Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (23.1-23.68)

Ραψωδία ψ' Ὀδυσσέως ὑπὸ Πηνελόπης ἀναγνωρισμός


Γρηῢς δ᾽ εἰς ὑπερῷ᾽ ἀνεβήσετο καγχαλόωσα,
δεσποίνῃ ἐρέουσα φίλον πόσιν ἔνδον ἐόντα·
γούνατα δ᾽ ἐρρώσαντο, πόδες δ᾽ ὑπερικταίνοντο.
στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ὑπὲρ κεφαλῆς καί μιν πρὸς μῦθον ἔειπεν·
5 «ἔγρεο, Πηνελόπεια, φίλον τέκος, ὄφρα ἴδηαι
ὀφθαλμοῖσι τεοῖσι τά τ᾽ ἔλδεαι ἤματα πάντα.
ἦλθ᾽ Ὀδυσεὺς καὶ οἶκον ἱκάνεται, ὀψέ περ ἐλθών.
μνηστῆρας δ᾽ ἔκτεινεν ἀγήνορας, οἵ θ᾽ ἑὸν οἶκον
κήδεσκον καὶ κτήματ᾽ ἔδον βιόωντό τε παῖδα.»
10 Τὴν δ᾽ αὖτε προσέειπε περίφρων Πηνελόπεια·
«μαῖα φίλη, μάργην σε θεοὶ θέσαν, οἵ τε δύνανται
ἄφρονα ποιῆσαι καὶ ἐπίφρονά περ μάλ᾽ ἐόντα,
καί τε χαλιφρονέοντα σαοφροσύνης ἐπέβησαν·
οἵ σέ περ ἔβλαψαν· πρὶν δὲ φρένας αἰσίμη ἦσθα.
15 τίπτε με λωβεύεις πολυπενθέα θυμὸν ἔχουσαν
ταῦτα παρὲξ ἐρέουσα καὶ ἐξ ὕπνου μ᾽ ἀνεγείρεις
ἡδέος, ὅς μ᾽ ἐπέδησε φίλα βλέφαρ᾽ ἀμφικαλύψας;
οὐ γάρ πω τοιόνδε κατέδραθον, ἐξ οὗ Ὀδυσσεὺς
οἴχετ᾽ ἐποψόμενος Κακοΐλιον οὐκ ὀνομαστήν.
20 ἀλλ᾽ ἄγε νῦν κατάβηθι καὶ ἂψ ἔρχευ μέγαρόνδε.
εἰ γάρ τίς μ᾽ ἄλλη γε γυναικῶν, αἵ μοι ἔασι,
ταῦτ᾽ ἐλθοῦσ᾽ ἤγγειλε καὶ ἐξ ὕπνου ἀνέγειρε,
τῷ κε τάχα στυγερῶς μιν ἐγὼν ἀπέπεμψα νέεσθαι
αὖτις ἔσω μέγαρον· σὲ δὲ τοῦτό γε γῆρας ὀνήσει.»
25 Τὴν δ᾽ αὖτε προσέειπε φίλη τροφὸς Εὐρύκλεια·
«οὔ τί σε λωβεύω, τέκνον φίλον, ἀλλ᾽ ἔτυμόν τοι
ἦλθ᾽ Ὀδυσεὺς καὶ οἶκον ἱκάνεται, ὡς ἀγορεύω,
ὁ ξεῖνος, τὸν πάντες ἀτίμων ἐν μεγάροισι.
Τηλέμαχος δ᾽ ἄρα μιν πάλαι ᾔδεεν ἔνδον ἐόντα,
30 ἀλλὰ σαοφροσύνῃσι νοήματα πατρὸς ἔκευθεν,
ὄφρ᾽ ἀνδρῶν τίσαιτο βίην ὑπερηνορεόντων.»
Ὣς ἔφαθ᾽, ἡ δ᾽ ἐχάρη καὶ ἀπὸ λέκτροιο θοροῦσα
γρηῒ περιπλέχθη, βλεφάρων δ᾽ ἀπὸ δάκρυον ἧκε,
καί μιν φωνήσασ᾽ ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
35 «εἰ δ᾽ ἄγε δή μοι, μαῖα φίλη, νημερτὲς ἐνίσπες,
εἰ ἐτεὸν δὴ οἶκον ἱκάνεται, ὡς ἀγορεύεις,
ὅππως δὴ μνηστῆρσιν ἀναιδέσι χεῖρας ἐφῆκε
μοῦνος ἐών, οἱ δ᾽ αἰὲν ἀολλέες ἔνδον ἔμιμνον.»
Τὴν δ᾽ αὖτε προσέειπε φίλη τροφὸς Εὐρύκλεια·
40 «οὐ ἴδον, οὐ πυθόμην, ἀλλὰ στόνον οἶον ἄκουσα
κτεινομένων· ἡμεῖς δὲ μυχῷ θαλάμων εὐπήκτων
ἥμεθ᾽ ἀτυζόμεναι, σανίδες δ᾽ ἔχον εὖ ἀραρυῖαι,
πρίν γ᾽ ὅτε δή με σὸς υἱὸς ἀπὸ μεγάροιο κάλεσσε
Τηλέμαχος· τὸν γάρ ῥα πατὴρ προέηκε καλέσσαι.
45 εὗρον ἔπειτ᾽ Ὀδυσῆα μετὰ κταμένοισι νέκυσσιν
ἑσταόθ᾽· οἱ δέ μιν ἀμφὶ κραταίπεδον οὖδας ἔχοντες
κείατ᾽ ἐπ᾽ ἀλλήλοισιν· ἰδοῦσά κε θυμὸν ἰάνθης
αἵματι καὶ λύθρῳ πεπαλαγμένον ὥς τε λέοντα.
νῦν δ᾽ οἱ μὲν δὴ πάντες ἐπ᾽ αὐλείῃσι θύρῃσιν
50 ἁθρόοι, αὐτὰρ ὁ δῶμα θεειοῦται περικαλλές,
πῦρ μέγα κηάμενος· σὲ δέ με προέηκε καλέσσαι.
ἀλλ᾽ ἕπευ, ὄφρα σφῶϊν ἐϋφροσύνης ἐπιβῆτον
ἀμφοτέρω φίλον ἦτορ, ἐπεὶ κακὰ πολλὰ πέποσθε.
νῦν δ᾽ ἤδη τόδε μακρὸν ἐέλδωρ ἐκτετέλεσται·
55 ἦλθε μὲν αὐτὸς ζωὸς ἐφέστιος, εὗρε δὲ καὶ σὲ
καὶ παῖδ᾽ ἐν μεγάροισι· κακῶς δ᾽ οἵ πέρ μιν ἔρεζον
μνηστῆρες, τοὺς πάντας ἐτίσατο ᾧ ἐνὶ οἴκῳ.»
Τὴν δ᾽ αὖτε προσέειπε περίφρων Πηνελόπεια·
«μαῖα φίλη, μή πω μέγ᾽ ἐπεύχεο καγχαλόωσα.
60 οἶσθα γὰρ ὥς κ᾽ ἀσπαστὸς ἐνὶ μεγάροισι φανείη
πᾶσι, μάλιστα δ᾽ ἐμοί τε καὶ υἱέϊ, τὸν τεκόμεσθα·
ἀλλ᾽ οὐκ ἔσθ᾽ ὅδε μῦθος ἐτήτυμος, ὡς ἀγορεύεις,
ἀλλά τις ἀθανάτων κτεῖνε μνηστῆρας ἀγαυούς,
ὕβριν ἀγασσάμενος θυμαλγέα καὶ κακὰ ἔργα.
65 οὔ τινα γὰρ τίεσκον ἐπιχθονίων ἀνθρώπων,
οὐ κακὸν οὐδὲ μὲν ἐσθλόν, ὅτις σφέας εἰσαφίκοιτο·
τῷ δι᾽ ἀτασθαλίας ἔπαθον κακόν· αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
ὤλεσε τηλοῦ νόστον Ἀχαιΐδος, ὤλετο δ᾽ αὐτός.»

***
Ολόχαρη η γερόντισσα στο υπερώο ανέβαινε,
το μήνυμα να πει στη δέσποινά της,
πως ο καλός της είναι σπίτι του.
Αναστηλώθηκαν τα γόνατα, παραπατούσαν τρέχοντας
τα πόδια της, ωσότου στήθηκε πάνω απ᾽ την κεφαλή της
και της μίλησε:
«Ξύπνα σου λέω, Πηνελόπη, κόρη της καρδιάς μου, τα μάτια σου
να δουν όσα χρόνια και χρόνια λαχταρούσες.
Ο Οδυσσέας γύρισε, βρίσκεται μέσα στο παλάτι, κι ας ήλθε αργά·
τους σκότωσε τους άνομους μνηστήρες που ρήμαξαν τον οίκο του,
κατέφαγαν το βιος του, παίδεψαν τον γιο του.»
10 Της αντιμίλησε όμως λογική και φρόνιμη η Πηνελόπη:
«Μανούλα μου, παλάβωσες, κάποιοι θεοί σ᾽ έχουν τρελάνει,
όσοι μπορούν να παλαβώνουν τον πιο φρόνιμο,
και πάλι φρόνιμο να κάνουνε τον σαλεμένο.
Αυτοί κι εσένα σ᾽ αποτρέλαναν, μόλο που είσαι τόσο μυαλωμένη.
Τι σ᾽ έπιασε αλήθεια, κι εμένα, μια ψυχή στο πένθος βουτηγμένη,
με εμπαίζεις άσχημα με τα παράλογά σου λόγια; γιατί κόβεις
στη μέση τον γλυκό μου ύπνο, που σκέπασε τα βλέφαρά μου
και δάμασε τον πόνο μου;
Ποτέ μου δεν κοιμήθηκα τόσο γλυκά, αφότου ο Οδυσσέας
μίσεψε να πάει εκεί στο Κακοΐλιο — ας μείνει ακατονόμαστο.
20 Αλλά, πάρε τώρα τα πόδια σου, και τράβα πάλι κάτω·
αν κάποια άλλη απ᾽ τις γυναίκες που παραδουλεύουν σπίτι μου
ερχόταν να μου πει τέτοιο μαντάτο, κόβοντας τον ύπνο μου,
κακήν κακώς θα την ξαπόστελνα, να πάει στην κάμαρή της —
εσένα μόνο τα γεράματα θα σε γλιτώσουν.»
Πήρε τον λόγο η καλή της παραμάνα, μίλησε η Ευρύκλεια πάλι:
«Δεν σε εμπαίζω, φυλλοκάρδι μου, σου λέω την αλήθεια μόνο·
ο Οδυσσέας ήλθε, βρίσκεται πια στο σπίτι του, ήταν ο ξένος
που τον αψηφούσαν όλοι στο παλάτι.
Το γνώριζε από μέρες ο Τηλέμαχος ότι κουρνιάζει εδώ,
30 αλλά τον συγκρατούσε η σωφροσύνη, κρύβοντας του πατέρα του
το φρόνημα· ωσότου εκείνος εκδικήθηκε των μνηστήρων
την παράνομη βία.»
Έτσι της μίλησε, και τότε η Πηνελόπη χαρούμενη πετιέται
από την κλίνη της, με τη γερόντισσα αγκαλιάστηκε, το δάκρυ στάζοντας
στα βλέφαρά της, κι αμέσως την προσφώνησε με λόγια
που πετούσαν σαν πουλιά:
«Έλα, μανούλα μου, και πες μου τώρα την αλήθεια· αν, όπως λες,
στο σπίτι ξαναγύρισε, πώς έβαλε στο χέρι
τόσους ξεδιάντροπους μνηστήρες — ένας αυτός κι οι άλλοι
τσούρμο μέσα στο παλάτι.»
Τον λόγο πήρε η καλή της παραμάνα, ξαναμιλώντας η Ευρύκλεια:
40 «Δεν είδα και δεν ήξερα, άκουσα όμως το βαρύ τους
βογγητό την ώρα του θανατικού. Εμείς οι σκλάβες, φοβισμένες,
στο παραγώνι τραβηχτήκαμε, διπλομανταλωθήκαμε στην κάμαρή μας
την καλοχτισμένη· ώσπου ο Τηλέμαχος, ο γιος σου, βγαίνοντας
με φωνάζει — τον έστειλε ο πατέρας του να με καλέσει.
Και βρήκα τότε τον Οδυσσέα ορθό, να στέκει ανάμεσα
σε σώματα σφαγμένα, κι αυτοί στο πατημένο χώμα σωριασμένοι,
ένας πάνω στον άλλον. Αν έβλεπες κι εσύ, θα ᾽νιωθες
το αίμα σου ν᾽ ανάβει· έσταζε το κορμί λύθρο και αίμα — σωστό λιοντάρι.
Μα τώρα αυτοί, όλοι τους στοιβαγμένοι στις αυλόθυρες,
50 κι ο Οδυσσέας άναψε φωτιά μεγάλη, θειαφίζει
το πάγκαλο παλάτι. Εκείνος μ᾽ έστειλε να σε φωνάξω.
Έλα λοιπόν ξωπίσω μου, οι δυο να σμίξετε σε αμοιβαία χαρά,
μετά από τόσα πάθη.
Τώρα επιτέλους συντελέστηκε η ατέρμονή σας προσμονή·
εφέστιος γύρισε εκείνος ζωντανός και ξαναβρήκε στο παλάτι
εσένα και τον γιο του· όσο για τους μνηστήρες
με τ᾽ ανόσια έργα, όλους τούς εκδικήθηκε
μέσα στο ίδιο του το σπίτι.»
Της αντιμίλησε η Πηνελόπη, λογική και φρόνιμη:
«Μη μου ξιπάζεσαι, μανούλα, με λόγια μεγαλόστομα στην τόση σου χαρά.
60 Το ξέρεις πόσο ποθητός θα ᾽ταν εκείνος στον καθένα,
φανερωμένος στο παλάτι — σ᾽ εμένα περισσότερο
και στο βλαστάρι μας, τον γιο μας.
Αλλά δεν είναι αληθινός ο λόγος που ομολόγησες·
κάποιος θεός τούς σκότωσε τους μεγαλόφρονες μνηστήρες,
με την απάνθρωπή τους ύβρη οργισμένος, την άτιμή τους πράξη·
που δεν τιμούσαν άνθρωπο στη γη ασήμαντο ή και λαμπρό,
αν κάποιος έφτανε στην πόρτα τους. Αυτό το ανόμημα
το πλήρωσαν με τον χαμό τους. Ο Οδυσσέας όμως
έχασε τον νόστο του, μακριά από τα δικά μας μέρη —
ο ίδιος χάθηκε και πάει.»

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 14. Όριεντ Εξπρές

14.1. Ένα παιδί μετράει αυτοκράτορες


Ερώτηση: Ποιοι ήταν οι πιο βραχύβιοι αυτοκράτορες της Ρώμης και ποιος τους διαδέχτηκε;

Σωστή απάντηση: Μετά τον θάνατο του Νέρωνα, βρέθηκαν για λίγους μήνες στην εξουσία ο Γάλβας, ο Όθων και ο Βιτέλλιος. Αυτό συνέβη το έτος 69 μ.Χ., που ονομάστηκε «το έτος των τεσσάρων αυτοκρατόρων» επειδή, πριν τελειώσει η χρονιά, τέταρτος στη σειρά αυτοκράτορας ανακηρύχθηκε ο Βεσπασιανός που αποδείχθηκε πιο ανθεκτικός, κράτησε την εξουσία για δέκα χρόνια μέχρι το 79 μ.Χ., και σαν καλός πατέρας εξασφάλισε τη διαδοχή των δυο γιων του, του Τίτου, που άντεξε μόνο δυο χρόνια, και του Δομιτιανού, που έφτασε αισίως τα δεκαέξι, από το 81 μέχρι το 96 μ.Χ.

Ερώτηση: Ποιους και τι εννοούμε όταν μιλάμε για τους «πέντε καλούς αυτοκράτορες»;

Σωστή απάντηση: Έτσι ονομάζονται συνήθως ο Νέρβας, ο Τραϊανός, ο Αδριανός, ο Αντωνίνος Πίος και ο Μάρκος Αυρήλιος, που κυριάρχησαν στη Ρώμη από το 96 μέχρι το 180 μ.Χ. Θεωρούνται καλοί επειδή σκέφτονταν αξιοκρατικά και έχριζαν διαδόχους τους πρόσωπα που είχαν πείρα και ικανότητες. Εξάλλου, όλοι τους έδειξαν ζωηρό ενδιαφέρον για την ευημερία των κατοίκων της απέραντης αυτοκρατορίας και χειρίστηκαν με σύνεση την οικονομία. Ορισμένοι, όπως ο Αδριανός, είχαν καλλιεργημένες ευαισθησίες και ευνόησαν την πνευματική και καλλιτεχνική ζωή. Ο Αντωνίνος, που η επωνυμία του Πίος (pius) σημαίνει «ευσεβής», χάρισε στη Ρώμη είκοσι τέσσερα χρόνια γαλήνης και ασφάλειας (από το 137 μέχρι το 161 μ.Χ.), ενώ ο Μάρκος Αυρήλιος υπήρξε ο πιο επιτυχημένος συνδυασμός κυβερνήτη και φιλοσόφου. Το μοναδικό, αλλά τραγικό, λάθος του ήταν ότι προώθησε στον αυτοκρατορικό θρόνο τον γιο του τον Κόμμοδο, που ήταν τόσο διεφθαρμένος όσο ήταν και ανίκανος.

Ερώτηση: Οι αυτοκράτορες που άσκησαν την εξουσία στη Ρώμη από το 69 μ.Χ. μέχρι το 193 μ.Χ. ανήκουν στις δυναστείες των Φλαβίων και των Αντωνίνων. Απαριθμήστε όσους αυτοκράτορες μπορείτε να θυμηθείτε από τον θάνατο του Κόμμοδου το 193 μ.Χ. μέχρι την ανάρρηση στον θρόνο του Διοκλητιανού το 284 μ.Χ.

Απάντηση: Σεπτίμιος Σεβήρος, Καρακάλλας, Ελαγάβαλος, Αλέξανδρος Σεβήρος, Μαξιμίνος, Φίλιππος, Αιμιλιανός, Βαλεριανός, Γαλλιηνός, Τάκιτος, Πρόβος, Νουμεριανός, Διοκλητιανός.

Αυτή η Βαθιά Σιωπή

Η Αντίληψη Από την Φύση της Είναι Ελεύθερη, Απεριόριστη κι Αιώνια…

Κι όταν Αυτή η Αντίληψη ενσαρκώνεται στο σώμα, και γεννιέται ο άνθρωπος, Δεν χάνει την Φύση της.

Το ότι η Αντίληψη είναι κάτι διαφορετικό και ξεχωριστό από το σώμα κι απλά «συνδέεται» και λειτουργεί μέσα στο σώμα αποδεικνύεται εμπειρικά (μπορούμε να εξηγήσουμε «πως» σε όποιον ενδιαφέρεται…).

Η Αντίληψη «Εδρεύει» στην κορυφή του κεφαλιού και Διοχετεύεται σε ολόκληρο το σώμα. Στις διάφορες περιοχές του σώματος (και μέσα από συγκεκριμένα «όργανα») έχει διάφορες δραστηριότητες (επιτελεί διάφορες «λειτουργίες»)… Στο πρόσθιο μέρος του εγκεφάλου «γίνεται» σκέψη, κλπ.

Η Αντίληψη «Λειτουργεί» μέσα στον άνθρωπο σαν Υπόστρωμα Επίγνωσης για ό,τι γίνεται αντιληπτό, είναι παρούσα σε όλες τις λειτουργίες και δραστηριότητες του ανθρώπου… τις Υποστηρίζει αλλά δεν ταυτίζεται απόλυτα μαζί τους.

Έτσι η Αντίληψη Υπάρχει στο Βάθος της Ύπαρξής μας σαν Καθαρή Αντίληψη και σαν Υποστήριγμα κάθε δραστηριότητας και ταυτόχρονα χωρίς να χάνει την Φύση της και χωρίς να ταυτίζεται με τις επιμέρους λειτουργίες της γίνεται σκέψη μέσα στον εγκέφαλο, συναίσθημα (συγκίνηση), αισθήσεις και σωματικές δραστηριότητες ( στα εγκεφαλικά νεύρα, στο περιφερικό νευρικό σύστημα και στο σώμα).

(Για να κατανοήσουμε την «Σχέση» Φύσης-Δραστηριότητας, μπορούμε να δούμε την σχέση του Νερού με την «κίνησή» του – άλλο είναι η «ουσία» του νερού κι άλλο είναι η «κίνησή» του…).

Όταν η Αντίληψη περιορίζεται στην περιοχή του εγκεφάλου, όταν δηλαδή παραμένει Αντίληψη (στην Φύση της) και ταυτόχρονα γίνεται σκέψη (στην δραστηριότητά της), αναδύεται η αντίληψη μιας ξεχωριστής ύπαρξης (μιας οντότητας), που λειτουργεί σαν υποκείμενο απέναντι στον κόσμο. Δημιουργείται δηλαδή ένας περιορισμός κι ένας διαχωρισμός από τον κόσμο… γύρω από το ψυχολογικό κέντρο του υποκειμένου συσσωρεύονται γνώσεις, εμπειρίες, δραστηριότητες και οικοδομείται σιγά-σιγά το «εγώ»…

Στην πραγματικότητα είναι η Αντίληψη που περιορίζεται που γίνεται σκέψη κι είναι η σκέψη που δημιουργεί όλα τα υπόλοιπα… όλα είναι σκέψη, η αντίληψη μιας οντότητας, το υποκείμενο, το εγώ, το περιεχόμενο του σκεπτόμενου εγώ, η γνώση, η μνήμη, οι εμπειρίες, όλα είναι σκέψη.

Όταν λοιπόν η Αντίληψη περιορίζεται στο κεφάλι, στη λειτουργία της σκέψης, στη σκέψη, αισθανόμαστε περιορισμένοι, εδώ στο σώμα, κι ο κόσμος είναι «εκεί έξω»… κινούμαστε μέσα σε αυτόν (αλλά είναι πάντα «έξω»).

Όσο κι αν προσπαθούμε – μέσα στον εγκέφαλο, μέσα από την σκέψη – ό,τι κι αν κάνουμε, δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τον περιορισμό, τον διαχωρισμό από τον κόσμο… την αίσθηση της μικρότητας και της ανημποριάς μέσα στον απέραντο κόσμο και στο (συχνά) εχθρικό κοινωνικό περιβάλλον (που είναι δήθεν πολιτισμένο, αλλά στην πραγματικότητα είναι ζούγκλα) και στις «ανάγκες» της επιβίωσης.

Τελικά, τι «νομίζετε» πως είναι η «Φώτιση»;

Η Φώτιση είναι η Απελευθέρωση της Αντιληπτικής Ενέργειας από τον εγκέφαλο, από τον χώρο όπου εκδηλώνεται η σκέψη και δημιουργούνται οι ψευδαισθήσεις της ατομικότητας, του υποκειμένου, του εγώ και των «εμπειριών» του… η Ανύψωση της Αντίληψης στο ανώτερο κέντρο της, από όπου αντιλαμβανόμαστε με ένα τελείως διαφορετικό τρόπο κι από όπου «χειριζόμαστε» τις δραστηριότητες της Αντίληψης στα διάφορα κέντρα του σώματος με ένα τελείως διαφορετικό τρόπο… κι όπου ανοίγονται πλέον όλοι οι Ορίζοντες της Ύπαρξης…

Χρειάζεται η Αντίληψη να απελευθερωθεί από όλες αυτές τις νοητικές δραστηριότητες (στον μετωπικό εγκέφαλο) – τελείως – και να υπάρξει Απόλυτη Σιωπή, για να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι Υπάρχει Μια Εμπειρία, Μια Κατάσταση Ύπαρξης και Δράσης πέρα από την σκέψη.

Μέσα στη Σιωπή – της νοητικής δραστηριότητας - υπάρχει μονάχα η Αντίληψη (που Επανέρχεται σιγά-σιγά στην «Έδρα» της)… Μια Αντίληψη που «Απελευθερώνεται» που Επεκτείνεται και τα Αγκαλιάζει Όλα… Υπάρχει Εδώ Απεριόριστος Χώρος όπου Υπάρχουμε κι Υπάρχουν Όλα, σε μια Αληθινή Ενότητα, όπου δεν υφίσταται πλέον κανένας διαχωρισμός (ούτε «ξεχωριστή ατομικότητα», ούτε υποκείμενο-αντικείμενο, ούτε εγώ, ούτε εμπειρίες του εγώ, μνήμες, γνώσεις, αντιλήψεις, κρίσεις… τίποτα. Έχουμε Ένα Καθαρό Όραμα της Ύπαρξης, του Κόσμου, που τα περιλαμβάνει όλα.

Υπάρχει μια Βαθύτερη Σύνδεση με Όλα. Είναι η Ενότητα που Μετουσιώνεται σε Αγάπη και καθώς (μέσα από την Ενότητα και μέσα από την Ενεργό Αγάπη, καταλύεται κάθε «διαχωρισμός») δεν υπάρχουν διαχωρισμοί, δεν υπάρχει απόσταση με τα πράγματα, τα νοιώθεις, τα αγγίζεις, συμμετέχεις στην ύπαρξή τους… νοιώθεις την απεραντοσύνη του ουρανού, κυματίζεις με την θάλασσα, ανυψώνεσαι μαζί με το πουλί που πετά ψηλά, είσαι το άρωμα του λουλουδιού, είσαι το κάθε τι, είσαι ένα με όλα…

Χρειάζεται, η Αντίληψη να απελευθερωθεί από όλες τις νοητικές δραστηριότητες, να Υπάρχει ΑΥΤΗ Η ΒΑΘΙΑ ΣΙΩΠΗ, για να είσαι Ελεύθερος, να Είσαι το Όλο, η Ενότητα, Όλα τα πράγματα.

Χρειάζεται, η Αντίληψη να Ελευθερωθεί, να Είναι Ελεύθερη για να Κατανοήσει τι Είναι Ελευθερία.

Χρειάζεται, η Αντίληψη να Είναι Ολότητα για να Κατανοήσει τι Είναι Ολότητα.

Χρειάζεται, η Αντίληψη, να Είναι Ενοποιημένη για να Κατανοήσει τι Είναι Ενότητα της Ύπαρξης.

Χρειάζεται, να τα Νοιώσουμε Όλα Αυτά, να Έχουμε Πραγματική Εμπειρία τους, για να Κατανοήσουμε τι Είναι Όλα Αυτά.

Μιλάμε για Ύπαρξη και Δραστηριότητα της Αντίληψης, για «Κατάσταση» της Αντίληψης πέραν της σκέψης. Εδώ που υπάρχει Μόνο Αντίληψη, Όραμα του Κόσμου σαν Ενότητας, Πραγματική Ζωή.

(Μιλάμε για Μια Αντίληψη που Είναι Μόνο Αντίληψη, κι όπου δεν υπάρχει «παρατηρητής», «υποκείμενο», «κάποιος να έχει εμπειρία»… Κι όταν χρησιμοποιούμε την σκέψη, το συναίσθημα, το σώμα, τις υλικές δραστηριότητες, το κάνουμε χωρίς να απορροφιόμαστε σε αυτές τις λειτουργίες, χωρίς να «χανόμαστε»…).

Γνωρίζουμε πως κάποιοι φίλοι θα έχουν απορίες…

Κάποιοι νομίζουν πως όλη η ύπαρξή τους είναι η σκέψη – δεν γνωρίζουν άλλο τρόπο να «υπάρχουν» - και νομίζουν πως αν σταματήσει η σκέψη θα βρεθούν σε κάποιο υπαρξιακό κενό, κι είναι φυσικό να «αντιδρούν» σε μια τέτοια προοπτική…

Είναι όμως έτσι;

Η Αντίληψη Είναι όχι μόνο κάτι διαφορετικό από την σκέψη και το σώμα… αλλά είναι επίσης η «γενική επίγνωση» που είναι παρούσα σε όλα, σε όλες τις δραστηριότητες.

Όταν σταματά η σκέψη η Αντίληψη Εξακολουθεί να Υπάρχει και να Λειτουργεί (πλέον) σε ένα Βαθύτερο Επίπεδο.

