Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (1303-1320)

ΧΟ. οἷον τὸ πραγμάτων ἐρᾶν φλαύρων· ὁ γὰρ [στρ.]
γέρων ὅδ᾽ ἐρασθεὶς
1305 ἀποστερῆσαι βούλεται
τὰ χρήμαθ᾽ ἁδανείσατο·
κοὐκ ἔσθ᾽ ὅπως οὐ τήμερον
λήψεταί τι πρᾶγμ᾽, ὃ τοῦ-
τον ποήσει τὸν σοφι-
στήν, ὧν πανουργεῖν ἤρξατ᾽, ἐξ-
1310 αίφνης λαβεῖν κακόν τι.

οἶμαι γὰρ αὐτὸν αὐτίχ᾽ εὑρήσειν ὅπερ [ἀντ.]
πάλαι ποτ᾽ ἐπῄει,
εἶναι τὸν υἱὸν δεινόν οἱ
γνώμας ἐναντίας λέγειν
1315 τοῖσιν δικαίοις, ὥστε νι-
κᾶν ἅπαντας οἷσπερ ἂν
ξυγγένηται, κἂν λέγῃ
παμπόνηρ᾽. ἴσως δ᾽ ἴσως
βουλήσεται
1320 κἄφωνον αὐτὸν εἶναι.

***
ΧΟΡ. Τί θα πει να κυνηγάς βρομοδουλειές!
Τέτοια ο γέρος πόθησε,
κι όσα πήρε δανεικά
τώρα να τα φάει ζητά·
κάτι κιόλας σήμερα
θα του λάχει —δεν μπορεί—
που θα φέρει ξαφνικιά
συμφορά στο σοφιστή
1310 για τις άτιμες αυτές κατεργαριές.

Δε θ᾽ αργήσει νά ᾽βρει αυτά που από καιρό
λαχταρούσε· να ᾽χει γιο
στον αντίλογο γερό,
που, ό,τι δίκιο, να μπορεί
πάντα να το πολεμά,
κι αντιπάλους να νικά,
κι ας μιλεί με προστυχιές.
Μα ίσως τώρα ο γέροντας
1320 να φωνάξει: Κάλλιο να ᾽χα γιο μουγκό.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΡΓΩ

ΑΡΓΩ
(αστερισμός)

Πολλές παραλλαγές και λεπτομέρειες υπάρχουν γύρω από το πλοίο Αργώ της Αργοναυτικής εκστρατείας. Αυτές αφορούν τον κατασκευαστή, τον τόπο κατασκευής, το ξύλο κατασκευής, τον ρόλο της Αθηνάς ή της Ήρας, και εμπλέκουν περισσότερα πρόσωπα και τόπους, υποδηλώνοντας και την προσπάθεια οικειοποίησης του θέματος λόγω της σημαντικότητάς του, κάτι που προσέδιδε κύρος.

Κατασκευαστής

Όταν ο Πελίας ζήτησε από τον Ιάσονα να φέρει το χρυσόμαλλο δέρας του κριαριού που είχε φυγαδεύσει τον Φρίξο και την Έλλη από την Ιωλκό στην Κολχίδα, και που είχε θυσιαστεί στον Δία και που το δέρας του είχε αφιερωθεί στον Άρη, ο νέος ζήτησε τη βοήθεια του Άργου. Αυτός ο Άργος θεωρείται ότι ήταν ο ομώνυμος ήρωας από τις Θεσπιές, ή ο γιος του Φρίξου ή του Αρέστορα ή του Πόλυβου και της Αργείας ή του Δαναού ή ο Γλαύκος από την Ανθηδώνα ή ο Ηρακλής. Ο κατασκευαστής του πλοίου Άργος, όποιος κι αν ήταν, σύμφωνα με κάποιες παραδόσεις, ακολούθησε τη συμβουλή της Αθηνάς και ναυπήγησε ένα πλοίο με πενήντα κουπιά, στέρεο και γερό, παρά το γεγονός ότι ο Πελίας του ζήτησε να μη χρησιμοποιήσει πολλά καρφιά, ώστε να διαλυθεί γρήγορα και ο νόμιμος διάδοχος στην εξουσία της Ιωλκού Ιάσονας να πεθάνει. Επιπλέον, με τη βοήθεια της Αθηνάς το έκανε τόσο ελαφρό, ώστε οι ναύτες να μπορούν να το σηκώνουν στους ώμους.

Όνομα

Το πλοίο ονομάστηκε Αργώ, από τον κατασκευαστή του ή επειδή θέλησε να τιμήσει ο Ιάσονας τον γιο του Φρίξου Άργο ή επειδή ήταν πολύ γρήγορο (ἀργός = γρήγορος) ή από τους διαλεχτούς Αργείους που πήραν μέρος στην εκστρατεία ή από την πατρίδα τους, το Άργος, ή και γιατί ναυπηγήθηκε σε αυτήν ή από το ξύλο αργώ -αν και άλλοι ονομάζουν λέοντα το ξύλο από το οποίο κατασκευάστηκε, ανθεκτικό στο νερό και τη φωτιά. Το αποκαλούσαν και Πηλιάδα Αργώ, επειδή κατασκευάστηκε από πεύκα του Πηλίου, ενώ άλλες παραδόσεις θέλουν τα ξύλα να τα κόβει ο κατασκευαστής Ηρακλής από την Όσσα.

Αθηνά ή Ήρα;

Η παλαιότερη παράδοση θέλει τη θεά Αθηνά να ναυπηγεί η ίδια το πλοίο· σε άλλες παραδόσεις είναι σύμβουλος ή συμμέτοχος στην κατασκευή· άλλοτε εξαφανίζεται τελείως από τη σχετική αφήγηση και τη θέση της παίρνει η Ήρα ή και κανένας θεός. Στην παράδοση που θέλει την τεχνουργό Αθηνά σύμβουλο και συμμέτοχο, προσθέτει στην πλώρη ξύλο από την ιερή βαλανιδιά της Δωδώνης, τη φηγό του Δία, το οποίο είχε την ικανότητα να μιλά, να προφητεύει και να προειδοποιεί για επικείμενους κινδύνους. Μίλησε, για παράδειγμα, και είπε να αποβιβάσουν τον Ηρακλή στους Αφέτες της Θεσσαλίας, επειδή δεν μπορούσε να σηκώσει το βάρος του. Κατά άλλους το ξύλο το πρόσθεσε η Ήρα και το έβαλε στην πλώρη ή στην πρύμνη ή στην καρίνα του πλοίου.

Τόπος κατασκευής

Ως χώρος της ναυπήγησης αναφέρουν οι παλαιότερες παραδόσεις τις Παγασές, λιμάνι που απείχε είκοσι στάδια από την Ιωλκό, και που ονομάστηκαν έτσι από την ναυπήγηση του πλοίου -πήγνυμι = συναρμολογώ, κατασκευάζω-, όπου υπήρχε και ιερός άλσος και ναός ή βωμός αφιερωμένα στον Απόλλωνα· ή το λιμάνι Τίφα ή Σίφα της Βοιωτίας από τον Θεσπιό Άργο· ή το Άργος.

Αργώ η πρωτόπλοος;

Ο Ευριπίδης αναφέρει ότι η Αργώ ήταν το πρώτο πλοίο -πρωτόπλοος-που πέρασε την Ανατολική θάλασσα (Ανδρομάχη 865)· άλλοι ότι ήταν το πρώτο μεγάλο καράβι (Διόδωρος 41.1-2*) ή γενικά το πρώτο καράβι που έσχισε τα νερά της παρθένου θαλάσσης. Άλλοι παραδίδουν ότι το πρώτο καράβι ήταν αυτό που έφτιαξε ο Δαναός για να γλιτώσει αυτός και οι θυγατέρες τους από τον Αίγυπτο και τους γιους του· αυτό το καράβι ονομαζόταν Δαναΐδα και Αργώ. Παραδίδεται ακόμη ότι το πρώτο πλοίο ήταν του Μίνωα, ενώ Αργώ ονομαζόταν και το πλοίο του Δευκαλίωνα.

Η Αργώ σαπίζει

Μετά το πέρας της εκστρατείας οι Αργοναύτες αφιέρωσαν το πλοίο τους στο ναό του Ποσειδώνα στον Ισθμό. Μία παράδοση συνδέει τον θάνατο του Ιάσονα με την Αργώ, ότι δεν κάηκε μαζί με τον Κρέοντα και την Κρέουσα/Γλαύκη ούτε αυτοκτόνησε αλλά ότι πέθανε στην πρύμνη του πλοίου, όπου είχε ξαπλώσει. Του το είχε υποδείξει η Μήδεια γνωρίζοντας ότι το πλοίο είχε πλέον σαπίσει. Κι εκεί βρήκε τον θάνατο από ένα δοκάρι του πλοίου, που αποκόπηκε από ψηλά. Μια παράδοση θέλει τμήμα του πλοίου να μεταφέρεται στη Ρώμη και να το δείχνουν εκεί μέχρι το 100 μ.Χ.

Ο καταστερισμός της Αργώς

Ο καταστερισμός της Αργώς αποδίδεται από τον Ερατοσθένη σε εκείνη την εκδοχή του μύθου που εμπλέκει την Αθηνά στη ναυπήγηση του πλοίου και το θέλει να είναι το πρώτο πλοίο που διέσχισε τα πέλαγα (πρωτόπλοος). Όμως στον ουρανό δεν φαίνεται ολόκληρο το είδωλό της, μόνο το πηδάλιο και το κατάρτι, όχι όμως η πλώρη που υποτίθεται ότι χάθηκε, όταν η Αργώ περνούσε τις Συμπληγάδες πέτρες στον Βόσπορο. Ωστόσο, έστω και τμηματικά, οι ναυτικοί βλέπουν το καράβι στον ουρανό και παίρνουν κουράγιο για τη δική τους τη δουλειά και, ταυτόχρονα, νιώθουν την τιμή των θεών προς το πλοίο που κατέστησε τη δόξα του αιώνια (Ερατ., Κατ. 1.35**).
----------------------------
*Το πρώτο μεγάλο καράβι
 
Ναυπήγησε [ο Ιάσονας] στην περιοχή του Πηλίου ένα σκάφος ασυνήθιστο στο μέγεθος και τον εξοπλισμό του, γιατί τότε οι άνθρωποι έπλεαν στη θάλασσα με σχεδίες και γενικά μικρές βαρκούλες. Γι' αυτό, όσοι το είδαν τότε έμειναν κατάπληκτοι, και όπως διαδόθηκε η φήμη σε όλη την Ελλάδα και για τον άθλο και για τη ναυπήγηση ενός τέτοιου πλοίου, αρκετοί νέοι διαλεχτοί επιθύμησαν να πάρουν μέρος στην εκστρατεία. Ο Ιάσων έσυρε το σκάφος στη θάλασσα και αφού το στόλισε με λαμπρότητα με καθετί που θα προκαλούσε θαυμασμό, διάλεξε τα πιο ονομαστά παλληκάρια από όσους είχαν την επιθυμία να συμμερισθούν την περιπέτειά του. (Διόδωρος 41.1-2)
 
