Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Μήδεια (663-718)

Αποτέλεσμα εικόνας για medea pompeiiΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ Γ΄


ΑΙΓΕΥΣ
Μήδεια, χαῖρε· τοῦδε γὰρ προοίμιον
κάλλιον οὐδεὶς οἶδε προσφωνεῖν φίλους.
665 ΜΗ. ὦ χαῖρε καὶ σύ, παῖ σοφοῦ Πανδίονος,
Αἰγεῦ. πόθεν γῆς τῆσδ᾽ ἐπιστρωφᾷ πέδον;
ΑΙ. Φοίβου παλαιὸν ἐκλιπὼν χρηστήριον.
ΜΗ. τί δ᾽ ὀμφαλὸν γῆς θεσπιῳδὸν ἐστάλης;
ΑΙ. παίδων ἐρευνῶν σπέρμ᾽ ὅπως γένοιτό μοι.
670 ΜΗ. πρὸς θεῶν, ἄπαις γὰρ δεῦρ᾽ ἀεὶ τείνεις βίον;
ΑΙ. ἄπαιδές ἐσμεν δαίμονός τινος τύχῃ.
ΜΗ. δάμαρτος οὔσης ἢ λέχους ἄπειρος ὤν;
ΑΙ. οὐκ ἐσμὲν εὐνῆς ἄζυγες γαμηλίου.
ΜΗ. τί δῆτα Φοῖβος εἶπέ σοι παίδων πέρι;
675 ΑΙ. σοφώτερ᾽ ἢ κατ᾽ ἄνδρα συμβαλεῖν ἔπη.
ΜΗ. θέμις μὲν ἡμᾶς χρησμὸν εἰδέναι θεοῦ;
ΑΙ. μάλιστ᾽, ἐπεί τοι καὶ σοφῆς δεῖται φρενός.
ΜΗ. τί δῆτ᾽ ἔχρησε; λέξον, εἰ θέμις κλύειν.
ΑΙ. ἀσκοῦ με τὸν προύχοντα μὴ λῦσαι πόδα…
680 ΜΗ. πρὶν ἂν τί δράσῃς ἢ τίν᾽ ἐξίκῃ χθόνα;
ΑΙ. πρὶν ἂν πατρῴαν αὖθις ἑστίαν μόλω.
ΜΗ. σὺ δ᾽ ὡς τί χρῄζων τήνδε ναυστολεῖς χθόνα;
ΑΙ. Πιτθεύς τις ἔστι, γῆς ἄναξ Τροζηνίας.
ΜΗ. παῖς, ὡς λέγουσι, Πέλοπος, εὐσεβέστατος.
685 ΑΙ. τούτῳ θεοῦ μάντευμα κοινῶσαι θέλω.
ΜΗ. σοφὸς γὰρ ἁνὴρ καὶ τρίβων τὰ τοιάδε.
ΑΙ. κἀμοί γε πάντων φίλτατος δορυξένων.
ΜΗ. ἀλλ᾽ εὐτυχοίης καὶ τύχοις ὅσων ἐρᾷς.
ΑΙ. τί γὰρ σὸν ὄμμα χρώς τε συντέτηχ᾽ ὅδε;
690 ΜΗ. Αἰγεῦ, κάκιστός ἐστί μοι πάντων πόσις.
ΑΙ. τί φῄς; σαφῶς μοι σὰς φράσον δυσθυμίας.
ΜΗ. ἀδικεῖ μ᾽ Ἰάσων οὐδὲν ἐξ ἐμοῦ παθών.
ΑΙ. τί χρῆμα δράσας; φράζε μοι σαφέστερον.
ΜΗ. γυναῖκ᾽ ἐφ᾽ ἡμῖν δεσπότιν δόμων ἔχει.
695 ΑΙ. οὔ που τετόλμηκ᾽ ἔργον αἴσχιστον τόδε;
ΜΗ. σάφ᾽ ἴσθ᾽· ἄτιμοι δ᾽ ἐσμὲν οἱ πρὸ τοῦ φίλοι.
ΑΙ. πότερον ἐρασθεὶς ἢ σὸν ἐχθαίρων λέχος;
ΜΗ. μέγαν γ᾽ ἔρωτα· πιστὸς οὐκ ἔφυ φίλοις.
ΑΙ. ἴτω νυν, εἴπερ, ὡς λέγεις, ἐστὶν κακός.
700 ΜΗ. ἀνδρῶν τυράννων κῆδος ἠράσθη λαβεῖν.
ΑΙ. δίδωσι δ᾽ αὐτῷ τίς; πέραινέ μοι λόγον.
ΜΗ. Κρέων, ὃς ἄρχει τῆσδε γῆς Κορινθίας.
ΑΙ. συγγνωστὰ μέν τἄρ᾽ ἦν σε λυπεῖσθαι, γύναι.
ΜΗ. ὄλωλα· καὶ πρός γ᾽ ἐξελαύνομαι χθονός.
705 ΑΙ. πρὸς τοῦ; τόδ᾽ ἄλλο καινὸν αὖ λέγεις κακόν.
ΜΗ. Κρέων μ᾽ ἐλαύνει φυγάδα γῆς Κορινθίας.
ΑΙ. ἐᾷ δ᾽ Ἰάσων; οὐδὲ ταῦτ᾽ ἐπῄνεσα.
ΜΗ. λόγῳ μὲν οὐχί, καρτερεῖν δὲ βούλεται.
ἀλλ᾽ ἄντομαί σε τῆσδε πρὸς γενειάδος
710 γονάτων τε τῶν σῶν ἱκεσία τε γίνομαι,
οἴκτιρον οἴκτιρόν με τὴν δυσδαίμονα
καὶ μή μ᾽ ἔρημον ἐκπεσοῦσαν εἰσίδῃς,
δέξαι δὲ χώρᾳ καὶ δόμοις ἐφέστιον.
οὕτως ἔρως σοι πρὸς θεῶν τελεσφόρος
715 γένοιτο παίδων καὐτὸς ὄλβιος θάνοις.
εὕρημα δ᾽ οὐκ οἶσθ᾽ οἷον ηὕρηκας τόδε·
παύσω γέ σ᾽ ὄντ᾽ ἄπαιδα καὶ παίδων γονὰς
σπεῖραί σε θήσω· τοιάδ᾽ οἶδα φάρμακα.

***

ΤΡΙΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ


(Εισέρχεται ο Αιγέας από την πάροδο που οδηγεί έξω από την πόλη και σε άλλους τόπους.)
ΑΙΓΕΑΣΧαίρε, Μήδεια. Κανείς δεν ξέρει αρχή ωραιότερη από το «χαίρε»για να μιλήσει σε ανθρώπους που αγαπά.665ΜΗ. Χαίρε και εσύ, Αιγέα, γιε του σοφού Πανδίονα.Πώς βρέθηκες σ᾽ αυτά τα μέρη; Από πού έρχεσαι;ΑΙ. Έρχομαι από το πανάρχαιο μαντείο του Φοίβου.ΜΗ. Τί σ᾽ έφερε στον ομφαλό της γης, όπου μελωδούνται οι χρησμοί;ΑΙ. Ήθελα να μάθω πώς θα βλαστήσουν από μένα παιδιά.670ΜΗ. Για όνομα των θεών, πέρασες τη ζωή σου ώς τώρα χωρίς παιδιά;ΑΙ. Είμαι χωρίς παιδιά — κάποιος θεός την όρισε τη μοίρα μου.ΜΗ. Έχεις γυναίκα ή δεν εγνώρισες τον γάμο;ΑΙ. Ο ζυγός του γάμου δεν μου είναι άγνωστος.ΜΗ. Και τί σου είπε ο Φοίβος για τα παιδιά;675ΑΙ. Ρήματα σοφά, που αδυνατεί να τα εννοήσει ένας θνητός.ΜΗ. Επιτρέπεται άραγε να γνωρίζω εγώ τον χρησμό του θεού;ΑΙ. Και βέβαια — χρειάζεται άλλωστε νους σοφός.ΜΗ. Τί έλεγε λοιπόν ο χρησμός; Αν επιτρέπεται ν᾽ ακούσω, πες μου.ΑΙ. Του ασκού το πόδι που εξέχει να μην το λύσω...ΜΗ. Προτού πράξεις τί ή φτάσεις πού; 680ΑΙ. προτού επιστρέψω στην εστία των πατέρων μου.ΜΗ. Και ποιός ο λόγος που έπλευσες ώς εδώ;ΑΙ. Υπάρχει κάποιος Πιτθέας, βασιλιάς στη χώρα της Τροιζήνας.ΜΗ. Γιος, λένε, του Πέλοπα, άνδρας ευσεβέστατος.685ΑΙ. Θέλω να μοιραστώ μαζί του τον χρησμό του θεού.ΜΗ. Είναι άνθρωπος σοφός και κατέχει τα μαντικά.ΑΙ. Είναι για μένα και ο πιο ακριβός μου σύμμαχος και φίλος.ΜΗ. Καλή τύχη να έχεις και να πετύχεις όσα επόθησες.ΑΙ. Όμως γιατί βασίλεψε το βλέμμα και η όψη σου;690ΜΗ. Αιγέα, ο άντρας μου είναι ο ελεεινότερος όλων.ΑΙ. Τί λες; Άνοιξέ μου την καρδιά σου. Μίλα μου καθαρά.ΜΗ. Με αδικεί ο Ιάσων, ενώ εγώ δεν τον έβλαψα ποτέ.ΑΙ. Κάνοντας τί; Μίλησέ μου πιο καθαρά.ΜΗ. Έβαλε πάνω από μένα δέσποινα του σπιτιού άλλη γυναίκα.695ΑΙ. Μη μου πεις πως τόλμησε την αισχρότατη τούτη πράξη;ΜΗ. Τόλμησε. Εμείς, που μας αγάπαε πριν, ατιμαζόμαστε.ΑΙ. Γιατί; Ερωτεύτηκε ή δεν τον έθελγε το κρεβάτι σου;ΜΗ. Παράφορος έρωτας! Δεν φάνηκε πιστός σ᾽ αυτούς που τον αγάπησαν.ΑΙ. Αν είναι, όπως λες, ένας αχρείος, ώρα καλή.700ΜΗ. Ερωτεύτηκε τη δόξα του βασιλικού γαμπρού.ΑΙ. Και του έδωσε τη γυναίκα ποιός; Απόσωσε τον λόγο σου.ΜΗ. Ο Κρέων, που βασιλεύει εδώ στη γη της Κορίνθου.ΑΙ. Έχεις κάθε λόγο, γυναίκα, να νιώθεις πληγωμένη.ΜΗ. Χάθηκα. Και αποπάνω εξορίζομαι από τη χώρα.705ΑΙ. Από ποιόν; Τώρα μιλάς για άλλο, καινούργιο κακό.ΜΗ. Από τον Κρέοντα. Με πετάει εξόριστη έξω από τη γη της Κορίνθου.ΑΙ. Και το δέχεται ο Ιάσων; Δεν θα τον επαινέσω ούτε γι᾽ αυτό.ΜΗ. Με τα λόγια βέβαια όχι, είναι όμως πρόθυμος να το «αντέξει».Σε εξορκίζω λοιπόν σε τούτα τα γένια,710αγγίζω ικετεύοντας τα γόνατά σου,λυπήσου με τη δύσμοιρη, λυπήσου μεκαι μην αφήσεις να βρεθώ στην εξορία πανέρημη,δέξου να έρθω στη χώρα σου και στην εστία του σπιτιού σου.Και είθε να δώσουν οι θεοίνα εκπληρωθεί ο πόθος σου για παιδιά715και να σε βρει όταν έρθει ο θάνατος ευτυχισμένο.Δεν ξέρεις τί εύρημα είναι αυτό που ηύρες.Εγώ θα σε λυτρώσω από την ατεκνίακαι θα σε αξιώσω να σπείρεις παιδιά. Τέτοια βοτάνια κατέχω.

Ὁ Πλατωνικός συμβιβασμός

Αποτέλεσμα εικόνας για Ὁ Πλατωνικός συμβιβασμός(Σημειώσεις γιά «τό» βιβλίο: Θ’)

Ὁ Πλά­των εἶ­ναι γνω­στός σάν φι­λό­σο­φος. Δέν φαί­νε­ται ὁμως πο­τέ νά μπό­ρε­σε νά ξε­πε­ρά­σει τήν ἀ­γά­πη του γιά τήν πό­λη, τούς θε­σμούς της, καί τήν πο­λι­τι­κή. Οἱ θε­ω­ρί­ες του, οἱ ἐ­πι­στο­λές του καί οἱ πρά­ξεις του δεί­χνουν πώς κα­τά βά­θος θά προ­τι­μοῦ­σε νά εἶ­χε γί­νει νο­μο­θέ­της, ἤ πο­λι­τι­κός. Αὐ­τό δέν πρέ­πει νά τό ξε­χνᾶ­με ὁταν προ­σπα­θοῦ­με νά ξε­δι­πλώ­σο­με τά νή­μα­τα τῆς φι­λο­σο­φί­ας του. Ἡ στά­ση του ἀ­πέ­ναν­τι στή φι­λο­σο­φί­α καί τήν ἀ­λή­θεια, προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται σέ με­γά­λο βαθ­μό ἀ­π’ αὐ­τή του τήν προ­σή­λω­ση.

Πα­ρ’ ὁλα τά ὁσα κο­λα­κευ­τι­κά γρά­φει γιά τήν ἀ­λήθει­α, ὁ Πλά­των ἦ­ταν κρυ­ψί­νους καί ἠ­θε­λη­μέ­να ἀ­σα­φής. Πρός αὐ­τή τήν κα­τεύ­θυν­ση τόν ὁ­δη­γο­ῦ­σε καί ἡ ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κή του ἀν­τί­λη­ψη ὅτι ὅλες οἱ ἀ­λή­θει­ες καί οἱ γνώ­σεις, δέν εἶ­ναι κα­λές γιά ὅλους τούς ἀν­θρώπούς, ὅλων τῶν ἐ­πι­πέ­δων καί σ’ ὅλες τίς πε­ρι­στά­σεις.

Πρέ­πει ὅμως, γιά νά εἴ­μα­στε δί­και­οι, νά τοῦ ἀ­ναγνω­ρί­σο­με πώς συ­χνό­τα­τα, ὅταν κα­θ’ ὁδόν πρός τούς πο­λι­τι­κούς ἤ ἴ­σως ἄλ­λους στό­χους του δι­έ­κρι­νε κά­τι τό ση­μαν­τι­κό, ἔ­στω κι ἄν αὐ­τό φαι­νό­ταν ἤ ἦ­ταν ἀν­τίθε­το πρός τίς θέ­σεις του, πο­λύ συ­χνά τό ἀ­νε­γνώ­ρι­ζε καί τό ἀ­νέ­φε­ρε καί πα­ρέ­με­νε ἀνοι­χτός στήν ἀ­κο­ή του χω­ρίς νά προ­σπα­θεῖ νά τό συγ­κα­λύ­ψει.

Ὡς πρός πολ­λά ση­μαν­τι­κά, ὁ Πλά­των ἦ­ταν πι­στός φι­λό­σο­φος. Ἕ­να πρᾶγ­μα ὁμως θε­ω­ρῶ πῶς εἶ­ναι τό κύ­ριο καί μο­νι­μό­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του, ἐκεῖ­νο πού μᾶς δί­νει τό κλει­δί τῆς σκέ­ψης του (ἐ­άν τέ­τοι­ο ὑ­πάρ­χει): ὁ Πλά­των πάν­τα ἤ σχε­δόν πάν­τα, κα­μιά φο­ρά καί ἄ­θε­λά του, ἔ­κα­νε ἤ προ­σπα­θοῦ­σε νά κά­νει συν­δυα­σμούς καί ἐ­ναρ­μο­νί­σεις. Ἡ ἀ­γά­πη του πρός τά πο­λι­τι­κά, ἀ­σφα­λῶς τόν ὁ­δη­γο­ῦ­σε καί αὐ­τή σέ μιά τέ­τοι­α λύ­ση. Ὄν­τας ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μέ τήν πο­λι­τι­κή προ­σπα­θοῦ­σε νά συν­δυά­σει κι ἐ­ναρ­μο­νί­σει τό ἰ­δε­ῶ­δες μέ τό ἐ­φι­κτό. Ἡ πο­λι­τι­κή δέν εἶ­ναι ἄλ­λο, ὅπως κι ὁ ἴ­διος ἐκ πεί­ρας ἤ­ξε­ρε, πα­ρά ἕ­νας συμ­βι­βα­σμός.

Ἄλλος λό­γος πού φαί­νε­ται νά τόν ὤ­θη­σε πρός τά ἐ­κεῖ, εἶ­ναι τό ἑλ­λη­νι­κό πνεῦ­μα, τό πνεῦ­μα τῆς ἐ­πο­χῆς του καί τῆς πα­τρί­δας του. Ἡ Ἑλ­λά­δα ὁ­λό­κλη­ρη (ὄχι μό­νο ἡ φι­λο­σο­φι­κή) ἄν θά μπο­ροῦ­σε νά ἐκ­φρα­στε­ῖ μέ μιά μό­νο φρά­ση, αὐ­τή ἀ­σφα­λῶς θά ἦ­ταν τό «μη­δέν ἄ­γαν» τῶν Ἀθηναίων καί τῶν Δελ­φῶν, αὐ­τό πού ἀρ­γότε­ρα ὁ Ἀριστοτέλης ὀ­νό­μα­σε «με­σό­της τίς». Τί ὁμως ση­μαί­νει τό «τί­πο­τε ὑ­περ­βο­λι­κά» πα­ρά ἀ­πο­φυ­γή τῶν ἄ­κρων; Προ­σπά­θεια ἐ­ναρ­μό­νι­σης, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της Ἑλ­λά­δας σ’ ὅλες της τίς ἐκ­δη­λώ­σεις. Τό πό­σο ὁ Πλά­των συ­νέ­βα­λε στό δυ­νά­μω­μα καί τήν ἑ­δραί­ω­ση τοῦ «μη­δέν ἄ­γαν», τό πό­σο αὐ­τό δη­μι­ούρ­γη­σε τόν Πλά­τω­να, τό πό­σο ἡ πο­λι­τι­κή ἐἔφτι­α­ξε τό «μη­δέν ἄ­γαν» ἤ αὐ­τό τήν ἠ­θι­κή, καί φυ­σι­κή καί με­τα­φυ­σι­κή καί τήν ἴ­δια τήν πο­λι­τι­κή, εἶ­ναι θέ­μα­τα ση­μαν­τι­κό­τα­τα ἄλ­λα ὄχί τῆς στιγ­μῆς. Τό ποι­οί ἄλ­λοι πα­ρά­γον­τες καί πό­σοι, καί σέ ποι­ό ση­μεῖ­ο καί πό­σο συ­νέ­βα­λαν στό νά κα­τευ­θύ­νουν τόν Πλά­τω­να στήν προ­σπά­θεια ἐ­ναρ­μό­νι­σης, καί αὐ­το τό σπου­δαι­ό­τα­το δέν εἶ­ναι τῆς στιγ­μῆς. Ἔ­κε­ϊ­νο πού ἐ­δῶ ἐπείγει, εἶ­ναι ν’ ἀ­να­γνω­ρι­στε­ῖ ὅτι ὁ Πλά­των ἤ­θε­λε καί ἐ­πε­δί­ω­κε καί πραγ­μα­το­ποι­οῦ­σε ἐ­ναρ­μο­νί­σεις καί συν­δυα­σμούς.

Οἱ συν­δυα­σμοί του κα­μιά φο­ρᾶ πε­τύ­χαι­ναν, καί τό­τε μπο­ροῦ­με ἄ­φο­βα νά τούς ἀ­πο­κα­λοῦ­με ἐ­ναρ­μο­νίσεις, καί κα­μιά φο­ρά ὄχι, ὁ­πό­τε τους ται­ριά­ζει κα­λύ­τε­ρα τό ὄνο­μα συμ­βι­βα­σμοί. Τούς συμ­βι­βα­σμούς του δυ­στυ­χῶς κα­λού­μα­στε νά πλη­ρό­σο­με ἐ­μεῖς, δυ­τι­κός και­νούρ­γιος κό­σμος μέ­γας.

Γι’ αὐ­τήν τήν κα­τά­στα­ση δέν φταί­ει βέ­βαι­α μό­νον ὁ Πλά­των, ἀλ­λά κι ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι. Δε­χτή­κα­με βλέ­πεις σχε­δόν ὑ­πο­συ­νεί­δη­τα καί ἐν πά­σει πε­ρι­πτώ­σει ἀ­βα­σάνι­στα, ὡς πρός τήν «οὐ­σία» τους καί τόν τύ­πο τους καί τή βά­ση τους καί τήν ἐ­πί­δρα­σή τους πά­νω μας καί πά­νω στόν «πο­λι­τι­σμό» μας, τούς πλα­τω­νι­κούς συν­δυα­σμούς σχε­δόν ἀ­τό­φιους, πα­ρ’ ὅλο πού τούς ἀνα­λύ­ο­με μέ σχο­λα­στι­κό­τη­τα ὡς πρός τήν φι­λο­σο­φι­κή καί φι­λο­λο­γι­κό-φι­λο­σο­φι­κή ἐ­ξω­τε­ρι­κή ἐμ­φά­νι­σή τους. Τί τό ὄφε­λος;

Οἱ ἀρ­χι­κοί συν­δυα­σμοί, ἰ­δί­ως οἱ πλα­τω­νι­κοί, ἔ­χουν τή δύ­να­μη νά δη­μι­ουρ­γοῦν σχή­μα­τα, νο­η­τι­κές καί δι­α­νο­η­τι­κές συ­νή­θει­ες καί σχε­δόν αὐ­τό­μα­τες στά­σεις-συμ­πε­ρι­φο­ρές ποῦ ξε­χνᾶ­με νά ἐ­λέγ­ξο­με τίς πη­γές τους, τήν ἰ­σχύ τους καί τήν ἐ­πιίδρα­σή τούς στό πνεῦ­μα μας καί πά­νω στίς ρί­ζες τοῦ δυ­τι­κοῦ μας κό­σμου.

Τά σχή­μα­τα αὐ­τά καί οἱ νο­η­τι­κοί αὐ­το­μα­τι­σμοί μᾶς δη­μι­ουρ­γοῦν μέ τή σει­ρά τους, ἄλ­λες δευ­τε­ρο­γε­νεῖς «βά­σεις», «πη­γές». «ρίζ­ες». καί συ­νή­θει­ες καί τό πράγ­μα πά­ει λέ­γον­τας ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα. Ἔ­τσι οἰ­κο­δο­μή­θη­κε ὁ κό­σμος μας. Ὁ κό­σμος δι­ά­κο­σμος, πε­ρι­βάλ­λον, σκη­νι­κό καί ὀ­θό­νη πά­νω στήν ὁ­ποι­α προ­βάλ­λε­ται ἡ ζωή μας. Κό­σμος μέ­σα στόν ὁ­ποῖ­ο ζοῦ­με καί ὑ­πάρ­χο­με καί τόν ὁ­ποῖ­ο προ­σπα­θοῦ­με νά ἐ­πι­βάλ­λο­με καί στούς ἄλ­λους, τούς ἀ­να­το­λι­κούς, πού γιά κα­κή τους τύ­χη δέν ὀ­νει­ρεύ­ον­ται πα­ρά πῶς νά τόν ἐν­στερ­νι­στο­ῦν κι ἀ­κο­λου­θή­σουν.

Ἀ­να­ρίθ­μη­τα εἶ­ναι τά σχή­μα­τα καί οἱ δυ­να­τοί συν­δυα­σμοί τῆς σκέ­ψης το­ῦ Πλά­τω­να, αὐ­τοί πού κλη­ρο­νό­μη­σε ἀ­π’ τούς προ­η­γού­με­νούς του καί αὐ­τοί πού ὁ ἴ­διος ἔφτι­α­ξε. Μό­νον ἴ­σως ἕ­νας ἠ­λε­κτρο­νι­κός ἐγ­κέ­φα­λος θά μπο­ρέ­σει μιά μέ­ρα νά τούς ξε­δι­α­λύ­νει καί νά δώ­σει στό κά­θε στοι­χεῖ­ο ὡς πρός κά­θε ση­μεῖ­ο, κά­θε στιγ­μή (στιγ­μή εἶ­ναι τό ση­μεῖ­ο ταύ­τι­σης χώ­ρου, χρό­νου καί ση­μαν­τι­κό­τη­τας), καί ἀ­πό κά­θε ὀπτι­κό γω­νί­α, τήν ἀ­πό­λυ­τη καί σχε­τι­κή ἀ­ξία τους. Πά­ω στοί­χη­μα πώς ὁ Πλά­των θά εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος φι­λό­σο­φος καί στο­χα­στής πού θά προ­σπα­θή­σο­με νά προ­σεγ­γί­σο­με ἠ­λε­κτρο­νι­κά. Προ­σφέ­ρε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό κά­θε ἄλ­λον καί ἡ ἀ­νά­λυ­σή του καί ἀ­να­σύν­θε­σή του, μᾶς εἶ­ναι ἐπει­γόν­τως ἀ­πα­ραί­τη­τες. Ἀπόδειξη, ἡ τε­ρά­στια παγ­κό­σμια ἐ­να­σχό­λη­ση μα­ζί του σ’ ὅλα τά πνευ­μα­τι­κά κέν­τρα τῆς Δύ­σης.

