Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΦΑΝΗ

1. Ἤ προ­σω­κρα­τι­κή ἑ­νό­τη­τα θε­ω­ρί­ας καί πρά­ξης

       Ὁ ὁ­ρι­σμός τοῡ Zeller[1] σύμ­φω­να μέ τόν ὁ­ποῖ­ο «σο­φί­α», «στήν ἑλ­λη­νι­κή ἐκ­δο­χή τοῦ ὅ­ρου, σή­μαι­νε πάν­τα ἐ­κτός ἀ­πό τή θε­ω­ρη­τι­κή ἑρ­μη­νεί­α τοῦ κό­σμου καί μιάν ὁ­ρι­σμέ­νη συμ­πε­ρι­φο­ρά στή ζω­ή», δι­και­ώ­νε­ται μέ τόν Ξε­νο­φά­νη, τόν ποι­η­τή-φι­λό­σο­φο ἀ­πό τήν Κο­λο­φώ­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἄν καί δέν ἔ­δρα­σε πο­λι­τι­κά, ὅ­πως ἄλ­λοι προ­σω­κρα­τι­κοί φι­λό­σο­φοι, οὔ­τε ρί­ζω­σε σέ μί­α πό­λη, δέν ὑ­πῆρ­ξε ἀ­δι­ά­φο­ρος γιά τά πο­λι­τι­κά πράγ­μα­τα: τήν πο­λι­τι­κή του συ­νεί­δη­ση ἐκ­φρά­ζει ὁ λό­γος του ὅ­τι «ἡ σο­φί­α» εἶ­ναι κύ­ριος συν­τε­λε­στής τῆς εὐ­νο­μί­ας καί τῆς εὐ­η­με­ρί­ας τῆς πό­λης (Β 2.19,22). Τό ἀ­γω­νι­στι­κό στοι­χεῖ­ο τοῦ πνεύ­μα­τός του ἐκ­δη­λώ­νει ἡ πο­λε­μι­κή στά ψεύ­δη τῆς λα­ϊ­κῆς θρη­σκεί­ας καί τῆς ἀν­θρω­πο­μορ­φι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας τοῦ Ὁ­μή­ρου καί τοῦ Ἡ­σι­ό­δου καί τό θαρ­ρα­λέ­ο κή­ρυγ­μα γιά τόν ἕ­να λο­γι­κό θε­ό, κυ­βερ­νή­τη τῶν «πάν­των». Τά βι­ο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να φα­νε­ρώ­νουν μί­α φύ­ση ἀ­νει­ρή­νευ­τη πού ζή­τη­σε νά ἀ­νοι­χθεῖ στόν χῶ­ρο τῆς ζω­ῆς καί τῆς γνώ­σης: ὁ ἴ­διος λέ­ει ὅ­τι ἑ­ξήν­τα ἑ­πτά ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια γύ­ρι­ζε, θαρ­ρα­λέ­ος ἀ­πο­δη­μη­τής, ἀ­πό τό­πο σέ τό­πο (Β 8), πέ­ρα­σε ἀ­πό ὅ­λα τά πε­δί­α τῆς ἔ­ρευ­νας ζη­τών­τας τήν κα­λύ­τε­ρη γνώ­ση (Β 34) γιά τόν θε­ό καί τά «πάν­τα» καί πραγ­μά­τω­σε τό γνω­στι­κό, αἰ­σι­ό­δο­ξο πι­στεύ­ω του, ὅ­τι μέ τόν χρό­νο καί τήν ἔ­ρευ­να βρί­σκουν οἱ ἄν­θρω­ποι τό κα­λύ­τε­ρο («χρό­νῳ ζη­τοῦν­τες ἐ­φευ­ρί­σκου­σιν ἄ­μει­νον», Β 18).

Ἡ φι­λο­μά­θεια τοῦ Ξε­νο­φά­νη, τήν ὁ­ποί­α ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος (Β 40) κα­τά­λα­βε ὡς ἁ­πλή πο­λυ­μά­θεια θέ­τον­τάς την δί­πλα στήν πο­λυ­γνω­σί­α τῶν Πυ­θα­γο­ρεί­ων, εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γνώ­ρι­σμα τοῦ ἀρ­χα­ϊ­κοῦ πνεύ­μα­τος: «πολ­λῶν ἵ­στο­ρες» πρέ­πει νά εἶ­ναι οἱ φι­λό­σο­φοι ἄν­δρες[2], σύμ­φω­να μέ τή ρή­ση τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­του (Β 35), ἀλ­λ’ ὡς θη­ρευ­τές τῆς ἀ­λή­θειας. Ἀ­πέ­ναν­τι στά πο­λυ­ποί­κι­λα καί πο­λυ­ώ­νυ­μα πρό­σω­πα τῶν θε­ῶν τοῦ μύ­θου, τά «πλά­σμα­τα τῶν προ­τέ­ρων», ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τά ὀ­νο­μά­ζει ὁ Ξε­νο­φά­νης (Β 1. 22), καί στήν ἄ­λο­γη ποι­η­τι­κή φαν­τα­σί­α στέ­κον­ται μέ ἐ­πι­τι­μη­τι­κή δι­ά­θε­ση ὁ κο­λο­φώ­νιος σο­φός καί ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος («σο­φί­η ἀ­λη­θέ­α λέ­γειν», Β 112). Στήν ἀ­λή­θεια στη­ρί­ζε­ται ἡ ἑ­νό­τη­τα θε­ω­ρί­ας καί πρά­ξης. Καί ἐ­νῶ ὁ Ἡ­σί­ο­δος ὁ­μο­λο­γεῖ ὅ­τι οἱ Μοῦ­σες του λέ­γουν καί ψεύ­δη «ἐ­τύ­μοι­σιν ὁ­μοῖ­α», οἱ προ­σω­κρα­τι­κοί φι­λό­σο­φοι στήν ἀ­λή­θεια ζη­τοῦν νά στη­ρί­ξουν τή δι­δα­σκα­λί­α τους· δι­δα­σκα­λί­α ἡ ὁ­ποί­α δέν εἶ­ναι ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτο δόγ­μα ἤ προ­φη­τεί­α, ὅ­πως ἦ­ταν στήν Ἀ­να­το­λή[3], ὅ­που τά ἱ­ε­ρα­τεῖ­α καί ἡ θε­ο­λο­γί­α εἶ­ναι τό κέν­τρο τῆς ζω­ῆς, ἀλ­λά λο­γι­κή ἀ­να­ζή­τη­ση ἤ τῆς ἀρ­χῆς τοῦ γί­γνε­σθαι ἤ τῆς οὐ­σί­ας τοῦ εἶ­ναι.

Ἡ ἀ­πάν­τη­ση, ἡ ὁ­ποί­α τώ­ρα δί­νε­ται, ἔ­χει ἄλ­λο­τε ἐμ­πει­ρι­κή προ­έ­λευ­ση, ὅ­πως στούς Μι­λή­σιους, τούς πρώ­τους «εἰς ἐ­πί­σκε­ψιν τῶν ὄν­των ἐλ­θόν­τας καί φι­λο­σο­φή­σαν­τας πε­ρί τῆς ἀ­λή­θειας»[4]: ἐ­δῶ ὅ­μως ἡ ὅ­ρα­ση ἔ­γι­νε μέ με­γά­λη ἀ­φαί­ρε­ση καί νο­η­τι­κή, ἀ­φοῦ ἡ μι­λή­σια κο­σμο­λο­γί­α εἶ­ναι καί θε­ο­λο­γί­α· ἄλ­λο­τε πρό­κει­ται γιά κρά­μα κρι­τι­κοῦ, ἐ­λεγ­κτι­κοῦ νοῦ καί συ­ναί­σθη­σης τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ὅ­πως στόν Ξε­νο­φά­νη· ἄλ­λο­τε ἡ νό­η­ση κυ­ρι­εύ­ει τό ὄν καί ταυ­τί­ζε­ται μέ αὐ­τό, ὅ­πως στόν Παρ­με­νί­δη (Β 3.6), χω­ρίς, βέ­βαι­α, νά παίρ­νει ἐ­δῶ, μέ ἄ­με­ση αὐ­το­ε­πι­στρο­φή – πράγ­μα πού θά γί­νει γιά πρώ­τη φο­ρά ἀ­πό τήν πλα­τω­νι­κή φι­λο­σο­φί­α – συ­νεί­δη­ση γιά τό δι­κό της εἶ­ναι[5].

Ἡ μέ­θο­δος τῆς ἔ­ρευ­νας τῶν προ­σω­κρα­τι­κῶν φι­λο­σό­φων κα­θο­ρί­στη­κε ἀ­πό τό ἀν­τι­κεί­με­νο τοῦ προ­βλη­μα­τι­σμοῦ: ἀ­φε­τη­ρί­α στήν ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἀ­λή­θειας στά­θη­κε ἡ φύ­ση[6]. Σ’ αὐ­τήν ἀ­να­ζή­τη­σαν οἱ Μι­λή­σιοι μιάν αἰ­ώ­νια ἀρ­χή, τήν ὁ­ποί­α ἐν­νό­η­σαν ὡς θε­ϊ­κή δύ­να­μη ἀ­γέν­νη­τη καί ἀ­νώ­λε­θρη κι ὡς ἀ­παρ­χή τοῦ γί­γνε­σθαι. Ὁ Θα­λῆς θε­ώ­ρη­σε τό νε­ρό φυ­σι­κή συ­νε­κτι­κή δύ­να­μη, ἔμ­ψυ­χη καί θε­ϊ­κή. Ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος προί­κι­σε τό Ἄ­πει­ρο μέ θε­ϊ­κές ἰ­δι­ό­τη­τες. Ὁ Ξε­νο­φά­νης σχη­μά­τι­σε τό κο­σμο­εί­δω­λό του καί μέ πα­ρα­τη­ρή­σεις τῆς ἐμ­πει­ρί­ας καί μέ ὀρ­θο­λο­γι­κή ἑρ­μη­νεί­α τῶν σχε­τι­κῶν μέ τά φυ­σι­κά φαι­νό­με­να μύ­θων. Οἱ ὀν­το­λό­γοι Ἐ­λε­ά­τες, ἀ­φοῦ ἀρ­νή­θη­καν τήν κί­νη­ση, ἀ­να­φέρ­θη­καν στή φύ­ση ἤ γιά νά ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σουν τό ἀ­πό­λυ­το κύ­ρος τοῦ ὄν­τος, ὅ­πως ἔ­κα­νε ὁ Παρ­με­νί­δης στό δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ βι­βλί­ου του Πε­ρί Φύ­σε­ως, ὅ­που ἐκ­θέ­τει τίς «δό­ξες τῶν βρο­τῶν» (Β 8. 51- 52)[7], η, ὅ­πως ὁ Μέ­λισ­σος, γιά νά ἐ­λέγ­ξουν τούς φυ­σι­κούς φι­λο­σό­φους, δεί­χνον­τας τό με­τα­βλη­τό χα­ρα­κτή­ρα τῆς φυ­σι­κῆς πολ­λό­τη­τας καί τήν ἀ­δυ­να­μί­α τῆς ἐμ­πει­ρι­κῆς γνώ­σης.

Ὁ Ξε­νο­φά­νης, ἀν­τί­θε­τα ἀ­πό τήν ἑρ­μη­νεί­α πού ἔ­δω­σε στή δι­δα­σκα­λί­α του ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης[8], φαί­νε­ται νά θε­ώ­ρη­σε τή σχέ­ση θε­οῦ καί κό­σμου ὡς ἐ­πι­κοι­νω­νί­α ἀ­νά­με­σα σέ ἕ­να θε­ό, νοῦ ρυθ­μι­στή, αἰ­ώ­νιο καί ἄ­ναρ­χο, καί σέ ἕ­να κι­νού­με­νο ἀ­πό αὐ­τον σύμ­παν.

Ἐ­κτός ἀ­πό τά δύ­ο βα­σι­κά προ­βλή­μα­τα τοῦ θε­οῦ καί τοῦ κό­σμου, ὅ­λα τά με­γά­λα προ­βλή­μα­τα, μέ ἐ­ξαί­ρε­ση τό ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό[9], πῆ­ραν θέ­ση στόν θε­μα­τι­κό ὁ­ρί­ζον­τα τῆς πρώ­της ἑλ­λη­νι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας. Σχε­τι­κά μέ τό γνω­σι­ο­λο­γι­κό ὁ Ξε­νο­φά­νης καί ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι τά γνω­στι­κά ὅ­ρια τά κα­θο­ρί­ζει ἡ φύ­ση τοῦ ἀν­τι­κει­μέ­νου[10]· ἐ­κτός ἀ­πό τόν Ἐμ­πε­δο­κλῆ (Β 3) καί ἄλ­λοι προ­σω­κρα­τι­κοί φι­λό­σο­φοι ἀρ­νοῦν­ται πί­στη στήν αἴ­σθη­ση καί φθά­νουν νά ὑ­ψώ­σουν τή νό­η­ση ὡς ἐ­κεῖ πού δέν ξε­χω­ρί­ζει πιά ἡ λο­γι­κή ἀ­πό τήν ὀν­το­λο­γί­α. Μέ τήν ἀ­κά­μα­τη ἔ­ρευ­να καί τήν πί­στη στήν ἀ­λή­θεια τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τους κα­τα­ξί­ω­σαν καί τή γνώ­ση – στή φι­λο­σο­φί­α μά­λι­στα τοῦ Ξε­νο­φά­νη αὐ­τή ἡ κα­τα­ξί­ω­ση, σέ ὀρ­γα­νι­κή συ­νάρ­τη­ση μέ τήν ἰ­δέ­α τῆς προ­ό­δου (Β 18), ἀ­πο­τε­λεῖ καί ὑ­περ­χρο­νι­κό δί­δαγ­μα – καί τήν αἰ­σι­ό­δο­ξη θε­ώ­ρη­ση τῆς ζω­ῆς, πράγ­μα πού θά ἀ­να­τρέ­ψουν σέ λί­γο οἱ «μι­σο­λό­γοι» σο­φι­στές μέ τόν ἀ­γνω­στι­κι­σμό τους καί τήν ἀ­πό αὐ­τόν γεν­νη­μέ­νη ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­α τους.

Στό πρό­βλη­μα τῆς πρά­ξης ἔ­σκυ­ψε καί συγ­κε­κρι­μέ­να ὁ ἀρ­χα­ϊ­κός νοῦς μέ τά ἠ­θι­κά δι­δάγ­μα­τα τοῦ Ξε­νο­φά­νη, τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­του καί τοῦ Δη­μο­κρί­του[11] καί προ­ε­τοί­μα­σε ἔ­τσι τή σω­κρα­τι­κή-πλα­τω­νι­κή ἔ­ρευ­να γιά τήν ἀν­θρώ­πι­νη συμ­πε­ρι­φο­ρά καί δε­ον­το­λο­γί­α τῆς ζω­ῆς.

2. Ἡ ποι­η­τι­κή πα­ρου­σί­α τοῦ Ξε­νο­φά­νη

Ὁ στο­χα­σμός τῶν πρώ­των Ἑλ­λή­νων φι­λο­σό­φων ἐκ­φρά­στη­κε εἴ­τε μέ στί­χους εἴ­τε μέ πε­ζό λό­γο. Μέ­ρος τῆς ἀ­ξί­ας τῶν ἀρ­χα­ϊ­κῶν φι­λο­σο­φη­μά­των πη­γά­ζει ἀ­πό τή γο­η­τεί­α το­ϋ ξε­χω­ρι­στοῦ κά­θε φο­ρᾶ ὕ­φους: στόν Ἐμ­πε­δο­κλῆ π.χ. τό ὕ­φος εἶ­ναι ποι­η­τι­κό-ρη­το­ρι­κό, στόν Ἡ­ρά­κλει­το χρη­σμι­κό, στόν Ξε­νο­φά­νη καί τόν Παρ­με­νί­δη ποι­η­τι­κό. Εἶ­ναι φυ­σι­κό νά ὑ­στε­ροῦν σέ ἐκ­φρα­στι­κή χά­ρη ἔρ­γα ὅ­πως τοῦ Ζή­νω­νος, ὅ­που ἡ δι­α­λε­κτι­κή μο­νο­πω­λεῖ τήν ἔκ­φρα­ση κι ὁ στο­χα­σμός ἀ­πο­δί­δε­ται μέ τρό­πο ἄ­μου­σο, στε­γνό καί κλει­στό[12]. Στή μι­λή­σια φι­λο­σο­φί­α ὁ κα­θαυ­τό φυ­σι­κός χα­ρα­κτή­ρας τῆς ἔ­ρευ­νας ἀ­πο­κλεί­ει ἴ­σως τό ποι­η­τι­κό πε­ρί­βλη­μα. Ἐ­δῶ, ὅ­μως, στό μο­να­δι­κό σω­ζό­με­νο ἀ­πό­σπα­σμα τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου ὑ­πάρ­χει γνή­σια ποι­η­τι­κή ἔκ­φρα­ση[13].

Ἡ χρή­ση τοῦ ποι­η­τι­κοῦ λό­γου σέ με­ρι­κά ἀ­πό τά ἀρ­χα­ϊ­κά φι­λο­σο­φή­μα­τα εἶ­ναι δυ­να­τό νά θε­ω­ρη­θεῖ ἐ­πί­δρα­ση τῆς ἡ­ρω­ι­κῆς πα­ρά­δο­σης, τῆς ὀρ­φι­κῆς καί τῆς λυ­ρι­κῆς ποί­η­σης. Στόν πα­ρά­γον­τα τῆς κλη­ρο­νο­μιᾶς τῆς ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης καί τῆς συμ­βί­ω­σης ποι­η­τῶν, καλ­λι­τε­χνῶν, φι­λο­σό­φων[14] πρέ­πει νά προ­σθέ­σο­με καί μί­α προ­σω­πι­κή κά­θε φο­ρά ἀ­νάγ­κη πα­ρά­στα­σης αὐ­τοῦ τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ φύ­ση δέν ἀ­πο­δί­δε­ται μέ τόν ἁ­πλό λό­γο. Ἡ ἴ­δια ἀ­νάγ­κη τῆς μορ­φῆς, πού θά γεν­νή­σει, πα­ρά τήν ἀρ­νη­τι­κή στά­ση τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ της ἀ­πέ­ναν­τι στήν ποί­η­ση, τόν «εἰ­κό­τα μῦ­θον»[15] καί τά ἄλ­λα σχή­μα­τα τῆς με­τα­φυ­σι­κῆς πλα­τω­νι­κῆς ποί­η­σης, γεν­νᾶ καί τα σύμ­βο­λα καί τα ποι­η­τι­κά ἐκ­φρα­στι­κά μέ­σα τῆς ἀρ­χα­ϊ­κῆς φι­λο­σο­φί­ας. Ἔ­τσι τό ὡ­ραῖ­ο γί­νε­ται ἀν­ταύ­γεια τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ, μιά καί ἡ ποί­η­ση εἶ­ναι ὄ­χι μό­νον «ἡ­δεῖ­α ἀλ­λά καί ὠ­φε­λί­μη πρός τάς πο­λι­τεί­ας καί τόν βί­ον τόν ἀν­θρώ­πι­νον»[16]. Ποί­η­ση καί φι­λο­σο­φί­α, δύ­ο κύ­κλοι τούς ὁ­ποί­ους ἀ­νοί­γουν δι­α­φο­ρε­τι­κές λει­τουρ­γί­ες το­ΰ πνεύ­μα­τος – μέ γνώ­μο­να ἡ μί­α τή μορ­φή, ἡ ἄλ­λη τήν ἀ­λή­θεια – μο­λο­νό­τι δέν ταυ­τί­ζον­ται πο­τέ, μπαί­νουν συ­χνά ὁ ἕ­νας μέ­σα στόν ἄλ­λο. Μέ αὐ­τή τήν ἀ­μοι­βαί­α δι­είσ­δυ­ση ποί­η­σης καί φι­λο­σο­φί­ας «τό πνεῦ­μα δέν χαν­τα­κώ­νε­ται ἀ­πό τή γνώ­ση»[17].