Θυμηθείτε το παράδειγμα με το Νερό και την Κίνησή του… Το Νερό, σαν Ουσία, (και σαν Φύση με όλες τις ιδιότητές της), δεν χάνεται όταν σταματά η κίνηση… Το ίδιο γίνεται και με την Αντίληψη και την σκέψη (που είναι απλά μια «κίνηση» της Αντίληψης)… Κι όπως το Νερό απελευθερώνεται από την κίνηση και μένει ήσυχο στην ουσία του, στη φύση του… έτσι κι η Αντίληψη, απελευθερώνεται από τις κινήσεις της και Μένει Ήσυχη στην Ουσία της, στην Φύση της…

Είναι όλα αυτά κατανοητά;

Μετά, αν όλα αυτά είναι κατανοητά, ποιο είναι το επόμενο βήμα;

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ: ΤΟ ΓΝΩΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΜΑΣ

Ὁ Γκαῖτε ἦταν ὅσο κανείς ἄλλος ὑπεύθυνος γιά τήν ἰδέα ὅτι οἱ Ἕλληνες ἦταν προπάντων ἐραστές του ὡραίου. Μολαταύτα ὁ ἴδιος παρέχει καί μιάν ἐπιδιόρθωση σ’ αὐτήν τήν ἄποψη γιά τόν Ἑλληνισμό. Λέγει κάπου ὅτι τό διακριτικό σημάδι τῶν Ἑλλήνων ἦταν τό πάθος ὄχι γιά τήν ὀμορφιά, ἀλλά γιά τήν ἀλήθεια. Δέν ἐννοοῦσε φυσικά ὁ Γκαΐτε ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔλεγαν πάντοτε τήν ἀλήθεια: ὁλοφάνερα, λίγα ἔθνη ἔχουν ἱστορία τόσο γεμάτη ἀπό ἀνερυθρίαστα ψέματα· στούς ὑστερώτερους μάλιστα χρόνους ἡ Graeca levitas[1] ἀντικατέστησε τήν Punicam fidem[2] σάν καταφρονητική ἐπωνυμία τοῦ ἔντιμου Ρωμαίου. Οὔτε ἔννοοῦσε ὁ Γκαΐτε ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔβλεπαν πάντα τό σωστό: φιλαλήθεια μ’ αὐτό τό νόημα δέν ἔχει δοθῆ στόν ἄνθρωπο. Ἐννοοῦσε ὅτι οἱ Ἕλληνες συνολικά κοίταζαν ἴσια τή ζωή, καί τήν ἔβλεπαν, ὅπως πραγματικά εἶναι· ὅτι εἶχαν αὐτό πού ὀνόμασε ὁ Ματθαῖος Ἀρνολντ «ἀνέφελη διαύγεια τοῦ νοῦ». Μ’ αὐτό τό νόημα παρμένα τά λόγια τοῦ Γκαῖτε δέν εἶναι δύσκολο νά δικαιολογηθοῦν. Εἶναι βέβαιο, ὅτι διαβάζοντας τήν Ἑλληνική λογοτεχνία ἀδιάκοπα γευόμαστε μέσα σ’ αὐτήν, σάν συστατικό πού «Ἀδιάκοπα ἐπανέρχεται, κάποια ποιότητα πού μᾶς ὠθεῖ νά τήν ὀνομάσωμε φιλαλήθεια, ἄν καί τό ὄνομα δύσκολα σκεπάζει τό πράγμα. Ἔχομε τή συναίσθηση, ὅτι κοιτάζομε ἕναν πίνακα, πού εἶναι πιστή προσωπογραφία: ὅτι ἀτενίζομε ἕνα κρύσταλλο πού ἀποκαλύπτει τή ζωή ὄχι συννεφιασμένα καί συγκεχυμένα, ἀλλά μέ τό χρῶμα τό σωστό καί τίς καθαρές γραμμές, χωρίς κηλίδες. Δέν ὑπάρχουν πολλές λογοτεχνίες τέτοιου εἴδους. Στα Ἰρλανδικά παραμύθια τοῦ Finn[3] και τοῦ Cuchulain[4] γίνεται πολύ λόγος για ὀμορφιά και ἡρωϊσμό και μυθολογήματα: ἀλλά ὁ κόσμος τους εἶναι, ὀλοφάνερα, πραγματικός και ὄχι ἀνθρώπινος. Λόφοι πού ἐκπέμπουν ἄσπρα πουλιά και ἄτρωτους χοίρους, βλαστοί ἀπό γαϊδουράγκαθο και σφῖρες ἀπό σκόνη και χνούδι, πού παίρνουν την ἐμφάνιση στρατιῶν, μάγισσες πού τοξεύουν τους ἥρωες μέσα ἀπό την τρύπα ἑνός φύλλου, σκύλοι πού μεταβάλλουν ἀνθρώπους σε γαϊδούρια με την ἀναπνοή τους ἤ βγάζουν από το στόμα τους μεγάλες ποσότητες χρυσάφι και ἀσήμι, ἅρπες, πού πηδοῦν προς τους κυρίους τους και σκοτώνουν ἐννιά ἀνθρώπους στο πέρασμά τους, ἀσπίδες πού μουγκρίζουν ἡ μια στην ἄλλη και τους ἀπαντοῦν τά Τρία Κύματα ταῆς Ἰρλανδίας· θέματα σαν αὐτά μπορεῖ να βρεθοῦν και στον Ὅμηρο, ἀλλά ὁ Ἰρλανδός συγγραφέας εἶναι ὀλότελα παραδομένος σ’ αὐτά. Το παράξενο και το ὑπερφυσικό ἐπικρατοῦν ἐδῶ ἀπεριόριστα στο φυσικό και στο ἀνθρώπινο. Ἡ είκόνα τοῦ Ἰρλανδοῦ δεν εἶναι εἰκόνα τοῦ πραγματικοῦ κόσμου και τῆς πραγματικῆς ζωῆς πού οἱ ἄνθρωποι ζοῦν σ’ αυτόν. Μπροστά ἀπό τά μάτια μας περνᾶ ἕνα ἀπατηλό, ὄχι πραγματικό ὀνειροπόλημα, μια ὀμορφιά ἀλλόκοτη μόνο και φανταστική.

Πολύ διαφορετική εἶναι ἡ Ἑλληνική λογοτεχνία. Ὁ Ἕλληνας τῶν Ἱστορικῶν χρόνων ἀναμφίβολα εἶχε παράλογες καί προληπτικές ἰδέες· μόλις ἀρχίζομε μέ δυσκολία νά ἀνακαλύπτωμε τή φύση τους, ἀπό ἐσφαλμένους ὑπαινιγμούς σ’ αὐτές. Ἀλλά ἡ σκοτεινότητα τοῦ ὅλου θέματος δείχνει πόσο λίγο τό θέμα αὐτό ἐπηρέασε τήν Ἑλληνική λογοτεχνία, καί ἡ λογοτεχνία αὐτή εἶναι ὅ,τι μᾶς ἐνδιαφέρει. Μέσα σ’ αὐτήν ὁ Ἕλληνας παρουσιάζεται νά βλέπη τή ζωή μέ μάτια πού πολύ μοιάζουν μέ τά δικά μας. Ἦταν κίνδυνος νά χαθοῦμε μέσα στόν κόσμο τῆς Ἰρλανδικῆς παράδοσης· δέ θά ξέραμε τί νά ποῦμε στό Finn ἤ στόν Cuchulain· θά μπορούσαμε ἀπό εὐγένεια νά προσαρμοστοῦμε πρός τίς ἀποψείς τους, ἀλλά ποτέ δέ θά μπορούσαμε νά μποῦμε μέσα σ’ αὐτες. Ἀλλά ποιός δέ θά ἦταν σά στό σπίτι του, δέ θά ἐνίωθε κάποια κοινότητα ψυχῆς μέ τό Νέστορα, τόν Ἀχιλλέα, τόν Ὀδυσσέα; Κι ἀκόμη περισσότερο, ὅταν φεύγωμε ἀπό τους ἐπικούς ἥρωες καί ἐρχόμαστε στόν Ἀλκαῖο, τό Σιμωνίδη, τό Σοφοκλῆ καί τούς ἄλλους. Αἰσθανόμαστε ὅτι εἶδαν τόν κόσμο ἀληθινά, σωστά, ὄχι σάν κονίστρα γιά γητειές καί μαγεῖες καί γιά συμβατικό ἡρωισμό, ἄλλα ὅπως πραγματικά εἶναι.

Καί ὅταν ἀφήνωμε τήν τραχειά καί συγκεχυμένη ἄποψη τῆς ζωῆς πού ἔχουν οἱ λίγο-πολύ κοινοί ἄνθρωποι καί ἐρχόμαστε στούς ἀνθρώπους τῆς σκέψης τῆς Ἑλλάδας, τό ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει. Βρίσκομε τίς θεωρήσεις των γιά τή φύση τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου λογικές, σωστές, καί ἐκπληκτικά σύγχρονες. Ὁ Εὐριπίδης γράφει:

Ὦ γῆς ὄχημα κἀπί γῆς ἔχων ἕδραν,
ὅστις ποτ’ εἶ σύ, δυστόπαστος εἰδέναι,
Ζεύς, εἴτ’ ἀνάγκη φύσεως εἴτε νοῦς βροτῶν,
προσηυξάμηυ σέ· πάντα γάρ δι’ ἀψόφου
βαίνων κελεύθου κατά δίκην τά θνήτ’ ἄγεις
[5].

Παρατηροῦμε ὅτι συγκεφαλαιώνει μέ ἁδρές γραμμές στόν τρίτο καί τέταρτο στίχο τίς δύο σύγχρονες φιλοσοφίες, τήν ὑλοκρατία καί τήν ἰδεοκρατία καί ὅτι συνολικά ὁ ἴδιος ἐκφράζει μιά σύγχρονή μας πίστη αἰσιόδοξου ἀγνωστικισμοῦ. Ὁ Πλάτων γράφει: «Θεός οὐδαμῇ οὐδαμῶς ἄδικος, ἄλλ’ ὡς οἷον τέ δικαιότατος, καί οὐκ ἔστιν αὐτῷ ὁμοιότερον οὐδέν ἤ ὅς ἄν ἡμῶν αὖ γένηται ὅτι δικαιότατος»[6]. Ἀναγνωρίζομε σ’ αὐτά τόσο ὑπέροχη ἰδέα γιά τή θεότητα ὅσο καί ἡ χριστιανική. Ἄν στραφοῦμε πρός τήν Πλατωνική Πολιτεία βρίσκομε ἐκεῖ τά βαθύτερα προβλήματα τῆς πολιτικῆς νά τά συζητοῦν μέ ἐλευθερία, βάθος καί ἀγχίνοια πού δέν ξεπεράστηκαν ἀπό καμιά μεταγενέστερη ἐποχή. Πραγματικά οἱ Ἕλληνες παίρνουν μιά λογικήν άποψη τοῦ κόσμου, ἐντελῶς στόν ἴδιο μέ μάς βαθμό· και αὐτό ὀφείλεται σ’ αὐτό πού ὁ Γκαῖτε ὀνόμασε φιλαλήθειά τους.

Ἄν συνεχίσωμε τήν ἀνάλυση καί ρωτήσωμε γιατί οἱ θεωρήσεις τοῦ Εὐριπίδη καί τοῦ Πλάτωνα προχώρησαν ὅσο μακριά καί οἱ δικές μας, βρίσκομε δύο αἰτίες, δύο συστατικά σ’ αὐτή τήν ἀρετή της φιλαλήθειας. Τό πρῶτο ἀπ’ αὐτά εἶναι ἡ ἀπεριόριστη πραγματική ἐλευθερία γιά θεώρηση, θρησκευτική, ἠθική καί πολιτική. Ἴση ἐλευθερία χαίρεται καί ἡ δική μας ἐποχή. Ἀλλά εἶναι ἐκπληκτικό ὅτι ἕνα ἔθνος τήν ἀπόκτησε τόσο νωρίς στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Μποροῦμε νά τήν ὀνομάσωμε γνώρισμα τῆς Ἐλευθερίας. Ὁ Ἕλληνας θά τήν ὀνόμαζε «παρρησία».

Τή ζωή μερικῶν ἐθνῶν τήν προσδιορίζουν σέ μεγάλη ἔκταση θεολογικές ἀπόψεις. Ὑπάρχουν τά ἔθνη αὐτα γιά νά ὑπηρετοῦν τό Θεό. Ὁρισμένες πράξεις, κάποτε ὁλόκληρες πλευρές τῆς ζωῆς, ἀποκλείονται, γιατί φαίνονται ἀσυμβίβαστες πρός αὐτό τό σκοπό. Ὁ Θεός πού λατρεύουν εἶναι ζηλότυπος Θεός.

Στό Μωαμεθανό εῖναι ἀπαγορευμένο νά ζωγραφίζη ἤ νά σκαλίζη τήν ἀνθρώπινη μορφή, γιατί ἡ γλυπτική καί ἡ ζωγραφική ὁδηγοῦν στήν εἰδωλολατρεία. Ὁ Ἑβραῖος ὀφείλει νά ἀπέχη μιά μέρα τήν ἑβδομάδα ἀπό ἐργασία καί τέρψη, γιατί τό Σάββατο εἶναι ἱερό. Στό Χριστιανό τῶν Σκοτεινῶν Αἰώνων ἦταν ἀπαγορευμένο νά πιστεύη τόν «γραώδη μύθον» γιά τούς Ἀντίποδες· εἶχε στά χέρια του μιά «Χριστιανική Τοπογραφία τοῦ σύμπαντος θεμελιωμένη ἐπάνω σέ ἀπόψεις τῆς Θείας Γραφῆς, σύμφωνα μέ τήν ὁποία δέν εἶναι νόμιμο γιά τό Χριστιανό ν’ ἀμφιβάλλη»[7]. Συναντοῦσε ἐμπόδια στό ἐμπόριο, ἐπειδή ὁ Μωσαϊκός Νόμος ἀπαγόρευε τήν τοκογλυφία· καί τούς ὑστερώτερους ἀπογόνους του[8] τούς ἀπότρεπε ν’ ἀκολουθήσουν θεατρικό ἐπάγγελμα - ἡ αἰώνια καταδίκη πού βάραινε τή θέση τοῦ ἠθοποιοῦ.

Τή ζωή ἄλλων ἐθνῶν τήν προσδιορίζουν πολιτικές ἀποψεις. Τήν τέχνη καί τή λογοτεχνία τίς βλέπουν ὕποπτα σάν ἐπικίνδυνες γιά τήν εὐδαιμονία τοῦ κράτους. Ἀθῶες κοινωνικές διασκεδάσεις ἀπαγορεύονται. Ἡ οἰκογενειακή ζωή παίρνει ἰδιόρρυθμο χρῶμα για πολιτικούς λόγους· ὁ σύζυγος ἀποκτᾶ ἰδιότυπη ὑπεροχή· ἡ σύζυγος μετατρέπεται σέ μηχανή, πού γεννᾶ παιδιά γιά τό καλό τοῦ κράτους. Τό κράτος πού ὁ Πλάτων σχεδιογράφησε στήν Πολιτεία του εἶναι ἕνα ἀκρότατο παράδειγμα γι’ αὐτή τήν ὑποδούλωση τοΰ ἄτομου στό συμφέρον τῆς κοινότητας· ἀλλά ἡ ἱστορία τῆς Σπάρτης καί τῆς Ρώμης καί, ἀλήθεια, τῶν πιό πολλῶν χωρῶν, εἶναι γεμάτη ἀπό τέτοια παραδείγματα. Ἀπό τίς ποικίλες μωρίες, τίς ἁμαρτίες καί τίς καταστρεπτικές ὑπερβολές στίς ὁποῖες τόσο ρέπει ὁ ἄνθρωπος, τίς περισσότερες φορές προφυλάσσεται στηριζόμενος στίς ἀρχές ὅτι καθῆκον του εἶναι νά φοβᾶται τό Θεό καί νά ὑπηρετῆ τή χώρα του. Ὁλόκληρες τάξεις πράξεων τοῦ ἀπαγορεύονται. Δέν πρέπει νά κάμη τοῦτο, πρέπει νά κάμη ἐκεῖνο. Κολοβωμένος καί ἀκρωτηριασμένος, μ’ ἕνα χέρι ἤ μ’ ἕνα μάτι, μπαίνει στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Τοῦτο ἀληθεύει γιά ὅλα σχεδόν τά ἔθνη ἐκτός ἀπό τήν Ἑλλάδα. Μόνο ἐδῶ δέ θυσιαζόταν ὁ ἄνθρωπος στό Θεό του ἤ στή χώρα του, ἄλλα τοῦ ἐπιτρεπόταν «νά βλέπη τή ζωή σταθερά καί νά τή βλέπη ὁλόκληρη». Ἀλλοῦ, λόγοι τοῦ κράτους ἤ λόγοι τῆς θρησκείας διέστρεφαν τήν ἔρευνα ἤ στένευαν τό πεδίο της. Ἦταν ἀπαγορευμένο στούς ἀνθρώπους καί νά σκέπτωνται μερικά θέματα ἤ ἀναγκάζονταν νά ἔχουν γι’ αὐτά ὁρισμένες προδιαγραμμένες ἀπόψεις. Ὁλόκληρες περιοχές τῆς ζωῆς τίς ἀπέσυραν ἀπό τή συζήτηση - με πολλές ἐξαίρετες συνέπειες, ἀλλά καί μέ περιστολή τῆς σκοπιᾶς τῆς ἀλήθειας, μέ περιορισμό τῶν πιθανοτήτων της ν’ ἀνακαλύψη τόν ἑαυτό της καί νά τόν κατακτήση. Γιά τούς Ἕλληνες ὅμως δέν ὑπῆρχαν φραγμοί οὔτε περιοχές ἀποχωρισμένες, στίς ὁποῖες δέ θά μποροῦσε νά πατήση· ἦταν παντοῦ ἐλεύθερος νά δράση καί νά σκεφτῆ, νά βρῆ τήν ἀλήθεια ἤ νά πέση σέ πλάνη, νά κάμη τό σωστό ἤ ν’ ἁμαρτήση. Στήν Ἑλλάδα οὔτε ἡ θρησκεία οὔτε ἡ πολιτική ἦταν δυνάμεις πού τόν ἐμπόδιζαν νά βλέπη τά πράγματα ὅπως εἶναι.

Δέ φτάνομε, βέβαια, νά ὑποθέσωμε ὅτι ἡ ἐλεύθερη σκέψη στή θρησκεία δέν προκαλοῦσε καθόλου δυσάρεστα συναισθήματα. Τέσσερεις σημαντικές καταδιώξεις μᾶς ἀποδείχνουν ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι ἦταν ζηλότυποι γιά τή θρησκεία τους. Ὁ Σωκράτης θανατώθηκε καί ὁ Ἀναξαγόρας ἐξορίστηκε, γιατί πρόσβαλαν παραδομένες πεποιθήσεις: ὁ Πρωταγόρας καί ὁ Διαγόρας ὁ Μήλιος ἔφυγαν, γιά ν’ ἀποφύγουν τίς συνέπειες ποινικῆς δίωξης. Ἀλλά ἄς παραβάλωμε αὐτή τήν ἐπίδοση μέ τόν ἀριθμό τών θρησκευτικών διωγμών πενήντα έτών τής Ιταλικής Α­ναγέννησης. Ἀνάμεσα στά 1566 καί 1619 «ὁ Καρνεζέκι κάηκε ζωντανός· ὁ Παλεάριο κάηκε ζωντανός ὁ Μπρούνο κάηκε ζωντανός· αὐτοί οἱ τρεῖς στή Ρώμη. Ὁ Βανίνι κάηκε στήν Τουλούζα. Ὁ Βαλεντίνο Τζεντίλι θανατώθηκε ἀπό Καλβινιστές στή Βέρνη. Τόν Καμπανέλλα σκληρά τόν βασάνισαν καί τόν φυλάκισαν εἴκοσι ἑφτά χρόνια στή Νεάπολη. Ὁ Γαλιλαῖος ὑποχρεώθηκε νά ταπεινώση τόν ἑαυτό του μπροστά σέ ἀμαθεῖς καί ἀγέρωχους μοναχούς καί νά κρύψη τήν κεφαλή του σέ ἐξοχική ἔπαυλη. Ὁ Σάρπι δοκίμασε τό μαχαίρι δολοφόνου... Μ’ αὐτό τόν τρόπο καταβρόχθισε ἡ Ιταλία τά φωτισμένα παιδιά τῆς»[9]. Αὐτά, φυσικά, εἶναι διάσημα θύματα. Ὁ Symonds ὑπολογίζει ὅτι μόνο στήν Ἰσπανία ἀνάμεσα στά 1481 καί 1525, καταδικάστηκαν 234.526 ἄτομα ὡς αἱρετικοί ἀπό τήν Ἱερή Ἐξέταση[10]. Συγκρίνετε μ’ αὐτή τήν ἐπίμονη καί ἀποστειρωτική τυραννία τίς συμπτωματικές παραβιάσεις τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψης στήν Ἑλλάδα καί θά αἰσθανθῆτε ὅτι ἡ θέση τοῦ Ἕλληνα στοχαστῆ δέν ἦταν χειρότερη ἀπό τή θέση τοῦ Χόμπς τό δέκατο ἕβδομο αἰώνα, οὔτε χειρότερη ἀπό τή θέση τοῦ Μαρμοντέλ, πού, μέσα στόν αἰώνα τοῦ Λόγου, τόν ἔστειλαν στή Βαστίλλη, γιά ἕναν ἀμφίβολο λίβελλο ἐναντίον κάποιου δούκα, καί μόλις χειρότερη ἀπό τή θέση τῶν Γερμανῶν φιλοσόφων πού πρίν ἕνα αἰώνα τούς ἐδίωξαν ἀπό τίς ἕδρες των γιά ἔλλειψη ὀρθοδοξίας, - ἀκόμη καί σήμερα τούς ἀπαγορεύεται νά διδάσκουν δημόσια τίς ἀρχές τῆς Σοσιαλιστικῆς Δημοκρατίας[11].

Πολλές αἰτίες ἔχει ἡ Ἑλληνική ἐλευθερία τῆς σκέψης. Ἕνας λόγος εἶναι ὅτι τήν Ἑλληνική φιλοσοφία δέν τήν ἐπιδοτοῦσε τό Κράτος· εἶναι λιγότερο εὔκολο νά καταστείλης τόν ἐλεύθερο λόγο, ὅταν δέν ἔρχεται ἀπό τους ἄμβωνες καί τίς αἴθουσες παραδόσεων τοῦ κράτους. Ἀλλά ὑπάρχουν πιό θεμελιώδεις λόγοι ἀπ’ αὐτόν, λόγοι πού βρίσκονται στή φύση τῆς ἴδιας της Ἑλληνικῆς θρησκείας.

Στό σημεῖο τοῦτο βρισκόμαστε σ’ ἐπικίνδυνο ἔδαφος. Οἱ θρησκευτικές δοξασίες τοῦ ἕκτου καί τοῦ πέμπτου αἰώνα δέν ἔχουν ἕως τώρα ὁλοκληρωτικά ἐξακριβωθῆ. Ἡ χώρα μόνο ὡς ἕνα μέρος ἔχει χαρτογραφηθῆ, καί ὅποιος πατήση τό πόδι τοῦ ἐπάνω της κινδυνεύει νά χάση τό δρόμο του. Ἄλλοτε νόμιζαν ὅτι τήν Ἑλληνική θρησκεία τή συγκεφαλαίωνε ἡ λατρεία τοῦ Δία, τῆς Ἥρας καί τῶν Ὀλύμπιων θεῶν. Τώρα, γνωρίζομε ἄλλες λατρεῖες· τά Ὀρφικά μυστήρια, μέ ὑψηλή πνευματική διδασκαλία· τή Διονυσιακή λατρεία, συναισθηματική καί ἐνθουσιαστική, πού ἦρθε στήν Ἑλλάδα ἀπό τά βόρεια. Ἀκόμη καί οἱ Ὀλύμπιοι δέν εἶναι ἐντελῶς ὅπως φαίνονταν. Ὁ Ἀπόλλων πού ἀποπλάνησε τή Δάφνη, ὁ προστάτης τῆς Τροίας, ἄσκησε μέ τούς προφῆτες του τῶν Δελφῶν πλατιά ἐπιρροή πρός τό καλό στήν Ἑλληνική ἠθικη καί πολιτική. Τέλος, μᾶς λέγουν σήμερα ὅτι ἡ πιό δυνατή θρησκεία στήν Ἀθήνα ἦταν ἡ ἐξευμένιση φοβερῶν χθονίων θεοτήτων. Εἶναι φανερό ὅτι ὀφείλομε νά ὁρίσωμε τί ἐννοῦμε μέ τήν Ἑλληνική θρησκεία.

Δέν προσπαθοῦμε νά δώσωμε ὁλόκληρο τό σχεδιάγραμμά της. Τωόντι, θά πρέπει νά ἀγνοήσωμε ἐντελῶς τίς πιό εύγενεῖς πλευρές της. Ἐρωτοῦμε μόνο γιατί ἡ σκέψη ἦταν ἔλευθερη στην Ἀθήνα στα χρόνια πού θά μποροῦσε κανείς να περιμενη τό διωγμό της, δηλαδή στή διάρκεια τοῦ πέμπτου αἰώνα καί τοῦ τέταρτου. Μποροῦμε, λοιπόν, νά ἀγνοήσωμε θρησκεῖες πού ἦταν μεταγενέστερες. Μποροῦμε, ἀκόμη, νά ἀγνοήσωμε ἐκεῖνες πού τίς δέχονταν μικρά μόνο τμήματα τῆς κοινότητας. Ἄν μιά θρησκεία πρόκειται νά κάμη διωγμούς, θά πρέπει νά ἐξουσιάζη τήν πλειονότητα σ’ ἕνα κράτος. Οἱ Κουάκεροι ἤ οἱ Ἑνωτικοί ποτέ δέν μπόρεσαν νά κάμουν διωγμούς. Οὔτε (κι ἄν το ἐπιθυμοῦσαν) μποροῦσαν οἱ Πλατωνικοί, οἱ Περιπατητικοί ἤ οἱ Στωϊκοί. Δέν ἐνδιαφερόμαστε λοιπόν ἐδῶ γιά τίς θρησκεῖες ἤ τίς φιλοσοφίες ἀπόλυτα. Μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ κρατική θρησκεία, πού δίδαξε τούς Ἀθηναίους νά νιώθουν τό σεβασμό σάν παιδιά, πού διαπέρασε τήν ἐθνική λογοτεχνία, πού στεφάνωνε τίς ὑψηλές τοποθεσίες τῆς πόλης μέ τούς ναούς της, πού καθιέρωνε τήν εἰρήνη καί τόν πόλεμο καί καθετί τό ἐπίσημο καί τελετουργικό στή ζωή τοῦ πολίτη, πού μέ τή στενή της συνάφεια μ’ αὐτά τά πράγματα ἀπόκτησε ἐκεῖνο τό στήριγμα ἀπό αἴσθημα σάν ἔνστικτο, ἰσχυρότερο ἀπό ὅποια ἠθική ἤ διανοητική κύρωση. Ὁ Ὀρφισμός δέν ἱκανοποιεῖ αὐτούς τούς ὅρους· οὔτε οἱ χθόνιες θεότητες. Ἡ θρησκεία πού γυρεύομε εἶναι ἡ λατρεία τῶν Ὀλύμπιων.

Τελευταία οἱ Ὀλύμπιοι ἔπεσαν σέ ἄδικη ἀνυποληψία, γιατί μᾶς ξαφνιάζει τό γεγονός ὅτι πολίτης σάν τόν Αἰσχύλο, μποροῦσε ἀκόμη νά λατρεύη τόσο ἀλλόκοτες θεότητες. Ἀλλά ἡ δική μας ἔκπληξη δέν ἀποδείχνει τίποτε. Οἱ θρησκευτικές δοξασίες τῶν ἐθνῶν πάντα ἀπογοητεύουν ἐκείνους πού ἐφαρμόζουν σ’ αὐτές τά κριτήρια τῆς ἀπόλυτης λογικότητας. Μπορεῖ κανείς νά τίς κρίνη μόνο ἄν ἐξέταση τί τά μέλη τοῦ ἔθνους λέγουν καί κάνουν. Σέ κάθε ἐποχή συνυπάρχουν διαφορετικές βαθμίδες πίστης. Προτάσεις πού δέ θά μποροῦσαν νά κυριαρχήσουν στή συγκατάθεση τοῦ νοϋ, ὑποστηρίζονται ἀκόμη ἀπό τό αἴσθημα καί τή συνήθεια. Οἱ πεθαμένες δοξασίες, ὅπως οἱ πεθαμένοι ἄνθρωποι, ποτέ δέν πεθαίνουν, ἀλλά κατά ἕνα νόμο τῆς κληρονομικότητας φοιτοῦν στό αἷμα τῶν ὑστερώτερων γενιῶν. Ἔτσι ἔγινε καί στήν Ἀθήνα. Ὁ ἴδιος ὁ Πίνδαρος πού σέβεται τούς θεούς καί ἀπορρίπτει ἕνα μύθο ἀνθρωποφαγίας τῶν θεῶν, παριστάνει τόν Ἀπόλλωνα ὑποκριτή καί δελεαστῆ[12]. Ὁ Αἰσχύλος, πού σέβεται τούς θεούς καί δημιούργησε γιά τόν ἑαυτό του ἕνα τόσο ἔξοχο θεϊσμό, μιλᾶ σέ μερικά ἀποσπάσματα γιά τό θεό ὡς δόλιο, καί σκληρό[13]. Ὁ Σοφοκλῆς, πού ἔγραψε τό μεγαλόπρεπο ὕμνο στούς αἰώνιους νόμους, ὀνομάζει ἕνα μέλος[14] τοῦ Πανθέου «θεόν πού οἱ θεοί τόν ἀτιμάζουν», καί καλεΐ τούς συντρόφους του θεούς νά τόν ἐξαφανίσουν. Τέτοιες ἀνακολουθίες δέ θά μᾶς ἐκπλήξουν, ἄν θυμόμαστε πώς ἄνθρωποι μέ τήν Καινή Διαθήκη στά χέρια τους, ἐπέτρεψαν στόν ἑαυτό τους νά ἐμπνέεται ἀπό βαρβαρότητες τῆς Παλαιᾶς. Ὁπωσδήποτε, τό γεγονός παραμένει. Τά ὀνόματα τῶν Ὀλυμπίων γεμίζουν τίς σελίδες τῆς Ἑλληνικῆς τραγωδίας. Αὐτοί, καί ὄχι κάποια χθόνια λατρεία διεγείρει τίς ἐπιθέσεις τοῦ Εὐριπίδη. Ὁ Πλάτων, ὅταν θέλη νά σχεδιάση μιάν ἰδεώδη ἀγωγή, πρίν ἀπό κάθε ἄλλο καταπιάνεται μέ τούς ἀποτελεσματικοΰς γιά τήν ἠθικότητα τῶν νέων κινδύνους πού κατά τή γνώμη του περιέχει ἡ Θεολογία τῶν Ὀλυμπίων. Τέλος, οἱ Ὀλύμπιοι θεοί ἐξακολουθοῦν νά λατρεύωνται στήν Ἑλλάδα ὅσον καιρό ἐπιζῆ ἡ εἴδωλολατρεία, καί οἱ ἀδυναμίες των παραμένουν ἀποτελεσματικά ὅπλα στά χέρια τῶν σκεπτικῶν, πού εἶναι μέσα στή μάντρα, ὅπως ὁ Λουκιανός, καί τῶν ἐχθρῶν, ἔξω ἄπ’ αὐτήν, ὅπως ὁ Αὐγουστίνος.

