Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

ΙΙ. Επιθήματα με r


§ 335. Το μεγαλύτερο μέρος με βάση τη δύναμη εξάπλωσης αναλογεί στα nomina agentis σε -τήρ και -τωρ· σχετικά με αυτά και σχετικά με συγγενικούς σχηματισμούς όπως -τρος -τρον -τρίς.

Τα επιθήματα με ro συμπεριφέρονται στα ελληνικά παρόμοια με τα επιθήματα με lo: για τις παλιότερες πολλαπλές δυνατότητες μπορούμε ακόμη να συμπεράνουμε μόνο από τα απολιθωμένα κατάλοιπα: ἀγρός 'βοσκότοπος, αγρός' (Όμ.) από το ἄγειν 'οδηγώ',

ἕδρᾱ 'κάθισμα' (Όμ.) από το ἑδ- (καθ-έζεσθαι) 'κάθομαι, καθίζω',

φαιδρός 'φωτεινός' (από τον Πίνδ. και εξής) από το φαίδι-μος 'λαμπερός',

λιπαρός [1]'πολύ γυαλιστερός (από την επάλειψη με λίπος)' (Όμ.) από το λίπα επιρ. 'πλούσια',

νεαρός 'νέος' (Όμ.) από το νέος,

φοβερός (κλασ.) από το φόβος,

δροσερός (κλασ.) από το δρόσος 'δροσιά',

λιγυρός 'οξύτονος' (Όμ.) = λιγύς,

ἐχῠρός 'γερός, σταθερός' (κλασ.) από το ἔχειν 'κρατώ'.

§ 336. Όπως στην περίπτωση του - lo -, έτσι και στο - ro - ξεχωρίζει κάπως ο συνδυασμός του με μια απόληξη θέματος ονόματος με μακρόχρονο φωνήεν (ιδίως στον Ιπποκράτη): ἀνιᾱρός (ιων. ἀνιηρός) 'ενοχλητικός' (Όμ.) από το ἀνία 'αποστροφή',

πονηρός 'ενοχλητικός, άτυχος, κακός' (από το Θέογνι και εξής) από το πόνος 'κόπος, ανάγκη',

νοσηρός 'που προξενεί αρρώστια, ανθυγιεινός' (κλασ.) από το νόσος 'αρρώστια' και κατ' αναλογία ὑγιηρός 'υγιής, ιαματικός' (από τον Πίνδ. και εξής) = ὑγιής,

ὀλισθηρός 'γλιστερός' (από τον Πίνδ. και εξής) από το ὀλισθαίνειν (ὀλισθήσω ὤλισθον) 'ξεγλιστρώ',

ἰσχῡρός 'δυνατός' (κλασ.) από το ἰσχ ύ̄ ς 'δύναμη',

ὀιζῡρός 'θλιβερός' (Όμ.) από το ὀιζ ύ̄ ς 'θρήνος'.

Σχετικά με το -ωρή δες § 325 .

Το επίθημα -τερος διατηρεί στους ιστορικούς χρόνους τη σχηματιστική δύναμή του μόνον ως συγκριτικό επίθημα, ανήκει δηλαδή στο τυπολογικό μέρος, ενώ παλιότερα δήλωνε γενικά μια συγκριτική αντιδιαστολή:

ἀριστερός - δεξιτερός 'αριστερός - δεξιός' (πρβ. λατ. sinister - dexter)·

ἡμέτερος - ὑμέτερος, πρβ. λατ. nos - ter - ves - ter·

ὀρέστερος - ἀγρότερος 'που ζει στα βουνά - στους αγρούς'.
-------------------------
[1] Από το -αρος πρέπει να προήλθε και το υποκοριστικό -άριον (§ 294): ταλάριον (Πολυδεύκης) από το τάλαρος 'κοφίνι' (Όμ.· από το ταλα- 'κουβαλώ'), ἐσχάριον 'σχάρα (πυράς)' (Αριστοφ.) από το ἐσχάρα 'εστία' (Όμ.).

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 4. Από τα Κούναξα στη Χαιρώνεια

4.3. Κάθε πόλη αποτελείται από οικογένειες

Η πόλη είναι ένα πλήθος από οικογένειες και γη και ιδιόκτητες περιουσίες που παρέχει αυτάρκεια για την καλή ζωή.


Έτσι συνόψιζε ένας συγγραφέας του ύστερου 4ου αιώνα την κυρίαρχη πολιτική άποψη των αρχαίων Ελλήνων. Και διευκρίνιζε: «μέρη του οίκου είναι οι άνθρωποι και τα αποκτήματα». Οἰκονομία -κυριολεκτικά η διευθέτηση (νομή) του οἴκου- σήμαινε την επιστήμη της ορθής διαχείρισης του νοικοκυριού. Στην αρχαιότητα οἶκος ήταν το σύνολο των έμβιων και άψυχων όντων που συναπάρτιζαν μια οικογένεια και την περιουσία της. Αυτός ήταν ο βασικός πυρήνας της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Στην περιουσία περιλαμβάνονταν όχι μόνο το σπίτι (οἰκία), τα έπιπλα, τα καλλιεργημένα κτήματα και τα ζωντανά, αλλά επίσης οι οικόσιτοι δούλοι. Όλα αυτά υπήρχαν προς χάριν της καλής ζωής των ελεύθερων μελών. Ελεύθερα μέλη του οίκου ήταν οι σύζυγοι και τα τέκνα - και όποιος παππούς ή γιαγιά τυχόν ζούσε μαζί τους. Αδιαμφισβήτητος όμως αρχηγός της οικογένειας ήταν ο άνδρας-πατέρας, που ονομαζόταν κύριος (σε σχέση με όλα τα μέλη) και δεσπότης (σε σχέση ειδικά με τους δούλους).

Η χρηστή διαχείριση του οίκου απαιτούσε καταμερισμό των εργασιών μεταξύ των συζύγων, επίβλεψη των τέκνων και εποπτεία του υπόδουλου υπηρετικού προσωπικού. Απαιτούσε, επίσης, την καθημερινή συντήρηση όλων των μελών με τροφή και την προστασία τους κάτω από μια στέγη.

Γενικά, η διαφοροποίηση των ρόλων ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα σε μια αρχαιοελληνική οικογένεια ήταν μεγάλη. Αντικατοπτριζόταν μάλιστα στην ίδια την αρχιτεκτονική του σπιτιού. Τα δωμάτια της συζύγου και των λοιπών γυναικών (γυναικωνῖτις), όπου έμεναν και τα παιδιά κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους, ήταν διαχωρισμένα από τους χώρους των ανδρών (τον ἀνδρῶνα), εκεί όπου μπορούσε ο κύριος του οίκου να δέχεται τους φίλους του και να οργανώνει συμπόσια. Η γυναίκα ήταν υπεύθυνη για όσα συνέβαιναν μέσα στο σπίτι και ο άνδρας πρωτοστατούσε στις εξωτερικές εργασίες. Αυτός εκπροσωπούσε την οικογένεια στην κοινωνία: έκανε τις αναγκαίες οικονομικές συναλλαγές, παρουσιαζόταν στο δικαστήριο και την Εκκλησία του Δήμου, καλλιεργούσε τα κτήματα, προμηθευόταν σκεύη και εργαλεία, έφερνε τις πρώτες ύλες της τροφής και της ένδυσης. Η γυναίκα ήταν αρμόδια για την παρασκευή του φαγητού (σιτίον, δηλαδή ξηρά τροφή) και των ρούχων. Το άλεσμα των δημητριακών και το ζύμωμα του -συχνότατα κριθαρένιου- ψωμιού, το μαγείρεμα της όποιας συνοδείας του (ὄψον, δηλαδή ό,τι τρώγεται μαζί με το ψωμί), η ύφανση χιτώνων και κλινοσκεπασμάτων στον αργαλειό, το συγύρισμα και η καθαριότητα του σπιτιού και η ανατροφή των παιδιών μέχρι την ηλικία των επτά ετών ήταν δικές της ευθύνες, που τις διεκπεραίωνε είτε με τη βοήθεια δούλων είτε μόνη της.

Στις σχετικά εύπορες οικογένειες, όπου ένας αριθμός δούλων αρκούσε για το μεγαλύτερο μέρος των χειρωνακτικών εργασιών, η πιο έμπιστη δούλη αναλάμβανε τον ρόλο της οικονόμου. Ονομαζόταν ταμία. Αυτή είχε την επιστασία των υπόλοιπων δούλων που έμεναν στο σπίτι, των οἰκετῶν -άλλοι ακολουθούσαν τον άνδρα στα κτήματα ή έμεναν μόνιμα εκεί- και αυτή φρόντιζε για την αποθήκευση και συντήρηση των προϊόντων στους χώρους της οικίας. Επιτηρήτρια της οικονόμου ήταν η σύζυγος. Αντίστοιχα, ο άνδρας μπορούσε να ορίσει κάποιον ἐπίτροπον ως επιστάτη των δούλων στα κτήματα.

Τα αγαθά έρχονται στο σπίτι, κατά κύριο λόγο, από του άντρα τις πράξεις, ενώ τα περισσότερα καταναλώνονται με τις μετρημένες ενέργειες της γυναίκας, γράφει ο Ξενοφών στον Οἰκονομικόν του, το πρώτο σωζόμενο σύγγραμμα οικιακής οικονομίας.

Την έντονη διαφοροποίηση των ρόλων ανάμεσα στα φύλα ενδυνάμωνε η πεποίθηση ότι η κυριότερη κοινωνική λειτουργία της γυναίκας είναι η τεκνοποιία, ότι στον γάμο βρίσκει η ίδια την ολοκλήρωσή της και ότι η φύση την έχει φτιάξει έτσι, ώστε να προτιμά τον κλειστό και προφυλαγμένο χώρο του σπιτιού από την εκτεθειμένη σε κίνδυνους υπαίθρια χώρα. Ό,τι ήταν ο πόλεμος και η προετοιμασία του για τον άνδρα, ήταν για τη γυναίκα η εγκυμοσύνη, η γέννα και η ανατροφή των παιδιών. Ειδικά ο τοκετός, με τους σοβαρούς κινδύνους που περιλάμβανε λόγω της περιορισμένης τεχνικής γνώσης και της άγνωστης ακόμη καισαρικής τομής, αντιμετωπιζόταν ως το πεδίο όπου οι γυναίκες δίνουν τις δικές τους σπουδαίες μάχες. Ένα σχετικά μεγάλο ποσοστό εγκύων πέθαινε κατά τη γέννα, ιδιαίτερα εξαιτίας της κακής θέσης του εμβρύου στη μήτρα. Στη Σπάρτη, αναγράφονταν στους τάφους μόνο τα ονόματα αυτών των γυναικών, όπως ακριβώς επιτρεπόταν η αναγραφή του ονόματος μόνο για όσους οπλίτες σκοτώθηκαν στη μάχη. Ο λεγόμενος «όμορφος θάνατος» των Σπαρτιατών πολεμιστών είχε το αντίστοιχό του στις βίαιες ωδίνες της γέννας. Οι φυσιολογικοί θάνατοι των υπολοίπων δεν είχαν τίποτε ένδοξο για να είναι άξιοι μνήμης.

Αναμφίβολα η σωματική άσκηση των κοριτσιών και το γεγονός ότι τεκνοποιούσαν σε μεγαλύτερη ηλικία μείωνε στη Σπάρτη τις περιπτώσεις θανάτου κατά τον τοκετό. Αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού κόσμου, όπου η δημόσια γύμνωση και εκγύμναση ελεύθερων γυναικών ήταν αδιανόητη, τα αδύνατα σώματα αρκετών νεαρών συζύγων δεν άντεχαν τη δοκιμασία της γέννας. Η βοήθεια που μπορούσε να παράσχει μια έμπειρη μαία δεν ήταν πάντοτε αρκετή.

Στις περισσότερες πόλεις της Ελλάδας το δέρμα μιας ευυπόληπτης γυναίκας έπρεπε να είναι λευκό από τη σκιατραφία. Το ίδιο χαρακτηριστικό στον άνδρα ήταν δείγμα επονείδιστης θηλυπρέπειας και απολιτικής βαρβαρότητας. Στα αγγεία και στα επιζωγραφισμένα αγάλματα, η χρωματική διάκριση ήταν ιδιαίτερα τονισμένη: κατάλευκες οι γυναίκες (όπως και οι κάθε λογής βάρβαροι), μαυρισμένοι από την έκθεση στον μεσογειακό ήλιο οι άνδρες (και οι μεγάλοι ήρωες του παρελθόντος).

Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς θεώρησαν τον άνδρα και τη γυναίκα ως συμπληρωματικά αντίθετα, η σωστή εναρμόνιση των οποίων παράγει οικογενειακή σταθερότητα και πολιτική ισορροπία. Ο διαχωρισμός των σφαιρών δράσης για τα δύο φύλα υπήρξε σαφέστατος: το μέσα, το κλειστό, το περιορισμένο, προστατευμένο και ιδιωτικό ήταν ο χώρος του θηλυκού, ενώ το έξω, το ανοιχτό, το υπαίθριο, δημόσιο και εντέλει πολιτικό ήταν ο χώρος του αρσενικού.

Φυσικά η αντίθεση αυτή δεν ίσχυε πλήρως στην πραγματικότητα. Το ιδανικό της ελεύθερης γυναίκας που δεν βγαίνει από το σπίτι της παρά μόνο για να μετάσχει σε κάποια ιερά πανήγυρη ή εορτή μπορούσε να εφαρμόζεται μόνο στα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας. Οι πολλές άλλες γυναίκες, είτε πολίτιδες είτε μέτοικοι, ήταν αναγκασμένες να βοηθούν τους συζύγους τους στις αγροτικές και λοιπές εργασίες και να πωλούν διάφορα προϊόντα (λουλούδια, μέλι, οπωροκηπευτικά, άνθινα στεφάνια, κορδέλες) στη δημόσια αγορά. Οι γυναίκες αυτές υπολείπονταν από το πρότυπο της λευκής ομορφιάς, αλλά, αν πιστέψουμε τον Αριστοφάνη, δεν αισθάνονταν ιδιαίτερα μειονεκτικά. Από την άλλη μεριά, οι αστές των καλών οικογενειών, που μπορούσαν πράγματι να ανταποκρίνονται στο ιδανικό της κοινωνίας τους, είχαν τις μεγαλύτερες πιθανότητες να εκλέγονται ιέρειες και να πρωτοστατούν στις θρησκευτικές τελετές των θηλυκών θεοτήτων.

Μετά την κριτική αποτίμηση της ιστορικής πραγματικότητας από τους σοφιστές, το ζήτημα της φύσεως τέθηκε με μεγαλύτερη οξύτητα. Κάποιοι είχαν αρνηθεί να δεχτούν ότι όλες οι παραπάνω διαφορές στους κοινωνικούς ρόλους ανδρών και γυναικών ή δούλων και ελευθέρων προέρχονταν από τη φύση. Ορισμένες ήταν το αποτέλεσμα σύμβασης (νόμου) και καταναγκασμού (βίας) - ισχυρίζονταν. Οι εθνογραφικές γνώσεις πολυταξιδεμένων ανθρώπων, όπως του Ηροδότου, μπορούσαν να κλονίσουν την εδραιωμένη πεποίθηση για τη φυσικότητα των ελληνικών θεσμών. Μέσα στον ίδιο τον ελληνικό χώρο υπήρχε επίσης το αντιπαράδειγμα της Σπάρτης: κορίτσια που χαίρονταν τον ήλιο και την άσκηση με μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων από οπουδήποτε αλλού. Ακόμη και αν οι γυναίκες ήταν, όπως κάποιοι άρχιζαν τώρα να πιστεύουν, ικανές για πολύ περισσότερα επιτεύγματα από όσα η πόλη συνήθως απαιτούσε από αυτές, η ίδια η βιολογική διαφοροποίηση των φύλων υποδείκνυε διαφορετικές λειτουργίες και, κατά συνέπεια, διακριτές αρετές. Η φυσική ανομοιότητα απέκλειε κάθε λόγο για κοινωνική εξομοίωση ή ισότητα:

Νομίζω ότι οι θεοί, γυναίκα μου, δημιούργησαν με περίσκεψη μεγάλη αυτό το ζεύγος που αποκαλούμε θηλυκό και αρσενικό, για να επωφελείται στον μέγιστο βαθμό από τη συνύπαρξη. Και εξηγούμαι. Τα φύλα υπάρχουν για να δίνουν απογόνους και να μην εκλείπει το είδος. Επίσης, ο άντρας και η γυναίκα αποκτούν με τον τρόπο αυτό μέλη ικανά για να τους φροντίσουν στα γεράματα. Μάλιστα, επειδή η ζωή των ανθρώπων δεν είναι, όπως των άλλων ζώων, στο ύπαιθρο αλλά χρειάζεται στέγη, ο θεός, νομίζω, έφτιαξε ευθύς εξαρχής τη φύση της γυναίκας κατάλληλη για τα εσωτερικά έργα, ενώ του άντρα για τα εξωτερικά. Με άλλα λόγια, ο θεός διευθέτησε έτσι το σώμα και την ψυχή του άντρα ώστε να αντέχει τα κρύα και τις ζέστες και τις πεζοπορίες και τις εκστρατείες και του ανέθεσε αυτές τις υπαίθριες δραστηριότητες, ενώ στη γυναίκα έδωσε ασθενέστερο σώμα, της επέβαλε τις εσωτερικές δουλειές και της χάρισε μεγαλύτερη στοργή και αγάπη για τα βρέφη και περισσότερο φόβο. Στον άντρα, αντίθετα, έδωσε ο θεός μεγαλύτερο θάρρος, επειδή γνώριζε ότι όποιος είναι υπεύθυνος για τα εξωτερικά έργα θα χρειαστεί να υπερασπιστεί το δίκιο του απέναντι σε αυτόν που τον αδικεί.

Με αυτά τα λόγια παρουσιάζει ο Ξενοφών έναν χρηστό Αθηναίο πολίτη να διαπαιδαγωγεί τη νεαρή σύζυγό του.

Τη φαινομενική ή ουσιαστική υποταγή της γυναίκας στον άνδρα της, που αποτελούσε το ιδανικό όλων των αρχαίων πόλεων, βοηθούσε η σημαντική διαφορά ηλικίας ανάμεσα στους συζύγους. Ιδανικά, ο γαμπρός ήταν τριάντα ετών και η νύφη δεκαπέντε, αλλά τα χρόνια που τους χώριζαν στην πραγματικότητα μπορούσαν να είναι πολύ περισσότερα. Ο ίδιος ο γάμος δεν ήταν παρά μια υπόθεση ανδρών. Ο επίδοξος σύζυγος ζητούσε από τον πατέρα της μελλόνυμφης την κόρη του, όταν αυτή βρισκόταν σε προεφηβική ηλικία. Οι δύο άνδρες συμφωνούσαν με μια αμοιβαία υπόσχεση (ἐγγύην) που επικυρωνόταν, όταν πλησίαζε η κόρη σε γόνιμη ηλικία, με την εγκατάστασή της στο σπίτι του συζύγου. Η εγκατάσταση ονομαζόταν συνοίκησις.

Οι παράγοντες που κυρίως καθόριζαν τον γάμο ήταν ο πλούτος και η κοινωνική θέση των δύο οικογενειών. Η ομορφιά του νεαρού κοριτσιού, όπως και οι συνθήκες ανατροφής του, είχαν οπωσδήποτε σημασία, αλλά δεν αποτελούσαν κυρίαρχο κριτήριο στην επιλογή. Σε μια ελεύθερη αγορά προσφοράς και ζήτησης οι δυνατότητες απότομης κοινωνικής ανόδου μέσω του γάμου ήταν μάλλον περιορισμένες και η ταξική συμβατότητα πρακτικά είχε τον πρώτο λόγο στη σύναψη της συμφωνίας. Ωστόσο, μαρτυρούνται μεμονωμένες περιπτώσεις ταξικά ασύμβατων γάμων, ιδίως όταν η νύφη παντρευόταν για δεύτερη φορά, λόγω διαζυγίου ή θανάτου του πρώτου συζύγου της.

Ο πατέρας της νύφης είχε την υποχρέωση να δώσει στην κόρη του προίκα. Συνήθως δίνονταν κινητά αγαθά (σκεύη, ρούχα, έπιπλα κτλ.), αλλά η προίκα μπορούσε να περιλαμβάνει και γη. Ο άνδρας αναλάμβανε την υποχρέωση να συντηρεί τη σύζυγό του και να συνευρίσκεται μαζί της για την απόκτηση νόμιμων τέκνων. Η διατήρηση της γενιάς και του ονόματος της οικογένειας, η μεταβίβαση της περιουσίας σε άρρενα τέκνα και η φροντίδα κατά τη γεροντική ηλικία από νόμιμα παιδιά ήταν οι κύριοι στόχοι του γάμου. Η ερωτική ζωή των καλῶν κἀγαθῶν, όπως αρέσκονταν να αυτοαποκαλούνται οι εύποροι και μορφωμένοι πολίτες, δεν περιοριζόταν στον οίκο. Εκτός από τους δούλους, υπήρχαν επίσης εταίρες, παλλακίδες και κοινές πόρνες. Βεβαίως, οι θρυλικές αντιδράσεις της Κλυταιμνήστρας και της «βάρβαρης» Μήδειας στις προκλητικές συμπεριφορές των συζύγων τους υπενθύμιζαν ότι υπήρχαν όρια τα οποία δεν ήταν συνετό να παραβιάζονται. Μέχρι και ο πανίσχυρος Δίας προσπαθούσε να προφυλαχθεί από την οργή της απατημένης Ήρας.

Η τελετή του γάμου διαρκούσε τρεις μέρες και ήταν ιδιωτική υπόθεση των δύο οικογενειών. Την πρώτη μέρα η νύφη αφιέρωνε τα παιδικά παιχνίδια της στην Άρτεμη, την παρθένα θεότητα των δασών. Από εδώ και στο εξής θα εγκατέλειπε οριστικά την άγρια θεά, μαζί με την παρθενία, για να βρεθεί κάτω από την προστασία της Ήρας Τελείας, θεάς του γάμου, της Εστίας, που προστάτευε την οικογενειακή φωτιά, και της Δήμητρας, που χάριζε γονιμότητα. Μόνο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και στους θηριώδεις πόνους του τοκετού θα ξανάβρισκε η παντρεμένη γυναίκα τη θεά της παιδικής της ηλικίας (που ονομαζόταν τώρα Άρτεμις Λοχία), μαζί με την Ειλείθυια, προστάτιδα των ωδίνων. Τη δεύτερη μέρα, ύστερα από το γαμήλιο γεύμα που παρέθετε ο πατέρας της νύφης στο σπίτι του, οδηγούσαν την κοπέλα, με το πρόσωπο καλυμμένο με πέπλο, στο σπίτι του γαμπρού και τελούσαν ενώπιόν του τα ἀποκαλυπτήρια. Την επόμενη και τελευταία μέρα της τελετής η νύφη δεχόταν στη νέα της κατοικία τα γαμήλια δώρα συγγενών και φίλων και προετοιμαζόταν για την επόμενη φάση της ζωής της. Ανάλογα με τη θέση του στην κοινωνία και την οικονομική επιφάνειά του, ο πατέρας της νύφης μπορούσε να παραθέσει γαμήλιο τραπέζι στον δῆμον όπου ανήκε.

Η τριήμερη τελετή του γάμου ήταν, εκτός από γιορτή, επίσης μια διαβατήρια τελετή για την ενηλικίωση της νύφης. Η κοπέλα δεν άλλαζε μόνο κύριον και τόπο κατοικίας. Άλλαζε πρωτίστως θέση στην κοινωνία. Από παρθένα και κόρη, που ήταν έως τότε, γινόταν τώρα γυναίκα, και σε λίγους μήνες θα φανέρωνε την ιδιότητα της μητέρας. Η στειρότητα ήταν η μεγαλύτερη μομφή για μια γυναίκα, γιατί σήμαινε αδυναμία να επιτελέσει τον κυριότερο ρόλο που της είχε αναθέσει η φύση και η πόλη.

Η γέννηση, όπως και ο θάνατος, αντιμετωπιζόταν με δέος. Μια έκφραση του σεβασμού απέναντι στην ακατάληπτη δύναμη που φέρνει στο φως νέες υπάρξεις ήταν η θεώρηση του τοκετού και της λοχείας ως φάσεων που προκαλούν μόλυνση - ιδίως σε όσους δεν συμμετέχουν άμεσα στη διαδικασία. Οι άνδρες χρειάζονταν μεγαλύτερη προφύλαξη, διότι ήταν ευκολότερα θύματα της δυναμικής αυτής έξαρσης της ζωής. Η επαφή τους με το νεογέννητο και τη λεχώνα σύζυγο απαιτούσε τελετουργικούς καθαρμούς. Την κλασική περίοδο έγιναν προσπάθειες να διαδοθεί η καινοφανής ιδέα ότι ο άνδρας είναι ο αληθινός γεννήτορας του βρέφους και ότι η γυναίκα παρέχει μόνο τον απαραίτητο τόπο για την ανάπτυξη του ανδρικού σπόρου με τροφή. Όμως η παλαιά (και φυσικότερη) πεποίθηση ότι το νεογνό ανήκει ουσιαστικά στη μητέρα παρέμενε ισχυρή. Η απόσπασή του από αυτή και το καλωσόρισμά του στον ευρύτερο χώρο του οίκου έπρεπε να γίνεται τελετουργικά.

Η ένταξη του νεογέννητου βρέφους στους κόλπους της οικογένειας ήταν μια ιδιωτική υπόθεση, που συνέβαινε με θρησκευτική σοβαρότητα. Την πέμπτη μέρα μετά τη γέννηση, ο πατέρας έτρεχε, με το βρέφος στην αγκαλιά και ίσως γυμνός, γύρω από την εστία του σπιτιού, ζητώντας την ευμένεια των θεών και παρακαλώντας την Εστία, θεά του οίκου, να το δεχτεί. Η μητέρα ήταν παρούσα και ίσως συμμετείχε τρέχοντας και αυτή. Η τελετή ονομαζόταν ἀμφιδρόμια, είχε τη μορφή υιοθεσίας και ήταν παρόμοια με αυτή που τελούσαν για να δεξιωθούν στο σπιτικό έναν νεοαποκτηθέντα δούλο. Το γεγονός σηματοδοτούσε την απόφαση των γονέων να αναθρέψουν το παιδί, αντί να το απορρίψουν εκθέτοντάς το στους δρόμους. Κατόπιν οι συγγενείς έφερναν γενέθλια δώρα. Σε μια άλλη ιδιωτική τελετή, που γινόταν πέντε μέρες μετά, οι γονείς έδιναν όνομα στο ανώνυμο νεογνό. Το πρώτο αγόρι της οικογένειας έπαιρνε κατά κανόνα το όνομα του παππού του. Έτσι έκλεινε ο τριμερής κύκλος φυσικής αναγέννησης (πατέρας-γιος-εγγονός), καθώς είχε αποδειχθεί η γονιμική δύναμη του γιου. Για τα επόμενα επτά χρόνια της ζωής του το παιδί θα συναναστρεφόταν σχεδόν αποκλειστικά γυναίκες: τη μητέρα του, τη βάγια-τροφό (αν υπήρχε) και τις δούλες του σπιτιού.

Στις ιωνικές πόλεις η καταγραφή των αρρένων τέκνων στους καταλόγους της φρατρίας γινόταν μια φορά τον χρόνο, κατά την τρίτη μέρα της εορτής των Απατουρίων (Οκτώβριος-Νοέμβριος). Η μέρα ονομαζόταν κουρεῶτις. Όλα τα μέλη της φρατρίας, σε μια κοινή σύναξη, ανέφεραν στους επικεφαλής (φράτορας) τα νέα μέλη. Ο πατέρας ή ένας εκπρόσωπός του ορκιζόταν ότι το αγόρι ήταν νόμιμο τέκνο που είχε προέλθει από κανονικό γάμο με ελεύθερη πολίτιδα και, αν δεν εκφραζόταν αντίρρηση, το νέο μέλος εγγραφόταν στη φρατρία. Δεν είναι σαφές αν η ίδια διαδικασία ίσχυε για τα κορίτσια.

Όπως είναι αναμενόμενο για κοινότητες παραδοσιακού τύπου, όπου μόνο τα άρρενα τέκνα αποτελούν πλουτοπαραγωγικές μονάδες, ενώ τα κορίτσια απαιτούν προίκα για να παντρευτούν και ζημιώνουν οικονομικά την πατρική περιουσία, η έκθεση των θηλέων βρεφών ήταν ένα αρκετά συνηθισμένο φαινόμενο και αποτελούσε λύση ανάγκης για τις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις. Προστατευμένα μέσα σε μια χύτρα, τα εκτεθειμένα βρέφη αφήνονταν στην τύχη τους κοντά στο σπίτι που γεννήθηκαν. Η έκθεσή τους ονομαζόταν χυτρισμός. Αν δεν πέθαιναν επιτόπου, το μέλλον τους καθοριζόταν από τον περαστικό. Μπορούσαν να καταλήξουν υιοθετημένα σε μια άτεκνη οικογένεια, να πουληθούν ως δούλοι ή να βρεθούν τελικά σε κάποιο πορνείο.

Στον χώρο του αγοραίου έρωτα η πλούσια Κόρινθος, με τη μεγάλη εμπορική κίνηση και τους πάμπολλους ξένους ναυτικούς, κρατούσε τα πρωτεία. Αλλά και του Πειραιά η φήμη δεν ήταν ευκαταφρόνητη. Από τις πόρνες, που συνήθως προστατεύονταν από κάποιον μαστροπό και ήταν εγκατεστημένες σε μια από τις κακόφημες και πολυσύχναστες συνοικίες, η πόλη εισέπραττε φόρο. Αν δεν ήταν, όπως συνέβαινε συχνά, δούλες, αλλά ελεύθερες ή απελεύθερες που είχαν μετοικήσει στην Αθήνα, η πόλη εισέπραττε επίσης τον νόμιμο ετήσιο φόρο που πλήρωναν όλοι οι μέτοικοι (μετοίκιον), και που ανερχόταν στις δώδεκα δραχμές για τους άνδρες και στις έξι για τις γυναίκες. (Μισή δραχμή ήταν το χαμηλότερο ημερομίσθιο στην Αθήνα της κλασικής εποχής.) Κανένας περιορισμός δεν επιβαλλόταν στην ελεύθερη αγορά της σωματικής ηδονής, όταν επρόκειτο για δούλους ή ξένους. Αλλά αν κάποιος οδηγούσε στην πορνεία το αρσενικό ή θηλυκό τέκνο μιας οικογένειας ελεύθερων πολιτών, τότε η τιμωρία του ενόχου ήταν βαρύτατη. Η πόλη ενδιαφερόταν, πάνω απ᾽ όλα, για την προστασία των πολιτών της. Αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά στην περίπτωση της μοιχείας, που ήταν έγκλημα σε όλες τις ελληνικές πόλεις.

Αυστηρά μιλώντας, μοιχεία ήταν η ερωτική συνεύρεση με μια ελεύθερη παντρεμένη γυναίκα. Γενικότερα, όμως, κάθε μορφή γενετήσιας επαφής με την κόρη, μητέρα ή αδελφή ενός πολίτη, ακόμη και σε περίπτωση χηρείας της, αντιμετωπιζόταν με τον ίδιο αυστηρό τρόπο. Στην πραγματικότητα, η πράξη αποτελούσε βαρύτατη προσβολή κατά της τιμής του κυρίου της και εντασσόταν στα εγκλήματα αλαζονείας (ὑβριστικά), όπως ήταν και η χειροδικία προς ελεύθερο πολίτη. Στην Αθήνα, αν ο κύριος έπιανε τον εραστή τη στιγμή της πράξης μέσα στο ίδιο του το σπίτι, είχε το δικαίωμα να τον θανατώσει. Αυτή ήταν μία από τις λίγες περιπτώσεις αυτοδικίας που επέτρεπε, στο πνεύμα της παλαιάς νομοθεσίας του Δράκοντα, η νεότερη του Σόλωνα. Παρόμοια ήταν η εκτέλεση του διαρρήκτη που είχε πιαστεί επ᾽ αυτοφώρω. (Η τιμωρία ενός λωποδύτη που είχε δράσει σε δημόσιο χώρο ήταν ηπιότερη.) Τα εγκλήματα αυτά παραβίαζαν, με τον πλέον κατάφωρο τρόπο, τον ιδιωτικό χώρο των πολιτών. Η αδυναμία, λόγω αμέλειας ή δειλίας, να υποστηρίξει κάποιος αποτελεσματικά τον οίκο του επέφερε τη μείωση της υπόληψής του στα μάτια των συμπολιτών.

Η θανάτωση του μοιχού επιτρεπόταν, μόνο εφόσον ο ίδιος είχε ομολογήσει το έγκλημά του - πράγμα σχεδόν αυτονόητο όταν συλλαμβανόταν επ᾽ αυτοφώρω, δεδομένου ότι ο μόνος αποδεκτός τρόπος να καταπραΰνει τον θυμό του προσβληθέντος συζύγου ήταν να προτείνει αμέσως χρηματική αποζημίωση. Αν η πληγωμένη τιμή του συζύγου δεν έμενε ικανοποιημένη από την πρόταση, ο μοιχός μπορούσε να θανατωθεί επιτόπου. Λίγες τέτοιες θανατώσεις συνέβησαν στην Αθήνα της κλασικής εποχής. Από έναν λόγο του διάσημου ρήτορα Λυσία, που ήταν γιος πλούσιου μέτοικου από τις Συρακούσες, μαθαίνουμε ότι η εφαρμογή της αυτοδικίας μπορούσε κάποτε να οδηγήσει τον αυτουργό στο δικαστήριο με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας. Συνηθέστερη ήταν λοιπόν η παρουσίαση του μοιχού ενώπιον των αρχόντων, οι οποίοι, αν ομολογούσε, τον έδιναν αμέσως στον απατηθέντα σύζυγο για να τον κακοποιήσει όπως ήθελε, χωρίς όμως να χρησιμοποιεί αιχμηρά αντικείμενα. Στις άλλες περιπτώσεις ακολουθούσαν την κανονική διαδικασία της δίκης. Αυτά ίσχυαν στην Αθήνα, για την οποία οι σωζόμενοι δικανικοί λόγοι μάς πληροφορούν καλύτερα. Αλλού, όπως για παράδειγμα στη δωρική Γόρτυνα της Κρήτης, η χρηματική αποζημίωση του προσβληθέντος ήταν το μοναδικό νόμιμο τίμημα, ενώ στη Λοκρίδα ο μοιχός έπρεπε να τιμωρηθεί με τύφλωση.

Η παγιωμένη πεποίθηση ότι η γυναίκα ήταν κατώτερο ον με ενδιάθετη ροπή προς τη φιληδονία έριχνε όλη την ευθύνη για τη μοιχεία στον άνδρα που αποφάσισε να την αποπλανήσει, έχοντας επίγνωση της αδικίας που θα διέπραττε. Οι ελληνικές πόλεις εκτός από τη Σπάρτη αντιμετώπιζαν τις γυναίκες ως διά βίου ανήλικες, παιδιά που έχουν συνεχώς ανάγκη από επίβλεψη. Η τιμωρία ήταν, κατά συνέπεια, ηπιότερη για τη γυναίκα που είχε δεξιωθεί τον παράνομο εραστή. Η συνηθισμένη τιμωρία της ήταν η υποχρεωτική απαγόρευση της συμμετοχής της στις θρησκευτικές εορτές της πόλης και η αποπομπή της από τον οίκο, δηλαδή η διάζευξη. Όποιος πολίτης αρνιόταν να αποπέμψει τη σύζυγο που είχε προσβάλει την τιμή του μπορούσε να τιμωρηθεί ο ίδιος με ἀτιμίαν, δηλαδή με απώλεια των πολιτικών του δικαιωμάτων, ενώ κάθε πολίτης που έβλεπε μοιχαλίδα να παραβαίνει τη θρησκευτική απαγόρευση μπορούσε να επέμβει βίαια. Αιτία των πάντοτε αυστηρών κυρώσεων κατά της μοιχείας ήταν η αγωνία των ανδρών για τη γνησιότητα των τέκνων τους. Η μοιχεία διασάλευε τη θεσπισμένη νομιμότητα.

Από την πλευρά των ανδρών, ο γάμος μπορούσε να διαλυθεί τόσο εύκολα όσο είχε ξεκινήσει. Χωρίς καμία ιδιαίτερη αιτιολόγηση της στάσης του, ο σύζυγος μπορούσε να αποπέμψει τη γυναίκα του, με την υποχρέωση να επιστρέψει την προίκα που είχε λάβει. Αυτή ήταν η συνηθέστερη μορφή διαζυγίου και ονομαζόταν ἔκπεμψις. Αλλά και ο πατέρας της κόρης μπορούσε να ζητήσει πίσω τη θυγατέρα του για τρεις λόγους: αν ο σύζυγος τη μεταχειριζόταν άσχημα, αν έφθειρε αδικαιολόγητα την προίκα της ή αν (συνηθέστερα) ήταν η μοναδική κληρονόμος της πατρικής περιουσίας και η ίδια δεν είχε γιο. Αυτή η περίπτωση διαζυγίου ονομαζόταν ἀφαίρεσις. Δικαίωμα είχε και η ίδια η σύζυγος να εγκαταλείψει τον οίκο της, αφού πρώτα ζητούσε σχετική άδεια από τον επώνυμο άρχοντα. Η διαδικασία ονομαζόταν ἀπόλειψις. Η τελευταία δυνατότητα ήταν η πιο σπάνια και δεν κέρδισε την ανοχή της κοινωνίας. Η ανδρική νομοθεσία, πάντως, την είχε προβλέψει.

Οι οικονομικές προτεραιότητες του αρχαιοελληνικού και ιδιαίτερα του αθηναϊκού γάμου, για τον οποίο είμαστε πολύ καλύτερα πληροφορημένοι, φαίνονται στην περίπτωση της ἐπικλήρου, της μεγαλύτερης κόρης σε οικογένεια χωρίς άρρενα τέκνα. Η επίκληρος ήταν αναγκαστικά η κληρονόμος της πατρικής περιουσίας. Αν κατά τον θάνατο του πατέρα της ήταν ανύπαντρη, είχε την υποχρέωση να παντρευτεί τον πλησιέστερο συγγενή από την πλευρά του πατέρα της, συχνότατα τον θείο της, άλλοτε τον πρώτο εξάδελφό της. Αν ήταν ήδη παντρεμένη αλλά χωρίς αρσενικό παιδί, τότε ο ενδιαφερόμενος συγγενής μπορούσε, με τη διαδικασία της ἀφαιρέσεως, να ζητήσει τη διάζευξή της για να τη νυμφευτεί ο ίδιος. Μόνο εφόσον είχε ήδη αποκτήσει αγόρι διατηρούσε χωρίς αντεκδικήσεις τη συζυγική της κατάσταση. Στην αθηναϊκή νομοθεσία η γυναίκα μπορούσε να λειτουργήσει ως γέφυρα για τη μεταβίβαση της περιουσίας από τον πατέρα της σε κάποιο άλλο αρσενικό μέλος της οικογένειας, αλλά όχι ως ιδιοκτήτρια η ίδια. Η επίκληρος είχε, συνεπώς, πιο περιορισμένες δυνατότητες επιλογής στην προσωπική της ζωή από τις υπόλοιπες ελεύθερες γυναίκες.

Μια πολυσυζητημένη ρήση ενός ρήτορα επιχειρούσε να καθορίσει αυτάρεσκα τη λειτουργία των γυναικών στη ζωή ενός εύπορου πολίτη:

Τις εταίρες τις έχουμε για ξεχωριστές απολαύσεις, τις παλλακίδες για την καθημερινή φροντίδα του σώματός μας και τις συζύγους για να αποκτούμε νόμιμα τέκνα και να διαθέτουμε έμπιστη φύλαξη των σπιτικών μας.

Στο παραπάνω χωρίο, που αποτελεί μέρος ενός δικανικού λόγου, ο συγγραφέας επικαλείται το κοινό αίσθημα. Όλοι θα συμφωνούσαν για τον ρόλο των συζύγων. Οι εταίρες ήταν αρκετά καλλιεργημένες, ειδικά στη μουσική και τον χορό, και οι υπηρεσίες που πρόσφεραν, συνήθως σε πολύ υψηλές τιμές, δεν περιορίζονταν μόνο στη σωματική επαφή. Αλλά για όλους, εκτός από τους εξαιρετικά πλούσιους, μια βραδιά με εταίρες στον ανδρώνα του σπιτιού ενός φίλου αποτελούσε τη σπάνια εξαίρεση και όχι τον κανόνα της ερωτικής ζωής. Τα συμπόσια των εύπορων αστών, στα οποία εμφανίζονταν αυλητρίδες και ορχηστρίδες εταίρες αλλά ποτέ ελεύθερες γυναίκες, διοργανώνονταν για να εορταστεί μια νίκη ή κάποιο άλλο χαρμόσυνο γεγονός και δεν αποτελούσαν καθημερινότητα. Αντίθετα, καθημερινότητα μπορούσε να αποτελέσει η συνοίκηση ενός άνδρα με μια παλλακίδα μέσα στο ίδιο σπίτι όπου ζούσαν η νόμιμη σύζυγος και τα παιδιά του.

Ο αγοραίος έρωτας με πόρνες δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης στις ανώτερες τάξεις, εκτός αν επρόκειτο για μια εξαιρετικά σαγηνευτική εταίρα - και υπήρξαν αρκετές τόσο ονομαστές, ώστε η φήμη τους ξεπέρασε τα όρια της πόλης όπου εργάζονταν. Οι επισκέψεις στους οίκους ανοχής και οι επαφές με κοινές γυναίκες προορίζονταν για τους πολλούς. Άλλωστε κόστιζαν μόνο ένα ή δύο οβολούς. Οι ἄριστοι καταδίκαζαν τον λεγόμενο πάνδημον έρωτα όχι ως ηθικά μεμπτό αλλά ως αισθησιακά ανεπαρκή. Ο έρωτας των πορνείων λειτουργούσε στο επίπεδο της σωματικής εκτόνωσης και δεν μπορούσε να παράσχει ανώτερη ψυχοσωματική εξύψωση. Την πληρέστερη αυτή λειτουργία είχαν επωμιστεί οι εταίρες, που μπορούσαν να μισθωθούν για μια βραδιά, μια ολόκληρη βδομάδα ή έναν μήνα, ή ακόμη και να εξαγοραστούν διά βίου.

Λέγεται ότι η Φρύνη, μια διάσημη εταίρα από τις Θεσπιές που διέμενε στην Αθήνα, στο πλαίσιο της εαρινής προετοιμασίας για την ελευσίνια μύηση μπήκε στη θάλασσα γυμνή. Στο θέαμα του κορμιού της ο Κολοφώνιος Απελλής, ο διασημότερος ζωγράφος της εποχής, εμπνεύστηκε έναν πίνακα με θέμα την αναδυόμενη Αφροδίτη. Ο Αθηναίος Πραξιτέλης, ένας από τους μεγαλύτερους γλύπτες της αρχαιότητας, ήταν εραστής της ίδιας εταίρας και τη χρησιμοποιούσε ως μοντέλο. Φημολογείται, μάλιστα, ότι από αυτή εμπνεύστηκε το άγαλμα της Κνιδίας Αφροδίτης, ένα ονομαστό γλυπτό κατασκευασμένο περίπου το 350, που παρουσίαζε τη θεά γυμνή τη στιγμή του λουτρού της, και το οποίο είναι σήμερα γνωστό χάρη στα πολλά μεταγενέστερα αντίγραφα. Ο Αθηναίος ρήτορας Υπερείδης, για να πετύχει την αθώωση της ίδιας εταίρας από την κατηγορία της εισαγωγής νέων θεοτήτων στην Αθήνα -μια γραφὴν ἀσεβείας που είχε κατατεθεί από προηγούμενο εραστή της- τράβηξε, κατά τη διάρκεια του δικαστικού αγώνα, τον χιτώνα της πελάτισσάς του και έδειξε, ενώπιον του πολυπληθούς δικαστηρίου, το γυμνό στήθος της. Το τέχνασμα επέφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα, και η Φρύνη αθωώθηκε.

Οι ιστορίες αυτές, μεταγενέστερες και ενδεχομένως πλαστές, εκφράζουν την ελληνική στάση απέναντι στη σωματική ομορφιά: πέρα από τη σαρκική επιθυμία, αλλά με αυτή ως κινητήριο δύναμη, το έκπαγλο κάλλος δρούσε ανατατικά στην ψυχή του ορώντος, διότι κατά βάθος αποτελούσε ιδίωμα της ίδιας της θεότητας.

