Πέμπτη 15 Ιουνίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

5. Τόνος


§ 26. Σχετικά με τον ρόλο του τόνου ως βοηθητικού μέσου για τη διάκριση των τύπων της σύνθεσης. 

Στα αρχαία Ελληνικά η μετατόπιση του τόνου εκφράζει την ουσιαστικοποίηση καταρχήν κύριων ονομάτων αλλά και προσηγορικών και αφηρημένων ουσιαστικών: γλαυκός 'λαμπρός, χαρούμενος' - Γλαῦκος, φαιδρός 'λαμπρός' - Φαίδρα, διογενής 'γόνος του Δία' - Διογένης, πυρρός 'στο χρώμα της φωτιάς, κιτρινωπός, κόκκινος' - Πύρρος, κακός - κάκη 'κακία, δειλία', λευκός - λεύκη 'λεύκη' (το δέντρο και η δερματική νόσος) (κλασ.)· με αντίστροφη μετατόπιση του τόνου π.χ. ἀκούμενος 'ιαματικός' - Ἀκουμενός. 

Ο τονισμός στη λήγουσα ορισμένων επιρρημάτων που προήλθαν από βαρύτονα επίθετα αποτελεί κατάλοιπο πανάρχαιου τονισμού στη λήγουσα των πλάγιων πτώσεων: ἀθεεί - ἄθεος, αὐθημερόν 'την ίδια μέρα, αμέσως' (κλασ.) - αὐθήμερος.

Οι Πέντε Ελευθερίες

Πολλοί ενήλικες μαθαίνουν από την παιδική τους ηλικία να απορρίπτουν τις πληροφορίες που δέχονται από τις αισθήσεις τους κι έτσι να μην δίνουν σημασία στο τι ακούνε, βλέπουνε, μυρίζουν ή νιώθουν κάθε στιγμή.

Ο άνθρωπος πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή επαφή με τον εσωτερικό εαυτό του, οι οποίες βοηθούν τον άνθρωπο να συνδεθεί με τον εαυτό του στο «εδώ και τώρα» και να δει καθαρά τις δημιουργικές επιλογές που έχει στη διάθεσή του ανά πάσα στιγμή:

-Η ελευθερία να βλέπουμε και να ακούμε αυτό που υπάρχει κι όχι αυτό που θα «έπρεπε» να υπάρχει, αυτό που υπήρχε ή που θα υπάρξει.

-Η ελευθερία να λέει κανείς αυτό που αισθάνεται και σκέφτεται, κι όχι αυτό που θα «έπρεπε» να αισθάνεται και να σκέφτεται.

-Η ελευθερία να αισθάνεται κανείς αυτό που αισθάνεται κι όχι αυτό που θα «έπρεπε» να αισθάνεται.

-Η ελευθερία να ζητάει κανείς αυτό που θέλει κι όχι να περιμένει πάντα την άδεια να το ζητήσει.

-Η ελευθερία να διακινδυνεύει κανείς για λογαριασμό του αντί να προτιμά την ασφάλεια της αδράνειας και να μην «ταράζει τα νερά».

Ασκώντας ενεργά αυτές τις πέντε ελευθερίες, ο άνθρωπος μαθαίνει να αντιλαμβάνεται, να κατανοεί και να εξωτερικεύει τα συναισθήματά του, αντί να τα καταπιέζει, να τα απορρίπτει ή να τα αποκρύβει από τον ίδιο και τον περίγυρό το.

Παράλληλα, απελευθερώνεται από πεποιθήσεις και απόψεις της κοινωνίας που για τον ίδιο είναι δυσλειτουργικές και συγκρατούν τον πραγματικό του εαυτό και τις επιθυμίες του, αναγκάζοντάς τον να συμπεριφερθεί με τρόπο μη αυθεντικό.

Πάντα πίσω από όλα κρύβεται μια συγχώρεση

Μη φοβάσαι, άνθρωπε, να αναμετρηθείς με τους φόβους σου. Όσο εσύ τους φοβάσαι τόσο αυτοί παίρνουν δύναμη, γιγαντώνονται. Αν τους δείξεις αγάπη και τους αγκαλιάσεις θα γίνεις μέχρι και φίλος μαζί τους. Άνοιξε την καρδιά σου στον εαυτό σου, δες μέσα σου, λάθη, αδυναμίες, φόβους, ενοχές… Όλα αυτά είσαι εσύ. Δε χρειάζεται να τα βλέπεις σαν εχθρούς. Είναι σαν να εναντιώνεσαι σ’ ένα κομμάτι αυτού που σε έφερε σήμερα σε αυτό το μονοπάτι και να ξέρεις πως για να είσαι σήμερα εδώ κάποιος λόγος θα υπάρχει.

(Μετά)νοείς

Κάνε στους φόβους σου χώρο, δε χρειάζεται μόνο να μετράς πληγές. Πληγές έχουμε όλοι αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να δεις κάτω από το τραύμα. Να φτάσεις μέχρι το κόκκαλο να αναρωτηθείς και να (μετά)νοήσεις. Θα δεις όσο πιο πίσω πας στην αρχή των γεγονότων, της ζωής σου, μπορεί να φοβάσαι αλλά, έπειτα θα καταλαβαίνεις καλύτερα αιτίες και αποτελέσματα, γεγονότα και καταστάσεις. Θα ανακαλύπτεις το εσωτερικό σου παιδί και θα βλέπεις σαν κινηματογραφική ταινία τη ζωή σου.

Γεγονότα και πρόσωπα θα αρχίζουν να κουμπώνουν και να δένουν στιγμές της ζωής σου. Καταστάσεις θα μεταλλάσσονται και αίτια και αποτελέσματα θα αρχίζουν να ευθυγραμμίζονται και να αντιστοιχίζονται μεταξύ τους. Όλα θα είναι επίπεδα και θα πηγαίνουν σύμφωνα με τη λογική συνέχεια των γεγονότων, δε θα υπάρχουν ούτε ερωτήματα ούτε σκαμπανεβάσματα στο μυαλό σου. Ο δρόμος βέβαια δε θα έχει κόκκινο χαλί αλλά θα πάψει πια να χρωματίζεται μόνο με άσπρο και μαύρο, τη θέση τους θα πάρουν άλλα χρώματα: καφέ, γκρι, μπλε, μωβ, πράσινο υπό ένα άλλο πρίσμα, μία άλλη οπτική γωνία που θα περικλείει τη γνώση του μετέπειτα μέσα της… Ο κόσμος πια δε θα χωρίζεται μόνο σε αγγέλους και δράκους, άλλα οντότητες του πλανήτη θα κάνουν την εμφάνισή τους και θα σχηματίζουν τον δικό σου μικρόκοσμο και θα αποκτούν άλλη σημασία.

Το κλειδί είναι η συγχώρεση

Όταν θα αρχίζεις να σχηματίζεις μια γνώμη μην τα παρατήσεις γιατί μπορεί η αρχή να είναι το ήμισυ του παντός αλλά αν δε φτάσεις στον προορισμό σου δε θα καταλάβεις τι σημασία που έκρυβε όλο αυτό. Και ύστερα άθελά σου θα το μηδενίσεις, συνέχιζε να σκέφτεσαι, να ερευνάς, να ανοίγεις το μέσα σου μέχρι να μπορέσεις, αν όχι να το κυβερνήσεις, να το συναισθανθείς και να το συγχωρέσεις. Γιατί σε όλα από πίσω κρύβεται μια συγχώρεση. Αυτή είναι το κλειδί για ό,τι σε κυβερνά. Από εκεί ξεκινάνε και καταλήγουν όλα!

Αν σου συνέβη κάτι άσχημο και ρίχνεις αλλού το φταίξιμο είναι γιατί εσύ ο ίδιος πρώτα δε συγχώρεσες εσένα και το χρέωσες φαινομενικά αλλού. Κοίταξε όμως βαθιά μέσα σου, κάνε ερωτήσεις στον εαυτό σου και θα δεις πως ό,τι κι αν λες κατηγορείς εν τέλει τον εαυτό σου. Ίσως που δεν είχες τη δύναμη να το σταματήσεις, ίσως θεωρείς πως εσύ το προκάλεσες, ίσως ενδόμυχα να λες πως το ήθελες αλλά να μην μπορείς να το παραδεχθείς ούτε σε εσένα τον ίδιο!

Πρώτο βήμα: Η παραδοχή

Όχι, άνθρωπε, ακόμα και αν το ήθελες αρχικά ακόμα και αν κατά κάποιον τρόπο το υποκίνησες πάντα τη βούληση την έχει ο άλλος στο τέλος οπότε μην ενοχοποιείς για όλα εσένα, αν δεν εξανάγκασες τον άλλον να κάνει κάτι. Οι άνθρωποι είμαστε ελεύθερα όντα και δεν κάνουμε υπό φυσιολογικές συνθήκες πράγματα που δε θέλουμε. Αν νιώθεις ενοχές που θέλησες κάτι που δεν έπρεπε, παραδέξου το όσο δύσκολο και αν σου ακούγεται. Είναι ένα μεγάλο βήμα η παραδοχή αρκεί να μη μείνει σε αυτό το σημείο μόνο. Παραδέξου το λάθος σου και αν έχεις εντοπίσει κάτι άσχημο που έκανες σε κάποιον ζήτα συγχώρεση, αρκεί να είναι έπειτα από σκέψη και κατ’ επέκταση και αληθινή. Αν ο άλλος δε σε συγχωρέσει άσ’ τον να βρει και εκείνος τον δικό του δρόμο. Ίσως όταν θα είστε και οι δύο έτοιμοι να ξαναϊδωθείτε υπό άλλες συνθήκες καλύτερες.

Βήμα δεύτερο: Ο χρόνος

Ο χρόνος γιατρεύει τα πάντα. Κοινότυπο αλλά πραγματικό και με μεγάλη δύναμη μέσα του. Όση δύναμη έχει και ο άνθρωπος αλλά δεν το γνωρίζει. Όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή στον καθένα τότε απλά την φανερώνει. Και πάει ένα βήμα παρακάτω με την πνευματική του εξέλιξη. Με το πέρας του χρόνου αναλύουμε πιο αντικειμενικά τα πάντα, ακόμα και τα συναισθήματα ακόμα και αν δεν υπάρχει εύφορο έδαφος για να το παραδεχθούμε. Αυτό όμως σίγουρα δεν είναι στο χέρι σου απλά έως να φτάσει εκείνη η μαγική στιγμή του χρόνου εσύ μπορείς να κάνεις τη δική σου ενδοσκόπηση.

Βήμα τρίτο: Η ενδοσκόπηση

Και όσο ο χρόνος κυλάει εσύ σκέφτεσαι, αναζητάς, επεξηγείς. Ακόμα και αν δε φτάσεις σε απαντήσεις σίγουρες σημασία έχει που μπήκες στη διαδικασία της αναζήτησης, της αλήθειας. Η μέθοδος που είχε ο Σωκράτης ήταν να κάνει ερωτήσεις στους μαθητές του για να καταλήγουν οι ίδιοι σε απαντήσεις. Η διαλεκτική μέθοδος είναι και μία μέθοδος που χρησιμοποιούν πολλοί ψυχολόγοι σήμερα. Κάνε έναν εσωτερικό διάλογο και προσπάθησε να απαντήσεις στα ερωτήματα που βάζεις εσύ ο ίδιος στον εαυτό σου.

Βήμα τέταρτο: Η συγχώρεση

Όταν φτάσεις στο σημείο που έχεις θέσει τα ερωτήματα στον εαυτό σου και τα έχεις απαντήσει εκεί θα αρχίζεις να ανακαλύπτεις τις βαθύτερες αιτίες του εαυτού σου και των καταστάσεων που σε έφεραν σήμερα εδώ. Αν δεν (κατά)νοήσεις και (μετά)νοήσεις για όσα σου έχουν συμβεί δε θα ελευθερωθείς ποτέ από τους φόβους σου και τις όποιες αρνητικές δοξασίες σου. Γιατί για όλα αυτά υπάρχει λόγος και όλα αυτά ξεκινάνε από εσένα και (κατά)λήγουν σε εσένα.

Συγχώρεσε εσένα και θα νιώσεις να ξαλαφρώνεις. Ύστερα θα είναι πολύ πιο εύκολο να συγχωρέσεις και τον άλλον. Και αν δε θες να του το πεις δεν έχει και τόση σημασία φτάνει να μη δηλητηριάζεις την ψυχή σου με άσχημες σκέψεις και κατ’ επέκταση και τη ζωή σου

Ο ταπεινός δεν φοβάται την πιθανότητα να σφάλλει

Ὁ ταπεινός δέν φοβᾶται τήν πιθανότητα νά σφάλλει: Φοβᾶται τήν πιθανότητα νά σφάλλει καί ἐθελοτυφλεῖ ἔναντι αὐτῆς, ἐκεῖνος πού νιώθει ὅτι διατρέχει κίνδυνο ἐάν δέν ἔχει σωστή γνώμη. Καί πείθει τόν ἑαυτό του ὅτι «ἔχει δίκαιο», ἐπειδή πρέπει νά εἶναι ἔτσι, γιά νά μή κινδυνεύει, ὁ ἴδιος καί ὅ,τι­ ὅσοι ἐξαρτῶνται ἀπ’αὐτόν.

Συνδέεται τούτη ἡ στάση μέ τήν ἀνάγκη ἐλέγχου καί τήν ἀνωριμότητα.

Ὁ ταπεινός, σέ ὅποιο στάδιο τῆς ἐξελίξεώς του, ἐπιδεικνύει Ἐμπιστοσύνη. Καί σ’ αὐτό τό σημεῖο θά μποροῦσε νά ἐκκινήσει ἄλλη μία τεράστιας ση­μασίας συζήτηση, ἀπό τό ἐρώτημα: «Ἐμπιστοσύνη σέ ποιόν;» Θ’ἀποτολμήσω νά καταγράψω ἐπιγραμματικῶς τίς δικές μου θεωρητι­κές ἀπαντήσεις:

Ἡ ὥριμη ταπεινή ψυχή, ἐμπιστεύεται τήν Πηγή της, τόν εαυτό της καθ’ὅσον τήν ἀφορᾶ, τό πεπρωμένο της (:τό γενεθλιακό της Σχέδιο) καί τίς ἐπιλογές της.

Καί δέν φοβᾶται τήν ὅποιαν ἔκβαση, θεωρῶντας τόν ἑαυτό της, τούς πάντες καί τά πάντα ὡς μέρη τοῦ Ὅλου.

Ὅλοι εἶναι σημαντικοί ἀφοῦ ἔχουν ἕνα μέρος στό Σχέδιο καί μιά θέση στήν Ἑκδήλωση. Καί οὐδείς εἶναι τόσο σημαντικός πού νά συμβαίνει καταστροφή γιά τό Ὅλον ἐάν σφάλλει ἤ ἐάν πάθει ἤ ἐάν τοῦ συμβεῖ ὁ,τιδήποτε.

Ἡ ἀνώριμη, ἡ νεαρή, ταπεινή ψυχή, εἶναι ταπεινή ἐπειδή γεννήθηκε καί μεγαλώνει σ’ἕνα περιβάλλον ἀνθρώπινο, σέ μιάν ἀνθρώπινη κοινότητα (ὄχι μόνον οἰκογένεια ἀλλά κοινωνία), πού προστατεύει τά νεαρά καί τ’ ἀδύναμα μέλη της, πού καλύπτει τίς παντοειδεῖς ἀνάγκες των, θέτοντας ὅρια καί κανόνες μέ Ἀγάπη ­και Σοφία.

Ἴσως γι’αὐτό εἶναι τόσο σπάνια ἡ ταπεινότητα στούς ἀνθρώπους στίς μέρες μας.

(Ταπεινότητα ἔχουν τά παιδιά, κάθε ἐξελικτικῆς ἡλικίας, μέχρι νά κα­ταφέρει ἡ «ἐκπαίδευση» τῶν μεγάλων, ν’ ἀλλάξει τά φῶτα τους!)

Να παλεύετε για τα όνειρά σας

Περνώντας τα χρόνια συνειδητοποιούμε ότι λύδια λίθο στη ζωή μας αποτελούν τα ιδανικά. Εκείνοι οι στόχοι, οι πεποιθήσεις, οι αξίες, οι άνθρωποι, που διεγείρουν την ψυχοσύνθεσή μας και μας κάνουν να παλεύουμε καθημερινά για μια καλύτερη ζωή, για ένα μέλλον με όραμα.

Δεν είναι λίγες οι φορές που πιάνεις τον εαυτό σου ν’ αναρωτιέται, μήπως πρέπει να συμβιβαστείς με όσα σου προσφέρονται ή με όσα χρειάζεται ένας μέσος άνθρωπος για να ζήσει. Για να το θέσω πιο ορθά, με όσα μας έχουν συνηθίσει να πιστεύουμε πως είναι αρκετά.

