Η πορεία του Απολλωνίου αρχίζει, συμβολικά, με τη σιωπή. Πριν από τα μεγάλα ταξίδια υπάρχουν τα χρόνια της πειθαρχίας, της εγκράτειας και της εσωτερικής άσκησης. Η σιωπή, για τον μυστικιστή, είναι η πρώτη πύλη της γνώσης. Ο άνθρωπος που δεν μπορεί να σωπάσει δεν μπορεί να ακούσει και εκείνος που δεν μπορεί να ακούσει δεν μπορεί να γνωρίσει. Όσο ο νους είναι γεμάτος από επιθυμίες, φόβους, φιλοδοξίες, κρίσεις και αδιάκοπες εσωτερικές φωνές, η πραγματικότητα παραμένει κρυμμένη κάτω από τον θόρυβο.
Η ασκητική ζωή του Απολλωνίου μπορεί να ιδωθεί ως μια προσπάθεια να αποκατασταθεί η εσωτερική αρμονία. Στην εσωτερική παράδοση το σώμα δεν είναι απλώς ένα άχρηστο περίβλημα της ψυχής. Είναι το πρώτο εργαστήριο μέσα στο οποίο ο άνθρωπος εργάζεται επάνω στον εαυτό του. Η τροφή, η εγκράτεια, η πειθαρχία, η σχέση με τις αισθήσεις, η αποφυγή της υπερβολής και η καλλιέργεια της αυτοκυριαρχίας γίνονται τρόποι με τους οποίους η ψυχή προσπαθεί να εναρμονίσει το χάος της. Ο άνθρωπος είναι, κατά κάποιον τρόπο, ακατέργαστος λίθος. Η πνευματική άσκηση δεν προσθέτει πάντοτε κάτι καινούργιο, συχνά αφαιρεί. Αφαιρεί τον θυμό, την απληστία, την αλαζονεία, την υπερβολική προσκόλληση, την ανάγκη να κυριαρχεί πάνω στους άλλους. Όπως ο γλύπτης απομακρύνει το περιττό από την πέτρα μέχρι να αποκαλυφθεί η μορφή που κρυβόταν μέσα της, έτσι και ο ασκητής προσπαθεί να απομακρύνει από τον εαυτό του ό,τι εμποδίζει την αληθινή του φύση να φανερωθεί.
Και τότε αρχίζει το ταξίδι. Σύμφωνα με την παράδοση που διασώζει ο Φιλόστρατος, ο Απολλώνιος ταξίδεψε προς την Ανατολή, πέρασε από τη Μεσοποταμία και τη Βαβυλώνα και έφτασε μέχρι την Ινδία, όπου συνάντησε σοφούς και γυμνοσοφιστές. Αυτά τα ταξίδια μπορούν να διαβαστούν όχι μόνο ως γεωγραφική περιπλάνηση αλλά ως εικόνα μιας εσωτερικής αναζήτησης. Ο άνθρωπος που αναζητά πραγματικά τη σοφία πρέπει κάποια στιγμή να εγκαταλείψει τον περιορισμένο κόσμο στον οποίο έχει συνηθίσει να σκέφτεται. Όσο μένει μέσα στα όρια του γνωστού, υπάρχει ο κίνδυνος να συγχέει την αλήθεια με τη συνήθεια. Το ταξίδι προς την Ανατολή γίνεται έτσι ταξίδι προς το άγνωστο, και το άγνωστο είναι ένας από τους μεγαλύτερους δασκάλους της ανθρώπινης ψυχής. Όταν αλλάζει η γλώσσα, οι θεοί, τα έθιμα και οι αντιλήψεις των ανθρώπων, ο ταξιδιώτης αναγκάζεται να ρωτήσει ξανά ποιος είναι και τι πραγματικά πιστεύει. Εκεί όπου συναντά κάτι που δεν του μοιάζει, δοκιμάζεται η πνευματική του ελευθερία. Αν αναζητά πραγματικά την αλήθεια, πρέπει να μπορεί να την αναγνωρίσει ακόμη και όταν εμφανίζεται με μορφή διαφορετική από αυτήν που περίμενε.
