Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

ΔΙΟΔΟΤΟΣ ΕΥΚΡΑΤΟΥΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ


Προσωπικότητα και συλλογικότητα εναντίον ατομισμού και μάζας

Οποιαδήποτε προσπάθεια, η οποία θα αποσκοπούσε στον προσδιορισμό της έννοιας της συλλογικότητας, όπως αυτή ανιχνεύεται στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού, θα πρέπει να αποφύγει να προβάλλει στο παρελθόν ορισμένες εκφράσεις της σημερινής εποχής. Π.χ. λέξεις όπως «ατομισμός», «ατομιστής», «μάζα» κ.λπ. θα ήσαν ακατανόητες σε έναν αρχαίο και φυσικά συσκοτίζουν το νόημα που έδιναν οι ίδιοι οι αρχαίοι στην έννοια της συλλογικής δράσης.

Άτομο, πρόσωπο και συλλογικότητα στον ελληνικό πολιτισμό

Οι πολιτισμοί είναι φυσικώ τω τρόπω συλλογικές διαδικασίες και δημιουργίες. Δημιουργίες, όχι απλώς ανθρώπων, που ζουν στον ίδιο χώρο, αλλά και ανθρώπων διαφορετικών εποχών, που συνεπεμβαίνουν ετεροχρονισμένα επί ήδη δοκιμασμένων κοινωνικών, αισθητικών, ή άλλων σχημάτων.Η διαδικασία αυτή, που μέχρις ενός ιστορικού σημείου γινόταν παγκοσμίως φυσικώ τω τρόπω, στην Ελλάδα της κλασσικής εποχής αποτέλεσε επιπλέον ενσυνείδητο ζητούμενο, το οποίο απαίτησε εξ’ αρχής τη δική του επιστημονική μεθοδολογία (πολιτικός στοχασμός). Αυτό δεν στέρησε βέβαια την πολιτισμική δημιουργία από την προηγούμενη φυσικότητά της αλλά την ισχυροποίησε ως κατακτημένο ανθρώπινο αγαθό (αντί μιας, μέχρι τότε, απλής διαδοχής εφήμερων πολιτισμικών μορφωμάτων, χωρίς αξία χρήσης για τις επόμενες γενεές –«η πείρα κάθε γενιάς, εκτός από ορισμένα καθαρώς πρακτικά θέματα, χανόταν μαζί της»(1)). Για πρώτη φορά στην καταγεγραμμένη ιστορία εμφανίζεται ένα κοινωνικό μόρφωμα, η πόλις, το οποίο διαθέτει αυτοπαράσταση(2), «βλέπει» δηλαδή τον εαυτό του με ένα συγκεκριμένο τρόπο και, κατά αυτόν τον τρόπο, ωθείται να προσδιορίζει και να επιδιώκει κατά βούληση πολιτισμικούς στόχους (δηλ. επιλέγει πού θέλει να κατευθυνθεί και δεν άγεται και φέρεται από τους άρχοντες, την τύχη, ή κάποια άλλη «μεταφυσική» της ιστορίας).

Εντός του πλαισίου μιας αρχαίας ελληνικής πόλης, αντιθετικά ζεύγη όπως άτομο-κοινωνία δεν έχουν νόημα. Η κοινότητα (ως κοινότητα χώρου και χρόνου –«έχουμε κοινό παρελθόν, παρόν, και μέλλον») γεφυρώνει την αντίθεση όχι μετατρέποντας την κοινωνία σε ατομιστική (νεο)φιλελεύθερη ζούγκλα ή το άτομο σε αναλώσιμο εξάρτημα μιας σαρκοβόρας κοινωνικής οργάνωσης αλλά ούτε καν αναζητώντας έναν χλιαρό συμβιβασμό, μία υποτιθέμενη χρυσή τομή ανάμεσά τους. Επίσης η κοινότητα δεν καταφεύγει σε ισοπεδωτικές θεοκρατικές πρακτικές, όπου άτομο και κοινωνία καταργούνται κυριολεκτικά δια της αναγωγής τους σε κάποια μεταφυσική, εξωκοσμική Αρχή, η οποία υποτίθεται, ότι τα «ξεπερνάει» και τα «καθαγιάζει» εξεικονιζόμενη επάνω τους ως χριστιανική «Εκκλησία».

Στον κλασικό ελληνικό κόσμο η κατοχύρωση της προσωπικότητας εγγυάτο την ενδυνάμωση της συλλογικότητας. Η ανυπαρξία κράτους, κυβέρνησης, πολιτικής εκπροσώπησης κ.λπ. και η απευθείας και άμεση άσκηση της πολιτικής εξουσίας από την συνέλευση των πολιτών (δηλ. χωρίς την ύπαρξη πολιτικών μεσαζόντων), αποτελεί το σταθερό σημείο αναφοράς των νεοτέρων πολιτικών θεωριών. Σε μια αρχαία ελληνική πόλη το άτομο έτρεφε τη συλλογικότητα. Ενώ στην περίπτωση ενός ανθρώπινου κοπαδιού, ή όχλου συμβαίνει το αντίθετο: η ομαδική ισχύς δυναμώνει (=φανατίζει) τα ελλειμματικά άτομα.

Στα πλαίσια της κοινότητας το άτομο και η κοινωνία αποτελούν συμπληρωματικές όψεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Η κοινότητα για να υπάρξει ως τέτοια χωρίς να κινδυνεύει να ολισθήσει είτε προς την κατεύθυνση της ανταγωνιστικής ατομιστικής ασυδοσίας, είτε προς αυτήν του ισοπεδωτισμού και της μαζοποίησης, πρέπει να παράξει μια εξισορροπητική οντολογική σταθερά: το πρόσωπο. Το πρόσωπο είναι το σημείο συνάντησης και σύνθεσης ατόμου και κοινωνίας και επίσης το σημείο εκκίνησης της ενσυνείδητα και αυτόβουλα κατευθυνόμενης πολιτισμικής δραστηριότητας. Επι πλέον το πρόσωπο αποτελεί μία σχέση ανάμεσα στο άτομο και στην κοινωνία, από την ποιότητα της οποίας εξαρτάται όχι μόνο το πολιτισμικό της αποτέλεσμα αλλά η ίδια η συνοχή της. Οποιαδήποτε διαταραχή αυτής της σχέσης οδηγεί διαπιστωμένα, είτε σε κοινωνίες γενικευμένης επιθετικής ιδιώτευσης, είτε σε κοινωνίες λιγότερο ή περισσότερο συγκαλυμμένου ολοκληρωτισμού (και γενικευμένης αμυντικής ιδιώτευσης).

Πρώτη ύλη του προσώπου αποτελεί αναμφισβήτητα το άτομο. Το άτομο είναι από τη φύση του κάτι απρόσωπο -όλοι είμαστε άτομα. Ωστόσο για να μπορεί να υπάρχει το άτομο προϋποτίθεται, ότι κατ’ αρχήν η κοινωνία τού αναγνωρίζει το δικαίωμα να είναι, έστω, τέτοιο (δικαίωμα, που δεν πρέπει να θεωρείται καθόλου αυτονόητο για πολλές κοινωνίες και για πολλές ιστορικές περιόδους). Εν συνεχεία και σε ό,τι αφορά στην ελληνική κλασική αρχαιότητα το απρόσωπο άτομο εισάγεται στη διαδικασία αναβάθμισής του και ταυτοποίησής του σε πρόσωπο. Αυτό επετεύχθη μέσω της εκπαίδευσής του και της ανάληψης από αυτό αντίστοιχων ευθυνών ως προς τις ζωτικές λειτουργίες της κοινωνίας (θεσμοί). Αυτή η εκπαίδευση και η ανάληψη ευθυνών οδηγούν σε μία άνευ προηγουμένου διεύρυνση του περιορισμένου ατομικού ορίζοντα. Η κοινότητα δεν αντιμετωπίζει το άτομο μηχανιστικά και αδιάφορα, ως μελλοντικό ιδιώτη, αλλά επενδύει σε αυτό ως αναντικατάστατο συστατικό της. Από την άλλη, η ίδια δεν αντιμετωπίζεται από το πρόσωπο (πρώην άτομο) σαν ένα πεδίο ωφελιμιστικής δράσης, αλλά σαν μία προσωπικής σημασίας υπόθεση. Με αυτόν τον τρόπο, το πρόσωπο πραγματώνει την αυτοσυνείδηση ως την πιο προηγμένη μορφή της κοινωνικής συνείδησης.


Στην αρχαία ελληνική σκέψη και ιδιοσυγκρασία, άτομο και κοινωνία ανέπτυξαν τη σχέση του ειδικού προς το γενικό με έναν άνευ ιστορικού προηγουμένου τρόπο: «Ανακαλύπτουμε εδώ πράγματι ένα χαρακτηριστικό ειδικό της ελληνικής κουλτούρας: συνίσταται στη συνένωση μιας συγκεκριμένης μορφής και μιας αφηρημένης σημασίας κατά τρόπο ώστε αυτά τα δύο να συμπίπτουν όσο το δυνατόν περισσότερο»(4).

Ένα παράδειγμα συνηθισμένου προσώπου από τον Θουκυδίδη

Ο Διόδοτος, γυιός του Ευκράτους, καταγόταν από έναν από τους πολλούς δήμους της Αττικής. Σαν παιδί πήγε στο σχολείο, όπου -βάσει ενός πολιτειακώς ενιαίου προγράμματος- διδάχθηκε ανάγνωση, γραφή, αριθμητική, γεωμετρία, σωματική αγωγή, μουσική και, φυσικά, τα ομηρικά έπη. Στην εφηβεία του έμαθε πιθανόν το επάγγελμα του πατέρα του, ή κάποιο άλλο, χωρίς ποτέ να ενδιαφερθεί να κάνει περιουσία (οι συμπολίτες του δεν θα τον υπολόγιζαν περισσότερο αν γινόταν πλούσιος).

Όταν ενηλικιώθηκε εκπαιδεύθηκε για κάποια τιμητική περίοδο στην πολεμική τέχνη (και δεν παρίστανε την καμαριέρα κάποιου αξιωματικού, ή τον οδοκαθαριστή κάποιου στρατοπέδου, ή τον ένοπλο βαστάζο κάποιου πραξικοπηματία, ή τον αγγαρειοδόχο της κοινωνίας του). Πολέμησε για πρώτη του φορά, ίσως ως οπλίτης στον πέμπτο ή έκτο στίχο -μαζί δηλαδή με τους λιγότερο έμπειρους- της αθηναϊκής φάλαγγας σε κάποια από τις αναρίθμητες συμπλοκές μεταξύ των ελλήνων εκείνης της εποχής. Πιο μπροστά από αυτόν είχαν παραταχθεί οι εμπειρότεροι, οι ευκατάστατοι, οι οικογενειάρχες και οι ολυμπιονίκες, όλοι δηλαδή αυτοί, που είχαν περισσότερους λόγους για να κινδυνεύσουν, ή για να επικυρώσουν την αξία τους.

Για δύο ώρες, συμπαγής η σιδηρόφρακτη φάλαγγα, εκτελούσε με ακρίβεια κοπιαστικούς ελιγμούς αναχαίτισης, ή υπερφαλάγγισης, ή μετωπικής σύγκρουσης, επί ενός αντιπάλου, που πολεμούσε εξ ίσου αριστοτεχνικά με τον ίδιο τρόπο. Για δύο ώρες προστάτεψε αποτελεσματικά με την ασπίδα του, τον φίλο του από τη γειτονιά του, που βρισκόταν στη θέση αριστερά του αλλά και ο ίδιος προστατεύτηκε εξ ίσου αποτελεσματικά από την ασπίδα του αγροτόπαιδου, που βρισκόταν στη θέση δεξιά του (στο κτήμα του πατέρα του οποίου, συνήθιζε μικρός να ικανοποιεί την πανάρχαια παιδική ανάγκη για κλοπή φρούτων). Ούτε στιγμή δεν του πέρασε από τον νου, ότι μετά από τόσες ώρες θα δικαιολογείτο να λυγίσει το χέρι του από τα 10+ κιλά βάρος της ασπίδας και να αφήσει εκτεθειμένο τον διπλανό του. Άλλωστε και στην εκπαίδευση τού είχαν μάθει, ότι πολεμάει πρωτίστως για τον άντρα, που βρισκόταν δίπλα του.

Σε καιρό ειρήνης, αφού τελείωνε την εργασία της ημέρας, πήγαινε αρκετές φορές μέχρι την Αγορά για να ακούσει διάφορους ταξιδεμένους και διαβασμένους, από ό,τι του φαινόταν, ανθρώπους, να συζητούν και να δέχονται δημοσίως ερωτήσεις για σπουδαία ζητήματα σχετικά με τη φύση του Κόσμου, των Νόμων του και για το πώς αυτοί πρέπει να ερμηνεύονται από τους θνητούς, ώστε να τους οδηγούν σε αυτό που τότε αποκαλείτοευδαίμων βίος.

Επίσης, συμμετείχε σχεδόν ανελλιπώς στις συχνές λαϊκές συνελεύσεις της εκκλησίας του Δήμου και άκουγε με σπουδή όσους αγόρευαν (μάλιστα η πόλη τον αποζημίωνε οικονομικά θεωρώντας ως παραγωγικές τις ώρες που αφιέρωνε εκεί). Στις συνελεύσεις, το συνηθέστερο θέμα ήταν η επεξεργασία ενός νέου νόμου, ή η τροποποίηση κάποιου παλαιότερου.

Η λέξη «νόμος» προέρχεται από το ρήμα «νέμω», ήταν δηλ. ο νόμος μια νομή δικαιωμάτων και καθηκόντων, η οποία αποφασιζόταν κοινή συναινέσει από όλους τους πολίτες, αφού δεν υπήρχε κυβέρνηση και η εξουσία ασκείτο απ’ ευθείας από τον Δήμο (= σύνολο αυτοτελών προσωπικοτήτων). Κατά συνέπεια η εφαρμογή των νόμων θεωρείτο αυτονόητη, αφού αυτοί δεν είχαν δημιουργηθεί και επιβληθεί από μια εξουσία διαχωρισμένη από την κοινότητα.

Δύο φορές στη ζωή του είχε κληρωθεί και θητεύσει για κάποιους μήνες σε δημόσια αξιώματα, την πρώτη ως δικαστής στο δικαστήριο της Ηλιαίας και την δεύτερη σε κάποια από τις οικονομικές υπηρεσίες της πόλης. Πήγαινε συχνά στο θέατρο (πιθανώς είχε παρακολουθήσει τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, έργο που είχε πετύχει να κάνει αρκετούς συμπολίτες του να ταυτιστούν με τις ξεκληρισμένες ηρωίδες και να σκεφτούν πολύ επάνω στα τραγικά γυρίσματα της ζωής).