**Ο καταστερισμός της Αργώς
 
Αὕτη διὰ τὴν Ἀθηνᾶν ἐν τοῖς ἄστροις ἐτάχθη, πρώτη γὰρ αὕτη ναῦς κατεσκευάσθη [καὶ ἀρχῆθεν ἐτεκτονήθη], φωνήεσσα δὲ γενομένη πρώτη τὸ πέλαγος διεῖλεν ἄβατον ὄν, ἵν᾽ ᾖ τοῖς ἐπιγινομένοις παράδειγμα σαφέστατον. εἰς δὲ τὰ ἄστρα ἀνετέθη τὸ εἴδωλον οὐχ ὅλον αὐτῆς, οἱ δ᾽ οἴακές εἰσιν ἕως τοῦ ἱστοῦ σὺν τοῖς πηδαλίοις, ὅπως ὁρῶντες οἱ τῇ ναυτιλίᾳ χρώμενοι θαρρῶσιν ἐπὶ τῇ ἐργασίᾳ, αὐτῆς τε ἡ δόξα ἀγήρατος διαμείνῃ οὔσης ἐν τοῖς θεοῖς. (Ερατ., Κατ. 1.35)

Κοινοί άνθρωποι

Στη ζωή όλοι ανακαλύπτουν – αργά ή γρήγορα – ότι η απόλυτη ευτυχία είναι ανέφικτη, αλλά λίγοι θα εμβαθύνουν στον αντίθετο συλλογισμό: ότι ανέφικτη είναι και η απόλυτη δυστυχία.

Οι περιστάσεις της ζωής που αποκλείουν την πραγματοποίηση και των δυο αυτών οριακών καταστάσεων, απορρέουν από την ανθρώπινη φύση, φύση εχθρική προς την έννοια του απείρου.

Τις αποκλείει η σταθερή άγνοια του μέλλοντος που άλλοτε ονομάζεται ελπίδα και άλλοτε αβεβαιότητα για το αύριο.

Τις αποκλείει η βεβαιότητα του θανάτου που βάζει τέλος σε κάθε χαρά αλλά και σε κάθε θλίψη.

Τις αποκλείουν οι αναπόφευκτες υλικές φροντίδες που όπως δηλητηριάζουν τη διαρκή ευτυχία, με τον ίδιο τρόπο μας αποσπούν αδιάκοπα από τη σκέψη της δυστυχίας που μας απειλεί, καθιστώντας την αποσπασματική και γι’ αυτό υποφερτή.

Οι στερήσεις, το κρύο, η δίψα, τα χτυπήματα ήταν ακριβώς αυτά που δεν μας άφησαν να βουλιάξουμε στο κενό της απέραντης απελπισίας, στη διάρκεια του ταξιδιού και μετά.

Όχι ακριβώς η επιθυμία μας να ζήσουμε ούτε η συνειδητή εγκαρτέρηση: γιατί οι άνθρωποι που είναι ικανοί γι’ αυτό είναι λίγοι και εξαιρετικοί, κι εμείς δεν ήμασταν παρά κοινοί άνθρωποι.

Η πραγματικότητα είναι μια ψευδαίσθηση, αν και εξαιρετικά επίμονη

Φαίνεται ότι υπάρχουν δύο κοινά στοιχεία σε κάθε αληθινά μεταμορφωτική συζήτηση. Πρώτον, αυτό που θα χαρακτήριζα ως μια “αίσθηση γαλήνης”, η ακριβής περιγραφή του οποίου υπήρξε ανέκαθεν έμπνευση και πρόκληση για κάθε πνευματικό δάσκαλο. Φαντάζομαι ότι μοιάζει με την προσπάθεια να περιγράψεις ένα ηλιοβασίλεμα σε έναν τυφλό – μπορεί να μεταφέρεις ακόμα και την παραμικρή λεπτομέρεια, αλλά παρ’ όλα αυτά, η περιγραφή σου θα απέχει εκατομμύρια χιλιόμετρα από την πραγματική εικόνα.

Όλα αυτά τα χρόνια, έχω ακούσει αναρίθμητους χαρακτηρισμούς γι’ αυτή την εσωτερική αίσθηση γαλήνης, όπως “απελευθερωμένος νους”, “νιρβάνα”, “εγγενής ψυχική υγεία” και “έμφυτη πληρότητα και ευτυχία”. Εγώ το περιγράφω ως “έναν εσωτερικό χώρο όπου συντελούνται θαύματα”. Και ανακάλυψα ότι, όπως και τόσα άλλα σημαντικά πράγματα, φαίνεται να ξεγλιστράει μακριά μας όταν αρχίζουμε να το κυνηγάμε.

Στην πραγματικότητα, αυτός ο χώρος εξακολουθεί να υπάρχει μέσα μας, απλώς όταν οι σκέψεις αρχίζουν να γυρνούν στο μυαλό μας, μας φαίνονται πολύ πιο σημαντικές και αληθινές από κάτι τόσο “ασήμαντο” όσο μια εσωτερική αίσθηση γαλήνης. Έχω πέσει κι εγώ πολλές φορές σε αυτή την παγίδα – συχνά θεωρούσα ότι αυτή η αίσθηση γαλήνης ήταν δημιούργημα της φαντασίας μου, μια ψευδαίσθηση.

Ωστόσο, με το που επιστρέφει αυτή η αίσθηση, καταλαβαίνω αμέσως ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Είναι ξεκάθαρο πως οι πραγματικοί “απατεώνες” είναι ο νους μου και οι σκέψεις μου, που δημιουργούν ολόγυρά μου την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, ενώ η αλήθεια βρίσκεται ακριβώς εδώ – μέσα μου.

Στο πλαίσιο της μεταμορφωτικής συζήτησης, μαθαίνουμε πώς να προχωράμε με αργά βήματα, ώστε να παρατηρήσουμε ότι έχουμε πάντα πρόσβαση σε αυτή την εσωτερική αίσθηση γαλήνης. Αυτή η αίσθηση γίνεται σύντροφος και καθοδηγητής μαζί, μας χαρίζει σιγουριά και ασφάλεια όταν αντιμετωπίζουμε προκλήσεις, μας εμπνέει, μας εμψυχώνει και μας επισημαίνει, είτε με την παρουσία είτε με την απουσία της, αν βρισκόμαστε στο σωστό μονοπάτι ή αν έχουμε χάσει το δρόμο μας.

Το δεύτερο κοινό χαρακτηριστικό όλων των μεταμορφωτικών συζητήσεων είναι ότι δεν ερμηνεύουν την εμπειρία μας εξετάζοντας τις λεπτομέρειες της ζωής μας, αλλά ότι μας καθοδηγούν να κοιτάξουμε βαθιά μέσα μας, εκεί όπου βρίσκεται η πηγή και η φύση της ανθρώπινης εμπειρίας. Για παράδειγμα, είχα κάποτε έναν φίλο που έπρεπε να αντιμετωπίσει ένα δύσκολο διαζύγιο. Όταν τον ρώτησα πώς εξελισσόταν η κατάσταση, μου απάντησε ότι, παρόλο που υπήρξε μια καθυστέρηση στα διαδικαστικά, τα πράγματα πήγαιναν “άλλοτε πολύ καλά και άλλοτε πολύ άσχημα”.

Τον ρώτησα πώς ερμήνευε το γεγονός ότι οι διακυμάνσεις της εμπειρίας της εκδηλώνονταν πολύ πιο γρήγορα από τις αλλαγές στις συνθήκες της ζωής της. Με αφορμή αυτό το ερώτημα, ξεκινήσαμε μια εκπληκτική συζήτηση που μας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η εμπειρία ακολουθεί πάντα τις σκέψεις, ανεξάρτητα από τις συνθήκες και τα γεγονότα στη ζωή μας.

Παρέμεινε σιωπηλός για λίγο, καθώς – όπως αναπόφευκτα συμβαίνει σχεδόν πάντα – είχε μείνει έκπληκτος από αυτή την επίγνωση που του χάρισε μια πρωτόγνωρη δύναμη και εσωτερική ασφάλεια. Έπειτα, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του για όλα τα υπέροχα πράγματα που εξακολουθούσαν να υπάρχουν στη ζωή του, όπως οι σχέσεις του με παιδιά του και η κατάσταση σχετικής συναισθηματικής και σωματικής ισορροπίας του παρ’ όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο.

Λόγω του ότι κατόρθωσε να αντιληφθεί ότι η εμπειρία του διαμορφωνόταν “από μέσα προς τα έξω”, σταμάτησε να φοβάται τόσο πολύ όσα θα ακολουθούσαν στη συνέχεια – γεγονός που του εξασφάλισε άμεση πρόσβαση στη δυναμική του και την κοινή λογική που όλοι διαθέτουμε και καθοδηγεί τις κινήσεις μας όταν νιώθουμε πραγματικά καλά.

Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι δεν θα βρεθεί ποτέ ξανά σε κατάσταση σύγχυσης ή ότι δεν θα βιώσει ποτέ ξανά περιόδους συναισθηματικών μεταπτώσεων. Όμως, κάθε φορά θα του είναι ολοένα και ευκολότερο να αντιληφθεί ότι η σύγχυση και οι μεταπτώσεις του οφείλονται σε σκέψεις που του προκαλούν ανασφάλεια και ότι, μόλις αυτές υποχωρήσουν, θα μπορεί να διακρίνει ξανά πώς να αντιμετωπίσει την κατάσταση (αρκεί βέβαια να πρόκειται για πρακτικά αντιμετωπίσιμη κατάσταση).

Αυτό είναι το δώρο της βαθύτερης κατανόησης: μας απελευθερώνει από την τάση να αγωνιζόμαστε για να ελέγξουμε την εμπειρία μας και να αποφύγουμε να βιώσουμε ανεπιθύμητες καταστάσεις και αρνητικά συναισθήματα. Αυτή η ελευθερία μας χαρίζει τόση ενέργεια και ελαφρότητα, ώστε επιτρέπει την επανασύνδεσή μας με τον κόσμο της εσωτερικής γαλήνης. Κι έτσι, η ζωή μοιάζει για άλλη μια φορά σαν το δώρο, που προοριζόταν πάντοτε να είναι.

