Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Εἰρήνη (385-430)

385 ΧΟ. μηδαμῶς, ὦ δέσποθ᾽ Ἑρμῆ, μηδαμῶς, μηδαμῶς, [ἀντ. α]
εἴ τι κεχαρισμένον
χοιρίδιον οἶσθα παρ᾽ ἐ-
μοῦ ‹γε› κατεδηδοκώς,
τοῦτο μὴ φαῦλον νόμιζ᾽ ἐν τῷδε τῷ πράγματι.
ΤΡ. οὐκ ἀκούεις οἷα θωπεύουσί σ᾽, ὦναξ δέσποτα;
ΧΟ. μὴ γένῃ παλίγκοτος
390 ἀντιβολοῦσιν ἡμῖν,
ὥστε τήνδε μὴ λαβεῖν·
ἀλλὰ χάρισ᾽, ὦ φιλαν-
θρωπότατε καὶ μεγαλο-
δωρότατε δαιμόνων,
395 εἴ τι Πεισάνδρου βδελύττει τοὺς λόφους καὶ τὰς ὀφρῦς.
καί σε θυσίαισιν ἱε-
ραῖσι προσόδοις τε μεγά-
λαισι διὰ παντός, ὦ
δέσποτ᾽, ἀγαλοῦμεν ἡμεῖς ἀεί.

400 ΤΡ. ἴθ᾽, ἀντιβολῶ σ᾽, ἐλέησον αὐτῶν τὴν ὄπα,
ἐπεί σε καὶ τιμῶσι μᾶλλον ἢ πρὸ τοῦ.
κλέπται τε γὰρ νῦν μᾶλλόν εἰσιν ἢ πρὸ τοῦ.
καί σοι φράσω τι πρᾶγμα δεινὸν καὶ μέγα,
ὃ τοῖς θεοῖς ἅπασιν ἐπιβουλεύεται.
405 ΕΡ. ἴθι δή, κάτειπ᾽· ἴσως γὰρ ἂν πείσαις ἐμέ.
ΤΡ. ἡ γὰρ Σελήνη χὠ πανοῦργος Ἥλιος
ὑμῖν ἐπιβουλεύοντε πολὺν ἤδη χρόνον
τοῖς βαρβάροισι προδίδοτον τὴν Ἑλλάδα.
ΕΡ. ἵνα δὴ τί τοῦτο δρᾶτον; ΤΡ. ὁτιὴ νὴ Δία
410 ἡμεῖς μὲν ὑμῖν θύομεν, τούτοισι δὲ
οἱ βάρβαροι θύουσι, διὰ τοῦτ᾽ εἰκότως
βούλοιντ᾽ ἂν ἡμᾶς πάντας ἐξολωλέναι,
ἵνα τὰς τελετὰς λάβοιεν αὐτοὶ τῶν θεῶν.
ΕΡ. ταῦτ᾽ ἄρα πάλαι τῶν ἡμερῶν παρεκλέπτετον
415 καὶ τοῦ κύκλου παρέτρωγον ὑφ᾽ ἁρματωλίας.
ΤΡ. ναὶ μὰ Δία. πρὸς ταῦτ᾽, ὦ φίλ᾽ Ἑρμῆ, ξύλλαβε
ἡμῖν προθύμως, τήνδε καὶ ξυνανέλκυσον.
καὶ σοὶ τὰ μεγάλ᾽ ἡμεῖς Παναθήναι᾽ ἄξομεν
πάσας τε τὰς ἄλλας τελετὰς τὰς τῶν θεῶν,
420 Μυστήρι᾽ Ἑρμῇ, Διπολίει᾽, Ἀδώνια·
ἅλλαι τέ σοι πόλεις πεπαυμέναι κακῶν
Ἀλεξικάκῳ θύσουσιν Ἑρμῇ πανταχοῦ.
χἄτερ᾽ ἔτι πόλλ᾽ ἕξεις ἀγαθά. πρῶτον δέ σοι
δῶρον δίδωμι τήνδ᾽, ἵνα σπένδειν ἔχῃς.
425 ΕΡ. οἴμ᾽ ὡς ἐλεήμων εἴμ᾽ ἀεὶ τῶν χρυσίδων.
ΤΡ. ὑμέτερον ἐντεῦθεν ἔργον, ὦνδρες. ἀλλὰ ταῖς ἄμαις
εἰσιόντες ὡς τάχιστα τοὺς λίθους ἀφέλκετε.
ΧΟ. ταῦτα δράσομεν· σὺ δ᾽ ἡμῖν, ὦ θεῶν σοφώτατε,
ἅττα χρὴ ποεῖν ἐφεστὼς φράζε δημιουργικῶς·
430 τἄλλα δ᾽ εὑρήσεις ὑπουργεῖν ὄντας ἡμᾶς οὐ κακούς.

***
ΧΟΡ. Μην το κάνεις, μην το κάνεις· μη μη μη, ω αφέντη Ερμή·
αν σου πρόσφερα ποτέ
γουρουνόπουλο κι εγώ
και πολύ σε γλύκανε,
για θυμήσου το, και τώρα βάλ᾽ το στο λογαριασμό.
ΤΡΥ. Δεν ακούς, ω θεέ κι αφέντη, πώς σε καλοπιάνουνε;
ΧΟΡ. Σε ικετεύουμε θερμά,
390 πάψε τη συνερισιά
κι άσε να την πάρουμε·
κάμε μας τη χάρη αυτή,
θεέ μας μεγαλόδωρε
και φιλανθρωπότατε,
αν σιχαίνεσαι του Πείσαντρου λοφία και ξιπασιές.
Και σου τάζουμε, ω θεέ,
πως θα σε τιμούμε εμείς
με θυσίες κι επίσημες
λιτανείες ολοχρονίς.

400 ΤΡΥ. Σ᾽ εξορκίζω, λυπήσου τη λαλιά τους·
σε τιμούν κιόλας πιότερο από πρώτα…
ΕΡΜ. Γιατί είναι κλέφτες πιότερο από πρώτα.
ΤΡΥ. και μια φριχτή εναντίον των αθανάτων
συνωμοσία σ᾽ εσέ θα φανερώσω.
ΕΡΜ. Μαρτύρα τη· ίσως τότε να με πείσεις.
ΤΡΥ. Ο αχρείος ο Ήλιος κι η Σελήνη στήνουν
από καιρό εναντίον σας μια παγίδα
και προδίνουν στους ξένους την Ελλάδα.
410 ΕΡΜ. Γιατί; ΤΡΥ. Επειδή προσφέρνουμε θυσίες
εμείς σ᾽ εσάς κι οι άλλοι λαοί σ᾽ εκείνους,
ζητούν να σας ξεκάμουν, κι έτσι μόνοι
να ᾽χουν όλου του κόσμου τη λατρεία.
ΕΡΜ. Γι᾽ αυτό, με ζαβολιά, τρων λίγες μέρες
κι αλλάζουν τελευταία το καλαντάρι.
ΤΡΥ. Βέβαια γι᾽ αυτό. Λοιπόν βοηθός μας γίνε,
καλέ μου Ερμή, με την καρδιά σου, κι έλα
τράβα μαζί μας έξω την Ειρήνη.
Και τότε πια όλες τις θεϊκές γιορτές μας
θα τις τελούμε μόνο στ᾽ όνομά σου·
για σένα τα μεγάλα Παναθήναια,
420 Αδώνια, Διπολίεια και Μυστήρια·
μα κι οι άλλες πολιτείες θα σου προσφέρνουν
θυσίες, απ᾽ τα δεινά σα θα γλιτώσουν,
κι Αλεξίκακο Ερμή θα σ᾽ ονομάζουν.
Κι άλλα πολλά καλά θα δεις· για πρώτο
δώρο, νά, πάρε αυτή για τις σπονδές σου.
Του δίνει μια χρυσή κούπα.
ΕΡΜ. Πάντα μου συμπαθώ τις χρυσές κούπες.
ΤΡΥ. Τώρα πια η δουλειά δικιά σας, παλικάρια· γρήγορα
μπείτε μέσα με τις τσάπες· σέρνετε τις πέτρες· μπρος!
ΚΟΡ. Θα βαλθούμε· Ερμή, που εσύ ᾽σαι ο πιο σοφός απ᾽ τους θεούς,
δίνε ορμήνιες, σαν τεχνίτης, πώς να γίνεται η δουλειά,
430 κι ως προς τ᾽ άλλα, δουλευτάδες όχι ανάξιους θα μας δεις.
Τα μέλη του Χορού αρχίζουν να βγάζουν τις πέτρες.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, ΑΠΗΜΟΣΥΝΗ - ΑΛΘΑΙΜΕΝΗΣ

ΑΠΗΜΟΣΥΝΗ

Κόρη του βασιλιά της Κρήτης Κατρέα και της Φρονίας, εγγονή του Μίνωα και της Πασιφάης. Όταν ο πατέρας της πήρε χρησμό ότι θα έχανε την εξουσία από ένα παιδί του ή ένα εγγόνι του, με τον αδελφό της Αλθαιμένη, επειδή πληροφορήθηκαν τον χρησμό που ο πατέρας τους προσπάθησε να κρατήσει κρυφό, έφυγαν κρυφά για τη Ρόδο για να μην επαληθευτεί και χρειαστεί να σκοτώσουν τον πατέρα τους, οι ίδιοι ή οι απόγονοί τους τον παππού τους. Στο όρος Αταβύριο, απ' όπου έβλεπαν την Κρήτη, τα δυο αδέλφια καθιέρωσαν τη λατρεία του Αταβύριου Δία και ίδρυσαν στο νησί την πόλη Κρητινία.
 
Την κόρη ερωτεύτηκε ο Ερμής, αλλά αυτή συνέχεια του ξεγλιστρούσε. Γι' αυτό και ο θεός επινόησε ένα τέχνασμα. Στο δρόμο απ' όπου θα περνούσε η κοπέλα κουβαλώντας νερό, ο Ερμής έστρωσε φρεσκοδαρμένα τομάρια. Η κοπέλα γλίστρησε και ο Ερμής την έπιασε. Όταν το κορίτσι κατάλαβε ότι ήταν έγκυος, αποκάλυψε την αλήθεια στον αδελφό της που δεν την πίστεψε και τη σκότωσε. (Απολλόδωρος 3.12-16, Διόδωρος Σ. 5.59)
 
Η ιστορία της Απημοσύνης (=άβλαβη) παραπέμπει σε τελετουργικά γονιμότητας, όπου τονίζεται η σημασία του υγρού στοιχείου για τη δημιουργία ζωής, αλλά μνημειώνει και την εξάπλωση των Μινωιτών στη Μικρά Ασία και την Πελοπόννησο και επιχειρεί περαιτέρω διασυνδέσεις αιγαιακών και πελοποννησιακών περιοχών με την Κρήτη. Είναι πιθανό να έχουν ενσωματωθεί στον τελικό μύθο τοπικές ροδιακές και πελοποννησιακές παραδόσεις.
 
Επίσης, με τον μύθο της Απημοσύνης αιτιολογείται η ύπαρξη της πόλης και η ονομασία Κρητινία. (Ήταν σύνηθες στους ελληνικούς μύθους να αναζητούνται γενάρχες πίσω από την ίδρυση πόλεων, κάτι που εντείνεται στους αλεξανδρινούς και ελληνιστικούς χρόνους.)
 
ΑΛΘΑΙΜΕΝΗΣ
 
Ο Κατρέας απέκτησε ένα γιο, τον Αλθαιμένη, και τρεις κόρες, την Αερόπη, την Κλυμένη, την Απημοσύνη (=άβλαβη). Σύμφωνα με χρησμό θα έχανε την εξουσία από ένα παιδί του ή ένα εγγόνι του. Τα παιδιά του Απημοσύνη και Αλθαιμένης έφυγαν κρυφά για τη Ρόδο για να μην βγει αληθινός ο χρησμός και χρειαστεί να σκοτώσουν τον πατέρα τους, οι ίδιοι ή οι απόγονοί τους τον παππού τους. Εκεί ίδρυσαν την πόλη Κρητινία, κατά άλλους έτσι μετονόμασαν τη Ρόδο, και στο όρος Αταβύριο (ύψος 1215 μ.), απ' όπου έβλεπαν την Κρήτη, καθιέρωσαν τη λατρεία του Αταβύριου Δία: ἀναβὰς δὲ ἐπὶ τὸ Ἀταβύριον καλούμενον ὄρος ἐθεάσατο τὰς πέριξ νήσους, κατιδὼν δὲ καὶ Κρήτην, καὶ τῶν πατρῴων ὑπομνησθεὶς θεῶν, ἱδρύετο βωμὸν Ἀταβυρίου Διός (Απολλόδωρος 3.13.6).
 
Όταν ο Κατρέας γέρασε, αναζήτησε τον γιο του για να τον αφήσει κληρονόμο στον θρόνο, γι' αυτό βρέθηκε στις ακτές της Ρόδου. Βοσκοί όμως που τους είδαν να αποβιβάζονται τους πέρασαν για πειρατές και τους επιτέθηκαν με πέτρες. Τα γαυγίσματα των σκύλων κάλυπταν τις φωνές του Κατρέα που δήλωνε την ταυτότητά του και τελικά ο Κατρέας πέθανε από τα χέρια του Αλθαιμένη που έριξε το ακόντιό του, επαληθεύοντας τον χρησμό. Μη αντέχοντας την επαλήθευση του χρησμού ο Αλθαιμένης ζήτησε από τους θεούς να καταποντιστεί στη γη. Η γη άνοιξε και τον κατάπιε… (Απολλόδωρος 3.12-16, Διόδωρος Σ. 5.59)
 
Η ιστορία του Αλθαιμένη μνημειώνει την εξάπλωση των Μινωιτών στη Μικρά Ασία και την Πελοπόννησο και επιχειρεί περαιτέρω διασυνδέσεις αιγαιακών και πελοποννησιακών περιοχών με την Κρήτη. Είναι πιθανό να έχουν ενσωματωθεί στον τελικό μύθο τοπικές ροδιακές και πελοποννησιακές παραδόσεις.
 
Επίσης, με τον μύθο του Αλθαιμένη αιτιολογείται η ύπαρξη και η ονομασία Κρητινία. (Ήταν σύνηθες στους ελληνικούς μύθους να αναζητούνται γενάρχες πίσω από την ίδρυση πόλεων, κάτι που εντείνεται στους αλεξανδρινούς και ελληνιστικούς χρόνους.)

Ἡ καταγωγή τῆς γλώσσης μας

Η ΠΡΟΒΛΗΘΕΙΣΑ τόν 18ο αἰῶνα ἄποψη, ὅτι ἡ Ἑλληνική γλῶσσα ἀνήκει στήν Ἰνδοευρωπαϊκή οἰκογένεια γλωσσῶν, καθώς καί ἡ ἄποψη ὅτι τό Ἑλληνικό ἀλφάβητο εἶναι Φοινικοσημιτικῆς προελεύσεως ἀπετέλεσαν ἀντικείμενα συνεχιζομένων μέχρι σήμερα ἐντόνων συζητήσεων καί ἀμφισβητήσεων. Δύο θέματα, τά ὁποῖα δέν πρέπει νά ἀφήνουν ἀδιάφορο κανένα Ἕλληνα, ἀφοῦ τό ὑψίστης σημασίας ἀγαθό τῆς πολιτισμικῆς μας κληρονομιᾶς, ἡ Ἑλληνική γλῶσσα, προφορική καί γραπτή, ἀρρήκτως συνδεδεμένη μέ τήν ταυτότητα, τήν συνέχεια, τήν ἐπιβίωση καί τήν προοπτική τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἶναι ὑπόθεση ὅλων μας. Βεβαίως καί τοῦ ὁμιλοῦντος, λόγω τῆς μακρόχρονης ἐνασχόλησής μου μέ τήν Ἐκπαίδευση καί τήν συναφῆ ἀρθρογραφία μου, μέ τήν ὁποία ἐστηλίτευσα τίς ὀλέθριες νομοθετικές παρεμβάσεις στή γλῶσσα μας, μέ τόν ψευδεπίγραφο χαρακτηρισμό ὡς Ἐκπαιδευτικῶν Μεταρρυθμίσεων. Δεδομένου ὅτι τά δύο αὐτά θέματα εἶναι διεπιστημονικοῦ χαρακτῆρα καί μάλιστα ἀντικείμενο πολλῶν διαφορετικῶν ἐπιστημῶν, ἡ ἐν προκειμένω προσπάθειά μου εἶναι νά παρουσιάσω αὐθεντικές γνῶμες γλωσσολόγων, ἀρχαιολόγων, ἱστορικῶν, ἀνθρωπολόγων, παλαιοντολόγων, ὥστε νά χυθεῖ περισσότερο φῶς στά δύο αὐτά περίπλοκα καί σκοτεινά ἀκόμη θέματα, βάσει καί τῶν νεοτέρων εὑρημάτων καί τῶν ἐξελίξεων στήν ἀνθρώπινη ἀρχαιογενετική (αDNA) καί τήν πληθυσμιακή γενετική. Ἐξελίξεων, οἱ ὁποῖες ἀνέτρεψαν ἤ καί ἐπιβεβαίωσαν προγενέστερες ὑποθέσεις.
 