Αὐ­τά δυ­στυ­χῶς δέν ση­μαί­νουν πώς οἱ ση­με­ρι­νοί μα­θη­μα­τι­κοί καί λο­γι­κοί φι­λό­σο­φοι προ­ε­τοι­μά­ζουν τήν τρο­φή καί τόν προ­γραμ­μα­τι­σμό αὐ­το­ῦ το­ῦ ὑ­πο­λογι­σμοῦ. Ἀντίθετα, προ­σπα­θοῦν, ὄχι μέ τό γε­νι­κό ἤ εἰ­δι­κό, ἀλ­λά μέ τό με­ρι­κό­τα­το καί εἰ­δι­κό­τα­το, νά συλ­λά­βουν τώ­ρα ἐ­δῶ κι ἀ­πό μό­νοι τους τό κα­θο­λι­κό, τό αἰ­ώ­νιο καί ἄ­πει­ρο, ξε­κι­νών­τας ἀ­πό τρι­το­γε­νε­ῖς (για­τί προ­η­γή­θη­καν ὁ Ἀριστοτέλης καί ἄλ­λοι) συν­δυα­σμούς, βγά­ζον­τας εἰ­δι­κά καί «γε­νι­κά» συμ­πε­ρά­σμα­τα ἀ­π’ αὐ­τή τή (συν­δυ­α­στι­κή) «βά­ση», πάν­τα προ­σποι­ού­με­νοι πώς ἀ­κο­λου­θοῦν τά ἴδια τά πράγ­μα­τα καί τούς νό­μους τῆς φύ­σης καί λο­γι­κῆς, σάν τά δύ­ο αὐ­τά ὅπως καί τά ἄλ­λα πού συν­δυ­ά­στη­καν ἀ­π’ τόν Πλά­τω­να, νά ἦ­ταν ἀ­πό κά­θε ἄ­πο­ψη ἀ­πα­ράλ­λα­κτα πραγ­μα­τι­κά, λο­γι­κά καί ἀν­τι­κει­με­νι­κά.

Ὅ­πως κι ἄν ἔ­χει τό πράγ­μα καί ἐν­τω­με­τα­ξύ, μέ­χρι δη­λα­δή νά ἀ­να­λυ­θεῖ κι ἀ­να­συν­τε­θεῖ ὁ Πλά­των ἠ­λεκτρο­νι­κά, ἐ­πε­ῖ­γον εἶ­ναι νά δοῦ­με ἀ­πό πιό κον­τά καί στο­χα­στι­κά ἤ ἔ­στω καί πρό­χει­ρα, ἄλ­λα κρι­τι­κά γιά μας καί τόν κό­σμο μας, με­ρι­κούς ἀ­π’ τούς πιό ση­μαν­τι­κούς συν­δυα­σμούς του. Τό ἐν­τω­με­τα­ξύ αὐ­τό παί­ζει ρό­λο για­τί ἐν­τω­με­τα­ξύ, μπο­ρε­ῖ νά μήν ὑ­πάρ­χο­με. Κυ­ρί­ως ἄν ἀ­φή­σο­με τήν μή στο­χα­στι­κή ἐ­πι­στη­μο­νι­κή φι­λο­σο­φί­α καί σκέ­ψη νά μᾶς ὁ­δη­γεῖ, ἀ­πό πρό­ο­δο σέ πρό­ο­δο, πεί­ρα­μα σέ πεί­ρα­μα, πρά­ξη σέ πρά­ξη, ὄ­χι μη - λο­γι­κή ἀλ­λά ἀ­λό­γι­στη.

Ἡ ἀ­δυ­να­μί­α καί δύ­να­μη το­ῦ πρώ­του φι­λο­σό­φου, (συ­χνά ταυ­τί­ζω Σω­κρά­τη καί Πλά­τω­να), βρί­σκε­ται ὄ­χι τό­σο στό ὅτι τε­λι­κά δέν μπό­ρε­σε νά δε­χτεῖ νά θυ­σιάσει ἐ­κεῖ­να πού κα­θ’ ὁδόν τοῦ φαί­νον­ταν νά ἔ­χουν κάποι­α ἀ­ξία, ση­μα­σί­α καί ση­μαν­τι­κό­τη­τα στόν τε­λικό σκο­πό του, (τόν στό­χο του πού πάν­τα εἶ­χε στό κέν­τρο τῆς σκέ­ψης του καί πάν­τα ἔ­ψα­χνε) καί στήν πο­λι­τική του (ἐ­άν αὐ­τή ἦ­ταν ὁ τε­λι­κός του στό­χος), ἀλ­λά κυρί­ως στό ὅτι προ­σπά­θη­σε νά συν­δυά­σει καί συν­θέσει ἁρ­μο­νι­κά πολ­λά πράγ­μα­τα, πολ­λές ἀρ­χές, ἀ­ξί­ες κι δυ­νά­μεις πού ἴ­σως συν­δυ­ά­ζον­ται ἤ ἴ­σως ἔ­ναρ­μο­νι­ζονται, ἴ­σως ὅμως καί νά μήν συν­δυ­ά­ζον­ται ἤ νά μήν ἐναρ­μο­νί­ζον­ται ἤ νά μήν ἐ­ναρ­μο­νί­ζον­ται ἔ­τσι ἅρ­μονικά, ὅταν μέ­νει κα­νείς ἀνοι­χτός στήν ἀ­κοή τῶν ὄν­των στά ἴδια τά πράγ­μα­τα.

Σάν πρώ­τη προ­σπά­θειά του ἐ­ναρ­μό­νι­σης, θά πρέπει ν’ ἀ­να­φερ­θε­ῖ ἡ ἀ­πό­πει­ρα συν­δυ­α­σμο­ῦ σκέ­ψης καί πρά­ξης, θε­ω­ρί­ας καί δρά­σης, πρά­ξης καί θε­ω­ρί­ας. Κοινό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τῶν με­γά­λων στο­χα­στῶν καί τῶν μεγά­λων πρα­κτι­κῶν εἶ­ναι ἡ προ­σπά­θεια αὐ­τή, πού βέβαι­α γιά νά στα­θεῖ ὁ­δη­γεῖ σέ ἄλ­λες ἀ­πό­πει­ρες ἄλ­λων συν­δυα­σμῶν, πρα­κτι­κῶν καί θε­ω­ρη­τι­κῶν καί πρα­κτικο­θε­ω­ρη­τι­κῶν, μιᾶς καί ἡ ἴ­δια ἡ ἀρ­χι­κή δι­α­φο­ρο­ποίση δέν στη­ρί­ζε­ται πα­ρά στόν ἴ­διο της τόν ἑ­αυ­τό, ὄντας βά­ση ἤ μιά ἀ­π’ τίς βά­σεις τῆς (κά­θε) δι­α­φο­ρο­ποίσης. Ἡ μέ­ρα καί ἡ νύ­χτα, τό κρύ­ο καί ἡ ζέ­στη, τό ἀρσε­νι­κό καί θη­λυ­κό, ἡ ζω­ή καί ὁ θά­να­τος κ.α. εἶ­ναι ἴσως πιό πα­λι­ές συν­θε­τι­κές δι­α­φο­ρο­ποι­ή­σεις. Μή­πως θά ἔ­πρε­πε νά εἰ­δο­ποι­η­θεῖ καί ὁ Πλά­των καί οἱ ἄλ­λοι ὅτι πά­ει χα­μέ­νος ὁ κό­πος τους (πρα­κτι­κά) καί ἄ­δικα χά­νουν τόν και­ρό τους (θε­ω­ρη­τι­κά);

Ὅ­ταν ἔ­τσι δι­α­τυ­πώ­νο­με τό δί­λημ­μα, στήν ἄ­κρα θε­ω­ρη­τι­κή (καί πρα­κτι­κή) του το­πο­θέ­τη­ση, ἴ­σως ναί. Ἐ­άν ὅμως κι ἐμεῖς ὅπως καί ὁ Πλά­των καί ἀρ­κετοί ἄλ­λοι, προ­σπα­θή­σο­με νά συμ­βι­βα­στοῦ­με, κι ὀ­νο­μά­σο­με τήν πρά­ξη πο­λι­τι­κή (σάν νά ἦ­ταν μό­νον πρά­ξη καί τή φι­λο­σο­φί­α θε­ω­ρί­α (σάν ὁ φι­λο­σο­φι­κός βί­ος νά μήν ἦ­ταν ἡ οὐ­σία τῆς φι­λο­σο­φί­ας), τό­τε τό πα­ρα­πάνω δί­λημ­μα γί­νε­ται πιό ζων­τα­νό καί κα­τα­νο­η­τό καί κα­θημε­ρι­νά ἀν­θρώ­πι­νο καί τό­τε μπο­ροῦ­με νά πο­ῦ­με ὅτι: ὁ Πλά­των κα­τ’ ἀρ­χήν προ­σπά­θη­σε νά συν­δυά­σει την πο­λι­τι­κή καί τήν φι­λο­σο­φί­α. Τό ὅτι καί αὐ­τά τά δύο (ἔ­στω κι ἔ­τσι δι­α­τυ­πω­μέ­να ) δέν συν­δυ­ά­ζον­ται, τό δεί­χνει ἡ ζω­ή τοῦ Πλά­τω­να καί τά πα­θή­μα­τά του στίς Συ­ρα­κοῦ­σες, ἀλ­λά καί ὁ πρα­κτι­κός καί θε­ω­ρη­τικός μας κό­σμος, κά­θε φο­ρᾶ πού προ­σπα­θοῦ­σε νά δι­και­ο­λογή­σο­με τίς πο­λι­τι­κές μας πρά­ξεις φι­λο­σο­φι­κά. Ἡ φιλο­σο­φί­α καί ἡ πο­λι­τι­κή εἶ­ναι δύ­ο δι­ά­φο­ροι καί δι­α­φο­ρε­τι­κοί κό­σμοι καί δέν συν­δυ­ά­ζον­ται ἔ­τσι ἁ­πλο­ϊκά. Μέ­χρι νά βρε­θεῖ κά­ποι­ος ἄλ­λος συν­δυ­α­στι­κός τρό­πος μιά ἄλ­λη συν­θε­τι­κή σκέ­ψη (ἐ­άν πο­τέ βρε­θεῖ), ὁ ἕνας τους θά κυ­ρια­ρχεῖ καί θά ὑ­πο­τάσ­σει τόν ἄλ­λο, ἀ­νά­λο­γα μέ τίς γύ­ρω συν­θῆ­κες. Μέ τό νά πο­ΰ­με πώς οἱ φι­λό­σο­φοι πρέ­πει νά γί­νουν πο­λι­τι­κοί καί οἱ πο­λι­τι­κοί φι­λό­σο­φοι, δέν σώ­ζον­ται τά πράγ­μα­τα, ἁ­πλῶς με­ταθέτο­με τό δί­λημ­μα πού ἑ­ξα­κο­λου­θε­ΐ στή βά­ση του νά πα­ρα­μέ­νει. Ἀκόμα καί μέ τή μορ­φή: τί εἴ­δους φι­λό­σο­φοι καί τί εἴ­δους πο­λι­τι­κοί;

Ὅ­ταν καί αὐ­τό τό τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­ρώ­τη­μα προ­σπα­θεῖ νά μᾶς τό ἀ­να­λύ­σει (σχε­δόν στήν πρά­ξη), ὁ Πλά­των ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νά κά­νει τό­σους ἄλ­λους με­ρι­κό­τε­ρους ἀ­νε­πι­τυ­χε­ΐς συν­δυα­σμούς, πού δέν μᾶς μέ­νει ἀμ­φι­βο­λί­α πώς τό σύ­στη­μά του εἶ­ναι οὐ­το­πι­κό.

Καί ὡς πρός αὐ­τό τό δί­λημ­μα ἑ­πο­μέ­νως, πρέ­πει νά μεί­νο­με: ἕν ἀ­να­μο­νῇ, μέ­χρις ἴ­σως κά­τι ἄλ­λο νά φα­νεῖ.

Ὡς δεύ­τε­ρη προ­σπά­θεια ἐ­ναρ­μό­νι­σης ἤ ἴ­σως πρώ­τη, θά πρέ­πει νά ἀ­να­φερ­θε­ῖ ἡ ἀ­πό­πει­ρα το­ῦ Πλά­τω­να νά συν­δυά­σει ὅλες τίς θε­ω­ρί­ες, ὅλα τά συ­στή­μα­τα καί τά ρεύ­μα­τα, ὅλες τίς τά­σεις τῆς ἐπο­χῆς του καί τῶν προ­η­γου­μέ­νων του ἐ­πο­χῶν, σ’ ἕ­να ἑ­νια­ῖο καί πε­ρι­λη­πτι­κό πλα­τω­νι­κό σύ­στη­μα.

Ὅ­λοι μας μέ­σα στό μυα­λό μας ἀ­ναγ­κα­στι­κά συμ­περι­λαμ­βά­νο­με καί κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο συν­δυ­ά­ζο­με, ὅ­λα ὅ­σα μά­θα­με καί πολ­λά ἀ­π’ αὐ­τά πού δέν μα­θαί­νον­ται, καί κά­ποι­ου εἴ­δους τά­ξη καί συγ­κα­τά­τα­ξη δη­μι­ουρ­γοῦ­με. Κά­ποι­ου εἴ­δους σύ­στη­μα, ἔ­στω καί ἁ­πλῶς χρο­νι­κό, ἤ σκέ­τα το­πι­κό, ἤ ἄλ­λο ἔ­χο­με στά ρά­φια το­ΰ κε­φα­λιοῦ μας. Δέν πρόκ­ει­ται ὅμως ἐ­δῶ γι’ αὐ­τό. Ἐκεῖνο πού ὁ Πλά­των προ­σπά­θη­σε νά κά­νει, εἶ­ναι νά συ­νε­νώ­σει θε­ω­ρη­τι­κά καί ἁρ­μο­νι­κά καί λο­γι­κά καί ση­μαν­τι­κά ὅλες τίς ἄλ­λες γε­νι­κό­τε­ρες καί με­ρι­κό­τε­ρες θε­ω­ρί­ες σ’ ἕ­να ἑ­νια­ῖο ἀν­τι­κει­με­νι­κό πρα­κτι­κό (θε­ω­ρη­τι­κό) σύ­στη­μα. Τί ση­μαί­νει σύ­στη­μα δέν τό ἐ­ξη­γῶ, ὡς «ἀν­τι­κει­με­νι­κό» ὅμως ἐ­δῶ ἐν­νο­ῶ ἕ­να σύ­στη­μα πού ὅ­ποι­ος τό βλέ­πει νά μήν ἔ­χει ἀμ­φι­βο­λί­α ὅτι ἰ­σχύ­ει καί εἶ­ναι κα­λο­δε­μέ­νο καί στέ­κε­ται στά πό­δια του καί εἶ­ναι καί λο­γι­κό καί αἰ­σθη­τι­κό καί δι­αι­σθη­τι­κό καί «θε­ω­ρη­τι­κό» καί πρα­κτι­κό.

Τό ὅτι ἕ­να τέ­τοι­ο σύ­στη­μα, σύγ­χρο­να παν­πε­ρι­λη­πτι­κό καί ἀν­τι­κει­με­νι­κό δέν μπο­ρεῖ νά δη­μι­ουρ­γη­θεῖ ἤ γί­νει ἤ ὑ­πάρ­ξει, ἤ κι ἄν ὑ­πάρ­χει δέν μπο­ρεῖ νά ἐκ­φρα­στεῖ (στή φι­λο­σο­φι­κή ἀ­πο­λυ­τό­τη­τα ἤ με­τα­φυ­σι­κή ἤ κα­θα­ρά λο­γι­κή— λο­γῳ καί τῆς φύ­σης τῆς λο­γι­κῆς καί τῆς λο­γι­κῆς της φύ­σης), δέν χρει­ά­ζε­ται νά εἶ­σαι φι­λό­σο­φος γιά νά τό κα­τα­λά­βεις. Γί αὐ­τό ἄλ­λω­στε καί οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι, σή­με­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἴ­σως ἀ­πό πα­λαι­ά, βα­ρι­οῦν­ται τή φι­λο­σο­φί­α καί τή θε­ω­ροῦν χα­σο­μέ­ρι πού δέν ὁ­δή­γη­σε ἐ­πί τό­σους αἰ­ῶ­νες ἤ ὁ­δη­γεῖ καί τώ­ρα που­θε­νά. Συ­νε­πῶς καί ὁ Πλά­των, πού ἦ­ταν ἐ­πι­πλέ­ον φι­λό­σο­φος τό ἤ­ξε­ρε αὐ­τό κα­λά. Ἤ­ξε­ρε ὅτι τά ἀρ­χι­κά καί βα­σι­κά συ­στή­μα­τα καί θε­ω­ρή­μα­τα πού ἤ­δη πε­ρι­λαμ­βά­νουν τό­σα πολ­λά στοι­χεῖ­α καί πού εἶ­ναι καί ἐξ αὐ­τοῦ καί ἀ­πό τή φύ­ση τους ἀν­τι­φα­τι­κά, δέν μπο­ροῦ­με νά ἐ­πι­χει­ρή­σο­με νά τά ἑ­νο­ποι­ή­σο­με καί με­τα­ξύ τους πα­ρά μό­νον μέ κά­τι πού στέ­κε­ται ση­μαν­τι­κά ψη­λό­τε­ρά τους· καί ὅτι εἴ­τε αὐ­τό τό ὀ­νο­μά­σο­με θε­ό, εἴ­τε Ἕν ἤ ὅτι ἄλ­λο, Αὐ­τό εἶ­ναι τό­σο γε­νι­κό καί παν­πε­ρι­λη­πτι­κό, καί ἐνέ­χει συν­δυ­α­στι­κά, θε­ω­ρί­α καί πρά­ξη καί σκέ­ψη καί δρά­ση καί φι­λο­σο­φί­α καί πο­λι­τι­κή καί τήν ἴ­δια τή δι­ά­κρι­ση, πού δέν μπο­ρεῖ νά εἶναι ἤ νά ἀ­πο­κα­λε­ῖ­ται σύ­στη­μα, πα­ρά μό­νο μέ κά­ποι­ο σύ βι­βα­σμό.

Τί εἴ­δους ἀν­τι­κει­με­νι­κό ἤ ἀν­τι­κει­με­νι­κῆς ἰ­σχύ­ος σύστη­μα νά κά­νο­με ὅταν μέ­σα σ’ αὐ­τό μα­ζί μέ ὅλα τ’ ἄλ­λα πε­ρι­λαμ­βα­νό­μα­στε κι ἐ­μεῖς;

Ὁ Πλά­των ὅμως ἦ­ταν ἀρ­χαῖ­ος καί ἕλ­λη­νας κι αἰσι­ό­δο­ξος καί ἐ­βρι­σκε πώς ἡ προ­σπά­θεια, ἔ­στω καί μόνη προ­σπά­θεια ἄ­ξι­ζε τόν κό­πο. Ἄλ­λω­στε αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους οἱ προ­σπά­θει­ες φέ­ρουν τήν ἀν­τα­μοι­βή τους μέσα τους. Ἔ­στω καί λί­γο ἤ με­ρι­κό πλη­σί­α­σμα πρός κάτι τό ὑ­παρ­κτό καί ἁρ­μο­νι­κό ἐ­άν μπο­ρεῖ νά πραγ­ματοποι­η­θεῖ, ἀ­ξί­ζει νά ἐ­πι­χει­ρη­θεῖ. Ἔ­τσι σκέ­φτη­κε, ταυτίζον­τας σάν κα­λός ἕλ­λη­νας στό μυα­λό του, ὑ­παρκτό φυ­σι­κό καί ἁρ­μο­νι­κό. Καί τό φι­λο­σο­φι­κό τα­ξεί­δι καί ἡ φι­λο­σο­φι­κή ζω­ή ἔ­χει τίς ἀ­ρε­τές της ὅπως καί ἡ ἐνασχό­λη­ση μέ τά πο­λι­τι­κά τίς ἱ­κα­νο­ποι­ή­σεις της. Καί ὅ,τι ὑ­πάρ­χει καί εἶ­ναι ἐ­δῶ μπο­ρεῖ κά­πως ν’ ἀν­τι­με­τωπιστεῖ μέ τό νοῦ φτά­νει νά θέ­λο­με νά συμ­βι­βα­στοῦν Ἔ­τσι τόν εἶ­χαν δι­δά­ξει καί οἱ δά­σκα­λοί του οἱ «φυσικοί», προ­σω­κρα­τι­κοί φι­λό­σο­φοι.

Ἐ­πι­χεί­ρη­σε ἑ­πο­μέ­νως τόν συν­δυα­σμό καί τήν ἑ­ναρμό­νι­ση καί τή δη­μι­ουρ­γί­α ἕ­νος παν­πε­ρι­λη­πτι­κο­ΰ συστή­μα­τος, ὄχι μό­νο γνω­ρί­ζον­τας τίς δυ­σκο­λί­ες του ἀλ­λά καί τό ἀ­δύ­να­τό του. Ἔ­τσι ὀπ­πορ­του­νί­στι­κα καί στήν τύ­χη, ἐλ­πί­ζον­τας ὅτι κά­τι τε­λι­κά θά βγεῖ, πάντα ἀ­πο­βλέ­πον­τας στούς ἄλ­λους (πο­λι­τι­κούς;) σκο­πούς του. Καί τό ἀ­δύ­να­το βλέ­πεις φι­λο­σο­φι­κά, καί τό ἀνύπαρ­κτο (λόγῳ ἀ­νυ­παρ­ξί­ας), στήν ἀ­νώ­τα­τη λο­γι­κή καί μή λο­γι­κή σφαί­ρα, εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το ν’ ἀ­πο­δει­χτεῖ καί μόνο εἰ­κά­ζε­ται. Γι’ αὐ­τό καί ὁ Πλά­των ἐ­πι­χεί­ρη­σε τό σύστη­μά του γνω­ρί­ζον­τας ὅτι ὑπάρ­χει ἕ­νας δρό­μος κ ἕ­νας τρό­πος, ἀλ­λά μό­νον ἕ­νας πού τε­λι­κά ὁ­δη­γεῖ πρός αὐ­τό, ὁ δρό­μος το­ῦ συμ­βι­βα­σμοῦ. Ὅ­ταν δε­χό­μαστε νά συμ­βι­βα­στοῦ­με, ὅλα ἤ σχε­δόν ὅλα εἶ­ναι δυ­νατά. Καί ὁ με­γά­λος συν­δυα­σμός ἑ­πο­μέ­νως τῶν τό­σων πολλῶν καί δι­α­φό­ρων καί ἀν­τι­φα­τι­κῶν δέν εἶ­ναι ἀ­δύ­νατος καί μπο­ρεῖ νά γί­νει διά τοῦ συμ­βι­βα­σμοῦ.

Ἀ­φοῦ λοι­πόν μᾶς εἰ­δο­ποί­η­σε γιά τό ἀ­δύ­να­το τῆς δι­α­τύ­πω­σης τῶν αἰ­ώ­νι­ων, ἄ­πει­ρων (καί συ­νε­πῶς πάνπε­ρι­λη­πτι­κῶν) καί ὄντων καί ὑ­παρ­χόν­των, μέ τά πρό­σκαι­ρα, τά με­ρι­κά καί με­ρι­κῶς ὄντα καί πε­πε­ρα­σμέ­να καί ἀ­τε­λῶς ὑ­πάρ­χον­τα, πῆ­ρε τήν ἀ­πό­φα­ση κι ἔκανε τή βου­τιά.

Ἔ­τσι φτι­ά­χτη­κε τό πλα­τω­νι­κό καί παν­πε­ρι­λη­πτικό σύ­στη­μα, τό συν­δυ­α­στι­κό καί ἐ­ναρ­μο­νι­στι­κό, ἄ­σχετα ἄν ὁ ἴ­διος ὁ Πλά­των δέν ὁ­μο­λό­γη­σε πο­τέ πώς δημι­ουρ­γεῖ σύ­στη­μα, οὔ­τε πώς ἐ­πι­χει­ρεῖ μ’ αὐ­τον τόν τρό­πο νά ἐκ­φρά­σει τό αἰ­ώ­νιο καί ἄ­πει­ρο.

Αὐ­τό εἶ­ναι πού ὀνο­μά­ζω πλα­τω­νι­κό συμ­βι­βα­σμό (γιά νά μήν με­τα­χει­ρι­στῶ τό «ἀν­τί­φα­ση»), ἤ κα­λύ­τε­ρα με­γά­λο πλα­τω­νι­κό συμ­βι­βα­σμό, για­τί ἔ­κα­νε κι ἕ­να σω­ρό μι­κρό­τε­ρους.

Στούς τέ­τοι­ου εἴ­δους με­γά­λους συμ­βι­βα­σμούς, κα­μιά φο­ρά καί χω­ρίς νά τό πο­λυ­σκε­φτο­ῦ­με, δί­νο­με καί ἀρ­κε­τά ἄλλα καί δι­α­φο­ρε­τι­κά ὀνό­μα­τα, ἀ­νά­λο­γα μέ τήν πί­στη μας καί το­πο­θέ­τη­σή μας. Γι’ αὐ­τό κι ἐ­γώ, συμ­βι­βα­σμό ἐ­δῶ κα­λῶ τήν τά­ση γιά τό ὑ­περ­βα­τι­κό, τή με­τα­φυ­σι­κή ἀ­γω­νί­α, τήν ὑ­περ­φυ­σι­κή φύ­ση τοῦ ἀνθρώ­που, τόν ἄν­θρω­πο.