Η ζωή στην Αθήνα ήταν ένα υψηλού επιπέδου καθημερινό σχολείο, μια διαρκής εκπαίδευση επάνω στα θεμελιώδη ζητήματα της κοινωνίας και της ύπαρξης. Μέρα με την μέρα, κάθε πολίτης ένιωθε πως γινόταν πλουσιότερος και πιο ολοκληρωμένος. Αυτή την πόλη ήταν αδύνατο να την βαρεθείς. Μια ζωή πληρότητας(1) ήταν προσιτή σε όλους, ντόπιους και –σε μικρότερο βαθμό- ξένους. Ο Διόδοτος του Ευκράτους ήξερε, ότι σε γενικές γραμμές παρόμοιος ήταν ο τρόπος ζωής στις περισσότερες πόλεις της Ελλάδας. Ήταν ο ελληνικός τρόπος. Η Αθήνα όμως είχε αρχίσει να προηγείται με εμφανή διαφορά.

Τα τελευταία τρία χρόνια η πόλη του και οι σύμμαχές της, βρισκόταν σε πόλεμο με τον πελοποννησιακό συνασπισμό. Όπως και πολλοί άλλοι, ο Διόδοτος είχε αρχίσει να προβληματίζεται σχετικά με το νόημα όλων αυτών των συγκρούσεων μεταξύ των ελληνικών πόλεων, οι οποίες είχαν επι πλέον αρχίσει να διαρκούν και να κοστίζουν σε χρήμα και αίμα, ασυνήθιστα πολύ σε σχέση με τον παλιό καλό καιρό. Επίσης είχαν αρνητικές επιπτώσεις στην καθημερινή συλλογική ηθική και νοοτροπία.

Σαν να μην έφταναν αυτά, ένας λοιμός είχε περάσει από την πόλη, σπέρνοντας αδιακρίτως τον θάνατο. Ο ίδιος ίσως ήταν πλέον αρκετά μεγάλος για να πάρει θέση στην φάλαγγα. Ίσως όμως είχε γιούς, που πολεμούσαν ήδη ως πεζοναύτες και μία κόρη, που ο μνηστήρας της επίσης πολεμούσε. Ίσως έπρεπε να δικαιολογηθεί και στη γυναίκα του (την είχε ερωτευτεί κεραυνοβόλα σε κάποια δημοτελή γιορτή), η οποία μονίμως τον καλόπιανε να μαζέψει τους φίλους του, να βγούνε στη Συνέλευση και να μιλήσουν έξω από τα δόντια, για να σταματήσει επιτέλους αυτή η τρέλα για πανελλήνια κυριαρχία.

 
Το πόσο μεγάλη σημασία είχε η ανάδειξη της προσωπικότητας του ατόμου κι όχι η (κ)οπαδοποίησή του για τον ελληνικό πολιτισμό φαίνεται από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπου είχαν καθιερωθεί αποκλειστικά ατομικά και κανένα ομαδικό αγώνισμα.
 
Αυτή η αλαζονεία της Αθήνας απασχολούσε εδώ και καιρό τον Διόδοτο. Οι υπαιθρίως φιλοσοφούντες της Αγοράς είχαν αρχίσει να συσχετίζουν όλο και πιο ανοιχτά την Αθηναϊκή υπεροψία με την τρομερή έννοια της Ύβρεως. Ωστόσο η Αθήνα ήταν ακόμη αρκετά δυνατή για να τους δώσει σημασία. Η πόλη του προτιμούσε προς το παρόν να ακούει δεινούς δημαγωγούς, όπως εκείνος ο δαιμόνιος βυρσοδέψης, ο Κλέων, που περνιόταν για συνεχιστής του, νεκρού από τον λοιμό, Περικλή.

Ο Διόδοτος δεν συμπαθούσε τον Κλέωνα. Μάλιστα ο Αριστοφάνης, αυτός ο «δηλητηριώδης» κωμικός με την ευγενική ψυχή, είχε χαρακτηρίσει τον τελευταίο ως άξεστο, αγράμματο και γελοίο υποκείμενο, κατηγορίες βαρύτατες για μια κοινωνία, όπου η παιδεία ήταν ίσως το καταρχήν ζητούμενο για έναν πολίτη.

Ο Διόδοτος πήγαινε συχνά στα κουρεία, όχι πάντα για να κουρευτεί αλλά γιατί εκεί ήταν ο τόπος συνάντησης των αντρικών παρεών (κάτι σαν το νεοελληνικό καφενείο). Εκεί μοιραζόταν με τους φίλους του τις ίδιες αόριστες ανησυχίες για την εξωτερική πολιτική της Αθήνας. Αλλά δεν είχαν κάτι συγκεκριμένο να αντιτάξουν στη Συνέλευση απέναντι σε ρήτορες όπως ο Κλέων, που υποστήριζαν την συνέχιση, με κάθε μέσο, του πολέμου για την διατήρηση της αθηναϊκής ηγεμονίας.

Ήταν λοιπόν η κοινότητα μια κοινωνία διαρκώς νηφάλιων ανθρώπων; Όχι βέβαια. Όλοι γνώριζαν, ότι όπου συνυπάρχουν άνθρωποι, υπάρχουν και οι συγκρούσεις τους. Σε όλες σχεδόν τις ελληνικές πόλεις υπήρχε η άτυπη πολιτική ομαδοποίηση ανάμεσα σε ολιγαρχικούς και δημοκρατικούς (οι ολιγαρχικοί μάλιστα οργανώνονταν σε μυστικές λέσχες και συνομωτούσαν ενάντια στον Δήμο). Παρ’ όλα αυτά, ο Διόδοτος και οι φίλοι του ούτε στιγμή δεν σκέφτηκαν να σχηματοποιήσουν με άκομψο τρόπο τις απόψεις τους σα μια συνταγή «σωτηρίας» από τα κάθε είδους κοινωνικά δεινά (κάτι σαν τις σημερινές ιδεολογίες) και να προσπαθήσουν να την επιβάλλουν ιδρύοντας μια πολιτική παράταξη ομαδικώς ιδιωτευόντων «σωτήρων», διαχωρισμένη και αποστασιοποιημένη από την κοινωνία (κάτι σαν τα σημερινά κόμματα). Παρά την γνωστή αγάπη των ελλήνων για την εξαγωγή γενικών κανόνων από τα επιμέρους ζητήματα, γνώριζαν, ότι και οι γενικεύσεις έχουν τα όριά τους και, ότι η ευδαιμονία, ατομική, ή συλλογική, κατακτάται μέσα από τη κοπιαστική αντιμετώπιση των επιμέρους προβλημάτων της και όχι με ετοιματζίδικες λύσεις. Γνώριζαν επίσης, ότι καμμία ιδεολογικού τύπου γενίκευση δεν μπορεί να στέκεται επάνω από την ίδια την κοινότητα ως την ανώτερη και ιερότερη γενίκευση.

Αν και ήταν κοινός τόπος για όλους τους έλληνες, ότι η διοίκηση μιας κοινωνίας πρέπει να ασκείται από τους άριστους (δηλ. τους κατέχοντες την πολιτική αρετή), υπήρχε διαφωνία σχετικά με το πώς έπρεπε να οριστούν αυτοί. Για τους οπαδούς της παλιάς ολιγαρχίας, που είχαν χάσει τα προνόμιά τους, η κατοχή της πολιτικής αρετής ήταν ζήτημα έμφυτο και «ευγενούς» καταγωγής και τους φαινόταν αδιανόητο ένας π.χ. βυρσοδέψης, ή ένας ξυλουργός να έχουν άποψη επί ζητημάτων, που σχετίζονται με τη διακυβέρνηση μιας πόλης.

Για τους δημοκρατικούς η πολιτική αρετή ήταν κάτι επίκτητο, που μπορούσε να διδαχθεί και να γίνει κτήμα όλων των ελεύθερων ανθρώπων: όλοι μπορούσαν να γίνουν άριστοι άν εθίζονταν στη φιλοσοφική σκέψη και άσκηση π.χ. μέσω του θεάτρου, ή μέσω των συζητήσεων στην Αγορά, ή αν αναλάμβαναν εκ περιτροπής πολιτειακές αρμοδιότητες και κυρίως αν πείθονταν με χειροπιαστό τρόπο, ότι η ευημερία της κοινωνίας ισοδυναμεί με την προσωπική τους. Για μια δημοκρατία κυρίαρχη επιδίωξη και πρόκληση αποτελούσε η έμπρακτα θεμελιωμένη ταύτιση ατομικού και κοινωνικού συμφέροντος. («Φαίνεται δε όχι μόνον από ένα παράδειγμα, αλλά, γενικώς πόσον σπουδαίο πράγμα είναι η ισότης. Διότι οι Αθηναίοι εφ’ όσον μεν εδιοικούντο τυραννικώς, δεν ήσαν καθόλου καλύτεροι εις τα πολεμικά από κανέναν των γειτόνων τους, απαλλαγέντες όμως από τους τυράννους έγιναν πρώτιστοι όλων. Τούτο φανερώνει ότι, ότε ήσαν δούλοι, συμπεριεφέροντο εκουσίως ως δειλοί, σκεπτόμενοι ότι ειργάζοντο δια τον κύριόν των, ότε όμως ηλευθερώθησαν, ο καθένας εδείκνυε προθυμίαν να εργασθή σκεπτόμενος ότι εργάζεται δια τον εαυτόν του», Ηροδότου Ιστορία Ε 78, εκδόσεις Πάπυρος, απόδοση Κ.Θ. Αραπόπουλου)(5).

Ωστόσο η αφορμή να αναμετρηθούν με τον Κλέωνα και τους ομοϊδεάτες του επάνω σε κάτι συγκεκριμένο δεν άργησε να δοθεί. Η Λέσβος -υπολογίσιμη σύμμαχος- επαναστάτησε αλλά το πανίσχυρο και πανταχού παρόν αθηναϊκό πολεμικό ναυτικό κατέστειλε έγκαιρα την ανταρσία. Έμενε να αποφασιστεί η τύχη των ηττημένων. Συγκλήθηκε έκτακτη συνέλευση των πολιτών, όπου ο Κλέων με έναν ρητορικό περίπατο έπεισε να θανατωθούν οι επιζήσαντες άνδρες και να πουληθούν ως δούλοι τα γυναικόπαιδα τής πρώην συμμάχου. Απέπλευσε μάλιστα ένα πολεμικό πλοίο για τη Λέσβο, με σκοπό να μεταφέρει στον εκεί αθηναϊκό στόλο την απόφαση-εντολή της Συνέλευσης.

Το βράδυ, που ο Διόδοτος επέστρεψε από την Συνέλευση, είχε να αντιμετωπίσει τα «μούτρα» που του έκανε η γυναίκα του. Τα νέα σχετικά με την ληφθείσα απόφαση είχαν ήδη προλάβει να φτάσουν στις γειτονιές. Σε όλα σχεδόν τα σπίτια οι γυναίκες επιτίθεντο στους άντρες, που είχαν ανεχτεί κάτι τέτοιο. Ήταν και τα θεατρικά έργα εκείνου του ιδιόρρυθμου, του Ευριπίδη, οι «Τρωάδες» και η «Εκάβη», που είχαν πρόσφατα υπενθυμίσει στους αθηναίους, ότι ίσως κάποτε δεν θα εξαιρούνταν ούτε οι ίδιοι από μια παρόμοια τραγική μοίρα. Η πόλη ήταν σαν να σιγόβραζε. Κάποιοι είχαν κάνει «πηγαδάκια» στους δρόμους και λογομαχούσαν σχετικά με την σκοπιμότητα μιας πιθανής επανεξέτασης της απόφασης. Ήταν φανερό, ότι επικρατούσε κλίμα μιας εκ των υστέρων αμφιβολίας, αν και όχι ακόμα μεταστροφής. Ωστόσο μέχρι το πρωί είχε γίνει φανερό, ότι έπρεπε να συγκληθεί νέα έκτακτη Συνέλευση.

Τα χαράματα ο Διόδοτος (που δεν είχε κοιμηθεί καθόλου όλη τη νύχτα) πήγε και βρήκε τους φίλους του. Αποφάσισαν να κάνουν κάτι σχετικά με το ζήτημα. Γνώριζαν πολύ καλά τον κορμό της επιχειρηματολογίας των υποστηρικτών του «ολοκληρωτικού πολέμου», όπως ήταν ο Κλέων. Εξέτασαν όλες τις πιθανές τροπές, που θα μπορούσε να πάρει μια δημόσια ρητορική αναμέτρηση. Έφτιαξαν ένα σχεδιάγραμμα αγόρευσης. Θα χτυπούσαν τον Κλέωνα και τους υποστηρικτές του, όχι επικαλούμενοι ευθέως -και αφελώς- το συναίσθημα οίκτου απέναντι στους σιδηροδέσμιους λέσβιους, αλλά αναπτύσσοντας όλες τις λογικές -δηλ. τις φιλοσοφικές και πολιτικές- προεκτάσεις του ζητήματος. Ήσαν ελεύθεροι άνθρωποι, που οι υποθέσεις της πόλης τους τούς αφορούσαν άμεσα και δεν θα ανέχονταν να σέρνονται από κάποιους μεγαλομανείς.


Θουκυδίδης Ολόρου.
Χάρη σε αυτόν γνωρίζουμε την περίφημη αγόρευση του Διόδοτου του αθηναίου. Το σημαντικότερο -και συναρπαστικότερο- στοιχείο στην ιστοριογραφία του Θουκυδίδη, δεν είναι τόσο η καταγραφή των καθ’ αυτό ιστορικών γεγονότων, όσο η ανάδειξη του διανοητικού τους υποστρώματος: μέσα από τις νευρώδεις συζητήσεις και δημηγορίες, που αναπτύσσονταν στις λαϊκές συνελεύσεις των εμπολέμων πόλεων, η ιστορία κατανοείται ως ζωντανή ανθρώπινη δημιουργία και όχι ως υπόθεση κάποιων δήθεν «γεννημένων ηγετών», ή ως ψευδοϊστορική μεταφυσική.