Στόν Κρατύλο τοῦ Πλάτωνος πού ἀποτελεῖ διάλογο γιά τήν ὀρθότητα τῶν ὀνομάτων μέ συνομιλητές τόν Ἑρμογένη, τόν φιλόσοφο-μαθηματικό Κρατύλο (ἱδρυτή φιλοσοφικῆς σχολῆς τόν 5ο π.X. αἰ.) καί τόν Σωκράτη, βρίσκονται οἱ ἀπαρχές τῆς Συγκριτικῆς Γλωσσολογίας σ’ ὅ,τι ἀφορᾶ ὀνόματα βαρβάρων (δηλ. ἀλλοεθνῶν) καί τῆς συγκριτικῆς μεθόδου (ὅσον ἀφορᾶ τίς διαλέκτους τῆς Ἑλληνικῆς, π.χ. Αἰολικῆς, Δωρικῆς, Ἰωνικῆς, Ἀττικῆς κ.λπ.), καθώς καί οἱ ἀπαρχές τῆς Ἐτυμολογίας γιά τό πῶς καθορίζεται ἡ ὀρθή ὀνοματοθέτηση (ὀνοματοδοσία) τῶν λέξεων (ὀνομάτων), φύσει ἤ νόμω. Σύμφωνα μέ τόν φύσει καθορισμό (κατά τόν Κρατύλο), ὑπάρχει συμφωνία μεταξύ ὀνόματος (λέξεως) καί τοῦ ἐννοιολογικοῦ περιεχομένου του ἐτυμολογικῶς (δηλ. μεταξύ σημαίνοντος καί σημαινομένου), ἐνῶ σύμφωνα μέ τόν νόμο καθορισμό τῶν ὀνομάτων (λέξεων) ἡ ὀνοματοθέτηση εἶναι συμβατική. Ἡ Ἑλληνική γλῶσσα εἶναι κατ’ ἐξοχήν ἐννοιολογική ἤ νοηματική, δηλαδή ὑπάρχει αἰτιώδης σχέση μεταξύ ὀνομάτων-λέξεων καί τῆς ἐτυμολογικῆς σημασίας τους. Κατά τόν Πλάτωνα (Κρατύλος, 435-436) «ὅς ἄν τά ὀνόματα ἐπίσταται, ἐπίσταται καί τά πράγματα». Πρῶτος ὁ Διονύσιος ὁ Ἁλικαρνασσεύς (1ος π.Χ. αἰ.) στό ἔργο του «Περί συνθέσεων ὀνομάτων» θεωρεῖ τόν Πλάτωνα θεμελιωτή τῆς Ἐτυμολογίας γράφοντας: «Τόν ὑπέρ ἐτυμολογίας λόγον πρῶτος εἰσήγαγε Πλάτων πολλαχῇ μέν καί ἄλλοθι, μάλιστα δέ ἐν τῷ Κρατύλῳ.». Γιά τήν ἀξία τῆς νοηματικῆς ἰδιότητας τῶν ὀνομάτων ὁ Ἀριστοτέλης ἐπισημαίνει: «Ὁ λόγος, ἐάν μή δηλοῖ, οὐ ποιήσει τό ἑαυτοῦ ἔργον.» (Τέχνη ρητορική Γ. 2149), στή συνέχεια δέ ἐξαίρει τήν Ἑλληνική μέ τήν φράσιν: «Τό Ἑλληνίζειν ἐστίν τό ὀρθῶς ὀνομάζειν.» (Τέχνη ρητορική Γ. 4.1407).
 
Ἀλλά καί στούς νεώτερους χρόνους ὁ Γερμανός φιλόσοφος-φυσικός Βένερ Χάιζενμπεργκ (Βραβεῖο Νομπέλ 1932) εἶχε δηλώσει: «Ἡ θητεία στήν ἀρχαία Ἑλληνική γλῶσσα ὑπῆρξε ἡ σπουδαιότερη πνευματική μου ἄσκηση. Στή γλῶσσα αὐτή ὑπάρχει ἡ πληρέστερη ἀντιστοιχία ἀνάμεσα στήν λέξη καί τό ἐννοιολογικό περιεχόμενο.». Ἄν τό πρῶτο ἀλφάβητο (ἀκριβέστερα σύστημα γραφῆς) εἶναι Σημιτικοφοινικικό καί ἄν οἱ Φοίνικες (κλάδος σημιτικῆς φυλῆς πού διακρίθηκε στήν ναυτιλία καί στό ἐμπόριο) τό πῆραν ἀπό τούς Ἑβραίους καί τό μετέδωσαν στούς Ἕλληνες, ἔχει γίνει ἀντικείμενο πολλῶν συζητήσεων καί ἀμφισβητήσεων. Συναφῆ θέματα πρός διερεύνηση εἶναι τό πότε οἱ Φοίνικες μετανάστες ἐγκαταστάθηκαν στή Φοινίκη καί ποιές οἱ ἀρχαιότερες ἐπιγραφές ἤ γραπτά κείμενα τοῦ Φοινικικοῦ πολιτισμοῦ. Γιά τήν ὑπάρχουσα ἄποψη περί τῆς καταγωγῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου ἀπό τά «φοινικικά γράμματα», δηλαδή ἀπό τό φοινικικό οὐσιαστικῶς «Συλλαβάριο», ἀξίζει νά παρατηρηθεῖ ὅτι τήν ἄποψη αὐτή οἱ «Φοινικιστές ἐστήριξαν κυρίως στή γνωστή ρήση τοῦ Ἡροδότου: «Οἱ Φοίνικες …ἐσήγαγον διδασκάλια ἐς τούς Ἕλληνας καί δή καί γράμματα, οὐκ ἐόντα πρίν Ἕλλησι, ὡς ἐμοί δοκέειν…». Δηλαδή ὁ Ἡρόδοτος διατυπώνει τοῦτο μέ ἐπιφύλαξη (ὡς ἐμοί δοκεῖ), ἀναφερόμενος ἀορίστως σέ γράμματα καί ὄχι στά γράμματα συγκεκριμένης γραφῆς. Μέ τήν ἄποψη ὅμως τοῦ Ἡροδότου δέν συμφωνεῖ ὁ ἱστορικός Διόδωρος ὁ Σικελιώτης (Ε 74), ὁ ὁποῖος διευκρινίζει ὅτι τά λεγόμενα «Φοινίκεια γράμματα» δέν εἶναι ἐφεύρεσις τῶν Φοινίκων ἀλλά διασκευή ἄλλων γραμμάτων, δηλαδή τῶν Ἑλληνικῶν-Κρητικῶν, δηλώνοντας: «φασί τούς Φοίνικας οὐκ ἐξ ἀρχῆς εὑρεῖν, ἀλλά τούς τύπους τῶν γραμμάτων μεταθεῖναι μόνον,…». Ἄς σημειωθεῖ ὅτι οἱ Φοίνικες, ὅπως φαίνεται ἀπό διάφορες ἱστορικές πηγές, ἐγκατεστάθησαν στήν Φοινίκη (σημερινός Λίβανος καί ἐν μέρει Συρία) ἀναμειχθέντες μέ τούς αὐτόχθονες Χαναανίτες μεταξύ 1.200 καί 1.100 π.Χ. Γραπτά κείμενα ἤ ἐπιγραφές γιά τόν Φοινικικό πολιτισμό δέν ἔχουν εὑρεθεῖ μέχρι σήμερα.
 
Βάσει ἱστορικῶν δεδομένων, ἐπιγραφῶν καί πολλῶν ἀναφορῶν σέ (γνωστά) κείμενα ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων, ἔχει γίνει δεκτό ἀπό τήν διεθνῆ ἐπιστημονική κοινότητα ὅτι ἡ Ἑλληνική (ἀλφαβητική) γραφή ὑπῆρχε πιθανότατα πρίν ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Τρωϊκοῦ πολέμου. (Δέν ἐννοοῦμε τήν Γραμμική Α΄ ἤ Β΄ οὔτε βεβαίως τήν ἀρχαιότερη Κρητική μέσω ἰδεογραμμάτων ἱερογλυφική γραφή.) Ὡστόσο, ἡ Ἑλληνική (ἀλφαβητική) γραφή φαίνεται ὅτι βάσει ἱστορικῶν πηγῶν ὑπῆρχε πρίν ἀπό τούς χρόνους τοῦ Ὁμήρου. Π.χ. στήν Ἰλιάδα (περιγράφουσα τόν Τρωικό Πόλεμο) ὁ Ὅμηρος, ἀναφερόμενος στόν Βελλερεφόντη, γράφει «σήματα λυγρά γράψας ἐν πίνακι πτυκτῷ θυμοφθόρα πολλά». (Ἐπιστολή Προίτου πρός τόν πενθερό του, τόν Ἰοβάτη. Ζ 169.) Ἐπίσης ὁ Ὅμηρος κατά τόν φιλόσοφο καί ἱστορικό Πορφύριο (3ος μ.Χ. αἰ.) ἔγραψε τήν Ἰλιάδα «οὔχ ἅμα, οὐδέ κατά τό συνεχές, καθάπερ σύγκεινται, ἀλλ’ αὐτός μέν ἑκάστην ῥαψῳδίαν γράψας καί ἐπιδειξάμενος ἐν τῷ περινοστεῖν τάς πόλεις τροφῆς ἕνεκεν ἀπέλιπεν…» (Λεξικό Σούδα ἤ Σουίδα).
 
Ὁ Μιστριώτης ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἀπολλόδωρος (180-110 π.Χ.) μᾶς γνωρίζει ὅτι ὁ Οἴαξ, κατά τόν Τρωϊκό Πόλεμο, ἔγραψε τήν εἴδηση τοῦ θανάτου τοῦ ἀδελφοῦ του, τοῦ Παλαμήδη, ἐπάνω σέ πηδάλιο, τό ὁποῖον τά θαλάσσια κύματα μετέφεραν στόν πατέρα τους τόν Ναύπλιο.
 
Ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ Ἐπιστημονική Ἀνακοίνωση τῶν Ἑλλήνων ἐρευνητῶν Σταύρου Παπαμαρινόπουλου καί τῶν συνεργατῶν του, τήν ὁποία παρουσίασα στήν Δημόσια Συνεδρία τῆς Ἀκαδημίας (19/10/2017) μέ τίτλο «Ἀστρονομικές Χρονολογήσεις τοῦ τέλους τοῦ Τρωϊκοῦ Πολέμου καί τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ Ὀδυσσέα» (Πρακτικά Ἀκαδημίας, τ. 92 Α΄, 2017). Ἡ Ἀνακοίνωση καταλήγει στό συμπέρασμα ὅτι τό τέλος τοῦ Τρωικοῦ Πολέμου χρονολογεῖται πρό τοῦ 1200 π.Χ. Ἡ χρονολογία αὐτή ὑποδηλοῖ τήν ὕπαρξη γραφῆς κατά τούς χρόνους τοῦ Τρωϊκοῦ Πολέμου, ἐνόψει καί τῶν προεκτεθέντων ἀπό τόν Ὅμηρο περί τοῦ Βελλερεφόντη καί ἀπό τόν Μιστριώτη – Ἀπολλόδωρο γιά ὅσα ἀναφέρουν γιά τόν Οἴακα. Ἐάν πράγματι ὑπῆρχε γραφή πρίν ἀπό τό 1200 π.Χ., τά ὑποστηριζόμενα ὅτι δῆθεν οἱ Ἕλληνες πῆραν τό σύστημα γραφῆς (Συλλαβάριο) ἀπό τούς Φοίνικες κλονίζονται, στερούμενα ἀξιοπιστίας. Βεβαίως τό ζήτημα αὐτό παραμένει ἀνοικτό ἐλλείψει ἀποδείξεων, διότι οἱ ὑπάρχουσες ἐνδείξεις δέν ἀρκοῦν. Κατά τόν Sir Arthur Evans «ἡ γραφή τῆς Κρήτης εἶναι ἡ μήτηρ τῆς Φοινικικῆς», ἐνῶ κατά τόν Ρενέ Ντυσσώ «Οἱ Φοίνικες εἶχαν παραλάβει πρωιμότατα τό ἀλφάβητόν των παρά τῶν Ἑλλήνων, οἵτινες εἶχαν διαμορφώσει τοῦτο ἐκ τῆς Κρητο-Μυκηναϊκῆς γραφῆς». (Βλ. καί Γκεόργκιεφ, Προβλήματα τῆς Μινωικῆς Γλώσσας, Σόφια 1953.) Τό Φοινικικό δέν εἶναι ἀλφάβητο, ἀλλά «Συλλαβάριο», χωρίς φωνήεντα, μέ 22 σύμφωνα καί χωρίς τά σύμφωνα Ξ, Φ, Ψ τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφάβητου. Ἀλλά καί κατά τό Κέντρο τοῦ Πανεπιστήμιου Irvain TLG (Thesaurus Linguae Graecae), ὁ Κρητικός ἱστορικός Δωσιάδης (συγγράψας τήν τοπική ἱστορία τῆς Κρήτης) ἀναφέρει ὅτι τό ἀλφάβητο εὑρέθη ἀπό τούς Κρῆτας.
 
Ὁ Πλούταρχος (Προβλήματα 737) θεωρεῖ ἀφελῆ τήν ἄποψη ὅτι τό γράμμα «ἄλφα» εἶναι Φοινικικό ἐκ τοῦ «Ἄλεφ» πού ὀνόμαζαν τόν βοῦν (θεωρούμενον πρῶτον ἐκ τῶν ἀναγκαίων.) Κατά τό Μέγα Ἐτυμολογικό Λεξικό, το γράμμα «ἄλφα» προέρχεται ἐκ τοῦ ρήματος ἄλφω (= εὑρίσκω), διότι «πρῶτον γάρ τῶν ἄλλων στοιχείων εὑρέθη.» Ἡ κάθε πόλις-κράτος ἤ περιοχή στόν ἀρχαϊκό ἑλληνικό κόσμο εἶχε τό δικό της ἀλφάβητο, (μέ μικρές παραλλαγές ἀπό ἐκεῖνα τῶν ἄλλων πόλεων.) Τό σημερινό Ἑλληνικό ἀλφάβητο εἶναι τό ἐπικρατῆσαν Ἰωνικό, μέ 24 γράμματα, ἀπό τό 403 π.Χ. ἐπί ἄρχοντος Εὐκλείδου. Τό Κορινθιακό, ἐπίσης, διαθέτει 24 γράμματα, τό Κρητικό 21, τῆς Μιλήτου 24, τό Χαλκιδικό 25, ἀπό τό ὁποῖον προῆλθε τό σημερινό Λατινικό, μετά ἀπό προσαρμογή ἀπό τούς κατοίκους τοῦ Λατίου τῆς Ἰταλίας, (οἱ ὁποῖοι, ὡς φαίνεται, τό παρέλαβαν ἀπό Ἕλληνες τῆς Κύμης.) Ἀπό τό Ἑλληνικό, ἐπίσης, ἀλφάβητο προῆλθαν τό Ἐτρουσκικό, τό Κυριλλικό, τό ἀρχαῖο Φρυγικό, τό ἀλφάβητο τῆς Λυκίας, τό Λυδικό, τό Ἀρμενικό, τό Κοπτικό, τό Γοτθικό κ.λπ.
 
Πηγές γιά τίς ἀπαρχές τῆς Ἑλληνικῆς γραφῆς ὑπάρχουν πολλές, μεταξύ τῶν ὁποίων: 1) Ἡ πινακίδα τοῦ Δισπηλιοῦ τῆς Καστοριᾶς πού ἔφερε σέ φῶς τό 1993 ὁ καθηγητής Γ. Χουρμουζιάδης, τήν ὁποίαν ἀρχαιομέτρες τόσο ἀπό τό Ἐρευνητικό Κέντρο «Δημόκριτος» ὅσο καί τοῦ ἐξωτερικοῦ χρονολόγησαν στό 5250 π.Χ. 2) «Τό Ὄστρακο στήν Ἐρημονησίδα Γιούρα τῶν Σποράδων», τό ὁποῖον εὑρῆκε ὁ ἀρχαιολόγος Ἀδάμ Σαμψών μέ Ἑλληνική ἐπιγραφή τοῦ 5500 π.Χ., στήν ὁποία διακρίνονται εὐκρινῶς τά γράμματα Α Υ Δ χωρίς βεβαίως νά εἶναι γνωστή ἡ φωνητική τους ἀξία καί 3) «Τό Ὄστρακο στήν Περιοχή Πιλικάτα τῆς Ἰθάκης», χρονολογούμενο τό 2700 π.Χ., στό ὁποῖον ὑπάρχουν χαραγμένα συμβολικά σχήματα παρόμοια μέ αὐτά τῶν Γραμμικῶν Γραφῶν Α΄ καί Β΄. Ἐν προκειμένω, εὔλογο τίθεται τό ἐρώτημα πῶς εἶναι δυνατόν χιλιάδες στίχων τῶν Ὁμηρικῶν Ἐπῶν νά διατηροῦνται καί μεταφέρονται ἐπί πολλούς αἰῶνες ἀναλλοίωτοι μέ θαυμαστή ἀκρίβεια. Γι’ αὐτό καί ὁ Μιστριώτης στό ἔργο του «Ἱστορία τῶν Ὁμηρικῶν Ἐπῶν» (Τύποις Σακελλαρίου, Ἀθήνα 1903, ἔκδοση Β΄) ἀναφέρει: «Τό πολύμορφον καί ἡ ἀστασία ἐν τῇ ἐκτάσει καί συστολῇ φωνηέντων, οὐ δύναταί τις ἀποδοῦναι τῇ ἐλλείψει τῆς γραφῆς.». Ὁ καθηγητής Τζίλμπερτ Χάιγκετ δηλώνει ὅτι ἕνα ποίημα ὅπως ἡ Ἰλιάδα εἶναι ἀδύνατον νά εἶχε παραδοθεῖ χωρίς γραφή (Ἡ Κλασσική παράδοση, Ἐκδ. ΜΙΕΤ), ἐνῶ ὁ διάσημος συγγραφέας Χόρστ Μπλάνκ (Ἐκδ. Παπαδήμα, σελ. 148) βεβαιώνει ὅτι: «Σήμερα ἕνα μεγάλο μέρος φιλολόγων κλείνει πρός τήν ὑπόθεση ὅτι ἡ σύνταξη τῶν Ὁμηρικῶν Ἐπῶν εἶχε ἤδη καταστήσει ἀπαραίτητη τήν γραπτή παγίωση τοῦ κειμένου… οἱ ραψωδοί κουβαλοῦσαν μαζί τους τό γραπτό χειρόγραφο ἀντίτυπό τους.». Ἐπίσης, ἡ Γαλλίδα Ἑλληνίστρια Ζακλίν Ντέ Ρομιγύ δηλώνει κατηγορηματικά: «Ὅμηρος καί γραφή συνυπάρχουν.». (Γιατί ἡ Ἑλλάδα, Ἐκδ. Τό «Ἄστυ», σελ. 28.) Tό δακτυλικό ἑξάμετρο στά Ὁμηρικά Ἔπη βασίζεται στήν προσωδία (μακρά καί βραχέα φωνήεντα, διπλά σύμφωνα, δίφθογγοι κ.λπ.). Ἡ ἄποψη ὅτι οἱ Φοίνικες δάνεισαν κάποια σύμφωνα καί ἀμέσως οἱ Ἕλληνες ἔγραψαν ὀρθογραφημένα τά Ἔπη, δέν ἔχει ἰσχυρά ἐπιχειρήματα, ὅπως ἀναφέρει τό Λεξικό Σούδα ἤ Σουίδα (βλ. Φοινίκη πόλις).
 