Ἀ­πό τούς πρώ­τους πού ἔμ­με­τρα φι­λο­σο­φοῦν, πιό ποι­η­τι­κά ἔ­δω­σαν τόν στο­χα­σμό τούς ὁ Ξε­νο­φά­νης καί ὁ Ἐμ­πε­δο­κλῆς. Ὁ Παρ­με­νί­δης ἐκ­φρά­ζε­ται βέ­βαι­α μέ στί­χους, εἰ­κό­νες καί συμ­βο­λα[18] καί ἔ­χει ἐ­πεν­δύ­σει μέ ποι­η­τι­κή με­γα­λο­πρέ­πεια τή θε­ω­ρί­α τοῦ ὄν­τος, ὅ­μως τό πε­ρί­βλη­μα αὐ­τό δέν ἐ­πη­ρε­ά­ζει τήν οὐ­σί­α, τό κα­θαυ­τό ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του. Για­τί δέν ἀρ­κεῖ ὁ ποι­η­τι­κός ρυθ­μός, γιά νά μι­λή­σο­με γιά ποι­η­τι­κή φι­λο­σο­φί­α. Πα­ράλ­λη­λα μέ τή θέρ­μη τῆς ἔκ­φρα­σης πρέ­πει νά γί­νε­ται φα­νε­ρό ὅ­τι ὁ στο­χα­σμός εἶ­ναι ἀ­πό τήν ἀρ­χή ἔμ­μορ­φος. Ἔ­τσι ὁ Ἐμ­πε­δο­κλῆς π.χ. – μο­λο­νό­τι ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης δέν τόν ἀ­ριθ­μεῖ στούς ποι­η­τές, ὅ­ταν τόν συγ­κρί­νει μέ τόν Ὅ­μη­ρο[19] – ὑ­πῆρ­ξε καί ἀ­λη­θι­νός ποι­η­τής, για­τί, πά­λι κα­τά τόν Στα­γι­ρί­τη: «καί δει­νός πε­ρί τήν φρά­σιν γέ­γο­νε, με­τα­φο­ρι­κός τέ ὤν καί τοῖς ἄλ­λοις τοῖς πε­ρί ποι­η­τι­κήν ἐ­πι­τεύγ­μα­σι χρώ­με­νος»[20].

Ὁ Ξε­νο­φά­νης, πού γρά­φει στί­χους ὡς τά ἐ­νε­νήν­τα δυ­ό του χρό­νια (Β 8)[21], ὑ­πῆρ­ξε ποι­η­τής ὄ­χι μό­νο πρίν γί­νει φι­λό­σο­φος, ἀλ­λά σέ ὅ­λη του τή ζω­ή· ὅ­πως θά δεί­ξο­με, στά­θη­κε τό­σο ποι­η­τής, ὥ­στε δύ­σκο­λα κά­ποι­ος μπο­ρεῖ νά ἐ­πι­λέ­ξει προ­κει­μέ­νου νά τόν χα­ρα­κτη­ρί­σει: ποι­η­τή-φι­λό­σο­φο ἤ φι­λό­σο­φο-ποι­η­τή. Στούς φι­λο­σο­φι­κούς, π.χ., στί­χους τοῦ Κο­λο­φώ­νιου, πα­ράλ­λη­λα μέ τό ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο, πα­ρα­τη­ροῦ­με ἕ­ναν ἐ­πο­πτι­κό πλοῦ­το, μί­α τά­ση γιά δυ­να­τές ἀ­πει­κο­νί­σεις[22]. Ἡ ζω­ή γιά τόν Ξε­νο­φά­νη ὑ­πῆρ­ξε ση­μαν­τι­κός λό­γος γιά νά δι­α­τη­ρή­σει ἡ ἐκ­φρα­στι­κή δο­μή τοῦ στο­χα­σμοῦ του τόν ποι­η­τι­κό ρυθ­μό, πι­θα­νό­τα­τα ὀ­φει­λό­με­νο σέ ἔμ­φυ­τη ποι­η­τι­κή ἱ­κα­νό­τη­τα καί στήν ἀ­με­σό­τη­τα μέ τήν ποι­η­τι­κή πα­ρά­δο­ση: τα­ξι­δευ­τής ἐ­ρευ­νη­τής καί στο­χα­στής, πού δι­έ­δι­δε προ­φο­ρι­κά στούς ἄλ­λους τό ἔρ­γο του, ὁ Ξε­νο­φά­νης ἀ­ναγ­κά­στη­κε ἴ­σως νά τό μορ­φο­ποι­εῖ μέ ἀ­ναλ­λοί­ω­το ἐκ­φρα­στι­κό μέ­σο. Ἔ­τσι τά ἀ­πο­σπά­σμα­τα του εἶ­ναι τό πιό πα­λαι­ό δεῖγ­μα φι­λο­σο­φι­κῆς ποί­η­σης στήν Ἑλ­λά­δα.

Ἡ ἀρ­τι­ό­τη­τα τῆς στι­χουρ­γι­κῆς τέ­χνης τοῦ Ξε­νο­φά­νη πα­ρα­τη­ρή­θη­κε ἀ­πό τούς ἀρ­χαί­ους, ὅ­πως βλέ­πο­με στήν κρι­τι­κή τοῦ Ἀ­θή­ναι­ου[23]: «…Ξε­νο­φά­νης καί Σό­λων καί Θέ­ο­γνις καί Φω­κυ­λί­δης… καί τῶν λοι­πῶν οἱ μή προ­σά­γον­τες πρός τά ποι­ή­μα­τα με­λω­δί­αν ἐκ­πο­νοῦ­σι τούς στί­χους τοῖς ἀ­ριθ­μοῖς καί τῇ τά­ξει τοῦ μέ­τρου καί σκο­ποῦ­σιν ὅ­πως αὐ­τῶν μη­δείς μή­τε ἀ­κέ­φα­λος μή­τε λα­γα­ρός μή­τε μεί­ου­ρος». Ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α γιά τή μή χρη­σι­μο­ποί­η­ση με­λω­δί­ας ἀ­πό τόν κο­λο­φώ­νιο ποι­η­τή δί­νει ἕ­να στοι­χεῖ­ο γιά τόν δι­α­χω­ρι­σμό τῆς ποί­η­σής του ἀ­πό τήν τέ­χνη τῶν γνω­στῶν ρα­ψω­δῶν, μέ τήν ὁ­ποί­α φαί­νε­ται νά τή συ­σχε­τί­ζει ἡ πα­ρά­δο­ση καί συγ­κε­κρι­μέ­να ὁ Δι­ο­γέ­νης ὁ Λα­έρ­τιος: ἡ φρά­ση τοῦ δο­ξο­γρά­φου «ἀλ­λά καί αὐ­τός ἐρ­ρα­ψῴ­δει τά ἑ­αυ­τοῦ» εἶ­ναι σέ δύ­ο ση­μεῖ­α προ­βλη­μα­τι­κή[24]: τί ση­μαί­νει τό «ἐρ­ρα­ψῴ­δει» καί τί ση­μαί­νει τό «καί αὐ­τός»; Στό συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι ὁ Ξε­νο­φά­νης δέν ἦ­ταν σάν ἐ­κεί­νους τούς καλ­λι­τέ­χνες τῆς ἀ­παγ­γε­λί­ας πού, συ­χνά­ζον­τας σέ ἀρ­χον­τι­κά καί σέ πα­λά­τια, σέ πα­νη­γύ­ρεις ἤ σέ ἀ­γῶ­νες ἀ­πήγ­γελ­λαν ποι­ή­μα­τα τοῦ Ὁ­μή­ρου συρ­ρά­πτον­τας τά δι­ά­φο­ρα ἀ­πο­σπά­σμα­τα, ὁ­δη­γοῦν, ἐ­κτός ἀ­πό τή μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Ἀ­θή­ναι­ου, ἡ μαρ­τυ­ρη­μέ­νη ἀν­θο­μη­ρι­κή στά­ση τοῦ Κο­λο­φώ­νιου καί μί­α ση­μαν­τι­κή πλη­ρο­φο­ρί­α ἀ­πό τό ἔρ­γο τοῦ ἴ­διου τοῦ ποι­η­τῆ: ἡ μαρ­τυ­ρί­α γιά τή μα­κρό­χρο­νη πε­ρι­πλά­νη­σή του ἀ­πό τό­πο σέ τό­πο βο­η­θεῖ νά κα­τα­λά­βο­με τήν προ­φο­ρι­κή, ἀ­πό τόν ἴ­διο, δι­ά­δο­ση τοῦ ἔρ­γου του· ἐ­φό­σον ὁ Ξε­νο­φά­νης δέν ρί­ζω­σε σέ ἕ­να τό­πο οὔ­τε ἵ­δρυ­σε, ὅ­πως νο­μί­ζο­με, κά­που σχο­λή[25], χρη­σι­μο­ποί­η­σε καί αὐ­τός τόν ρα­ψω­δι­κό τρό­πο τῆς δι­ά­δο­σης τοῦ ποι­η­τι­κο­ΰ λό­γου, ὅ­πως οἱ ρα­ψω­δοί τοῦ Ὁ­μή­ρου καί ὁ Ἡ­σί­ο­δος, αὐ­τός ὅ­μως («ἀλ­λά») γιά νά δι­α­δώ­σει τά δι­κά του ἔρ­γα. Φαί­νε­ται ὅ­τι ὁ ποι­η­τής-φι­λό­σο­φος, ὅ­σο κρά­τη­σε τό μα­κρύ τα­ξί­δι τῆς ζω­ῆς του, δι­ά­λε­γε, ἀ­νά­λο­γα μέ τό ἀ­κρο­α­τή­ριό του, καί ἀ­πήγ­γελ­λε δι­ά­φο­ρα μέ­ρη ἀ­πό τό ἔρ­γο του. Τήν «κα­τ’ ἐ­κλο­γήν» ἀ­παγ­γε­λί­α ἀ­πο­σπα­σμά­των ὑ­πα­γό­ρευ­ε βέ­βαι­α ἡ βι­ο­πο­ρι­στι­κή ἀ­ναγ­κη[26], ἀλ­λά κυ­ρί­ως καί ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Ξε­νο­φά­νη νά δι­δά­ξει ὁ ἴ­διος τίς ἰ­δέ­ες του στούς ἀν­θρώ­πους πού συ­ναν­τοῦ­σε στίς πε­ρι­πλα­νή­σεις του.

Δέν πρέ­πει, ἐ­πί­σης, νά ξε­χνοῦ­με ὅ­τι τά σύ­νο­ρα με­τα­ξύ τοῦ πα­λαι­οῦ κό­σμου καί τοῦ νέ­ου, τοῦ μύ­θου καί τῆς λο­γι­κῆς, δέν εἶ­ναι ἀ­κό­μη ὁ­λό­τε­λα χω­ρι­σμέ­να· ἡ φαν­τα­σί­α ζεῖ δί­πλα στό νε­ο­γέν­νη­το λο­γι­κό, ἡ ποί­η­ση κρα­τᾶ τά σκῆ­πτρα της κι ὁ ρα­ψω­δός πε­ρι­φέ­ρει τήν τέ­χνη του. Ὁ ἴ­διος ὁ Ξε­νο­φά­νης βλέ­πει τή γραμ­μή τῶν συ­νό­ρων: μέ τή σε­μνό­τη­τα πού ται­ριά­ζει στήν φι­λο­σο­φι­κή ποί­η­ση, ἡ ὁ­ποί­α δέν εἶ­ναι μό­νο ἔρ­γο ἔμ­πνευ­σης ἀλ­λά κυ­ρί­ως γνώ­σης, ὅ­πως θά πεῖ ὁ Πλά­των[27], παίρ­νει ἀ­πό τούς ρα­ψω­δούς τόν συρ­ρα­πτι­κό τρό­πο τῆς ἀ­παγ­γε­λί­ας γιά νά δι­α­δώ­σει ἰ­δέ­ες μέ τίς ὁ­ποῖ­ες ἐ­ναν­τι­ώ­νε­ται στήν πα­ρά­δο­ση ἤ ἐ­λε­γεῖ­ες ὅ­που ἀ­δί­στα­χτα προ­βάλ­λει τό ἐ­γώ του καί ὕ­μνους σέ πρό­σφα­τα ἱ­στο­ρι­κά γε­γο­νό­τα. Ἔ­τσι στή φρά­ση τοῦ Δι­ο­γέ­νη τοῦ Λα­έρ­τιου ὑ­πάρ­χει ἡ ἔν­δει­ξη γιά τή δι­α­τή­ρη­ση τοῦ πα­λαι­οῦ μέ­σου της δι­ά­δο­σης το­ΰ ποι­η­τι­κοῦ λό­γου ἀλ­λά καί ἡ ἀ­πό­δει­ξη γιά τήν πα­ρου­σί­α τοῦ και­νού­ριου κό­σμου τῶν ἐ­πώ­νυ­μων πνευ­μα­τι­κῶν δη­μι­ουρ­γῶν, σο­φῶν καί φι­λο­σό­φων.

Μιά ἀ­κό­μη φρά­ση τοῦ ἴ­διου δο­ξο­γρά­φου εἶ­ναι ση­μαν­τι­κή γιά τόν χα­ρα­κτη­ρι­σμό τοῦ πνεύ­μα­τος καί τοῦ ἔρ­γοῦ τοῦ κο­λο­φώ­νιου σο­φοῦ: «γέ­γρα­φε δέ», μαρ­τυ­ρεῖ ὁ Δι­ο­γέ­νης ὁ Λα­έρ­τιος[28] γιά τόν Ξε­νο­φά­νη, «ἐν ἔ­πε­σι καί ἐ­λε­γεί­ας καί ἰά­μβους κα­θ’ Ὁ­μή­ρου καί Ἡ­σι­ό­δου, ἐ­πι­κό­πτων αὐ­τῶν τά πε­ρί θε­ῶν εἰ­ρη­μέ­να». Τά σω­ζό­με­να ξε­νο­φά­νεια ἀ­πο­σπά­σμα­τα εἶ­ναι ἑ­ξά­με­τρα[29], πού ἀ­να­φέ­ρον­ται στή θε­ο­λο­γί­α, κο­σμο­λο­γί­α καί γνω­σι­ο­λο­γί­α – οἵ δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ες σέ σχέ­ση πάν­τα μέ τήν πρώ­τη -, ἐ­λε­γεῖ­ες[30] πού δι­έ­σω­σαν ὁ Ἀ­θή­ναι­ος καί ὁ Δι­ο­γέ­νης ὁ Λα­έρ­τιος[31] καί κα­θαυ­τό σκω­πτι­κά ποι­ή­μα­τα[32], στά ὁ­ποῖ­α ὁ κο­λο­φώ­νιος σο­φός ἐ­πι­τί­θε­ται στόν Ὅ­μη­ρο καί στόν Ἡ­σί­ο­δο, στόν ἀν­θρω­πο­μορ­φι­σμό τῆς λα­ϊ­κῆς θρη­σκεί­ας καί στίς προ­λή­ψεις τῶν συγ­χρό­νων του. Μό­νο ἕ­νας ἰ­αμ­βι­κός στί­χος σώ­ζε­ται (Β 14)[33]· ἴα­μβος ὅ­μως, στόν πλη­θυν­τι­κό, ση­μαί­νει σκω­πτι­κή ποί­η­ση· ἔ­τσι ἡ χρή­ση τῆς λέ­ξης ἐ­δῶ νο­μί­ζο­με ὅ­τι χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὅ­λα τά σα­τι­ρι­κά ποι­ή­μα­τα τοῦ Ξε­νο­φά­νη, ὅ­που ἀ­νή­κουν καί οἱ στί­χοι ἐ­νάν­τια στούς δύ­ο με­γά­λους ποι­η­τές. Οἱ ἑ­ξά­με­τροι στί­χοι πού ἀ­να­φέ­ρον­ται στό κο­σμο­εί­δω­λο ἤ πε­ρι­έ­χουν τή γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α τοῦ φι­λο­σό­φου, εἶ­ναι ὅ­πως θά δεί­ξο­με, σύμ­φω­νοι μέ τό πνεῦ­μα τῆς κά­θαρ­σης τῆς θε­ό­τη­τας. Ό Diels πε­ρι­λαμ­βά­νει τούς στί­χους αὐ­τούς κά­τω ἀ­πό τόν γε­νι­κό τί­τλο Πε­ρί Φύ­σε­ως. Ὅ­μως τά Πε­ρί Φύ­σε­ως ἀ­πο­σπά­σμα­τα δέν φα­νε­ρώ­νουν λι­γό­τε­ρο ἀν­τι­μυ­θι­κή στά­ση ἀ­πό ὅ­σο ἐ­κεῖ­να τά ὁ­ποῖ­α ὁ Diels θε­ω­ρεῖ Σιλ­λους. Ἡ πο­λε­μι­κή τοῦ Ξε­νο­φά­νη γί­νε­ται φα­νε­ρή ἀ­πό τή χρή­ση τοῦ ἀρ­νη­τι­κοῦ «οὐ», πού ἀ­παν­τᾶ 10 φο­ρές μέ­σα σέ 29 στί­χους, μέ τίς πα­ραλ­λα­γές «οὐ­δέ», «οὔ­τε», «οὔ­τι». Δύ­ο φο­ρές ἐ­πί­σης ἀ­παν­τᾶ ἐ­δῶ ὁ ἀν­τι­θε­τι­κός σύν­δε­σμος «ἀλ­λά» (Β 25, Β 30). Στούς 18 στί­χους τούς ὁ­ποί­ους ὁ Diels χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὡς Σίλ­λους, ἡ ἄρ­νη­ση χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μιά φο­ρά (Β 18) καί τό «ἀλ­λά» τρεῖς (Β 14, Β 15, Β 18). Γιά τόν λό­γο αὐ­τό δέν θά μπο­ρού­σα­με νά δε­χτοῦ­με ὅ­τι ἡ πρώ­τη κα­τη­γο­ρί­α τῶν ἀ­πο­σπα­σμά­των ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­ρος ἀ­πό ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο ἔρ­γο μέ τί­τλο Πε­ρί Φύ­σε­ως[34], ἀλ­λά θά ἐν­τά­ξο­με τούς στί­χους αὐ­τούς στό δεύ­τε­ρο εἶ­δος τῆς ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης τοῦ Ξε­νο­φά­νη, το ὁ­ποῖ­ο ὁ Δι­ο­γέ­νης ὁ Λα­έρ­τιος χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὡς ἰ­αμ­βι­κό καί ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νο­με ὅ­λα τά μή ἐ­λε­γεια­κά ἀ­πο­σπά­σμα­τα τοῦ Κο­λο­φώ­νιου. Ἔ­τσι ἡ φρά­ση τοῦ Δι­ο­γέ­νη τοῦ Λα­έρ­τιου θά μπο­ροῦ­σε νά ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Ξε­νο­φά­νης ἔ­γρα­ψε δι­ά­φο­ρους στί­χους – κι ὄ­χι ἕ­να ὁ­μοι­ό­μορ­φο ἔρ­γο, ὅ­πως π.χ. ὁ Ἠ­σί­ο­δος – ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους ἄλ­λοι εἶ­ναι ἐ­λε­γεια­κοί καί ἄλ­λοι σκω­πτι­κοί, ἐ­πι­τι­μη­τι­κοί· μέ αὐ­τούς τούς τε­λευ­ταί­ους ἄ­σκη­σε ὁ ποι­η­τής πο­λε­μι­κή μέ ἐ­πώ­νυ­μο στό­χο, ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στήν ὁ­μη­ρι­κή καί ἡ­σι­ό­δεια θε­ο­λο­γί­α. Ἡ ἀ­να­φο­ρά στούς δύ­ο με­γά­λους ποι­η­τές δέν ση­μαί­νει ὑ­πο­χρε­ω­τι­κά χρή­ση σκω­πτι­κῶν ποι­η­μά­των μό­νο γιά τούς δι­κούς τους λό­γους σχε­τι­κά μέ τούς θε­ούς· ἐ­φό­σον, ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ ὁ Ἡ­ρό­δο­τος, οἱ δύ­ο ποι­η­τές «ἐ­ποί­η­σαν» τήν ἑλ­λη­νι­κή θε­ο­λο­γί­α, ἡ μνεί­α φαί­νε­ται νά εἶ­ναι τό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα τῆς πο­λε­μι­κῆς τοῦ Ξε­νο­φά­νη. Ἡ φρά­ση τοῦ Δι­ο­γέ­νη τοῦ Λα­έρ­τιου, ὅ­που δι­α­χω­ρί­ζον­ται στό ἔρ­γο τοῦ Κο­λο­φώ­νιου τά ἐ­λε­γεια­κά ἀ­πό τά «ἰ­αμ­βι­κά»[35] σα­τι­ρι­κά ποι­ή­μα­τα, ἀ­πο­κα­λύ­πτει τόν δι­φυ­ῆ χα­ρα­κτή­ρα τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας τοῦ Ξε­νο­φά­νη: τήν ποι­η­τι­κή κλί­ση του καί τό με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κό ἐ­πα­να­στα­τι­κό του πνεῦ­μα[36].