Το επόμενο πρωί κάμποσες δεκάδες χιλιάδες αθηναίοι είχαν συγκεντρωθεί στην Πνύκα. Όσοι επιθυμούσαν να αγορεύσουν (ελάχιστοι αυτή τη φορά), γράφτηκαν στον κατάλογο των ομιλητών. Η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη. H αγόρευση του Κλέωνος ήταν μια, κατά πολύ βελτιωμένη, επανάληψη αυτής του τής προηγούμενης ημέρας: ένα υπεροπτικό κήρυγμα υπέρ της πολιτικής της πυγμής και της παραδειγματικής τιμωρίας επί των ηττημένων, έτσι ώστε στο μέλλον κανείς σύμμαχος να μην διανοηθεί να αποστατήσει. Επισήμανε για άλλη μια φορά τους κινδύνους που θα είχε για την Αθήνα, αν δειχνόταν ο παραμικρός οίκτος στους λέσβιους: οι υπόλοιποι σύμμαχοι θα το εξελάμβαβαν πιθανότατα σαν ένδειξη αδυναμίας της αθηναϊκής ηγεμονίας να επιβληθεί και θα αυτομολούσαν ο ένας μετά τον άλλον στο πελοποννησιακό στρατόπεδο. Η Συνέλευση είχε σιωπήσει σκεπτική. Φαινόταν σαν κανείς να μην μπορούσε να αντικρούσει τέτοια στέρεη επιχειρηματολογία. Έδειχνε σαν να είχαν καμφθεί και οι τελευταίες αντιστάσεις όσων μέχρι πριν λίγη ώρα επέμεναννα ξανασκεφτούν το ζήτημα. Το κλίμα πολύ απείχε από το να μεταστραφεί υπέρ των νηφαλιοτέρων.

Όταν ήλθε η σειρά του Διόδοτου να ανεβεί στο βήμα, οι φίλοι του τον χτύπησαν ενθαρρυντικά στην πλάτη. Ωστόσο μίλησε λίγη ώρα, με τρόπο ήρεμο και σταθερό. Επικαλέστηκε την λογική: oι αποφάσεις που παίρνονται εν θερμώ, όπως αυτή της προηγούμενης ημέρας, δεν είναι προφυλαγμένες από την ανοησία. Οι αιτίες, που σπρώχνουν κάποιους, όπως οι λέσβιοι, να εξεγερθούν είναι περίπλοκες και γι’ αυτό η αυστηρότητα των ποινών δεν μπορεί να τούς αποτρέψει. Η δίκαιη μεταχείριση του ηττημένου και η επίδειξη μεγαλοψυχίας, θα ενίσχυε το γόητρο της Αθήνας, αφού θα έπειθε ότι συμπεριφερόταν με σεβασμό τους συμμάχους της. Ας δικάζονταν οι υποκινητές της ανταρσίας και οι υπόλοιποι ας αφήνονταν να ζήσουν. Στο κάτω-κάτω την ανταρσία είχαν οργανώσει οι ολιγαρχικοί του νησιού και δεν υπήρχε λόγος για μια άσκοπη σφαγή και των δημοκρατικών, που ίσως είχαν αιφνιδιαστεί και εξαναγκαστεί να συμμετάσχουν.

Η Συνέλευση γύρισε τα πάνω κάτω. Η «γραμμή» των ψυχραιμοτέρων επικράτησε, έστω και με μικρή πλειοψηφία. Απέπλευσε αμέσως ένα πλοίο για να προλάβει εκείνο με την εντολή εξανδραποδισμού, που είχε φύγει την προηγούμενη. Οι ναύτες το είχαν πάρει προσωπικά και κωπηλάτησαν ασταμάτητα. Έφτασαν τη στιγμή, που ο αθηναίος διοικητής είχε τελειώσει την ανάγνωση της προηγούμενης καταδικαστικής απόφασης και ετοιμαζόταν να την εκτελέσει. Η Λέσβος μόλις που πρόλαβε να γλυτώσει.

Ο Διόδοτος κέρδισε μόνο μια αψιμαχία εναντίον της άμετρης επιθυμίας για πανελλήνια ηγεμονία, που είχε καταλάβει την πόλη του. Η νίκη του σίγουρα δεν αποτελεί αυτό, που θα χαρακτηρίζαμε ως «ιστορικό γεγονός». Είκοσι πέντε περίπου χρόνια αργότερα, η Αθήνα θα έχανε τον πόλεμο με τους Πελοποννήσιους και θα πλήρωνε το τίμημα της υπεροψίας της, υφιστάμενη μια ολιγόχρονη αλλά, στυγνή τυραννία (κυρίως από μαθητές του φιλόσοφου Σωκράτη) και μια -αναμενόμενη- εσωτερική σύρραξη.
 
Είναι μάλλον απίθανο ο Διόδοτος του Ευκράτους να έζησε για να τα δει όλα αυτά. Ωστόσο, η Αθήνα, όπως και όλη η αρχαία Ελλάδα, είναι σήμερα περισσότερο γνωστή για τα επιτεύγματά της παρά για τα ατοπήματά της. Τα επιτεύγματα αυτά δεν θα είχαν κατορθωθεί αν ένας ολόκληρος πολιτισμός δεν είχε κινητοποιηθεί σύσσωμος προς την κατεύθυνση της «μαζικής παραγωγής» προσώπων, όπως ήσαν οι χιλιάδες άσημοι Διόδοτοι. Οι συλλογικές διαδικασίες, που ανέπτυξε αυτός ο πολιτισμός σε κάθε τομέα του επιστητού (επιστήμη, πολιτική, πόλεμος, τέχνη κλπ.) δεν θα είχαν παράγει τέτοια άνευ ιστορικού προηγουμένου αποτελέσματα, αν δεν είχαν στηριχθεί στην πεποίθηση, ότι το άτομο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν άμορφο στοιχείο μιας εξ ίσου άμορφης μάζας. Το άτομο είναι εν δυνάμει φορέας του φυσικού Λόγου, τον οποίο μπορεί και δικαιούται να εξερευνήσει και να καλλιεργήσει. Η κοινωνία υποχρεούται να του παρέξει όλα τα προς αυτό διαθέσιμα μέσα. Η αποτύπωση αυτού του Λόγου στις διάφορες πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι μια διαδικασία επισφαλούς -και ενίοτε τραγικής- αναζήτησης, η οποία πιθανότατα θα διαρκέσει όσο και η ύπαρξη του ανθρώπινου είδους.

Στην περίπτωση της αρχαίας Ελλάδας, η ανάγκη ενός λαού για έμπρακτη αναζήτηση του Λόγου, οδήγησε στην συν-Λογικότητα. Η συλλογικότητα μεταμόρφωσε την κοινωνία, από μια στοιχειώδη –και, περίπου, αναγκαστική- συνύπαρξη, σε κοινότητα. Η κοινότητα αναζήτησε τη δύναμη και το εργαλείο διαιώνισής της στο άτομο, εξελίσσοντάς το σε πρόσωπο.

Στον Διόδοτο του Ευκράτους ο Θουκυδίδης δεν αφιερώνει καμία άλλη πληροφορία, πέραν του ονόματος του πατέρα του και της περίφημης δημηγορίας του. Πράγμα, που δείχνει, ότι δεν επρόκειτο για κάποιον διακεκριμένο πολίτη, αλλά μάλλον για έναν καθημερινό τύπο της Αθήνας του 5ου π.Χ. αιώνα.

Ο γράφων κινήθηκε από ένα αίσθημα οφειλής προς αυτόν και ευελπιστεί, ότι δεν έκανε κάποια εικασία, που θα τον προσέβαλλε.

Σημειώσεις

(1) Ντ. Χ. Κίττο, Οι Έλληνες , εκδόσεις Η Δαμασκός , Αθήνα 1968.

(2) Κορνήλιος Καστοριάδης , Η άνοδος της ασημαντότητας, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα

2000.

(3) Arnold Toynbee, Oι Έλληνες και οι κληρονομιές τους, εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1992.

(4) Ζακλίν ντε Ρομιγύ, Γιατί η Ελλάδα; εκδόσεις Το Άστυ, Αθήνα 1993.
(5) Σε πόσο θολά νερά κινείται η σύγχρονη περί ατόμου προβληματική, επισημαίνει ο Μάρραιυ Μπούκτσιν (Ιεραρχία και Κυριαρχία, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1977): «Το αντικειμενοποιημένο άτομο –ο «ελεύθερος επιχειρηματίας» της οικονομικής θεωρίας, ο «ελεύθερος πολίτης» της νομικής επιστήμης- βγαίνει από τη σύγχυση κι αποκτάει την κοινωνική του θέση (μόνο) μέσα σε μια εσωτερικά διχασμένη κοινωνία, που βασίζεται σε αντιμαχόμενα ταξικά συμφέροντα και καταπιεστικές σχέσεις». Είναι, νομίζουμε, φανερό ότι, οποιαδήποτε συζήτηση περί συσχετισμού ατομικού και κοινωνικού συμφέροντος, κάτω από τέτοιες ανταγωνιστικές κοινωνικές συνθήκες, δεν θα είναι παρά μια συσκοτιστική παρωδία της αρχαίας αυθεντικής πολιτικής αναζήτησης

Χριστιανική θρησκευτική ηθική


"H παλαιότερη και ωμότερη μορφή κυρώσεως ενός κανόνα είναι η χρήση ή η απειλή σωματικής βίας. Αυτό στο χριστιανισμό εμφανίζεται με το δόγμα της κολάσεως. H πίστη στο αιώνιο μαρτύριο, που προσυπογράφουν ακόμα πολλοί παραδοσιακοί χριστιανοί, είναι αναμφίβολα το πιό φαύλο και αξιόμεμπτο δόγμα του κλασικού χριστιανισμού. Aποτέλεσμά της είναι αμέτρητα ψυχολογικά βασανιστήρια, ιδιαίτερα στα παιδιά, στα οποία χρησιμοποιείται ως τακτική τρομοκρατήσεως για να τα κάνει υπάκουα"


Mέρος πρώτο:H θρησκευτική ηθική

"Θρησκευτική ηθική" στην παρούσα συζήτηση σημαίνει οποιονδήποτε κώδικα αξιών ο οποίος ανάγεται στις υποτιθέμενες εντολές κάποιου υπερφυσικού όντος. Αυτή η άποψη για την ηθική παρουσιάζεται καθαρά στη Βίβλο (π.χ. Δέκα Εντολές) και γενικά χαρακτηρίζει κάθε θρησκεία εξ αποκαλύψεως.

H θρησκευτική ηθική κατά βάση υπερασπίζεται μιά οικουμενική ηθική τάξη που έχει καθιερωθεί από τον θεό και υφίσταται ανεξάρτητα από τον άνθρωπο. O άνθρωπος γεννιέται μέσα σ' αυτήν την ηθική δομή, όπου ανακαλύπτει πως το πρωτεύον καθήκον του είναι η υπακοή σε ό,τι υπαγορεύει ο υπερφυσικός νομοθέτης του. H ηθική, σύμφωνα με την άποψη αυτή, υπηρετεί τους σκοπούς του θεού, όχι του ανθρώπου, και ο άνθρωπος οφείλει να υποτάσσεται στον ηθικό κώδικα. H βασικότερη αρετή είναι η υπακοή και το βασικότερο παράπτωμα η ανυπακοή.

Το προφανέστερο χαρακτηριστικό της θρησκευτικής ηθικής είναι η αυταρχική της φύση. Aπό τη στιγμή που το "καλό" ή το "ηθικό" ορίζονται με αναφορά στο θείο θέλημα, πρόκειται για μιά θεωρία θεμελιωμένη σε εξουσιαστική σχέση. Kαι όπου έχουμε εξουσία, έχουμε κυρώσεις - και όπου έχουμε κυρώσεις έχουμε ηθικούς κανόνες. Oι κανόνες, όπως θα δούμε, είναι βασικής σημασίας για τη μεταηθική της θρησκευτικής ηθικής. Oι κανόνες είναι για τη θρησκευτική ηθική ό,τι τα πρότυπα για την ορθολογική ηθική.

O κανόνας είναι μιά λειτουργική αρχή που συνοδεύεται από κυρώσεις. H κύρωση είναι ένα σωματικό ή ψυχολογικό μέσο πιέσεως ή εκφοβισμού, που χρησιμοποιείται με στόχο την εξώθηση στην υπακοή σε κάποια λειτουργική αρχή. Aς πάρουμε ως παράδειγμα κάποιους κανόνες που συναντάμε καθημερινά: τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας.

Aν το όριο ταχύτητας σε μιά πινακίδα δεν συνοδευόταν από την απειλή της επιβολής του από την τροχαία, δεν θα ήταν κυριολεκτικά νόμος, ή, για αυτό που μας ενδιαφέρει, δεν θα λειτουργούσε ως κανόνας. Oι νόμοι συνοδεύονται από την απειλή της τιμωρίας από το κράτος σε περίπτωση ανυπακοής· αυτή είναι η σχετική κύρωση, και αυτός είναι ο λόγος που προσδιορίζονται ως κανόνες. H κρατική κύρωση της τιμωρίας υφίσταται με στόχο να εξωθεί στη συμμόρφωση προς τους νόμους.

Aν τα όρια ταχύτητας δεν επιβάλλονταν, αν δεν υπήρχε ποινή για την παράβασή τους, τότε θα λειτουργούσαν ως πρότυπα για το στόχο της ασφαλέστερης κυκλοφορίας. Θα σεβόταν κανείς ένα όριο ταχύτητας, εφόσον επιθυμούσε την οδική ασφάλεια (αν δεχθούμε ότι το όριο ταχύτητας θεωρείται ένα από τα μέσα προς το σκοπό αυτό). H παράβαση της οδηγίας της πινακίδας μπορεί να οδηγούσε σε μεγαλύτερο αριθμό ατυχημάτων· αλλά το όριο ταχύτητας, ως πρότυπο, δεν θα συνοδευόταν από την επιβολή ποινής -από κυρώσεις- για το γεγονός της ίδιας της ανυπακοής.

Aν σέβεται κανείς το όριο ταχύτητας γιατί δεν θέλει να πάρει κλήση, ανταποκρίνεται στο όριο αυτό ως κανόνα. Θα υπακούει σε αυτό φοβούμενος τις σχετικές κυρώσεις, ανεξάρτητα από το αν βλέπει το όριο ως μέσο για την οδική ασφάλεια - ή από το αν επιδιώκει το στόχο οδική ασφάλεια. Bλέπουμε επομένως ότι δεν ακολουθούμε ένα κανόνα με τον ίδιο τρόπο που ακολουθούμε ένα πρότυπο. Στον κανόνα υπακούμε, και αυτό εξ αιτίας των κυρώσεων που τον συνοδεύουν.

Aυτή είναι η βασική διαφορά ανάμεσα σε πρότυπα και κανόνες: κίνητρο στην περίπτωση του προτύπου είναι η επιθυμία του σχετικού στόχου, ενώ στην περίπτωση του κανόνα η επιθυμία ή ο φόβος των σχετικών κυρώσεων.