Η Βαβυλώνα, μέσα σε αυτή την εσωτερική ανάγνωση, γίνεται η πύλη ανάμεσα στον γνωστό και τον άγνωστο κόσμο. Εκεί ο Απολλώνιος συναντά ανθρώπους που εκπροσωπούν διαφορετικές μορφές γνώσης, θρησκευτικότητας και σοφίας. Ο αναζητητής έρχεται αντιμέτωπος με ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα της πνευματικής ζωής: πώς ξεχωρίζει κανείς την αληθινή σοφία από την επίδειξη της σοφίας; Υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν αδιάκοπα για μυστήρια χωρίς να έχουν γνωρίσει ποτέ το βάθος τους, όπως υπάρχουν και άνθρωποι που έχουν γνωρίσει κάτι ουσιαστικό και γι' αυτό ακριβώς δεν αισθάνονται την ανάγκη να το επιδεικνύουν. Η αληθινή γνώση δεν μετριέται από τον αριθμό των μυστικών που κάποιος γνωρίζει αλλά από τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα μυστικά μεταμορφώνουν τη ζωή του. Ο σοφός δεν είναι εκείνος που μπορεί να πει περισσότερα για το Θείο, είναι εκείνος που χρειάζεται λιγότερο να μιλήσει γι' αυτό.
Η Ινδία, μέσα στην αφήγηση του Φιλοστράτου, αποκτά ακόμη πιο έντονο συμβολικό χαρακτήρα. Ο Απολλώνιος φτάνει στα όρια του γνωστού κόσμου και συναντά ανθρώπους που παρουσιάζονται ως φορείς μιας αρχαίας σοφίας και μιας ζωής αφιερωμένης στην εσωτερική άσκηση. Ανεξάρτητα από το πόσο ιστορικά ακριβής είναι κάθε λεπτομέρεια αυτής της παράδοσης, η εικόνα έχει ένα βαθύ νόημα: ο αναζητητής πρέπει να ταξιδέψει τόσο μακριά ώστε να χάσει την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος του είναι ολόκληρος ο κόσμος. Η πραγματική γνώση αρχίζει όταν ο άνθρωπος καταλαβαίνει ότι δεν γνωρίζει. Το ταξίδι δεν αλλάζει κάποιον απλώς επειδή του προσφέρει νέες εικόνες και νέους τόπους. Τον αλλάζει όταν ο παλιός του εαυτός δεν μπορεί πλέον να επιστρέψει όπως ήταν. Κάθε πραγματικό ταξίδι αφήνει κάτι πίσω του. Ο άνθρωπος που περνά μέσα από την έρημο πρέπει να αφήσει κάτι στην άμμο, εκείνος που ανεβαίνει στο βουνό πρέπει να αφήσει πίσω του ένα βάρος, και εκείνος που πλησιάζει το μυστήριο πρέπει να εγκαταλείψει την αλαζονεία ότι ήδη γνωρίζει την αλήθεια.
Γι' αυτό ίσως το βαθύτερο νόημα των ταξιδιών του Απολλωνίου βρίσκεται σε μία απλή αλλά δύσκολη ιδέα: δεν ταξιδεύεις για να βρεις έναν άλλο κόσμο, αλλά για να χάσεις τον παλιό σου κόσμο. Το εξωτερικό ταξίδι γίνεται καθρέφτης του εσωτερικού. Η Βαβυλώνα γίνεται ο λαβύρινθος της ανθρώπινης γνώσης, η Ινδία γίνεται το βουνό της εσωτερικής αναζήτησης, η έρημος γίνεται η κατάσταση εκείνη στην οποία ο άνθρωπος μένει χωρίς τα στηρίγματα που θεωρούσε απαραίτητα και κάθε ξένος τόπος γίνεται μια δοκιμασία της ταυτότητάς του. Ο ταξιδιώτης ανακαλύπτει ότι οι περισσότεροι περιορισμοί δεν βρίσκονται στους δρόμους αλλά μέσα στη συνείδηση.
