου φαίνεται να παράγεται εκ των αρχαίων ρημάτων "ειλέω" (=στενοχωρώ, πιέζω κλπ) και του "θύω" (=στενάζω με ορμή, τρελλαίνομαι). Κατά την αρχαία παράδοση το όνομα αυτό οφείλεται σε ικετευτική κραυγή των επιτόκων: «Ελθέ!», «Ελθέ!» με την οποία και καλούσαν τη θεά σε βοήθεια

ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ, ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΙ ΒΟΥΛΗΣΗ

Η εξαθλίωση τού ανθρώπου
με την «ασθένεια τής βούλησης» στο χριστιανισμό.


Πολλά χωρία, τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια, παρουσιάζουν ρητά τούς δισταγμούς των ηρώων. Τούς δείχνουν τη στιγμή τής μάχης να αντιπαραθέτουν μέσα τους αντιφατικά πράγματα, αυτό, που θα ονομάσει αργότερα ο Πλάτων «διάλογο ψυχής με τον εαυτό της». Ο Όμηρος χρησιμοποιεί π.χ. την έκφραση «δίχα θυμόν έχειν», προκειμένου να περιγράψει το πνεύμα τού ήρωα, που αμφιτα- λαντεύεται μεταξύ δυο αντιφατικών θέσεων (βλ. Οδ. π 73, που επαναλαβάνεται ελαφρώς παραλλαγμένο στην τ 524). Και η λήψη τής απόφασης συνδέεται άρρηκτα με μια ρητή ενδοσκόπηση, με τον έλεγχο των υπέρ και των κατά, των κινήτρων, που οδηγούν τον ήρωα στην πράξη ή στην αδράνεια. Όλα αυτά είναι απολύτως εμφανή σε όλη την έκταση των επών.
Παρά ταύτα παρεμβάλλεται εδώ μια συζήτηση -δευτερεύουσα σίγουρα- που δεν θα ήθελα όμως να αποφύγω. Υποστηρίχτηκε(1), και συνεχίζει να υποστηρίζεται(2), ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει πραγματική απόφαση στον ελληνικό κόσμο, τουλάχιστον στα ομηρικά έπη, αλλά και πέραν αυτών, μέχρι τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, διότι η αρχαία Ελλάδα αγνοεί την έννοια τής βούλησης. Βέβαια, η λέξη βούλησις δεν απαντά στον Όμηρο -ούτε και πολύ αργότερα- για να υποδείξει την ψυχική ιδιότητα ή στάση που θα οδηγούσε στην επιλογή μεταξύ δύο πραγμάτων ή που θα στηρίξει την απόφαση. Γιατί όμως να συμπεράνουμε εξ αυτού την παντελή απουσία τής ίδιας τής έννοιας; Υφίσταται εν προκειμένω σύγχυση μεταξύ τής άγνοιας μιας λέξης ή τής μη θεματοποίησης μιας έννοιας από κάποια γλώσσα και τής απουσίας τής ίδιας τής έννοιας. Είναι σχεδόν σαν να υποστηρίζουμε, ότι οι έλληνες δεν είχαν υποσυνείδητο, επειδή δεν υπάρχει λέξη, που να το ονοματίζει! Το ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι, γιατί μέχρι μια σχετικά ύστερη χρονολογία δεν θεματοποίησαν τη βούληση.
Προσωπικά πιστεύω, ότι δεν αγνοούσαν καθόλου την έννοια, αλλά ότι γι΄ αυτούς η βούληση δεν αποτελούσε πρόβλημα. Και ότι, πίσω από τη σύγχρονη θεματοποίηση τής έννοιας, στη ρίζα της, υποκρύπτεται κάτι άλλο.
 Θα πρέπει εδώ να ακολουθήσουμε μιαν άλλη θεωρητική γενεαλογία, την ιουδαϊκή και τη χριστιανική. Διότι από την εποχή ακριβώς τού χριστιανισμού, αλλά αναμφίβολα ήδη από τον ιουδαϊσμό, ο ανθρώπινος κόσμος κατατρύχεται από μια ουσιαστική ασθένεια: την ασθένεια τής βούλησης, η οποία έχει μια σαφή οντο-θεολογική καταγωγή αναπόσπαστη από την έννοια τού αμαρτήματος. Οφείλουμε να πράξουμε κάτι, για το οποίο δεν είμαστε ίσως ικανοί, πράγμα, που αποτελεί σφάλμα. Αποδίδουμε επομένως στον εαυτό μας την αιτία αυτής τής ανικανότητας με τη μορφή τής κακής θέλησης ή τής ανεπαρκούς βούλησης.
Στους έλληνες όμως, δεν υπάρχει αμαρτία, άρα δεν μπορεί να υπάρξει και θεματοποίηση τής σχετικής με τη βούληση προβληματικής. Η ρίζα βρίσκεται εδώ, οι δε απολήξεις της φθάνουν σε όλη τη σύγχρονη λογοτεχνία, τουλάχιστον από τον Άμλετ μέχρι τον Αδόλφο τού Benjamin Constant και τούς μυθιστοριογράφους τού 19ου αιώνα. Ο λιπόψυχος ήρωας είναι γεμάτος ιδέες για να αλλάξει τον κόσμο, είναι όμως αργά για να τις υλοποιήσει, ίσως αύριο... Όλη αυτή η νεφελώδης θεματική απουσιάζει από το τεράστιο σώμα τής αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, στην οποία βρίσκουμε τον εσωτερικό διάλογο, το δισταγμό, την αμφιβολία και τελικά την απόφαση για δράση ή παραίτηση, δεν βρίσκουμε όμως, παρά μόνο τελείως περιθωριακά, την πρόσθετη αυτή στιγμή τής ασθενούς βούλησης. Δεν πρόκειται, επομένως, για μη ανακάλυψη τής βούλησης από τούς έλληνες, αλλά για μη ύπαρξη τής ασθένειας τής βούλησης, των «ασθενειών βούλησης», όπως έλεγαν τα εγχειρίδια ψυχιατρικής τού 19ου αιώνα(3), και τής βούλησης ως ασθένειας.   

«Γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου»...
Η χριστιανική ηθική βασίζεται στα εφευρήματα τής ένοχης συνείδησης και τής ενοχής, που τελικά αναστέλλουν την ελεύθερη βούληση και επομένως την ίδια την ελεύθερη εξέλιξη τής ζωής. Η έλλειψη βούλησης εξαγιάζεται στο χριστιανισμό κατά τον Ευαγγελισμό, όταν άβουλη η Μαριάμ ακούει και δέχεται μοιρολατρικά αυτά, που τής ανακοινώνει ο Γαβριήλ, ψελλίζοντας: «Ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ.1,38).

 
     
Ως προς την ατομικότητα, δεν νομίζω, πως είναι αναγκαίο να επιμείνουμε. Αν και υπάρχει στα έπη ασύλληπτος αριθμός δευτερευόντων προσώπων ελάχιστα εξατομικευμένων ή εξατομικευμένων βάσει καθαρά εξωτερικών γνωρισμάτων, είναι απολύτως σαφές, ότι οι μεγάλοι ήρωες, αντιθέτως, αποτελούν πραγματικά πρόσωπα. Ο Αχιλλέας φυσικά, αλλά και ο Αγαμέμνων, για τον οποίο διαφωνώ με το φίλο Vidal-Naquet, που βλέπει σ΄ αυτόν αποκλειστικά την έκφραση μιας λειτουργίας(4). Κατά τη γνώμη μου, ο Αγαμέμνων αποτελεί μία τελείως ξεχωριστή προσωπικότητα, τής οποίας η περιγραφή αφήνει μάλιστα να διαφανεί μια πρώτη κριτική τού πολιτεύματος τής βασιλείας. Διότι, εντέλει, στην Ιλιάδα είναι απλώς ένα τεράστιο παράσιτο. Διατάζει βέβαια, οι διαταγές του όμως, διακρίνονται για τη μετριότητα τους. Δεν είναι ούτε γενναίος, ούτε ανδρείος (αναφέρεται όμως αριστεία τού Αγαμένονα, Iλ, Λ), ούτε επιδέξιος, και όμως πάντοτε αυτός παίρνει το καλύτερο μέρος τής λείας! [Βλ. τις κατηγορίες τού Αχιλλέα (Ιλ., Α, 149 κ.εξ.), τού Διομήδη (Ιλ. Ι, 33-49), τού Οδυσσέα (Ιλ. Ξ, 83-102)]. Αλλά ο Αγαμέμνων καθαυτός είναι πράγματι κάποιος, δεν είναι απλώς μια λειτουργία.
Και άλλοι ομηρικοί ήρωες είναι επίσης πραγματικά πρόσωπα: ο Έκτωρ και η Ανδρομάχη είναι φανταστικά πρόσωπα. Η περίπτωση τής Ελένης είναι ακόμα πιο αινιγματική και συγκινητική. Νοσταλγεί βέβαια την πατρίδα της, αλλά δεν επιθυμεί και την καταστροφή τής Τροίας. Αν και αγαπά τον Μενέλαο και αντιπαθεί τον Πάρι, δέχεται παρά ταύτα να κάνει έρωτα μαζί του. Σαν να βρισκόμαστε σε μυθιστόρημα τού Choderlos de Laclos με τη διαφορά, ότι εδώ έχουμε επιπλέον την παρουσία τής Αφροδίτης (Iλ., Γ, 369-447). Ο Όμηρος έπλασε εδώ μια πολύ σύγχρονη προσωπικότητα, πολύ μυστηριώδη, συνεχώς αμφιταλαντευόμενη και αμφίθυμη, όπως σε όλα τα μεγάλα μυθιστορήματα. Γιατί εγκατέλειψε τον Μενέλαο; Αγαπά πραγματικά τον Πάρι; Στη συνέχεια τής ιστορίας, που δεν βρίσκεται όμως στην Ιλιάδα (Οδ., δ, 242-258 και Ευριπίδης, Εκάβη, 239-250), θα βοηθήσει τον Οδυσσέα, όταν αυτός εισέλθει στην Τροία...
 
 


Σε σχέση με άλλες της ιδίας περιόδου, η αρχαία ελληνική ποίηση έδωσε ασυνήθιστα μεγάλη σημασία στο άτομο. Οι περιγραφές χαρακτήρων (π.χ. στα ομηρικά έπη) γίνονται με έμφαση στη λεπτομέρεια, τόσο ως προς την περιγραφή των εμφανισιακών γνωρισμάτων τους, όσο και των σκέψεων, των συναισθημάτων και των αντιδράσεών τους. Σε έπη άλλων αρχαίων λαών, τα πρόσωπα απλώς σκιαγραφούνται και παραμένουν σκιώδη.
 
  Στην αρχαία Ελλάδα η στιγμή τής απόφασης προϋποθέτει βέβαια τη βούληση, η βούληση όμως αυτή δεν είναι αυτονομημένη, δεν αποτελεί χωριστή λειτουργία, που θα μπορούσε επομένως να βρίσκεται σε διαρκή απόσταση (σε σχέση με τη σκέψη και την πράξη), όπως συμβαίνει στον χριστιανικό κόσμο (ας αφήσουμε στην άκρη τούς εβραίους). Θα το ήθελα, δυστυχώς όμως, δεν μπορώ. Ποιος θέλει πραγματικά; Ποιος ήταν σε θέση να θελήσει μια για πάντα και για όλο τον κόσμο; Μήπως ο θεός ως βούληση; Βούληση όμως ποιου πράγματος; Και ποιο μέρος τής βούλησης αυτής καταχωρείται στον άνθρωπο;
Συναντάμε εδώ όλες τις απορίες γύρω από την ανθρώπινη ελευθερία βούλησης και τη συμφιλίωση της με τη θεία θέληση, την παντογνωσία και την παντοδυναμία τού θεού. Στο χριστιανισμό, ο άνθρωπος, εκπεσόν ον, αμαρτωλός, συγκρούεται συνεχώς -όχι με το θάνατο, αλλά- με τη δική του ανανεούμενη κατάπτωση, με την αδυναμία του να αποδειχθεί άξιος τού κανόνα, που δίνει νόημα στη ζωή του. Κανόνας, που ενσωματώνει άλλωστε, από την ίδια του τη φύση, την κατάπτωση αυτή, διότι πρόκειται για ανεφάρμοστο κανόνα, και κατά συνέπεια ο άνθρωπος παραμένει αναγκαστικά στην αθλιότητά του. Σαν να τού ζητούσαν να πετάξει πρώτα σαν πουλί και μετά να αποφασίσει· δεδομένου, ότι δεν μπορεί να πετάξει, είναι ένοχος. Έτσι είναι οι μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες. Ήθελα όμως μόνο να δείξω, ότι η βούληση δεν παρουσιάζεται σαν το συγκεκριμένο προβλημα στους έλληνες.
 