Όσοι καταφέρνουν να ελέγχουν τα συναισθήματά τους είναι άτομα ενάρετα

Η ανθεκτικότητα δεν είναι μόνο η ικανότητα να είμαστε επίμονοι και να συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε κάθε στιγμή. Όπως θα δούμε είναι επίσης και μια στάση ζωής που μπορούμε να καλλιεργήσουμε ώστε να παραμένουμε επικεντρωμένοι στο σημαντικότερο του βίου και όχι στο επείγον και να μην παρασυρόμαστε από αρνητικά συναισθήματα.

Αργά ή γρήγορα όλοι αναγκαζόμαστε να αντιμετωπίσουμε δύσκολες στιγμές, όμως ο τρόπος με τον οποίο παλεύουμε τις στιγμές αυτές μπορεί να συνεπάγεται μια μεγάλη διαφορά στην ποιότητα της ζωής μας.

Το να εκπαιδεύσουμε το μυαλό και να προστατέψουμε το σώμα και την ψυχική μας κατάσταση είναι θεμελιώδη για την αντιμετώπιση των αντιξοοτήτων της ζωής.

Επτά φορές κι αν πέσεις, οκτώ να σηκωθείς” -ΙΑΠΩΝΙΚΟ ΡΗΤΟ

Η ανθεκτικότητα είναι η ικανότητά μας να αντιμετωπίζουμε αντιξοότητες.

Όσο πιο ανθεκτικοί είμαστε, τόσο ευκολότερα θα σηκωνόμαστε και θα ξαναβρίσκουμε το νόημα της ζωής μας.

Ο ανθεκτικός ξέρει να παραμένει επικεντρωμένος στους στόχους του, στο σημαντικό, χωρίς να αφήνεται στην αποθάρρυνση. Η δύναμή του προέρχεται από την ευλυγισία, από το ότι ξέρει να προσαρμόζεται στις αλλαγές και στα χτυπήματα της μοίρας.

Επικεντρώνεται στους παράγοντες των οποίων έχει τον έλεγχο, χωρίς να ανησυχεί για πράγματα που δεν μπορεί να ελέγξει.

Ο Σιντάρτα Γκαουτάμα, ο Βούδας, γεννήθηκε ως πρίγκιπας του Καπιλαβάστου, μέσα στην πολυτέλεια και ζώντας σε παλάτι. Στα δεκάξι του παντρεύτηκε και απέκτησε ένα γιο.

Ωστόσο, τα πλούτη και η οικογένεια δεν τον ικανοποιούσαν και ο Σιντάρτα, στα είκοσι εννιά του, αποφάσισε να δοκιμάσει έναν διαφορετικό τρόπο ζωής κι έφυγε από το παλάτι για να ζήσει τη ζωή του ασκητή. Αλλά ούτε ο ασκητισμός τον ικανοποίησε.

Δεν βρήκε σ’ αυτόν την ευτυχία και την ευδαιμονία που αναζητούσε. Ούτε τα πλούτη ούτε ο ακραίος ασκητισμός τον βοήθησαν.

Αντιλήφθηκε ότι ο σοφός άνθρωπος δεν πρέπει να περιφρονεί τις ηδονές.

Μπορεί να ζει με αυτές, αλλά πρέπει να έχει συνείδηση κάθε στιγμή πόσο εύκολο είναι να γίνει σκλάβος τους.

Ο Ζήνων ο Κιτιεύς άρχισε την εκπαίδευσή του στη σχολή των κυνικών.

Οι κυνικοί ακολουθούσαν έναν ασκητικό τρόπο ζωής, αφήνοντας στην άκρη κάθε είδους επίγεια ηδονή. Ζούσαν στους δρόμους και το μοναδικό πράγμα που είχαν ήταν τα ρούχα που φορούσαν.

Βλέποντας ότι ο κυνισμός δεν του έφερνε ψυχική ευδαιμονία, ο Ζήνων τον εγκατέλειψε και ίδρυσε τη σχολή των στωικών.

Η φιλοσοφία του ξεκίνησε με την παραδοχή ότι δεν υπάρχει τίποτα κακό στην απόλαυση των ηδονών της ζωής, πάντα κι εφόσον δε μας κατακυριεύουν όταν τις απολαμβάνουμε.

Πρέπει, λοιπόν, να είμαστε έτοιμοι ότι κάθε ηδονή θα εξαφανιστεί.

Σκοπός δεν είναι να αποκλείσουμε κάθε συναίσθημα και ηδονή από τη ζωή μας (κυνισμός), μα ν’ αποκλείσουμε μόνο τα αρνητικά συναισθήματα.

Από την ίδρυσή τους, ένας από τους στόχους τόσο του βουδισμού όσο και του στωικισμού είναι ο έλεγχος των ηδονών, των επιθυμιών και των συναισθημάτων.

Παρόλο που οι δύο φιλοσοφίες είναι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, έχουν ως κοινό στόχο να περιορίσουν το εγώ μας και να ελέγξουν τα αρνητικά συναισθήματα.

Τόσο ο στωικισμός όσο και ο βουδισμός κατά βάθος είναι μεθοδολογίες για την “μελέτη της ευδαιμονίας”.

Κατά τον στωικισμό, οι επιθυμίες και οι ηδονές δεν είναι το πρόβλημα. Μπορούμε να τις απολαμβάνουμε πάντα κι εφόσον δεν μας κατακυριεύουν.

Για τους στωικούς, όσοι καταφέρνουν να ελέγχουν τα συναισθήματά τους είναι άτομα ενάρετα.

VICTOR HUGO: Κάθε παιδί που μορφώνουμε είναι ένας άνθρωπος που κερδίζουμε

Ο Victor Hugo (1802-1885) έγραψε αυτό το ποίημα μετά από μία επίσκεψή του σε γαλλική φυλακή.

Κάθε παιδί που μορφώνουμε
είναι ένας άνθρωπος που κερδίζουμε

Ενενήντα από τους εκατό
κλέφτες που βρίσκονται στη φυλακή

Δεν έχουν πάει ποτέ στο σχολείο

Και δεν γνωρίζουν ανάγνωση,
ούτε να υπογράφουν με σταυρό.

Είναι σ’ αυτή τη σκιά που
συνάντησαν το έγκλημα.

Η άγνοια είναι η νύχτα που
ξεκινά η άβυσσος.

Εκεί η λογική χάνεται
και η εντιμότητα πεθαίνει.

Ο Θεός, ο πρώτος συγγραφέας
όλων όσων έχουν ποτέ γραφεί
Χάρισε σ’ αυτή τη Γη των
μεθυσμένων
φτερά αγγέλων μέσα στις σελίδες
των βιβλίων
Μόλις κάποιος ανοίγει ένα
βιβλίο βρίσκει ένα φτερό
με το οποίο
μπορεί να αιωρηθεί εκεί
όπου πετούν οι ψυχές των ελεύθερων
πνευμάτων

Το σχολείο είναι τόσο ιερό όσο
και το παρεκκλήσι.

Το αλφάβητο που ένα παιδί
συλλαβίζει με το δάκτυλό του
περιέχει αρετή σε κάθε γράμμα-
η καρδιά φωτίζεται απαλά
από αυτή την ταπεινή λάμψη.

Έτσι, στο μικρό παιδί, δώσε το
μικρό βιβλίο
Περπάτησε μπροστά, κρατώντας τη δάδα αναμμένη ώστε
να μπορεί να σε ακολουθήσει

Η νύχτα δημιουργεί το σφάλμα
και το σφάλμα την
επίθεση

Η απουσία καλής παιδείας
σημαίνει πως βομβαρδίζουμε
την κοινωνία

Με ανθρώπους-άγρια ζώα,
ελλειμματικά πρόσωπα,
θλιβερά ένστικτα και νεκρούς
μαθητές

 Τρομακτικούς τυφλούς ανθρώπους
με αιμοβόρα βλέμματα
που αισθάνονται πως βρίσκονται σε ένα
ηθικό μονοπάτι.

Επιτρέψτε μας να φωτίσουμε
τα πνεύματα, αυτός είναι
ο πρωταρχικός μας νόμος.
Και από το πιο χυδαίο λίπος
ας φτιάξουμε ένα φως.

Η διανόηση θέλει να είναι ανοιχτή
εδώ κάτω.
Ο βλαστός έχει δικαίωμα να
ανθίσει- και εκείνος που δεν
σκέπτεται Δεν ζει.

Οι κλέφτες είχαν δικαίωμα να ζήσουν
Έχετε πάντα υπόψη σας πως το σχολείο
είναι χρυσός που μεταμορφώνει τον
χαλκό,
Ενώ η άγνοια μεταμορφώνει τον
χρυσό…

Με τον καιρό μαθαίνει κανείς

Με τον καιρό μαθαίνει κανείς
τη λεπτή διαφορά ανάμεσα στο να κρατά ένα χέρι και να αλυσοδένει μια ψυχή.

Μαθαίνει πως αγαπώ δε σημαίνει: στηρίζομαι και ότι συντροφικότητα δε σημαίνει: ασφάλεια... κι έτσι κανείς αρχίζει να μαθαίνει….

Πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια και ότι τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις. Και αρχίζει να δέχεται τις ήττες του με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα.

Και μαθαίνει να χτίζει όλες τις διαδρομές του στο σήμερα γιατί το έδαφος του αύριο είναι υπερβολικά αβέβαιο για να κάνεις σχέδια… και κάθε μέλλον μπορεί να μείνει στη μέση.
  
Μετά από κάποιο καιρό μαθαίνει κανείς πως αν είναι υπερβολική, ακόμα και η ζέστη του ήλιου μπορεί να τον κάψει. Έτσι φυτεύει τον δικό του κήπο και διακοσμεί την δική του ψυχή αντί να περιμένει κάποιον άλλο να του φέρει λουλούδια.

Μαθαίνει κανείς ότι μπορεί πραγματικά ν’ αντέξει, πως είναι πραγματικά δυνατός, πως πραγματικά αξίζει
και μαθαίνει και μαθαίνει…
με κάθε του μέρα μαθαίνει.

Με τον καιρό μαθαίνεις ότι το να είσαι με κάποιον
επειδή σου προσφέρει ένα καλό μέλλον σημαίνει
πως αργά ή γρήγορα θα θελήσεις να γυρίσεις
στο παρελθόν σου.

Με τον καιρό καταλαβαίνεις πως μόνο αυτός που είναι ικανός να σε αγαπάει με όλα σου τα ελαττώματα, δίχως να προσπαθεί να σε αλλάξει,
μπορεί να σου προσφέρει όλη την ευτυχία που επιθυμείς.

Με τον καιρό αντιλαμβάνεσαι πως αν βρίσκεσαι στο πλευρό κάποιου μόνο και μόνο για να συντροφεύεις την μοναξιά σου, στο τέλος θα φτάσεις να μη θέλεις ούτε να τον βλέπεις.