Χαρακτηριστική εἶναι καί ἡ ἀναφορά τοῦ Ἀμερικανοῦ ἱστορικοῦ/φιλοσόφου, συντάκτη τῆς παγκόσμιας ἱστορίας πολιτισμοῦ, William Durant: «Οἱ Φοίνικες δέν ἦσαν οἱ ἐφευρέται τοῦ ἀλφαβήτου, τό κυκλοφόρησαν μόνο ἀπό τόπο σέ τόπο. Τό ἐπῆραν ἀπό τούς Κρῆτες καί τό μετέφεραν στήν Τύρο, στήν Σιδῶνα, στήν Βύβλο καί ἄλλες πόλεις τῆς Μεσογείου. Ὑπῆρξαν οἱ “γυρολόγοι” καί ὄχι οἱ ἐφευρέται τοῦ ἀλφαβήτου.». Ὁ ἀρχαιολόγος-ἐπιγραφικός Ἀπόστολος Ἀρβανιτόπουλος εἶχε δηλώσει: «Τό ἀλφάβητο ἐπενόησαν καί ἐφήρμοσαν οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες… ἐδώρισαν δέ αὐτό εἰς ἅπασαν τήν ἀνθρωπότητα ὡς κοινόν κτῆμα αὐτῆς.». Ὑπάρχουν ἀρκετές μαρτυρίες μέ κείμενα ἀρχαίων ἱστορικῶν καί συγγραφέων (μεταγενέστερα τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὁμήρου), τά ὁποῖα ὑποστηρίζουν ὅτι ὑπῆρχε γραπτή Ἑλληνική γλῶσσα (διάφορος τῆς Γραμμικῆς Β΄) περί τό 1200 π.Χ., δηλαδή πρίν ἀπό τό Φοινικικοσημιτικό Συλλαβάριο. Ὡστόσο, τεκμήρια (π.χ. ἐπιγραφές) γιά τήν ὕπαρξη Ἑλληνικῆς γραφῆς πού ἀνάγεται σ’ αὐτήν τήν περίοδο δέν ὑπάρχουν. Γι’ αὐτήν τήν ἀσύγκριτης τελειότητας γλῶσσα πού ἐμεῖς οἱ ἴδιοι κακοποιήσαμε, ἐνῶ γιά τούς ξένους ἑλληνιστές καί γλωσσολόγους ἀποτελεῖ ἀντικείμενο θαυμασμοῦ καί μελέτης, χαρακτηριστική εἶναι ἡ δήλωση τοῦ διακεκριμένου Ἑλληνιστοῦ καθηγητοῦ στό Πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης Gilbert Murray: «[…] μία σκέψη μπορεῖ νά διατυπωθεῖ μέ ἄνεση καί χάρι στήν Ἑλληνική, ἐνῶ γίνεται δύσκολη καί βαρειά στήν Λατινική, Ἀγγλική, Γαλλική, Γερμανική. Ἡ Ἑλληνική εἶναι ἡ τελειότερη γλῶσσα, ἐπειδή ἐκφράζει τίς σκέψεις τελειοτέρων ἀνθρώπων.». Ὁ διακεκριμένος Ἑλληνιστής καί γλωσσολόγος Ἱσπανός καθηγητής F.R. Adrados, ξένος ἑταῖρος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, ἔχει ἐπανειλημμένα δηλώσει ὅτι οἱ Δυτικοευρωπαϊκές γλῶσσες εἶναι ἡμιελληνικές ἤ κρυπτοελληνικές. Ἀξίζει, ἐπίσης, νά σημειωθεῖ ὅτι ὁ Ἀριστοφάνης ὁ Βυζάντιος (2ος π.Χ. αἰ.) θεωρεῖται ὅτι πρῶτος ἐπενόησε καί ἐφήρμοσε τούς τόνους καί τά πνεύματα.
 
«Στόν “δίσκον τῆς Φαιστοῦ” χρονολογούμενον πρό τοῦ 1200 π.Χ. (ὁ ὁποῖος εὑρέθη στήν Κρήτη καί δέν ἔχει ἀποκρυπτογραφηθεῖ μέχρι σήμερα) φαίνονται εὐκρινῶς “τυπωμένα” τά γράμματα Β Γ Λ Υ. Οἱ Michael Ventris καί John Chadwick ὑπεστήριξαν γιά πρώτη φορά ὅτι οἱ πινακίδες “ἀπό ψημένο πηλό, ἀπό τήν δεύτερη χιλιετία π.Χ., οἱ ὁποῖες βρέθηκαν στή Πύλο, στήν Κνωσό, στίς Μυκῆνες καί ἄλλα μέρη, περιεῖχαν ἑλληνικά ἔγγραφα πού προέρχονταν ἀπό τά ἀρχαῖα Μυκηναϊκά Βασίλεια”». Τά Μυκηναϊκά, ὅπως πρόσφατα ἐτόνισε ὁ F.R. Adrados (ἐν συνεχεία ἄλλων), ἦταν ἑλληνικά, γραμμένα μέ τήν βοήθεια μίας ἀρχαίας συλλαβικῆς γραφῆς πού στήν συνέχεια ξεχάστηκε. Ἐπίσης, σέ ὁμιλία του στήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν (8-10 Μαρτίου 2013) ὁ διακεκριμένος Αὐστριακός γλωσσολόγος καί Μυκηνολόγος Osvald Panagl ἀνέφερε ὅτι: Οἱ ὡς ἄνω πινακίδες (Κνωσοῦ, Πύλου, Μυκηνῶν) ἦταν γραμμένες σέ μία ἀρχέγονη παραλλαγή τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, 500 χρόνια προγενέστερης τοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος τῶν Ὁμηρικῶν Ἐπῶν. Συνεπῶς, ἡ χρονολογία τους ἀνάγεται περί τό 1300 π.Χ. Πρόσφατα στήν Ἴκλαινα τῆς Μεσσηνίας (14 χλμ. ἀπό τήν Πύλο) ὁ ἀρχαιολόγος Μιχαήλ Κοσμόπουλος, καθηγητής στό Πανεπιστήμιο τοῦ Μιζούρι τῶν ΗΠΑ (ὑπεύθυνος ἀνασκαφῶν ἀπό τό 1998 στό χῶρο αὐτό), βρῆκε «μέσα σέ μπάζα καί σκουπίδια» τήν ἀρχαιότερη μέχρι σήμερα πήλινη πινακίδα Γραμμικῆς Β΄ χρονολογούμενη μεταξύ 1450 καί 1400 π.Χ., ὅπως μοῦ ἐγνώρισε μέ σχετική ἐπιστολή του. Πάντως, ἡ ἀρχαιότερη ἀλφαβητική ἐπιγραφή, χαραγμένη σέ πήλινο ἀγγεῖο, στήν «Οἰνοχόη τοῦ Διπύλου» εἶναι τοῦ Η΄ π.Χ. αἰ.: «ΗΟΣ ΝΥΝ ΟΡΧΕΣΤΟΝ ΠΑΝΤΟΝ ΑΤΑΛΟΤΑΤΑ ΠΑΙΖΕΙ ΤΟΤΟ ΔΕΚΑΝ MΙΝ». Ὡστόσο, ἐνόψει τῶν προεκτεθέντων, ἡ ἐπιγραφή αὐτή δέν πρέπει νά εἶναι ἡ ἀρχαιότερη. Λαμβάνοντας ὑπόψη ὅτι μέχρι σήμερα ποσοστό μικρότερο τοῦ 5% τῆς Ἑλληνικῆς Γραμματείας ἔχει γίνει γνωστόν, εἶναι εὔλογο νά ἀναμένει κανείς ὅτι στό μέλλον νεώτερα εὑρήματα θά φέρει σέ φῶς ἡ ἀρχαιολογική σκαπάνη.
 
Κατά τόν γλωσσολόγο καθηγητή στό Πανεπιστήμιο Charles Sturt τῆς Αὐστραλίας Γεώργιο Καναράκη (ἀλλά καί ἄλλους ἐρευνητές), βάσει τῆς ἱστορικοσυγκριτικῆς γλωσσολογίας, «ἡ ἑλληνική γλῶσσα δέν ἀνήκει σέ καμμία ἀπό τίς γλωσσικές ὁμάδες τῆς Ἰνδοευρωπαϊκῆς οἰκογενείας καί συνεπῶς κατατάσσεται ὡς μεμονωμένη γλῶσσα (isolate) μέσα στό πλαίσιο τῆς ὁμογλωσσίας αὐτῆς.» Ὁ ὅρος Ἰνδοευρωπαῖοι εἰσήχθη τό 1813 ἀπό τόν Βρεταννό γλωσσολόγο, ἰατρό καί φυσικό Thomas Young (1779-1829). Ὁ κορυφαῖος διεθνῶς γλωσσολόγος – ἑλληνιστής F.R. Adrados σέ ἀνακοίνωσή του στήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν εἶπε ὅτι οἱ Μινωίτες «τούς ὁποίους δέν ξέρουμε πῶς νά ὁρίσουμε μέ ἀκρίβεια, ἀλλά Ἰνδοευρωπαῖοι δέν ἦταν – δέν ἦταν Εὐρωπαῖοι οἱ ἄνθρωποι πού ἔγραψαν τόν “δίσκο τῆς Φαιστοῦ”, οὔτε αὐτοί πού ἔγραψαν τήν Μυκηναϊκή γραφή.». Ἡ ἐπικρατοῦσα ἄποψη, ἀντίθετη ἐκείνης τοῦ Sir Arthur Evans (κατά τήν ὁποία Λύβιοι καί Αἰγύπτιοι μετανάστευσαν στή Κρήτη ἀναπτύξαντες τόν Μινωικό πολιτισμό), εἶναι ὅτι οἱ Μινωίτες δέν ἀνήκουν στούς γλωσσικά Ἰνδοευρωπαϊκούς πληθυσμούς πού ἐποίκησαν τήν Εὐρώπη τήν Νεολιθική ἐποχή. Ὡστόσο, ἡ ἐρευνητική ὁμάδα τοῦ Καθηγητοῦ Γενετικῆς καί Γενετικῆς Ἰατρικῆς στό Πανεπιστημίου G. Washington Γεωργίου Σταματογιαννόπουλου, σέ συνεργασία μέ Ἕλληνες καί ξένους ἐπιστήμονες διαφόρων εἰδικοτήτων, ἀπομόνωσε τό αDNA (ancient DNA) ἀπό Μινωικά ὑπολείμματα 4.300 χρόνων καί καθόρισε τούς πολυμορφισμούς τοῦ μιτοχονδριακοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τά χαρακτηριστικά τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Ἐξαιρετικά ἐνδιαφέρουσα εἶναι πρόσφατη δημοσίευση τοῦ ἴδιου καί συνεργατῶν του μέ τίτλο «Ἡ Πληθυσμιακή Γενετική καί ἡ Θεωρία Περί Δῆθεν Ἀφανισμοῦ τῶν Ἑλλήνων τῆς Πελοποννήσου κατά τόν Μεσαίωνα» πού ἀνακοίνωσα στήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν (27/4/2017), μέ τήν ὁποία ἀπεδεικνύετο ὅτι ἡ Πληθυσμιακή Γενετική μπορεῖ νά διευκρινίσει σημαντικά θέματα καταγωγῆς καί ἱστορίας τοῦ Ἀνθρώπινου πληθυσμοῦ. Ὁ διακεκριμένος Γερμανός γλωσσολόγος Franz Bopp (συντάκτης τῆς Συγκριτικῆς Γραμματικῆς τό 1857) ἔχει ὑποστηρίξει ὅτι τά Σανσκριτικά στηρίζονται στά Ἑλληνικά, καί ὄχι τό ἀντίστροφο.
 
Μέ βάση τά προεκτεθέντα μποροῦμε νά καταλήξουμε στά ἀκόλουθα συμπεράσματα:
1. Ὁ Πλάτων ἔθεσε τίς βάσεις τῆς Ἐτυμολογίας τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας, ἡ ὁποία εἶναι κατ’ ἐξοχήν νοηματική (ἐννοιολογική), δηλαδή ὑπάρχει αἰτιώδης σχέση μεταξύ τῶν λέξεων καί τῆς ἐτυμολογικῆς σημασίας τους.
2. Ἔρευνες μέσω τοῦ αDNA ἔδειξαν ὅτι ὑπῆρξαν ἐπεκτάσεις πληθυσμιακῶν ὁμάδων ἀπό τίς Ρωσικές στέπες τόσο Δυτικά (πρός Κεντρική καί Δυτική Εὐρώπη) ὅσο καί Ἀνατολικά τῆς Εὐρώπης, μέσω τῶν Ἀσιατικῶν στεπῶν. Γενετική ὑπογραφή μεταναστεύσεων πρός τήν Ἑλλάδα δέν ἐπιβεβαιώνεται μέχρι σήμερα, ἄν ὅμως ὑπάρξει τέτοια κατά τόν κορυφαῖο γλωσσολόγο J. Mallory θά εἶναι πολύ μικρή ἐν σχέσει μέ τόν τότε ἐγκατεστημένο στόν Ἑλλαδικό χῶρο πληθυσμό αὐτοχθόνων.
3. Ὁ ὅρος Ἰνδο-Ευρωπαῖοι εἶναι καθαρά γλωσσικός καί δέν ὑποδηλοῖ ὁποιοδήποτε φυλετικό τύπο ἀνθρώπου. Ἡ ὕπαρξη Ἰνδο-Ευρωπαϊκῆς φυλῆς ἀμφισβητεῖται ἐντόνως ἀπό κορυφαίους εἰδικούς ἐπιστήμονες, μέ βάση πρόσφατα γενετικά δεδομένα. Καιρός εἶναι πλέον ἡ παλιά Ἰνδο-Ευρωπαϊκή ὑπόθεση νά ἀφαιρεθεῖ ἀπό τά σχολικά βιβλία.
4. Ἡ ἔνταξη τῆς Πρωτο-ελληνικῆς στήν Ἰνδο-Ευρωπαϊκή ὁμογλωσσία δέν ἀμφισβητεῖται, παραμένει, ὅμως, ἄγνωστη ἡ μητέρα-γλῶσσα τῆς ὁμογλωσσίας αὐτῆς. Ὡστόσο, ὡς προεξετέθη, ἡ Πρωτο-ελληνική φαίνεται νά ὑπερτερεῖ τῶν ὑπολοίπων γλωσσῶν (συμπεριλαμβανομένων τῶν Σανσκριτικῶν), τό ζήτημα ὅμως τοῦ χρόνου ἐμφανίσεώς της στόν Ἑλλαδικό χῶρο παραμένει ἀνοικτό (κατά τόν Δρ. Ι. Λαζαρίδη).
5. Στόν Ἑλλαδικό χῶρο, καί συγκεκριμένα στήν Κρήτη, ἐμφανίζεται πρίν ἀπό 5.000 χρόνια τό πρῶτο σύστημα γραφῆς μέ ἰδεογράμματα (ἱερογλυφικά), ἀκολουθεῖ πρίν ἀπό περίπου 4.000 χρόνια ἡ Γραμμική γραφή Α΄ (πού δέν ἔχει ἀκόμη ἀποκρυπτογραφηθεῖ), τήν ὁποία διαδέχεται πρίν ἀπό 3.500 χρόνια (15ος π.Χ. αἰ.) ἡ Γραμμική γραφή Β΄ (περιλαμβάνουσα καί φωνήεντα), τήν ὁποία ἀποκρυπτογράφησε ὡς Ἑλληνική ὁ Βρεταννός ἀρχιτέκτων Μ. Ventris. Κατά τόν διάσημο γλωσσολόγο – Μυκηνολόγο Osvald Panagl, οἱ πινακίδες Κνωσοῦ καί Μυκηνῶν χρονολογοῦνται περί τό 1300 π.Χ., τῆς δέ Πύλου περί τό 1200 π.Χ., ἐνῶ ὁ διαπρεπής ἀρχαιολόγος Μ. Κοσμόπουλος ἀνεκάλυψε στήν Ἴκλαινα (14 χλμ. ἀπό τή Πύλο) τήν ἀρχαιότερη μέχρι σήμερα πήλινη πινακίδα Γραμμικῆς Β΄, χρονολογούμενη περί τό 1450-1400 π.Χ.
 
1. Στή Μέση Ἀνατολή καί συγκεκριμένα στήν πρώην Φοινίκη ἐμφανίζεται περί τό 1150 π.Χ. τό καλούμενο Φοινικικοσημιτικό σύστημα γραφῆς, τό ὁποῖο δέν εἶναι ἀλφάβητο ἀλλά συλλαβάριο χωρίς φωνήεντα, μέ 22 σύμφωνα, (στά ὁποῖα δέν περιλαμβάνονται τά ἑλληνικά σύμφωνα Ξ, Φ, Ψ.) Ἄν ὑπῆρχε γραφή κατά τούς χρόνους τοῦ Τρωικοῦ Πολέμου (δηλ. πρίν ἀπό τό 1200 π.Χ.), ἡ ὑπόθεση ὅτι οἱ Ἕλληνες πῆραν τό σύστημα γραφῆς (Συλλαβάριο) ἀπό τούς Φοίνικες κλονίζεται, στερούμενη αξιοπιστίας.
 