Στά ἱ­στο­ρι­κά ποι­ή­μα­τα τοῦ Ξε­νο­φά­νη, τίς με­γά­λες συν­θέ­σεις γιά τήν κτί­ση τῆς Κο­λο­φῶ­νος καί τόν ἀ­ποι­κι­σμό τῆς Ἐ­λέ­ας, ἀ­να­φέ­ρε­ται χω­ρι­στά ὁ ἴ­διος δο­ξο­γρά­φος[37]. Ἀλ­λ’ ἐ­δῶ καί ἡ γε­νι­κό­τη­τα τῆς σχε­τι­κῆς μαρ­τυ­ρί­ας καί ἡ ἀ­πώ­λεια τοῦ ἔρ­γου θά ἐ­πέ­τρε­παν μό­νο εἰ­κα­σί­ες γύ­ρω ἀ­πό τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῶν ποι­η­μά­των. Ἴ­σως θά μπο­ρού­σα­με νά θε­ω­ρή­σο­με τήν ἀ­πώ­λεια τῶν ποι­η­μά­των αὐ­τῶν ὡς ἔν­δει­ξη ὅ­τι εἶ­χαν δευ­τε­ρεύ­ου­σα ση­μα­σί­α στην ὅ­λη δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ Ξε­νο­φά­νη.
---------------------
[1] Grundrib der Geschichte der griech. Philos., Leipzig[1]3, 1928, σ.4

[2] Πβ. ΗΡΟΔΟΤΟΥ, Α 30.

[3] Πβ. Ι.Ν. Θεοδωρακοπουλοϊ, Εἰσαγωγή στόν Πλάτωνα4 Ἀθῆναι, 1964, σ. 15, Εὐ. ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ, Ἀπό τοῦ μύθου εἰς τόν λόγον, Θεσσαλονίκη 1965, σ. 30, Ch. Werner, La Philosophic grecque, Paris, 1966, σσ. 7-8.

[4] Ἀριστοτέλους, Μτφ., A 2, 983 b 1-3.

[5] Βλ. Ι.Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, ἔνθ’ ἄν., σ. 159 κ. ἐξ. Γιά τόν ὁριστικό χωρισμό τοῦ λόγου ἀπό τά πράγματα στόν Πλάτωνα πβ. Φαίδ., 75 c, καί Ε. Hoffmann, Ἡ νοοτροπία τῆς προσωκρατικῆς φιλοσοφίας, Ἀρχεῖον Φιλοσοφίας καί θεωρίας Ἐπιστημῶν, 2, 1930, σ. 3.

[6] Γιά τήν ἔννοια φύσις πβ. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Νόμ., IX, 892 c· ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ, Μτφ., Δ 4, 1014 b 16· J. Burnet, Early Greek Pholosophy, New York, 1965, σ. 363.

[7] Πβ. Α. Κελεσίδου, Τό Ἄπειρον τοῦ Ἀναξιμάνδρου, 12 Μελετήματα Προσωκρατικῆς Φιλοσοφίας, Ἀθῆναι, 1989, σσ. 5 -16.

[8] Πβ. Μτφ., A 5, 986 b 18-19.

[9] Πβ. Ἀριστοτέλους, Μτφ., A 5, 987 b 1, Μ 4, 1078 b 27-30, Πλάτωνος, Φαῖδρ., 230 c. [10] Ξενοφάνους, Β 34, Ἡρακλείτου, Β 45.

[11] Πβ. Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Μελετήματα Προσωκρατικῆς Ἠθικῆς, Πρόλ. Γ. Βλάχου, ἔκδ. Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι, 1994.

[12] Πβ. Α.-Μ. Croiset, Ἱστορία τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς λογοτεχνίας, μετάφρ. Πουρνάρα, A. J. Ἀθήνα, 1938, σ. 366.

[13] Βλ. Σιμπλίκιου, Φύσ. 24, 13. Πβ. Η. Diels, Uber Anaximanders Kosmos, Archiv, X 235.

[14] Πβ. I.N. Θεοδωρακόπουλου, ἔνθ. ἄν., σ. 23, Ε. Souriau, Art et Philosophic, Revue Philosophique de la France et de I’Etranger, 1954, σσ. 1-21.

[15] Πβ. A. Κελεσίδου, La kalliphanic du monde dans le «Timee» (IV Symposium Platonicum, Γρανάδα, 4-9.9.1995) Kemos, 9, 1996.

[16] Πβ. Πλάτωνος, Πολιτεία, I, 607 d.

[17] F. Niftzsche, Gesammelte Werke, Der Wille zur Macht, 19τ., Miinchen, σ. 229.

[18] Πβ. Β 1 1,9, 29. Γιά τό προοίμιο τοΰ ποιήματος τοῦ Παρμενίδη πβ., λ.χ., G. Breton, Essai sur la poesie philosophique en Grece, Paris, 1883, σ. 166.

[19] Ποιητ. 1447 h 18.

[20] ΔΙΟΓ. Λαερτ, VIII 57, Ἀριστοτ., Σοφιστ. (Rose 65), Περί ποιητῶν (Rose 70). Γιά τήν ἀξία τῆς ποιητικῆς τέχνης τοῦ Ἐμπεδοκλῆ πβ. Cicero, Acad, prior., II 23.

[21] Γιά τήν ποιητική τέχνη τοῦ Ξενοφάνη βλ. Croiset, ἔνθ’ ἄν., σσ. 358, 363, Ρ. Tannery, Pour l’ histoire de la science Hellene, de Thales a Empedocle, Paris, 1887, σσ. 127-128, W. Jaeger, The Theology of Early Greek Philosophers, London. 1948, σ. 39, καί Paideia, σσ. 209-210, W. Guthrie, A Histoiy of Greek Philosophy, I, Cambridge, 1962, σ. 361, A. Lumpe, Die Philosophie des Xenophanes von Kolophon, Munchen, 1952, σ. 17.

[22] Πβ. Β 30.

[23] XIV 632cd.

[24] IX 18, 2. Ἡ διφυία τῆς προσωπικότητας τοῦ Ξενοφάνη δίχασε τούς κριτικούς ἔτσι πού ἄλλοι μέν νά δοῦν σ’ αὐτόν ἕνα τραγουδιστή ποιητή, ἄλλοι δέ ἕνα φιλόσοφο πού διέδωσε τό ἔργο του μέ τή βοήθεια τῆς ἀπαγγελλόμενης ποίησης. Ό Gomperz π.χ. (Lespenseiin de la Grace, Hisloire de la philosophic antique, 1, μετάφραση A. Reymond, Paris, Lausanne, 1908, σ. 167), ἔδωσε μιάν εἰδυλλιακή εἰκόνα ἑνός Ξενοφάνη τραγουδιστή ποιητή, πού ζεῖ μέ τό ὁμηρικό τραγούδι καί τούς δικούς του στίχους. Τήν ἄποψη τοῦ Gomperz – καί ἔτσι τήν εἰκόνα τοῦ «τραβαδούρου» ραψωδοῦ – ἀντικρούει ὁ Jaeger (Theology, σσ. 40-41 καί Paideia, σ. 553, ὕπ.114). Τήν ἔννοια τῆς δημόσιας ἀπαγγελίας δίχως μουσική δέχονται γιά τό «ραψωδεῖν» π.χ. οἱ V. Cousin, Nouveaax fragmentsphilosophiques, Paris, 1928, σ. 19, καί S. Karsten, Philosophoramgraecomm vctenim opentm reliquiae, I, Amstcl., 1830, σ. 18.

[25] Πβ. G.S. KIRK-J.E. RAVEN, The Presocratic philosophers, Cambridge, 1966, σσ. 164-165. To γεγονός ὅτι ὁ Κολοφώνιος «ἐρραψῴδει τά ἑαυτοῦ» ἀντικρούει τήν ἰδέα τῆς Σχολῆς, γιατί, βέβαια, ἄν ὁ Ξενοφάνης εἶχε τή δυνατότητα ἤ ἤθελε νά ἱδρύσει κάπου Σχολή, δέν θά ζοῦσε ὡς ραψωδός καί περιπλανώμενος ἐρευνητής ὡς τά γεράματά του. Ἐξ ἄλλου εἶναι δυνατό νά θεωρήθηκε ἀρχηγός τῆς «ἐλεατικῆς αἱρέσεως» (πβ. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Σοφιστής 242 d, VS 21 Λ 8 καί 36, F.W.A. Mullach, Fragmenta philosophonim Graecomm, Paris, 1875, A, σ. 99), χωρίς νά ἔχει ἱδρύσει στήν Ἐλέα Σχολή ὅπως ἐκείνη τοῦ Πλάτωνος καί τοῦ Ἀριστοτέλη καί ὅπως τήν ἐννοοῦμε σήμερα, μέ τήν προϋπόθεση δηλαδή τῆς μονιμότητας σέ ἕνα τόπο. Γενικά γιά τίς «Σχολές» προκειμένου γιά τούς προσωκρατικούς φιλοσόφους πβ. V. von WILAMOWITZ, Der Claude tier Hellenen, Π 207. ὑπ. 1, W. Jaeger, Paideia, σσ. 195, 527, ὑπ. 26, A. Festugiere, Contemplation el vie contemplative selon Platon, Paris, 1936, σσ. 461-463. κ.α. Θά μποροῦσε ἀκόμη νά μή ἔχει διδάξει ὁ ἴδιος ὁ Ξενοφάνης τόν Παρμενίδη, ἀλλά νά ἔχει βάλει μέ τόν λόγο του, στό πέρασμά του ἀπό τήν Ἐλέα, τό θεμέλιο γιά τή φιλοσοφία τοῦ Ἐλεάτη. Ἔτσι ὁ Θαλῆς «ἐδίδαξε» τόν Ἀναξιμένη. Γιά τήν ἰδεολογική συγγένεια πβ. Ch. Waddington, La philosophie ancienne et la critique historique, Paris, 1904, σ. 80.

[26] Δέν εἶναι ὅμως ἀπαραίτητο νά σκεφθοϋμετόν Ξενοφάνη τόσο φτωχό ὥστε νά κάνει
μιά ζωή πτωχοπροδρομική, ὅπωςτόν εἶδανπ .χ. οἱ A. Farina, Senofane di Colofone, lone di Chio, Napoli. 1961, σ. 10, K. Ziegler, Ξενοφάνης ὁ Κολοφώνιος: ἕνας ἐπαναστάτης τοῦ πνεύματος, Ἐπιστ. ἐπετηρίς Φιλοσ. Σχολῆς Πανεπ. Θέσ/νίκης, 9, 1965, σ. 129. Τό ἀνέκδοτο, πού τόν θέλει ἀνίκανο νά θρέψει δύο ὑπηρέτες, ἐνῶ ὁ Ὅμηρος μετά τόν θάνατό του ἔθρεψε χίλιους, (ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ, Ἀποφθ., 175 c) εἶναι μᾶλλον εἰρωνική ὑπερβολή τῆς πολεμικῆς πού στράφηκε ἐνάντια στή ἀνθομηρική διδασκαλία του. Οὔτε ἀπό τό περιστατικό, τό ὁποῖο ἀναφέρει ὁ ΔΙΟΓΕΝΗΣ ὁ Λαέρτιος (IX 20), γιά τήν ταφή τῶν παιδιῶν τοῦ φιλοσόφου ἀπό τόν ἴδιο θά εἴχαμε ἀπόδειξη τῆς φτώχειάς του. Τό χωρίο θεωρήθηκε δεῖγμα ἤθικης δύναμης ἤ ἄσκηση πυθαγόρειας πίστης. Ἄν τό ἀναφερόμενο περιστατικό εἶναι ἀληθινό, ἡ ἰδέα θά μποροῦσε νά εἶναι καινοτομία τοῦ Ξενοφάνη, δεῖγμα τῆς ἐπίθεσής του στά θρησκευτικά καθιερωμένα. Ἴσως ἐπιβιώνει ἐδῶ λόγος του σέ ἀνεκδοτοποιημένη ἀπό τούς βιογράφους του μορφή (πβ. ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ Β 97 καί Διογ. Λαερτ., IX 3-4, 22 Α 1α.

[27] Ἀπολ., 22 a-c.

[28] IX 18.

[29] Β 23 ὥς Β 39.

[30] Β 2, Β 3, Β 5 ὥς Β 10.

[31] Β 7, Β 8.

[32] Β 10 ὥς Β 22.

[33] Γιά τόν στίχο αὐτό πβ. π.χ. Burnet, ἔνθ’ ἄν., σ. 116.

[34] Ἔργο Περί Φύσεως ἀποδίδουν στόν Ξενοφάνη οἱ:, ΣΤΟΒΑΙΟΣ, I, 10 (ἡ πληροφορία προέρχεται ἀπό σχόλια ὁμηρ.), ὁ ΚΡΑΤΗΣ ὁ ΜΑΛΛΩΤΗΣ (Σχ. Φ 196) καί ὁ ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ (VI 46). Οἱ νεότεροι ἐρευνητές δέν παραδέχονται ὁμόφωνα τήν ὕπαρξη μίας τέτοιας συγγραφῆς. Γιά τήν παραδοχή πβ. π.χ. Waddington, ἔνθ’ ἀν., σ. 70, A. Lefevre, La Philosophic, Paris, 1921, σ. 64. Ό Diels περιλαμβάνει κάτω ἀπό τόν τίτλο Περί Φύσεως τά ἀποσπάσματα 23 ὡς 41. Παραδέχτηκαν ἐπίσης τή συγγραφή οἱ: Fr. Orerweg – Κ. Praechter, Die Philosophic des Altertums, Berlin, 1926, σ. 75, O. Gicon, Der Urspnmg clergiiech. Philos.. Basel, 1946, σσ. 19 καί 158, K. Deichgraber, Xenophanes, Περί Φύσεως, Rhein. Mus., 87, 1938, σσ. 1-4·. Τή συγγραφή ἀρνήθηκαν, π.χ., οἱ: Burnet, Jaeger. (Theology, σσ. 28 καί 40, Paideia, σ. 531 Ῥπ. 90). Πβ. Lumpe, ἐνθ’ ἄν., σ. 17, Zafiropulo, ἐνθ’ ἄν., σ.19, P. Steinmetz, Xenophanesstudien, Rheinishes Museum, 109, 1966, σ. 68. Ἐκτος ἀπό τήν ἀνεπάρκεια τῶν σχετικῶν ἀρχαίων μαρτυριῶν καί ὁ βίος τοῦ Ξενοφάνη καί τά Λυρικά στοιχεῖα τῆς ποίησής του μᾶς ἀποτρέπουν νά δεχτοῦμε ὅτι συνέθεσε συστηματικό φιλοσοφικό ἔργο. Τά μακρά ποιήματα γιά τήν Κολοφώνα καί τήν Ἐλέα θά ἦταν εὐκολότερες συνθέσεις γιά τόν ποιητή πού γνώριζε τήν ὁμηρική παράδοση. Πβ. Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Xenophanc sur la nature, XXV· Congres ASPLF, Lausanne, 25-28 Αὐγούστου 1994.

[35] Ό Diels ὀνομάζει Σίλλους τά ἀποσπάσματα 10-22. Πβ. ΗΡΩΔΙΑΝΟΥ, π. μόν. λεξ. 7, II (Β 42), Σχόλ. Ὅμηρ. Oxyrh 1087, 40 (Β 21α), ΣΤΡΑΒΩΝΟΣ, XIV643 (21 A 20), Προκλου, 21 A 22, Σχόλ. ΑΒΤ Β 212 (21 A 23).

[36] Γιά τό στοιχεῖο αὐτό της προσωπικότητας τοῦ Ξενοφάνη πβ. Jaizger, Theology, σ. 41 · εἰδικά G. Rudblrg, Xenophanes Satiriker und Polemiker, Symb. Osi, 26, 1948, σ. 126 ἔπ., K. Zif.gi.ur, ἔνθ’ ἀν., σσ. 129 καί 142. Πβ. Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Θεμελιακές γλωσσικές ἀντιθέσεις γιά τόν ἄνθρωπο καί τή θεότητα στόν Ξενοφάνη, 12 Μελετήματα Προσωκρατιχής Φιλοσοφίας, Ἀθήνα, 1992, σσ. 39-42.

[37] IX 20.

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

myth_Apollon       Είναι αναγκαίο να αναφερθούμε σε γενικές γραμμές στην θρησκευτική συνείδηση του απλού λαού, μέσα από τα ήθη και την καθημερινή λατρευτική πρακτική. Παράλληλα θα εξετάσουμε την θρησκευτική και κοινωνική διάσταση της τέχνης τους. Από το σύνολο των αρχαιολογικών ευρημάτων, που βρίσκονται διάσπαρτα σε ολόκληρο τον αρχαιοελληνικό κόσμο, μπορούμε να συμπεράνουμε την ευσέβεια και τη μεγάλη θρησκευτικότητα των αρχαίων Ελλήνων. Τα ευρήματα αφορούν ένα τεράστιο πλήθος σπουδαίων και λιγότερο σημαντικών ναών, λατρευτικών κέντρων και μικρών κτιρίων θρησκευτικής σημασίας, σε ιδιωτικούς και δημόσιους χώρους, όπως είναι οι βωμοί ημιθέων και ηρώων, αναθηματικά αγάλματα και στήλες, ειδώλια και προσφερόμενα αγγεία.
 
            Οι Έλληνες έθεταν τη θεία λατρεία στο κέντρο της ιδιωτικής και της δημόσιας κοινωνικής ζωής σε όλες τις ιστορικές περιόδους τους. Συμπεραίνει κανείς πως ο Ελληνικός λαός ήταν αρχαιόθεν βαθύτατα θρησκευόμενος και κάτι ανάλογο συμβαίνει και σήμερα άλλωστε με τους πολλούς ιερούς ναούς των μεγάλων πόλεων, τα άπειρα εξωκλήσια και τα προσκυνήματα, που η λαϊκή ευσέβεια έχει χτίσει σε όλη την ελληνική ύπαιθρο και τα οποία θα αποτελέσουν κάποτε με τη σειρά τους ιστορικά στοιχεία για τους ερευνητές του μέλλοντος. Όπως και στην εποχή μας, όλη αυτή η θρησκευτική δραστηριότητα απαιτούσε μια πολύπλευρη ικανοποίηση των ποικίλων λατρευτικών αναγκών των ναών και των πιστών. Οι ανάγκες της λατρείας, σε μια εποχή που η αθεΐα αποτελούσε εξαίρεση, αν όχι και ύβρη, έδιναν εργασία σε ένα πλήθος καλλιτεχνών και επαγγελματιών τεχνιτών, όπως σε αρχιτέκτονες, γλύπτες, ζωγράφους, μουσικούς, ποιητές επιγραμμάτων και αναθηματικών επιγραφών, σε αγγειογράφους και αγγειοπλάστες, σε μεταλλουργούς και κοσμηματοποιούς, σε υφαντουργούς, κεραμοποιούς, λιθοξόους, χτίστες, ξυλουργούς και σε πολλούς άλλους, που έπαιζαν κάποιο ρόλο στη λατρευτική πρακτική.

         Η βασική αιτία που η θρησκευτική τέχνη και τα έργα της έχαιραν μεγαλύτερου σεβασμού και εκτίμησης από την υποδεέστερη τέχνη, που τα έργα της είχαν ως σκοπό την πλήρωση των καθημερινών αναγκών του πρακτικού βίου, ήταν ο ευρύς κοινωνικός χαρακτήρας της θρησκευτικής τέχνης της εποχής και η επισημότητα με την οποία είχε περιβάλλει την τέχνη η μυθική αντίληψη, που την συνέδεε άμεσα με την θρησκεία. Η ανάθεση πολύ συχνά της κατασκευής τέτοιων έργων λατρείας στους γλύπτες και τους αρχιτέκτονες, όχι μόνο από ιδιώτες, αλλά και από τις πόλεις, αποτελούσε σημαντικό χαρακτηριστικό της αρχαϊκής Ελλάδας. Ο καλλιτέχνης πληρωνόταν για να εκτελέσει ένα έργο που σκοπός του ήταν να εντυπωσιαστούν ή να ευχαριστηθούν οι κοινοί θνητοί ή οι Θεοί. Η αντίληψη «η τέχνη για την τέχνη» θα ήταν αδιανόητη στην εποχή που περιγράφουμε. Για τα έργα της θρησκευτικής τέχνης, ο μέσος πολίτης ένιωθε ένα ιδιαίτερο δέος και περισσότερο προς την αρχιτεκτονική και την γλυπτική, που ήταν τέχνες του χώρου και των τριών διαστάσεων και συνυφασμένες με την Θρησκεία και την έκφραση του θρησκευτικού του συναισθήματος. H γλυπτική στην Ελλάδα όπως και αλλού, στα πρώτα χρόνια της ζωής της, υπήρξε ancilla Religionis[1], πλατειά θρησκευτική, και η κύρια χρήση της ήταν για τη διακόσμηση των ναών και τις λατρευτικές ανάγκες.Τα αρχαϊκότατα ξύλινα ξόανα[2] (Δαιδαλική τέχνη)  δημιουργήθηκαν σε μια εποχή που η κατεργασία των μετάλλων δεν ήταν διαδεδομένη. Φτιάχτηκαν για καθαρά λατρευτικούς σκοπούς και φυλάγονταν ως τα ύστερα χρόνια σαν ιερά κειμήλια, θεόσταλτα και διιπετή και αγιασμένα.Τα κάπως προχωρημένα αρχαϊκά του 7ου και 6ου αι, δεν ήταν απλά εικόνες των Θεών, αλλά σώματα που κλείναν μέσα τους την ίδια τη θεότητα, για αυτό αποχτούσαν, σύμφωνα με τη λαϊκή πίστη και τη δύναμη της κίνησης. Ακόμα κι όταν αργότερα ξεχώρισαν την εικόνα του Θεού από τον ίδιο το Θεό, η εικόνα αυτή είχε σκοπό να δώσει χαρά σε Εκείνον, ήταν άγαλμά[3] του, και βεβαίωνε τον πιστό για την παρουσία του και την προστασία του. Στην κατασκευή της εικόνας μάλιστα πίστευαν, συνεργούσε ο ίδιος ο Θεός, που οδηγούσε τον τεχνίτη στο έργο του[4].
 