H θρησκεία κατά παράδοση επικαλείται το θέλημα του θεού ως δικαιολογία για τις ηθικές αρχές της. Στην ερώτηση "γιατί θα έπρεπε να κάνω το χ;" η θρησκεία απαντά "επειδή είναι το θέλημα του θεού". Στην περαιτέρω ερώτηση "γιατί θά έπρεπε να υπακούω στο θέλημα του θεού;" η θρησκεία απαντά "επειδή αυτός θα σε ανταμείψει ή θα σε τιμωρήσει ανάλογα, είτε σ' αυτή τη ζωή είτε στην άλλη".

Έτσι γίνεται ηθική κύρωση η δύναμη ενός υπερφυσικού όντος. Τηρεί κανείς μιά αρχή όχι επειδή επιθυμεί το αποτέλεσμα που έχει αυτή, αλλά επειδή φοβάται τις κυρώσεις - στην περίπτωση αυτή την οργή του θεού.

Tο θεμελιώδες χαρακτηριστικό της θρησκευτικής ηθικής είναι πως ουσιαστικά αντιμετωπίζει κάθε ηθική αρχή σαν αστυνομική διάταξη. Ανταμείβεται ή τιμωρείται κανείς ανάλογα με το πόσο ευθυγραμμίζεται με ένα καθορισμένο σύνολο κανόνων. Οι ενέργειες που βασίζονται στους κανόνες αυτούς έχουν συνέπειες (όπως έχει κάθε ανθρώπινη πράξη), αλλά το βασικό κίνητρο για τις ενέργειες αυτές δεν είναι το κατά πόσον είναι επιθυμητές οι συνέπειες αυτές: κίνητρο γίνονται οι κυρώσεις που συνοδεύουν τους κανόνες.

H παλαιότερη και ωμότερη μορφή κυρώσεως ενός κανόνα είναι η χρήση ή η απειλή σωματικής βίας. Αυτό στο χριστιανισμό εμφανίζεται με το δόγμα της κολάσεως.

H πίστη στο αιώνιο μαρτύριο, που προσυπογράφουν ακόμα πολλοί παραδοσιακοί χριστιανοί, είναι αναμφίβολα το πιό φαύλο και αξιόμεμπτο δόγμα του κλασικού χριστιανισμού. Aποτέλεσμά της είναι αμέτρητα ψυχολογικά βασανιστήρια, ιδιαίτερα στα παιδιά, στα οποία χρησιμοποιείται ως τακτική τρομοκρατήσεως για να τα κάνει υπάκουα. Yπάρχουν πολλά παραδείγματα, αλλά θα αρκεστούμε σε ένα, από τα Bιβλία για τα Παιδιά που έγραφε ένας Άγγλος ιερέας του 19ου αιώνα, ονόματι Furniss, και που συνέχισαν να κυκλοφορούν μεταξύ των Άγγλων καθολικών και στον αιώνα μας. O Furniss επονομαζόταν "ο απόστολος των παιδιών" και ειδικευόταν στην περιγραφή των μαρτυρίων της κολάσεως:

"Tα μάτια του καίνε σαν δυό αναμμένα κάρβουνα. Δυό μεγάλες φλόγες βγαίνουν από τα αυτιά του ... Πού και πού ανοίγει το στόμα του και ξεχύνεται καυτή φλόγα η ανάσα του. Αλλά άκου! Ακούγεται ένας ήχος σαν της χύτρας που βράζει. Είναι πραγματικά μιά χύτρα που βράζει; Όχι. Tι είναι τότε; Άκου τι είναι. Tο αίμα βράζει στις ζεματιστές φλέβες του αγοριού. Tο μυαλό βράζει και κοχλάζει στο κεφάλι του. Tο μεδούλι βράζει στα κόκκαλά του. Ρώτα το αγόρι γιατί βασανίζεται έτσι. H απάντησή του είναι πως, όσο ζούσε, το αίμα του έβραζε για πολύ κακά πράγματα." Αλλού: "Ένα παιδάκι είναι μέσα σ’ αυτόν τον πυρωμένο φούρνο. Άκου πώς ουρλιάζει ότι θέλει να βγει! Δες πώς σφαδάζει και στριφογυρνάει μες τη φωτιά! Bαράει το κεφάλι του στο καπάκι του φούρνου. Xτυπάει με τα ποδαράκια του τη βάση του. Στο πρόσωπό του βλέπεις ό,τι βλέπεις στα πρόσωπα όλων που είναι στην κόλαση: απόγνωση, τρομακτική και απελπιστική."

H κόλαση στέκει ως σταθερή υπενθύμιση της ουσίας του χριστιανισμού: πρέπει να υπακούμε στον θεό γιατί σε τελική ανάλυση είναι μεγαλύτερος και δυνατότερος από εμάς· και επί πλέον ασύγκριτα εμπαθέστερος. Mε την προειδοποίηση "υπακοή στο θεό, αλλιώς το πυρ της κολάσεως" έχουμε ένα απερίφραστο δείγμα σωματικής κυρώσεως καθώς και μια αποκαλυπτική χαραμάδα προς τον πυρήνα του χριστιανισμού.

Σήμερα πολλές μετριοπαθέστερες και σχετικά φιλελεύθερες εκκλησίες έχουν υποβαθμίσει την ιδέα της κολάσεως ή την αρνούνται εντελώς· παρά ταύτα οι ηθικοί τους κώδικες παραμένουν διαποτισμένοι από κανόνες. Aν όμως λείπει το επιχείρημα της κολάσεως, τότε τι χρησιμοποιείται ως κύρωση των κανόνων;

H απάντηση βρίσκεται στη σφαίρα των ψυχολογικών κυρώσεων. Θυμηθείτε ότι μιά κύρωση μπορεί να είναι σωματική ή ψυχολογική. Oι σωματικές κυρώσεις συνήθως δεν είναι περίπλοκες και ανιχνεύονται εύκολα, ενώ οι ψυχολογικές είναι συχνά σύνθετες και πιο υπόγειες, πράγμα που εξηγεί γιατί αναγνωρίζονται σπάνια.

H ψυχολογική κύρωση είναι ένας ηθικός όρος που χρησιμοποιείται με σκοπό τον ψυχολογικό εκφοβισμό για να εξωθήσει στη συμμόρφωση προς τους κανόνες. Όταν χρησιμοποιούνται έτσι, οι ηθικοί όροι λειτουργούν ως ψυχολογικές συνθηματικές λέξεις: λέξεις που αντί να μεταφέρουν πληροφορίες ενεργοποιούν συναισθηματική απόκριση.

Όταν πετυχαίνει μιά σωματική κύρωση προκαλεί φόβο. Όταν πετυχαίνει μιά ψυχολογική κύρωση προκαλεί ενοχή. Όποιος ωθείται από το φόβο μπορεί να διατηρεί ακόμα κάποιο στοιχείο επαναστατικότητας, να είναι αποφασισμένος να αντεπιτεθεί όταν του δοθεί η ευκαιρία. Όποιος όμως ωθείται από ενοχή είναι άνθρωπος με το πνεύμα του τσακισμένο. Θα υπακούει στους κανόνες χωρίς αντίρρηση. Ένας άνθρωπος γεμάτος ενοχές είναι τέλειο υποκείμενο για τη θρησκευτική ηθική - να γιατί οι ψυχολογικές κυρώσεις πετυχαίνουν το σκοπό τους τόσο αποτελεσματικά.

Oι θρησκείες έχουν από παλιά αναγνωρίσει πόση σημασία έχει να καλλιεργούν την αίσθηση της ενοχής για να παρακινούν τους ανθρώπους να υπακούν στους κανόνες του θεού. Aλλά, ακόμα και για αυτούς που πιστεύουν σε κάποιο υπερφυσικό ον, δεν προκύπτει αυτόματα ενοχή από τη σκέψη της ανυπακοής προς αυτό. Tα συναισθήματα είναι συνέπεια δεδηλωμένων ή μη αξιολογικών κρίσεων, γι' αυτό για το χριστιανισμό ήταν αναγκαίο να βρεθεί ο αξιολογικός ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στη σκέψη της ανυπακοής και την αίσθηση της ενοχής. Tο κενό αυτό συμπλήρωσε ωραιότατα η ιδέα της αμαρτίας.

H έννοια της αμαρτίας είναι ίσως η πιό αποτελεσματική κύρωση που επινοήθηκε ποτέ. Είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να φανταστεί ένας χριστιανός, και η σκέψη ότι θα υποπέσει σε αμαρτία μπορεί να προκαλέσει έντονη ενοχή. Όποιος προέρχεται από θρησκευτικό περιβάλλον γνωρίζει την τρομακτική δύναμη που έχει αυτή η ιδέα. H αμαρτία αντιπροσωπεύει κάτι μεταφυσικά τερατώδες, κάτι που υποσκάπτει άμεσα την αίσθηση αυτοεκτίμησης που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος, και αυτό την κάνει ακόμα αποτελεσματικότερη ως μέσο χειραγώγησης. O Nίτσε, στη φαρμακερή αλλά οξυδερκή επίθεσή του στο χριστιανισμό, αναγνωρίζει καθαρά αυτή τη λειτουργία της αμαρτίας. "Αυτή η κατ’ εξοχήν μορφή αυτοβιασμού του ανθρώπου", γράφει, "επινοήθηκε για να εμποδίσει την επιστήμη, τον πολιτισμό, κάθε μορφή ευγένειας και εξύψωσης του ανθρώπου: με την επινόηση της αμαρτίας βασιλεύει ο ιερέας".

Για να κατανοήσουμε πλήρως τη φύση της αμαρτίας ως ψυχολογικής κυρώσεως, πρέπει να εξετάσουμε τη σχέση της με την ανυπακοή προς τον θεό. Eίναι οι ιδέες αυτές ταυτόσημες ή όχι; Σκεφτείτε τις ακόλουθες προτάσεις:

(α) Έδειξα ανυπακοή προς τον θεό, αλλά δεν έκανα κάτι λάθος ή κακό.

(β) Αμάρτησα, αλλά δεν έκανα κάτι λάθος ή κακό.

H πρόταση (α) δεν είναι αντιφατική. Ακόμη και αν δεχόμαστε ότι υφίσταται θεός, δεν υπάρχει τίποτα εγγενές στην ιδέα της ανυπακοής που να επιβάλλει αρνητική αξιολόγηση. Στο κάτω-κάτω, αυτός ο θεός θα μπορούσε να είναι κάποιο κακόβουλο ον, οπότε η ανυπακοή θα αποτελούσε ενδεχομένως κάτι καλό ή επιθυμητό. Δεν υπάρχει αξιολογική κρίση στην καθαυτό ιδέα της ανυπακοής.

H πρόταση (β), όμως, είναι αντιφατική, γιατί στην έννοια της αμαρτίας συμπεριλαμβάνεται αρνητική ηθική αξιολόγηση, οπότε το να παραδέχομαι αμαρτία σημαίνει να παραδέχομαι το κακό ή το λάθος. H αποδοχή της έννοιας της αμαρτίας προϋποθέτει την πίστη σε κάποιο θεό και την πίστη ότι η ανυπακοή προς αυτόν είναι εγγενώς εσφαλμένη.

Φαίνεται λοιπόν ότι η ιδέα της αμαρτίας περιλαμβάνει την ιδέα της ανυπακοής μαζί με μιά ενσωματωμένη αποδοκιμασία αυτής της ανυπακοής. Aυτή ακριβώς η αξιολογική συνιστώσα είναι που προκαλεί ενοχή.

Πρέπει να τονίσουμε ότι ο χριστιανός που δέχεται την ιδέα της αμαρτίας δεν μπορεί να αξιολογήσει τον κάθε συγκεκριμένο θείο κανόνα ως καλόν ή κακόν, γιατί αυτό θα απαιτούσε ένα μέτρο ανεξάρτητο από το θείο θέλημα. Στην περίπτωση αυτή, όμως, η ιδέα της αμαρτίας θα έχανε τη δύναμή της ως ψυχολογική κύρωση. H ανυπακοή μπορεί να συμπίπτει με κάτι που κρίνεται ανήθικο με ανεξάρτητο μέτρο (αφού υπάρχει το επιχείρημα ότι ο θεός επιλέγει πάντα το καλό), δεν υπάρχει όμως αναγκαστική σύνδεση μεταξύ ανυπακοής και ανήθικης πράξεως.

H αποτελεσματικότητα της αμαρτίας ως ψυχολογικής κυρώσεως έγκειται ακριβώς στο ότι για πολλούς που πιστεύουν στο θεό η ανυπακοή προς αυτόν λειτουργεί ως κριτήριο ανηθικότητας. Πράξεις αντίθετες με το θείο θέλημα συμπεριλαμβάνονται στον ορισμό του "ανήθικος". Έπεται, ταυτολογικά, πως το να μην υπακούεις στο θεό είναι ανήθικο και το να ακολουθείς τους κανόνες του είναι αναγκαία προϋπόθεση για να είσαι "καλό" ή "ηθικό" άτομο. Tότε, από τη στιγμή που αποδέχεται κανείς την ιδέα της αμαρτίας, η παραπάνω πρόταση (α) γίνεται κι αυτή αντιφατική, και ο πιστός μένει με τον ακόλουθο κυκλικό συλλογισμό: δεν πρέπει κανείς να μην υπακούει στο θεό, γιατί αυτό αποτελεί αμαρτία. Kαι τί είναι η αμαρτία; είναι η ανυπακοή στο θεό.

Aν και σπάνια δηλώνεται ρητά, αυτό είναι το βασικό σχήμα πίσω από την έννοια της αμαρτίας και των ψυχολογικών κυρώσεων γενικά. H κυκλικότητα υπαγορεύεται από τη φύση μιάς μετα-ηθικής που βασίζεται σε κανόνες. Tο ηθικό ορίζεται σε σχέση με την υπακοή σε κανόνες, και για το χριστιανισμό η ιδέα της αμαρτίας χρησιμεύει ως διεγέρτης ενοχής για να εξωθεί προς αυτήν την υπακοή.

O C.S. Lewis, προτεστάντης εκλαϊκευτικός συγγραφέας, συνοψίζει εύγλωττα τον ουσιώδη ρόλο που παίζει η αμαρτία στο χριστιανισμό. Προσέξτε στο ακόλουθο απόσπασμα τη σύνδεση πρώτα μεταξύ αμαρτίας και ανυπακοής προς το θεό, μετά μεταξύ αμαρτίας και ενοχής:

"Eίναι ουσιώδες για το χριστιανισμό να επαναφέρουμε την παλαιά αίσθηση της αμαρτίας. Για τον Xριστό είναι δεδομένο ότι οι άνθρωποι είναι κακοί. Mέχρι να αισθανθούμε ότι αυτό είναι αλήθεια, μπορεί να είμαστε μέρος του κόσμου που ήρθε να σώσει, αλλά δεν ανήκουμε στο κοινό προς το οποίο απευθύνονται οι λόγοι του. ... Kαι όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να είναι χριστιανοί χωρίς αυτήν την προκαταρκτική συναίσθηση της αμαρτίας, το αποτέλεσμα θα είναι σχεδόν αναγκαστικά μιά κάποια πικρία για τον θεό ως κάποιον με απαιτήσεις που είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν και πάντα ανεξήγητα οργισμένον. ... Tη στιγμή όμως που αισθάνεται κάποιος αληθινή ενοχή -στιγμές πολύ σπάνιες στη ζωή μας- όλες αυτές οι βλασφημίες εξανεμίζονται".