2. Τό πρῶτο ἀλφάβητο στόν κόσμο εἶναι τό Ἑλληνικό, τοῦ 8ου π.Χ. αἰ. Ἀρχικῶς εἶχε 27 γράμματα, ἀπό δέ τό 403 π.Χ. 24 γράμματα, μετά τήν ἀφαίρεση τοῦ δίγαμμα, τοῦ Κόπα καί τοῦ σαμπί. Ὡστόσο, ὑπάρχουν σοβαρές ἐνδείξεις βάσει ἱστορικῶν πηγῶν (Ὁμηρικά Ἔπη, Μιστριώτης κτλ) καί ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων, ὅτι τό Ἑλληνικό ἀλφάβητο εἶναι πολύ ἀρχαιότερο, ἀναγόμενο πιθανότατα στά χρόνια τοῦ Τρωικοῦ Πολέμου (Μιστριώτης , Ἀπολλόδωρος, κ.ἄ.), πολύ δέ πιθανότερο εἶναι τά Ὁμηρικά Ἔπη νά εἶχαν παραδοθεῖ γραπτά (Μιστριώτης, Τζ. Χάιγκετ, Χ. Μπλάνκ, Ζακλίν Ντέ Ρομιγύ).
 
Ἐν ὄψει τῶν προεκτεθέντων, εἶναι ἀναγκαία ἡ συνέχιση τῆς διεπιστημονικῆς ἔρευνας, τῆς ὁποίας τά συμπεράσματα τῶν διαφορετικῶν ἐπιστημῶν θά πρέπει νά συγκλίνουν ἰδιαίτερα μάλιστα πρός ἐκεῖνα τῆς Ἀρχαιογενετικῆς καί τῆς Πληθυσμιακῆς Γενετικῆς, λόγω τῶν ραγδαίων ἐξελίξεών τους. Ἡ Ἑλληνική γλῶσσα, φαινόμενο συνέχειας καί ἀκτινοβολίας, ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ἀντικείμενο θαυμασμοῦ καί σπουδῆς ἀπό κορυφαίους γλωσσολόγους, ἑλληνιστές καί διανοουμένους . Κατά μέν τόν παγκοσμίως γνωστόν ἑλληνιστή καί καθηγητή γλωσσολογίας F.R. Adrados, ἡ Ἑλληνική ἔχει θέσει ἀνεξίτηλη τήν σφραγῖδα της σ’ ὅλες τίς δυτικοευρωπαϊκές γλῶσσες πού θεωροῦνται ἡμιελληνικές ἤ κρυπτοελληνικές, κατά δέ τόν ἐπιφανῆ ἑλληνιστή καθηγητή στό Πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης Gilbert Murray ἡ Ἑλληνική εἶναι ἡ τελειότερη γλῶσσα τοῦ κόσμου. Πράγματι, ἡ Ἑλληνική γλῶσσα, γραπτή καί προφορική, ἀποτελεῖ ἐπίτευγμα τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος ἀνυπερβλήτου τελειότητος.

Η αναγκαιότητα και η πολυτιμότητα της προδοσίας του Άλλου

Κάποιες φορές βιώνουμε τον Άλλον (έναν οποιονδήποτε «έτερο» που συναντούμε και αλληλεπιδρούμε) ως προδότη. Πάντοτε μας ξεφεύγει, έρχεται και φεύγει, απαιτεί να εισπράξει από εμάς την εκπλήρωση των επιθυμιών του ή αρνείται να εκπληρώσει τις δικές μας, χωρίς να κατανοούμε ακριβώς (ή και καθόλου) γιατί ή πώς τα κάνει όλα αυτά, γιατί αυθαίρετα μας εγκαταλείπει ή μας δωρίζει την παρουσία του.

Η έννοια της προδοσίας

Βέβαια, αυτή η προδοσία του Άλλου είναι πανάρχαια. Για την ακρίβεια, έχει αρχίσει ήδη να συντελείται προτού καν αντιληφθούμε με τη συνείδησή μας ότι υπάρχουμε. Ο πρώτος Άλλος, η μάνα (με την έννοια αυτού που μας φροντίζει ως βρέφη), έχει πολλαπλές επιδράσεις επάνω μας - επιδράσεις που δεν ελέγχουμε στο ελάχιστο ούτε ερωτηθήκαμε αν τις θέλουμε.

Καταρχάς, μας χαρίζει μέσα από τα μάτια της που μας κοιτούν καθώς σκύβει επάνω μας, τις πρώτες εικόνες ενός ολόκληρου κόσμου, όμως μεταμορφωμένου μέσα στο δικό της βλέμμα. Επίσης, μας επιστρέφει τις πρώτες αντανακλάσεις της ύπαρξής μας. Ταυτοχρόνως, εμφυτεύει μέσα μας τις κάθε είδους και απόχρωσης προσδοκίες της και μας τοποθετεί στην προκατασκευασμένη φάτνη που έχει ήδη ετοιμάσει για εμάς, επειδή ήδη μας φαντάστηκε προτού καν γεννηθούμε. Κι ακόμη, μόνο και μόνο που γίνεται καθρέφτης μας, σημαίνει πως είναι πια απέναντί μας, κάτι που επιβεβαιώνει πως μας έχει πια εκβράσει, πως μας έχει ωθήσει ανεπιστρεπτί σε μία διαρκή διαδικασία εξατομίκευσης.

Εκ των πραγμάτων λοιπόν, η σχέση μας με τον πρώτο Άλλον, είναι η βίωση μιας πολλαπλής προδοσίας, λες και μόνο το γεγονός της γέννησής μας αποτελεί παράβαση, που άτυπα μάς καταλογίζεται και μάς τοποθετεί σε έναν προϋπάρχοντα διάδρομο ζωής, φτιαγμένο από τις προσδοκίες των Άλλων. Έτσι, τα βασικά στοιχεία της αρχέγονης και πολυεπίπεδης προδοσίας του πρώτου Άλλου, φαίνεται να επαναλαμβάνονται υπόγεια, σαν το σενάριο ενός επαναλαμβανόμενου έργου, όπου πρωταγωνιστούμε εμείς, με συμπρωταγωνιστές μας τα πρόσωπα όλων των υπόλοιπων Άλλων που συναντούμε μετά τη βρεφική ηλικία. Το σενάριο αυτό επαναλαμβάνεται, επειδή οι Άλλοι (λόγω των υπαρξιακών γνωρισμάτων του είδους μας και των τρόπων με τους οποίους συνθέτουμε την εμπειρία μας), δεν καταφέρνουν ποτέ, αξιωματικά, να επαναφέρουν την αίσθηση της απόλυτης ένωσης της προγεννητικής ζωής μας και να αναστρέψουν, να εξιλεώσουν, να καταργήσουν την αρχαία προδοσία της γέννησής μας.

Η άλλη διάσταση της προδοσίας

Ωστόσο αν και αυτή η πρωτογενής και διαρκής προδοσία του Άλλου φαντάζει ενίοτε ως αιώνια καταδίκη, ας δούμε μία βαθύτερη διάστασή της. Ξεκινώντας από την ίδια τη λέξη «προδίδω», ας μείνουμε στο ότι σημαίνει αθέτηση ηθικών υποχρεώσεων, υποσχέσεων, εγκατάλειψη αρχών, ιδεών για ιδιοτελείς σκοπούς. Με αφετηρία αυτήν ακριβώς τη σημασία, μπορούμε να σκεφτούμε πολλά.

Οπότε, η προδοσία του Άλλου στη ζωή, σημαίνει ότι βιώνουμε τον Άλλον ως προδότη γιατί διαψεύδει αυτά που εμείς, βαθύτερα και αυθαίρετα, προσμένουμε και θεωρούμε υποχρεωμένο τον Άλλον να μας δώσει - συνήθως μέσα από μία ιδανική, απόλυτη και αιώνια σχέση που εν πολλοίς θυμίζει τη σχέση μάνας - παιδιού σε ενήλικη εκδοχή. Και όσο, απολύτως φυσιολογικά, δεν υλοποιείται στην πραγματική ζωή η ιδανική σχέση με τον Άλλον, τον βιώνουμε ως προδότη και νιώθουμε την απομάκρυνση. Το αποτέλεσμα είναι να αρχίσουμε να στρεφόμαστε υγιώς προς τον Εαυτό μας, να βλέπουμε τι και πώς το κάνουμε όταν τείνουμε προς τον Άλλον, σχετιζόμαστε μαζί του και τον φορτώνουμε με τις προσδοκίες μας.

Ωστόσο, αναπόφευκτα, αποκτώντας αυτήν την επίγνωση της διαφοράς και της απόστασης, είναι σαν να προδίδουμε και ό,τι ήμασταν μέχρι τώρα εμείς οι ίδιοι καθώς και τις δικές μας προσδοκίες και εξιδανικεύσεις - πράγμα διόλου εύκολο και εξαιρετικά επώδυνο. Δηλαδή, αναγκαστικά, βιώνοντας την πραγματικότητα της διαφοράς μας από τον Άλλον στην πράξη του «τώρα» μας (χάριν της ιδιοτέλειας του παρόντος χρόνου μας), εγκαταλείπουμε το δικό μας «πριν». Ένα «πριν» συνήθως γεμάτο από άφθονες εξιδανικεύσεις και παραμυθένιες προσδοκίες περί του τι Παράδεισος θα προκύψει (ή θα έπρεπε να προκύπτει) κάθε φορά που σχετιζόμαστε με τον Άλλον.

Με δυο λόγια, η προδοσία του Άλλου στην πράξη της ζωής, μας ωθεί να αφήσουμε τις ψευδαισθήσεις, τους αντικατοπτρισμούς και ό,τι μάθαμε να πιστεύουμε για εμάς, τον Άλλον και για μία ιδανική και αιώνια σχέση.

Κατά έναν τρόπο, η αδυναμία της απόλυτης ένωσης (η οποία θα σήμαινε κατάργηση των διαφορών και της εξατομίκευσης) μας ωθεί σε μία νέα κατάσταση ύπαρξης: βιώνοντας το θάνατο μέσω της προδοσίας του Άλλου, προδίδουμε κι εμείς ό,τι ήμασταν για να ξανα-γεννηθούμε σε ένα άλλο επίπεδο.

Από την ένωση στην εξατομίκευση

Αντιλαμβάνομαι αυτήν την κίνηση σαν να ταξιδεύουμε διαρκώς ανάμεσα σε δύο πόλους: την ένωση και την εξατομίκευση και, σε κάθε διαδρομή, να προχωρούμε βαθύτερα, ώστε το οδοιπορικό μας στη ζωή, σε σχέση με τον Άλλον, να γίνεται σαν μία αενάως εξελισσόμενη σπείρα. Κάθε φορά, σε κάθε έλικα της σπείρας, αν βέβαια το επιτρέπουμε, μαθαίνουμε πολλά μέσω των όσων βιώνουμε.

Μαθαίνουμε να σεβόμαστε τον Άλλον ως μία αυτόνομη οντότητα, της οποίας ο προορισμός δεν είναι να ικανοποιεί τις δικές μας ανάγκες και τα δικά μας προαιώνια κενά. Μαθαίνουμε πώς να λαχταρούμε πολυδιάστατα τον Άλλον ως ένα ον πολύτιμο και μοναδικό, χωρίς να τον εξαφανίζουμε με την οργή μας, γιατί δεν μπορεί να μας «σώσει» καλύπτοντας τα τραύματα της ενηλικίωσής μας στη ζωή. Διδασκόμαστε πώς να τον κατανοούμε σε όλο και περισσότερα επίπεδα, να ξεχωρίζουμε όλο και περισσότερες λεπτομέρειες στο υφαντό της ύπαρξής του.

Επίσης, κάθε φορά, σε κάθε έλικα της σπείρας των συναντήσεών μας με τους Άλλους, ξανα-γεννιόμαστε και βαθαίνουμε τη σχέση με τον Εαυτό μας. Ταυτόχρονα, αναπτύσσουμε τις σχεσιακές μας δεξιότητες, βαθαίνουμε τη σχέση μας με τον Άλλον και του επιτρέπουμε όλο και περισσότερο να υπάρχει, τόσο μέσα στην ετερότητά του όσο και μαζί μας.

Και κάποια στιγμή, ίσως φτάνουμε στο σημείο να νιώσουμε ότι η σχέση με τον Άλλον δεν βρίσκεται ούτε στην ένωση ούτε στην εξατομίκευση, αλλά στο διαρκές «ταξίδι - σπείρα» ανάμεσά τους. Ότι πραγματική ζωή δεν είναι η ψευδαίσθηση αιωνιότητας στην αγκαλιά του Άλλου και ότι θάνατος δεν είναι η απελπισία της ερημιάς μας, διωγμένοι από τον Άλλον. Ότι η συνάντηση με τον Άλλον δεν είναι προορισμός και τέλος ενός οδοιπορικού, σχεδιασμένου για να ανακαλύψει τον ιδανικό Άλλον, αλλά σταθμός ενός πολύ ευρύτερου οδοιπορικού, με συνταξιδιώτη τον Άλλον.

Ωστόσο, σημειώνω ότι αυτή η συνεχής σπειροειδής κίνηση ανάμεσα στην ένωση και την εξατομίκευση, δεν σημαίνει αναγκαία διαρκείς χωρισμούς και διαρκή εξεύρεση διαφορετικών προσώπων. Αυτή η κίνηση, φυσιολογικά, δεν σταματά, ακόμα και στα πλαίσια μιας σχέσης που συνεχίζεται. Απλώς, η κάθε φάση ένωσης - εξατομίκευσης, σηματοδοτεί και ένα νέο κεφάλαιο της σχέσης.

Τέλος, ας μην ξεχνούμε ότι η μάνα που μας ωθεί στην εξατομίκευση γεννώντας μας, δεν το κάνει «επίτηδες». Η γέννησή μας είναι φυσική συνέπεια μεταβολής, αλλαγής. Αν μείνουμε περισσότερο εντός της μήτρας θα πεθάνουμε και εμείς και η ίδια η μάνα. Δηλαδή «πρέπει» απαραιτήτως να γεννηθούμε και, σε αναλογία, οι σχέσεις μας δεν γίνεται παρά να αλλάζουν - κάθε φάση πρέπει να τελειώνει (όπως η εμβρυϊκή μας ζωή έπρεπε να τελειώσει) για να «γεννά» την επόμενη.

Από αυτήν την άποψη, η ανάπτυξή μας γίνεται μία σπειροειδής κίνηση που περνά διαρκώς

(α) από την ισχυρή προσδοκία για απόλυτη ένωση και

(β) από την εξίσου ισχυρή διάψευσή της μέσω της διαρκούς εξατομίκευσης.

Όσο όμως αρνούμαστε το τέλος μιας φάσης κάποιας σχέσης μας, είναι σαν να γαντζωνόμαστε από την ανομολόγητη ελπίδα για αιώνια ζωή μέσω της επιστροφής στην άχρονη μήτρα. Μια επιστροφή ανέφικτη, γιατί όλοι μας γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε, και είναι απολύτως φυσικό η διαδρομή μας να ενέχει αλλεπάλληλους θανάτους, αποκλείοντας την επιστροφή στο νιρβάνα της αρχέγονης μήτρας που μας εμπεριείχε ως έμβρυα.

Η αποδοχή της θνητότητας και η ανάγκη της ζωής

Επίσης, αποδεχόμενοι κατά τις συναντήσεις μας με τον Άλλον το ταξίδι στη σπείρα προσδοκία (απόλυτη ένωση) και διάψευση (διαφοροποίηση), εξοικειωνόμαστε με τη θνητότητά μας. Μέσω τέτοιων «ασκήσεων θανάτου» μαθαίνουμε ότι δεν μπορούμε να πετυχαίνουμε το εκ της φύσεώς μας ανέφικτο. Όμως επίσης μαθαίνουμε να γευόμαστε γενναία το ρέοντα περιορισμένο χρόνο μας με την γλυκόπικρη γεύση της αληθινής ζωής - γεμάτης από πραγματικές και συμβολικές γέννες και θανάτους.

Έτσι, παραιτούμενοι από την επιδίωξη της αθανασίας, ζούμε δυνατά το παρόν μας. Επίσης, αυτή η διαρκώς εξελισσόμενη επανεγγραφή της βασικής δυναμικής του σεναρίου «ένωση - εξατομίκευση», μας εξοικειώνει με την πολλαπλών αναγκών και εγγενώς αντιφατική μας φύση, αφού όσο αβάσταχτη είναι η επιθυμία της ένωσης και η ανάγκη της συνάντησης με τον Άλλον, εξίσου αβάσταχτη είναι η ανάγκη μας για διαφοροποίηση.

Φαίνεται ότι, τελικά, κριτήριο μιας “καλής” σχέσης μας με τον Άλλον, δεν είναι η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εγγύτητα, ούτε η οχύρωση μέσα σε πανοπλίες, αλλά ο χορός που περιλαμβάνει κίνηση προσέγγισης προς τον Άλλον «και» απομάκρυνσης από τον Άλλον.

Ο Άλλος λοιπόν, τόσο προστατευμένος και ανέφικτος μέσα στο άβατον της ετερότητάς του όσο και ενδεδυμένος την ανάγκη μας να τον συναντήσουμε, ενώ συμβολικά, ως αίσθηση και ιδέα κατοικεί διαρκώς, βαθιά μέσα μας, ταυτοχρόνως, πάντοτε μας διαφεύγει - με την έννοια του ότι εκ κατασκευής δεν μπορούμε να τον αλώνουμε, να τον εμπεριέχουμε.

Ο Άλλος επιμένει να είναι πάντα κάτι “άλλο” από εμάς, το οποίο δεν είχαμε (και δεν θα μπορούσαμε να έχουμε) ποτέ ολόκληρον, με την έννοια της αφομοίωσης - άρα, αφού ποτέ δεν τον κατέχουμε, δεν μπορούμε και ποτέ να τον χάσουμε κυριολεκτικά. Με αυτή τη λογική, κάθε βιαιότητα προς τον Άλλον, εκτός όλων των άλλων αιτιών, να ενέχει και ψήγματα κάποιου είδους υπαρξιακής οργής μας για την ετερότητά του. Για το ότι επιμένει να μας διαφεύγει όπως το νερό από τα δάχτυλά μας, ιδιαίτερα όσο επιμένουμε να τον κατακτήσουμε γραπώνοντάς τον, αντί να παραδινόμαστε διαισθητικά στη διαδικασία, την αμφιθυμία, τον πόνο και τη χαρά της συνάντησης μαζί του.

Θα έλεγα ότι: αγαπητός, μισητός ή αδιάφορος, απτός ή μνήμη που κατοικεί στον εγκέφαλο και εγχάραξε το σώμα, προσιτός ή απρόσιτος ή απλώς ως δυνατότητα συνάντησης, ο Άλλος είναι πάντα «εκεί», αλλά παραμένει χωρίς σαφές σχήμα και περίγραμμα, περίλαμπρος, μεγαλοπρεπής, αστραφτερός, ιδιότυπα παρών εν τη απουσία του...

Αυτοί που φοβούνται λιγότερο το θάνατο, είναι αυτοί που δεν φοβήθηκαν να ζήσουν

Η συνείδηση ή αλλιώς υπερεγώ όπως το αποκάλεσε ο Φρόιντ, είναι ένα στοιχείο της ψυχοσύνθεσής μου που με καθοδηγεί στον καθορισμό του σωστού και του λάθους. Όταν λειτουργεί σωστά, με βοηθά να μαθαίνω από τα λάθη μου. Πολλές φορές όμως, αυτό το κομμάτι γίνεται δυσλειτουργικό και δυσκολεύει την εξέλιξή μου, με καθηλώνει και με αρρωσταίνει.

Η ενοχοποίησή μου ξεκινά από πολύ μικρή ηλικία, όταν ήμουν ακόμα βρέφος και βίωσα την κακομεταχείριση μέσω της υπερπροστασίας ή της αδιαφορίας της μητέρας μου. Το βρέφος αλλά και τα παιδιά γενικότερα, τείνουν να νιώθουν ότι εκείνα φταίνε που δεν παίρνουν την αγάπη και τη σωστή μεταχείριση από τον γονιό.

Δεν έχουν την κρίση να κατανοήσουν ότι ο γονιός, λόγω των δικών του ανεπαρκειών, δεν έχει τη δυνατότητα να δώσει αγάπη χωρίς όρους στο παιδί του. Έτσι κι εγώ, ως παιδί ανέπτυξα την αίσθηση ότι δεν αξίζω και ευθύνομαι εγώ που οι άλλοι με κακομεταχειρίζονται.

Αν ήμουν καλό παιδί, η μητέρα και ο πατέρας θα με αγαπούσαν, θα αποδέχονταν όπως ακριβώς είμαι. Δεν θα τους ενοχλούσαν τα κλάματά μου, η ανάγκη μου για προσοχή, το πείσμα μου να εξερευνήσω το περιβάλλον. Και πιο μετά θα δέχονταν χωρίς επίκριση τις επιλογές μου στους φίλους, στις σπουδές, στο επάγγελμα, στον ερωτικό σύντροφο.

Την αίσθηση ότι δεν είμαι σωστός όπως είμαι έρχεται να μου την επιτείνει το σχολείο, η εκκλησία και η κοινωνία εν γένει. Με επικρίνουν για τα λάθη μου, τη διαφορετικότητα, τις ανεπάρκειές μου. Οι φράσεις «Δεν, μη, πρέπει, για το καλό σου, είσαι βλάκας, είσαι κακό παιδί, εγώ ξέρω καλύτερα, εσύ είσαι μικρός» κ.τ.λ., μου δίνουν το μήνυμα ότι είμαι λάθος, ή στην καλύτερη περίπτωση, ότι η συμπεριφορά και οι επιλογές μου είναι μη αποδεκτές.

Αναγκάζομαι να προσαρμοστώ στις επιταγές της κοινωνίας και του περιβάλλοντός μου γιατί συγχρόνως έχω την ανάγκη της αποδοχής, της αναγνώρισης και του να ανήκω στην ομάδα. Η απόρριψη φαντάζει ως θάνατος γιατί είμαι άνθρωπος και ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον και δεν αντέχει την απομόνωση. Θέλω να νιώθω αποδεκτός στην οικογένεια, στο σχολείο και στην κοινωνία.

Όταν έχω βιώσει έντονη την ενοχοποίηση απ’ τα πρώτα χρόνια της ζωής μου, καταλήγω να απαρνιέμαι τον αληθινό μου εαυτό, τις πραγματικές μου ανάγκες, τα θέλω μου, και να ζω τη ζωή μου υπηρετώντας τις ανάγκες των άλλων. Χάνω την επαφή με τον εαυτό μου, πλάθω έναν ψευδό εαυτό και ζω σαν ξένος μέσα στο ίδιο μου το σώμα.

Καθώς η ψυχή μου θέλει να εκφράσει τις δικές της ανάγκες και επιθυμίες που έρχονται σε αντίθεση με τις επιταγές της κοινωνίας που έχω ενσωματώσει, αρχίζει η εσωτερική σύγκρουση. Είναι συνήθως μια ασυνείδητη διεργασία και εκφράζεται με ένα αρνητικό συναίσθημα. Νιώθω ένα ψυχικό βάρος σαν να κουβαλάω ένα φορτίο στην πλάτη, χάνω την ενέργειά μου, τη χαρά, τη δημιουργικότητα.

Νιώθω ενοχές. Κατηγορώ τον εαυτό μου, νιώθω άσχημα γι’ αυτό που είμαι, νιώθω ότι φταίω για όλα, νιώθω ένα λάθος. Μπορεί όμως ν’ αρχίσω να κατηγορώ τους άλλους. Όλοι μου φταίνε, θυμώνω, επικρίνω, κουνώ το δάχτυλο. Βρίσκω θύματα για να ρίξω πάνω τους το θυμό μου. Κατηγορώ τη ζωή, την κακιά μου μοίρα. Δεν παίρνω ευθύνη για τα όσα νιώθω. Δεν αντέχω να κάνω λάθη, δεν αντέχω να φταίω, βρίσκω γύρω μου ένοχους.

Όσο αρνούμαι να αναγνωρίσω τα συναισθήματά μου, να ψάξω τα βαθύτερα αίτια πίσω απ’ αυτά, να τα βιώσω και ν’ ακούσω τις ανάγκες μου, τόσο το σώμα μου και η ψυχή μου θα προσπαθούν να μου τραβήξουν την προσοχή. Στην αρχή με ήπια συμπτώματα που θα γίνονται ολοένα και πιο έντονα καθώς εγώ συνεχίζω να τα αγνοώ ή να τα καλύπτω με υποκατάστατα (φαγητό, ουσίες, φάρμακα). Οι σωματικοί πόνοι, το άγχος, η κατάθλιψη, τα αυτοάνοσα, ο καρκίνος είναι καμπανάκια που χτυπούν για να μου δείξουν ότι έχω χάσει την επαφή με τον εαυτό μου, ότι τον κατηγορώ συνεχώς, ότι νιώθω ότι δεν αξίζει την αγάπη, τη χαρά, την ικανοποίηση των βαθύτερων αναγκών μου.

Ο μόνος τρόπος για να μπορέσω να ξεφύγω από το βάναυσο παιχνίδι των ενοχών, να ωριμάσω και να εξελιχθώ σαν προσωπικότητα, είναι να έρθω σε επαφή με τον αληθινό μου εαυτό, να τον γνωρίσω και να γίνουμε οι καλύτεροι φίλοι. Να αναγνωρίσω τις θετικές μου πλευρές και ν’ αποδεχτώ τις δύσκολες.

Να ψάξω ποιες είναι οι πραγματικές μου ανάγκες, και να σταματήσω να υπηρετώ τις ανάγκες των άλλων και της κοινωνίας μόνο και μόνο για να γίνω αποδεκτός. Οτιδήποτε ξένο προς τον εαυτό μου να το απορρίψω και να πλησιάσω τις καταστάσεις και τους ανθρώπους που κοντά τους νιώθω γεμάτος και ζωντανός.

Κυρίως όμως να σταματήσω να κατηγορώ τον εαυτό μου για τα λάθη του παρελθόντος, να τον συγχωρώ που δεν είναι τέλειος, να εστιάζω σε αυτά που έχω πετύχει στη ζωή μου. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για να ξεφύγω απ’ την αρρώστια των ενοχών, το αυτομαστίγωμα της ψυχής μου, που θα με οδηγήσει με τη σειρά της στην αρρώστια του σώματος και της ψυχής.

Ίσως έτσι καταφέρω να χαρώ το δώρο που μου δόθηκε. Να εκτιμήσω και να τιμήσω τη ζωή μου, έχοντας πάντα στο μυαλό μου ότι μπροστά στην απεραντοσύνη και την αιωνιότητα, αυτή θα διαρκέσει ένα δευτερόλεπτο. Θα περάσει μπροστά απ’ τα μάτια μου τη στιγμή που θα πάρω την τελευταία μου ανάσα. Τι όμορφο θα είναι να φύγω πλήρης και χορτασμένος, με τον λιγότερο δυνατό φόβο. Διότι αυτοί που φοβούνται λιγότερο το θάνατο, είναι αυτοί που δεν φοβήθηκαν να ζήσουν.

Γιατί αφήνουμε τους άλλους να μας πληγώνουν;

Γιατί αφήνουμε τους άλλους να μας πληγώνουν; Γιατί τους αφήνουμε να μας κάνουν να πιστεύουμε πως δεν αξίζουμε, πως είμαστε υποδεέστεροι και λίγοι; Ρητορικό το ερώτημα, κι εγώ έχω παρασυρθεί από τέτοιους ανθρώπους. Γιατί τους αφήνουμε να μας κατατρώνε την ψυχή σαν σαράκι;

Οι άνθρωποι που μας πληγώνουν, δεν αξίζουν την προσοχή μας. Ζούνε σε έναν δικό τους κόσμο, σε μία κλειστή γυάλα στην οποία υπάρχει μόνο το φαρμάκι και η κακία τους, τα οποία προσπαθούν να διοχετεύσουν σε άλλους. Επιθυμούν εσκεμμένα να θλίβουν τους γύρω τους, δε συμμερίζονται ούτε τη χαρά ούτε και τη στεναχώρια τους.

Γιατί αφήνουμε τέτοιους ανθρώπους να μας πληγώνουν; Γιατί τους επιτρέπουμε να μας στερούν το χαμόγελο, τη χαρά, την καλή μας διάθεση; Γιατί τους αφήνουμε να μας κλέβουν την ευτυχία μέσα από τα χέρια μας, να μας ρημάζουν και να μας τσακίζουν; Αφού αυτός είναι ο σκοπός τους εξαρχής.

Ο σπουδαίος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είχε γράψει κάποτε: «δεθήκαμε με κάποιους ανθρώπους όχι γιατί εκείνοι άξιζαν περισσότερο, αλλά γιατί θεωρούσαμε πως εμείς αξίζουμε λιγότερο». Ίσως να είναι τελικά αυτό το κλειδί που θα μας επιτρέψει να χτίσουμε την άμυνά μας έναντι των τοξικών ανθρώπων: το ανέβασμα της δικής μας αυτοεκτίμησης, της δικής μας άμυνας ως προς αυτούς.

Δεν ωφελεί να περιμένουμε να αλλάξουν οι άλλοι, ούτε να ξεκινήσουν να μας συμπεριφέρονται καλύτερα. Η αγάπη για τον εαυτό, η κατάδυση στο μέσα μας και η εύρεση νέων στόχων θα μας βοηθήσουν να ξεφύγουμε από την κακία τους και να εμβαθύνουμε στη δική μας ψυχή.

Θα επέτρεπες ποτέ σου σε ένα φίδι να δηλητηριάσει το μέσα σου; Τότε γιατί επιτρέπεις στο δηλητήριο των τοξικών ανθρώπων να δηλητηριάζει τον εσωτερικό σου κόσμο;

Βάλε στόχους στη ζωή σου, στόχευε να φτάσεις ψηλά και το κυριότερο: Χαμογέλα. Μην επιτρέπεις στους μικρόψυχους ανθρώπους να χαρούν για εσένα, άφησέ τους άφωνους όταν σε δουν να ανεβαίνεις σιγά – σιγά στην κορυφή.

Γιατί πρέπει να σε νοιάζει τι θα πει ο κόσμος για σένα

Ακούμε πολύ συχνά πως δεν πρέπει να νοιάζεσαι για τη γνώμη των άλλων. «Μην κάνεις ό,τι σου λένε», «Να είσαι ο εαυτός σου». Ακούγονται πολύ ωραία αυτά τα τσιτάτα. Πέρα από το ότι είναι επικίνδυνο να τα πιστέψουμε, ταυτόχρονα είναι και ψυχολογικά αδύνατον να τα εφαρμόσουμε. Πώς, λοιπόν, πρέπει να φερόμαστε ώστε να αποκτήσουμε την πολυπόθητη αποδοχή των άλλων;

Γιατί είναι «επικίνδυνο» να είσαι ο εαυτός σου;

Όλοι μας είμαστε λίγο τρελοί. Λίγο επικίνδυνοι. Ανεξαιρέτως. Δεν υπάρχει φυσιολογικός άνθρωπος. Οι μόνοι άνθρωποι που μας φαίνονται φυσιολογικοί είναι αυτοί τους οποίους δεν γνωρίζουμε καλά. Μόλις τους γνωρίσουμε, θα καταλάβουμε την τρέλα τους.

Όλοι έχουμε τουλάχιστον έναν τρόπο να κάνουμε το βίο των άλλων αβίωτο. Ο δικός μου τρόπος (ένας από τους πολλούς δηλαδή) είναι να αναλύω τα πάντα με λεπτομέρεια. Τους τρελαίνω τους γύρω μου όταν αρχίζω την ανάλυση. Ή βαριούνται ή παραιτούνται από τη συζήτηση. Συνήθως το έχω υπ’ όψιν μου και προσπαθώ να το μετριάζω.

Συνεπώς το να είμαστε πάντα ο εαυτοί μας είναι κάτι από το οποίο πρέπει να προστατέψουμε τους υπόλοιπους ανθρώπους. Ειδικά αυτούς που αγαπάμε πολύ. Ακριβώς επειδή τους αγαπάμε.

Γιατί πρέπει να σε νοιάζει η γνώμη των άλλων;

Υπάρχει ένας πολύ καλός εξελικτικός λόγος που μας ενδιαφέρει το τι θα πει ο κόσμος. Όταν ζούσαμε στις σπηλιές, πριν χιλιάδες χρόνια, οι πρόγονοί μας οι οποίοι κατάφερναν να έχουν την αποδοχή των άλλων μελών της ομάδας τους, παρέμεναν και στην ομάδα. Όσοι δεν τα κατάφερναν, εξοστρακιζόντουσαν. Μετά, μόνοι τους είχαν πολύ χαμηλότερες πιθανότητες επιβίωσης στη φύση με τα θηρία.

Είμαστε γενετικά προγραμματισμένοι για να καταλαβαίνουμε τους άλλους ανθρώπους και για να ζητούμε την αποδοχή τους. Δεν είναι πρόβλημα. Είναι προτέρημα. Είμαστε κοινωνικά άτομα και το να γινόμαστε αρεστοί εξασφαλίζει την κοινωνική υποστήριξη. Ενδυναμώνει την ικανότητά μας να νοιαζόμαστε για τους άλλους και να διαμορφώνουμε σχέσεις.

Οι άνθρωποι που υποφέρουν από ψυχοπάθεια έχουν βιολογική βλάβη στις δομές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ενσυναίσθηση (πχ. κατοπτρικοί νευρώνες) και αποτελούν τον ορισμό του ανθρώπου που δεν τον ενδιαφέρει τι θα πει ο κόσμος Η ενσυναίσθηση δεν τους βγαίνει φυσικά. Πρέπει να την εφαρμόσουν με λογικό και επεξεργασμένο τρόπο. Χρειάζεται να προσπαθήσουν πάρα πολύ τόσο οι ίδιοι όσο και οι γύρω τους για να καταφέρουν να συνυπάρξουν.

Δεν θέλεις να μη σε ενδιαφέρει τι θα πουν οι άλλοι. Αν όμως ακούς συνέχεια πως δεν πρέπει να σε ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων, τότε θα νιώθεις μειονεκτικά όταν φυσιολογικά υιοθετείς συμπεριφορές που αποσκοπούν στο να γίνεις αποδεκτός. Θα νιώθεις λίγος. Ελαττωματικός. Θα πεις: «Πάλι δεν ήμουν ο εαυτός μου!». «Πάλι καταπιέστηκα!». «Πόσο άχρηστος είμαι! Ποτέ δε θα τα καταφέρω», είναι η φυσιολογική επόμενη σκέψη.

Μέτρον άριστον

Σαφώς το πρόβλημα δημιουργείται σε μας όταν μας νοιάζει υπερβολικά το τι θα πει ο κόσμος. Τι θα πει όμως «υπερβολικά»; Κριτής του τι θα πει «υπερβολικά» είναι ο καθένας για τον εαυτό του.