Ὡς τρί­τη καί ἐ­πί­σης ση­μαν­τι­κή προ­σπά­θεια πλα­τω­νι­κῆς ἐ­ναρ­μό­νι­σης πού συν­δέ­ε­ται ρι­ζι­κά καί μέ τίς δύ­ο ἄλ­λες, θ’ ἀ­να­φέ­ρω ἐ­δῶ ἕ­να σχῆ­μα σύν­θε­σης τῆς πό­λης, τῆς φύ­σης, καί τῆς ψυ­χῆς το­ῦ ἀν­θρώ­που. Στόν Μέ­νω­να καί ἀλ­λοῦ, τά τρί­α αὐ­τά φαί­νον­ται σάν ἐ­φαπτό­με­νες ὁ­μο­ει­δε­ῖς καί ἀν­τι­κα­θρε­φτι­ζό­με­νες σφαῖ­ρες, πού πε­ρι­κλεί­ον­ται (μα­ζί μέ τ’ ἄλλα π.χ. τούς θε­ούς), μέ­σα σέ μιά με­γα­λύ­τε­ρη σφαί­ρα πού λέ­γε­ται καί εἶ­ναι, Εἶ­ναι, Ὄν ἤ Πᾶν. Ὅ,τι μπο­ρεῖ νά συμ­βεῖ στή μιά ἀ­π’ αὐ­τές μπο­ρεῖ νά συμ­βε­ῖ καί στήν ἄλ­λη, ὅ,τι συμ­βαί­νει στή μιά, συμ­βαί­νει καί στήν ἄλ­λη. Ἡ φύ­ση τους, ἡ δο­μή τους καί ἡ ψυ­χή τους εἶ­ναι ταυ­τό­ση­μη καί ἴ­δια (καί ἡ φύ­ση καί ἡ πό­λη φαί­νε­ται νά ἔ­χουν κά­ποι­ου εἴ­δους ψυ­χή). Δέ­χε­ται ἀ­κό­μα ὁ Πλά­των ἐ­δῶ, αὐ­το πού σή­με­ρα θά ὀ­νο­μά­ζα­με Ἁγία Τριά­δα, δη­λα­δή ὅτι τά τρί­α αὐ­τά σύ­νο­λα, οἱ τρεῖς αὐ­τοί κό­σμοι, εἶ­ναι ὁ­μο­ού­σιοι καί ἀ­δι­αί­ρε­τοι κι ὅτι ὁ ἕ­νας μπο­ρε­ῖ νά ἐκφρά­ζει κι ἐκ­προ­σω­πε­ῖ ἐ­πα­ξί­ως καί ἀ­δι­αι­ρέ­τως τόν ἄλ­λο (δη­λα­δή τή μα­γι­κή Ἀρ­χή). Καί ὅτι κά­θε φο­ρά πού μι­λᾶ­με γιά τόν ἕ­να καί προ­σπα­θοῦ­με νά τόν προ­σεγ­γί­σο­με, (ἤ ἀ­να­λύ­σο­με), σύγ­χρο­να ἐκ­φρά­ζο­με καί τά πα­θή­μα­τα καί τίς κα­τα­στά­σεις καί τῶν δύ­ο ἄλ­λων (κον­τι­νῶν καί ὁ­μο­ει­δῶν πρός αὐ­τόν). Ὅ­ταν ἀ­να­φέ­ρο­με ἤ ἐ­πι­κα­λού­με­θα τό ἕ­να ἀ­πό αὐ­τά τά σύ­νο­λα, πάν­τα τά δύ­ο ἄλ­λα ὑ­πο­νο­ο­ῦν­ται καί βρί­σκον­ται ἐ­δῶ τώ­ρα πα­ρόν­τα μπρο­στά μας.

Ἡ προ­σπά­θειά του αὐ­τή, τῆς ἐ­ναρ­μό­νι­σης, φαί­νε­ται δυ­στυ­χῶς φαι­νο­με­νι­κά του­λά­χι­στον νά πέ­τυ­χε, για­τί ἀ­κό­μα καί σή­με­ρα ἡ φύ­ση μας εἶ­ναι καί πα­ρα­μέ­νει ὅ­πως ἦ­ταν ἐξ ἀρ­χῆς καί πρίν κι ἀ­π’ τόν Πλά­τω­να, ἀνθρω­πο­μορ­φι­κή καί τά κρά­τη μας μᾶς φαί­νον­ται φυ­σι­κά καί φυ­σι­κά φαί­νε­ται νά θέ­λο­με τήν δι­α­τη­ρη­σή τους. Καί ἡ ὀρ­γά­νω­ση τους μᾶς φαί­νε­ται φυ­σι­κή καί σύμ­φω­νη μέ τήν ψυ­χή καί τή φύ­ση το­ῦ ἀν­θρώ­που. Καί ὁ ἄν­θρω­πος ἑ­ξα­κο­λου­θε­ῖ νά εἶ­ναι «ὄν κοι­νω­νι- κόν» καί ἡ κοι­νω­νί­α ἀ­κό­μη καί μέ τήν ση­με­ρι­νή της μορ­φή νά φαί­νε­ται ἀν­θρώ­πι­νη καί ἀν­θρω­πι­στι­κή κ.λ.π.

Ὁ Πλά­των ἀ­πό κά­ποι­α στιγ­μή καί πέ­ρα αὐ­τό φαί­νε­ται κα­θα­ρά στήν Πο­λι­τεί­α του (ἤ καί ἐξ ἀρ­χῆς), θε­ώ­ρη­σε πώς κά­θε μιά ἀ­π’ αὐ­τές τίς ἀν­τι­κα­θρε­φτι­ζό­με­νες σφαῖ­ρες, (φύ­ση, πό­λη, ψυ­χή ἀν­θρώ­που) δέν εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κή σφαῖ­ρα μέ σφαι­ρι­κό­τη­τα, ἀλ­λά ὅτι ἔ­χει σχῆ­μα τρι­γω­νι­κό, πυ­ρα­μι­δι­κό καί συμ­με­τέ­χει καί ἐγκλεί­ε­ται καί σχη­μα­τί­ζει τή με­γά­λη πυ­ρα­μί­δα το­ῦ παν­τός, πού στήν κο­ρυ­φή της ἔ­χει τό Ἕν καί στή βά­ση της τά πολ­λά, μέ­σα σέ μιά ἁρ­μο­νι­κή ἱ­ε­ραρ­χι­κή σύν­θε­ση.

Τό ὅτι τά τρί­α αὐ­τά δέν εἶ­ναι στό ἐ­σω­τε­ρι­κό τους τό κα­θέ­να — ἀλ­λά καί τίς σχέ­σεις τους με­τα­ξύ τους ἀπό τή φύ­ση τους ἁρ­μο­νι­κά, (τή φύ­ση πού τούς ἔδωσαν σάν οἱ Ἕλ­λη­νες καί ὁ Πλά­των) καί ἁρ­μο­νι­κά συνδυαζό­με­να, σή­με­ρα πιά δέν ὑ­πάρ­χει κα­μιά δυ­σκο­λί­α να το δοῦ­με.

Ἡ φύ­ση μας εἶ­ναι ἕ­να ἄ­γριο καί κρύ­ο καί κοχλάζων πρᾶγ­μα που ἀ­να­τα­ράσ­σε­ται καί ἐ­κρή­γνυται καί αὐ­το-συγ­κρού­ε­ται μέ ἄ­πει­ρη τα­χύ­τη­τα, σέ ἄ­πει­ρες ἐκτά­σεις, σέ κα­τα­πλη­κτι­κές θερ­μι­κές δι­α­φο­ρές, μεταπηδών­τας ἀ­π’ τό ἀ­πό­λυ­το μη­δέν στήν ἀ­πό­λυ­τα μεταποι­η­τι­κή θερ­μό­τη­τα, κι ἀ­πό με­τα­στρο­φή σέ κα­ταστροφή, κι ἀ­πό κα­τα­στρο­φή σέ σύγ­κρου­ση. Δυ­νά­μει­ς ἀκτί­νες, -ό­νια, μά­ζες, τα­χύ­τη­τες, χρό­νοι, χῶ­ροι και χωρό­χρο­νοι καί ἄλ­λα πολ­λά καί ἄ­γνω­στα καί εἰκαζόμενα, ὑ­πάρ­χον­τα καί ἀ­νύ­παρ­κτα καί ὑ­πο­τι­θέ­με­να (χάριν τῆς ἐ­πι­στή­μης), ἔ­χον­τας θε­ω­ρη­τι­κά ἴσως χά­ρις στόν Πλά­τω­να) γί­νει Ἕ­να (ἀλ­λά ὑ­φαί­στιο) μέ­σα στό μυαλό μας κι ἔ­ξω ἀ­π’ αὐ­τό, πο­λε­μι­ο­ῦν­ται με­τα­ξύ τους ἀπηνῶς καί συ­νε­χῶς μέ­χρι δι­ά­λυ­σης τοῦΰ Σύμ­παν­τος

Ποῦ ἡ ἁρ­μο­νι­κή Πλα­τω­νι­κή φύ­ση;

Ὁ ἄν­θρω­πός μας πά­λι, σχι­ζο­φρε­νής, παρανοϊκός κομ­πλε­ξι­κός, ἄ­φρων καί πα­ρά­φρων, θρη­σκο­μα­νής καί ἱ­ε­ρό­συ­λος, στε­νο­κέ­φα­λος, δι­κέ­φα­λος, τρι­κέ­φα­λος, ἀναι­δής, προ­κλη­τι­κός κι ἐ­πι­κίν­δυ­νος καί γιά τόν ἑ­αυ­τό του καί γιά τή φύ­ση, καί τό­σα ἄλ­λα κα­κά ψυ­χρά κι ἀ­νά­πο­δα, δέν ἔ­χει κα­μιά σχέ­ση μέ τόν ἁρ­μο­νι­κό καί φυ­σι­κό ἄν­θρω­πο το­ῦ Πλά­τω­να.

Ὅ­σο γιά τό κρά­τος μας, τήν πρώ­ην ἁρ­μο­νι­κή πό­λη, τί καί πό­σα νά πεῖ κα­νείς;

Θά ἀρ­κε­στῶ στό ὅτι ἀ­να­βί­ω­σε καί πραγ­μα­τοποιεῖ τόν ἑλ­λη­νι­κό προ­πλα­τω­νι­κό μῦ­θο τοῦΰ πα­τέ­ρα τρώ­ει τά παι­διά του γιά νά μήν τοῦΰ πά­ρουν τήν ἐξουσί­α. Ἔ­χον­τας ἀ­πο­κτή­σει τέ­τοι­α φύ­ση, ἡ φύ­ση, ὁ ἄνθρω­πος καί ἡ κοι­νω­νί­α καί τό κρά­τος, δέν μποροῦν φυ­σι­κά πα­ρά νά βρί­σκον­ται σέ συ­νε­χῆ καί ἀ­πη­νῆ πόλε­μο καί στίς με­τα­ξύ τους σχέ­σεις. Πα­ρα­λεί­πω βέβαια ἐ­δῶ τίς λε­πτο­μέ­ρει­ες τῶν πο­λέ­μων, τῶν κρα­τῶν, ἐ­θνῶν, τῶν ἐγ­χρώ­μων καί τῶν χρω­μά­των, τῶν κοινωνι­κῶν στρω­μά­των, τῶν μει­ο­νο­τή­των, τῶν πλειοψηφι­ῶν, τῶν ὁ­μά­δων πι­έ­σε­ως, τῶν ὁ­μά­δων κα­τα­πι­έσεως κ.λπ., πού ἀ­πο­τε­λοῦν τήν ἱ­στο­ρί­α το­ῦ ἀν­θρώ­που καί ταῆς κοι­νω­νί­ας του.

Ἐν τού­τοις, χά­ρις κυ­ρί­ως στόν Πλά­τω­να (καί φυσικά τήν τυ­φλό­τη­τά μας), οἱ θε­ω­ρί­ες μας οἱ φυ­σι­κέςι πο­λι­τι­κές καί κοι­νω­νι­κές καί ἀν­θρώ­πι­νες καί ἀνθρωπο­λο­γι­κές, ἐξα­κο­λου­θο­ῦν νά βα­δί­ζουν σύμ­φω­να με το ἁρ­μο­νι­κό καί συν­δυ­α­στι­κό του πρό­τυ­πο. Οἱ ἐ­πι­στήμονές μας θαυ­μά­ζουν τή σο­φί­α καί ἁρ­μο­νί­α καί σύνθεση τῆς φύ­σης. Οἱ ποι­η­τές μας ὑμνοῦν τό κάλ­λος τοῦ ἀν­θρω­πι­σμο­ῦ καί τήν ἀν­θρω­πιά τοῦ ἀν­θρώ­που (ποι­οῦ ἀν­θρώ­που. Τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ; Μά καί τέ­τοι­ος ἀ­κό­μα ἔ­πα­ψε νά εἶ­ναι ). Καί οἱ κοι­νω­νι­ο­λό­γοι μας καί κοι­νωνι­κο­ποι­οί μας νά φτιά­νουν ἁρ­μο­νι­κά, ἰ­δε­α­τά καί ἰ­δε­ο­λο­γι­κά συ­στή­μα­τα.

Μέ­σα σέ μιά τέ­τοι­α ψεύ­τι­κη συ­νεί­δη­ση, ζών­τας ὁ ἄν­θρω­πος καί ὑ­πάρ­χον­τας ἡ φύ­ση, καί κυ­βερ­νών­τας τό κρά­τος καί κοι­νω­νόν­τας ἡ «κοι­νω­νι­κή» κοι­νω­νί­α, δέν ἀ­πο­τε­λο­ῦν πα­ρά πλή­ρη καί παν­τε­λῆ συμ­παν­τια­κή σχι­ζο­φρέ­νεια. Δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν ὁ «κό­σμος» αὐ­τός, (κό­σμος ἑλ­λη­νι­κός ἴ­σον δι­ά­κο­σμος....ἁρ­μο­νί­α), νά ἐξακο­λου­θεῖ νά ὑ­πάρ­χει γιά πο­λύ και­ρό ἀ­κό­μα ἀ­τι­μω­ρητί, μέ­σα σέ δύ­ο κό­σμους τό­σο ἀν­τί­θε­τους, ἕ­ναν θε­ω­ρη­τι­κό ἁρ­μο­νι­κό πλα­τω­νι­κό, καί ἕ­να δῆ­θεν πραγ­μα­τι­κό (ἐξ ἴ­σου ἤ καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό­γο­νο τοῦ Πλά­τω­να), τό­σο βί­αι­ο, τό­σο ἀ­πάν­θρω­πο. Κά­τι θά πρέ­πει νά βρε­θεῖ, κά­τι νά γί­νει.

Λά­θος λοι­πόν μο­ῦ φαί­νε­ται καί ἡ «ἐ­ναρ­μό­νι­ση» αὐτή καί λά­θος ἀρ­χι­κό, δη­λα­δή με­γά­λο καί τρα­νό.

Ἄλ­λη προ­σπά­θεια ἐ­ναρ­μό­νι­σης, ἴσως ἀ­πόρ­ροι­α τῶν προ­η­γου­μέ­νων ἤ καί βά­ση τους, εἶ­ναι ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Πλά­τω­να τῆς σύμ­πτω­σης τῆς εὐ­η­με­ρί­ας τῆς πό­λης καί εὐ­τυ­χί­ας τοῦ ἀ­τό­μου.

Αὐ­τή ἡ θε­ω­ρί­α πι­στεύ­ω πώς πολ­λά ὀ­φεί­λει στόν Σω­κρά­τη καί τήν ἐ­πί­δρα­σή του, ἐ­νῶ σύγ­χρο­να ἐκ­φράζει καί μιά ἄλ­λη θε­ω­ρη­τι­κή ἀν­τί­λη­ψη τοῦ Πλά­τω­να καί τῶν Ἑλ­λή­νων γιά τίς σχέ­σεις γε­νι­κοῦ καί εἰ­δι­κοῦ, με­ρῶν καί συ­νό­λου. Συ­χνά λέ­ει ὁ Πλά­των — ἀλ­λά ἀκό­μη συ­χνό­τε­ρα ὑ­πο­νο­εῖ καί ὑ­παι­νίσ­σε­ται ὅτι: Δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­χει εὐ­τυ­χι­σμέ­νο ἄ­το­μο σέ δυ­στυ­χι­σμέ­νη ἤ ἀ­κα­τά­στα­τη ἤ ἀ­κυ­βέρ­νη­τη πό­λη. Αὐ­τή τή σύν­το­μη καί φαι­νο­με­νι­κά ἁ­πλή φρά­ση (θε­ω­ρί­α) τήν πῆ­ραν καί τήν ἐ­πε­ξερ­γά­στη­καν καί τή δι­άν­θι­σαν καί τή δι­εύ­ρυ­ναν οἱ κα­το­πι­νοί του. καί τήν ἔ­κα­ναν κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κή θε­ω­ρί­α πού πά­νω της βά­σι­σαν τήν κοι­νω­νιολο­γί­α. Τή δε­χό­μα­στε κι ἐ­μεῖς τώ­ρα λαμ­βά­νον­τας την ἀ­με­σό­τε­ρα ἀ­π’ τούς σχε­τι­κά πρό­σφα­τους δι­α­δό­χους του, Γάλ­λους, Ἄγ­γλους, Γερ­μα­νούς, ἀ­κό­μα κι Ἀμερικανούς ρο­μαν­τι­κούς φι­λο­σό­φους καί κοι­νω­νι­ο­λό­γους.

Ἔ­τσι κα­τα­λή­ξα­με νά μπερ­δεύ­ο­με συ­χνά θε­ω­ρη­τι­κά καί συ­χνό­τα­τα πρα­κτι­κά, ὀρ­γά­νω­ση καί εὐ­η­με­ρί­α, δι­α­τή­ρη­ση κι ἐ­πι­βίω­ση καί εὐ­τυ­χί­α, καί συμ­φέ­ρον κοι­νω­νι­κό καί ἀ­το­μι­κό. Καί κά­θε μορ­φῆς ὀρ­γά­νω­ση καί κά­θε δι­α­τή­ρη­ση καί κά­θε συμ­φέ­ρον. Καί ἔ­τσι ἔ­γι­νε κα­νών ὅτι κά­θε ἄ­το­μο, γιά νά εἶ­ναι ὑ­γιές καί ἀ­νε­κτό καί εὐ­πρόσ­δε­κτο στήν κοι­νω­νί­α, πρέ­πει νά προ­σαρ­μό­ζε­ται στήν ἑ­κά­στο­τε ἐ­πι­κρα­το­ῦ­σα καί κυ­ρι­αρ­χοῦ­σα ὁ­μά­δα, στό group, ὅποι­ο κι ἄν εἶ­ναι αὐ­τό καί κυ­ρί­ως βέ­βαι­α στό κρά­τος. Που­θε­νά δέν εἶ­δα τόν Πλά­τω­να νά μᾶς λέ­ει σα­φῶς τό ἀν­τί­θε­το. Ὅ­τι δη­λα­δή ἡ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη καί εὐ­η­με­ροῦ­σα πό­λη εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη για­τί τά ἄ­το­μά της εἶ­ναι χα­ρού­με­να καί κο­λυμ­πᾶ­νε μέ ἄ­νε­ση μέ­σα σ’ αὐ­τήν. Πάν­τα γιά τόν Πλά­τω­να προ­έ­χου­σα θέ­ση ἔ­χει ἡ πό­λη καί ἡ δι­α­τή­ρη­σή της καί ἡ ἀ­σφά­λειά της καί δευ­τε­ρεύ­ου­σα τό ἄ­το­μο καί ἡ εὐ­τυ­χί­α του.

Οἱ Ἄγ­γλοι, πο­νη­ροί καί ὑ­πο­κρι­τές καί συμ­φεροντολό­γοι, πιό κρυ­ψί­νο­ες (καί συμ­βι­βα­στι­κοί) κι ἀπ’τόν Πλά­τω­να πού προ­σπά­θη­σαν στά κρυ­φά νά ἀνατρέψουν, ἀν­τέ­στρε­ψαν σι­γά-σι­γά καί ἀ­θό­ρυ­βα (βο­ηθούμενοι κι ἀ­π’ τό Laissez faire, Laissez passer, le monde va de Lui meme, τῶν Γάλ­λων ἀ­στό­χα­στων τεμ­πέληδων αὐ­τή τή θε­ω­ρί­α, κα­τα­λή­γον­τας σ’ ἕ­ναν ἄλ­λο σύμβιβασμό καί σ’ ἕ­να ἄλ­λο ἀ­ξί­ω­μα ἐξ ἴσου αὐ­θαί­ρε­το πλα­τω­νι­κά. Ἐάν πράγ­μα­τι θέ­λο­με, εἶ­παν, τό καλό τοῦ κρά­τους καί τῆς κοι­νω­νί­ας, τό κα­λύ­τε­ρο πού ἔχομε νά κά­νο­με εἶ­ναι νά φρον­τί­ζο­με τό ἀ­το­μι­κό μας συμφέρον. Ὅ­ταν ὅλοι προ­σπα­θοῦν καί ἀ­κο­λου­θοῦν κι ἐ­πιτυγχάνουν τό ἀ­το­μι­κό τους συμ­φέ­ρον, τό κρά­τος εὐημερεῖ. Ὄ­χι μό­νο για­τί εὐ­τυ­χοῦν τά ἄ­το­μα, οἱ μο­νά­δες πού τό ἀ­πο­τε­λοῦν, ἀλ­λά καί για­τί αὐ­τός ὁ μη­χα­νι­σμός ἐ­πι­δι­ώ­ξης τοῦ πλού­του, ὁ ἴδιος ὁ κοι­νω­νι­κός μηχανισμός εὐ­νο­εῖΐ τήν κρα­τι­κή εὐ­η­με­ρί­α πού ταυ­τι­ζό­ταν στό μυα­λό τους μέ τόν πλοῦ­το. Βλέ­πεις, οἱ Ἄγ­γλοι αἰσθάνον­ταν ἀ­σφα­λεῖϊς καί ἀ­πόρ­θη­τοι στό νη­σί τους. Ἔξαλλος κι ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νος καί θέ­λον­τας νά κα­τα­πολεμίσει τήν ἄ­δι­κη καί κα­τα­πι­ε­στι­κή αὐ­τή γιά τούς φτωχούς πού ἔ­με­ναν στό ἔ­λε­ος τῶν πλου­σί­ων, σ’ ἕνα τός πε­ρι­ο­ρι­ζό­με­νο στό ρό­λο τοῦ ἀ­στυ­νό­μου, ὁ ρομαντι­κός ἀ­πό­γο­νος τῶν ραβ­βί­νων, σνόμπ, ἀρ­ριβίστας πρώ­ην δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἀ­φε­λής καί ἔν­τι­μος γε­ρμανοε βραῖ­ος (Οἱ Γερ­μα­νοί πάν­τα κρα­τή­θη­καν μέ τή μεριά τοῦ κρά­τους πού ἐ­πί τό­σους αἰ­ῶ­νες τούς ἔλειψε) Μάρξ, ὑ­πνω­τι­σμέ­νος ἀ­π’ τή θε­ω­ρί­α τοῦ κρά­τους και ταῆς τῆς δῆ­θεν τε­λει­ω­τι­κῆς ἔκ­φρα­σης τῆς Ἰδέας τοῦ φι­λό­δο­ξου Hegel (οἱ Γερ­μα­νοί πάν­τα ἦ­ταν ὑ­περφιλόδο­ξοι), ἐ­πάανῆλ­θε στόν Πλά­τω­να χω­ρίς νά τό λέει καί μᾶς τα­λαι­πώ­ρη­σε τε­λι­κά πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅτι και ὁ ἴδιος ἐ­πι­θυ­μο­ῦ­σε, μέ ἄλ­λες χει­ρό­τε­ρες καί χον­δροειδέστε­ρες ταυ­τί­σεις. Πί­στε­ψε βλέ­πεις ἀ­φε­λῶς στην ἐπιστή­μη καί πώς κά­ποι­ος καί μά­λι­στα ὁ ἴδιος, μπορεῖ να πεῖ τήν τε­λι­κή λέ­ξη γιά τόν ἄν­θρω­πο καί τήν κοι­νω­νί­α.

Ἄ­δι­κα λοι­πόν ἔ­γι­νε, ἤ, ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, κακά (μι­σο­θε­ω­ρη­τι­κά καί μι­σο­πρα­κτι­κά) κα­τέ­λη­ξε και ἡ προ­σπά­θεια αὐ­τή ἐ­ναρ­μό­νι­σης πό­λης καί ἀ­το­μι­κῆς εὐτυ­χί­ας.

Ὁ Πλά­των προ­σπά­θη­σε ἀ­κό­μη (ἤ ἀ­π’ ἐ­κεῖ ἄρχισε τήν προ­σπά­θειά του), νά ἐ­ναρ­μο­νί­σει τούς δύ­ο δασκά­λους» του, τόν 'Ἠράκλειτο καί τόν Παρ­με­νίδη. Ὁ ἕ­νας ὅμως ἔ­λε­γε ὅτι τά πάν­τα κι­νοῦν­ται κι ὁ ἄλλος ὅτι τό ὄν εἶ­ναι ἀ­κί­νη­το καί ἀ­με­τά­βλη­το. Δυ­στυ­χῶς ὁ Πλά­των δέν ἀρ­κέ­στη­κε στό νά προ­σπα­θή­σει νά ἐναρμο­νί­σει μό­νο τίς γε­νι­κό­τα­τες θε­ω­ρή­σεις τους, πού ἐπί τέ­λους θά ἦ­ταν ἴσως πιό κα­τορ­θω­τό, ἀλ­λά ἀ­ποπειράθη­κε νά συν­δυά­σει καί τίς με­ρι­κό­τε­ρες καί εἰ­δι­κότερες θε­ω­ρί­ες τους, πού φαί­νε­ται πί­στε­ψε πώς ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἀ­δι­ά­σπα­στο σύ­νο­λο μέ τήν κα­θο­λι­κή θε­ώ­ρη­ση τοῦ κα­θε­νός τους. Ἡ προ­σπά­θειά του αὐ­τή τόν ὁ­δή­γη­σε τε­λι­κά μα­κρυ­ά ἀ­π’ τή λε­ω­φό­ρο, σέ ἀ­πό­μα­κρα σκο­τει­νά κι ἐ­πι­κίν­δυ­να μο­νο­πά­τια.

Ἔ­τσι στόν Μέ­νωνα ἀ­ναγ­κά­ζε­ται, προ­κει­μέ­νου νά ὁρί­σει τίς ἀ­ρε­τές ἤ τήν Ἀ­ρε­τή πού τε­λι­κά δέν ὁ­ρί­ζε­ται πα­ρά σάν δῶ­ρο τῶν θε­ῶν, νά συν­δυά­σει καί σχε­δόν ταυ­τί­σει, γνώ­ση καί δό­ξα καί ζω­ή καί μνή­μη καί ἀ­θα­να­σί­α τῆς ψυ­χῆς καί αἰ­ω­νι­ό­τη­τα (καί ρο­ή καί στά­ση), καί Ἄ­δη, πράγ­μα­τα κραυ­γα­λέ­α ἄ­σχε­τα με­τα­ξύ τους. Κυ­ρί­ως ὁταν ἡ σύν­θε­ση αὐτή γί­νε­ται βι­α­στι­κά καί παρε­πιμ­πτόν­τως ὅπως τήν ἀ­να­φέ­ρει στό Μέ­νω­να ὁ Πλά­των. Στίς σχέ­σεις Ἠράκλειτου καί Παρ­με­νί­δη ἐλ­πί­ζω νά ἐ­πα­νέλ­θω ἀλ­λοῦ.