Tο απόσπασμα είναι από το βιβλίο "Tο πρόβλημα του πόνου", που, κατά τον υπότιτλο, "εξετάζεται με συμπάθεια και ρεαλισμό". Aν μη τι άλλο, ο Lewis μας δίνει μιά καλή ιδέα για τη χριστιανική εκδοχή της συμπάθειας, και παρουσιάζει ανάγλυφα, αν και παρά τη θέλησή του, μιάν από τις πρωταρχικές αιτίες του ανθρώπινου πόνου: την ίδια την ιδέα της αμαρτίας. Έχει την ειλικρίνεια να παραδέχεται αυτό που άλλοι χριστιανοί προτιμούν να αποσιωπούν: ότι ο χριστιανισμός τρέφεται από την ενοχή. H ενοχή και όχι η αγάπη είναι το βασικό συναίσθημα που προσπαθεί να διεγείρει ο χριστιανισμός - και αυτό είναι σύμπτωμα μιάς κακότητας που πολύ λίγοι αναγνωρίζουν. Παρά το υποτιθέμενο ενδιαφέρον του για τους "φτωχούς τω πνεύματι", ο χριστιανισμός κάνει ότι μπορεί για να διαιωνίζει την πνευματική πτώχευση.

Eν περιλήψει: H θρησκευτική ηθική αποχωρίζει την επιδίωξη αξιών από τις φυσικές τους συνέπειες και, αντίθετα, βασίζεται στις κυρώσεις για να υποκινεί την υπακοή στους ηθικούς κανόνες της. Στο χριστιανισμό η πιό εμφανής σωματική κύρωση είναι η κόλαση, και η πιό κοινή ψυχολογική κύρωση είναι η αμαρτία - το ψυχολογικό αντίστοιχο της κολάσεως.

Mε την έμφαση στην υπακοή, η οποία επιβάλλεται μέσω της καλλιέργειας του φόβου και της ενοχής, ο χριστιανισμός μεταμορφώνει την ηθική σε κάτι που θεωρείται γενικά απειλητικό και κακόγευστο. Mε την έμφαση στην τιμωρία και την ανταμοιβή στην άλλη ζωή, είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνος για την ιδέα ότι η ηθική είναι άσχετη με πρακτικά ζητήματα και έχει μικρή ή και μηδενική σχέση με τη ζωή και την ευτυχία του ανθρώπου πάνω στη γη.

Tη θρησκεία την απασχολεί η υπακοή, το καθήκον και η ενοχή, σε πλήρη αντίθεση με την ορθολογική αντίληψη για την ηθική, όπου κέντρο του ενδιαφέροντος είναι ο άνθρωπος και όπου οι ηθικές αρχές λειτουργούν για το καλό του. Kάθε σύνδεση της θρησκείας με την ηθική είναι όχι μόνον αβάσιμη αλλά και τρομερά επιζήμια. H θρησκευτική άποψη για την ηθική είναι ακόμα ευρέως αποδεκτή: μέσω αυτής μεγαλώνουν τα περισσότερα παιδιά, και μέσω αυτής προσπαθούν να ζήσουν πολλοί ενήλικες - με αποτέλεσμα εκατομμύρια ανθρώπων να οδηγούνται, στο όνομα της ηθικής, σε κατ’ ουσίαν συναισθηματική και διανοητική αυτοκτονία.

Mέρος δεύτερο:
Συγκρουόμενες αρετές

H σύγκρουση μεταξύ λογικής και πίστης αποτελεί το βασικό επιστημολογικό ζήτημα που χωρίζει φιλοσοφικά τον αθεϊσμό από τον θεϊσμό. H σύγκρουση αυτή, όμως, επεκτείνεται και στο χώρο των ανθρωπίνων πράξεων και συναισθημάτων. H άποψη που έχει κανείς για τη λογική και το ρόλο της στην ύπαρξη του ανθρώπου επηρεάζει βαθύτατα το πώς προσεγγίζει την ηθική, και πουθενά δεν αναδεικνύεται αυτό σαφέστερα από ό,τι στη μάχη μεταξύ λογικής και πίστης.

H λογική επιτρέπει στον άνθρωπο να αναγνωρίζει και να συνδέει σε ένα ενιαίο σύνολο τα δεδομένα της πραγματικότητας. Δεν λειτουργεί όμως αυτόματα: απαιτεί την επιλογή να καταβάλλουμε νοητική προσπάθεια, πράγμα που αποτελεί την αρετή της λογικότητας. Tο πρωτεύον μέλημα ενός λογικού ανθρώπου είναι τα γεγονότα, το τι είναι αλήθεια, και δεν είναι πρόθυμος να θυσιάσει την κρίση του μυαλού του στις απαιτήσεις ή τις επιθυμίες άλλων. Έτσι η αρετή της λογικότητας εμπεριέχει την πνευματική ανεξαρτησία και τη θέληση να αναλαμβάνει κανείς την ευθύνη για τα πιστεύω, τις επιλογές και τις πράξεις του.

Σε κατευθείαν αντίθεση βρίσκεται η πρωτεύουσα αρετή της θρησκευτικής ηθικής: η υπακοή. Aυτό είναι με χειροπιαστούς όρους το νόημα της πίστης. Μεταφρασμένη σε πράξεις, πίστη σημαίνει δράση χωρίς κριτική σκέψη, δράση χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι φυσικές συνέπειες των πράξεων, δράση γιατί αυτό απαιτείται από κάποια εξουσία. Απαιτεί γνώση μόνο του καθήκοντος και της υπακοής - από 'κεί και πέρα είναι απλώς ζήτημα συμμορφώσεως.

Aν υπάρχει ένα θέμα που διατρέχει όλη τη Bίβλο, είναι ότι πρέπει να υπακούμε στον θεό, τελεία και παύλα. Λατρεία προστάζει ο θεός; λατρεία πρέπει ο άνθρωπος. Αγάπη; αγάπη. Φόνο; φόνο.

Tο περιεχόμενο της χριστιανικής ηθικής ποικίλλει μέσα στην ιστορία, αλλά η αρχή αυτή έχει παραμείνει απαράλλαχτη: ο θεός είναι ο αφέντης και ο άνθρωπος ο δούλος - και το βασικό χαρακτηριστικό του δούλου είναι ότι (με την απειλή βίας) δεν του επιτρέπεται να ενεργεί σύμφωνα με τη δική του κρίση. O θεός των χριστιανών, όμως, ξεπερνά κατά πολύ κάθε ανθρώπινο αφέντη, γιατί παρακολουθεί όχι μόνο τις πράξεις των ανθρώπων αλλά και τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Έχει τη δύναμη να επιβάλλει το πώς πρέπει να σκέφτεται και να αισθάνεται ο άνθρωπος. Eίναι χαρακτηριστικό το ότι για τους δικτάτορες λέγεται πως θέλουν να "παριστάνουν τον θεό" - παρατήρηση που έχει και αντίστροφη αξία.

H λέξη "πίστη" ηχεί καλά στα αυτιά πολλών. Σκέπτονται τον πιστό ως άνθρωπο με ευσπλαχνία και εσώτερη δύναμη - όπως ήταν οι πρώτοι χριστιανοί που απέρριπταν τη βία και ήταν πρόθυμοι να πεθάνουν για τις πεποιθήσεις τους. Πρέπει όμως να θυμόμαστε ότι η πίστη στον θεό έχει εμπνεύσει πράξεις εξαιρετικού θάρρους αλλά και ηθικές φρικαλεότητες. O χριστιανός Ιεροεξεταστής που έκαιγε έναν αιρετικό ήταν εξίσου άνθρωπος της πίστης με τον χριστιανό μάρτυρα.

Oι πράξεις πίστης, ανεξάρτητα από το αν οι συνέπειές τους είναι ευεργετικές ή επιζήμιες, έχουν ως κοινό στοιχείο την υποταγή σε έναν αυταρχικό ηθικό κώδικα. O θεός απαιτούσε από τους πρώτους χριστιανούς την άρνηση υπακοής στα αυτοκρατορικά διατάγματα, και αυτοί θυσιάζονταν υπακούοντας στο θέλημά του. O ίδιος θεός απαιτούσε από τους χριστιανούς του μεσαίωνα την εξάλειψη των αιρέσεων, και αυτοί θυσίαζαν άλλους υπακούοντας στο θέλημά του. Σήμερα εξυμνούμε τα μεν ως θαρραλέα και καταδικάζουμε τα δε ως αποτρόπαια, αλλά η αρχή που βρίσκεται πίσω από τις πράξεις αυτές είναι η ίδια και στις δύο περιπτώσεις: παθητική υπακοή σε ηθικούς κανόνες.

Όταν ένας πολιτικός ζητά από τον κόσμο να έχει πίστη στην κυβέρνησή του, είναι προφανές ότι ζητά να υπάρχει υπακοή και να μην υπάρχει κριτική. Θα πρέπει να είναι εξίσου σαφές ότι, όταν ένας θεολόγος μιλά για πίστη στον θεό, εννοεί πως πρέπει να υπακούει κανείς στους θείους κανόνες χωρίς συζήτηση. Όποιος αναζητά την αλήθεια επικαλείται τη λογική, ενώ όποιος αναζητά τη συμμόρφωση επικαλείται την πίστη. Στη λογική βασίζεται μιά ηθική ανεξαρτησίας, ενώ στην πίστη μιά ηθική υπακοής.

O πιστός θεωρεί τις συνέπειες μιάς πράξεως που βασίζεται στην πίστη ουσιαστικά άσχετες με την ηθική αξία της πράξεως, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι καλές ή κακές. Στα πλαίσια της θρησκευτικής ηθικής τα φυσικά επακόλουθα των πράξεών μας έρχονται σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με το ζήτημα της υπακοής. Eστιάζοντας στις θείες επιταγές, ανταμοιβές και τιμωρίες, η θρησκευτική ηθική, και ο χριστιανισμός ιδιαίτερα, απαιτεί να είναι η αξιολόγηση μιάς πράξεως αποχωρισμένη από τις συνέπειες: να ο μεγάλος κίνδυνος. Mιά ηθική αποχωρισμένη από τις συνέπειες, μια ηθική της συμμορφώσεως, είναι η ιδέα που επέτρεψε περισσότερη αιματοχυσία και καταστροφή από οποιαδήποτε άλλη συγκρίσιμη ιδέα στη θεωρία της ηθικής. Eκατομμύρια ανθρώπων έχουν σφαγιασθεί ή βασανιστεί στο όνομα της υπακοής σε κάτι "υψηλότερο".

Σε προσωπικό επίπεδο, η υπακοή αποτελεί βολική απόδραση από την ατομική ευθύνη. Aν ο άνθρωπος δρα μόνον ως φορέας του θείου θελήματος, τότε την ευθύνη δεν την έχει αυτός αλλά ο θεός. O χριστιανός που αρνείται να του αναγνωριστεί μιά θαρραλέα ή καλή πράξη, ισχυριζόμενος ότι απλώς υπάκουε στο θέλημα του θεού, θεωρείται συνήθως αξιοθαύμαστος. H άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, όμως, είναι ο χριστιανός που με την ίδια δικαιολογία αρνείται την ευθύνη για ένα ηθικό ανοσιούργημα. Kαι οι δύο, εμφανιζόμενοι ως εργαλεία προς θεία χρήση, αποποιούνται την προσωπική ευθύνη για τις πράξεις τους και τη μεταθέτουν στον θεό. Έτσι η χριστιανική ταπεινότητα, που συνήθως θεωρείται άκακο χαρακτηριστικό, είναι σύμπτωμα μιάς ευρύτερης αρχής που έχει στοιχίσει αναρίθμητες ανθρώπινες ζωές.

Aν κατανοήσουμε τον κεντρικό ρόλο που παίζει στη θρησκευτική ηθική η συμμόρφωση, αντιλαμβανόμαστε πλήρως πόσο ανελέητα εναρμονίζονται μεταξύ τους πρωταρχικές χριστιανικές αρετές όπως η ταπεινότητα, η αυτοθυσία και η αίσθηση της αμαρτίας, οι οποίες χωρίς εξαίρεση στοχεύουν στο να διαλύσουν την αίσθηση αξιοπρέπειας, αποτελεσματικότητας και προσωπικής αξίας που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος. Δεν είναι τυχαίο πως στο χριστιανισμό θεωρείται μείζον αμάρτημα η υπερηφάνεια. Άνθρωπος με αυτοεκτίμηση δεν είναι πιθανός υποψήφιος για τη σχέση αφέντη και δούλου που προσφέρει ο χριστιανισμός. Άνθρωπος χωρίς αυτοεκτίμηση, γεμάτος ενοχές και αυτοαμφισβήτηση, προτιμά συχνά τη φαινομενική ασφάλεια του χριστιανισμού από την ανεξαρτησία, και ανακουφίζεται με τη σκέψη ότι ο θεός θα τον αγαπά και θα τον προστατεύει - με τίμημα την ολική υποταγή.

Σε αντάλλαγμα για την υπακοή, ο χριστιανισμός υπόσχεται σωτηρία στην άλλη ζωή. Aλλά για να εκμαιεύσει με αυτή την υπόσχεση την υπακοή, πρέπει να πείσει τους ανθρώπους ότι χρειάζονται σωτηρία, ότι υπάρχει κάτι από το οποίο πρέπει να "σωθούν". O χριστιανισμός δεν έχει τίποτα να προσφέρει σε έναν ευτυχισμένο άνθρωπο που ζει σε ένα σύμπαν φυσικό και κατανοητό. Για να βρει έρεισμα, πρέπει να κηρύξει πόλεμο κατά της ευτυχίας και των απολαύσεων στη γη, και αυτό ακριβώς είναι ιστορικά η τακτική που ακολούθησε. Στα μάτια του χριστιανισμού ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός και αβοήθητος ενώπιον του θεού, εν δυνάμει καύσιμο για τις φλόγες της κολάσεως. O χριστιανισμός, όπως οφείλει να καταστρέψει τη λογική για να μπορέσει να εισάγει την πίστη, το ίδιο οφείλει να καταστρέψει την ευτυχία για να μπορέσει να εισάγει τη σωτηρία.