Το εγχείρημα του Πραξιτέλη ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπο. Όλες οι γυναικείες θεότητες, μετά το 600, παριστάνονταν ντυμένες. Κάποιες, όπως χαρακτηριστικά η Νίκη του Παιωνίου στην Ολυμπία, μπορούσαν να έχουν ενδύματα τόσο λεπτά και διάφανα, ώστε να διαγράφεται θελκτικά το σώμα πίσω από αυτά. Καμία όμως δεν ήταν ολόγυμνη. Η αιδημοσύνη των γυναικών είχε προβληθεί στις θεές - ακόμη και στη θεά του έρωτα. Αλλά με την Αφροδίτη της Κνίδου τα πράγματα άλλαξαν. Τώρα το γυναικείο σώμα μπορούσε να φανεί ακάλυπτο, όπως το ανδρικό. Η αλλαγή αυτή δεν σηματοδοτούσε βελτίωση της θέσης των γυναικών στην κοινωνία· αλλά υποδείκνυε μια μεγαλύτερη ευαισθησία για το καθαρά γυναικείο κάλλος. Οι αρχαϊκές κόρες βασίζονταν κυρίως στην ανδρική σωματική διάπλαση με την προσθήκη ορισμένων γυναικείων χαρακτηριστικών, όπως το στήθος. Στην αλλαγή που εγκαινίασε ο Πραξιτέλης οι καλλιεργημένες εταίρες, οι μόνες γυναίκες με πραγματική ελευθερία κινήσεων και επιλογών στην αρχαιότητα, πρέπει να συνέβαλαν ουσιαστικά. Η Φρύνη κατέληξε να θεωρείται επίγεια φανέρωση της ίδιας της Αφροδίτης.

Ενώ οι μύθοι ανέφεραν από παλαιά έρωτες θεών για νεαρά αγόρια (Δίας και Γανυμήδης, Ποσειδών και Πέλοψ, Απόλλων και Υάκινθος), η μορφή της λεγόμενης «ελληνικής παιδεραστίας» δεν είναι γνωστή στα ομηρικά έπη. Ορισμένες πηγές αποδίδουν στο ιδιότυπο αυτό φαινόμενο δωρική καταγωγή και εντοπίζουν τις απαρχές του στη Σπάρτη και την Κρήτη. Τον 6ο αιώνα παρουσιάζεται, πάντως, διαδεδομένο στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας - και όχι μόνο τις δωρικές. Στην αποδοχή του θεσμού συνέβαλαν η χαμηλή κοινωνική θέση της γυναίκας και το ιδανικό της πολεμικής αρρενωπότητας, που συνδύαζε σωματική λειτουργικότητα, δύναμη και καθαρές γραμμές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο έρωτας αυτός ήταν απαγορευμένος στους δούλους.

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι η φυσική έλξη προς το άλλο φύλο δεν αποτελεί πρόσκομμα για εκδήλωση ερωτικής επιθυμίας προς μέλη του ίδιου φύλου. Πίστευαν, επίσης, ότι η επιθυμία αυτή εκδηλωνόταν μονομερώς, από την πλευρά ενός ώριμου άνδρα προς έναν αρκετά νεότερο έφηβο και, αν προέκυπτε σχέση, αυτή δεν θα ήταν συναισθηματικά αμοιβαία - τουλάχιστον όχι με τον ίδιο τρόπο. Ο ώριμος άνδρας ονομαζόταν ἐραστής και ο νεότερος ἐρώμενος ή παιδικά. Την ερωτική επιθυμία βίωνε μόνο ο εραστής. Ο ερωμένος, ναρκισσευόμενος από το ερωτικό βλέμμα του εραστή, μπορούσε να θαυμάζει την ωριμότητα, την ανδρεία και τη σοφία του εραστή και να ανταποδίδει τον έρωτα με εκτίμηση και φιλία. Η διαφορά ηλικίας ανάμεσα στα μέλη, η συμβατότητα της σχέσης αυτής με τον γάμο και η συνηθισμένη διακοπή της μετά την ενηλικίωση του ερώμενου αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής παιδεραστίας.

Θεωρητικά, οι σχέσεις αυτές είχαν κυρίως παιδαγωγικό χαρακτήρα. Η κοινωνική αποδοχή τους βασιζόταν στη βοήθεια που παρείχαν για την ωρίμανση των νέων. Στην Κρήτη, χαρακτηριστικά, ο εραστής με τον ερώμενο απομακρύνονταν μέσα στην άγρια φύση των δασών και των ορέων για δύο μήνες και ζούσαν μαζί βίο απολίτιστο. Μετά την πάροδο του διμήνου και την επιτυχή λήξη της δοκιμασίας, ο νέος μπορούσε πλέον να ενταχθεί στο σώμα των πολιτών. Παρόμοιες μαρτυρίες υπάρχουν για τη Σπάρτη. Η παιδεραστία, όπως γινόταν αντιληπτή, εξομάλυνε τη μετάβαση από τον γυναικείο χώρο του σπιτιού και των γυναικών στον ανοιχτό χώρο των ανδρικών συγκρούσεων και της ωριμότητας.

Παρά την αποδοχή των παιδεραστικών σχέσεων, η διατήρηση του παθητικού ρόλου κατά την ωριμότητα και η αποφυγή του γάμου προς χάριν ομοφυλοφιλικού δεσμού ήταν, σε διάφορες πόλεις, αντικείμενα κριτικής. Ο Αριστοφάνης, που δεν χάνει ευκαιρία να διακωμωδήσει ως κιναίδους διάφορους νεωτερίζοντες συμπατριώτες του, απηχούσε το κοινό αίσθημα της εποχής για την κατακριτέα εκθήλυνση ορισμένων ανδρών. Η κατηγορία αφορούσε κυρίως την ηδυπάθεια. Από την πλευρά του νόμου, ο ελεύθερος ενήλικας που αποφάσιζε να εκπορνευτεί για χρηματικό όφελος διακινδύνευε τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του (ἀτιμίαν), που ήταν η αυστηρότερη ποινή μετά τη θανατική. Στον αγοραίο έρωτα μπορούσαν να εργάζονται μόνο όσοι δεν ήταν κύριοι του εαυτού τους. Η σχέση των ερωτικών δεσμών με τον πόλεμο φανερώνεται άλλωστε και στον ἱερὸν λόχον της Θήβας.

Γενικά, οι διαβατήριες τελετές ενηλικίωσης των εφήβων ακολουθούν ένα τριμερές σχήμα (α) απόσπασης από την κοινότητα, (β) απομόνωσης για ορισμένο χρονικό διάστημα, και (γ) επανένταξης με νέα ιδιότητα. Η κεντρική φάση της απομόνωσης αποτελούσε τον συμβολικό θάνατο του παλαιού εαυτού, ώστε η ανάληψη του νέου ρόλου να ολοκληρώνεται δίχως ψυχικές παλινδρομήσεις και επιπλοκές.

Οι Αθηναίοι έφηβοι, όταν γίνονταν δεκαοκτώ ετών, υπηρετούσαν ένοπλοι για δύο χρόνια την πατρίδα τους μέσα στα σύνορα της Αττικής. Με το πέρας της περιόδου αποκτούσαν την ιδιότητα του πολίτη-οπλίτη, που μπορεί να συμμετάσχει στην Εκκλησία του Δήμου και να πολεμήσει εκτός συνόρων. Ο όρκος που σηματοδοτούσε τη μετάβαση στο νέο κοινωνικό καθεστώς έχει διασωθεί:

Δεν θα ντροπιάσω τα ιερά όπλα ούτε θα εγκαταλείψω τον παραστάτη της φάλαγγας σε όποια σειρά κι αν στοιχηθώ. Θα υπερασπιστώ τα ιερά και τα όσια και δεν θα παραδώσω την πατρίδα μου μικρότερη, αλλά μεγαλύτερη και ισχυρότερη, και μόνος μου και από κοινού με όλους τους άλλους. Θα υπακούω στις εντολές όσων διατάζουν με φρόνηση και θα υπηρετώ τους θεσπισμένους νόμους και όσους άλλους θεσπιστούν με φρόνηση στο μέλλον. Αν κάποιος τους παραβιάζει, θα αντιδράσω, και μόνος μου και από κοινού με όλους τους άλλους, και θα τιμώ τα πάτρια ιερά. Μάρτυρές μου οι θεοί Άγλαυρος, Εστία, Ενυώ, Ενυάλιος Άρης και Αθηνά Αρεία, Ζευς, Θαλλώ, Αυξώ, Ηγεμόνη, Ηρακλής, και όρια της πατρίδας μου το σιτάρι και το κριθάρι και τα αμπέλια και οι ελιές και οι συκιές.

Η εκτός του οίκου δραστηριότητα πλουτισμού ονομαζόταν γενικά χρηματισμός ή χρηματιστική (εννοείται: ἐπιστήμη). Όταν όμως κάποιος χρησιμοποιούσε το χρήμα ως αυταξία και αποσκοπούσε στην αύξηση του πλούτου, όχι ως μέσο για την καλή ζωή αλλά ως σκοπό, τότε η χρηματιστική επιστήμη ονομαζόταν καπηλική. Όλοι οι μεταπράτες, ανεξάρτητα από το βεληνεκές των δραστηριοτήτων τους, μπορούν να θεωρηθούν κάπηλοι, αλλά ο όρος αναφερόταν ειδικά στους μικροπωλητές της αγοράς. Όσοι αντίθετα ασχολούνταν με τη χονδρική μεταπώληση και τη διακίνηση των αγαθών σε μεγάλες αποστάσεις ονομάζονταν ἔμποροι.

Οι οικονομικές δραστηριότητες των Ελλήνων χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες. Πρώτη και καλύτερη ήταν η γεωργία. Σε μια κατά κύριο λόγο αγροτική οικονομία, κάτω από τον γενικό τίτλο της γεωργίας μπορούν να ενταχθούν δραστηριότητες που σχετίζονται με τη γη αλλά δεν είναι κυριολεκτικά γεωργικές. Τέτοιες ήταν η κτηνοτροφία, η μελισσοκομία και η υλοτομία. Το κυνήγι, ιδίως των μεγάλων θηραμάτων, ήταν περισσότερο άθλημα των ευπόρων παρά καθημερινή ενασχόληση, και η αλιεία, αν και αυτόνομη δραστηριότητα για ορισμένους, μπορούσε επίσης να ασκείται ερασιτεχνικά. Η δεύτερη κατηγορία αφορούσε όλες τις χειρωνακτικές και βιοτεχνικές εργασίες, όπως ήταν η αγγειοπλαστική, η οπλοποιητική, τα εργαστήρια κατασκευής επίπλων, εργαλείων ή μουσικών οργάνων, τα ναυπηγεία και τα ορυχεία. Τελευταία κατηγορία ήταν αυτή των συναλλαγών. Οι διακινητές, οι μεταπράτες, οι ναυτικοί, οι μικροπωλητές και οι έμποροι ανήκαν σε αυτήν.

Η γεωργία και οι συναφείς ενασχολήσεις έχαιραν σχετικής εκτίμησης. Αντίθετα με τις χειρωνακτικές εργασίες των εργαστηρίων και των τεχνών, που χαρακτηρίζονταν βαναυσικαί και, τουλάχιστον στη θεωρία, δεν ταίριαζαν σε ελεύθερο πολίτη, η γεωργία κρατούσε τους αγρότες στο ύπαιθρο, γύμναζε ολόκληρο το σώμα και βελτίωνε το ψυχικό φρόνημα. Η μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού, μέχρι και το 80%, ασχολούνταν με τη γεωργία υπό την ευρεία της έννοια. Αυτή αποτελούσε το θεμέλιο της αρχαίας οικονομίας.

Τα τρία βασικά καλλιεργούμενα είδη της αρχαιότητας ήταν τα δημητριακά (σῖτος), τα αμπέλια και οι ελιές. Είτε ως σιτάρι (πυροί) είτε, συνηθέστερα, ως κριθάρι (κριθαί) τα δημητριακά παρείχαν τη βάση της καθημερινής διατροφής. Από αυτά παρασκευαζόταν όχι μόνο το ψωμί, αλλά και διάφοροι χυλοί και γλυκά (πλακοῦντες). Από τα σταφύλια έβγαινε το κρασί και από τις ελιές το λάδι, ως απαραίτητα διατροφικά συμπληρώματα. Όσπρια, οπωροκηπευτικά και καρποφόρα δέντρα (μηλιές, αχλαδιές, αμυγδαλιές, κερασιές, συκιές, ροδιές, κυδωνιές) καλλιεργούνταν επίσης. Τα εσπεριδοειδή ήταν άγνωστα, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα αβγά και το μέλι πολύ διαδεδομένα, η κρεοφαγία σπάνια και εορταστική. Σε γενικές γραμμές, οι αρχαίοι είχαν διατροφικές συνήθειες υπαγορευόμενες από το περιβάλλον στο οποίο ζούσαν και ακολουθούσαν μια μεσογειακή δίαιτα που διατηρήθηκε για πολλούς αιώνες. Οι αγρότες εξαναγκάζονταν σε μόνιμη διαβίωση σε ορισμένο τόπο και το γεγονός αυτό έθεσε τις ρίζες της πολιτικής κοινωνίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η καλλιέργεια των σιτηρών, δώρο της Δήμητρας, θεωρήθηκε ως απαρχή της πολιτισμένης ανθρωπότητας.

Ο μέσος κλήρος γης ενός οπλίτη στην Αθήνα του 5ου αιώνα υπολογίζεται γύρω στα 50 στρέμματα. Τα μεγάλα κτήματα δεν ξεπερνούσαν τα 300 στρέμματα. Φυσικά υπήρχαν σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάλογα με την πόλη και την ιστορική περίοδο. Πολλοί, λόγω κακής διαχείρισης, αμέλειας ή άσχημων καιρικών συνθηκών, κατέληξαν ακτήμονες, αλλά γενικά η απόσταση ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς ιδιοκτήτες γης δεν ήταν τεράστια. Οι μικροκαλλιεργητές φρόντιζαν τα χωράφια μόνοι τους (αὐτουργοί). Για τους άλλους η βοήθεια δούλων ήταν επιβεβλημένη, ιδιαίτερα στις περιόδους της συγκομιδής.

Οι λεγόμενες «βαναυσικές» τέχνες θεωρούνταν ανθυγιεινές. Έσχατο όριο εξαθλίωσης του ανθρώπου ήταν η εξόρυξη μεταλλεύματος μέσα σε σκοτεινές και υγρές σύραγγες. Ωστόσο, και άλλα επαγγέλματα, όπως αυτό του σιδερά, που αναγκαζόταν να εργάζεται σε κλειστό χώρο, δίπλα στη φωτιά και τον πυρακτωμένο σίδηρο -εδώ ο όρος βάναυσος κυριολεκτεί-, δεν αντιμετωπίζονταν πολύ καλύτερα. Η κύρια μομφή κατά των βαναυσικών (ή ἀναγκαίων) τεχνών δεν ήταν τόσο η χειρωναξία, όσο η καθιστική στάση και ο περιορισμός του σώματος σε ορισμένες μόνο κινήσεις.

Στην Αθήνα της κλασικής εποχής, που ήταν και εδώ η εξαίρεση στον γενικό κανόνα των ελληνικών πόλεων, το ποσοστό τεχνιτών ίσως άγγιξε το ένα τρίτο του πληθυσμού των πολιτών - πέρα από τους μέτοικους και τους δούλους. Κάποια εργαστήρια ήταν κανονικά εργοστάσια, με μηχανές τα χέρια του ανελεύθερου πληθυσμού. Το εργαστήριο ασπίδων του μέτοικου από τις Συρακούσες Κέφαλου, πατέρα του Λυσία, αριθμούσε 120 δούλους, ενώ ο πατέρας ενός μεταγενέστερου Αττικού ρήτορα, του Δημοσθένη, διέθετε δύο βιοτεχνίες (κρεβατιών και μαχαιριών) με 20 και 30 εργάτες αντίστοιχα. Υπάρχουν ενδείξεις ότι, παρά τα όσα ισχυρίζονταν οι αριστοκράτες της εποχής, πολλοί χειρώνακτες ήταν υπερήφανοι για τα «βάναυσα» επιτεύγματα των χεριών τους.

Για τη διακίνηση των γεωργικών και βιοτεχνικών αγαθών και των πρώτων υλών (ξύλου, μετάλλου, λίθων) οι αρχαίοι χρησιμοποιούνταν υποζύγια στη στεριά και φορτηγά πλοία (ὁλκάδας) στη θάλασσα, που ακολουθούσαν παράκτιες (κυρίως) και διαπόντιες πορείες, καθορισμένες από την εμπειρία αιώνων (ὑγρὰ κέλευθα). Ο τύραννος Διονύσιος, για παράδειγμα, διέταξε να μεταφέρουν μεγάλη ποσότητα ξυλείας από τα δάση της Αίτνας και της Κάτω Ιταλίας στις Συρακούσες, χρησιμοποιώντας τους δύο αυτούς τρόπους. Τα ζωτικής σημασίας σιτηρά εισάγονταν στην ηπειρωτική Ελλάδα από τον Εύξεινο Πόντο, τη Σικελία και την Αίγυπτο, όταν οι διαθέσιμες ποσότητες τοπικής παραγωγής δεν επαρκούσαν.

Οι συναφείς με το εμπόριο δραστηριότητες είχαν το προσόν ότι μπορούσαν να κάνουν κάποιον πλούσιο μέσα σε λίγο χρόνο. Δεν δημιουργούσαν όμως νέα προϊόντα. Το γεγονός αυτό ήταν αιτία να θεωρούνται ενασχολήσεις που συγγενεύουν με την κλοπή. Ο Κερδώος Ερμής, εξάλλου, προστάτης των εμπόρων, είχε από παιδική ηλικία αποδείξει την επιτηδειότητά του κλέβοντας τα βόδια του Απόλλωνα. Από την άλλη, τα μεταπρατικά επαγγέλματα εξανάγκαζαν τον έμπορο να γίνει δέσμιος της πελατείας του. Η συμπεριφορά του όφειλε να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις του αγοραστή, και ο ελεύθερος χρόνος του ήταν περιορισμένος. Ο έμπορος δεν είχε την αυτονομία και τη σχολήν (δηλαδή χρόνο διαθέσιμο για ελευθέριες δραστηριότητες) που ταίριαζε στον ελεύθερο πολίτη. (Οι παραγωγοί, πάντως, που πωλούσαν μόνοι τα προϊόντα τους, σε σπίτια, κτήματα ή την κεντρική αγορά της πόλης, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν έμποροι.)

Η αξιολογική διάκριση που έκαναν οι αρχαίοι της κλασικής εποχής στο ζήτημα της εργασίας ήταν αρκετά διαφορετική από τη σημερινή. Αντί να χωρίζουν τους ανθρώπους σε εργατικούς και φυγόπονους, εργαζόμενους και ανέργους, χώριζαν τις ίδιες τις δραστηριότητες ανάλογα με τον σκοπό που εξυπηρετούν. Πόνος ήταν κάθε μορφή εργασίας που είχε υπαγορευτεί από την ανάγκη επιβίωσης, ἔργον κάθε δραστηριότητα που αποσκοπούσε στην καλή ζωή. Γενικά, ο βιοπορισμός ήταν πόνος, ενώ η πολιτική, η προετοιμασία για τον πόλεμο, η γενική επίβλεψη καλλιεργειών και το ενδιαφέρον για τη γνώση χαρακτηριζόταν ως έργα. Ἄσχολοι ήταν όσοι δεν είχαν χρόνο για να ασχοληθούν με οτιδήποτε άλλο πέρα από τα αναγκαία προς το ζην. Σε ακραία διατύπωση, ο πόνος ταίριαζε στους δούλους και το ἔργον στους ελεύθερους πολίτες.

Οι Έλληνες αξιοποίησαν το νομισματικό σύστημα ως διεθνές μέσο εκτίμησης των αξιών και των εμπορικών συναλλαγών. Ενώ η ανταλλακτική οικονομία διατηρήθηκε σε πολλές πόλεις για τις μικρής κλίμακας καθημερινές συναλλαγές, το εμπόριο σταδιακά προσανατολίστηκε προς τη νομισματική οικονομία, που παρείχε περισσότερες δυνατότητες και μεγαλύτερη ευελιξία. Από τον πρώιμο 6ο αιώνα, ορισμένες ελληνικές πόλεις άρχισαν να σφραγίζουν μετρημένες ποσότητες ευγενούς μετάλλου με κάποιο έμβλημά τους και να δημιουργούν έτσι νομίσματα. Από τη διαδικασία αυτή κέρδιζαν τα δημόσια ταμεία, γιατί η πραγματική αξία του μετάλλου ήταν λίγο μικρότερη από την αγοραστική. Έβγαιναν, όμως, ωφελημένοι και οι ιδιώτες, διότι με τη χρήση νομισμάτων αποσοβούσαν τον κίνδυνο εξαπάτησης που μπορούσε να προκύψει από τη νόθευση του μετάλλου ή το σφαλερό ζύγισμα. Στο τέλος του ίδιου αιώνα οι περισσότερες πόλεις είχαν υιοθετήσει τη συνήθεια κοπῆς (χτυπήματος), και τα ελληνικά νομίσματα μπορούσαν να βρεθούν σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, όπως και σε μέρη της Εγγύς Ανατολής. Λόγω της πολυμορφίας των ελληνικών νομισμάτων προέκυψε η ανάγκη ανταλλαγής τους και κατά συνέπεια ένα νέο επάγγελμα, αυτό του τραπεζίτη.

Η επινόηση του νομίσματος ανήκει στους Λυδούς. (Προϋποτύπωσή της βρίσκουμε στα μεταλλικά σταθμά της Μεσοποταμίας, που όμως δεν έφεραν σφραγισμένες παραστάσεις.) Την ιδέα ακολούθησαν γρήγορα οι πόλεις της Μικράς Ασίας, καθώς και οι Πέρσες, που κατέκτησαν την αυτοκρατορία του Κροίσου. Αλλά η μεγάλη ανάπτυξη και διάδοση του νομισματικού συστήματος συνδέεται άρρηκτα με την άνθηση του εμπορίου, όπου οι Έλληνες, οι Φοίνικες και οι Ετρούσκοι διέπρεπαν ήδη.

Τα πρώτα ελληνικά νομίσματα ήταν φτιαγμένα από μείγμα χρυσού και αργύρου (ἥλεκτρον). Κατόπιν, τα δύο μέταλλα διαχωρίστηκαν στη νομισματοκοπία. Ο άργυρος, αν και ευτελέστερος, κατέληξε να αποτελεί το μέταλλο αναφοράς για τον καθορισμό των τιμών. Το ἀργύριον έγινε συνώνυμο του νομίσματος. Η σχέση του αργύρου με τον χρυσό ποίκιλλε ανάλογα με την περίοδο και μπορούσε να διακυμανθεί από 1/17 έως 1/10 (όπου και σταθεροποιήθηκε τον 3ο αιώνα). Τα χάλκινα νομίσματα, που πρωτοκυκλοφόρησαν τον 5ο αιώνα για μικρές συναλλαγές και χρήση μόνο εντός των συνόρων της πόλης, είχαν πολύ μεγαλύτερη αγοραστική αξία από την αξία του μετάλλου τους - όπως τα σημερινά χαρτονομίσματα. Έθεταν έτσι το ζήτημα της ανθρώπινης σύμβασης στις αξίες. Η λέξη νόμισμα δήλωνε ήδη σχέση με τον νόμον.