Έχουμε συμβιβαστεί με τη μετριότητα και δεν αναζητούμε πλέον το ιδανικό. Και ποιο είναι το ιδανικό, θα με ρωτήσεις. Εκείνο που σε ολοκληρώνει και σε κάνει ευτυχισμένο. Εκείνο που φανταζόσουν από μικρός ότι κάποια στιγμή θα το αποκτούσες. Εκείνο που ήταν όνειρο, φιλοδοξία κι ανεκπλήρωτος στόχος για σένα. Εκείνο που φέρνει την ευτυχία και την ψυχική αγαλλίαση. Εκείνο είναι το ιδανικό. Όλα τα υπόλοιπα με τα οποία απλώς περνάμε καλά κατατάσσονται στη φάση «κι η ζωή συνεχίζεται».

Ο κόσμος πλέον αρκείται να βρει μια δουλειά που απλώς θα τα φέρνει βόλτα με τις καθημερινές του ανάγκες, δεν ψάχνει να ασχοληθεί μ’ εκείνο που πάντα ήθελε. Θα μου πείτε και τι να κάνουμε, να μείνουμε άνεργοι; Σε καμία περίπτωση. Απλώς, βαθιά μέσα μας πάντα θα πρέπει να έχουμε τις κεραίες μας ανοιχτές κι όταν μας παρουσιαστεί μία ευκαιρία, να την αδράξουμε. Η επανάπαυση σ’ αυτό που έχουμε, χωρίς να κοιτάζουμε το μέλλον, το δικό μας μέλλον, οδηγεί σε ανθρώπους που συμβιβάστηκαν για να ζήσουν, σε ανθρώπους που μέσα τους κυριαρχούν ανεκπλήρωτοι πόθοι και κατακερματισμένα όνειρα.

Στον τομέα της ψυχαγωγίας, προφασιζόμαστε όλοι ότι δεν έχουμε χρόνο. Το καταλαβαίνω, τρέχουμε απ’ τη μια δουλειά στην άλλη, απ’ το πανεπιστήμιο στο φροντιστήριο, απ’ τη δουλειά στο γυμναστήριο και γενικά τρέχουμε για να προλάβουμε όλες τις δραστηριότητες με τις οποίες έχουμε γεμίσει το καθημερινό πρόγραμμά μας.

Μέσα σ’ όλα αυτά, καταλήγουμε να γυρίζουμε σπίτι ν’ ανοίγουμε την τηλεόραση, τον υπολογιστή κι απλώς να χαζεύουμε περνώντας την ώρα μας. Άκουσες σήμερα ένα τραγούδι που να το αγαπάς και να σε ταξιδεύει; Διάβασες ένα ποίημα για να σου θυμίσει τι σημαίνει ψυχική ανάταση; Ταξίδεψες στις σελίδες ενός βιβλίου; Έγραψες, έστω, λίγες αράδες σ’ ένα χαρτί για ν’ αποτυπώσεις τις σκέψεις σου; Η τέχνη σε κάθε μορφή της είναι ένα μέσο ν’ αγγίξουμε για λίγο την ψυχή μας και να μεταμορφώσουμε τη ζωή μας από πεζή σε ενδιαφέρουσα. Να δώσουμε νόημα στην ύπαρξή μας.

Κι ύστερα οι σχέσεις. Μεγάλο κεφάλαιο συμβιβασμού στη μετριότητα. Το βλέπετε γύρω σας, το ζείτε, ίσως το έχετε περάσει κι εσείς. Δεν είναι λίγες οι στιγμές που για να διώξουμε τη μοναξιά μας συμβιβαζόμαστε με μια σχέση που δε μας καλύπτει. Μπορεί να μη μας καλύπτει επικοινωνιακά, συναισθηματικά, μπορεί ούτε και ψυχικά. Μπορεί να διατηρούμε σχέσεις μόνο για τη σεξουαλική εκτόνωση, μπορεί γιατί δε θέλουμε να αισθανόμαστε μόνοι κι έχουμε την ανάγκη να καταφεύγουμε πάντα σ’ ένα λιμάνι-καβάντζα, που πρόθυμο μας δέχεται πάντα στην αγκαλιά του.

Μπορεί να ρίχνουμε τα στάνταρτ μας για να βρεθούμε απλώς σε μία σχέση, μην μπορώντας να παλεύουμε άλλο καθημερινά με τη μοναξιά μας. Ξέρετε, η υπομονή είναι το πιο δύσκολο εγχείρημα για τον άνθρωπο. Να περιμένεις να έρθει ο ιδανικός άνθρωπος για σένα. Να είναι ό,τι έχεις ονειρευτεί, να σε καλύπτει σε όλα.

Κάποιοι ασπάζονται την άποψη «μπορεί να μην είναι ο τέλειος σύντροφος, αλλά θα τον κάνω εγώ». Κι η τελειότητα είναι καθαρά υποκειμενικό γνώρισμα. Αντί λοιπόν ν’ αναζητάς το τέλειο κι ιδανικό ταίρι, συμβιβάζεσαι μ’ ένα μέτριο με την πεποίθηση ότι θα το τελειοποιήσεις. Δε λέω στόχος είναι κι αυτός, αλλά όταν έχεις τη δυνατότητα να έχεις δίπλα σου έναν ιδανικό για σένα άνθρωπο χωρίς προσπάθεια, αλλά με αυθεντικότητα, αυτό δεν είναι τελειότερο;

Μεγαλώνουμε σε μια χώρα που η οικογένεια αποτελεί ίσως το σημαντικότερο ιδανικό για έναν άνθρωπο. Η τιμιότητα, η αξιοπρέπεια, ο σεβασμός στην προσωπικότητα και στη ζωή των άλλων, όπως κι η παιδεία αποτελούν εξίσου ιδανικά. Εκείνο όμως που πολύ συχνά ξεχνάμε είναι το όραμα. Πάντα θα συμβιβάζεσαι με κάτι μέτριο, αν δεν ονειρεύεσαι κάτι μεγάλο. Πάντα θα είσαι ευχαριστημένος με κάτι λιγότερο απ’ το επιθυμητό, αν δε στοχεύεις σε κάτι καλύτερο.

Τα ιδανικά στον άνθρωπο είναι η περιουσία του. Να ερωτεύεστε ανθρώπους με ιδανικά, ανθρώπους που μισούν τη μετριότητα και πασχίζουν με χίλιες δυο δυσκολίες για ένα καλύτερο αύριο. Αυτοί είναι το μέλλον αυτού του τόπου. Αυτοί θα έπρεπε να είναι το μέλλον σου.

Μη συμβιβάζεστε λοιπόν με τη μετριότητα. Κι όπως είπε κι ο Goethe: «Στο βασίλειο των ιδεών, όλα εξαρτώνται από τον ενθουσιασμό. Στον πραγματικό κόσμο, όλα στηρίζονται στην επιμονή». Να παλεύετε για τα όνειρά σας.

Τουλάχιστον ας θυμώνουμε έξυπνα

Τυπικά ο θυμός συγκαλύπτει κάποια άλλα λιγότερο εμφανή ή αποδεκτά συναισθήματα – όσα δηλαδή αποκαλύπτουν τα τρωτά μας σημεία. Εύθραυστα συναισθήματα, όπως η λύπη και ο φόβος, μεταμφιέζονται συχνά σε θυμό ή και κρύβονται πίσω του. Άλλοτε πάλι η δύναμη του θυμού μεταφέρει την ενέργεια και των συναισθημάτων που δεν εκδηλώνουμε και δεν αναγνωρίζουμε. Όταν μάλιστα αυτό συμβαίνει, η δύναμή του είναι τεράστια.

Στον πυρήνα του θυμού βρίσκεται μια ενέργεια που απαιτεί να εκτονωθεί! Ο θυμός ωστόσο έχει και άλλες μορφές και αποχρώσεις. Όπως και τα συναισθήματα, ο θυμός έχει τη μορφή ενός συνεχούς. Μπορεί να είναι μικρός ή μεγάλος, παλιός ή νέος, δικαιολογημένος ή αδικαιολόγητος, θυμός που ξεσπά ή καταπνίγεται, θυμός που ξεσπά εναντίον του ίδιου μας του εαυτού (ενδραμάτιση 1) προς τους άλλους (εκδραμάτιση 2).
  • Ενδραμάτιση (acting in): στο χώρο της ψυχανάλυσης και της ψυχιατρικής ιατρικής ο όρος δηλώνει μια συμπεριφορική απάντηση που στρέφεται εναντίον του εαυτού μας.
  • Εκδραμάτιση (acting out): στο χώρο της ψυχανάλυσης και της ψυχιατρικής ο όρος δηλώνει μια συμπεριφορική απάντηση (συνήθως πράξη) σε μια ασυνείδητη ενόρμηση ή παρόρμηση με σκοπό την προσωρινή μερική ανακούφιση της εσωτερικής τάσης και την αποφυγή της επίγνωσης της πραγματικής αιτίας. Π.χ., η έντονη και πολλαπλή σεξουαλική συμπεριφορά ενός άντρα μπορεί να είναι αποτέλεσμα ασυνείδητου άγχους αμφισβήτησης της αντρικής του ταυτότητας.
Η ενέργεια που εκλύεται, όταν θυμώνουμε, μπορεί να εξυπηρετήσει τόσο καλούς όσο και κακούς σκοπούς. Ο θυμός μπορεί να γίνει η αφορμή για νέες ιδέες, για ανάπτυξη, για αλλαγή και για την επίτευξη κάποιων στόχων.

Μπορεί όμως και να οδηγήσει στη βία και σε εθιστικές καταστάσεις ισχύος.

Στις καταστάσεις ισχύος ένα άτομο εξουσιάζει κάποιο άλλο. Οι καταστάσεις αυτές βρίσκονται στον αντίποδα του αλληλοσεβασμού και της αμοιβαιότητας, μια και οφείλονται στην ανασφάλεια και τον φόβο μας.

Ο θυμός αποτελεί ένα σημαντικό είδος ενεργείας που πρέπει να το γνωρίσουμε και να το εξηγήσουμε. Όταν η σχέση μας με τον θυμό δεν είναι υγιής, οι συνέπειες για εμάς μπορεί να είναι καταστροφικές. Πάρα πολλά εγκλήματα οφείλονται στον θυμό, ειδικά όταν τον νιώθουμε ή τον εκδηλώνουμε αναπάντεχα.

Η ενέργεια του θυμού παίρνει πολλές μορφές, τόσο αρνητικές όσο και θετικές.
Το πρώτο βήμα για ν’ αντιμετωπίσουμε υπεύθυνα τον θυμό είναι ν’ αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι διαθέτει ενέργεια. Πολύ απλό! Μπορούμε να τη νιώσουμε. Τη γνωρίζουμε. Εκδηλώνεται με πονοκεφάλους, πόνο στο στομάχι, σφίξιμο των μυών, τρίξιμο των δοντιών, νευρικό χτύπημα των ποδιών, σπάσιμο της τσιχλόφουσκας, νευρικό κουδούνισμα των κλειδιών, ξερόβηχα, σύρσιμο των ποδιών, γύρισμα των ματιών, σφίξιμο των χεριών, ρυθμικό χτύπημα των δακτύλων, πτώση τον ηθικού κλπ.

Υπάρχουν πάρα πολλοί τρόποι για ν’ απελευθερώσουμε την ενέργεια του θυμού.

Γιατί όμως είναι τόσο σημαντικό ν’ αναγνωρίσουμε ότι ο θυμός έχει ενέργεια;
Όταν κατονομάζουμε την ενέργεια, συνειδητοποιούμε τι πραγματικά νιώθουμε εκείνη τη στιγμή και, από την άποψη αυτή, παύουμε να είμαστε υποχείρια ενός παράφορου συναισθήματος. Η ενέργεια χάνει ένα μέρος της δύναμής της. Θυμάστε την ιστορία του διαβολικού Ρούμπελστιλτσκιν; Ο τελευταίος είχε βοηθήσει ένα κορίτσι να γίνει βασίλισσα και, ως αντάλλαγμα, της ζήτησε να του δώσει τον πρωτότοκο γιο της. Η βασίλισσα νόμιζε ότι ο ανθρωπάκος θα είχε ξεχάσει την απαίτησή του. Αλλά, όταν γεννήθηκε ο γιος της, εκείνος εμφανίστηκε και ζήτησε να τον πάρει μαζί του. Η βασίλισσα τρομοκρατήθηκε. Ο Ρούμπελστιλτσκιν της είπε ότι, αν δεν τον αποκαλούσε με το σωστό του όνομα, θα έχανε το παιδί της. Η βασίλισσα ζήτησε βοήθεια και την έλαβε από έναν «αγγελιοφόρο». Ο ανθρωπάκος εμφανίστηκε για τελευταία φορά και η βασίλισσα τον αποκάλεσε με το σωστό του όνομα. Όταν εκείνος το άκουσε, χάθηκε για πάντα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα συναισθήματά μας: όταν τα κατονομάζουμε, τ’ απελευθερώνουμε και ταυτόχρονα γινόμαστε σοφότεροι, όπως η βασίλισσα.

Αλλαγή συμβαίνει, όταν μπορούμε να κατονομάσουμε τα συναισθήματά μας την ώρα που τα νιώθουμε. Όταν λέμε την αλήθεια, η ενέργειά τους απελευθερώνεται.

Εκφράσεις θυμού

Όταν αρχίσουμε ν’ αντιλαμβανόμαστε την ενέργεια του θυμού, θα τον εκδηλώνουμε πιο σωστά. Εκφράζουμε το θυμό μας με δύο κατά βάση τρόπους: (1) ξεσπώντας προς τα έξω και (2) ξεσπώντας προς τα μέσα.

Ξέσπασμα προς τα έξω (εκδραμάτιση)

Συχνά το ξέσπασμα φαίνεται ως κάτι πολύ φυσικό. Όπως και τα μωρά, νομίζουμε ότι μπορούμε να πάρουμε αυτό που θέλουμε, ξεσπώντας. Ουρλιάζουμε, κλοτσάμε και πεισμώνουμε. Αν δεν μάθουμε να λειτουργούμε διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να ξεσπάμε, πιστεύοντας ότι έτσι πετυχαίνουμε το στόχο μας, έστω και βραχυπρόθεσμα.

Όταν ξεσπάμε, έχουμε την εντύπωση ότι μπορούμε να εκτονώσουμε την ενέργεια του θυμού μας σε κάτι ή σε κάποιον άλλο. Όταν όμως το κάνουμε αυτό, η συναισθηματική ένταση κλιμακώνεται και από τις δύο πλευρές. Ορισμένες φορές μάλιστα μπορεί να νιώσουμε ένα είδος έκστασης του θυμού. Όταν βρισκόμαστε σ’ αυτή την κατάσταση, παύουμε να σκεφτόμαστε ή να εξετάζουμε κάθε άλλη λύση και προσπαθούμε να επιβάλουμε τα συναισθήματά μας στους άλλους. Βέβαια αυτό μπορεί να είναι απαραίτητο, όταν κινδυνεύει η ζωή μας, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις το ζήτημα δεν τίθεται με τη μορφή του διλήμματος ζωή ή θάνατος. Σε γενικές γραμμές το ξέσπασμα δεν είναι μια αποτελεσματική μέθοδος για τη διευθέτηση των διαφορών.

Τρόποι για ν’ αποφύγουμε το ξέσπασμα

Πρώτον, εξετάζουμε τις απόψεις μας. Σε ποιες ακριβώς στηρίζεται το ξέσπασμά μας; Πιστεύουμε πράγματι ότι για τα δυσάρεστα συναισθήματά μας φταίει κάποιος άλλος;

Κι αν τυχόν φταίει, πρέπει να τον τιμωρήσουμε;

Εμείς θ’ αποφασίσουμε για το είδος της τιμωρίας που πρέπει να του επιβληθεί;

Αν προσέξουμε καλά αυτό τον τρόπο σκέψης, θα δούμε ότι δεν διαφέρει και πολύ από εκείνον ενός μικρού παιδιού. Όταν τα παιδιά ξεσπούν, λέμε ότι αυτό ξέρουν αυτό κάνουν. Όταν όμως ξεσπά ένας ενήλικας, λέμε ότι θα έπρεπε να ξέρει ότι αυτός δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για να εκφράσει τα συναισθήματά του. ‘Όσους βρίζουν και χειροδικούν τους βάζουμε στη φυλακή. ‘Οταν ο άνθρωπος θέλει, μπορεί ν’ αλλάξει τόσο τις απόψεις του όσο και τη συμπεριφορά του, κι αυτό ανεξάρτητα από το αν είναι παιδί ή ενήλικας.

Δεύτερον, προσδιορίζουμε τα κίνητρά μας: τις λέξεις, τις πράξεις και τις καταστάσεις που μας ενοχλούν.

Ξέρω ένα ζευγάρι που είχε την τάση να καυγαδίζει πριν από το δείπνο. Μόλις συνειδητοποίησαν ότι έτρωγαν αργά, άρχισαν είτε να τσιμπάνε κάτι μόλις επέστρεφαν σπίτι είτε να τρώνε νωρίτερά. Οι καυγάδες τους οφείλονταν σε μια συγκεκριμένη κατάσταση (Situational Trigger). Όταν τη συνειδητοποίησαν, άρχισαν να κάνουν αλλαγές.