Ἀλ­λά, πού προ­σπά­θη­σε νά ἐ­ναρ­μο­νί­σει, εἶ­ναι ἡ πό­λη, ὄχ πιά μέ τήν εὐ­τυ­χί­α τῶν ἀ­τό­μων ἤ τή φύ­ση, ἀλ­λά μέ τή γνώ­ση (ὅταν θά φτά­σο­με στήν Πο­λι­τεί­α του θά φα­νεῖ αὐ­τό ξε­κά­θα­ρα). Δύ­σκο­λη ὁμως εἶ­ναι καί ἡ ἐ­ναρ­μό­νι­ση αὐ­τή. Μπο­ρε­ΐ κα­νείς ὁταν θέ­λει νά δι­α­κρί­νει (ἀλ­λά κα­νείς δέν φαί­νε­ται νά τό θέ­λει, για­τί πά­νω καί σ’ αὐ­τη τήν ἑ­νό­τη­τα στη­ρί­ζον­ται τά ση­με­ρι­νά κρά­τη μας), πώς ἡ πό­λη καί ἡ γνώ­ση, οἱ δύ­ο αὐ­τοί πό­λοι, οἱ δύ­ο αὐ­τές ἀρ­χές, δέν εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση τους (οὐ­σία;), ἀ­ναγ­κα­στι­κά καί πάν­τα συν­δυ­ά­σι­μοι καί ὅτι συ­χνά ὁ ἕ­νας ἀν­τι­στρα­τεύ­ε­ται τόν ἄλ­λο.

Μιά μό­νο μα­τιά σ’ αὐ­τα πού ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νά πεῖ στήν ἴ­δια τήν Πο­λι­τεί­α του λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ὁ Πλά­των γιά τόν Ὅ­μη­ρο καί τόν Ἡ­σί­ο­δο καί τούς ἄλλους ποι­η­τές, δεί­χνει κα­θα­ρά πώς ἀ­κό­μη καί στήν ἐποχή του, ἡ ἐ­ναρ­μό­νι­ση τους ἦ­ταν ἀ­στα­θής. Τήν διδαχήέ καί τή γνώ­ση τῶν ποι­η­τῶν, τῶν δρα­μα­τουρ­γῶν και τῶν Μύ­θων, εἶ­ναι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νά τήν δε­χτεῖ μόνον κα­τό­πιν λο­γο­κρι­σί­ας. Τί ἄλ­λο ὅμως ση­μαί­νει ἡ λογο­κρι­σί­α ἀ­πό τή θυ­σί­α τῆς γνώ­σης (καί ὡς γνώμης ἀκό­μα) στήν ἰδέ­α καί θε­ω­ρί­α καί πρά­ξη τῆς πό­λης;

Πα­ρ’ ὅλα τα­ῦ­τα, νο­μί­ζω πώς ὁ Πλά­των, ἴ­σως λόγῳ τῆς βα­σι­κῆς ἐν­τι­μό­τη­τάς του πού ἀ­νά­φε­ρα πα­ραπάνω δέν θέ­λη­σε, ἤ τε­λι­κά δέν μπό­ρε­σε νά θυ­σιά­σει πραγμα­τι­κά τή γνώ­ση στήν πό­λη. Καί μᾶς ἄ­φη­σε καί στον Ἀριστοτέλη καί σ’ ἐ­μᾶς τό πε­δί­ο καί τό ἐ­ρώ­τημα, ἴσως τό ση­μαν­τι­κό­τε­ρό της ἐ­πο­χῆς μας, ἀ­νοι­χτά. Γι’ αὐ­τό καί σή­με­ρα, πό­τε ἡ γνώ­ση (με­ταμ­φι­ε­σμέ­νη πι­στή­μη) παίρ­νει τήν πά­νω βόλ­τα καί πά­ει νά καταλύσει τό κρά­τος καί τά κρά­τη καί πό­τε ἡ πό­λη κά­ταδιώκει τήν ἐ­πι­στή­μη καί τή στέλ­νει (στή νέ­α Σιβηρία) στό τρελ­λο­κο­μεῖ­ο, τό πιό ἐ­πι­στη­μο­νι­κό κα­τάλυμμα τῆς ἐ­πι­στή­μης. Ἤ ἀ­κό­μη καί τῆς δί­νει τό Νόμ­πελ νά τήν ἀ­πο­δυ­να­μώ­σει καί ἀν­τα­μοί­ψει γιά τή νομιμοφρο­σύ­νη της.

Ἴ­σως ἐ­δῶ νά πρέ­πει νά ση­μει­ώ­σω ὅτι τά ὅσα γράφω σάν κρι­τι­κή τῶν συμ­βι­βα­σμῶν τοῦ Πλά­τω­να ἐ­λά­χι­στα κα­κο­φτι­αγ­μέ­να σκί­τσα τῆς τε­ρά­στιας τοιχογρα­φί­ας πού θά ἦ­ταν μιά πραγ­μα­τι­κή κρι­τι­κή τῶν ἑνο­ποι­η­τι­κῶν θε­ω­ρι­ῶν του. Τέ­τοι­α τοι­χο­γρα­φί­α δέν βλέ­πω δυ­στυ­χῶς νά ἔ­χει ἀρ­χί­σει ἀ­πό κα­νέ­ναν.

Αγώνας – Μέτρο – Άνθρωπος

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ουσία του τραγικού στοιχείουΗ ουσία του τραγικού στοιχείου

Το γενικότερα ανθρώπινο πρόβλημα, το οποίο θέτει η αρχαία ελληνική τραγωδία, είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε υψηλές αξίες, ιδεώδη και υποχρεώσεις. Αυτήν τη σύγκρουση την αντιλαμβανόμαστε καθημερινά, κάθε στιγμή, σε σιωπηλή μορφή μέσα μας.

Γίνεται ανεπίλυτη όταν αυτές οι αξίες βιώνονται ως αποκλειστικές, επομένως όταν τίθενται με απόλυτο τρόπο. Πρόκειται για τη διάσταση του απόλυτου της δικαιοσύνης ή της τάξης, της αγάπης ή της αυτονόμησης, της τιμής ή της υποχρέωσης απέναντι σε άλλους. Απώλεια του μέτρου στην υπηρεσία αυτών των αξιών και υποχρεώσεων, καταναγκαστική πρόκληση αυτών ακριβώς των πραγμάτων που προσπαθούμε να αποφύγουμε περισσότερο από κάθε τι άλλο. Και πάνω από όλα, μαζικές συγκρούσεις ανάμεσα σε αντιτιθέμενα ιδεώδη, υποχρεώσεις και είδη αφοσίωσης – εμφανίζονται ως κεντρικές τραγικές συγκρούσεις.

Αυτό που πρέπει να επιτευχθεί, είναι η απόσταση του ποιητή, του χορού και των θεατών από τα τρία στοιχεία της απολυτοποίησης, της μυθικής πόλωσης και του καταναγκασμού. Μια απόσταση που πρέπει να δρα ενάντια σε κάθε ταύτιση. Αυτή η ταύτιση και αυτός ο δεσμός του κοινού με τον πρωταγωνιστή στηρίζεται στο θαυμασμό για το μεγαλείο του και τα εξαιρετικά του χαρακτηριστικά, στη συμπόνια για το πάθος και την οδύνη του, στην αντιπροσωπευτική, παραδειγματική φύση του πεπρωμένου του.

Αντιπροσωπευτική και παραδειγματική για ποιο πράγμα; Για τα βίαια κομμάτια της ψυχικής μας ζωής που διαρρηγνύονται εντός ανεπίλυτων συγκρούσεων. Στο βιβλίο του Ιώβ βρίσκουμε την ακόλουθη διερώτηση: «Δεν είναι σαν μια πολεμική θητεία η μοίρα του ανθρώπου σε αυτήν τη γη; αυτός ο εξωτερικός και ο ακόμη πιο ισχυρός εσωτερικός αγώνας;». Επομένως, οι τραγικοί ήρωες και τα κεντρικά πρόσωπα της τραγωδίας εκπροσωπούν τις κυρίαρχες μορφές της εσωτερικής σύγκρουσης, δηλαδή τους βασικούς σχηματισμούς της ανθρώπινης συγκρουσιακότητας εν γένει. Μια συγκρουσιακή φύση που χαρακτηρίζεται από τη διχοτόμηση, την υπερβολή, την αδυναμία αντίστασης, των αμυντικών λειτουργιών, όπως η άρνηση, η προβολή, η στροφή ενάντια στον εαυτό και ιδιαίτερα ο κατακλυσμός από έντονες καταστάσεις κρίσεων συνείδησης και αυτοκαταδίκης.

Την μυθική όπως και την νευρωτική σκέψη την διαπερνά και την υφαίνει η τριάδα της απόλυτης τοποθέτησης, της πόλωσης (διάσπασης) ανάμεσα στη βίωση του εαυτού και του κόσμου και του ψυχαναγκασμού. Η ιδιαιτερότητα του τραγικού στοιχείου είναι ότι ο ποιητής, οι θεατές, και πάνω από όλα ο χορός – σε αντίθεση με τους πρωταγωνιστές – παίρνουν μια θέση εκτός αυτής της τριάδας και δεν παραμένουν αιχμάλωτοι της. Η σύνδεση ανάμεσα στον ήρωα και στο κοινό είναι διπλή: Από την μία πλευρά υφίσταται στην ταύτιση με την μυθική απολυτοποίηση ενός ιδεώδους και σε αυτήν την μυθική σχάση ανάμεσα στο απόλυτα καλό και στο απόλυτα κακό. Βρίσκεται επίσης σε αυτήν την πλήρη αναίρεση της εσωτερικής ελευθερίας, μιας ελευθερίας που καθυποτάσσεται στην αλυσίδα τόσο μιας εσωτερικής όσο και μιας εξωτερικής αιτιότητας. Θέλω να επισημάνω πως τα παραπάνω είναι μέρη του εαυτού μας και μας δημιουργούν προβλήματα. Από την άλλη πλευρά, ο δεσμός ήρωα και κοινού δημιουργείται μέσα από την εξέλιξη της τραγικής πράξης, η οποία οδηγεί στον πόνο, την ενοχοποίηση και την ταπείνωση και στο τέλος στην διδαχή, την ενόραση, τη μάθηση μέσα από την οδύνη – στην τραγική μεταμόρφωση, όπως το διατύπωσε ο George Elliot.

Είναι ακριβώς αυτός ο διττός χαρακτήρας στη θέαση των πραγμάτων – η απώλεια του μέτρου στον ήρωα σε αντιδιαστολή με τη μετριοπάθεια του χορού που σχετικοποιεί το μυθικό στοιχείο και προσφέρει απελευθερωτική γνώση.

Από την άλλη μεριά, ο χορός υποστηρίζει το αξίωμα του μετριασμού, επικαλείται απόψεις που διατηρούν τις καθοριστικές αναλογίες αναζητώντας τη συμφιλίωση του μακρινού με το οικείο μέσα από τον ορθό λόγο. Σύμφωνα με το δομικό μοντέλο της ψυχής (Αυτό – Εγώ – Υπερεγώ), κατανοούμε την ψυχική ζωή ως μια εσωτερική, ανεπίλυτη, ασυνείδητη σύγκρουση, την οποία βρίσκουμε στους πρωταγωνιστές της τραγωδίας. Στις συγκρούσεις τους συγκλίνουν όλα τα αρχαϊκά, εκτεταμένα ασυνείδητα στοιχεία, κυρίως του Αυτό και του Υπερεγώ, όπως επίσης μέχρι ένα σημείο και τα ασυνείδητα μέρη του Εγώ, όπως οι αμυντικές του λειτουργίες. Το πλαίσιο του χορού συσχετίζεται με εκείνο το κομμάτι του Εγώ που παρατηρεί, που αναστοχάζεται τον εαυτό του, που αποφασίζει και προσδιορίζεται από την λογική. Αυτό το πεδίο στο Εγώ είναι η έδρα της αυτονομίας, της επιλογής και της απόφασης. Αυτή η βαθιά αντίθεση, αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στο μέρος του εαυτού που κυριαρχείται από βαθιές εσωτερικές συγκρούσεις και το μέρος που προσπαθεί να κυριαρχήσει πάνω τους, μας παραπέμπει σε έναν βίαιο αγώνα ο οποίος καθορίζει κατ’ επανάληψη την ανθρώπινη ιστορία:

Το Τραγικό γεννιέται μέσα από το Μυθικό, είναι η μετάβαση από το μυθικό στοιχείο στην φιλοσοφία. Η πίστη στην απόλυτη αλήθεια αντικαθίσταται από την θέαση των ανεπίλυτων αντιθέσεων και της σχετικότητας τους. Και ωστόσο η τραγωδία μας λέει: Nostra res agitur – αυτή η ένταση, αυτή η βασική σύγκρουση, η ροπή προς το μύθο, προς το απόλυτο, προς το καταναγκαστικό και προς μια διχοτομημένη πραγματικότητα, μας αφορά όλους, κατοικεί μέσα μας, μας απειλεί κάθε στιγμή. Κανένας από εμάς δεν είναι σε θέση να της ξεφύγει για πάντα. Είναι το ανθρώπινο πεπρωμένο που κυρίως διαμορφώνεται από αυτές τις δυνάμεις, μιας και αναδύεται από τις ρίζες του βασιλείου της τραγικότητας.

Το Μυθικό είναι κατά κύριο λόγο ο καθρέφτης της αρχαϊκής ηθικής συνείδησης (des archaischen Gewissens). Ο ψυχαναγκασμός της επανάληψης συνδέει το μυθικό με το νευρωτικό στοιχείο. Και στα δύο πρόκειται για συγκρούσεις εντός της ηθικής συνείδησης, για αγώνες ανάμεσα σε θεϊκά στοιχεία. Στοιχεία που εξαναγκάζουν στη δυναμική αναγκαιότητα της επανάληψης.

Η τραγική σκέψη διακόπτει αυτήν τη μεροληψία. Δηλώνει την σύγκρουση και την οδηγεί μέχρι το πικρό της τέλος απολυτοποιώντας την. Ωστόσο οδηγεί πέρα από την σύγκρουση: στο να σκεφτούμε γύρω από το μέτρο και την απώλεια του, να κάνουμε λέξεις τα αισθήματα και τις επιθυμίες. Να ιεραρχήσουμε τις αξίες που καθορίζουν την ζωή. Στην πραγματικότητα το μεγαλείο της τραγωδίας, για το οποίο Ο Νίτσε διαμαρτύρεται χαρακτηρίζοντας το ως θάνατο του τραγικού (στον Ευριπίδη για παράδειγμα), βρίσκεται πέραν της απώλειας των ορίων και της κατακλυσμιαίας υπερβολής. Ο τραγικός ήρωας στον Ευριπίδη συναντά με παρρησία τον θάνατο χωρίς να αναλώνεται σε σκέψεις γύρω από το ξεπέρασμα του.

Με άλλα λόγια, το τραγικό στοιχείο εμφανίζεται αρχικά ως μια ιδιαίτερη μορφή του μυθικού στοιχείου. Σε αυτήν την μορφή κάποιες πτυχές εισέρχονται υπερβολικά μέσα στο αδιαπραγμάτευτο. Ωστόσο η κατάληξή του είναι μια αναίρεση του μυθικού στοιχείου, μια μετάβαση στη φιλοσοφία, σε κάτι μη μυθικό, σε κάτι αντι-τραγικό, θα μπορούσε να πει κανείς.
Γιατί όμως είναι τόσο γοητευτική η μυθική σκέψη; Επειδή ικανοποιεί την ακόλουθη φαντασίωση: ‘’Αν είμαι καλός και συνδέομαι με τις δυνάμεις του καλού και της καθαρότητας, θα βρω τελικά την λύτρωση. Γιατί πάνω από όλα πράγματι υπάρχει η απόλυτη δικαιοσύνη’’. Στην Τραγωδία πάλλεται αυτή η αρχέγονη ελπίδα του ανθρώπου πως παρόλη την οδύνη και την προσβολή που προκαλεί η αδικία – δεν μπορεί παρά να υπάρχει μια εξισορροπητική εγκόσμια δικαιοσύνη. Στο τραγικό στοιχείο κατοικεί με παράδοξο τρόπο η ενασχόληση με το ζήτημα της δικαιοσύνης ρητά ή άρρητα, μιας και το ζήτημα της σύγκρουσης των αξιών, της αφοσίωσης και της ηθικής συνείδησης είναι επιτακτικό. Το κεντρικό ζήτημα της ελληνικής Τραγωδίας είναι η δικαιοσύνη, σύμφωνα με τον Sewall.

Το τραγικό στοιχείο, κατά την αναζήτηση δικαιοσύνης με απόλυτο τρόπο, οδηγεί στην τελική αποτυχία αυτής της προσδοκίας. Το κυρίως τραγικό είναι αυτή η αναζήτηση μιας άνευ όρων δικαιοσύνης, αυτή η κραυγή που απαιτεί την εξανθρώπιση του Θείου. Και αυτή η επίκληση ενός Απέναντι, το οποίο πεισματικά κι ενάντια σε κάθε απόδειξη, είναι δίκαιο. Αυτή η αναζήτηση είναι μάταιη κι οδηγεί στην απόγνωση. Απόγνωση που προέρχεται από το γεγονός πως δεν υπάρχει μια τέτοια υπερβατική δικαιοσύνη και απόφανση για τα ανθρώπινα πράγματα. Αντίθετα, τα μονοπάτια του κόσμου είναι απάνθρωπα κι επομένως άδικα. Η αναζήτηση οδηγεί στην προοπτική μιας εξόδου από την απόγνωση σε μια μακρινή, άφταστη για τον τραγικό άνθρωπο, κορυφή.

Η αμφισβήτηση της πέραν του ανθρώπινου έγκυρης δικαιοσύνης και όλων των άλλων απόλυτα τιθέμενων αξιών εντός της μυθικής συνείδησης καθώς και η αναζήτηση για την βαθιά, πραγματική νομιμότητα, η οποία βέβαια βρίσκεται στον αντίποδα της δικαιοσύνης, αποτελεί το πραγματικό ξεκίνημα της φιλοσοφικής εμβάθυνσης. Σε αυτό το νέο ξεκίνημα προσβλέπει το τραγικό στοιχείο. Αναπτύσσεται μέσα από την επιθυμία της πίστης στο θεϊκό στοιχείο, οδηγεί στον θρυμματισμό αυτής της πίστης και δείχνει δρόμους πέρα από αυτό.

Μπορούμε με αυτόν τον τρόπο να κατανοούμε το τραγικό ως έναν αγώνα ανάμεσα στην Δικαιοσύνη και τη Σοφία. Ακριβέστερα, ανάμεσα στην απελπισμένη αναζήτηση για απόλυτη δικαιοσύνη και την αποδοχή ορίων. Έτσι, μια φιλοσοφική ενόραση του προβλήματος θα μπορούσε να είναι πως το κράτος δύναται να είναι δίκαιο – η μοίρα όμως ποτέ!

Οι αποφάσεις και η στάση του κάθε ανθρώπου καθορίζουν την μοίρα του, ωστόσο δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε εκ των προτέρων αν θα φέρουν καλό ή συμφορά. Συχνά δεν μπορούμε να ξέρουμε αν οι πράξεις μας προκαλούν την ενοχή ή τη δικαίωση, την καταστροφή ή τη δημιουργία. Όσο όμως ακολουθούμε ένα απόλυτο κριτήριο τόσο περισσότερο αποφασίζουμε προς την κατεύθυνση μιας εκτροπής από το μέτρο. Και έτσι αρνούμαστε το δικαίωμα της πρόσβασης σε όλα αυτά που εναντιώνονται στη θέληση μας. Και η οδύνη μεγαλώνει.

Με αυτόν τον τρόπο η σύγκρουση μετατοπίζεται σε ένα άλλο επίπεδο. Ανάμεσα στην επιδίωξη να παραβιαστούν όλα τα όρια της γνώσης, της εξουσίας, της τιμής και της συνθήκης εντός της οποίας κάποιος αγαπιέται – και την υποχρέωση το βίωμα και το πράττειν να διευθετηθούν σύμφωνα με ορθολογικούς κανόνες, δηλαδή την απαίτηση για τάξη και μέτρο. Μια σύγκρουση που στον πυρήνα της βρίσκονται η απώλεια μέτρου και η συγκράτηση του.

Το ίδιο ισχύει και για την θεραπευτική πράξη. Κι εκεί δονείται η προσδοκία του ασθενούς πως ο αναλυτής επιδρά ως εγγυητής μιας βαθύτερης δικαιοσύνης και πως είναι σε θέση να εξισορροπήσει τον όλεθρο του παρελθόντος και την βαρύτητα του τραύματος. Η θεραπεία γίνεται η αρένα της τραγικής διαμαρτυρίας και της ήττας. Μόνο σταδιακά αναδύεται η ενόραση πως ο θεραπευτής είναι εκπρόσωπος μιας άλλης νομιμότητας η οποία βρίσκεται πέραν της εξωτερικής δικαιοσύνης. Πολύ περισσότερο η θέση του έχει να κάνει με την προοπτική να είναι κανείς έντιμος με τον εαυτό του, δίκαιος απέναντι στον εαυτό του. Με μια βαθύτερη έννοια η επιδίωξη είναι να μάθουμε ακούγοντας τον εαυτό μας.

Αυτή η έννοια της δικαιοσύνης είναι ιδιαίτερα εξατομικευμένη, υπόκειται στον χρόνο και είναι ως εκ τούτου σχετική. Ο καλός αναλυτής υπερβαίνει τα απόλυτα και τα πιεστικά/ψυχαναγκαστικά στοιχεία (την Ανάγκη), τα οποία στην απολυτότητα τους είναι συνυφασμένα με την ψυχή. Αναγνωρίζει σε αυτά την αναντίρρητη τραγικότητα που τα κατοικεί.

Η ψυχρή αντικειμενικότητα είναι αδύνατη σε αυτόν τον Αγώνα. Η σύγκρουση, η απόφαση και η οδύνη παραμένουν πλαισιωμένες από έντονα συναισθήματα. Δεν μπορούν να διανοητικοποιηθούν ούτε να αντικειμενοποιηθούν. Η φιλοσοφία παραμένει το ίδιο παθιασμένη όπως και ο μύθος. Γεμάτη πάθος. Το παράδοξο της οδύνης, της ενοχής, του κακού δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Όλοι υποφέρουμε από αυτό.

Ποιο θα ήταν επομένως το μήνυμα της τραγωδίας; Μπορεί κανείς να είναι φορτωμένος με ενοχή και ντροπή κι ωστόσο να αποκομίζει την συμπάθεια και την συναίσθηση των άλλων. Παρά το άδικο και το κακό υπάρχει μια αλληλεγγύη που συνδέει θεατές και ήρωες. Κανείς δεν είναι ποτέ μόνο έξω και ποτέ εντελώς μόνο μέσα. Είναι μια διπλή οπτική, μια μετάβαση της τραγικής σύγκρουσης στη συμπληρωματικότητα. Το ξεπέρασμα της σύγκρουσης είναι προσωρινό και παράδοξο. Δεν υπάρχει μήτε δικαίωση μήτε διαφυγή. Όπως δεν υπάρχει οριστική συμφιλίωση ή διέξοδος. Η τραγικότητα ανήκει στη φύση του ανθρώπου.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΡΟΔΩΝ (1455 - 1487)

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΡΟΔΩΝ (1455 - 1487)

ΓΕΝΙΚΑ

Ο Πόλεμος των (δυο) Ρόδων ήταν ένας εμφύλιος πόλεμος που ξέσπασε στην Αγγλία για τη διαδοχή στο θρόνο από το 1455 μέχρι το 1485. Πήρε το όνομά του από τα εμβλήματα των δυο αντιμαχόμενων Οίκων, το λευκό ρόδο του Οίκου της Υόρκης και το κόκκινο ρόδο του Οίκου των Λάνκαστερ. Στις μάχες που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του πολέμου, επικρατούσε πότε η μια ή η άλλη πλευρά, με άμεσες συνέπειες στους διαδόχους του θρόνου...

Ο Ριχάρδος Γ΄ της Αγγλίας υπήρξε ο τελευταίος Βασιλιάς της Αγγλίας από τον Οίκο της Υόρκης. Το 1485, τα στρατεύματά του συναντήθηκαν με εκείνα του Ερρίκου Τυδώρ, εγγονού του Όουεν Τυδώρ, στη μάχη του Μπόσγουορθ, κοντά στο Λέστερ, στην οποία νίκησε ο Ερρίκος. Κατά συνέπεια, ανέβηκε στο θρόνο ως Ερρίκος Ζ΄ της Αγγλίας, πήρε για σύζυγό του την Ελισάβετ της Υόρκης, κόρη του Εδουάρδου Δ΄ της Υόρκης, βάζοντας τέλος στον πόλεμο των Ρόδων και εγκαινιάζοντας τη δυναστεία των Τυδώρ, η οποία θα βασιλεύσει συνεχώς σε Αγγλία και Ουαλία για 116 χρόνια.

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΑ

Η ονομασία "Πόλεμος των Ρόδων" δε θεωρείται ότι χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά προέρχεται από τα εραλδικά σύμβολα των δυο βασιλικών οίκων της Υόρκης και του Λάνκαστερ. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε ευρέως το 19ο αιώνα, μετά την έκδοση του μυθιστορήματος "Anne of Geierstein" του σερ Γουόλτερ Σκοτ. Ο Σκοτ βασίστηκε σε μια σκηνή από το θεατρικό έργο του Σαίξπηρ Ερρίκος ο ΣΤ΄, μέρος 1, όπου ένας απλός καυγάς ανάμεσα σε εκπροσώπους των δύο οίκων τους έκανε να φοράνε στο καπέλο τους αντίστοιχα ένα άσπρο ή ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.