Από τον 4ο αιώνα τα αγαθά άρχισαν να υπολογίζονται αποκλειστικά με βάση τη νομισματική τους αξία και η οικονομία μπήκε στη φάση της νομισματοποίησης, ακόμη και όταν δεν γινόταν χρήση μετρητών. Η παλαιά μέθοδος των ανταλλαγών εξακολούθησε για καιρό, αλλά με αναφορά πλέον των τιμών προς το νόμισμα. Τα υλικά αντικείμενα, τα χρηστικά αγαθά και οι περιουσίες έπρεπε πλέον να μεταφράζονται σε αφηρημένες αξίες. Από την εξέλιξη αυτή προέκυψε η έννοια και η πρακτική της πίστωσης και το πρώτο τραπεζικό σύστημα. Όσοι είχαν συσσωρεύσει κινητή περιουσία σε μετρητά μπορούσαν να δανείζουν με τόκο, για να καλύψουν απροσδόκητα έξοδα ή τολμηρές επιχειρήσεις άλλων. Το επιτόκιο βρισκόταν γύρω στο 12%. Οι πρώτες αυτές τράπεζες ανήκαν σε ιδιώτες. (Από τον 3ο αιώνα, κάποια πανελλήνια ιερά με συσσωρευμένο πλούτο ακολούθησαν το παράδειγμα της τραπεζικής πίστωσης με χαμηλότερο επιτόκιο.) Στην ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος βρίσκουμε μια έκφραση των πολύπλοκων σχέσεων ανάμεσα στη δημόσια πολιτική απόφαση (κοπή νομισμάτων) και την ιδιωτική πρωτοβουλία (εμπόριο, τράπεζες).

Το πρώτο δημοσιονομικό σύγγραμμα που έχει διασωθεί από την αρχαιότητα είναι οι Πόροι του Ξενοφώντα. Για την ανόρθωση των οικονομικών της Αθήνας ο συγγραφέας προτείνει μια σειρά από τολμηρά μέτρα, όπως την κατάργηση του φόρου των μετοίκων και της υποχρέωσής τους να συστρατεύονται με τους οπλίτες, τη βελτίωση του κύρους των ξένων εμπόρων μέσα στην πόλη, τη διευκόλυνση των διαδικασιών φορολόγησης και εκφόρτωσης των εισαγόμενων αγαθών, την τόνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας με δέλεαρ το αμεσότερο κέρδος και την αγορά δημόσιων φορτηγών πλοίων και δούλων για εκμίσθωση σε ιδιώτες. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει ότι η ευμάρεια μιας πόλης δημιουργεί μεγαλύτερη ανάγκη για ρευστό, καθώς αυξάνουν οι καταναλωτικές απαιτήσεις. Οι άνδρες -υπογραμμίζει- επιθυμούν όμορφα όπλα, γρήγορα άλογα και πολυτελείς κατοικίες, οι γυναίκες ακριβά φορέματα και κοσμήματα. Στο σύγγραμμα διατυπώνεται ευκρινώς ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης στον καθορισμό των τιμών της αγοράς.

Το Μέγιστο Μάθημα της Ζωής

Η Μία Φύση

Το Πιο Σημαντικό που μπορεί να Κατανοήσει ο Άνθρωπος (να «Μάθει») είναι το να ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΙ την ΦΥΣΗ του και πως ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ… Από Αυτή την Κατανόηση Πηγάζει η Αληθινή Γνώση και κάθε Ορθή Δράση.

Στην Ιστορία πολλοί άνθρωποι Κατανόησαν Πραγματικά την Φύση τους (τη Φύση του Ανθρώπου), Βίωσαν Ως το Απεριόριστο Βάθος την Ύπαρξή τους κι Ήρθαν σε Άμεση Επαφή με την Πραγματικότητα, (Πρόσωπο με Πρόσωπο με την Αλήθεια)…

Κάποιοι Ονόμασαν Αυτή την Εμπειρία (Αυτή την Κατάσταση Ύπαρξης) «Μία Φύση» όπως ο Λάο Τσε.

Άλλοι την Ονόμασαν «Βασίλειο του Αδημιούργητου», όπως ο Βούδας.

Και πρόσφατα ο Κρισναμούρτι την Ονόμαζε «Αλήθεια», «Χώρα της Αλήθειας»…

Τι εννοούσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι με όλες αυτές τις εκφράσεις;

Προφανώς μιλούσαν για μια Αντικειμενική Πραγματική Κατάσταση της Ύπαρξης που τα Αγκαλιάζει Όλα. Η Μία Φύση, η Πραγματικότητα, ο Θεός, η Αλήθεια, Είναι Κάτι στο Οποίο μπορεί ο Άνθρωπος να Ανυψωθεί, να Βιώσει, να Νοιώσει Άμεσα – όχι κάτι εξωτερικό, ένα αντικείμενο.

Ο Θεός Είναι το Απεριόριστο στο Οποίο Ανοιγόμαστε (σαν Άνθρωποι), Μια Εμπειρία – δεν είναι κάτι που υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς, εκεί έξω. Αυτή η τελευταία αντίληψη (άποψη) είναι η αντίληψη ενός φαντασιόπληκτου νου που νομίζει ότι ο ιδέες του έχουν αντικειμενική υπόσταση κι ότι ο Θεός είναι κάτι εκεί έξω.

Με άλλα λόγια – για να τελειώνουμε με όλα αυτά - Ο Θεός (Υπάρχει Μέσα σε Όλα, Μέσα στον Άνθρωπο κι ) Είναι η Ανώτερη Εμπειρία του Ανθρώπου, η Υπέρτατη Κατάσταση της Ύπαρξής του, η Ύστατη Πραγματικότητα που μπορεί να Βιώσει.

Κι αφού περιπλανηθήκαμε τόσο μακριά – αγαπητοί φίλοι – ας ξαναγυρίσουμε στον Άνθρωπο.

Όπως έλεγε ο Αρχαίος Σοφός, στην Αθήνα, πριν 2500 χρόνια (ο Πρωταγόρας) ο Άνθρωπος Είναι η Αρχή και η Πραγματικότητα και το Μέτρο των πάντων.

Κι όπως έλεγε ο άλλος Μεγάλος Σοφός, πάλι στην Αθήνα, την ίδια εποχή (ο Πλάτωνας) το «Μέγιστο Μάθημα» για τον Άνθρωπο είναι η Κατανόηση από τον Άνθρωπο της Μίας Φύσης, του Αγαθού, του «Τελείως Είναι», που τα Αγκαλιάζει Όλα κι Είναι Μέσα σε Όλα και Μέσα στον Άνθρωπο (και Ταυτίζεται με Όλα στο Βάθος της Ύπαρξής τους) – αφού Όλα από Αυτό (το Αγαθόν) Πηγάζουν… Και θυμηθείτε ο Πλάτωνας ήταν Μυημένος στα Ελευσίνια Μυστήρια.

Κι όλοι οι Σοφοί του Κόσμου (οι Πραγματικοί Σοφοί – όχι οι σοφοί που για να αποδείξουν ότι είναι σοφοί ξεδιπλώνουν ξεδιάντροπα διπλώματα, χαρτιά με σφραγίδες, χαρτιά με μελάνι) Αυτή την Αλήθεια Έψαξαν και Βρήκαν και Βίωσαν.

Η Φύση του Ανθρώπου

Τι είναι ο Άνθρωπος; Τι είναι η Φύση του Ανθρώπου; Πως λειτουργεί; Πως μπορούμε να Βιώσουμε την Πραγματικότητα; Τι είναι Αυτή η Ύστατη Πραγματικότητα που Βιώνουμε;

Η Απάντηση σε όλα τα Ερωτήματα είναι μία. Κι αυτή η Απάντηση δεν είναι απλά η Παράδοση, η Διδασκαλία, η Αλήθεια που κηρύττουν, είναι αυτό που μπορεί να Διαπιστώσει ο καθένας μας.

Η ΦΥΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ. ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ. ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΛΗΨΗ. ΑΝΤΙΛΗΨΗ ( δηλαδή μια Δυναμική Σύλληψη Αυτού που Υπάρχει, αυτού που συμβαίνει, που φαίνεται, κλπ.), που Αναδύεται σε ΠΑΡΟΥΣΙΑ, Συμπυκνώνεται σε σκέψη, Παγιώνεται σε Αίσθηση και Σταθεροποιείται σε Φαινόμενο.

Όλα Είναι ΑΝΤΙΛΗΨΗ κι Όλα Ταυτίζονται (αφού είναι η ίδια η ΑΝΤΙΛΗΨΗ σε Διάφορες Χρήσεις).

Κι όπως Λειτουργεί η ΑΝΤΙΛΗΨΗ σε Κοσμικό Επίπεδο λειτουργεί και σε Ατομικό Επίπεδο και σε Ανθρώπινο Επίπεδο, Μέσα στον Άνθρωπο…

Καθένας μπορεί να Διαπιστώσει – Παρατηρώντας τον Εαυτό του – ότι ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΛΗΨΗ (ΑΙΣΘΗΣΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ) και Λειτουργεί είτε σαν Αντίληψη (Απλή Παρουσία), είτε γίνεται σκέψη, είτε αίσθηση, είτε σωματική εμπειρία, μέσα στο κόσμο των φαινομένων.

Όλα Είναι ΑΝΤΙΛΗΨΗ, δεν υπάρχει κάτι Διαφορετικό. Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ είναι που συμπυκνώνεται σε σκέψη, η ΑΝΤΙΛΗΨΗ είναι που γίνεται Αίσθηση, η ΑΝΤΙΛΗΨΗ είναι που διαχέεται μέσα στην σωματική δραστηριότητα. Είναι η ΑΝΤΙΛΗΨΗ σε Διάφορες Χρήσεις (η Ίδια Λειτουργία).

Κι όπως (Αυτή η Μία, η Ίδια Λειτουργία) η Αντίληψη Λειτουργεί σαν Αντίληψη, με τον ίδιο τρόπο λειτουργεί και στις Άλλες Χρήσεις της. Όλα Ελέγχονται με τη Βούληση.

Θέλουμε να πούμε ότι με τον ίδιο τρόπο (με τη Βούληση) χειριζόμαστε την Αντίληψη, την σκέψη, την αίσθηση, ή την κίνηση του χεριού για να κάνουμε κάτι. Από εμάς πηγάζει η Βούληση, η Δύναμη που προσανατολίζει την δράση μας. Από εμάς πηγάζει η Βούληση που μετατρέπει την Αντίληψη σε σκέψη, σε αίσθηση, ή σε κίνηση του χεριού.

Από εμάς εξαρτάται αν θα Αντιλαμβανόμαστε Απλώς, ή αν θα χρησιμοποιούμε την σκέψη, την αίσθηση, ή την σωματική δραστηριότητα.

Ο Χειρισμός της ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ είναι Ίδιος σε όλες της Χρήσεις της, σε όλα τα Πεδία… γίνεται με τον ίδιο τρόπο.

Με τον ίδιο τρόπο που κρατάμε το χέρι μας ανοιχτό ή το σφίγγουμε σε γροθιά – με τον ίδιο ακριβώς τρόπο – σκεφτόμαστε ή εγκαταλείπουμε τη σκέψη (το ίδιο και την αίσθηση).

Η Ορθή Δράση

Τώρα, το ερώτημα είναι ότι αν Κατανοούμε την Φύση μας, αν την Βιώνουμε και τα Γνωρίζουμε όλα αυτά, τότε Ποια είναι η Ορθή Δράση;

Η Πραγματική, Φυσική, Λογική, Ισορροπημένη, Υγιής Δράση, είναι η Χρήση της Φύσης μας σύμφωνα με την αντικειμενική Ιεραρχία των δυνατοτήτων μας, αρμονικά και για καλό αποτέλεσμα. Αυτό δεν λέει η Λογική;

Πρέπει λοιπόν να Αντιλαμβανόμαστε Ελεύθερα, Απεριόριστα (με την Γενική Όρασή μας) και να χρησιμοποιούμε την σκέψη να αποφασίζουμε, την αίσθηση να κατευθυνόμαστε και το σώμα να πραγματοποιούμε. Τα χρησιμοποιούμε όλα αυτά ανάλογα με την φυσική αντικειμενική ιεραρχία τους και στο μέτρο που τους αναλογεί και μόνο για να έχουμε αγαθό αποτέλεσμα – το κακό είναι άγνοια, δυσαρμονία και διάλυση.

Πρέπει να Χρησιμοποιούμε την ΑΝΤΙΛΗΨΗ σε Όλες τις Χρήσεις της χωρίς να παρασυρόμαστε στην υπερβολή της σκέψης ή της αίσθησης ή της υλικής δραστηριότητας και να σκλαβωνόμαστε σε αυτές τις ιδιαίτερες χρήσεις. Δεν μπορούμε να παγιδευόμαστε σε ένα τρόπο σκέψης όπως δεν μπορούμε να κρατάμε το χέρι μας σφιγμένο σε γροθιά συνέχεια. Δεν είναι ανόητο; Δεν είναι τρελό;

Όταν Ενεργούμε Ισορροπημένα, με Μέτρο, τότε Είμαστε ελεύθεροι να Ζήσουμε και να δράσουμε κι η σκέψη, η αίσθηση, η σωματική δράση δεν είναι εμπόδια, δεν μας εμποδίζουν να βιώνουμε αυτό που πραγματικά υπάρχει, αυτό που πραγματικά συμβαίνει.

Η ζωή του ονείρου

Όταν την Ελεύθερη και Απεριόριστη Αντίληψη (που Διαθέτουμε από τη Φύση μας) την μετατρέπουμε σε σκέψη, όταν εμμένουμε σε μια προοπτική του κόσμου μέσα από μια συγκεκριμένη αντίληψη (νοοτροπίες, πάγιες αντιλήψεις - δηλαδή όχι ζωντανούς αλλά τεχνητούς τρόπους αντίληψης), όταν απορροφιόμαστε σε αυτή την οπτική της ζωής, όταν λησμονιόμαστε μέσα σε αυτή την οπτική, τότε απλά ζούμε το «όνειρό» μας.

Κι όταν οι άνθρωποι το κάνουν αυτό σε μεγάλη κλίμακα (παγκόσμια) απομονώνεται ο καθένας στην πραγματικότητά του κι αρχίζει η ασυνεννοησία, η διαμάχη, οι πόλεμοι και το αποτέλεσμα το βλέπουμε παντού γύρω μας – στον ωραίο κόσμο που έχουμε φτιάξει, στην πολιτισμένη κοινωνία για την οποία περηφανευόμαστε, στον πολιτισμό μας που αδιαφορεί για τον άνθρωπο, την αδικία, την φτώχεια, τον θάνατο (εννοούμε το φόνο).

Κι έρχονται μετά οι κάθε είδους σωτήρες να φτιάξουν την κοινωνία…

Πλουτοκράτες, τραπεζίτες, αχυράνθρωποι πολιτικοί, βολεμένα τσουβάλια, ζόμπι στους δρόμους…

Πνευματικοί δάσκαλοι, ρασοφόροι και ψυχίατροι…

Διανοητές και ψευτοεπαναστάτες…

Κάθε είδους τρελός στην «Παγκόσμια Γιορτή των Τρελών».

Γνωρίζει τούτος ο κόσμος (όλοι αυτοί οι άνθρωποι) τι κάνει; Που πηγαίνει;

Είναι για γέλια και για κλάματα – όλο αυτό το μπέρδεμα.

Αλλά τα πράγματα είναι απλά – αγαπητοί φίλοι. Πολύ απλά.

Πρέπει απλά να μάθουμε να είμαστε Άνθρωποι. ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Τίποτα περισσότερο αλλά και τίποτα λιγότερο (γιατί είμαστε πολύ λιγότερο).

Η «Λύσις»

Πρέπει να Αφήσουμε την ΦΥΣΗ μας να ΕΚΔΗΛΩΘΕΙ, να ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΑ, ΤΕΛΕΙΩΣ ΕΛΕΥΘΕΡΑ.

Πρέπει να Μάθουμε να Αντιλαμβανόμαστε (απλά να Αντιλαμβανόμαστε), να χρησιμοποιούμε την σκέψη (όχι να σκλαβωνόμαστε στη σκέψη – κι αυτό σημαίνει ότι πρέπει να πετάξουμε στα σκουπίδια όλο τον ανθρώπινο πολιτισμό, τις «γνώσεις», τους τρόπους ζωής, τις ανοησίες…), να χρησιμοποιούμε την αίσθηση (όχι να την ανακηρύσσουμε σε πάθος) να χρησιμοποιούμε το σώμα για να ζήσουμε ειρηνικά στον κόσμο, μαζί με τους άλλους (όχι για να κατακτήσουμε τον κόσμο – κι άντε ανόητε άνθρωπε! Να σου χαρίσουν τον Γαλαξία, το Σύμπαν… τι θα το κάνεις;).

Κι αυτά που λέμε – για να μην παρεξηγούμαστε – είναι απλά πράξη που πρέπει να κάνουμε, αν θέλουμε να είμαστε Υγιείς.

Δεν είναι ούτε Διδασκαλία, ούτε τεχνική, ούτε τίποτα άλλο.

Μην εμπιστεύεστε – αγαπητοί φίλοι – τους διδασκάλους που λένε ότι θα σας αποκαλύψουν την Αλήθεια. Τι θα σας αποκαλύψουν; Ήδη Είσαστε Άνθρωποι, Ζωντανοί κι Έχετε από την Φύση σας Όλες τις Δυνατότητες. Θα σας μάθουν να Είστε Εσείς; Να είστε Ζωντανοί; Να θέλετε; Να δράτε; Να περπατάτε; Να ανασαίνετε; Τι μπορούν να σας διδάξουν;

Μην εμπιστεύεστε αυτούς που λένε ότι θα σας μάθουν να είστε υγιείς, ότι θα σας ξεμπλέξουν από το μπέρδεμα της σκέψης κι από το πρόβλημα της ζωής. Έχετε Ήδη την Δυνατότητα να Είστε Υγιείς. Τι θα σας μάθουν; Πώς να Ισορροπείτε όταν περπατάτε; Χρειάζεται να σας διδάξει κάποιος ισορροπία στην σκέψη, στην αίσθηση, στο περπάτημα;

Μην εμπιστεύεστε αυτούς που σας υπόσχονται να σας σώσουν. Μόνοι σας πρέπει να σωθείτε, όπως μόνοι σας πρέπει να σηκωθείτε να πάτε στην βρύση να πιείτε νερό (ακόμα κι αν σας το φέρει κάποιος το νερό θα πρέπει μόνοι σας να το πιείτε).

Ακόμα και τον γράφοντα, μην τον παίρνετε στα σοβαρά. Ένας ανόητος είναι που απλά αγαπά τους ανθρώπους… και κάπου μέσα του σφίγγεται για όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας.

Μακάρι – αγαπητοί φίλοι – να μην με ένοιαζε, να ήμουνα ελεύθερος… να πάω μια βόλτα στο βουνό κι ας βρέχει, ή να χάζευα στους δρόμους χωρίς σκοπό, να κάτσω να κοιτώ τα πουλιά που πετάνε μακριά ή να αφουγκράζομαι το θρόισμα των φύλλων στο δένδρο που είναι απέναντι από το παράθυρό μου…

Αλλά χρειάζεται να «κλείσω» αυτό που γράφω.

Έχω να κερδίσω κάτι; Δεν με νοιάζει.

Από την στιγμή που η ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ γίνεται λόγια δεν είναι δικά μου πια. Είναι σαν τα αχνά ίχνη στην άμμο, στην ακρογιαλιά του χρόνου. Θα έρθει το κύμα και θα τα σβήσει…

Κάποιος άλλος θα βρεθεί να ξαναγράψει πάλι και πάλι τα λόγια θα χαθούν μαζί με ένα άλλο κύμα…

Μονάχα ένα πράγμα απομένει… Η ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΠΛΗΜΜΥΡΙΖΕΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΚΑΙ ΤΑ ΕΝΩΝΕΙ ΟΛΑ ΣΕ ΜΙΑ ΟΥΣΙΑ, σε ΜΙΑ ΑΝΤΙΛΗΨΗ, σε ΜΙΑ ΑΠΕΡΑΝΤΟΣΥΝΗ, Ήρεμη, Γαλήνια, Ευτυχισμένη.

Τίποτα… Όλα είναι ανοησίες…

Απλά Πρέπει (Όλοι μας, ο Καθένας μας) να μάθουμε να Είμαστε Άνθρωποι…

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ.

ΦΥΣΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ.

ΛΟΓΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ.

ΙΣΟΡΡΟΠΗΜΕΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ.

ΥΓΙΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ.

Πρέπει να μάθουμε να Γνωρίζουμε την ΦΥΣΗ μας (που ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΦΥΣΗ – ΑΝΤΙΛΗΨΗ) και να την ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΜΕ με ΟΡΘΟ ΤΡΟΠΟ.

Ούτε Διδάσκαλοι χρειάζονται, ούτε Διδασκαλίες.

Η Ίδια η Ζωή Είναι ο ΟΔΗΓΟΣ.

Πρέπει να την Εμπιστευτούμε. Θα μας Οδηγήσει Ακριβώς Εκεί που Πρέπει, στην ΖΩΗ!

Ζήσε όταν ζεις

-Τί θα συνέβαινε αν κάποιος δαίμονας σου έλεγε ότι αυτή τη ζωή - όπως τη ζεις τώρα και όπως την έχεις ζήσει στο παρελθόν- πρέπει να τη ζήσεις ξανά, αμέτρητες φορές;

Και χωρίς να συμβαίνει τίποτα καινούργιο; Όπου κάθε πόνος και κάθε χαρά κι ότι ήταν άφατα μικρό ή μεγάλο στη ζωή σου, θα επιστρέφει σε'σενα, όλα στην ίδια διαδοχή και ακολουθία; Φαντάσου την αιώνια κλεψύδρα της ύπαρξης ν'αναποδογυρίζει ξανά και ξανά και ξανά. Και κάθε φορά, αναποδογυρίζουμε κι εσύ και'γω, απλοί κόκκοι στη διαδικασία.

-Προτείνεις ότι κάθε πράξη που κάνω, κάθε πόνος που νιώθω, θα βιώνεται συνεχώς στην αιωνιότητα;

-Ναι, η αιώνια επανάληψη σημαίνει ότι κάθε φορά που επιλέγεις μια πράξη θα την επιλέγεις αιώνια. Και ισχύει το ίδιο για κάθε πράξη που δεν κάνεις, κάθε εμποδισμένη σκέψη, κάθε επιλογή που απέφυγες. Και όλη η αβίωτη ζωή θα μένει να φουσκώνει μέσα σου, αβίωτη για όλη την αιωνιότητα. Κι η αδιόρατη φωνή της συνείδησής σου θα σου διαμαρτύρεται αιώνια. Τη σιχαίνεσαι αυτή την ιδέα; Ή σ' αρέσει;

-Τη σιχαίνομαι.