Με τον καιρό συνειδητοποιείς ότι οι πραγματικοί φίλοι είναι μετρημένοι και ότι, εκείνος που δεν αγωνίζεται γι’ αυτούς, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί πλαισιωμένος μόνο από ψεύτικες φιλίες.

Με τον καιρό μαθαίνεις πως τα λόγια που λέχθηκαν σε μια στιγμή θυμού μπορούν να συνεχίσουν να πληγώνουν αυτόν στον οποίο τα απεύθυνες για μια ολόκληρη ζωή.

Με τον καιρό μαθαίνεις να συγχωρείς αυτόν που το έπραξε, αλλά η συγχώρεση αφορά μόνο μεγάλες ψυχές.

Με τον καιρό αντιλαμβάνεσαι πως αν πλήγωσες σκληρά ένα φίλο, το πιθανότερο είναι ότι η φιλία ποτέ πια δε θα ξαναγίνει όπως πριν.

Με τον καιρό συνειδητοποιείς ότι, ακόμα κι αν είσαι ευτυχισμένος με τους φίλους σου, κάποια μέρα θα κλάψεις για εκείνους που άφησες να φύγουν.

Με τον καιρό θα καταλάβεις ότι κάθε εμπειρία που βίωσες με κάθε άνθρωπο είναι ανεπανάληπτη.

«Κανείς μαθαίνει, μαθαίνει και μαθαίνει, κάθε μέρα που περνάει, μαθαίνει».

Ελπίζω πως όπως και σε μένα,
αυτά τα λόγια να μπορέσουν να μαλακώσουν λίγο το δρόμο σου.

Η Αρετή των Κυνικών

Οι «Κυνικοί» ήταν μία από τις μακροβιότερες Φιλοσοφικές Σχολές στην αρχαιότητα η οποία ιδρύθηκε από τον Αντισθένη (445 – 360 ή 444 – 368) στο Κυνόσαργες των Αθηνών, το μόνο γυμνάσιο της πόλεως που δεχόταν μη Αθηναίους πολίτες και ταυτοχρόνως αποτελούσε Ιερό άλσος του Ηρακλέους (από το οποίο άλσος και μετωνομάσθησαν άλλωστε τα μέλη σε «Κυνικούς» από «Αντισθενικοί» που λέγονταν αρχικώς).
 
Η Σχολή τους, ιδρύθηκε από τον Αντισθένη (445 – 360 ή 444 – 368), υιό ενός Αθηναίου και μίας δούλης από τη Θράκη, διακριθέντα πολεμιστή στη μάχη της Τανάγρας και μετέπειτα μαθητή του σοφιστή Γοργίου στη Ρητορική, και εν συνεχεία, στη Φιλοσοφία, του Σωκράτη, στον θάνατο του οποίου υπήρξε παρών.  Οι «Κυνικοί», ήσαν πνευματικοί απόγονοι του Σωκράτους, ανήκοντας στις Σχολές που απεκλήθησαν «Ελάσσοντες Σωκρατικοί», αν και ως προς τη μέθοδο της διδασκαλίας τους έλαβαν αρκετά στοιχεία από τους «Σοφιστές».
 
Για τον Αντισθένη και τους μαθητές του, η Φιλοσοφία είναι καθαρά κοσμική σοφία, χαρακτηριστική είναι μάλιστα η ρήση του πρώτου ότι «τότε οι πόλεις χάνονται, όταν δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τους κακούς από τους καλούς», ενώ η Αρετή, αν και εξακολουθεί να παραμένει σκοπός του βίου, είναι κάτι το απολύτως πρακτικό που δεν χρειάζεται ούτε πολλά λόγια, ούτε επίπονη εκπαίδευση (Διογένης Λαέρτιος 6, 2).
 
Η Αρετή, που είναι κάτι το υπαρκτό, μπορεί να διδαχθεί με πολύ απλό τρόπο στον άνθρωπο, αφού η αρχή για τη μάθηση είναι η προσεκτική σπουδή των λέξεων «ΑΡΧΗ ΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ Η ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ» και αν μάλιστα αυτή (δηλ. η Αρετή) κάποτε κατακτηθεί, είναι παντελώς αδύνατον να απωλεσθεί.
 
Για τους «Κυνικούς», ο λόγος λειτουργεί μόνον στο να αποφαίνεται για το τι υπάρχει ή υπήρχε: «ΠΡΩΤΟΣ (ΑΝΤΙΣΘΕΝΗΣ) ΩΡΙΣΑΤΟ ΛΟΓΟΝ, ΕΙΠΩΝ, ΛΟΓΟΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΤΟ ΤΙ ΗΝ Ή ΕΣΤΙ ΔΗΛΩΝ» (Ed. Mullach, Fragmenta Philosophorum Graecorum, II, 283), ενώ τα αγαθά διακρίνονται μόνο σε δύο κατηγορίες, τα εξωτερικά (ιδιοκτησία, σωματική ηδονή, πολυτέλεια) και τα εσωτερικά.
Στα δεύτερα είναι που ανήκει το κατ’ εξοχήν ζητούμενο των φιλοσόφων, δηλαδή η ασφαλής γνώση της Αληθείας και του Εαυτού. Οι «Κυνικοί», κηρύσσουν ωστόσο μία «έμπρακτη» Ηθική, κατά την οποία η Αρετή όλως «παραδόξως» δεν εξαρτάται από τη Γνώση, αλλά είναι αποτέλεσμα ασκήσεως, εθισμού και αυτοελέγχου. Με πρότυπο τον Ηρακλέα, καλούν σε προσωπική αυτάρκεια μέσω της απαλλαγής από τις λεγόμενες ανάγκες, αλλά και μέσω της πορεύσεως σε έναν φυσικό τρόπο καθημερινού βίου, με απλότητα, σκληραγωγία και αυτοδιάθεση.
 
Ο «σοφός» των «Κυνικών» είναι ΑΥΤΑΡΚΗΣ, αφού έχει (με το να είναι τέτοιος) τον πλούτο όλων των ανθρώπων. Δίνοντας συνεπώς έμφαση στον καθημερινό Τρόπο αντί στη Θεωρία, οι «Κυνικοί» επίγονοι του Αντισθένους, οι λεγόμενοι και «Αντισθενικοί», ταξίδευσαν με ιεραποστολική σχεδόν διάθεση από άκρου σε άκρο του Ελληνιστικού και Ρωμαϊκού κόσμου, ντυμένοι πτωχικά, μ’ ένα σακούλι στον ώμο για τη λιγοστή τροφή τους, αντισυμβατικοί σε όλους τους τομείς.
 
Κατά κανόνα αρνούμενοι ακόμη και εκείνους τους συγκεκριμένους τομείς της κοινωνικότητος που αναμφίβολα σεβόταν και τιμούσε ο ιδρυτής τους Αντισθένης, βρώμικοι, ατημέλητοι και προκλητικοί τόσο στα λόγια όσο και στα έργα τους και καθιέρωσαν περισσότερο μία φιγούρα στάσεως, μορφής και συμπεριφοράς, παρά ένα οργανωμένο φιλοσοφικό σύστημα.
 
Σπουδαίος συνεχιστής των διδασκαλιών του υπήρξε ο εκ Σινώπης Διογένης. Διάδοχος αυτού αναφέρεται ο εκ Θηβών Κράτης οποίος δώρισε στη πατρίδα του όλη τη περιουσία του διάγοντας τη ζωή του με την -επίσης φιλόσοφο- σύζυγό του Ιππαρχία και με μόνη περιουσία τη ράβδο του (βακτηρία) και τον σάκο του (πήρα). Μαθητής δε αυτού ήταν ο εκ Μαρωνείας Μητροκλής ο οποίος και επινόησε νέο φιλολογικό είδος τις «Χρείες» το περιεχόμενο του οποίου αποτελούν παράδοξα και αστεία ανέκδοτα.
 
Όλοι οι παραπάνω αποτελούν την ομάδα των αρχαιοτέρων κυνικών. Νεότερη επιβίωση των Κυνικών αποτελούν οι νεότεροι Κυνικοί εκ των οποίων κυριότεροι είναι ο Βίων ο Βορυσθενίτης, ο Τέλης, ο Μένιππος εκ Γαδάρων, μαθητής του Μικροκλή, ο Μενέδημος, ο Φοίνιξ ο Κολοφώνιος, ο Κερκιδάς ο Μεγαλοπολίτης καθώς και οι επιγραμματοποιοί Ποσείδιππος, Μελέαγρος και Λεωνίδας ο Κυνικός.
Κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, της κυνικής αίρεσης οπαδοί υπήρξαν και ο Μάξιμος ο Αλεξανδρεύς (380) και ο Σαλλούστιος (460). Πολλά από τα δόγματα των Κυνικών και ιδίως τα περί απαθείας και ασκητικής εγκράτειας έγιναν αποδεκτά από τον χριστιανικό μοναχισμό.
 
Ο κυνισμός δεν είναι απλή φιλοσοφία
Είναι για την ακρίβεια ένας φιλοσοφικός τρόπος ζωής
 
Ασχολείται κυρίως με το πώς η σκέψη θα περάσει σε πρακτικό επίπεδο διότι αυτό κυρίως είναι που τον ενδιαφέρει. Είναι καλό να αναπτύσσεται η σκέψη και να προχωρά σε δρόμους άγνωστους αλλά είναι καλύτερο τούτοι οι δρόμοι να έχουν αντίκρισμα στην καθημερινότητα του ανθρώπου. Αν δεν υπάρχει αυτό το αντίκρισμα, αν η σκέψη δεν μπορεί να είναι άμεσα εφαρμόσιμη επί του καθημερινού βίου τότε όσο καλή και να είναι όσο πρωτοποριακή και να φαίνεται η προσφορά της στο γίγνεσθαι είναι τόσο μικρή που την καθιστά ανίκανη να επηρεάσει τις ζωές μας και σε πολλές περιπτώσεις την καθιστά επικίνδυνη.
 
Τούτο διότι η σκέψη είναι εύπλαστη και υποκειμενική υπό την έννοια πως ο καθένας μπορεί στο μυαλό του να την διαμορφώσει όπως αυτός νομίζει ή καλύτερα όπως αυτός την αντιλαμβάνεται. Αντίθετα η σκέψη που έχει άμεση επίδραση στην καθημερινότητα ακριβώς λόγω αυτής της πρακτικότητας είναι δύσκολο να επιφέρει δυστυχείς καταστάσεις αφού κανείς μα κανείς άνθρωπος δεν σκέφτεται να πράξει για το πώς θα δυστυχήσει.
 