Σημειώσεις
(1) Π.χ. ο Η. Frankel, Dichtung..., o οποίος γράφει: «Η “θέληση” αποτελεί ιδέα, που απουσιάζει καθαυτή από το πνευματικό στερέωμα τής αρχαϊκής και τής κλασικής Ελλάδας. (...) Γι΄ αυτό και δεν υπάρχει ουσιαστικό, που να δηλώνει τη “θέληση”...» (σ. 446, σημ. 2) Βλ. επίσης, Ε. R. Dodds. ό.π., σ. 32, που σημειώνει, ότι «ο ομηρικός άνθρωπος δεν γνωρίζει την έννοια τής θέλησης», προσθέτει όμως, ασκώντας στο σημείο αυτό κριτική στον Snell (Philologus, 85, 1929-1930): «φαίνεται κάπως τεχνητό να αρνηθούμε, ότι αυτό που περιγράφεται σε χωρία, όπως Iλ., Λ, 403 κ.εξ., ή Οδ., ε, 355 κ.εξ., είναι πράγματι έλλογες αποφάσεις, που πάρθηκαν μετά από έλεγχο των δυνατών εναλλακτικών λύσεων». Βλ. επίσης Η. Lloyd-Jones, The Justice of Zeus, Berkeley University Press 1971, σ. 9-10 (και ως προς τα όρια τής λεξικολογικής ανάλυσης, σ. 2-3 και 157-158) κ.ά..
(2) Πρβλ. π.χ. J.-P. Vernant, Ebauches de la volonte dans la tragedie grecque, στο J.-P. Vernant / P. Vidal-Naquet, Mythe et tragedie en Grece ancienne, Paris, Maspero 1972, σ. 43-74, επανέκδ. στο Mythe et tragedie I, Paris, La Decouverte, σ. 43-74: «Σχηματίσαμε την πεποίθηση, ότι ο άνθρωπος αποφασίζει να δράσει “θεληματικά”, με τον ίδιο τρόπο, που διαπιστώνει, ότι διαθέτει χέρια και πόδια. Ακόμα κι εκεί, όπου ο πολιτισμός, όπως αυτός τής αρχαϊκής και τής κλασικής Ελλάδας, δεν περιέχει στο λεξιλόγιο του καμμία λέξη, που να αντιστοιχεί στον δικό μας όρο τής θέλησης, δεν διστάζουμε καθόλου να αποδώσουμε στους ανθρώπους τής εποχής αυτής, έστω και χωρίς να το γνωρίζουν, τη βουλητική λειτουργία, την οποία ωστόσο δεν κατονόμασαν» (σ. 44). Και στη σ. 73: «Στην Αθήνα τού 5ου αιώνα το άτομο εκδηλώθηκε, με τις ιδιαιτερότητες του, ως υποκείμενο δικαίου (...). Ούτε όμως το άτομο ούτε η εσωτερική του ζωή απέκτησαν επαρκές βάρος και αυτονομία, ώστε να θέσουν το υποκείμενο στο επίκεντρο αποφάσεων, από τις οποίες θα προέκυπταν οι πράξεις του».
(3) Les Maladies de la volonte (1833) είναι ο τίτλος μίας από τις γνωστότερες εργασίες τού γάλλου ψυχολόγου Theodule Ribot.
(4) «Ορισμένα πρόσωπα ταυτίζονται με κάποιο στρατιωτικό ή πολιτικό λειτούργημα. (...) Το λειτούργημα τού Αγαμέμνονα είναι το βασιλικό λειτούργημα», Ρ. Vidal-Naquet, L΄ Iliade sans travesti, ό.π., σ. 53. Για το θέμα αυτό, βλ. επίσης, F. Robert, Homere, Paris, PUF 1950, σ. 214-271.