Και ύστερα έρχονται τα θαύματα. Η παράδοση αποδίδει στον Απολλώνιο θεραπείες, προφητικές γνώσεις, παρεμβάσεις σε παράξενα γεγονότα και άλλες πράξεις που ξεπερνούν τα όρια της συνηθισμένης ανθρώπινης εμπειρίας. Εδώ όμως χρειάζεται διάκριση. Δεν γνωρίζουμε ιστορικά ότι όλα αυτά συνέβησαν όπως περιγράφονται και οι θαυμαστές ιστορίες αποτελούν μέρος μιας βιογραφικής παράδοσης που διαμορφώθηκε γύρω από τη μορφή του. Ωστόσο, ο μυστικισμός δεν χρειάζεται να απορρίψει τον συμβολισμό του θαύματος. Μπορεί να το διαβάσει σε ένα βαθύτερο επίπεδο. Το θαύμα δεν είναι απαραίτητα μόνο η παραβίαση της φυσικής τάξης. Μπορεί να είναι η αποκατάσταση μιας εσωτερικής τάξης που είχε χαθεί.
Ποιο είναι, άραγε, το μεγαλύτερο θαύμα; Να θεραπεύσει κανείς ένα σώμα ή να ξαναδώσει σε έναν άνθρωπο την επιθυμία να ζήσει; Να διώξει έναν δαίμονα ή να βοηθήσει έναν άνθρωπο να απελευθερωθεί από το μίσος, τον φόβο και την εμμονή που έχουν γίνει οι εσωτερικοί του δυνάστες; Να γνωρίζει κανείς το μέλλον ή να μάθει να κατοικεί τόσο βαθιά στο παρόν ώστε να μη θυσιάζει τη ζωή του σε φόβους για πράγματα που δεν έχουν ακόμη συμβεί; Από αυτή την άποψη, το πραγματικό θαύμα είναι η μεταμόρφωση της συνείδησης. Ο νεκρός που επιστρέφει στη ζωή μπορεί να γίνει σύμβολο του ανθρώπου που είχε πεθάνει πνευματικά και ξαναβρίσκει μέσα του το φως. Ο άρρωστος που θεραπεύεται μπορεί να γίνει εικόνα του ανθρώπου που επαναφέρει την αρμονία στην ψυχή του. Ο δαίμονας μπορεί να συμβολίζει ένα πάθος που έχει γίνει κύριος του ανθρώπου, ενώ η απελευθέρωση από αυτόν μπορεί να σημαίνει την επιστροφή της συνείδησης στην αυτοκυριαρχία.
Έτσι, στην ερμητική ανάγνωση, το μεγαλύτερο θαύμα δεν είναι να υπερβεί κανείς τη φύση αλλά να αποκαταστήσει την αρμονία μέσα στη φύση του. Ο άνθρωπος συνήθως ζητά δύναμη για να επιβληθεί στον κόσμο. Ο ασκητής ζητά δύναμη για να μην είναι δούλος του ίδιου του εαυτού του. Ο άνθρωπος θέλει να κυριαρχήσει πάνω στους άλλους, ενώ ο μύστης προσπαθεί πρώτα να κυριαρχήσει πάνω στον θυμό, στον φόβο, στην επιθυμία και στη ματαιοδοξία του. Ο άνθρωπος που δεν μπορεί να κυβερνήσει τον εαυτό του δεν είναι πραγματικά ελεύθερος, ακόμη κι αν έχει εξουσία πάνω σε ολόκληρο τον κόσμο. Αντίθετα, εκείνος που έχει αποκτήσει εσωτερική αυτοκυριαρχία μπορεί να παραμένει ελεύθερος ακόμη και όταν δεν έχει τίποτε άλλο.