Σαφώς και άλλες αξιολογότατες φιλοσοφικές σχολές μπορούν να υπερηφανεύονται επί του πρακτέου υπάρχει όμως μια διαφορά. Η κυνική φιλοσοφία δεν ίδρυσε ποτές κτηριακές υποδομές δεν ζήτησε ποτέ χρήματα για να διδάξει και δεν έκανε επιλογή μεταξύ των ανθρώπων που θα διδαχθούν.
 
Απολύτως Ελεύθερος
 
Οποιοσδήποτε είναι απολύτως ελεύθερος να επιλέξει την κυνική φιλοσοφία με όποιο τρόπο αυτός θέλει, χωρίς περιορισμούς χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς δάσκαλο χωρίς χρήματα ανεξαρτήτως χρώματος ράτσας φυλής έθνους θρησκείας και ιδεολογίας. Αρκεί η Θέληση και αφού καταφέρει να μπει τότε θα καταλάβει πως όσοι δεν θέλουν είναι επειδή φοβούνται. Και είναι αλήθεια πως έχουν κάθε λόγο να φοβούνται αφού έχουν αρχής εξ’ αρχής ν’ αντιμετωπίσουν τον ίδιο τους τον εαυτό.
 
Ένας πόλεμος σε διαρκή ανάπαυλα είναι η φιλοσοφία των κυνικών. Ένας διαρκής αδυσώπητος πόλεμος εναντίων του ίδιου μας του εαυτού χωρίς νικητή και νικημένο που τελειώνει μόνο με τον θάνατο. Όταν ένας κυνικός βλέπει τον εαυτό του τότε του είναι κατόπιν αδύνατον να μην σαρκάζει την κοινωνία όλη ως έχει. Διότι ο εαυτός μας είναι η κοινωνία μας που μέσα της ζούμε. Στην πραγματικότητα όλοι περίπου τα ίδια είμαστε σε πολλούς τομείς αλλά οι περισσότεροι αρνούμαστε να τα δούμε καν, πόσο μάλιστα να τα καυτηριάσουμε.

Ελάχιστες αρχές
 
Δεν είναι πολλές οι αρχές που διέπουν τον κυνικό τρόπο ζωής. Αντιθέτως είναι ελάχιστες. Τόσο ελάχιστες που προκαλούν κάποιες φορές θυμηδία σε όσους αρέσκονται να περιπλέκουν πράγματα και καταστάσεις. Ολόκληρη η κυνική φιλοσοφία θα μπορούσε να περιοριστεί σε μια μόνο πρόταση. Κατά φύση ζην. Τούτη η μικρή προτασούλα μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται απλοϊκή και λίγη, στην πραγματικότητα όμως περικλείει μέσα της τα πάντα σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο.
 
Πολλές φορές έχει ακουστεί πως δεν μπορούν οι άνθρωποι να ζήσουν σαν τα ζώα, όπως και τα ζώα δεν μπορούν να ζήσουν όπως οι άνθρωποι. Αυτό φαίνεται σαν όρος αληθής δεν είναι όμως. Δεν είναι διότι παραβλέπει το ουσιώδες, πως δηλαδή και οι άνθρωποι είναι ζώα. Διαφορετικά μεν από τ’ άλλα αλλά πάντως ζώα. Ανήκουμε ως είδος κι εμείς στο ζωικό βασίλειο, κατατασσόμαστε στην πανίδα τούτου του πανέμορφου πλανήτη και οι σταθερές που επηρεάζουν τα υπόλοιπα ζώα επηρεάζουν κι εμάς.
 
Εκεί λοιπόν που πρέπει να εστιάσουμε και δεν το κάνουμε είναι στην διαφορετικότητα. Αυτό που ξεχωρίζει εμάς είναι η ΛΟΓΙΚΗ. Σ’ όλα τ’ άλλα είμαστε ίδιοι με τα ζώα, όμως το παραβλέπουμε κι αυτό είναι ανήθικο. Πολλά ζώα έχουν πανίσχυρη όσφρηση αλλά κανένα είδος δεν θέλησε να εξαφανίσει τον άνθρωπο που δεν μπορεί να μυρίσει. Αυτό το ουσιώδες τείνει να ξεχαστεί όσο ο πολιτισμός αναπτύσσεται κάνοντας μας να νομίζουμε πως είμαστε κάποιο ανώτερο ον αντί του διαφορετικού που είναι το ορθό.
 
Όσο και να θέλουμε όσο και να προσπαθήσουμε όσο και να αναπτύξουμε τον πολιτισμό μας δεν γίνεται να αποκοπούμε από την φύση μας παρά μόνο με οδυνηρά έως καταστρεπτικά μέχρι αφανισμού για εμάς αποτελέσματα. Είναι πλάνη να νομίζουμε πως μπορούμε να λειτουργήσουμε ασχέτως των φυσικών νόμων και δομών και τούτο ειδικά σήμερα που ο πολιτισμός έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη φαίνεται όλο και περισσότερο στα προβλήματα που δημιουργήσαμε τόσο στο οικοσύστημα όσο κυρίως σ’ εμάς τους ίδιους.
 
Θα μπορούσαμε να πούμε και δεν θα ήταν λάθος μια τέτοια σκέψη, πως ο κυνισμός είναι το μέτρο που προσπαθεί να συγκεράσει τον ανθρώπινο πολιτισμό με την φυσική εξέλιξη. Αυτή επί της ουσίας είναι η εργασία του κυνισμού. Το πώς δηλαδή η ανάγκη ανάπτυξης του ανθρώπινου πολιτισμού θα είναι παράλληλη και σύμφωνη με την ανάγκη εξέλιξης του φυσικού κόσμου. Το πώς αυτές οι δύο ανάγκες θα λειτουργήσουν χωρίς η μία να προσπαθεί να αναιρέσει την άλλη είναι κατά τους κυνικούς όχι μόνο ζητούμενο αλλά ο δρόμος που θα μας δώσει την εξέλιξη εκείνη που δεν θα έχει ημερομηνία λήξης.
 
Τα όρια της εξέλιξης
 
Το ζωικό βασίλειο (μέρος του οποίου είμαστε και οι άνθρωποι) εξελίσσεται και αυτό πολλές φορές εις βάρος του ευρύτερου φυσικού συνόλου αλλά όμως αυτή η εξέλιξη είναι ασυνείδητη και μέχρι του σημείου όπου μπορεί να γίνει ανεκτή. Πέραν του οριακού αυτού σημείου η ανάπτυξη σταματά με τρόπο βίαιο και καθοριστικό, πολλές φορές δε με τεράστια μείωση πληθυσμού ούτως ώστε τούτος να καταστεί ακίνδυνος για το φυσικό σύνολο.
 
Η διαφορά όμως του ανθρώπου από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο είναι πως οι άνθρωποι εξελίσσονται πλέον συνειδητά και όχι ασυνείδητα και ως εκ τούτου θα πρέπει να φροντίσουν ώστε η δική τους ανάπτυξη να μην φτάσει ποτέ στο όριο της καταστροφής. Είμαστε το μοναδικό είδος πάνω στον πλανήτη που ξέρουμε πως κάποια στιγμή θα πεθάνουμε και αυτό είναι που καλείται ο κυνισμός να βοηθήσει να εκμεταλλευτούμε.
 
Διότι για τον κυνισμό η γνώση της θνητότητας είναι προτέρημα που θα πρέπει να εκμεταλλευτούμε δημιουργικά εν γνώση μας πως αφού εμείς θα εκλείψουμε ας αφήσουμε πίσω μας κάτι καλύτερο από αυτό που βρήκαμε. Γι' αυτό τον λόγο είναι που ο κυνικός δεν ασχολείται με τον θάνατο. Όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε. Το θέμα είναι μέχρι τότε τι κάνουμε.
 
Σκεφτείτε πως κανένα άλλο όν δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Κανένα όν δεν μπορεί ν’ αποφασίσει τι θέλει να κάνει στην ζωή του. Κι όμως αυτό το πλεονέκτημα μένει έμενε και θα μένει πάντα ανεκμετάλλευτο από τους ανθρώπους. Κάναμε κάνουμε και μάλλον θα συνεχίσουμε να κάνουμε ότι μας λένε και όχι ότι θέλουμε και το ουσιαστικότερο, δεν καταλαβαίνουμε τι κάνουμε και δεν ξέρουμε τι θέλουμε.
 
Όχι στην αχαλίνωτη ανάπτυξη
 
Έχει γραφτεί πως ο κυνισμός είναι ενάντιος στην ανάπτυξη του πολιτισμού και της τεχνολογίας. Δεν είναι όμως καθόλου έτσι. Στην πραγματικότητα ο κυνισμός είναι αντίθετος στην αχαλίνωτη ανάπτυξη και όχι γενικώς στην ανάπτυξη. Θεωρεί πως η όποια ανάπτυξη θα πρέπει να εφαρμόζεται με κριτήριο την γενικότερη αποδοχή και προσφορά στην φύση και όχι στηριζόμενη αποκλειστικά στην ευμάρεια και τον ωφελιμισμό μας.
 
Με την λογική πως αυτό που ωφελεί τους ανθρώπους δεν είναι απαραίτητα ωφέλιμο και στην φύση θέτει κριτήριο χρηστικότητας τον απαράβατο όρο του αέναου κύκλου της ζωής. Αυτός και μόνο ο όρος είναι αρκετός νομίζω για να αντιληφθούμε πως οι κυνικοί ήταν ανέκαθεν και θα είναι αντιπαθείς και μισητοί πολλές φορές από το σύστημα εξουσίας (το όποιο σύστημα) και πλουτισμού, αφού είναι ουκ ολίγες οι περιπτώσεις που έρχεται σε ανοιχτή σύγκρουση με αυτό διατρανώνοντας την προαναφερθείσα λογική και καθιστώντας την ως τροχοπέδη στην απληστία που διακατέχει τις κοινωνίες. Δεν είναι τυχαίο, δεν είναι καθόλου τυχαίο πως οι κυνικοί πέρασαν στην ιστορία για την αντισυμβατικότητά τους.
 
Δεν είναι τυχαίο πως σήμερα όταν λέμε πως κάποιος είναι κυνικός εννοούμε πως χλευάζει βρίζει και μεμψιμοιρεί την κοινωνία. Πρόκειται ουσιαστικά (όλη αυτή η εικόνα που έχει δοθεί) για μια μέσω στρέβλωσης αντίδραση του συστήματος ενάντια στην κυνική σκέψη. Ναι είναι γεγονός πως εμείς οι κυνικοί δαγκώνουμε. Δαγκώνουμε και τους φίλους και τους εχθρούς μα περισσότερο δαγκώνουμε τους αμέτοχους, τους ουδέτερους, τους αναξιοπαθούντες. Ενώ όμως όλοι στέκονται στο δάγκωμα κανείς μα κανείς δεν αναρωτιέται το γιατί οι κυνικοί δαγκώνουν.
 