Καί τώρα, γιά νά γυρίσωμε στό κύριο ζήτημά μας. Γιατί αὐτή ἡ θρησκεία ἄφηνε τόσο ἐλεύθερη τή σκέψη;

Πρῶτα πρῶτα ἦταν ἀνθρωπομορφική, καί οἱ ἀνθρωπομορφικές θρησκεῖες εἶναι οὐσιαστικά εὔπλαστες. Ἐπιδέχονται κριτικόν ἔλεγχο καί ἀνάπλαση. Σχεδόν τά προσκαλοῦν. Μιά ματιά στούς Ἑλληνικούς θεούς θά μᾶς δείξη γιατί. Ὁ Ὅμηρος καί ὁ Ἡσίοδος, λέγει ὁ Ξενοφάνης, «ἀπέδωσαν στούς θεούς τά ἐλαττώματα τῶν ἄνθρωπων[15]. Ἔκαμαν τούς θεούς κατά τή δική τους εἰκόνα, μέ τήν ὁμοιότητα πού ἔχει μιά εἰκόνα τοῦ φθαρτοῦ ἀνθρώπου. Sua cuique deus fit cupido. «Τό φοβερό του πάθος γίνεται στόν καθένα θεός του». Μάλιστα, καί ὄχι μόνο τά πάθη, ἀλλά κάθε ὁρμή, κάθε βλέψη, κάθε εὔθυμη διάθεση, κάθε ἀρετή, κάθε οἶστρος. Σέ καθεμιά ἀπό τίς ἐνέργειες του ὁ Ἕλληνας εὔρισκε κάτι τό θαυμαστό, καί τό ὀνόμαζε Θεό: ἡ ἕστια στήν ὁποία ζεσταινόταν καί ἔψηνε τό φαγητό του, ὁ δρόμος στόν ὁποῖο ἦταν τό σπίτι του, τό ἄλογο πού ἵππευε, τά ζῶα πού ἔβοσκε, ἡ γυναίκα πού παντρεύτηκε, τό παιδί πού τοῦ γεννήθηκε, ὁ λοιμός ἀπό τόν ὁποῖο πέθανε ἤ ἀπό τόν ὁποῖον ἀνέλαβε, τό καθένα γεννοῦσε μιά ἰσότητα, καί τήν ἔβαζε νά κυβερνᾶ τό καθένα. Τό ἴδιο καί μέ ἰδιότητες καί δυνάμεις πιό ἀφηρημένες. Ἡ Βία, ὁ Φόβος, ἡ Στάση, ἡ Διασκέδαση, ἡ Μέθη, ἡ Δημοκρατία, ἡ Μανία, ὁ Φθόνος, τό Ὄργιο, ἡ Πειθώ, ὁ Ὕπνος, ἡ Πείνα, εἶναι προσωποποιημένα καί σέ ὁρισμένες περιπτώσεις λατρεύονται. Κάθε πράγμα ἔχει τή λατρεία του, ἀκόμη καί ὁ «ἄγνωστος θεός». (Γι’ αὐτό, ἀποβλέποντας στή θρησκεία του, εἶναι δυνατό νά φανταστοῦμε τόν Ἕλληνα θαῦμα ἀρετῆς ἤ κακίας). Ἐπιθυμοῦσε νά μεθύση ὁ Ἕλληνας, καί νά ὁ Διόνυσος ἦταν προστάτης του· ἄν ἐπιθυμοῦσε τή διαφθορά, στρεφόταν στήν «Πάνδημον Ἀφροδίτην». Ἦταν κλέφτης, μποροῦσε νά βασίζεται στή βοήθεια τοῦ Ἑρμῆ· εἶχε πάθος γιά τήν ἀγνεία, νά ἡ λατρεία τῆς Ἀρτέμιδας. Θεοί ἄρκετοι· ἀλλά δέν εἶναι ἀρχικά, πρωτότυπα ὄντα μέ ἀνεξάρτητες δυνάμεις. Εἶναι οἱ σκιές τοῦ ἀνθρώπου, πού τίς ἔφτιασε, τίς ἐκάλεσε στήν ὕπαρξη γιά νά προστατεύουν τίς πράξεις τοῦ δημιουργοῦ τους, νά προφέρουν τίς λέξεις πού αὐτός ἔβαλε στό στόμα τους, νά χαμογελοῦν, νά προστάζουν τά λάθη καί τίς ἀρετές του μέ καλοκάγαθη καί ἀκλόνητη εὐγένεια[16].

Αὐτο εἶναι ἀρκετό γιά νά ἐξηγήσωμε γιατί δέν ὑπῆρχε θρησκευτική τυραννία στήν Ἑλλάδα. Θεοί τέτοιου εἴδους δέν ἔμοιαζαν νά ἔχουν δραστική ἐπίδραση στή ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ἡ καταγωγή τους καί ὁ χαρακτήρας τους ἐξασθενοῦσε, χωρίς πραγματικά καί νά ἀφανίζεται ἡ δύναμή τους ἐπάνω στούς πιστούς τους. Στό κάτω κάτω ἦταν μόνο ἔργο τῶν χειρῶν τῶν ἀνθρώπων, καί οἱ ἄνθρωποι ἀπό ἔνστικτο ἀπόκτησαν ἐλευθερίες μέ τά δημιουργήματά τους. Ὁ Ἀριστοφάνης, πού ἦταν ὑποστηρικτής τῆς καθιερωμένης θρησκείας, παρουσιάζει τό Διόνυσο ἀπάνω στή σκηνή μπροστά στή συνέλευση τοῦ Ἀθηναϊκοῦ κοινοῦ μέ τόν ἀνάμικτο χαραχτήρα ἑνός καυχησιάρη, ἑνός ἄναντρου καί ἑνός γελωτοποιοῦ[17] καί ἦταν ὁ Διόνυσος, ὅπως ἡ Harrison τονίζει, ὁ θεός μιᾶς γνήσια πνευματικῆς λατρείας. Ὁ Ἀριστοφάνης φέρνεται καί στό Δία μέ ἴση ἀνευλάβεια· τόν συσχετίζει σ’ ἕνα μέρος μέ μιάν ἀφόρητα βλάσφημη θεωρία γιά τή βροχή, σ’ ἄλλο πάλι συζητεῖ μέ θαυμαστή σοβαρότητα, ὅτι εἶναι βέβαιο, πώς ὁ Ἡρακλῆς θά ἀποκληρωθῆ, γιατί εἶναι νόθος γιός τοῦ Βασιλιᾶ τοῦ Οὐρανοῦ[18]. Τό ἴδιο καί μέ συγγραφεῖς λιγότερο ἀπρόσεκτους ἀπό τόν Ἀριστοφάνη, καί σέ βήματα μέ λιγότερο ἐλαφρή καρδιά ἀπό τό βῆμα τῆς Κωμωδίας. Λέγεται γιά τόν Ἀγησιπολη ὅτι «ἀφοῦ συμβουλεύτηκε τό μαντεῖο τῆς Ὀλυμπίας, πῆγε νά ρωτήση καί τό θεό τῶν Δελφῶν, ἄν εἶχε τήν ἴδια γνώμη μέ τόν πατέρα του, μέ τήν ἰδέα ὅτι θά ἦταν αἰσχρό νά πῆ τά ἀντίθετα»[19]. Καί ὁ Θέογνις παρατηρώντας τίς ἀνισότητες τῆς θεϊκῆς δικαιοσύνης ἔτσι προσφωνεῖ τό Δία, «Ζεῦ φίλε, θαυμάζω σέ»[20]. Εἶναι ὁ τόνος μέ τόν ὁποῖο θά μποροῦσε ἕνα παιδί νά μιλήση στό μεγαλύτερο ἄδερφο του - ὁ Πίνδαρος εἶχε τή σκέψη ὅτι οἱ θεοί ἦταν ἀδερφοί μας - καί ὑποβάλλει τή σκέψη ὅτι σέ περιπτώσεις ὅπου ὁ οὐρανός εἶπε κάτι καί ὁ λαός ἐπιθυμοῦσε ἄλλο, οἱ θεοί τῶν 'Ἑλλήνων θά ἔκλιναν πρός τήν κοινή γνώμη.

Αὐτό ἦταν τό πρόστιμο πού οἱ Ἕλληνες πλήρωναν, γιατί ἔβλεπαν τή θεότητα μέ πολλές μορφές. Κέρδισαν σέ πλάτος, ἄλλα ἔχασαν σέ ἔνταση. ¨Ο θεός τους ἦταν πάντα πάρα πολύ δημιούργημα τῶν πιστῶν του καί δέν μποροῦσε νά γίνη ἀπόλυτος. Ἦταν ἕνας συνταγματικός μονάρχης, πού οἱ ὑπήκοοί του δέν ξεχνοῦσαν ποτέ ἐντελῶς ὅτι αὐτοί τόν ἔβαλαν στό θρόνο του. Βασιλιάς τους στή θεωρία, στήν πράξη ἦταν ὁ ἀντιπρόσωπός τους, ὑποχρεωμένος νά ἐκπληρώνη τίς ἐπιθυμίες τους. Καί ἀνάμέσα σ’ αὐτές ἦταν ἡ ἐπιθυμία νά εἶναι ἐλεύθεροι.

Αὐτό εἶναι ἡ μιά ἐπίδραση πού ἔκαμε τό ἔργο τῆς Ἑλληνικῆς θρησκείας χαλαρό. Μιά δεύτερη εἶναι συγγενική μ’ αὐτήν. Δέν ὑπῆρχε Ἑλληνική Βίβλος.

Αὐτό εὐνοεῖ τήν ἐλευθερία στήν πρώτη ἀρχή. Μιά Βίβλος ἔχει ἄπειρα πλεονεκτήματα γιά ἐκείνους πού μποροῦν νά τή χρησιμοποιοῦν, ἀλλά γιά τόν κόσμο γενικά ἔχει τούς κινδύνους της. Σκεφτῆτε πόσο εὔκολα ὁ γραπτός λόγος, ἑρμηνευμένος ἀπό τήν αὐστηρότητα τῆς ἀμάθειας, μπορεῖ σφιχτά νά περιορίση τήν ἀλήθεια. Ὁ Ψαλμωδός εἶπεν ὅτι ὁ ἥλιος «περιτρέχει τόν οὐρανό ἀπό τό ἕνα ἄκρο στό ἄλλο» καί ὅτι «τά θεμέλια του σφαιρικοῦ κόσμου εἶναι τόσο καλά στερεωμένα πού δέν μποροῦν νά μετακινηθοῦν». Πῶς τότε μπόρεσε ὁ Γαλιλαῖος νά ὑποστήριξη ὅτι ἡ γῆ κινεῖται γύρω ἀπό τόν ἥλιο; Νά, ἐδῶ ὁλόκληρη ἡ ἐγγύηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιά τό ἀντίθετο. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς εἶπεν ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι καμωμένοι νά ζοῦν «ἐπί τοῦ προσώπου τῆς γῆς». Ἕπεται λοιπόν ὅτι δέ ζοῦν σέ περισσότερα ἀπό ἕνα πρόσωπα τῆς γής ἤ «ἐπί τῶν νώτων τῆς γῆς». Μέ τέτοιο χωρίο μπροστά στά μάτια του, ἕνας χριστιανός δέν ἤθελε οὔτε νά μιλήση γιά τούς Ἀντίποδες[21]. Ἔτσι οἱ θεολόγοι τοῦ Μεσαίωνα συζητοῦσαν, χρησιμοποιώντας τή Βίβλο ὄχι γιά νά τή ζωντανέψουν, ἀλλά γιά νά τήν ἀπολιθώσουν. Καί μέ ἀμέτρητους τρόπους λιγότερο σοβαρούς ἀπό αὐτούς, τυχαῖες παρατηρήσεις πού παρανοήθηκαν, ὠμές ἀντιλήψεις πρωτόγονης ἐποχῆς, ἠθικές ἐντολές γιά πρωτόγονο λαό, ὅλα αὐτά περιβλήθηκαν μέ θεϊκό κύρος καί σφυρηλάτησαν μ’ αὐτά ἁλυσίδες γιά την ἐλευθερία τῆς σκέψης, μόνο καί μόνο γιατί βρέθηκαν μέσα στό Ἱερό Βιβλίο.

Ἀπό τέτοιους κινδύνους οἱ Ἕλληνες ἦταν ἐλεύθεροι. Δέν εἶχαν Βίβλο.Ὀνομάζομε συχνά τόν Ὅμηρο ἑλληνική Βίβλο.Ἀλλά ἡ φράση εἶναι παραπλανητική, γιατί ὁ Ὅμηρος, δέν εἶχε τό ἀμετάκλητο κύρος τοῦ Νόμου, πού μιά φορά προχειρίστηκε καί δεσμεύει γιά πάντα, ἀλλά τή λεπτή ἐπίδραση ἑνός βιβλίου, πού βρίσκεται στά χέρια τοῦ καθενός. Οἱ Δελφικοί χρησμοί πλησιάζουν πολύ τόν Ἑβραϊκό Νόμο, γιατί ἦταν ἄμεσες ἔντολες τοῦ Ἀπόλλωνα. Ἀλλά δέν ἔγιναν ποτέ μηχανές τυραννίας, γιατί τούς ἔδιναν γιά ν’ ἀντιμετωπίσουν εἰδικές περιστάσεις, καί ἦταν αὐστηρά προσωρινές στίς ἐφαρμογές τους. Ἡ Ὀρφική λατρεία εἶχε, ἀλήθεια, ἱερά βιβλία. Ἀλλά γιά τούς μεγάλους θεούς τοῦ Ὀλυμπου δέν ὑπῆρχε Βιβλίο ἤ γιά ὁποιαδήποτε ἀπό τίς θεότητες, πού λάτρευαν στήν Ἑλλάδα. Γιά τόν Ἀπόλλωνα καί τό Δία κυκλοφοροῦσαν πολλές παραδόσεις, κανείς ὅμως δέν ἔνοχλήθηκε νά τίς ἐναρμονίση, καί οἱ πιστοί τους, χωρίς νά ἐπιμένουν σέ ἀκριβολογημένο ὁρισμό, ἦταν εὐχαριστημένοι ἀπό μιά γενική «εὐσέβεια». Γί αὐτό λοιπόν ὁ Πλάτων μποροῦσε νά ἐπίνοήση μιάν ἀφήγηση τῆς Δημιουργίας γιά νά ὑποστηρίξη ἕνα ἰδιαίτερο πολίτευμα, γιατί, ὅπως λέγει, «δέν ξέρομε τήν ἀλήθεια για τά παλιά»[22]. Τά λόγια του φέρνουν πάλι στο νοῦ μᾶς πόσο διαφορετική ἦταν ἡ τοποθέτηση τοῦ Ἑβραίου μέ τό βιβλίο τοῦ τῆς «Γενέσεως» καί τήν ἀκριβολογημένη ἀφήγησή του γιά τήν ἀρχή τοῦ κόσμου. Καί γενικά τό ἴδιο· ἡ σκέψη στήν Ἑλλάδα μποροῦσε νά δουλέψη ἀνεμπόδιστη, γιατί δέν ὑπῆρχεν ἐκεῖ ὁρισμένος γνώμωνας μέ τόν ὁποῖο νά τήν ἀναχαιτίζουν.

Ἀπό δῶ προέρχεται μιά στάση ἀπέναντι ταῆς θρησκείας πολύ ἀνόμοια πρός τή στάση τῶν Ἑβραίων. Ὁ Ἑβραῖος δέχεται τό θεό, πού τοΰ ἀποκαλύφτηκε: ὁ Ἕλληνας μεταβάλλει μέ τή σκέψη του τούς θεούς του. Ἄν ὁ Ἑβραῖος βρισκόταν σέ ἀμφιβολία, τοῦ ἦταν εὔκολο νά πάρη ἀπόφαση. Ὁ Θεός του εἶχε ἐκδώσει διαταγές· δέν ἦταν γραμμένες μέσα στά βιβλία τοῦ Μωϋσῆ; Ἀλλά ὁ Ἕλληνας δέν εἶχε νά ἐπικαλεστῆ τέτοιες αὐθεντίες. Ἔπρεπε πίσω πάλι νά ριχτῆ στό δικό του τό λόγο, στή δική του τήν αἴσθηση γιά τό δίκαιο καί τό ἀληθινό. Αὐτό ἦταν τό ἐργαστήρι μέσα στό ὁποῖο σφυρηλατοῦσε τίς πεποιθήσεις του. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς βλέπομε τόν Πλάτωνα νά προβαίνη σέ κάθαρση τῶν ἀφηγήσεων γιά τά οὐράνια, νά τούς δίνη νέα τροπή καί νέες ἑρμηνεῖες, νά φτιάνη καί νά χαλᾶ τή θεολογία κατά τήν κρίση του. Ἄν κάτι στήν παραδομένη θεολογία πρόσβάλλη τό ἠθικό του αἴσθημα, τό ἀπορρίπτει φανερά[23]. Τό ἴδιο καί μέ συγγραφεῖς λιγότερο ὀρθολογιστικούς ἀπό τόν Πλάτωνα. Ὁ Πίνδαρος ἦταν ὀρθόδοξος καί συντηρητικός. Μολαταῦτα, ὅταν διασταυρώθηκε μέ μιάν ἀηδιαστική παράδοση γιά τούς θεούς, τήν ἀρνήθηκε ἀπόλυτα:

«Ἐμοί δ’ ἄπορα γαστρίμαργον
μακάρων τιν’ εἰπεῖν· ἀφίσταμαι
»[24]

Δέν ἔχει τίποτε νά πῆ γιά μύθο ποῦ ἀναστατώνει τό ἠθικό του αἴσθημα. Ἄς ἔχη ὅλη τήν παράδοση μέ τό μέρος του, πρέπει νά εἶναι ψεύτικος: ὁ Πίνδαρος ἐμπιστεύεται στά δικά του ἔνστικτα καί τόν ἀπορρίπτει. Μιά τέτοια στάση μπορεῖ νά ἔχη τό ἀντίστοιχό της στήν Ἑβραϊκή λογοτεχνία, ἀλλά ἐκεῖ δέν εἶναι κοινή. Συνολικά ὁ Ἑβραῖος ὑποτασσόταν στήν παράδοση, ενώ ο Έλληνας είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στο λόγο του.

Ας πάρωμε ένα περίφημο παράδειγμα. Η Ελληνική κι η Εβραϊκή λογοτεχνία περιέ­χουν η καθεμιά τους την ιστορία ενός δίκαιου ανθρώπου που ο ουρανός του έστειλε μια άδικη δυστυχία. Ο Ιώβ «...ἄνθρωπος... ἀληθινός, ἄμεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής, ἀπεχόμενος παντός πονηροῦ πράγματος», έχασε τα αγαθά του, την οικογένεια του, και την υγεία τα από αιφνίδιο βούλευμα του ουρανού. Ο Προμηθέας, ο μεγάλος Τιτάνας, που είδε το ανθρώ­πινο γένος να εξολοθρεύεται παραμελημένο, το λυπήθηκε, δε φοβήθηκε τη θεϊκή οργή, έδωσε το πυρ στους ανθρώπους, και για τιμωρία του ο Δίας τον κάρφωσε σ’ ένα απότομο κρημνό, επάνω στον Καύκασο. Οι δύο «πάσχοντες» είναι σε πολύ ίδια κατάσταση: ο Προμηθέας υποφέρει, γιατί ακολούθησε τις υπαγορεύσεις της ευσπλαχνίας· ο Ιώβ υποφέρει παρά την καθαρότητα της ζωής του. Αν ένας από τους δύο άξιζε τη μοίρα του, αυτός ήταν ο Προμηθέας. Η καθεμιά ιστορία ακολουθεί την ίδια πορεία. Και οι δύο άνθρωποι θρηνούν για τα βάσανά τους και διακηρύττουν την αθωότητα τους. Φίλοι τους επισκέπτονται και τους συμβουλεύουν υποταγή στη θέληση του ουρανού. Ο Προμηθέας απαντά, ότι η προσβολή που έκαμε ήταν εσκεμμένη και ότι ποτέ δε θα υποχωρήση στο Δία· ο Ιώβ επιμένει ότι κανένα κα­κό δεν έκαμε. Ως εδώ οι ιστορίες συμπίπτουν. Αλλά παρατηρήστε πόσο διαφορετική είναι η ηθική που ο Έλληνας και ο Εβραίος συγγραφέας συνάγουν αντίστοιχα από τις δυστυχίες αυτών των δύο. Μέσα από την έρημο βγαίνει «λαίλαψ και νέφη» και μια φωνή ακούγεται που μιλά στον Ιώβ πείθοντας τον, όπως παράξενα λέγει η επικεφαλίδα του κεφαλαίου, ότι είνα αμαθής και ηλίθιος. Τι είναι αυτός με όλη τη γνώση του, που θα ήθελε να ελέγχη τα συ­στήματα του Κυρίου; Πού ήσουν, του λέγει, «ἐν τῷ θεμελιοῦν με τήν γῆν;». Μπορεί ο Ιώβ να κάμη χιόνι ή πάγο ή βροχή; μπορεί να οδηγή και να διατάζη τους αστερισμούς; Τι ξέρει για τον Παντοδύναμο και «τάς ὁδούς» του; Και ο Ιώβ με ήρεμη ευπείθια δέχεται την απόφαση του Θεού. «Το βλέπω, είμαι μηδαμινός... ξεστόμισα πράγματα που δεν καταλάβαινα… πράγματα πολύ θαυμαστά για μένα, που δεν τα ήξερα. Γι αυτό σιχαίνομαι τον εαυτό μου, και μετανοώ μέσα στη σκόνη και στη σποδό». Παρατηρήστε ότι ο Θεός δεν έδικαιολόγησε την ποινή του Ιώβ, ούτε ο Ιώβ δέχτηκε ότι έπεσε σε σφάλμα. Μόνο που ανακάλεσε τα λόγια του και ταπείνωσε τον εαυτό του. Τα δεινοπαθήματά του παραμένουν μυστήρια ανεξήγητα Αλλά ποιος είναι αυτός που θα έλεγχε «τάς ὁδούς τοῦ Κυρίου»;

Αυτή η λύση, μπορούμε με ασφάλεια να μαντέψωμε, θα ήταν ακατανόητη για τον Έλληνα - ο Αισχύλος δεν την αποδέχεται. «Ο Θεός πείθει τον Ιώβ πως βρίσκεται σε αμάθεια και βλακεία»: δεν υπάρχει ίχνος για τέτοια κατάληξη στην περίπτωση του Προμηθέα. Όταν ο Δίας προστάζη και απειλή, ο Προμηθέας ανταπαντά με υβριστική πρόκληση: κάνει ό,τι δε θα κάμη ποτέ ο Ιώβ: καταριέται το Θεό. Και τον καταριέται, χωρίς να τιμωρηθή ή να πάθη τίποτε περισσότερο. Ανόμοια προς τον Εβραίο ο Αισχύλος κλείνει την ιστορία του, όχι με θε­τική δικαίωση. Ο χρόνος και η Ειμαρμένη φέρνουν τον Ηρακλή, ο οποίος σκοτώνει το βα­σανιστικό γύπα: ο Δίας πείθεται να σπάση τις αλυσίδες του Προμηθέα, και για αντάλλαγμα μαθαίνει ένα μυστικό κίνδυνο που απειλεί το θρόνο του. Αλλά ο Τιτάνας δεν ταπεινώνεται, ούτε ο Θεός εξυψώνεται: μια συμφωνία χαράζεται ανάμεσα στους δυο και καταλήγουν σε όρους[25]. Από τον πρώτο ως τον τελευταίο στίχο ποτέ δεν έρχεται στο νου του Αισχύλου ότι μπορεί ο Προμηθέας να έχει στενή αντίληψη για τη δικαιοσύνη, και ότι, όταν οι λογαριασμοί θα ανακεφαλαιώνονταν, θα μπορούσε ο Δίας να βγάλη το συμπέρασμα ότι στο κάτω κάτω είχε δίκιο. Χωρίς υποψία ότι θα μπορούσε να υποπέση σε λάθος, ο Αισχύλος προσάγει το Θεό και τον Τιτάνα μπροστά στη δικαστική έδρα του ανθρώπινου λόγου. Κρίνει και τους δύο σ’ αυτό το δικαστήριο χωρίς ευνοϊκή προκατάληψη για κανέναν από τους δύο, και όταν ο Θε­ός φαίνεται άδικος, τον καταδικάζει αδίστακτα[26].

Πόσο διαφορετικός σε όλα αυτά από τις θεότητες του Ελληνισμού είναι ο Ιεχωβά! Πόσο διαφορετική θέση κατέχει στη ζωή του λαού Του! Είναι ζηλότυπος και αυθαίρετος Θε­ός: δεσπόζει τους πιστούς του και τους κάνει νάνους. Ο Ιεχωβά υπάρχει πριν από την ύπαρ­ξη του λαού Του, τον γνωρίζουν μόνο από την αποκάλυψη που έκαμε του Εαυτού του, και βρί­σκονται μέσα στη χούφτα του χεριού Του. Ο Έλληνας λέγει για τον Απόλλωνα και το Δία: υπάρχουν ο Ιεχωβά λέγει στο λαό Του: ΥΠΑΡΧΩ· οι Εβραίοι συγγραφείς δείχνουν αυτό-υποταγή και αυτό-ταπείνωση σ’ Αυτόν, καθόλου Ελληνική. Τους βασάνιζε η αίσθηση Του. Αυτός εμπνέει ό,τι υπάρχει μεγάλο και αξιομνημόνευτο στα γραφόμενά τους. Υπάρχουν τριάντα εννέα βιβλία στην Παλαιά Διαθήκη. Εκτός από ένα, όλα ασχολούνται συνεχώς με τις σχέ­σεις του Θεού με τον άνθρωπο· δέκα εννιά - το Βιβλίο του Ιώβ, οι Ψαλμοί, τα βιβλία των Προ­φητών - δεν έχουν άλλο θέμα. Δε συμβαίνει το ίδιο με την Ελληνική λογοτεχνία. Δε βρίσκε­ται από πίσω της, σαν αμετάβλητο βάθος, πάλη ανάμεσα στη θέληση του ανθρώπου και στη θέληση του Θεού. Δεν έχει επανειλημμένες διαμαρτυρίες εναντίον ενός αποστάτη λαού, που τ’ αυτιά του είναι συνεχώς βουλωμένα και χοντρές οι καρδιές του. Κι αυτό δεν οφείλε­ται σε καμιά εξαιρετική αγάπη της δικαιοσύνης από τους Έλληνες. Είναι προπάντων, γιατί η θρησκεία δεν ήταν το ίδιο πράγμα για τον Όμηρο ή τον Αισχύλο και για το Μωϋσή ή τον Ησαΐα. Στο σχέδιο τους για τον κόσμο ο Θεός δεν ήταν το παν. Ήταν ένα μέρος της ζωής τους, σημαντικό μέρος, αλλά όχι περισσότερο. Υπήρχε για να προσφέρη την προστασία Του στις απασχολήσεις τους και τα συμφέροντα τους, αλλά όχι να τους διευθύνη, να δεσπόζη, να τους καταπονή. Αυτό συμβαίνει ακόμη και στους πιο «θρήσκους» Έλληνες. Όταν ο Πλά­των οικοδομή την ιδανική πολιτεία του, η πρώτη λέξη στις σελίδες του δεν είναι ο Θεός, η πρώτη σκέψη του συγγραφέα δεν είναι πώς θα ευχαρίστηση το Θεό. Πολύ αργότερα μέσα στην πραγματεία του φτάνομε σε τέτοιες απόψεις. Διαβάστε την Πολιτεία του Πλάτωνα ύστερα από ένα από τα βιβλία των προφητών και η διαφορετική διάθεση είναι φανερή.

Οἱ δύο πόλεις Ἀθήνα και Ἱερουσαλήμ ἀντανακλούν καλά τον ἀντίστοιχο χαρακτήρα ταῆς θρησκείας τους. Ἔνδοξοι εἶναι οἱ ναοί πού στέφουν την Ἀκρόπολη και καθαγιάζουν τη ζωή ού σάλευε κάτω ἀπ’αὐτήν. Άλλά βρίσκονται ἐκεῖ μόνο σά στοιχεῖα ἁρμονικοῦ συνόλου, σά μιά ὀμορφιά ἀνάμεσα σέ πολλές ἄλλες. Ἡ θέα ἀπό τό Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν ὑποβάλλει πολύ διαφορετικές σκέψεις. Μέσα ἀπό τήν κοιλάδα ἐπάνω στούς λόφους της κεῖται ἡ Ἱερουσαλήμ, συγκεχυμένη μάζα ἀπό θόλους καί πύργους καί ἐπίπεδες στέγες, ὅλα τόσο σφιχτά συσσωρευμένα πού τό μάτι δέ βλέπει ἴχνος ἀπό ἀνοιχτούς χώρους ἤ ἀπό δρόμους πού νά τά διασχίζουν. Γιά μιά στιγμή φαίνεται σά μιά ἀπό τίς λιγότερο ἑλκυστικές πόλεις τῆς Ἀνατολῆς, σάν πολιτεία ἀπό τρῶγλες καμωμένες γιά ἕνα λαό χωρίς φαντασία, ἤ ἰδανικό ἤ αἴσθηση τοῦ ὡραίου. Ἔτσι φαίνεται, ἤ θά φαινόταν ἐκτός ἀπό ὁρισμένους ἀνοικτούς χώρους, ἀκριβῶς μέσα, ἀπό τό τεῖχος τῆς πόλης καί πρίν ἀρχίσουν τά σπίτια: πελώρια προαύλια μέ θολωτά οἰκοδομήματα καί λίγα κυπαρίσσια πού ὑψώνονταν ἀπό τό πεζοδρόμι τους. Εἶναι τά μόνα μεγάλα πράματα πού βλέπει τό μάτι· ἡ Ἱερουσαλήμ δίπλα τους γίνεται νάνος· καί τά πελώρια τεμένη πιό μέσα ἀπό τά προαύλια φαίνονται χαμένα μέσα στό χῶρο τους. Τά τεμένη εἶναι οἱ αὐλές τοῦ Ναοῦ. Τοῦτο ἐδῶ εῖναι τό μέρος πού ὁ Ἑβραῖος, ἐνῶ κρατοῦσε τήν πόλη του ἄθλια καί ἄχαρη, ἀφιέρωσε στή λατρεία τοΰ Ἰεχωβᾶ· ἐδῶ εῖναι οἱ αὐλές τοῦ Οἴκου τοῦ Θεοῦ του.