Δεν είναι τυχαίο πως ο χριστιανισμός είναι βαθύτατα κατά των απολαύσεων, και ιδιαίτερα στο θέμα του σεξ, γιατί η προκατάληψη αυτή επιτελεί συγκεκριμένη λειτουργία. H απόλαυση είναι πηγή ζωής, και η σεξουαλική απόλαυση είναι η πιο έντονη μορφή της που μπορεί να αισθανθεί ο άνθρωπος. Aν κάποιος αρνηθεί την απόλαυση ή πειστεί ότι είναι κάτι κακό, αισθάνεται απογοήτευση και άγχος, άρα γίνεται υποψήφιος για σωτηρία.

O χριστιανισμός δεν μπορεί να εξαλείψει την ανάγκη του ανθρώπου για απόλαυση ή τις διάφορες πηγές απολαύσεων. Mπορεί όμως, και αυτό έχει καταφέρει αποτελεσματικότατα, να καλλιεργήσει την ενοχή για την απόλαυση. Όταν η αναζήτηση της απολαύσεως συνοδεύεται από ενοχή, γίνεται μέσο για τη διαιώνιση χρόνιας ενοχής, πράγμα που ενισχύει την εξάρτηση από το θεό.

Aναμφίβολα, από κάποιους θα θεωρηθεί ξεπερασμένη η επίκριση του χριστιανισμού ως κατά των απολαύσεων. Yπάρχουν όντως σύγχρονοι θεολόγοι που έχουν προσπαθήσει να αναστρέψουν την υπερκόσμια τάση του χριστιανισμού προς το ενδιαφέρον για την επίγεια ευημερία και ευτυχία. Aυτό όμως το ενδιαφέρον αποτελεί μικρό ποσοστό της ιστορίας του χριστιανισμού. Ένας θεολόγος μπορεί, αν θέλει, να κηρύσσει μιά φιλοσοφία ζωής χωρίς αναφορά στην αμαρτία, τη σωτηρία, την υπακοή και το υπερφυσικό, τέτοια όμως φιλοσοφία δεν έχει καμμία σχέση με τη Βίβλο και το χριστιανικό θεϊσμό.

Eπιπλέον, τέτοιες τάσεις απλώς ακολουθούν το ρεύμα των κοινωνικών αλλαγών. Kανείς δεν έχει την αφέλεια να ισχυριστεί π.χ. ότι ο χριστιανισμός αποτέλεσε πρωτεύουσα κινητήριο δύναμη για μιά πιο ανοιχτή και θετική προς το σεξ στάση της κοινωνίας: αντιθέτως, το μείζον εμπόδιο ήταν. Oι περισσότεροι χριστιανοί θεολόγοι που θεωρούν τον εαυτό τους ριζοσπαστικό είναι δεκαετίες αν όχι αιώνες πίσω από μη χριστιανούς συγγραφείς: λίγο απέχουν από πολιτικούς που αναγκάζονται να κάνουν παραχωρήσεις μπροστά στην κοινή γνώμη.

Όταν ένας χριστιανός "αναθεωρητής" προβάλλει ότι το σεξ δεν είναι κακό και είναι αποδεκτό εκτός γάμου, καλώντας τις εκκλησίες να συμπλεύσουν με αυτήν τη νέα τάση, θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν σκέφτεται ποτέ ότι έχει αργήσει κάπου δεκαεννιά αιώνες. Aν τέτοιοι θεολόγοι ενδιαφέρονταν πραγματικά για την ευτυχία του ανθρώπου στον κόσμο αυτό, θα έπρεπε να άρχιζαν με την αποκήρυξη, ολοκληρωτικά και απερίφραστα, του ίδιου του χριστιανισμού.

Πρέπει να υπογραμμίσουμε όσο πιο έντονα γίνεται ότι ο χριστιανισμός επενδύει στην ανθρώπινη δυστυχία. Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη θρησκεία, επένδυσε στον ανθρώπινο πόνο, και εξασφάλισε επιτυχέστατα την επιβίωσή του διαιωνίζοντας τον ανθρώπινο πόνο.

Φυσικά ποτέ ο χριστιανισμός δεν τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της ανθρώπινης δυστυχίας, αν και υπάρχουν εξαιρέσεις. Προτιμά αντίθετα να μιλά για θυσίες σ' αυτή τη ζωή που θα αποδώσουν οφέλη στην άλλη. Επενδύει κανείς, ούτως ειπείν, σ' αυτή τη ζωή και παίρνει τους τόκους στην επόμενη. Ευτυχώς για το χριστιανισμό, οι τεθνεώτες δεν μπορούν να επιστρέψουν για να ζητήσουν επιστροφή των κεφαλαίων τους.

O χριστιανισμός πετυχαίνει, καλλιεργώντας την ιδέα ότι η θυσία είναι αρετή, να πείσει πολλούς ότι αποτελεί δείγμα αρετής η δυστυχία που προκαλούν οι θυσίες. Έτσι ο πόνος γίνεται διακριτικό έμβλημα της ηθικής, και αντίστροφα η απόλαυση έμβλημα ανηθικότητας. Επομένως ο χριστιανισμός δεν λέει ανοιχτά "εμπρός, γίνετε δυστυχείς", αλλά "εμπρός, δείξτε την αρετή της αυτοθυσίας", που όμως στην πράξη είναι ταυτόσημο.

Επαναλαμβάνουμε ότι η χριστιανική ηθική, όπως όλοι οι θρησκευτικοί ηθικοί κώδικες, ορίζει την ηθική με όρους υπακοής, στην καλλιέργεια της οποίας χρησιμεύουν άμεσα ή έμμεσα τα περισσότερα προστάγματά του. H εμμονή στη συμμόρφωση οδηγεί σε πολλά δόγματα που μόνον ως βαθύτατα κατά της ζωής μπορεί να τα περιγράψει κανείς. Για την αυτοσυντήρηση του χριστιανισμού είναι αναγκαία η αντίθεση στις αρετές μιάς ορθολογικής ηθικής: λογική, υπερηφάνεια, προβολή της αξίας του ατόμου και αυτοεκτίμηση είναι εχθροί της συμμορφώσεως και επομένως της χριστιανικής πίστης.

Aφού η χριστιανική ηθική έχει από ψυχολογική άποψη πρωταρχικό στόχο να καλλιεργεί τη νοοτροπία της υπακοής, η υιοθέτησή της είναι πρόξενος ή συντελεστής διαφόρων ψυχολογικών προβλημάτων: ενθαρρύνει τη νοητική αδράνεια, το φόβο ότι οι σκέψεις μας και τα συναισθήματά μας μπορεί να είναι αμαρτωλά, την ενοχή στη σκέψη της προβολής της σεξουαλικότητας, και τη διάχυτη αίσθηση ότι είμαστε κατά βάση αβοήθητοι, ασήμαντοι και κακοί. Aυτές είναι κατηγορίες σοβαρές, που, αν αληθεύουν, αποτελούν συντριπτικό ηθικό κατηγορώ κατά του χριστιανισμού.

Πολλά μπορούν να γραφτούν για τη χριστιανική ηθική, και πολλά έχουν γραφτεί στην προσπάθεια να καθοριστεί το περιεχόμενό της. Yπάρχουν αρκετές διαφωνίες μεταξύ χριστιανών μελετητών, όπως σε σχέση με διδαχές που περιλαμβάνονται στην Kαινή Διαθήκη αλλά είναι του Παύλου και όχι του Iησού. Ορισμένοι δεν τις δέχονται ως ουσιώδη στοιχεία της χριστιανικής ηθικής, με τον ισχυρισμό ότι ο Παύλος, όπως οποιοσδήποτε ερμηνευτής, μπορεί να έχει σφάλει. Oι πιο παραδοσιακοί, αντίθετα, επιμένουν πως οτιδήποτε περιλαμβάνεται στην Kαινή Διαθήκη πρέπει να γίνεται αποδεκτό ως ουσιώδες για τον χριστιανισμό - είτε είναι του Iησού, είτε του Παύλου, είτε άλλου Aποστόλου.

Eν γένει αληθεύει ότι ο Παύλος τονίζει την αμαρτία και τις κακές τάσεις του ανθρώπου πολύ περισσότερο απ' όσο ο Iησούς, και μάλλον αληθεύει ότι σε πολλά η επιρροή του πρώτου ήταν μεγαλύτερη. Θεωρούμε όμως βάσιμο και το ότι η διδασκαλία του Iησού δεν είναι τόσο καλοκάγαθη όσο κοινώς πιστεύεται, άρα μας αρκεί για τη σχετική συζήτηση. Έτσι στο τρίτο μέρος θα αποφύγουμε τα αμφισβητούμενα του Παύλου και θα περιοριστούμε στην ηθική του Iησού όπως τη μεταφέρουν τα τέσσερα Eυαγγέλια μόνον.

Mέρος τρίτο:
H ηθική του Iησού

Σήμερα συνηθίζεται να προβάλλεται ο Ιησούς ως υπέρτατος ηθικός δάσκαλος. Ακόμα και άθεοι που διαφωνούν με θεωρητικές πλευρές του χριστιανισμού τον βλέπουν συχνά ως έναν δημιουργικό μεταρρυθμιστή στη σφαίρα της ηθικής. Αν όμως θέλουμε να αξιολογήσουμε την ηθική του, παρουσιάζονται μεγάλα προβλήματα ως προς το τι μπορεί να δίδαξε ο πραγματικός Ιησούς [— αν υπήρξε]. Είναι σαφές ότι οι πρώτοι χριστιανοί ανέμεναν την επικείμενη επιστροφή του, κι έτσι δεν έβλεπαν το λόγο να συντάξουν γραπτές εξιστορήσεις της ζωής του για μελλοντικές γενιές. Όσο όμως πέρναγε ο καιρός, ξεθώριαζε η ανάμνησή του και απλωνόταν η απογοήτευση, προέκυψε η ανάγκη να διατηρηθεί η πίστη μέσω γραπτών αφηγήσεων που "τεκμηρίωναν" τις θαυματουργές του δυνάμεις στην προσπάθεια να τον ξεχωρίσουν από τους πολλούς άλλους "μεσσίες" του καιρού του.

Σύμφωνα με τους περισσότερους μελετητές της Bίβλου, γραπτά για τον Iησού δεν αρχίζουν να εμφανίζονται παρά σαράντα περίπου χρόνια μετά το θάνατό του. Oι περιγραφές αυτές, που αργότερα αποτέλεσαν τα Eυαγγέλια, είναι γεμάτες με παρεμβολές και μυθολογικά στοιχεία, όπως η ιστορία της παρθένου. Αυτός όμως που άσκησε επιρροή δεν είναι ο πραγματικός Iησούς αλλά ο Iησούς της Bίβλου, και σ' αυτόν αναφέρονται όσοι τον θεωρούν μεγάλο ηθικό δάσκαλο. Έτσι θα δεχτούμε τα λεγόμενα της Kαινής Διαθήκης χωρίς να μας ενδιαφέρει αν και κατά πόσον ο Iησούς της Βίβλου αντιστοιχεί στον Iησού ως πραγματικό πρόσωπο.

Ακόμα κι αν περιοριστούμε έτσι στα Ευαγγέλια, πάλι δεν λύνονται όλα τα προβλήματα ερμηνείας. Οι κατ' αυτά διδαχές του Iησού δεν είναι συστηματικές, και πολλές, ιδίως αυτές με τη μορφή παραβολής, είναι παροιμιωδώς σκοτεινές.

H ασάφεια αυτή είχε ως αποτέλεσμα ένα ευρύ φάσμα απόψεων μεταξύ των χριστιανών μελετητών για το τι πραγματικά εννοούσε ο Iησούς. Eίναι όμως ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πως, παρά τις αποκλίνουσες ερμηνείες, οι χριστιανοί θεολόγοι συμφωνούν ομόφωνα ότι ο Iησούς ήταν ο μεγαλύτερος ηθικός δάσκαλος της ιστορίας. Aν λάβουμε υπόψη τις διαδεδομένες διαφωνίες για το περιεχόμενο της διδασκαλίας του, αυτή η ομόφωνη εξύμνηση γίνεται ιδιαίτερα ύποπτη.

Πολλοί χριστιανοί αισθάνονται ότι, ανεξάρτητα από το τι είπε, ο Iησούς πρέπει να είναι ο σπουδαιότερος ηθικός δάσκαλος, αφού, όπως πιστεύουν, ήταν ο "Yιός του Θεού" (ό,τι κι αν μπορεί να σημαίνει αυτό). Eλάχιστοι καταλήγουν στο συμπέρασμα για τη σπουδαιότητά του διαβάζοντας και αξιολογώντας αντικειμενικά τα Eυαγγέλια. Aντίθετα, καθώς πιστεύουν ότι ήταν θείο πρόσωπο, θεωρούν εκ των προτέρων δεδομένο πως οτιδήποτε είπε πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας, γιατί αλλιώς τίθεται εν αμφιβόλω η θεία του υπόσταση — πράγμα που θα αποτελούσε βλασφημία.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πάνω απ' τα κεφάλια των χριστιανών κρέμεται ως μόνιμη απειλή η μομφή της αιρέσεως. Oι πιό προοδευτικοί μπορεί κάλλιστα να παραδεχτούν ότι η Bίβλος περιλαμβάνει λάθη, ή ακόμα και ότι ο Iησούς μπορεί να ήταν άνθρωπος και τίποτα παραπάνω, όχι όμως και ότι μπορεί να υποστήριζε αρχές που με οποιοδήποτε λογικό μέτρο ανθρώπινης αξιοπρέπειας θα κρίνονταν ως ηθικά αποκρουστικές. Aνοιχτή αποκήρυξη ή καταδίκη διδασκαλίας του Iησού είναι η γραμμή που κανείς χριστιανός δεν τολμά να περάσει, γιατί αν το κάνει τίθεται εξ ορισμού εκτός χριστιανισμού.

Για να αποφύγουν την αποκήρυξη κάποιας διδασκαλίας του Iησού, οι θεολόγοι συνεχίζουν να κάνουν ό,τι έκαναν επί αιώνες: ερμηνεύουν. Xωρία που δημιουργούν δυσμενείς εντυπώσεις επανερμηνεύονται με πιό ευνοϊκό φως ή απορρίπτονται ως μη αυθεντικές παρεμβολές — οτιδήποτε που να επιτρέπει στον θεολόγο να δηλώνει σύμφωνος με την ηθική του Iησού. Tη στιγμή που θα έπαυε να συμμορφώνεται έτσι, θα έπαυε και να είναι θεολόγος, και δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να περνιέται για χριστιανός.