Επιχειρώντας μια πλήρη διαστρέβλωση της πραγματικότητας τα θύματα της χλεύης των κυνικών καλύπτονται κάτω από τις πληγές τους περιφέροντάς τες στην αγορά και παρουσιάζοντας τον εαυτό τους ως θύματα ενώ η πραγματικότητα είναι εντελώς ανάποδη. Αναρωτιούνται δηλαδή γιατί δέχτηκαν τις δαγκωματιές αλλά δεν αναρωτιούνται τι έκαναν και προκάλεσαν αυτές. Κάνουν πως αγνοούν την αιτία και στέκονται στις αφορμές παραπλανώντας πρώτα απ’ όλα τον ίδιο τους τον εαυτό.
 
Συνηθίζουμε για παράδειγμα να λέμε πως κάποιος μίλησε κυνικά όταν λέει την ωμή αλήθεια. Ενώ αν έλεγε ψέματα δεν θα μίλαγε κυνικά. Εμμέσως πλην σαφώς δηλαδή θεωρούμε τον φιλαλήθη Κυνικό και άρα κακό περίεργο τραχύ και λοιπά ωραία κι έτσι καλό και άριστος είναι ο ψεύτης. Το περίεργο, η στρέβλωση είναι πως δεν θεωρεί κανείς υπεύθυνη για όλα αυτά την αλήθεια, αλλά αυτόν που την είπε. Κυνικός όποιος λέει την αλήθεια λοιπόν, έστω αν μέσα μας όλοι γνωρίζουμε πως δεν φταίει ο Κυνικός που αυτή είναι η αλήθεια.
 
Ο Κέρβερος του Πολιτισμού
 
Η σκέψη των Κυνικών λειτουργεί σαν ο Κέρβερος του πολιτισμού κι έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται. Όσο δεν φταίει ο κέρβερος αν κάποιος μπει στα χωράφια του, άλλο τόσο δεν φταίει και ο κυνικός αν με τον τρόπο του κάποιος προσβάλει την φύση του και κατ’ επέκταση την φυσική ροή των πραγμάτων.
 
Είναι αρχή της Κυνικής φιλοσοφίας πως οι άνθρωποι δεν έχουν μεγαλύτερες ανάγκες από τα υπόλοιπα όντα τούτου του πλανήτη. Έχουν περισσότερα θέλω και όχι περισσότερες ανάγκες και είναι ο κυνισμός αυτός που περιορίζει τα θέλω μέχρι εκεί που δεν θα βλάπτουν τις ανάγκες του φυσικού συνόλου. Προσοχή, όχι τις ανάγκες του ανθρώπινου κοινωνικού συνόλου αλλά τις ανάγκες του φυσικού συνόλου.
 
Στον κυνικό τρόπο σκέψης ο κόσμος μας δεν είναι ανθρωποκεντρικός. Ούτε καν θα πρέπει να στοχεύει προς εκεί. Ο άνθρωπος έχει την θέση του μέσα σε αυτόν τον κόσμο αλλά δεν υπάρχει ο κόσμος για να ευνοεί αποκλειστικά τον άνθρωπο παρά μόνο ως μέρος του όλου. Οι επιθυμίες των ανθρώπων δεν μπορούν και δεν έχουν δικαίωμα να είναι ανώτερες της ανάγκης των άλλων υπάρξεων. Ναι στις επιθυμίες αλλά όχι ανεξέλεγκτα και εφ’ όσον έχουν καλυφθεί πρώτα οι ανάγκες τόσο των ανθρώπων όσο και της φύσης γενικότερα.
 
Είναι αδιανόητο οι επιθυμίες των ανθρώπων να θεωρούνται ανώτερες των φυσικών αναγκών και πέρα από αδιανόητο είναι υβριστικό, ανίερο και μιαρό να θεωρούμε πως οι επιθυμίες μας είναι ανάγκες. Ακόμα και στην περίπτωση που οι άνθρωποι καλύψουν όλες τους τις ανάγκες πολύ λίγο δικαιούνται να κυνηγήσουν τις επιθυμίες τους αν πρώτιστα δεν φροντίσουν και τις ανάγκες του κόσμου.
 
Αλλά ακόμα και στην υποθετική περίπτωση όπου οι ανάγκες όλων των όντων έχουν καλυφθεί ακόμα και τότε οι επιθυμίες των ανθρώπων πρέπει πρώτα να περνάνε από το κόσκινο της ανταποδοτικότητας προς την Φύση και κατόπιν να εφαρμόζονται. Θα μπορούσαμε να πούμε πως ο κυνισμός είναι το πρώτο ολιστικό φιλοσοφικό ρεύμα που παρουσιάστηκε και ίσως το μοναδικό που εξακολουθεί να υπάρχει αυτούσιο χωρίς να μεταβάλει τις αρχές και τις αξίες του.
 
Πλούτος, εξουσία και ανεξέλεγκτη τεχνολογική ανάπτυξη είναι επιθυμίες που πρέπει να αποφεύγονται αφού δεν ορίζουν το σύνολο αλλά αφορούν αποκλειστικά τις κοινωνίες των ανθρώπων. Εδώ όμως αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα. Αφού η κοινωνία πρέπει να είναι φυσιολατρική λειτουργώντας σε σχέση με την φύση, σημαίνει πως αυτό που πρέπει καταρχήν να οριστεί είναι η ίδια η κοινωνία.

Εν τάχει οι Αρχές Κυνικής φιλοσοφίας
 
ΘΕΣΗ 1. Κατά τους «Κυνικούς», η Φιλοσοφία οφείλει ν’ ασχολείται με την καθημερινή ζωή και με κάθε τι που είναι συγκεκριμένο και απτό και να παρακάμπτει, ως ματαιοπονία, τον κόσμο των αφηρημένων εννοιών. Για την Αρετή, η οποία ορίζεται ως σκοπός της ζωής, δεν απαιτείται πολυμάθεια, και στην κατάκτησή της δεν συντελεί διόλου η μελέτη πολύπλοκων αντικειμένων όπως η Γεωμετρία, η Μουσική και η Λογοτεχνία. Ανίσχυρες και παραπλανητικές είναι επίσης όλες οι ενασχολήσεις με μεταφυσικά, γλωσσολογικά και επιστημονικά ζητήματα. Ως βασικά εργαλεία διακίνησης των ιδεών της Σχολής αναγνωρίζονται μόνον το έμπρακτο παράδειγμα και η συγγραφή «διατριβών» και «σάτυρας».
 
ΘΕΣΗ 2. Σημαντικό είναι το απτό 'Ατομο και όχι η αόριστη και γενική έννοια «Ανθρωπότης» και η λεγομένη «κοινή ανθρώπινη φύσις». Το «καλό» ισχύει για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, σε προσωπική βάση και η «ευδαιμονία» αποκτάται με την εξασφάλιση της μέγιστης δυνατής εσωτερικής αυτάρκειας μέσω της απελευθερώσεως από τις μεταβολές της Τύχης και των άλλων εξωτερικών του εαυτού (απειλητικών προς αυτόν) δυνάμεων του κόσμου. Ο «ευδαίμων» άνθρωπος οφείλει να είναι επιμόνως αδιάφορος και υπομονετικός απέναντι στις όποιες συμφορές.
 
Το κέντρο βάρους της ηθικής και της συνειδησιακής αλλαγής τοποθετείται από τους Κυνικούς αποκλειστικώς στο 'Ατομο, πέρα από κάθε εξωτερικό δεδομένο, όπως θεσμούς, συνήθειες, απόψεις, έξεις, κανόνες, παρορμήσεις, σχέσεις. Η όποια αλλαγή και βελτίωση είναι αποκλειστικώς εσωτερική ανθρώπινη υπόθεση, εντελώς ανεξάρτητη από την όποια κοινωνική, πολιτισμική, πολιτική και οικονομική πραγματικότητα. Η εσωτερική συνειδησιακή αλλαγή είναι απείρως πιο σημαντική από κάθε πολιτικοκοινωνική τέτοια, σε βαθμό που η τελευταία να καθίσταται ακόμη και αδιάφορη.
 
ΘΕΣΗ 3. Να αντιμετωπισθούν με τη μέγιστη περιφρόνηση τα όσα αιχμαλωτίζουν τους ανθρώπους στα δεσμά των «αναγκών», δηλαδή ο πλούτος, η πολυτέλεια, τα αξιώματα, η δόξα, οι απολαύσεις κ.ά. Η ειρήνη του πνεύματος και η ακμή του σώματος, κατακτώνται μέσω μίας απλής και λιτής διαβιώσεως, της λεγόμενης «εντίμου πενίας». Στον άμετρο και αφιλοσόφητο άνθρωπο, τα αποκτήματα κατά κανόνα γίνονται αδυσώπητοι και εκνευριστικοί κτήτορες, και η λεγομένη «κοινωνική θέση» ή τα διάφορα αξιώματα γίνονται δυνάστες των κατόχων τους, τους οποίους εν τέλει καταπίνουν.
 
Ο Κράτης αποκαλεί «ημιονηγούς» τους στρατηγούς, ενώ κατά τον Διογένη ο «Κυνικός» είναι πιο προνομιούχος από τον θεωρητικώς ισχυρότερο όλων των ανθρώπων, τον τύραννο, επειδή ο τελευταίος έχει πάρα πολλά να χάσει, άρα και πάρα πολλές αιτίες για να φοβηθεί (Δίων Χρυσόστομος 8, 17). Ενώ ο τύραννος τρέμει συνεχώς, ο «Κυνικός» δεν φοβάται απολύτως τίποτε, διότι δεν έχει, ή δεν θεωρεί, τίποτε δικό του, αλλ’ αντιθέτως, χαλαρωμένος και εσαεί ελεύθερος, κυριαρχεί απολύτως πάνω στον φόβο του ως «το μόνο πράγμα που όντως έχει νόημα να φοβάται κανείς».
 
ΘΕΣΗ 4. Η εμπειρία και η μέσω των αισθήσεων αντίληψη, αποτελούν τη μοναδική πηγή της Γνώσεως. H μεγαλύτερη από όλες τις ανοησίες είναι το να παίρνει κανείς την ίδια τη ζωή στα σοβαρά, ή, έστω, περισσότερο σοβαρά από όσο η ίδια η φύση της απαιτεί, ως διαδρομή περισσότερο παρά ως άπαν. Ο βίος δεν είναι παρά μία διασκεδαστική περιπέτεια, μία πόρευση μέσα από φιλικά ή εχθρικά δεδομένα και καταστάσεις, και ο θάνατος απλώς το υποχρεωτικό πέρασμα εκτός του εμβίου κόσμου σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, άρα παντελώς αδιάφορος.
 