-Τότε ζήσε με τέτοιο τρόπο που να σου αρέσει η ιδέα..!! Δεν διδάσκω Γιόζεφ, ότι ο άνθρωπος οφείλει ν'αντέχει το θάνατο ή να "συμβιβάζεται" μαζί του. Ακολουθώντας αυτή την κατεύθυνση προδίδεις τη ζωή σου! Το μάθημα που σου διδάσκω είναι: Να πεθαίνεις τη σωστή στιγμή!

-Να πεθαίνεις τη σωστή στιγμή!

Η φράση αυτή προκάλεσε ένα σοκ στο Μπρόιερ. Η ευχάριστη απογευματινή βόλτα είχε αποκτήσει θανάσιμη σοβαρότητα.

-Να πεθαίνεις την κατάλληλη στιγμή; Τι εννοείς; Σε παρακαλώ, Φρήντριχ, δεν το αντέχω, σ' το 'χω πει πολλές φορές, να μου λες κάτι τόσο σημαντικό με τόσο αινιγματικό τρόπο. Γιατί το κάνεις αυτό;

-Θέτεις δυο ερωτήματα. Σε ποιό από τα δυο να απαντήσω;

-Σήμερα, πες μου για το να πεθαίνει κανείς τη σωστή στιγμή.

-Ζήσε όταν ζεις! Ο θάνατος χάνει τη φρίκη του αν κάποιος πεθάνει έχοντας εξαντλήσει τη ζωή του! Αν ο άνθρωπος δε ζει στη σωστή στιγμή, τότε δεν μπορεί ποτέ να πεθάνει τη σωστή στιγμή.

-Και τι σημαίνει αυτό; ξαναρώτησε ο Μπρόιερ, νιώθοντας ακόμη πιο μπερδεμένος.

-Ρώτησε τον εαυτό σου, Γιόζεφ: έχεις εξαντλήσει τη ζωή σου;"

-Απαντάς στην ερώτηση με ερώτηση. Φρήντριχ!

-Κάνεις ερωτήσεις που γνωρίζεις την απάντησή τους, αντέκρουσε ο Νίτσε.

-Αν γνώριζα την απάντηση, γιατί να ρωτήσω;

-Για ν'αποφύγεις να μάθεις τη δική σου απάντηση!

Στη διάρκεια αυτής της συνάντησης ο Νίτσε παρέμενε προσηλωμένος: έγνεφε επιδοκιμαστικά με το κεφάλι σε κάθε ερώτηση.

Τον Μπρόιερ δεν τον παραξένευε αυτό. Δεν είχε ποτέ συναντήσει ασθενή που να μην απολάμβανε κρυφά την εξέταση της ζωής του στο μικροσκόπιο. Κι όσο μεγαλύτερη η μεγέθυνση τόσο χαιρόταν ο ασθενής.

Η χαρά να σε παρατηρούν ήταν τόσο μεγάλη που ο Μπρόιερ πίστευε ότι ο αληθινός πόνος των γηρατειών, του πένθους, του να ζεις αφού οι φίλοι σου έχουν πεθάνει , ήταν η απουσία εξονυχιστικής παρατήρησης- η φρίκη του να ζεις μια ζωή που δεν την παρατηρεί κανείς".

Ίρβιν Γιάλομ, Όταν έκλαψε ο Νίτσε

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Θα ήθελα καταρχάς να εξηγήσω το θέμα της αρχαίας ελληνικής θρησκείας διευκρινίζοντας τα εξής τέσσερα σημεία, διατυπώνοντάς τα αρνητικά: η Ελληνική θρησκεία δεν είναι εξ αποκαλύψεως θρησκεία· δεν δίνει προνομιακή θέση στην ανθρωπογονία· δεν περιέχει καμία υπόσχεση αθανασίας· οι θεοί της δεν έχουν καθόλου «εθνικό» χαρακτήρα, έχουν θέση οικουμενική.

Η θρησκεία των αρχαίων διέφερε πολύ από τις σύγχρονες θρησκείες όπως ο χριστιανισμός και ο ιουδαϊσμός. Δεν υπήρχε μια βασική ομολογία πίστης στην παγανιστική Ελλάδα, ούτε ιερό βιβλίο, ούτε ένα σύνολο θρησκευτικών κανόνων που να διέπει όλους τους τομείς της ζωής των ανθρώπων· πυρήνας της αρχαίας ελληνικής θρησκείας ήταν η λατρεία και οι τελετές, όχι το δόγμα και η πίστη.

Κατά πρώτον λοιπόν, η ελληνική θρησκεία δεν είναι εξ αποκαλύψεως θρησκεία. Για μας είναι ίσως οφθαλμοφανές γεγονός, του οποίου η υπενθύμιση έχει νόημα μόνο για όσους ζουν στους κόλπους μιας εξ αποκαλύψεως θρησκείας. Το βασικό όμως είναι ο σύνδεσμος μεταξύ αυτής της απουσίας αποκαλύψεως και της πρωταρχικής φαντασιακής σύλληψης του κόσμου στην Ελλάδα. Απουσία αποκάλυψης, άρα απουσία δόγματος, απουσία ne varietur αλήθειας θεμελιωμένης σε μια υπερβατική εξουσία. Αυτό επιτρέπει καταρχάς σημαντικές παραλλαγές στη θεολογική παράδοση, επιτρέπει τη συνύπαρξη διαφορετικών θεογονιών - του Ομήρου, του Ησιόδου και αναμφίβολα άλλων-, καθώς και τοπικές παραλλαγές πολλών μύθων. Δυνατότητα μεταρρύθμισης, κίνησης, που θα έμενε αφηρημένη αν δεν υπήρχαν επίσης ανθρώπινες κοινότητες οι οποίες θα ήθελαν και θα μπορούσαν να τη χρησιμοποιήσουν. Και αυτό συνέβη πράγματι: αυτή η αφηρημένη δυνατότητα μεταμορφώθηκε σε συζήτηση για την κοινωνική αναπαράσταση. Βλέπουμε και εδώ τις παγίδες που μας στήνουν οι αιτιοκρατικές ερμηνείες, οι εξηγήσεις που επιμένουν να παραπέμπουν σε μονοσήμαντους ιστορικούς παράγοντες, διότι η απουσία αποκάλυψης και δόγματος δεν αποτελεί αποκλειστικό δημιούργημα των Ελλήνων. Πρόκειται μάλιστα για την πιο συνηθισμένη περίπτωση, τουλάχιστον πριν από την εμφάνιση του ιουδαϊσμού. Ομοίως δε, τίποτα το πλέον κοινότοπο από τις παραλλαγές των παραδόσεων και των μύθων κάθε κοινωνίας. Παίρνοντας ως αφετηρία ένα μύθο των Ινδιάνων της Αμερικής, ο Levi- Strauss έγραψε τέσσερις τόμους Μυθολογικών (Mythologiques), επεκτείνοντας τις αναλύσεις του μέσω αναρίθμητων παραλλαγών και μεταμορφώσεων σε εκατοντάδες άλλες διηγήσεις. Η απλή παραλλαγή της παράστασης καθαυτή δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αιτία αμφισβήτησης της κοινωνικής παράστασης ούτε στην Ελλάδα ούτε και αλλού. Ωστόσο, μέσω και άλλων στοιχείων, επιτρέπει τη συζήτηση και τελικά την ίδια της την αμφισβήτηση. Συνεχίζοντας την αντιπαράθεσή μας με τη μονοθεϊστική παράδοση, παρατηρούμε ότι στον εβραϊκό κόσμο, παρά την ύπαρξη διαφορετικών παραδόσεων, από μια στιγμή και πέρα οι συντάκτες αυτού που αποκαλείται Παλαιά Διαθήκη προσπαθούν στο μέτρο του δυνατού να επεξεργαστούν ένα συνεκτικό και μονοσήμαντο κείμενο - πράγμα αδύνατο φυσικά, αφού παραμένουν πάμπολλοι αναχρονισμοί και αντιφάσεις. Παρ’ όλα αυτά, προσπαθούν να το πετύχουν, και τελικά αυτό θα γίνει το ιερό κείμενο των Εβραίων. Από τη στιγμή αυτή, δεν μένει παρά μία μόνο επιλογή: όχι η ανοιχτή αμφισβήτηση του κόσμου των κοινωνικών παραστάσεων που ενσαρκώνονται στο δόγμα, αλλά η ερμηνεία. Εργασία που ξεκινά σίγουρα μετά την Έξοδο και θα καταλήξει στο γιγαντιαίο corpus αμέτρητων συζητήσεων και ερμηνειών του βιβλικού κειμένου, το Ταλμούδ.

Χάρη λοιπόν σ’ αυτή την ελευθερία που δίνει η απουσία αποκάλυψης, η απουσία κανονικής διατύπωσης ενός δόγματος - και με τη μεσολάβηση ενός άλλου παράγοντα για τον οποίο θα μιλήσουμε αργότερα -, υπήρξε στην Ελλάδα συνεχής αναδημιουργία του μύθου (θα μπορούσαμε ασφαλώς να μιλήσουμε και για παρερμηνεία, δεν θα ήταν όμως επαρκές, εκτός αν δώσει κανείς πιο ισχυρή έννοια στον όρο). Το πιο χτυπητό, το πιο συναρπαστικό και το πιο πλούσιο παράδειγμα αυτής της αναδημιουργίας είναι η τραγωδία. Μιλήσαμε ήδη για την τραγωδία και για το γεγονός ότι όλα τα δρώμενα είναι εκ των προτέρων γνωστά, ότι δεν υπάρχει αβεβαιότητα, και διερωτηθήκαμε άλλωστε ποιο θα μπορούσε να είναι το ενδιαφέρον των θεατών σ' αυτή την περίπτωση. Ωστόσο, υπάρχει σαφώς αναμονή και αβεβαιότητα, όχι ως προς τα γεγονότα, ως προς το τι τελικά θα συμβεί, αλλά ως προς τη νέα σημασία που παίρνει ο μύθος σε κάθε καινούργιο έργο, όταν ο τραγικός ποιητής το αναδημιουργεί χάρη σε μικρές η μεγάλες αλλαγές της πλοκής. Και αυτό μας επιτρέπει να δούμε μέχρι πού μπορεί να φθάσει η ελευθερία αυτή. Διότι εκείνο που παρουσιάζει ο ποιητής α- αποτελεί μέρος μιας επίσημης γιορτής της πόλης, των Διονυσίων, επομένως αποτελεί τμήμα της πολιτικής λατρείας. Πρόκειται, τρόπον τινά, για έκφραση της πολιτικής κοινότητας. Και όμως, παρατηρούμε ότι ο ποιητής μπορεί να αλλοιώσει σημαντικά μέρη του μύθου, και κυρίως είναι σε θέση, με βάση ανεπαίσθητες αλλοιώσεις, να του προσδώσει νέα σημασία. Πράγμα που θα ήταν αδιανόητο χωρίς το πρώτο χαρακτηριστικό, δηλαδή την απουσία αποκάλυψης.

Ας περάσουμε στο δεύτερο χαρακτηριστικό. Σε αντίθεση με τη μονοθεϊστική παράδοση, η ελληνική θρησκεία δεν δίνει κανένα πλεονέκτημα στην ανθρωπογονία, στη δημιουργία του ανθρώπινου όντος. Δεν υφίσταται κατασκευή, δημιουργία ή παραγωγή ενός προνομιούχου και μοναδικού όντος, του ανθρώπου, εκ μέρους μιας ανώτερης δύναμης. Ο άνθρωπος είναι ένα ον όπως όλα τα άλλα. Διαθέτει βέβαια μια ιδιαίτερη θέση, στην οποία επανέρχεται συνέχεια ο ελληνικός στοχασμός, και που μπορούμε να βρούμε ήδη στους μύθους. Εν πάση περιπτώσει, στην ομηρική θρησκεία δεν υπάρχει οντολογική σχέση -αν μπορώ να το εκφράσω έτσι - ούτε ειδική πράξη δημιουργίας του ανθρώπου. Παρά τις μεγάλες διαφορές για τις οποίες μιλήσαμε, ο άνθρωπος βρίσκεται σ’ ένα επίπεδο που δεν διαχωρίζεται ριζικά από το επίπεδο των θεών. Και δεν θα μπορούσαμε να εκφράσουμε την κατάσταση αυτή καλύτερα από τον Dodds στη φράση που ήδη αναφέραμε για τους «πρίγκιπες του Ομήρου». Θα ήταν σίγουρα λάθος αν λέγαμε ότι ο Δίας είναι ένας υπερήρωας, ένας Αγαμέμνων στη νιοστή δύναμη, πλην όμως δεν χωρίζει τους δυο τους καμία άβυσσος, δεν υπάρχει οντολογική ρήξη.

Εδώ βρίσκεται ένα θεμελιώδες σημείο, που μας αναγκάζει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί, διότι πρέπει να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι σημαίνει η απουσία διαχωρισμού. Πάρτε, για παράδειγμα, τις πιο πρόσφατες εργασίες για την ελληνική μυθολογία, από το ρεύμα που εκπροσωπούν έξοχα στη Γαλλία ο Jean-Pierre Vernant, ο Pierre Vidal-Naquet και ο Marcel Detienne. Σας συμβουλεύω να διαβάσετε κυρίως, από τα βιβλία του τελευταίου, το Dionysos mis a mort, καθώς και την εισαγωγή του Vernant στο Jardins d’Adonis[1]. Ο Ver­nant επιμένει, και δικαίως, στο γεγονός ότι η ελληνική μυθολογία διακρίνει πάντα αυστηρά τρία επίπεδα. Το επίπεδο της μη ανθρώπινης φύσης, των μη «εξανθρωπισμένων» φυτών και των ζώων, το ανθρώπινο επίπεδο, που περιλαμβάνει και όσα εξανθρώπισε η ανθρωπότητα, δηλαδή κατοικίδια ζώα, καλλιεργήσιμα φυτά κ.λπ., ιδιότητες του ανθρώπου οι οποίες ως τέτοιες δεν είναι δυνατό να διαχωρίσουν απ' αυτόν, και τέλος το πεδίο των θεών. Δείχνει ότι η θυσία δεν προορίζεται να αποδώσει μόνο τιμή στους θεούς, αλλά ότι προορίζεται επίσης να θυμίζει, χάρη σε κάποια διακριτικά σημεία -ο ίδιος δεν χρησιμοποιεί τον όρο αυτό - τη διαφορά όχι μόνο μεταξύ θείου και ανθρώπινου κόσμου, αλλά και μεταξύ του ανθρώπινου κόσμου και όσων βρίσκονται έξω από αυτόν. Είναι π.χ. αδιανόητο να θυσιαστεί αγριόχοιρος, διότι Θυσιάζονται μόνο κατοικίδια ζώα, κυρίως βόδια, ενώ στους θεούς προσφέρονται μόνο καλλιεργημένα σιτηρά. Η θυσία οφείλει να ανήκει στον ανθρώπινο κόσμο, που αποχωρίζεται ένα κομμάτι του εαυτού του για να το προσφέρει στους θεούς.

Δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε. Είναι φανερό ότι ο ελληνικός κόσμος - όπως και κάθε άλλος κόσμος άλλωστε - δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει, ή θα βυθιζόταν στην τρέλα, αν ζούσε στην άμεση και αδιαφοροποίητη ενότητα του ανθρώπινου, του προανθρώπου και του υπεράνθρωπου στοιχείου. Πρέπει να υπάρχει διάρθρωση και η διάρθρωση αυτή χαρακτηρίζεται από χίλια δυο πράγματα. Βλέπουμε άλλωστε ένα σημάδι της - ή μάλλον πληθώρα απολύτως χαρακτηριστικών σημαδιών - στην περίφημη ιστορία των Κυκλώπων της Οδύσσειας, όπου η διάκριση μεταξύ ανθρώπινου και μη γίνεται με κατηγορηματικό και πλούσιο σε σημασίες τρόπο. Αν όμως υπάρχει διάρθρωση, δεν υπάρχει ρήξη. Αυτό ακριβώς πρέπει να υπογραμμισθεί. Δεν υφίσταται πραγματική υπέρβαση, άπειρη απόσταση μεταξύ ανθρώπινου και μη, είτε - αν μπορώ να πω - αυτό το μη ανθρώπινο τοποθετείται πάνω είτε κάτω από τον άνθρωπο.

Την ποιότητα αυτής της κοινωνικής παράστασης -έναν κόσμο συγχρόνως ενιαίο και διαρθρωμένο, κι εδώ όμως θα Μπορούσαμε να έχουμε αρκετούς δισταγμούς, αλλά θα επανέλθουμε όταν μιλήσουμε για το χάος και τον κόσμο- είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να τη συλλάβουμε εμείς που είμαστε ακόμα βυθισμένοι στη χριστιανική θεολογία. Παρά την ιδέα της δημιουργίας του ανθρώπου από τον Θεό κατ' εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, τη θεία χάρη και τόσα άλλα στοιχεία, παρά τον ανθρωπομορφισμό του χριστιανικού, ακόμα και του εβραϊκού θεού, που αποκλείεται να αγνοήσουμε, υπάρχει στη χριστιανική παράδοση αυτή η οντολογία της ρήξης, της πτώσης, της ριζικής διαφοράς. Και κατά μία έννοια μπορούμε να διερωτηθούμε αν καταφέρνουμε πράγματι να απαλλαγούμε από τη συγκεκριμένη θεώρηση της θέσης του ανθρώπου στο είναι (στην ύπαρξη), που επί αιώνες ήταν η θεώρηση του κόσμου μέσα στον οποίο γεννηθήκαμε. Μόνο η τριβή με τα κείμενα και η αναδημιουργική φαντασία επιτρέπουν ίσως να προσεγγίσουμε αυτή την άλλη όψη του κόσμου όπου υπάρχει διάρθρωση και όχι διαχωρισμός, τίποτα όμως δεν μας εγγυάται ότι θα τα καταφέρουμε. Πρόκειται εξάλλου για ερώτημα το οποίο είναι αδύνατό να απαντηθεί εκ των προτέρων. Εν πάση περιπτώσει, και για να περιοριστούμε προς το παρόν σε καθαρά αρνητικές παρατηρήσεις, είναι εμφανές ότι δεν υπάρχει ριζικός διαχωρισμός και μόνο εφόσον το πέρασμα ανάμεσα στα τρία επίπεδα παραμένει πάντα δυνατό. Υπάρχουν αμέτρητες περιπτώσεις στους μύθους όπου οι άνθρωποι μετατρέπονται σε ζώα ή φυτά από τους θεούς. Οι μισοί σχεδόν ελληνικοί μύθοι αναφέρονται σε μεταμορφώσεις. Ομοίως, δεν λείπουν και οι περιπτώσεις - είναι βέβαια πολύ πιο σπάνιες, αλλά υπάρχουν - όπου ένα εξαιρετικό ανθρώπινο ον, σαν τον Ηρακλή ή τον Γανυμήδη, μεταμορφώνεται σε θεό ή ημίθεο ή σε κάποιο θείο ον άλλου τύπου, όπως π.χ. σε αστερισμό. Τα περάσματα αυτά δεν είναι, όπως στην περίπτωση της ενσάρκωσης του Θεού των χριστιανών, της τάξεως του θαύματος. (Θα είχαμε άλλωστε πολλά να πούμε πάνω στο θέμα των θαυμάτων...) Κατά δεύτερο λόγο, ας μην ξεχνάμε όχι τον ανθρωπομορφικό αλλά τον ανθρώπινο χαρακτήρα των θεών, για τον οποίο σας μίλησα την τελευταία φορά. Τέλος, πράγμα ακόμα πιο σημαντικό, το οποίο μας επαναφέρει στο πρόβλημα της ανθρωπογονίας, ο άνθρωπος και όλα τα άλλα όντα δεν αποτελούν δημιουργήματα των θεών. Πέτρες, άγρια και κατοικίδια ζώα, άνθρωποι και θεοί, αναδύονται συγχρόνως και ανεξαρτήτως, κατά τη διάρκεια μιας διαδικασίας, και ξεκινώντας από ένα αρχικό δεδομένο, που είναι, κατά τον Ησίοδο, το χάος -και όλα υπόκεινται στη μοίραν. Σε σχέση με την έσχατη αυτή κοσμική τάξη - ανάδυση από το χάος και υποταγή των πάντων στη μοίραν -, δεν υφίσταται ιδιαίτερη θέση των θεών που θα τους διέκρινε από τους ανθρώπους. Βλέπουμε εδώ όλα όσα μας χωρίζουν από τη χριστιανική, ακόμα και από την εβραϊκή θεολογία[2].

Μια παρέκβαση τώρα σχετικά με την ειδωλολατρία. Περί τίνος πρόκειται; Επιτρέψτε μου να σας παραπέμψω επ’ αυτού στο κείμενό μου «Θέσμιση της κοινωνίας και θρησκεία»* (του οποίου το περιεχόμενο πρέπει να είναι γνωστό σε όσους παρακολούθησαν τα σεμινάρια των δύο τελευταίων ετών), όπου υποστηρίζω τη θέση ότι κάθε θρησκεία είναι αναγκαστικά ειδωλολατρική. Διότι κάθε θρησκεία οφείλει αναγκαστικά, προκειμένου να υπάρξει ως κοινωνικά θεσμισμένη θρησκεία, να δώσει μορφή σε ό, τι αυτή ονομάζει υπερβατικό - όταν το ονομάζει έτσι -, σε αυτό που εμείς θα ονομάσουμε Χάος, Άβυσσο ή Απύθμενο. Αυτή η μορφή μπορεί να είναι ένα άγαλμα, αλλά και μια ιστορία (γιατί και μια ιστορία είναι δυνατό να αποτελεί εικόνιση), ομιλία, λόγος, ή ο Λόγος. Το να πεις ότι ο Θεός είναι Λόγος αποτελεί φυσικά και αυτό ειδωλολατρία. Οι μόνοι που το κατάλαβαν καλά είναι οι θεολόγοι της αρνητικής ή αποφατικής θεολογίας, για τους οποίους η θεολογία έχει ακριβώς καθήκον την απόρριψη όλων των κατηγορημάτων που οι άνθρωποι θα μπορούσαν να αποδώσουν στον Θεό. Ήδη στην Παλαιά Διαθήκη, και ιδίως στον προφήτη Ησαΐα, που συγκαταλέγεται μεταξύ των παλαιότερων συγγραφέων, βρίσκουμε κριτική της ειδωλολατρίας, της λατρείας των ξόανων, όπως λέγεται στη μετάφραση των Εβδομήκοντα, δηλαδή υλικών μορφών, κριτική που εγκαλεί τον κοινό νου, αρκετά βολταιριανή: πώς είναι δυνατό να πιστεύουμε ότι αυτά τα κομμάτια ξύλου που καίμε είναι θεοί κ.λπ.; Δεν έχω μελετήσει το θέμα και δεν γνωρίζω αν μπορούμε να μάθουμε ποια ήταν η πραγματική σχέση των λαών που περιστοίχιζαν την Παλαιστίνη την εποχή του Ησαΐα, των Μαδιανιτών και άλλων Μωαβιτών, με τα είδωλά τους. Πίστευαν πραγματικά ότι εκείνα τα κομμάτια ξύλου ή πέτρας ήσαν όντως ο Θεός; Τεράστιο ερώτημα για το οποίο μάλλον δεν υπάρχει απάντη­ση. Είναι πιθανό και ίσως βέβαιο πως υπήρξαν κοινωνίες όπου ένα οποιοδήποτε υλικό αντικείμενο θεωρείτο ο ίδιος ο Θεός, αυτοπροσώπως. Πιστεύω όμως ότι με το πέρασμα του χρόνου δημιουργείται αναπόφευκτα μια διττή πραγματικότητα: το άγαλμα δεν αποτελεί πλέον φετίχ, σίγουρα διαθέτει ιερό χαρακτήρα και μετέχει του θείου με τρόπο απερίγραπτο, δεν είναι όμως ο ίδιος ο Θεός. Αποτελεί σύμβολο της θεότητας, σεβαστό σύμβολο που ωστόσο δεν την ενσαρκώνει. Ωστόσο, για μεγάλη μερίδα του πληθυσμού εξακολουθεί ίσως να επιβιώνει μια φετιχιστική διάσταση αυτής της σχέσης με τα εμβλήματα, ως εμμενείς παραστάσεις της υπερβατικότητας.

Και οι Έλληνες; Δεν σκέφτηκα ποτέ πως στην αρχαία Ελλάδα ήταν συνήθης η περίπτωση του θρησκευομένου που πίστευε ότι το τάδε άγαλμα, το οποίο ήξεραν όλοι πως είχε μόλις φτιάξει ο Φειδίας, ήταν ο ίδιος ο θεός. Λίγο όμως ενδιαφέρει εδώ αυτό που έχουμε την πρόθεση να πιστέψουμε. Θα σας αναφέρω καλύτερα τα λόγια του Ιππόλυτου από το ομώνυμο έργο του Ευριπίδη[3]. (Θα μπορούσε να μου αντιτάξει κανείς ότι πρόκειται για σχετικά ύστερη εποχή, πιθανότατα το τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα, και ότι ο Ευριπίδης είναι ο πλέον «διανοούμενος» των μεγάλων τραγικών, αλλά δεν έχει σημασία). Ο Ιππόλυτος λοιπόν, απευθυνόμενος στην Άρτεμη, τη θεά που κατεξοχήν λατρεύει, της λέει μια πολύ όμορφη φράση, μια φράση ερωτευμένου: «Βρίσκομαι μαζί σου και συζητώ με σένα, ακούω τη φωνή σου, μα δεν βλέπω τα μάτια σου (το όμμα, το «μάτι», είναι εδώ μετωνυμία για το «πρόσωπο»). Και όμως, ο Ιππόλυτος βρίσκεται στη σκηνή, μπροστά στο άγαλμα της Άρτεμης. Και μπροστά στο άγαλμα λέει: «Βρίσκομαι μαζί σου, συζητώ με σένα, ακούω τη φωνή σου (ένα άγαλμα δεν μιλάει), δεν βλέπω όμως το πρόσωπό σου (τη βλέπει)». Πράγμα που σημαίνει ακριβώς ότι ο Ιππόλυτος γνωρίζει καλά, και το εκφράζει, ενώ ο ποιητής το αναπαράγει και αυτός ενώπιον του αθηναϊκού κοινού, που ίσως δεν το εκλαμβάνει ως αυτονόητο, σίγουρα όμως ως αποδεκτό, πως όταν βρισκόμαστε μπροστά στο άγαλμα του θεού δεν βλέπουμε τον ίδιο τον θεό. Παρατηρούμε άλλωστε τη διπλή μετάθεση: βρίσκεται μπροστά στο άγαλμα, αλλά δεν βλέπει τη θεά. Το άγαλμα, φυσικά, δεν μιλάει, αλλά ακούει τη φωνή της. Προφανώς, φωνή είναι το νόημα, ο λόγος, η επικοινωνία με τη θεά. Η θεά του μιλάει ή του απαντά, πρόκειται όμως πάντα για φωνή και όχι για όψη. Νομίζω ότι δεν θα ήταν δύσκολο να βρεθούν και άλλα στοιχεία που θα έδειχναν πολύ καθαρά πως όταν αναφερόμαστε στην ειδωλολατρία, τουλάχιστον στους Έλληνες, δεν πρέπει να μένουμε στη μαχητική οπτική των Πατέρων της Εκκλησίας των πρώτων χριστιανικών αιώνων και να φανταζόμαστε ότι ο πιστός θεωρούσε απλώς πως η θεότητα βρισκόταν εκεί, μέσα στο άγαλμα.

Όχι, υπήρχε μια σχέση, διαμεσολαβημένη από το άγαλμα, δίχως πραγματική παρουσία, αλλά με ιερότητα.

Είναι αλήθεια πως υπάρχει επίσης η εμπειρία της θείας «παρουσίας». Το έζησα πρόσφατα, ήταν κάτι σαν τη «νύχτα του Pascal», αν θέλετε, αλλά εκ των έξω. Ήμουνα στο Ισραήλ κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων και κάποιοι φίλοι με προ- έτρεψαν να επισκεφθώ τη Βηθλεέμ. Κατέβηκα λοιπόν στην κρύπτη όπου υποτίθεται ότι γεννήθηκε το θείο βρέφος. Οι πιστοί παρακολουθούσαν τη λειτουργία. Επρόκειτο για το ίδιο ακριβώς πράγμα που παρατήρησα πολλές φορές στην Ινδία, βλέποντας πιστούς μπροστά στα αγάλματα του Βισνού ή του Σίβα: ο θεός ήταν παρών. Κοινωνιολογικά, ο Χριστός βρισκόταν μέσα σ' εκείνη την κρύπτη. Όχι από την άποψη των φυσικών επιστημών ούτε ίσως της φιλοσοφίας, αλλά από κοινωνιολογικής άποψης, ο Χριστός ήταν εκεί, είναι πάντα εκεί από τη στιγμή που γεννιέται. Και οι άνθρωποι που παρευρίσκονται, είχαν την αίσθηση της πραγματικής παρουσίας του θείου. Πρόκειται για εμπειρία που ίσως έχετε ζήσει σε μέρη όπου η χριστιανική λατρεία συνδέεται με υπερφυσικά φαινόμενα, όπως στη Λούρδη ή και αλλού. Υπάρχει λοιπόν μια κατηγορία πιστών οι οποίοι βιώνουν εμφανώς τη σχέση τους με τον τόπο και με αυτά που συνέβησαν ή συμβαίνουν εκεί ως παρουσία της θεότητας. Ωστόσο, το μόνο που μπορεί να κάνει ο παρατηρητής είναι να ανασυνθέσει την κατάσταση αυτή βλέποντας τη συμπεριφορά, τις χειρονομίες κ.λπ. και προσπαθώντας να μη λάβει υπόψη τους περιφερόμενους μικροπωλητές. Στην κρύπτη της Βηθλεέμ δεν υπάρχουν μικροπωλητές και η ατμόσφαιρα σας σφίγγει την καρδιά: για τους πιστούς, ο θεός είναι παρών.

Τελικά, πώς νοείται η ειδωλολατρία; Είναι αδύνατο να συλλάβουμε μια πραγματική θρησκεία, κοινωνικά υπαρκτή, για την οποία η υπερβατικότητα δεν είναι «παρούσα» στον κόσμο, και, σε τελευταία ανάλυση, αν δεν είναι παρούσα σε κάποια σπηλιά, υπάρχει σε λόγους, σε βιβλία, ή ίσως απλώς - για ορισμένους φιλοσόφους - στο γεγονός ότι μπορούν να διατυπώσουν οι ίδιοι την κατηγορική προσταγή. Η υπερβατικότητα είναι παρούσα, «αναγγέλλεται».

Τρίτο σημείο: στην ελληνική θρησκεία δεν υπάρχει ούτε υπόσχεση ούτε ελπίδα. Είδαμε ότι η αθανασία, στο βαθμό που υπάρχει, είναι χειρότερη από τον οριστικό θάνατο- πρόκειται για επιβίωση άθλιων σκιών δίχως πνεύμα, αισθήσεις και αναμνήσεις - σκεφτείτε τις σκιές στα Τάρταρα που περιγράφονται στην Οδύσσεια - , όντα των οποίων η υπόσταση βρίσκεται εξάλλου στα όρια του νοητού. Αυτή είναι η θέση του κυρίαρχου ρεύματος στην ελληνική θρησκεία. Είναι αλήθεια ότι, πιθανόν από τον 6ο αιώνα π.Χ. ήδη, εμφανίζονται αντίθετα ρεύματα, τα οποία μπορούμε να χαρακτηρίσουμε μυστικιστικά, αν και ο όρος αυτός είναι εν προκειμένω τελείως αδόκιμος. Πρόκειται όμως για περιθωριακά ρεύματα, αποκλίνοντα από το κύριο ρεύμα. Εκπροσωπούνται κυρίως από τον Ορφισμό, στη συνέχεια δε από τις ακόμα πιο ολιγάριθμες πυθαγόρειες σέχτες. Τα ρεύματα αυτά αντιτίθενται προφανώς στη θρησκεία των ολύμπιων θεών όπως περιγράφεται από τον Όμηρο. Προτείνουν π.χ. μια άλλη κοσμογονία, κατά την οποία το χάος δεν αποτελεί την αρχή των πάντων. Είναι σαφέστατα α-κοσμικά και τάσσονται συνεπώς κατά της πόλης, ακόμη και όταν δεν το δηλώνουν ρητά. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι στον Ορφισμό η ανθρωπογονία, η στιγμή της δημιουργίας του ανθρώπινου όντος, έχει κεντρικότατη θέση, πράγμα που έχει προφανώς βαρύνουσα σημασία. Οι σέχτες αυτές κηρύσσουν, από τη μια μεριά, διατροφή μερικώς ή τελείως χορτοφαγική και από την άλλη, αν όχι την απόλυτη σεξουαλική αποχή, τουλάχιστον μια ερωτική συμπεριφορά που υπόκειται σε περισσότερους περιορισμούς απ' αυτούς που ήσαν τότε ευρέως αποδεκτοί, Τέλος δε, Ορφικοί και Πυθαγόρειοι απορρίπτουν τη θυσία ζώων, απορρίπτουν δηλαδή αυτό το βασικό γνώρισμα της διασύνδεσης του ανθρώπινου με το θείο.

Αυτό που διατυπώνεται έτσι ρητά - τα κείμενα του Vernant και του Detienne που μόλις ανέφερα είναι πολύ πλούσια και απολύτως πειστικά επ’ αυτού - είναι η θέληση να φθάσουν σε κάποιου είδους θεοποίηση των ανθρώπινων όντων. Να γίνει ο άνθρωπος όμοιος με τους θεούς, όχι σαν πρόκληση, όπως συμβαίνει στην ιστορία του όφεως στη Γένεση, αλλά με την ηθική άσκηση και την ευλάβεια. Δεν εκπλήσσει, επομένως, το γεγονός ότι τα ρεύματα αυτά - σίγουρα τα ορφικά και τα πιο αυστηρά πυθαγόρεια - είναι συγχρόνως α-κοσμικά, α-πολιτικά και μάλιστα αντιπολιτικά, εχθροί της πόλης. Διότι είναι εμφανές πως αν ένας τέτοιος στόχος - η θεοποίηση- είναι επιτεύξιμος, αν είναι δυνατό να τεθεί και να ακολουθηθεί, ενώ το ενδιαφέρον για όσα συμβαίνουν εδώ κάτω, στη γη, εμφανίζεται ως εντελώς αμελητέο. Στο συμπέρασμα αυτό ακριβώς καταλήγουν ρητά οι Ορφικοί και ορισμένοι Πυθαγόρειοι, διότι είναι το μόνο στο οποίο μπορεί να φθάσει μια θρησκεία του υπερβατικού, ακολουθώντας τη λογική της με αυστηρότητα. Αν είναι πράγματι δυνατό το ἀθανατίζειν, η εξομοίωση με τον θεό, δεν μπορεί να δει κανείς τι ενδιαφέρον παρουσιάζει η αγορά, η εκκλησία, η τραγωδία, η Σαλαμίνα, οι Πέρσες, η ανέγερση ναών ή οτιδήποτε άλλο. Για τη σημασία αυτών των θεωρήσεων κατά την απομάκρυνση από τα εγκό­σμια, σας παραπέμπω στον Pascal. Σε αυτή ακριβώς την τάση των Ορφικών απαντά ο Πίνδαρος στις αρχές του 5ου αιώνα με τους περίφημους στίχους του, στους οποίους λέει ότι είναι παράλογο να θέλουμε να γίνουμε αθάνατοι και οφείλουμε θνατά φρονεῖν: η σκέψη μας, η πνευματική διάθεσή μας, να αντιστοιχεί στη θέση του θνητού όντος[4]. Και λέει ακόμα ότι τίποτα δεν είναι πιο κενό και καταγέλαστο από το να περιφρονούμε αυτό που βρίσκεται μπροστά μας και να επιδιώκουμε πάντα κάτι που είναι μακριά και αλλού[5]. Οι στίχοι αυτοί εκφράζουν μια ουσιώδη συνιστώσα της κλασικής ελληνικής στάσης.

Το τέταρτο και τελευταίο σημείο αφορά στον «εθνικό» ή μη χαρακτήρα των θεών. Πρόκειται για ενδογενώς δύσκολο πρόβλημα, που θα απαιτούσε τη συμβολή τεράστιας ποσότητας δεδομένων της συγκριτικής μελέτης θρησκειών. Ωστόσο, δεν φαίνεται υπερβολικό να πούμε ότι γενικά - τουλάχιστον πριν εμφανιστούν οι λεγόμενες οικουμενικές θρησκείες σωτηρίας, ο βουδισμός, ο χριστιανισμός και το Ισλάμ- κάθε λαός διαλέγει τους θεούς του, τους θέτει ως δικούς του θεούς και τους αντιπαραθέτει στους θεούς των άλλων. Νομίζω όμως ότι, εν προκειμένω, μπορούμε να ισχυριστούμε πως για τους Έλληνες οι θεοί δεν είναι οι «θεοί των Ελλήνων» αλλά απλώς οι θεοί. Με άλλα λόγια, στη θρησκεία αυτή υπάρχουν δύο όψεις. Από τη μια πλευρά, μετά τον Gernet, ίσως και νωρίτερα, η ελληνική θρησκεία θεωρούνταν - και δικαίως, διότι πρόκειται για θεμελιώδη άποψη - πολιτική θρησκεία, θρησκεία της πόλεως. Η «πολιτική» λατρεία αφορά στην πόλη, η οποία την επωμίζεται, την οργανώνει, τη ρυθμίζει και επικυρώνει την τήρησή της. Αυτοί που αναλαμβάνουν κάποιες ιεροτελεστίες δεν ανήκουν σε σώμα κληρικών που αυτοαναπαράγεται διοριζόμενο με συγκεκριμένες διαδικασίες. Διορίζονται από την πόλη. Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, οι θεοί προς τους οποίους απευθύνεται η λατρεία, ακόμα και όταν έχουν κάποια προνομιακή σχέση με τη μία ή με την άλλη πόλιν (η Αθηνά με την Αθήνα, η Ήρα με το Άργος...), δεν είναι αποκλειστικοί θεοί των πόλεων αυτών ούτε καν αποκλειστικοί θεοί των Ελλήνων, αλλά απλώς «οι θεοί», οι θεοί όλου του κόσμου. Αυτό ακριβώς φαίνεται καθαρά τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια: οι Τρώες δεν έχουν άλλους θεούς, ενώ τέρατα, όπως οι Κύκλωπες, μπορούν να περιφρονούν τους Ολύμπιους θεούς και να αρνούνται να τους τιμήσουν, πλην όμως πρόκειται γι’ αυτούς τους ίδιους θεούς. Δεν γνωρίζουν άλλους θεούς ούτε και υποστηρίζουν π.χ. ότι δεν υπάρχουν θεοί. Βασισμένα στη μεγάλη δύναμή τους, τα τέρατα πιστεύουν απλώς ότι μπορούν να έχουν την πολυτέλεια να τους αντισταθούν. Είναι γεγονός ότι αυτή η διαπίστωση είναι δίκοπο μαχαίρι, διότι σε όσους υποστηρίζουν πως στην ελληνική θρησκεία οι θεοί έχουν τεθεί ως οικουμενικοί μπορεί να αντιταχθεί το γεγονός ότι οι Έλληνες, είτε το θέλουν είτε όχι, επιβάλλουν με τον τρόπο αυτό τους συγκεκριμένους οικουμενικούς θεούς σε όλους. Αντίρρηση μη ανασκευάσιμη, κατά μια έννοια, πλην όμως δεν αποτελεί την ουσία του θέματος. Στο πλαίσιο της συζήτησης μας, το σημαντικό για μας είναι ότι, αν και οι θεοί αυτοί συνδέονται πάντα μέσω μιας ιδιαίτερης λατρείας με την πόλη, δεν αποκτούν τοπικό ή «εθνικό» χαρακτήρα και, με την έννοια αυτή, είναι πράγματι «οικουμενικοί». Έχει σημασία εν προκειμένω ότι οι Έλληνες αναζήτησαν πάντοτε αναλογίες ή αναγνώρισαν δάνεια: αυτόν που αποκαλούμε Δία οι Αιγύπτιοι τον ονόμαζαν έτσι, ο Ηρακλής συναντάται στους Αιγυπτίους με την τάδε μορφή, τον δανειστήκαμε από αυτούς κ.λπ. Η στάση αυτή, ήδη παρούσα στον Ηρόδοτο, θα επιβεβαιωθεί στη συνέχεια.

Έρχομαι τώρα στο στοιχείο που στα έπη, και ιδίως στην Οδύσσεια, αποτελεί κατά τη γνώμη μου επιβεβαίωση σημασιών που αφορούν στο κοινωνικό είναι και στην εν κοινωνία ανθρωπότητα, και που ως εκ τούτου διαχωρίζεται από το μη ανθρώπινο όχι μόνο ως απουσία ορισμένων ανθρώπινων χαρακτηριστικών, αλλά ως τερατώδες. Θα μελετήσουμε ιδιαίτερα το περίφημο επεισόδιο των Κυκλώπων[6], που από την αρχαιότητα έχει συζητηθεί χιλιάδες φορές αρχής γενομένης με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη). Οι Κύκλωπες αναφέρονται και στη Θεογονία του Ησιόδου, πρόκειται όμως για σύντομη αναφορά[7]. (Στη συνέχεια, χρησιμοποιώ συχνά τη θαυμάσια εργασία μιας νεαρής φοιτήτριας της Ecole Normale, της Μυρτώς Γόντικα, όπου επισημαίνονται πολύ σωστά ορισμένα σημαντικά σημεία). Όλοι γνωρίζετε βέβαια το επεισόδιο, γι’ αυτό και θα περιοριστώ να σας θυμίσω τα ουσιώδη: ο Οδυσσέας αποβιβάζεται με τους συντρόφους του στο νησί των Κυκλώπων και φυλακίζεται από έναν εξ αυτών, τον Πολύφημο, ένα ανθρωποφάγο τέρας. Αφού τον μεθάει και του βγάζει το μοναδικό του μάτι με έναν τεράστιο πάσσαλο, ο Οδυσσέας καταφέρνει να αποδράσει καταφεύγοντας σε ένα περίφημο τέχνασμα: πείθει τον Πολύφημο ότι το όνομά του είναι Οὗτις, δηλαδή «κανείς», και όταν το τέρας φωνάζει για βοήθεια τους άλλους Κύκλωπες, εκείνοι του απαντούν: αφού κανείς δεν σε απειλεί, σημαίνει πως είσαι άρρωστος, οπότε κάνε επίκληση στον πατέρα μας, τον Ποσειδώνα. Η ιστορία αυτή εντάσσεται στις περιπέτειες που ο ίδιος ο Οδυσσέας αφηγείται στον Αλκίνοο, βασιλέα των Φαιάκων. Ανήκει στην ομάδα των περιπετειών που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «εξωτικές», μη ελληνικές, και που, με μία μόνο εξαίρεση[8], εκτυλίσσονται σε τόπους λίγο πολύ φανταστικών όντων, όπως οι Λωτοφάγοι, οι Κύκλωπες και οι Λαιστρυγόνες. Οι Φαίακες, ακροατές των διηγήσεων, βρίσκονται στα σύνορα μεταξύ του εξωτικού, ίσως και τερατώδους, αυτού κόσμου και του ελληνικού κόσμου, του κόσμου του Τρωικού Πολέμου, του κόσμου που συναντά ο Τηλέμαχος στα παλάτια του Νέστορα και του Μενέλαου. Δεν θα επιμείνω στους Φαίακες - η ίδια η λέξη σημαίνει «γκρίζοι άνθρωποι». Ορισμένα χαρακτηριστικά τους τούς τοποθετούν στις παρυφές του ορατού και του φανταστικού κόσμου[9], άλλα όμως χαρακτηριστικά τους υπογραμμίζουν έντονα ότι ανήκουν στον ανθρώπινο, «πολιτισμένο» θα λέγαμε, κόσμο. Έχουν π.χ. βασιλιά που προΐσταται άλλων «βασιλέων», που κρατά σκήπτρον, διαθέτουν ένα είδος αγοράς και κήρυκες. Η θέση της βασίλισσας σε σχέση με τον βασιλιά είναι αρκετά ιδιόμορφη, δεδομένου ότι φαίνεται να διαδραματίζει ρόλο εξίσου σημαντικό με αυ­τόν, πράγμα που την εποχή εκείνη δεν είναι ελληνικό στοιχείο. Εν πάση περιπτώσει, οι Φαίακες συνδέονται επίσης με τον ανθρώπινο κόσμο, έτσι ώστε ο Οδυσσέας να μπορεί να γί­νει δεκτός αξιοπρεπώς, να μπορεί να καθήσει ήσυχα ανάμεσά τους και να διηγηθεί τις περιπέτειές του μπροστά σ’ ένα ακροατήριο που δείχνει πραγματικό ενδιαφέρον γι’ αυτές.

Ας επιστρέψουμε στους Κύκλωπες. Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι περιγράφονται κατά κύριο λόγο αρνητικά. Φυσικά, παρεμβάλλονται και θετικά στοιχεία στην περιγραφή τους, όπως η παρουσίαση του γιγαντιαίου Πολύφημου που παρομοιάζεται με δασωμένη κορυφή ανάμεσα σε γυμνά βουνά. Ωστόσο, εξαρχής, όταν ο Οδυσσέας θέλει να δώσει στους ακροατές του να καταλάβουν τι είναι οι Κύκλωπες, τους λέει: μετά την αναχώρησή μας από το νησί των Λωτοφάγων, συνεχίσαμε το ταξίδι μας και φθάσαμε στη γη των Κυκλώπων (Κύκλωπας σημαίνει στρογγυλομάτης), που είναι ὑπερφίαλοι και ἀθέμιστοι. Υπερφίαλος είναι ο εγωιστής σε υπερθετικό βαθμό, που δεν ακούει κανένα και δεν υποτάσσεται σε τίποτα. Αθέμιστοί είναι αυτοί που δεν έχουν θέμιστας, δηλαδή νομοθεσία και θεσμούς. (Ο Berard μεταφράζει τους αθέμιστους ως «χωρίς πίστη και χωρίς νόμο»). Φθάσανε στη χώρα των ανθρώπων που ούτε φυτεύουν ούτε οργώνουν, και που δεν έχουν ούτε βουληφόρους αγοράς (συνελεύσεις μέσα στις οποίες εκφράζονται, φέρονται ή διαμορφώνονται βουλαί, δηλαδή γνώμες και αποφάσεις), ούτε θέμιστας (δηλαδή θεσμούς). Ο καθένας βασιλεύει στη γυναίκα του και τα παιδιά του (οὐδ’ ἀλλήλων ἀλέγουσιν), και δεν νοιάζονται ο ένας για τον άλλο, δεν συναναστρέφονται μεταξύ τους.

Έχουμε λοιπόν εδώ την περιγραφή αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε, αν θέλετε, φυσική κατάσταση, με μόνη διαφορά ότι εκφράζεται ειρωνικά, διότι πρόκειται πράγματι περί τερατώδους κατάστασης. Πρόκειται για όντα που δεν εργάζονται, και, εν πάση περιπτώσει, δεν καταγίνονται με την κατεξοχήν εργασία για τους Έλληνες, την καλλιέργεια της γης. Άλλωστε, δεν το έχουν καθόλου ανάγκη: εμπιστεύονται τους αθάνατους θεούς και όλα φυτρώνουν μόνα τους. Ωστόσο, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι ο Πολύφημος καταγίνεται σαφώς με κάποια δραστηριότητα: φροντίζει τα πρόβατά του και παράγει τυρί, πράγμα όχι αμελητέο. Αυτό αξίζει να υπογραμμιστεί, διότι η απουσία πραγματικής πολικότητας ή δυαδικών αντιθέσεων θα μπορούσε να θέσει προβλήματα σε αναλύσεις στρουκτουραλιστικού τύπου. Εν πά­ση περιπτώσει, δεν βρίσκουμε στους άλλους Κύκλωπες ασχολία ή τεχνική άξια λόγου, παρά το γεγονός ότι ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του διακρίνουν από μακριά καπνούς...[10] Αντίθετα, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο Οδυσσέας παρατηρεί τον κόσμο των Κυκλώπων με βλέμμα που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε σχεδόν τεχνικό, όταν προσπαθεί να απαριθμήσει τι κάνουν και τι δεν κάνουν φθάνει δε μέχρι να υποδείξει τις δυνατότητες εκμετάλλευσης που θα προσέφεραν αυτά τα νησιά σε πολιτισμένους ανθρώπους[11], σε σημείο που ορισμένοι διέγνωσαν εδώ ένα είδος πρόσκλησης σε αποικισμό. Το σημείο όμως στο οποίο θα ήθελα να επιμείνω είναι ο ορισμός του καθαυτό ανθρώπινου που προκύπτει κατ' αντίθεση όταν, όπως το είδαμε ήδη, ο Οδυσσέας παρουσιάζει τα τέρατα αυτά λέγοντας ότι δεν διαθέτουν ούτε βουληφόρους ἀγοράς ούτε θέμιστας. Ο όρος αυτός μεταφράστηκε ορισμένες φορές ως «δικαστήρια», νομίζω όμως ότι πρέπει να προσέξουμε τη ρίζα της λέξης: πρόκειται για νόμους, για θεσμούς. Είναι γεγονός ότι λέγεται πως ο κάθε Κύκλωπας θεμιστεύει, νομοθετεί για τη γυναίκα και τα παιδιά του, προστίθεται όμως αμέσως: χωρίς να ενδιαφέρεται για τους άλλους. Οι Κύκλωπες είναι λοιπόν ένα είδος pater familins, το ρήμα όμως θεμιστεύω αφαιρεί από τον Κύκλωπα τη δυνατότητα να θανατώνει αυθαίρετα τη γυναίκα του ή τα παιδιά του. Άλλη σημαντική πλευρά στην οποία δεν μπορούμε να επεκταθούμε εδώ: η τερατώδης φύση τους σχετικοποιείται από το γεγονός ότι μιλούν, πράγμα που επιτρέπει άλλωστε την ύπαρξη της ιστορίας των Κυκλώπων και όχι την αφήγηση μιας δοκιμασίας, όπως με τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Το ουσιαστικό όμως, ας το επαναλάβουμε, αυτό που μαθαίνουν τα παιδιά των Ελλήνων ακούγοντας τους ραψωδούς να απαγγέλλουν την Οδύσσεια, είναι ότι όσοι δεν διαθέτουν βουληφόρους ἀ­γοράς είναι τέρατα. Ότι εκείνοι που δεν έχουν θέμιστας, νομοθεσία, είναι τέρατα και όχι άνθρωποι.

Μπορούμε βέβαια να εισάγουμε κάποιες διαφοροποιήσεις. Η Οδύσσεια δεν είναι θεωρητικό κείμενο, και κυρίως δεν είναι εγχειρίδιο πολιτικής επιστήμης ή γεωμετρίας. Οι σημασίες για τις οποίες μιλάμε είναι διαφορετικής τάξης, κάτι που τείνουν να ξεχνούν οι σύγχρονοι ερμηνευτές. Διότι, όπως είδαμε, στον μη ανθρώπινο κόσμο υπάρχουν διαβαθμίσεις, ενδιάμεσοι σταθμοί, δεν πρόκειται για πίνακα με + και με —. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του φθάνουν στους Λαιστρυγόνες οι οποίοι είναι κι αυτοί αρκετά τερατώδη όντα, ψηλοί σαν βουνά και ανθρωποφάγοι επίσης. Πρόκειται όμως για κοινωνικούς ανθρωποφάγους, που ζουν σε πόλη, που διαθέτουν συνελεύσεις και βασιλιά[12], έστω κι αν δεν είναι «αρτοφάγοι» - η έκ­φραση «σῖτον ἔδοντες» απαντά στην Οδύσσεια ως στερεότυπη ρυθμική ενότητα. Όσο για τους Κιμμερίους, οι οποίοι αναφέρονται στη ραψωδία λ. συγκροτούν δῆμον, διαθέτουν πό­λιν[13] και, όπως οι Αιθίοπες, ο άλλος αυτός λαός που κατοικεί στην άκρη του κόσμου, είναι κάτι περισσότερο από άνθρωποι, αλλά σίγουρα δεν είναι τέρατα.

Χρειάζεται να επιμείνουμε επ’ αυτού: βρίσκουμε ήδη στα ομηρικά έπη, εξαρχής, την αναφορά στις βουληφόρονς ἀγο­ράς και στους θέμιστας ως χαρακτηριστικά στοιχεία της αν­θρώπινης ιδιότητας. (Ειρήσθω εν παρόδω, η σχετικά διφορούμενη έννοια του όρου βουληφόρος απαντά και στον γαλλικό όρο deliberatif - «διαβουλευτικός» που δεν σημαίνει μόνο την αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων αλλά και τη διαδικασία σκέψης και προβληματισμού πάνω στο αντικείμενο για το οποίο πρόκειται να παρθεί ή όχι κάποια απόφαση. Το θέμα όμως της αγοράς - πράγμα που ενδιαφέρει άμεσα την έρευνά μας - επανέρχεται και σε άλλα σημεία των επών. Είναι αλήθεια ότι υπάρχει αρκετά σαφής διαφορά στο περιεχόμενο του όρου αγορά ανάμεσα στα δύο έπη, είναι όμως λιγότερο βαθιά απ' όσο θέλησαν ορισμένοι να την παρουσιάσουν. Στην Ιλιάδα, αγορά είναι η συνέλευση των ελεύθερων πολεμιστών -όχι μόνο των ηρώων -, παίρνουν το λόγο όμως αποκλειστικά οι ήρωες, οι μεγάλοι ηγεμόνες. Είδαμε ότι όταν ο Θερσίτης, άνθρωπος του λαού, πήρε το λόγο, ο Οδυσσέας τον εξύβρισε και τον χτύπησε με το σκήπτρο του διότι δεν έπρεπε να μιλήσει. Αν και είναι σαφές ότι η αγορά αυτή αποτελεί μέσο έκφρασης των απόψεων των ηρώων, παρά ταύτα μερικές φορές είναι και μέσο που χρησιμοποιεί ο ηγεμόνας προκειμένου να σταθμίσει τις διαθέσεις της «κοινής γνώμης». Και η αγορά μπορεί τότε να αντιδράσει, όπως στη ραψωδία Β της Ιλιάδας όταν, μπροστά στη συνέλευση, ο Αγαμέμνων προσποιείται ότι θέλει την άρση της πολιορκίας, οι δε πολεμιστές το εκλαμβάνουν κατά λέξη και τρέχουν στα καράβια για να φύγουν[14]... Είναι όμως αληθές ότι στην Ιλιάδα αυτός ο ενεργητικός ρόλος της αγοράς είναι αρκετά περιορισμένος. Στην Οδύσσεια, η κατάσταση είναι διαφορετική, τόσο για την αγορά των θεών[15], όσο και για την αγορά της Ιθάκης[16] όπου ο Τηλέμαχος αντιμετωπίζει τους μνηστήρες του θρόνου. Εκεί γίνεται πραγματικός διάλογος, κάτι που δεν επαναλαμβάνεται σε άλλα επεισόδια. Παραδείγματος χάρη, όταν ο Οδυσσέας με τους δικούς του φθάνει στο παραδεισένιο νησί απέναντι από τους Κύκλωπες[17] και συγκαλεί συνέλευση (ἀγοράν θέμενος) όπου λέει στους συντρόφους του ότι το κυρίως στράτευμά θα παραμείνει επιτόπου ενώ ο ίδιος με μια χούφτα άνδρες θα περάσει στο κοντινό νησί για να δει τι είδους άνθρωποι το κατοικούν, αν είναι ὑβρισταί («αψηφούντες κάθε κανόνα», η λέξη όμως πράγματι δεν μεταφράζεται), άγριοι και άδικοι, ή αν είναι φιλόξενοι και θεοσεβούμενοι. Δεν μας εκπλήσσει, βέβαια, ότι ο Οδυσσέας και οι σύντροφοι του, που αντιμετώπισαν τρομακτικές δοκιμασίες, ονειρεύονται να βρουν ένα μέρος με φιλόξενους κατοίκους. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι τα χαρακτηριστικά που έρχονται αυθόρμητα στο νου και ορίζουν όσους δεν είναι άγριοι και άδικοι (ὑβρισταί) είναι η φιλοξενία και ο σεβασμός προς τους θεούς -και ιδίως προς τον Δία, τον προστάτη ασθενών και οδοιπόρων. Εν πάση περιπτώσει, είναι εδώ εμφανές ότι έχουμε να κάνουμε με μια συνέλευση που φαίνεται να συγκλήθηκε μόνο και μόνο προκειμένου να ανακοινώσει ο ηγέτης τις αποφάσεις του.

Είδαμε όμως ότι στο επεισόδιο με τους Κύκλωπες βρίσκουμε κι ένα άλλο στοιχείο, σαν να ανεβαίνουμε κατά κάποιον τρόπο σε άλλο επίπεδο: πρόκειται γι’ αυτό που εκφράζει ο όρος βουληφόροι - φορείς βουλήσεως, γνώμης, ίσως και απόφασης -, ο οποίος χαρακτηρίζει τις συνελεύσεις. Ορισμένοι είναι δυνατό βέβαια να το ερμηνεύσουν ως μια από τις πιο ακραίες περιπτώσεις ύστερης προσθήκης στο κείμενο των επών. Είναι πολύ πιθανό. Ωστόσο, όπως είπα εξαρχής, αυτό δεν αλλάζει τίποτα για μας, αντιθέτως μάλιστα, έρχεται να ε- ενισχύσει αυτά που υποστηρίζαμε, διότι εκφράζει το γεγονός ότι ο ίδιος ο ποιητής, ο μνημειώδης συνθέτης, έχει εμποτιστεί με κοινωνικές φαντασιακές σημασίες - στη συγκεκριμένη πρόπτωση, με πολιτικές σημασίες - τις οποίες εισάγει στα έπη, έστω κι αν κινδυνεύει να διαπράξει τεράστιο κοινωνικο-ιστο­ρικό αναχρονισμό αποδίδοντας στον ηρωικό κόσμο ή στην περίοδο που αποκαλούμε «Σκοτεινούς Αιώνες» θεσμούς της Ιωνίας του 8ου αιώνα, όταν αρχίζουν να συγκροτούνται οι πόλεις με τις βουληφόρους ἀγοράς τους.

Για να ολοκληρώσουμε αυτή τη σύντομη εποπτεία των ομηρικών επών, ας δούμε συνοπτικά τα σπέρματα που περιέχουν κόσμο και τα οποία δεν αναφέραμε ρητά μέχρι τώρα. Ωστόσο, ας αναρωτηθούμε πρώτα ποια είναι τα στοιχεία του κόσμου των επών που θα εξαφανιστούν με την ελληνική δημιουργία του 7ου, του 6ου και του 5ου αιώνα π.Χ. Πρόκειται κυρίως βέβαια γι' αυτή την εξόφθαλμη αντίθεση - αναπόσπαστο μέρος των αξιών του ηρωικού κόσμου- μεταξύ του ήρωα και του vulgum pecus, αυτή την υποτίμηση των κοινών ανθρώπων που εικονογραφείται με σχεδόν γελοιογραφικό τρόπο στο επεισόδιο του Θερσίτη. Υπάρχουν οι πολέμαρχοι και οι άλλοι, κι αν κάποιος απλός μαχητής ανακατευτεί με κάτι που δεν τον αφορά, συμμορφώνεται με τη βέργα ή το σκήπτρο. Το στοιχείο αυτό εξαφανίζεται στη συνέχεια, έστω κι αν στην πολιτική ιστορία υπάρχουν μαρτυρίες επιβίωσής του στην έκφραση ορισμένων αξιών από την αριστοκρατία ή από τους ποιητές της αριστοκρατίας, όπως ο Θέογνις και ο Πίνδαρος.

Αυτό που θα μείνει βέβαια είναι καταρχάς η απάντηση στο ερώτημα: τι μπορεί να ελπίζει το ανθρώπινο ον μέσα σ’ έναν κόσμο που δεν έγινε γι’ αυτό και που καθαυτός δεν προσφέρει καμία προφανή απάντηση; Από τον Όμηρο μέχρι τον Αλέξανδρο περίπου, η απάντηση υπήρξε το κλέος και το κῡδος - η δόξα και η φήμη - αν όχι ως ύψιστες, τουλάχιστον ως κεφαλαιώδεις αξίες. Τα δύο αυτά στοιχεία ακριβώς δίνουν στον ελληνικό πολιτισμό και στην ελληνική δημιουργία τον αγωνιστικό εκείνο χαρακτήρα που πολύ σωστά υπογραμμίζουν ορισμένοι[18], εξαιρετικά εναργή στη διατύπωσή του δύο φορές στην Ιλιάδα[19]: τελικά, το ουσιώδες είναι Αἰέν ἀριστενειν, να είσαι πάντα στην αριστεία, ο καλύτερος (άριστος, υπερθετικός βαθμός του «αγαθός», όχι με την ηθική έννοια αλλά ως υπέρτατη εξοχότητα) και ὑπέροχον ἔμμεναι άλλων, να υπερέχεις πάντοτε των άλλων, είτε στη μάχη, όπως στα ομηρικά έπη, είτε στα αθλήματα, στην Ολυμπία και στη Νεμέα. Και θα ξαναβρούμε το στοιχείο αυτό στην πόλη, με την έννοια ότι η αλληλεγγύη των πολιτών, η ύπαρξη της κοινότητας, δεν είναι δυνατό να διαχωριστούν από τον αγωνιστικό χαρακτήρα του: ποιος θα είναι ο καλύτερος. Αν εξαιρέσουμε το θέμα του περιεχομένου, ακόμα και οι ίδιοι οι τραγικοί ποιητές γράφουν για να κερδίσουν το διαγωνισμό, θέλουν να στεφανωθούν, να έχουν το πρώτο, το δεύτερο ή τουλάχιστον το τρίτο βραβείο. Είναι βέβαιο ότι η πλευρά αυτή συνδέεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με όλα όσα συμβαίνουν στο καθαυτό πεδίο της γνώσης. Η αγωνιστικότητα μπορεί βέβαια να διολισθήσει προς την πολεμική και εριστική στάση: γνωρίζω καλύτερα από σένα, μπορώ να αποδείξω ότι αυτά που λες είναι λανθασμένα, ο λόγος μου είναι ανώτερος από τον δικό σου. Καθώς δεν υφίσταται υπερβατική πηγή της αλήθειας, ιερός νόμος ή δόγμα - οι θεοί δεν μιλούν παρά μέσω των χρησμών,! οι χρησμοί όμως είναι τελείως άλλο Θέμα -, επειδή δεν υπάρχει επίσημος ερμηνευτής της αλήθειας, με θεία έμπνευση, τοj πεδίο παραμένει ανοιχτό στην άμιλλα, που είναι κυρίως άμιλλα στο επίπεδο του λόγου. Ποιος θα μιλήσει καλύτερα, ποιος θα πείσει περισσότερο τους άλλους, ποιος θα δείξει ότι διαθέτει μεγαλύτερη πειθώ ή θα αναπτύξει τα ισχυρότερα επιχειρήματα. Είναι χαρακτηριστικό από την άποψη αυτή ότι η κλασική έκφραση για «το πιο ισχυρό επιχείρημα» είναι ο κρείττων λόγος. Κρείττων είναι ο συγκριτικός βαθμός του ά- αγαθός όταν η λέξη σχετίζεται με την ανδρεία και τη δύναμη. Ο κρείττων λόγος δεν είναι μόνο το πιο ισχυρό επιχείρημα, είναι το επιχείρημα που επιβάλλεται. Ας συγκρατήσουμε λοι­πόν απ' όλα αυτά τον κεντρικό χαρακτήρα του κλέους και του κύδους, που είναι άλλωστε αξεχώριστα από την τιμήν (για την οποία μιλά ο Αχιλλέας), την ανώτερη αξία που αναγνωρίζει στο άτομο η κοινωνία στην οποία ζει, αξία συνεπώς αφομοιωμένη από αυτό. Ας σημειώσουμε, τέλος, ένα ακόμα στοιχείο που οι Έλληνες της κλασικής περιόδου θα τοποθετήσουν στο επίκεντρο της στάσης του πολίτη και το οποίο βρίσκουμε ήδη στην Ιλιάδα: την παρρησίαν, την ελεύθερη έκφραση, το να λες ό, τι σκέφτεσαι, να μην κρύβεις τη γνώμη σου όταν πρόκειται για σοβαρές υποθέσεις. Ιδού τα θετικά, ας πούμε, στοιχεία.

Από αρνητική άποψη, μπορούμε να διακρίνουμε στα έπη - αλλά δεν πρόκειται να επιμείνω επ’ αυτού - την απαρχή μιας κριτικής της βασιλείας, όπως φαίνεται π.χ. στη ραψω­δία I της Ιλίάδας, όταν ο Διομήδης επιτίθεται στον Αγαμέμνονα λέγοντάς του ότι «ο Δίας σου έδωσε το σκήπτρο, αλλά σου αρνήθηκε την ανδρεία[20]». Πρόκειται πράγματι για κριτική, για αποσύνδεση του βασιλικού λειτουργήματος από τα προσόντα που δικαιολογούν το γεγονός ότι κάποιος είναι βασιλιάς. Απαρχή επίσης μιας κριτικής της ηρωικής ηθικής, για την οποία ήδη μίλησα, όταν στη ραψωδία I ρωτά ο Αχιλλέας: γιατί λοιπόν πρέπει οι Αργείοι να πολεμήσουν τους Τρώες; Και προσθέτει: τίποτα δεν αξίζει όσο η ζωή, θα γυρίσω σπίτι μου. Είναι σαν να θέτει σε αμφισβήτηση το κλέος και το κῦδος του ήρωα ρωτώντας: προς τι όλ’ αυτά;

Συναντάμε επίσης στα έπη - το σημείο αξίζει να σχολιαστεί εκτενέστερα- τις πρώτες μαρτυρίες μιας κάποιας αντίληψης για τη δικαιοσύνη. Πρέπει να καταλάβουμε καλά τη σπουδαιότητα του πράγματος. Από τον Ησίοδο κυρίως και μετά είναι αλήθεια ότι βλέπουμε να εμφανίζεται μια απάντηση στη μη νοητή κατάσταση του κόσμου, μια απάντηση ανθρώπινη, έστω κι αν παρουσιάζεται ως προϊόν της θέλησης του Δία. Σε σχέση με αυτή την πρωταρχική σύλληψη του κόσμου, κατά την οποία κανένα νόημα δεν προτείνεται στον άνθρωπο, όπου δεν υφίσταται ούτε λύτρωση ούτε ελπίδα, εκτός από την οιονεί-αθανασία της φήμης και της δόξας, βλέπουμε να αναδύεται η ιδέα ότι ο κόσμος δεν περιορίζεται στην απλή υποκατάσταση ενός όντος από κάποιο άλλο, η συνεχής διαδοχή γένεσης και καταστροφής δεν είναι το χαρακτηριστικό του είναι (θα επανέλθουμε εκτενώς σε αυτό), αλλά το γεγονός ότι υπάρχει επίσης και μια δίκη, μια δικαιοσύνη. Τι είναι ακριβώς αυτή η δικαιοσύνη; Τεράστιο βέβαια ερώτημα, το οποίο παραμένει πάντα ανοιχτό. Όμως, αν και είναι αλήθεια ότι διατυπώνεται ρητά από τον Ησίοδο και μετά, οφείλουμε επίσης να παραδεχτούμε ότι το πρόβλημα της δικαιοσύνης είναι ήδη παρόν στα ομηρικά έπη -η ιδέα ότι δεν υπάρχουν μόνο πράγματα που «κάνουμε», τα πρέποντα, ή ανδραγαθήματα που φέρνουν δόξα, αλλά και πράγματα δίκαια ή άδικα, χωρίς άλλωστε να είμαστε σε θέση να θεμελιώσουμε οριστικά τη διάκριση αυτή. Έχει λεχθεί κατ’ επανάληψη ότι το στοιχείο αυτό βρίσκεται ήδη στην Οδύσσεια, και το γεγονός είναι αναμφισβήτητο. Στη ραψωδία χ, όταν η υπηρέτρια Ευρύκλεια κραυγάζει από τη χαρά της μπροστά στα πτώματα των μνηστήρων, ο Οδυσσέας της ζητάει να σωπάσει, λέγοντας ότι δεν πρέπει να θριαμβολογεί, διότι οι θεοί είναι αυτοί που τους σκότωσαν, που τους τιμώρησαν για τις παρανομίες τους[21]. Και υπάρχουν πολλά χωρία ακόμα όπου βρίσκουμε αναφορές στη δικαιοσύνη του Δία[22], και όπου στους βίαιους και άδικους αντιπαρατίθενται όσοι σέβονται τη δικαιοσύνη και τους θεούς[23]. Ωστόσο, θα βρούμε ανάλογα στοιχεία και στην Ιλιάδα, που κατά τη γνώμη όλων είναι προγενέστερη της Οδύσσειας. Θα μπορούσε να πει κανείς, το λέω και πάλι, ότι οι στίχοι που θα εξετάσουμε αποτελούν πολύ μεταγενέστερες προσθήκες. Ωστόσο, ας το επαναλάβουμε, αυτό δεν μας δημιουργεί κανένα πρόβλημα, τουναντίον. Θα πάρουμε εδώ ένα από τα πολλά παραδείγματα. Στη ραψωδία Ω, μετά το θάνατο του Έκτορα, ο Αχιλλέας όχι μόνο αρνείται να επιτρέψει την κηδεία αλλά καθημερινά δένει το πτώμα πίσω από το άρμα του και το σέρνει γύρω από τον τάφο του Πατρόκλου. Τη δωδέκατη μέρα ο Απόλλων επαναστατεί (στίχοι 33-54) και ενώπιον της συνέλευσης των θεών τους αποκαλεί σχετλίους και δηλήμονες, βάναυσους και κακούργους, κατηγορώντας τους ότι ξέχασαν τις προσφορές του Έκτορα. Πάνω στο θυμό του, ο Αχιλλέας δεν περιορίζεται, όπως όλος ο κόσμος, να κλάψει το προσφιλές του πρόσωπο, αποδεχόμενος τελικά αυτό που η μοίρα επιφυλάσσει στους πάντες. Συνεχίζει να προσβάλλει τη σορό του Έκτορα, πράγμα που δεν είναι ούτε καλό ούτε ωραίο. Πρέπει να επιτραπεί κάτι τέτοιο; Η επέμβαση των θεών αποτελεί τρέχουσα πρακτική στα έπη και, ως τέτοια, δεν μας ενδιαφέρει εδώ. Αντιθέτως όμως, αυτό που πρέπει να συγκρατήσουμε στην περίπτωση αυτή είναι ότι οφείλει να υπάρξει επέμβαση ως απάντηση στην υπέρβαση ενός δίκαιου κανόνα - ή τουλάχιστον μπορούμε να δούμε εδώ την ιδέα ενός τέτοιου κανόνα, μιας δίκης, κάποιου πράγματος που «όφειλε να υπάρχει». Η δίκη εφαρμόζεται ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν είναι δυνατό να τεθεί θέμα θείου νόμου. Ότι υπήρχαν κανόνες που καθόριζαν τις σχέσεις μεταξύ των Ελλήνων, ότι η κλοπή, ο φόνος, η μοιχεία απαγορεύονταν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είναι προφανές. Δεν πρόκειται όμως εδώ για θετικό δίκαιο - ο Αχιλλέας βρίσκεται μπροστά στο πτώμα ενός εχθρού. Αυτό που παρατηρεί ο Απόλλων δεν είναι ότι ο Αχιλλέας παραβιάζει ένα νόμο, αλλά ότι η πράξη του δεν είναι η «πρέπουσα», δεν είναι δίκαιη, με την έννοια του δίκαιον ἐστί. Πρόδρομος της ιδέας μιας αρχής, ενός κανόνα, που ακόμα κι αν δεν είναι διατυπωμένος αυστηρά, ως γραπτός νόμος, οφείλει να καθοδηγεί και να επιτρέπει τη στάθμιση των πράξεων και της συμπεριφοράς[24].

Και ένα ακόμα τελευταίο σπέρμα: το ξεπέρασμα του ηρωικού κόσμου, τρόπον τινά, ως εξατομικευμένου κόσμου, όπου τα πάντα επικεντρώνονται εντελώς ρητά στον ήρωα, στα κατορθώματά του και στο πεπρωμένο του. Ιδέα που συναντάμε ήδη στην Ιλιάδα, σ’ ένα στίχο του οποίου αμφισβητήθηκε - εντελώς εσφαλμένα κατά τη γνώμη μου- το προφανές νόημα. Ο τρώας Πολυδάμας υποδεικνύει στον Έκτορα ότι οι οιωνοί δείχνουν πως δεν πρέπει να μονομαχήσει - οι οιωνοί δεν είναι καλοί. Και ο ήρωας απαντά: «Εἷς οἰωνός ἄριστος, ἀμννεσθαι περί πάτρης» (Υπάρχει μόνον ένας καλός οιωνός, να αμύνεσαι υπέρ της πατρίδας σου[25]). Ειπώθηκε ότι δεν πρέπει να αποδοθεί μεγάλη σημασία στη λέξη πατρίδα, ότι η ιδέα της υποχρέωσης απέναντι στην κοινότητα αντιστοιχεί σε μεταγενέστερη φάση. Νομίζω ότι αν επανατοποθετήσουμε τον όρο στο πλαίσιο του συνόλου των λόγων που απευθύνει ο Έκτωρ στους Τρώες και οι έλληνες ήρωες στους Αχαιούς, είναι δύσκολο να ξεφύγουμε από το συμπέρασμα ότι υπάρχει στα έπη μια πραγματική αντίληψη κοινότητας - που υπερβαίνει την απλή θεώρηση του κλέους και του κύδους του ήρωα -, αντίληψη της ολότητας που βρίσκεται υπό συγκρότηση.

Θα ήθελα να κλείσω υπογραμμίζοντας ότι η ένταση μεταξύ των δύο αυτών στοιχείων θα είναι παρούσα καθ' όλη τη διάρκεια της ελληνικής ιστορίας. Αν θέλαμε να παραφράσουμε τους παλαιούς, θα λέγαμε ότι εδώ βρίσκεται η πηγή και της ευτυχίας και της δυστυχίας του ελληνικού κόσμου, αυτή όμως η πλευρά δεν θα μας απασχολήσει εδώ. Θα περιοριστώ να σημειώσω ότι στην ελληνική δημιουργία και εδώ επίσης υφίσταται ένα είδος καλά ρυθμισμένης, θα έλεγα, πολικότητας μεταξύ του κλέους και του κύδους, αυτού του ρεύματος που συνδέεται ουσιαστικά με το άτομο, και όπου κυριαρχεί το ανταγωνιστικό στοιχείο από τη μια μεριά, και της αλληλεγγύης της πολιτείας από την άλλη. Ένα τελευταίο παράδειγμα δίκην συμπεράσματος. Στα μέσα του 5ου αιώνα η περίφημη επιτύμβια επιγραφή του Αισχύλου λέει με μια εξαί­σια διατύπωση: «Αἰσχύλον Εύφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει/μνῆμα, καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·/ἀλκήν δ’ εὐδόκιμον Μαραθώνιον ἄλσος ἄν εἴποι/καί βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος» (Ο Αισχύλος, ο Αθηναίος, γιος του Ευφορίωνα βρίσκεται σε τούτο το μνήμα./Έκλεισε τα μάτια στη Γέλα (πόλη της Σικελίας), την εύφορη σε δημητριακά./Την αποτε­λεσματική του (ή δοκιμασμένη) γενναιότητα (ή τη δύναμη) μαρτυρεί το δάσος του Μαραθώνα,/και ο πυκνόμαλλος Μή­δος που τη γνώρισε καλά). Λίγο μας ενδιαφέρει αν γράφτηκε από τον ίδιο τον Αισχύλο ή όχι. Πρόκειται σίγουρα για την επιγραφή που του αρμόζει. Ο Αισχύλος είναι έξοχος, διαθέτει και κλέος και κῦδος. Γιατί; Όχι χάρη στα γραπτά του (την Ορέστεια, τον Προμηθέα κ.λπ.), αλλά επειδή πολέμησε, γενναίος μεταξύ γενναίων, στη μάχη του Μαραθώνα. Δηλαδή, είναι έξοχος ως Αθηναίος πολίτης και πολεμιστής. Είναι φανερό ότι, λαμβάνοντας υπόψη την εποχή που γράφτηκε αυτή η επιτύμβια επιγραφή, διακρίνουμε σαφώς μια πρόκληση: λί­γο πριν από το θάνατο του Αισχύλου, τα έργα του εξακολουθούσαν να παίζονται στη Μεγάλη Ελλάδα· κάθε Έλληνας, αν δεν ήταν χαμένος στα βάθη της υπαίθρου, ήξερε ποιος ήταν και τι είχε κάνει. Ωστόσο, η επιγραφή λέει σαν πρόκληση: δεν θα γίνει αναφορά στις τραγωδίες αλλά στον Μαραθώνα. Για όσους ενδιαφέρονται, θυμίζω ότι στο ποίημα του Καβάφη Νέοι της Σιδώνος, 400 μ.Χ., εννέα αιώνες αργότερα, ακούγεται ένας ηθοποιός να απαγγέλει τον επιτάφιο του Αισχύλου κατά τη διάρκεια συμποσίου. Κάποιος νεαρός συνδαιτυμόνας, παθιασμένος με τη λογοτεχνία, σηκώνεται και ξεσπά: επιτέλους, είναι απαράδεκτο, όταν έχει γράψει αυτά που έχει γράψει να μνημονεύεται μόνο το ότι πολέμησε στον Μαραθώνα, όπως άλλωστε όλοι οι Αθηναίοι!

Βρισκόμαστε πλέον σε μια περίοδο παρακμής. Διότι αυτό που βλέπουμε ακριβώς στον επιτάφιο είναι η εξέχουσα σημασία του ανήκειν στην πόλη, της αλληλεγγύης μέσα στο σώμα των πολεμιστών-πολιτών.
------------------------------
[1] <Βλ. Μ. Detienne, Dionysos mis a mort, Paris, Gallimard 1977, επανέκδ. συλλ. «Tel» 1998· Les Jardins d' Adonis, εισαγωγή του J.-P. Vernant, Paris, Gallimard 1972, επανέκδ. 1989 με επίμετρο του συγ­γραφέαν [Ελλ. έκδ. Οι κήποι του Άδωνη, μτφρ.: Κ. Αλεξοπούλου, Σπ. Γεωργακόπουλος, Στ. Οικονόμου, Αθήνα, Πατάκης 2006.]

[2] [Σημ. περιθ.: Αν υπάρχουν πού και πού ψήγματα «θεϊκής δημιουργίας», αυτή <δεν παίζει ρόλο> προνομιακό.]

* Χώροι του ανθρώπου, σ. 275-298 (ΣτΕ).

[3] <Ευριπίδη, Ιππόλυτος, 85-86.>

[4] <«Χρή τά ἐοικότα πάρ/δαιμόνων μαστευέμεν θναταῖς φρασίν/γνόντα τό πάρ ποδός, οἵας εἰμέν αἴσας./Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον/σπεῦδε, τάν δ’ ἔμπρακτον ἄντλε μηχανάν». «Πρέπει να ζητάμε από τους θεούς μόνο εκείνο που ταιριάζει σε θνητές καρδιές, οφείλουμε να κοιτάμε χαμηλά προς τα πόδια μας, να μην ξεχνάμε τη θέση μας. Ω, ψυχή μου, μην επιζητάς την αιώνια ζωή, αλλά εξά­ντλησε τα όρια του δυνατού!». Πίνδαρος, Πυθιόνικοι III, 59-62.>

[5] <«’Έστι δέ φῦλον ἐν ἀνθρώποισι ματαιότατον,/ὅστις αἰσχύ­νων έπιχώρια παπταίνει τά πόρσω,/μεταμώνια θηρεύων ἀκράντοις ἐλπίσιν». «Οι πιο ματαιόδοξοι των ανθρώπων είναι όσοι περιφρο- νούν αυτά που τους περιβάλλουν και ονειρεύονται όσα βρίσκονται μακριά, αφήνοντας τις ελπίδες τους ανεκπλήρωτες να κυνηγούν φαντάσματα!» Στο ίδιο, 23-25.>

[6] <Οδ., ι, 105-555.>

[7] <Βλ. Ησίοδος, Θεογονία, 139-146, όπου οι Κύκλωπες αναφέρονται ως τέκνα της Γης και όχι του Ποσειδώνα.>

[8] <Η λεηλασία της πόλης των Κικόνων, Οδ., ι, 37-61.>

[9] <Βλ. Οδ., η,199-200.>

[10] <Οδ., ι, 167.>

[11] <Οδ., ι, 130 κ.εξ.>

[12] <Οδ., κ, 100-134.>

[13] <Οδ., λ, 14.>

[14] <Ιλ, Β, 86-156.>

[15] <Οδ., α, 95, και ε, 1-42.>

[16] <Οδ., β, 1-259, και π, 375-382.>

[17] <Οδ., ι, 170-178.>

[18] [Σημ. περιθ.: Βλ. Burckhardt, <ό.π., σ. 999>, και Arendt, <όπ., σ. 888>].

[19] <Αἰέν ἀριστενειν καί ὑπέροχον ἔμμεναι ἄλλων: «να αριστεύεις πάντοτε και να υπερέχεις όλων των άλλων», Ιλ., Ζ, 208 (Ο Ιππόλοχος στο γιο του, Γλαύκο, από τη μεριά των Τρώων), και /λ., Λ, 784 (ο Πηλέας στον γιο του, Αχιλλέα).>

[20] <Ιλ, I, 37-39.>

[21] Οδ.,χ, 407-416.>

[22] <Οδ., ν, 213-214, ξ, 85 κ.εξ. και 259 κ.εξ., καθώς και ω, 351- 352.>

[23] <Οδ., θ, 575-576, ι, 214-215, ν, 200-202, σ, 141-142.>

[24] [Σημ. περιθ.: Πέραν του «θετού δικαίου». Βλ. την Αντιγόνη του Σοφοκλή.]

[25] <Ιλ, Μ, 243.>
-------------------------------
Ορισμένες σκέψεις τώρα για τις σχέσεις αυτών των θεών με τους ανθρώπους. Σύμφωνα με τον Finley, οι έλληνες θεοί στερούνται ηθικής υπόστασης. Είναι αληθές και κεφαλαιώδες. Τα παραδείγματα βρίθουν. Έτσι, στην Ιλιάδα, μας κάνει εντύπωση πόσο συχνά οι θεοί ψεύδονται και ραδιουργούν. Στο πιο χαρακτηριστικό επεισόδιο, προς το τέλος του έπους, ο θάνατος του Έκτορα θα έπρεπε λογικά να αποδείξει την ηρωική υπεροχή του αντιπάλου του, Αχιλλέα. Αν όμως διαβάσετε τον Όμηρο, θα δείτε ότι δεν είναι καθόλου έτσι: πράγματι, ο θάνατος αυτός οφείλεται μόνο στον ποταπό δόλο της Αθηνάς, η οποία με τη μορφή του τρώα Δείφοβου πείθει τον Έκτορα να μείνει εκτός των τειχών της πόλης, αφήνοντάς τον να υποθέσει ότι οι δύο μαζί θα νικήσουν τον Αχιλλέα. Ύστερα, κατά τη διάρκεια της μονομαχίας, θα ξαναδώσει στον Αχιλλέα το δόρυ που έχει ήδη ρίξει… και πρόκειται για ένα μόνο παράδειγμα μεταξύ πολλών. Όταν μιλώ για ποταπότητα, εννοείται πως ο όρος είναι εντελώς ακατάλληλος, διότι κατά την αρχαία ελληνική αντίληψη δεν μπορεί να υπάρξει ηθική αξιολόγηση αυτού του τύπου συμπεριφοράς.

Σε καμία περίπτωση, η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν έχει ως κανονική και προβλέψιμη συνέπεια την ανταμοιβή ή την τιμωρία των θεών. Ομοίως ο ομηρικός κόσμος –και γενικότερα όλος ο ελληνικός κόσμος- αγνοεί φυσικά την αμαρτία, δεν γνωρίζει ούτε την εξιλέωση με τη χριστιανική έννοια ούτε τον ευλαβή φόβο του χριστιανού απέναντι στον Θεό. Και για να παραπέμψουμε ακόμα μια φορά στον Finley, «ο άνθρωπος ζητούσε από τους θεούς να τον συνδράμουν στις διάφορες δραστηριότητές του. Στρεφόταν προς αυτούς για τις δωρεές που θα μπορούσαν να του παράσχουν ή να του αρνηθούν. Ο άνθρωπος όμως δεν περίμενε τίποτα από τους θεούς ως συμβουλή για την ηθική του διαγωγή. Αυτό ήταν εκτός των αρμοδιοτήτων τους. Οι θεοί του Ολύμπου δεν έπλασαν τον κόσμο, συνεπώς δεν αισθάνονται υπεύθυνοι για αυτόν».Υπάρχει μια υπέροχη φράση του Dodds, την οποία δανείζεται ο Finley, που εικονογραφεί άριστα αυτό τον τύπο σχέσεων μεταξύ θεών και ανθρώπων: “οι ομηρικοί πρίγκιπες δρασκελίζουν υπερήφανα τον κόσμο. Αν φοβούνται τους θεούς, τους φοβούνται με τον ίδιο τρόπο που φοβούνται τους ανθρώπους ηγεμόνες τους”. Δε θα βρείτε πουθενά στον Όμηρο, ή αργότερα, διατυπώσεις σαν αυτές που επανέρχονται συχνά στο χριστιανισμό, στην εβραϊκή θρησκεία ή στο Ισλάμ: “Θεέ μου, είμαι ανάξιός σου, ανάξιος των ευεργετημάτων σου, είμαι ένα σκουλήκι κ.λ.π.”. Κανένας ομηρικός ήρωας, κανένας Έλληνας δεν θεωρεί εαυτόν ανάξιο σε σχέση με τους θεούς. Είναι μόνο πιο αδύναμος. Οι θεοί μπορεί να είναι πιο δυνατοί, αλλά δεν βρίσκονται κατ’ ουσίαν σε άλλο επίπεδο αξίας. Και φυσικά η οπτική αυτή έχει απελευθερωτικά αποτελέσματα για τη δράση και τη συνείδηση των ανθρώπων.

Ο Finley ορθά παρατηρεί ότι η μάζα δεν είχε περισσότερους λόγους από τους ήρωες να φοβάται τους θεούς. Αυτό όμως που δεν λέει, και που κατά τη γνώμη μου βαραίνει πολύ, είναι ότι η ανωτερότητα ορισμένων ανθρώπων σε σχέση με τους υπόλοιπους, καθώς δεν βασίζεται σε κάποια θεία εγγύηση, στηρίζεται αναγκαστικά είτε στην πειθώ είτε στην καθαρή ισχύ. Ωστόσο, μέσα σ’ έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει θεός που να λέει την αλήθεια, όπου η αλήθεια είναι το αποτέλεσμα της ανθρώπινης προσπάθειας, η πεποίθηση της νομιμοποίησης της κοινωνικής εξουσίας θα διαλυθεί, πράγμα που βλέπουμε ήδη στην Ιλιάδα, όταν ο Διομήδης λέει στον Αγαμέμνονα, το βασιλέα των βασιλέων: «Ναι μπορεί να είσαι ο βασιλιάς, να κρατάς το σκήπτρο, αλλά στην πραγματικότητα δεν αξίζεις τίποτα». Η βασιλεία υπόκειται ήδη σε κριτική, πράγμα που θα ενταθεί όλο και περισσότερο στο βαθμό που αναδύεται ο κοινός λόγος (διαδικασία που ξεκινά ήδη στον Όμηρο). Όσο για την ισχύ, από τη στιγμή που κλονίζεται η πεποίθηση για τη νομιμότητα των κατεστημένων εξουσιών, αυτή θα ανήκει φυσικά στο δῆμον, στην πλειοψηφία, που θα τη χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά προκειμένου να εγκαθιδρύσει τη δική του εξουσία. Με την έννοια αυτή, μια θρησκεία όπως η ομηρική δεν υπήρξε βέβαια η αιτία, αλλά μία από τις προϋποθέσεις που επέτρεψαν την ταυτόχρονη ανάδυση της ελεύθερης έρευνας και της δημοκρατικής κοινότητας.
----------------------------------
Το περιστατικό της εξαπάτησης του Έκτορα από την Αθηνά, στο οποίο αναφέρθηκε προηγουμένως:

Όταν ο Έκτορας θα αντιμετωπίσει τον Αχιλλέα, η Αθηνά παίρνει την όψη ενός από τους γιους του Πρίαμου. Ενθαρρύνει τον Έκτορα, τον συνοδεύει και την τελευταία στιγμή εξαφανίζεται. Ο Έκτορας μάταια την καλεί και τότε καταλαβαίνει. Εδώ θα παραθέσουμε ένα άλλο κείμενο με τα ίδια λόγια:

«Πω πω, αλήθεια οι θεοί με έχουν καλέσει για να πεθάνω. Εγώ έλεγα πως είναι εδώ ο ήρωας Δηίφοβος, όμως εκείνος βρίσκεται μέσα στο τείχος, και εμένα με γέλασε η Αθηνά. Τώρα πια με πλησίασε ο κακός θάνατος, δεν είναι μακριά, και δεν υπάρχει σωτηρία. (Χ, 297-303).

Πικρία; Και αξιοπρέπεια επίσης. Κι ακόμα περισσότερο. Γιατί αν ο Όμηρος αφήνει να φανεί καθαρά η ανισότητα των ευκαιριών και η αναλγησία που δείχνουν εδώ οι θεοί, όλες αυτές οι διαπιστώσεις δεν παρασύρουν τους ήρωές μας σε μια μοιρολατρική υποταγή και δεν τους παροτρύνουν σε εξέγερση.

Ο Έκτορας ξεσηκώνεται και διακηρύσσει: «Τουλάχιστο να μην πεθάνω δίχως πόλεμο και δίχως δόξα, μόνο αφού κάνω κάτι μεγάλο, για να το μάθουν και οι κατοπινοί άνθρωποι» (Χ, 304-306)

Οι θεοί μπορούν να χτυπούν, να εξαπατούν, να καταδικάζουν. Ο ανθρώπινος ηρωισμός δεν μειώνεται, αντίθετα προβάλλεται. Ο άνθρωπος διατηρεί την υπερηφάνεια και το ιδανικό του. Διατηρεί τη θέση του.