         Από τα έργα της θρησκευτικής γλυπτικής κάποια ήταν πιο σημαντικά και πολύτιμα και φυλάσσονταν μέσα στους ναούς, στα θησαυροφυλάκιά τους ή στους γύρω από τους ναούς χώρους και τα άλση. Ήταν λατρευτικά αφιερώματα (τάματα) μεμονωμένων πιστών ή και ολόκληρων πόλεων προς τους Θεούς στους οποίους ήταν αφιερωμένοι οι ναοί. Αυτά ήταν κυρίως μεγάλων διαστάσεων αγάλματα κατασκευασμένα από μέταλλο, κυρίως από χαλκό που ήταν ακριβός, ή από επίσης σημαντικής αξίας μάρμαρα ή από άλλα υλικά όπως το ελεφαντόδοντο. Ανάγλυφα προσφέρονταν και σαν αφιερώματα στα ιερά. Αυτά τα αναθηματικά ανάγλυφα απεικόνιζαν είτε τη μορφή του Θεού, είτε μια σκηνή λατρείας με τη μορφή του δωρητή ανάμεσα στους πιστούς, ενώ σε μερικά από αυτά, όπως τα ανάγλυφα του Κεραμέα από την Ακρόπολη, εικονίζεται μόνο ο δωρητής. Τα καλύτερα αφιερώματα ήταν τοποθετημένα μέσα στο βράχο ή στηρίζονταν πάνω σε στύλους. Γενικά εκτός από το κτίριο του ίδιου του ναού, το μεγαλύτερο μέρος της διακόσμησης στα ιερά της Ελλάδας προέρχονταν από ιδιωτικά αφιερώματα, τα οποία τοποθετούνταν σε περίοπτη θέση, είτε σε αφανή, ανάλογα με την αξία τους, το μέγεθός τους και την κοινωνική ισχύ ή τη δημοτικότητα του δωρητή. Τα μικρά και φθηνότερα, μαζικής παραγωγής και κατώτερης τέχνης πήλινα λατρευτικά ειδώλια, συνήθως κατέληγαν σε μεγάλους λάκκους κοντά στους ναούς, όπου τα έθαβαν σε ποσότητες.
 
          Αυτή η αντίληψη αξιολόγησης της τέχνης, βάσει των ειδών, των μορφών και του υλικού της, προσδιόριζε κατά συνέπεια και τα κριτήρια της αξία της, αλλά και την διάκριση των καλλιτεχνών, σύμφωνα, όχι μόνο με την καλλιτεχνική τους ικανότητα, αλλά επίσης και από το σκοπό για τον οποίο το έργο τους ήταν προορισμένο να χρησιμοποιηθεί. Για το λόγο αυτό γράφει ο G. Richter[5] πως: «για τον Έλληνα γλύπτη, ο υπέρτατος σκοπός του ήταν να ενσαρκώσει το όραμά του της θεότητας σ΄ένα άγαλμα μεγάλου ναού». Ενώ για τον Er. Rohde [6]: «Ακόμα και τα έργα που δε φαίνονται να έχουν άμεσα θρησκευτικό χαρακτήρα, αγάλματα των νικητών αθλητών, αναθηματικοί ανδριάντες, επιτάφια ανάγλυφα κ.λ.π, στην πραγματικότητα είχαν στενή σχέση με τη θρησκεία και ήταν έκφραση της πίστης του Ελληνικού λαού στη συμπαράσταση των θεών του στους αγώνες του, ή θεραπεία των νεκρών». Ποιά ήταν όμως τα βασικά χαρακτηριστικά της αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας, οι τρόποι άσκησης της λατρείας και οι κυριότερες θρησκευτικές εορτές των αρχαίων Ελλήνων, που καθόριζαν τη θρησκευτική τους πραγματικότητα θα μας απασχολήσει στη συνέχεια.
 
           Η λατρεία των χθόνιων θεοτήτων κυριαρχούσε στο κοσμοείδωλο των ανθρώπων της προϊστορικής εποχής. Αργότερα με την επικράτηση του Ολύμπιου Πανθέου, δημιουργείται σαφής αντίθεση ανάμεσα στις ολύμπιες θεότητες, που εγκωμιάζουν τα ομηρικά και ησιόδεια έπη, και στις χθόνιες θεότητες, που αντιπροσωπεύουν τις αντιλήψεις των προϊστορικών χρόνων. Από τη μια, επικρατεί η αρχή της αποτροπής μέσω της προσφοράς, «σου δίνω, για να σε αποτρέψω» (do ut abeas) που σχετίζεται με τις παλαιές χθόνιες θεότητες, ενώ για τις νέες ολύμπιες θεότητες, επικρατεί η ομηρική αρχή της ανταπόδοσης «σου δίνω, για να μου δώσεις»[7] (do ut des). Όμως η πίστη στο επίσημο δωδεκάθεο του Ολύμπου, που εκφράζει την υψηλή «θεοσέβεια» της θρησκευτικής ζωής των αρχαίων Ελλήνων, συνυπήρχε με την αρχική αντίληψη της «δεισιδαιμονίας» που παρέμενε ζωντανή σε όλο το διάστημα της προϊστορικής και της ιστορικής περιόδου.
 
              Η δεισιδαιμονία αυτή, που εκφραζόταν με την άσκηση των πρακτικών της μαγείας, αποδεικνύει τη διαχρονική σύνδεση με την πρωτόγονη μαγική αντίληψη και ταυτόχρονα την  τεράστια συνειδησιακή διαφορά της από την επίσημη θρησκεία του δωδεκάθεου. Η οπισθοδρόμηση αυτή κάνει την C. Alexander[8] να αναρωτιέται: «Τα μεγάλα αριστουργήματα της Αρχαίας Ελλάδας είναι κληρονομιά μας, αλλά είναι αμφίβολο αν ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να κατανοήσει πλήρως το υπόβαθρό τους. Πώς μπορούμε στον 20ο αι., να εννοήσουμε τις μαγγανείες της Μήδειας, τη χρήση μαγικών ομοιωμάτων ή την επίκληση χθόνιων πνευμάτων; Ωστόσο, αυτές οι πρακτικές και οι δοξασίες ήταν συστατικά στοιχεία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού όσο και η περίφημη έννοια της δημοκρατίας ή τα αισθητικά ιδεώδη». Έτσι οι παλιές συνήθειες, που φαινομενικά έρχονται σε αντίθεση με τη φήμη της πόλης ως κέντρου φιλοσοφίας και γραμμάτων, κρατούσαν γερά και στην Αθήνα, όπου πλήθος μαγικών επωδών, χαραγμένων πάνω σε μολύβδινα αντικείμενα, αν κι έχουν ανακαλυφθεί σε όλη την Ελλάδα, οι περισσότερες των κλασικών χρόνων έχουν βρεθεί, ωστόσο, στην πόλη αυτή[9]. Η προσφυγή, λοιπόν, στη μαγεία και τα ξόρκια συνέχιζε να είναι τρέχουσα πρακτική. Εκτός από τα νεκροταφεία, άλλα μέρη που προσφέρονταν για μάγια ήταν τα πηγάδια και τα ιερά. Ευρήματα, όπως ομοιώματα εκείνων που ήθελαν να προσβάλουν σύμφωνα με την προϊστορική μαγική αντίληψη, και πινακίδες κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα μαγικών επωδών, από ερωτικά ξόρκια μέχρι κατάρες που τις αγόραζαν αγγειοπλάστες, ιδιοκτήτες καπηλειών και μαγαζάτορες για να κάνουν ζημιά στους ανταγωνιστές τους. Σύμφωνα με τον Καναδό αρχαιολόγο D. Jordan[10]: «Οι περισσότερες επωδές που βρέθηκαν στρέφονται εναντίον αντιδίκων», καθώς καμιά άλλη κοινωνία δεν υπήρξε πιο διάσημη για τη δικομανία της από την κλασική Αθήνα.   
 
               Η οικιακή λατρεία αποτελούσε ένα σημαντικό μέρος της λατρείας. Το κεντρικό της σημείο ήταν η Εστία, πάνω στην οποία απόθεταν μερικά τεμάχια φαγητού κατά τα γεύματα για τους θεούς, ενώ στο τέλος του γεύματος έχυναν λίγες σταγόνες κρασιού. Το κελάρι προστατευόταν από τους δικούς του θεούς και η αυλή από τον Εύκρειο Δία. Έξω από την πόρτα στεκόταν η λίθινη στήλη του Αγυϊέα Απόλλωνα και η τριπλή μορφή της Εκάτης που απομάκρυνε κάθε κακό.
 
            Σημαντική ήταν ακόμα η λατρεία των νεκρών, δηλαδή των προγόνων, που ένωνε τους ζωντανούς με τα μέλη της φυλής που είχαν φύγει. Ο νεκρός ήταν ιερός, κατά τον Πλούταρχο «και γαρ όσιον τους μεθεστώτας ιερούς νομίζειν», πράγμα που δείχνει την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη της μετά θάνατον ζωής στη θρησκευτική αντίληψη των αρχαίων[11]. Ήταν ιερό καθήκον να φέρνουν προσφορές στους τάφους, σπονδές, χόες και δώρα από τροφές. Υποχρεωτικό ήταν και το καθήκον της ταφής του νεκρού σώματος.
 
           Πολλές συνήθειες, ιεροτελεστίες εξαγνισμού και μερικά γεύματα έπρεπε να τηρηθούν σ΄ ένα σπίτι που πενθούσε και γενικά η φροντίδα των νεκρών είχε ανατεθεί στις γυναίκες. Η λατρεία των γυναικείων θεοτήτων που συνδέονταν με την ευφορία της γης κατείχε ένα σημαντικό μέρος από το καθημερινό τυπικό της αρχαιοελληνικής λατρείας. Κορυφαία και αρχέγονη θεότητα με αντίστοιχες ιδιότητες είναι η Γη που θεωρείτο μητέρα των αθανάτων θεών και των θνητών ανθρώπων. Ανάμεσα στα θεϊκά παιδιά της συγκαταλέγεται και η Δήμητρα.
 
          Η Ελληνική θρησκεία ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την κοινότητα και τα μέρη που την αποτελούσαν, πολιτεία, φυλή και οικογένεια. Οι θρησκευτικές δραστηριότητες καθόριζαν τη ζωή των πολιτών. Το θρησκευτικό κέντρο της Πολιτείας ήταν η Εστία, στην αίθουσα του Συμβουλίου της Πολιτείας από την οποία οι άποικοι, που πήγαιναν να θεμελιώσουν νέες πόλεις μακριά, έπαιρναν τη φλόγα για την Εστία της δικής τους πόλης. Οι θεοί που προστάτευαν την φυλή και την πόλη, προστάτευαν επίσης και τα μέλη και έδειχναν την καλοσύνη τους σ΄αυτά. Η πίστη προς τους θεούς έδενε μαζί τα μέλη της φυλής και της πολιτείας σ΄ένα αναπόσπαστο κομμάτι. Το ιερό ή ο ναός ιδρυόταν σ΄ένα σημείο που θεωρείτο ιερό και η θεότητα έπαιρνε την ανάλογη ονομασία και συχνά λατρευόταν σ΄ένα μόνο σημείο. Η κάθε φυλή, η κάθε πολιτεία, ο κάθε τόπος, ακόμα και η κάθε οικογένεια είχε τον δικό της θεό ή τους θεούς προστάτες και πίστευαν ότι πραγματικά ο θεός είχε εγκατασταθεί στο ιερό μέρος που ήταν αφιερωμένο στο όνομά του. Σε αυτή την αφθονία των τόπων λατρείας μεγάλη συμμετοχή είχαν και οι πολυάριθμοι τοπικοί ήρωες στους οποίους αφιέρωναν βωμούς. Οι ήρωες βοηθούσαν τους δικούς τους και κανέναν άλλο.
 
Οι τελετουργικές θυσίες ήταν επίσης το κυριότερο συστατικό της δημόσιας ιδιωτικής λατρείας των αρχαίων Ελλήνων, γι΄ αυτό ο βωμός δεν έλειπε ποτέ, γιατί η θυσία ενός ζώου ήταν η κεντρική τελετή της Ελληνικής θρησκείας. Στον βωμό καίγονταν τα μέρη του ζώου που προορίζονταν για τους θεούς και εκείνοι που συμμετείχαν έψηναν τα δικά τους μερίδια στη φωτιά πάνω σ΄ αυτόν. Η τελετή της θυσίας ήταν ένα από κοινού γεύμα, που ένωνε θεούς και ανθρώπους σ΄έναν άρρηκτο δεσμό. Το γεύμα ήταν για αυτό το λόγο ιερό. Ως θυσία εθεωρείτο επίσης η προσφορά των πρώτων καρπών (απαρχή), η αφιέρωση (ευχή), το συμπόσιο (λοιβή, σπονδή), η προσευχή (ευχή, λιταί) που συνδέονταν κυρίως με μια σπονδή ή κάποια μικρή προσφορά. Η Πολιτεία είχε καθιερώσει μαζικές θυσίες με σκοπό να προσφέρει στους πολίτες της ένα πανηγύρι με κρέας και μια γιορτή, ξοδεύοντας υπέρογκα ποσά.
 
Οι πανηγύρεις ήταν οι πιο εμφανείς εκδηλώσεις συλλογικής άσκησης της λατρείας, αλλά ο καθένας μπορούσε ελεύθερα, άν ήθελε, να προσφέρει στους θεούς θυσίες, ύμνους και προσευχές. Μέσα στο ναό, εμπρός από το άγαλμα του θεού, βρισκόταν συνήθως ένα τραπέζι, όπου ο καθένας μπορούσε να πλησιάσει το θεό και να του προσφέρει αναίμακτες θυσίες και προσφορές, γλυκά και φρούτα. Η πρακτική του αφιερώματος ή αναθήματος (τίθη), δηλαδή να υπόσχεται σαν τάμα ένα δώρο, κάνοντας μια ευχή και να το προσφέρει στο θεό, ήταν γνωστό και στην αρχαία Ελλάδα. Όμως εκείνος που πλησίαζε στους θεούς για να τους προσφέρει μια θυσία, να τους κάνει μια αίτηση ή να επισκεφτεί τον ιερό τους τόπο, θα έπρεπε να ήταν ελεύθερος από κάθε μίανση, να ήταν τελετουργικά αγνός. Γι΄αυτό, στην αρχή της θυσίας, πραγματοποιούσαν διάφορους εξαγνισμούς στην είσοδο του ναού με ραντισμούς νερού, πριν εισέλθει κανείς στον ιερό χώρο. Η μίανση καθαριζόταν με νερό σαν τη βρωμιά. Αν χρειαζόταν ένας καλύτερος εξαγνισμός για μεγαλύτερες ενοχές, όπως από ενοχή αίματος, τότε θυσιαζόταν ένα γουρουνάκι που το αίμα του χρησίμευε ως κάθαρση.
 
          Τέλος, ενδεικτικό της θρησκευτικότητας των αρχαίων Ελλήνων είναι το γεγονός πως οι μάντεις συνόδευαν πάντα τους στρατούς στις εκστρατείες, ενώ συμβουλεύονταν οπωσδήποτε το Μαντείο των Δελφών πριν ξεκινήσουν κάτι σημαντικό. Η αρχαία ελληνική ιστορία βρίθει από παραδείγματα θρησκευτικότητας. Οι Σπαρτιάτες ανέβαλλαν την άφιξή τους στο Μαραθώνα λόγω της εορτής των Καρνείων, ενώ η μάχη στις Πλαταιές καθυστέρησε για αρκετές ημέρες και από τις δύο πλευρές, των Ελλήνων και των Περσών, εξαιτίας ενός χρησμού του Μαντείου. Στην Αθήνα και αλλού, ο Άρχων-Βασιλιάς ήταν συχνά προϊστάμενος των θρησκευτικών τελετών. Ακόμα και οι μεγάλοι πανελλήνιοι αθλητικοί αγώνες, που διεξάγονταν προς τιμή των θεών στους χώρους γύρω από τα ιερά τους ήταν κατά βάση θρησκευτικοί. Τέτοιοι ήταν οι αγώνες στην Ολυμπία κάθε τέσσερα χρόνια χάριν του Ολυμπίου Διός, στα Νέμεα κάθε δύο χρόνια χάριν του Δία πάλι, και ήταν συνδεδεμένοι με ταφικούς αγώνες όπου οι ελλανοδίκες φορούσαν πένθιμο ένδυμα, στα Πύθεια χάριν του Απόλλωνα, κάθε οκτώ στη αρχή και έπειτα κάθε τέσσερα χρόνια, και στα Ίσθμια κάθε δύο χρόνια χάριν του Ποσειδώνα.
 
Παρόμοια διοργανώνονταν και καλλιτεχνικοί αγώνες, μουσικοί και θεατρικοί, τα έπαθλα των οποίων αφιερώνονταν στους θεούς. Αν σε όλα αυτά προσθέσει κανείς και τις γιορτές που λάμβαναν χώρα καθόλο το έτος, μπορεί να έχει μια επαρκή εικόνα της έντονης θρησκευτικής δραστηριότητας των αρχαίων Ελλήνων. Οι πιο σημαντικές γιορτές των Αθηναίων και άλλων Ελλήνων ήταν τα Ελευσίνια, τα Παναθήναια, τα Ανθεστήρια, τα Θαργήλια, τα Σκιροφόρια, τα Πυανέψια, τα Θεσμοφόρια, κ.α. Οι ναοί αποτελούσαν άσυλο για τους καταδιωκόμενους και τους δούλους, ενώ συχνή ήταν ακόμα η αναφορά στους θεούς στην καθομιλουμένη γλώσσα και η επίκλησή τους ως εγγυητές των συνθηκών και των όρκων στην καθημερινή ζωή, με εκφράσεις όπως «Νή Δία» ή «Μα Δία». Τα συμπόσια επίσης άρχιζαν πάντα με σπονδές στους θεούς.
-------------------
[1] «Υπηρέτρια της θρησκείας»
[2] Από το ρήμα «ξέω», το ξύσιμο του ξύλου.
[3] Από το αρχαίο ελληνικό ρήμα «αγάλλομαι» = Χαίρομαι. Επειδή μόνο ο Θεός εννοείται σαν υποκείμενο του αγάλλεσθαι πήρε τη σημασία κάθε όμορφου πράγματος που κάνει το Θεό να χαίρεται, κάθε αφιέρωμα σε εκείνον.
[4] Βλ.: ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ «Ο Πλάτων και η Τέχνη». Εκδ. Νεφέλη. Αθήνα-1986, σ. 135,148-156, CH. PICARD «La sculpture antique. Des origines a Phidias». Paris 1923, σ.233, Χ.Ι. ΚΑΡΟΥΖΟΥ, »Περικαλλές άγαλμα» σ. 6 κ.π, σ. 19κ.β, 20 κ.γ.
[5] G. RICHTER: «The sculpture ahd skulptors of the Greeks» London 1930, σ. 29.
[6] ERWIN ROHDE: «Psyche». Tubingen 1925.
[7] ΟΜΗΡΟΣ: ΙΛ. Α.40, ΑΙΣΧ: «Χοηφόροι», στ. 255-257, επίσης στο χορό των γυναικών στο δράμα «Επτά επί Θήβας».
[8] CAROLINE ALEXANDER -NATIONAL GEOGRAPHIC: «Αρχαία Ελλάδα-Μεγαλείο και Δόξα, μέρος 2ο», σ. 8. Τευχ. Φεβρ. 2000.
[9]  Ο Πλάτων καταδικάζει στην «Πολιτεία» τους μάγους, που εκαλούντο Ορφεοτελεστές, ως αγύρτες και μάντεις που: «μπαινοβγαίνουν στα σπίτια των πλουσίων και τους πείθουν πως έχουν από θεία παραχώρηση τη δύναμηαν θέλουν να βλάψουν κανένα τους εχθρό…αυτοί με κάτι μαγικά ξόρκια και μ΄άλλες μαγγανείες τα καταφέρνουν να τους εξυπηρετούν οι θεοί». «Πολιτεία», Βιβλίο Β΄, Διάλογος Σωκράτη-Γλαύκωνος.
[10] DAVID JORDAN: NATIONAL GEOGRAPHIC: «Αρχαία Ελλάδα-Μεγαλείο και Δόξα, μέρος 2ο». Τευχ. Φεβρ. 2000.
[11]  Συχνή είναι η εμφάνιση των ψυχών των νεκρών στις αρχαίες τραγωδίες: Ο Δαρείος στους «Πέρσες» του Αισχύλου, ο Αγαμέμνων στην ομώνυμη τραγωδία, η Κλυταιμνήστρα στις «Ευμενίδες» και κατά συνέπεια σε νεώτερα θεατρικά έργα όπως στον «Άμλετ» του Σαίξπηρ, στον «Δον Ζουάν» του Μολιέρου κ.αλ

Μία ουτοπία μέσα στην πραγματικότητα

«Ο άνθρωπος είναι ζώον πολιτικόν». Ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ. οι φιλόσοφοι της εποχής άρχισαν να συνειδητοποιούν την ιδιαιτερότητα της φύσης του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, αυτό το τέλειο έλλογο ον, κατάφερε να σκαρφαλώσει στην πυραμίδα της ιεραρχίας μόλις λίγα εκατομμύρια χρόνια πριν, μία χρονική περίοδος που συνδέεται με τη συγκρότηση των πρώτων κοινοτήτων. Μέσα στα σκοτεινά μονοπάτια της φύσης ο άνθρωπος αναγκάστηκε να αναζητήσει το φως προκειμένου να διαχειριστεί την έμφυτη ευαισθησία του. Έτσι, χτίζοντας νέα μονοπάτια και γκρεμίζοντας άλλα κατάφερε να βρει την σωτήρια φλόγα και να αποδεσμευτεί από το φόβο του για το φυσικό περιβάλλον. Όμως, κάθε ελευθερία έπεται μια νέα δέσμευση την οποία ο ίδιος ο άνθρωπος αναγκάστηκε να οικοδομήσει.

Ασφαλής, πια, μέσα σε μια σπηλιά αναζήτησε ομοίους του για να μοιραστεί τις διανοητικές του ικανότητες και ανησυχίες. Και έχουμε τις πρώτες ομάδες, κοινότητες, χωριά, πόλεις, χώρες, έθνη. Ο άνθρωπος βρέθηκε, ακολουθώντας το μονοπάτι της ανάγκης της συντροφικότητας σε ένα νέο κόσμο, σε μία νέα πραγματικότητα, σε διαφορετικές συνθήκες, κάτι που έχτισε ο ίδιος χάρη στη νόηση. Απομακρύνθηκε από την τραχύτητα της φύσης και δημιούργησε το κελί του για να ζήσει μέσα στις συνθήκες ηρεμίας και ψυχικής απαλότητας που επιθυμούσε. Σκεπάστηκε με το κάλυμμα της κοινωνίας. Κάτω από αυτό είχε τη δυνατότητα να ανακαλύψει τον εαυτό του και να αναπτυχθεί.

Στη διάρκεια των αιώνων όλο και περισσότεροι άνθρωποι συγκεντρώνονταν, όλο και περισσότερες κοινωνίες συγκροτούνταν, όλο και περισσότερο έκανε μικρά βήματα προσπαθώντας να αγγίξει την πνευματική ολοκλήρωση. Κατάφερε να προστατευτεί από τη φύση οικοδομώντας έναν κόσμο, μία κοινωνία και κάποια στιγμή έφτασε η ώρα που θα αναζητούσε την ιεραρχική αναβάθμιση μέσα στον ίδιο του τον κόσμο. Μα πώς θα το κατάφερνε αυτό; Φυσικά, μέσω της νοημοσύνης.

Έτσι, για να συμβιώσει, σε πρώτο επίπεδο, έθεσε νόμους, αξίες, ιδανικά, πρότυπα και οτιδήποτε θα μπορούσε να διαφοροποιήσει τους ανθρώπους μεταξύ τους με τρόπο τέτοιο ώστε να αποφευχθεί η μετωπική σύγκρουση. Όμως, η ψυχή του ανθρώπου ήταν και παραμένει να είναι ένα ηφαίστειο που συσσωρεύει λάβα και όταν διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες εκρήγνυται. Οι έννοιες της κατωτερότητας και της ανωτερότητας και ό, τι αυτές συνεπάγονταν, έκαναν τον άνθρωπο ευάλωτο και του χάρισαν ξανά το φόβο.

Αλλά αυτή τη φορά ο φόβος είχε διαφορετικό πομπό. Τον ίδιο τον άνθρωπο. Για να επιτευχθεί, λοιπόν, η ειρηνική συμβίωση δημιούργησε την έννοια της ηθικής, την οποία έπεται η αναγκαιότητα της πίστης σε κάτι ανώτερο, την οποία έπεται ο φόβος γι’ αυτό το ανώτερο. Ο φόβος εμφανίζεται ξανά και όσο κι αν θέλει να τον εκλαϊκεύει, να τον αποδυναμώσει και να τον αποτινάξει από τη ζωή του βρίσκεται εκεί σε κάθε νέο μονοπάτι που δημιουργεί για να τον αποφύγει. Δημιουργεί, χτίζει, γεννά, εκμαιεύει. Μία ατέρμονη διαδικασία. Και τελικά, πάνω από όλα αυτά τα μονοπάτια, αν κοιτάξει κανείς από ψηλά θα αντικρίσει ένα περιτοιχισμένο κελί μέσα στην φυσική πραγματικότητα.

«Οι πλαστές ιδέες προσφέρουν επίπλαστη και εύθραυστη ανακούφιση». Η κοινωνία, μία πλαστή νοητική ιδέα κατάφερε να προσφέρει στον άνθρωπο αυτό που αναζητούσε, ανακούφιση. Παρ’ όλα αυτά η ρευστότητα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό αυτής της ανακούφισης. Ή όχι; Άλλωστε ποιος θα είναι αυτός που θα το καθορίσει; Ποιος θα είναι αυτός που θα καθορίσει ότι αυτό που ζει ολόκληρη η ανθρωπότητα είναι ουτοπία; Ή πραγματικότητα; Ή κάτι παράλληλο στην πραγματικότητα; Ή κάτι διαμετρικά αντίθετο; Ή ίσως κάποιο κενό, ένα χάσμα, κάποιο κομμάτι της πραγματικότητας; Ποιος θα το καθορίσει; Ο ίδιος ο άνθρωπος. Ή πιο ορθά, το ίδιο το πνεύμα του ανθρώπου.

Να αγαπάς!

Να αγαπάς όπως πίνεις νερό τα βράδια τον Αύγουστο.
Όπως διαβάζεις την εφημερίδα σου την Κυριακή το πρωί.
Να αγαπάς, όπως αναπνέεις, αυτόματα. Φυσικά και γρήγορα.
Με μόνη έγνοια να μην ξεχάσεις. Να μην ξεχάσεις να αγαπάς και να αναπνέεις.

Να αγαπάς με τη λαχτάρα που πας να δεις τους αγαπημένους σου.
Να αγαπάς με τη χαρά της πρώτης άνοιξης και του τελευταίου χειμώνα.
Έτσι να αγαπάς, καθαρά και με σθένος.
Με όλη τη δύναμη της αναπνοής σου και με κάθε αναπνοή.
Να είσαι ανοιχτός στην αγάπη, όπως στο πρώτο σου φιλί.
Να είσαι ανοιχτός στην αγάπη, όπως στην ανυπομονησία της μεγάλης μέρας.
Να είσαι ανίκητος.
Να αγαπάς πιο πολύ από τους άλλους.
Πιο πολύ από χθες και λιγότερο από αύριο.
Μόνο εσύ να αγαπάς έτσι.

Στην αγάπη να είσαι ακίνητος.
Να την περιμένεις όπως την καλοκαιρινή βροχή στη θάλασσα, με σεβασμό κι ευγνωμοσύνη.
Να είσαι ακίνητος στην αγάπη και να αναπνέεις με όλη σου τη δύναμη για να τη ρουφήξεις ολόκληρη.
Να αγαπάς και να το λες. Όλη μέρα να το λες, με θράσσος. Και τη νύχτα να το λες περισσότερο.
Να μη φοβάσαι.
Να μη φοβάσαι να αγαπάς. Να μη φοβάσαι, καν, να σ” αγαπάνε. Μόνο να περιμένεις ακίνητος και να αγαπάς με όλη σου τη δύναμη. Μέχρι να πιαστεί η ανάσα σου και να πονέσει το κορμί σου.
Ακίνητος, εκεί και με όλη σου τη δύναμη.
Σαν να μην πέρασαν τα χρόνια.
Σαν να μη σε άλλαξε όλη η αγάπη που πέρασε από πάνω σου.
Σαν να μη θυμάσαι τι έρχεται μετά την αγάπη.
Μόνο έτσι, μόνο τότε, θα μπορείς να πεις ότι άξιζε τον κόπο.

“Να αγαπάς τον εαυτό σου”

Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του χαρίζεις αγκαλιές και χάδια και να τον φροντίζεις. Για να ξέρει τι επιτρέπεται στους άλλους , όχι λιγότερα, και σε αυτούς να δίνει τα πιο πολλά, τα πιο ιδιαίτερα και τα πιο ξεχωριστά.

Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του προσφέρεις ταξίδια, από αυτά που κάνεις με κλειστά μάτια. Να τον αφήνεις να ταξιδεύει με όλες του τις αισθήσεις. Να μυρίζει μυρωδιές, να γεύεται γεύσεις, να βλέπει εικόνες, να αγγίζει σώματα και να ακούει μελωδίες που κανείς δεν μύρισε, δεν γεύτηκε, δεν είδε, δεν άγγιξε και δεν άκουσε… γιατί είναι ο μόνος που κατάφερε να ταξιδέψει ως εκεί.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην τον σκορπίζεις στα χθες και τα αύριο. Να τον αφήνεις να απολαμβάνει το τώρα. Μην δίνεις χώρο σε κανένα νοσταλγικό παρελθόν και σε κανένα φοβισμένο μέλλον. Να τον αγαπάς για το «εδώ» του και το «τώρα».

Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του δίνεις ευκαιρίες και ανάσες . Ευκαιρίες ακατόρθωτες για τους άλλους και ανάσες βαθιές, κοφτές, της έκπληξης και του θάρρους.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να τον αφήνεις να παίζει σε γειτονιές με άλλα παιδιά και αν δεν βρίσκεις παιδιά να ψάχνεις να του βρεις για νέες γειτονιές .
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του επιτρέπεις να ονειρεύεται και όταν τα όνειρα του παύουν να έχουν χρώμα να του αλλάζεις βλέμματα και όψεις.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην τον χαραμίζεις σε αγκαλιές που είναι αλλού από το «εκεί» του. Ευκαιριακές και επιφανειακές αγκαλιές να μην του προσφέρεις.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του μαθαίνεις συναισθήματα. Να ξέρει τι είναι πόνος, τι είναι γέλιο, τι είναι ερωτάς και δάκρυ. Και να μάθαίνει να επιλέγει από μόνος του τι θέλει και για τι ψάχνει.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην τον κουράζεις στις σκέψεις και τα ενδεχόμενα. Να του χαρίζεις αυθόρμητες στιγμές χωρίς δεύτερες και τρίτες σκέψεις.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην του σβήνεις τα σημάδια, τις πληγές και τις ρυτίδες. Γιατί αυτά είναι οι αναμνήσεις που έζησε, οι χαρές και τα πάθη που ένιωσε, οι άνθρωποι που συνάντησε. Όλα αυτά τον έφεραν στο «σήμερα» του. Μην του τα σβήνεις.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην του κρατάς μυστικά. Μοιράσου μαζί του την δική σου «αλήθεια». Να του λες τους φόβους σου, τις σκέψεις σου, τους στόχους σου, όλα όσα η καρδιά θα ακούσει και θα σε πάει εκεί που θες.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην τον βολεύεις σε στριμωγμένες γωνιές και σε καλούπια. Να τον περπατείς σε αλάνες και σε δρόμους που ο αέρας είναι καθαρός και οι άνθρωποι αλητεύουν κάτω από αστέρια και ήλιους.
Να αγαπάς τον εαυτό σου, να του το λες κάθε μέρα πόσο πολύ τον αγαπάς. Να τα ακούει, να το θυμάται για να μπορείς και εσύ να θυμάσαι πως αν δεν αγαπήσεις εσύ τον εαυτό σου, κανένας δε θα βρεθεί να το κάνει για εσένα.

Σε αγαπάς? Να αγαπάς τον εαυτό σου για να σε Αγαπάς…

Ο φόβος φυλάει τα έρ(η)μα

Αυτό που φοβόμουν πάντα πιο πολύ ήταν οι φόβοι μου.

Φοβάμαι να φοβάμαι τους φόβους μου, μην τους φοβηθώ τόσο που μου που κλέψουν την ελευθερία μου, μην μου κλέψουν στιγμές και ανάσες από την ζωή μου.
Και ενώ μια σκέψη μπορεί να τους ηρεμήσει, μια ψύχραιμη σκέψη που χωράει σε ένα « ε και?» και ένα «Για όλα υπάρχει λύση αν προκύψει κάτι» ή ένα «αφού μπόρεσαν άλλοι, μπορώ να προσπαθήσω και εγώ», υπάρχουν φορές που οι φόβοι με φοβίζουν. Με ακινητοποιούν.
Αυτούς τους φόβους κάθε μέρα προσπαθώ να νικήσω. Αυτούς που θα σε φέρουν πιο κοντά στην πραγματικότητα, στην ουσία.
Αυτό που δεν φοβάσαι μην χαθείς, γιατί θα βρεθείς κάπου αλλού.
Δεν φοβάσαι να περάσεις τα όρια, θα ανακαλύψεις νέα εδάφη.
Δεν φοβάσαι να μείνεις ακούνητος, θα απολαύσεις την σταθερότητα.
Δεν φοβάσαι τα βράδια, γιατί έχεις τα αστέρια ταβάνι.
Το γκρίζο πάντα με φόβιζε, όλες οι φωτογραφίες μου είναι με έντονα χρώματα. Με μελαγχολούσε.
Όμως ξέρεις κάπου διάβαζα τις προάλλες ότι και αυτό το κακόμοιρο χρώμα είναι. Και είναι αλήθεια το γκρίζο έχει την ομορφιά του. Να βλέπεις πάλι το φοβάμαι. Μα γιατί αποφεύγω να αγαπήσω τους φόβους μου? Ναι! Πρέπει να τους αγαπήσω.
Αν θες να ελευθερωθείς πρέπει να αγαπήσεις τους φόβους σου.Οι φόβοι είναι δικοί μας, είναι κομμάτια μας και αν τους αγαπήσεις θα γίνουν τα δημιουργικά σου κομμάτια.
Κάποιοι θα είναι εκεί κάθε μέρα, κάποιους θα τους αγκαλιά-ζεις και κάποιοι θα περπατούν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Αλλά θα είναι εκεί. Αγάπησε τους.
Στο κάτω κάτω οι φόβοι είναι οι εμπειρίες αυτές που είχες από τότε που θυμάσαι και από τότε που δεν υπήρχες.
Οι φόβοι είναι δικοί σου. Μην προσπαθείς να φτάσεις χωρίς αυτούς πουθενά. Σε κανένα όριο, σε κανένα σημείο ή στόχο. Φτάσε με αυτούς και απλά στο τέλος χαμογέλασε τους. Ακόμα μαζί σου θα είναι, στο απέναντι πεζοδρόμιο, μπορείς να τους βλέπεις μπορεί και όχι. Ότι επιλέξεις. Στο ίδιο ταξίδι θα είναι συντροφιά σου, όμως πια θα το ξέρεις.
Θα ξέρεις ότι έχουν όνομα. Το όνομα που τους έχεις δώσει εσύ. Θα ξέρεις ότι σε ακολουθούν για να σε προστατέψουν γιατί εσύ τους το έχεις ζητήσει, εσύ τους το επιτρέπεις για όσο θες.
Στο τέλος της ιστορίας οι φόβοι μας είναι στο βαλιτσάκι μας μέσα και είναι στο χέρι μας πόσο χώρο θα τους δώσουμε.
it’ a matter of choice:
Αν μαζί τους θα ανοίγω νέους δρόμους και θα ανακαλύπτουμε νέους ορίζοντες ή αν θα επιτρέψω να μας κλείνουν μέσα σε στενά όρια και θα μαζί να μεγαλώνουμε μέσα σε στεγανά.

Η Αληθινή Κατανόηση

Η Κατανόηση, δηλαδή η Βίωση, η Αντίληψη, της Πραγματικότητας, της Ακατασκεύαστης Πραγματικότητας, κι όχι αυτής της πραγματικότητας που κατασκευάζει η σκέψη, σημαίνει αλλαγή «συμπεριφοράς», αλλαγή στον τρόπο δράσης της νόησης. Η «Νόηση» πρέπει να είναι Άμεση, Συνεχής, Στιγμιαία, δηλαδή να λειτουργεί μόνο στην Στιγμή που Ρέει, που είναι ο Μόνος Πραγματικός Χρόνος, κι όχι να αυτοματοποιείται, να βασίζεται στην μνήμη, στην γνώση, στην εμπειρία. Αυτή η «Άμεση Νόηση» είναι η Αληθινή Νόηση του Ανθρώπου, κι η Φυσική Λειτουργία της Νόησης. Αυτό που γνωρίζουν οι άνθρωποι κι ονομάζουν νόηση είναι μια «επεξεργασία», κάτι πρόσθετο στην Νόηση, μια «επινόηση» (κυριολεκτικά), μια «κατασκευή», ένα «δεκανίκι» της Αληθινής Νόησης.

Τότε, όταν Νοούμε Άμεσα, ο Κόσμος είναι νέος, ολοκαίνουργος, ζωντανός, φρέσκος, Κάθε Στιγμή. Τότε η ζωή έχει νόημα, έχει το πλήρες νόημά της, σαν Βίωση της Στιγμής, αυτού που συμβαίνει στην ζωή που ρέει. Ισορροπώντας στην Στιγμή, ζώντας την Συνεχή Εναλλαγή των φαινομένων, Κατανοούμε ότι η Ύπαρξή μας δεν εξαρτάται από τα φαινόμενα (εξωτερικά κι εσωτερικά), Υπάρχει παρά την «Αλλαγή»… Τότε Βιώνουμε την Αιωνιότητα μέσα στην Στιγμή… Είμαστε ουσιαστικά πέρα από τον κοσμικό χρόνο των φαινομένων.

Μια Τέτοια Συνείδηση, Κατανόηση, Αντίληψη, Είναι Αιώνια, Πέρα από τον Χρόνο και την αλλαγή των φαινομένων. Είναι Απέραντη Επίγνωση, γιατί δεν έχει «κέντρο» γνώσης. Είναι Ελευθερία. Η Κατανόηση δεν έρχεται μέσω της σκέψης, δηλαδή της νόησης που στηρίζεται στην εμπειρία, στην γνώση, στην μνήμη, στο παρελθόν, στον χρόνο, σαν συσσώρευση πληροφοριών, γνώσεων. Ο πολυμαθής απλά γνωρίζει πολλά, δεν γνωρίζει με τον σωστό τρόπο, είναι τελείως διαφορετικό. Αυτός που Κατανοεί γνωρίζει το Ουσιώδες, Ζει στον Πραγματικό Χρόνο, Ζει την Πραγματικότητα, Ζει στην Πραγματικότητα, Είναι η Πραγματικότητα.