Η σχέση του Απολλωνίου με βασιλείς και ισχυρούς ανθρώπους αποκτά έτσι ένα ιδιαίτερο νόημα. Η σοφία, όταν συναντά την εξουσία, δοκιμάζεται. Υποτάσσεται ή παραμένει ανεξάρτητη; Κολακεύει ή λέει την αλήθεια; Αναζητά προστασία ή προσπαθεί να προστατεύσει την αλήθεια από τη δύναμη; Ο σοφός δεν χρειάζεται να γίνει βασιλιάς. Χρειάζεται να μην γίνει υπηρέτης της βασιλικής ματαιοδοξίας. Η δύναμη χωρίς σοφία γίνεται βία, ενώ η σοφία χωρίς θάρρος γίνεται απλή διακόσμηση. Το έργο του φιλοσόφου είναι να θυμίζει ακόμη και στον ισχυρό ότι υπάρχει κάτι ανώτερο από την ανθρώπινη εξουσία: η τάξη, η δικαιοσύνη, το μέτρο και το αγαθό.
Και όμως, όσο περισσότερο προχωρά ο άνθρωπος στον δρόμο της εσωτερικής αναζήτησης, τόσο περισσότερο συναντά τη μοναξιά. Ο δάσκαλος μπορεί να δείξει την πύλη, αλλά κανείς δεν μπορεί να περάσει από αυτήν για λογαριασμό σου. Ο Απολλώνιος μπορεί να ταξιδέψει στην Ινδία, αλλά ο κάθε άνθρωπος πρέπει να ταξιδέψει μέσα στη δική του άγνοια. Μπορεί να συναντήσει σοφούς, αλλά κανένας σοφός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει για λογαριασμό του τις δικές του αδυναμίες. Μπορεί να επισκεφθεί ναούς, αλλά κάθε άνθρωπος πρέπει να αναρωτηθεί αν η δική του καρδιά είναι ναός ή αγορά. Αυτή είναι η μοναχική πλευρά της μύησης: κανείς δεν μπορεί να γίνει άνθρωπος στη θέση σου.
Ίσως μάλιστα το βαθύτερο βίωμα μιας τέτοιας πορείας να μην είναι μια αδιάκοπη κατάσταση έκστασης, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο αναζητητής μένει χωρίς τις βεβαιότητες που είχε. Είναι η νύχτα της ψυχής, η αμφιβολία, η απογύμνωση, η στιγμή που καταλαβαίνει ότι όλες οι εικόνες που είχε σχηματίσει για το Θείο ήταν δικές του εικόνες. Τότε ο άνθρωπος μένει μόνος απέναντι στο Άρρητο. Και εκεί αρχίζει η πραγματική μύηση, διότι το Απόλυτο δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο κατοχής. Δεν μπορεί να εγκλωβιστεί σε μια εικόνα, σε μια λέξη ή σε ένα σύστημα. Όσο ο άνθρωπος πιστεύει ότι έχει συλλάβει το Θείο μέσα σε μια έννοια, δεν έχει ακόμη καταλάβει το βάθος του μυστηρίου.
Ίσως γι' αυτό η σιωπή να είναι ανώτερη από τον λόγο. Όσο περισσότερα γνωρίζει κανείς για το Θείο, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί πόσο περιορισμένες είναι οι λέξεις. Η αληθινή γνώση δεν είναι η κατοχή μιας απάντησης· είναι η μεταμόρφωση εκείνου που ρωτά. Δεν είναι το «πώς θα αναγκάσω το Θείο να μου δώσει αυτό που θέλω», αλλά το «πώς θα γίνω εγώ τέτοιος ώστε η επιθυμία μου να εναρμονιστεί με το αγαθό». Δεν είναι το «πώς θα αποκτήσω δύναμη», αλλά το «πώς θα πάψω να είμαι δούλος των δυνάμεων που ήδη με κυβερνούν». Δεν είναι το «πώς θα γίνω υπερφυσικός», αλλά το «πώς θα γίνω ολοκληρωμένος άνθρωπος».