Τρίτον, παρακολουθούμε την πορεία του θυμού μας. Αρχίζουμε να το κάνουμε, όταν θυμώνουμε για πρώτη φορά. Αντιλαμβανόμαστε, για παράδειγμα, διάφορους μικρούς θυμούς που οφείλονται σε συγκεκριμένες καταστάσεις, όπως η αντιδικία μας με ένα συνάδελφο, η αργοπορημένη επιστροφή μας στο σπίτι λόγω της μεγάλης κίνησης στους δρόμους ή η ενόχλησή μας από τον καύσωνα. ‘Οταν καταφέρουμε ν’ αναγνωρίσουμε τους μικρούς αυτούς θυμούς -«Είμαι θυμωμένος με το συνάδελφό μου», «Σιχαίνομαι τη μεγάλη κίνηση», «Αυτή η ζέστη με τρελαίνει!»-, είναι πολύ πιθανό να μην ξεσπάσουμε στην οικογένειά μας, μόλις φτάσουμε σπίτι. Παρακολουθούμε τον εαυτό μας καθώς ο θυμός μεγαλώνει και προσπαθούμε να τον διαχειριστούμε σωστά. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για ν’ αντιμετωπίσουμε έξυπνα και δημιουργικά το θυμό μας: να φωνάζουμε μες στο αυτοκίνητο, να προσκαλούμε κάποιον για καφέ ή να παρκάρουμε και να μιλάμε για λίγο στο τηλέφωνο για διάφορα πράγματα.

Τέλος, αναλύουμε διάφορα γεγονότα και καταστάσεις που μας θυμώνουν. Τα γεγονότα αυτά μπορεί να είναι εξωγενή, όπως είναι οι συνθήκες που επικρατούν στη δουλειά μας. ‘Η και ενδογενή, όπως είναι η κακή συνήθεια να παίρνουμε προσωπικά τις πράξεις των άλλων. Αν διαπιστώσουμε κάτι τέτοιο, πρέπει να κάνουμε κάτι. Μπορούμε, για παράδειγμα, να συζητήσουμε με το συνάδελφό μας. Ν’ ακολουθήσουμε έναν άλλο δρόμο για να γυρίσουμε σπίτι. Να πάρουμε ένα ρεπό για να ξεκουραστούμε. Να εντάξουμε στο καθημερινό πρόγραμμά μας πράγματα που μας δίνουν δύναμη και κουράγιο, όπως το να γευματίσουμε με ένα φίλο ή να βγούμε με τη σύζυγό μας. Δεν είναι βέβαια πάντοτε απαραίτητο ν’ ασχοληθούμε με την κατάσταση εμείς οι ίδιοι ή ν’ ασχοληθούμε αμέσως με αυτή.

Μπορούμε ακόμα και να επιλέξουμε να μην κάνουμε κάτι. Σ’ αυτή την περίπτωση αναγνωρίζουμε τον θυμό και δίνουμε τη δυνατότητα στον εαυτό μας ν’ απελευθερώσει τη συσσωρευμένη ενέργεια. Μπορούμε, για παράδειγμα, να κάνουμε γυμναστική ή κάποιο σπορ, να χρησιμοποιήσουμε την ενέργεια αυτή για να πετύχουμε έναν προσωπικό στόχο, ν’ ασχοληθούμε με κάποια τέχνη, όπως η ζωγραφική ή η μουσική, και ν’ αποκτήσουμε κάποιο χόμπι. Μπορούμε επίσης να χρησιμοποιήσουμε το συναισθηματικό μας απόθεμα για ν’ απελευθερώσουμε το συσσωρευμένο θυμό μας.

Ακόμα κι αν δεν μπορούμε να μη θυμώνουμε, έχουμε τη δυνατότητα να μειώσουμε την ενέργειά μας, προβαίνοντας στις πράξεις που αναφέραμε παραπάνω:
  • εξετάζουμε τις απόψεις μας
  • προσδιορίζουμε τα κίνητρά μας
  • παρακολουθούμε την πορεία του θυμού μας
  • αναλύουμε τα γεγονότα που μας θυμώνουν και κάνουμε ό,τι πρέπει για ν’ αλλάξουμε τα πράγματα και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Πώς η έμφαση δίνεται στο «έχειν» και όχι στο «είναι»

Μια κάποια αλλαγή, όσον αφορά την έμφαση που δίνεται αντίστοιχα στο «έχειν» και στο «είναι», φαίνεται ξεκάθαρα στην όλο και αυξανόμενη χρήση των ουσιαστικών και στην επακόλουθη μείωση της χρήσης των ρημάτων στις δυτικές γλώσσες.

Το ουσιαστικό είναι η ακριβής κατονομασία ενός πράγματος. Μπορώ να πω ότι έχω πράγματα: έχω ένα τραπέζι, ένα σπίτι, ένα βιβλίο, ένα αυτοκίνητο. Η ακριβής κατονομασία μιας δραστηριότητας, όμως ή μιας διαδικασίας σε εξέλιξη είναι ένα ρήμα: λόγου χάρη, «είμαι», «αγαπώ», «επιθυμώ», «μισώ» κ.λπ. Αλλά όλο και πιο συχνά, ακόμη και μια δραστηριότητα εκφράζεται με όρους κτήσης: με άλλα λόγια, ένα ουσιαστικό αντικαθιστά το ρήμα. Το να εκφράσεις ωστόσο μια δραστηριότητα χρησιμοποιώντας το ρήμα «έχω» σε συνδυασμό με ένα ουσιαστικό, αποτελεί εσφαλμένη χρήση της γλώσσας, καθώς οι δραστηριότητες και οι διαδικασίες σε εξέλιξη μπορούν μόνο να βιωθούν και όχι να αποκτηθούν.

Οι καταστροφικές συνέπειες αυτής της σύγχυσης είχαν ήδη αναγνωριστεί από τον δέκατο όγδοο αιώνα. Ο Ντι Μαρέ έδωσε μια ιδιαίτερα ακριβή έκφραση αυτού του προβλήματος σ’ ένα έργο του που εκδόθηκε μετά των θάνατό του, με τίτλο: «Οι Πραγματικές Αρχές της Γραμματικής» (1769), Γράφει εκεί: «Στο παράδειγμα “Έχω ένα ρολόι”, το ρήμα πρέπει να εννοηθεί με την κυριολεκτική του σημασία• όταν, όμως, λέει κάποιος “έχω μια ιδέα”, τότε το “έχω” λέγεται μόνο μεταφορικά. Είναι μια δανεισμένη έκφραση. Έχω μια ιδέα σημαίνει σκέφτομαι, συλλαμβάνω κάτι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Παρόμοια, έχω μια επιθυμία σημαίνει επιθυμώ κ.ο.κ.».

Στη διάρκεια των δύο αιώνων μετά τον Ντι Μαρέ, αυτή η γενική τάση της υποκατάστασης των ρημάτων με ουσιαστικά έχει λάβει τόσο μεγάλες διαστάσεις, που ακόμη κι εκείνος ο ίδιος δύσκολα θα μπορούσε να είχε φανταστεί. Ιδού ένα τυπικό, ακόμη κι αν είναι κάπως παρατραβηγμένο, παράδειγμα της καθημερινής μας ομιλίας. Ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος πηγαίνει να συμβουλευτεί έναν ψυχαναλυτή και ξεκινά τη συζήτηση με τα παρακάτω λόγια: «Γιατρέ, έχω ένα πρόβλημα˙ έχω αϋπνία. Αν και έχω ένα όμορφο σπίτι, αξιαγάπητα παιδιά κι έναν ευτυχισμένο γάμο, έχω και πολλές ανησυχίες». Πριν από μερικές δεκαετίες, αντί ο ασθενής να πει «έχω ένα πρόβλημα», θα είχε ίσως πει «είμαι προβληματισμένος», αντί να πει «έχω αϋπνία», θα έλεγε «δεν μπορώ να κοιμηθώ»˙ και, αντί να πει «έχω έναν ευτυχισμένο γάμο», θα έλεγε «είμαι ευτυχισμένος στον γάμο μου».

Ο πιο πρόσφατος τρόπος έκφρασης δηλώνει και τον υψηλό βαθμό αλλοτρίωσης που έχει επικρατήσει. Λέγοντας «έχω ένα πρόβλημα» αντί «είμαι προβληματισμένος», η υποκειμενική εμπειρία περιορίζεται: το εγώ της βιωμένης εμπειρίας υποκαθίσταται από αυτό της κτήσης. Έχω μετασχηματίσει το συναίσθημά μου σε κάτι το οποίο κατέχω: ένα πρόβλημα. Όμως, η λέξη «πρόβλημα» είναι ένας αφηρημένος όρος για κάθε λογής δυσκολία. Δεν δύναμαι να έχω ένα πρόβλημα, καθώς αυτό το τελευταίο δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να βρίσκεται στην κατοχή μου. Ωστόσο, μπορεί αυτό να κατέχει εμένα. Με διαφορετική διατύπωση, έχω μεταβάλει τον εαυτό μου σε «πρόβλημα» και τώρα πια με κατέχει το δημιούργημά μου. 

Αυτός o τρόπος ομιλίας προδίδει επομένως μια κρυμμένη, ασυνείδητη αλλοτρίωση. Αλλά βέβαια, θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει σε όλα αυτά πως η αϋπνία είναι ένα φυσικό σύμπτωμα όπως ο πονεμένος λαιμός ή ο πονόδοντος, και γι’ αυτό είναι αποδεκτό να λέμε ότι έχουμε αϋπνία, όπως λέμε ότι έχουμε πονεμένο λαιμό. Αλλά εδώ υπάρχει μια διαφορά: ένας πονεμένος λαιμός ή ένας πονόδοντος είναι σωματικές αισθήσεις, οι οποίες μπορούν να είναι περισσότερο ή λιγότερο έντονες, όμως δεν έχουν ιδιαίτερη ψυχική χροιά. Μπορεί κανείς να έχει πονεμένο λαιμό, αφού βέβαια έχει λαιμό, όπως μπορεί να έχει πονεμένο δόντι, αφού έχει δόντια. Η αϋπνία, αντίθετα, δεν είναι μια σωματική αίσθηση, αλλά μια πνευματική κατάσταση του ανθρώπου, αυτή κατά την οποία αδυνατεί να κοιμηθεί. Αν πω ότι «έχω αϋπνία» αντί «δεν μπορώ να κοιμηθώ», προδίδω την επιθυμία μου να απωθήσω μακριά μου την εμπειρία του άγχους μου, της ανησυχίας και της έντασης που δεν με αφήνουν να κοιμηθώ, και να αντιμετωπίσω ένα φαινόμενο που σχετίζεται με το μυαλό μου σαν να ήταν σωματικό σύμπτωμα.

Ή ένα άλλο παράδειγμα˙ το να πω «έχω μεγάλη αγάπη για σένα», δεν σημαίνει απολύτως τίποτε. Η αγάπη δεν είναι ένα πράγμα που μπορεί κάποιος να το έχει, αλλά μια ζωντανή διαδικασία, μια εσωτερική δραστηριότητα, υποκείμενο της οποίας είναι αυτός ο κάποιος. Μπορώ να αγαπώ, μπορώ να είμαι ερωτευμένος, αλλά αγαπώντας… δεν έχω τίποτε. Στην πραγματικότητα, μάλιστα, όσο λιγότερα έχω τόσο περισσότερο μπορώ να αγαπώ

Δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα

Ένας άντρας που περπατούσε μέσα στη νύχτα γλίστρησε κι έπεσε από ένα βραχώδες μονοπάτι. Φοβούμενος ότι θα πέσει εκατοντάδες μέτρα στο κενό –γιατί ήξερε ότι ακριβώς στο χείλος του μονοπατιού ένα βαθύ λαγκάδι απλωνόταν- αρπάχτηκε από ένα κλαδί που κρεμόταν στην άκρη.

Στη σκοτεινιά της νύχτας το μόνο που έβλεπε από κάτω του ήταν μια απύθμενη άβυσσος. Φώναξε και του απάντησε η ίδια του η κραυγή που αντήχησε δεν υπήρχε κανείς να τον ακούσει.

Φαντάζεσαι αυτόν τον άντρα και ολόκληρη τη μαρτυρική του νύχτα. Κάθε στιγμή υπήρχε από κάτω του ο θάνατος, τα χέρια του κρύωναν, η λαβή του όλο και χαλάρωνε… αλλά κατόρθωσε να κρατηθεί. Κι όταν ο ήλιος ανέτειλε, κοίταξε κάτω… και γέλασε!

Δεν υπήρχε καμία άβυσσος. Μόλις δεκαπέντε εκατοστά κάτω από τα πόδια του υπήρχε ένας βράχος που προεξείχε. Θα μπορούσε να είχε ξεκουραστεί όλη τη νύχτα, να είχε κοιμηθεί καλά η προεξοχή ήταν αρκετά μεγάλη αλλά αντ’ αυτού, όλη του η νύχτα ήταν ένας εφιάλτης.

Από τη δική μου εμπειρία μπορώ να σου πω:

Δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα.

Οι έξυπνοι της ζωής συνεργάζονται ενώ οι κουτοί ανταγωνίζονται

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Δεν υπάρχει καμία αντίφαση. Προσπάθησε να δεις τη ζωή σαν μαραθώνιο. Υπάρχουν συμμετέχοντες που τρέχουν δίπλα σου. Όσο η παρουσία τους λειτουργεί σαν ερέθισμα και ενεργεί καθησυχαστικά, δεν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα. Τη στιγμή, όμως, που κάποιος θελήσει να κερδίσει τον συναγωνιζόμενο, η κατάσταση αλλάζει τελείως.

Ο αρχικός στόχος, που έπρεπε να ήταν «να καταφέρει να τερματίσει» ή «να τρέξει γρήγορα», μετατρέπεται στον στόχο «να νικήσει εκείνο το άτομο». Ο συναγωνιστής, που έπρεπε να ήταν ένας φίλος, μετατρέπεται σε ορκισμένο εχθρό που πρέπει να συντριβεί. Κι αυτό φέρνει με τη σειρά του ύπουλες μεθοδεύσεις με σκοπό τη νίκη και οδηγεί ακόμα και σε αθέμιτες συμπεριφορές. Ακόμα κι όταν ολοκληρωθεί ο αγώνας, το άτομο αδυνατεί να γιορτάσει τη νίκη του συναγωνιστή και παλεύει με αισθήματα φθόνου και κατωτερότητας.

ΝΕΟΣ: Και γι’ αυτό ο ανταγωνισμός είναι μη αποδεκτός,

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Όπου υπάρχει ανταγωνισμός, προκύπτουν και ύπουλες μεθοδεύσεις και αθέμιτες συμπεριφορές. Δε χρειάζεται να νικήσεις κάποιον. Δεν είναι αρκετό να καταφέρεις να τερματίσεις;

ΝΕΟΣ: Αποκλείεται να είστε τόσο αφελής. Είστε πραγματικά αφελής αν έχετε τέτοιες απόψεις.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Τότε, ας σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε ως παράδειγμα τον μαραθώνιο και ας επιστρέψουμε στην πραγματική κοινωνία. Αντίθετα με τον μαραθώνιο, όπου οι άνθρωποι συναγωνίζονται για τον καλύτερο χρόνο, σε μια κοινότητα που κυβερνάται από αρχηγό δεν υπάρχουν σαφή κριτήρια ως προς το τι συνιστά νίκη. Σε μια σχολική τάξη υπάρχουν κι άλλες παράμετροι πέραν των σχολικών μαθημάτων που μπορούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις κάποιου. Κι όσο τα κριτήρια είναι ασαφή, ο κόσμος θα είναι γεμάτος ανθρώπους που κρατούν τους συντρόφους τους πίσω, παίρνουν τα εύσημα για τη δουλειά άλλων και κολακεύουν τους ηγέτες τους με στόχο να κερδίσουν την αναγνώριση μόνο για τους εαυτούς τους. Έχεις γίνει μάρτυρας αυτού ακόμα και στον εργασιακό σου χώρο, έτσι δεν είναι;

ΝΕΟΣ: Ναι, μάλλον…

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Προκειμένου να αποτρέψει τέτοιες καταστάσεις, ένας οργανισμός πρέπει να εφαρμόζει μια πραγματική δημοκρατία όπου δεν υπάρχει ανταμοιβή, τιμωρία, αλλά και ανταγωνισμός. Έχε, σε παρακαλώ, στο μυαλό σου πως η σχολική εκπαίδευση που προσπαθεί να χειραγωγήσει τους άλλους με ανταμοιβή και τιμωρία αντιπροσωπεύει μια συμπεριφορά που δε θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από τη δημοκρατία.

ΝΕΟΣ: Τότε, πείτε μου το εξής. Τι πιστεύετε πως είναι η δημοκρατία; Τι είδος οργανισμού ή κοινότητας θα χαρακτηρίζατε δημοκρατικό;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Μια κοινότητα που διοικείται όχι βάσει της αρχής του ανταγωνισμού, αλλά βάσει της αρχής της συνεργασίας.

ΝΕΟΣ: Αρχή της συνεργασίας;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Αντί για τον ανταγωνισμό με τους άλλους, να βάζεις τη συνεργασία με τους άλλους πάνω απ’ όλα τα άλλα. Αν καταφέρεις να λειτουργήσεις με γνώμονα την αρχή της συνεργασίας στην τάξη σου, οι μαθητές σου πιθανώς να υιοθετήσουν ένα σχέδιο ζωής που θα τους επιτρέπει να λένε “οι άνθρωποι είναι σύντροφοί μου”.