Αυτός που γνωρίζει πολλά, ακόμα και για την θρησκεία, και για τις πιο βαθιές μεταφυσικές θεωρίες, και για τις πιο προχωρημένες πρακτικές διαλογισμού, έχει απλά πολλές πληροφορίες. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι κατέχει την Αλήθεια, ή ότι μπορεί να διδάξει την Αλήθεια. Γιατί η Αλήθεια είναι «Διαφορετικός Τρόπος Όρασης», «Διαφορετική Χρήση της Νόησης», όχι πληροφορίες, λόγια. Είναι Κάτι που Βιώνεται και Κάτι που πρέπει να Βιώσει Κάποιος, κι όχι απλά να πληροφορηθεί για αυτό. Για αυτό η Αλήθεια παρομοιάζεται με Φως κι η Μετάδοση της Αλήθειας σαν μετάδοση φωτός από ένα Αναμμένο κερί σε ένα άλλο…

Πως γίνεται αυτό; Όχι με διδασκαλία, όχι με εντολές, και πρακτικές, αλλά με άμεση πρακτική απελευθέρωση της μπλοκαρισμένης νόησης… Μιλάμε για Μετάδοση Ζωής. Αυτή είναι η Τέχνη των Σοφών, που λίγοι γνωρίζουν, και που ασφαλώς απευθύνεται σε όσους αντιμετωπίζουν σοβαρά την ζωή, την θρησκεία, και την ύπαρξη στον κόσμο. Δεν είναι κάτι που μπορεί να ειπωθεί δημόσια ή να γίνει αντικείμενο αγοροπωλησίας, όπως κάνουν στις κοσμικές εκκλησίες, στις δήθεν εσωτερικές σχολές, και στα μικρομάγαζα των ιδιοκτητών της «γνώσης».

Η ινδοευρωπαϊκή φυλή, η κάθοδος των Δωριέων και η φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου – Ο ορισμός της πολιτισμικής σύγχυσης

Όσοι δώσαμε λίγη προσοχή στο μάθημα της ιστορίας, όταν το διδασκόμασταν στο σχολείο, μάθαμε για το μεγαλείο το αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.
Ενώ όμως τα πεπραγμένα των προγόνων μας, μάς γέμιζαν δέος και υπερηφάνεια, κάπου «ξενερώναμε» όταν μαθαίναμε ότι δεν είμαστε γηγενείς Έλληνες, το αλφάβητό μας το «δανειστήκαμε» από άλλον λαό, ενώ και η γλώσσα μας από κάπου αλλού «κρατούσε η σκούφια της».
Υποψιάζομαι (δεν το γνωρίζω, για να είμαι ειλικρινής), ότι πάνω κάτω η ίδια ιστορία διδάσκεται στα σχολεία.
Η εξάπλωση του διαδικτύου όμως, μας έφερε μπροστά σε μια απίστευτα μεγάλη «βιβλιοθήκη» και πηγή γνώσης. Κι όσο περισσότερο ψάξει κανείς για το συγκεκριμένο θέμα, θα διαπιστώσει ότι από κάποιο σημείο και πριν, θα βρεθεί εν μέσω πολιτισμικής σύγχυσης.
Ας τα πάρουμε όμως ένα ένα κι ας δούμε που βρίσκεται ο μύθος και που η πραγματικότητα…

Η Ινδοευρωπαϊκή φυλή και γλωσσική οικογένεια
Ο μύθος
Σύμφωνα με κάποιους Ευρωπαίους γλωσσολόγους του 18/19ου αι. μ.Χ. (F. Sasseti = Ιταλός, F. Bopp = Γερμανός, W. Jones = Άγγλος κ.α.), οι λαοί από Ινδίες μέχρι Γερμανία πριν από 3000 χρόνια είχαν μια κοινή γλώσσα. Τη γλώσσα αυτή την ονομάζουν «μητέρα ινδογερμανική ή ινδοευρωπαϊκή γλώσσα» και απ’ αυτή, λένε, αποσπάστηκαν η αρχαία ελληνική, η λατινική κ.α. γλώσσες.
Η ομοιότητα βασικών λέξεων στη σανσκριτική, αρχαία ελληνική, λατινική, γερμανική, αγγλική κ.ά. όπως πατέρας (σανσκ. pita, αρχ. ελλ. πατήρ, λατ. pater, γερμ. Vater, αγγλ. father), μητέρα (σανσκ. mata, αρχ. ελλ. μήτηρ, λατ. mater, γερμ. Mutter, αγγλ. mother), σπίτι (σανσκ. dáma-, αρχ. ελλ. δόμος, λατ. domus) άλογο (σανσκ. áśva-, αρχ. ελλ. ἵππος, λατ. equus) κλπ. οδήγησε τους γλωσσολόγους στην υπόθεση ότι οι λέξεις αυτές έχουν κοινή ρίζα. Η ύπαρξη κοινών ριζών οδήγησε με τη σειρά της στην υπόθεση ότι οι γλώσσες αυτές προέρχονται από μια κοινή πρωτογλώσσα, η οποία ονομάζεται συμβατικά πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (ΠΙΕ).
Δεν υπάγονται στην ινδοευρωπαϊκή ομογλωσσία: η φιλανδική, η εσθονική, η ουγγρική, η τουρκική, η βασκική, η αραβική και η εβραϊκή.
Η μορφή της ελληνικής γλώσσας μετά τη διαφοροποίησή της από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή και πριν τη διαίρεσή της στις μετέπειτα ελληνικές διαλέκτους (Μυκηναϊκή, Δωρική, Αττική-Ιωνική, Αρκαδοκυπριακή κλπ.), ονομάστηκε πρωτοελληνική.
Η πιθανότητα κοινής καταγωγής κάποιων από αυτές τις γλώσσες προτάθηκε για πρώτη φορά από τον Μάρκους Τσίριους φαν Μπόξχορν το 1647, που θεωρούσε ότι εξελίχτηκαν από τη σκυθική, μια ιρανική γλώσσα. Η θεωρία του φαν Μπόξχορν δεν έγινε ευρύτερα γνωστή και δεν είχε συνέχεια. Η υπόθεση της κοινής καταγωγής προτάθηκε και πάλι από τον Σερ Γουίλιαμ Τζόουνς που αντιλήφτηκε και επισήμανε το 1796 ομοιότητες ανάμεσα στις τέσσερις από τις παλιότερες γλώσσες που ήταν γνωστές στην εποχή του, τη λατινική, την ελληνική, τη σανσκριτική και την περσική γλώσσα. Η συστηματική σύγκριση αυτών και άλλων αρχαίων γλωσσών από τον Φραντς Μποπ υποστήριξε αυτή τη θεωρία και η “Συγκριτική Γραμματική” του, που δημοσιεύτηκε μεταξύ του 1833 και του 1852, θεωρείται η αρχή των ινδοευρωπαϊκών σπουδών ως ακαδημαϊκού κλάδου.
Η κοινή προγονική (αποκατεστημένη) γλώσσα ονομάζεται όπως είπαμε, πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (ΠΙΕ). Υπάρχει διαφωνία για την αρχική γεωγραφική θέση (η αποκαλούμενη «Urheimat» ή «κοιτίδα») που εντοπίζεται. Υπάρχουν σήμερα κυρίως δύο προτάσεις:
1. οι στέπες βόρεια της Μαύρης Θάλασσας και της Κασπίας (βλ. Κουργκάν)
2. η Ανατολία (βλ. Κόλιν Ρένφριου)
Οι υποστηρικτές της υπόθεσης Κουργκάν τείνουν να χρονολογούν την πρωτογλώσσα περίπου στο 4.000 π.Χ., ενώ οι υποστηρικτές της καταγωγής από την Ανατολία συνήθως τη χρονολογούν αρκετές χιλιετίες νωρίτερα, συνδέοντας τη διάδοση των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών με τη νεολιθική διάδοση της γεωργίας (βλ. Ινδοχεττιτική), τέλος οι υποστηρικτές τής παλαιολιθικής συνέχειας την χρονολογούν ακόμα παλαιότερα κάπου στην ανώτερη παλαιολιθική.
Η υπόθεση Κουργκάν προτάθηκε αρχικά από τη Μαρίγια Γκιμπούτας στη δεκαετία του 1950. Σύμφωνα με την υπόθεση Κουργκάν, η πρώιμη ΠΙΕ από τους χαλκολιθικούς πολιτισμούς της στέπας της 5ης χιλιετίας π.Χ. ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και το Βόλγα.
Χρονολογικά η θεωρία της εξέλιξης της ινδοευρωπαϊκού «πολιτισμού» έχει ως εξής:
4500 π.Χ. – 4000 π.Χ.: Πρώιμη ΠΙΕ. Πολιτισμός Στρέντνυ Στογκ, Δνείπερου – Δον και Σαμάρα, εξημέρωση του αλόγου.
4000 π.Χ. – 3500 π.Χ.: Ο πολιτισμός Γιάμνα, οι πρωτοτυπικοί οικοδόμοι κουργκάν, εμφανίζονται στη στέπα και ο πολιτισμός Μαϊκόπ στο βόρειο Καύκασο. Οι ινδοχεττιτικές θεωρίες τοποθετούν το διάσπαση της πρωτοανατολικής γλώσσας πριν από αυτήν την περίοδο.
3500 π.Χ. – 3000 π.Χ.: Μέση ΠΙΕ. Ο πολιτισμός Γιάμνα βρίσκεται στην ακμή του, αντιπροσωπεύοντας την κλασική ανασυγκροτημένη Πρωτοϊνδοευρωπαϊκή κοινωνία, με λίθινα είδωλα, πρώιμα δίτροχα πρωτοάρματα, ασκώντας κυρίως την κτηνοτροφία αλλά επίσης με μόνιμους οικισμούς και φρούρια πάνω σε λόφους (hillforts), συντηρούμενη από τη γεωργία και το ψάρεμα κατά μήκος των ποταμών. Η επαφή του πολιτισμού Γιάμνα με τους πολιτισμούς της ύστερης Νεολιθικής Ευρώπης είχε ως αποτέλεσμα την “κουργκανοποίηση” των πολιτισμών των Σφαιρικών αμφορέων και Μπάντεν. Ο πολιτισμός Μάικοπ μας δινει τις πρωιμότερες μαρτυρίες της έναρξης της Εποχής του Χαλκού και χάλκινα όπλα και αντικείμενα (artefacts) κάνουν την εμφάνισή τους στην περιοχή Γιάμνα. Πιθανώς πρώιμη σατεμοποιήση.
3000 π.Χ. – 2500 π.Χ.: Ύστερη ΠΙΕ. Ο πολιτισμός Γιάμνα εκτείνεται σε όλη τη στέπα της Μαύτης Θάλασσας. Ο πολιτισμός των Σχοινοειδών Προϊόντων (Corded Ware culture) εκτείνεται από το Ρήνο ως το Βόλγα και αντιστοιχεί στην ύστερη φάση της ινδοευρωπαϊκής εμότητας με την αχανή “κουργκανοποιημένη” περιοχή να αποσυντίθεται σε διάφορες ανεξάρτητες γλώσσες και κουλτούρες, ακόμα σε χαλαρή επαφή που επιτρέπει τη διάδοση της τεχνολογίας και των πρώιμων δανείων ανάμεσα στις ομάδες, εκτός από τον κλάδο των γλωσσών της Ανατολίας και τον Τοχαρικό, που είναι ήδη απομονωμένοι από αυτές τις διαδικασίες. Η διάσπαση σε κέντουμ και σάτεμ είναι πιθανώς ολοκληρωμένη αλλά οι φωνητικές τάσεις της σατεμοποίησης παραμένουν ενεργές.
2500 π.Χ. – 2000 π.Χ.: Η διάσπαση των αποδεδειγμένων διαλέκτων σε πρωτογλώσσες έχει ολοκληρωθεί. Η πρωτοελληνική μιλιέται στα Βαλκάνια, η πρωτοϊνδοιρανική βόρια τις Κασπίας στον πολιτισμό Σντάσα – Πέτροβκα. Η Κεντρική Ευρώπη φτάνει στην Εποχή του Χαλκού με τον πολιτισμού του Λάγυνου, που αποτελείται πιθανόν από διάφορες κέντουμ διαλέκτους. Η πρωτοσλαβική (ή εναλλακτικά η πρωτοσλαβική και η πρωτοβαλτική κονότητα με στενή επαφή μεταξύ τους) αναπτύσσονται στην βορειοανατολική Ευρώπη. Οι μούμιες Ταρίμ πιθανόν αντιστοιχούν στους πρωτοΤοχάρους.
2000 π.Χ. – 1500 π.Χ.: Εφευρίσκεται το άρμα οδηγώντας στη διάσπαση και τη γρήγορη διάδοση των Ιρανικών και των Ινδικών γλωσσών από τον πολιτσμό Αντρόνοβο και το Αρχαιολογικό Σύμπλεγμα Βακτριανής-Μαργκιάνα (Vactria-Margiana) σε μεγάλο μέρος της Κεντρικής Ασίας, της βόρειας Ινδίας, του Ιράν και της ανατολικής Ανατολίας. Η πρωτοανατολική διασπάται σε Χεττιτική και Λουβική. Ο προ-πρωτοκελτικός πολιτισμός Ουνέτισε (Unetice) έχει μια δραστήρια μεταλλουργική βιομηχανία (ουράνιος δίσκος Νέμπρα) (Nebra skydisk).
1500 π.Χ. – 1000 π.Χ.: Η σκανδιναβική Εποχή του Χαλκού αναπτύσσει την (προ-)πρωτογερμανική και οι (προ-)πρωτοκελτικοί πολιτισμοί Ούρφιλντ και Χάλστατ εμφανίζονται στην Κεντρική Ευρώπη εγκαινιάζοντας την Εποχη του Σιδήρου. Πρωτοϊταλική μετανάστευση στην Ιταλική χερσόνησο. Παρακμή της Ρίγκβεδα και άνοδος του βεδικού πολιτισμού στο Πουντζάμπ. Άνθηση και πτώση της Χεττιτικής Αυτοκρατορίας. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός δίνει τη θέση του στους Ελληνικούς Σκοτεινούς Αιώνες.
1000 π.Χ. – 500 π.Χ.: Οι κελτικές γλώσσες διαδίδονται στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη. Η Βόρεια Ευρώπη μπάινει στην προ-ρωμαϊκή Εποχή του Σιδήρου, τη φάση διαμόρφωσης της πρωτογερμανικής. Ο Όμηρος εγκαινιάζει την ελληνική λογοτεχνία και την πρώιμη Κλασική Αρχαιότητα. Ο βεδικός πολιτισμός δίνει τη θέση του στις Μαχανατζαναπάντας (Mahajanapadas). Ο Ζωροάστρης (Ζαρατούστρα) συνθέτει τις Γκάθα (“ύμνοι”), άνοδος της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών παίρνοντας τη θέση των Ελαμιτών και της Βαβυλωνάς. Οι Κιμμέριοι (πολιτισμός Σρούμπνα) αντικαθίστανται από τους Σκύθες στη στέπα της Μαύρης Θάλασσσας. Οι Αρμένιοι διαδέχονται τον πολιτισμό Ουράρτου. Διαχωρισμός των πρωτοϊταλικών σε οσκοουμβρική και λατινοφαλισκική και ίδρυση της Ρώμης. Δημιουργία του ελληνικού και του αρχαίου ιταλικού αλφαβήτου. Μια ποικιλία παλαιοβαλκανικών γλωσσών μιλιέται στη Νότια Ευρώπη. Οι γλώσσες της Ανατολίας έχουν εκλείψει.

Η πραγματικότητα
Η θεωρία της ινδοευρωπαϊκής φυλής και γλώσσας είναι κατά βάση ένα ρατσιστικό δημιούργημα που πλάστηκε βασικά από ορισμένους Γερμανούς (ο λόγος και που την πρώτη φορά ονομάστηκε « ινδογερμανική») προπαγανδιστές με σκοπό να εκθειάσουν την ανωτερότητα της λευκής ή άλλως Αρείας φυλής και συνάμα να δείξουν ότι η Γερμανική φυλή έχει σχέση με τους καλύτερους λαούς – πολιτισμούς της αρχαιότητας (Έλληνες, Ρωμαίους κ.α.) και γι αυτό πρέπει να ηγεμονεύσει του κόσμου.
Η θεωρία των ινδοευρωπαίων και γενικά των ομογλωσσιών όχι μόνο δε στηρίζεται σε κανένα συγγραφικό, αρχαιολογικό και ανθρωπολογικό αρχαιολογικό εύρημα, αλλά αγνοείται ακόμη και από την τις μυθολογίες όλων των λαών. Μα, αν υπήρξε ινδοευρωπαϊκή φυλή, άρα και γλώσσα, τότε θα είχε αφήσει γραπτά ή αρχιτεκτονικά μνημεία; Έπειτα είναι λογικό το να λέμε π.χ. ότι οι Ινδοί, που είναι σχεδόν μαύροι και κατοικούν στα βάθη της Ασίας, ανήκουν στην ινδοευρωπαϊκή φυλή ή είναι συγγενείς των Ελλήνων και οι μελαχροινοί Κρητικοί όχι;
Η θεωρία της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας και γλώσσας στηρίζεται απλώς και μόνο σε επιδέξιες λεξικές συγκρίσεις που κάνουν διάφοροι συγκριτικοί γλωσσολόγοι. Δηλαδή στο ότι π.χ. μεταξύ της ελληνικής, ινδικής κ.τ.λ. γλώσσας υπάρχουν πολλές κοινές λέξεις, όμως κοινές λέξεις υπάρχουν σε όλες τις γλώσσες είτε λόγω των ηχοποιητικών λέξεων (βου…, μπου.. > βους > βόδι, bull, buffalo…) είτε λόγω των γλωσσικών δανείων. Παρέβαλε π.χ. στην ελληνική τις λέξεις: βάρβαρος, δημοκρατία, κεφαλή, κάμινος, τέχνη.. και στην αραβική: μπουλ, barbar dimokratia, kafa, kamin, tacnia…. Επομένως γιατί η αραβική γλώσσα να ανήκει σε άλλη ομογλωσσία και σε άλλη η ελληνική;
Η χαριστική βολή στην συγκεκριμένη θεωρία έρχεται από την Γιούρα Αλοννήσου. Η επιγραφή των Γιούρων Αλοννήσου, ένα καταπληκτικό εύρημα από τις Βόρειες Σποράδες έρχεται για να ταράξει την άποψη της διεθνούς επιστημονικής κοινότητος για την δημιουργία τής γραφής. Πρόκειται για το θραύσμα (όστρακο) ενός αγγείου πάνω στο οποίο είναι χαραγμένα σύμβολα γραφής. Το εύρημα χρονολογείται γύρω στο 5.000 – 4.500 π.Χ. (χρονολόγηση με την μέθοδο της στρωματογραφίας). Το σημαντικότερο όμως είναι ότι τα σήματα αυτής της γραφής μοιάζουν με τα γράμματα του ελληνικού Αλφαβήτου που υποτίθεται ότι «εμφανίστηκαν» γύρω στο 800 π.Χ. Τα χαράγματα στο όστρακο δεν σχετίζονται με κανένα γνωστό είδος εγχάρακτης διακοσμήσεως και αποτελούν σαφή σύμβολα γραφής. Τα χαράγματα έγιναν στην αρχική επεξεργασία του αγγείου. Μετά το αγγείο ψήθηκε και έτσι τα χαραγμένα σύμβολα έμειναν για πάντα. Επομένως τα σύμβολα γραφής χρονολογούνται την εποχή κατασκευής του αγγείου (5.000 – 4.500 π.Χ.) και αποτελούν μία συνειδητή ενέργεια του κεραμέως. Στην εικόνα διακρίνονται τα γράμματα Α Υ Δ (αρχικά της αρχαιότατης λέξεως «ΑΥΔΗ» (= φωνή) σύμφωνα με μερικούς ερευνητές).
Σημειώστε εδώ, ότι το αρχαιότερο μέχρι τώρα γνωστό επιγραφικό τεκμήριο, προέρχονταν από τη Σουμερία και χρονολογείται στο 3200 π.Χ.
Πρέπει, ωστόσο, να σημειώσουμε ότι τα σύμβολα πρωτογραφής των Γιούρων δεν είναι μοναδικά στον χώρο των πολιτισμών του Αιγαίου.
Ο Γιώργος Χουρμουζιάδης, καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, ανακοίνωσε ότι ανακάλυψε στον λιμνιαίο οικισμό του Δισπηλιού Καστοριάς μια ξύλινη πινακίδα με ίχνη γραφής, που χρονολογείται γύρω στο 5300 π.Χ. (Απαραίτητη διευκρίνιση: Ο Γ. Χουρμουζιάδης γνωστός μαρξιστής και επιφανές στέλεχος του ΚΚΕ κάθε άλλου παρά ελληνοκεντρικός ή εθνικιστής μπορεί να χαρακτηριστεί).
Με λίγα λόγια, οι ημερομηνίες τα λένε όλα και τα λένε με αποδείξεις κι όχι με θεωρίες. Συν τοις άλλοις, ας λάβουμε υπόψιν ότι ο γραπτός λόγος έπεται του προφορικού, οπότε η αναζήτηση της δημιουργίας της ελληνικής γλώσσας θα μας πάει πολύ πιο πίσω χρονολογικά.
Δημιουργείται βεβαίως ένα βασικό ερώτημα. Γιατί τα γνωστά δείγματα γραφής από το προϊστορικό Αιγαίο να είναι τόσο λίγα και να παρουσιάζουν μεγάλα χρονολογικά χάσματα; Απαντήσεις, υπάρχουν.

Όπως:
* Διότι η στάθμη της θάλασσας στο Αιγαίο ανέβηκε από την προϊστορία μέχρι τις ημέρες μας κατά 20 μέτρα. Όλοι οι προϊστορικοί παραλιακοί οικισμοί και τα τεκμήρια του πολιτισμού τους, βρίσκονται σήμερα στα βάθη της θάλασσας. Αλλά η αδυναμία μας να τους εντοπίσουμε δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν.
* Διότι χρονολογικά χάσματα παρατηρούνται και στις νεώτερες εποχές, από τις οποίες μάλιστα διαθέτουμε και τεράστιο πλήθος ευρημάτων. Ετσι για 350 περίπου χρόνια, από το τέλος της μυκηναϊκής εποχής μέχρι τα υστερογεωμετρικά χρόνια (1100 – 750 π.Χ.) δεν έχουμε την παραμικρή ένδειξη γραφής στην Ελλάδα. Αλλά η αδυναμία μας αυτή δεν αποδεικνύει ότι οι αρχαίοι Ελληνες έμειναν ξαφνικά αγράμματοι για 350 χρόνια, όπως έγκυρα από το 1970 έχει αναλύσει σε μελέτες του ο αείμνηστος Μανώλης Ανδρόνικος.

Η κάθοδος των Δωριέων
Ο μύθος
Σε πρώτη φάση οι Δωριείς (από τους οποίους προέρχονται και οι Μακεδόνες, μεταξύ άλλων) κατέβηκαν στον βόρειο ελλαδικό χώρο «κάπου από βόρεια (από Γερμανία μεριά) και κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες» την δεύτερη χιλιετηρίδα π.Χ. Σε δεύτερη φάση εξαπλώνονται στην νοτιότερη Ελλάδα. Οι Δωριείς ήταν μαζί με τους Ίωνες, τους Αιολείς και τους Αχαιούς, τα τέσσερα μεγάλα ελληνικά φύλα, τα οποία εξαπλώθηκαν στην Ελλάδα σε διαφορετικές περιόδους κατά τη διάρκεια της 2ης χιλιετίας π.Χ. και διαμόρφωσαν το ελληνικό έθνος. Οι Δωριείς περιγράφονται ως πρωτόγονο και πολεμοχαρές φύλο, ενώ μαζί τους εμφανίζεται και η χρήση του σιδήρου.
Γενικά, η εποχή της «Καθόδου των Δωριέων», που επέφερε μεγάλες αλλοιώσεις στον πολιτικό χάρτη της Ελλάδας και επέδρασε καθοριστικά στην ιστορική της πορεία, ονομάζεται «Ελληνικός Μεσαίωνας», επειδή ελάχιστα γνωρίζουμε γι’ αυτόν και παλαιότερα πιστευόταν ότι αποτελούσε μια εποχή βίαιης διακοπής της πολιτιστικής δημιουργίας.

Η πραγματικότητα
Οριστική απάντηση στη διαχρονική παρουσία των Μακεδόνων στο βορειοελλαδικό χώρο δίνουν τα αρχαιολογικά ευρήματα στην Αιανή Κοζάνης.
Καταρρίπτουν την παλαιά θεωρία περί κατακλυσμικής εισβολής των Δωριέων στα τέλη της 2ης χιλιετίας, η οποία είναι αστήρικτη ούτως ή άλλως. Ενισχύει ταυτόχρονα την άποψη για την άμεση καταγωγή των Δωριέων από Μακεδονικά φύλα και την ειρηνική διείσδυσή τους στη νότια Ελλάδα.
Σε ομιλία της η προϊσταμένη της Λ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη, που οργάνωσε η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών (ΕΜΣ), επισήμανε ότι τα ευρήματα της Αιανής δίνουν οριστική απάντηση στο ότι δεν υπήρξε «κάθοδος των Δωριέων», δηλαδή Μακεδόνες, οι οποίοι ως «βάρβαροι» και «αλλόφυλοι» κατέστρεψαν τους Μυκηναίους, Αχαιούς και Έλληνες. Δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια αμφιβολίας για τη νότια προέλευση της μακεδονικής αμαυρόχρωμης κεραμικής από φορείς, οι οποίοι επανέρχονται βόρεια-βορειοδυτικά (το 15ο αι. π.Χ. στην Αιανή) έπειτα από πολύ προγενέστερη (γύρω στο 2000 π.Χ.) κάθοδό τους ή από συνεχείς καθόδους και ανόδους λόγω του κτηνοτροφικού χαρακτήρα της οικονομίας και του νομαδικού τρόπου ζωής. Αυτοί δεν είναι άλλοι από τους Μακεδόνες των ιστορικών χρόνων, τους οποίους η φιλολογική παράδοση συνδέει άμεσα με τους Δωριείς.
Συνεπώς, υπογραμμίζει η Γ. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, με το εύρημα της Αιανής αποκτάται το πλέον ισχυρό επιχείρημα για την απόρριψη της παλαιάς θεωρίας περί κατακλυσμικής εισβολής των Δωριέων στα τέλη της 2ης χιλιετίας. Το μεγάλο πλήθος και τα είδη των μυκηναϊκών ευρημάτων, τονίζει, υποχρεώνουν την επιστημονική κοινότητα να αναθεωρήσει τις απόψεις της για τα όρια του μυκηναϊκού κόσμου και τις σχέσεις του με τα μακεδονικά και δωρικά φύλα, ενώ η άποψη για μόνιμη εγκατάσταση Μυκηναίων στην περιοχή τεκμηριώνεται ολοένα και περισσότερο.
Όσον αφορά την χρήση του σιδήρου, αυτή τοποθετείται χρονολογικά τουλάχιστον μερικούς αιώνες πριν την υποτιθέμενη κάθοδό τους.

Η φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου
Ο μύθος
Οι Φοίνικες που κατοικούσαν στην περιοχή του σημερινού Ισραήλ, πήραν από τους Αιγύπτιους ορισμένα γραφικά σύμβολα και με την εξέλιξή τους σχημάτισαν το πρώτο αλφάβητο (γνωστό κι ως σημιτικό αλφάβητο). Περιλάμβανε 22 γράμματα, σύμφωνα και ημίφωνα, χωρίς να έχει φωνήεντα. Από τα πρώτα αυτά γράμματα σχηματίστηκαν τα νεότερα αλφάβητα. Οι Έλληνες καθώς ταξίδευαν στα τέλη του 9ου π.Χ. αιώνα στην ανατολική Μεσόγειο, πήραν το αλφάβητο των Φοινίκων, το πλούτισαν με φωνήεντα και το προσάρμοσαν στην ελληνική γλώσσα.

Η πραγματικότητα
Η θεωρία ότι το Αλφάβητο είναι εφεύρεση των Φοινίκων συντηρήθηκε εκτός των άλλων με το επιχείρημα ότι ορισμένα σύμβολα της φοινικικής γραφής μοιάζουν με τα αλφαβητικά γράμματα, π.χ. το φοινικικό Α (άλεφ) είναι αντεστραμμένο ή πλαγιαστό το ελληνικό Α κλπ. Το επιχείρημα αυτό φαινόταν ισχυρό μέχρι προ 100 ετών περίπου, όταν οι γλωσσολόγοι και οι ιστορικοί ισχυρίζονταν ακόμη ότι οι Ελληνες δεν εγνώριζαν γραφή προ του 800 π.Χ.! Γύρω στο 1900 όμως ο Αρθούρος Εβανς ανέσκαψε την ελληνική Μινωική Κρήτη και ανεκάλυψε τις ελληνικές Γραμμικές Γραφές, των οποίων σύμβολα ήταν ως σχήματα πανομοιότυπα προς τα 17 τουλάχιστον εκ των 24 γραμμάτων του ελληνικού Αλφαβήτου. Με δεδομένα α) ότι τα αρχαιότερα δείγματα των ελληνικών αυτών γραφών (Γραμμική Α και Β), που στη συνέχεια ανακαλύφθηκαν και στην Πύλο, στις Μυκήνες, στο Μενίδι, στη Θήβα, αλλά και βορειότερα, μέχρι τη γραμμή του Δούναβη και χρονολογήθηκαν τότε πριν από το 1500 π.Χ. και β) ότι οι Φοίνικες και η γραφή τους εμφανίζονται στην ιστορία όχι πριν το 1300 π.Χ. Ο Εβανς στο έργο του Scripta Minoa διετύπωσε, πρώτος αυτός, αμφιβολίες για την αλήθεια της θεωρίας ότι οι Ελληνες έλαβαν τη γραφή από τους Φοίνικες, εκφράζοντας ταυτόχρονα την επιστημονική υποψία ότι μάλλον συνέβη το αντίθετο: Οι Φοίνικες παρέλαβαν τη γραφή από τους Κρήτες αποίκους κατά τον 13ο αιώνα π.Χ. όταν αποίκησαν τις ακτές της Παλαιστίνης, ως Φιλισταίοι.
Περίπου την ίδια εποχή ο Ρενέ Ντυσσώ διατύπωσε μία ανάλογη άποψη: «Οι Φοίνικες είχον παραλάβει πρωϊμότατα το αλφάβητον παρά των Ελλήνων, οίτινες είχον διαμορφώσει τούτο εκ της Κρητομυκηναϊκής γραφής».
Για να το καταλάβουμε λοιπόν καλύτερα: η διαφορά είναι ότι το φοινικικό σύστημα παρέμεινε συλλαβάριο, όπως ακριβώς ΤΟ ΠΑΡΕΛΑΒΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ, ενώ η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ κατέληξε στο σημερινό γνωστό αλφαβητικό σύστημα γραφής, ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΗΛΑΔΗ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙΟ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ!
Οι αμφιβολίες για την μη προτεραιότητα των Φοινίκων έναντι των Ελλήνων στην ανακάλυψη της γραφής έγιναν βεβαιότητα, όταν ο καθηγητής Πωλ Φωρ, διεθνής αυθεντία της Προϊστορικής Αρχαιολογίας, δημοσίευσε στο αμερικάνικο αρχαιολογικό περιοδικό, εκδόσεως του Πανεπιστημίου της Ινδιάνας, Nestor (έτος 16ον,1989,σελ.2288) ανακοίνωση, στην οποία παραθέτει και αποκρυπτογραφεί πινακίδες ελληνικής Γραμμικής Γραφής, που βρέθηκαν σε ανασκαφές στο κυκλώπειο τείχος των Πιλικάτων της Ιθάκης και χρονολογήθηκαν με σύγχρονες μεθόδους στο 2700 π.Χ. Γλώσσα των πινακίδων είναι η Ελληνική και η αποκρυπτογράφηση του Φωρ απέδωσε φωνητικά το συλλαβικό κείμενο ως εξής: Α]RE-DA-TI. DA-MI-U-A-. A-TE-NA-KA-NA-RE(ija)-TE. Η φωνητική αυτή απόδοση μεταφράζεται, κατά τον Γάλλο καθηγητή πάντοτε :«Ιδού τι εγώ η Αρεδάτις δίδω εις την άνασσαν, την θεάν Ρέαν:100 αίγας, 10 πρόβατα, 3 χοίρους». Ετσι ο Φωρ απέδειξε, ότι οι Ελληνες έγραφαν και μιλούσαν ελληνικά τουλάχιστον 1400 χρόνια πριν από την εμφάνιση των Φοινίκων και της γραφής τους στην ιστορία.
Αλλά οι αρχαιολογικές ανασκαφές στον ελληνικό χώρο τα τελευταία χρόνια απέδωσαν και άλλες πολλές και μεγάλες εκπλήξεις: Οι Έλληνες έγραφαν όχι μόνο τις συλλαβικές Γραμμική Α και Β Γραφές τους αλλά και ένα είδος γραφής πανομοιότυπης με εκείνη του Αλφαβήτου τουλάχιστον από το 6000 π.Χ. Πράγματι στο Δισπηλιό, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, μέσα στα νερά της λίμνης της Καστοριάς, ο καθηγητής Γ. Χουρμουζιάδης ανεκάλυψε ενεπίγραφη πινακίδα με γραφή σχεδόν όμοια με την αλφαβητική, η οποία χρονολογήθηκε με τις σύγχρονες μεθόδους του ραδιενεργού άνθρακα (C14) και της οπτικής θερμοφωταύγειας στο 5250 π.Χ.
Όλοι οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς που αναφέρονται στο Αλφάβητο («Γράμματα», όπως το έλεγαν), το θεωρούν πανάρχαια ελληνική εφεύρεση (του Προμηθέα, του Παλαμήδη, του Λίνου κλπ.). Η θεωρία του «Φοινικικού» Αλφαβήτου πάντοτε στηριζόταν και στηρίζεται ακόμη από τους υποστηρικτές της σε μία εξαίρεση του κανόνα αυτού. Την εξαίρεση αυτή αποτελεί ένα απόσπασμα του Ηροδότου, που ο ίδιος παρουσιάζει ως προσωπική γνώμη του («ως εμοί δοκέει» = όπως μου φαίνεται…), την οποία σχημάτισε, όπως αναφέρει σε προηγούμενη παράγραφο, «αναπυνθανόμενος» (=παίρνοντας πληροφορίες από άλλους). Αλλά ας δούμε το κείμενο του Ηροδότου («Ιστορία, Ε 58″):
«58. Οι δε Φοίνικες ούτοι οι συν Κάδμω απικόμενοι τών ήσαν Γεφυραίοι άλλα τε πολλά οικήσαντες ταύτην την χώρην εισήγαγον διδασκάλια ες τους Έλληνας και δη και γράμματα, ουκ εόντα πριν Έλλησι ως εμοί δοκέει, πρώτα μεν τοίσι και άπαντες χρέωνται Φοίνικες· μετά δε χρόνου προβαίνοντος άμα τη φωνή μετέβαλλον και τον ρυθμόν των γραμμάτων».
[58.Οι δε Φοίνικες αυτοί, που μαζί με τον Κάδμο αφίχθησαν, εκ των οποίων και οι Γεφυραίοι, και σε πολλά άλλα μέρη κατοικήσαντες την χώραν αυτήν εισήγαγαν και τέχνες (νέες ή άγνωστες) στους Έλληνες και μάλιστα και (κάποια) γραφή, η οποία δεν ήταν γνωστή πριν στους Έλληνες, καθώς εγώ νομίζω, πρώτα αυτήν την γραφή την οποίαν και όλοι οι Φοίνικες μεταχειρίζονται· μετά όμως με την πάροδο του χρόνου (οι Φοίνικες) μετέβαλλαν μαζί με τη γλώσσα (τους) και το είδος αυτό της γραφής.]

Στο απόσπασμα αυτό το σημαντικότερο είναι, ότι στην κρίσιμη φράση («άμα τη φωνή μετέβαλλον και τον ρυθμόν των γραμμάτων») αποκαλύπτεται, ότι οι Φοίνικες-Γεφυραίοι, που πήγαν στην Βοιωτία με τον Κάδμο, έφεραν από την Φοινίκη κάποια γραφή τους, αλλά καθώς οι Φοίνικες άλλαξαν τη γλώσσα τους (έμαθαν πιά δηλαδή τα Ελληνικά), άλλαξαν και αυτή τη γραφή τους (έγραφαν πιά δηλαδή με την υπάρχουσα στη Βοιωτία πανάρχαια ελληνική γραφή). Στη δήλωση λοιπόν αυτή του Ηροδότου οι μεταφραστές δίνουν το νόημα, ότι οι ντόπιοι Ελληνες Βοιωτοί και όχι οι Φοίνικες μετανάστες άλλαξαν την δική τους γλώσσα και γραφή και υιοθέτησαν τη φοινικική!

Στην γενικά ασυνάρτητη αυτή αναφορά στον Αλφάβητο, όπως διασώθηκε, είναι προφανείς και οι παρεμβάσεις-αλλοιώσεις που ακολουθούν στο κείμενο και που διαπράχθηκαν άγνωστο από ποιούς και πότε. Αλλά ας δούμε την ύποπτη συνέχεια του κειμένου, όπως έφθασε σ’ εμάς:
«Περιοίκεον δε σφέας τα πολλά των χώρων τούτον τον χρόνον Ελλήνων Ίωνες οι παραλαβόντες διδαχή παρά των Φοινίκων τα γράμματα, μεταρυθμίσαντες σφέων ολίγα εχρέωντο, χρεώμενοι δε εφάτισαν, ώσπερ και το δίκαιον έφερε εισαγαγόντων Φοινίκων ες την Ελλάδα, Φοινίκηια κεκλήσθαι».
[Κατοικούσαν δε πέριξ αυτών (των Φοινίκων) στα περισσότερα μέρη κατ' εκείνο τον χρόνο (του Κάδμου) εκ των Ελλήνων Ίωνες, οι οποίοι παραλαβόντες διά της επαφής ή και διδασκαλίας παρά των Φοινίκων τη γραφή τους αλλάξαντες την μορφή της γραφής αυτών oλίγα μετεχειρίζοντο. Μεταχειριζόμενοι δε αυτά είπαν, καθώς ήταν δίκαιο, επειδή τα εισήγαγαν στην Ελλάδα Φοίνικες, να ονομάζωνται Φοινικά.]

Η αναφορά αυτή, κατά των Η. Τσατσόμοιρο («Δαυλός», τ.118), ότι δηλαδή εκ των Ελλήνων οι Ιωνες οι κατοικούντες πέριξ των Φοινίκων παρέλαβαν τη Φοινικική γραφή και λίγα γράμματά της μεταχειρίζονταν, αφού τα τροποποίησαν, και χάριν του δικαίου, επειδή οι Φοίνικες τα εισήγαγαν στη Ελλάδα, τα ωνόμασαν Φοινικικά, αποτελεί κραυγαλέα αντίφαση και συνεπώς πρόκειται για πλαστή υποπαράγραφο, δήθεν επεξηγηματική, η οποία σκοπεύει να καταστήση αβαρή την προηγηθείσα πληροφορία «άμα τη φωνή μετέβαλλον και τον ρυθμόν των γραμμάτων». Και όμως η «Φοινικική Θεωρία» θεμελιώθηκε εξ ολοκλήρου και συντηρείται πάνω στο θεμέλιο της προφανούς αυτής πλαστογραφίας.

Η «Φοινικική Θεωρία» καθιερώθηκε στην Ευρώπη σε μία εποχή που, όπως γράφει ο διαπρεπής σύγχρονος Αγγλος κλασσικός φιλόλογος S.G.Rembroke («The Legacy of Greece,εκδ. Oxford University Press,1984), «στους Φοίνικες γενικά εδίδετο ένας ρόλος ενδιαμέσων», που ξέφευγε από οιαδήποτε πληροφορία της ιστορίας, ένας ρόλος δηλαδή μεταφορέων της σοφίας και του πολιτισμού του περιουσίου λαού του Ισραήλ στους απολίτιστους λαούς και δη στους Ελληνες. Αυτά βέβαια είναι συγχωρητέα, αφού λέγοντας περί τα τέλη του Μεσαίωνα, οπότε ο θρησκευτικός φανατισμός και ο σκοταδισμός είχαν φθάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε να θέλουν την κόρη του Αγαμέμνονος Ιφιγένεια ως κόρη του Ιεφθά, τον Δευκαλίωνα ως Νώε, τον Απι ως σύμβουλο του Ιωσήφ, τον Απόλλωνα, τον Πρίαμο, τον Τειρεσία και τον Ορφέα ως διαστροφές του Μωυσή, την ιστορία των Αργοναυτών ως διάβαση των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο στην Παλαιστίνη και άλλα πολλά παρόμοια. Αυτές τις επισημάνσεις τις κάνει ο Rembroke.