Εἶναι δύσκολο νά μιλᾶ κανείς μ’ αὐτό τόν τρόπο, χωρίς νά δίνη τήν ἐντύπωση ὅτι οἱ Ἕλληνες ἦταν ἄθρησκοι. Φυσικά, ὡς σύνολο ἦταν ἐντελῶς τό ἀντίθετο· μαρτυρεῖ ἡ κατάπληξή τους γιά τόν ἀκρωτηριασμό τῶν Ἑρμῶν. Ἀλλά ἦταν θρῆσκοι μέ τόν τρόπο πού τό σημερινό κοινό τακτικό ἐκκλησίασμα εἶναι θρῆσκο. Δέ θά ἔφταναν ἴσως ὡς τό σημεῖο νά συμφωνήσουν μέ τό μακαρίτη αἰδεσιμότατο Mark Pattison ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι καλός ὑπηρέτης ἄλλα κακός κύριος[27]· ἄλλα νά, ὑπῆρχαν πολλά ἄλλα ἐνδιαφέροντα στή ζωή τους ἐκτός ἀπό τό Θεό. Κανείς τους δέν ἦταν θρῆσκος μέ τό νόημα ποῦ ἔδιναν στή λέξη ὁ Αὐγουστίνος, ἤ ὁ Πασκάλ ἤ ὁ Νιούμαν ἤ ὁ Τολστόϊ. Εἶναι δύσκολο νά βροῦμε στήν Ἑλληνική λογοτεχνία παράλληλα χωρία σάν τό ἀκόλουθο: «Ὑπάρχουν δύο Θεοί. Εἶναι ὁ Θεός πού πιστεύει ὁ λαός γενικά - ἕνας Θεός πού ἔχει ἔργο του νά τούς ὑπηρετῆ (κάποτε μέ πολύ λεπτό τρόπο, ἴσως μέ τό νά δίνη ἁπλῶς εἰρήνη στό πνεῦμα τους). Αὐτός ὁ Θεός δέν ὑπάρχει. Ἀλλά ὁ Θεός πού ὁ λαός ξεχνά - ὁ Θεός πού ὅλοι ἔχομε νά ὑπηρετοῦμε – αὐτός ὑπάρχει καί εἶναι ἡ πρώτη αἰτία τῆς ὕπαρξής μας καί ὅλων ὅσα βλέπομε»[28]· ἤ, πάλι, σάν τά λόγια τοῦ Ψαλμωδοῦ: «τόσο μωρός ἤμουν καί ἅμαθος, σά νά ἦταν ἕνα ζῶο μπροστά Σου... Ποιόν ἔχω στόν οὐρανό ἄλλον ἀπό Σένα, ἀλλά κι ἐδῶ στή γῆ δέν εἶναι κανείς πού νά τόν ἀποζητῶ συγκρίνοντας τον μέ σένα. Ἡ σάρκα μου καί ἡ καρδιά μου ἔσφαλαν ἀλλά ὁ Θεός εἶναι ἡ δύναμη τῆς καρδιᾶς μου καί ἡ παντοτεινή του δόσις». Ποιός Ἕλληνας σκέφτηκέ ποτέ γιά τή θρησκεία του ὅπως ὁ Πασκάλ σκέπτεται γιά τή μεταστροφή[29]: «Ἡ ἀληθινή μεταστροφή εἶναι νά ἐκμηδενιστῆς μπροστά σ’ αὐτό τό καθολικό ὄν, πού τόσες φορές τό ἔχεις ἐξοργίσει καί πού μπορεεῖ κάθε ὥρα νά σ’ ἔξολοθρέψη ἔννομα· ν’ ἀναγνωρίσης ὅτι τίποτε δέ δύνεσαι χωρίς αὐτόν, καί ὅτι δέν ἔγινες ἄξιος γιά τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό τή δυσμένειά του»; Ἤ ὅπως σκέπτεται ὁ Νιούμαν γιά τόν καθολικισμό: «Μιλῶ γι’ αὐτόν μέ τήν ἰδέα ὅτι διδάσκει στήν ἐρειπωμένη φύση τοῦ ἄνθρωπου τήν τέλεια ἀνικανότητά του νά κερδίση τόν οὐρανό μέ τίποτε πού μπορεῖ νά τό κάμη ὁ ἴδιος· τήν ἠθική βεβαιότητα γιά τήν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς του, ἄν ἀφεθῆ στίς δυνάμεις του· τήν ἀπόλυτη ἀπουσία δικαιωμάτων καί ἀξιώσεων ἀπό τήν πλευρά τοῦ πλάσματος, ὅταν εἶναι παρών ὁ Δημιουργός· τίς ἀπεριόριστες ἀπαιτήσεις τοῦ Δημιουργοῦ γιά τήν ὑπηρεσία τοῦ πλάσματος»[30]; καί ἄλλοι πολλοί.

Τά χωρία αὐτά ἀποδίνουν τή γνήσια διάθεση τοῦ Ἠσαΐα καί τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἀλλά ποῦ θά βροῦμε τά ἀντίστοιχά τους στήν Ἑλληνική λογοτεχνία; Ἐκεῖνος πού περισσότερο τά πλησιάζει εἶναι ὁ λόγος τοῦ Πλάτωνα ὅτι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε «ἕν τῶν κτημάτων»[31] τῶν Θεῶν ἤ ὁ περίφημος ὕμνος τοΰ Στωικοῦ Κλεάνθη. Θά ἀσχοληθοῦμε μέ τόν Πλάτωνα ἀργότερα. Ὅσο γιά τόν ὕμνο, πρέπει νά ὑπενθυμίσωμέ ὅτι ἡ Στωική φιλοσοφία εἶχε ἀκμάσει τόν τρίτο αἰώνα, ὅτι οἱ ἱδρυτές καί οἱ κύριοι διδάσκαλοί της εἶχαν Ἀσιατική προέλευση καί ὅτι ὁ Θεός τοῦ Κλεάνθη εἶναι ἀπρόσωπη δύναμη. Καί σκέπτομαι ὅτι πολλοί πού διαβάζουν τόν ὕμνο θά καταλάβουν ὅτι, παρά τήν ἐπιφανειακή ὁμοιότητα, τά λόγια του ἄπειρα ἀπέχουν ἀπό τή διανοητική αὐτο-ἀπάρνηση τοϋ Νιούμαν ἤ τό ἔντονο πάθος τοῦ Ψαλμωδοῦ.

Ἔχομε λοιπόν τώρα τρεῖς ἐπιδράσεις πού ὑπόθαλψαν τήν Παρρησία στήν Ἀθήνα· τήν ἀπουσία τῆς Βίβλου· ἕνα ἔνστικτο πρός ὀρθολογισμό· καί τή διάθεση πού γέννησε ἡ ἀνθρωπομορψική θρησκεία. Αὐτές μετασχηματίζονται σέ μιάν ἄλλην ἐπίδραση καί μαζί μ’ αὐτήν ἐξηγοῦν γιατί, ἄν κάτι ἐμπόδιζε τόν Ἕλληνα νά βλέπη τή ζωή ὅπως εἶναι, αὐτό δέν εἶναι οἱ θεοί του.

Ἄν ἡ θρησκεία ἄφηνε ἐλεύθερούς τους Ἕλληνες, τό ἴδιο ἔκανε καί ἡ πολιτική. Ἄν καί συνδέονταν τόσο στενά ἡ ζωή τοῦ πολίτη καί ἡ ἰδιωτική ζωή, ἄν καί ἀπαιτοῦσε τό Ἑλληνικό Κράτος ἀπό τους πολίτες του τόσο πολύ περισσότερα ἀπό ὅσα τό δικό μας, μολαταῦτα τό ἄτομο δέν ἔγινε ποτέ ἕνα ἀπλό τίποτε σ’ ἕνα φύλλο ἀπογραφῆς, ἀλλά διατήρησε καί διεκδίκησε τήν ἀτομικότητά του.

Ὁ πολιτικός ἀτομικισμός εἶναι πλατιά χαραγμένος στή διαδρομή τῆς Ἱστορίας τῆς Ἑλλάδας. Στίς χειρότερές του στιγμές φαίνεται στήν ἔλλειψη αὐτοελέγχου, στήν ἀνικανότητα νά συνενώση, στήν ἀπρόσεκτη φιλαυτία, ὅλα πράγματα πού ἦταν τόσο δυσαρέστως κοινά. Δέν ἦταν σπάνιο γιά ἕναν ἐξορισμένο πολίτη νά ἑνωθῆ μέ τούς ἐχθρούς τῆς πατρίδας του καί νά προσπαθῆ νά τήν καταστρέψη. Ὀλιγαρχικοί καί δημοκρατικοί πολεμοῦσαν κατά τῶν ἑστιῶν ἀπό τίς ὁποῖες εἶχαν ἐξοριστῆ. Ἕλληνες ἐξόριστοι ὑποδαύλιζαν καί συνόδευαν καί τίς δύο ἐπιδρομές τῶν Περσῶν. Ὁ Ἀλκιβιάδης τή μιά μέρα κυβερνοῦσε ἕναν Ἀθηναϊκό στόλο, τήν ἄλλη ἔδειχνε στή Σπάρτη τίς ἀσθενεῖς θέσεις γιά τήν ἄμυνα τῆς χώρας του. Ὅπως, γιά νά γίνη ἀρεστός, λέγει: «τῇ ἐμαυτοῦ μετά τῶν πολεμιωτάτων, φιλόπολίς ποτε δοκῶν εἶναι, νῦν ἐγκρατῶς ἐπέρχομαι»[32].

Ἀλλά ὁ Ἑλληνικός ἀτομικισμός πῆρε καλύτερες μορφές ἀπό αὐτές. Κάποτε ὁ ἀτομικισμός ἔφερε πίσω στά σπίτια τους ἀπό τόν Εὐφράτη δέκα χιλιάδες Ἕλληνες. Τίποτε δέν εἶναι τόσο διδακτικό σ’ ἐκείνη τήν Ἱστορία τοῦ Ξενοψώντα, πού καθοδήγησε τόσο πολλούς μαθητές στήν Ἑλληνική γλώσσα, ὅσο ἡ ὀργάνωση τοῦ στρατοῦ· τίποτε δέν εἶναι πιό χαρακτηριστικά Ἑλληνικό. Δέν εἶναι στρατός σέ πορεία, ἄλλα κοινοβούλιο ἀπό 10.000 μέλη. Ἄν δημιουργῆται κάποια κρίση, οἱ στρατιῶτες συγκροτοῦν συνέλευση, οἱ στρατηγοί τούς ἐκθέτουν τήν κατάσταση, ὁμιλητές ἀγορεύουν ὑπέρ ἤ κατά, ὁ στρατός ψηφίζει, καί ἡ πορεία ξαναρχίζει. Στρατηγούς πού εἶναι ἀναρμόδιοι ἤ ὕποπτοι τούς καταγγέλνουν δημοσία: ὁ στρατός ἀθωώνει, ἐπιβάλλει πρόστιμο ἤ θάνατο. Μοιάζει σάν ὀνειροπόλημα τοῦ Gilbert καί τοῦ Sullivan[33]. Μολαταῦτα οἱ δέκα χιλιάδες βάδιζαν - καί οἱ ἴδιοι ψήφιζαν μέσα σέ χειμωνιάτικη κακοκαιρία - ἐπάνω σέ μεγάλη ἔκταση τῆς πιό δύσκολης χώρας τοῦ κόσμου. Καί αὐτό ἦταν ἀτομικισμός.

Τό πνεῦμα αὐτό, παρόν ἀσφαλῶς ἀπό τήν ἀρχή, ἔγινε δραστήριο τόν ἕβδομο καί τούς ἀκόλουθους αἰῶνες, ὅταν ἡ ἀνάπτυξη τῶν τυραννιῶν ἔκαμε τήν Ἑλλάδα νά συναισθανθῆ πόσο πολλή ἐλευθερία ἔχασε. Ὁ Ἡρόδοτος, πού ἀφηγεῖται τήν ἀνύψωση καί τήν πτώση πολλῶν ἀπ’ αὐτες τίς ἡγεμονίες, λέγει γιατί ἦταν μισητές ἀπό τό λαό. Ἔκαναν πιέσεις. Ὁ τύραννος «...νόμαια τέ κινέει πάτρια καί βιᾶται γυναίκας κτείνει τέ ἀκρίτους»[34]. Ἀλλά οἱ τύραννοι ἦταν καί ξένοι πρός τό χαρακτήρα τῶν Ἑλλήνων. Οἱ Ἀθηναῖοι, λέγει ὁ Ἡρόδοτος, ὅσον καιρό τούς κυβερνοῦσαν οἱ Πεισιστρατίδες, δέν ἦταν καλύτεροι πολεμιστές ἀπό τους γειτόνους τους, ἀλλά, ὅταν ἐλευθερώθηκαν, ἀμέσως τούς ξεπέρασαν: αὐτό δείχνει ὅτι «κατεχόμενοι μέν ἔθελοκάκεον ὡς δεσπότῃ ἐργαζόμενοι, ἐλευθερωθέντων δέ αὐτός ἕκαστος ἑωυτῷ προεθυμέετο κατεργάζεσθαι»[35]. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἡ λέξη πού χρησιμοποιεῖ γιά τήν ἐλευθερία εἶναι ἡ ἰσηγορίη - ἐλευθερία τοῦ λόγου - δέν ἦταν ἱκανοποιημένοι μέ ἐλευθερία μόνο στήν πράξη. Ἡ ἴδια δυνατή ἐπιθυμία ἀκούεται στήν παράξενη ἀπάντηση τῶν Σπαρτιατῶν σ’ ἕναν Πέρση στρατηγό, πού τούς ἐπίεζε νά ὑποταχτοῦν στόν Ξέρξη: «Ὕδαρνες, οὐκ ἐξ ἴσου γίνεται ἡ συμβουλίη ἡ ἐς ἡμέας τείνουσα. Τοῦ μέν γάρ πεπειρημένος συμβουλεύεις, τοῦ δέ ἄπειρος ἐών· τό μέν γάρ δοῦλος εἶναι ἐξεπίστεαι, ἐλευθερίης δέ οὔκω ἐπειρήθης, οὔτ’ εἰ ἔστι γλυκύ οὔτ’ εἰ μή. Εἰ γάρ αὐτῆς πειρήσαιο, οὐκ ἄν δόρασι συμβουλεύοις ἡμῖν περί αὐτῆς μάχεσθαι, ἀλλά καί πελέκεσι»[36].

Ἐκεῖνοι ὅμως πού ἀνέπτυξαν τήν ἀντίληψη τῆς παρρησίας, ἐπάνω στήν ὁποία, ἀλήθεια, κάθε πραγματική δημοκρατία ὀφείλει νά στηρίζεται, ἦταν ὁ Περικλῆς καί ἡ Ἀθηναϊκή δημοκρατία. Κάτω ἀπό τούς γραφτούς νόμους λέγει ὁ Εὐριπίδης:

...ὅ τ’ ἀσθενής
ὁ πλούσιος τέ τήν δίκην ἴσην ἔχει.
Ἐστιν δ’ ἐνισπεῖν τοῖσιν ἀσθενεστέροις
τόν εὐτυχοῦντα ταὔθ’, ὅταν κλύη κακῶς·
νικᾶ δ’ ὁ μείων τόν μέγαν δίκαι’ ἔχων.
Τούλεύθερον δ’ ἐκεῖνο· «Τίς θέλει πόλει
χρηστόν τί βούλευμ’ ἔς μέσον φέρειν ἔχων;»
Καί ταῦθ’ ὁ χρήζων λαμπρός ἐσθ’, ὁ μή θέλων
Σιγᾷ. Τί τούτων ἔστ’ ἰσαίτερον πόλει;»[37].

Αὐτά τά λόγια τά λέγει ἕνας βασιλιάς τῶν Ἀθηνῶν καί ὁ Εὐριπίδης, πού τά ἔβαλε στό στόμα του, ὀνομάζει ἀλλοῦ τήν ἐλευθερία τοῦ λόγου «ἕνα μεγάλο πράγμα», καί αἰσθάνεται φρίκη στή σκέψη ἀνθρώπου μέ δεμένη τή γλώσσα. «Δοῦλος εἶναι ἐκεῖνος πού δέν μπορεῖ νά ἐκφράση τή σκέψη του»[38]. Λίγα χρόνια πρίν γράψη ὁ Εὐριπίδης αὐτά τά λόγια ἕνας Ἀθηναϊκός στόλος νικημένος καί ἀποθαρρημένος εἶχε πέσει σέ παγίδα μακριά ἀπό τήν πατρίδα. Τήν ὥρα πού οἱ ναῦτες ἔμπαιναν στά πλοῖα γιά μία τελευταία ἀπόπειρα νά διασπάσουν τόν κλοιό, ὁ ἀρχηγός τους ἔκαμε μιά τελευταία ἔκκληση στούς τριηράρχους. Τά πρῶτα λόγια πού τούς εἶπε εἶναι σημαντικά: «τούς θύμισε ὅτι ἔχουν τήν πιό ἐλεύθερη στόν κόσμο πατρίδα καί ὅτι στή χώρα τους δέν ὑπῆρχε καμιά ἐπέμβαση στήν καθημερινή ζωή τοῦ καθενός»[39].

Ἀσφαλῶς μικρή ἐπέμβαση ὑπῆρχε σέ ὅ,τι καθένας ἔλεγε. Ἡ Ἑλληνική κωμωδία δίνει μιά ἰδέα ὡς ποιό βαθμό ἡ παρρησία μποροῦσε νά εἶναι ἀδέσμευτη. Οἱ ἐπικρίσεις τοῦ τελευταίου Νότιο-αφρικανικοῦ πολέμου, πού ἐπισύρανε στήν κεφαλή τοῦ Λόϋδ Τζώρτζ καί ἄλλων τά βίαια βλήματα τοῦ ὀργισμένου πλήθους, ἦταν ἤπιες, ἄν τίς συγκρίνωμε μέ τίς ἐπικρίσεις πού ἐΐχε τό δικαίωμα νά κάνη ὁ Ἀριστοφάνης στό κρατικό θέατρο γιά τόν ἀγώνα τῶν συμπατριωτῶν του ἐναντίον τῶν Πελοποννησίων. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι ἦταν συνήθεια στή χώρα μας τά θεατρικά ἔργα νά παρουσιάζωνται στό κοινό «τή Δευτέρα τοῦ Πάσχα στό Albert Hall, κάτω ἀπό τήν προστασία τοΰ Κράτους, καί μπροστά σέ ἀκροατήριο πού νά μή περιλαβαίνη μόνο λειτουργούς κάθε εἴδους καί βαθμοῦ, ἀλλά καί σπουδαστές τῶν Πανεπιστημίων καί μαθητές τῶν σχολείων»[40]. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι ἐνῶ ἡ Ἀγγλία εἶχε μπλέξει σέ ἀπεγνωσμένο πόλεμο, κάποιος ποιητής, παρουσιάζοντας τό ἔργο του σ’ αὐτή τή γιορτή, συνηγοροῦσε γιά τήν εἰρήνη καί καταφερόταν κατά τοΰ πολέμου μέ ὄχι μετρημένα λόγια, κατηγοροῦσε τόν Τσάμπερλαιν γιά κατάχρηση, ἔδειχνε τόν Τζών Μπούλλ παχύ, λαίμαργο, μωρόπιστο, ἄμαθο γέρο, πού τόν ἐξαπατοῦσε καί τόν ἐλήστευε ἡ κυβέρνηση, πού ἦταν στήν ἐξουσία. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι ἀνέβαζαν τόν ἴδιο τό Λόρδο Ρόμπερτς στή σκηνή, γελοιογραφημένο σάν κομψευόμενο καυχησιάρη, νά τόν εἰρωνεύεται δημοσία ὁ αὐθάδης ὄχλος καί στό τέλος νά τόν μεταφέρνουν στό νοσοκομεῖο βαριά πληγωμένο, ἐνῶ οἱ ὀπαδοί τῆς εἰρήνης μ’ ἐμπαικτικούς ἀλαλαγμούς γιά τά ἀτυχήματα του ἀποσύρονται σέ πλούσιο δεῖπνο· ἄς ὑποθέσωμε ?τι ἕνας σύγχρονος συγγραφέας τολμοῦσε νά γράψη ἕνα τέτοιο θεατρικό ἔργο· θά τό ἀνεχόταν καί γιά μία στιγμή ἕνα ἀγγλικό κοινό; Καί ὅμως κατά τή διάρκεια τοῦ Πελοποννησιακοΰ πολέμου, ὁ Ἀριστοφάνης, παρουσιάζοντας ἐπάνω στή σκηνή τό Ἀθηναϊκό κοινό, τούς κρατικούς του ἀρχηγούς, καί ἕναν ἀπό τούς πιό διακεκριμένους του στρατηγούς δέν τούς γελοιογράφησε μέ λιγότερο χοντρό τρόπο[41].

Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ Κωμωδία εἶχε μιάν ἰδιόρρυθμη ἀκολασία στήν Ἑλλάδα. Ἀλλά αὐτό δέν ἀλλοιώνει τό γεγονός τῆς ἀκολασίας. Ὁ κανόνας τῆς παρρησίας βάσταξε πάντα στήν Ἀθήνα. Οὔτε τόν καιρό τῆς χειρότερης καταστροφῆς, οὔτε ὅταν ἡ Ἀθήνα δέν πολεμοῦσε πιά γιά τή νίκη, ἀλλά γιά τήν ὕπαρξή της, οὔτε ὅταν τά δοκάρια τοῦ στόλου της εἶχαν διαλυθῆ πάνω στίς ἀκρογιαλιές τῶν Συρακουσῶν καί ὁ στρατός τῆς σάπιζε στά λατομεῖα τους, ἀκόμη οὔτε ὕστερα ἀπό τή συμφορά τῶν Αἰγός ποταμῶν περιορίστηκε ἡ ἔλευθερία τοΰ λόγου. Ἡ ἐκκλησία τοΰ δήμου ἀκόμη συνεδρίαζε, ὁ κήρυκας ἀκόμη ρωτοῦσε τις ἀγορεύειν βουλεται;[42].

Αὐτή ἦταν ἡ πράξη στήν Ἀθήνα. Ἀκολουθοῦσε μιά θεωρία πού εἶχαν ὁρίσει, ἐρευνήσει καί καθαρά ἀναπτύξει. Ὅλοι οἱ πολιτικοί θεωρητικοί στήν Ἑλλάδα, μ’ ἐξαίρεση τόν Πλάτωνα, μιλοῦν γιά τό κράτος μέ τήν ἰδέα ὅτι ὑπάρχει γιά το άτομο. Ἕνας ἀπό αὐτούς, φίλος καί θαυμαστῆς τοῦ Περικλῆ, πού ἐγνώρισε ἀπό κοντά τά πολιτικά πράγματα, γιά τά ὁποῖα ἔγραψε, μᾶς ἄφησε στό ἔργο του τό ἰδεῶδες της Ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας. Σώζεται ἀγέραστο σά Χάρτης τῆς Δημοκρατίας, σάν Καινή Διαθήκη τοῦ Φιλελευθερισμοῦ.

Στόν Ἐπιτάφιο Λόγο πού τόν βάζει στά χείλη τοῦ Περικλῆ, ὁ Θουκυδίδης παρουσιάζει τόν Περικλῆ νά διακηρύσση τήν ἀντίληψή του γιά τό τί εἶναι ἡ Ἀθήνα καί τί κάθε κράτος ὄφειλε νά εἶναι. Μᾶς κάνει ἀμέσως ἐντύπωση, ὅταν διαβάζωμε τό λόγο, ἡ ὁλοκληρωμένη ἐλευθερία τοῦ Ἀθηναίου πολίτη, ἡ ἀπουσία κάθε προσπάθειας νά τόν κάμουν καλό μέ νόμους, ἡ ἀπουσία κάθε προστασίας ἐναντίον στήν ἔλλειψη πατριωτισμοῦ, καί, ἀλήθεια, ἡ ἀπουσία κάθε φόβου γι’ αὐτό. Βρισκόμαστε μέσα σέ ἀτμόσφαιρα πολύ διαφορετική ἀπό τή σύγχρονη πολιτική σκέψη. Δέ γίνεται λόγος γιά ταξικό μίσος καί γιά ταξικό ἐγωισμό πού πρέπει νά ἱκανοποιηθοῦν μέ ὁρισμένο σύστημα ἀπό ἐπιταγές καί ἰσοζύγια καί ἀντισταθμίσεις, οὔτε γιά ὑποχρεωτική στρατιωτική θητεία ἀναγκαία γιά νά ἐγχαράξη τόν πατριωτισμό, νά βάλη σέ πειθαρχία καί νά κατευθύνή τίς ἀνώμαλες ἐνεργητικότητες τοῦ ὄχλου, οὔτε γιά συντάξεις, βγαλμένες ἀπό κρατήσεις ἐπιθυμητές γιά νά γεννήσουν τήν ἰδέα γιά ἀποταμίευση, οὔτε γιά νόμο προορισμένο νά προστατέψη τούς πολίτες ἀπό τή μέθη, γιά ἐκκλησιαστικά σχολεῖα καί γιά θρησκευτική ἐκπαίδευση, πού χωρίς αὐτήν ὁ ἄνθρωπος πίσω πάλι θά πέση στό βόρβορο ἀπ’ ὅπού βγῆκε. Ὁ Περικλῆς ζῆ μέσα σέ ἕναν ἰδανικόν, ἴσως πολύ ἰδανικόν, κόσμο. Δέν τοῦ ἔτυχε νά φοβηθῆ μήπως ἡ τέρψη θά περισπάση τόν Ἀθηναῖο ἀπό τό καθῆκον του, κάθε ὑποψία γιά τίς τέρψεις ἀπουσιάζει τελείως ἀπό τό λόγο του. Τέτοια πράγματα τά θεωρεῖ οὐσιαστικό στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς ζωῆς. «Καί μήν καί τῶν πόνων πλείστας ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ ἐπορισάμεθα, ἄγωσι μέν γέ καί θυσίαις διετησίοις νομίζοντες...»[43]. Οὔτε φοβᾶται μήπως ἡ ψυχική καλλιέργεια καί ἡ παιδεία ὑποσκάψουν τίς ρίζες τοῦ χαρακτήρα, ἐκθηλύνοντας τούς ἄντρες, κάνοντάς τους καλύτερους νά σκέπτωνται παρά νά ἀποφασίζουν. «Φιλοκαλοῦμεν γάρ μετ’ εὐτέλειας καί φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας»[44].

Ὑπῆρχε στήν Ἑλλάδα ἕνα κράτος ὅπου τέτοια πράγματα τά θεωροῦσαν ἐπικίνδυνα. Ἡ Σπάρτη ἦταν ὀργανωμένη μέ ἀρχές περισσότερο ἀπό Ρωμαϊκές, καί οἱ πολίτες της ἀνατρέ- φονταν μέ μιά σειρά γυμνάσια, μέ συσσίτια καί λεπτομερειακούς κανονισμούς γιά νά γίνουν ἀφοσιωμένοι ὑπηρέτες τοῦ κράτους. Ἡ Ἀθήνα θά φαινόταν ἀλλόκοτος τόπος σ’ ἕνα Σπαρτιάτη ἐπισκέπτη. Πρῶτα πρῶτα θά τοῦ ἦταν ἀλλόκοτο, ὅτι θά ἦταν μέσα στήν Ἀθήνα τόσο ἐλεύθερος, γιατί στή δική του πατρίδα εἶχαν τή συνήθεια νά κάνουν ξενηλασίες, περιοδικές ἐξορίες τῶν ξένων. Καί ἔπειτα πόσο διαφορετική ἦταν ἡ ζωή τοῦ Ἀθηναίου ἀπό τή ζωή πού εῖχε συνηθίσει στόν τόπο του! Ἑφτά χρονῶ τόν εἶχαν πάρει μακριά ἀπό τήν οἰκογένειά του στό Συσσίτιον, εἶδος ἀρχαίου δημόσιου σχολείου, καί ἀπό κεῖ καί πέρα «ζοῦσε κανονικά δημόσια ζωή ἀπό κοινοῦ, πάντοτε κάτω ἀπό τά δεσμά καί τούς τύπους ἑνός κανονισμοῦ ὡς ἕνα μέρος στρατιωτικοῦ, ὡς ἕνα μέρος μοναστικού - ἀποξενωμένος ἀπό τήν ἀνεξαρτησία τῆς χωριστῆς ἐστίας - βλεποντας τή γυναίκα του, κατά τά πρῶτα ἔτη μετά τό γάμο, μόνο κρυφά, καί διατηρώντας μέ τά παιδιά του λίγες ἰδιόρρυθμες σχέσεις. Ἡ ἐπιτήρηση ὄχι μόνο τῶν συμπολιτῶν του, ἀλλά καί ἐξουσιοδοτημένων ἐλεγκτῶν ἤ λοχαγῶν διορισμένων ἀπό τό κράτος ἦταν κάτι πού ἀδιάκοπα τόν ἀκολουθοῦσε· τήν ἡμέρα του τήν περνοῦσε σέ δημόσιες γυμναστικές ἀσκήσεις καί σέ κοινά γεύματα, τίς νύχτες του στό δημόσιο στρατώνα στόν ὁποῖον ἀνῆκέ»[45]. Ξυπολυσιά, ἕνα μόνο ἔνδυμα χειμώνα καλοκαίρι, μαστιγώσεις σ’ ἕνα ἐπιχώριο ἱερό (εῖχε δεῖ παιδιά νά πεθαίνουν κάτω ἀπό τους ραβδισμούς), περιορισμένη τροφή, καί γιά ψυχαγωγία κυνήγι καί χορός - αυτα ἦταν ὁ κλῆρος του ἀπό παιδί. Στό κάτω κάτω, σκέφτονταν οἱ Σπαρτιάτες, ὀφείλετε νά κάμετε τούς ἀνθρώπους πατριῶτες, καί ποιός ἄλλος δρόμος ὑπάρχει νά τούς κάμετε;

Ὁ Περικλῆς σκέφτηκε ὅτι ὑπῆρχαν ἄλλοι τρόποι, καί ὀνομαστικά καταδικάζει τό σπαρτιατικό σύστημα. «Καί ἐν ταῖς παιδείαις οἱ μέν ἐπιπόνῳ ἀσκήσει εὐθύς νέοι ὄντές τό ἀνδρεῖον μετέρχονται, ἡμεῖς δέ ἀνειμένως διαιτώμενοι οὐδέν ἧσσον ἐπί τούς ἰσοπαλεῖς κινδύνους χωροῦμεν... καίτοι εἰ ρᾳθυμίᾳ μᾶλλον ἤ πόνων μελέτῃ καί μή μετά νόμων τό πλεῖον ἤ τρόπων ἀνδρείας ἐθέλομεν κινδυνεύειν, περιγίγνεται ἡμῖν τοῖς τέ μέλλουσιν ἀλγεινοῖς μή προκάμνειν, καί ἐς αὐτά ἐλθοῦσι μή ἀτολμοτέρους τῶν ἀεί μοχθούντων φαίνεσθαι...»[46]. Ἀφῆστε τό ἄτομο στόν ἑαυτό του καί μπορεῖ νά ἔχετε ἐμπιστοσύνη ὅτι θά κάμη τό καθῆκον του, αὐτή εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ Περικλῆ. Καταπίεση, περιορισμός, ἀπαγόρευση, εἶναι λέξεις πού δέν τίς βρίσκομε στήν πολιτική θεωρία του. Ἐμπιστοσύνη στό λαό συγκερασμένη μέ προβλεπτική προσοχή, ἦταν ὁ ὁρισμός τοῦ Γλάδστωνα γιά τό φιλελευθερισμό. Ἀφῆστε κατά μέρος τίς τέσσερεις τελευταῖες λέξεις καί ἔχετε τίς ἀρχές τοῦ Περικλῆ. Αὐτό ἦταν τό Ἑλληνικό ἰδεῶδες - ἀπεριόριστη ἐλευθερία. Εἶναι παράξενο ὅτι μέ τέτοιες ἀρχές τό Ἑλληνικό πνεῦμα παράμεινε ἀδιάφθορο;

Ἡ ἐλευθερία αὐτή ἦταν σπάνιο προνόμιο στήν ἀρχαιότητα. Σκεφτῆτε γιά μιά στιγμή τή Ρώμη. Ὁ Πλούταρχος λέγει γιά τό λαό της ὅτι «εἶχαν τή γνώμη, ὅτι δέν ἔπρεπε νά ἀφήνουν τους πολίτες νά παντρεύωνται, νά κάνουν παιδιά, νά ζοῦν ἰδιωτική ζωή μόνοι τους, νά κάνουν γιορτές καί συμπόσια κατά τήν ἐπιθυμία τους, ἄλλα ὅτι θά ἔπρεπε νά ἔχουν τό φόβο ὅτι θά ἐλεγχτοῦν καί θά ἐξεταστοῦν ἀπό τους ἄρχοντες· καί ὅτι δέν ἦταν καλό νά δώσουν στόν καθένα τήν ἐλευθερία νά κάνη ὅ,τι θά ἤθελε ἀκολουθώντας τήν ἐπιθυμία του καί τήν προαίρεσή του»[47].

Αὐτή ἦταν ἡ γνώμη τοῦ Πλούταρχου γιά τούς Ρωμαίους, καί αὐτή ἦταν ἡ γνώμη τοῦ ὑπάτου πού ἀνέβηκε στό βῆμα ἕνα πρωί στά 186 π.Χ. καί ἀνακοίνωσε στό ἀκροατήριό του τά μέτρα πού ἡ σύγκλητος σκόπευε νά λάβη γιά νά ἀποτρέψη τά Βακκανάλια[48]. Ἦταν μία Ρωμαϊκή θρησκευτική ὀργάνωση γιά τή λατρεία τοΰ Διονύσου, πού εἶχε χρησιμοποιήσει τίς συγκεντρώσεις της γιά χοντρές ἀκοσμίες καί, ἀκόμη, γιά συνωμοσία ἐνάντιον τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Βρώμικη ὑπόθεση, χωρίς ἀμφιβολία· καί ἀκριβῶς ὁ ὕπατος τήν εἶδε σάν ἀπειλῆ κατά τῆς ἠθικῆς καί τοῦ κράτους. Ὁμως σημειῶστε τά λόγια μέ τά ὁποῖα ἐπιτιμᾷ τό ἀκροατήριό του. «Οἱ πρόγονοί σας δέν ἤθελαν ἀκόμη καί τυχαία νά συγκεντρώνεστε, ἤ ἀπό σύμπτωση. Ἐκτός ἄν ἔπρεπε νά ὁδηγηθῆ ἔξω ὁ στρατός γιά ἐκλογικούς σκοπούς, ἤ οἱ δήμαρχοι συγκαλοῦσαν τό λαό σέ συνέλευση, ἤ ἕνας ἄρχοντας καλοῦσε συγκέντρωση. Ὁπου μαζευόταν πλῆθος, εἶχαν τή γνώμη ὅτι ἐκεῖ ἔπρεπε νά εἶναι ἕνας τακτικός ἀξιωματοῦχος γιά νά τούς ἐλέγχη»[49]. Βρισκόμαστε ἐδῶ πολύ μακριά ἀπό τά ἰδεώδη τοῦ Περικλῆ.

Ἡ συνέχεια ἀπό τά λόγια τοῦ ὑπάτου εἶναι καί αὐτή διδακτική. «Δέν εἶναι τίποτε περισσότερο εὐπρόσωπο ἤ περισσότερο ἀπατηλό ἀπό μιά μιαρήν εὐσέβεια. Ὁταν ἡ θεϊκή ἐξουσία γίνεται πρόφαση γιά ἔγκλημα, φοβούμαστε νά τιμωρήσωμε τήν ἀνθρώπινη κακοήθεια, μή τυχόν κάνοντας αὐτό παραβιάζωμε κάποιο νόμο τοῦ οὐρανοῦ μέ τόν ὁποῖο σχετίζεται». Τά αἰσθήματα αὐτά θά μᾶς παρασύρουν νά συγκρίνωμε τή Ρωμαϊκή ἄποψη γιά τά Βακκανάλια μέ τίς τύχες τοῦ Διόνυσου στήν Ἑλλάδα, καί νά βγάλωμε ἕνα ἐπιμύθιο ἀπό τήν ἀντιπαραβολή. Καί στήν Ἑλλάδα ἡ λατρεία τοῦ θεοῦ αὐτοῦ ἦταν advecta religio[50], πού ἦλθε καί καρφώθηκε ἀνάμεσα στίς πρωτόγονες λατρεῖες. Καί ἐκεῖ - αν καί ἀπαλλαγμένη ἀπό τήν χοντροκομμένη ἀνηθικότητα καϊ ἀπό τήν πολιτική μαφία τῶν Ἰταλικῶν Βακκαναλίων - πανηγυριζοταν μέ ὄργια ἐπάνω στούς λόφους, στά ὁποῖα ἡ μέθη ἦταν γενικό καί ἡ ἀνηθικότητα ὄχι ἀσυνήθιστο χαρακτηριστικό. Μολαταῦτα ὅταν ὁ Πενθέας ἀκολουθώντας τήν ἄποψη τοῦ ὕπατου, ἀπαγόρεψε στίς γυναῖκες τῆς πόλης του νά περιφέρωνται στούς λόφους, ἕνας Ἀθηναῖος δραματουργός τόν παράστησε στή σκηνή νά ἀνταμείβεται γιά τήν κακά ρυθμισμένη ἀγάπη τῆς διαταγῆς του μέ τό διαμελισμό του σέ κομμάτια στά χέρια τῆς ἴδιας ταῆς μητέρας του. Ἄν καί μπορεῖ νά μήν ἀντιπροσωπεύουν τή γνώμη τοῦ ποιητῆ, προξενοῦν ἐντύπωση τά λόγια πού ὁ Εὐριπίδης δίνει στούς ἀγγέλους πού ἀντικρούουν τήν πράξη τοῦ Πενθέα. Τοῦ θυμίζουν ὅτι ἔρχεται σέ σύγκρουση μ’ ἕνα Θεό, ὅτι, στό κάτω κάτω, τό κρασί κάνει τούς ἀνθρώπους νά ξεχνοῦν τίς λύπες των, καί ὅτι, ἄν οἱ γυναῖκες θέλουν νά εἶναι ἀνήθικες, θά εἶναι καί χωρίς νά πηγαίνουν στά βουνά:

Τόν δαίμον’ οὖν τόνδ’ ὅστις ἔστ’, ὦ δέσποτα,
δέχου πόλει τῇδ’, ὡς τ’ ἄλλ’ ἐστίν μέγας,
κάκεῖνο φασιν αὐτόν, ὡς ἔγω κλύω,
τήν παυσίλυπον ἄμπελον δοῦναι βροτοΐς.
Οἴνου δέ μηκέτ’ ὄντος οὐκ ἔστιν κύπρις
οὔδ’ ἄλλο τερπνόν οὐδέν ἀνθρώποις ἔτι[51].

Ἔτσι, μέ ἕνα μεῖγμα αἰσθησιακοῦ ἐπικουρισμοῦ καί ἐπιχειρημάτων ἀπό τόν τότε σέ ὑπόληψη φιλελευθερισμό, ὑποστηρίχτηκαν τά Βακκανάλια. Φανταστῆτε τή βλοσυρή φυσιογνωμία τοῦ Ρωμαίου ὕπατου, ὅταν θά ἄκουε μιά τέτοια ἀπολογία.

Δέν πρέπει νά προχωρήσωμε σ’ αὐτό τόν παραλληλισμό πολύ κοντά. Πλατιά ἄβυσσος βρίσκεται ἀνάμεσα στήν Ἑλληνική καί τήν Ἰταλική λατρεία τοῦ Βάκχου, καί ὁ Εὐριπίδης δέν ἦταν πολιτικός, ἀλλά ποιητής. Ἀλλά ἡ διαφορετική στάση σ’ αὐτά τά ζητήματα τῶν Ρωμαίων καί τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἀναμφισβήτητη. Οἱ Ρωμαῖοι δέν ἐνθάρρυναν νεωτερισμούς στή σκέψη ἤ στή θρησκεία, οὔτε χειροκροτοῦσαν ὄμορφες φράσεις γιά ἀνεξιθρησκεία. Ἐπιχειρήματα γιά ἐλευθερία στήν ἔρευνα, γιά ἀνεμπόδιστη Τέχνη, γιά τά δικαιώματα τῆς Λογοτεχνίας, ἔπεφταν στ’ αὐτιά τούς χωρίς νά τ’ ἀκοῦν. Κάθε λίγο τίς ξένες θρησκεῖες τίς ἔδιωχναν πίσω στίς ἑστίες τους μέ τά καράβια τους. Ὁ Κάτων θά ἤθελε νά κάμη τό ἴδιο καί γιά τήν Ἑλληνική Πρεσβεία καί παρακάλεσε τή σύγκλητο νά τούς ἀποπέμψη. «Κατηγόρησε φανερά τή Σύγκλητο ὅτι ἡ Πρεσβεία τῶν Ἑλλήνων κάθηται πολύν χρόνον ἄπρακτος, παρατηρώντας ὅτι ἦταν πανοῦργοι ἄνθρωποι, πού μποροῦσαν εὔκολα νά πείσουν τούς ἄλλους ὅ,τι ἤθελαν. Καί ἄν κανένας ἄλλος λόγος δέν ὑπῆρχε, αὐτός καί μόνο θά μποροῦσε νά πείση τή Σύγκλητο ν’ ἀποφασίση νά τούς δώση κάποια ἀπάντηση καί ἔτσι νά τούς στείλη πίσω πάλι στήν πατρίδα τους στίς σχολές τους, νά διδάσκουν τά παιδιά τῶν Ἑλλήνων, καί ν’ ἀφήσουν ἥσυχα τά παιδιά τῶν Ρωμαίων, νά μποροῦν νά σπουδάζουν πῶς νά ὑπακούουν στούς νόμους καί στούς ἄρχοντες ὅπως καί πρίν. Κι αὐτά τά εἶπε στή Σύγκλητο, γιατί γενικά μισοῦσε τή φιλοσοφία καί ἀπό φιλοδοξία καί ἐγωισμό καταφρονοῦσε πάσαν Ἑλληνικήν μοῦσαν καί παιδείαν»[52].

Φιλοκατήγορη ἐπέμβαση στήν ἰδιωτική ἐλευθερία γιά λόγους σάν αὐτούς ἦταν κάτι τό κοινό στή Ρώμη. Στά 161 π.Χ. οἱ πραίτορες ἐξουσιοδοτήθηκαν νά ἀποπέμψουν ἀπό τή Ρώμη τούς Ἕλληνες φιλοσόφους καί τούς ρητοροδιδασκάλους. Μερικοί ἐπικούρειοι ἐξορίστηκαν – πιθανῶς στά 184. Ἀκόμη καί στό 92 π.Χ. ἔβγαλαν οἱ τιμητές τό ἀκόλουθο διάταγμα: «Ἔχομε τήν πληροφορία ὅτι μερικά πρόσωπα σύστησαν νέα μορφή διδασκαλίας, καί ὅτι oi νέοι φοιτοῦν στά σχολεῖα τους: ὅτι τά πρόσωπα αὐτά παρουσίασαν τόν ἑαυτό τους ὡς Λατίνους ρητοροδιδασκάλους: ὅτι οἱ νέοι δαπανοῦν ὁλόκληρες μέρες μαζί τους. Οἱ πατέρες μᾶς ὅρισαν τί ἔπρεπε νά μάθουν τά παιδιά τους καί σέ τί λογής σχολεῖα θά φοιτοῦσαν. Αὐτά τά νέα σχολεῖα, πού εἶναι ἀντίθετα πρός τά ἤθη καί τήν παράδοση τῶν πατέρων μας, οὔτε ἐπιθυμητά μας φαίνονται οὔτε σωστά. Γι’ αὐτό σκεφτόμαστε ὅτι εἶναι σωστό νά ἐκφράσωμε τά αἰσθήματά μας στούς ἰδιοκτήτες ταῶν σχολείων αὐτῶν καί στούς μαθητές τους». Τά ἀλύγιστα αἰσθήματα καί τό βραχυλόγο ὕφος μᾶς μεταφέρνουν σέ κόσμο ὁπού πρῶτο ἦταν τό κράτος καί τό ἄτομο πουθενά. Τά δικαιώματα τοῦ ἄτομου δέν -πήγαιναν μακρύτερα ἀπό τό καθῆκον νά ὑπακούη.

Ἡ ἀντίθεση αὐτή ἀνάμεσα στήν Ἑλλάδα καί τή Ρώμη εἶναι εὔκολο νά ἐξηγηθῆ. Πολλές αἰτίες μπορεῖ νά συνεργάστηκαν γι’ αὐτήν, ἀλλά ἡ κύρια ἀνάμεσά τους εἶναι ἡ διαφορετική ἱστορία τῶν δύο λαῶν, 600 χρόνια, χωρίς στιγμή σχεδόν γι’ ἀνάπαψη, πολλές φορές νικημένη καί παλεύοντας κάθε στιγμή γιά τήν ὕπαρξή της, ἡ Ρώμη διάνοιξε τέλος τό δρόμο της πρός τή νίκη. Ἀπό τήν ἄσημη πόλη τους οἱ πρῶτοι της πολίτες μποροῦσαν νά βλέπουν τούς λόφους τῶν ἐχθρῶν τους καί τά φρούρια πού τούς ἔφραζαν κάθε διάβαση. Ἐτρούσκους, Λατίνους, Αἰκούους, Οὐόλσκους, Ἐρνίκους, Σαυνίτες, Γαλάτες - με ὅλους αὐτούς ἔπρεπε νά χτυπηθῆ καί νά τούς καταβάλη. Καί ὕστερα ἀπό αὐτούς οἱ μεγαλύτεροι ἀνταγωνιστές, ὁ Πύρρος, ὁ Ἀννίβας, ὁ Φίλιππος, ὁ Ἀντιοχος, καί οἱ στρατοί τῆς Ἀφρικῆς καί τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ πάλη αὐτή πού βάσταξε αἰῶνες δέν ἔδωσε καλούπι γιά χαρακτήρα ἀνεκτικό. Σταθερότητα, ἐνεργητικότητα, ἀποφασιστικότητα, συμπαγῆ ὄγκο, ἦταν οἱ ἀρετές πού ζητοῦσαν ἀπό τους Ρωμαίους πολίτες. Ἡ ἀντοχή τους δέν ἔπρεπε νά εἶναι ἀντοχή εὐλυγισίας· ἔπρεπε νά εἶναι σιδερένιοι ἄνθρωποι. Δέν ἦταν δουλειά τους νά μιλοῦν, ἀκόμη λιγότερο ν’ ἀμφιβάλλουν. Δέν εἶχαν καιρό νά στήνουν σοφιστεῖες γύρω στήν ὕπαρξη τῶν θεῶν, πού τούς χρειάζονταν νά τούς δίνουν τή νίκη, ἤ γύρω στά δικαιώματα τοῦ ἀτόμου ἐναντίον τοῦ κράτους, τήν ὥρα πού ἡ πατρίδα τους μποροῦσε νά κυριευτῆ καί νά λεηλατηθῆ μέσα στό ἑπόμενο εἰκοσιτετράωρο· ἤ γύρω στή φύση τοῦ σύμπαντος, τήν ὥρα πού οἱ Ἔρνικοι ἔκαιαν τή συγκομιδή τους. Δράση τούς χρειαζόταν καί ὄχι λογικά ἐπιχειρήματα, πού θά ἀδυνάτιζαν μόνο τή δράση.

Ἡ Ἑλλάδα λίγο πολύ ἦταν εὐτυχισμένη. Εἶχε βέβαια περίοδο ἔντασης, ἄλλα πέρασε εὔκολα καί σύντομα στή χαλιναγωγημένη εἰρήνη τῶν ἱστορικῶν χρόνων. Στήν Ἀθήνα τοῦ πέμπτου αἰώνα δέ χρονοτριβεῖ ἡ μνήμη σέ ἐποχές μέ βίαια παθήματα, γιατί ἡ Ἑλληνική ἱστορία δέν ἦταν populi iam octingentesimum bellantis annum res[53], «ἡ ἱστορία ἕνος λαοῦ πού πολεμοῦσε 800 τώρα χρόνια». Καί γι’ αὐτό ὁ χαρακτήρας τῶν Ἑλλήνων ἦταν μαλακότερος. Δέν εῖχαν ὑποχρεωθῆ νά ἀσκηθοῦν στήν περιστολή καί τήν αὐτο-ἐξάλειψη, ὥσπου ἡ περιστολή καί ἡ αὐτο-ἐξάλειψη τούς ἔγινε δεύτερη φύση. Οἱ Ἕλληνες ἦταν πιό ὁρμέμψυτοι καί φυσικοί, καί γι’ αὐτό περισσότερο ἐλεύθεροι: Στήν ὄψη τῆς Ρωμαϊκῆς ζωῆς, ὅπως καί στά βλοσυρά χαρακτηριστικά τῶν Ρωμαίων ἀρχόντων, εῖναι ἀποτυπωμένη ἡ σκληρότητα, τό ἔνστικτο γιά τόν ἔλεγχο καί τήν ἀπαγόρεψη, πράγματα πού παρατηροῦμε σέ λαούς πού ὁ κόσμος τους ἦταν σκληρός. Ἀλλά τό πρόσωπο τῆς Ἑλλάδας ἔχει κάτι ἀπό τή γαλήνη, πού οἱ γλύπτες της ἀγαποῦσαν νά ἀπεικονίζουν.

Παρασυρθήκαμε σέ σύγκριση τῆς Ἑλλάδας καί τῆς Ρώμης. Ἀλλά δέν πρόκειται γιά ἐπίκριση. Οἱ συμπάθειές μας ἐδῶ θά πᾶνε σύμφωνα μέ τή φύση μας, καί δέ μᾶς ἀπασχολεῖ ποιό ἦταν τό σωστό. Τό σπουδαῖο εἶναι ὅτι καί στή θεωρία καί, γενικά, στήν πράξη τό Ἑλληνικό κράτος ἀπόφευγε νά ἐμποδίζη τούς πολίτες του. Καί ἐδῶ ὁ Ἕλληνας ἀφηνόταν ἐλεύθερος, ἐλεύθερος νά δῆ τή ζωή κανονικά καί νά τή δῆ στό σύνολό της. Οὔτε ἱερεῖς οὔτε πολιτικοί τόν τυραννοῦσαν ἐπάνω ἀπό τό κεφάλι του.
---------------------------
[1] Ἡ ἑλληνική ἐλαφρότητα (ἐπιπολαιότητα, ἀστασία)

[2] Την καρχηδονιακή πίστη, το λόγο, τη συνέπεια στο λόγο πού δίνει κανείς.

[3] Finn ἤ Fion , κυβερνήτης τῆς Fianna, στις ἀρχές περίπου τοῦ 3ου αἰώνα. Πατέρας τοῦ Ὄσσιαν. Τον περιγράφουν σά μεγάλο ἥρωα και γίγαντα. 

[4] Ὁ πιο μεγάλος ἥρωας τοῦ Red Branch, στρατιωτικοῦ τάγματος τῶν ἡρωϊκῶν χρόνων.

[5] Τρωάδες 884-88.

(Ὤ ἐσύ, τό στήριγμα τῆς γής καί πού ἀπάνω στή γῆ ἔχεις τό θρόνο σου, ὅποιος κι ἄν εἶσαι, πού εἶσαι δύσκολος νά σέ ἀπεικάσωμε γιά νά σέ γνωρίσωμε, Δία, εἴτε εἶσαι ἡ ἀνάγκη πού δένει τή φύση εἴτε εἶσαι ἡ διάνοια πού κυβερνάει τούς θνητούς σέ σένα ἔστειλα τήν προσευχή μου· γιατί διασχίζοντας σιωπηλό δρόμο ὅλα τά θνητά, δίκαια τά καθοδηγεῖς.)

[6] Θεαίτητος 176 BC. Ὁ θεός δέν εἶναι καθόλου ἄδικος, μέ κανένα τρόπο· εἶναι τέλεια δίκαιος. Καί τίποτα δέν τοῦ μοιάζει περισσότερο ἀπό ἐκεῖνον ἀπό μας πού θά γινόταν πάρα πολύ δίκαιος.

[7] Cosmos, Topographia Christiana. Ἡ παραπομπή εἶναι παρμένη ἀπό τόν Lecky, Hist, of Rationalism I, 269 (ἔκδ. 1910).

[8] Ἕως τό 1694 μ. X. (ὄπ. παραπάνω II, 318).

[9] Symonds, The Catholic Reaction, II, 138.

[10] Ὅπ.παρ.I, 196. Τόν Ἀριστοτέλη τόν ἀπείλησαν μέ διωγμό τυπικά γιά ἀθεΐα, στήν πραγματικότητα γιά τίς Μακεδονικές του συμπάθειες. Ἄν ὁ διωγμός τοῦ Διαγόρα ἔγινε στά 415 π. X., ὅπως λέγει ὁ Διόδωρος, μπορεΐ νά ὀφείλεται σέ πολιτικούς λόγους, γιατί ἦταν ἀπό τή Μῆλο. Ἡ ἀγανάκτηση τῶν Ἀθηναίων ἐναντίον τῶν Ἑρμοκοπιδῶν δέν εἶναι ἐπιχείρημα ἐναντίον στήν ἄποψη τοΰ κειμένου, γιατί δέν εἶναι διωγμός τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψης. Ἄν σήμερα μερικοί ἄνθρωποι ἐμίαιναν τούς βωμούς δλων τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ Λονδίνου, θά προκαλοῦσαν τήν ἀγανάκτηση τοΰ λαοῦ· ἀλλά μιά τέτοια ἀγανάκτηση δέ θά ἔδειχνε γενική σύγκρουση μέ τήν ἐλευθερία τοῦ θεωρητικοῦ λόγου.

[11] Ὁ ἀναγνώστης πρέπει καί σ’ αὐτό τό σημεῖο καί σέ πολλά ἄλλα νά ἔχη ὑπόψή του, ὅτι τό ἔργο τοΰ Λίβινξτον εἶναι γραμμένο πρίν ἀπό τον πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο. Πρωτοδημοσιεύτηκε στα 1912.

[12] Πύθιον. 9.

[13] Ἀπόσπασμα πού ἀναφέρεται ἀπό τόν Πλάτωνα : Πολιτεία 383.

[14] Πρόκειται γιά τόν Ἄρη. «...τόν ἀπότιμον ἐν θεοΐς θεόν.» Οἰδ. Τύρ. σ. 191-215.

[15] Πάντα θεοῖς ἀνέθηκαν Ὁμηρός θ’ Ἡσίοδος τε
ὅσσά παρ’ ἀνθρώποισιν ὀνείδεα καί ψόγος ἔστϊν
καί πλεῖστ’ ἐφθέγξαντο θεῶν ἀθεμίστια ἔργα, 
κλέπτειν, μοιχεύειν τέ καί ἄλληλους ἀπατεύειν. (Ἀπόσπ. 7)

[16] Κατά τόν Bent (The Cyclades, p. 373) ὑπάρχει σήμερα στήν Πάρο μοναστήρι ἀφιερωμένο στό Μεθυσμένον Ἄϊ-Γιώργη. «Στίς 3 Νοεμβρίου συνήθως οἱ Παριανοϊ ἀνοίγουν τό νέο τους κρασί καί μεθοῦν χορεύουν καί παίζουν μιά σκηνή κραιπάλης μπροστά ἀπό αὐτή τήν ἐκκλησία· ἐξαγνίζεται ὅμως ἡ σκηνή ἀπό τήν παρουσία τῶν ἱερέων». Τό πνεῦμα πού δημιούργησε τούς Ὀλύμπιους θεούς δέν πέθανε ἀκόμη.

[17] Βάτραχοι.

[18] Ὄρνιθες, 1649 κ. ε.

[19]Ἄριστοτ. Ρητορ. 1398b 32.

[20] Ἀπόσπ. 78.

[21] Cosmos, Topogrophio Christiana παραπομπή τοΰ Lecky, Hist, of Rationalism, I 267 κ. ε.

[22] Πολιτεία, 382, 414 κ. έ.

[23] Λόγου χάρη στήν Πολιτεία, στό 2ο βιβλίο καί σέ μέρη τοῦ τρίτου

[24] Ὀλύμπιον. Α΄., 53-4. «Ὄχι, δέν μπορῶ νά ὀνομάσω καννίβαλο κανέναν ἀπό τους θεούς. Ἀρνιέμαι».

[25] Είναι ίσως αλόγιστο να στηρίζη κανείς επιχείρημα επάνω στην πλοκή του: "Προμηθεύς λυόμενος" που δε σώ­ζεται. Αλλά, όσο ξέρω, κανένας σύγχρονος συγγραφέας, εκτός από τον καθηγητή Blockie, δεν διατύπωσε τη γνώμη, ότι δικαίωνε την αρχική συμπεριφορά του Δία.

[26] Αποτόλμησα να παραλάβω την ιδέα της εξεικόνισης από το βιβλίο του μακαρίτη καθηγητή Butcher, Harvard Lectures, κάνοντας της διαφορετική εφαρμογή.

[27] Memoirs σ. 97.

[28] Τολστόϊ. Δέν κατόρθωσα νά ἐπαληθέψω καί ὁ ἴδιος τό χωρίο. Ἀντιπαραθέστε τό ἐπιχείρημα τοῦ Ὁμήρου γιά τή θρησκεία, «πάντες δέ θεῶν χατέουσ’ ἄνθρωποι» (ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀνάγκη θεῶν) Ὄδ. Γ. 48.

[29] Pensees, 508 (ἔκδ. Brunschvicgg).

[30] Scope and Nature of University Education, κέφ. 7.

[31] Φαίδων, 62 β.

[32] Θούκ. 6, 92. (Τήν πατρίδα μου, μαζί μέ τούς χειρότερους ἐχθρούς της, ἐγώ ποῦ εἶχα τή φήμη ὅτι ἤμουν ἄλλοτε «φιλόπολις», τώρα ἔρχομαι νά τή χτυπήσω μ’ ὅλή μου τή δύναμη.)

[33] Ἄγγλοι εὐθυμογράφοι τοῦ περασμένου αἰώνα.

[34] Ἡροδ. 3,80 (ὁ τύραννος ἀνατρέπει τά πατροπαράδοτα ἔθιμα, βιάζει τίς γυναῖκες καί σκοτώνει ἀνθρώπους χωρίς νά τούς δικάση).

[35] Ἔνθ. ἄν. 5,78 (ὁτι ὅταν ἦταν κάτω ἀπό τους τυράννους ἦταν σκόπιμα δειλοί, γιατί δούλευαν γιά τό δεσπότη, ὅταν ὅμως ἐλευθερωθησαν καθένας τότε μέ προθυμία δούλευε γιά τόν ἑαυτό του).

[36] Ἔνθ. ἄν. 7,135. (Ὑδάρνη ἡ συμβουλή πού μᾶς δίνεις δέν πηγάζει ἀπό ἴση ἐμπειρία. Τό ἕνα πού μᾶς συμβουλεύεις τό ἔχεις δοκιμάσει, τό ἄλλο ὄχι· γιατί ξέρεις καλά τί εἶναι νά εἶσαι δοΰλος, μά τήν ἐλευθερία ποτέ δέν τή δοκίμασες οὔτε ἄν εἶναι γλυκιά, οὔτε ἄν δέν εἶναι. Γιατί, ἄν τή δοκίμαζες, δέ θά μᾶς συμβούλευες νά πολεμοῦμε γι’ αὐτήν μέ δόρατα μόνο, ἀλλά καί μέ πελέκεις).

[37] Ἱκετ. 433-441· (καί ὁ φτωχός καί ὁ πλούσιος ἔχουν τά ἴδια δικαιώματα. Οἱ ἀδύνατοι μποροῦν νά ἀπαντήσουν τά ἴδια στούς εὐτυχοῦντες, ὅταν αὐτοί τούς ὑβρίζουν κι ὁ πιό μικρός νικᾶ τό μεγάλο, ἄν ἔχη δίκιο. Ὅσο γιά τήν ἐλευθερία νά, ποιά εἶναι: «ποιός θέλει νά δώση στήν πατρίδα μιά χρηστή γνώμη, ἄν ἔχη;». Κι ὅποιος θέλει δοξάζεται, κι ὅποιος δέ θέλει σωπαίνει. Ἀπ’ αὐτή ποιά καλύτερη ἰσότητα θά ὑπάρξη στήν πατρίδα;).

[38] Φοίν. 391. Βλέπε καί: Ἴων 672, Ἱππολ. 422.

[39] Θούκ. 7, 69

[40] Verrall, Four Plays of Euripides.

[41] Οἱ ἐπκρίσεις του γιά τόν Κλέωνα σέ πολλά ἔργα, γιά τόν Ἀθηναϊκό Δῆμο στούς Ἱππῆς, καί γιά τό Λάμαχο στους Ἀχαρνῆς, εἶναι ἡ βάση γιά τήν παραπάνω ἀναλογία.

[42] Ἔγιναν ὅμως κάποιες ἀπόπειρες νά περιορίσουν τήν ἀσυδοσία τῶν κωμικῶν. Ψηφίστηκε στά 440 νόμος πού ἀπαγόρευε νά ἀσχολοΰνται μέ τή σύγχρονη πολιτική, ἀλλά ἀκυρώθηκε στά 437. Παρόμοιο θέσπισμα ἔγινε στά 416· ἀπαγόρευε τό ὀνομαστί κωμφδεῖν, τίς προσωπικές ἐπιθέσεις: καί ὅμως στά 414 ὁ Ἀριστοφάνης ἔγραψε τούς Ὄρνιθας. Δύο φορές ὁ Κλέων ἔσυρε στό δικαστήριο τόν ποιητή Τίποτε τό θετικό δέν ξέρομε ἀπό τίς λεπτομέρειες αὐτῶν τῶν ἐπιθέσεών του: ἀλλά εἶναι φανερό ὅτι ὁ Κλέων δέν πέτυχε ἀπόφαση ἐναντίον τοῆ ποιητῆ σέ καμιά δίκη, κι ἀκόμη ὅτι οὔτε ἐσταμάτησε τίς προσωπικές ἐπιθέσεις του. Τήν πρώτη δίκη, ἀλήθεια, στά 426, ἀκολούθησαν ὕστερα ἀπό δύο χρόνια οἱ Ἱππῆς. Εἶναι πιθανό ὅτι στά τέλη τοῦ πέμπτου αἰώνα ὑπῆρχε ἄλλος περιοριστικός νόμος: πάντως ἡ Κωμωδία χάνει τότε τήν ἀσυδοσία της. Χαρακτηριστικό τῶν τριάκοντα τυράννων εἶναι ὅτι ἔβαλαν ὁρισμένους περιορισμούς στήν πνευματική ἐλευθερία. (Ξέν. Ἄπομν. 1. 2. 31).

[43] Θούκ. 2, 38, 1. (Ὡστόσο καί ἀπό τους κόπους φροντίσαμε νά βροῦμε ὅσο γινόταν πιό πολλές ξεκούρασες στό πνεῦμα μας, μέ τό νά κρατοῦμε τή συνήθεια νά κάνουμε ἀγῶνες καί θυσίες τή μιά μετά τήν ἄλλη ὅλο τό χρόνο).

[44] Ἔνθ. ἄν. 40. 1. (Ἀγαποῦμε τό ὡραῖο καί κρατοῦμε τήν ἁπλότητά μας, ἀγαποῦμε τή θεωρία καί δε χάνομε τήν ἐνεργητικότητά μας).

[45] Grote, Hist, of Greece, II, 298

[46] Θούκ. 39, 1-2 καί 4: (Ὕστερα στήν ἀνατροφή, ἐκεῖνοι (οἱ Λακεδαιμόνιοι) ἀπό παιδιά ἀκόμη παλεύουν μέ σκληρή ἄσκηση νά γίνουν ἀντρεΐοϊ· ἐμεῖς περνοῦμε τή ζωή μας ξέγνοιαστα κι ὅμως τραβοῦμε γιά ν’ ἀντικρύσουμε ἕναν κίντυνο τό ἴδιο μεγάλον μέ καθόλου λιγότερη ἀπό ἐκείνους ὁρμή... Μιά φορά ἀν ἐμεῖς θέλουμε νά παίρνουμε πάνω μας τόν κίντυνο ζώντας μιά ζωή ἀνέμελη πιό πολύ παρά γεμάτη ἔγνοιες κουραστικές, μέ μιάν ἀντρεία, πού δέ μᾶς τήν ἐπιβάλλουν τόσο οἱ νόμοι, ὅσο μᾶς τή δίνει ὁ τρόπος ποί ζοῦμε, τότε ἔχουμε ἕνα κέρδος πάρα πάνω ἐμεῖς· ἀπό τή μιά δέν κουραζόμαστε ἀπό πρίν γιά τίς στενόχωρες ὧρες πού εἶναι νά ἔρθουν, ἀπό τήν ἄλλη, ὅταν βρεθοῦμε μέσα σ’ αὐτές, δέ δειχνόμαστε λιγότερο τολμηροί ἀπό ἐκείνους, πού βασανίζονται σέ ὅλή τούς τή ζωή).

[47] Κάτων, 16.

[48] Τά Βακχεῖα, τά ὄργια τοῦ Διονύσου.

[49] Λίβιος, 39, 15.

[50] Θρησκεία πού ἦρθε ἀπέξω.

[51] Βάκχοι 769 κ.ε. (Δέξου λοιπόν, βασιλιά, αὐτό τό θεϊκό πνεῦμα,ὅποιο κι ἄν εἶναι, σέ τούτην ἐδῶ τήν πόλη. Γιατί νά, καί στά ἄλλα εἶναι μεγάλος θεός καί, λένε, γι’ αὐτόν καί κεῖνο, ὅπως ἀκούω, ὅτι ἔδωσε στούς θνητούς τό παυσίλυπο ἀμπέλι. Κι ὅταν δέν ὑπάρχη πιά κρασί, οὔτε Κύπρις (Ἀφροδίτη) ὑπάρχει, οὔτε τίποτε ἄλλο εὐχάριστο μένει πιά στούς ἄνθρωπους).

[52] Πλούταρχος, Κάτων, 22-23. Πρόκειται γιά τήν πρεσβεία τῶν φιλοσόφων πού ἡ Ἀθήνα ἔστειλε στή Ρώμη νά συνηγορήση γιά ν’ ἀπαλλάξουν τήν πόλη ἀπό βαρύ πρόστιμο.

[53] Λίβιος, περιγραφή τῆς Ρώμης, 9, 18.

O άγνωστος ναός της Θεάς Αθηνάς στο Πρασιδάκι Τριφυλίας

Περίπου 20 λεπτά απο την πόλη της Ζαχάρως και ΒΔ του χωριού Πρασιδάκι στη θέση γνωστή και ως Ελληνικό ή Λενικό εντοπίστηκε μετά τα μέσα του 20ου αι. ένας περίπτερος ναός, κτισμένος στην επίπεδη κορυφή ενός χαμηλού λόφου ύψους 270 μ.

Το 1971 ο Γιαλούρης επισημαίνει τα ορατά λείψανα κοντά στο Πρασιδάκι ενός μνημειακού δωρικού ναού, «πιθανώτατα ύστερων κλασσικών χρόνων», που είχε εντοπιστεί από τον Cooper, αλλά ουσιαστικά ήταν άγνωστος ως τότε στην έρευνα. Ο ναός ήταν καλυμμένος με επίχωση, στην οποία υπήρχε πυκνή βλάστηση. Τα διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη στην περιοχή του ναού φαίνεται ότι προέρχονται από λαθρανασκαφές σύμφωνα με πληροφορίες κατοίκων του χωριού.

Το 1997 σε ανασκαφική έρευνα βρέθηκε σε απόσταση περίπου 30 μ. από το ναό ένα τμήμα χάλκινης φιάλης με εγχάρακτη αναθηματική επιγραφή στην άνω επιφάνεια του χείλους. Η επιγραφή «Ἀθάναι Ἀγορίοι Ἀριουντίας ἀνέθεκε» χρονολογείται στα τέλη του -6ου αι. και είναι γραμμένη πιθανότατα στο ηλειακό αλφάβητο με κάποιες αποκλίσεις. Σύμφωνα με την ερευνα πιστοποιείται η απόδοση του ναού στην Αθηνά και η θέση του σε σχέση με την αγορά της πόλης εξαιτίας της επίκλησης που φέρει η θεά.Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν η θεά έφερε ως επίσημο τίτλο την επίκληση Αγοραία. Πάντως, αν δεχτούμε τη σχέση του ιερού με την αγορά, τότε προκύπτει ότι το ιερό βρισκόταν σε κεντρικό σημείο ενός αστικού πυρήνα που υπήρχε τουλάχιστον κατά τον ύστερο -6ο αι.

Τα λείψανα του δωρικού περίπτερου ναού αποκαλύφθηκαν σε δύο ανασκαφικές περιόδους το 1999 και το 2000, ενώ η έρευνα συνεχίστηκε τα επόμενα δύο έτη και περαιτέρω εργασίες καταγραφής, συντήρησης και ανάδειξης έλαβαν χώρα το 2003 και το 2005

Έγινε αμέσως φανερό ότι ο ναός υπέστη εκτεταμένες καταστροφές κατά τα νεότερα χρόνια. Το μεγαλύτερο τμήμα του πιστεύεται ότι χρησιμοποιήθηκε ως οικοδομικό υλικό για τα σπίτια του χωριού Πρασιδάκι περίπου εκατό χρόνια πριν και η καταστροφή ολοκληρώθηκε από τις επανειλημμένες λαθρανασκαφές. Η λιθολόγηση εντοπίζεται ως το επίπεδο των θεμελίων. Εξαρχής διαπιστώθηκε ότι είχαν διανοιχθεί μεγάλοι τάφροι για αυτόν τον σκοπό, ειδικά κατά μήκος των δύο μακρών πλευρών του ναού.

Ως βέβαιη πρέπει να εκληφθεί η χρονολόγηση του ναού στον πρώιμο -5ο αι. και η απόδοσή του στην Αθηνά, που μαρτυρείται επίσης από μία άλλη επιγραφή «ΑΘΑΝΑΙ» του πρώιμου -5ου αι. Η επιγραφή αυτή είναι χαραγμένη σε έναν αποσπασματικά σωζόμενο ασβεστολιθικό γωνιόλιθο , που βρέθηκε σε μία δοκιμαστική τομή μπροστά από την είσοδο του ναού. Εξάλλου η ταύτιση ενισχύεται από το πρώιμο κλασικό χάλκινο ειδώλιο της Αθηνάς αλλά και από κάποια πήλινα ειδώλια των νεότερων ερευνών, όπως θα δούμε παρακάτω, ενώ αντιθέτως δεν ανιχνεύεται η παρουσία άλλων θεοτήτων.

Ο ναός

Ο ναός είναι δωρικός περίπτερος με 6x 13 κίονες, διπλή εσωτερική κιονοστοιχία και διαστάσεις στον στυλοβάτη 33,30x 14,70μ. Παρά την εκτεταμένη καταστροφή στα νεότερα χρόνια έχουν διασωθεί αρκετά στοιχεία που επιτρέπουν την αναπαράστασή του.

Στο ναό στο Πρασιδάκι εντοπίζονται αρχαϊσμοί και κάποια πρώιμα στοιχεία όμως άλλα όπως και οι εξελιγμένες φόρμες υποδεικνύουν ότι ανήκει περισσότερο στην πρώιμη κλασική περίοδο, στα χρόνια μετά τους περσικούς πολέμους.

Με βάση την αρχιτεκτονική, χωρίς ωστόσο να έχει μελετηθεί διεξοδικά, και τα ιστορικά συμφραζόμενα θεωρείται πιθανό ο ναός να κατασκευάστηκε μεταξύ του -478 και του -475 ή -473, και μάλιστα ίσως από τους τότε ανεξάρτητους Λεπρεάτες.

Είναι πολύ πιθανό ότι ο ναός καταστράφηκε, ενώ βρισκόταν ακόμη σε χρήση, από έναν μεγάλο σεισμό και μετά από φωτιά, κάποια στιγμή μεταξύ του 1ου και του -2ου αι. Κατά μήκος των δύο μακρών πλευρών του αποκαλύφθηκε ένα εκτεταμένο στρώμα καταστροφής με κεραμίδες και πεσμένα αρχιτεκτονικά μέλη της ανωδομής .Οι επιπτώσεις του σεισμού διαφαίνονται και στην καμπύλωση των θεμελιώσεων της Ν πλευράς του ναού. Επιπλέον υπάρχουν σαφές ενδείξεις για την επακολουθείσα πυρκαγιά, ιδίως στην περιοχή μπροστά από τη βάση του λατρευτικού αγάλματος: μέσα σε ένα παχύ στρώμα στάχτης βρέθηκε ένας μεγάλος αριθμός από λύχνους και ρωμαϊκά όστρακα.

Ως υλικό δομής έχει χρησιμοποιηθεί μαλακός πωρόλιθος, μάλλον επειδή λατομεία τέτοιας ποιότητας λίθου υπάρχουν στην περιοχή του Λέπρεου. Όλα τα ορατά αρχιτεκτονικά μέλη φέρουν λευκό κονίαμα. Επιχρισμένοι ήταν οι εσωτερικοί τοίχοι του σηκού όπως υποδεικνύουν τα διασωθέντα ίχνη ερυθρού και μελανού χρώματος.

Στο αέτωμα δεν πρέπει να υπήρχαν γλυπτά, ενώ ακόσμητες είναι και οι μετόπες. Στις τέσσερις γωνίες των αετωμάτων υπήρχαν λεοντοκεφαλές-υδρορρόες.

Κατά μήκος της Β πλευράς του ναού στο ύψος της ευθυντηρίας βρέθηκε ένας ανοικτός πήλινος αγωγός, όπου θα κατέληγαν τα όμβρια ύδατα από τη στέγη.

Το δάπεδο του πρόναου φέρει ένα ψηφιδωτό από αραιά τοποθετημένα μικρά ποταμίσια βότσαλα λευκά και μαύρα, που δημιουργούν ένα ευρύ πλαίσιο με πλοχμό και μαίανδρο γύρω από ένα κεντρικό διάχωρο με ρομβοειδή μοτίβα. Το ψηφιδωτό αποκολλήθηκε από το δάπεδο του πρόναου, συντηρήθηκε και επανατοποθετήθηκε στη θέση του .

Κατά τη διαδικασία αυτή το 2002 διαπιστώθηκε ότι ως υπόστρωμα για το ψηφιδωτό αυτό είχε χρησιμοποιηθεί ένα προγενέστερο, λιγότερο επιμελημένο βοτσαλωτό δάπεδο.

Στο σημείο αυτό δίπλα στη θύρα προς τον σηκό υπάρχει μία πεσσόσχημη παραστάδα, που έφερε ερυθρό κονίαμα. Ο σηκός έχει εσωτερικές διαστάσεις 12,50x 7,10μ. και βρίσκεται σε ελαφρώς υψηλότερο επίπεδο από τον υπόλοιπο ναό. Διατρέχεται από μία διπλή δίτονη (μάλλον) κιονοστοιχία 5 δωρικών κιόνων, που βρίσκονται σε σχετικά μικρή απόσταση από τους τοίχους.

Στο κέντρο σχεδόν του σηκού, πλαισιωμένη από τις εσωτερικές κιονοστοιχίες, βρίσκεται η βάση του λατρευτικού αγάλματος, ύψους 0,60μ. Σε πολλά σημεία της επιφάνειας της βάσης σώζονται ίχνη ερυθρού κονιάματος, το οποίο θα την επικάλυπτε. Εξαιτίας της ισχυρής θεμελίωσης της βάσης και των διαστάσεών της εικάζεται ότι το λατρευτικό άγαλμα θα ήταν μεγάλου μεγέθους, μαρμάρινο ή χάλκινο.

Στο Ν τμήμα του οπισθόδομου και σε βάθος 0,80μ. από το επίπεδο του δαπέδου του αποκαλύφθηκε ένα δάπεδο με μεγάλες ορθογώνιες λίθινες πλάκες, που πιθανόν σχετίζεται με την αρχαϊκή φάση του ναού.

Ανάμεσα στα ευρήματα των ανασκαφών στο Πρασιδάκι αναμφίβολα ξεχωρίζουν τα θραύσματα πήλινων γλυπτών . Δεν γνωρίζουμε αν ανήκουν στον γλυπτό διάκοσμο του ναού ή σε μεμονωμένα αναθήματα. Επίσης, τα αναθήματα, στην πλειονότητά τους πήλινα, μαρτυρούν την άνθηση του ιερού κατά την αρχαϊκή περίοδο. Δεν γνωρίζουμε άλλα χρονολογικά στοιχεία προς το παρόν ούτε για να προσδιορίσουμε τις απαρχές της λατρείας, που φαίνεται ότι ήταν ζωντανή κατά τον -7ο αιώνα.

Η Πόλη γύρω από τον Ναό.

Γύρω από το ναό και σε ακτίνα σχεδόν 1 χμ. λείψανα μνημειακών κτισμάτων, τείχους και τάφων μαρτυρούν την ύπαρξη ενός αρχαίου οικισμού. Η θέση του οικισμού σε σχέση με το ποταμο της Νέδα, από την οποία απέχει μόλις 2 χμ., και με τη Φιγάλεια ανταποκρίνεται στις τοπογραφικές ενδείξεις που παρέχει ο Στράβωνας για τους αρχαίους Πύργους, μιά από τις πόλεις της Μινυακής εξάπολης : «Ῥεῖ δὲ παρὰ Φιγαλίαν, καθ’ ὃ γειτνιῶσι Πυργῖται Τριφυλίων ἔσχατοι Κυπαρισσιεῦσι πρώτοις Μεσσηνίων»· επιπλέον, ξεκινά τη σχετική παράγραφο ως εξής: «Κυπαρισσία τέ ἐστιν ἐπὶ τῇ θαλάττῃ τῇ Τριφυλιακῇ καὶ Πύργοι καὶ ὁ Ἀκίδων ποταμὸς καὶ Νέδα»

Οι Πύργοι συναντώνται επίσης στον Στέφανο Βυζάντιο ως «πόλις Μεσσήνης». Με άλλα λόγια στο Πρασιδάκι ή στην ευρύτερη περιοχή του, κοντά στις εκβολές της Νέδας, θα βρίσκονταν οι Πύργοι, η νοτιότερη τριφυλιακή πόλη που συνόρευε με τη Μεσσηνία.

Ως ένδειξη για την ταύτιση του οικισμού με τους Πύργους μπορεί ίσως να εκληφθεί η μυθολογική παράδοση που τον συνδέει με το Λέπρεο. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι η πόλη πήρε το όνομά της από τον οικιστή Λέπρεο, γιο του Πυργέα, ή σύμφωνα με μερικούς από την κόρη του Πυργέα Λεπρέα, ενώ ότι άλλοι αποδίδουν το όνομα στην αρρώστια λέπρα. Δεν είναι βέβαιο αν οι Πύργοι του Στράβωνα ταυτίζονται με τον Πύργο που εμφανίζεται ως μία από τις έξι πόλεις των Μινύων στον Ηρόδοτο και ως μία από τις πόλεις της Τριφυλίας στον Πολύβιο, και ως εκ τούτου θα πρέπει να ήταν μία αρκετά σημαντική πόλη, πιθανόν με μακρά διάρκεια ζωής. Κυρίως εξαιτίας του ενός εκ των χωρίων του Πολύβιου έχει θεωρηθεί από κάποιους ότι ο Πύργος βρισκόταν στη Β Τριφυλία, οπότε δεν μπορεί να ταυτίζεται με τους Πύργους του Στράβωνα.

O «νους» του Αναξαγόρα

Όταν πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια εξέταζα, μέσα σε μια σειρά μελετών(1), την εξέλιξη της σημασίας της λέξης Νους και των παραγώγων της από την εποχή του Ομήρου ως το Δημόκριτο και τους σοφιστές, παρέλειψα τον Νου του Αναξαγόρα, γιατί δεν ήθελα να ενταχθεί μέσα σ’ αυτή την ιστορία της εξέλιξης της σημασίας. Μάλιστα, δεν ταιριάζει καθόλου μέσα σ’ αυτή την ιστορία εξέλιξης, ακριβώς χάρις στην ιδιαιτερότητά του. Πολύ σπουδαία όμως εμφανίζεται η εξέταση αυτού του ιδιόμορφου γεγονότος, όπως επίσης και η προσπάθεια για την εξεύρεση απάντησης στο ερώτημα: «ποια είναι η προέλευση εκείνου του στοιχείου στην αναξαγόρεια έννοια του Νου, το οποίο τον κάνει να έχει έναν εξέχοντα ρόλο μέσα στη γενική εξέλιξη, η οποία συνεχίζεται με κάποιο γνωστό τρόπο ως τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη;»

Για να δείξουμε πού έγκειται το πρόβλημα, πρέπει πρώτα να συνοψίσουμε τα κύρια πορίσματα των προηγουμένων ερευνών. Με βάση τη σημασία με την οποία εμφανίζεται η λέξη στα ομηρικά έπη, αποδεικνύεται με σιγουριά πως η ετυμολογία της λέξης που παράγεται από το «σνόρος» («σνόφος»;) (πρβλ, το αγγλικό to sniff, γερμανικό schnüffeln — οσμίζομαι, οσφραίνομαι, αντιλαμβάνομαι με τη βοήθεια της μυρουδιάς), είναι η ορθή. Αυτό φαίνεται σαφέστατα στο ρήμα «νοείν», το οποίο προέρχεται απ’ το Νους. Αυτό το ρήμα πολύ συχνά σημαίνει τη σύλληψη μιας κατάστασης, προπάντων επικίνδυνης ή σπουδαίας — για το άτομο που λαμβάνει γνώση — όπως ακριβώς συμβαίνει και με κάποιο ζώο ή κι όπως υπαινισσόμαστε με την έκφραση «κρούω τον κώδωνα του κινδύνου» ή όπως, με κάποια άλλη σημασία στα αγγλικά, αποδίδουμε με το «I smell a rat»: πρόκειται παντού για μεθόδους, που έχουν σχέση με την όσφρηση. Αυτή η ερμηνεία επιβε-βαιώνεται με την παράδοση(2) που λέει πως οι Πυθαγόρειοι απέδιδαν στα ζώα Νου, (κι όχι φρένες)• η παράδοση αυτή πρέπει να είναι γνήσια, γιατί δεν μπορεί να έχει επινοηθεί σε κάποια μεταγενέστερη εποχή, όταν πια ο Νους είχε καθιερωθεί ως χαρακτηρισμός της υψηλής γνωστικής ικανότητας που ανήκει μόνο στον άνθρωπο.

Το πέρασμα από τη μια στην άλλη έννοια, ωστόσο, δεν είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό. Η σύλληψη μιας κατάστασης με την ευρύτερη σημασία της είναι κάτι καθολικό και, κατά κάποιο τρόπο, είναι κάτι που εισχωρεί βαθύτερα απ’ αυτό που γίνεται απλώς αντιληπτό ή απ’ αυτό που γνωρίζουμε με την έννοια της αποκάλυψης της ταυτότητάς του. Έτσι, μπορεί κανείς να παρατηρήσει όχι σπάνια στον Όμηρο, ακριβώς, μια διαβά-θμιση της γνωστικής διαδικασίας από το «ιδείν» μέσω του «γνώναι» στο «νοείν» — όπου το «ιδείν» περίπου σημαίνει την απλή αντίληψη της παρουσίας ενός ανθρώπου, το «γνώναι» την αναγνώρισή του ως ορισμένου προσώπου (ή, αν πρόκειται για κάποιο αντικείμενο, περίπου τον εντοπισμό του ως δέντρου ή ειδικότερα ως οξυάς) και τέλος, το «νοείν» την γνώση, δηλαδή τη γνώση της ιδιότητας, που συνδέεται μαζί του: εάν, π.χ. έχει φιλικές ή εχθρικές διαθέσεις ή ακόμα πώς κρύβει τις εχθρικές του προθέσεις, πίσω από ένα φιλικό προσωπείο. Ιδίως στην τελευταία περίπτωση, το «νοείν» χαρακτηρίζει σαφώς τη γνώση η οποία εμβαθύνει περισσότερο από εκείνο το οποίο φαίνεται αμέσως και γίνεται απευθείας αντιληπτό με την όραση. Αυτό μπορεί, ακόμα και στον Όμηρο, να επεκταθεί και στη γνώση προσώπων ή αντικειμένων, τα οποία δεν προσφέρουν τη θέα εκείνου του οποίου την ιδιότητα κατέχουν πραγματικά, όπως, ας πούμε, όταν ένας Θεός παίρνει τη μορφή ενός ανθρώπου κι ο άνθρωπος, μπροστά στον οποίο εμφανίζεται μ’ αυτη τη μορφή, ξαφνικά αντιλαμβάνεται (νοείν), πως όχι άνθρωπος, αλλά Θεός μιλάει ή έχει ήδη μιλήσει.(3) Τέλος, έχει σχέση με μια ακόμα σημασία: αυτήν που παριστάνει, ας το πούμε έτσι, την (ανάλογη με την παρούσα θέση) μεταφορά της γνώσης μιας κατάστασης στο μέλλον. Με τη γνώση μιας επικίνδυνης ή, εν πάση περιπτώσει σημαίνουσας κατάστασης, συνδέεται αυτονόητα η αντίληψη για το πώς θα μπορούσαν τα πράγματα να εξελιχθούν καλύτερα, ώστε να καταφέρουν να αντιμετωπίσουν αυτή την κατάσταση την οποία έχει προσεγγίσει η γνώση. Η λέξη «νοείν» κερδίζει έτσι, με την πάροδο του χρόνου, επιπλέον τη σημασία του σχεδιασμού (αγγλ. planning). Όπως θα αποδειχτεί, αυτό δεν είναι ασήμαντο γεγονός για την έννοια του Νου στον Αναξαγόρα.

Αρχικά, ωστόσο, η φιλοσοφική χρήση των λέξεων Νους και νοείν ακολουθεί την ομηρική σημασία των λέξεων, σύμφωνα με την οποία αυτές χαρακτηρίζουν κάποια γνώση που εμβαθύνει πιο πολύ — με μόνη διαφορά ότι αυτή η γνώση που εμβαθύνει περισσότερο δεν αναφέρεται τώρα σε κάποια κρυμμένη πρόθεση ή κάτι άλλο παρόμοιο, αλλά στην αληθινή οντότητα (ον, είναι, Sein) που βρίσκεται πίσω από την ορατότητα. Έτσι λοιπόν, στον Παρμενίδη, ο Νους, ακόμα κι όταν παραπλανάται με τα λόγια «κράσις μελετών πολυπλάγκτων»(4) ώστε κι ο ίδιος να γίνει ένας «νους πλαγκτός»(5), πάντοτε και συνεχώς κατά κάποιο τρόπο βρίσκεται σ’ επαφή με το ον, έτσι ώστε να μπορεί να ειπωθεί πως δεν υφίσταται νοείν δίχως το «υπάρχον», μέσα ή κοντά στο οποίο αποκαλύπτεται.(6) Τα ίδια αναφέρονται ακόμα και στον Δημόκριτο, ο οποίος αντιπροσωπεύει το τέλος της προσωκρατικής φιλοσοφίας: αυτός είπε ότι η αλήθεια βρίσκεται κρυμμένη μέσα σε μια άβυσσο(7) , ο Νους όμως, ως όργανο της «γνήσιας»(8) γνώσης, η οποία αντιλαμβάνεται την «ατομική» συγκρότηση του κόσμου, έχει την εξής ικανότητα και λειτουργία: βρίσκεται αντίθετος με τη «σκοτεινή» γνώση που προσφέρεται από τα αισθησιακά μέσα της αντίληψης, με τα οποία τα πράγματα εμφανίζονται στους ανθρώπους σε κάποια κίβδηλη μορφή, λες και συνδέονται με μια σειρά ιδιοτήτων (χρώματος, γεύσεως, οσμής κλπ.), τα οποία στην πραγματικότητα δεν αρμόζουν στο χώρο των αληθινών γεγο-νότων και καταστάσεων. Τέλος, για τον Πλάτωνα ο Νους είναι το όργανο του πνεύματος, με τη βοήθεια του οποίου ο άνθρωπος πετυχαίνει μια πρόσβαση στο βασίλειο των Ιδεών(9)˙ και ανήκει επίσης στον καθαυτό κόσμο του αληθινού όντος, αντίθετα με τον κόσμο της δημιουργίας και της φθοράς (του γίγνεσθαι και του χάνεσθαι, Werden und Vergehen), ο οποίος βέβαια κατά τον Πλάτωνα (εν αντιθέσει με τον απατηλό κόσμο που προσλαμβάνουν οι αισθήσεις κατά τον Παρμενίδη ή, ως έναν ορισμένο βαθμό, και κατά τον Δημόκριτο), δεν είναι ένας κόσμος απατηλός, αλλά κάποιος ο οποίος, έναντι του κόσμου των Ιδεών, είναι μόνο ένα παράγωγο ον ένα ον δεύτερης κλάσης, και μέσα στον οποίο είναι αδύνατη μία βέβαιη γνώση.

Με διαφορετικό τρόπο απ’ αυτόν του Παρμενίδη, — κατά τον οποίο όλα κατευθύνονται καθαρά προς τη γνώση —, και (πολύ περισσότερο) αντίθετα από τον Δημόκριτο, ο οποίος έχει προσπαθήσει από την ατομική θεωρία να βγάλει και κάποια ηθική, — η οποία ωστόσο έχει πολύ χαλαρή σχέση με τη θεωρητική του φιλοσοφία —, η γνώση του αληθινού κόσμου με τον Νου, κατά τον Πλάτωνα αποκτάει μια αποφασιστική σημασία για τη συμπεριφορά, επειδή η γνώση της «ιδέας του αγαθού» οδηγεί στις ορθές πράξεις. Στον Αριστοτέλη, τέλος, εμφανίζεται το ενεργητικό στοιχείο, μέσα στην γνωστική αρχή του Νου, πολύ ισχυρότερο, και μάλιστα όχι μόνο στην ανθρώπινη δράση, αλλά και στα κοσμικά συμβάντα. Παντού, όπου συμβαίνει κάτι τέτοιο, γνώση και ενέργεια βρίσκονται σε στενή σχέση εξάρτησης και κάθε ενέργεια ή συμπεριφορά που απορρέει από την ύψιστη γνώση αποβλέπει στην πραγματοποίηση του «βέλτιστου».

Ακριβώς λοιπόν εδώ βρίσκεται η δυσκολία στον Αναξαγόρα, — δυσκολία που, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Πλάτωνος, παρατηρήθηκε ήδη από τον Σωκράτη. Στο Φαίδωνα(10) λέει τα εξής: όταν εκείνος (ο Σωκράτης) άκουσε κάποιον να διαβάζει από ένα βιβλίο του Αναξαγόρα και κατάλαβε από την απαγγελία αυτή, ότι ο Νους βάζει σε τάξη τα πάντα και αποτελεί το αίτιο των πάντων, χάρηκε πολύ. Γιατί τώρα θα ήθελε να ακούσει ακόμα, με ποιό τρόπο ο Νους τα κατατάσσει όλα έτσι,(11) ώστε να επιτυγχάνεται το καλύτερο αποτέλεσμα. Όταν όμως πήρε ο ίδιος τα κείμενα και τα μελέτησε στο σύνολό τους με το μεγαλύτερο ζήλο, ανακάλυψε πως είχε γελαστεί μ’ αυτή την προσδοκία του. Διότι όσο προχωρούσε περισσότερο τη σπουδή του, τόσο πιο πολύ διαπίστωνε ότι ο Αναξαγόρας δεν κάνει καμιά χρήση του Νου και μάλιστα ούτε αναφέρει τους λόγους(12) για τη δεδομένη τάξη της ολότητας των πραγμάτων, αλλά μάλλον καθιστά υπεύθυνους για τα συμβάντα τα σύννεφα, τους ανέμους και το νερό και άλλα πράγματα που συνδέονται κατά εντελώς περίεργο τρόπο.

Οι παρατηρήσεις του Σωκράτη πάνω στην ιδιόμορφη χρησιμοποίηση ή μάλλον την μη-χρήση, από τον Αναξαγόρα της καθολικής αρχής του Νου, επιβεβαιώνεται από μερικές άλλες πολύτιμες μαρτυρίες (και συμπληρώνεται επίσης από αυτές). Έτσι, λοιπόν, ο Αριστοτέλης θα πει ότι ο Αναξαγόρας, χρησιμοποιεί τον Νου σαν ένα είδος μηχανής(13) για την ερμηνεία της δημιουργίας του κόσμου, — μια μηχανή που την καλεί να τον βοηθήσει όταν φτάνει σε αμηχανία και αδυνατεί να εξηγήσει την αιτία της αναγκαιότητας κάποιου πράγματος (γιατί είναι κάτι έτσι όπως είναι)• κατά τα άλλα, καθιστά υπεύθυνα για τα φαινόμενα όλα τα άλλα και όχι τον Νου. Τέλος, ο μαθητής του Αριστοτέλη και ιστορικός της επιστήμης Εύδημος ο Ρόδιος λέει τα εξής: Ο Αριστοτέλης, στην ερμηνεία του κόσμου αφήνει τις περισσότερες φορές τον Νου έξω από το παιχνίδι, με το ν’ αφήνει τα περισσότερα πράγματα να δημιουργούνται η να συμβαίνουν «αφ’ εαυτού»(14).

Αν κοιτάξει, λοιπόν, κανείς αμέσως ύστερα από αυτά, τα σωζόμενα αποσπάσματα του φιλοσοφικού έργου του Αναξαγόρα, θα συναντήσει κάποια ασυνέπεια. Πρώτ’ απ’ όλα ο Νους εμφανίζεται σε πολλά σημεία ως δύναμη που οδηγεί στη γνώση. Είναι αυτό που καθοδηγεί(15) τη δράση και τη συμπεριφορά όλων των εμβίων όντων που είναι προικισμένα με ψυχή. Αλλά και ως «κοσμική αρχή» αναγνωρίζει τα πάντα που υπήρξαν, είναι και θα υπάρχουν(16). Απ’ αυτή την άποψη μπορεί λοιπόν να φανεί κατά πόσον ο Αναξαγόρας εξύψωσε, με απλό τρόπο, εκείνο το οποίο είναι η βαθύτερη αντίληψη μιας κατάστασης όπως αυτή είναι δυνατή ακόμα και σε κάποιο ζώο, πόσον εξύψωσε την υψίστη γνωστική δύναμη του ανθρώπου, σε μια «κοσμική αρχή» (Kosmisches Prinzip). Ναι, αυτή η γνωστική αρχή η οποία δεν γνωρίζει μόνο το παρελθόν και το παρόν, αλλά και το μέλλον, φαίνεται, ως δημιουργική αρχή, να αντικρύζει και κάποιο «άμεινον» με τη σωκρατική έννοια˙ γιατί το θέμα είναι ότι όχι μόνο στον κόσμο μας, αλλά και αλλού, δηλαδή σε άλλους κόσμους, οι άνθρωποι σχηματίζονται κάτω από την επίδραση του Νου και κατοικούν σε πόλεις και καλλιεργούν αγρούς όπως κι εμείς, και συσσωρεύουν στα καταλύμματά τους τα ωφελιμότερα από τα πολυποίκιλα αγαθά, τα οποία παράγει η γή τους(17).

Αυτό λοιπόν, φαίνεται σαν να έρχεται σε αντίθεση με τη γνώση του Σωκράτη στον Φαίδωνα του Πλάτωνος ότι δηλαδή με τον Νου του Αναξαγόρα δεν περιστρέφεται η συζήτηση γύρω από κάποιο «άμεινον» το οποίο προσπαθεί να πραγματοποιήσει ο Νους. Αν όμως παρατηρήσει κανείς σωστά, ποια δραστηριότητα ή δραστηριότητες αποδίδονται λοιπόν in concreto στον Νου, τότε πρέπει κανείς πάλι να δώσει δίκιο στον Σωκράτη, στον Αριστοτέλη και στον Εύδημο, όταν εκείνοι απορούν με το γεγονός ότι ο Αναξαγόρας κάνει μια ασήμαντη — ή ελάχιστη — χρήση του Νου, και ότι ο Νους φαίνεται να προσεγγίζει το «άμεινον» με περίεργο τρόπο, όταν αυτός θέλει να το προσεγγίσει.

Στην αρχή, μαθαίνουμε(18) πως όλα ήταν ως την παραμικρή λεπτομέρεια τόσο συγκεχυμένα, ώστε ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς τις οποιεσδήποτε ιδιότητες ή να αναγνωρίσει καθοριστικά αντικείμενα. Τότε όμως άρχισε ο Νους, με ορμητήριο κάποια θέση, να θέτει τα πάντα σε μια περιστροφική κίνηση(19). Αυτή η περιστροφή είχε ως αποτέλεσμα το διαχωρισμό των στοιχείων, που προηγουμένως ήταν εντελώς ανακατωμένα• αυτός βέβαια ο διαχωρισμός δεν πρόκειται ποτέ να τελειοποιηθεί˙ με τη συνέχεια όμως της περιστροφικής κίνησης θα προοδεύει(20). Κατά την πορεία αυτής της διαδικασίας του διαχωρισμού δημιουργήθηκαν και τα εκάστοτε — κάθε λογής — πράγματα, ανάμεσά τους τα έμβια όντα και στο τέλος οι άνθρωποι(21) και ως τελικό αποτέλεσμα απ’ όλα αυτά έγινε ο κόσμος, ή η τάξη του σύμπαντος (geordnete Welt), μέσα στην οποία ζούμε.

Αυτή λοιπόν είναι η ιδιόμορφη άποψη, η οποία φαίνεται ν’ αποτελεί τη βάση των πάντων: μια παγκόσμια αρχή, η οποία λαμβάνει γνώση και ταυτόχρονα δημιουργεί και η οποία όχι μόνο προβλέπει, αλλά θέλει και να προκαλέσει μια όμορφη τάξη των πραγμάτων του κόσμου, μια αρχή, η οποία όμως δεν δρα όπως ένας καλλιτέχνης, ένας αρχιτέκτονας ή κάθε άνθρωπος, ο οποίος θέλει να παράγει κάτι ωραίο, να συναθροίσει τα υλικά που του προσφέρονται σε άπειρες φάσεις, να σχηματίσει, να επεξεργαστεί, να τοποθετήσει στην ορθή τους θέση τα πάντα, ωσότου το προβλεπόμενο από αυτόν έργο να ολοκληρωθεί, αλλά εκείνο το οποίο θέτει σε κίνηση είναι μόνο μια πολύ απλή χειρονομία• και διατηρείται σ’ αυτή την κατάσταση. Όλα τα άλλα όμως τα αφήνει στον εαυτό τους, με την προοπτική ότι το επιθυμητό αποτέλεσμα θα εμφανιστεί με τη φυσική αλληλοεξάρτηση αιτίων και επιδράσεων. Πού πρέπει ν’ αναζητηθεί η πηγή αυτής της παράξενης άποψης, η οποία φαίνεται ν’ απομακρύνεται τόσο από όλες τις πρώιμες ή ύστερες απόψεις πάνω στην ουσία και πιθανή δράση κάποιου Νου;

Ίσως είναι σκόπιμο ν’ αρχίσουμε την παραπέρα έρευνα με έναν φιλόσοφο ο οποίος προηγείται, χρονικά, του Αναξαγόρα, και στον οποίο φαίνεται πως ο Νους κατά κάποιο τρόπο δεν κατέχει μόνο μια γνωστική, αλλά και μια — σε παγκόσμια κλίμακα — καθοδηγητική λειτουργία. Πρόκειται για τον Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο, ο οποίος αναφέρει για το Θεό πως «νόου φρεσί πάντα κραδαίνει»(22). Εδώ ήδη υφίστανται βέβαια, από τυπική άποψη, μια ολόκληρη σειρά από όχι εντελώς ασήμαντες διαφορές. Κατ’ αρχήν εδώ δεν είναι άμεση καθοδηγητική αρχή ο ίδιος ο Νους, αλλά ο ένας Θεός, τον οποίο ο Ξενοφάνης είχε τοποθετήσει στη θέση των πολλών θεών της ελληνικής λαϊκής θρησκείας. Αυτός ο Θεός δεν καθοδηγεί τον κόσμο άμεσα με τον Νου του, αλλά με τους «φρένες» του Νου του. Το τελευταίο όμως αυτό αποτελεί μόνο μια έκφραση της παρατηρούμενης προσπάθειας της παλιότερης ορολογίας(23), για ευρύτερη διαφοροποίηση και ακρίβεια, μέσα στην οποία ακόμη φαίνεται σαφώς η διαφορά ανάμεσα στο «νοείν» ως καθαρή κατανόηση —, το οποίο βέβαια με την μορφή του προνοητικού σχεδιασμού εξαπλώνεται ήδη προς την κατεύθυνση του μέλλοντος — και στις λέξεις που παράγονται από τη ρίζα «φρην», οι οποίες χαρακτηρίζουν τη μετατροπή της γνώσης σε δράση — ή τη γνώση που κατευθύνεται προς τη δράση. Το γεγονός ότι ο Αναξαγόρας παραλείπει τους «φρένες» ενώ βάζει τον Νου να δράσει, εξηγείται λοιπόν μόνο μέσα στη γενική ροή της εξέλιξης της γλώσσας, η οποία με την αύξηση της αφηρημένης και γενικευμένης σκέψης ολοένα και περισσότερο προβαίνει σε απαλοιφή των ακριβών διαχωρισμών της παλιότερης γλώσσας. Αυτό το γενικό φαινόμενο, θα αποδειχθεί ότι δεν ήταν δίχως σημασία για τη δημιουργία της θεωρίας του Νου μέσα στη σκέψη του Αναξαγόρα.

Όταν, απ’ την άλλη πλευρά, στην περίπτωση του Ξενοφάνους δεν κατευθύνει άμεσα τον κόσμο ο Νους ή ακόμα και οι «φρένες» του Νου, αλλά ένας Θεός με τη βοήθεια της γνωστικής του δύναμης που χαρακτηρίζεται ως Νους, τότε μπορεί κανείς να δει σ’ αυτό μια πολύ σημαντική διαφορά έναντι του Αναξαγόρα. Ο ένας Θεός όμως του Ξενοφάνη, ο οποίος δεν έχει καμιά μορφή, αλλά διαπερνά τον κόσμο και είναι πανταχού παρών, δίχως να ταυτίζεται με τα πράγματα, έχει βέβαια με όλες αυτές τις ιδιότητες επίσης μια μεγάλη συγγένεια με τον Νου του Αναξαγόρα. Μέσα του φαίνεται να είναι κάτι δεδομένο, το οποίο απ’ τη μια πλευρά συνδέεται με παλιότερες παραστάσεις, απ’ την άλλη προμηνύει τον Νου του Αναξαγόρα, έτσι που κάποιος να υποθέτει, ότι εδώ ίσως να βρίσκεται κάποια λύση του αινίγματος γύρω απ’ την ιστορική προέλευση του τελευταίου. Όμως, φαίνεται ότι ακριβώς στο αποφασιστικό σημείο ο Θεός του Ξενοφάνους ξεχωρίζει toto coelo από τον Νου του Αναξαγόρα. Πραγματικά καθοδηγεί τον κόσμο «νόου φρεσί»: δεν είναι μόνο πανταχού παρών, αλλά επεμβαίνει και παντού καθοδηγώντας. Δεν αρκείται μονάχα στο να θέτει, από κάποιο σημείο, τον κόσμο σε κίνηση, με τη βεβαιότητα ή την προϋπόθεση ότι όλα θα τακτοποιηθούν από μόνα τους κατά τον καλύτερο τρόπο.

Για να μπορούμε τώρα να διαπιστώσουμε αν, παρ’ όλα αυτά, υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ του Θεού του Ξενοφάνη και του Νου του Αναξαγόρα, θα είναι αναγκαίο πρώτα να πλουτίσουμε τη γνώση μας με στοιχεία πάνω στην προέλευση της άποψης περί Θεού του Ξενοφάνη και στη θέση της σε σχέση με την ανάπτυξη της φιλοσοφικής σκέψης των Ελλήνων. Κατά κάποιο τρόπο ο Ξενοφάνης φαίνεται να βρίσκεται κάπως έξω από την ιστορία της πρώιμης ελληνικής φιλοσοφίας. Αυτό εκφράζεται και με το γεγονός ότι, όπου γίνεται απόπειρα κατάταξής του μέσα σ’ αυτήν την ιστορία, η θέση του αποβαίνει κάπως επισφαλής. Επειδή γι’ αυτόν, σύμφωνα με τις παραδοσιακές απόψεις της αρχαιότητας, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιο σταθερό σημείο αναφοράς προς τα πίσω, έχει γίνει ακόμα και προσπάθεια(24), να τον κάνουν μαθητή του Παρμενίδη — αν και δεν μπορεί να υφίσταται η παραμικρή αμφιβολία, ότι από καθαρά χρονολογική σκοπιά υπήρξε πάρα πολύ παλαιότερος από εκείνον(25).

Ωστόσο, η φιλοσοφική πορεία του Ξενοφάνη δεν είναι εντελώς άσχετη με την προηγηθείσα ή τη σύγχρονη μ’ αυτόν φιλοσοφία του Θαλή, του Αναξίμανδρου, του Αναξιμένη, όπως θα έδειχνε μια πρώτη παρατήρηση. Κατ’ αρχήν συμφωνεί με τους φιλοσοφικούς του προδρόμους — αλλά και συγχρόνους του — ως προς το αρνητικό σημείο, ότι δηλαδή δεν θεώρησε τον κόσμο φτιαγμένο ή χτισμένο ή ταξινομημένο ή καθοδηγημένο από λίγο-πολύ ανθρωπόμορφους θεούς. Αν παραβλέψει κανείς τον Θαλή, από τη φιλοσοφία του οποίου, εν πάση περιπτώσει, είναι πολύ λίγα γνωστά με βεβαιότητα, και για τον οποίο η παράδοση αναφέρει ότι είπε πως «όλα είναι γεμάτα από θεούς»(26), ο Αναξίμανδρος είχε θεωρήσει την προέλευση του κόσμου(27) οπωσδήποτε μέσα από ένα αγώνα αντιθέτων κι απρόσωπων αρχών, από ένα «καυτό» και ένα «ψυχρό». Και βέβαια, αυτές οι απρόσωπες αρχές παρουσιάζουν, κατά κάποιον τρόπο, έναν κάπως ανθρωπόμορφο χαρακτήρα, εφόσον μπορεί γι’ αυτές να ειπωθεί ότι «πρέπει η μια να εκδηλώσει προς την άλλη τάσεις μετάνοιας για την αδικία τους κατά την τάξη που επιβάλλεται από το χρόνο ή τήν εποχή»(28). Κι ακόμα, από μιαν άλλη άποψη, συμβαίνει να παρουσιάζουν κάτι το ανθρωπόμορφο: Πρόκειται για μια ενότητα υλών, ιδιοτήτων και δυναμικών επιδράσεων, που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν καθαρά μεταξύ τους(29). Όμως, και πάλι δεν γίνεται διάκριση ανάμεσα σε φυσιολογικές ή συγκινησιακές ιδιότητες. Με άλλα λόγια: ο χαρακτηρισμός ψυχικών ή συγκινησιακών καταστάσεων ως ζεστών ή κρύων, ως στεγνών ή «υγρών»(30), δεν εμφανίζεται ως «με-ταφορική» μετάβαση από τη φυσική σφαίρα στη συγκινησιακή• οι ιδιότητες που χαρακτηρίζονται με την ίδια λέξη και στις δύο σφαίρες θεωρούνται ιδιότητες αυτές καθ’ εαυτές. Αν λοιπόν τώρα συγκρίνει κανείς μ’ αυτό, τον Θεό του Ξενοφάνη, τότε δίχως αμφιβολία η αποπροσωποποίηση της αρχής που δημιουργεί και καθοδηγεί τον κόσμο δεν οδηγείται τόσο μακριά όπως στον Αναξίμανδρο, επειδή αυτή η αρχή δεν χαρακτηρίζεται, απρόσωπα, ως κάτι το «θεϊκό» (θείον) αλλά προσωπικά, ως Θεός. Προπάντων όμως ο Θεός του Ξενοφάνη διακρίνεται από τον Νου του Αναξαγόρα διότι ο Θεός κατευθύνει συνειδητά τον κόσμο σύμφωνα με τη βούλησή του, ενώ οι πρωταρχικές αρχές (Urprinzipien) του Αναξίμανδρου επιφέρουν την ύπαρξη του κόσμου, ας τό πούμε έτσι: μόνο μ’ ένα τυχαίο τρόπο, ύστερα από την αναμεταξύ τους διαμάχη.

Αν πάρει ωστόσο κάποιος να μελετήσει τον Ξενοφάνη και τον Αναξίμανδρο μαζί, τότε θ’ ανακαλύψει, εν μέρει και στους δύο κι άλλοτε στον ένα ή στον άλλον ξεχωριστά, ήδη το μεγαλύτερο μέρος από αυτό το οποίο χαρακτηρίζει το Νου του Αναξαγόρα ως δημιουργό και καθοδηγητή ενός κόσμου όπου κυριαρχεί η τάξη: στον Αναξίμανδρο, την παράσταση (Vorstellung) αρχών που βρίσκονται σε δράση, οι οποίες παράγουν το αποτέλεσμα της τάξης του κόσμου μονάχα με την καθαυτή τους επίδραση και χωρίς να έχουν συντονισθεί συνειδητά προς αυτόν το στόχο, όπως κάνει ένας καλλιτέχνης κάθε στιγμή• στον Ξενοφάνη, την παράσταση (Vorstellung) μιας μοναδικής αρχής, η οποία καθοδηγεί τα πάντα — και ταυτόχρονα κατανοεί — και, αντίθετα από τις αρχές επίδρασης του Αναξίμανδρου, δεν συνδέεται με την ύλη κι ούτε ταυτίζεται μ’ αυτήν, αλλά — και σ’ αυτό μοιάζει ολότελα με το Νου του Αναξαγόρα — ναι μεν διεισδύει στα πάντα, όμως ξεχωρίζει ολοφάνερα από το κάθε τι που είναι υλικό, ως κάτι το τελείως διαφορετικό. Έχει όμως σημασία να δοθεί προσοχή στο γεγονός ότι ο Αναξίμανδρος, παρά τα πολύ έντονα ανθρωπομορφικά στοιχεία στην εξήγηση του κόσμου, παρατηρεί τη δημιουργία πολύ λιγότερο τελεολογικά απ’ ό,τι ο Αναξαγόρας, του οποίου η έλλειψη κάποιας διαμορφωμένης τελεολογίας είχε προκαλέσει την απορία στον Σωκράτη. Γιατί ο Νους του Αναξαγόρα δεν πράττει τίποτα, εν πάση περιπτώσει, για να προκαλέσει την εμφάνιση μιας ομορφιάς και τάξης μέσα στον κόσμο. Επειδή όμως, κατά τη θεωρία του Αναξαγόρα, γνωρίζει εκ των προτέρων, ότι ήδη η απλή περιστροφική κίνηση, — στην τροχιά της οποίας τοποθετεί την τέλεια ανάμιξη όλων των υλικών και μέσα από την οποία τα εξάγει —, θα έχει στην παραπέρα πορεία της ως αποτέλεσμα μια ομορφιά και μια τάξη στον κόσμο, φαίνεται ότι και η βούλησή του κατευθύνεται εκ των προτέρων προς κάτι τέτοιο. Όσον αφορά στις πρωταρχικές αρχές (Urprinzipien) της δημιουργίας των κόσμων, όπως αυτές επινοήθηκαν από τον Αναξίμανδρο, φαίνεται ότι — όσο μπορεί να γίνει αντιληπτό — πουθενά δεν γίνεται λόγος για κάποια βούληση δημιουργίας με οποιοδήποτε τρόπο κάποιου κόσμου μέσα από τον ανταγωνισμό τους: παλεύουν η μια ενάντια στην άλλη μέσα στο κράτος της αδικίας τους, δηλαδή η καθεμιά επιζητάει να υπερισχύσει της άλλης: τότε περιγράφεται, πώς κατά τη διάρκεια αυτού του αγώνα και πώς με τη βοήθειά του δημιουργείται ο κόσμος.

Από τους φιλοσόφους που βρίσκονται χρονικά ανάμεσα στον Αναξίμανδρο και στον Ξενοφάνη από τη μια, και στον Αναξαγόρα από την άλλη, σημασία έχει — προπάντων για το ερώτημα που εξετάζεται εδώ — ο Εμπεδοκλής: εκείνος, ο οποίος σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αριστοτέλη(31) ήταν βέβαια νεότερος στην ηλικία από τον Αναξαγόρα, είχε όμως προηγηθεί στη διαμόρφωση της φιλοσοφικής του ερμηνείας του κόσμου και στη διάδοσή της. Ως προς τις δυνάμεις που επιδρούν στη δημιουργία μιας τάξης μέσα στον κόσμο, παίρνει ήδη μια ενδιάμεση θέση ανάμεσα στο Αναξίμανδρο και στον Ξενοφάνη. Σ’ αυτόν επίσης διαφέρουν μεταξύ τους και ξεχωρίζουν οι δρώσες αρχές, οι οποίες θέτουν σε κίνηση τον κόσμο και τον διατηρούν σ’ αυτή την κατάσταση, από τις υλικές αρχές, οι οποίες κατά κάποιον τρόπο συντηρούν, ως ποιότητες, τον χαρακτήρα τους. Αντίθετα, όμως, απ’ ό, τι στον Ξενοφάνη (και στον Αναξαγόρα), δεν συλλαμβάνεται η έννοιά τους ως γνωστικών, αλλά ως συγκινησιακών αρχών. Αυτό τουλάχιστον φαίνεται να εκφράζεται στον χαρακτηρισμό τους «φιλία» και «νείκος» (αγάπη και μίσος). Σπουδαιότερο είναι το γεγονός ότι ακριβώς σ’ αυτόν τον χαρακτήρα τους (με παρόμοιο τρόπο όπως στο Νου του Αναξαγόρα) έγκειται μια ιδιόμορφη διττή φύση, για να μην πούμε αντιφατικότητα. Από την μια πλευρά φαίνονται να είναι εντελώς εκείνο το οποίο δηλώνουν οι ονομασίες τους: δηλαδή η αγάπη λέγεται τρυφερή, θαυμάσια(32), φιλική, ενώ το μίσος τρομακτικό και καταστροφικό(33) συναίσθημα. Ναι, σε δεδομένη κατάσταση μπορούν να εμφανίζονται ως μεγάλες μυθικές μορφές, όπως άλλωστε συμβαίνει και σε παλιότερους ποιητές, ιδίως στον Ησίοδο: οι μεγάλες δυνάμεις της ανθρώπινης ζωής μετατρέπονται σε μυθικές μορφές.

Αν κοιτάξει κανείς, όμως, το πραγματικό νόημα του ρόλου τους στη δημιουργία του κόσμου από πιο κοντά, τότε σχεδόν τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μένει. Στο πεδίο των εμβίων όντων, διατηρεί βέβαια ο έρωτας το ρόλο του ως κινητήρια δύναμη για την αναπαραγωγή• στην ίδια τη διαδικασία δημιουργίας του κόσμου ωστόσο, φαίνεται πως δεν έχει καμιά άλλη λειτουργία, παρά μόνο το ανακάτωμα των διαφορετικών στοιχείων από τα οποία αποτελείται ο κόσμος — και μάλιστα με έναν τόσο ριζικό και τέλειο τρόπο, ώστε όταν αυτός (ο έρωτας) κερδίσει την πλήρη κυριαρχία στο τέλος κάποιας παγκόσμιας περιόδου, να βρίσκονται όλα σε μια κατάσταση τέλειας ανακατωσούρας και τίποτα να μην ξεχωρίζει πια ως κάτι το αυτοτελές. Ακριβώς με παρόμοιο τρόπο, και το μίσος δεν έχει άλλη αποστολή από το να προσπαθεί, όσο το δυνατόν καλύτερα, να πετύχει το διαχωρισμό των βασικών στοιχείων, ώστε στο τέλος της παγκόσμιας περιόδου, κατά την οποία αυτό κερδίζει σταδιακά έδαφος, τα τέσσερα βασικά στοιχεία να έχουν χωριστεί τελείως το ένα από το άλλο. Και στη μια όπως και στην άλλη περίπτωση, όμως, δεν υφίσταται τελικά κάτι, το οποίο δίκαια θα μπορούσε κάποιος να ονομάσει κόσμο. Ένας κόσμος δημιουργείται μόνο στις ενδιάμεσες περιόδους, δηλαδή στο διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στην πλήρη επικυριαρχία της μιας ή της άλλης δύναμης, και καθόλου, και με κανέναν τρόπο, ως αποτέλεσμα των συνειδητών τους σχεδιασμών. Στα αποσπάσματα του φιλοσοφικού ποιήματος του Εμπεδοκλή που έχουν διασωθεί, αποδεικνύεται, αντίθετα, με κάθε λεπτομέρεια, πως τα πράγματα δημιουργούνται εντελώς τυχαία και γρήγορα πάλι καταρρέουν(34), ωσότου ξανά ορισμένα — από σύμπτωση — καταφέρουν να συγκροτηθούν σε οργανισμούς ικανούς προς επιβίωση και αναπαραγωγή. Τότε τα διάφορα είδη και φύλα εξακολουθούν να υπάρχουν για κάποιο μακρύτερο χρονικό διάστημα, ωσότου αναγκαστικά καταστραφούν, αφού περιέλθουν κάτω από την κυριαρχία (την αυξανόμενη) της μιας ή της άλλης κινητήριας αρχής (bewegendes Prinzip), οι οποίες υποχρεώνουν τα συστατικά τους στοιχεία ή να αναμιχθούν πλήρως, ή να διασπαστούν και να αποβληθούν εξίσου.

Αν τώρα κανείς συνοψίσει όλη αυτή την εξέλιξη, γίνεται φανερό, ότι στο Νου του Αναξαγόρα έχουν συναντηθεί δύο — μεταξύ τους αρκετά ανεξάρτητες— εξελικτικές ακολουθίες. Η μιά είναι η εξέλιξη, την οποία προσπάθησα να ξεδιαλύνω στις πρώτες μου εργασίες, και στην οποία από μια γνώση η οποία περικλείει την ουσία μιας κατάστασης που δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή έχει επιτευχθεί η πιο βαθιά γνώση του αληθινού όντος που κρύβεται πίσω απ’ τα φαινόμενα — και, βέβαια, ο Νους του Αναξαγόρα δεν βρίσκεται εντελώς στο τέλος αυτής της εξελικτικής ακολουθίας, αλλά έχει συμπεριλάβει μέσα του στοιχεία προηγουμένων βαθμίδων. Το άλλο μπορεί να το ονομάσει κανείς σταδιακή απομυθοποίηση, απομάκρυνση από τον αθρωπομορφισμό και την τελεολογία(35) των δυνάμεων οι οποίες παράγουν το σύμπαν ως κόσμο — ως μια λογική τάξη — και καθορίζουν και κινούν την εξέλιξη και την ιστορία του. Μέσα σ’ αυτή τη σειρά εξέλιξης υπεισέρχεται ο Νους μόνο ως μια από τις πολυποίκιλες δυνατότητες, που χαρακτηρίζουν και καθορίζουν από πιο κοντά αυτές τις δυνάμεις που σχηματίζουν και καθοδηγούν τον κόσμο.

Αλλά και μέσα σ’ αυτήν την εξελικτική σειρά ο Νους του Αναξαγόρα δεν βρίσκεται σε κάποιο ακραίο τέρμα. Και βέβαια, σ’ αυτό εδώ το σημείο έχει πλήρως συντελεστεί η αποδέσμευση της δρώσας αρχής από τις διάφορες ύλες και ιδιότητες. Αυτό όμως είχε ήδη συμβεί με το Θεό του Ξενοφάνη. Σπουδαιότερη είναι η τοποθέτηση του Νου στη διαδικασία απομάκρυνσης από τον ανθρωπομορφισμό και την τελεολογία. Εδώ φαίνεται λοιπόν ακριβώς στο Νου του Αναξαγόρα, ότι οι δύο αυτές έννοιες (της απόρριψης του ανθρωπομορφισμού και της τελεολογίας) δεν ταυτίζονται με κανέναν τρόπο μεταξύ τους. Και στις πρωταρχικές (primär) δρώσες δυνάμεις του Αναξίμανδρου (Wirkkräfte), στο «καυτό» και στο «ψυχρό» υφίσταται ακόμα κάτι το ανθρωπομορφικό, όχι μόνο επειδή εδώ ακόμη δεν ξεχωρίζουν φυσικές και συγκινησιακές ποιότητες, αλλά προπάντων επειδή αυτές όχι μόνο «με μεταφορική έννοια», αλλά με κυριολεξία, δηλαδή όπως τα έμβια όντα, φαίνονται να παλεύουν η μια με την άλλη, άλλωστε γι’αυτό γίνεται λόγος για την άδικη συμπεριφορά τους και για τη μετάνοια την οποία οφείλει η μια στην άλλη. Με παρόμοιο τρόπο φανερώνεται το ανθρωπομορφικό στοιχείο στις «κοσμικές» (kosmische) δυνάμεις του Εμπεδοκλή: στην αγάπη και στο μίσος.

Από την άλλη πλευρά, η απομάκρυνση από την τελεολογία, και στις δύο μεθόδους του Αναξαγόρα, είναι σχεδόν πλήρης. Γιατί και στις δύο περιπτώσεις οι κοσμικές δυνάμεις είναι φανερό πως ενεργούν τελείως τυφλά και η τάξη του κόσμου προκαλείται «στην τύχη» ή οπωσδήποτε δίχως την πρόθεση τους, η οποία στον Εμπεδοκλή ακριβώς κατευθύνεται σε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση. Αν και ο Νους του Αναξαγόρα εξομοιώνεται επίσης με το Νου ο οποίος βρίσκεται στους ανθρώπους και ίσως, ως ένα ορισμένο βαθμό, σε άλλα έμβια όντα, η απομάκρυνση από τον ανθρωπομορφισμό έχει προχωρήσει σ’ αυτόν μάλλον περισσότερο, παρά στους Αναξίμανδρο και Εμπεδοκλή: ο κοσμικός Νους που διακρίνει και προβλέπει τα πάντα, βρίσκεται πιο μακριά από το Νου του ανθρώπου, από όσο απέχουν οι συμπαντικές συγκινησιακές δυνάμεις του Αναξίμανδρου ή του Εμπεδοκλή από τα ανθρώπινά τους ισοδύναμα (Aquivalente). Ή, αν κανείς δεν θέλει να παραδεχτεί ότι ισχύει κάτι τέτοιο, ο Αναξαγόρας, ως προς την απομάκρυνση από τον ανθρωπομορφισμό, οπωσδήποτε δεν βρίσκεται πίσω από τους προδρόμους του. Τελείως διαφορετικά πράγματα ισχύουν για την απομάκρυνση από την τελεολογία. Εδώ φαίνεται σχεδόν ότι ο Αναξαγόρας έχει προβεί στη σύναψη μιας συνειδητής συγκατάβασης ανάμεσα στην τελεολογική και στην μη τελεολογική ή αντιτελεολογική ερμηνεία του κόσμου. Γιατί αν και η κοσμική του αρχή, ο Νους, όπως οι πρωταρχικές αντιθέσεις (Urgegensätze) του ζεστού και του κρύου στον Αναξίμανδρο ή του έρωτα και του μίσους στον Εμπεδοκλή, κάνει μόνο ΕΝΑ πράγμα, ενεργεί μόνο πρός μια κατεύθυνση, δεν το κάνει ωστόσο τυφλά αλλά με τη πρόβλεψη και την αλάνθαστη (καθόλου απατηλή) εκ των προτέρων βεβαιότητα ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα προέλθει μια τάξη στο σύμπαν, ένας κόσμος (geordnete Welt/Kosmos). Του είχε γίνει συνείδηση αυτό το γεγονός: ως συμβιβασμός, ή όχι; Οπωσδήποτε είναι ολοφάνερο, ότι από αυτή την άποψη καταλαμβάνει μια ενδιάμεση θέση, ανάμεσα στον Ξενοφάνη από τη μια και τους Αναξίμανδρο και Εμπεδοκλή από την άλλη.

Με αυτή την εξακρίβωση των δύο νημάτων εξέλιξης, τα οποία συντείνουν στη θεωρία του Αναξαγόρα γύρω από το Νου ως κοσμικής αρχής, μπορεί να ειπωθεί ότι έχει απαντηθεί ίσως το καθαρά ιστορικό ερώτημα πάνω στην προέλευση αυτής της θεωρίας. Απομένει όμως το σπουδαιότερο και βαθύτερο ερώτημα, πώς ήρθε αυτή η εξέλιξη και τι σημαίνει από φιλοσοφική σκοπιά, αν συμπεριληφθεί η συμβιβαστική λύση, η οποία παριστάνει ολοφάνερα τη θεωρία του Αναξαγόρα.

Οι θετικιστές φιλόσοφοι θα ανταποκριθούν πολύ γρήγορα σ’ αυτό το ερώτημα, θεωρώντας την απάντηση κατάδηλη, ώστε να μην αξίζει σχεδόν καθόλου η ερώτηση. Η απάντηση φαίνεται πραγματικά δεδομένη με το γεγονός ότι η δεύτερη σειρά εξέλιξης — και μόνο γι’ αυτήν πρόκειται — έχει χαρακτηριστεί ως διαδικασία — (μια απ’ όλες) — για την απομάκρυνση από τον ανθρωπομορφισμό και την τελεολογία. Αυτή η διαδικασία ακριβώς δέν κατορθώθηκε να διεκπεραιωθεί ακόμη από τους πρώτους έλληνες φιλοσόφους, ακόμα κι αν εκείνοι βρίσκονταν στη αξιοθαύμαστη αυτή πορεία και κατέβαλαν προσπάθειες γι’ αυτό˙ και σε κάποιον από αυτούς παρέμεινε, τελικά, κάτι το παραπανίσιο ανθρωπομορφικό, σε άλλον περισσότερο κάτι το τελεολογικό, γεγονότα τα οποία οδηγούν λίγο-πολύ στο ίδιο αποτέλεσμα, αν δεν θέλει κάποιος να κάνει λεπτούς διαχωρισμούς. Τι άλλο περισσότερο να ειπωθεί εδώ;

Αν τώρα κάποιος ρωτήσει, πώς έφτασαν λοιπόν οι πρώτοι Έλληνες φιλόσοφοι να πάρουν αυτό το σωστό δρόμο, η απάντηση θα έχει ως εξής: αυτό εξαρτήθηκε από τη σταδιακή ανακάλυψη των φυσικών νόμων. Εδώ όμως αποδεικνύεται, ότι η απάντηση δεν πρέπει να δίνεται ίσως έτσι εύκολα, όπως φαίνεται να συμβαίνει στους εκπροσώπους μιας μοντέρνας θετικιστικής φιλοσοφίας. Γιατί αν σκεφτούμε έστω μόνο με την κατά προσέγγιση έννοια αυτής της λέξης πρέπει να ρωτήσουμε: ποίοι φυσικοί νόμοι αποτελούν τη βάση των θεωριών του Αναξίμανδρου για την πάλη του καύσωνα και του ψύχους, ή την πάλη της αγάπης και του μίσους στον Εμπεδοκλή; Οπωσδήποτε δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός, ότι ο τρόπος θεώρησης που απομακρύνεται από τον ανθρωπομορφισμό και την τελεολογία, που εκφράζεται στην τοποθέτηση αυτών των δυνάμεων ως πρωταρχικών αρχών (Urprinzipien), έπαιξε αργότερα στην ανακάλυψη των φυσικών νόμων — με την σύγχρονη έννοια της λέξης — έναν τελείως αποφασιστικό ρόλο• ναι, αυτός ο ρόλος θα ήταν ίσως αδύνατος δίχως εκείνον τον τρόπο θεώρησης. Το ιδιότυπο όμως είναι το εξης: η διαδικασία απομάκρυνσης της εξήγησης του κόσμου από τον ανθρωπομορφισμό και την τελεολογία προηγήθηκε της ανακάλυψης των φυσικών νόμων και δεν τους ακολούθησε. Από πού λοιπόν αντλήθηκε η ορμή της;

Βέβαια δεν είναι δυνατόν, μέσα σε μια έρευνα η οποία είναι αφιερωμένη στο εντελώς ειδικό πρόβλημα της ιστορικής προέλευσης της θεωρίας του Αναξαγόρα, να δοθεί η λύση του γενικού προβλήματος το οποίο τίθεται εδώ. Είναι όμως ίσως δυνατό και χρήσιμο να αποδείξουμε, πού έγκειται και κατά πόσο εμφανίζεται στον Αναξαγόρα με μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μορφή.

Όπως προσπάθησα να αποδείξω σε κάποιο άλλο σημείο, οι Μικρασιάτες Έλληνες της εποχής εκείνης βρίσκονταν στην καθαυτή περίοδο της αρχής της ελληνικής φιλοσοφίας, όπως δίκαια ονομάζεται ύστερα από τις πρώτες φιλοσοφικοϊστορικές απόπειρες της αρχαιότητας• σε μια κατάσταση, δηλαδή, στην οποία ξύπνησε ανάμεσα στους πιο δραστήριους πνευματικά, η αυθόρμητη επιθυμία, απέναντι στο πολύπλοκο πλήθος εξηγήσεων του κόσμου — εν μέρει αντιφατικών —, να λάβουν μια θεωρητικά και πρακτικά κυρίαρχη θέση μέσα στον τότε γνωστό κόσμο, ανάμεσα στις γειτονικές χώρες, οι οποίες μάλιστα κατείχαν τότε ανώτερα επίπεδα πολιτισμού από εκείνους: με άλλα λόγια, να κατακτήσουν μια σταθερή και ακριβή βάση της γνώσης και του παγκόσμιου προσανατολισμού. Μια τέτοια βάση θα προσφερόταν τότε μόνο, αν κάποιος ξεκινούσε από ένα (τουλάχιστον φαινομενικά) βέβαιο γεγονός, από κάτι οπωσδήποτε προσιτό στον καθένα και κατανοητό από τον καθένα, και αν προσπαθούσε από εκεί και πέρα να οικοδομήσει τη θεωρία του. Κάτι τέτοιο εντελώς απλό, κάτι αυτονόητο, δεν υπάρχει στο χώρο της ζωής. Ο παλαιότερος τρόπος σκέψης, τον οποίο ονομάζουμε μυθολογικό, χαρακτηρίζεται ακριβώς από το γεγονός, ότι συλλαμβάνει τα πάντα σαν κάτι το ζωντανό (Lebendiges), ιδίως δε ό,τι συμβαίνει, ως αποτέλεσμα της φυσικής δραστηριότητας απ’ όπου προκύπτει ό, τι θεωρούμε ως πρακτική εφαρμογή φυσικών νόμων έτσι, π.χ. η εφαρμογή των νόμων των μοχλών στην κωπηλασία, γίνεται αντιληπτή ως μαγικός εξαναγκασμός πάνω σε έμβια όντα, στην περίπτωσή μας, ας πούμε, σε αόρατους δαίμονες του νερού. Επειδή όμως τώρα, μέσα στο πεδίο του πραγματικά ζωντανού δεν υπάρχει το εντελώς απλό και κατανοητό, προκύπτει — από την αναζήτηση του εντελώς απλού — κατ’ ανάγκην το κίνητρο (Zwang) για την απομάκρυνση από τον ανθρωπομορφισμό, χωρίς αυτός ωστόσο να χρειάζεται να έχει συνειδητοποιήσει εκ των προτέρων και αμέσως αυτή την ιδιότητά του. Αυτό γίνεται ολοφάνερο αμέσως στις πρωταρχικές αρχές της δημιουργίας του κόσμου και των φαινομένων, όπως τις βρίσκουμε στον Αναξίμανδρο (αν και διατηρούν κατά πολύ τα ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά τους, ως το σημείο τουλάχιστον που δεν αντιφάσκει με τη βασική απαίτηση, που θέλει το είδος της δράσης τους να είναι εντελώς απλό και κατανοητό).

Πολύ πιο ενδιαφέρουσα είναι η επίδραση της τάσης απλούστευσης πάνω στην τελεολογία. Όπου ακολουθεί ο άνθρωπος σκοπούς και ιδίως, όπου κατασκευάζει σχήματα που αντιστοιχούν ή εξυπηρετούν τους σκοπούς αυτούς, είναι αναγκασμένος να κάνει χρήση φυσικών νόμων που υφίστανται από παλιά και λειτουργούν ομαλά, ανεξάρτητα από το πόσον εκείνος τους αναγνωρίζει ως τέτοιους ή πόσο γνωρίζει να τους διατυπώνει με ακρίβεια, ή αν τους θεωρεί νόμους μαγικών εξαναγκασμών πάνω σε ζώντες δαίμονες, ή αν δεν έχει κάνει καμιά άλλη σκέψη πάνω σ’ αυτό το θέμα και απλώς προχωράει σύμφωνα με τα πορίσματα της καθημερινής του εμπειρίας. Όταν θέλει να φτάσει το σκοπό του, πρέπει να κατέχει τη χρήση του κάθε νόμου που παίζει κάποιο ρόλο τόσο, όσο είναι αναγκαίο για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου αναγκαίο να γνωρίζει τους νόμους αυτούς σ’ όλο τους το εύρος ή να τους συλλαμβάνει και να τους εκφράζει με ακρίβεια.

Οι πρώτοι Έλληνες φιλόσοφοι αποβλέπουν, πάντως, στην ακριβή σύλληψη των νόμων. Και όσο αφορά τον επιτυχή χειρισμό των σχετικά απλών πρακτικών ζητημάτων, είναι αξιέπαινοι. Επιζητούν όμως να εξηγήσουν τη δημιουργία του κόσμου και των φαινομένων μέσα σ’ αυτόν ως μια ολότητα. Πρόκειται για το πλέον περιεκτικό και πολύπλοκο αντικείμενο που υπάρ-χει. Είναι φυσικό λοιπόν να προκύπτει μια τεράστια απόσταση ανάμεσα στα απλά και κατανοητά μέσα της ερμηνείας και στον πολυπόθητο σκοπό: Η κατάσταση, και σήμερα ακόμη, δεν διαφέρει καθόλου, παρόλους τους φυσικούς νόμους που έχουν στο μεταξύ ανακαλυφθεί και μάλιστα διατυπωθεί με μαθηματική ακρίβεια˙ ας αναλογιστεί κάποιος πως ανακοινώνουν πότε-πότε οι εφημερίδες, ότι τώρα η λύση του παγκόσμιου αινίγματος ή του αινίγματος της ζωής είναι κοντά και ότι χρειάζεται ακόμη μονάχα η επεξεργασία ενός συνοπτικού τύπου ή η επιτυχία ενός επιπροσθέτου πειράματος, ώστε να κερδηθεί η λύση.

Το ερώτημα έχει ωστόσο κι άλλη μια πλευρά. Όσο πολλά άτακτα, ακατάστατα και, ας επικρατεί η έκφραση, «αντιτακτά» (Widerordentliches) πράγματα κι αν υπάρχουν στον κόσμο, όπου ζούμε, δεν θα είμαστε καθόλου σε θέση, να τα αισθανθούμε έτσι ('αντιτακτά')• μάλιστα, όπως ήδη ισχυρίστηκε ο Πλάτων, δεν θα είμασταν διόλου σε θέση να αντιληφθούμε ο,τιδήποτε, αν ο κόσμος, όπως μας είναι δεδομένος, δεν ήταν ο ίδιος μια τάξη. Στο κράτος των εμβίων όντων ωστόσο, είναι κατάδηλο το γεγονός ότι αυτή η τάξη είναι μια τάξη τελεολογική. Πρόκειται για μια αδιάκοπη καθημερινή εμπειρία, που λέει ότι όλα τα ζώντα πλάσματα εξελίσσονται κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής τους προς την κατεύθυνση κάποιου ορισμένου τέλους (Telos): ο σπόρος του κουκουναριού γίνεται έλατο, ο βολβός της τουλίπας γίνεται μια τουλίπα και τίποτα άλλο. Αυτό διδάσκει η εμπειρία. Οι αιτίες των πραγμάτων και των φαινομένων, αντίθετα, δεν βρίσκονται στην επιφάνεια και πρέπει ν’ αναζητηθούν με κόπους. Λαμπρό παράδειγμα για την τύφλωση που επιδεικνύεται απέναντι στα πλέον καταφανή γεγονότα και για το σε ποιες — ιστορικά περιορισμένες συνήθειες σκέψης μπορούν να οδηγήσουν τέτοια φαινόμενα: σύγχρονοι φιλόσοφοι απορούν, πώς έφτασε ο άνθρωπος στην παράξενη σκέψη, να ανακαλύψει «τέλη» στη φύση (τα οποία βέβαια — καθημερινά και παντού στο κράτος των εμβίων όντων — παρουσιάζονται από μόνα τους) και ταυτόχρονα πιστεύουν ότι η πεποίθηση, ότι κάθε φαινόμενο πρέπει να έχει την αιτία του, πηγάζει από την εμπειρία. Οι Hume και Kant είδαν, ο καθένας με τον τρόπο του, οπωσδήποτε πιο σωστά το πρόβλημα.

Ακριβώς επειδή η εμπειρία που λέει ότι όλα τα έμβια όντα αναπτύσσονται με στόχο τα «τέλη», είναι μια εμπειρία και τίποτε περισσότερο, — και ταυτόχρονα η εμπειρία μιας διαδικασίας η οποία μπορεί να εμφανίζεται σε μια άπειρη πολλαπλότητα παραλλαγών —, δεν εξηγεί βέβαια τίποτα, και μ’ αυτό σημαίνει ότι δεν εξυπηρετεί διόλου και τη μορφή εκείνης της ερμηνείας, που αποτελείται από αίτια, τα οποία πρέπει να είναι εντελώς απλά και κατανοητά, δηλαδή να αποδεικνύονται ως αποτελεσματικά μόνο σε κάποια εκάστοτε ορισμένη κατεύθυνση. Έτσι γεννιέται το δίλημμα, το οποίο παρουσιάζεται τόσο φανερά στη φιλοσοφία του Νου του Αναξαγόρα. Αν θέλει κανείς να φέρει σ’ επαφή την απείρως πολυσχιδή τάξη — η οποία βέβαια αναμφίβολα είναι τάξη —, με τα αίτια, τότε υπάρχουν μόνο δύο δυνατότητες: Είτε τοποθετεί κάποιος την πολλαπλότητα του αιτίου. (Αυτό έκανε ο Ξενοφάνης με το Θεό του και αυτό κάνουν όλες οι θρησκείες, οι οποίες αναθέτουν τη δημιουργία και την διακυβέρνηση του κόσμου σε έναν Θεό). Είτε προσπαθεί να προκαλέσει όλη τη δημιουργία και την τήρηση της τάξης από τα απλά αίτια, τα οποία επιδρούν εκάστοτε προς κάποια κατεύθυνση από σύμπτωση (τύχη, Sufall), δηλαδή δίχως κάποια επιθυμία ή σχεδιασμό (ungewollt, αθέλητα / ungeplant, απρογραμμάτιστα), όπως έκαναν οι Αναξίμανδρος και Εμπεδοκλής. Η πρώτη «εξήγηση», αν είναι τέτοια, πρέπει να αρκεστεί στο ασύλληπτο, η δεύτερη κερδίζει — ή πιστεύει πως κερδίζει— κάτι που γίνεται αντιληπτό, κι όσο για τα μέσα επέμβασης και αλλαγής του ρου των φαινομένων, τα κερδίζει πράγματι και αυτά: μόνο που αυτό δεν είναι «εξήγηση του κόσμου» — και παρόλες τις προόδους παραμένει η απόσταση μεταξύ των μέσων και του σκοπού πάντα απείρως μεγάλη. Ο Αναξαγόρας —τώρα φαίνεται πολύ φανερά— προσπάθησε κατά κάποιο τρόπο να συνδυάσει και τα δύο, θέτοντας μια πρώτη αρχή, η οποία απ’ τη μια πλευρά αντιλαμβάνεται κι επιζητάει την τάξη, η οποία την αναδεικνύει, απ’ την άλλη πλευρά όμως χρειάζεται να επιδράσει μόνο προς μια κατεύθυνση, προκειμένου να φτάσει το στόχο της, ως μια εντελώς απλή δρώσα δύναμη (Wirkkraft) εκ των πραγμάτων/2 που είναι/1. Και φυσικά δεν έλυσε μ’ αυτόν τον τρόπο το δίλημμα. Η φιλοσοφία του ωστόσο δείχνει ολοφάνερα την ουσία αυτού του διλήμματος και σε τι έγκειται τούτο. Αυτός εδώ δεν είναι ο κατάλληλος χώρος(36) για να προβληματιστούμε περισσότερο μ’ αυτό το δίλημμα και με τις ιστορικές μορφές, με τις οποίες εμφανίζεται.
------------------
Σημειώσεις

1. Παράβαλε, «Νους and νοείν in the Homeric Poems» εις Classical Philology, XXXVIII (1943), 79-93 και «Νους, νοείν, and their derivatives in presocratic philosophy (excluding Anaxagoras)» Ibidem XL (1945), 223-242 και XLI (1946), 12-34. Η λεπτομερειακή ανάλυση και οι αποδείξεις για την αρχική σημασία της λέξης «νους», προ πάντων στην πρώτη από τις δύο παραπάνω μελέτες.

2. Αλέξανδρος Πολυίστωρ στον Διογένη Λαέρτιο VIII, 1, 19, 30.

3. Παράβαλε, π.χ. Ίλιάδα, III, 396 και op. coll. p. 85 για την ερμηνεία του σημείου αυτού.

4. Diels/Kranz, Fragmente der Vorsokratiker, 28b, 16, I.

5. ibidem b6, 6.

6. ibidem b8, 34 και συνέχεια• για την ερμηνεία του δύσκολου σημείου ίδε Classical Philology XL, p. 238 f.

7. Diels/Kranz 68 bl7.

8. Ibidem b11. Βέβαια εκεί οι λέξεις «νους» και «νοείν» δεν «κληροδοτούνται», αλλά συμπληρώνεται το «νώσαι» από τον Diels. Επίσης, στον Δημόκριτο έχει ήδη σβήσει ο αυστηρός διαχωρισμός των διαφόρων ειδών της γνώσης, ο οποίος είναι χαρακτηριστικός για τον Όμηρο και τους παλαιότερους φιλοσόφους όπου οι έννοιες γνώμη, φρην και νους χρησιμοποιούνται λίγο-πολύ φύρδην μίγδην. Αυτή τη στιγμή όμως αυτό δεν ενδιαφέρει, αν και το ανακάτωμα των λέξεων φρην και νους, όπως θα αποδειχθεί, χαράζει την πορεία του ήδη από την εποχή του Αναξαγόρα. Παράβαλε p. 91 f και την ερμηνεία του αναφερθέντος εδάφους του Δημοκρίτου: Class. Phil. XLI, p. 26 και συνέχεια.

9. Παράβαλε προπάντων Πολιτεία VI, 511 d.

10. Φαίδων 97 b. Παράβαλε ακόμα Diels/ Kranz 59 a 47.

11. Η έκφραση είναι «διακοσμών» και η επανάληψή της άλλοτε με την πρόθεση «διά», άλλοτε δίχως αυτή, δείχνει φανερά ότι επιδιώκεται κάποια διάταξη, με την οποία εξασφαλίζεται μια όμορφη και σκόπιμη τάξη των πραγμάτων. Πολύ ενδιαφέρον και σημαντικό γεγονός είναι το είδος του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιούνται σ’ αυτή τη σχέση οι έννοιες «αιτία» και «ανάγκη». Επειδή λέγεται με σαφήνεια ότι και οι δύο αυτές έννοιες ορίζονται με το «άμεινον», με την «αιτία» δεν εννοείται ένα τυφλό αίτιο, αλλά ο συνετός λόγος, εξαιτίας του οποίου ο «νους» κάνει κάτι έτσι ή αλλιώς — και αντίστοιχα «ανάγκη» δεν σημαίνει εδώ την τυφλή αναγκαιότητα, με την οποία τα αποτελέσματα έχουν κάποια αφορμή, αλλά αναγκαιότητα που θέλει να γίνει κάτι έτσι κι όχι αλλιώς, για να γίνει κάτι καλό ή ωραίο.

12. Και πάλι: οι «αιτίαι» σημαίνουν πρώτ’ απ’ όλα λόγους• όταν όμως ακολουθεί η άποψη πως υπεύθυνος για τα φαινόμενα είναι οι άνεμοι και το νερό (αιτιώμενον), τότε στη θέση των λόγων γλυστρούν —απαρατήρητες— μηχανικές αιτίες.

13. Η λέξη είναι «μηχανή», κι αυτή βέβαια σημαίνει κάποιο είδος μηχανήματος ή έναν μηχανικό χειρισμό. Ίσως ο Αριστοτέλης να σκέφτηκε σ’ αυτό το σημείο ταυτόχρονα και τη μηχανή του θεάτρου, θέλοντας να πει, ότι ο «νους» του Αναξαγόρα εμφανίζεται κατά κάποιο τρόπο στο ρόλο του «από μηχανής Θεού», ο οποίος παρουσιάζεται ή χρησιμοποιείται όταν δεν φαίνεται δυνατή μια κάποια λύση.

14. Η λέξη που χρησιμοποιήθηκε είναι «αυτοματίζων». «Αυτόματον» είναι εκείνο (σύμφωνα με τους Περιπατητικούς), το οποίο συμβαίνει ή δημιουργείται δίχως πρόθεση. Η έννοια λοιπόν σημαίνει ότι ο Αναξαγόρας αφήνει τα περισσότερα πράγματα να συμβαίνουν δίχως πρόθεση, δηλαδή χωρίς την επέμβαση κάποιας βούλησης που (θέλει να) επιβάλλει μια τάξη πραγμάτων σε κάθε περίπτωση.

15. Παράβαλε Diels/Kranz 59 b 12, 4/5.

16. Παράβαλε ibidem b 12,8 και συνέχεια. Όλο το απόσπασμα έχει ως εξής: «και τα συμμισγόμενά τε και αποκρινόμενα και διακρινόμενα πάντα έγνω νους και οποία έμελλεν έσεσθαι και οποία ην, ασσα νυν μη εστι και όσα νυν εστι και οποία έσται, πάντα διεκόσμησε νους, και την περιχώρησιν ταύτην, ην νυν περιχωρέει τα τε άστρα και ο ήλιος» κτλ. Οι Diels/Kranz βάζουν μια τελεία μετά το «πάντα έγνω νους». Υπάρχει όμως πάλι ένα νόημα, αν γίνει μια παύση αργότερα, μετά το «άσσα νυν μη έστι». Όπως και να χωρίσει κανείς τη φράση από την άποψη της γραμματικής, δεν θα πρέπει να υφίσταται αμφιβολία ότι αυτό το οποίο ακολουθεί, το «έγνω νους», δεν μπορεί να αναφέρεται, —σύμφωνα με το αντικείμενο του θέματος—, μόνο στη δραστηριότητα για την επιβολή κάποιας τάξης από το νου, αλλά και στην αναγνώρισή του, στο γνώναι (αυτού του ιδίου του νου).

17. Diels/Kranz 59 b 4, 8 και συνέχεια.

18. Ibidem 59 b 1 και b4, 17 και συνέχεια.

19. Παράβαλε ibidem 59 b 12, 12f.

20. Παράβαλε ibidem και για λεπτομερέστερη εξήγηση 59 Α 41 και 42 (Σιμπλίκιος και Ιππόλυτος από τον Θεόφραστο).

21. Αυτό δεν εκφράζεται με βεβαιότητα στα αποσπάσματα που έχουν διασωθεί. Όμως η έκφραση «συμπαγήναι» σε σχέση με τη δημιουργία των ανθρώπων στο 59 b4,8 υποδεικνύει σαφώς ότι ο Αναξαγόρας δέχεται τη δημιουργία τους μέσα από το τυχαίο ανακάτωμα βασικών υλικών, με τρόπο δηλαδή παρόμοιο εκείνου που είχε ήδη δεχθεί ο Εμπεδοκλής (παράβαλε επίσης κάτω p. 97 και συνέχεια).

22. Diels/Kranz 21 b 25.

23. Παράβαλε πάνω σ’αυτό για περισσότερες λεπτομέρειες Classical Philology XLI, (1946), 31 και συνέχεια.

24. Παράβαλε Karl Reinhardt, Parmenides˙ για την ανασκευή των θεωριών του Reinhardt, όπως και άλλων συγγενών, παράβαλε το άρθρο μου για τον Ξενοφάνη, το οποίο θα εμφανιστεί αρχικά στην RE.

25. Ο Ξενοφάνης χρονολογείται περίπου γύρω στο 570 ως το 470 π.Χ., ο Παρμενίδης αντιστοιχεί περίπου στο 520 ως το 450 π.Χ. Ο Ξενοφάνης λοιπόν θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον 70 χρόνων, όταν θα επηρεαζόταν καθοριστικά από τον —περίπου μισό αιώνα— νεότερο Παρμενίδη!

26. Παράβαλε Diels/Kranz 11 Α 22.

27. Παράβαλε, ibidem 12 Α 10.

28. Παράβαλε Diels/Kranz 12b I.

29. Παράβαλε πάνω σ’ αυτό Class. Phil. XLI, 23 f και το άρθρο μου για τον Πρωταγόρα στην RE.

30. Παράβαλε π.χ. ο Ηράκλειτος για τις στεγνές και τις υγρές ψυχές, Diels/ Kranz 22b 117/18, όπου είναι σαφέστατη η ταυτότητα του φυσικού (φυσιολογικού) και του —για μας— «μεταφορικού».

31. Αριστοτέλης, Μετά τα φυσικά A, 984a. 11.

32. Παράβαλε Diels/Kranz 31b, 35, 10.

33. Ibidem 31b 22, 6/7˙ b 27 a˙ b 109, 3.

34. Παράβαλε ibidem 31b 47/48.

35. Στα βιβλία ιστορίας της φιλοσοφίας ή ιστορίας της τελεολογικής ερμηνείας της φύσης συνηθίζεται βέβαια να αναφέρεται ότι η τελεολογία εισάγεται για πρώτη φορά στην αρχαία φιλοσοφία από τον Διογένη τον Απολλωνιάτη. Αυτό όμως είναι σωστό ως ένα σημείο: στον Διογένη τον Απολλωνιάτη τονίζονται, για πρώτη φορά, τελεολογικές πορείες σκέψης και παρουσιάζονται με φιλοσοφική μορφή. Κατά τα άλλα, η τελεολογική σκέψη είναι βέβαια πανάρχαιη.

36. Για μια εκτενέστερη εξέταση μιας άλλης ειδικής άποψης του προβλήματος, κυρίως για το νόημα της αριστοτέλειας τελεολογίας, το οποίο έχει παρεξηγηθεί τελείως από τους σύγχρονους, και μάλιστα ακριβώς από τους σύγχρονους «βιταλιστές», παράβαλε Studium Generale XIV, 10, 546 και συνέχεια, ιδίως 564 και συνέχεια και 570 και συνέχεια όπως επίσης 11, 622 και συνέχεια.