ΝΕΟΣ: Χα χα! Ας συναδελφωθούμε όλοι κι ας βάλουμε τα δυνατά μας; Ούτε καν στα νηπιαγωγεία δε στέκουν αυτά τα όνειρα θερινής νυκτός!

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Ας υποθέσουμε ότι έχουμε έναν μαθητή που έχει εκδηλώσει επανειλημμένως προβληματικές συμπεριφορές. Πολλοί εκπαιδευτικοί θα σκέφτονταν: Τι να κάνω με αυτόν τον μαθητή; Θα σκέφτονταν αν θα πρέπει να επαινέσουν, να επιπλήξουν ή να αγνοήσουν το αγόρι, ή αν θα πρέπει να ακολουθήσουν κάποια άλλη προσέγγιση. Και τότε θα το φώναζαν στο γραφείο των καθηγητών, όπου και θα ασχολούνταν μεμονωμένα με την περίπτωσή του. Αλλά αυτός ο τρόπος σκέψης είναι λανθασμένος.

ΝΕΟΣ: Γιατί;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Το πρόβλημα εδώ είναι ότι η αρχή του ανταγωνισμού έχει διαποτίσει όλη την τάξη, όχι ότι το παιδί που εκδήλωσε την προβληματική συμπεριφορά είναι κακό. Αν πάθαινε πνευμονία, για παράδειγμα, δε θα την πάθαινε επειδή την κόλλησε μόνο του, αλλά επειδή ολόκληρη η τάξη είχε προσβληθεί εξαρχής. Η προβληματική του συμπεριφορά είναι σύμπτωμα. Αυτός είναι ο τρόπος σκέψης της αντλεριανής ψυχολογίας.

ΝΕΟΣ: Είναι αρρώστια ολόκληρης της τάξης;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Ναι, είναι μια αρρώστια που ονομάζεται «αρχή του ανταγωνισμού». Αυτό που απαιτείται από τους εκπαιδευτικούς είναι να κοιτάξουν την κοινότητα εντός της οποίας εντοπίζεται το πρόβλημα, όχι το μεμονωμένο άτομο που το εκ δηλώνει. Και τότε, αντί να προσπαθεί να θεραπεύσει το άτομο, να αρχίσει να θεραπεύει την ίδια την κοινότητα.

ΝΕΟΣ: Πώς θεραπεύει κανείς μια ολόκληρη τάξη που πάσχει από πνευμονία;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Παύει να ανταμείβει και να τιμωρεί, ενώ παράλληλα καταπνίγει συνεχώς εν τη γενέσει του τον ανταγωνισμό. Απαλλάσσει την τάξη από την αρχή του ανταγωνισμού. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος.

ΝΕΟΣ: Αυτό θα ήταν αδύνατο και θα είχε και το αντίθετο αποτέλεσμα! Ξεχάσατε πως εφάρμοσα την εκπαίδευση χωρίς έπαινο, και απέτυχα;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Ναι, το ξέρω. Ας σταθούμε εδώ για ένα λεπτό και ας κάνουμε μια αποτίμηση των σημείων που συζητήσαμε. Πρώτα απ’ όλα, η ίδια η φύση του ανταγωνισμού, όπου οι άνθρωποι αναμετρώνται μεταξύ τους για το ποιος θα επικρατήσει σε δύναμη ή ποιος θα τερματίσει πρώτος, πάντα καταλήγει σε κάθετες σχέσεις. Γιατί δημιουργεί νικητές και ηττημένους και τις συνεπαγόμενες ιεραρχικές σχέσεις που τους συνδέουν.

ΝΕΟΣ: Σύμφωνοι.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Αντιθέτως, οι οριζόντιες σχέσεις που πρεσβεύει η αντλεριανή ψυχολογία είναι εμποτισμένες με την αρχή της συνεργασίας. Κανείς δεν ανταγωνίζεται κανέναν, και δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Δεν έχει σημασία αν υπάρχουν διαφορές ως προς το επίπεδο γνώσεων ή εμπειρίας ή ικανότητας ανάμεσα στα άτομα. Όλοι είναι ίσοι, ανεξαρτήτως ακαδημαϊκών ή επαγγελματικών επιτευγμάτων, και η συνεργασία είναι εκείνη που δίνει νόημα στην έννοια της κοινότητας.

ΝΕΟΣ: Ώστε αυτό εννοείτε όταν μιλάτε για δημοκρατικό κράτος;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Ναι. Η αντλεριανή ψυχολογία είναι μια βασισμένη σε οριζόντιες σχέσεις, ψυχολογία της δημοκρατίας.

ΝΕΟΣ: Εντάξει. Τα σημεία σύγκρουσης είναι σαφή. Εσείς λέτε ότι δεν είναι πρόβλημα του ατόμου, αλλά ολόκληρης της τάξης ότι η αρχή του ανταγωνισμού που έχει διαποτίσει την τάξη είναι η ρίζα του κακού.

Εγώ, από την άλλη, επικεντρώνομαι στο άτομο. Για ποιον λόγο συμβαίνει αυτό; Λοιπόν, για να δανειστώ τα δικά σας λόγια , ο λόγος είναι ο σεβασμός. Κάθε μαθητής , με τη δική του μοναδική προσωπικότητα, υφίσταται ως ένα ξεχωριστό πλάσμα. Υπάρχουν διάφορα είδη μαθητών. Κάποιοι είναι ήσυχοι και φρόνιμοι, άλλοι θορυβώδεις και ζωηροί, άλλοι είναι σοβαροί κι άλλοι έχουν φλογερό ταπεραμέντο. Δεν είναι ένα πλήθος χωρίς ατομικά χαρακτηριστικά.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Ναι, βέβαια, έτσι είναι.

ΝΕΟΣ: Αλλά κι εσείς, ακόμα κι όταν μιλάτε περί δημοκρατίας, προσπαθείτε να μη βλέπετε το κάθε παιδί ξεχωριστά, αλλά να τα βλέπετε όλα ομαδικά. Επιπλέον, ευαγγελίζεστε ότι όλα θα αλλάξουν αν αλλάξουμε το σύστημα. Αυτό είναι στην ουσία κομμουνισμός.

Η δική μου άποψη είναι διαφορετική . Δεν έχει σημασία ποιο είναι το σύστημα – δημοκρατικό, κομμουνιστικό ή οτιδήποτε άλλο. Εγώ ασχολούμαι με την πνευμονία καθενός ξεχωριστά, όχι με την πνευμονία όλης της τάξης,

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Γιατί αυτό έκανες πάντα.

ΝΕΟΣ: Μιλώντας συγκεκριμένα, εσείς πώς θα αντιμετωπίζατε την πνευμονία τους; Αυτό είναι ένα ακόμα σημείο σύγκρουσης. Η δική μου απάντηση θα ήταν με επιδοκιμασία. Ικανοποιώντας την ανάγκη τους για επιδοκιμασία.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Χμ…

ΝΕΟΣ: Καταλαβαίνω. Πραγματικά καταλαβαίνω την άρνησή σας απέναντι στην ανάγκη για επιδοκιμασία. Εγώ όμως την αποδέχομαι ενεργά. Έχω καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα βάσει προσωπικής εμπειρίας, οπότε δεν πρόκειται να υποκύψω εύκολα. Αναζητώντας απεγνωσμένα την επιδοκιμασία, τα παιδιά αυτά ξεπάγιασαν από το κρύο και αρρώστησαν.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Μπορείς να εξηγήσεις τη λογική πίσω από το συμπέρασμά σου;

ΝΕΟΣ: Στην αντλεριανή ψυχολογία, αρνείστε την ανάγκη για επιδοκιμασία. Για ποιον λόγο; Γιατί ως αποτέλεσμα της επιθυμίας του να γίνει αποδεκτό από έναν τρίτο, το άτομο, ενεργώντας υπό την πίεση της ανάγκης για επιδοκιμασία, θα αρχίσει, προτού το καταλάβει, να ζει μια ζωή που εναρμονίζεται με τις επιθυμίες αυτού του τρίτου. Με άλλα λόγια, θα ζει τη ζωή ενός άλλου.

Αλλά δε ζούμε για να ικανοποιούμε τις προσδοκίες κάποιου άλλου. Είτε αυτός ο άλλος είναι οι γονείς μας ή ο καθηγητής μας ή ο οποιοσδήποτε άλλος, δεν πρέπει να επιλέγουμε ένα σχέδιο ζωής που ικανοποιεί τις προσδοκίες εκείνου του άλλου. Σωστά το λέω;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Ναι.

ΝΕΟΣ: Αν κάποιος ανησυχεί συνεχώς για το πώς τον κρίνουν οι άλλοι, καταλήγει να μη ζει την ίδια του τη ζωή. Γίνεται ένας τρόπος ζωής που δεν είναι πλέον ελεύθερος. Πρέπει να είμαστε ελεύθεροι. Κι αν κάποιος ευελπιστεί να βρει την ελευθερία, δεν πρέπει να αναζητά την επιδοκιμασία. Δεν είναι εσφαλμένη η κατανόησή μου, σωστά;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Όχι, δεν είναι εσφαλμένη

ΝΕΟΣ: Είναι μια υπέροχη, αληθινά θαρραλέα ιστορία. Αλλά ξέρετε τι γίνεται; Δυστυχώς, δεν μπορούμε να είμαστε αρκετά δυνατοί! Ακόμα κι εσείς, αν παρατηρούσατε την πραγματική καθημερινότητα με τους μαθητές, θα καταλαβαίνατε. Κάνουν ό,τι μπορούν για να παραστήσουν τους σκληρούς, αλλά μέσα τους είναι τρομερά ανασφαλείς. Δεν μπορούν με τίποτα να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση και υποφέρουν από αισθήματα κατωτερότητας. Χρειάζονται την επιδοκιμασία των άλλων.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Είναι ακριβώς έτσι όπως το λες.

ΝΕΟΣ: Μη συμφωνείτε τόσο επιπόλαια μαζί μου, ξεπερασμένε Σωκράτη! Τα άτομα για τα οποία μιλάτε εσείς είναι όλοι σκέτα αγάλματα του Δαβίδ.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Αγάλματα του Δαβίδ;

ΝΕΟΣ: Ναι, γνωρίζετε τον Δαβίδ του Μιχαήλ Άγγελου, έτσι; Είναι η ιδανική αναπαράσταση του ανθρώπινου σώματος – συμμετρικό και μυώδες, χωρίς ίχνος λίπους. Αλλά είναι μια εξιδανικευμένη εικόνα, χωρίς σάρκα και οστά, και δεν αναπαριστά ένα πλάσμα που υπάρχει στην πραγματικότητα. Οι πραγματικοί άνθρωποι παθαίνουν στομαχόπονους, οι πραγματικοί άνθρωποι αιμορραγούν! Εσείς μιλάτε πάντα για τους ανθρώπους λες και είναι εκείνο το ιδανικό άγαλμα του Δαβίδ.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Χα χα! Ενδιαφέρων ο τρόπος που το θέτεις.

ΝΕΟΣ: Αυτό στο οποίο εστιάζω εγώ είναι οι αληθινοί, ζωντανοί άνθρωποι. Μιλάω για ευαίσθητα παιδιά, στο έπακρον ατομικιστές, παιδιά που είναι από κάθε άποψη αμήχανα και εύθικτα. Πρέπει να ικανοποιήσω αυτή την ανάγκη για επιδοκιμασία σε καθένα ξεχωριστά, και με πιο υγιή τρόπο. Με μία λέξη, πρέπει να τα επαινέσω. Αν δεν το πράξω, δε θα μπορέσουν να ανακτήσουν το θάρρος που έχασαν.

Ενδύεστε τον χιτώνα του ενάρετου ανθρώπου, αλλά κρατάτε τους αδύναμους σε απόσταση. Έχετε ιδεαλιστικές θεωρίες για τους θαρραλέους και τους λεοντόκαρδους, αλλά τίποτα για τους πραγματικούς ανθρώπους.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Μάλιστα . Αν τα λόγια μου ακούστηκαν ως μη πρακτικές, ιδεαλιστικές θεωρίες, δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου. Η φιλοσοφία πρέπει να είναι μια αναζήτηση που βασίζεται σε στέρεο έδαφος, έχοντας πάντα επίγνωση ότι τα ιδανικά που κυνηγάμε δεν παύουν να είναι ιδανικά. Ας δούμε από μια άλλη σκοπιά τους λόγους για τους οποίους η αντλεριανή ψυχολογία δεν αποδέχεται την ανάγκη για επιδοκιμασία.

ΝΕΟΣ: Α, προσπαθείτε να δικαιολογήσετε τα πάντα, ακριβώς σαν τον Σωκράτη!

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Ο όρος «αίσθημα κατωτερότητας» που ανέφερες νωρίτερα είναι κλειδί εδώ.

ΝΕΟΣ: Χμ… Θέλετε να μιλήσουμε για αισθήματα κατωτερότητας; Εντάξει. Ξέρετε, είμαι ειδικός στα αισθήματα κατωτερότητας.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Κατ’ αρχάς, κατά την παιδική ηλικία, όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως έχουν αισθήματα κατωτερότητας. Αυτό αποτελεί μείζον δεδομένο στην αντλεριανή ψυχολογία.

ΝΕΟΣ: Ανεξαιρέτως;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Ακριβώς. Ο άνθρωπος είναι μάλλον το μόνο πλάσμα του οποίου το σώμα χρειάζεται μεγαλύτερο διάστημα για να αναπτυχθεί απ’ ό,τι ο νους. Ενώ στα άλλα πλάσματα το σώμα και ο νους αναπτύσσονται με την ίδια ταχύτητα, στους ανθρώπους πρώτα αναπτύσσεται ο νους, ενώ το σώμα μένει πίσω. Κατά μία έννοια, είμαστε όντα που ζουν δεμένα χειροπόδαρα. Γιατί, παρόλο που το μυαλό μας είναι ελεύθερο, το σώμα μας δεν είναι.

ΝΕΟΣ: Χμ, ενδιαφέρουσα σκοπιά αυτή.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Ως αποτέλεσμα, τα παιδιά παλεύουν με το κενό που υπάρχει ανάμεσα σε αυτό που θέλουν να κάνουν από νοητικής πλευράς και αυτό που μπορούν να κάνουν από σωματικής πλευράς. Υπάρχουν πράγματα που εμείς οι ενήλικες γύρω τους μπορούμε να κάνουμε, αλλά εκείνα δεν μπορούν: εκείνο το ράφι όπου οι μεγάλοι βάζουν πράγματα αυτά δεν το φτάνουν εκείνες τις πέτρες που μπορούν να κουβαλήσουν οι ενήλικες αυτά δεν μπορούν να τις σηκώσουν και δεν μπορούν να συμμετέχουν και στις συζητήσεις τους.

Τα παιδιά βιώνουν αυτή την αίσθηση ανημποριάς -ή ανολοκλήρωτου εαυτού, θα μπορούσε να πει κανείς- και, κατά κανόνα, δεν μπορούν παρά να έχουν αισθήματα κατωτερότητας

ΝΕΟΣ: Άρα ξεκινούν τη ζωή τους ως ανολοκλήρωτα όντα;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Ναι. Φυσικά, τα παιδιά δεν είναι «ανολοκλήρωτα» ως άνθρωποι. Απλώς η σωματική ανάπτυξη δε συμβαδίζει ακόμα με τη νοητική. Αλλά οι ενήλικες βλέπουν μόνο τις σωματικές τους ανάγκες και αρχίζουν να τους φέρονται σαν μωρά. Δεν προσπαθούν να δουν το μυαλό των παιδιών. Οπότε, είναι φυσικό τα παιδιά να έχουν αισθήματα κατωτερότητας. Γιατί παρ’ ότι το μυαλό τους δε διαφέρει από αυτό των ενηλίκων, δεν αναγνωρίζεται η ανθρώπινη αξία τους.

ΝΕΟΣ: Όλοι οι άνθρωποι ξεκινούν ως ανολοκλήρωτα όντα, οπότε όλοι βιώνουν αισθήματα κατωτερότητας. Αρκετά απαισιόδοξη αυτή η άποψη.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Δεν έχει μόνο αρνητικά. Αυτό το αίσθημα κατωτερότητας, αντί να γίνεται εμπόδιο, αποτελούσε πάντα ερέθισμα για προσπάθεια και εξέλιξη.

ΝΕΟΣ: Με ποιον τρόπο;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Αν τα ανθρώπινα πόδια ήταν το ίδιο γρήγορα με αυτά των αλόγων, τότε δε θα είχαν εφευρεθεί ποτέ οι άμαξες πιθανώς ούτε και τα μηχανοκίνητα οχήματα. Αν μπορούσαμε να πετάξουμε σαν τα πουλιά, δε θα είχε εφευρεθεί ποτέ το αεροπλάνο. Αν είχαμε γούνα σαν αυτή της πολικής αρκούδας, δε θα είχαν εφευρεθεί τα χειμερινά ρούχα, και αν κολυμπούσαμε σαν τα δελφίνια, δε θα είχε υπάρξει ποτέ ανάγκη για πλοία ή ναυτικές πυξίδες.