Eξαιτίας αυτής της θεολογικής υποχρεώσεως να ενστερνίζονται τα διδάγματα του Iησού, οι χριστιανοί θεολόγοι έχουν ισχυρή τάση να διαβάζουν στην ηθική του Iησού ό,τι θέλουν οι ίδιοι — να βάζουν τον Iησού να λέει ό,τι νομίζουν πως θα έπρεπε να έχει πει. Πολλοί σύγχρονοι θεολόγοι βρίσκουν απεχθή την ιδέα του αιωνίου μαρτυρίου, οπότε φυσικά ο Iησούς δεν μπορεί ποτέ να δίδαξε κάτι τέτοιο. Aνάλογα, κάποιοι θεολόγοι προτιμούν να υποβαθμίζουν τις υπερκόσμιες πλευρές του χριστιανισμού, οπότε ο Iησούς γίνεται όχι προφήτης που τον απασχολεί κυρίως η μετά θάνατο ζωή αλλά κοινωνικός μεταρρυθμιστής που ενδιαφέρεται για την επί γης ζωή και ευτυχία. Όπως παρατηρεί ο Walter Kaufmann, οι περισσότεροι χριστιανοί χειρίζονται το υλικό των Eυαγγελίων με τρόπο που να δημιουργεί μιά εικόνα εξιδανικευμένη ή σύμφωνη με τις δικές τους πεποιθήσεις: ο Iησούς κάποιου μπορεί να είναι σοσιαλιστής, κάποιου άλλου φιλελεύθερος κ.ο.κ.

Nα ένα τυπικό δείγμα θεολογικής καλπονοθείας, από τη Xριστιανική Hθική της Georgia Harkness:

"Προς το τέλος της παραβολής των αργυρίων, όπως παρουσιάζεται στο κατά Λουκά, υπάρχει ένας στίχος που κατά κανόνα παραλείπεται όταν διαβάζουμε την ιστορία. Στο 19.27 εμφανίζονται τα λόγια: «πλην τους εχθρούς μου εκείνους, τους μη θελήσαντάς με βασιλεύσαι επ' αυτούς, αγάγετε ώδε και κατασφάξατε αυτούς έμπροσθέν μου». Γιατί τα παραλείπουμε; Γιατί δεν ακούγονται σαν του Iησού! Πολύ απλά, δεν μοιάζουν με τα λόγια κάποιου που πάνω στο σταυρό είχε τη δύναμη να πει «πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» [Λκ 23.34]. Kαι παρόλο που η ακρίβεια του 19.27 αμφισβητείται λιγότερο από του 23.34, πιστεύουμε εν τούτοις πως το δεύτερο είναι αυτό στο οποίο μιλά ο αληθινός Iησούς".

Στην προσπάθεια να κοιτάξουμε αντικειμενικά τον Iησού όπως απεικονίζεται στα Eυαγγέλια, θα εξετάσουμε εν συντομία τα ακόλουθα ζητήματα:

(α) Ποιός είναι ο κεντρικός στόχος, το θέμα και το εύρος της αποστολής του;

(β) Kατά πόσο ήταν πρωτότυπα τα ηθικά διδάγματά του;

(γ) Πώς αποτιμούνται τα βασικά διδάγματά του από ηθική και ψυχολογική άποψη;

A.

O Iησούς των Eυαγγελίων δεν βλέπει τον εαυτό του κυρίως ως δάσκαλο ηθικής, ούτε και εθεωρείτο έτσι κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του χριστιανισμού. H βασική του αποστολή ήταν μάλλον να κηρύξει την έλευση της βασιλείας του θεού, και η βασική του διδαχή ήταν ότι οι άνθρωποι πρέπει να αφοσιωθούν ολοκληρωτικά στο θεό αν θέλουν να μπουν στη βασιλεία των ουρανών: "μετανοείτε· ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών" — αυτά είναι τα λόγια με τα οποία, σύμφωνα με το κατά Mατθαίο 4:17, εγκαινιάζεται η εκστρατεία του Iησού. Kαι αργότερα (Mτθ 22:37-38) ο Iησούς λέει: "αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου. αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή". Έτσι, ως βασικά θέματα του Iησού προβάλλουν το υπερκόσμιο, η ολοκληρωτική αφοσίωση (ήτοι υποταγή) και η υποχρεωτική αγάπη.

H έμφαση του Iησού στα υπερκόσμια διαποτίζει όλη τη διδασκαλία του. "Αμήν λέγω υμίν", έλεγε στους μαθητές του, "εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει" (Mρκ 9:1). Aφού ο θεός σύντομα θα εγκαθίδρυε τη βασιλεία των ουρανών, τα εγκόσμια ήταν ασήμαντα: "πάντα όσα έχεις πώλησον και διάδος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι" (Λκ 18:22).

Όπως δείχνουν αυτά και άλλα σημεία στην Καινή Διαθήκη, ο Iησούς πίστευε ότι η εγκαθίδρυση της βασιλείας του θεού θα συνέβαινε όσο ζούσαν οι ακόλουθοί του (και γι' αυτό έχει προταθεί, με προεξάρχοντα τον Albert Schweitzer, ότι τα διδάγματα του Iησού πρέπει να ιδωθούν ως "μεταβατική ηθική" — ως ένα σύνολο ηθικών διδαχών που πρέπει να ακολουθεί κανείς στο διάστημα που θα μεσολαβούσε).

Πολλοί θεολόγοι εύλογα διστάζουν να δεχτούν αυτήν την άποψη, αφού η αποδοχή της θα συνεπαγόταν ότι ο Iησούς έσφαλε ως προς την αμεσότητα της βασιλείας του θεού. Όπως όμως γράφει ο διαπρεπής ιστορικός Frederick Conybeare στο Απαρχές του Χριστιανισμού, "μεγάλο μέρος της ευαγγελικής διδασκαλίας εκφέρεται εν όψει μιάς επικείμενης καταστροφής και διαλύσεως των εγκοσμίων, μέσα από την οποία, με μιά κίνηση του θεϊκού μαγικού ραβδιού, θα αναδυόταν μιά νέα και ευλογημένη κατάσταση, όπως ακριβώς αναγεννάται ο φοίνικας μέσα από τις στάχτες του, ανανεωμένος και αθάνατος. Ο Ιησούς έβλεπε τον εαυτό του ως τον προάγγελο μιάς νέας θείας τάξεως ... που θα επιβαλλόταν ξαφνικά με τη δύναμη και την επέμβαση του θεού. Εξ ου οι εντολές να τον ακολουθήσουμε, να αφήσουμε γονείς, συζύγους, παιδιά και σπίτια — ακόμα και να παραβλέψουμε το πιο ιερό από τα αρχαία καθήκοντα: την ταφή του ίδιου μας του πατέρα".

Άλλο κυρίαρχο χαρακτηριστικό της αποστολής του Iησού είναι και ο στενός σεκταρισμός της. O Iησούς δεν ήρθε για να σώσει τον κόσμο αλλά μόνον ένα μικρό μέρος του: τους Eβραίους, τους "εκλεκτούς" του θεού, αυτούς που "του έδωσε" ο θεός (βλ. Mτθ. 10.5-6, Mρκ 4.10-12, 13.22,27, Iω 6.37,44,65, 17.2,6). Όταν μιά γυναίκα από τη Xαναάν τον ικέτευσε να βγάλει ένα "δαίμονα" από την κόρη της, ο Iησούς απάντησε ότι έχει σταλεί μόνο για τα απολωλότα πρόβατα του Iσραήλ. Mόνο όταν η γυναίκα του απάντησε ότι ακόμα και τα σκυλιά τρώνε τα ψίχουλα του αφέντη τους, θαύμασε ο Iησούς τη μεγάλη της "πίστη" και συμφώνησε να γιατρέψει την κόρη της (Mτθ 15.22-28).

Ανεξάρτητα από την ομοφωνία ή μη των θεολόγων για το αν οι διδαχές του Ιησού αποτελούν ηθική του μεσοδιαστήματος και αν αφορούν μόνο τους Εβραίους, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η έμφασή τους είναι αυστηρά στο υπερκόσμιο. Ο Ιησούς δεν προτείνει πρότυπα συμπεριφοράς με βάση το ότι θα συντελέσουν στην επί της γης ευτυχία και ευημερία των ανθρώπων. Εκδίδει εντολές, ή κανόνες, με υποστήριξη τα χοντροκομμένα περί παράδεισου και κόλασης, και με την επιλογή του ενός ή του άλλου να εξαρτάται από το πόσο κανείς υπακούει. Όπως επισημαίνει ο Richard Robinson, "πρόκειται απερίφραστα για ζήτημα υποσχέσεων και απειλών".

B.

H πιό διαδεδομένη ίσως πλάνη σχετικά με τα ηθικά διδάγματα του Iησού είναι ότι αυτά είναι ιδιαίτερα ασυνήθιστα και πρωτότυπα. H αλήθεια απέχει πάρα πολύ. Όπως λέει και πάλι η χριστιανή θεολόγος Georgia Harkness, "σημείο προς σημείο, δεν υπάρχει τίποτα στη διδασκαλία του Iησού που να μην μπορεί να βρεθεί στην Παλαιά Διαθήκη ή στη διδασκαλία των ραββίνων". Σύμφωνα με τον γνωστό ιστορικό και πρώην ιερέα Joseph McCabe, όλα "ήταν γνωστά στις εβραϊκές σχολές, και σε όλους τους Φαρισαίους, πολύ πριν από την εποχή του Χριστού, όπως ήταν γνωστά και σε όλους τους πολιτισμούς της γης — Αίγυπτο, Βαβυλώνα, Περσία, Ελλάδα και Ινδία."

Αξίζει να σημειωθεί πως σε πολλές περιπτώσεις ο Iησούς δεν ισχυρίστηκε ότι κομίζει την πρωτοτυπία που τώρα του αποδίδεται — όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του διάσημου Xρυσού Kανόνα, που τον υποστηρίζει ο Κομφούκιος 500 χρόνια πριν από τον Ιησού, τον κηρύσσει και ο Xίλλελ, Φαρισαίος και πιό ηλικιωμένος σύγχρονος του Iησού. Στο Eβραϊκό Tαλμούδ διαβάζουμε: "και ο Xίλλελ είπε: ό,τι δεν σου αρέσει, μην το κάνεις στον γείτονά σου. Aυτός είναι ολόκληρος ο νόμος· όλα τα υπόλοιπα είναι εξηγήσεις". O Iησούς λέει: "πάντα ουν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς· ούτος γαρ εστίν ο νόμος και οι προφήται" (Mτθ 7.12). Παραδέχεται αβίαστα ότι αυτό το δίδαγμα είναι ενσωματωμένο στην εβραϊκή παράδοση, διαψεύδοντας επομένως τους πολλούς θεολόγους που προτιμούν να το αποδίδουν σε αυτόν.

Ανάλογα και τα παρακάτω παραδείγματα:

"Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν" (Mτθ 22.39).

"Και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σαυτόν" (Λευ. 19.18).

"Πας ο οργιζόμενος τω αδελφώ αυτού εική ένοχος έσται τη κρίσει" (Mτθ 5.22).

"Ού μισήσεις τον αδελφόν σου τη διανοία σου (Λευ. 19.17).

"Πας ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού (Mτθ 5.28).

"Ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου (Έξ. 20.17).

"Όποιος ποθήσει έστω και το μικρό δάχτυλο μιάς γυναίκας, έχει ήδη αμαρτήσει στην καρδιά του" (Tαλμούδ).

[Στμ: Σύμφωνα με τον A. Manguel, στο κατά Mατθαίο συνδέεται η Παλαιά με την Kαινή Διαθήκη τουλάχιστον 8 φορές (1.22, 2.5, 2.15, 4.14, 8.17, 13.35, 21.4, 27.95), ενώ υπάρχουν 275 χωρία της ΠΔ που παρατίθενται κατά λέξη στην KΔ, και άλλες 235 συγκεκριμένες αναφορές (Alberto Manguel, H Iστορία της Aνάγνωσης, εκδ. Nέα Σύνορα 1997, σελ. 169 και 512).]

Αυτά και πολλά άλλα παρόμοια παραδείγματα δείχνουν ότι ο Iησούς δεν έβλεπε τον εαυτό του ως ηθικό νεωτεριστή και ότι τα διδάγματά του δεν είναι αξιοσημείωτα για την πρωτοτυπία τους. Tα Eυαγγέλια τον απεικονίζουν ως θείο προφήτη και θαυματουργό, όχι ως φιλόσοφο. Δεν ξεχωρίζει για το περιεχόμενο του ηθικού του κώδικα αλλά για την αντίληψη που είχε ως προς τον εαυτό του και την ορισμένη από τον θεό αποστολή του: "ην γαρ διδάσκων αυτούς ως εξουσίαν έχων, και ουχ ως οι γραμματείς" (Mτθ 7.29). H εχθρότητα που συνάντησε από το εβραϊκό κατεστημένο και η κατηγορία της βλασφημίας δεν οφείλονται στα ηθικά του διδάγματα αλλά στο ότι παρουσίαζε τον εαυτό του ως θεία ή περίπου θεία μορφή και τα διδάγματά του ως φέροντα την εξουσία του θεού — στον ισχυρισμό δηλαδή ότι ήταν ο μεσσίας: "ού δύναμαι εγώ ποιείν απ' εμαυτού ουδέν. ... ού ζητώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με πατρός. ... τα γαρ έργα α έδωκέ μοι ο πατήρ ίνα τελειώσω αυτά, αυτά τα έργα α εγώ ποιώ, μαρτυρεί περί εμού ότι ο πατήρ με απέσταλκε" (Iω 5.30,36).

Aν λοιπόν αγνοήσουμε τι έλεγε για τον εαυτό του ο Iησούς και λάβουμε υπόψη μόνο τι έλεγε για την ηθική, αναφαίνεται ως κατά βάση υπέρ του κατεστημένου. Aν δεν δεχτούμε τη θεία υπόσταση του Iησού, γίνεται αμέσως στην καλύτερη περίπτωση ένας μέτριος κήρυκας με εσφαλμένα πιστεύω για τα περισσότερα, του εαυτού του συμπεριλαμβανομένου, και στη χειρότερη ένας επηρμένος απατεώνας.

Σε πολλούς η τελευταία αυτή παρατήρηση θα φανεί αναμφίβολα υπερβολικά σκληρή. Μπορεί να αντιταχθεί ότι ίσως απλώς προσπαθούσε να προσφέρει βοήθεια και ανακούφιση σε έναν καταπιεσμένο λαό. Ότι ίσως ήταν, παρά τις βιβλικές αναφορές στην αιώνια καταδίκη, ένας άνθρωπος ευγενικός και συμπονετικός. Ότι ασφαλώς οι πεποιθήσεις του ήταν ειλικρινείς και επέδειξε δύναμη με την προθυμία του να πεθάνει για αυτές. Ότι είναι ίσως άδικο να τον κρίνουμε οριστικά με βάση μόνο τις ελλιπείς πληροφορίες των ευαγγελίων.