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο μυστήριο του Απολλωνίου. Δεν είναι ανάγκη να τον φανταστούμε ως έναν άνθρωπο που προσπάθησε να αποδείξει ότι κατείχε υπερφυσικές δυνάμεις. Μπορούμε να τον δούμε ως το αρχέτυπο του ανθρώπου που αφιερώνει τη ζωή του στην προσπάθεια να μεταμορφώσει τον εαυτό του. Ο πραγματικός μύστης δεν επιδιώκει να γίνει μεγαλύτερος από τους άλλους. Επιδιώκει να γίνει βαθύτερος από τον προηγούμενο εαυτό του. Δεν αναζητά την εξωτερική κυριαρχία αλλά την εσωτερική ελευθερία. Δεν θέλει να τον λατρεύουν, θέλει να καταλάβει. Και όσο περισσότερο καταλαβαίνει, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται πόσα ακόμη δεν γνωρίζει.
Γι' αυτό ο Απολλώνιος γίνεται αρχέτυπο του Οδοιπόρου. Ο Οδοιπόρος γνωρίζει ότι ο τελικός προορισμός δεν είναι τόπος αλλά κατάσταση συνείδησης. Η Ιθάκη δεν βρίσκεται μόνο στο τέλος του ταξιδιού αλλά στον τρόπο με τον οποίο περπατάς. Η Ανατολή δεν είναι μόνο ένας γεωγραφικός ορίζοντας αλλά το σύμβολο του φωτός που αναζητά η ψυχή. Η έρημος δεν είναι μόνο ένας τόπος χωρίς νερό αλλά η εσωτερική περιοχή όπου ο άνθρωπος στερείται όλα τα εξωτερικά στηρίγματα και αναγκάζεται να συναντήσει τον εαυτό του. Το βουνό δεν είναι μόνο πέτρα και γη, είναι η ανάβαση από το κατώτερο στο ανώτερο, από την επιθυμία στη συνείδηση, από την ταραχή στην ηρεμία.
Και τότε καταλαβαίνουμε ότι το μεγαλύτερο ταξίδι του Απολλωνίου δεν ήταν από την Τύανα προς τη Βαβυλώνα και από τη Βαβυλώνα προς την Ινδία. Ήταν από τον εξωτερικό άνθρωπο προς τον εσωτερικό άνθρωπο. Από την επιθυμία προς την εγκράτεια. Από τον θόρυβο προς τη σιωπή. Από την άγνοια προς την επίγνωση. Από την ανάγκη να αποδείξει προς την ικανότητα να υπάρχει. Από την κατοχή της γνώσης προς τη μεταμόρφωση μέσω της γνώσης.