Και καταλήγουμε εμείς: Τότε ο Ελληνισμός, ευρισκόμενος από άποψη εθνικής αυτοσυνειδησίας σε κωματώδη πνευματική κατάσταση και από άποψη ιστορικής αυτογνωσίας σε αφασία, ήταν εντελώς ανίκανος να υπερασπισθή την ιστορία του και τον πολιτισμό του, και γι’ αυτό δεν αντιδρούσε και δεν μπορούσε να αντιδράσει. Σήμερα με την ανοχή ή και τη συνηγορία μας μας κάνουν τη γλώσσα μας «Ινδοευρωπαϊκή», τη γραφή μας «φοινικική», την Αθηνά μας και τον Σωκράτη μας «μαύρους» και τον πολιτισμό μας «αφρικανικό». Τώρα άραγε σε ποια πνευματική κατάσταση βρισκόμαστε;

Το πυρωμένο βέλος της ψυχής

Η ψυχή του κάθε ανθρώπου είναι πολυταξιδεμένη με χιλιάδες χρόνια προϋπηρεσία και γνώσεις αμέτρητες.

 Η διαδικασία της ανέλιξης της ψυχής είναι η εκπαίδευσή της. Όμως για την εκπαίδευσή της η ψυχή έχει ανάγκη από ένα σώμα. Ένα σώμα που θα την βοηθήσει να κάνει την μαθητεία της με τρόπο τέτοιο που να φτάσει τελικά αυτό το στάδιο της Θέωσης.

Το σώμα λοιπόν κάθε ανθρώπου είναι το τόξο και η ψυχή το βέλος. Η τοξοβολία ως άθληση μας διδάσκει ότι για να φύγει το βέλος όσο πιο μακριά, εμείς οφείλουμε να τραβήξουμε το κορδόνι του τόξου όσο περισσότερο μπορούμε. Επίσης το βέλος θέλουμε να φτάσει τον στόχο που εμείς έχουμε ορίσει, ως εξάσκηση μας.

Ως προς εμάς λοιπόν είπαμε ότι το σώμα μας είναι το τόξο, το βέλος μας είναι η ψυχή και το κορδόνι μας είναι το εγώ. Τρεις ομόκεντροι στόχοι οι οποίοι δημιουργούν την φλόγα του στόχου.

Εμείς αυτό που οφείλουμε να κάνουμε είναι να πυρώσουμε την ψυχή μας για να γίνει το βέλος μας δυνατό και ισχυρό έτσι ώστε να φτάσει την φλόγα του Πατέρα μας. Να ενωθεί το πυρωμένο βέλος, για να σταματήσει το πεπρωμένο, με την φλόγα. Εκεί το ταξίδι της ψυχής έχει ολοκληρωθεί.
Για να πετύχουμε όμως αυτό το κομμάτι αυτό που θα κάνουμε είναι να κάνουμε το εγώ μας όσο πίσω μπορούμε. Να το τραβήξουμε δηλαδή πίσω. Δηλαδή το εγώ να κάνει τον χώρο που χρειάζεται η ψυχή – βέλος για να μπορέσει να ελευθερωθεί απόλυτα.

Πάντα η ψυχή ελευθερώνεται, αφού γνωρίζουμε πολύ καλά όλοι μας τη διαδικασία του θανάτου. Όμως με τη δύναμη φεύγει αυτό το βέλος ? Μέχρι ποιο σημείο φτάνει ? Αφού το εγώ του κάθε ανθρώπου δεν επιτρέπει στο βέλος- ψυχή να πάρει την ανάλογη φόρα που του χρειάζεται ? Μήπως τελικά η ψυχή παραμένει σε χαμηλά δονητικά επίπεδα ? Μήπως αυτό εξαναγκάζει την ψυχή να πάρει δραστικά μέσα ως προς το σώμα ? Έτσι η ψυχή είναι αναγκασμένη να δημιουργήσει ανάλογες προυποθέσεις για το σώμα που θα κατοικήσει και να βοηθηθεί μέσα από μία αναπηρία, μέσα από μία ασθένεια, μέσα από ένα ατύχημα ? Μήπως μέσα από αυτή τη διαδρομή η ψυχή αναβαθμίζει όχι μόνο τον εαυτό της αλλά και όλο το οικείο περιβάλλον της ?

Ναι λοιπόν το σώμα μας, είναι απλώς ένας συνεργάτης της ψυχής μας και τίποτε άλλο. Η ψυχή έχει πάντα προτεραιότητα και έτσι όταν η ψυχή αντιληφθεί ότι μας έχει απορροφήσει το σώμα μας μέσα από το εγώ, τότε θα αναλάβει μέσα από τέτοιες καταστάσεις να μας συνετίσει. Η ψυχή είναι ο «αρχηγός», εκείνη επέλεξε το σώμα μας αλλά και τον τόπο και τον χρόνο της γέννησής μας. Έτσι όταν δει ότι το εγώ που έχει δημιουργηθεί της είναι εμπόδιο για την ανέλιξή της, θα αρχίσει να το προειδοποιεί και να το προετοιμάζει με διάφορα, στην αρχή με μικρές ασθένειες. Η ψυχή περιμένει πάντα την μεταστροφή μας προς αυτήν και την υπακοή μας ως προς την αναζήτηση μας σε μία ερώτηση κλειδί «τι ήρθα να κάνω εδώ, ως γέννηση» ? Οπότε η ψυχή όταν βλέπει ότι το εγώ πάλι θα την κάνει να χάσει το έδαφος και ότι το βέλος της θα πέσει πάλι σε χαμηλά επίπεδα. Να αρχίσουμε την εσωέρευνα. Μία έρευνα που θα μας οδηγήσει, αν ακολουθήσουμε τα εσωτερικά μας μονοπάτια, στο στάδιο της απόλυτης εγκατάλειψης του εγώ.
Τότε το σώμα αναβαθμίζεται από την ψυχή και τότε το βέλος αυτό αρχίζει να πυρακτώνεται. Τότε βλέπει τον στόχο ο οποίος της ανοίγεται Αγγελικά μπροστά της.

Η πυρακτωμένη πια ψυχή ανεβαίνει στους Ουρανούς και παίρνει στα χέρια της το αρχικό της σχέδιο, που δεν είναι άλλο από τα ενεργοποιημένα Δώρα και έτσι αυτή η ψυχή τα Δώρα αυτά τα αξιοποιεί με σκοπό να δείξει και στις άλλες ψυχές δίπλα της πως πυρακτώνουμε το βέλος μας. Μέχρι ποιο σημείο οφείλουμε να εγκαταλείψουμε το εγώ μας. Σε τι τραγωδίες μας έχει φέρει το εγώ μας, πόσο μας έχει κάνει να υποφέρουμε.

Άρα το σώμα του κάθε ένα από μας είναι το όχημα της ψυχής μας, άρα το σώμα μας είναι ο συνεργάτης της ψυχής μας. Ένας συνεργάτης που είτε θα πουλήσει την ψυχή μας στον «έξω από δω» είτε να γίνει ο λόγος να έχουμε την μεγαλύτερη ανέλιξη μας. Η επιλογή είναι στο χέρι του κάθε ενός. Είτε θα αφήσει το κορδόνι του- εγώ του στη θέση του, άρα το τόξο θα πέσει πάλι σε χαμηλά επίπεδα, είτε θα τραβήξει πίσω το εγώ όσο περισσότερο μπορεί για να καταφέρει αυτή τη φορά τον στόχο της.

ΟΛΙΓΑ ΤΙΝΑ ΠΕΡΙ ΠΑΡΘΕΝΙΑΣ, ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ

Η επικράτηση του Χριστιανισμού κατάφερε να περάσει την αντίληψη στους πιστούς ότι δεν πρέπει να τους απασχολούν οι χαρές της ζωής σε αυτόν τον κόσμο, αλλά να φροντίζουν για την ζωή μετά θάνατον γιατί έτσι θα μπορούν, αν τηρούν τους κανόνες που έβαλε το ιερατείο , να έχουν εισιτήριο με απρόσκοπτη είσοδο και αιώνια παραμονή στον Παράδεισο.

Έτσι η νέα θρησκεία δεν ενοχλούσε την κοσμική εξουσία, με αποτέλεσμα οι άρχοντες, οι Δεσπότες εκκλησιαστικοί και κοσμικοί , οι Βασιλείς και όλοι οι προύχοντες να την περνάνε κοτσάνι και το πόπολο να περιμένει να πεθάνει, μετά από μια ζωή στερήσεις πάσης φύσεως, για να περάσει καλά στον Παράδεισο.

Για να το πετύχει αυτό το ιερατείο έπρεπε να βάλει κανόνες που να αντίκεινται στην ανθρώπινη φύση, που δύσκολα εκ των πραγμάτων τηρούνται, και έτσι με την μη τήρηση τους ο άνθρωπος να αισθάνεται πάντα ένοχος και να έχει ανάγκη του να μεσολαβήσει προς τον Θεό να συγχωρήσει τον ένοχο μπας και καταφέρει να περάσει τις πύλες του Παραδείσου.

Έτσι στην Δύση έφτασαν στις γελοιότητες με τα συγχωροχάρτια.
Με αυτούς τους κανόνες λοιπόν ο άνθρωπος αντί να απολαμβάνει μετά ένα καλό φαΐ ένα καλό γαμήσι ο Χριστιανισμός του έβαλε και στα δύο αυστηρούς κανόνες.

Να λοιπόν οι νηστείες για ψύλλου πήδημα αλλά και πήδημα υπό προϋποθέσεις.!

Σαν υπέρτατη δε αρετή αναγορεύτηκε η παρθενία με προεξάρχουσα μορφή την Παναγία η οποία παρά την εγκυμοσύνη και τον τοκετό παρέμεινε Αειπάρθενος!

Εκτός δε από την Παναγία παρθένος ήταν και η Ελισάβετ που γέννησε τον ξάδελφο του Χριστού τον Πρόδρομο.!

Ο Άγιος δε Χρυσόστομος έλεγε ότι σε σχέση με τον γάμο η παρθενία κατέχει τα πρωτεία και την προεδρία, συμπληρώνοντας ευτυχώς, αν αυτή συμβαδίζει με την αγάπη προς τον πλησίον.

Αλίμονο δε στην γυναίκα που δεν ήταν παρθένος στο γάμο της.

Το Δευτερονόμιο (22:20,22:21) είναι αποκαλυπτικό τι την περίμενε την κακομοίρα :
..και μη ευρεθή παρθενία τη νεάνιδι και εξάγουσιν την νεάνιν επί τας θύρας οίκου πατρός αυτής και λιθοβολήσουσιν αυτήν οι άνδρες της πόλεως αυτής εν λίθοις και αποθανείται…

έθιμο που έχει διατηρηθεί ακόμη σε υποανάπτυκτες μουσουλμανικές χώρες.
Η δε κοσμική εξουσία δεν είχε καμία αντίρρηση με μία θρησκεία που οδηγούσε πλήθη στον μοναχισμό που βασικές του αρχές ήσαν ακτημοσύνη, παρθενία και υπακοή.

Χαρακτηριστική δε της ιδεοληψίας με την παρθενία είναι η συμφωνία που έκανε ο Άγιος Κόνων με την σύζυγο του ότι θα ζουν χωρίς σχέσεις μεταξύ τους δηλαδή σαν αδέλφια!

Γενικά η παρθενία είχε τελείως διαφορετική αντιμετώπιση ανάλογα με την κοινωνία που ζούσε η γυναίκα.

Ο Άραβας Γεωγράφος El Bekri περί το 1000 μχ αναφέρει ότι οι Σλάβοι θεωρούν ντροπή η γυναίκα να βρεθεί παρθένος στον γάμο της γιατί αυτό σημαίνει ότι δεν βρέθηκε μέχρι τότε κανείς να την διακορεύσει άρα δεν αξίζει ! (εδώ που τα λέμε δεν είχαν και άδικο!)

Το ίδιο πίστευαν και οι Ινδιάνοι του Κουϊτο οι οποίοι δεν διάλεγαν ποτέ μια παρθένα για να παντρευτούν γιατί θεωρούσαν ότι εκείνη που δεν έχει γνωρίσει άλλους άνδρες δεν μπορεί να έχει τίποτα το ελκυστικό

Στη φυλή των Καμτσαντέλ η μητέρα της νύφης επικρίνεται αν ο σύζυγος ανακαλύψει ότι το κορίτσι είναι παρθένα.

Στην Ινδία, οι Τόντος θεωρούσαν απαραίτητο να διακορεύονται τα κορίτσια πριν από την εφηβεία.

Στο αρχαίο Περού η διακόρευση γινόταν τελετουργικά από την μητέρα του η άλλη ηλικιωμένη γυναίκα πριν το γάμο.

Στις Σαμόες γινόταν δημόσια και τελετουργικά από τον γαμπρό η και από τον αρχηγό της φυλής με δύο δάχτυλα του δεξιού χεριού που τα σήκωνε μετά ψηλά για να δουν το αίμα.

Είναι αντίστοιχο με τα σεντόνια που άπλωναν στα μπαλκόνια στα χωριά μας μετά το γάμο. (Μετά ήρθε η τηλεόραση και είχαν τι να δουν και να ασχοληθούν !)
Στις νήσους Μαρκίζες με ένα γνέψιμο του γαμπρού περνάγανε από την νύφη σχηματίζοντας ουρά όλοι οι παρευρισκόμενοι άνδρες.! (Δεν ξέρω αν μετά η νύφη τους έβαζε βαθμολογία!)

Πάντως και στην αρχαιότητα η επαφή με άλλους άνδρες ήταν υποχρεωτική μέσα στα πλαίσια των θρησκευτικών καθηκόντων .

Όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος στην αρχαία Βαβυλώνα, κάθε γυναίκα ήταν υποχρεωμένη μια φορά στην ζωή της να πάει στο ναό της Μυλλίτης (ήταν η Αφροδίτη των Ασσυρίων) και να προσφέρει το σώμα της στον πρώτο τυχόντα με οποιοδήποτε αντάλλαγμα.

Αυτό γινόταν και σε άλλους ναούς της Αφροδίτης στην Αίγυπτο, την Αφρική, την Έφεσο την Ελλάδα την Ρώμη κτλ.

Το ίδιο γινόταν και στην Κύπρο ,όπως λέει ο Στράβων, στην οποία οι νέες πορεύονταν προς την θάλασσα και προσέφεραν την παρθενία τους σε ξένους και τα λεφτά τα κατέθεταν στον ναό της Αφροδίτης(πάντα το ιερατείο τα κονόμαγε από όλες τις μεριές!)

Στην εποχή μας σε έρευνα της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ και του SIGMA DOS το 1993 το 65,4% προτιμά την σεξουαλική εμπειρία ενώ μόνο το 4,3% τάχτηκε υπέρ της παρθενίας. Το ωραίο είναι ότι υπέρ της παρθενίας ήταν 3πλάσιοι άνδρες από γυναίκες.

Το υψηλότερο ποσοστό 8,4% απαντάται στις ηλικίες 25-29 ετών (!) και ακολουθούν οι 40-49 ετών με 5,1% .Ευτυχώς στις ηλικίες 14-24 το ποσοστό είναι ελάχιστο 2,2%

Ευτυχώς που στην εποχή μας και στη χώρα μας όλες αυτές οι δοξασίες περί παρθενίας έχουν ουσιαστικά εκλείψει και έτσι οι γυναίκες δεν αναγκάζονται να καταφύγουν στην κοροϊδία των αφελών ανδρών που ήθελαν παρθένο νύφη και αναγκαζόντουσαν να καταφεύγουν στην διενέργεια παρθενορραφής.

Προπολεμικά ήταν μια συνήθης μικροεπέμβαση που γινόταν με δύο τρόπους.

Εάν γινόταν πριν το γάμο με ένα ράμμα στένευε ο κόλπος οπότε με την επαφή σχιζόταν για να ανοίξει και προκαλούσε αιμόρροια και έτσι ο γαμπρός έμενε ευχαριστημένος που πήρε αμεταχείριστο πράγμα! Η μόνη προσοχή που χρειαζόταν ήταν να μην βρει το ράμμα με τον κόμπο στο σεντόνι και μυριστεί την ιστορία.

Η μόνιμη παρθενορραφή γινόταν για να ξαναγίνει παρθένος η γυναίκα που στο μέλλον επρόκειτο η έλπιζε να παντρευτεί.

Μπροστά από τα μύρτα (που είναι τα υπολείμματα του ενδόξως προυπάρξαντος παρθενικού υμένος) γινόταν στην μέσα περιοχή των δύο χειλέων μια μικρή τριγωνική αφαίρεση ιστού και μετά ραβόταν το δεξί με το αριστερό μέρος με αποτέλεσμα να στενεύει η είσοδος του κόλπου.

Βέβαια μερικές φορές το στένεμα ήταν αρκετό όπότε ο περήφανος σύζυγος πήγαινε την άσπιλο και αμόλυντο γυναίκα του στον γιατρό που την είχε ράψει για να την ανοίξει!

Ηθικόν δίδαγμα λοιπόν από αυτό το πόστ για τους άνδρες είναι μην προσπαθείτε να τα βγάλετε πέρα με την γυναικεία πονηριά και μην ψάχνετε για παρθένες, άλλωστε και καρπούζι να πάρεις το δοκιμάζεις με το μαχαίρι προηγουμένως!

Σχόλιο

Να τα πάρουμε με τη σειρά. α) Δεν έθεσε ο Χριστιανισμός πρώτος την αρχή της ελπίδας του Παραδείσου. Με τον ένα ή άλλο τρόπο αυτά λέγονταν από όλους τους ιδεαλιστές φιλοσόφους και ιδιαίτερα τον 1ο αι. π.Χ. η ιδέα ενός παραδείσου είχε πια κυριαρχήσει στη σκέψη των ανθρώπων. Εκείνη την εποχή (κυρίως Α΄ και Β΄αι. μ.Χ.) ήταν έντονο το αντιχριστιανικό φιλοσοφικό κίνημα που μιλούσε για Παράδεισο και για υποδειγματικό τρόπο ζωής (ακόμα και παρθενίας). Έτσι, ο Χριστιανισμός -οι Πατέρες και ο Παύλος με τον Ιωάννη- απλά εμφύτευσαν αυτές τις φιλοσοφικές αντιλήψεις στο νέο ιδεολογικό-θρησκευτικό κίνημα. Αργότερα, δογματοποιήθηκε, βέβαια, και μας έφερε πίσω κάτι αιώνες.

β) Νηστεία υπήρχε πάντα. βλ. αποκρέω(=carno-avalis=>carnavalis, = αποχή από κρέας) για το τέλος του χειμώνα και την έναρξη της άνοιξης (μέσα-τέλη Μαρτίου).

γ) Η δε παρθενία ήταν σημαντικότατη στα Αρχαία Χρόνια. Ήδη το γνωρίζουμε από τον Όμηρο και μέσα από μύθους (βλ. στο διηγήμά μου την Ηρώ και το Λέανδρο). Βέβαια, μοιάζει να μην απασχολει τους Έλληνες που αχόραταγα επιδίδονταν σε "ακολασίες" με δούλες και πόρνες στα συμπόσια. Αυτά που προτείνεις ίσχυαν σε λίγες περιπτώσεις και είναι ανεπιβεβαίωτες ιστορικά (ως αντιλήψεις για την Ελλάδα).

Η παρθενία είχε σημαντική θέση, λοιπόν, και στην ελληνική αντίληψη και στην αραβική και στην εβραϊκή. Μοιάζει να μην απασοχλούσε μόνο τους Αιγυπτίους, αλλά και πάλι τίθεται αμφιβολία. Σε πολλές λαότητες (φυλογεννητικό στάδιο) με μία ελεύθερη σεξουαλικότητα η παρθενία σήμαινε όντως ότι η γυναίκα ήταν ανίκανη να συνυπάρχει στη φυλή. Και στην Αφρική εντοπίστηκαν φυλές που τις ξεπαρθένιαζαν με φαλλό σε ιεροτελεστία στα 8-10 τους. Και βέβαια στο φυλογεννητικό πρωτόγονο στάδιο (Ινδιάνοι) το έκαναν μπροστά σε όλη την οικογένεια.

Η παρθενία ήταν ένα αντιληπτικό σχήμα προκειμένου να ιδεολογικοποιηθεί η σχέση με έφηβες (με τις οποίες από τη νεολιθική εποχή συνουσιάζονταν) για τεκτοποίηση λόγω και του μικρού ευδόκιμου ζωής. Ωστόσο, με τον καιρό το ιδεολογικό ζήτημα έγινε ταυτόσημα της φαλλοκρατικής κοινωνίας και λειτουργούσε πάντα σεξιστικά. Η ελευθερία της γυναίκας είναι αναμφισβήτητη, όπως προτείνεις κι εσύ, να διευθετεί το σώμα της όπως επιθυμεί (σεξουαλικά, άμβλωση κλπ).