Συνήθως ορίζουμε ως υπερβολή το να μας ενδιαφέρει τι θα πει ο άλλος περισσότερο από αυτό που θέλουμε εμείς οι ίδιοι. Κι όμως, όπως σχολίασα πιο πάνω, αυτό είναι πολλές φορές απαραίτητο προκειμένου να δημιουργούμε και να συντηρούμε σχέσεις με τους συνανθρώπους μας. Είναι αδύνατον να συμφωνούμε πάντα με τους γύρω μας και ως εκ τούτου συχνά ένας από τους δυο θα χρειαστεί να συμβιβαστεί. Αλλιώς, θα καταλήξουν ο καθένας μόνος του. Συνεπώς «υπερβολικά» σημαίνει ό,τι μοιάζει υπερβολικό στον καθένα.

Όχι το πόσο. Το πώς

Ίσως το πρόβλημα τελικά να είναι κάπου αλλού. Ίσως το πρόβλημα να βρίσκεται στο πώς προσπαθούμε να γίνουμε αρεστοί. Όχι στο πόσο το προσπαθούμε. Ο συνήθης τρόπος με τον οποίο προσπαθούμε να είμαστε αρεστοί είναι να συμφωνούμε με τους άλλους. Να είμαστε πειθήνιοι. Να είμαστε ευχάριστοι. Να δείχνουμε πως όλα είναι καλά στη ζωή μας. Η αλήθεια είναι πως με το να μη φέρνουμε αντιρρήσεις, αυτό το οποίο καταφέρνουμε είναι να μη δυσαρεστούμε τους γύρω μας. Δεν τους προκαλούμε προβλήματα.

Ταυτόχρονα, με αυτόν τον τρόπο το καλύτερο που μπορούμε να πετύχουμε είναι να μας συμπαθήσουν. Δε θα καταφέρουμε ποτέ να μας αγαπήσουν. Θα είμαστε μια μη αρνητική παρουσία στη ζωή τους. Μια μη-ενοχλητική ίσως και συμπαθής παρουσία. Αλλά τίποτα παραπάνω. Αόρατοι.

Ίσως μάλιστα να φτάσουμε στο σημείο να τους εκνευρίσουμε αν επιμένουμε πως όλα πηγαίνουν καλά στη ζωή μας. Αν θέλουμε να μας προσέξουν και να μας αγαπήσουν πραγματικά, τότε ίσως να χρειαστεί να κάνουμε κάτι διαφορετικό.

Σύνδεση σημαίνει ταύτιση

Για να καταφέρουμε να συνδεθούμε συναισθηματικά μ’ έναν άνθρωπο, πρέπει να νιώσουμε ότι έχουμε κάτι κοινό μαζί του. Να αισθανθούμε ότι μπορεί να μας καταλάβει. Πως κάπου ταυτιζόμαστε με εκείνον. Να μπορέσουμε να μπούμε στη θέση του και να πιστέψουμε ότι κι εκείνος μπορεί να μπει στη δική μας. Δυστυχώς, με τους τρόπους που προσπαθούμε να γίνουμε αρεστοί, ίσως πετυχαίνουμε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα.

Αν συμφωνούμε με ό,τι λένε οι άλλοι, τότε δεν προσφέρουμε τίποτα καινούριο σε μια συμβατική συζήτηση. Χανόμαστε στο πλήθος. Είμαστε άχρωμοι. Αν δείχνουμε ότι όλα είναι καλά με μας και προσπαθούμε να είμαστε ευχάριστοι, τότε οι άλλοι υποθέτουν ότι δεν έχουμε κανένα πρόβλημα. Πως όλα παν καλά με τη ζωή μας. Κατά συνέπεια μας νιώθουν πολύ ξένους. Γιατί στη δική τους ζωή αυτό δεν ισχύει. Η δική τους ζωή έχει προβλήματα και δυσκολίες. Όπως όλες οι ζωές.

Μια διαφορετική πρόταση

Αντιθέτως, θα πρότεινα να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Ας συνδεθούμε με τους άλλους μιλώντας ψύχραιμα για τα προβλήματά μας. Ας αυτοσαρκαστούμε. Ας παραδεχτούμε τις αδυναμίες μας. Αν μιλήσουμε γι’ αυτό που μας δυσκολεύει με έναν τρόπο που δεν υποδηλώνει πανικό, τότε ενώ παραδεχόμαστε ότι είμαστε μια προσωπικότητα με προβλήματα, ταυτόχρονα δείχνουμε πως κάπως προσπαθούμε να τα διαχειριστούμε.

Αυτομάτως θα γίνουμε πολύ ελκυστικοί στα μάτια των άλλων. Δείχνοντας την ανθρώπινη πλευρά μας αγγίζουμε και τη δική τους ανθρώπινη πλευρά. Οι άνθρωποι συνδεόμαστε μέσω των δυσκολιών μας πολύ περισσότερο από ότι μέσω των προτερημάτων μας.

Όλοι γνωρίζουμε πώς είναι το να έχεις προβλήματα. Το ζούμε καθημερινά. Επιπρόσθετα, είμαστε γενετικά προγραμματισμένοι να εστιάζουμε στα αρνητικά. Κι όμως όλοι χρησιμοποιούμε την αντίθετη οδό για να γίνουμε αρεστοί. Προσπαθούμε να είμαστε ευχάριστοι και να εντυπωσιάσουμε.

Έτσι και εμείς νιώθουμε πως δεν είμαστε ο εαυτός μας και πιεζόμαστε, αλλά και οι άλλοι νιώθουν απομακρυσμένοι από εμάς, καθώς δεν νιώθουν γνώριμα όσα τους λέμε. Δεν ταυτίζονται άρα δε συνδέονται. Είναι ο κλασικός ορισμός της lose – lose κατάστασης.

Αν όμως τολμήσουμε να μιλήσουμε ανοιχτά για όσα μας ταλαιπωρούν και για τις ιδιοτροπίες μας, τότε θα εκπλήξουμε και θα προκαλέσουμε αυτομάτως τη συμπάθεια των γύρω μας. Θα τους κάνουμε να νιώσουν πως δεν είναι οι μόνοι παράξενοι και ιδιότροποι άνθρωποι του πλανήτη. Όλοι είμαστε. Θα τους προσφέρουμε ανακούφιση. Θα δώσουμε φωνή και στους δικούς τους φόβους. Θα προσφέρουμε συμπαράσταση και στις δικές του ανησυχίες.

Ταυτόχρονα κι εμείς δεν θα πιεστούμε. Δε θα νιώσουμε το βάρος και το άγχος του να παρουσιάσουμε μια ψεύτικη εικόνα για εμάς. Θα παραδεχτούμε την αλήθεια μας και δεν υπάρχει τίποτα πιο χαλαρωτικό και έντιμο από αυτό. Είναι ο κλασικός ορισμός της win win κατάστασης.

Συμπέρασμα

Ακούμε γύρω μας πως δεν πρέπει να δίνουμε σημασία στη γνώμη των άλλων. Να έχουμε σαν οδηγό μόνο τη δική μας. Δεν πρέπει να προσπαθήσουμε να μας συμπαθούν οι άλλοι. Σε όποιον αρέσουμε.

Είδαμε ότι υπάρχει σοβαρός εξελικτικός λόγος, ο οποίος εξηγεί το γιατί ψάχνουμε την αποδοχή από το περιβάλλον μας. Είναι απαραίτητο να το κάνουμε για να μπορέσουμε να ζούμε στα πλαίσια μιας κοινωνίας. Αρκεί να μην το νιώθουμε εμείς ως υπερβολικά πιεστικό. Ίσως τελικά αυτό που μας προκαλεί τη δυσφορία να μην προκαλείται από το ότι επιχειρούμε να είμαστε αρεστοί αλλά από το πώς το επιχειρούμε.

Οι άνθρωποι αγαπούν και συνδέονται με ό,τι τους φαίνεται γνώριμο. Προσπαθώντας να είμαστε ευχάριστοι και δείχνοντας ότι όλα πάνε καλά με εμάς, το μόνο που πετυχαίνουμε είναι εμείς να πιεζόμαστε και στην καλύτερη περίπτωση να μένουμε αδιάφοροι στους άλλους και στη χειρότερη περίπτωση να γινόμαστε ενοχλητικοί.

Αντιθέτως, αν τολμήσουμε να προβάλουμε τις αδυναμίες και τις ιδιοτροπίες μας θα αγγίξουμε την ανθρώπινη πλευρά των συνανθρώπων μας και ταυτόχρονα πιθανώς να τους απελευθερώσουμε από τους δικούς τους φόβους. Όλοι κερδίζουν. Δοκίμασε κάτι διαφορετικό φέτος. Αν θέλεις να αρέσεις στους άλλους μην δείχνεις πόσο λαμπερός είσαι. Μίλησε όμως για το πόσο προβληματικός και ιδιότροπος νιώθεις. Θαύματα σε περιμένουν.

Τα σύνορα του εγώ και η διαφορά του ερωτικού αισθήματος από την αληθινή αγάπη

Η λαθεμένη αντίληψη ότι ο έρωτας είναι ένας τύπος αγάπης είναι τόσο δυνατή, ακριβώς επειδή περιέχει έναν κόκκο αλήθειας.

Η εμπειρία της αληθινής αγάπης έχει και αυτή να κάνει με σύνορα του εγώ, μιας και συνεπάγεται μια επέκταση των ορίων μας. Τα όρια μας είναι τα σύνορα του εγώ μας. Όταν επεκτείνουμε τα όριά μας μέσω της αγάπης, το κάνουμε προσπαθώντας, σαν να λέμε, να τεντωθούμε για να φτάσουμε ως το αγαπημένο μας πρόσωπο, του οποίου επιθυμούμε να βοηθήσουμε την ανάπτυξη. Για να είμαστε σε θέση να το κάνουμε πρέπει πρώτα το αντικείμενο της αγάπης μας να γίνει αγαπημένο σε μας: με άλλα λόγια πρέπει να γοητευτούμε απ’ αυτό, να επενδύσουμε τον εαυτό μας σ’ αυτό και να δεσμευτούμε με αυτό το αντικείμενο που είναι έξω από μας, πέρα από τα δικά μας σύνορα. Οι ψυχίατροι ονομάζουν αυτή τη διαδικασία της προσέλκυσης, επένδυσης και δέσμευσης «κάθεξη», και λέμε ότι εμείς «κατέχουμε» το αγαπημένο αντικείμενο. Αλλά όταν κατέχουμε ένα έξω από μας αντικείμενο, ψυχολογικά ενσωματώνουμε επίσης μιαν ιδέα αυτού του αντικειμένου μέσα μας.

Για παράδειγμα, ας πάρουμε έναν άνθρωπο που έχει πάθος την κηπουρική. Είναι ένα πάθος ικανοποιητικό και πολυέξοδο. Ο άνθρωπος αυτός «αγαπά» να καταγίνεται με τον κήπο του. Ο κήπος του σημαίνει πολλά γι’ αυτόν. Αυτός ο άνθρωπος έχει «καθέξει» τον κήπο του. Τον βρίσκει ελκυστικό, έχει «επενδύσει» τον εαυτό του σ’ αυτόν, είναι «δεσμευμένος» με αυτόν – σε τέτοιο βαθμό που μπορεί να πηδάει από το κρεβάτι χαράματα την Κυριακή για να ξαναγυρίσει σ’ αυτόν και ακόμα μπορεί να παραμελήσει τη γυναίκα του γι’ αυτόν. Στη διάρκεια της «κάθεξής» του, και για να καλλιεργήσει τα λουλούδια και τους θάμνους του, μαθαίνει ένα σωρό πράγματα. Αποκτά πολλές γνώσεις σχετικά με την κηπουρική – για τα χώματα, λιπάσματα, για εμφύτευση και κλάδεμα. Και γνωρίζει τον δικό του συγκεκριμένο κήπο: την ιστορία του, τον τύπο των λουλουδιών και των φυτών που έχει, το σχεδιάγραμμά του, τα προβλήματά του και το μέλλον του. Παρά το γεγονός ότι ο κήπος υπάρχει έξω απ’ αυτόν, ωστόσο διαμέσου της κάθεξης έφτασε να υπάρχει μέσα του. Η γνώση που έχει για τον κήπο του και η σημασία που ο κήπος του έχει γι’ αυτόν αποτελούν μέρος του εαυτού του, μέρος της ταυτότητάς του, μέρος της ιστορίας του, μέρος των γνώσεών του. Με το να αγαπά και να κατέχει τον κήπο του, έχει πραγματικά ενσωματώσει τον κήπο μέσα στον εαυτό του και, με αυτή την ενσωμάτωση, ο εαυτός του μεγάλωσε και τα σύνορα του εγώ του επεκτάθηκαν.

Αυτό που συμβαίνει λοιπόν στην πορεία μιας πολύχρονης αγάπης, και της επέκτασης των ορίων μας για τις καθέξεις μας, είναι ένα βαθμιαίο αλλά προοδευτικό μεγάλωμα του εαυτού μας, μια ενσωμάτωση μέσα μας του έξω κόσμου και μια ανάπτυξη, ένα άπλωμα και μια λέπτυνση των συνόρων του εγώ μας. Με τον τρόπο αυτό, όσο περισσότερο και μακρύτερα επεκτείνουμε τον εαυτό μας, τόσο περισσότερο αγαπάμε και τόσο πιο αχνό γίνεται το ξεχώρισμα του εαυτού μας από τον κόσμο. Ταυτιζόμαστε με τον κόσμο. Και καθώς τα σύνορα του εγώ μας γίνονται αχνά και άτονα, αρχίζουμε όλο και περισσότερο να βιώνουμε το ίδιο συναίσθημα έκστασης που έχουμε όταν ένα μέρος από τα σύνορα του εγώ μας καταρρέει και «πέφτουμε στα δίχτυα του έρωτα». Μόνο που, αντί να έχουμε συγχωνευτεί προσωρινά και χιμαιρικά με ένα μόνο αγαπημένο αντικείμενο, έχουμε συγχωνευτεί πραγματικά και πιο μόνιμα με ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου. Μια «μυστική ένωση» μπορεί να εδραιωθεί με ολόκληρο τον κόσμο. Το συναίσθημα της έκστασης ή ευδαιμονίας που συντροφεύει αυτή την ένωση, αν και είναι ίσως ηπιότερο και λιγότερο δραματικό από εκείνο που συντροφεύει το ερωτικό αίσθημα, είναι ωστόσο πολύ πιο σταθερό και διαρκές και τελικά πιο ικανοποιητικό. Η διαφορά ακριβώς μεταξύ της κορυφαίας εμπειρίας που χαρακτηρίζεται από το ερωτικό αίσθημα και της εμπειρίας που ο Αβραάμ Μάσλοου ονομάζει «υψιπεδική εμπειρία». Τα ύψη δεν αντικρίζονται ξαφνικά και χάνονται πάλι από τα μάτια μας· κατακτώνται μια για πάντα.

Είναι φανερό και κατανοητό απ’ όλους ότι η σεξουαλική δραστηριότητα και η αγάπη, ενώ μπορεί να επέλθουν ταυτόχρονα, είναι συχνά ασύνδετες μεταξύ τους γιατί είναι στη βάση τους ξεχωριστά φαινόμενα. Η ίδια η σεξουαλική πράξη δεν είναι πράξη αγάπης. Ωστόσο, η εμπειρία της σεξουαλικής σχέσης και ειδικότερα του οργασμού (ακόμα και στον αυνανισμό) είναι μια εμπειρία που συνδέεται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό με το γκρέμισμα των συνόρων του εγώ και την έκσταση που επακολουθεί. Ακριβώς λόγω αυτού του γκρεμίσματος των συνόρων του εγώ, συμβαίνει να ξεφωνίσουμε στην κορύφωση του οργασμού «σ’ αγαπώ» ή «Ω, Θεούλη μου!» σε μια πόρνη για την οποία ύστερα από λίγες στιγμές, όταν τα σύνορα του εγώ θα έχουν ξαναγυρίσει στην προτινή θέση τους, μπορεί να μη νιώθουμε ούτε στάλα τρυφερότητα, αρέσκεια ή συναισθηματικό νιώσιμο.

Με αυτό δε θέλω να πω ότι η έκσταση της εμπειρίας του οργασμού δεν μπορεί να αυξηθεί αν τη μοιράζεσαι με κάποιον που αγαπάς· μπορεί. Αλλά ακόμα και χωρίς έναν αγαπημένο σύντροφο ή οποιονδήποτε σύντροφο, το γκρέμισμα των συνόρων του εγώ που συμβαίνει σε συνάφεια με τον οργασμό, μπορεί να είναι ολικό· για ένα δευτερόλεπτο μπορεί να ξεχάσουμε ολοκληρωτικά ποιοι είμαστε, να μην έχουμε καμιά αίσθηση του εαυτού μας, να χαθούμε από το χρόνο και το χώρο, να είμαστε εκτός εαυτού, να είμαστε συνεπαρμένοι. Μπορούμε να γίνουμε ένα με το σύμπαν. Αλλά μόνο για ένα δευτερόλεπτο.

Περιγράφοντας την παρατεταμένη «ενότητα με το σύμπαν» που είναι συνυφασμένη με την αληθινή αγάπη, σε σύγκριση με την προσωρινή ενότητα του οργασμού, χρησιμοποίησα τις λέξεις «μυστική ενότητα». Μυστικισμός είναι ουσιαστικά η πίστη ότι η πραγματικότητα είναι κάτι ενιαίο. Οι πιο συνεπείς μυστικιστές πιστεύουν ότι η συνηθισμένη αντίληψη του σύμπαντος ότι περικλείνει πλήθος ξέχωρα αντικείμενα – αστέρια, πλανήτες, δέντρα, πουλιά, σπίτια, εμάς τους ίδιους -, όλα χωρισμένα το ένα από το άλλο με σύνορα, είναι μια λαθεμένη αντίληψη, μια ψευδαίσθηση. Σε τούτη τη γενική λαθεμένη αντίληψη, στον κόσμο τούτο της ψευδαίσθησης που οι περισσότεροι λαθεμένα τάχα πιστεύουμε πως είναι πραγματικός, ινδουϊστές και οι βουδιστές δίνουν την ονομασία «Μάγια».

Αυτοί και άλλοι μυστικιστές πιστεύουν ότι η αληθινή πραγματικότητα μπορεί να γνωσθεί μόνο με την εμπειρία του ενιαίου μέσω της εγκατάλειψης των συνόρων του εγώ. Είναι αδύνατο να δει κανείς πραγματικά την ενότητα του σύμπαντος όσο εξακολουθεί να βλέπει τον εαυτό του σαν ένα ξεχωριστό αντικείμενο αποσπασμένο και διακρινόμενο από το υπόλοιπο σύμπαν με κάποιον τρόπο, σχήμα ή μορφή. Οι ινδουϊστές και οι βουδιστές θεωρούν συχνά, γι’ αυτό το λόγο, ότι το βρέφος πριν αναπτύξει τα σύνορα του εγώ του, γνωρίζει την πραγματικότητα, ενώ οι ενήλικοι δεν τη γνωρίζουν.

Μερικοί μάλιστα προτείνουν την άποψη ότι ο δρόμος προς τη φώτιση ή τη γνώση του ενιαίου της πραγματικότητας απαιτεί να πισωδρομήσουμε ή να κάνουμε τους εαυτούς μας νήπια. Αυτό μπορεί να είναι μια επικίνδυνα δελεαστική διδασκαλία για ορισμένους εφήβους και νέους που δεν είναι προετοιμασμένοι να επωμιστούν ευθύνες ενηλίκων, οι οποίες τους φαίνονται τρομακτικές, συντριπτικές, και απαιτητικές πέρα από τις δυνατότητές τους. «Δεν είμαι υποχρεωμένος να περάσω απ’ όλα αυτά», μπορεί να σκέφτεται ένα τέτοιο άτομο. «Μπορώ να παραιτηθώ από την προσπάθεια να γίνω ένας ενήλικος και να εγκαταλείψω τις απαιτήσεις των ενηλίκων καταφεύγοντας στην αγιότητα». Σχιζοφρένεια όμως, μάλλον, παρά αγιότητα πετυχαίνεις, ενεργώντας με βάση αυτή τηνυπόθεση.

Οι περισσότεροι μυστικιστές καταλαβαίνουν την αλήθεια που αναπτύξαμε στο τέλος της ανάλυσης του θέματος της πειθαρχίας: ότι δηλαδή πρέπει να κατέχουμε ή να δημιουργούμε κάτι πριν παραιτηθούμε απ’ αυτό, και μολαταύτα να διατηρούμε τα προσόντα μας και τη βιωσιμότητά μας. Το βρέφος χωρίς τα σύνορα του δικού του εγώ μπορεί να είναι σε πιο στενή επαφή με την πραγματικότητα από τους γονείς του, αλλά είναι ανίκανο να επιβιώσει χωρίς τη φροντίδα αυτών των γονέων, και ανίκανο να μεταδώσει τη σοφία του. Ο δρόμος για την αγιότητα περνάει μέσα από την ενηλικιότητα. Δεν υπάρχουν ευκολοδιάβατοι συντομότεροι δρόμοι. Τα σύνορα του εγώ πρέπει πρώτα να σκληρύνουν για να μπορέσουν κατόπι να απαλυνθούν. Μία ταυτότητα πρέπει πρώτα εδραιωθεί για να μπορέσει κατόπι να γίνει υπερβατή. Πρέπει ένας να βρει τον εαυτό του για να μπορέσει κατόπι να τον χάσει. Η προσωρινή απελευθέρωση από τα σύνορα του εγώ που συνδέεται με το ερωτικό αίσθημα, τη σεξουαλική σχέση ή τη χρησιμοποίηση ορισμένων ψυχοδιεγερτικών ναρκωτικών μπορεί να προσφέρει μια γρήγορη ματιά στη Νιρβάνα, αλλά όχι την ίδια τη Νιρβάνα. Η θέση που υποστηρίζει το βιβλίο είναι ότι η Νιρβάνα ή η διαρκής φώτιση ή η αληθινή πνευματική ανάπτυξη μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω της επίμονης άσκησης της αληθινής αγάπης.

Κοντολογίς, λοιπόν, η προσωρινή απώλεια των συνόρων του εγώ που συνεπάγεται το ερωτικό αίσθημα και η σεξουαλική σχέση, όχι μόνο μας οδηγεί σε δεσμεύσεις με άλλους ανθρώπους με τους οποίους μπορεί να αρχίσει η αληθινή αγάπη, αλλά και μας δίνει μια πρόγευση από (και συνεπώς το κέντρισμα προς) την πιο διαρκή μυστική έκσταση που μπορεί να γίνει δική μας έπειτα από μια ολόκληρη ζωή αγάπης. Από την άποψη αυτή, το ερωτικό αίσθημα, αν και δεν είναι το ίδιο αγάπη, αποτελεί ωστόσο ένα μέρος της μεγάλης και μυστηριακής περιπέτειας της αγάπης.

Ο ρόλος της Φιλοσοφίας και η άρρηκτη σύνδεσή της με την Επιστήμη

Ο Bertrand Russell κάποτε συνέκρινε τους κλάδους της ανθρώπινης γνώσης με μια αρχειοθήκη, όπου το υλικό με το οποίο ασχολούνταν οι φιλόσοφοι βρισκόταν στο ντουλάπι με την ένδειξη «Δεν Ξέρω». Μόλις μάθουμε αρκετά για ένα δεδομένο θέμα ώστε να μπορούμε να προσεγγίσουμε τα ερωτήματά του με συστηματικό τρόπο, τα περιεχόμενα μεταφέρονται σ’ ένα άλλο ντουλάπι με διαφορετική ένδειξη, είτε αυτή είναι «Φυσική» είτε «Ψυχολογία» είτε «Οικονομικά». Πρόκειται για μια δίκαιη περιγραφή της ιστορίας της φιλοσοφίας, από την οποία έχουν κατά καιρούς προκύψει νέοι κλάδοι, νέες επιστήμες. Εξηγεί επίσης την ψευδαίσθηση ότι η φιλοσοφία δεν πετυχαίνει ποτέ τίποτα.

 Οι φιλόσοφοι ποτέ δεν εισπράττουν αναγνώριση για τις επιτυχίες τους, γιατί, μόλις συντελεστεί πραγματική πρόοδος σ’ ένα θέμα, τους το παίρνουν από τα χέρια και το δίνουν στους καινούργιους κηδεμόνες τους. Ο Sir Ισαάκ Νεύτων έγραψε το Principia και ο Adam Smith το Ο Πλούτος των Εθνών με την ιδιότητά τους ως φιλοσόφων, αλλά σήμερα ο κόσμος τους θυμάται ως φυσικό και οικονομολόγο αντίστοιχα. Ο σύγχρονος στοχαστής Noam Chomsky περιγράφεται ως φιλόσοφος καθώς και ως ο θεμελιωτής της γλωσσολογίας, αλλά το πρώτο μισό του τίτλου του κάποια μέρα θα εκλείψει από τις εγκυκλοπαίδειες.

Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει στην πρόσφατη διαπίστωση ότι, από τη στιγμή που η φιλοσοφία φαίνεται να επιτυγχάνει όταν δημιουργεί νέες επιστήμες, το όλο αντικείμενο θα έπρεπε να γίνει επιστήμη. Το να απαιτούμε η σκέψη να γίνεται πάντα και μόνο σύμφωνα με αυστηρές επιστημονικές αρχές θα σήμαινε ότι με κάποια αντικείμενα – αυτά για τα οποία γνωρίζουμε λιγότερα – δεν θα ασχολούμασταν ποτέ, με αποτέλεσμα να μην αναπτύσσονται νέοι επιστημονικοί κλάδοι. Ωστόσο, το θέμα αφορά κάτι περισσότερο από το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να καλλιεργούνται οι ιδέες, καθώς αυτό προϋποθέτει ότι προορισμός κάθε χρήσιμης ερευνητικής μεθόδου είναι να γίνει επιστημονική μέθοδος. Η διαφορά ανάμεσα στη φιλοσοφία και την επιστήμη είναι συχνά θέμα συγχρονισμού παρά κατανομής αντικειμένων. Μερικές φορές η φιλοσοφία καταλήγει στην επιστήμη. Πολύ περιστασιακά επιλύει κάποιο πρόβλημα χωρίς να δημιουργεί έναν καινούργιο επιστημονικό κλάδο και, κάποιες φορές, αυτό συμβαίνει επειδή το πρόβλημα έχει διαλυθεί αντί να επιλυθεί.

Μπορεί ο οποιοσδήποτε να κατανοήσει σύνθετες φιλοσοφικές έννοιες;

Ο κόσμος φαντάζεται πως απαντήσεις μπορεί να συλλέξει ο καθένας, θαρρείς και είναι μήλα. Κάτι τέτοιο δεν είναι παρά ευσεβής πόθος. Κάποιες αλήθειες βρίσκονται στα χαμηλότερα κλαδιά, όπου μπορούμε εύκολα να τις πιάσουμε ενώ άλλες θα ήταν άπιαστες χωρίς την εφεύρεση της σκάλας. Παρόλο που είναι σκληρό να φανταζόμαστε τους φιλοσόφους παλιότερων γενεών – οι οποίοι συχνά ήταν μεγάλες ιδιοφυΐες – να δουλεύουν όλη τους τη ζωή χωρίς την ελπίδα πως κάποτε θα βρουν την αλήθεια, πολλοί απ’ αυτούς έκαναν αυτό ακριβώς. Ίσως αυτοί οι στοχαστές παρήγαν εσφαλμένες θεωρίες και ατελέσφορα επιχειρήματα επειδή δεν σκέφτονταν αρκετά ή προσεκτικά. Ωστόσο το πρόβλημα είναι πιο απλό: δεν διέθεταν τον κατάλληλο εξοπλισμό για να βρουν αυτό που έψαχναν, γιατί δεν υπήρχε τέτοιος εξοπλισμός.

Ο εξοπλισμός αυτός έχει πολλές μορφές: ένα συγκεκριμένο είδος επιχειρήματος ή ένα λογικό τέχνασμα, ένα μηχανικό βοήθημα όπως ένας σαρωτής εγκεφάλου ή μια φωτογραφία της Γης από το διάστημα. Όσο καλή κι αν είναι η όρασή μας, δεν επρόκειτο ποτέ να κατανοήσουμε τα αστέρια ή να καταλάβουμε ότι αυτές οι κουκκίδες φωτός στον νυχτερινό ουρανό είναι αυτό που σήμερα αντιλαμβανόμαστε ως αστέρια απλώς κοιτάζοντάς τα. Το τηλεσκόπιο, από την άλλη, έδωσε τη δυνατότητα ακόμα και σ’ αυτούς με σχετικά αδύνατη όραση να μπορούν να δουν τους πλανήτες. Αναμφίβολα υπάρχουν πολλά προβλήματα που σήμερα είναι άλυτα γιατί δεν διαθέτουμε τον εξοπλισμό που ενδέχεται να είναι διαθέσιμος στους απογόνους μας. Δεν είναι τόσο η επιστήμη που είναι σημαντική για την ανακάλυψη της αλήθειας, όσο η τεχνολογία με τη μία ή την άλλη μορφή. Εν μέρει, ο λόγος των παλιότερων αποτυχιών της φιλοσοφίας είναι ο ίδιος με τον λόγο για τον οποίο πέτυχαν οι πρώτες ιπτάμενες μηχανές και οι πρώτες προσπάθειες θεραπείας ασθενειών: δεν ήταν διαθέσιμα μέσα.

Μια άλλη συνηθισμένη οδός προσέγγισης του θέματος, την οποία ακολουθούν ο Wittgenstein και ο Gottfried Leibniz μεταξύ άλλων, ήταν οι μαθηματικές σπουδές. Ένα τέτοιο υπόβαθρο ενδεχομένως να προετοιμάζει κάποιον καλύτερα ν’ αποδεχτεί τις ιδιότυπες ανταμοιβές της φιλοσοφικής έρευνας και να έχει την ίδια στάση που εκφράζει ο φυσικός Richard Feynman:

«Έχω έναν φίλο που είναι καλλιτέχνης, και ενίοτε έχει απόψεις με τις οποίες δεν συμφωνώ απολύτως. Κρατάει ένα λουλούδι και λέει «Κοίτα τι όμορφο που είναι», και συμφωνώ. Και μετά λέει «Βλέπεις, εγώ ως καλλιτέχνης μπορώ να δω πόσο όμορφο είναι, αλλά εσύ, ως επιστήμονας, το αναλύεις και το μετατρέπεις σε ένα ανιαρό πράγμα». Θεωρώ πως είναι λιγάκι παλαβός. Κατ’ αρχάς, το είδος της ομορφιάς που βλέπει μπορούν να το δουν κι άλλοι άνθρωποι, κι εγώ επίσης, θέλω να πιστεύω, παρόλο που μπορεί να μην είμαι τόσο αισθητικά εκλεπτυσμένος όσο εκείνος. Μπορώ να εκτιμήσω την ομορφιά ενός λουλουδιού και την ίδια στιγμή βλέπω πολύ περισσότερα σχετικά με το λουλούδι απ’ ό,τι αυτός. Μπορώ να φανταστώ τα κύτταρά του, τις περίπλοκες διεργασίες μέσα του, που επίσης έχουν ομορφιά. Δεν είναι μόνο η ομορφιά σ’ αυτή τη διάσταση του ενός εκατοστού: υπάρχει ομορφιά και σε μια μικρότερη διάσταση, η εσωτερική δομή… οι διεργασίες επίσης. Το γεγονός ότι τα χρώματα στο λουλούδι εξελίσσονται, ώστε να προσελκύουν έντομα για να το γονιμοποιήσουν, είναι ενδιαφέρον – σημαίνει ότι τα έντομα μπορούν να δουν τα χρώματα. Και γεννά ένα ερώτημα: άραγε αυτή η αισθητική υπάρχει και στις χαμηλότερες μορφές; Ή γιατί είναι αισθητική; Υπάρχουν πάρα πολλά ενδιαφέροντα ερωτήματα που μόνο η επιστημονική γνώση μπορεί να προσθέσει στη χαρά και το μυστήριο και το δέος ενός λουλουδιού».

Ύβρις

Η ύβρις ήταν βασική αντίληψη της κοσμοθεωρίας των αρχαίων Ελλήνων. Όταν κάποιος, υπερεκτιμώντας τις ικανότητες και τη δύναμή του (σωματική, αλλά κυρίως πολιτική, στρατιωτική και οικονομική), συμπεριφερόταν με βίαιο, αλαζονικό και προσβλητικό τρόπο απέναντι στους άλλους, στους νόμους της πολιτείας και κυρίως απέναντι στον άγραφο θεϊκό νόμο -που επέβαλλαν όρια στην ανθρώπινη δράση-, θεωρούνταν ότι διέπραττε «ὕβριν», δηλ. παρουσίαζε συμπεριφορά με την οποία επιχειρούσε να υπερβεί τη θνητή φύση του και να εξομοιωθεί με τους θεούς, με συνέπεια την προσβολή και τον εξοργισμό τους.

Η βίαια, αυθάδης και αλαζονική αυτή στάση/συμπεριφορά, που αποτελούσε για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο παραβίαση της ηθικής τάξης και απόπειρα ανατροπής της κοινωνικής ισορροπίας και γενικότερα της τάξης του κόσμου, πιστευόταν ότι (επαναλαμβανόμενη, και μάλιστα μετά από προειδοποιήσεις των ίδιων των θεών) οδηγούσε τελικά στην πτώση και καταστροφή του «ὑβριστοῦ» (ὕβρις > ὑβρίζω > ὑβριστής).

Αποδίδοντας την αντίληψη σχετικά με την ύβρη και τις συνέπειές της, όπως τουλάχιστον παρουσιάζεται στην αρχαιότερή της μορφή, με το σχήμα ὓβρις→ἂτη→νέμεσις→τίσις μπορούμε να πούμε ότι οι αρχαίοι πίστευαν πως μια «ὕβρις» συνήθως προκαλούσε την επέμβαση των θεών, και κυρίως του Δία, που έστελνε στον υβριστή την «ἄτην», δηλαδή το θόλωμα, την τύφλωση του νου. Αυτή με τη σειρά της οδηγούσε τον υβριστή σε νέες ύβρεις, ώσπου να διαπράξει μια πολύ μεγάλη α-νοησία, να υποπέσει σε ένα πολύ σοβαρό σφάλμα, το οποίο προκαλούσε την «νέμεσιν», την οργή και εκδίκηση δηλαδή των θεών, που επέφερε την «τίσιν», δηλ. την τιμωρία και τη συντριβή/καταστροφή του.

Από την κλασική εποχή και μετά, σε πολλές περιπτώσεις οι έννοιες Άτη, Δίκη και Νέμεσις φαίνεται να αποκτούν στη συνείδηση των ανθρώπων ισοδύναμη σημασία, αυτήν της θείας τιμωρίας.

Η λέξη ύβρις πέρα από τη λόγια νεοελληνική χρήση της με τις σημασίες «βρισιά» (κυρίως στον πληθυντικό αριθμό «ύβρεις») και συνακόλουθα «κάτι που θίγει την τιμή και την αξιοπρέπεια κάποιου» -οι οποίες είναι φυσιολογικές εξελίξεις της αρχαίας σημασίας-, αρκετές φορές χρησιμοποιείται και στην εποχή μας, σε πιο προσεγμένο επίπεδο λόγου, με την αρχαιοελληνική σημασία της για να χαρακτηρίσει ανάλογες αλαζονικές συμπεριφορές συνανθρώπων μας.

Ρώσοι επιστήμονες έφτιαξαν τον πρώτο κινητήρα από αλουμίνιο

Επιστήμονες του Κρατικού Πανεπιστημίου Τεχνολογίας του Νοβοσιμπίρσκ ξεκίνησαν τις δοκιμές ενός κινητήρα, που έχει κατασκευαστεί εξ ολοκλήρου από αλουμίνιο και καταγράφεται ως ο πρώτος κινητήρας αλουμινίου στον κόσμο.

Οι πρώτες δοκιμές έδωσαν τη δυνατότητα στους επιστήμονες να σχεδιάσουν έναν μικρότερο κινητήρα, δηλώνει ο καθηγητής της έδρας κατασκευής αεροσκαφών και ελικοπτέρων της σχολής αεροναυπηγικής του πανεπιστημίου Ιλιά Ζβερκόφ.

Νωρίτερα, είχε ανακοινωθεί ότι οι επιστήμονες του πανεπιστημίου σχεδίασαν τον πρώτο στον κόσμο κινητήρα που κατασκευάστηκε εξ ολοκλήρου από αλουμίνιο και έχει βάρος 200 κιλών. Ο κινητήρας που λειτουργεί με σύνηθες καύσιμο αυτοκινήτου θα προσαρμοσθεί στο διθέσιο αεροσκάφος τύπου Yak-52, οι κινητήρες του οποίου έχουν υπερβεί το όριο των δυνατοτήτων τους.

«Κατά την διάρκεια των δοκιμών, διαπιστώθηκαν κάποια ελαττώματα στον σχεδιασμό του και λαμβάνοντας υπ' όψιν αυτά τα λάθη, θα σχεδιάσουμε έναν νέο κινητήρα μικρότερο ως προς τις διαστάσεις του. Δεν θα εγκαταλείψουμε τη βασική μας ιδέα και στόχος μας είναι να λάβουμε την έγκριση για τις κρατικές προδιαγραφές ισχύος και χωρητικότητας του κινητήρα», δήλωσε ο Ζβέρκόφ προαναγγέλλοντας ότι ο σχεδιασμός και οι δοκιμές του νέου κινητήρα θα έχουν ολοκληρωθεί έως το καλοκαίρι.

Η χρήση αλουμινίου έναντι του χάλυβα δίνουν την δυνατότητα στους επιστήμονες να μειώσουν το βάρος του κινητήρα κατά 30-40% σε σχέση με τους ανάλογης ισχύος κινητήρες από χάλυβα, Παράλληλα αυξάνεται η ιπποδύναμη του κινητήρα στους 400 Hp, ενώ η κατανάλωση καυσίμων μειώνεται περίπου κατά 15%.

Φυσικοί αποκαλύπτουν νέα ανταγωνιστική κατάσταση ύλης σε υπεραγώγιμο υλικό

Ομάδα πειραματιστών στο Εργαστήριο Ames του Υπουργείου Ενέργειας των ΗΠΑ και θεωρητικοί στο Πανεπιστήμιο της Alabama στο Birmingham ανακάλυψαν μια εξαιρετικά μακρόβια νέα κατάσταση ύλης σε έναν υπεραγωγό ένωσης με βάση το σίδηρο (iron pnictide) που περιλαμβάνει οξυγόνο και πνυκτογόνο [της ομάδας 15 του περιοδικού πίνακα] και ένα ή περισσότερα άλλα στοιχεία. Η νέα κατάσταση ύλης αποκαλύπτει μια επαγόμενη από λέιζερ διαμόρφωση συλλογικών συμπεριφορών που ανταγωνίζονται με την υπεραγωγιμότητα.

«Η υπεραγωγιμότητα είναι μια περίεργη κατάσταση της ύλης στην οποία η σύζευξη των ηλεκτρονίων τα κάνει να κινούνται ταχύτερα», είπε ο Jigang Wang, φυσικός στο Εργαστήριο Ames και καθηγητής στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Iowa. «Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που προσπαθούμε να λύσουμε είναι πώς διαφορετικές καταστάσεις σε ένα υλικό ανταγωνίζονται για αυτά τα ηλεκτρόνια και πώς να ισορροπήσει ανταγωνισμός και συνεργασία για να αυξήσει η θερμοκρασία στην οποία αναδύεται η κατάσταση υπεραγωγιμότητας».

Για να κάνουν μια προσεκτικότερη παρατήρηση, ο Wang και η ομάδα του χρησιμοποίησαν παλμούς λέιζερ με λιγότερο από ένα τρισεκατομμυριαστό του δευτερολέπτου με τον ίδιο τρόπο όπως το φωτογραφικό φλας, για να πάρουν μια σειρά από στιγμιότυπα. Αποκαλούμενη φασματοσκοπία terahertz, η τεχνική αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως «λέιζερ στροβοσκοπική φωτογράφιση» όπου πολύ γρήγορες εικόνες αποκαλύπτουν την ανεπαίσθητη κίνηση των συζευγμένων ηλεκτρονίων μέσα στο υλικό χρησιμοποιώντας μεγάλου μήκους κύματος μακράν του υπερύθρου φως.

«Η ικανότητα να δούμε σε πραγματικό χρόνο αυτή τη δυναμική και τις διακυμάνσεις είναι ένας δρόμος να τους κατανοήσουμε καλύτερα, έτσι ώστε να μπορούμε να δημιουργήσουμε καλύτερα υπεραγώγιμα ηλεκτρονικά και ενεργειακά αποδοτικές συσκευές», είπε ο Wang. Η έρευνα παρουσιάζεται αναλυτικότερα σε δημοσίευση στο περιοδικό Physical Review Letters.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΤΕΧΝΗ, Κεραμική και αγγειογραφία

Η γεωμετρική κεραμική τέχνη εκλαμβάνεται από κάποιους ερευνητές ως συνέχεια της μυκηναϊκής. Τα διακοσμητικά μοτίβα αυτής τα τέχνης προσπαθούν να αναπαραστήσουν, έστω και σχηματικά, τον κόσμο. Πρόκειται δηλαδή, για τέχνη παραστατική και όχι για μια αφηρημένη πνευματική έκφραση, που προαναγγέλλει τη σύγχρονη τέχνη, όπως πίστευαν παλαιότερα, στις αρχές του 20ου αι. Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μια σαφής πρόθεση για την κατασκευή στέρεων και ουσιαστικά αρθρωμένων αγγείων με σχήματα με διακριτά μέρη. Έτσι μπορεί να γίνει σαφής αναφορά στον λαιμό ή στο χείλος, στο πόδι ή στην κοιλιά και το σώμα ενός αγγείου, με όρους που θυμίζουν, δηλαδή, το ανθρώπινο σώμα. Οι κύριες παραστάσεις τοποθετούνται, επίσης, σκόπιμα μεταξύ των λαβών για να προσδώσουν μεγαλύτερη έμφαση και να τονίσουν αυτήν την «αρχιτεκτονική» διάσταση των αγγείων.
 
Η έρευνα επισημαίνει, ακόμα, τον σημαντικό ρόλο της Αθήνας και γενικότερα της Αττικής στην εξέλιξη και εξάπλωση της γεωμετρικής κεραμικής. Παρόλο που κατά τον 8ο αι. π.Χ,, όταν και η κεραμική αυτή κυριαρχεί στον ελληνικό χώρο και στα μικρασιατικά παράλια, υπάρχουν πολλά ηπειρωτικά και νησιωτικά εργαστήρια παραγωγής της (Άργος, Κόρινθος, Βοιωτία, Εύβοια, Νάξος, Πάρος), -με χαρακτηριστικά προϊόντα που αναγνωρίζονται εύκολα κάθε φορά από τα σχήματα των αγγείων και τη διακόσμηση τους- τα αθηναϊκά αγγεία εξάγονται και εξαπλώνονται ταχύτατα με αφετηρία τον 10ο αι. π.Χ.
 
Τα γεωμετρικά μοτίβα που σχεδιάζονται στα αγγεία έχουν δώσει το όνομα σε ολόκληρη την περίοδο. Πρόκειται για κύκλους, ημικύκλια, τεθλασμένες και καμπύλες γραμμές, ρόμβους, ζατρίκια, μαιάνδρους, σταυρούς και σβάστικες, που υπάρχουν στα αγγεία αυτής της εποχής, όπως στα τυπικά σχήματα του σκύφου και του αμφορέα. Τα μοτίβα αυτά σχεδιάζονται τις περισσότερες φορές με χρήση κανόνα και διαβήτη που έχει ένα ή πολλαπλά άκρα.
 
Κατά την πρωτογεωμετρική φάση (1100/1050-900 π.Χ.) συναντώνται γεωμετρικά κοσμήματα στο επάνω, προς το χείλος τμήμα του αγγείου ή στην κοιλιά του. Πρόκειται για ομόκεντρους κύκλους και ημικύκλια, ρόμβους, ταινίες, διαγραμμισμένα τρίγωνα, ζιγκ-ζαγκ και τεθλασμένες γραμμές, αβακωτά κοσμήματα. Σχεδιάζονται στην ανοιχτή, στο χρώμα του πηλού επιφάνεια των αγγείων με μαύρο, συνήθως, χρώμα. Οι ζωικές και ανθρώπινες μορφές είναι σπάνιες. Κάποιοι αίγαγροι συναντώνται σε αγγεία της Κρήτης και μικρά άλογα σε αυτά της Αττικής, ενώ δυο τοξότες «φιγουράρουν» σε μια υδρία από το Λευκαντί της Εύβοιας. Τα σωζόμενα πρωτογεωμετρικά αγγεία είναι κυρίως αμφορείς, κρατήρες και οινοχόες, ενώ υπάρχουν και υδρίες, λήκυθοι, κάνθαροι, σκύφοι και πυξίδες. Τα περισσότερα βρέθηκαν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας μέσα σε τάφους όπου είχαν χρησιμοποιηθεί ως κτερίσματα, αλλά είχαν, βεβαίως αρχικά και οικιακές ή, άλλες, χρήσεις. Στους αμφορείς αποθήκευαν λάδι ή κρασί, στους κρατήρες ανακάτευαν το νερό με τον οίνο για να δημιουργήσουν το κρασί, οι οινοχόες προορίζονταν για το σερβίρισμα υγρών, οι υδρίες για τη μεταφορά του νερού, ο κάνθαρος και ο σκύφος ήταν αγγεία πόσης (κρασιού ή νερού), ενώ στις πυξίδες φύλαγαν αντικείμενα.
 
Στην κυρίως γεωμετρική περίοδο (900-700 π.Χ.) υπάρχουν τα ίδια σχήματα αγγείων, μόνο που τώρα είναι καλύτερα δομημένα και πιο στέρεα, ενώ σχήμα και διακόσμηση βρίσκονταν σε αρμονική συνύπαρξη (βλ. πιν. 1). Νέα διακοσμητικά μοτίβα όπως ο μαίανδρος, το ψαροκόκαλο, τα τετράφυλλα, τα οκτάφυλλα, οι ρόδακες, ο εγγεγραμμένος σε κύκλο σταυρός κ.ά. συναντώνται μαζί με αβακωτά και τριγωνικά σχέδια. Ανθρώπινες και ζωικές μορφές αποτυπώνονται, αρκετά συχνά πια, επάνω στα αγγεία. Οι ανθρώπινες φιγούρες είναι σχηματοποιημένες. Δεν αποτελούν, προσωπογραφικές απεικονίσεις συγκεκριμένων ανθρώπων, αλλά, περισσότερο, σκιαγραφίες του ανθρώπινου σώματος. Τα μέλη τους θυμίζουν γεωμετρικά σχήματα και αποδίδονται με το κεφάλι, το κάτω μέρος του σώματος και τα πόδια σε κατατομή (προφίλ), ενώ το στήθος και τα χέρια σε κατενώπιον στάση.
Πίνακας 1
Η εξέλιξη της γεωμετρικής κεραμικής
(με βάση το Βουτυράς & Γουλάκη-Βουτυρά 2011: 31–33)
Χρονολογική φάση
Χαρακτηριστικά
Πρώιμη (900–850 π.Χ.
Το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας το αγγείου καλύπτεται με μαύρο βερνίκι και η γεωμετρική διακόσμηση περιορίζεται σε ζώνες στο χρώμα του πηλού
Μέση (850–760 π.Χ.)
Περιορισμός σκουρόχρωμης επιφάνειας —αύξηση σε μέγεθος γεωμετρικών κοσμημάτων— πρώτη εμφάνιση ανθρώπων και ζώων
Ώριμη (760–730 π.Χ.)
Μεγαλύτερα και μνημειακότερα αγγεία —αύξηση μεγέθους και σημασίας ανθρώπινων μορφών
Όψιμη (730–700 π.Χ.)
Πιο ελεύθερη διακόσμηση —σκηνές με ανθρώπινες μορφές (επιτάφιοι θρήνοι, μάχες, κυνήγια, πλοία, χοροί) γίνονται η κυρίαρχη διακόσμηση
Γύρω στο 850-760 π.Χ. δύο είναι τα σχήματα των αγγείων που κυριαρχούν: ο κρατήρας σε ψηλό κωνικό πόδι και η κυλινδρική πεπλατυσμένη πυξίδα. Ο κρατήρας, μαζί με τους με οριζόντιες λαβές αμφορείς και τις οινοχόες, θα εξελιχθούν αργότερα (760-735 π.Χ.) στα κυριότερα μνημειακά αγγεία. Η «μνημειακότητα» αυτή υποδηλώνεται από το μεγάλο ύψος σε, σχεδόν, ανθρώπινα μέτρα (πάνω από 1 μέτρο), και την τοποθέτησή τους ως σήμα επάνω στους τάφους. Από το αθηναϊκό νεκροταφείο του Κεραμεικού προέρχονται ανάλογα παραδείγματα. Στο σώμα τους απεικονίζεται η πρόθεση και η εκφορά του νεκρού, ενώ έχουν τρύπα στον πυθμένα ώστε να ρέουν στο χώμα οι υγρές προσφορές, χοές προς τους νεκρούς των τάφων. Οι παραστάσεις αυτές μπορεί να θεωρηθούν ως εικονιστικές, αφηγηματικές, ενώ οι αρχαιολόγοι και οι ιστορικοί της τέχνης διακρίνουν σε αυτές τους πρώτους «καλλιτέχνες», οι οποίοι, επειδή δεν σώζονται τα ονόματά τους, σημειώνονται με συμβατικές ονομασίες, όπως «ζωγράφος του Διπύλου» και «ζωγράφος του Hirschfeld».
 
Μεγάλη συζήτηση έχει προκύψει για τη σημασία αυτών των αγγείων και συνακόλουθα της τέχνης τους (βλ. Dipla 2011). Η σαφής χρήση τους ως σημάτων σε ταφές, καθώς και η «διηγηματικού» χαρακτήρα διακόσμησή τους, συνδέθηκε με την αριστοκρατική τάξη της εποχής. Είναι πολύ πιθανό να στοχεύουν στους ζώντες «θεατές» της ταφής και του τάφου των νεκρών. Να ήθελαν να συσχετίσουν, δηλαδή, τη ζωή των ενταφιασμένων, μέσα από τις αφηγηματικές παραστάσεις πραγματικών ή φανταστικών, ιστορικών ή μυθολογικών πολεμιστών, αρμάτων, αλόγων, ναυαγίων και μαχών με την «πολεμική αριστεία» ή ακόμα και με αρχαίους «ένδοξους» προγόνους οι οποίοι, ίσως, θα μπορούσαν να αναχθούν ακόμα και στα ομηρικά έπη που την εποχή αυτή συντίθενται, καταγράφονται ή βρίσκονται σε μεγάλη διάδοση.
 
Αυτή η «έκρηξη» εικονιστικών θεμάτων από τα μέσα του 8ου αι. π.Χ. και μετά, με όλες τις ιδιαιτερότητες που τη διακρίνει σε σχέση και με τα μυκηναϊκά, με τα οποία προσομοιάζει περισσότερο, πρότυπα, αλλά και με τη μεταγενέστερη μελανόμορφη και ερυθρόμορφη αγγειογραφία, ήταν φυσικό να εγείρει τη συζήτηση για το ζήτημα της σχέσης της με τα έπη. Παραστάσεις με πλοία έχουν συνδεθεί αρκετές φορές με τις ομηρικές περιγραφές και κυρίως με αυτές που αφορούν τις περιπέτειες του Οδυσσέα. Δεν υπάρχουν, όμως, άλλα, παραπάνω στοιχεία για να αποδείξουν αυτήν την υπόθεση πέραν των ομοιοτήτων των σκηνών που περιγράφονται στις αγγειογραφίες με ομηρικούς στίχους και της γοητείας που ασκεί στους ερευνητές μια ανάλογη ταύτιση. Ξεχωρίζουν ανάμεσά τους ένας υψηλός, κοντά στα 99 εκατοστά, κρατήρας με πόδι που βρίσκεται σήμερα στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, όπου απεικονίζεται μάχη στην πλώρη και στην πρύμνη ενός πλοίου. Παρόμοια στοιχεία διακρίνονται στον κρατήρα από τις Πιθηκούσσες της Ιταλίας όπου θεωρείται πως απεικονίζεται ναυάγιο, στο λαιμό μιας οινοχόης που βρίσκεται στο μουσείο του Μονάχου με παρόμοια θεματολογία, αλλά και στις δυο όψεις ενός σκύφου από την Ελευσίνα και σε ένα «λουτήριο» από το Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου. Σε μεταγενέστερες αγγειογραφίες τα πράγματα γίνονται πλέον ξεκάθαρα, όπως συμβαίνει σε έναν Πρωτοαττικό αμφορέα στον λαιμό του οποίου απεικονίζεται η τύφλωση του Πολύφημου. Το αγγείο προέρχεται από την Ελευσίνα, ανήκει στο πρώτο μισό του 7ο αιώνα (675-650 π.Χ.) και, όπως είναι φυσικό, αφού δεν υπάρχει υπογραφή του καλλιτέχνη, αποδίδεται στον ονομαζόμενο «ζωγράφο του Πολύφημου»