Αν και τα τριαντάφυλλα δε χρησιμοποιούνταν παρά λίγες μόνο φορές ως σύμβολα κατά τη διάρκεια του Πολέμου, οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες φορούσαν εμβλήματα, που σχετίζονταν με τον άμεσο φεουδάρχη άρχοντα ή προστάτη τους. Για παράδειγμα, οι δυνάμεις του Ερρίκου Ζ΄ στη μάχη του Μπόσγουορθ πολέμησαν με έμβλημα τον Κόκκινο Δράκο (βρίσκεται και στη σημαία της Ουαλίας), ενώ ο στρατός των Υορκιστών χρησιμοποίησε το προσωπικό έμβλημα του Ριχάρδου Γ΄, ένα λευκό κάπρο.


Ωστόσο, απόδειξη για τη σπουδαιότητα των συμβόλων των ρόδων αποτελεί το γεγονός ότι ο βασιλιάς Ερρίκος Ζ΄ της Αγγλίας επέλεξε στο τέλος του Πολέμου να συνδυάσει το κόκκινο και το λευκό ρόδο του κάθε οίκου για να δημιουργήσει το έμβλημα της δυναστείας των Τυδώρ.


Οι ονομασίες των οίκων δεν έχουν σχέση με τις πόλεις του Γιορκ και του Λάνκαστερ ή τις κομητείες Γιόρκσαϊρ και Λάνκασαϊρ, αν και στις μέρες μας, αθλητικές αναμετρήσεις μεταξύ των δυο κομητειών στο κρίκετ ή στο ράγκμπι συχνά χαρακτηρίζονται ως "Πόλεμος των Ρόδων". Στην πραγματικότητα, τα εδάφη του Δουκάτου των Λάνκαστερ βρίσκονταν κυρίως στο Γκλόστερσαϊρ, το Τσέσαϊρ και τη βόρεια Ουαλία, ενώ τα εδάφη και κάστρα του Δουκάτου της Υόρκης απλώνονταν σε όλη την Αγγλία, καθώς και στην Ουαλία.

ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΗ ΔΙΑΔΟΧΗ

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δυο οίκων άρχισε με την ανατροπή του Ριχάρδου Β΄ από τον ξάδερφό του, Ερρίκο Δ', δούκα του Λάνκαστερ, το 1399. Ο Ριχάρδος Β' δεν ήταν δημοφιλής και οι περισσότεροι ευγενείς υποστήριξαν τον Ερρίκο.

Ο Ερρίκος Δ' ως απόγονος του Ιωάννη της Γάνδης, τρίτου γιου του Εδουάρδου Γ', είχε λιγότερα δικαιώματα στο θρόνο απ' ότι οι απόγονοι του δεύτερου γιου, Λάιονελ της Αμβέρσας. Ο άτεκνος Ριχάρδος Β' μάλιστα είχε ορίσει ως διάδοχό του τον εγγονό του Λάιονελ, Ρότζερ Μόρτιμερ, 4ο κόμη του Μαρτς ο οποίος όμως είχε πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο και κανένας από τους ευγενείς δεν υποστήριξε ή υπερασπίστηκε τα δικαιώματα του γιου του, Έντμοντ Μόρτιμερ, στον θρόνο.

Την περίοδο που ακολούθησε την άνοδό του στο θρόνο ο Ερρίκος Δ' αντιμετώπισε κάποιες εξεγέρσεις στην Ουαλία, στο Τσέσαϊρ και στο Νορθάμπερλαντ, τις οποίες χρησιμοποίησε ο Μόρτιμερ για να διεκδικήσει τον θρόνο. Αν και με δυσκολία, οι εξεγέρσεις αντιμετωπίσθηκαν.


Ο Ερρίκος πέθανε το 1413. Ο γιος και διάδοχός του, Ερρίκος Ε΄ της Αγγλίας, κληρονόμησε ένα προσωρινά ειρηνικό βασίλειο. Ο Ερρίκος Ε΄ ήταν καλός στρατιώτης και η στρατιωτική του επιτυχία ενάντια στη Γαλλία κατά τον Εκατονταετή Πόλεμο αύξησε τη δημοφιλία του, δίνοντάς του την ευκαιρία να ισχυροποιήσει τη θέση των Λάνκαστερ στον Αγγλικό θρόνο.

Επί Ερρίκου Ε΄ έλαβε χώρα και η συνωμοσία του Σάουθαμπτον από τον Ριχάρδο, κόμη του Κέμπριτζ, γιο του τέταρτου γιου του Εδουάρδου Γ΄, Εδμόνδου του Λάνκλεϋ. Ο κόμης του Κέμπριτζ καταδικάστηκε για προδοσία και εκτελέστηκε το 1415 στην αρχή της εκστρατείας που οδήγησε στη μάχη του Αζινκούρ. Η σύζυγός του Άννα Μόρτιμερ διεκδικούσε επίσης το θρόνο καθώς ήταν κόρη του Ρότζερ Μόρτιμερ, απόγονου του Λάιονελ της Αμβέρσας ο οποίος ήταν γιος του Εδουάρδου Γ', και ο αδερφός της είχε πεθάνει άτεκνος.

Ο Ριχάρδος της Υόρκης, γιος του Ριχάρδου του Κέμπριτζ και της Άννας Μόρτιμερ, ήταν τεσσάρων ετών όταν εκτελέστηκε ο πατέρας του. Κέρδισε τον τίτλο του Δούκα της Υόρκης από τον θείο του, Εδουάρδο του Νόργουιτς, που σκοτώθηκε στη μάχη του Αζινκούρ. Αν και ο πατέρας του είχε στερηθεί των δικαιωμάτων του, ο Ερρίκος Ε΄ επέτρεψε στο Ριχάρδο να κληρονομήσει τον τίτλο και την περιουσία του θανόντος θείου του: έχοντας τρεις νεότερους αδερφούς και καθώς ήταν ακόμη στη νιότη του, ο Ερρίκος Ε΄ ήταν σίγουρος ότι τα δικαιώματα των Λάνκαστερ στο θρόνο ήταν ασφαλή.

Παρόλ' αυτά μετά το θάνατό του, ο γιός του Ερρίκος ΣΤ΄ της Αγγλίας αποδείχτηκε αδύναμος στην εξουσία και τα αδέρφια του δεν άφησαν νόμιμους απογόνους, με αποτέλεσμα διάδοχοι των Λάνκαστερ να υφίστανται μόνο μακρινά ξαδέρφια και συγγενείς από τον Οίκο των Μποφόρ και ο Ριχάρδος της Υόρκης να προβάλει σημαντικές διεκδικήσεις στο θρόνο.

 
ΠΡΩΤΗ ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΣΕΝΤ ΟΛΜΠΑΝΣ

Ο δούκας της Υόρκης οδήγησε μια μικρή δύναμη προς το Λονδίνο και συνάντησε το στρατό του Ερρίκου στο Σεντ Όλμπανς, βόρεια του Λονδίνου, στις 22 Μαΐου 1455. Η σχετικά μικρή πρώτη μάχη του Σεντ Όλμπανς ήταν η πρώτη ανοιχτή αψιμαχία του εμφυλίου πολέμου. Στόχος του Ριχάρδου ήταν να απομακρύνει τους ανίκανους συμβούλους από το βασιλιά Ερρίκο. Το αποτέλεσμα της μάχης ήταν ήττα για τους Λάνκαστερ: εξέχοντες ηγέτες τους σκοτώθηκαν, όπως ο δούκας του Σόμερσετ και ο δούκας του Νορθάμπερλαντ. 

Μετά τη μάχη, οι Υορκιστές βρήκαν τον Ερρίκο στη σκηνή του, εγκαταλελειμμένο από υπηρέτες και συμβούλους, πιθανότατα έχοντας άλλο ένα ξέσπασμα διανοητικής κατάρρευσης. Ο Ριχάρδος και οι σύμμαχοί του ξανακέρδισαν θέση επιρροής κι ο ίδιος ξανάγινε Λόρδος προστάτης, ενώ ο βασιλιάς Ερρίκος έμενε αμέτοχος και απρόθυμος και η Μαργαρίτα του Ανζού παραμερίστηκε, έχοντας ως καθήκον της τη φροντίδα του συζύγου της.

Για λίγο και οι δυο πλευρές φάνηκαν να εκπλήσσονται από το γεγονός ότι μια πραγματική μάχη είχε λάβει χώρα κι έκαναν το παν για να γεφυρώσουν τις διαφορές τους, αλλά σύντομα εμφανίστηκαν και πάλι προβλήματα, ιδιαίτερα για το αν διάδοχος στο θρόνο θα ήταν ο δούκας της Υόρκης ή ο γιος του Ερρίκου, Εδουάρδος του Γουέστμινστερ.

Το Φεβρουάριο του 1456, ο Ερρίκος ανένηψε και απομάκρυνε τον Ριχάρδο από τη θέση του Λόρδου Προστάτη. Ο Ερρίκος ταξίδεψε το φθινόπωρο στην Ουαλία και η Μαργαρίτα του Ανζού δεν του επέτρεψε να γυρίσει στο Λονδίνο, όπου οι έμποροι ήταν εκνευρισμένοι από την παρακμή του εμπορίου και τη γενικότερη αναστάτωση. Η αυλή του βασιλιά μεταφέρθηκε στο Κόβεντρι. Μέχρι τότε, ο νέος δούκας του Σόμερσετ ανήλθε ως ο νέος ευνοούμενος της βασιλικής αυλής. Η Μαργαρίτα έπεισε το σύζυγό της να αναιρέσει όσα είχε κάνει ο Ριχάρδος της Υόρκης ως Λόρδος Προστάτης, ο οποίος αναγκάστηκε να επιστρέψει στο αξίωμα του Υποδιοικητή στην Ιρλανδία.


Εν τω μεταξύ, αυξανόταν η αναστάτωση στην πρωτεύουσα και τη βόρεια Αγγλία, καθώς και η πειρατεία στα νότια παράλια, αλλά το βασιλικό ζεύγος επέμενε περισσότερο στο να προστατεύσει το ίδιο: η βασίλισσα εισήγαγε για πρώτη φορά στην Αγγλία το θεσμό της στρατολόγησης. Ταυτόχρονα, ο σύμμαχος του δούκα της Υόρκης, Ρίτσαρντ Νέβιλ, 16ος κόμης του Γουόρικ (ο λεγόμενος Kingmaker), αύξανε τη δημοτικότητά του στο Λονδίνο ως υπέρμαχος των εμπόρων.

Την άνοιξη του 1458, ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι προσπάθησε να συμφιλιώσει τους ευγενείς που βρίσκονταν σε μακροχρόνιους πολέμους μεταξύ τους. Στις 25 Μαρτίου, ανήμερα του Ευαγγελισμού, o βασιλιάς ηγήθηκε πομπής προς τον καθεδρικό του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο, όπου γινόταν Μεγάλο Συμβούλιο, με ευγενείς από τους οίκους Λάνκαστερ και Υόρκης να τον ακολουθούν χέρι-χέρι.

ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΤΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ

Οι εχθροπραξίες ξανάρχισαν μετά τη μη εξουσιοδοτημένη επιστροφή του Δούκα της Υόρκης από την Ιρλανδία, ο οποίος κάλεσε τους Νέβιλ να συμπαραταχθούν μαζί του στο κάστρο του Λάντλοου. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1459, στη μάχη του Μπλορ Χιθ στο Στάφορντσαϊρ, ο στρατός των Λάνκαστερ δεν κατάφερε να εμποδίσει το Σάλσπουρι να προχωρήσει από το κάστρο του Μίντλχαμ (Γιόρκσαϊρ) στο Λάντλοου.

Λίγο αργότερα, οι συνδυασμένες δυνάμεις των Υορκιστών αντιμετώπισε το μεγαλύτερο στρατό των Λάνκαστερ στη μάχη του Λάντφορντ Μπριτζ. To άγημα του Γουόρικ από τη φρουρά του Καλαί αυτομόλησε στους Λάνκαστερ και οι ηγέτες των Υορκιστών τράπηκαν σε φυγή. Ο Ριχάρδος της Υόρκης επέστρεψε στην Ιρλανδία, ενώ ο μεγαλύτερος γιος του, Εδουάρδος, κόμης του Μαρτς, κατέφυγε στο Καλαί μαζί με τους Σάλσμπουρι και Γουόρικ.


Οι Λάνκαστερ επέστρεψαν εν πλήρη δυνάμει. Ο δούκας της Υόρκης και οι υποστηρικτές του κηρύχθηκαν προδότες και συνελήφθησαν. Μονάχα με μια επιτυχή εισβολή θα μπορούσαν να ανακτήσουν τους τίτλους και την περιουσία τους. Ο Σόμερσετ μετατέθηκε ως Κυβερνήτης του Καλαί. Οι προσπάθειές του για έξωση του Γουόρικ ήταν ανεπιτυχείς και οι Υορκιστές άρχισαν επιδρομές στις αγγλικές ακτές από το Καλαί, συμβάλλοντας ακόμα περισσότερο στο χάος και την αναρχία που επικρατούσε. Ο Γουόρικ μετέβη στην Ιρλανδία για περαιτέρω σχέδια με τον Ριχάρδο της Υόρκης, καταφέρνοντας να διαφύγει από το βασιλικό στόλο του δούκα του Έξετερ.

Τον Ιούνιο του 1460, οι προαναφερθέντες φυγάδες στο Καλαί εγκαταστάθηκαν γοργά στο Κεντ και στο Λονδίνο, όπου έτυχαν ευρείας υποστήριξης. Βάδισαν προς το βορρά, με την υποστήριξη επίσης ενός παπικού απεσταλμένου. Ο Ερρίκος έστειλε ένα στρατό νότια για να τους συναντήσει, ενώ η Μαργαρίτα του Ανζού έμεινε στο βορρά με τον Πρίγκιπα Εδουάρδο. Στη μάχη του Νορθάμπτον στις 10 Ιουλίου, ο στρατός των Υορκιστών νίκησε τους Λάνκαστερ, βοηθούμενοι από προδοσία στις τάξεις του βασιλιά. Για δεύτερη φορά κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Βασιλιάς Ερρίκος βρέθηκε στη σκηνή του μόνος, εγκαταλελειμμένος από τη συνοδεία του, προφανώς έχοντας υποστεί κι άλλη νευρική κρίση. Οι Υορκιστές επέστρεψαν στο Λονδίνο αιχμαλωτίζοντάς τον.

ΠΡΑΞΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ

Υπό τη σκιά της στρατιωτικής αυτής επιτυχίας, ο Ριχάρδος της Υόρκης διεκδίκησε το θρόνο, βασιζόμενος στη μη νομιμότητα της γραμμής των Λάνκαστερ. Έχοντας αφιχθεί στη βόρεια Ουαλία, αυτός και η σύζυγός του, Σεσίλ Νέβιλ, έφτασαν στο Λονδίνο με το εθιμοτυπικό που θα ταίριαζε σε ένα μονάρχη. 

Συγκλήθηκε το Αγγλικό Κοινοβούλιο κι όταν ο Ριχάρδος έφτασε στην αίθουσα, κατευθύνθηκε προς το θρόνο, περιμένοντας ενθάρρυνση και υποστήριξη από τους λόρδους. Αντ' αυτού, επικράτησε παγερή ησυχία και στο άκουσμα των διεκδικήσεών του, πολλοί ήταν αυτοί που εξεπλάγησαν. Σε αυτό το στάδιο, δεν επιθυμούσαν την ανατροπή του βασιλιά Ερρίκου, παρά μόνο την απομάκρυνση των κακών συμβούλων του.


Την επόμενη ημέρα, ο δούκας της Υόρκης παρουσίασε ένα αναλυτικό γενεαλογικό δέντρο, προκειμένου να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του για την καταγωγή του από το Λάιονελ της Αμβέρσας, γιο του Εδουάρδου Γ΄ της Αγγλίας. Τότε, αντιμετωπίστηκε με μεγαλύτερη κατανόηση: το Κοινοβούλιο συμφώνησε να εξετάσει το ζήτημα και δέχτηκε ότι ο Ριχάρδος είχε περισσότερα δικαιώματα στο θρόνο, αλά με πλειοψηφία ψηφίστηκε η παραμονή του Ερρίκου ως βασιλιά.

Τον Οκτώβριο του 1460, έγινε συμβιβασμός με την Πράξη Συμφωνίας, η οποία αναγνώριζε το Ριχάρδο ως διάδοχο του Ερρίκου, παραμερίζοντας τον εξάχρονο πρίγκιπα Εδουάρδο του Γουέστμινστερ. Ο δούκας της Υόρκης αποδέχτηκε τη συμφωνία αυτή, καθώς ήταν η καλύτερη προσφορά που μπορούσε να έχει, ειδικά γιατί γινόταν Λόρδος Προστάτης του βασιλείου και μπορούσε να κυβερνήσει στο όνομα του Ερρίκου.

ΟΙ ΛΑΝΚΑΣΤΕΡ ΑΝΤΕΠΙΤΙΘΕΝΤΑΙ

Η βασίλισσα Μαργαρίτα του Ανζού κατέφυγε στη βόρεια Ουαλία, ενώ πολλοί ευγενείς, υποστηρικτές του Οίκου, συγκέντρωναν στρατό στη βόρεια Αγγλία. Ο Δούκας της Υόρκης έφυγε από το Λονδίνο για να σταθεροποιήσει τη θέση του στο βορρά ενάντια στους Λάνκαστερ που μαζεύονταν στην πόλη του Γιορκ. Έλαβε αμυντική θέση στο Κάστρο του Σάνταλ κοντά στο Γουέικφιλντ τα Χριστούγεννα του 1460. 

Στις 30 Δεκεμβρίου, οι δυνάμεις του επιτέθηκαν στ' ανοιχτά στους Λάνκαστερ, αν και ήταν λιγότεροι απ' αυτούς. Η μάχη του Γουέικφιλντ έληξε με τελειωτική νίκη των Λάνκαστερ. Ο Ριχάρδος της Υόρκης σκοτώθηκε στη μάχη, ενώ κι ο Σάλσμπουρι και ο 17χρονος γιος του Ριχάρδου, Εδμόνδος του Ρούτλαντ, αιχμαλωτίστηκαν κι εκτελέστηκαν. Η βασίλισσα Μαργαρίτα διέταξε τα κεφάλια και των τριών να τοποθετηθούν στις πύλες του Γιορκ.


Η βασίλισσα Μαργαρίτα εν τω μεταξύ είχε ταξιδέψει στη Σκωτία για να ζητήσει βοήθεια. Η Μαρία του Γκέλντερς, βασίλισσα του Ιακώβου Β΄ της Σκωτίας, συμφώνησε να της παραχωρήσει ένα στρατό, με τον όρο να παραχωρήσει την πόλη Μπέργουικ στη Σκωτία και η κόρη της να αρραβωνιαστεί τον πρίγκιπα Εδουάρδο. Η Μαργαρίτα συμφώνησε, αν και δεν είχε χρήματα να καλύψει τα έξοδα του στρατού της και μπορούσε μονάχα να υποσχεθεί λάφυρα από τα πλούτη της νότιας Αγγλίας, αρκεί οι λεηλασίες να γίνονταν νότια του ποταμού Τρεντ.

Η Πράξη Συμφωνίας και τα γεγονότα στο Γουέικφιλντ έδωσαν στον 18οχρονο Εδουάρδο, κόμη του Μαρτς, μεγαλύτερο γιο του Ριχάρδου, τον τίτλο του Δούκα της Υόρκης και του κληρονόμου του θρόνου. Συνάντησε το στρατό των Λάνκαστερ υπό τον Τζάσπερ Τυδώρ που κατέφτανε από την Ουαλία και τον νίκησε στη μάχη του Μόρτιμερ Κρος στο Χέρφορντσαϊρ. Ενέπνευσε τους άνδρες του με το όραμα των τριών ήλιων την αυγή, ένα φαινόμενο γνωστό με τον όρο παρήλιο, ερμηνεύοντάς το ως σημάδι νίκης που συμβόλιζε τους τρεις επιζώντες γιους του Ριχάρδου: τον ίδιο, το Γεώργιο και το Ριχάρδο.

Ο στρατός της Μαργαρίτας κινούνταν νότια, λεηλατώντας τον πλούσιο αγγλικό νότο. Στο Λονδίνο, ο Γουόρικ το χρησιμοποίησε ως προπαγάνδα για να ενισχύσει την υποστήριξη στον οίκο της Υόρκης στο νότο: για παράδειγμα, η πόλη του Κόβεντρι ορκίστηκε πίστη στους Υορκιστές. Ο στρατός του Γουόρικ εγκαταστάθηκε νότια της πόλης του Σεντ Όλμπανς για να εμποδίσει το κεντρικό πέρασμα από το βορρά, αλλά ο στρατός της Μαργαρίτας εισέβαλε από δυτικά και επιτέθηκε από πίσω στο στρατό του Γουόρικ. Οι Λάνκαστερ νίκησαν και πάλι στη δεύτερη μάχη του Αγίου Αλβανού: οι Υορκιστές τράπηκαν σε φυγή, αφήνοντας πίσω το Βασιλιά Ερρίκο, που βρέθηκε να κάθεται απείραχτος σε ένα δέντρο.

ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΤΑΟΥΤΟΝ ΚΑΙ ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ ΤΗΣ ΥΟΡΚΗΣ 

O Εδουάρδος Δ΄ δεν μπορούσε πλέον να ισχυρίζεται ότι ήθελε απλά να "γλιτώσει" το βασιλιά από τους κακούς συμβούλους του. Η όλη διαμάχη είχε μετατραπεί σε έναν πόλεμο για το στέμμα. Όταν ο Επίσκοπος του Λονδίνου ζήτησε από το λαό της πόλης τη γνώμη του, κραύγασαν υπέρ του "βασιλιά Εδουάρδου". Γρήγορα επικυρώθηκε από το Κοινοβούλιο κι ο Εδουάρδος στέφθηκε ανεπίσημα στο αββαείο του Γουέστμινστερ, αν κι ο ίδιος υποσχέθηκε ότι δε θα προέβαινε σε επίσημη ενθρόνιση, μέχρι ο Ερρίκος και η Μαργαρίτα να εξορίζονταν ή να εκτελούνταν.


Ο Εδουάρδος και ο Γουόρικ προχώρησαν βόρεια, συγκεντρώνοντας έναν τεράστιο στρατό, που αντιμετώπισε έναν επίσης μεγάλο αριθμό υποστηρικτών των Λάνκαστερ στο Τάουτον. Η μάχη του Τάουτον ήταν η μεγαλύτερη του Πολέμου των Ρόδων, ενώ κράτησε μόλις μια μέρα, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των δυο αντιπάλων. Νίκησαν οι Υορκιστές και πολλοί ηγέτες των Λάνκαστερ σκοτώθηκαν. Το βασιλικό ζεύγος και ο πρίγκιπας Εδουάρδος κατέφυγαν στο βορρά, μαθαίνοντας το αποτέλεσμα της μάχης.

Όσοι από τους Λάνκαστερ επέζησαν, ορκίστηκαν πίστη στο βασιλιά Εδουάρδο, ενώ όσοι δεν το έκαναν διώχθηκαν προς τα βόρεια σύνορα και κάστρα στην Ουαλία. Ο Εδουάρδος Δ΄ κατέλαβε την Υόρκη και αντικατέστησε τα κεφάλια του πατέρα του, του αδερφού του και του Σάλσμπουρι με αυτά ηττημένων λόρδων των Λάνκαστερ, όπως του Βαρόνου Τζον Κλίφορντ, που είχε κατηγορηθεί για την εκτέλεση του αδερφού του Εδουάρδου, Εδμόνδου του Ρούτλαντ, μετά τη μάχη του Γουέικφιλντ.

Η ΑΝΤΑΡΣΙΑ ΤΟΥ ΓΟΥΟΡΙΚ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΡΡΙΚΟΥ ΣΤ'

Ο πανίσχυρος Ρίτσαρντ Νέβιλ, 16ος κόμης του Γουόρικ είχε εν τω μεταξύ εξελιχθεί στο μεγαλύτερο ιδιοκτήτη γης στην Αγγλία, καθώς κατείχε την περιουσία της συζύγου του, είχε κληρονομήσει τα κτήματα του πατέρα του και του είχαν αποδοθεί αρκετές περιουσίες των Λάνκαστερ που είχαν παραδοθεί. Παράλληλα, είχε και πολλά κρατικά αξιώματα. Ήταν υπέρ της ειρήνης και συμμαχίας με τη Γαλλία, στα πλαίσια του 100ετούς πολέμου, και διαπραγματευόταν για το γάμο του βασιλιά Εδουάρδου με Γαλλίδα νύφη. Ωστόσο, ο Εδουάρδος είχε παντρευτεί την Ελισάβετ Γούντβιλ στα κρυφά το 1464 και το ανακοίνωσε αργότερα ως τετελεσμένο γεγονός, κάτι που έφερε μεγάλη δυσφορία στον Γουόρικ.

Η δυσφορία έγινε ακόμη μεγαλύτερη, όταν η οικογένεια Γούντβιλ ευνοούνταν πολύ περισσότερο στην αυλή από τους Νέβιλ. Πολλοί συγγενείς της βασίλισσας έκαναν γάμους με ευγενείς οικογένειες και σε άλλους δόθηκαν τίτλοι ευγενείας ή βασιλικά αξιώματα. Επίσης, ο Εδουάρδος προτίμησε να συνάψει συμμαχία με τη Βουργουνδία παρά με τη Γαλλία, ενώ φάνηκε διστακτικός να παντρέψει τα αδέρφια του, Γεώργιο του Κλάρενς και Ριχάρδο του Γκλόστερ, με τις κόρες του Γουόρικ, Ισαβέλλα και Άννα. Εν τέλει, η δημοτικότητά του έφθινε αυτή την περίοδο, λόγω της υψηλής φορολογίας και διατάραξης του νόμου και της τάξης.