Ο πολιτισμός είναι το προϊόν της ανάγκης του ανθρώπου για να ξεπεράσει τη σωματική του αδυναμία, και η ιστορία της ανθρωπότητας είναι η ιστορία του θριάμβου της επί της κατωτερότητάς της.

ΝΕΟΣ: Δηλαδή, επειδή ήμασταν αδύναμοι καταφέραμε να κτίσουμε τέτοιον πολιτισμό;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Ακριβώς. Και για να το πάμε ένα βήμα παραπέρα, εξαιτίας αυτής της αδυναμίας είναι που οι άνθρωποι δημιουργούν κοινωνίες και ζουν με σχέσεις συνεργασίας. Από την εποχή του κυνηγού-συλλέκτη ακόμα, ζούσαμε σε ομάδες και συνεργαζόμασταν με τους συντρόφους μας για το κυνήγι ζώων και την ανατροφή των παιδιών. Δεν ήταν ότι 'θέλα με όντως να συνεργαζόμαστε μεταξύ μας. Ήταν ότι ήμασταν αδύναμοι – τόσο απελπιστικά αδύναμοι, που δεν μπορούσαμε να ζήσουμε χώρια.

ΝΕΟΣ: Λόγω αυτής της αδυναμίας οι άνθρωποι σχημάτισαν ομάδες και δημιούργησαν κοινωνίες. Άρα, λοιπόν, η δύναμή μας και ο πολιτισμός μας είναι καρποί αυτής της αδυναμίας.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Βλέποντάς το από την ανάποδη, δεν υπάρχει τίποτα πιο τρομακτικό για τον άνθρωπο από την απομόνωση. Για τους απομονωμένους ανθρώπους, δεν απειλείται μόνο η σωματική τους ασφάλεια αλλά και η ψυχική. Γιατί, ενστικτωδώς, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε μόνοι μας. Ως αποτέλεσμα, λαχταράμε πάντα μια δυνατή σύνδε ση με άλλους. Αντιλαμβάνεσαι τι σημαίνει αυτό το γεγονός ;

ΝΕΟΣ: Όχι. Τι σημαίνει;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Όλοι έχουν μέσα τους έμφυτο το αίσθημα της κοινότητας. Και είναι κάτι που συνδέεται βαθιά με την ανθρώπινη ταυτότητα.

ΝΕΟΣ: Ααα!

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Όπως δεν μπορούμε να φανταστούμε μια χελώνα χωρίς καβούκι ή μια καμηλοπάρδαλη με κοντό λαιμό, έτσι δεν υφίσταται και άνθρωπος που να είναι εντελώς αποκομμένος από τους γύρω του. Το αίσθημα της κοινότητας δεν είναι κάτι που αποκτάται, αλλά κάτι που ο άνθρωπος ξεθάβει από μέσα του, γι’ αυτό και μπορεί να το μοιράζεται με άλλους ανθρώπους. Όπως διευκρινίζει ο Άντλερ, «το αίσθημα της κοινότητας αντικατοπτρίζει πάντα την αδυναμία του σώματος και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι μας».

ΝΕΟΣ: Ένα αίσθημα κοινότητας που πηγάζει από την ανθρώπινη αδυναμία.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Τα ανθρώπινα όντα είναι σωματικά αδύναμα. Αλλά ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι αξεπέραστος, πολύ δυνατότερος από οποιουδήποτε άλλου ζώου. Είμαι σίγουρος ότι γνωρίζεις πολύ καλά πόσο αντίθετο στους νόμους της φύσης είναι να σπαταλά κανείς τον καιρό του ανταγωνιζόμενος τους συντρόφους του. Το αίσθημα κοινότητας δεν είναι κάποιο ονειροπόλο ιδανικό. Είναι μια θεμελιώδης αρχή της ζωής που ενυπάρχει μέσα μας.

Επιστήμονες δημιούργησαν συνθετικά ανθρώπινα έμβρυα με τη χρήση βλαστοκυττάρων

Τι σημαίνει αυτό στην πράξη

Συνθετικά ανθρώπινα έμβρυα δημιούργησαν επιστήμονες χρησιμοποιώντας βλαστοκύτταρα, σε μια μέθοδο που παρακάμπτει την ανάγκη για ωάρια ή σπέρμα, μεταδίδει ο Guardian.

Oι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι αυτά τα πρότυπα έμβρυα, που μοιάζουν με εκείνα που βρίσκονται στα πρώιμα στάδια της ανθρώπινης ανάπτυξης, θα μπορούσαν να ανοίξουν ένα «κρίσιμο παράθυρο», όπως λένε, για τα ζητήματα των γενετικών διαταραχών και τις βιολογικές αιτίες των επαναλαμβανόμενων αποβολών.

Μολαταύτα, όπως σημειώνει το δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας, το θέμα εγείρει επίσης σοβαρά ηθικά και νομικά ζητήματα, καθώς «οι οντότητες που αναπτύσσονται στο εργαστήριο δεν εμπίπτουν στην ισχύουσα νομοθεσία στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις περισσότερες άλλες χώρες».

Τα συνθετικά κατασκευάσματα θα σχημάτιζαν τυπικά τον πλακούντα, τον αμνιακό σάκο και το ίδιο το έμβρυο

Tα συνθετικά έμβρυα δεν έχουν καρδιά που χτυπάει ή κάποια αρχέγονη μορφή εγκεφάλου, αλλά περιλαμβάνουν κύτταρα που τυπικά θα σχημάτιζαν τον πλακούντα, τον αμνιακό σάκο και το ίδιο το έμβρυο.

«Μπορούμε να δημιουργήσουμε μοντέλα που προσιδιάζουν σε ανθρώπινα έμβρυα μέσω του επαναπρογραμματισμού [εμβρυϊκών βλαστικών] κυττάρων», σημείωσε η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ και του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Καλιφόρνια, Μαγκνταλένα Ζέρνικα-Γκετς κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων της έρευνας στην ετήσια συνάντηση της Διεθνούς Εταιρείας για την Έρευνα των Βλαστοκυττάρων στη Βοστώνη.

Οι πλήρεις λεπτομέρειες της τελευταίας εργασίας, από το εργαστήριο Cambridge-Caltech, δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί σε κάποια επιθεώρηση, αλλά η Ζέρνικα-Γκετς περιέγραψε την καλλιέργεια των εμβρύων σε ένα στάδιο λίγο πέρα από το ισοδύναμο των 14 ημερών ανάπτυξης ενός φυσικού εμβρύου.

Όπως τονίστηκε, δεν υπάρχει βραχυπρόθεσμη προοπτική για κλινική χρήση των συνθετικών εμβρύων. Θα ήταν παράνομο να εμφυτευθούν στη μήτρα μιας ασθενούς και δεν είναι ακόμη σαφές αν τα κατασκευάσματα αυτά έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να ωριμάζουν πέρα από τα πρώτα στάδια της ανάπτυξης».

Το κίνητρο για την έρευνα είναι να κατανοήσουν οι επιστήμονες την περίοδο της ανάπτυξης του “black box”, δηλαδή της «καλλιέργειας» στο εργαστήριο μόνον εντός του νομίμου ορίου των 14 ημερών.

Το αναπάντητο ερώτημα

Η εξέλιξη υπογραμμίζει πόσο γοργά έχει ξεπεράσει η επιστήμη τη νομοθεσία στον εν λόγω τομέα και οι επιστήμονες στη Βρετανία και αλλού ήδη κινούνται για να συντάξουν εθελοντικές κατευθυντήριες γραμμές που θα διέπουν την έρευνα με συνθετικά έμβρυα. «Αν η όλη πρόθεση είναι ότι να μοιάζουν αυτά τα κατασκευάσματα πολύ με κανονικά έμβρυα, τότε κατά κάποιο τρόπο θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο», είπε ο Ρόμπιν Λάβελ-Μπατζ, επικεφαλής του τμήματος βιολογίας βλαστοκυττάρων και αναπτυξιακής γενετικής του Ινσιτιτούτου Φράνσις Κρικ του Λονδίνου.

Υπάρχει επίσης ένα σημαντικό αναπάντητο ερώτημα σχετικά με το εάν αυτά τα κατασκευάσματα έχουν θεωρητικά τη δυνατότητα να αναπτυχθούν σε ζωντανό ον. Συνθετικά έμβρυα που αναπτύχθηκαν από κύτταρα ποντικού αναφέρθηκε ότι φαίνονταν σχεδόν πανομοιότυπα με τα φυσικά έμβρυα, αλλά όταν εμφυτεύτηκαν στη μήτρα θηλυκών ποντικών, δεν εξελίχθηκαν σε ζωντανά ζώα.

Τον Απρίλιο, ερευνητές στην Κίνα δημιούργησαν συνθετικά έμβρυα από κύτταρα πιθήκων και τα εμφύτευσαν στις μήτρες ενήλικων πιθήκων, κάποιοι εκ των οποίων εμφάνισαν τα πρώτα σημάδια εγκυμοσύνης, αλλά κανένα από αυτά τα έμβρυα δεν συνέχισε να αναπτύσσεται πέρα από λίγες ημέρες.

Οι επιστήμονες λένε ότι δεν είναι σαφές εάν το εμπόδιο στην πιο προηγμένη ανάπτυξη είναι απλώς τεχνικό ή έχει μια πιο θεμελιώδη βιολογική αιτία.

«Αυτό είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί, δήλωσε ο Λάβελ-Μπατζ. Γι' αυτό και γίνεται πιο επιτακτική η ανάγκη για αυστηρότερη νομοθεσία», συμπλήρωσε.

Το βαρύνον φορτίο της ηθικής αρετής στην αριστοτελική εκπαιδευτική πρόταση

Πρακτικός και ρεαλιστής, λογικός και αναλυτικός ο Αριστοτέλης πρόσφερε την καθαρή του σκέψη, προκειμένου να οδηγήσει το άτομο στην ευδαιμονία μέσα από τη μαθητεία του στην ηθική αρετή. Σε αυτό το εγχείρημα αδιαμφισβήτητος αρωγός θεωρήθηκε η παιδεία, για την οποία έχουμε λίγες σκέψεις του φιλοσόφου, κυρίως στο έβδομο και όγδοο βιβλίο των Πολιτικών. Στην εισήγηση αυτή θα μας απασχολήσει το ηθικό φορτίο που απαιτεί ο φιλόσοφος από μια Παιδεία που στοχεύει κυρίως στην ευδαιμονία ατόμου και πόλης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αρχικά θα παρουσιαστεί η προτεινόμενη τυπολογία της εκπαίδευσης από τον φιλόσοφο, που μπορεί αφενός να εντάσσει στην εκπαιδευτική του πρόταση και το χρήσιμον και το περιττόν, εμμένει , όμως, σε έναν στέρεο ηθικό προσανατολισμό του εκπαιδευτικού συστήματος. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να απουσιάζει η έννοια του βάναυσου από την εκπαίδευση των νέων, να επαναπροσδιοριστεί ο ρόλος της μουσικής ως βασικού μαθήματος των παιδιών και να καταδειχθεί η ανάγκη διδασκαλίας της διαχείρισης του ελεύθερου χρόνου ως μορφωτικού αγαθού.

Λέξεις κλειδιά: χρήσιμον, περιττόν, ηθική αρετή, βάναυσον, ευδαιμονία

Το εύρος των εκπαιδευτικών στόχων κατά τον Αριστοτέλη

Ο ρόλος της παιδείας στην ανθρώπινη ζωή κατά τη σκέψη του Αριστοτέλη ξεκινά από την αναπλήρωση των αδυναμιών της φύσης, για να καταλήξει στην κατάκτηση της ευδαιμονίας. Αρχικά, όπως και κάθε τέχνη, προσπαθεί να αναπληρώσει ό, τι λείπει από τη φύση σε κάθε ηλικιακή ομάδα, με βασικό σταθμό την ηλικία των 7, των 14 και των 21 (πᾶσα γὰρ τέχνη καὶ παιδεία τὸ προσλεῖπον βούλεται τῆς φύσεως ἀναπληροῦν, Πολιτικά, 1337 a 2). Ταυτόχρονα, ο σκοπός ενός εκπαιδευτικού συστήματος ταυτίζεται με την κατάκτηση της αρετής. Υπάρχει, δηλαδή, μια παιδεία που πρέπει να παρέχεται μόνο επειδή αρμόζει σε ελεύθερους πολίτες, χωρίς να εξυπηρετεί κανέναν άλλο πρακτικό σκοπό παρά μόνο να προσανατολίσει το άτομο στις πράξεις της αρετής: «ὅτι μὲν τοίνυν ἔστι παιδεία τις ἣν οὐχ ὡς χρησίμην παιδευτέον τοὺς υἱεῖς οὐδ’ ὡς ἀναγκαίαν ἀλλ’ ὡς ἐλευθέριον καὶ καλήν, φανερόν ἐστιν» (Πολιτικά, 1338a, 32-33). Ο στόχος κορυφώνεται, όταν η παιδεία καλείται να συνδιαμορφώσει την παιδική προσωπικότητα μέσα από την επιλογή των σωστών έξεων και την απόδοση ποιότητας σε αυτές (διὸ δεῖ τὰς ἐνεργείας ποιὰς ἀποδιδόναι· κατὰ γὰρ τὰς τούτων διαφορὰς ἀκολουθοῦσιν αἱ ἕξεις. οὐ μικρὸν οὖν διαφέρει τὸ οὕτως ἢ οὕτως εὐθὺς ἐκ νέων ἐθίζεσθαι, ἀλλὰ πάμπολυ, μᾶλλον δὲ τὸ πᾶν, Ηθικά Νικομάχεια, 1105b, 22-25) υπό την καθοδήγηση του διακριτικού των ανθρώπων γνωρίσματος, του ορθού λόγου, με σκοπό τη διαμόρφωση σπουδαίων πολιτών για την πόλη και κατ’ επέκταση την κατάκτηση της προσωπικής και κοινωνικής ευδαιμονίας (ἀλλὰ μὴν ἀγαθοί γε καὶ σπουδαῖοι γίγνονται διὰ τριῶν. τὰ τρία δὲ ταῦτά ἐστι φύσις ἔθος λόγος….τὸ δὲ λοιπὸν ἔργον ἤδη παιδείας. Πολιτικά, 1332a 39-1332b 11).

Οι επιμέρους στόχοι που συντείνουν σε αυτόν τον σκοπό είναι πολλοί: η εξασφάλιση των γνώσεων που είναι απαραίτητες για τις ανάγκες της ζωής, ο εξευγενισμός του ατόμου – κατάπαυση των ενστίκτων-ορμέμφυτων, η συναισθηματική αγωγή, η ηθική ωρίμανση, η πνευματική καλλιέργεια, η δυνατότητα αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου, η διαμόρφωση πολύπλευρων προσωπικοτήτων, η αποφυγή του βάναυσου στοιχείου, η παροχή δίκαιης και όχι «ίσης» εκπαίδευσης, η «διά βίου» μάθηση, η αγωγή των πολιτών σύμφωνα με το πνεύμα του πολιτεύματος – η πολιτική ωρίμανση, η προσωπική και «κατά προαίρεσιν» εσωτερίκευση του κοινωνικά αποδεκτού «δεῖ», η δυνατότητα γνώσης των καθηκόντων και των δικαιωμάτων.

Θα έλεγε κανείς ότι ο βασικός σκοπός της εκπαίδευσης ξεκινά από τη διαμόρφωση ενός υγιούς μυαλού σε ένα υγιές σώμα, που μέσα από τη διδασκαλία θα αναπτύξει το πνεύμα του και μέσα από τον εθισμό στην ηθική πράξη θα βελτιώσει ηθικά τον χαρακτήρα του. Ο σκοπός της εκπαίδευσης και ο σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης φαίνεται ότι ταυτίζονται μέσα στη φιλοσοφία του Σταγειρίτη, καθώς όλες οι απαιτήσεις της πρώτης ευθυγραμμίζονται σε ένα ανθρώπινο ιδανικό: την ευδαιμονία. Αλλά και αντίθετα, η ευδαιμονία είναι προσιτή μόνο στον εκπεπαιδευμένο, καθώς η βασική της προϋπόθεση, η ηθική αρετή, κατακτάται μόνο μέσα από την εκπαίδευση σε αυτή. Και η εκπαίδευση στην ηθική αρετή εδράζεται σε δυο συνιστώσες: στον εθισμό και στο συναίσθημα. Η μαθητεία του παιδιού στις έξεις που συνυφαίνονται με την αρετή, με τη συνακόλουθη απόκτηση ευχάριστου συναισθήματος κατά την εφαρμογή της ηθικής πράξης είναι στοιχείο που πρέπει να αποκτάται από τη μικρή ηλικία και για αυτό πρέπει να αποτελεί κομβικό στοιχείο της εκπαίδευσής τους, προκειμένου να κατακτήσουν την αρετή: τὸ δ’ ὅτε δεῖ καὶ ἐφ’ οἷς καὶ πρὸς οὓς καὶ οὗ ἕνεκα καὶ ὡς δεῖ, μέσον τε καὶ ἄριστον, ὅπερ ἐστὶ τῆς ἀρετῆς (Ηθικά Νικομάχεια, 1106b, 22-23). Ο Αριστοτέλης υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η Παιδεία θα οδηγήσει στην ευδαιμονία. Για αυτό ο Hummel (1999) αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «τα εγχειρίδια ηθικής του Αριστοτέλη είναι οδηγοί ευζωίας». Σύμφωνα με τον ίδιο ακόμη και οι δούλοι, που δε συνυπολογίζονται στο σύνολο των ανθρώπων, πρέπει κατά τον Αριστοτέλη να δέχονται ένα είδος εκπαίδευσης, ώστε να αποβαίνει τελεσφόρα η μαθητεία σε μια τέχνη και μην παρακωλύουν την κατάκτηση της κοινωνικής ευδαιμονίας. Μετά από όλα αυτά δικαιώνεται η Πηνελόπη Τζιώκα (2003), όταν καταλήγει ότι πρόκειται «για μια παιδεία των πολιτών και όχι των τάξεων, για αυτό προέχει ο ηθικός χαρακτήρας της παιδείας έναντι του πρακτικού».