Αν έπρεπε λοιπόν να συμπυκνώσουμε ολόκληρη την ερμητική εικόνα του Απολλωνίου σε μία μόνο διδασκαλία, θα μπορούσαμε να πούμε: γνώρισε τον εαυτό σου τόσο βαθιά, ώστε να μη χρειάζεται πλέον να κατασκευάζεις έναν εαυτό για να τον παρουσιάσεις στους άλλους. Μάθε να σωπαίνεις, για να ακούσεις. Μάθε να πειθαρχείς, για να ελευθερωθείς. Μάθε να ταξιδεύεις, για να ανακαλύψεις τα όρια του κόσμου σου. Μάθε να συναντάς το ξένο χωρίς φόβο. Μάθε να ακούς τον σοφό που δεν μοιάζει με εσένα. Μάθε να ξεχωρίζεις το θαύμα από την επίδειξη. Μάθε ότι η γνώση χωρίς μεταμόρφωση είναι απλώς συσσώρευση πληροφοριών. Και πάνω απ' όλα, μη ζητάς να γίνεις κάτι μεγαλύτερο από άνθρωπος, ζήτα να γίνεις ένας άνθρωπος ολοκληρωμένος.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το βαθύτερο μήνυμα που μπορούμε να αντλήσουμε από τη μορφή του Απολλωνίου. Ο άνθρωπος συνήθως ζητά από το σύμπαν να αλλάξει, ενώ ο μύστης ζητά πρώτα να αλλάξει ο ίδιος. Ο άνθρωπος λέει «δώσε μου», ενώ ο ασκητής λέει «αφαίρεσέ μου ό,τι είναι περιττό». Ο άνθρωπος λέει «κάνε με ισχυρό», ενώ ο σοφός λέει «κάνε με καθαρό». Ο άνθρωπος λέει «κάνε με γνωστό», ενώ ο μύστης λέει «κάνε με αληθινό».
Και έτσι ο Απολλώνιος στέκεται, μέσα στη μνήμη των αιώνων, σαν ένας οδοιπόρος που δεν αναζητούσε απλώς άλλους τόπους αλλά έναν άλλο τρόπο ύπαρξης. Η σιωπή του γίνεται ναός, η άσκησή του γίνεται προσευχή, τα ταξίδια του γίνονται χάρτης της ψυχής, οι συναντήσεις του γίνονται καθρέφτες, τα θαύματά του γίνονται σύμβολα μεταμόρφωσης και ολόκληρη η ζωή του γίνεται μια πορεία από το φαινόμενο προς το μυστήριο.
Η τελευταία πύλη δεν ανοίγει προς έναν άλλο κόσμο, αλλά προς τα μέσα. Ο δρόμος δεν τελειώνει όταν φτάσεις κάπου, τελειώνει μόνο όταν πάψεις να αναζητάς έξω από εσένα αυτό που πρέπει πρώτα να γεννηθεί μέσα σου. Γιατί το αληθινό ταξίδι του ανθρώπου δεν είναι από τόπο σε τόπο, αλλά από τον εαυτό που φοβάται προς τον εαυτό που γνωρίζει, από τον άνθρωπο που αναζητά προς τον άνθρωπο που έχει γίνει ο ίδιος τόπος αναζήτησης.
Κάθε βήμα γίνεται τότε μια προσευχή. Κάθε σιωπή ένας ναός. Κάθε δοκιμασία μια μύηση. Κάθε συνάντηση ένας καθρέφτης. Κάθε θαύμα μια υπενθύμιση ότι η μεγαλύτερη μεταμόρφωση δεν είναι εκείνη που αλλάζει τον κόσμο γύρω μας, αλλά εκείνη που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο υπάρχουμε μέσα σε αυτόν.
Και ίσως αυτός να είναι ο Απολλώνιος ο Τυανεύς στο βαθύτερο επίπεδο: όχι ο άνθρωπος που προσπάθησε απλώς να υπερβεί τη φύση, αλλά ο άνθρωπος που προσπάθησε να συμφιλιώσει μέσα του το ανθρώπινο με το θείο, τη σιωπή με τον λόγο, τη γνώση με τη σοφία, το σώμα με την ψυχή, τον κόσμο με το μυστήριο. Ένας οδοιπόρος ανάμεσα στους κόσμους, που μας θυμίζει ότι το μεγαλύτερο ταξίδι δεν είναι αυτό που διανύει το σώμα αλλά εκείνο που πραγματοποιεί η συνείδηση όταν αποφασίζει, για πρώτη φορά, να στραφεί προς το άγνωστο χωρίς να απαιτεί από το άγνωστο να της δώσει αμέσως ένα όνομα.
Τότε ο δρόμος γίνεται μύηση.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου