Παρασκευή 30 Ιουλίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Ἠλέκτρα (1398-1441)

ΗΛ. ὦ φίλταται γυναῖκες, ἅνδρες αὐτίκα [στρ.]
τελοῦσι τοὔργον· ἀλλὰ σῖγα πρόσμενε.
1400 ΧΟ. πῶς δή; τί νῦν πράσσουσιν; ΗΛ. ἡ μὲν ἐς τάφον
λέβητα κοσμεῖ, τὼ δ᾽ ἐφέστατον πέλας.
ΧΟ. σὺ δ᾽ ἐκτὸς ᾖξας πρὸς τί; ΗΛ. φρουρήσουσ᾽ ὅπως
Αἴγισθος ἡμᾶς μὴ λάθῃ μολὼν ἔσω.
ΚΛ. αἰαῖ. ἰὼ στέγαι
1405 φίλων ἐρῆμοι, τῶν δ᾽ ἀπολλύντων πλέαι.
ΗΛ. βοᾷ τις ἔνδον. οὐκ ἀκούετ᾽, ὦ φίλαι;
ΧΟ. ἤκουσ᾽ ἀνήκουστα δύ-
στανος, ὥστε φρῖξαι.
ΚΛ. οἴμοι τάλαιν᾽· Αἴγισθε, ποῦ ποτ᾽ ὢν κυρεῖς;
1410 ΧΟ. ἰδοὺ μάλ᾽ αὖ θροεῖ τις. ΚΛ. ὦ τέκνον τέκνον,
οἴκτιρε τὴν τεκοῦσαν. ΗΛ. ἀλλ᾽ οὐκ ἐκ σέθεν
ᾠκτίρεθ᾽ οὗτος οὔθ᾽ ὁ γεννήσας πατήρ.
ΧΟ. ὦ πόλις, ὦ γενεὰ τάλαινα, νῦν σοι
μοῖρα καθαμερία φθίνει φθίνει.
1415 ΚΛ. ὤμοι πέπληγμαι. ΗΛ. παῖσον, εἰ σθένεις, διπλῆν.
ΚΛ. ὤμοι μάλ᾽ αὖθις. ΗΛ. εἰ γὰρ Αἰγίσθῳ θ᾽ ὁμοῦ.
ΧΟ. τελοῦσ᾽ ἀραί· ζῶσιν οἱ
γᾶς ὑπαὶ κείμενοι.
1420 παλίρρυτον γὰρ αἷμ᾽ ὑπεξαιροῦσι τῶν
κτανόντων οἱ πάλαι θανόντες.

ΧΟ. καὶ μὴν πάρεισιν οἵδε· φοινία δὲ χεὶρ [ἀντ.]
στάζει θυηλῆς Ἄρεος, οὐδ᾽ ἔχω ψέγειν.
ΗΛ. Ὀρέστα, πῶς κυρεῖτε; ΟΡ. τἀν δόμοισι μὲν
1425 καλῶς, Ἀπόλλων εἰ καλῶς ἐθέσπισεν.
ΗΛ. τέθνηκεν ἡ τάλαινα; ΟΡ. μηκέτ᾽ ἐκφοβοῦ
μητρῷον ὥς σε λῆμ᾽ ἀτιμάσει ποτέ.
ΗΛ. ‹ . . . ›
ΟΡ. ‹ . . .  ›
ΧΟ. παύσασθε. λεύσσω γὰρ Αἴ-
γισθον ἐκ προδήλου
ΟΡ. ‹ . . . ›
1430 ΗΛ. ὦ παῖδες, οὐκ ἄψορρον; ΟΡ. εἰσορᾶτέ που
τὸν ἄνδρ᾽ ἐφ᾽ ἡμῖν ‹ . . . ›
ΗΛ. ‹ . . . ›
χωρεῖ γεγηθὼς οὗτος ἐκ προαστίου.
ΧΟ. βᾶτε κατ᾽ ἀντιθύρων ὅσον τάχιστα,
νῦν, τὰ πρὶν εὖ θέμενοι, τάδ᾽ ὡς πάλιν.
1435 ΟΡ. θάρσει, τελοῦμεν. ΗΛ. ᾗ νοεῖς ἔπειγέ νυν.
ΟΡ. καὶ δὴ βέβηκα. ΗΛ. τἀνθάδ᾽ ἂν μέλοιτ᾽ ἐμοί.
ΧΟ. δι᾽ ὠτὸς ἂν παῦρά γ᾽ ὡς
ἠπίως ἐννέπειν
1440 πρὸς ἄνδρα τόνδε συμφέροι, λαθραῖον ὡς
ὀρούσῃ πρὸς δίκας ἀγῶνα.

***
ΗΛΕ. Σε λίγο, φίλες μου ακριβές, τελειώνουν
οι άντρες το έργο· μα περίμενε
1400 και σώπα. ΧΟΡ. Πώς; τί λοιπόν κάνουν τώρα;
ΗΛΕ. Εκείνη τη νεκρική στολίζει υδρία
για την ταφή, κι οι δυο τους στέκουν δίπλα.
ΧΟΡ. Και συ γιατ᾽ ήρθες έξω; ΗΛΕ. Να φυλάξω
μην τύχει και περάσει ο Αίγιστος μέσα
χωρίς να πάρομε είδηση. ΚΛΥ. Βοήθεια, οϊμένα,
σπίτι έρημο από φίλους και γεμάτο
από φονιάδες! ΗΛΕ. Κάποιος από μέσα
φωνάζει· δεν ακούτε και σεις, φίλες;
ΧΟΡ. Άκουσα ανήκουστα
η δύστηνη κι έφριξα.
ΚΛΥ. Δυστυχία σε μένα· Αίγιστε, πού είσαι;
1410 ΧΟΡ. Άκου, πάλι φωνάζει κάποιος. ΚΛΥ. Ω παιδί μου,
παιδί, λυπήσου εκείνη που σ᾽ εγέννα.
ΗΛΕ. Μα εσύ δεν τον λυπήθηκες αυτόν,
ούτε και τον πατέρα που τον γέννα.
ΧΟΡ. Ω πόλη, ω δύστυχη γενιά,
η μοίρα την ημέρ᾽ αυτή
σε καταλεί, σε καταλεί.
ΚΛΥ. Με χτύπησε, ωχ! ΗΛΕ. Χτύπ᾽ αν μπορείς διπλή!
ΚΛΥ. Ξανά, οϊμέ! ΗΛΕ. Είθ᾽ έτσι και του Αιγίστου!
ΧΟΡ. Πιάνουν οι Κάταρες, ζούνε
εκείνοι που κείτουνται κάτω απ᾽ τη γη,
κι οι από καιρό πεθαμένοι
1420 παίρνουνε πίσω το γαίμα
αυτών που τους είχαν σκοτώσει.

Μα ιδού τους, βγαίνουν και ματοβαμμένα
στάζουν τα χέρια απ᾽ τη θυσία του Άρη,
και δε μπορώ να τους καταδικάσω.
ΗΛΕ. Πώς είστε, Ορέστη; ΟΡΕ. Όσο για τα μέσα
καλά, αν εχρησμοδότησε ο Απόλλων
καλά. ΗΛΕ. Και πέθανε, η δυστυχισμένη;
ΟΡΕ. Πια μη φοβάσαι πως θα σ᾽ ατιμάζουν
οι τρόποι της μητέρας σου. ΧΟΡ. Σωπάτε,
βλέπω τον Αίγιστο· αυτός βέβαια είναι.
1430 ΗΛΕ. Γρήγορα, τραβηχτείτε σεις. ΟΡΕ. Και πού
τον βλέπετε; Είν᾽ εδώ κοντά μας;
ΗΛΕ. Φαιδρός απ᾽ τα προάστια προβαίνει.
ΧΟΡ. Μπείτε ευτύς, γρήγορα, πίσω απ᾽ τις πόρτες,
κι είθε την πρώτη σας επιτυχία
κι η δεύτερη ν᾽ ακολουθήσει τώρα.
ΟΡΕ. Μην έχεις φόβο κι όλα θα τελειώσουν
με το καλό. ΗΛΕ. Λοιπόν γρήγορα κάνε,
καθώς και συ το ᾽χεις στο νου. ΟΡΕ. Νά, φεύγω.
ΗΛΕ. Όσο για εδώ, πάνω μου εγώ τα παίρνω.
ΧΟΡ. Θενα ωφελούσε καν λίγα
να του ᾽λεγες λόγια με τόνο
σαν μαλακό για τ᾽ αυτί του,
1440 για να ᾽πεφτε ανίδεος μέσα
σ᾽ αυτό τον αγώνα της Δίκης.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 3. Τέχνη και τεχνική της ομηρικής αφήγησης

3.2. Προφορική και γραπτή αφήγηση

Η καθημερινή αφήγηση είναι προφορική, πληροφοριακή, σύντομη στην έκτασή της, αυθόρμητη στη διατύπωσή της, με ευκαιριακό περιεχόμενο, το οποίο αφορά άμεσα τόσο τον αφηγητή όσο και τους παρόντες ακροατές. Αντίθετα, η έντεχνη αφήγηση συχνά καταφεύγει στη γραφή, ενώ με το ερεθιστικό της θέμα και με την επιμέλεια της έκφρασης διεγείρει τη φαντασία του ακροατή, τον μεταφέρει σε άλλο χώρο και χρόνο, και τον απομακρύνει από την καθημερινή φορτική φροντίδα, ώστε, για λίγο έστω, να ξεχαστεί. Η δεύτερη αυτή μορφή αφήγησης ανοίγει τον δρόμο στη λογοτεχνία, η οποία όμως κατά περίπτωση μπορεί να ενσωματώνει στα κείμενά της στοιχεία και της καθημερινής αφήγησης, εφόσον αυτά εξυπηρετούν την αφηγηματική σκηνοθεσία.

Η αφήγηση, καθημερινή ή έντεχνη, είναι εξ ορισμού αναδρομική· αναφέρεται δηλαδή στο παρελθόν, με σκοπό όμως να μεταφέρει το παρελθόν στο παρόν του αφηγητή και του ακροατή. Το παρόν στην προκειμένη περίπτωση δηλώνεται, όπως θα δούμε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στην αρχή της αφήγησης· στο σημείο κυρίως εκείνο όπου ο αφηγητής απευθύνεται (ο τεχνικός όρος είναι «αποστρέφεται») στους ακροατές του ή και στη Μούσα. Όσο για το παρελθόν της αφήγησης, αυτό προσδιορίζεται με ρήματα συντελικού χρόνου (παρατατικού, αορίστου, παρακειμένου και υπερσυντελίκου) και με χρονικά επιρρήματα. Στην καθημερινή αφήγηση ο παρελθοντικός χρόνος ακολουθεί σχεδόν πάντα γραμμική εξέλιξη· προηγείται δηλαδή αφηγηματικά ό,τι και ως περιστατικό προηγήθηκε, και έπεται εκείνο που αμέσως μετά ακολούθησε. Στην έντεχνη όμως αφήγηση ο γραμμικός αυτός κανόνας μπορεί και να ανατραπεί, οπότε ο παρελθοντικός χρόνος πηγαίνει μπρος πίσω. Ή, όπως αλλιώς λέμε, «εγκιβωτίζεται» το πριν μέσα στο μετά. Η τεχνική αυτή εφαρμόζεται με παραδειγματικό τρόπο στην Οδύσσεια, ενώ η Ιλιάδα, φαινομενικά τουλάχιστον, ορίζει τον παρελθοντικό της χρόνο γραμμικά.

Η διαφορά ανάμεσα στην πεζή και στην έμμετρη αφήγηση εντοπίζεται, όπως είπαμε ήδη, στον ρυθμό και στο επαναλαμβανόμενο μέτρο της. Μολονότι δεν αποκλείεται να έχει και η πεζή αφήγηση έναν δικό της εναλλασσόμενο ρυθμό, που άλλοτε και αλλού την κάνει ταχύρρυθμη, άλλοτε και αλλού αργόρρυθμη. Η έμμετρη ωστόσο αφήγηση εξελίσσεται σε ποιητική και με άλλα στοιχεία, πέραν του ρυθμού και του μέτρου της. Ειδικότερα, η επική ποίηση προσδιορίζεται: από την ιδιόρρυθμη γλώσσα της, τις επαναλαμβανόμενες τυπικές της εκφράσεις και σκηνές, τα τυπικά της θέματα και μεγαθέματα. Τα στοιχεία αυτά περιορίζουν αλλά δεν εξαφανίζουν την πρωτοτυπία της. Το κυριότερο ωστόσο διακριτικό της επικής αφήγησης, της ποίησης γενικότερα, στην αρχαία Ελλάδα αναγνωρίζεται στη μουσική της εξάρτηση. Οι Μούσες και ο μουσικός και μουσηγέτης θεός Απόλλων όχι μόνο εμπνέουν τον ποιητή, αλλά και του υπαγορεύουν κατά κάποιον τρόπο το περιεχόμενο και τη σύνταξη του ποιήματός του. Η μουσική αυτή εξάρτηση προβάλλεται προγραμματικά ήδη στον πρώτο στίχο της Ιλιάδας (Μῆνιν ἄειδε, θεά) και της Οδύσσειας (Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα) και δικαιολογεί την υπόκρουση των απαγγελλομένων επών με την έγχορδη φόρμιγγα, κάτι ανάμεσα στην κιθάρα και στη λύρα.

Είμαστε ακριβώς αυτό που κάνουμε

Οι ηθικά αδύναμοι άνθρωποι προσπαθούν να υπερασπιστούν ή να εξηγήσουν τον χαρακτήρα και τις πράξεις τους στους άλλους. Αντί γι’ αυτό, πρέπει να αφήνουμε τις πράξεις μας να μιλάνε για μας. Μη λες «Δεν πρέπει να λέμε ψέματα» — ας είσαι απλώς ειλικρινής. Το να ζεις τη σοφία είναι σημαντικότερο από το να γνωρίζεις γι’ αυτήν. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να λέμε ωραία πράγματα και στο να κάνουμε ωραία πράγματα. Ας μη δίνουμε υπερβολικό βάρος στην πολυμάθεια και στην πολυπραγμοσύνη.

Είμαστε αυτό που κάνουμε, όχι αυτό που λέμε. Ο Ζαν Πολ Σαρτρ έλεγε ότι είμαστε καταδικασμένοι στην ελευθερία κι ότι κρινόμαστε από τις πράξεις μας για τις οποίες φέρουμε την αποκλειστική ευθύνη. Εξάλλου, η —συχνά εφιαλτική— κρίση των άλλων μόνο σε αυτές μπορεί να βασιστεί και όχι στις προθέσεις ενός ατόμου. Ως ιδανικό τίθεται η ελευθερία επιλογής της δράσης και η ανάληψη της ευθύνης που αναλογεί σε κάθε άνθρωπο. Το να δηλώνουμε ότι είμαστε σοφοί δεν πείθει κανέναν — αντιθέτως, οι σοφές μας πράξεις αργά ή γρήγορα θα εκτιμηθούν.

Λέει ο Επίκτητος: «Ο χτίστης δεν μας λέει: “Άκουσέ με, θα σου κάνω μια διάλεξη πάνω στο χτίσιμο”». Αναλαμβάνει την υποχρέωση να χτίσει ένα σπίτι και το χτίζει. Έτσι αποδεικνύει ότι ξέρει την τέχνη. Κάνε κι εσύ κάτι παρόμοιο: «φάε και πιες σαν άνθρωπος, περιποιήσου τον εαυτό σου, παντρέψου, κάνε παιδιά, ζήσε σαν πολίτης». Ζήσε με περιέργεια, χωρίς υπεροψία, χωρίς έπαρση και φλυαρία.

Κοιτάξτε προσεκτικά ό,τι βρίσκεται κάτω από τα πόδια σας

Σήμερα, πολλοί άνθρωποι έχουν χάσει τον βηματισμό τους – ανησυχούν πολύ και βρίσκονται σε σύγχυση· δεν ξέρουν πώς να ζήσουν τη ζωή τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αναζητούν την περιπέτεια: έτσι προσπαθούν να επιτύχουν τη διανοητική τους ισορροπία. Αλλά δεν τα καταφέρνουν. Ακόμη και αν πατήσετε το κουμπί της επανεκκίνησης στη ζωή, η περιπέτεια παραμένει μακριά από την καθημερινότητά σας.


Όταν επιστρέφετε στην κανονικότητα, το άγχος συσσωρεύεται και το μυαλό κατατρίβεται με μικροπράγματα. Νιώθετε φορτωμένοι, και τότε αναζητάτε πάλι κάτι εξαιρετικό. Μήπως αυτός ο φαύλος κύκλος σάς φαίνεται γνωστός;

Ανεξάρτητα από το πόσο σας στρεσάρει η πολυπλοκότητα της ζωής, το ν’ αλλάξετε τα πράγματα δεν είναι απλή υπόθεση. Αν ο κόσμος δε λειτουργεί όπως θέλετε, ίσως είναι προτιμότερο να αλλάξετε εσείς οι ίδιοι. Τότε, ανεξάρτητα από το πώς είναι ο κόσμος γύρω σας, θα μπορείτε να κινείστε άνετα και εύκολα.

Η αταξία στο μυαλό σας φαίνεται στα πόδια σας

Λένε, από παλιά, ότι μπορούμε να πάρουμε πολλές πληροφορίες για ένα σπίτι από την είσοδο κιόλας – ειδικά στα ιαπωνικά σπίτια, όπου, μπαίνοντας, βγάζουμε τα παπούτσια μας. Από το αν τα παπούτσια είναι ευθυγραμμισμένα ή άνω κάτω βγάζουμε συμπέρασμα για τη διανοητική κατάσταση των ενοίκων. Αυτή η λεπτομέρεια αποκαλύπτει πολλά.

Στο Ζεν υπάρχει η εξής προτροπή: «Κοιτάξτε προσεκτικά ό,τι βρίσκεται κάτω από τα πόδια σας». Το νόημά της είναι κυριολεκτικό, αλλά υποδηλώνει επίσης ότι εκείνοι που δε δίνουν προσοχή στα βήματά τους δεν μπορούν να γνωρίσουν τον εαυτό τους και δεν ξέρουν πού πηγαίνει η ζωή τους. Ίσως ακούγεται υπερβολή, αλλά ένα τέτοιο μικροπραγματάκι μπορεί να έχει τεράστια σημασία για τον τρόπο ζωής.

Όταν γυρίζετε στο σπίτι, βγάλτε τα παπούτσια σας και παρατάξτε τα με φροντίδα στην μπροστινή πόρτα. Γι’ αυτή την απλή κίνηση χρειάζονται μόνο τρία δευτερόλεπτα.

Καλλιεργώντας αυτή τη συνήθεια, τα πάντα στη ζωή σας θα γίνουν με ανεξήγητο τρόπο καθαρότερα και ομαλότερα. Η ζωή σας θα ομορφύνει. Τέτοια είναι η ανθρώπινη φύση. Αρχικά, προσπαθήστε να στρέψετε την προσοχή σας στα πόδια σας. Ευθυγραμμίζοντας τα παπούτσια σας, κάνετε το επόμενο βήμα στην πορεία σας.

ΣΟΥΝΜΙΟ ΜΑΖΟΥΝΟ, ΖΕΝ Ή η τέχνη της απλής ζωής

Προκαλείς τις άσχημες σκέψεις να γίνουν πραγματικότητα

Έχετε ποτέ σκεφτεί ότι οι σκέψεις που περνούν από το μυαλό μας ευθύνονται για όλα όσα συμβαίνουν στη ζωή μας; Αυτό που σκεφτόμαστε είναι ουσιαστικά αυτό το οποίο ζούμε.

Η σκέψη μας επηρεάζει την συμπεριφορά μας, την διάθεση μας, τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα, τις πράξεις και τις αντιδράσεις μας στο περιβάλλον. Άρα αυτό που συμβαίνει στο μυαλό μας είναι η ζωή μας η ίδια!

Η δύναμη του μυαλού αποτελεί το δεύτερο δυνατότερο εργαλείο μας μετά από την δύναμη της ψυχής η οποία μπορεί σε πολλές καταστάσεις να μας δώσει ακόμα και υπεράνθρωπη θέληση ή υπεράνθρωπες δυνάμεις. Πρέπει λοιπόν να είμαστε προσεχτικοί για το τι σκεφτόμαστε και πως το σκεφτόμαστε!

Σκεφτείτε ότι το μυαλό σας λειτουργεί σαν μια μονάδα αναπαραγωγής εικόνας. Οι εικόνες που προέρχονται από την σκέψη μας πολλές φορές παίρνουν σάρκα και οστά μέσα στο μυαλό μας και είτε μας φοβίζουν, είτε μας δίνουν την δύναμη να δημιουργήσουμε, είτε μας εμπνέουν, είτε μας κάνουν να ονειρευόμαστε.

Οι αρνητικές σκέψεις μας δημιουργούν αρνητικές εικόνες και συνεπώς και αρνητικές αντιδράσεις τις οποίες και εκφράζουμε προς το περιβάλλον μας. Το ίδιο συμβαίνει και με τις θετικές μας σκέψεις που κάνουν ακριβώς την αντίθετη δουλειά προς όφελος μας.

Πως μπορούμε να κάνουμε ριζικές αλλαγές στη ζωή μας; Έχετε αναρωτηθεί ποτέ;

Οι αλλαγές στην ζωή μας είναι εφικτές μόνο όταν μπορούμε να ελέγχουμε την σκέψη μας, να φιλτράρουμε τον αρνητισμό και να προβάλλουμε μόνο τα θετικά και την ομορφιά που περιέχει η ζωή μας. Αυτή είναι η δύναμη της σκέψης μας!

Μπορούμε λοιπόν, εκτός από θετικές σκέψεις να κάνουμε δημιουργικές σκέψεις. Να προγραμματίζουμε, να σχεδιάζουμε και να βάζουμε στόχους για το αύριο. Παράλληλα, με την δύναμη της δημιουργικής σκέψης μπορούμε άμεσα να επηρεάσουμε και τους γύρω μας. Μπορούμε να τους εμψυχώσουμε, να τους εμπνεύσουμε, να τους δώσουμε κίνητρα και να τους μεταδώσουμε ενέργεια και όραμα. Μπορούμε να εκπαιδεύσουμε τον εαυτό μας να σκέφτεται δημιουργικά. Ξεκινώντας από τα απλά, καθημερινά πράγματα που έχουμε στο πρόγραμμα μας, μπορούμε σε πρώτο στάδιο να οργανώνουμε τη σκέψη μας για το πως θα υλοποιήσουμε αυτά που έχουμε να κάνουμε.

Σε δεύτερο στάδιο, δημιουργικά, προσπαθούμε να βρούμε τρόπους για να απλουστεύσουμε και να διευκολύνουμε τις καθημερινές μας υποχρεώσεις πράγμα που θα έχει σαν αποτέλεσμα την εξοικονόμηση του προσωπικού μας χρόνου που είναι απαραίτητος για την προσωπική μας βελτίωση.

Στο τρίτο στάδιο και αφού έχουμε λύσει κάποια από τα λειτουργικά προβλήματα της καθημερινότητας μας, μπορούμε να διοχετεύσουμε την δύναμη της σκέψης μας στο να οραματιστούμε τα επόμενα βήματα στην ζωή μας, στις προσωπικές μας σχέσεις στην καριέρα μας και στην οικογένεια μας.

Οι σκέψεις μας έχουν την ιδιότητα να περνούν και να αποθηκεύονται στο υποσυνείδητο μας το οποίο μπορεί να επηρεάσει την συμπεριφορά μας και τις αντιδράσεις μας. Οι σκέψεις που έχουμε μοιραστεί με άλλους ανθρώπους, τους προδιαθέτουν θετικά ή αρνητικά απέναντι μας, τους δημιουργούν αισθήματα σεβασμού ή αγάπης, συναισθήματα θυμού. Οι σκέψεις μας δημιουργούν δράση και αντίδραση και στον ψυχικό μας κόσμο αλλά και στον κόσμο που μας περιβάλλει.

Ονειρευτείτε! Η δύναμη της σκέψης σας μπορεί να σας μεταφέρει σε κάποια υπέροχη στιγμή που νιώθατε ευτυχισμένοι, στην παραλία από το νησί των διακοπών σας! Σας μεταφέρει ήχους, χρώματα, μυρωδιές, ανθρώπους… δεν είναι εντυπωσιακό;

Ονειρευτείτε τώρα… πως θα θέλατε να είναι η ζωή σας, η σχέση σας, η δουλειά σας και σκεφτείτε το όσο πιο έντονα μπορείτε με όσο πιο πολλές λεπτομέρειες! Αυτή η σκέψη σας κάνει να νιώσετε όμορφα; Αυτή η σκέψη σας δίνει κίνητρα να προσπαθήσετε να φτάσετε στο σημείο το οποίο ονειρευτήκατε; Ναι! Πρέπει να την κάνετε καθημερινά αυτή τη σκέψη, ξανά και ξανά και ξανά!

Εγκαταστήστε λοιπόν ένα καινούργιο λειτουργικό στον εγκέφαλο σας που θα τον κάνει να σκέφτεται πάντα θετικά, θα αγνοεί τους φόβους και δεν θα τους μετατρέπει σε εικόνες, θα αγνοεί τις κακές σκέψεις για πιθανές αποτυχίες και θα τις μετατρέπει σε μια μεγάλη εικόνα επιτυχίας και αυτοπεποίθησης . Θα δείτε ότι με την πάροδο του χρόνου και η ζωή σας θα γίνει πιο όμορφη και θα πλησιάζει την ζωή που ονειρευτήκατε αλλά και η συμπεριφορά σας θα γίνει πιο αποτελεσματική και πιο αποδεκτή από το περιβάλλον σας.

Πολεμήστε τις κακές σκέψεις από την ρίζα τους και μην τις αφήνετε να ανεβαίνουν στην επιφάνεια. Στο χέρι σας είναι… ή μάλλον στο μυαλό σας!

Η ζήλια που ο ύπουλος άνθρωπος νιώθει για τις αρετές των άλλων, γίνεται ανομολόγητος φθόνος

Χαρακτηριστικά δείγματα περιγραφών του φιλοσόφου είναι τα μαθήματα που αφορούν στον ύπουλο άνθρωπο και στον φθόνο. Εκεί ο Καντ υποστηρίζει ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον ύπουλο εχθρό και στον δηλωμένο εχθρό: ο πρώτος, κρυφός και κόλακας, είναι αποτρόπαιος αν συγκριθεί με τον δεύτερο, ακόμη και όταν η κακία του τελευταίου μπορεί να γίνει πολύ βίαιη. Γιατί μπορούμε να αμυνθούμε, εξηγεί ο φιλόσοφος, εναντίον της δηλωμένης εχθρότητας, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα εναντίον της ύπουλης συμπεριφοράς, η οποία, αν είχε γίνει καθολικός κανόνας, θα είχε εξαφανίσει κάθε ίχνος εμπιστοσύνης στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Στην προκειμένη περίπτωση ο συνήθως ήρεμος και ειρηνικός Καντ προτιμά απερίφραστα την «άγρια βία» της συμπεριφοράς του δηλωμένου εχθρού, από την ήρεμη και γλυκερή όψη του ύπουλου ανθρώπου. Στον τελευταίο, σημειώνει ο φιλόσοφος, έχει «στεγνώσει η πηγή του καλού».

Πώς όμως εξηγούνται ο ύπουλος άνθρωπος και η συμπεριφορά του; Ο Καντ υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι έχουμε δύο τρόπους για να αξιολογήσουμε τον εαυτό μας: είτε να συγκριθούμε με την Ιδέα της τελειότητας είτε να συγκριθούμε με τον διπλανό μας. Το πρώτο κριτήριο, κάπως δύσκολο προφανώς στην εφαρμογή του, είναι το καλό· το δεύτερο είναι επικίνδυνο, γιατί αν διαλέξουμε έναν χειρότερο από μας είμαστε σίγουροι για το αποτέλεσμα της σύγκρισης. Αλλά οι άνθρωποι είμαστε έτσι φτιαγμένοι, ώστε συνήθως «να φροντίζουμε να συγκρινόμαστε με τους χειρότερους παρά με τους καλύτερους, γιατί έτσι μπορούμε να αποκτήσουμε εύκολα μια λαμπρή εικόνα του εαυτού μας».

Στην περίπτωση όμως που η ζωή μάς αναγκάζει να συγκριθούμε με ανθρώπους που οι αρετές τους ξεπερνούν εμφανώς τις δικές μας, έχουμε δύο τρόπους να αντιμετωπίσουμε τη δυσάρεστη σύγκριση: είτε να επιχειρήσουμε να κατακτήσουμε με τις δικές μας δυνάμεις τις αρετές που ζηλεύουμε στους άλλους είτε να επιχειρήσουμε να μειώσουμε τις αρετές αυτές. «Επειδή η δεύτερη μέθοδος είναι πιο βολική, οι άνθρωποι προτιμούν να μειώνουν την αξία των άλλων παρά να αυξάνουν τη δική τους». Βιρτουόζος στην άσκηση αυτής της μεθόδου είναι ακριβώς ο ύπουλος άνθρωπος, όχι όμως τόσο γιατί κρίνει τη μέθοδο βολική, αλλά γιατί ο ίδιος δεν μπορεί να επιλέξει καμία άλλη. Πράγματι η ζήλια που νιώθουμε για τις αρετές των άλλων, νόμιμη σύμφωνα με τον Καντ γιατί είναι συνυφασμένη με την ανθρώπινη φύση, στον ύπουλο άνθρωπο, που γνωρίζει ότι δεν έχει το σθένος να αντέξει την ευθεία αναμέτρηση, γίνεται ανομολόγητος φθόνος που «τρώει τα σωθικά». Αυτός ο φθόνος ονομάζεται από τον φιλόσοφο διαβολικός, «στο μέτρο που είναι τόσο έντονα ανεπτυγμένος σε έναν άνθρωπο, ώστε να ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης φύσης».

Μόνο που η υπέρβαση, στην προκειμένη περίπτωση, γίνεται προς τα κάτω: ο διαβολικός φθόνος έχει κάτι το κτηνώδες, «κάτι που θυμίζει το αρπακτικό που κοιμάται μέσα μας και που δεν καταφέρνουμε να υποτάξουμε». Η πηγή αυτών των γνωρισμάτων μας είναι άγνωστη, ομολογεί ο Καντ, και δέχεται ότι υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης που δεν θεμελιώνονται πουθενά. Η μόνη διέξοδος είναι η αναλογία: «Ορισμένα ζώα έχουν την τάση να αρπάζουν ό,τι βρεθεί μπροστά τους, ακόμη και όταν αυτό που άρπαξαν τους είναι εντελώς άχρηστο. Και όλα συμβαίνουν σαν να έχει διατηρηθεί στον άνθρωπο κάτι από αυτή την κτηνώδη φύση».

Δύναμη είναι τα βουβά δάκρυα, όταν σου λένε “εσύ αντέχεις”

Δεν είμαστε άτρωτοι. Σπάμε! Όσο και αν δείχνουμε δυνατοί. Όσο και αν χαμογελάμε και αν λέμε πως όλα είναι καλά, σπάμε! Κλαίμε! Απογοητευόμαστε! Ρωτάμε γιατί, φέρουμε λύπη στο πρόσωπό μας. Την καμουφλάρουμε όμως καλά.

Ντύνουμε τον πόνο με χαμόγελο. Ενώνουμε τα κομμάτια μας με σελοτέιπ και όσο κρατήσουν. Και έτσι βγαίνουμε. Βγαίνουμε έξω, σφίγγοντας τα δόντια και παίρνοντας μία τεράστια ανάσα.

Είναι στη φύση του ανθρώπου να σπάει και να σηκώνεται πάλι. Ξέρεις όμως πια είναι η διαφορά μας ; Πως εμείς την στεναχώρια μας δεν την αφήνουμε να φανεί. Εμείς δεν «χτυπάμε» με λέξεις τον άλλον όταν είμαστε πιεσμένοι.

Εμείς χαμογελάμε και μας λένε «Αντέχεις, όλα στην ζωή σου είναι μία χαρά, τι άλλο θέλεις..» τη στιγμή που αιμορραγούμε, που θέλουμε να ουρλιάξουμε, να τα σπάσουμε όλα.

Εμείς όμως λυγίζουμε στο σπίτι μας. Κλαίμε κοιτάζοντας τον καθρέφτη μας και ύστερα ρίχνουμε νερό στο πρόσωπό μας και βγαίνουμε, με όσες πληγές, ανοιχτές ή μη, έξω να κατακτήσουμε τον κόσμο. Να βοηθήσουμε όσους μας χρειάζονται. Να πούμε μία καλή κουβέντα σε όποιον έχει ανάγκη. Και εκείνο το αναθεματισμένο «εσύ δεν έχεις ανάγκη» να το πατήσουμε κάτω.

Γιατί δεν θέλουμε την λύπηση κανενός, μονάχα την αγάπη. Γιατί στη δυστυχία του άλλου, οι άνθρωποι χαίρονται πιο πολύ από ότι τη χαρά. Γιατί δίπλα μας, θα πρέπει να βρίσκονται ελάχιστοι και όσοι νοιάζονται πραγματικά. Εκείνοι που μπορούν να δουν πίσω από το χαμόγελό μας, πως χρειαζόμαστε μία αγκαλιά γιατί δεν είμαστε καλά, διότι έχουμε αντέξει αρκετά!

Η μητέρα της κατάθλιψης

Λένε ότι όποιος γνωρίζει την αγάπη είναι καταδικασμένος να γνωρίσει και τη θλίψη. Αυτό, από μόνο του, καθιστά την αγάπη τραγική φιγούρα όμως, ευθύνεται εκείνη για την ενδεχόμενη θλίψη; Καλό θα ήταν, πριν μιλήσουμε για τη θλίψη, να ξεκινήσουμε ορίζοντας την αγάπη όπως ακριβώς είναι... Ακραιφνής. Καθαρή, δηλαδή, από κάθε συναίσθημα αφού η αγάπη δεν είναι συναίσθημα αλλά πράξη.

Ας το εξηγήσουμε περαιτέρω και ας προσπαθήσουμε να το κάνουμε περισσότερο κατανοητό...

Ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς στη δημιουργία των σχέσεων είναι η κάθεξη. Η κάθεξη, είναι η διαδικασία κατά την οποία αφομοιώνουμε τον άλλο… Τον αποκτούμε! Συγκεκριμένα, η επένδυση συναισθήματος από τη μεριά μας “ντύνει” τον άλλο με την ίδια, μοναδική, συναισθηματική απόχρωση που έχουμε εμείς, κάνοντάς τον να φαντάζει κομμάτι του εαυτού μας. Η κάθεξη, λοιπόν, είναι η προέκταση του εαυτού μας στον άλλο, η οποία είναι ραμμένη με την κλωστή της επιθυμίας.

Όπως, ακριβώς, επενδύουμε έτσι όταν ο άλλος απομακρύνεται από εμάς νιώθουμε την απώλεια ενός κομματιού του εαυτού μας. Στην ουσία, η απομάκρυνση του άλλου συμβολίζει έναν συναισθηματικό ακρωτηριασμό αφού, πλέον, τον ορίσαμε ως μέρος μας και όχι ως ξεχωριστή οντότητα. Η εμπειρία αυτή, λοιπόν, γεννά τον πόνο τον οποίο, αν δεν αποδεχτούμε, καταλήγει σε κατάθλιψη. Πώς, όμως, σχηματίζεται, ακριβώς, η κατάθλιψη και τίνος αποτέλεσμα είναι;

Όπως και σε ένα πεδίο μάχης η θλίψη είναι ο απόηχος της σύγκρουσης. Η σύγκρουση, αυτή, είναι ενδόμυχη και εσωτερική και αφορά την επίθεση του Εγώ – του συνειδητού κομματιού του εαυτού μας – στο αντικείμενο που μας έθλιψε. Επειδή, όμως, το αντικείμενο αυτό υπήρξε αντικείμενο αγάπης, το Εγώ καταλήγει να επιτίθεται στα εσωτερικευμένα κριτήρια που το ανάγκασαν να το μισήσει. Σκεφτείτε το Εγώ σαν έναν απείθαρχο στρατιώτη ο οποίος αρνείται να σηκώσει το ξίφος του σε αυτόν που αγαπά και επιτίθεται σε αυτόν που το διέταξε να το κάνει… Το Υπερεγώ! Σηκώνει το ξίφος, λοιπόν, και δημιουργεί μία πληγή που πονά τον ίδιο διατηρώντας τη θλίψη εγκλωβισμένη μέσα του αντί να την αφήσει να εκτονωθεί.

Η μάχη συνεχίζεται καθώς ο καταθλιμμένος αρνείται να δεχτεί ότι αυτό που αγάπησε τόσο, τον πλήγωσε και τόσο και – ως εκ τούτου – αρνείται να αποκολληθεί από αυτό. Αντιθέτως, καθώς βλέπει λαβωμένο τον εσωτερικό του ψυχισμό – που είναι πλέον συνυφασμένος με το αντικείμενο που τον έβλαψε – προσπαθεί να τον ιάνει γινόμενος ο ίδιος ξενιστής του. Κυοφορεί κατά ένα τρόπο, δηλαδή, τον άλλο όπου εξακολουθεί να τον ραίνει με συναισθήματα αγάπης, συντηρώντας την ψευδαίσθηση ότι αυτός απλά νοσεί και χρειάζεται χρόνο για να αναρρώσει αντί να αποδεχτεί ότι τέλειωσε.

Φυσικά όσο διατηρεί αυτή την πεποίθηση είναι καταδικασμένος να υποφέρει ακριβώς όπως θα υπέφερε κάποιος που κρατά ένα σπαθί χωμένο μέσα του επειδή το “μέταλλό” του είναι πολύ πολύτιμο για να το αποχωριστεί.

Παρόλα αυτά, θα έλεγε κανείς ότι αυτή η αναπαράσταση θα γεννούσε συναισθήματα ευτυχίας στον εαυτό, όμως, παρά τα όσα, είναι αδύνατο να αφαιρεθεί, πραγματικά, το συναίσθημα βαθιάς αποστροφής για εκείνον που τον εγκατέλειψε… Συγχρόνως με την αγάπη, λοιπόν, επενδύεται και η οργή. Σκεφτείτε σαν να χτίζεται ένα οικοδόμημα τη μέρα και το βράδυ – οι ίδιοι – να το γκρεμίζετε. Το αποτέλεσμα είναι, τουλάχιστον, εξουθενωτικό και ευθύνεται για το αίσθημα κόπωσης που τυλίγει τον καταθλιμμένο.

Για να επιστρέψουμε στην αρχή, καταλαβαίνουμε ότι αυτό που ξεκινά τη θλίψη δεν είναι η αγάπη αλλά η αξίωση ότι στην πορεία ο άλλος έγινε κομμάτι μας και αποχωριζόμενοι αυτόν αποχωριζόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό. Εξάλλου, όπως ορίσαμε, η αγάπη δεν είναι συναίσθημα αλλά πράξη. Συγκεκριμένα, είναι το αποτέλεσμα της πράξης του να επενδύσουμε στον άλλο συναίσθημα χωρίς προσδοκία• αφού αυτή είναι η μόνη πράξη που είναι αδύνατο να καταλήξει να πονά τον εαυτό μας.

Συνοψίζοντας η κατάθλιψη είναι αλυσίδα η οποία δεν αφήνει το συναίσθημα να εκτονωθεί.

Είναι παιδί εσωτερικής σύγκρουσης όταν η επιθυμία μας συγκρούεται με τα κριτήριά μας.

Την αλυσίδα της την κρατούμε εμείς αφού εμείς είμαστε ταυτόχρονα και ευεργέτες και δέσμιοι της προκαλώντας την παγίδευση του πόνου μέσα μας• πόνου του οποίου η φύση απαιτεί μεγάλο θάρρος για να αντικρίσει κάποιος.

Για να καταφερθεί να αντιμετωπιστεί η κατάθλιψη χρειάζεται ο χρόνος να πενθήσεις… αλλά για να πενθήσεις… χρειάζεται, πρώτα, να αποδεχτείς την απώλεια…

Γιατί αγαπάς θεωρώντας πως ο απόλυτος έρωτας σε κάνει λίγο να πονάς

Ο απόλυτος έρωτας έχει κι αν έχει χιλιοτραγουδηθεί, έχει κι αν έχει υμνηθεί σε αυτή τη ζωή, ίσως και για πολλές ακόμη. Όλοι τον φανταζόμαστε, τον ποθούμε, τον ψάχνουμε ή τον δημιουργούμε. Πώς μπορεί όμως να οριοθετεί ποιος ακριβώς είναι ο απόλυτος έρωτας; Γίνεται αυτό το συναίσθημα -που από μόνο του είναι γιγάντιο και απροσδιόριστο- να μπει σε καλούπι και να το βαφτίσουμε έτσι; Τι χαρακτηριστικά πρέπει να έχει ώστε να βάλουμε τικ σε όλα τα κουτάκια και να κερδίσει την ταμπέλα του με δόξα και τιμή;

Η τρέχουσα λογική, αυτή που έχουμε δημιουργήσει δηλαδή μέσα από τις ρομαντικές ταινίες όλων των εποχών, μας συστήνει τον απόλυτο έρωτα ως εκείνον που όταν βλέπεις τον άλλον ο χρόνος σταματάει. Παγώνει η οθόνη σου, γίνεται ένα σούπερ αργό-σέξι πλάνο και το αντικείμενο του πόθου σου βρίσκεται μόνο ανάμεσα στο πλήθος αφού εσύ δεν παρατηρείς κανέναν άλλον. Στη συνέχεια ένας απόλυτος έρωτας που ξεκινά κάπως έτσι, δε θα μπορούσε να μην προχωρήσει με ένα τέλειο πρώτο ραντεβού που όλα κυλούν μοναδικά, γελάτε κι οι δύο με τα αστεία του άλλου γιατί τα βρίσκετε υπέροχα και νιώθετε πως έχετε μπροστά σας το άλλο σας μισό. Βέβαια όσο περνά ο καιρός και φουντώνει ο έρωτας -για να είναι αληθινός- αρχίζουν κάπου τα δράματα.

Εδώ είναι το σημείο που γίνεται η μεγαλύτερη παρανόηση. Μάθαμε πως ένας έρωτας για να είναι αληθινός, δυνατός και μεγάλος πρέπει να είναι ατίθασος, παρορμητικός, δραματικός και να περνάμε όλοι τα πάθη του Χριστού. Ερωτικά πάθη, ζήλιες, σκηνές, τραβολογήματα στους δρόμους, «Σ’ αγαπώ» που ακούγονται με λυγμούς έξω από πόρτες και παράθυρα κλειστά, κλεμμένα μάτια και φωνές που φωνάζουν να γυρίσει κάποιος πίσω, αναπάντητες κλήσεις παντού και πόσα ακόμα τέτοια πικάντικα έχουν κάνει όλο τον κόσμο να νιώθει πως η σχέση του δεν έχει ένταση και πάθος. Καθόμαστε όλοι στον καναπέ μας, ρίχνουμε μια κλεφτή μάτια στο ταίρι δίπλα μας που χαλαρώνει ανέμελο κι αναρωτιόμαστε «τι σχέση είναι αυτή που δεν τσακωνόμαστε ποτέ; Άραγε είναι ο έρωτάς του τόσο δυνατός για να με κυνηγήσει αν ανοίξω την πόρτα και φύγω;» .

Ο απόλυτος έρωτας, λοιπόν, για πολλούς είναι εκείνος που σε κάνει λίγο να πονάς. Που τα βραδιά δε σε αφήνει να κοιμηθείς και σε κάνει να νιώθεις πως καίγεσαι ολάκερος μέσα σου. Ένα μικρό βασανιστήριο σαν να λέμε. Όλα αυτά βέβαια είναι υπέροχα για συγγραφείς και ποιητές όμως στην πραγματική ζωή είναι κάτι που όντως θα το θέλαμε; Καλώς ή κακώς η ζωή μας απέχει πολύ από τα ερωτικά μυθιστορήματα κι εμείς από τους ήρωες αυτών. Η ένταση του πάθους θα γυρίσει αργά ή γρήγορα σαν μπούμερανγκ επάνω στα κεφάλια μας αφού δεν μπορεί κανείς να ζει με τέτοιους ρυθμούς για μεγάλο διάστημα. Είναι εντελώς παράδοξο αν το σκεφτούμε καλά, πως ένα τόσο ευλογημένο συναίσθημα αντί να μας κάνει χαρούμενους μας δημιουργεί πόνο.

Καθαρίζοντας λίγο το τοπίο από τα τοξικά απόβλητα του αμερικανικού σινεμά, ο απόλυτος έρωτας δεν είναι αυτός που κυνηγιέστε στα αεροδρόμια και κλαίτε περαστικά· ο απόλυτος έρωτας είναι εκείνος που ενώ κλαις για κάτι που σε πονά σε παίρνει αγκαλιά και σκουπίζει τα μάτια σου. Ο απόλυτος έρωτας είναι εκείνος που σε ρωτάει αν πείνας κι αν είσαι κουρασμένος. Ο απόλυτος έρωτας είναι εκείνος που μέτρα και φίλα τις ραγάδες στο κορμί σου, χαϊδεύει τα σημάδια σου. Απόλυτος έρωτας είναι ηρεμεί ο ένας τον άλλον και όχι να τον εξάπτει. Απόλυτος έρωτας δεν είναι να φιλιέστε κάτω από τη βροχή ύστερα από έναν καβγά, αλλά να λες συγγνώμη όταν φταις πριν προλάβεις να καβγαδίσεις. Το μυαλό μας είναι γεμάτο λάθος εικόνες, λάθος προτεραιότητες κι επιθυμούμε πράματα που τελικά δε φέρνουν την ευτυχία. Κυνηγάμε το ανέφικτο που αν καθίσουμε και το εξετάσουμε προσεκτικά με λογική δε θα θέλαμε να το ζήσουμε και δε θα το ευχόμασταν και σε κανέναν.

Ο απόλυτος έρωτας δε θέλει ένταση για να είναι αναμμένος, θέλει ηρεμία και καθαρή ψυχή. Υπάρχει πιο όμορφο πράγμα από το να νιώθεις ασφάλεια δίπλα στον σύντροφό σου;

Τι είναι τελικά ο έρωτας για τον καθένα μας;

Τι είναι τελικά ο έρωτας για τον κάθε έναν από εμάς;

Το παρόν άρθρο θα μπορούσε να ξεκινάει κάπως έτσι η αλήθεια είναι μιας και αποτελεί έναν εσωτερικό μονόλογο ή μάλλον διάλογο… έναν από αυτούς τους διαλόγους που ρωτάς και απαντάς μόνος σου που συνήθως δεν καταλήγεις πουθενά ή μπορεί και να καταλήξεις ποιος ξέρει.

Αλλά ας μην πλατιάσω άλλο. Αυτό που πυροδότησε λοιπόν αυτό τον εσωτερικό διάλογο ήταν μια κουβέντα την οποία είχα όταν βρέθηκα σε ένα τραπέζι οπού μιλάγανε για τον έρωτα. Στο οποίο τραπέζι οι μισοί πίστευαν ότι ο έρωτας σου κόβει τα πόδια, την όρεξη (οι πεταλούδες στο στομάχι που λένε)… Χάνεσαι σε ονειροπολήσεις ,η καρδιά σου χτυπάει σαν τρελή. Ο έρωτας σε ξενυχτάει κάνοντας σενάρια ,όνειρα σκέψεις… είναι χείμαρρος που σε παρασέρνει και ενίοτε σε καταστρέφει…

Ακούστηκαν όμως κι άλλες απόψεις όπου ο έρωτας για εκείνους είναι πιο ομαλός… σαν ένα ρυάκι που κυλάει τόσο γλυκά… Για αυτούς λοιπόν ο έρωτας είναι ηρεμία, δεν σου κόβει τα πόδια, δεν σου δημιουργεί το καρδιοχτύπι αλλά σε κάνει να νιώθεις άνεση και ηρεμία με τον άνθρωπό σου. Σαν να γνωρίζεστε καιρό, οι συζητήσεις κυλάνε ομαλά και μπορείς να μιλήσεις για πολλά και διάφορα με τις ώρες πηδώντας από το ένα θέμα στο άλλο. Για εκείνους ο έρωτας δεν είναι το να είναι 24/24 με τον άλλον αλλά να τον αφήνουν να αναπνεύσει όχι επειδή δεν τον θέλουν αλλά επειδή σέβονται την ζωή που έχει ο σύντροφός τους (αλλά και οι ίδιοι) και εκτός σχέσης.

Τελικά λοιπόν τι είναι ο έρωτας; Μήπως δεν υπάρχει μια απάντηση; Μήπως αναλόγως τις περιστάσεις και τους ανθρώπους με τους οποίους είμαστε μαζί τον βιώνουμε διαφορετικά; Άλλωστε και οι ψυχολόγοι τον έχουν χωρίσει σε κατηγορίες αναλόγως με τα συναισθήματα που προκαλεί (πχ έρωτας πάθους, κτητικός έρωτας, ρεαλιστικός ,συντροφικός, έρωτας-παιχνίδι, αλτρουιστικός κλπ)
…επειδή όμως αυτός ο εσωτερικός διάλογος κάπου θα πρέπει να σταματήσει, καταλήγω στο ότι ασχέτως το τι είδους έρωτα βιώνει ο καθένας από εμάς είναι από τα πιο όμορφα συναισθήματα τα οποία μπορεί να ζήσει κάποιος. Αποτελεί κινητήριο δύναμη.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως ο έρωτας είναι το συναίσθημα για το οποίο έχει χυθεί από αρχαιοτάτων χρόνων τόνοι μελάνι. Μην ξεχνάμε άλλωστε την περίφημη φράση του Σοφοκλή με την οποία θα κλείσω και τον χαρακτηρίζει περίφημα :«Έρως ανίκατε μάχαν» (έρωτα ανίκητε σε κάθε μάχη…!)

Ερωτευτείτε, κάνει καλό!

Δημοσθένης: Διαφθορά και Απάθεια του Λαού

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο Δημοσθένης, η απάθεια του λαού και η απώλεια της ελευθερίαςΟ Δημοσθένης, η απάθεια του λαού και η απώλεια της ελευθερίας


Σε μια περικοπή του περίφημου λόγου του «Υπέρ Κτησιφώντος Περί του στεφάνου» ο σπουδαίος Αθηναίος πολιτικός στηλιτεύει τη στάση της φιλομακεδονικής παράταξης της Αθήνας και κυρίως του Αισχίνη, τονίζοντας ότι η διαφθορά των Αθηναίων πολιτικών καθώς και η απάθεια του λαού οδήγησαν στη ισχυροποίηση του Φιλίππου πράγμα που στο τέλος θα οδηγούσε στην απώλεια της ανεξαρτησίας τους – κάτι που εν τέλει έγινε.

[Όταν ο Φίλιππος τριγύριζε, υποτάσσοντας Ιλλυριούς και Τριβαλλούς, καθώς και μερικούς άλλους Έλληνες, όταν αποκτούσε σταδιακά τον έλεγχο μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων και ορισμένοι από τις πόλεις, μεταξύ των οποίων και τούτος εδώ (εννοεί τον Αισχίνη), επωφελούνταν από την ελευθερία της ειρήνης για να πηγαίνουν εκεί και να δωροδοκούνται, τότε δέχονταν επίθεση όλοι εκείνοι εναντίον των οποίων ο Φίλιππος έκανε τις κινήσεις αυτές. Αν δεν το αντιλαμβάνονταν, είναι μια άλλη ιστορία που δε με αφορά. Οι προβλέψεις και οι διαμαρτυρίες μου ήταν αδιάκοπες τόσο εδώ σε σας όσο και όπου είχα σταλεί.

Μα οι πόλεις νοσούσαν. Οι άνθρωποι της πολιτικής και της δράσης είχαν εξαγοραστεί και διαφθαρεί με χρήματα, ενώ από τους απλούς πολίτες πολλοί δεν πρόβλεπαν το μέλλον ή δελεάζονταν με την ανεμελιά και την καθημερινή καλοπέραση. Και από αυτήν την ασθένεια είχαν προσβληθεί όλοι παντού, ώστε ο καθένας νόμιζε ότι δεν θα τον βρει η συμφορά αυτόν αλλ’ ότι θα εξασφαλίσει τα συμφέροντά του εάν ήθελε, εκμεταλλευόμενος τους κινδύνους των άλλων.

Ήταν, νομίζω, επακόλουθο να τιμωρηθεί η υπερβολική και άκαιρη απάθεια του λαού με την απώλεια της ανεξαρτησίας του, ενώ οι ηγέτες του, που φαντάζονταν ότι πουλούσαν οτιδήποτε άλλο εκτός από τους εαυτούς τους, αντιλήφθηκαν πως το πρώτο πράγμα που ξεπουλούσαν ήταν ο ίδιος ο εαυτός τους. Και αντί να ονομάζονται φίλοι και φιλοξενούμενοι, όπως συνέβαινε τον καιρό που δωροδοκούνταν, τώρα προσαγορεύνταν κόλακες, εχθροί των θεών και με όλα τα άλλα τα επίθετα που τους αρμόζουν.

Κανένας όμως, ω ανδρες Αθηναίοι, δεν ξοδεύει τα χρήματα για το καλό του προδότη ούτε, αφού έχει πάρει αυτό για το οποίο πλήρωσε, συνεχίζει να έχει για σύμβουλό του τον προδότη από κει και πέρα. Διαφορετικά δε θα υπήρχε πιο ευτυχισμένος άνθρωπος από τον προδότη. Μα δεν είναι έτσι. Από που κι ως που άλλωστε; Κάθε άλλο! Μόλις ο άνθρωπος που επιζητεί την εξουσία γίνει κύριος της κατάστασης, γίνεται και αφέντης εκείνων που του την πρόσφεραν. Και τότε, ναι, γνωρίζοντας την κακοήθειά τους, τους σιχαίνεται, δυσπιστεί απέναντί τους και τους προπηλακίζει. Έχετε υπ’ όψιν σας αυτά που σας λέω, γιατί αν και είναι περασμένα, και δεν διορθώνονται, ωστόσο είναι πάντα καιρός να διδάσκονται απ’ αυτά οι μυαλωμένοι πολίτες.]

Ο Δημοσθένης προσπάθησε να καταδείξει την προσπάθεια του Φιλίππου να εξασφαλίσει ότι Θηβαίοι και Αθηναίοι δεν θα συμμαχούσαν εναντίον του. Τελικά, ο Μακεδόνας βασιλιάς κατέλαβε τη φωκική πόλη Ελάτεια (Σεπτέμβριος ή Οκτώβριος 339 π.κ.ε.) με στόχο να πλήξει το ηθικό των αντιπάλων του.

Δημοσθένους Υπέρ Κτησιφώντος, Περί του στεφάνου

[169] Ήταν ένα βράδυ, κάποιος ήλθε και ανήγγειλε εις τους πρυτάνεις, ότι κατελήφθη η Ελάτεια. Και μετά ταύτα, άλλοι εκ των πρυτάνεων, εγερθέντες αμέσως, εν ω ακόμη εδείπνουν, εξεδίωξαν τους πωλητάς από τας εν τη αγορά σκηνάς, και έθεσαν πυρ εις τα καλύμματα των σκηνών, εν ω άλλοι έστειλαν και έφερον τους στρατηγούς, και εκάλουν τους σαλπιγκτάς, και η πόλις ήτο πλήρης θορύβου. Την δε επομένην, μόλις εξημέρωσε, οι μεν πρυτάνεις προσεκάλουν την βουλήν εις το βουλευτήριον, σεις δε κατευθύνεσθε προς την συνέλευσιν, πριν δε ακόμη εκείνη συσκεφθή, και αποφασίση, όλος ο λαός είχε καταλάβη τας θέσεις του εκεί επάνω.

[170] Και μετά ταύτα, όταν εισήλθεν η βουλή, και οι πρυτάνεις ανεκοίνωσαν, όσα είχον προαναγγελθή εις αυτούς, και επαρουσίασαν τον αγγελιοφόρον, και εκείνος επανέλαβεν, ηρώτα μεν ο κήρυξ «τις αγορεύων βούλεται», ουδείς δε ενεφανίζετο να ομιλήση. Και εν ω ο κήρυξ πολλάκις ηρώτα, ούτε τότε εσηκώνετο κανείς, αν και ήσαν παρόντες μεν όλοι οι στρατηγοί, όλοι δε οι ρήτορες, και η φωνή της πατρίδος εκάλει εκείνον, ο οποίος θα ωμίλει διά την σωτηρίαν της· διότι την φωνήν την οποίαν αφίνει ο κήρυξ κατ’ επιταγήν των νόμων, ταύτην, ορθόν είναι, να την ακούωμεν ως κοινήν της πατρίδος φωνήν.

[171] Και εν τούτοις, εάν έπρεπε να ανέλθουν εις το βήμα, οι θέλοντες να σωθή η πόλις, όλοι εσείς οι άλλοι Αθηναίοι, εγειρόμενοι, θα εβαδίζατε προς αυτό, διότι καλώς γνωρίζω, ότι όλοι ηθέλατε να σωθή αύτη. Εάν οι πλουσιώτεροι, οι τριακόσιοι, εάν δε οι έχοντες και τα δύο ταύτα, και φιλοπάτριδες και πλούσιοι, οι μετέπειτα δώσαντες τας μεγάλας χρηματικάς δωρεάς· διότι έπραξαν αυτό, από φιλοπατρίαν και πλούτον. [172] Αλλ’, ως φαίνεται, ο καιρός εκείνος, και η ημέρα εκείνη, εκάλει άνδρα, όχι μόνον φιλόπατριν και πλούσιον, αλλά και έχοντα παρακολουθήσει εξ αρχής τα πράγματα, και έχοντα ορθώς αντιληφθή, ένεκα τίνος, και τι επιθυμών, έπραττε ταύτα ο Φίλιππος. Διότι ο μη γνωρίζων ταύτα, και ο μη εξετάσας αυτά από πολλού χρόνου, ούτε εάν ήτο φιλόπατρις, ούτε εάν ήτο πλούσιος, κατ’ ουδέν περισσότερον επρόκειτο να γνωρίζη, τι πρέπει να κάμετε, ουδέ θα ηδύνατο να σας συμβουλεύση.

[173] Κατ’ εκείνην λοιπόν την ημέραν, εγώ ενεφανίσθην τοιούτος ανήρ, και ανελθών εις το βήμα, είπον εις σας, όσα ακούσατε μετά προσοχής διά δύο λόγους, αφ’ ενός μεν διά να μάθετε, ότι μόνος εγώ εκ των αγορευόντων και των πολιτευομένων δεν εγκατέλειψα, εν μέσω των δεινών, τας τάξεις της φιλοπατρίας, αλλά ανεδεικνυόμην, και λέγων, και προτείνων τα πρέποντα υπέρ υμών, κατ’ αυτά τα φοβερά γεγονότα, αφ’ ετέρου δε, διότι δαπανώντες ολίγον χρόνον, θα είσθε εις το μέλλον πολύ εμπειρότεροι εις τα της γενικής πολιτικής.]

Ο λόγος του Δημοσθένη Υπέρ Κτησιφώντος περί του στεφάνου, όπως είναι η πλήρης ονομασία του, ή Περί του στεφάνου, είναι μια από τις πιο γνωστές αγορεύσεις του Αθηναίου ρήτορα, η οποία εκφωνήθηκε το 330 π.κ.ε. Παρά τις ανεπιτυχείς πολιτικές του επιθέσεις κατά του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι Αθηναίοι εξακολουθούσαν να σέβονται και να θαυμάζουν τον Δημοσθένη, ίσως ακόμη περισσότερο από ό,τι τους φιλομακεδόνες πολιτικούς και ιδιαίτερα τον Δημάδη και τον Φωκίωνα, ο οποίοι κυβερνούσαν την πόλη κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Το 336 π.κ.ε. ο πολιτικός Κτησιφώντας, ο οποίος ανήκε στον πολιτικό κύκλο του Δημοσθένη, πρότεινε η Αθήνα να τιμήσει τον Δημοσθένη για τις υπηρεσίες του προς την πόλη με ένα χρυσό στεφάνι, σύμφωνα με το έθιμο της εποχής. Ο Δημοσθένης, ως τειχοποιός, είχε επισκευάσει με προσωπικά του έξοδα μέρος των τειχών των Αθηνών. Κατά τον Κτησιφώντα το στεφάνι έπρεπε να δοθεί κατά τη διάρκεια των Μεγάλων Διονυσίων, όταν θα παίζονταν οι τραγωδίες, σε μία στιγμή που θα βρίσκονταν στην πόλη και πολλοί ξένοι θεατές, πέρα από τους Αθηναίους.
Ο ρήτορας Αισχίνης ζήτησε τη δίωξη του Κτησιφώντα για παραβίαση του νόμου σε τρία σημεία:
Για ψευδείς ισχυρισμούς σε δημόσιο έγγραφο

 Για την παράνομη τιμή με χρυσό στεφάνι σε κρατικό αξιωματούχο ο οποίος δεν είχε προβεί σε απολογισμό της θητείας του

Για το ότι το στεφάνι δόθηκε παράνομα κατά τη διάρκεια των Μεγάλων Διονυσίων.

Η πρόταση έγινε αφορμή να δημιουργηθεί πολιτικό ζήτημα το 330 π.κ.ε. χωρίς να είναι γνωστό γιατί άργησε έξι χρόνια να εκδικαστεί η υπόθεση.Ο Αισχίνης απάντησε στο Δημοσθένη με τον λόγο Κατά Κτησιφώντος, ο οποίος επίσης έχει διασωθεί. Στην ομιλία o Δημοσθένης όχι μόνο υπερασπίστηκε τον Κτησιφώντα αλλά και επιτέθηκε με σφοδρότητα εκείνους που θα προτιμούσαν ειρήνη με τη Μακεδονία. Παρόλο που αντικείμενο της δίκης ήταν ουσιαστικά όλη η πολιτική σταδιοδρομία του Δημοσθένη, ο ρήτορας δεν αποκήρυξε τίποτα από το ό,τι έχει κάνει, ενώ προχώρησε και σε έναν απολογισμό της ως τότε πορείας του.

Αρχικά, ο Δημοσθένης έδωσε μια γενική εικόνα της κατάστασης στην Ελλάδα, από τότε που μπήκε ο ίδιος στην πολιτική και περιγράφει τις φάσεις του αγώνα του εναντίον του Φιλίππου. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με την Ειρήνη του Φιλοκράτη και κατηγορεί τον Αισχίνη του ρόλου του στις διαπραγματεύσεις και την επικύρωση της ειρήνης. Ακόμη επιτίθεται προσωπικά κατά του Αισχίνη και τον ειρωνεύεται για την καταγωγή του από γονείς χαμηλής τάξης. Προσθέτει ακόμη κατηγορίες για διαφθορά και προδοσία, και αποδίδει την καταστροφή στη Χαιρώνειας στη συμπεριφορά του πολιτικού αντιπάλου του, όταν εκπροσωπούσε την Αθήνα στο συμβούλιο της Αμφικτιονίας. Ο Δημοσθένης υπογραμμίζει ότι μόνο αυτός υπερασπίστηκε ενεργά την προώθησε της συμμαχίας με την Θήβα. Τέλος, υποστηρίζει ότι, αν και η Αθήνα ηττήθηκε, θα ήταν καλύτερα να ηττηθεί σε ένα λαμπρό αγώνα για την ανεξαρτησία, παρά να παραδώσει την κληρονομιά της ελευθερίας.

Ο Δημοσθένης τελικά κέρδισε την υπόθεση με συντριπτική πλειοψηφία. Ως αποτέλεσμα, ο Κτησιφώντας αθωώθηκε ενώ ο Αισχίνης τιμωρήθηκε με πρόστιμο και αναγκάστηκε σε εξορία. Πολλοί ειδικοί έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ομιλία του Αισχίνη ήταν πολύ εύλογη, αν και δεν ήταν ακλόνητη, από νομική άποψη. Ο λόγος υπέρ του στεφάνου έχει χαρακτηριστεί «η μεγαλύτερη ομιλία του μεγαλύτερου ρήτορα στον κόσμο» και μια από τις καλύτερες αγορεύσεις πολιτικού περιχομένου. Άλλος φιλόλογος, ο Ρ. Κ. Τζεμπ αναλύοντας την ρητορική διαμάχη μεταξύ Δημοσθένη και Αισχίνη, υπογραμμίζει ότι αυτή η έντονη αντιπαράθεση απεικονίζει την τελευταία μεγάλη φάση της πολιτικής ζωής στην Αθήνα. Επισημαίνει ακόμη ότι «η θεωρία της ελληνικής ευγλωττίας είχε τελική και πιο υπέροχη απεικόνισή της σε αυτήν τη δίκη που έφερε στο προσκήνιο τις δύο ομιλίες περί του στεφάνου».

Αντιλαμβανόμαστε στα χρόνια που πέρασαν πως ούτε οι πολίτες έγιναν μυαλωμένοι ούτε οι πολιτικοί τους έπαψαν να είναι διεφθαρμένοι … και συνεχίζουμε κοιμώμενοι ωσάν ξυπνητοί!!!

Στη ζωή, εμείς γράφουμε το σενάριο που μας αξίζει

Η ζωή μας είναι μόνο μία, και μάλιστα μικρής διάρκειας. Αυτό το θέατρο μπορούμε να το παίξουμε μόνο μία φορά. Χωρίς πρόβα, χωρίς δοκιμή. Γι’ αυτό, πρέπει να το παίξουμε όσο γίνεται καλύτερα για μας τους ίδιους και για όσους αγαπάμε. Εμείς γράφουμε το σενάριο που μας αξίζει. Εμείς φτιάχνουμε τα σκηνικά που μας αρέσουν. Εμείς επιλέγουμε τους ηθοποιούς. Εμείς είμαστε οι πρωταγωνιστές και ταυτόχρονα οι θεατές. Στο τέλος εμείς θα το απολαύσουμε ή δε θα το απολαύσουμε. Εμείς θα το χειροκροτήσουμε ή δε θα το χειροκροτήσουμε.

Αν αυτή η σκέψη είναι περίπου αλήθεια -δεν πιστεύω ότι υπάρχουν απόλυτες αλήθειες-, τότε οι επιλογές μας είναι που καθορίζουν το θέατρο της ζωής μας. Δεδομένων των περιορισμών και της τυχαιότητας, πιστεύω ότι το είναι μας, το γίγνεσθαι ή πιο απλά το τι και πώς σκεφτόμαστε, τι αισθανόμαστε, το πώς βλέπουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο, το τι κάνουμε, ποιοι είμαστε, τι θα γίνουμε, πού θα πάμε, πώς θα πάμε και το πώς θα φύγουμε, όλ’ αυτά είναι κατ’ ουσίαν αποτέλεσμα των δικών μας επιλογών. Λίγο ή πολύ, όλοι μας σχεδόν είμαστε αποτελέσματα των επιλογών μας. Συνεπώς. η κατανόηση της ελευθερίας να επιλέγουμε είναι προϋπόθεση για να ζήσουμε τη ζωή μας και να μην αφήσουμε να μας ζήσει αυτή. Να δημιουργήσουμε το πεπρωμένο μας και να μην αφήσουμε να μας το δημιουργήσουν οι άλλοι. Να ζήσουμε δηλαδή μια ζωή που, αν ήταν να την ξαναζήσουμε για δεύτερη φορά, θα θέλαμε να είναι η ίδια. 

Ο Ρήγας Φεραίος είχε πει ότι «συλλογάται καλά όποιος συλλογάται ελεύθερα». Είχε δίκιο. Όμως, για να συλλογίζεται κανείς ελεύθερα, πρέπει να διαθέτει γνώση: αυτή είναι που προσδιορίζει κυρίως την ποσότητα, την ποιότητα των εναλλακτικών λύσεων που διαθέτουμε και την ορθότητα των επιλογών που κάνουμε. Άρα την ελευθερία μας. Όσο περισσότερη γνώση, τόσο περισσότερες εναλλακτικές επιλογές και τόσο πιο σωστή η αξιολόγησή μας γι’ αυτές.

Το μυαλό μας έχει την τάση να εντοπίζει ό,τι μπορεί να αποτελεί απειλή, ενώ δύσκολα συλλαμβάνει πως όλα πάνε καλά

Το μυαλό μας είναι ένα μηχάνημα που κατασκευάστηκε, δοκιμάστηκε και (κυρίως) ολοκληρώθηκε εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια πριν, σε ένα πολύ διαφορετικό περιβάλλον, με πολύ διαφορετικές απαιτήσεις. Στοιχεία που κάποτε ήταν ωφέλιμα τώρα μας εμποδίζουν να είμαστε ευτυχισμένοι. Λόγω των απαρχών του, ο κόσμος τον οποίο αντιμετωπίζει το μυαλό σας είναι αρχαίος, θολός και τρομακτικός. Το ίδιο και οι στρατηγικές του. Αν θέλουμε να χρησιμοποιούμε σωστά αυτό το μηχάνημα, πρέπει να προσαρμόσουμε το πρόγραμμά του στο νέο του περιβάλλον. Πρώτα, όμως, ας δούμε πώς ξεκίνησαν όλα.


Στις απαρχές των τυφλών σημείων

Ένα κλαδί του θάμνου λίγο πιο πέρα από τον πρωτόγονο κυνηγό κουνιέται ελαφρά. Ο ήχος τραβάει την προσοχή του επιδέξιου κυνηγού. Κουνάει το χέρι στην ομάδα του, τους δείχνει ότι πρέπει να σκύψουν και να μη μιλάνε μέχρι να ερευνήσει την πηγή του θορύβου. Μισοκλείνει τα μάτια, οξύνει την ακοή του και αγνοεί οτιδήποτε άλλο εντοπίζουν οι αισθήσεις του. Αυτός ο θάμνος έχει την αμέριστη προσοχή του. Όλα τα υπόλοιπα χάνονται στο φόντο.

Ο άνεμος φυσάει από πίσω του με κατεύθυνση τον θάμνο. Συνειδητοποιεί ότι αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορεί να μυρίσει το θηρίο που φοβάται. Αυτό το σχέδιο ακολουθούν τα θηρία όταν επιτίθενται. Προφανώς είναι ένας έξυπνος θηρευτής, μια τίγρη ίσως, και από το ύψος του κλαδιού που κουνήθηκε συμπεραίνει πως πρέπει να είναι μεγάλη.

Μέσα στη σιωπή, οι κυνηγοί κρατούν την ανάσα τους. 0 θάμνος σταματάει να κουνιέται, ένδειξη πως το θηρίο ξέρει ότι το αντιλήφθηκαν. Στο μυαλό του, ο κυνηγός της Εποχής του Λίθου προβλέπει μια επικείμενη μάχη. Φαντάζεται με ακρίβεια τη γωνία και την ταχύτητα της επίθεσης. Η επίθεση απέχει μόλις μερικά δευτερόλεπτα, είναι σίγουρος, έτσι κάνει νόημα στους φίλους του να κάνουν μερικά βήματα πίσω.

Η επιφυλακτικότητά του βασίζεται σε προηγούμενες επώδυνες εμπειρίες. Από την πρώτη φορά που βγήκε στη ζούγκλα να κυνηγήσει μαζί με τον πατέρα του, πολλοί καλοί κυνηγοί έπεσαν θύματα κάποιου άγριου θηρίου σε στιγμές που δεν πρόσεχαν ιδιαίτερα. Αν και έχουν περάσει πολλά φεγγάρια από τότε, θυμάται πώς επιτέθηκε το θηρίο, πώς έριξε τα θύματά του στο έδαφος και ξέσκισε τους μυς από τα κόκαλά τους. Ζει την ανάμνηση σαν να συμβαίνει μπροστά στα μάτια του και η καρδιά του αρχίζει να χτυπάει δυνατά.

Δεν υπάρχει λεπτό για χάσιμο. Η επεξεργασία της παραμικρής λεπτομέρειας για να αναλύσει περαιτέρω την κατάσταση θα του στερήσει την ευκαιρία να το σκάσει. Ο κίνδυνος είναι πολύ μεγάλος. Πρέπει να πάρει μια απόφαση γρήγορα, έτσι ορίζει την κατάσταση ως ξεκάθαρο και άμεσο κίνδυνο. Όταν εξαρτάται η ζωή του από κάτι τέτοιο, η ταχύτητα έχει μεγαλύτερη σημασία κι από την πιο ενδελεχή έρευνα.

Νιώθει ένα αίσθημα πανικού να τον πνίγει. Το μυαλό του επιβάλλει αυτή την κατάσταση πλημμυρίζοντας το σώμα του με αδρεναλίνη που θα τον προετοιμάσει να αντιδράσει.

Καθώς τον κυριεύει ο πανικός, το μυαλό του υπερβάλλει, βλέποντας κάθε πιθανό σενάριο ως πιο επικίνδυνο απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Μπορεί να είναι ολόκληρη αγέλη, σκέφτεται. Μπορεί να είμαστε περικυκλωμένοι. Δεν υπάρχει λόγος να προσπαθήσουμε να το σκάσουμε. Θα πεθάνουμε όλοι. Περισσότερα κλαδιά κινούνται βίαια. Μέσα σε μια στιγμή, στρέφει ενστικτωδώς την πλάτη στον θάμνο και ετοιμάζεται να τρέξει – ήταν απλώς δυο πουλιά που πέταξαν μακριά. Ο κυνηγός κοιτάζει με αφέλεια τον ουρανό και συνειδητοποιεί ότι η τίγρη δεν είναι παρά ένα σμήνος πουλιών. Ποιος νοιάζεται αν τα προηγούμενα λεπτά ήταν γεμάτα αγωνία, σκέφτεται το μυαλό του. Τουλάχιστον είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Για χιλιετίες, οι εγκέφαλοί μας εξοπλίστηκαν με τα επτά απίστευτα στοιχεία που μόλις σας επισήμανα: φίλτρα, εικασίες, προβλέψεις, αναμνήσεις, ταμπέλες, συναισθήματα και υπερβολές. Ναι, αυτές οι τάσεις έχουν εξασφαλίσει την επιβίωση του είδους μας εδώ και χρόνια. Και οι πρόγονοί μας δεν γκρίνιαζαν για τα δυσάρεστα αυτά στοιχεία, γιατί ζούσαν σε ένα πολύ εχθρικό περιβάλλον. Γι’ αυτούς, είχε νόημα να φαντάζονται το χειρότερο, γιατί το χειρότερο συνέβαινε πολύ συχνά.

Καθώς αναπτύχθηκε ο πολιτισμός μας και διώξαμε τις τίγρεις από τις πόλεις μας, ανταλλάξαμε τη ζούγκλα με τον εργασιακό μας χώρο, με κλαμπ και εμπορικά κέντρα, συνεχίσαμε να βασιζόμαστε – τη επτά χαρακτηριστικά. Κι όμως, σπάνια σταματάμε για να αναρωτηθούμε πόσο αποτελεσματικά είναι σε αυτό το “ξένο” περιβάλλον. Ακριβώς όπως ένα κατσαβίδι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να σφίξει μια βίδα αλλά και για να μας βγάλει το μάτι, αυτά τα στοιχεία που μας βοηθούν να επιβιώνουμε μπορούν να μετατραπούν σε τυφλά σημεία που λειτουργούν εις βάρος μας και μας κάνουν δυστυχισμένους, ειδικά όταν συνδυάζονται με κάποια άλλη αρχαία τάση που είναι το βασικό χαρακτηριστικό του εγκεφάλου μας.

Ενέργεια - Μετατροπές ενέργειας - Εντροπία και κοινωνία

Σαν φυσική έννοια, η ενέργεια αποτελεί γενικά το μέτρο της δυνατότητας παραγωγής έργου. Στην περίπτωση της κινητικής ενέργειας φαίνεται καθαρά (από τη σχέση ΔΕκιν = W) ότι κάθε μεταβολή της Εκ συνεπάγεται παραγωγή κάποιου έργου.


Από πρακτικής πλευράς αυτή η μεταβολή σε έργο της Εκ είναι σχετικά εύκολη και ολοκληρωτική. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με όλες τις μορφές ενέργειας. Για τη μετατροπή π.χ. της θερμικής ενέργειας (θερμότητας) σε έργο απαιτούνται ειδικές διατάξεις, οι λεγόμενες θερμικές μηχανές και σύμφωνα με το 2ο θερμοδυναμικό νόμο δεν είναι δυνατή η ολική μετατροπή της θερμότητας σε έργο.
Άρα οι διάφορες μορφές ενέργειας χαρακτηρίζονται από την ευκολία μετατροπής και από την απόδοσή τους στην παραγωγή έργου.

Η θερμότητα σαν μορφή ενέργειας, χαρακτηρίζεται από τη δυσκολία και τη μικρή απόδοση μετατροπής της σε ωφέλιμο έργο.

Μια ενδιαφέρουσα θερμοδυναμική άποψη είναι ότι όλες οι μορφές ενέργειας που υπάρχουν στο σύμπαν μετατρέπονται τελικά σε θερμότητα. Άρα και η ευκολία παραγωγής έργου ελαττώνεται.

«Η διατήρηση της ενέργειας στο σύμπαν, δεν σημαίνει και διατήρηση της δυνατότητας παραγωγής έργου».

Σύμφωνα με τους νόμους της θερμοδυναμικής, κάθε ποσότητα ενέργειας χαρακτηρίζεται ποιοτικά από την εντροπία της.

Η ενέργεια υποχρεωτικά ρέει κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η εντροπία της να αυξάνει.

Έτσι, μπορούμε να κατατάξουμε τις διάφορες μορφές ενέργειας αξιοκρατικά, οπότε η μεγαλύτερης αξίας ενέργεια θα είναι εκείνη με το μικρότερο βαθμό εντροπίας.

Η ενέργεια μεγαλύτερης αξίας (μικρής εντροπίας) μπορεί να μετατραπεί σε χαμηλότερης αξίας (μεγάλης εντροπίας), αλλά το αντίστροφο δεν ισχύει.

Η ενέργεια με τη μεγαλύτερη αξία είναι η ενέργεια βαρύτητας γιατί μπορεί να μετατραπεί κατά μεγάλο ποσοστό σε έργο (π.χ. υδροηλεκτρικό εργοστάσιο που έχει συντελεστή απόδοσης n = 0,95 που καμία χημική πηγή (καύσιμα) ή η πυρηνική σχάση είναι δυνατόν να πλησιάσουν).

Μορφή ενέργειαςΕντροπία ανά μονάδα ενέργειας σε eV

Ενέργεια βαρύτητας
0
Ενέργεια περιστροφής0
Ενέργεια πυρην. αντιδραστήρα10-6
Εσωτερική θερμότητα αστέρων10-3
Ενέργεια ηλιακής ακτινοβολίας1
Ενέργεια χημικών αντιδράσεων1 – 10
Άχρηστη θερμική ενέργεια γης10 – 100
Ενέργεια κοσμικής ακτινοβολίας μικροκυμάτων10.000

Κοινωνία και εντροπία

Ο άνθρωπος μιμείται κι εκμεταλλεύεται τη φύση. Με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να φανταστούμε πως η ιστορία του ανθρώπου είναι ανεξάρτητη από τη φύση. Δεν θα ‘ταν λοιπόν υπερβολή να αναζητήσουμε αντίστοιχες μεταξύ της ανθρώπινης ιστορίας και της πορείας του σύμπαντος.

Ο Ράσελ δανείζεται την έννοια της εντροπίας από τη Φυσική και την εισάγει στην κοινωνιολογία.

«… Το σύμπαν τείνει προς τη “δημοκρατία” και όταν φθάνει σ’ αυτή την κατάσταση δεν μπορεί πλέον να κάνει τίποτε περισσότερο. Στην αρχή της δημιουργίας του ο κόσμος είχε περισσότερες ανισότητες απ’ ότι σήμερα, αλλά από εκείνη τη στιγμή βαδίζει προς το τέλος του, εκτός αν ακολουθήσει κάποια αντίστροφη πορεία…».

Ασφαλώς, η έννοια της «δημοκρατίας» που φαντάζεται ο Ράσελ για τον κόσμο, δεν ταυτίζεται με καμιά απ’ αυτές που διαμορφώνονται στην ανθρώπινη ιστορία.

Είναι ένα σχήμα λόγου, που μεταφράζει την εντροπία του σύμπαντος με σύμβολα κοινωνικά, δηλαδή δέχεται πως ι ισοπεδωτική τάση, τόσο στην κοινωνία όσο και στη φύση, έχει σαν αποτέλεσμα την ακινησία και το θάνατο. Ο 2ος νόμος μας υποχρεώνει να υποθέσουμε, ότι η αρχή του χρόνου ταυτίζεται με τις μεγαλύτερες ανισότητες των στοιχείων του κόσμου και ότι η πορεία προς την απόλυτη ισότητα οδηγεί στο τέλος.

Πώς όμως μεταφέρεται αυτή η επιστημονική αλήθεια στην ιστορική εξέλιξη του ανθρώπου;

Υπάρχουν αντιστοιχίες που θεμελιώνονται ιστορικά; Μήπως η ισοπέδωση του κοινωνικού συνόλου οδηγεί στην παρακμή του; Μήπως η διόγκωση της ανθρώπινης μάζας σε βάρος της ελεύθερης προσωπικότητας είναι γιγαντισμός μιας «κοινωνικής εντροπίας»;

Η αρχή της μετριότητας και η Κοπερνίκεια αρχή

Η αρχή της μετριότητας και η Κοπερνίκεια αρχή στην κοσμολογία δηλώνει ότι η γη δεν είναι ένας προνομιακός χώρος ή το κέντρο της Γης όπως πίστευαν παλιά, αλλά ένας μέτριος πλανήτης, σε ένα συνηθισμένο ηλιακό σύστημα μέσα σε έναν από τους αναρίθμητους γαλαξίες του σύμπαντος.

Η έρευνα στα βάθη του ουρανού με τη βοήθεια του Hubble, που ονομάζεται Άκρως Βαθύ Πεδίο Hubble, διαπίστωσε ότι ακόμα και τα σκοτεινά σημεία στο νυχτερινό ουρανό περιέχουν χιλιάδες άλλους γαλαξίες. Αυτή η εικόνα λοιπόν μας δείχνει την αρχή της μετριότητας: αυτό που εμείς θεωρούμε ξεχωριστό είναι μόνο ένας από τους αναρίθμητους πλανήτες.

Πρόσφατα η Αρχή αυτή γενικεύτηκε στην απλή δήλωση ότι οι άνθρωποι δεν είναι προνομιούχοι παρατηρητές μέσα στο σύμπαν. Κατά μία έννοια αυτό είναι ισοδύναμο με την αρχή της μετριότητας, με σημαντικές επιπτώσεις στη φιλοσοφία της επιστήμης. Η αρχή της μετριότητας είναι μια έννοια στη φιλοσοφία της επιστήμης σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι δεν έχουν κάτι το ιδιαίτερο σαν όντα. Αυτές οι δύο αρχές, συνδυαζόμενες, αποτελούν τη βάση της τρέχουσας κοσμολογίας μας.

Ακόμα κι αν η θεωρία της ειδικής σχετικότητας δηλώνει ότι μπορούμε να επιλέξουμε οποιοδήποτε σύστημα αναφοράς για τη βάση των υπολογισμών στον κόσμο, που σημαίνει ότι μπορούμε εύκολα να βάλουμε τη γη στο κέντρο των πάντων και να διαμορφώσουμε τους φυσικούς νόμους με αυτή ως σημείο αναφοράς ή ακόμα κι αν ο κόσμος φαίνεται ο ίδιος προς οποιαδήποτε κατεύθυνση κοιτάξουμε ή ακόμα κι αν όλοι οι γαλαξίες φαίνονται να απομακρύνονται μακριά από μας (σαν να είμαστε εμείς στο κέντρο του κόσμου όπως ο ίδιος ο Hubble αναγνώρισε στην αρχή, αλλά στη συνέχεια το αρνήθηκε απλά και μόνο επειδή αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση με τις δύο παραπάνω αρχές), οι επιστήμονες πιστεύουν ότι οι άνθρωποι και η Γη μας δεν είναι τίποτα παραπάνω από κόκκοι σκόνης μέσα στον απέραντο κόσμο.

Η Κοπερνίκεια Αρχή

Η Κοπερνίκεια Αρχή, σαν την Αρχή της Μετριότητας, δηλώνει ότι η ζωή πάνω στη Γη εξαρτάται μόνο από μερικά βασικά μόρια, τα στοιχεία που συνθέτουν τα μόρια αυτά είναι (σε ​​μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό) κοινά σε όλα τα αστέρια, και οι νόμοι της φυσικής γνωρίζουμε ότι ισχύουν για ολόκληρο το σύμπαν (και δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσουμε ότι δεν ισχύουν).

Επειδή ξέρουμε ότι η ηλικία του σύμπαντος είναι 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια, φαίνεται να υπάρχει επαρκής χρόνος ώστε να ξεκινήσει η ζωή κάπου μέσα σε αυτό, ενώ κατά πάσα πιθανότητα μπορεί να υπάρχει κι αλλού μέσα στο σύμπαν.

Γιατί όμως λέγεται Κοπερνίκεια; Γιατί ενώ στην αρχαιότητα όπως και στον Μεσαίωνα οι άνθρωποι πίστευαν ότι η Γη ήταν το κέντρο του σύμπαντος, ο Κοπέρνικος πρότεινε ότι ο Ήλιος ήταν στο κέντρο. Εν συνεχεία στη δεκαετία του 1930, ο R.J. Trumpler διαπίστωσε ότι το ηλιακό σύστημα δεν ήταν στο κέντρο του Γαλαξία, κάπου προς την περιφέρεια. Στα μέσα του εικοστού αιώνα, ο George Gamow έδειξε ότι αν και φαίνεται ότι ο Γαλαξίας μας είναι στο κέντρο ενός διαστελλόμενου σύμπαντος (σύμφωνα με το νόμο του Hubble), κάθε σημείο του χώρου θα μπορούσε να έχει την ίδια αίσθηση.

Και, στο τέλος του εικοστού αιώνα, ο Geoff Marcy ανακάλυψε ότι οι εξωηλιακοί πλανήτες είναι αρκετά κοινοί, αλλάζοντας την πεποίθηση των ανθρώπων ότι ο ήλιος μας είναι ένα ασυνήθιστο άστρο που έχει πλανήτες. Με λίγα λόγια, η Κοπερνίκεια μετριότητα είναι μια σειρά από αστρονομικά ευρήματα ότι η Γη είναι ένας σχετικά συνηθισμένος πλανήτης σε τροχιά γύρω από ένα σχετικά συνηθισμένο αστέρι, σε έναν σχετικά συνηθισμένο γαλαξία, που είναι ένας από τους αμέτρητους άλλους γαλαξίες σε ένα τεράστιο σύμπαν, πιθανώς μέσα σε ένα άπειρο Πολυσύμπαν.

Η φύσις του ανθρώπου και οι αναβαθμοί της κοινωνίας

Η μεν για όλη τη ζωή συνθεμένη κοινωνία κατά φύσιν είναι οικογένεια.

Η δε από οικογένειες πολλές κοινωνία, πρώτη για χρήση όχι εφήμερη, κώμη. Και μοιάζει πολύ έντονα η κώμη να είναι κατά φύσιν αποικία της οικογένειας∙ κάποιοι τους αποκαλούν ομογάλακτους, παιδιά και παιδιά των παιδιών. Γι’ αυτό και βασιλεύονταν αρχικά οι πόλεις, και ακόμη τώρα τα έθνη· γιατί συγκροτήθηκαν από βασιλευόμενους· κάθε οικογένεια δηλαδή έχει βασιλέα τον πρεσβύτερο, άρα και οι αποικίες, και αιτία είναι η συγγένεια.

Η κοινωνία στην εντέλειά της, σύνθεμα πολλών κωμών, (είναι) πόλις, και ήδη ενέχει πλήρη αυτάρκεια, θα λέγαμε, σε καθετί και γίνεται μεν χάριν του ζην, υπάρχει δε χάριν του ευ ζην. Γι’ αυτό κάθε πόλις υπάρχει κατά φύσιν, όπως και οι πρώτες κοινωνίες.

Από αυτά, λοιπόν, φανερώνεται ότι η πόλις είναι κάτι κατά φύσιν, και ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικόν ζώον, και ο από τη φύση του άπολις, και όχι από αντιδρομή της τύχης είναι ή φαύλος ή κάτι αξιότερο από ανθρώπος. Είναι δε αυτόδηλο γιατί ο άνθρωπος είναι πολιτικόν ζώον περισσότερο από κάθε μέλισα και από κάθε αγελαίο ζώο: η φύσις, όπως λέγομε δεν δημιουργεί τίποτε ματαίως· και λόγον έχει μόνος από τα ζώα ο άνθρωπος· η φωνή λοιπόν είναι σήμα του λυπηρού και του ευχάριστου, γι’ αυτό υπάρχει και στα άλλα ζώα (γιατί μέχρις αυτού η φύση τους έχει φθάσει, ώστε να αποκτούν αίσθηση του λυπηρού και του ευχάριστου και να διαμηνύουν μεταξύ τους)∙ ο λόγος είναι για να δηλώνει το συμφέρον και το βλαβερόν, ώστε και το δίκαιον και το άδικον· γιατί αυτό προσιδιάζει στον άνθρωπο σχετικά προς τα άλλα ζώα, ότι μόνο αυτός έχει συναίσθηση του αγαθού και του κακού, του δίκαιου και του άδικου, και των άλλων· ή από κοινού δε συμμετοχή σε αυτά δημιουργεί την οικογένεια και την πόλιν. Όποιος αδυνατεί να ζει σε κοινωνία, ή δεν τη χρειάζεται καθόλου ως αυτάρκης, δεν είναι μέρος της πόλεως, ώστε ή θηρίον ή θεός.