Ο σκοπός της Παιδείας και η φιλοσοφική θεμελίωσή του

Ο Αριστοτέλης ξεκινά από μια τυπολογία της εκπαίδευσης, στην οποία διακρίνει την ωφελιμιστική, την νοησιαρχική και την ηθικοπλαστική τάση της: δῆλον οὐδὲν πότερον ἀσκεῖν δεῖ τὰ χρήσιμα πρὸς τὸν βίον ἢ τὰ τείνοντα πρὸς ἀρετὴν ἢ τὰ περιττά (Πολιτικά, 1337 α 42-44). Καθεμιά σύμφωνα με τον φιλόσοφο, για λόγους που θα καταφανούν παρακάτω, δικαιωματικά οφείλει να λαμβάνει μερίδιο από το εκάστοτε εκπαιδευτικό πρόγραμμα, υπό προϋποθέσεις που πρέπει να ισχύουν και οι οποίες βαραίνουν το ηθικό φορτίο της εκπαιδευτικής ζυγαριάς. Η ωφελιμιστική παιδεία επιδιώκει το πρακτικό και το ωφέλιμο, τα χρήσιμα για τη ζωή («τὰ χρήσιμα πρὸς τὸν βίον»), να μπορεί να αντεπεξέρχεται κανείς στις πρακτικές ανάγκες και στις καθημερινές συνδιαλλαγές. Πρόκειται για μια απαραίτητη διάσταση της εκπαίδευσης, αφού διασφαλίζει την επιβίωση. Έπειτα, η νοησιαρχική διάσταση δίνει προτεραιότητα στην καλλιέργεια του νου, σε αυτά που απλώς προάγουν τη γνώση («τὰ περιττά»). Αυτό το κομμάτι της εκπαίδευσης αποβλέπει στην καλλιέργεια του πνεύματος και της κριτικής ικανότητας ικανοποιώντας παράλληλα το φιλοπερίεργον του ατόμου. Τέλος, η ηθικοπλαστική συνισταμένη προτάσσει τη διάπλαση του ήθους των παιδιών, αυτά που τείνουν προς την αρετή («τὰ τείνοντα πρὸς ἀρετήν»). Πρόκειται για το κομμάτι εκείνο που ασχολείται με τη διαμόρφωση ηθικών χαρακτήρων, τέτοιων που μπορούν ως άτομα και ως σύνολα να κατακτήσουν την ευδαιμονία. Η στάση του Αριστοτέλη είναι σαφής: πρέπει να διδάσκονται από τα χρήσιμα τα απολύτως απαραίτητα, αυτά που θα αποτελέσουν τα εχέγγυα, για να αντεπεξέλθουν οι πολίτες στις απαιτήσεις της καθημερινότητας (ὅτι μὲν οὖν τὰ ἀναγκαῖα δεῖ διδάσκεσθαι τῶν χρησίμων, οὐκ ἄδηλον, Πολιτικά,1337b,4-5). Ο φιλόσοφος αναγνωρίζει τη σημαντικότητα του χρήσιμου, αλλά καταδικάζει την προτεραιότητά του. Η παιδεία αποτελεί μέσο ατομικής ολοκλήρωσης και όχι επαγγελματικής-κοινωνικής ανάδειξης. Και, τελικά, διαφαίνεται μια ηθικοποίηση των δυο άλλων τάσεων στο πλαίσιο που πρέπει να περιορίζουν τη στοχοθεσία τους, ώστε να αποφεύγεται η υποδούλωση του πνεύματος σε κατώτερα ένστικτα και σαθρούς σκοπούς και να συνυπολογίζουν το τε μέσον καὶ τὸ δυνατὸν καὶ τὸ πρέπον (Πολιτικά, 1342, b, 34).

Αναλυτικότερα, η βαθύτερη φιλοσοφία που διαπερνά το εκπαιδευτικό σύστημα που προτείνει ο Αριστοτέλης είναι συνδεδεμένη με την ηθική πράξη, τον εθισμό σε αυτή και την κατάκτηση της αρετής. Αυτά αποτελούν και τον όρο sine qua non για την προσέγγιση και τη βίωση της ευδαιμονίας. Μιας ευδαιμονίας, όμως, που πολύ απέχει από το να επικεντρώνεται στις υλικές απολαύσεις. Στα Ηθικά Νικομάχεια ο φιλόσοφος είναι ξεκάθαρος: ἐστὶν ἡ εὐδαιμονία ψυχῆς ἐνέργειά τις κατ’ ἀρετὴν τελείαν, (Ηθικά Νικομάχεια, 1102a5). Άρα, αφού η εκπαίδευση αποβλέπει στην ευδαιμονία οφείλει να εξοπλίσει τον νέο με την αρετή, να τον προετοιμάσει για αξιόλογες δράσεις (Davidson, 1900). Ταυτόχρονα, η αρετή ορίζεται ως «ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρὸς ἡμᾶς, ὡρισμένῃ λόγῳ καὶ ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν» (Ηθικά Νικομάχεια, 1107a 1-2). Κατά συνέπεια, η Παιδεία οφείλει να προασπίσει την ποιότητα των παρεχόμενων έξεων, να διασφαλίσει τη δημιουργία κατάλληλου συναισθήματος κατά την εφαρμογή τους, επιλέγοντας αυτές που καταξιώνει η λογική του φρόνιμου ανθρώπου, ο οποίος επιλέγει (προαιρεῖται) τη μεσότητα. Για τον ρόλο της Παιδείας του ανθρώπου, στην κατάκτηση τη φρόνησης, που αποτελεί προαπαιτούμενο της ευδαιμονίας, είναι αποκαλυπτική η θέση της Ευθυμίας Χρίστου (2010) ότι ο φρόνιμος γίνεται ο κανόνας και το μέτρο της αρετής για τους άλλους ανθρώπους. Η αρετή της πολιτότητας προσεγγίζεται με τη φρόνηση και τη σοφία, γιατί η πρώτη καθορίζει τον σκοπό και η δεύτερη βοηθά τον άνθρωπο που είναι ενάρετος να εκτελέσει σωστά τους στόχους του…Όσοι ανήκουν στην πόλη χωρίς να κατέχουν το αγαθό της πολιτότητας σύμφωνα με τον Αριστοτέλη μπορούν να οδηγηθούν στην αρετή, αν εκπαιδευτούν κατάλληλα από την παιδική ηλικία». Και στο σημείο αυτό καταφαίνεται η πολιτική διάσταση του θέματος και αιτιολογείται η ενσωμάτωση των εκπαιδευτικών απόψεων του Αριστοτέλη σε ένα βιβλίο με τίτλο «Πολιτικά», από τη στιγμή που την ηθική αρετή η Παιδεία καλείται να την ενισχύσει στο μαθητή, για να διασφαλίσει την αρμονική συμβίωση των μελλοντικών πολιτών και την ευδαιμονία της πόλης. Επίσης, ο Λυπουρλής (2012) επισημαίνει ότι ο «φρόνιμος άνθρωπος καθοριζόταν από το πνεύμα της κοινότητας και τους σπουδαίους άντρες που αποτελούσαν πρότυπα μίμησης», πρότυπα που αποτελεί ευθύνη της Παιδείας να τα παρέχει στα παιδιά. Κατά συνέπεια, η φιλοσοφία που διέπει τη αριστοτέλεια εκπαίδευση είναι προσανατολισμένη σταθερά στις έννοιες της αρετής και της ευδαιμονίας και έγκειται στην πραγμάτωση των ιδιαίτερων δυνατοτήτων της νόησης που διαθέτει ο άνθρωπος (“εντελέχεια”). Ο Μπαντές (2016) υπερθεματίζει σχετικά αναφέροντας ότι το εκπαιδευτικό πρόγραμμα οφείλει να δώσει βαρύτητα σε δημιουργικές δραστηριότητες, ανεξάρτητα από τη χρηστική τους αξία…Η χρηστική ισοπέδωση των πάντων είναι η ισοπέδωση που ταιριάζει με το ανελεύθερο. Γιατί το χρηστικό απευθύνεται στο ζην, ενώ ο άνθρωπος γεννήθηκε για το ευ ζην. Ύστερα από όλα αυτά καταφαίνεται ότι ο φιλόσοφος δείχνει την προτίμησή του στην ηθική διάσταση της εκπαίδευσης, στην καλλιέργεια της θεωρητικής διάστασης του έλλογου μέρους της ψυχής, εξισώνοντας στη φιλοσοφία του την εκπαίδευση με την αρετή και την ευδαιμονία και αντιτιθέμενος διαμετρικά στις σύγχρονες εκπαιδευτικές πρακτικές, που ακολουθώντας τη χιμαιρική τεχνοκρατία έχουν εξοβελίσει τις θεωρητικές επιστήμες και αδιαφορούν για την ηθική καλλιέργεια των μαθητών. 

Κριτική στην έννοια του βάναυσου

Όπως καταφάνηκε, το εκπαιδευτικό σύστημα του Αριστοτέλη συμπεριλαμβάνει πλήθος μαθημάτων και τάσεων διατηρώντας μια ισορροπία με αυστηρό, ωστόσο, προσανατολισμό προς τη μεσότητα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποστρέφεται καθετί που μπορεί να οδηγήσει το παιδί σε δουλική και βάναυση συμπεριφορά από την νηπιακή ακόμη ως την ώριμη ηλικία κατά την οποία σταδιοδρομεί, γιατί αυτή θα λειτουργήσει παρακωλυτικά στην ομαλή λειτουργία της πόλης και στην κατάκτηση της εντελέχειάς της. Όλοι, λοιπόν, οι εκπαιδευτικοί φορείς οφείλουν να συστρατευτούν στην αποφυγή του στοιχείου που υποδουλώνει το παιδί.

Αρχικά, η οικογένεια οφείλει να φροντίζει να μην έρχεται το παιδί σε επαφή με τη φαυλότητα των δούλων ή με άσχημη φρασεολογία, ώστε να μην αναπτυχθεί σε αυτά αντίστοιχο ήθος: τήν τ᾽ ἄλλην καὶ ὅπως ὅτι ἥκιστα μετὰ δούλων ἔσται. ταύτην γὰρ τὴν ἡλικίαν, καὶ μέχρι τῶν ἑπτὰ ἐτῶν, ἀναγκαῖον οἴκοι τὴν τροφὴν ἔχειν. εὔλογον οὖν ἀπολαύειν ἀπὸ τῶν ἀκουσμάτων καὶ τῶν ὁραμάτων ἀνελευθερίαν καὶ τηλικούτους ὄντας ( Πολιτικά, 1336 a 42-1336 b3). Παράλληλα, η εκπαίδευση οφείλει να ενσωματώνει τις γνώσεις τεχνικής ως επιθυμητό αντικείμενο παιδείας στον βαθμό που δε γίνονται σκοπός ζωής, δεν εμπορευματοποιούνται για βιοπορισμό και δεν καθιστούν το άτομο υποχείριο της μισθωτής εργασίας με ταπεινούς μόνο σκοπούς. Είναι σαφές ότι ο Αριστοτέλης διακρίνει τη γνώση από την κοινωνική της λειτουργία. Όπως εύστοχα παρατηρεί η Τζιώκα (2005) η γνώση που οδηγεί σε επαγγελματική εξειδίκευση στο πλαίσιο του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας και της μισθωτής εργασίας δεν αναιρεί την αλλοτρίωση της εργασίας με την άσκηση της οποίας συνδέεται…ο Αριστοτέλης δεν παραλείπει να αναφερθεί στην αλλοτριωμένη εργασία την οποία συνδέει με τη μισθωτή εργασία και με τον εξοντωτικό σωματικά και μηχανικό της χαρακτήρα που υποβιβάζει ψυχοπνευματικά τον άνθρωπο σε ανδράποδο. Ο ελεύθερος πολίτης πρέπει να ασχολείται με τα ελευθέρια, τα καλά, τα δίκαια, ενώ για τα αναγκαία και τα χρήσιμα να μεριμνούν οι δούλοι, οι βάναυσοι, το αγoραίον και θητικόν γένος (Πολιτικά 1290b 40-1291α 6). Οι αγοραίες ασχολίες δεν αφήνουν χρόνο για ευγενέστερη ποιοτική ενασχόληση, στρέφουν την προσοχή μακριά από την ψυχή και την παγιδεύουν σε ένα αέναο κυνήγι υλικής απόλαυσης, πολύ μακριά από την πραγματική ευδαιμονία. Γενικότερα, αν και το χρήσιμον θεωρείται απαραίτητο, είναι πολύ εύκολο να καταστήσει τους μαθητές βάναυσους, όπως με σαφήνεια επισημαίνει ο Düring (1994, σσ. 276-277) τo χρήσιμο όμως είναι μόνο μέσο για το σκοπό- δεν αρμόζει σε ελεύθερους ανθρώπους να αναζητούν παντού τη χρησιμότητα….. Γενικώς, πρέπει να διακρίνουμε τις ελεύθερες από τις ανελεύθερες ενασχολήσεις. Οι τελευταίες καθιστούν τον ελεύθερο άνθρωπο ανίκανο να εκπληρώσει τις απαιτήσεις της αρετής. Περιορίζουν και υποβαθμίζουν τη σκέψη μας. Η διδασκαλία πρέπει να μην υπερβαίνει ορισμένα όρια – δεν πρέπει να την χαρακτηρίζει υπερβολικός ζήλος, στην προσπάθεια να επιτευχθεί το τέλειο. Συμπληρωματικά, εξίσου διαφωτιστική η άποψη του Μπαντέ (2016): «η χρησιμοθηρική εκδοχή είναι το δυσάρεστο, πλην αναπόφευκτο κομμάτι της εκπαίδευσης, που έχει ως στόχο την καλύτερη δυνατή κατάρτιση, ώστε οι πρακτικές εργασίες να ολοκληρώνονται με τον μικρότερο δυνατό κόπο προς όφελος του ελεύθερου χρόνου που είναι η κύρια επιδίωξη».

Ως τρίτος εκπαιδευτικός θεσμός, η πολιτεία θα πρέπει να προστατεύει τον άνθρωπο από το βάναυσον μεταθέτοντας στον νομοθέτη το χρέος να προασπίσει τον πολίτη από την έκθεσή του σε οτιδήποτε αμαυρώνει τη συνείδησή του με ανάλογους νόμους και ποινές: ὅλως μὲν οὖν αἰσχρολογίαν ἐκ τῆς πόλεως, ὥσπερ ἄλλο τι, δεῖ τὸν νομοθέτην ἐξορίζειν (ἐκ τοῦ γὰρ εὐχερῶς λέγειν ὁτιοῦν τῶν αἰσχρῶν γίνεται καὶ τὸ ποιεῖν σύνεγγυς): μάλιστα μὲν οὖν ἐκ τῶν νέων, ὅπως μήτε λέγωσι μήτε ἀκούωσι μηδὲν τοιοῦτον: ἐὰν δέ τις φαίνηταί τι λέγων ἢ πράττων τῶν ἀπηγορευμένων, τὸν μὲν ἐλεύθερον μὲν μήπω δὲ κατακλίσεως ἠξιωμένον ἐν τοῖς συσσιτίοις ἀτιμίαις κολάζειν καὶ πληγαῖς, τὸν δὲ πρεσβύτερον τῆς ἡλικίας ταύτης ἀτιμίαις ἀνελευθέροις ἀνδραποδωδίας χάριν (Πολιτικά, 1336 b 4-12).Θα έλεγε κανείς ότι όλοι οι φορείς αγωγής του παιδιού οφείλουν να αποσοβήσουν τον κίνδυνο της υποδούλωσης του σε κάθε μορφή ανελευθερίας.