 
Μέχρι το 1469, ο κόμης του Γουόρικ συμμάχησε με το ζηλόφθονο Γεώργιο του Κλάρενς. Συγκέντρωσαν στρατό και νίκησαν τις δυνάμεις του βασιλιά στη μάχη του Έτζκοτ Μουρ. Ο Εδουάρδος αιχμαλωτίστηκε στο Όλνεϊ και φυλακίστηκε στο Κάστρο του Μίντλχαμ στο Γιόρκσαϊρ. Ο Γουόρικ έδωσε εντολή για την εκτέλεση του πατέρα και του αδερφού της βασίλισσας Ελισάβετ Γούντβιλ, ενώ παράλληλα η χώρα βρέθηκε και πάλι σε αναβρασμό και οι Λάνκαστερ βρήκαν την ευκαιρία να επαναστατήσουν.

Κάποιες εξεγέρσεις σημειώθηκαν επίσης στο Λίνκολνσαϊρ, αλλά ο Εδουάρδος τις κατέπνιξε εύκολα στη μάχη του Λόουζκοτ. Ο κόμης του Γουόρικ και ο Γεώργιος του Κλάρενς ανακηρύχθηκαν προδότες και αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη Γαλλία, όπου βρισκόταν ήδη εξόριστη η Μαργαρίτα του Ανζού.

Ο Λουδοβίκος ΙΑ΄ της Γαλλίας πρότεινε τη συμμαχία μεταξύ κόμη του Γουόρικ και Μαργαρίτας. Και οι δυο αρχικά, θανάσιμοι εχθροί μέχρι τότε, δεν βρήκαν ιδιαίτερα ελκυστική την ιδέα, ωστόσο αντιλήφθηκαν στην συνέχεια τα οφέλη από κάτι τέτοιο, αν και ήλπιζαν ο καθένας σε κάτι διαφορετικό: ο Γουόρικ για έναν βασιλιά-μαριονέτα π.χ. τον Ερρίκο ΣΤ΄ ή το γιο του, Εδουάρδο, ενώ η Μαργαρίτα θα κατάφερνε να διεκδικήσει και πάλι το θρόνο της οικογένειάς της. Έτσι, κανονίστηκε ο γάμος μεταξύ της Άννας Νέβιλ, κόρης του Γουόρικ, και του Εδουάρδου, γιου του Ερρίκου.

Ο κόμης του Γουόρικ εισέβαλε στην Αγγλία το φθινόπωρο του 1470. Κατέλαβε το Λονδίνο τον Οκτώβριο και ο Ερρίκος ΣΤ΄ παρήλασε στους δρόμους της πόλης ως ο βασιλιάς που αποκαταστάθηκε και πάλι στο θρόνο του. Ο Εδουάρδος Δ΄ της Αγγλίας βρέθηκε απροετοίμαστος για ένα τέτοιο γεγονός, διέταξε τη διάλυση του στρατού του και μαζί με το Ριχάρδο του Γκλόστερ, τον αδερφό του, τράπηκαν σε φυγή προς τις ακτές, μετά στην Ολλανδία κι έπειτα σε εξορία στη Βουργουνδία. Ανακηρύχθηκαν προδότες και πολλοί εξόριστοι υποστηρικτές των Λάνκαστερ επέστρεψαν για να διεκδικήσουν τις περιουσίες τους.


Η επιτυχία του κόμη του Γουόρικ, ωστόσο δεν κράτησε για πολύ, καθώς υπερεκτίμησε το σχέδιό του να εισβάλει στη Βουργουνδία συμμαχώντας με το βασιλιά Λουδοβίκο ΙΑ΄ της Γαλλίας, έχοντας μπει σε πειρασμό από την υπόσχεση του τελευταίου να του δώσει ως δώρο τις Κάτω Χώρες. Η απειλή αυτή ώθησε τον Κάρολο της Βουργουνδίας, κουνιάδο του Εδουάρδου Δ΄, να του παραχωρήσει χρηματικούς και στρατιωτικούς πόρους για να εισβάλει στην Αγγλία το 1471. 

Πράγματι, ο Εδουάρδος αφίχθη στις ακτές του Γιόρκσαϊρ, ισχυριζόμενος αρχικά ότι ήθελε να υποστηρίξει τον Ερρίκο και να αποκαταστήσει μονάχα τον τίτλο του ως δούκας της Υόρκης. Έτσι, κατέλαβε την Υόρκη και στη συνέχεια το Λονδίνο. Τελικά, νίκησε το στρατό του Γουόρικ στη μάχη του Μπάρνετ, όπου ο Γουόρικ σκοτώθηκε και ο στρατός του τράπηκε σε φυγή, καθώς νόμιζαν ότι είχαν προδοθεί, λόγω του ότι υπήρχε πυκνή ομίχλη και επιτίθεντο ο ένας στον άλλο.

Η Μαργαρίτα του Ανζού κι ο γιος της, Εδουάρδος, ενώθηκαν με υποστηρικτές των Λάνκαστερ στην Ουαλία, αλλά εμποδίστηκαν από την πόλη του Γκλόστερ να προχωρήσουν πέρα από τον ποταμό Σέβερν. Ο στρατός της Μαργαρίτας υπό τον Εδμόνδο Μπωφόρ, 4ο δούκα του Σόμερσετ, ηττήθηκε στη μάχη του Τιούκσμπερι. Ο πρίγκιπας Εδουάρδος σκοτώθηκε, ενώ ο Ερρίκος ΣΤ΄ χωρίς διάδοχο πλέον δολοφονήθηκε στις 14 Μαΐου 1471, ενισχύοντας έτσι τους Υορκιστές στο θρόνο.

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΔΟΥΚΑ ΤΟΥ ΜΠΑΚΙΓΧΑΜ

Αντίθεση στην εξουσία του Ριχάρδου Γ΄ είχε ήδη εμφανιστεί στο νότο, όταν στις 18 Οκτωβρίου ο Ερρίκος του Στάφορντ, 2ος δούκας του Μπάκιγχαμ, ηγήθηκε μιας εξέγερσης με σκοπό την άνοδο στο θρόνο του Ερρίκου Τυδώρ των Λάνκαστερ. Πολλοί ευγενείς αντιτέθηκαν επίσης στο Ριχάρδο, λόγω του τρόπου με τον οποίο χειρίστηκε το ζήτημα της μη νόμιμης διαδοχής των απογόνων του Εδουάρδου Δ΄, καθώς και λόγω του ότι θεωρούσαν ότι υπό τις διαταγές του ίδιου δολοφονήθηκαν οι Πρίγκιπες του Πύργου.


Ο Ερρίκος Τυδώρ διεκδικούσε το θρόνο με τα εξής επιχειρήματα: ο πατέρας του, Εδμόνδος Τυδώρ, 1ος κόμης του Ρίτσμοντ, ήταν ετεροθαλής αδερφός του Ερρίκου ΣΤ΄ της Αγγλίας, αλλά και η μητέρα του, Μαργαρίτα Μπωφόρ, καταγόταν από τον Ιωάννη Μπωφόρ, 1ο κόμη του Σόμερσετ, ο οποίος ήταν εγγονός του Εδουάρδου Γ΄, καθότι γιος του Ιωάννη της Γάνδης από την τρίτη σύζυγό του, Αικατερίνη Σουίνφορντ, η οποία όμως ήταν ερωμένη του για 25 χρόνια και τα παιδιά τους, ανάμεσα στα οποία και ο Μπωφόρ, αρχικά ήταν νόθα και μετά αναγνωρίστηκαν ως νόμιμα.

Ο Ερρίκος Τυδώρ είχε περάσει μεγάλο κομμάτι των παιδικών του χρόνων υπό πολιορκία στο Κάστρο Χάρλεχ ή υπό εξορία στη Βρεττάνη. Μετά το 1471, o Εδουάρδος Δ΄ είχε υποτιμήσει τις διεκδικήσεις του Ερρίκου στο θρόνο, αν και η μητέρα του Ερρίκου, Μαργαρίτα Μπωφόρ, συνεχώς προωθούσε και υποστήριζε τα δικαιώματα του γιου της.
 
Η Εξέγερση του δούκα του Μπάκιγχαμ απέτυχε κι ο ίδιος τελικά προδόθηκε και εκτελέστηκε. Αυτό όμως δεν έβαλε τέλος στις συνωμοσίες εναντίον του Ριχάρδου, ο οποίος δεν μπορούσε πλέον να αισθάνεται ασφαλής, καθώς είχε πεθάνει επίσης η γυναίκα του κι ο 11χρονος γιος τους: το μέλλον του οίκου της Υόρκης στο θρόνο διακυβευόταν.

ΜΠΟΣΓΟΥΟΡΘ 1485 ΤΟ ΡΕΚΒΙΕΜ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ ΡΟΔΟΥ ΣΤΟΝ ΑΓΓΛΙΚΟ ΘΡΟΝΟ

Πολλοί ιστορικοί ερευνητές ακόμη και σήμερα προσπαθούν να σκιαγραφήσουν την αινιγματική προσωπικότητα του Ριχάρδου Γ' της Υόρκης, που σκοτώθηκε πολεμώντας κατά την τελευταία μάχη του Πολέμου των Ρόδων στο Μπόσγουορθ της κεντρικής Αγγλίας, υπερασπιζόμενος τον θρόνο του, σε έναν εμφύλιο πόλεμο ο οποίος ξεκίνησε με το τέλος ενός άλλου πολέμου στη γειτονική Γαλλία που διήρκεσε παραπάνω από έναν αιώνα και έμελλε να συνεχιστεί επί άλλα τριάντα περίπου χρόνια στην Αγγλία. Με τον θάνατο του βασιλιά Ριχάρδου Γ', του τελευταίου Αγγλου βασιλιά που έπεσε πολεμώντας, ανέτειλε μια νέα δυναστεία με έναν νέο βασιλιά: τον Ερρίκο Ζ' του οίκου των Τυδώρ.


Το 1453 σηματοδότησε το τέλος πολύχρονων και αιματηρών συγκρούσεων στην ανατολική και στη δυτική Ευρώπη. Στην Ανατολή οι Οθωμανοί Τούρκοι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, την πρωτεύουσα της άλλοτε ισχυρής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τελευταίο προπύργιο της Χριστιανοσύνης. Στη Δύση και συγκεκριμένα στη Γαλλία τελείωνε η πιο μακροχρόνια σύγκρουση μεταξύ δύο χωρών, ο Εκατονταετής Πόλεμος. 

Εκεί οι Γάλλοι υπό την καθοδήγηση του τελευταίου τους βασιλιά, Καρόλου Ζ', ο οποίος από τους χρονικογράφους της εποχής χαρακτηρίστηκε και ως "νικητής-βασιλιάς", και εμπνευσμένοι από την Ιωάννα της Λωραίνης κατάφεραν να εκδιώξουν τους Αγγλους από τη χώρα τους έπειτα από πολύχρονες πολιορκίες και πολλές μάχες σε έναν πόλεμο που διήρκεσε λίγο περισσότερο από εκατό χρόνια (1337-1453).

Οι εκδιωγμένοι και ηττημένοι (τελικά) στον πόλεμο Άγγλοι επέστρεψαν στην πατρίδα τους έχοντας να αντιμετωπίσουν τον χλευασμό των συμπατριωτών τους, αλλά και μία έκρυθμη πολιτική κατάσταση που θα οδηγούσε την πλειοψηφία των ευγενών τους σε μια σύρραξη με στόχο τον βασιλικό θρόνο.

Παρόλο που αυτή η σύρραξη διήρκεσε περισσότερα από τριάντα χρόνια (1455-1487), η πλειοψηφία του αγγλικού πληθυσμού δεν επηρεάστηκε άμεσα, διότι η χώρα δεν εγκαταλείφθηκε στο έλεος του πολέμου, με καταστροφές, λεηλασίες και καταστροφές πόλεων και οικισμών, αλλά, αντίθετα, γνώρισε μεγάλη οικονομική ανάπτυξη.


Οι δύο μεγαλύτεροι οίκοι της αγγλικής αριστοκρατίας, ο οίκος της Υόρκης (York) και ο οίκος των Λάνκαστερ (Lancaster), επιδόθηκαν σε έναν πολύχρονο αγώνα διεκδίκησης - τις περισσότερες φορές ένοπλο - της βασιλείας και κατ' επέκταση της εξουσίας, σε έναν πόλεμο που ονομάστηκε "Πόλεμος των Ρόδων". Εμβλημα του οίκου της Υόρκης ήταν το λευκό ρόδο. Η αγγλική παράδοση χρησιμοποιεί το κόκκινο ρόδο ως έμβλημα του οίκου των Λάνκαστερ, ωστόσο αυτό δεν ανταποκρίνεται απόλυτα στην αλήθεια. 

Στο έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ "Ριχάρδος Γ'" προσωπικότητες των δύο οίκων ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε ένα παιχνίδι στο οποίο ως σημείο αναφοράς τους χρησιμοποιούν τα ρόδα των δύο συγκεκριμένων χρωμάτων. Αυτή η σκηνή δημιούργησε και την κρατούσα ως σήμερα άποψη περί του ανταγωνισμού και της σύγκρουσης των δύο αυτών εμβλημάτων - του λευκού και του κόκκινου ρόδου.

Ο Ερρίκος Ε', γιος του πρώτου βασιλιά της Αγγλίας (που προερχόταν από τον οίκο των Λάνκαστερ) και θριαμβευτής της μάχης του Αζινκούρ (1415) και άλλων νικηφόρων εκστρατειών στη Γαλλία, πέθανε το 1422 από δυσεντερία, αφήνοντας ως διάδοχό του έναν νεογέννητο γιο που δεν είχε δει ποτέ. Ο Ερρίκος ΣΤ' το 1422 ήταν μόλις 9 μηνών.

Σύμφωνα με το πρωτόκολλο την ευθύνη για λογαριασμό του διαδόχου ως την ενηλικίωσή του θα έπρεπε να την αναλάβουν συγγενείς του εκλιπόντος βασιλιά. Ο Ιωάννης, δούκας του Μπέντφορντ, και ο Χάμφρεϋ, δούκας του Γκλόστερ, ανέλαβαν αυτό τον ρόλο.

 
Ο Ιωάννης ανέλαβε να συνεχίσει τις ως τότε επιτυχημένες εκστρατείες των Αγγλων στη Γαλλία, ενώ ο Χάμφρεϋ ανέλαβε προσωπικά τη φροντίδα του νεαρού. Στην προσπάθειά του να λάβει και τον τίτλο του προστάτη του βασιλείου, που θα του έδινε ουσιαστικά και την απόλυτη εξουσία, προκάλεσε αντιπάθειες και αντιζηλίες από τους ευγενείς της Αυλής, οι οποίοι αισθάνθηκαν απειλούμενοι από τη φιλοδοξία του και υποχείρια των εκάστοτε ορέξεών του.

Από εκείνη τη χρονική περίοδο η Αγγλία άρχισε να ταλανίζεται από ισχυρούς λόρδους-φεουδάρχες με προσωπικούς στρατούς. Καθώς ο Ερρίκος μεγάλωνε, οι προστάτες του αποδείχθηκαν ανίκανοι στη διακυβέρνηση της Αγγλίας αλλά και στον πόλεμο εναντίον της Γαλλίας. Ο Ερρίκος ΣΤ' ενηλικιώθηκε το 1437 και το 1444 νυμφεύθηκε τη Μαργαρίτα των Ανζού, κόρη του δούκα των Ανζού που ήταν αδελφός του βασιλιά της Γαλλίας. Αυτός ο γάμος πολιτικής σκοπιμότητας λόγω του πολέμου που συνεχιζόταν με τη γείτονα της Αγγλίας, δεν βοήθησε τη θέση του Ερρίκου. 

Η κατάσταση στη διακυβέρνηση της χώρας επιδεινώθηκε διότι ο τελευταίος δεν είχε τη βούληση και τις απαραίτητες ικανότητες. Τη δύσκολη αυτή κατάσταση έσπευσε να εκμεταλλευθεί ο Ριχάρδος των Πλανταγενέτων, δούκας της Υόρκης και επικεφαλής του οίκου αυτού, που ήταν ένας από τους δύο ισχυρότερους στην Αγγλία. Εκείνος μαζί με τη σύζυγο του βασιλιά, Μαργαρίτα των Ανζού, ήλεγχαν τον αδύναμο απόγονο του οίκου των Λάνκαστερ, Ερρίκο ΣΤ'.

Η αφορμή για τη σύγκρουση δεν άργησε να δοθεί. Τον Αύγουστο του 1453 ο Ερρίκος ΣΤ'
προσβλήθηκε από κατατονική σχιζοφρένεια (κληρονομιά από το γένος της μητέρας του), η οποία θα τον κρατούσε κλινήρη επί 16 μήνες. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους η Μαργαρίτα ενίσχυσε τη θέση της, παρά την κατάσταση του συζύγου της, γεννώντας τον μοναδικό της γιο και διασφαλίζοντας έτσι τη συνέχεια του οίκου των Λάνκαστερ στον θρόνο.


Ο Ριχάρδος και οι ομοαίματοί του ζήτησαν την άμεση αντικατάσταση του ασθενούς βασιλιά και την απομάκρυνση των μελών του οίκου των Λάνκαστερ από το βασιλικό συμβούλιο. Ετσι ο πρώτος ανακηρύχθηκε προστάτης του βασιλείου επαναφέροντας μια κατάσταση που υπήρχε πριν από την ενηλικίωση του βασιλιά.

Μετά από 16 μήνες ο Ερρίκος ανένηψε και υπό την επιρροή της συζύγου του απάλλαξε τον Ριχάρδο από τα καθήκοντά του και επανέφερε τους ευνοούμενούς του στο βασιλικό συμβούλιο. Η Μαργαρίτα, που ζητούσε εκδίκηση για τη συμπεριφορά του Ριχάρδου, συνήψε ένα είδος συμμαχίας με τους υπόλοιπους ισχυρούς ευγενείς του οίκου των Λάνκαστερ εναντίον του. Ετσι το 1454 αυτός αποχώρησε τελικά από το βασιλικό συμβούλιο και για να δικαιωθεί κατέφυγε στα όπλα.

Η πρώτη εκστρατεία ξεκίνησε με μια ένοπλη απαίτηση των αριστοκρατών του οίκου της Υόρκης για την αποδέσμευση των αριστοκρατών του οίκου των Λάνκαστερ από το βασιλικό συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένου και του βασιλιά Ερρίκου ΣΤ', λόγω της αδυναμίας στη διακυβέρνηση. Η μάχη στο Σαίντ Αλμπανς το 1455 κατέληξε σε νίκη των όπλων του οίκου της Υόρκης. Ο Ερρίκος, η Μαργαρίτα και οι ακόλουθοί τους κατάφεραν να διαφύγουν και άρχισαν να προετοιμάζονται για μια νέα σύγκρουση.

Τον Ιούλιο του 1460 και έπειτα από άλλη μια νικηφόρα μάχη για τον οίκο της Υόρκης στο Νορθάμπτον, όπου αιχμαλωτίστηκε ο βασιλιάς Ερρίκος, ο Ριχάρδος της Υόρκης έσπευσε στο Λονδίνο για να καταθέσει το αίτημά του να γίνει βασιλιάς. Επειτα από πολλές και έντονες διαβουλεύσεις επιτεύχθηκε ένας συμβιβασμός: ο Ερρίκος θα παρέμενε βασιλιάς, όμως ο Ριχάρδος και οι απόγονοί του θα ήταν οι νόμιμοι διάδοχοί του μετά τον θάνατό του.


Στις 30 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους ο Ριχάρδος, ο μεγαλύτερος γιος του Εντμουντ και πολλά άλλα σημαντικά μέλη του οίκου της Υόρκης σκοτώθηκαν στη μάχη του Γουέηκφηλντ. Η ευθύνη του οίκου έπρεπε να ανατεθεί πλέον στον αμέσως επόμενο γιο του, Εδουάρδο.

Στις 4 Μαρτίου 1461 ο τελευταίος ανακηρύχθηκε Εδουάρδος Δ' από τον Ριχάρδο Νέβιλ, κόμη του Γουώργουικ. Ακολούθως συγκέντρωσε στρατό και αντιμετώπισε τον στρατό των Λάνκαστερ σε μια πεδιάδα κοντά στην πόλη Τόουτον, στις 29 Μαρτίου 1461. Βγήκε νικητής από αυτή τη μάχη, με μεγάλο κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Κάθε πλευρά υπολογίζεται ότι έχασε από 10.000 άνδρες περίπου. Η σύγκρουση αυτή ήταν η πιο αιματηρή που έγινε σε αγγλικό έδαφος. Η ηττημένη βασίλισσα Μαργαρίτα, ο σύζυγός της και ο γιος τους κατέφυγαν στη Σκωτία, όμως όχι για πολύ.

Στις αρχές του 1465 ο Ερρίκος συνελήφθη και φυλακίστηκε στον πύργο του Λονδίνου. Το ίδιο έτος ξέσπασε άλλη μια κρίση, αυτή τη φορά στη σχέση των δύο ηγετών του οίκου της Υόρκης. Ο Εδουάρδος Δ' νυμφεύθηκε την Ελισάβετ Γκούντβιλ, μέλος του οίκου των Λάνκαστερ. Ο Ριχάρδος, κόμης του Γουώργουικ, εκτίμησε πως με αυτόν τον γάμο θα έχανε όσα είχε αποκτήσει συμμαχώντας με τον οίκο της Υόρκης. 

Κατέφυγε τότε μαζί με τον αδελφό του φυλακισμένου βασιλιά Γεώργιο, δούκα του Κλάρενς, στη Γαλλία και προσέγγισε την έκπτωτη πλέον βασίλισσα Μαργαρίτα των Ανζού υποστηρίζοντας τους σκοπούς της. Με τη βοήθεια του Γάλλου βασιλιά Λουδοβίκου ΙΑ' διέσχισε τη θάλασσα της Μάγχης τον Σεπτέμβριο του 1470 και επανέφερε τον Ερρίκο ΣΤ' στον θρόνο του. Ο Ριχάρδος του Γουώργουικ κατέλαβε με αυτό τον τρόπο τη θέση του βασιλικού συμβούλου μετά τον Ερρίκο. Για αυτή του την ενέργεια χαρακτηρίστηκε ως ο "δημιουργός των βασιλέων της Αγγλίας".


Ο Εδουάρδος, αν και εξόριστος τότε, δεν εγκατέλειψε την προσπάθειά του να ανακαταλάβει τον θρόνο. Με την οικονομική βοήθεια του δούκα της Βουργουνδίας, στη δυτική Γαλλία, αποβιβάστηκε στις ανατολικές ακτές της Υόρκης. Επειτα από διαδοχικές μάχες στο Μπάρνετ και στο Τιούκσμπερυ το 1471, τις οποίες κέρδισε, σκότωσε τον Ριχάρδο του Γουώργουικ και τον γιο του βασιλιά Ερρίκου Γεώργιο. Η Μαργαρίτα φυλακίστηκε και ο Ερρίκος φονεύθηκε, πιθανώς έπειτα από διαταγές του Εδουάρδου Δ'.

Επειτα από δώδεκα ειρηνικά χρόνια χωρίς συγκρούσεις ο βασιλιάς Εδουάρδος Δ' πέθανε
απροσδόκητα στις 9 Απριλίου 1483, αφού είχε χρίσει τον αδελφό του Ριχάρδο προστάτη του βασιλείου και των δύο γιων του. Ο μεγαλύτερος γιος, ο Εδουάρδος, ηλικίας 12 ετών, στέφθηκε βασιλιάς. Ο Ριχάρδος επί δύο περίπου μήνες διεκπεραίωνε τα καθήκοντά του στον ρόλο που του είχε αναθέσει ο αδελφός του, δίνοντας όρκο υποταγής και πίστης στον νεαρό βασιλιά. 

Ομως στη συνέχεια ανακάλυψε (ή κατασκεύασε) στοιχεία που αποδείκνυαν ότι ο γάμος του αδελφού του με την Ελισάβετ Γκούντβιλ δεν ήταν νόμιμος, διότι ο Εδουάρδος είχε υπογράψει ένα προγαμιαίο συμβόλαιο με μια άλλη γυναίκα πριν από τον γάμο του με την Ελισάβετ, και έτσι οι δύο γιοι τους δεν μπορούσαν να κληρονομήσουν τον θρόνο. Υποστηριζόμενος από το κοινοβούλιο, που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αποφύγει μία νέα σύγκρουση (με απρόβλεπτες συνέπειες) μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων οίκων, και ενώ υπήρχαν φήμες περί νέας αντίδρασης από τον οίκο των Λάνκαστερ, ο Ριχάρδος αποκλήρωσε τους δύο νέους ευγενείς.

Τους έθεσε μάλιστα "υπό την προστασία του", τοποθετώντας τους στον πύργο του Λονδίνου, που ήταν τότε ανάκτορο, χρησίμευε όμως και ως οχυρό και ως φυλακή. Ενας αριθμός πιθανών αντιπάλων του επίσης συνελήφθη και εκτελέστηκε με συνοπτικές διαδικασίες. Στις 26 Ιουνίου ο Ριχάρδος, μη έχοντας πλέον άλλους αντιπάλους ικανούς να τον αμφισβητήσουν και να του δημιουργήσουν προβλήματα, στέφθηκε στο αββαείο του Γουέστμίνστερ βασιλιάς ως Ριχάρδος Γ'.


Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Μετά τη στέψη του ο Ριχάρδος κατέστησε τον γιο του Εδουάρδο πρίγκηπα της Ουαλίας και νόμιμο διάδοχό του. Στις 11 Οκτωβρίου 1483 πληροφορήθηκε την εκδήλωση αναταραχών στο νότιο μέρος της χώρας του. Εκείνο που τον δυσαρέστησε περισσότερο ήταν το ότι ηγέτης αυτού του ένοπλου, όπως εξελίχθηκε, κινήματος ήταν ένας από τους πιο έντονους υποστηρικτές του, ο δούκας του Μπάκιγχαμ.

Επιθυμία του δούκα μπορεί να ήταν ο ίδιος ο θρόνος ή μια έντονη ένδειξη δυσαρέσκειας απέναντι στον νέο βασιλιά, διότι ο πατέρας του είχε σκοτωθεί κατά την πρώτη μάχη του Πολέμου των Ρόδων, στο Σαίντ Αλμπανς, υποστηρίζοντας τον οίκο των Λάνκαστερ. Είχε προσεταιρισθεί τον Ριχάρδο με ιδιαίτερη θέρμη όταν τα γεγονότα έδειχναν πως θα γινόταν βασιλιάς μετά τον θάνατο του αδελφού του Εδουάρδου, με την ελπίδα να αποκομίσει οφέλη πολιτικά και οικονομικά.

Αυτή η επανάσταση βοήθησε τον Ριχάρδο να αντιληφθεί πως είχε πολύ περισσότερους εχθρούς από εκείνους που είχε εξοντώσει. Ο δούκας του Μπάκιγχαμ ήθελε απλώς να είναι με το μέρος των νικητών αν η επανάσταση εξαπλωνόταν και συμμετείχαν σε αυτή και άλλοι ευγενείς και υποστηρικτές του οίκου των Λάνκαστερ. Στην πραγματικότητα οι σκέψεις του επιβεβαιώθηκαν: πολλοί ευγενείς υποστηρικτές του οίκου των Λάνκαστερ συμμετείχαν σε αυτή την εξέγερση. 

Υποστήριξη παρείχε και η οικογένεια Γκούντβιλ, που είχε χάσει το σκήπτρο μετά τη φυλάκιση των γιων του Εδουάρδου Δ' και την εξορία της συζύγου του Μαργαρίτας. Μάλιστα η τελευταία πρότεινε στον Ερρίκο του οίκου των Τυδώρ να νυμφευθεί την κόρη της, Ελισάβετ της Υόρκης, και να στεφθεί εκείνος βασιλιάς μετά την ενδεχόμενη πτώση του Ριχάρδου.

 
Ο Ερρίκος Τυδώρ, γεννημένος τον Ιανουάριο του 1457 ήταν εξόριστος στη Γαλλία (από το 1471) όταν ο οίκος της Υόρκης κατέλαβε το βασιλικό αξίωμα στην Αγγλία μέσω του Εδουάρδου Δ'. Υποστήριξε πως του ανήκε το δουκάτο του Ρίτσμοντ και η Μαργαρίτα, διακρίνοντας τη φιλοδοξία που τον χαρακτήριζε, εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία για να προωθήσει τα δικά της συμφέροντα.

Ενα άλλο πρόβλημα για τον Ριχάρδο ήταν η έκταση που θα μπορούσε να λάβει αυτή η εξέγερση. Οι ενδείξεις ήταν πολύ αρνητικές για εκείνον. Ο ίδιος είχε συμμετάσχει σε δύο μάχες του Πολέμου των Ρόδων, αυτές του Μπάρνετ στις 14 Απριλίου 1471 και του Τιούκσμπερυ τον Μάιο του ίδιου έτους, επικεφαλής μιας μεγάλης δύναμης στρατιωτών. Επιπλέον είχε αναλάβει την καταστολή δύο εξεγέρσεων των Σκωτσέζων, το 1480 και το 1483, με απόλυτη επιτυχία. Γνωρίζοντας πώς να συγκεντρώνει σε σύντομο χρονικό διάστημα στρατό για να αντιμετωπίσει ένοπλες εξεγέρσεις, κινήθηκε γρήγορα προς τις νότιες περιοχές με μεγάλη δύναμη και κατέπνιξε το κίνημα πριν λάβει απειλητικές διαστάσεις.

Συνέλαβε πολλούς ευγενείς που είχαν κινηθεί εναντίον του, όπως π.χ. τον δούκα του Μπάκιγχαμ (τον οποίο εκτέλεσε), και επανέφερε προσωρινά την τάξη στο βασίλειό του. Τον Απρίλιο του 1484 ο Ριχάρδος δέχθηκε το ισχυρότερο πλήγμα από την ημέρα που έγινε βασιλιάς.

Ο γιος του Εδουάρδος πέθανε ξαφνικά. Ο μοναδικός του διάδοχος δεν υπήρχε πια. Αυτός ο θάνατος επανέφερε την αβεβαιότητα και την αμφισβήτηση έναντι του Ριχάρδου. Εξαιτίας του πολύχρονου πολέμου και της συχνότητας με την οποία οι ευγενείς άλλαζαν πλευρές και υποστήριζαν με μοναδικό γνώμονα τα συμφέροντά τους τους εκάστοτε διεκδικητές του θρόνου, ο Ριχάρδος δεν μπορούσε να εμπιστευθεί κανέναν τους.

 
Ετσι άρχισε να προετοιμάζεται ζητώντας από τους "συμμάχους" του να συγκεντρώσουν στρατό για να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενη εισβολή από τον Ερρίκο Τυδώρ, που βρισκόταν στη Γαλλία και σκόπευε να εκστρατεύσει εναντίον του. Αφού άφησε φρουρές σε κάστρα σε κομβικά σημεία ανά τη χώρα και απέσπασε τη δέσμευση για στρατιωτική υποστήριξη από τους ευγενείς, αποσύρθηκε στα μέσα Ιουνίου στο κάστρο του Νόττιγχαμ στην κεντρική Αγγλία. Ετσι είχε τη δυνατότητα να βρεθεί σε οποιαδήποτε τοποθεσία της Αγγλίας απειλείτο σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΡΙΧΑΡΔΟΥ

Παρά τη δύναμη και τη διάθεση που είχε ο Ριχάρδος να προετοιμαστεί κατάλληλα συγκεντρώνοντας έναν στρατό για την επερχόμενη εισβολή του Ερρίκου Τυδώρ, το σχετικό εγχείρημα παρέμενε μια πολύ δύσκολη και ακριβή διαδικασία. Ο βασιλιάς έπρεπε να καταβάλει πολλά χρήματα για να αποζημιώσει τους ευγενείς και τους αριστοκράτες - για το κόστος συγκέντρωσης ανδρών έτοιμων να πολεμήσουν. Ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος ήταν η συγκέντρωση χρημάτων μέσω δανείων, φορολογώντας τις περιουσίες των υπηκόων του. Ετσι όμως υπήρχε ο κίνδυνος οι λόρδοι να δημιουργήσουν μεγάλους στρατούς από ακολούθους τους.

Κάθε ευγενής όφειλε, αφού κάλυπτε τις ανάγκες του στρατού που συγκέντρωνε, να ακολουθήσει τον άρχοντά του σε κάθε εκστρατεία. Εκτός από τους αμειβόμενους στρατιώτες, που ήταν και ακόλουθοι ευγενών, υπήρχαν και οι κοινοί στρατιώτες οι οποίοι συγκεντρώνονταν με επιστράτευση μέσω απεσταλμένων του βασιλιά από ολόκληρη την επικράτεια και ο τελευταίος ανελάμβανε τον εξοπλισμό και την κάλυψη των αναγκών τους. Οι μεγάλες πόλεις είχαν την υποχρέωση να διατηρούν σε μόνιμη σχεδόν βάση μια φρουρά ικανή να αμυνθεί μέσα από τα τείχη έναντι κάθε εξωτερικής απειλής.

Η ποικιλομορφία αυτών των στρατών ήταν εμφανής. Οι πλούσιοι ευγενείς και οι ιππότες
θωρακίζονταν με πανοπλίες κατασκευασμένες στα μέτρα τους από τα καλύτερα εργαστήρια της Ευρώπης (Ιταλία, Γερμανία, Φλάνδρα). Κάθε εργαστήριο κατασκευής πανοπλιών χαρακτηριζόταν από διαφορετική τεχνοτροπία και σχεδιασμό, σύμφωνα με τις απόψεις του περί αποτελεσματικότητας και αισθητικής. Κάθε ευγενής ή ιππότης είχε την οικονομική δυνατότητα να αποκτήσει τη δική του πανοπλία και τα δικά του όπλα.


Η θωράκιση των πτωχότερων πεζών (men at arms) και των λογχοφόρων απαρτιζόταν από λιγότερα τμήματα τοποθετημένα στα πιο ζωτικά σημεία του σώματος, ανάλογα με τις δυνατότητές τους. Για όσους δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν σε αυτές τις αγορές υπήρχαν τα δερμάτινα γιλέκα με τις μεταλλικές πλάκες θωράκισης ραμμένες στο εσωτερικό τους, που παρείχαν κάποια προστασία.

Τα όπλα, που ήταν κυρίως ξίφη, λόγχες και τόξα, παρουσίαζαν μεγαλύτερη ποικιλία διότι
κατασκευάζονταν σε κάθε γωνιά της Ευρώπης και φυσικά στην Αγγλία. Ετσι υπήρχαν ξίφη με πιο αιχμηρή άκρη, ξίφη με πιο κοφτερή λεπίδα και άλλα που οι στρατιώτες τα χειρίζονταν και με τα δύο χέρια λόγω του μεγέθους και του βάρους τους. Οι λόγχες, με πιο συνηθισμένη μορφή αυτή του λογχοπέλεκυ, ήταν τοποθετημένες σε ένα ξύλινο κοντάρι και είχαν λεπίδες μακριές και στενές, προορισμένες για διάτρηση, ή γάντζους και πλατιές λεπίδες για την ανατροπή ιππέων και τον ακρωτηριασμό τους.

Οι τοξότες ήταν εξοπλισμένοι με το φημισμένο μακρύ τόξο (longbow) και συνήθως με μια μικρή ασπίδα και στιλέτα για τις μάχες σώμα με σώμα. Τα βέλη τους χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες: αυτά με την πλατιά λεπίδα προορίζονταν για τα άλογα (παρέμεναν στα σώματά τους μετά τη διάτρηση, λόγω του εύρους τους), τα μεσαίου εύρους λεπίδας και μήκους χρησιμοποιούντο κυρίως εναντίον πεζικού και εκείνα με τη στενόμακρη απόληξη προορίζονταν για τη διάτρηση των πανοπλιών των ιπποτών.

Στα τέλη του 15ου αιώνα χρησιμοποιούντο και πυροβόλα, που είχαν γνωρίσει μεγάλη ανάπτυξη κατά τα τελευταία στάδια του Εκατονταετούς Πολέμου, κατά τις συνεχείς και μακροχρόνιες πολιορκίες. Δεν ήταν πολύ αποτελεσματικά όπλα, όμως προκαλούσαν φόβο στον αντίπαλο.
 
Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΡΡΙΚΟΥ ΤΥΔΩΡ


Ο στρατός του Ερρίκου δεν ήταν δυνατό να δημιουργηθεί με τη φορολογία των υπηκόων, όπως αυτός του Ριχάρδου. Ο Ερρίκος και οι άνθρωποί του έπρεπε να βασιστούν στις δικές τους περιουσίες και στην οικονομική ενίσχυση από άλλους υποστηρικτές του. Παράλληλα 4.000 μισθοφόροι, πλήρως εξοπλισμένοι, είχαν τεθεί στη διάθεσή του από τον Γάλλο βασιλιά. Σκωτσέζοι, Ουαλοί εξόριστοι και Βρεττόνοι από τη Γαλλία συμπλήρωναν τον στρατό του. Οι Ουαλοί δημιουργούσαν τον πυρήνα των τοξοτών του.
 
Η ΕΙΣΒΟΛΗ

Μετά την επιτυχή αντιμετώπιση της εξέγερσης, τον Οκτώβριο του 1483, και τον θάνατο του γιου του, τον Απρίλιο του επόμενου έτους, ο Ριχάρδος άρχισε να προετοιμάζεται συστηματικά για την εισβολή του Ερρίκου Τυδώρ και των υποστηρικτών του που σκόπευαν να τον εκθρονίσουν. Ηταν γνώστης των προθέσεων του αντιπάλου του ήδη από τα Χριστούγεννα του 1483, όταν ο τελευταίος στον καθεδρικό ναό της Ρεν στη Γαλλία εξέφρασε δημόσια την επιθυμία ανάληψης της βασιλείας και ορκίστηκε να νυμφευθεί την κόρη του Εδουάρδου Δ', Ελισάβετ της Υόρκης.

Ο επόμενος χρόνος ήταν περίοδος προετοιμασίας και για τον Ερρίκο, που συγκέντρωνε χρήματα και στρατιώτες για να εισβάλει στην Αγγλία και να διεκδικήσει τον θρόνο. Η προετοιμασία καθυστερούσε λόγω αδυναμίας εύρεσης χρημάτων για τη συγκρότηση στρατού. Ο Γάλλος βασιλιάς, Κάρολος Η', φοβούμενος ενδεχόμενη εισβολή από τον Ριχάρδο στη χώρα του, αποφάσισε να χρηματοδοτήσει κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τον Ερρίκο και να του παράσχει και 4.000 Γάλλους μισθοφόρους. Ετσι στα μέσα του 1485 και με τις τελευταίες προετοιμασίες να εξελίσσονται στη Γαλλία, ο Ερρίκος ήταν έτοιμος να κινηθεί.

Την 1η Αυγούστου τελικά απέπλευσε από την πόλη Αρφλέρ στις όχθες του ποταμού Σηκουάνα. Επειτα από έξι ημέρες αποβιβάστηκε στην ακτή του Πέμπροκσάιρ στη νοτιοδυτική Ουαλία. Στις 7 Αυγούστου άρχισε να κινείται βορειοανατολικά προς αναζήτηση συμμάχων και στρατιωτών. Επιστολές για συνδρομή στον αγώνα του εναντίον του Ριχάρδου εστάλησαν προς κάθε δυνατή κατεύθυνση σε όλο το βασίλειο.


Μικρά σώματα Ουαλών υποστηρικτών ενώθηκαν με τον στρατό του Ερρίκου καθώς εκείνος διέσχιζε την ουαλική ενδοχώρα. Ο Ερρίκος δεν μπορούσε να γνωρίζει μέχρι τότε πόσοι άνθρωποι θα τον ακολουθούσαν, έστω κι αν ήταν γνωστός ευγενής με αξιώματα ο οποίος διεκδικούσε τον θρόνο της Αγγλίας.
 
Οι δύο ισχυρότεροι ευγενείς της περιοχής, Ράις απ Τόμας και Γουώλτερ Χέρμπερτ, τηρούσαν στάση αναμονής και δεν συνέδραμαν τον αγώνα του Ερρίκου, ούτε έσπευσαν να τον αντιμετωπίσουν σε μάχη, καθιστώντας τον έτσι πολύ προσεκτικό στις κινήσεις του. Ο Ράις απ Τόμας ήταν ηττημένος υποστηρικτής του οίκου των Λάνκαστερ αλλά ο βασιλιάς Ριχάρδος, φοβούμενος τη δύναμη που είχε στην Ουαλία, είχε απαιτήσει να κρατήσει ως όμηρο τον γιο του με αντάλλαγμα την υποταγή του. 

Εκείνος είχε αρνηθεί να του τον παραδώσει, κλονίζοντας περαιτέρω τη σχέση του με τον Ριχάρδο. Με την ελπίδα να αποκαταστήσει την τιμή του ονόματός του και του οίκου τον οποίο υποστήριζε, αποφάσισε μετά από λίγες ημέρες παραμονής του Ερρίκου στην Ουαλία να τον υποστηρίξει στον σκοπό του.

Ενας άλλος ευγενής και πατριός του Ερρίκου, ο λόρδος Στάνλεϋ Τάλμποτ, δεν είχε δώσει σημεία προσέγγισης και ήταν εξαιρετικά αμφίβολο αν θα το έκανε όταν ο Ριχάρδος πληροφορείτο την εισβολή του Ερρίκου. Στις 11 Αυγούστου ο Ριχάρδος ενημερώθηκε αλλά δεν ανησύχησε διότι πίστευε πως θα ήταν μια εισβολή μικρή σε έκταση, λόγω της περιορισμένης κινητικότητας των αντιπάλων του στην Αγγλία.

 
Αφού παρακολούθησε την τέλεση του μυστηρίου της Κοίμησης της Θεοτόκου στις 15 Αυγούστου, έδωσε εντολές σε ευγενείς, αξιωματικούς και υπεύθυνους επιστράτευσης να κινητοποιηθούν και να συγκεντρώσουν στρατό. Παράλληλα πληροφορήθηκε την αυτομόληση του Ουαλού Ράις απ Τόμας και την αύξηση της δύναμης του στρατού του Ερρίκου, που απαρτιζόταν (μεταξύ των άλλων) και από ευγενείς οι οποίοι έδειχναν την προτίμησή τους στον τελευταίο.

Ο Ερρίκος κατά το διάστημα αυτό αποφάσισε να κινηθεί προς τα ανατολικά ώστε να προσεγγίσει το Λονδίνο με απώτερο σκοπό να αποσπάσει τη βοήθεια του πατριού του, λόρδου Στάνλεϋ Τάλμποτ και του αδελφού του τελευταίου Γουλιέλμου. Χωρίς τη συνδρομή τους, που περιελάμβανε μεγάλο αριθμό στρατιωτών, οι πιθανότητες να αντιμετωπίσει με επιτυχία τον βασιλικό στρατό ήταν πολύ λίγες. Η στάση τους θα έκρινε κατά ένα μεγάλο ποσοστό την έκβαση της επερχόμενης μάχης.

Στις 20 Αυγούστου, έπειτα από μια μακρά πορεία στην αγγλική ενδοχώρα και ενίσχυση των στρατευμάτων του από πιστούς στον οίκο των Λάνκαστερ, ο Ερρίκος στρατοπέδευσε στην πόλη Λέστερ. Εκεί ήλθε σε επαφή με τους αδελφούς Τάλμποτ για να εξακριβώσει τις προθέσεις τους. Την ίδια ημέρα ο Ριχάρδος ξεκίνησε από το κάστρο του Νότιγχαμ σε σχηματισμό μάχης. Εφθασε κοντά στο Λέστερ στις 21 Αυγούστου και στρατοπέδευσε στον λόφο Αλμπιον, τρία χιλιόμετρα περίπου νότια του χωριού Μπόσγουορθ, αναμένοντας τον αντίπαλό του.

Η ΜΑΧΗ

Ο Ριχάρδος τα ξημερώματα της 22ας Αυγούστου κάλπασε με το άλογό του μαζί με τους ακολούθους του ως την άκρη του λόφου για να παρατηρήσει τη διάταξη του αντίπαλου στρατού που ξεδιπλωνόταν στο βάθος του ορίζοντα.


Ο Ερρίκος και ο στρατός του, δύναμης 5.000 ανδρών, άρχισε την ανάπτυξή του για να αντιμετωπίσει τον πολυάριθμο βασιλικό στρατό. Λόγω του μικρού αριθμού των στρατιωτών του συγκρότησε ένα συμπαγές σώμα, ικανό να αμυνθεί αλλά και να επιτεθεί αποτελεσματικά αν η τροπή της μάχης του επέτρεπε κάτι τέτοιο. Επικεφαλής τέθηκε ο πιστός του ακόλουθος από την εξορία στη Γαλλία Ιωάννης, κόμης της Οξφόρδης. Ο Ερρίκος παρέμεινε πίσω από το στράτευμα με μια μικρή σωματοφυλακή από τους ικανότερους ιππότες και το λάβαρό του.

Ο στρατός του Ριχάρδου (10.000 άνδρες) χωρίστηκε σε τρία τμήματα λόγω του μεγέθους του και σύμφωνα με την τακτική της εποχής. Την εμπροσθοφυλακή οδηγούσε ο Ιωάννης, δούκας του Νόρφολκ, ικανός στρατιώτης και σύμμαχος του Ριχάρδου. Ο Ριχάρδος τέθηκε επικεφαλής του κυρίου σώματος μαζί με τη βασιλική φρουρά. Στην οπισθοφυλακή ορίστηκε επικεφαλής ο Ερρίκος Πέρσυ, κόμης του Νορθάμπερλαντ, ένας ισχυρός αριστοκράτης του βορρά της Αγγλίας.

Οι αδελφοί Τάλμποτ έφθασαν στο πεδίο της επερχόμενης μάχης μετά την τοποθέτηση των δύο αντιπάλων, έχοντας υπό τις διαταγές τους ένα σώμα 6.000 ανδρών περίπου. Επέλεξαν μια θέση ανάμεσα στους δύο στρατούς στα δυτικά, σαν να ήταν επόπτες της μάχης. Σύντομα θα αποδεικνυόταν η καταλυτική επίδρασή τους στην έκβασή της.

Ο Ερρίκος Τυδώρ βλέποντας αυτή την εξέλιξη έστειλε έναν απεσταλμένο στον πατριό του, λόρδο Στάνλεϋ, ζητώντας του να τον ενισχύσει την ύστατη εκείνη στιγμή πριν από τη σύγκρουση. Ο λόρδος του απάντησε λέγοντάς του να είναι προσεκτικός με τη διάταξη του στρατού του αντί να ζητά τη βοήθεια των δικών του ανδρών.


Ο Ερρίκος μη έχοντας άλλη επιλογή από το να πολεμήσει μόνος του άρχισε να κινείται εναντίον του Ριχάρδου. Ο λόρδος Στάνλεϋ με 3.000 άνδρες αποσύρθηκε στους πρόποδες ενός λόφου κοντά στην πόλη Ντάρλιγκτον, διατηρώντας την εντύπωση πως αποτελούσε την οπισθοφυλακή του Ριχάρδου.

Εστειλε όμως και μια μικρή δύναμη από επίλεκτους άνδρες στον στρατό του Ερρίκου για βοήθεια. Συγχρόνως ο αδελφός του Γουλιέλμος, επικεφαλής των υπόλοιπων 3.000 ανδρών, πλησίασε αρκετά τους εισβολείς. Αυτή η εξέλιξη εξόργισε τον Ριχάρδο, που παρακολουθούσε από τον λόφο Αλμπιον. Οι φόβοι του για την πίστη των αδελφών Στάνλεϋ προς το πρόσωπό του επιβεβαιώθηκαν με τον πλέον επώδυνο τρόπο. Οργισμένος καθώς ήταν, διέταξε την εκτέλεση του γιου του λόρδου Στάνλεϋ, Τζώρτζ.

Ο στρατός του Ερρίκου άρχισε τότε να προχωρεί με συνοχή και αποφασιστικότητα υπό την ηγεσία του κόμη της Οξφόρδης. Οταν πλησίαζε τις δυνάμεις του Ριχάρδου εκείνος διέταξε τους χειριστές των πυροβόλων να ανοίξουν πυρ. Οι οβίδες άρχισαν να δημιουργούν κενά στην παράταξη του Ερρίκου, αναγκάζοντας τον κόμη της Οξφόρδης να αλλάξει την πορεία του. Από την κατά μέτωπο προσβολή του εχθρού, η οποία θα προκαλούσε πολλές απώλειες στον ήδη σκληρά δοκιμαζόμενο στρατό του, ο κόμης αποφάσισε να πλευροκοπήσει την αντίπαλη παράταξη.

Κινήθηκε παράλληλα με τον στρατό του Ριχάρδου και όταν έφθασε σε απόσταση βολής για τους Ουαλούς τοξότες του επιτέθηκε εναντίον του Ιωάννη, δούκα του Νόρφολκ, που ήταν επικεφαλής του τρίτου σώματος του βασιλικού στρατού. Μετά από εκτοξεύσεις βελών και από τις δύο πλευρές και μερικά πυρά από φορητά πυροβόλα όπλα ο δούκας του Νόρφολκ αποφάσισε να λάβει την πρωτοβουλία και επιτέθηκε εναντίον του στρατού των επαναστατών κατεβαίνοντας γρήγορα τον λόφο.

 
Προσπάθησε να εκμεταλλευθεί στο έπακρο το τακτικό πλεονέκτημα που του έδινε η θέση του από την κορυφή του λόφου. Η πρώτη σύγκρουση ήταν σφοδρή, με έναν κρότο που θύμιζε βροντή κεραυνού, καθώς το μέταλλο κτυπούσε πάνω σε μέταλλο. Θωρακισμένοι ιππότες, βαρύ πεζικό, λογχοφόροι και τοξότες ενεπλάκησαν στη σφαγή. Σπαθιά, δόρατα και λογχοπελέκεις είχαν αναλάβει τον ρόλο τον οποίο πριν από λίγο είχαν τα τόξα και τα πυροβόλα όπλα.

Η παράταξη του κόμη της Οξφόρδης κλονίστηκε από την ορμή της επίθεσης. Ομως οι άνδρες του δεν υποχώρησαν. Αντιστάθηκαν λυσσαλέα και προκάλεσαν πολλές απώλειες στους αντιπάλους τους. Μετά από μια αμφίρροπη σύγκρουση οι άνδρες του Ερρίκου πέρασαν στην αντεπίθεση, απώθησαν κι άλλο τους αντιπάλους τους και σχημάτισαν ένα νέο μέτωπο, στενόμακρο αυτή τη φορά, προκειμένου να διασπάσουν την εχθρική παράταξη. Οι άνδρες του Νόρφολκ, μη μπορώντας να περικυκλώσουν τους αντιπάλους τους εξαιτίας αυτού του ελιγμού αλλά και της παρενόχλησης από τους έφιππους ιππότες του Γουλιέλμου Τάλμποτ, μάχονταν τοπικά και έτσι γίνονταν πολύ ευάλωτοι.

Ο Ριχάρδος άρχισε να χάνει την ψυχραιμία του λόγω αυτής της εξέλιξης και της προκλητικής απραξίας στην οποία είχε υποχρεώσει ο λόρδος Στάνλεϋ Τάλμποτ τους στρατιώτες του
παρακολουθώντας από μακριά τη μάχη. Ο Ερρίκος με τη σειρά του άρχισε να προωθείται με τους εναπομείναντες επίλεκτους στρατιώτες του που δεν είχαν εμπλακεί ακόμη στη μάχη, αναγκάζοντας τον Ριχάρδο να αποφασίσει να επέμβει προσωπικά επιτιθέμενος κατά μέτωπο εναντίον του. 

Εκείνος, αφού φόρεσε την περικεφαλαία με το βασιλικό στέμμα, συγκέντρωσε τους πιστούς στρατιώτες και την ακολουθία του και μαζί τον σημαιοφόρο του Πέρσιβαλ Θίργουολ και κάλπασε προς τον Ερρίκο. Ο Ριχάρδος απογοητευμένος είδε και το δεύτερο σώμα του στρατού του με επικεφαλής τον Ερρίκο Πέρσυ να μη σπεύδει προς βοήθεια του κλονιζόμενου κόμη του Νόρφολκ και των ανδρών του. Επρεπε να κερδίσει τη μάχη εκείνη την ημέρα, αλλιώς θα πέθαινε. Δεν θα είχε άλλη μέρα για να πολεμήσει.

 
Ηδη η εμπιστοσύνη των ευγενών ακολούθων του είχε κλονιστεί και αυτό φαινόταν στην αρνητική εξέλιξη της μάχης. Επρεπε να αντιμετωπίσει ο ίδιος τον Ερρίκο και να τον σκοτώσει. Πιστοί στον Ερρίκο ιππότες έσπευσαν να του κλείσουν τον δρόμο. Ομως ήταν τέτοια η μανία του ώστε σκότωσε πολλούς από αυτούς, ανάμεσά τους και τον σημαιοφόρο του Ερρίκου. Ο τελευταίος προς ανακούφιση των στρατιωτών του δεν υποχώρησε, αλλά περίμενε να αντιμετωπίσει τον Ριχάρδο. Τότε η σωματοφυλακή του τοποθετήθηκε ανάμεσα σε εκείνον και στον Ριχάρδο και τον συγκράτησε.

Μέσα στον ορυμαγδό της αμφίρροπης μάχης ο Γουλιέλμος Τάλμποτ έδειξε έμπρακτα τις προθέσεις του. Εσπευσε να ενισχύσει το δοκιμαζόμενο σώμα του Ερρίκου με τους στρατιώτες του προκειμένου να σκοτώσει τον Ριχάρδο. Ο τελευταίος ήξερε ότι είχε φθάσει το τέλος. Δεχόταν τη μοίρα άφοβος, χωρίς να χαμηλώσει το κεφάλι και τα όπλα του.

Φωνάζοντας "Προδοσία, Προδοσία, Προδοσία!" εξόντωσε μερικούς ακόμη αντιπάλους του. Ομως ήταν απελπιστικά μόνος και περικυκλωμένος. Τελικά έπεσε πληγωμένος θανάσιμα από έναν απλό πεζό που τον κτύπησε με τη λόγχη του. Ο Ριχάρδος ήταν νεκρός. Ο δούκας του Νόρφολκ το ίδιο. Η μάχη είχε τελειώσει. Ο Ερρίκος ήταν νικητής και βασιλιάς.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Μετά τον θάνατο του Ριχάρδου ο Ερρίκος αποσύρθηκε σε παρακείμενο λόφο. Εκεί έλαβε και το βασιλικό στέμμα που είχε βρεθεί κοντά στη σορό του Ριχάρδου. Ο χώρος αυτός ονομάστηκε αργότερα «Λόφος του στέμματος».


Το σώμα του Ριχάρδου υπέστη κακομεταχείριση. Οι στρατιώτες του Ερρίκου αφαίρεσαν όλα σχεδόν τα ενδύματα. Αργότερα η σορός μεταφέρθηκε στο Λέστερ και εκτέθηκε στον ναό της Παρθένου Μαρίας επί δύο ημέρες, ώστε οι υπήκοοι να πιστέψουν πως ο βασιλιάς ήταν νεκρός. Κατόπιν ετάφη βιαστικά χωρίς καμιά επιτύμβια στήλη και μετά από λίγα χρόνια τα οστά ρίφθηκαν στον ποταμό Σόαρ.

Η νέα τάξη πραγμάτων άρχισε να υλοποιείται στην Αγγλία μέσω των πράξεων του Ερρίκου μετά τη νίκη του κατά τη μάχη του Μπόσγουορθ.

Πιθανοί αντίπαλοι και αντίζηλοι φυλακίζονταν και κρατούντο όμηροι σε διάφορα κάστρα ανά την επικράτεια. Οσοι είχαν υποστηρίξει τον Ερρίκο κατά την παραμονή του στη Γαλλία και μετέπειτα στην Αγγλία ανταμείβονταν από τον ίδιο με χρήματα, κτήματα και αξιώματα. Στις 30 Οκτωβρίου 1485 ο Ερρίκος Τυδώρ στέφθηκε βασιλιάς ως Ερρίκος Ζ'. Στις 18 Ιανουαρίου του επόμενου έτους νυμφεύθηκε την Ελισάβετ της Υόρκης, ώστε με αυτό τον τρόπο να ενώσει τους δύο μέχρι τότε αντιμαχόμενους οίκους των Λάνκαστερ και της Υόρκης.

Τριάντα χρόνια έντονων συγκρούσεων δεν τερματίστηκαν με αυτό τον γάμο, όμως τυπικά τα πράγματα είχαν αλλάξει προς το καλύτερο. Κατά τη βασιλεία του Ερρίκου η Αγγλία γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη και πλούτο, σε αντίθεση με την περίοδο μετά το τέλος του Εκατονταετούς Πολέμου.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΩΝ ΡΟΔΩΝ
 
  • 1455 - Ξεκινά ο Πόλεμος των Ρόδων, με τους υποστηρικτές του Οίκου της Υόρκης να νικούν στην πρώτη μάχη του Αγίου Αλβανού και να αιχμαλωτίζεται ο βασιλιάς Ερρίκο ΣΤ΄ της Αγγλίας. Εγκαθιδρύεται το κρατίδιο της Υόρκης και ο Ριχάρδος της Υόρκης γίνεται λόρδος προστάτης του βασιλείου.
  • 1456 - Ο Ερρίκος ΣΤ΄ αναλαμβάνει την εξουσία, αλλά το 1459 καταρρέει. Υποστηρικτές της Υόρκης ωθήθηκαν σε εξορία και οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν.
  • 1460 - Ο Εδουάρδος του Νόργουιτς, γιος του Ριχάρδου της Υόρκης, νικά στη μάχη του Νορθάμπτον και ο Ερρίκος ΣΤ΄ αιχμαλωτίζεται εκ νέου. Εκτελούνται οι ηγέτες του οίκου του Λάνκαστερ. O Ερρίκος συνεχίζει να ασκεί εξουσία, αλλά με την προϋπόθεση ότι με το θάνατό του ο θρόνος θα περνούσε στον Εδουάρδο. Η βασίλισσα Μαργαρίτα του Ανζού δε δέχτηκε τους όρους και καταφεύγει στη Σκωτία. Ο στρατός των Λάνκαστερ, πιστός στον Ερρίκο ΣΤ΄, νικά στη μάχη του Γουέικφιλντ και σκοτώνεται ο Ριχάρδος της Υόρκης.
  • 1461 - Στη δεύτερη μάχη του Αγίου Αλβανού, η Μαργαρίτα του Ανζού νικά τους Υορκιστές κι απελευθερώνει το σύζυγό της, Ερρίκο ΣΤ΄. Ωστόσο, ο Εδουάρδος της Υόρκης, που έχει νικήσει στη μάχη του Μόρτιμερ Κρος, καταλαμβάνει το Λονδίνο και ανακηρύσσεται βασιλιάς ως Εδουάρδος Δ΄ της Αγγλίας. Στη Μάχη του Τάουτον, ο Εδουάρδος νικά τη βασίλισσα Μαργαρίτα του Ανζού κι οι Λάνκαστερ δολοφονούνται, εξορίζονται ή εκτελούνται.
  • 1464 - Οι Λάνκαστερ ηττούνται στη Μάχη του Χέξαμ και την επόμενη χρονιά αιχμαλωτίζεται ο Ερρίκος ΣΤ΄.
  • 1471 - Ο Εδουάρδος Δ΄ της Αγγλίας συμμαχεί με τη Βουργουνδία, επιστρέφει στην Αγγλία και κερδίζει στη μάχη του Μπάρνετ τους Λάνκαστερ. Στη μάχη σκοτώνεται ο Ρίτσαρντ Νέβιλ, 16ος κόμης του Γουόρικ. Με τη μάχη του Τιούκσμπερι, τίθεται προσωρινό τέλος στις διεκδικήσεις των Λάνκαστερ στον αγγλικό θρόνο και μεσολαβούν 14 χρόνια ειρήνης μέχρι το επόμενο πραξικόπημα.
  • 1483 - Ο Εδουάρδος Δ΄ της Αγγλίας πεθαίνει και ο Ριχάρδος Γ΄ της Αγγλίας σφετερίζεται το θρόνο από τα αδέρφια Εδουάρδο Ε΄ και Ριχάρδο, τους Πρίγκιπες του Πύργου, οι οποίοι αιχμαλωτίζονται και πεθαίνουν. Ανέρχεται ο Ερρίκος Τυδώρ, κόμης του Ρίτσμοντ, απόγονος του Εδουάρδου Γ΄.
  • 1485 - Με τη μάχη του Μπόσγουορθ, νικούν οι Λάνκαστερ και πεθαίνει ο Ριχάρδος Γ΄ της Αγγλίας. Στο θρόνο ανεβαίνει ο Ερρίκος Τυδώρ ως Ερρίκος Ζ΄ της Αγγλίας.
ΚΥΡΙΑΡΧΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ

Άγγλοι Βασιλείς
  • Ερρίκος ΣΤ΄ της Αγγλίας 
  • Εδουάρδος Δ΄ της Αγγλίας 
  • Εδουάρδος Ε΄ της Αγγλίας 
  • Ριχάρδος Γ΄ της Αγγλίας 
  • Ερρίκος Ζ΄ της Αγγλίας (Ιδρυτής των Τυδώρ, παντρεύτηκε κληρονόμο της Υόρκης)
Ανταγωνιστές

Οίκος της Υόρκης
  • Ελισάβετ Γούντβιλ, σύζυγος του Εδουάρδου Δ΄
  • Γεώργιος του Κλάρενς
  • Ριχάρδος της Υόρκης
  • Ρίτσαρντ Νέβιλ, 16ος κόμης του Γουόρικ (Kingmaker)
  • Ρίτσαρντ Νέβιλ, 5ος κόμης του Σάλσμπουρι
  • Τζον Νέβιλ, μαρκήσιος του Μονταγκού
  • Γουίλιαμ Νέβιλ, κόμης του Κεντ
  • Τόμας Νέβιλ

Οίκος του Λάνκαστερ
  • Μαργαρίτα του Ανζού, σύζυγος του Ερρίκου ΣΤ΄
  • Ερρίκος Πέρσυ, 2ος κόμης του Νορθάμπερλαντ
  • Ερρίκος Πέρσυ, 3ος κόμης του Νορθάμπερλαντ
  • Ρίτσαρντ Νέβιλ, 16ος κόμης του Γουόρικ (Kingmaker)
  • Εδμόνδος Μπωφόρ, 2ος δούκας του Σόμερσετ
  • Ερρίκος Μπωφόρ, 3ος δούκας του Σόμερσετ
  • Εδμόνδος Μπωφόρ, 4ος δούκας του Σόμερσετ
ΕΡΡΙΚΟΣ ΣΤ΄

Ανέβηκε στο θρόνο μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του το 1422, ενώ ήταν μόλις εννέα μηνών. Μετά το θάνατο του θείου του, Ιωάννη του Λάνκαστερ, δούκα του Μπέντφορντ, το 1435, περικυκλώθηκε από αντιδημοτικούς συμβούλους και αντιβασιλείς, οι πιο εξέχοντες εκ των οποίων ήταν ο θείος του Ερρίκου, Χάμφρεϊ Δούκας του Γκλόστερ, ο καρδινάλιος Ερρίκος Μπωφόρ και ο Γουλιέλμος του Σάφοκ. Οι δυο τελευταίοι κατηγορήθηκαν για κυβερνητική κακοδιαχείριση και κακό χειρισμό του συνεχιζόμενου Εκατονταετούς Πολέμου με τη Γαλλία. Επί Ερρίκου ΣΤ΄, χάθηκαν όλες οι αγγλικές κτήσεις στη Γαλλία, ακόμα και αυτές που είχαν κερδηθεί από τον πατέρα του.

Ο δούκας του Σάφοκ πέτυχε τη σύλληψη του Χάμφρεϊ του Γκλόστερ για προδοσία, ο οποίος πέθανε πριν γίνει η δίκη του, το 1447. Ο ίδιος ο Σάφοκ αργότερα στερήθηκε του αξιώματός του και δολοφονήθηκε κατά την εξόρισή του. Τον διαδέχτηκε ο Εδμόνδος Μπωφόρ, 2ος δούκας του Σόμερσετ, ο οποίος επιθυμούσε να συνάψει ειρήνη με τη Γαλλία. Ο δούκας της Υόρκης, που είχε διαδεχτεί τον δούκα του Μπέντφορντ ως Υποδιοικητής στη Γαλλία, αντιπροσώπευε εκείνους που επιθυμούσαν να συνεχίσουν ακόμα πιο δραστήρια τον πόλεμο και κατηγόρησε την αυλή, και ιδιαίτερα τον δούκα του Σόμερσετ, ότι του στερούσαν χρηματικούς πόρους και στρατιώτες κατά την εκστρατεία στη Γαλλία.

Σε όλες αυτές τις διαμάχες, ο Ερρίκος ΣΤ' δε συμμετείχε σχεδόν καθόλου, γι' αυτό και θεωρήθηκε αδύναμος και ανεπαρκής βασιλιάς. Επιπροσθέτως, ήταν διανοητικά ασταθής, που ίσως κληρονόμησε από τον παππού του, Κάρολο ΣΤ΄ της Γαλλίας. Ως το 1450, πολλοί θεωρούσαν ήδη τον Ερρίκο ανίκανο να ανταποκριθεί στα καθήκοντα και στις υποχρεώσεις του ως βασιλιά.


Το 1450, πραγματοποιήθηκε στο Κεντ μια βίαιη λαϊκή εξέγερση, με αρχηγό τον Τζακ Κέιντ, με αίτια εκβιασμούς από βασιλικούς αξιωματούχους και την αποτυχία του δικαστικού συστήματος να προστατέψει τους γηγενείς ιδιοκτήτες γης όλων των τάξεων. Οι επαναστάτες κατέλαβαν τμήματα του Λονδίνου, αλλά εκδιώχθηκαν από τους ίδιους πολίτες σε κάποια στιγμή, καθώς επιδόθηκαν σε πλιάτσικο. Οι επαναστάτες διαλύθηκαν μετά από υποτιθέμενη αμνηστία, αλλά ορισμένοι εκτελέστηκαν αργότερα, ανάμεσα στους οποίους και ο ίδιος ο Τζακ Κέιντ.

Δυο χρόνια αργότερα, ο Ριχάρδος της Υόρκης επέστρεψε στην Αγγλία ως Υποδιοικητής της Ιρλανδίας και βάδισε προς το Λονδίνο, ζητώντας την απομάκρυνση του δούκα του Σόμερσετ και ανασχηματισμό της κυβέρνησης. Σε αυτό το στάδιο, πολύ λίγοι ευγενείς δέχονταν μια τόσο δραστική λύση, με αποτέλεσμα ο Ριχάρδος να συλληφθεί στο Μπλάκχιθ του Λονδίνου. Φυλακίστηκε κατά τα έτη 1452-1453, αλλά ελευθερώθηκε με τον όρο ότι δε θα στασίαζε εναντίον της αυλής.

Η αυξανόμενη διχόνοια στην αυλή αντικατοπτριζόταν και σε ολόκληρη τη χώρα, όπου οικογένειες ευγενών έμπαιναν σε βεντέτα μεταξύ τους και δεν έδειχναν καθόλου σεβασμό στη βασιλική εξουσία και στη δικαιοσύνη, συνήθως οικογένειες παλαιών αριστοκρατών εναντίον μικρότερων ευγενών, οι οποίοι είχαν αυξήσει τη δύναμη και την επιρροή τους λόγω των διαφόρων εξεγέρσεων εναντίον του Ερρίκου. Η αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια, η πληθώρα ευγενών με ιδιωτικούς στρατούς και φέουδα και η διαφθορά της αυλής του Ερρίκου δημιούργησαν ένα πολιτικό κλίμα ώριμο για έναν εμφύλιο πόλεμο. 

Μιας και ο βασιλιάς επηρεαζόταν τόσο εύκολα, η εξουσία βρισκόταν στα χέρια των αυλικών που βρίσκονταν κοντύτερα στον ίδιο, με άλλα λόγια τον δούκα του Σόμερσετ και τους Λάνκαστερ. Ο Ριχάρδος της Υόρκης και οι υπόλοιποι υποστηρικτές του οίκου, που δε βρίσκονταν τόσο κοντά στη θέση εξουσίας, βρέθηκαν να χάνουν σταδιακά τη δύναμή τους, ενώ παράλληλα ο Ερρίκος Δ' πειθόταν να προσφέρει όλο και περισσότερη γη στους Λάνκαστερ.


Το 1453, ο Ερρίκος Δ΄ υπέφερε από την πρώτη διανοητική κατάρρευση, σε σειρά πολλών υπολοίπων τα επόμενα χρόνια, κατά την οποία δεν αναγνώριζε ούτε τον ίδιο το νεογέννητο γιο του, Εδουάρδο του Γουέστμινστερ. Οργανώθηκε συμβούλιο Αντιβασιλείας, με ηγέτη τον Ριχάρδο της Υόρκης ως Λόρδο προστάτη του βασιλείου. Ο Ριχάρδος φυλάκισε το δούκα του Σόμερσετ και υποστήριξε τους συμμάχους του, την οικογένεια των Νέβιλ, στη συνεχιζόμενη βεντέτα τους με τους Πέρσυ.

Ο Ερρίκος ανένηψε το 1455 και για άλλη μια φορά βρέθηκε υπό την επιρροή των κοντινότερων αυλικών του. Ο Ριχάρδος της Υόρκης εκδιώχθηκε από την αυλή από την ισχυρή και επιθετική σύζυγο του Ερρίκου, Μαργαρίτα του Ανζού, η οποία δρούσε ως ντε φάκτο ηγέτης των Λάνκαστερ και είχε φτιάξει μια συμμαχία ευγενών εναντίον του Ριχάρδου και της επιρροής του. O ανατραπείς Ριχάρδος, ο οποίος φοβόταν πιθανή σύλληψη για προδοσία, αναγκάστηκε να καταφύγει σε ένοπλη αντίδραση το 1455.

ΕΔΟΥΑΡΔΟΣ Δ'

Ο Εδουάρδος στέφθηκε ως Εδουάρδος Δ΄ της Αγγλίας το 1461 στο Λονδίνο. Κατάφερε να βασιλέψει ειρηνικά για δέκα χρόνια.

Στο βορρά, απέκτησε πλήρη έλεγχο μέχρι το 1465. Ο Ερρίκος και η Μαργαρίτα είχαν καταφύγει στην αυλή του Ιακώβου Γ΄. Προσπάθησαν να επιτεθούν στην πόλη του Καρλάιλ, αλλά, ελλείψει χρηματικών πόρων, εύκολα απωθήθηκαν από τους άνδρες του Εδουάρδου.


To 1464, υπήρξαν εξεγέρσεις των Λάνκαστερ στη βόρεια Αγγλία, αλλά αντιμετωπίστηκαν από τον Τζον Νέβιλ, μαρκήσιο του Μονταγκού. Στις 25 Απριλίου, ένας μικρός στρατός των Λάνκαστερ καταστράφηκε στη μάχη του Χέτζλεϊ Μουρ και στις 15 Μαΐου στη μάχη του Χέξαμ, ο Σόμερσετ αιχμαλωτίστηκε και εκτελέστηκε.

Ο βασιλιάς Ερρίκος αργότερα αιχμαλωτίστηκε για τρίτη φορά στο Κλίθερο του Λάνκασαϊρ το 1465. Μεταφέρθηκε στον Πύργο του Λονδίνου, όπου αντιμετωπίστηκε αξιοπρεπώς, ενώ η Μαργαρίτα του Ανζού κι ο γιος της αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Σκωτία και να μεταβούν στη Γαλλία, όπου παρέμειναν για κάποια χρόνια σε εξορία.

ΡΙΧΑΡΔΟΣ Γ'

Με την επιστροφή στο θρόνο του Εδουάρδου Δ΄ το 1471, αποκαταστάθηκε η ειρήνη μέχρι το τέλος της βασιλείας του. Όταν πέθανε ξαφνικά το 1483, άρχισε και πάλι ο πολιτικός και δυναστικός αναβρασμός στη χώρα. Πολλοί ευγενείς ακόμη αποδοκίμαζαν την επιρροή των συγγενών της βασίλισσας Ελισάβετ Γούντβιλ και τους θεωρούσαν ως τυχάρπαστους και νεόπλουτους, διψασμένους για εξουσία.

Ο αποθανών Εδουάρδος, λοιπόν, άφηνε πίσω το διάδοχό του, Εδουάρδο Ε΄, ο οποίος ήταν μονάχα 12 ετών, ενώ είχε ορίσει τον αδερφό, του Ριχάρδο του Γκλόστερ, ως Λόρδο προστάτη της Αγγλίας. Ο Ερρίκος του Στάφορντ, 2ος δούκας του Μπάκιγχαμ, είχε δηλώσει την υποστήριξή του στο Ριχάρδο. Μαζί έστησαν παγίδα στον συνοδό του μικρού Εδουάρδου Ε΄, τον αιχμαλώτισαν και μαζί με τον ανιψιό του τον εκτέλεσαν στο Κάστρο του Πόντεφρακτ.


Ο Εδουάρδος Ε΄ εισήλθε στο Λονδίνο υπό τη συνοδεία του Ριχάρδου στις 4 Μαΐου και μεταφέρθηκε στον Πύργο του Λονδίνου. Η Ελισάβετ Γούντβιλ είχε ήδη βρει καταφύγιο στο Γουέστμινστερ με τα υπόλοιπα παιδιά της, ωστόσο γίνονταν προετοιμασίες για τη στέψη του Εδουάρδου Ε΄ στις 22 Ιουνίου. 

Ο Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι έπεισε την Ελισάβετ να αφήσει τον εννιάχρονο γιο της, Ριχάρδο, μαζί με τον Εδουάρδο στον Πύργο του Λονδίνου. Τότε, ο Ριχάρδος Γ΄ υποστήριξε ότι ο γάμος του Εδουάρδου Δ΄ με την Γούντβιλ δεν ήταν νόμιμος, καθώς ένας επίσκοπος υποστήριξε ότι ο Εδουάρδος είχε ήδη παντρευτεί την Ελεονώρα Μπάτλερ, κι έτσι τα δυο αγόρια δεν αναγνωρίζονταν από το νόμο.

To Κοινοβούλιο συμφώνησε και θέσπισε τον Βασιλικό Τίτλο (λατ. Titulus Regius), με τον οποίο αναγνωριζόταν ο Ριχάρδος του Γκλόστερ ως βασιλιάς Ριχάρδος Γ΄ της Αγγλίας. Τα δυο φυλακισμένα παιδιά, γνωστά ως Πρίγκιπες του Πύργου, εξαφανίστηκαν και πιθανότατα δολοφονήθηκαν.

 
ΕΡΡΙΚΟΣ ΤΥΔΟΡ

Πολλοί υποστηρικτές του δούκα του Μπάκιγχαμ ενώθηκαν στην εξορία με τον Ερρίκο Τυδόρ. Ο Ριχάρδος Γ΄ προσπάθησε να χρηματίσει τον υπουργό του δούκα της Βρεττάνης για να προδώσει τον Ερρίκο, αλλά ο τελευταίος ενημερώθηκε και απέδρασε στη Γαλλία, όπου του δόθηκε άσυλο και βοήθεια.

Στις 7 Αυγούστου 1485, κατέφτασε με άλλους εξόριστους και Γάλλους μισθοφόρους στο Πέμπροουκσαϊρ. Οι αξιωματούχοι του Ριχάρδου στην Ουαλία είτε ενώθηκαν με τον Ερρίκο είτε έμειναν στην άκρη. Ο Ερρίκος συγκέντρωσε υποστηρικτές στην πορεία του από την Ουαλία και νίκησε το Ριχάρδο Γ΄ στη μάχη του Μπόσγουορθ. Ο Ριχάρδος σκοτώθηκε και ο Ερρίκος αναγνωρίστηκε ως βασιλιάς Ερρίκος Ζ΄ της Αγγλίας. 

Ισχυροποίησε τη θέση του, νυμφευόμενος την Ελισάβετ της Υόρκης, κόρη του Εδουάρδου Δ΄ και διάδοχο του Οίκου της Υόρκης. Έτσι, ένωσε τους δυο αντιμαχόμενους βασιλικούς οίκους, ενώνοντας και τα σύμβολά τους στο έμβλημα του κόκκινου και λευκού ρόδου των Τυδώρ. Ο Ερρίκος εκτέλεσε όλους τους υπόλοιπους πιθανούς διεκδικητές του οίκου της Υόρκης, όποτε παρουσιαζόταν η ευκαιρία, πολιτική που ακολούθησε κι ο γιος του, Ερρίκος Η΄ της Αγγλίας.


Πολλοί ιστορικοί θεωρούν την ενθρόνιση του Ερρίκου Ζ΄ το τέλος του Πολέμου των Ρόδων, ενώ άλλοι τη μάχη του Στόουκ το 1487, η οποία προκλήθηκε από την εμφάνιση ενός διεκδικητή, του νεαρού Λάμπερτ Σίμνελ, ο οποίος έμοιαζε με το γιο του Γεωργίου του Κλάρενς. Ο Ερρίκος νίκησε στη μάχη και δόθηκε αμνηστία στον Σίμνελ.

Ο Ερρίκος απειλήθηκε άλλη μια φορά, το 1491, όταν ο Πέρκιν Γουόρμπεκ ισχυρίστηκε ότι ήταν ο Ριχάρδος, αδερφός του Εδουάρδου Ε΄, ο μικρότερος από τους δυο Πρίγκιπες του Πύργου. Ωστόσο, το 1499 αιχμαλωτίστηκε και εκτελέστηκε.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