Οι νεκροί εκ των πραγμάτων δεν υποφέρουν, οι δε ζώντες για να μην υποφέρουν οφείλουν πρωτίστως να κατανικήσουν τον φόβο του θανάτου. Όπως τονίζει ο Διογένης, η ετοιμότητα του ανθρώπου να πεθάνει ανά πάσα στιγμή είναι εκείνη που τον κάνει πραγματικά ευτυχή και ελεύθερο.
 
ΘΕΣΗ 5. Ως συνέπεια των ανωτέρω, οι Κυνικοί, όπως και οι Στωϊκοί με την αυτή συλλογιστική βάση, επιδοκιμάζουν την «εύλογον» αυτοκτονία, δηλαδή την εθελουσία αποχώρηση από τον βίο ως το κατεξοχήν και πάντοτε πρόχειρο εργαλείο εξασφαλίσεως Αξιοπρέπειας και Ελευθερίας. Το ίδιο επιδοκιμάζουν την ευσπλαχνική ευθανασία και όχι αδίκως βεβαίως, αφού, όπως σημειώνει ο Τζαίησον Ξενάκης, «η στάση απέναντι στο δικαίωμα των ανθρώπων να πεθάνουν είναι σημαντική ένδειξη για το πόσο ανθρωπιστική είναι μία κοινωνία».
 
Κανείς δουλοκτήτης και δουλοποιός δεν αρέσκεται στην ιδέα πως ανά πάσα στιγμή είναι εφικτή η οριστική απόδραση κάποιων δούλων του, ή ακόμη και όλων των δούλων του και δεν είναι διόλου συμπτωματική η καταδίκη κάθε εθελουσίας αποχωρήσεως από τις γνωστές οργανωμένες Θρησκείες που συνεργάζονται στενά με συστήματα πολιτικο-οικονομικού εξουσιασμού.
 
ΘΕΣΗ 6. Ο πραγματικά Κυνικός στέκει αντίθετος στη χρήση γενικών εννοιών και να καλλιεργεί τον αντιϊδεαλισμό και τον σχετικισμό. Η «Αρετή» και η «Κακία» υπό την κυρίαρχη, συμβατική και γενική χρήση τους, είναι απλώς λέξεις κενές.
 
ΘΕΣΗ 7. Υπάρχει θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στη «Φύση» (η οποία στηρίζεται στο «Είναι») και το «Νόμο» (ο οποίος στηρίζεται στο «Έθιμον»). Όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί είναι συμβατικοί και τεχνητοί, αλλά και αμείλικτοι στραγγαλιστές της ατομικής ελευθερίας αν κανείς διαπράξει το σφάλμα να τους πάρει στα σοβαρά. Η πραγματική απελευθέρωση επιτυγχάνεται μέσω της εκ θεμελίων επαναξιολογήσεως όλων των αξιών και της συνειδητοποιήσεως του απρόσμενα μεγάλου αριθμού πραγμάτων που μπορούν να διαγνωσθούν και εν συνεχεία ν’ αντιμετωπισθούν ως περιττά ή παντελώς άχρηστα.
 
Πολιτισμός σημαίνει κατακλυσμός από άχρηστα αντικείμενα, σκουπιδοπαραγωγή, σκουπιδοσυλλογή, σκουπιδαποθησαύρισμα και σκουπιδολατρία, συνεπώς ο «Κυνικός» οφείλει να διαβιεί με τρόπο που ν’ αποδεικνύει το πόσο ελάχιστα είναι τα πράγματα τα οποία όντως απαιτεί ένας βίος Ελευθερίας και Αυτο-εξαρτήσεως. Το ιδανικό του «Κυνικού», είναι η πλήρης απουσία των οποιωνδήποτε δεσμών. Όταν μηδενίζεται η ένταξη, μηδενίζονται οι απώλειες και συνεπώς ο άνθρωπος μένει αυτάρκης, αυτεξούσιος και ευδαίμων, όπως ένας ένσαρκος Θεός, του οποίου οι πραγματικές ανάγκες περιορίζονται στη βιολογική διατήρηση και μόνον εκεί. Οι πραγματικοί Θεοί θεωρούνται τέτοιοι, επειδή ακριβώς δεν χρειάζονται απολύτως τίποτε και η Αυτάρκεια είναι πρωτεύον χαρακτηριστικό τους.
 
ΘΕΣΗ 8. Ως υπογράμμιση της ανθρώπινης Αυτάρκειας, ο Κυνικός δεν χρειάζεται καν τον λεγόμενο προσωπικό χώρο, για τον οποίο πασχίζουν σε όλον τους τον βίο οι άλλοι άνθρωποι, αλλ’ αντιθέτως λειτουργεί πάντοτε δημοσίως, ακόμη και στις περιπτώσεις του φαγητού, του ύπνου ή και αυτού ακόμη του ερωτισμού. Σε αντίθεση προς τα ισχύοντα, το να κρύβεται κανείς καθ’ οιονδήποτε τρόπο, για τον «Κυνικό» αποτελεί όνειδος, επειδή καταδεικνύει φοβικότητα, υποκρισία και αρρωστημένη μυστικοπάθεια. Ο Κράτης και η Ιππαρχία κάνουν δημοσίως έρωτα, ενώ ο Διογένης, αυνανιζόμενος στο κέντρο της Αγοράς, αναφωνεί ότι είναι κρίμα από τη φύση να μη μπορούν οι θνητοί να χορτάσουν αναλόγως την πείνα τους χαϊδεύοντας απλώς την κοιλιά τους.
 
ΘΕΣΗ 9. Για τους Κυνικούς οι θρησκείες είναι «προϊόντα ανθρώπινης συνήθειας». Κατ’ αυτούς, ο Κόσμος διοικείται από έναν «Θείο Νού» που δεν μπορεί ν’ αναπαρασταθεί με εικόνα διότι, απλώς, τίποτε επί γης δεν ομοιάζει προς αυτόν. Οι Θεοί πάντως του Εθνικού Πολυθεϊσμού, μπορούν να θεωρηθούν «πολλές μορφές» αυτού του «Θείου Νοός», οπότε η ερμηνεία της φύσεώς τους καθίσταται δυνατή μέσω της αλληγορίας.
 
ΘΕΣΗ 10. Η Αρετή είναι διδακτέα και από τη στιγμή που θα κατακτηθεί είναι παντελώς αδύνατον να απωλεσθεί. Ο κάτοχός της, ο Κυνικός σοφός, είναι απολύτως ελεύθερος και αυτάρκης, αφού, με το να είναι τέτοιος, κατέχει όλον τον πλούτο που μπορεί να αφορά την ανθρώπινη φύση. Σε αντίθεση προς αυτό που πάρα πολλοί πιστεύουν, η αντισυμβατικότητα του «Κυνικού» δεν είναι απλώς ένα εντόνως δραματικό μέσον για την επίτευξη ενός σκοπού ή για την άμεση ενόχληση του μέσου, συμβατικού ανθρώπου, με την ελπίδα ενός πιθανού αφυπνιστικού σοκ, αλλά αποτελεί, όπως πολύ σωστά τόνισε ο Ξενάκης, «αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητος του Κυνικού, που είναι ακέραιος και συνεπής. Αυτό που λέει το εννοεί και αυτό που πρεσβεύει το εφαρμόζει».
 
Όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε. Το θέμα είναι μέχρι τότε τι κάνουμε. Σκεφτείτε πως κανένα άλλο όν δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Κανένα όν δεν μπορεί ν’ αποφασίσει τι θέλει να κάνει στην ζωή του. Κι όμως αυτό το πλεονέκτημα μένει έμενε και θα μένει πάντα ανεκμετάλλευτο από τους ανθρώπους. Κάναμε κάνουμε και μάλλον θα συνεχίσουμε να κάνουμε ότι μας λένε και όχι ότι θέλουμε και το ουσιαστικότερο, δεν καταλαβαίνουμε τι κάνουμε και δεν ξέρουμε τι θέλουμε!

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Θεογονία (1-52)


Η ποιητική στέψη του Ησιόδου

Στο έπος που φέρει τον τίτλο Θεογονία ο Ησίοδος εξιστορεί την γένεση των θεών και τα γεγονότα που οδήγησαν στην οριστική επικράτηση του Δία. Το ποίημα έχει τη δομή γενεαλογικού καταλόγου, στον οποίο εντάσσονται περισσότερες από τριακόσιες θεότητες και προσωποποιημένες κοσμικές δυνάμεις, ενώ ενδιαμέσως παρεμβάλλονται αρκετές μυθικές διηγήσεις ποικίλης έκτασης. Στην αρχή της γενεαλογίας βρίσκεται η "γέννηση" του Χάους· ακολουθούν η Γη, ο Τάρταρος και ο Έρως. Την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης από τον Ουρανό διαδέχεται η δεύτερη της κυριαρχίας του Κρόνου, ο οποίος τρώει τα παιδιά του, για να ακολουθήσει στο τέλος ο Δίας, ο οποίος ανατρέπει τον Κρόνο, αφού καταφέρνει προηγουμένως να τον ξεγελάσει και να σωθεί. Ύστερα από τον "μύθο της διαδοχής", ο οποίος παρουσιάζει εμφανείς αντιστοιχίες με παρόμοιους μύθους της Εγγύς Ανατολής, η αφήγηση επικεντρώνεται στην οριστική κυριαρχία του Δία: η τιμωρία του Προμηθέα, η νίκη στον πόλεμο με τους Τιτάνες, η καθυπόταξη του τέρατος Τυφωέα, η ανάδειξη του Δία σε βασιλιά των θεών, και μια σειρά γάμων τόσο του ίδιου του Δία όσο και των υπολοίπων θεών.