Οι προϋποθέσεις που καθιστούν τη μουσική μάθημα ηθικής βαρύτητας

Ο Αριστοτέλης αφιερώνει ένα αρκετά μεγάλο και πυκνό κομμάτι από το όγδοο βιβλίο του, για να αναφερθεί στον ρόλο της Μουσικής στην εκπαίδευση των νέων και για να διατυπώσει τις προτάσεις του για την παιδαγωγική σημασία της διδασκαλίας της. Αναλυτικότερα, ξεκινά την όλη πραγμάτευση με το ερώτημα αν και γιατί να διδάσκεται ένα μάθημα τέτοιο, που ο κόσμος όλος το χρησιμοποιεί πια για διασκέδαση: Νῦν μὲν γὰρ ὡς ἡδονῆς χάριν οἱ πλεῖστοι μετέχουσιν αὐτῆς (Πολιτικά, 1337b 29). Με τη αναφορά αυτή ο φιλόσοφος αναφέρεται στη διασπαστική πραγματικότητα της πόλης-κράτους κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., η οποία συνοδεύτηκε με την εισαγωγή πολλών ξενόφερτων ανατολίτικων μουσικών στοιχείων, γεγονός που ταύτισε τη μουσική με κοσμική διασκέδαση και όχι με ψυχαγωγία. Πρόκειται, όπως σημειώνει και η Τζιώκα (2005): «για μια κριτική της μουσικής γενικά στην εποχή του, την επαναξιολόγηση των σκοπών της μουσικής και ειδικότερα της μουσικής ως μορφωτικού αγαθού, τη διάκριση αυτού που θα αποτελούσε εκπαιδευτικό αγαθό από τη μουσική εν γένει, μια κοινωνιολογία του μουσικού γούστου και της μουσικής»

Αναζητώντας τη χρεία της διδασκαλίας της ο φιλόσοφος μοιράζει τον προβληματισμό του σε τρεις εκδοχές, σε καθεμία από τις οποίες αναλογεἰ ένα σεβαστό μερίδιο αλήθειας: α) είναι η μουσική χρήσιμη σαν παιχνίδι ή σχόλη (και τότε ταυτίζεται με το «άλογον» μέρος της ψυχής), β) βοηθά στην απόκτηση της αρετής μέσα από τον εθισμό στην απόλαυση των σωστών ηδονών (συνδεόμενη με το θεωρητικό τμήμα του έλλογου μέρους της ψυχής) ή γ) συντελεί στην απόλαυση της ζωής και τη φρόνηση (οπότε αναφέρεται στο πρακτικό τμήμα του έλλογου μέρους της ψυχής) (Τζιώκα, 2005). Διασκέδαση, ηθική αγωγή ή πνευματική καλλιέργεια; Και αν μετέχει σε όλα αυτά γιατί πρέπει να τη μαθαίνουν οι μαθητές και να μη την χαίρονται ακούγοντας τους άλλους;

Οι απαντήσεις του Σταγειρίτη είναι ξεκάθαρες∙ η μουσική συμμετέχει σε όλους τους παραπάνω σκοπούς, καθώς αποτελεί εποικοδομητική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, χρησιμεύει για την ώρα της σχόλης, επιδρά θετικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα, αφού οι μαθητές μαθαίνοντας να μιμούνται όλα τα ηθικά αισθήματα υποβάλλονται σε εσωτερική βίωση του ηθικά ωραίου, υπό την προϋπόθεση ότι επιλέγονται οι σωστοί ρυθμοί, οι σωστές μελωδίες και τα σωστά όργανα: ἔστι δὲ ὁμοιώματα μάλιστα παρὰ τὰς ἀληθινὰς φύσεις ἐν τοῖς ῥυθμοῖς καὶ τοῖς μέλεσιν ὀργῆς καὶ πραότητος, ἔτι δ´ ἀνδρείας καὶ σωφροσύνης καὶ πάντων τῶν ἐναντίων τούτοις καὶ τῶν ἄλλων ἠθῶν (Πολιτικά, 1440 a 15). Καθώς, λοιπόν, συνηθίζουν τα παιδιά μέσω της μουσικής να χαίρονται με τις μιμήσεις ευπρεπών ηθών και καλών πράξεων είναι εύλογο να αναζητήσουν στη ζωή τους τις πραγματικές εκείνες πράξεις που θα προκαλέσουν την ανάλογη ηδονή. Άλλωστε, στα Ηθικά Νικομάχεια έχει επιμείνει πολύ ο φιλόσοφος σε αυτή τη διάσταση της παιδείας (της οποίας θιασώτης υπήρξε και ο Πλάτων) ως μαθητείας στο χαίρειν τε καὶ λυπεῖσθαι οἷς δεῖ (Ηθικά Νικομάχεια, 1104 b 13).

Άρα, η μουσική έχει ηθικά βελτιωτικό χαρακτήρα: αποδεικνύεται ότι τα ποιοτικά γνωρίσματα του ήθους μας διαμορφώνονται με την επίδραση πολλών και διαφορετικών ειδών μελωδίας (Πολιτικά, 1340 a 5-6). Μάλιστα, μετά από αναζήτηση της πιο παιδαγωγικά τελεσφόρας αρμονίας, ο Αριστοτέλης έχει καταλήξει στη δωρική αρμονία, ως ακολουθούσα τη μεσότητα: «Ἔτι δὲ ἐπεὶ τὸ μέσον μὲν τῶν ὑπερβολῶν ἐπαινοῦμεν καὶ χρῆναι διώκειν φαμέν, ἡ δὲ δωριστὶ ταύτην ἔχει τὴν φύσιν πρὸς τὰς ἄλλας ἁρμονίας, φανερὸν ὅτι τὰ Δώρια μέλη πρέπει παιδεύεσθαι μᾶλλον τοῖς νεωτέροις» (Πολιτικά, 1342 b 14-17). Και είναι σαφές ότι η ανωτέρω μαθητεία μέσα από τη γνώση των προτύπων οδηγεί και στην πνευματική καλλιέργεια. Την πολλαπλότητα των στόχων που επιτυγχάνει τελικά η μουσική και την αναγκαιότητά της στην εκπαίδευση, συνοψίζει εύστοχα η Πηνελόπη Τζιώκα (2005) στα ερμηνευτικά της σχόλια για το όγδοο βιβλίο των Πολιτικών: «η μουσική διαπλάθει ήθος και ψυχή, καλλιεργεί το πνεύμα και την κριτική ικανότητα, χαρίζει ευφρόσυνη διάθεση, ασκεί τον νέο στην απόλαυση των σωστών ηδονών της ζωής». Η ηθική και πνευματική ποιότητα αποτελούν απαραίτητα εχέγγυα για την κατάκτηση της ευδαιμονίας και άρα η μουσική συνδέεται άμεσα με τον ανώτερο, τελικό στόχο.

Μέσα από την παραπάνω πραγμάτευση έχει απαντηθεί εν μέρει και το ερώτημα γιατί πρέπει να διδάσκονται τα παιδιά τη μουσική και να μην την ακούν από τους άλλους. Με τον τρόπο αυτό α) μέσα από τη μίμηση αποκτούν έναν πρώτο εθισμό (ἕξιν) στην ηθική πράξη, β) οι νέοι λειτουργούν με το θυμικό και επομένως η μουσική μέσα από τα συναισθήματα που τους προκαλεί αποτελεί ευκολότερη μέθοδο εκμάθησης πραγμάτων (οἱ μὲν γὰρ νέοι διὰ τὴν ἡλικίαν ἀνήδυντον οὐθὲν ὑπομένουσιν ἑκόντες, ἡ δὲ μουσικὴ φύσει τῶν ἡδυσμένων ἐστίν, Πολιτικά, 1340 b15-17), γ) μέσα από τη διδασκαλία της μαθαίνουν τα μυστικά της και άρα είναι ικανοί στο μέλλον να την κρίνουν σωστά και να την απολαύσουν όπως πρέπει (θα έλεγε κανείς ότι η μουσική παιδεία αποβλέπει στην ορθή μελλοντική διαχείριση του ελεύθερου χρόνου) και δ) ως τέχνη διαμορφώνει τις συνθήκες για την εμπέδωση των κοινωνικών αξιών (ισότητα, δικαιοσύνη, μέτρον κ.α.) που θα λειτουργήσουν ως ασφαλής συνεκτικός δεσμός στον κοινωνικό ιστό. Στο σημείο αυτό ταυτίζεται με τον Πλάτωνα, ο οποίος συνδέει τη διδασκαλία της μουσικής με τη βελτίωση των θεσμών της πόλης, καθώς μέσω αυτής (αν είναι κατάλληλη) προσανατολίζεται ο νέος προς την ορθότητα (Πλάτων, Πολιτεία, 398 c-403c). Γενικότερα, οι θέσεις που αναφέρονται για τη μουσική την καθιστούν ένα αγαθό με άμεση επενέργεια στην ψυχή, ισοδύναμη με αυτή που επιφέρει κατά τον Πλάτωνα η γυμναστική στο σώμα: «Τίς οὖν ἡ παιδεία; ἢ χαλεπὸν εὑρεῖν βελτίω τῆς ὑπὸ τοῦ πολλοῦ χρόνου ηὑρημένης; ἔστιν δέ που ἡ μὲν ἐπὶ σώμασι γυμναστική, ἡ δ’ ἐπὶ ψυχῇ μουσική» (Πλάτων, Πολιτεία, 376 e). Και σίγουρα ένα αγαθό που σχετίζεται με τον ελεύθερο χρόνο, αφού , όπως θα καταφανεί παρακάτω, ο χρόνος αυτός πρέπει να επενδύεται σε εκείνες μόνο τις ασχολίες που συμβάλλουν στην ηθική ανάταση και στην ψυχική απελευθέρωση. Εννοείται, βέβαια, ότι η μουσική που προσφέρεται στην εκπαίδευση αποφεύγει τις πρακτικές και ενθουσιαστικές εκείνες επιλογές ή και την επαγγελματική εκείνη διάσταση που καθιστούν το άτομο «βάναυσον», υποχείριο κατώτερων ενστίκτων ή κάποιου ωφελιμιστικού παράγοντα.

Η διαχείριση του ελεύθερου χρόνου ως μορφωτικού αγαθού

Καίριας και διαχρονικής σημασίας στον εκπαιδευτικό κόσμο του Αριστοτέλη είναι η έννοια του ελεύθερου χρόνου, το να αποκτήσει κανείς μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία τα εχέγγυα να τον διαχειρίζεται έτσι, ώστε να τελειωθεί ηθικά και πνευματικά. Πρόκειται για μια μορφή χρόνου που διατίθεται για ελεύθερη δημιουργία και αυτοδιάθεση, που τροφοδοτεί τον στοχασμό και δύναται να οδηγήσει στην ευδαιμονία. Το αντίστοιχο χωρίο των Πολιτικών είναι σαφές: Ὥστε φανερὸν ὅτι δεῖ καὶ πρὸς τὴν ἐν τῇ διαγωγῇ σχολὴν μανθάνειν ἄττα καὶ παιδεύεσθαι, καὶ ταῦτα μὲν τὰ παιδεύματα καὶ ταύτας τὰς μαθήσεις ἑαυτῶν εἶναι χάριν, τὰς δὲ πρὸς τὴν ἀσχολίαν ὡς ἀναγκαίας καὶ χάριν ἄλλων (Πολιτικά 1338 a 10-13). Ο φιλόσοφος διακρίνει την παιδιάν, τον χρόνο που παρέχεται για ξεκούραση από την εργασία (ὁ γὰρ πονῶν δεῖται τῆς ἀναπαύσεως, ἡ δὲ παιδιὰ χάριν ἀναπαύσεώς ἐστιν) από την σχολήν, που αποτελεί από μόνη της ευχαρίστηση και ευδαιμονία (τὸ δὲ σχολάζειν ἔχειν αὐτὸ δοκεῖ τὴν ἡδονὴν καὶ τὴν εὐδαιμονίαν καὶ τὸ ζῆν μακαρίως, Πoλιτικά, 1338 a 1-3). Στην πρώτη περίπτωση (στην παιδιάν) μέσα από την ανάπαυση εξυπηρετείται πρακτικά μια εξωτερική ανάγκη, αυτή της εργασίας, για την οποία ο ελεύθερος χρόνος αποτελεί «φάρμακο», ο σκοπός είναι συχνά μη προσδιορίσιμος και σίγουρα ανεκπλήρωτος: ὁ μὲν γὰρ ἀσχολῶν ἕνεκα τινος ἀσχολεῖ τέλους ὡς οὐχ ὑπάρχοντος. Αντίθετα, στην περίπτωση της σχολής ο χρόνος αυτός καθ’ εαυτόν αποτελεί ευδαιμονία, ευχαρίστηση, μακαριότητα, καθώς είναι αφιερωμένος σε έναν απώτατο, ήδη εκπληρωμένο σκοπό: ἡ δ´ εὐδαιμονία τέλος ἐστίν. Καταληκτικά, ειδοποιός διαφορά των δυο είναι αφενός ο σκοπός και αφετέρου ο δέκτης των ενεργειών του ελεύθερου χρόνου, αφού συχνά στην περίπτωση της παιδιάς αποκτούμε γνώσεις ή ξεκουραζόμαστε για να αποδώσουμε έπειτα σε κάτι άλλο ή αποσκοπώντας στην ευχαρίστηση κάποιου άλλου , ενώ κατά την σχολήν, ο άνθρωπος έχει συλλέξει όλες του τις δυνάμεις, η παιδευτική διαδικασία αποφέρει καρπούς αποκλειστικά στον ίδιο, οδηγεί στην ανάδειξη των δημιουργικών ικανοτήτων, σε ουσιαστική ενδοσκόπηση του ατόμου, με σκοπό την κατάκτηση ενός «τελειωμένου» στόχου.

Ακόμη καλύτερα καταφαίνεται η θέση του Αριστοτέλη για τη σπουδαιότητα του ελεύθερου χρόνου με την παρατήρησή του ότι η ἀσχολία υπάρχει για χάρη της σχόλης με τον ίδιο τρόπο που υπάρχει ο πόλεμος για χάρη της ειρήνης: η ειρήνη παρέχει την ευκαιρία για σχολήν, ενώ, αν οι πολίτες δεν έχουν την κατάλληλη αγωγή, δεν μπορούν να εκμεταλλευτούν τα αγαθά της νίκης σε καιρό ειρήνης: «αἱ γὰρ πλεῖσται τῶν τοιούτων πόλεων πολεμοῦσαι μὲν σῴζονται, κατακτησάμεναι δὲ τὴν ἀρχὴν ἀπόλλυνται. τὴν γὰρ βαφὴν ἀνιᾶσιν, ὥσπερ ὁ σίδηρος, εἰρήνην ἄγοντες. αἴτιος δ᾽ ὁ νομοθέτης οὐ παιδεύσας δύνασθαι σχολάζειν (Πολιτικά, VII, 1334a 6-10). Στόχος, λοιπόν αδιαμφισβήτητος, το να μπορεί κανείς να πολεμά, αλλά ακόμη περισσότερο το να γεύεται τα αγαθά του ελεύθερου χρόνου και της ειρήνης: δεῖ μὲν γὰρ ἀσχολεῖν δύνασθαι καὶ πολεμεῖν, μᾶλλον δ᾽ εἰρήνην ἄγειν καὶ σχολάζειν (Πολιτικά, 1333 a 45- 1333 b 1). Μια κοινωνία, λοιπόν, οφείλει καταρχάς να παρέχει ελεύθερο χρόνο και κατά δεύτερον να προετοιμάζει τους νέους, ώστε να μπορούν να αξιοποιήσουν τον ελεύθερο χρόνο τους. Η εκπαίδευση οφείλει να επιφορτιστεί με τη μαθητεία στην αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου προκειμένου να ευοδωθεί ο συλλογικός στόχος της ευδαιμονίας.

Τελευταίο τεκμήριο για την καθοριστική σύνδεση του σχολείου με τον ελεύθερο χρόνο αποτελεί η ετυμολογική ανάλυση της ίδιας της λέξης «σχολείο», που σε καμία περίπτωση δεν παραπέμπει στον σύγχρονο εξοντωτικό θεσμό που επιμένει να παραγνωρίζει τις δημιουργικές ικανότητες των μαθητών. Συγκεκριμένα, η λέξη «σχολείο» (και αγγλικά «school»), παράγωγο της αρχαίας ελληνικής λέξης «σχόλη» είχε ως αρχική σημασία την ανάπαυση, την ησυχία, τον ελεύθερο χρόνο, αφού η «σχόλη» έχει την έννοια του “βραδύνω, αργοπορώ” («σχολήν τίθημι»: αργοπορώ, «σχολή γίγνεται»: υπάρχει καιρός ή και σήμερα με την έννοια της αργίας στη φράση «Κυριακή γιορτή και σχόλη»). Ως εκ τούτου, ο αρχικός προσανατολισμός του θεσμού εδραζόταν σε μια θεωρία του αναστοχασμού και της εποικοδομητικής ανάπαυσης, που θα αναδείκνυε τις κλίσεις και τη δημιουργικότητα των παιδιών, θα παραχωρούσε πρότυπα μίμησης, θα διασφάλιζε την αξιοποίηση των πνευματικών ικανοτήτων των μελλοντικών πολιτών και θα δρομολογούσε την ευδαιμονία της πόλεως.

Συμπεράσματα

Το κομμάτι της ηθικής απασχόλησε τον Αριστοτέλη κατά κόρον, καθώς τη θεώρησε μέσον για την κατάκτηση της αρετής και κατά συνέπεια της ευδαιμονίας. Απότοκο αυτής της ανησυχίας του φιλοσόφου αποτελεί η συγγραφή τριών σχετικών έργων: “Ηθικά Ευδήμεια” (βιβλία 7), “Ηθικά μεγάλα” (βιβλία 2), “Ηθικά Νικομάχεια” (βιβλία 10). Η ένταξή, λοιπόν, της ηθικής στον εκπαιδευτικό χώρο αποτέλεσε αδιαπραγμάτευτη συνιστώσα ενός άρτιου εκπαιδευτικού συστήματος. Ενός συστήματος που εμπεριέχει το χρήσιμον (ως πραγματικότητα, αλλά όχι ως προτεραιότητα), που προάγει τις γνώσεις ικανοποιώντας το φιλοπερίεργον του ανθρώπου, αλλά κυρίως μέσα από τις ηθικές πράξεις και το χαίρειν τε καὶ λυπεῖσθαι οἷς δεῖ (τον εξορθολογισμό των συναισθημάτων) βρίσκει την εντελέχειά του, όταν χαρίζει την ευδαιμονία. Βασικό μέσο για την επίτευξη του στόχου αποτελεί η απομάκρυνση του ατόμου από τον κλοιό της μισθωτής εργασίας, η οποία αποβλέποντας εξολοκλήρου σε υλικές απολαβές καθιστά το άτομο υποχείριο των επιθυμιών του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μουσική υπό προϋποθέσεις μπορεί να συμβάλλει στη μίμηση και αργότερα στην υιοθέτηση του ηθικά σωστού και για αυτό αποτελεί απαραίτητο αντικείμενο διδασκαλίας , αλλά και ενδεδειγμένη απασχόληση στον ελεύθερο χρόνο. Γιατί, για τον Σταγειρίτη το σχολάζειν δύνασθαι καλῶς, αποτελεί μια δεξιότητα που οφείλει το σχολείο να ασκεί και να βελτιώνει, καθώς είναι το όχημα για την ευδαιμονία.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.5.3–2.5.15

Ο Κλέαρχος συναντά τον Τισσαφέρνη

Ο Πέρσης σατράπης Τισσαφέρνης υποσχέθηκε πως θα οδηγούσε τους Μυρίους στην Ελλάδα. Μετά από είκοσι ημέρες ξεκίνησε η πορεία. Καθώς, όμως, τα στρατεύματα του Τισσαφέρνη και του Αριαίου βάδιζαν και στρατοπέδευαν μαζί, οι Έλληνες ανησυχούσαν για τις προθέσεις των Περσών. Γι' αυτόν τον λόγο ο Κλέαρχος ζήτησε ακρόαση από τον Τισσαφέρνη.


[2.5.3] ὁ δὲ ἑτοίμως ἐκέλευεν ἥκειν. ἐπειδὴ δὲ
ξυνῆλθον, λέγει ὁ Κλέαρχος τάδε. Ἐγώ, ὦ Τισσαφέρνη,
οἶδα μὲν ἡμῖν ὅρκους γεγενημένους καὶ δεξιὰς δεδομένας μὴ
ἀδικήσειν ἀλλήλους· φυλαττόμενον δὲ σέ τε ὁρῶ ὡς πολε-
μίους ἡμᾶς καὶ ἡμεῖς ὁρῶντες ταῦτα ἀντιφυλαττόμεθα. [2.5.4] ἐπεὶ
δὲ σκοπῶν οὐ δύναμαι οὔτε σὲ αἰσθέσθαι πειρώμενον ἡμᾶς
κακῶς ποιεῖν ἐγώ τε σαφῶς οἶδα ὅτι ἡμεῖς γε οὐδὲ ἐπινοοῦμεν
τοιοῦτον οὐδέν, ἔδοξέ μοι εἰς λόγους σοι ἐλθεῖν, ὅπως εἰ
δυναίμεθα ἐξέλοιμεν ἀλλήλων τὴν ἀπιστίαν. [2.5.5] καὶ γὰρ οἶδα
ἀνθρώπους ἤδη τοὺς μὲν ἐκ διαβολῆς τοὺς δὲ καὶ ἐξ ὑποψίας
οἳ φοβηθέντες ἀλλήλους φθάσαι βουλόμενοι πρὶν παθεῖν
ἐποίησαν ἀνήκεστα κακὰ τοὺς οὔτε μέλλοντας οὔτ’ αὖ
βουλομένους τοιοῦτον οὐδέν. [2.5.6] τὰς οὖν τοιαύτας ἀγνωμο-
σύνας νομίζων συνουσίαις μάλιστα παύεσθαι ἥκω καὶ διδά-
σκειν σε βούλομαι ὡς σὺ ἡμῖν οὐκ ὀρθῶς ἀπιστεῖς. [2.5.7] πρῶτον μὲν
γὰρ καὶ μέγιστον οἱ θεῶν ἡμᾶς ὅρκοι κωλύουσι πολεμίους εἶναι
ἀλλήλοις· ὅστις δὲ τούτων σύνοιδεν αὑτῷ παρημεληκώς, τοῦτον
ἐγὼ οὔποτ’ ἂν εὐδαιμονίσαιμι. τὸν γὰρ θεῶν πόλεμον οὐκ οἶδα
οὔτ’ ἀπὸ ποίου ἂν τάχους οὔτε ὅποι ἄν τις φεύγων ἀποφύγοι
οὔτ’ εἰς ποῖον ἂν σκότος ἀποδραίη οὔθ’ ὅπως ἂν εἰς ἐχυρὸν
χωρίον ἀποσταίη. πάντῃ γὰρ πάντα τοῖς θεοῖς ὕποχα καὶ
πάντων ἴσον οἱ θεοὶ κρατοῦσι. [2.5.8] περὶ μὲν δὴ τῶν θεῶν τε
καὶ τῶν ὅρκων οὕτω γιγνώσκω, παρ’ οὓς ἡμεῖς τὴν φιλίαν
συνθέμενοι κατεθέμεθα· τῶν δ’ ἀνθρωπίνων σὲ ἐγὼ ἐν τῷ
παρόντι νομίζω μέγιστον εἶναι ἡμῖν ἀγαθόν. [2.5.9] σὺν μὲν γὰρ
σοὶ πᾶσα μὲν ὁδὸς εὔπορος, πᾶς δὲ ποταμὸς διαβατός, τῶν τε
ἐπιτηδείων οὐκ ἀπορία· ἄνευ δὲ σοῦ πᾶσα μὲν διὰ σκότους ἡ
ὁδός· οὐδὲν γὰρ αὐτῆς ἐπιστάμεθα· πᾶς δὲ ποταμὸς δύσπορος,
πᾶς δὲ ὄχλος φοβερός, φοβερώτατον δ’ ἐρημία· μεστὴ γὰρ
πολλῆς ἀπορίας ἐστίν. [2.5.10] εἰ δὲ δὴ καὶ μανέντες σε κατακτεί-
ναιμεν, ἄλλο τι ἂν ἢ τὸν εὐεργέτην κατακτείναντες πρὸς
βασιλέα τὸν μέγιστον ἔφεδρον ἀγωνιζοίμεθα; ὅσων δὲ δὴ
καὶ οἵων ἂν ἐλπίδων ἐμαυτὸν στερήσαιμι, εἰ σέ τι κακὸν
ἐπιχειρήσαιμι ποιεῖν, ταῦτα λέξω. [2.5.11] ἐγὼ γὰρ Κῦρον ἐπεθύ-
μησά μοι φίλον γενέσθαι, νομίζων τῶν τότε ἱκανώτατον εἶναι
εὖ ποιεῖν ὃν βούλοιτο· σὲ δὲ νῦν ὁρῶ τήν τε Κύρου δύναμιν
καὶ χώραν ἔχοντα καὶ τὴν σαυτοῦ [χώραν] σῴζοντα, τὴν δὲ
βασιλέως δύναμιν, ᾗ Κῦρος πολεμίᾳ ἐχρῆτο, σοὶ ταύτην
ξύμμαχον οὖσαν. [2.5.12] τούτων δὲ τοιούτων ὄντων τίς οὕτω
μαίνεται ὅστις οὐ βούλεται σοὶ φίλος εἶναι; ἀλλὰ μὴν ἐρῶ
γὰρ καὶ ταῦτα ἐξ ὧν ἔχω ἐλπίδας καὶ σὲ βουλήσεσθαι φίλον
ἡμῖν εἶναι. [2.5.13] οἶδα μὲν γὰρ ὑμῖν Μυσοὺς λυπηροὺς ὄντας, οὓς
νομίζω ἂν σὺν τῇ παρούσῃ δυνάμει ταπεινοὺς ὑμῖν παρασχεῖν·
οἶδα δὲ καὶ Πισίδας· ἀκούω δὲ καὶ ἄλλα ἔθνη πολλὰ τοιαῦτα
εἶναι, ἃ οἶμαι ἂν παῦσαι ἐνοχλοῦντα ἀεὶ τῇ ὑμετέρᾳ εὐδαι-
μονίᾳ. Αἰγυπτίους δέ, οἷς μάλιστα ὑμᾶς γιγνώσκω τεθυμω-
μένους, οὐχ ὁρῶ ποίᾳ δυνάμει συμμάχῳ χρησάμενοι μᾶλλον
ἂν κολάσαισθε τῆς νῦν σὺν ἐμοὶ οὔσης. [2.5.14] ἀλλὰ μὴν ἔν γε
τοῖς πέριξ οἰκοῦσι σὺ εἰ μὲν βούλοιο φίλος ὡς μέγιστος ἂν
εἴης, εἰ δέ τίς σε λυποίη, ὡς δεσπότης <ἂν> ἀναστρέφοιο
ἔχων ἡμᾶς ὑπηρέτας, οἵ σοι οὐκ ἂν μισθοῦ ἕνεκα ὑπηρε-
τοῖμεν ἀλλὰ καὶ τῆς χάριτος ἣν σωθέντες ὑπὸ σοῦ σοὶ ἂν
ἔχοιμεν δικαίως. [2.5.15] ἐμοὶ μὲν ταῦτα πάντα ἐνθυμουμένῳ οὕτω
δοκεῖ θαυμαστὸν εἶναι τὸ σὲ ἡμῖν ἀπιστεῖν ὥστε καὶ ἥδιστ’
ἂν ἀκούσαιμι τὸ ὄνομα τίς οὕτως ἐστὶ δεινὸς λέγειν ὥστε σε
πεῖσαι λέγων ὡς ἡμεῖς σοι ἐπιβουλεύομεν.

***
Κι εκείνος πρόθυμα του παράγγειλε να πάει. Όταν συναντήθηκαν, ο Κλέαρχος του είπε αυτά εδώ: «Ξέρω, Τισσαφέρνη, πως έχομε κάμει όρκους αναμεταξύ μας κι έχομε δώσει τα χέρια, με την υπόσχεση πως δε θα κάμει κακό ο ένας στον άλλο. Σε βλέπω όμως να προφυλάγεσαι από μας, σα να είμαστε εχθροί· κι εμείς πάλι, βλέποντάς τα αυτά, προφυλαγόμαστε το ίδιο από σας. Μα από τις παρατηρήσεις που κάνω, δε στάθηκε δυνατό να καταλάβω πως εσύ προσπαθείς να μας βλάψεις· όσο για μας, ξέρω καλά πως ούτε βάζομε στο μυαλό μας κάτι τέτοιο. Γι' αυτό μου φάνηκε καλό να συζητήσω μαζί σου, ώστε να βγάλουμε ο ένας από τον άλλον αυτή την καχυποψία, αν μπορέσουμε. Γιατί γνώρισα ως τώρα ανθρώπους, που, είτε από συκοφαντία είτε μονάχα από υποψία, φοβήθηκαν ο ένας τον άλλον και θέλησαν να προλάβουν το κακό, προτού το πάθουν. Το αποτέλεσμα όμως ήταν να προξενήσουν αγιάτρευτες συμφορές σε κείνους που ούτε σκόπευαν, ούτε ήθελαν να τους κάμουν παρόμοια πράγματα. Επειδή λοιπόν νομίζω, πως οι τέτοιες απερισκεψίες σταματούν μονάχα με συνάντηση και συζήτηση, γι' αυτό έχω έρθει και θέλω να σου αποδείξω πως άδικα μας υποψιάζεσαι. Πρώτα πρώτα, και περισσότερο απ' όλα τ' άλλα, οι όρκοι που κάμαμε στους θεούς μας εμποδίζουν να είμαστε εχθροί αναμεταξύ μας. Κι εκείνον που συνειδητά αδιαφορεί γι' αυτούς τους όρκους, αυτόν εγώ ποτέ δε θα μπορούσα να τον καλοτυχίσω. Γιατί τον πόλεμο των θεών δεν ξέρω ούτε με ποια γρηγοράδα ούτε πού πηγαίνοντας θα μπορούσε κανείς να τον ξεφύγει, ούτε σε ποιο σκοτάδι θα ήταν δυνατό να τρυπώσει, ούτε σε ποια οχυρή τοποθεσία ν' αποσυρθεί. Παντού τα πάντα υπακούνε στους θεούς, κι οι θεοί τα εξουσιάζουν όλα το ίδιο. Αυτή είναι η γνώμη μου για τους όρκους και τους θεούς, που, κάνοντας τη φιλία μας, την εμπιστευτήκαμε σ' αυτούς να τη φυλάξουν. Όσο για τα ανθρώπινα αγαθά, νομίζω πως το μεγαλύτερο για μας είσαι συ σε τούτη την περίσταση. Γιατί μαζί σου κάθε δρόμος και κάθε ποταμός είναι ευκολοπέραστος, και δεν υπάρχει έλλειψη από τρόφιμα. Ενώ χωρίς εσένα θα βαδίζουμε μέσα στο σκοτάδι, αφού καθόλου δεν ξέρομε το δρόμο. Κάθε ποταμός θα είναι δυσκολοπέραστος, κάθε λαός φοβερός, μα πιο φοβερό απ' όλα θα είναι η μοναξιά μας, γιατί εξαιτίας της θα μας λείπουν ολότελα τα πάντα. Και αν υποθέσουμε πως μας έπιανε τρέλα και σε σκοτώναμε, τι άλλο θα κάναμε παρά θα σκοτώναμε τον ευεργέτη μας και θα ανοίγαμε πόλεμο με το μεγαλύτερο αντίπαλό μας, το βασιλιά, που περιμένει τη σειρά του να μας επιτεθεί; Τώρα όμως θα σου πω πόσες και ποιες ελπίδες θα χάσω, αν επιχειρήσω να σου κάμω κακό. Η επιθυμία μου ήταν να γίνει φίλος μου ο Κύρος, γιατί είχα τη γνώμη πως, από τους ανθρώπους της εποχής του, αυτός ήταν ο ικανότερος να ευεργετεί όποιον ήθελε. Μα τώρα βλέπω πως εσύ έχεις τη δύναμη και τη χώρα του Κύρου, και πως διατηρείς και τη δική σου εξουσία. Ακόμα βλέπω πως το στρατό του βασιλιά, που ο Κύρος τον είχε εχθρικό, εσύ τον έχεις σύμμαχο. Αφού αυτά είναι έτσι, ποιος τρελάθηκε τόσο πολύ, ώστε να μη θέλει να είναι φίλος σου; Θα σου πω όμως κι εκείνα που με κάνουν να πιστεύω πως κι εσύ με χαρά θα γίνεις φίλος μας. Ξέρω δηλαδή πως οι Μυσοί σας ενοχλούν. Αυτούς έχω τη γνώμη πως μπορώ, με την τωρινή μου δύναμη, να τους ταπεινώσω και να τους υποτάξω σε σας. Ξέρω πως το ίδιο γίνεται και με τους Πισίδες. Μαθαίνω πως υπάρχουν και πολλές άλλες τέτοιες φυλές, που νομίζω πως θα ήταν δυνατό να σταματήσουν να ενοχλούν εξακολουθητικά την ευτυχισμένη σας ζωή. Όσο για τους Αιγύπτιους, που ξέρω πως τώρα είστε μαζί τους πάρα πολύ οργισμένοι, δε βλέπω με ποιον άλλο συμμαχικό στρατό, εκτός από το δικό μου, θα μπορούσατε να τους τιμωρήσετε καλύτερα. Εξάλλου με το να έχεις εμάς στην υπηρεσία σου, αν ήθελες να είσαι φίλος με κανέναν από όσους κατοικούν γύρω στην περιφέρειά σου, θα το κατόρθωνες απόλυτα· ενώ, αν κάποιος σε στενοχωρούσε στις σχέσεις σας, θα του φερόσουν δεσποτικά. Γιατί εμείς δε θα σε υπηρετούμε μονάχα για να παίρνουμε μισθό, αλλά και εξαιτίας της ευγνωμοσύνης που είναι δίκαιο να σου χρωστούμε, όταν μας σώσεις. Όσο τα φέρνω στο μυαλό μου όλα αυτά, τόσο μου φαίνεται πως είναι παράξενο να μη μας έχεις εμπιστοσύνη. Γι' αυτό με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση θα άκουα ποιος είναι τόσο ικανός ρήτορας, ώστε να σε πείσει με τα λόγια του πως τάχα εμείς σχεδιάζομε κακά για σένα».