Ορμέφυτη, λοιπόν, σε όλους η τάση προς την κοινωνία της ποιότητας αυτής, ο δε πρώτος δημιουργός της αίτιος μεγίστων αγαθών. Γιατί ο άνθρωπος, όπως, φθασμένος στην εντέλεια του, είναι το άριστο από τα ζώα, έτσι και, χωρισμένος από το νόμο και τη δικαιοσύνη, το χείριστο πάντων· καθώς επαχθέστατη είναι η αδικία, όταν φέρει όπλα· και ο άνθρωπος από τη φύση του έχει όπλα προς τη φρόνηση και την αρετή, δεκτικά όμως για χρήση αντίθετη πολύ εύκολα· γι’ αυτό, δίχως αρετή, (είναι) ανοσιότατος και αγριότατος, αλλά και χείριστος ως προς τις ερωτικές απολαύσεις και το φαγοπότι· και η δικαιοσύνη (είναι) κάτι πολιτικό.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Πολιτικά, 1252b12 – 1253a37

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (3.29.2-3.30.3)

[3.29.2] Αὐτὸς δὲ ἦγεν ὡς ἐπὶ τὸν Ὄξον ποταμόν. ὁ δὲ Ὄξος ῥέει μὲν ἐκ τοῦ ὄρους τοῦ Καυκάσου, ἔστι δὲ ποταμῶν μέγιστος τῶν ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ὅσους γε δὴ Ἀλέξανδρος καὶ οἱ ξὺν Ἀλεξάνδρῳ ἐπῆλθον, πλὴν τῶν Ἰνδῶν ποταμῶν· οἱ δὲ Ἰνδοὶ πάντων ποταμῶν μέγιστοί εἰσιν. ἐξίησι δὲ ὁ Ὄξος ἐς τὴν μεγάλην θάλασσαν τὴν κατὰ Ὑρκανίαν. [3.29.3] διαβάλλειν δὲ ἐπιχειροῦντι αὐτῷ τὸν ποταμὸν πάντῃ ἄπορον ἐφαίνετο· τὸ μὲν γὰρ εὖρος ἦν ἐς ἓξ μάλιστα σταδίους, βάθος δὲ οὐ πρὸς λόγον τοῦ εὔρους, ἀλλὰ πολὺ δή τι βαθύτερος καὶ ψαμμώδης καὶ ῥεῦμα ὀξύ‹ς›, ὡς τὰ καταπηγνύμενα πρὸς αὐτοῦ τοῦ ῥοῦ ἐκστρέφεσθαι ἐκ τῆς γῆς οὐ χαλεπῶς, οἷα δὴ οὐδὲ βεβαίως κατὰ τῆς ψάμμου ἱδρυμένα. [3.29.4] ἄλλως τε καὶ ἀπορία ὕλης ἐν τοῖς πόνοις ἦν καὶ τριβὴ πολλὴ ἐφαίνετο, εἰ μακρόθεν μετίοιεν ὅσα ἐς γεφύρωσιν τοῦ πόρου. ξυναγαγὼν οὖν τὰς διφθέρας, ὑφ᾽ αἷς ἐσκήνουν οἱ στρατιῶται, φορυτοῦ ἐμπλῆσαι ἐκέλευσεν ὡς ξηροτάτου καὶ καταδῆσαί τε καὶ ξυρράψαι ἀκριβῶς, τοῦ μὴ ἐσδύεσθαι ἐς αὐτὰς τοῦ ὕδατος. ἐμπλησθεῖσαι δὲ καὶ ξυρραφεῖσαι ἱκαναὶ ἐγένοντο διαβιβάσαι τὴν στρατιὰν ἐν πέντε ἡμέραις.
[3.29.5] Πρὶν δὲ διαβαίνειν τὸν ποταμὸν τῶν τε Μακεδόνων ἐπιλέξας τοὺς πρεσβυτάτους καὶ ἤδη ἀπολέμους καὶ τῶν Θεσσαλῶν τοὺς ἐθελοντὰς καταμείναντας ἐπ᾽ οἴκου ἀπέστειλεν. ἐκπέμπει δὲ καὶ Στασάνορα, ἕνα τῶν ἑταίρων, ἐς Ἀρείους, προστάξας Ἀρσάκην μὲν τὸν σατράπην τῶν Ἀρείων ξυλλαβεῖν, ὅτι ἐθελοκακεῖν αὐτῷ Ἀρσάκης ἔδοξεν, αὐτὸν δὲ σατράπην εἶναι ἀντ᾽ ἐκείνου Ἀρείων.
[3.29.6] Περάσας δὲ τὸν Ὄξον ποταμὸν ἦγε κατὰ σπουδήν, ἵνα Βῆσσον εἶναι ξὺν τῇ δυνάμει ἐπυνθάνετο. καὶ ἐν τούτῳ ἀφικνοῦνται παρὰ Σπιταμένους καὶ Δαταφέρνου πρὸς αὐτὸν ἀγγέλλοντες, ὅτι Σπιταμένης καὶ Δαταφέρνης, εἰ πεμφθείη αὐτοῖς καὶ ὀλίγη στρατιὰ καὶ ἡγεμὼν τῇ στρατιᾷ, ξυλλήψονται Βῆσσον καὶ παραδώσουσιν Ἀλεξάνδρῳ· ἐπεὶ καὶ νῦν ἀδέσμῳ φυλακῇ φυλάσσεσθαι πρὸς αὐτῶν Βῆσσον. [3.29.7] ταῦτα ὡς ἤκουσεν Ἀλέξανδρος, αὐτὸς μὲν ἀναπαύων ἦγε τὴν στρατιὰν σχολαίτερον ἢ πρόσθεν, Πτολεμαῖον δὲ τὸν Λάγου ἀποστέλλει τῶν τε ἑταίρων ἱππαρχίας τρεῖς ἄγοντα καὶ τοὺς ἱππακοντιστὰς ξύμπαντας, πεζῶν δὲ τήν τε Φιλώτα τάξιν καὶ τῶν ὑπασπιστῶν χιλιαρχίαν μίαν καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας πάντας καὶ τῶν τοξοτῶν τοὺς ἡμίσεας, σπουδῇ ἐλαύνειν κελεύσας ὡς Σπιταμένην τε καὶ Δαταφέρνην. καὶ Πτολεμαῖος ᾔει ὡς ἐτέτακτο, καὶ διελθὼν ἐν ἡμέραις τέτταρσι σταθμοὺς δέκα ἀφικνεῖται ἐς τὸ στρατόπεδον, οὗ τῇ προτεραίᾳ ηὐλισμένοι ἦσαν οἱ ἀμφὶ τὸν Σπιταμένην βάρβαροι.
[3.30.1] Ἐνταῦθα ἔμαθε Πτολεμαῖος ὅτι οὐ βεβαία τῷ Σπιταμένει καὶ Δαταφέρνῃ ἡ γνώμη ἐστὶν ἀμφὶ τῇ παραδόσει τοῦ Βήσσου. τοὺς μὲν δὴ πεζοὺς κατέλιπε, προστάξας ἕπεσθαι ἐν τάξει, αὐτὸς δὲ ξὺν τοῖς ἱππεῦσιν ἐλάσας ἀφίκετο πρὸς κώμην τινά, ἵνα ὁ Βῆσσος ἦν ξὺν ὀλίγοις στρατιώταις. [3.30.2] οἱ γὰρ ἀμφὶ τὸν Σπιταμένην μετακεχωρήκεσαν ἤδη ἐκεῖθεν, καταιδεσθέντες αὐτοὶ παραδοῦναι τὸν Βῆσσον. Πτολεμαῖος δὲ περιστήσας ἐν κύκλῳ τῆς κώμης τοὺς ἱππέας (ἦν γάρ τι καὶ τεῖχος περιβεβλημένον καὶ πύλαι κατ᾽ αὐτό) ἐπεκηρυκεύετο τοῖς ἐν τῇ κώμῃ βαρβάροις ἀπαθεῖς σφᾶς ἀπαλλάσσεσθαι παραδόντας Βῆσσον. οἱ δὲ ἐδέχοντο τοὺς ξὺν Πτολεμαίῳ ἐς τὴν κώμην. [3.30.3] καὶ Πτολεμαῖος ξυλλαβὼν Βῆσσον ὀπίσω ἐπανῄει. προπέμψας δὲ ἤρετο Ἀλέξανδρον, ὅπως χρὴ ἐς ὄψιν ἄγειν Ἀλεξάνδρου Βῆσσον. καὶ Ἀλέξανδρος γυμνὸν ἐν κλοιῷ δήσαντα οὕτως ἄγειν ἐκέλευσε καὶ καταστήσαντα ἐν δεξιᾷ τῆς ὁδοῦ, ᾗ αὐτός τε καὶ ἡ στρατιὰ παρελεύσεσθαι ἔμελλε. καὶ Πτολεμαῖος οὕτως ἐποίησεν.

***
[3.29.2] Ο ίδιος προχώρησε προς τον Ώξο ποταμό, ο οποίος πηγάζει από το όρος Καύκασο και είναι ο μεγαλύτερος ποταμός της Ασίας, από όσους τουλάχιστον πέρασε ο Αλέξανδρος και ο στρατός του, εκτός από τους ποταμούς των Ινδιών· οι ποταμοί των Ινδιών είναι οι μεγαλύτεροι από όλους. Ο Ώξος ποταμός χύνεται στη μεγάλη θάλασσα, που βρίσκεται στην Υρκανία. [3.29.3] Όταν επιχείρησε ο Αλέξανδρος να διαβεί τον ποταμό, συνάντησε ανυπέρβλητες δυσκολίες· γιατί το πλάτος του ήταν έξι περίπου σταδίους και το βάθος του δυσανάλογο προς το πλάτος· ήταν πράγματι βαθύτερος από το κανονικό, η κοίτη του αμμώδης, και το ρεύμα του ορμητικό, ώστε παρασύρονταν με ευκολία τα αντικείμενα που έμπηγαν στην κοίτη του, γιατί βέβαια δεν μπορούσαν να τα στερεώσουν στην άμμο. [3.29.4] Εκτός από αυτό και η έλλειψη ξυλείας ήταν ανάμεσα στις δυσκολίες και ήταν φανερό ότι θα αργοπορούσαν πολύ, αν μετέφεραν από μακριά τα υλικά που χρειάζονταν για τη γεφύρωση του ποταμού. Μάζεψε λοιπόν τα δέρματα, που χρησιμοποιούσαν για κατασκήνωση οι στρατιώτες, και διέταξε να τα γεμίσουν με όσο γινόταν πιο ξερό χορτάρι, να τα δέσουν γερά και να τα ράψουν σφιχτά το ένα με το άλλο, ώστε να μην περνά μέσα το νερό. Αφού λοιπόν τα γέμισαν και τα έραψαν σφιχτά, μπόρεσαν να μεταφέρουν με αυτά τον στρατό απέναντι μέσα σε πέντε μέρες.
[3.29.5] Πριν περάσει τον ποταμό ο Αλέξανδρος, ξεχώρισε τους πιο ηλικιωμένους Μακεδόνες, που ήταν πια ακατάλληλοι για μάχη, καθώς και τους Θεσσαλούς, που είχαν παραμείνει ως εθελοντές, και τους έστειλε πίσω στην πατρίδα. Έστειλε επίσης τον Στασάνορα, έναν από τους εταίρους, στην Αρεία και τον διέταξε να συλλάβει τον Αρσάκη, τον σατράπη των Αρείων, επειδή εκούσια παραμελούσε τα στρατιωτικά του καθήκοντα, και να πάρει αυτός τη θέση του ως σατράπης των Αρείων.
[3.29.6] Μετά πέρασε τον Ώξο ποταμό και βάδισε γρήγορα προς το μέρος, όπου μάθαινε ότι βρισκόταν ο Βήσσος με τον στρατό του. Στο μεταξύ παρουσιάστηκαν στον Αλέξανδρο αγγελιαφόροι του Σπιταμένη και του Δαταφέρνη, που του ανέφεραν ότι αυτοί οι δύο θα συνελάμβαναν τον Βήσσο και θα του τον παρέδιναν, αν τους απέστελλε έστω και μικρή στρατιωτική δύναμη με έναν αρχηγό να την διοικεί· γιατί, έλεγαν, κρατούν και τώρα τον Βήσσο υπό περιορισμό, όχι όμως και δέσμιο. [3.29.7] Μόλις πληροφορήθηκε αυτά ο Αλέξανδρος, άρχισε να οδηγεί τον στρατό του με βραδύτερο ρυθμό από πριν, για να τον ξεκουράσει. Έστειλε όμως τον Πτολεμαίο, τον γιο του Λάγου, με τρεις ιππαρχίες των εταίρων, με όλους τους έφιππους ακοντιστές και από τους πεζούς το τάγμα του Φιλώτα, μία χιλιαρχία υπασπιστών, όλους τους Αγριάνες και τους μισούς τοξότες, και τον διέταξε να προχωρήσει γρήγορα προς τον Σπιταμένη και τον Δαταφέρνη. Ο Πτολεμαίος προχώρησε γρήγορα, όπως είχε διαταχθεί, και αφού διέτρεξε μέσα σε τέσσερις ημέρες απόσταση δέκα ημερών, έφθασε στο στρατόπεδο, όπου την προηγούμενη μέρα είχαν κατασκηνώσει οι βάρβαροι μαζί με τον Σπιταμένη.
[3.30.1] Εκεί έμαθε ο Πτολεμαίος ότι η απόφαση του Σπιταμένη και του Δαταφέρνη για την παράδοση του Βήσσου δεν ήταν σίγουρη. Άφησε λοιπόν πίσω τους πεζούς, αφού τους διέταξε να ακολουθούν με κανονική πορεία, ενώ ο ίδιος προχώρησε γρήγορα με τους ιππείς και έφθασε σε ένα χωριό, όπου βρισκόταν ο Βήσσος με λίγους στρατιώτες. [3.30.2] Οι στρατιώτες του Σπιταμένη είχαν ήδη αποσυρθεί από εκεί, επειδή ντράπηκαν να παραδώσουν οι ίδιοι τον Βήσσο. Ο Πτολεμαίος περικύκλωσε με τους ιππείς του το χωριό —γιατί περιβαλλόταν από τείχος που είχε και πύλες— και πρότεινε με κήρυκα στους βάρβαρους κατοίκους του ότι θα τους άφηνε να φύγουν χωρίς να πάθουν τίποτα, αν του παρέδιναν τον Βήσσο. Αυτοί δέχθηκαν στο χωριό τους τον Πτολεμαίο με τους άντρες του. [3.30.3] Ο Πτολεμαίος τότε συνέλαβε τον Βήσσο και γύρισε πίσω, αφού προηγουμένως έστειλε έναν αγγελιαφόρο του στον Αλέξανδρο να τον ρωτήσει, με ποιόν τρόπο ήθελε να του παρουσιάσει τον Βήσσο. Ο Αλέξανδρος διέταξε να τον φέρει γυμνό, φορώντας περιλαίμιο και να τον στήσει στα δεξιά του δρόμου, από όπου επρόκειτο να περάσει ο ίδιος και ο στρατός του. Και ο Πτολεμαίος έκαμε όπως τον διέταξε.