Το προοίμιο του έργου αποτελείται από έναν ύμνο προς τις Μούσες. Παρόμοιοι ύμνοι, δείγματα των οποίων σώζονται στους Ὁμηρικοὺς Ὕμνους,προτάσσονταν ως προοίμιο σε ποιήματα (κυρίως επικά) γραμμένα σε εξάμετρο. Στο τμήμα του προοιμίου που ακολουθεί περιγράφονται οι Μούσες, που χορεύουν και τραγουδούν στον Ελικώνα (στ. 1-21), η επιφάνειά τους στον ποιητή, ο οποίος αποκτά το χάρισμα να τραγουδά (στ. 22-34), και ο ύμνος του χρισμένου πια ποιητή προς τις Μούσες, οι οποίες τραγουδούν στα δώματα του Ολύμπου και ευφραίνουν τον Δία (στ. 35-52). Στο προοίμιο αυτό πρώτη φορά ποιητής αυτοσυστήνεται στο έργο του. Πρώτη φορά επίσης ποιητής παραδέχεται ότι η ποίηση δεν λέει πάντα την αλήθεια.
Προοίμιο

Μουσάων Ἑλικωνιάδων ἀρχώμεθ᾽ ἀείδειν,
αἵ θ᾽ Ἑλικῶνος ἔχουσιν ὄρος μέγα τε ζάθεόν τε,
καί τε περὶ κρήνην ἰοειδέα πόσσ᾽ ἁπαλοῖσιν
ὀρχεῦνται καὶ βωμὸν ἐρισθενέος Κρονίωνος·
5 καί τε λοεσσάμεναι τέρενα χρόα Περμησσοῖο
ἠ᾽ Ἵππου κρήνης ἠ᾽ Ὀλμειοῦ ζαθέοιο
ἀκροτάτῳ Ἑλικῶνι χοροὺς ἐνεποιήσαντο,
καλοὺς ἱμερόεντας, ἐπερρώσαντο δὲ ποσσίν.
ἔνθεν ἀπορνύμεναι κεκαλυμμέναι ἠέρι πολλῷ
10 ἐννύχιαι στεῖχον περικαλλέα ὄσσαν ἱεῖσαι,
ὑμνεῦσαι Δία τ᾽ αἰγίοχον καὶ πότνιαν Ἥρην
Ἀργείην, χρυσέοισι πεδίλοις ἐμβεβαυῖαν,
κούρην τ᾽ αἰγιόχοιο Διὸς γλαυκῶπιν Ἀθήνην
Φοῖβόν τ᾽ Ἀπόλλωνα καὶ Ἄρτεμιν ἰοχέαιραν
15 ἠδὲ Ποσειδάωνα γαιήοχον ἐννοσίγαιον
καὶ Θέμιν αἰδοίην ἑλικοβλέφαρόν τ᾽ Ἀφροδίτην
Ἥβην τε χρυσοστέφανον καλήν τε Διώνην
Λητώ τ᾽ Ἰαπετόν τε ἰδὲ Κρόνον ἀγκυλομήτην
Ἠῶ τ᾽ Ἠέλιόν τε μέγαν λαμπράν τε Σελήνην
20 Γαῖάν τ᾽ Ὠκεανόν τε μέγαν καὶ Νύκτα μέλαιναν
ἄλλων τ᾽ ἀθανάτων ἱερὸν γένος αἰὲν ἐόντων.
αἵ νύ ποθ᾽ Ἡσίοδον καλὴν ἐδίδαξαν ἀοιδήν,
ἄρνας ποιμαίνονθ᾽ Ἑλικῶνος ὕπο ζαθέοιο.
τόνδε δέ με πρώτιστα θεαὶ πρὸς μῦθον ἔειπον,
25 Μοῦσαι Ὀλυμπιάδες, κοῦραι Διὸς αἰγιόχοιο·
«ποιμένες ἄγραυλοι, κάκ᾽ ἐλέγχεα, γαστέρες οἶον,
ἴδμεν ψεύδεα πολλὰ λέγειν ἐτύμοισιν ὁμοῖα,
ἴδμεν δ᾽ εὖτ᾽ ἐθέλωμεν ἀληθέα γηρύσασθαι.»
ὣς ἔφασαν κοῦραι μεγάλου Διὸς ἀρτιέπειαι,
30 καί μοι σκῆπτρον ἔδον δάφνης ἐριθηλέος ὄζον
δρέψασαι, θηητόν· ἐνέπνευσαν δέ μοι αὐδὴν
θέσπιν, ἵνα κλείοιμι τά τ᾽ ἐσσόμενα πρό τ᾽ ἐόντα,
καί μ᾽ ἐκέλονθ᾽ ὑμνεῖν μακάρων γένος αἰὲν ἐόντων,
σφᾶς δ᾽ αὐτὰς πρῶτόν τε καὶ ὕστατον αἰὲν ἀείδειν.
35ἀλλὰ τίη μοι ταῦτα περὶ δρῦν ἢ περὶ πέτρην;
τύνη, Μουσάων ἀρχώμεθα, ταὶ Διὶ πατρὶ
ὑμνεῦσαι τέρπουσι μέγαν νόον ἐντὸς Ὀλύμπου,
εἴρουσαι τά τ᾽ ἐόντα τά τ᾽ ἐσσόμενα πρό τ᾽ ἐόντα,
φωνῇ ὁμηρεῦσαι, τῶν δ᾽ ἀκάματος ῥέει αὐδὴ
40 ἐκ στομάτων ἡδεῖα· γελᾷ δέ τε δώματα πατρὸς
Ζηνὸς ἐριγδούποιο θεᾶν ὀπὶ λειριοέσσῃ
σκιδναμένῃ, ἠχεῖ δὲ κάρη νιφόεντος Ὀλύμπου
δώματά τ᾽ ἀθανάτων· αἱ δ᾽ ἄμβροτον ὄσσαν ἱεῖσαι
θεῶν γένος αἰδοῖον πρῶτον κλείουσιν ἀοιδῇ
45 ἐξ ἀρχῆς, οὓς Γαῖα καὶ Οὐρανὸς εὐρὺς ἔτικτεν,
οἵ τ᾽ ἐκ τῶν ἐγένοντο, θεοὶ δωτῆρες ἐάων·
δεύτερον αὖτε Ζῆνα θεῶν πατέρ᾽ ἠδὲ καὶ ἀνδρῶν,
[ἀρχόμεναί θ᾽ ὑμνεῦσι θεαὶ † λήγουσαί τ᾽ ἀοιδῆς,]
ὅσσον φέρτατός ἐστι θεῶν κάρτει τε μέγιστος·
50 αὖτις δ᾽ ἀνθρώπων τε γένος κρατερῶν τε Γιγάντων
ὑμνεῦσαι τέρπουσι Διὸς νόον ἐντὸς Ὀλύμπου
Μοῦσαι Ὀλυμπιάδες, κοῦραι Διὸς αἰγιόχοιο.

***
Από τις Ελικωνιάδες Μούσες το τραγούδι ας αρχίσουμε,
που του Ελικώνα το βουνό κατέχουν, το μεγάλο και πανίερο,
κι από την κρήνη γύρω τη μενεξεδιά με πόδια απαλά
χορεύουν και το βωμό του παντοδύναμου του γιου του Κρόνου.
Κι αφού το τρυφερό τους σώμα λούσουν στην πηγή
του Περμησσού ή του Αλόγου ή του πανίερου Ολμειού,
στήνουν χορούς στο πιο ψηλό σημείο του Ελικώνα,
ωραίους, θελκτικούς, ζωηρά κινώντας με τα πόδια τους.
Αποδώ πέρα ορμούνε με πολύ ομίχλη καλυμμένες
10 και προχωρούνε μες στη νύχτα κι αφήνουνε περικαλλή φωνή,
το Δία υμνώντας που βαστά αιγίδα και τη σεβάσμια Ήρα,
την Αργίτισσα, που πάνω σε πέδιλα χρυσά πατά,
και του αιγιδοφόρου Δία την κόρη, την Αθηνά την αστραπόματη,
τον Φοίβο Απόλλωνα, την Άρτεμη που χύνει βέλη,
τον Ποσειδώνα που τη γη κυκλώνει και σείει,
τη σεβαστή τη Θέμιδα, την Αφροδίτη με το γοργό το βλέμμα,
τη χρυσοστέφανη Ήβη, την ωραία Διώνη,
τη Λητώ και τον Ιαπετό, το δολοπλόκο Κρόνο,
την Αυγή, το μέγα Ήλιο και τη λαμπρή Σελήνη,
20 τη Γαία, τον Ωκεανό το μέγα και τη μαύρη Νύχτα
και των υπόλοιπων αθάνατων θεών το ιερό το γένος των αιώνιων.
Αυτές δίδαξαν κάποτε στον Ησίοδο το ωραίο τραγούδι,
καθώς τ᾽ αρνιά του ποίμαινε απ᾽ τον πανίερο Ελικώνα κάτω.
Τούτα τα λόγια πρώτα απ᾽ όλα μού είπανε οι θεές,
οι Ολυμπιάδες Μούσες, κόρες του Δία που βαστά αιγίδα:
«Ποιμένες της υπαίθρου, κακές ντροπές, στομάχια σκέτα,
γνωρίζουμε να λέμε ψέματα πολλά, με την πραγματικότητα όμοια,
μα ξέρουμε, σαν θέλουμε, να ψάλλουμε κι αλήθειες».
Έτσι είπαν του μεγάλου Δία οι κόρες με τον τέλειο λόγο
30 και μου ᾽δωσαν σκήπτρο, κόβοντας δάφνης πολύβλαστης κλωνί,
θαυμάσιο. Θεόπνευστη φωνή φύσηξαν μέσα μου,
για να υμνώ όσα στο μέλλον θα συμβούν κι όσα στο παρελθόν γινήκανε.
Και με προέτρεψαν να υμνώ των μακαρίων θεών το γένος των αιώνιων
κι αυτές τις ίδιες πρώτα κι ύστατα πάντοτε να ψάλλω.
Μα τί το όφελος να λέω αυτά για τη βαλανιδιά ή για την πέτρα;
Ε! συ, από τις Μούσες αρχή ας κάνουμε, που υμνούν
και τέρπουν του Δία, του πατέρα, το μέγα νου μέσα στον Όλυμπο,
και για τα τωρινά, τα μέλλοντα, τα περασμένα λεν,
με μια φωνή μιλώντας. Ρέει ακάματα η φωνή αυτών
40 γλυκιά απ᾽ το στόμα. Γελούν τα δώματα του Δία,
του πατέρα, του βαρύβροντου, καθώς σκορπά λεπτή σαν κρίνο
η φωνή των θεαινών, και ηχεί η κορφή του χιονισμένου Ολύμπου
και των αθάνατων τα δώματα. Κι αυτές αθάνατη αφήνουνε φωνή
και πρώτα των σεβαστών θεών το γένος υμνούν με το τραγούδι τους,
απ᾽ την αρχή, αυτό που γέννησε η Γη κι ο Ουρανός ο ευρύς,
μα κι όσους θεούς, χορηγούς των αγαθών, από αυτούς γεννήθηκαν.
Ύστερα πάλι υμνούν το Δία, θεών κι ανθρώπων τον πατέρα,
[καθώς αρχίζουν, μα κι όταν τελειώνουν το τραγούδι τους οι θεές,]
πόσο καλύτερος είναι απ᾽ τους θεούς και μέγιστος στη δύναμή του.
50 Ύστερα πάλι των ανθρώπων τη γενιά υμνούν μα και των δυνατών Γιγάντων
και τέρπουνε του Δία το νου μέσα στον Όλυμπο,
οι Ολυμπιάδες Μούσες, του αιγιδοφόρου Δία οι κόρες.

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονος Θεογονία