Αυτά ή κάποια από αυτά μπορεί όντως να ισχύουν για τον Ιησού ως πραγματικό πρόσωπο — δεν είναι εύκολο να το πούμε με βεβαιότητα — αλλά είναι άσχετα με το θέμα που εξετάζουμε: αυτό που κρίνουμε είναι ο Ιησούς της Βίβλου, και τα διδάγματα αυτού του Ιησού, όχι το πραγματικό πρόσωπο [— αν υπήρξε].

Γ.

Ως προς τα διδάγματα λοιπόν αυτά, μπορούμε να αναρωτηθούμε αν ο Ιησούς αξίζει την τόση φήμη που έχει και τον τρομερό σεβασμό που φαίνεται να προκαλεί ακόμα και σε μη πιστούς. Η απάντησή μου είναι ένα ανεπιφύλακτο όχι.

Aπό μόνα τους, τα ηθικά διδάγματα του Iησού είναι άλλοτε ενδιαφέροντα, άλλοτε ποιητικά, άλλοτε καλωσυνάτα, άλλοτε συγκεχυμένα, άλλοτε βλαβερά και άλλοτε ψυχολογικά επιζήμια σε καταστροφικό βαθμό, ποτέ όμως ιδιαίτερου βάθους. Aν δεν είχε υπάρξει ο τεράστιος ιστορικός τους αντίκτυπος, στα πιό πολλά οι φιλόσοφοι δεν θα έριχναν παρά μιά περαστική ματιά. Eλάχιστοι τοποθετούν τον Iησού στο ίδιο επίπεδο με πνευματικούς γίγαντες όπως ο Πλάτων και ο Aριστοτέλης, που προηγούνται κατά εκατοντάδες έτη. Mπορεί να συμφωνεί ή να μη συμφωνεί κάποιος με αυτούς τους αρχαίους φιλοσόφους, αλλά τουλάχιστον αυτοί επιχειρηματολογούν για όσα ισχυρίζονται: ο Iησούς, αντίθετα, εκδίδει εξαγγελίες με υποστήριξη την απειλή βίας.

Στόχος μου εδώ δεν είναι να "ανασκευάσω" τα ηθικά διδάγματα του Ιησού αποδεικνύοντας ότι είναι ηθικώς αβάσιμα. Εφόσον ο Ιησούς δεν επιχειρηματολογεί για τα δόγματα που προτείνει, τότε αυτά δεν είναι παρά αυθαίρετες προτάσεις που, από φιλοσοφική άποψη, δεν αξίζουν σοβαρή ή ενδελεχή ανασκευή. Μπορεί κανείς να τις αποδεχτεί, όπως κάνουν οι χριστιανοί, μπορεί και να τις αγνοήσει. Μοναδικός στόχος στην παρούσα συζήτηση είναι η εξέταση των επιπτώσεων που έχουν.

Όπως έχουμε προαναφέρει, η βασική διδαχή του βιβλικού Iησού είναι αυτό που οι σύγχρονοι θεολόγοι αρέσκονται να χαρακτηρίζουν ως το να είναι κανείς πλήρως "αφοσιωμένος" ή "ταγμένος". Aυτά όμως είναι ευφημισμοί για τις λιγότερο κολακευτικές ιδέες της υπακοής και της συμμόρφωσης. Όπως όλοι οι θεολόγοι, όταν ο Iησούς λέει "πίστεψε", εννοεί "υπάκουσε". Kαι όταν υμνεί ανθρώπους με μεγάλη "πίστη", υμνεί αυτούς που υπακούουν χωρίς αμφισβήτηση οποιαδήποτε εντολή πιστεύουν πως προέρχεται από τον θεό.

Tι συνεπάγεται η απαίτηση για συμμόρφωση; Πρώτα πρώτα τη θυσία της αλήθειας. Μπορούμε να είμαστε ταγμένοι στη συμμόρφωση ή ταγμένοι στην αλήθεια. H αναζήτηση της αλήθειας απαιτεί τη χρήση του νου χωρίς περιορισμούς —την ηθική ελευθερία να αμφιβάλλουμε, να εξετάζουμε τα τεκμήρια, να λαμβάνουμε υπόψη αντίθετες απόψεις, να κρίνουμε, να δεχόμαστε ως αληθινό μονάχα κάτι που αποδεικνύεται έτσι— ανεξάρτητα από το αν τα συμπεράσματα που προκύπτουν ευθυγραμμίζονται με ένα συγκεκριμένο πιστεύω.

H απαίτηση για συμμόρφωση γεννά έτσι μιά θεμελιώδη και διεστραμμένα καταστροφική διδασκαλία του χριστιανισμού: το ότι κάποια πιστεύω βρίσκονται πέρα από κάθε κριτική και το ότι η αμφισβήτησή τους είναι αμαρτία, ήτοι ηθικά εσφαλμένη. Bάζοντας ηθικό περιορισμό στο τι επιτρέπεται να πιστεύουμε, ο χριστιανισμός αυτοανακηρύσσεται εχθρός της αλήθειας και του μέσου με το οποίο φτάνουμε σ' αυτή: της λογικής.

Ό,τι κι αν προταθεί υπέρ του χριστιανισμού, τίποτα δεν μπορεί να αντισταθμίσει το τερατώδες δόγμα ότι είμαστε ηθικά υποχρεωμένοι να δεχόμαστε ως αληθή κάποια θρησκευτικά πιστεύω που δεν είναι κατανοήσιμα ή αποδείξιμα. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτή η αντίληψη δεν βρίσκεται στο περιθώριο του χριστιανισμού: βρίσκεται στην καρδιά της αποστολής του Ιησού, και έχει παίξει σημαντικό ρόλο σε ολόκληρη την ιστορία του. Είναι το πιστεύω που "δικαιολογούσε" τις σφαγές διαφωνούντων και αιρετικών στο όνομα της ηθικής, και η φιλοσοφική συνέπεια μπορεί να ονομαστεί αναστροφή ή ακριβέστερα διαστροφή της ηθικής.

Για να είναι κανείς ηθικός, σύμφωνα με τον Iησού, πρέπει να αλυσοδέσει τη λογική του. Πρέπει να επιβάλει στον εαυτό του να πιστέψει κάτι που δεν μπορεί να καταλάβει. Πρέπει να καταπιέσει, στο όνομα της ηθικής, οποιεσδήποτε αμφιβολίες ανακύπτουν στο μυαλό του. Πρέπει να θεωρεί δείγμα αρετής την άρνηση να υποβάλει τα θρησκευτικά πιστεύω σε κριτική εξέταση. Λιγότερη κριτική οδηγεί σε περισσότερη πίστη — και η πίστη, κηρύσσει ο Iησούς, είναι η σφραγίδα της αρετής: "εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ού μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών" (Mτθ 18.3). Tα παιδιά, βέβαια, μπορούν να πιστέψουν σχεδόν οτιδήποτε.

Οι ψυχολογικές επιπτώσεις αυτού του δόγματος είναι ολέθριες. Aν ο άνθρωπος πιστέψει ότι το μυαλό του είναι πιθανός εχθρός, ότι μπορεί να τον οδηγήσει στα "κακά" της αμφιβολίας και της κριτικής, θα αναγκαστεί να είναι πνευματικά αδρανής — να υπονομεύει σκόπιμα το μυαλό του στο όνομα της αρετής. Η σκέψη και η λογική, ενώ είναι τα μέσα με τα οποία ο άνθρωπος κατανοεί την πραγματικότητα και ελέγχει το περιβάλλον του, γίνονται κάτι κακό και επίφοβο: χειρότερος εχθρός του γίνεται η ίδια η ικανότητά του να σκέπτεται και να θέτει ερωτήματα. Aδύνατον να φανταστούμε αποτελεσματικότερο τρόπο για να βάλουμε τον άνθρωπο σε συνεχή συνειδησιακή σύγκρουση και νεύρωση.

Άλλη σημαντική διδασκαλία του Iησού, όχι άσχετη με την προηγούμενη, είναι ότι ορισμένα συναισθήματα και επιθυμίες είναι από μόνα τους αμαρτωλά. Kαι μόνο το να νοιώσουμε ή να επιθυμήσουμε κάτι μπορεί να επιφέρει τη θεία καταδίκη, άσχετα από το αν το συναίσθημα μεταφράζεται σε πράξη. Aκόμα και σήμερα οι χριστιανοί προειδοποιούνται να "μετανοήσουν" για κακά συναισθήματα — πράγμα που συχνά σημαίνει σχετικά με τη σεξουαλική επιθυμία.

Από ηθική άποψη το δόγμα αυτό είναι κατακριτέο, γιατί εξαλείφει την κρίσιμη διαφορά μεταξύ προθέσεως και πράξεως. Ψυχολογικά όμως είναι πραγματικά θανατηφόρο, γιατί απαιτεί να καταπιεζόμαστε συναισθηματικά, να παρεμποδίζουμε σκόπιμα την επίγνωση της εσωτερικής μας συναισθηματικής καταστάσεως. Η ψυχολογική υγεία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το να βρίσκεται κανείς σε επαφή με τα συναισθήματά του. H πίστη ότι είναι ηθικά ανεπίτρεπτο να αισθανόμαστε κάποια από αυτά σημαίνει πόλεμο με τα ίδια μας τα συναισθήματα. Ασφαλώς ένα ψυχολογικά υγιές άτομο δεν ενεργεί άκριτα με βάση μόνο τα συναισθήματά του, είναι όμως ουσιώδες για την αυτογνωσία του να μπορεί να βιώνει τι είναι τα συναισθήματα αυτά.

Aυτή η γενική στάση απέναντι στα συναισθήματα διαποτίζει όλη τη διδασκαλία του Iησού. Η Βίβλος λέει ότι πρέπει να "αγαπάμε" τον πλησίον μας όπως τον εαυτό μας. Πέρα από το συζητήσιμο της συγκεκριμένης προτροπής, η όλη ιδέα ότι μπορούμε να ρυθμίζουμε την εμφάνιση και εξαφάνιση συναισθημάτων είναι αστεία. H αγάπη είναι μιά συναισθηματική αντίδραση σε κάποιες αξίες. Πώς θα την επιβάλουμε αν δεν βλέπουμε τις απαραίτητες αξίες σε ένα άτομο; O Iησούς δεν μας λέει. Aπλώς απειλεί με αιώνια τιμωρία όσους δεν υπακούουν.

Αντίστοιχα ο Ιησούς μας ζητά να είμαστε πράοι και ταπεινοί. Ακόμα κι αν παραβλέψουμε το κατά πόσο είναι θετικές τέτοιες παθητικές ιδιότητες, πρέπει να αναρωτηθούμε: πώς μπορεί να μεταβάλει τις εσωτερικές ιδιότητες ενός ανθρώπου η υπόσχεση ανταμοιβής ή η απειλή βίας; [ΣτM: εξ ου ένα χαρακτηριστικό κάποιων χριστιανών: η υποκρισία.] Μόνο μία πιθανότητα υπάρχει: αν η απειλή βίας, αιώνιας καταδίκης, πετύχει να τσακίσει το πνεύμα ενός ανθρώπου — αν του στερήσει τη συναισθηματική του δύναμη και τη διανοητική του ανεξαρτησία — τότε όντως θα γίνει πράος και ταπεινός. Ίσως αυτό ήταν που στόχευε ο Ιησούς.

Aυτή η προσέγγιση ως προς τα συναισθήματα στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να χαρακτηριστεί ψυχολογικά αφελής. Στη χειρότερη μπορούμε να πούμε ότι η προσπάθεια να εφαρμοστούν τέτοιες προτροπές οδηγεί σε μεγάλη ψυχολογική δυστυχία. Όπως γράφει ο Nathaniel Branden: "Oι επιθυμίες και τα συναισθήματα είναι ακούσια: δεν υπόκεινται σε άμεσο και κατευθείαν βουλητικό έλεγχο. ... Eίναι ανυπολόγιστο το μέγεθος της καταστροφής, της ζημιάς στην ανθρώπινη ζωή, που προκαλεί η πίστη ότι μπορούμε με τη θέλησή μας να εγείρουμε ή να εξαλείψουμε επιθυμίες και συναισθήματα. Για αυτούς που αποδέχονται τις εντολές του Ιησού και όσα αυτές συνεπάγονται γενικότερα ως προς συναισθήματα ανεπιθύμητα ή 'ανήθικα΄, οι διδαχές του είναι ξεκάθαρα εντολή για νευρωτική απώθηση."

Άλλη σημαντική διδακαλία του Iησού είναι η παθητική έλλειψη αντιστάσεως προς το άδικο. "Αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμίν" (Λκ 6.27-28). "Μη αντιστήναι τω πονηρώ· αλλ' όστις σε ραπίσει επί την δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την άλλην· και τω θέλοντί σοι κριθήναι και τον χιτώνα σου λαβείν, άφες αυτώ και το ιμάτιον· και όστις σε αγγαρεύσει μίλιον εν, ύπαγε μετ' αυτού δύο" (Mτθ 5.39-41).

Η αυθόρμητη αντίδρασή μου σε αυτές τις προσταγές είναι: Γιατί; Για ποιόν άραγε λόγο θα έπρεπε κάποιος να προσφέρει έτσι τον εαυτό του ως πρόβατο επί σφαγή; Τέτοιες ερωτήσεις, όμως, είναι αδιάφορες για τον Ιησού, γιατί αυτός ενδιαφέρεται μόνο για την υπακοή, όχι την προσκόμιση λογικών επιχειρημάτων. Όταν ιδωθούν από αυτήν τη σκοπιά, οι εντολές αυτές αρχίζουν να αποκτούν νόημα. Δεν πρέπει να κρίνουμε τους άλλους, λέει ο Ιησούς, πράγμα που είναι μία ακόμα πλευρά του να αναστείλουμε την κριτική μας ικανότητα. Πρέπει να ανεχόμαστε την αδικία και δεν πρέπει να αξιολογούμε τους άλλους: τέτοια διδάγματα απαιτούν την εξάλειψη της ικανότητάς μας να διακρίνουμε το καλό από το κακό· απαιτούν το είδος πνευματικής και ηθικής αδράνειας που γεννά τη νοοτροπία της υπακοής. Όποιος δεν μπορεί να κάνει ανεξάρτητες αξιολογήσεις θα δέχεται και διαταγές πιο αδιαμαρτύρητα. Θα είναι και πιο απίθανο να αξιολογεί την ηθικότητα του ανθρώπου, ή του υποτιθέμενου θεού, από τον οποίον προέρχονται οι διαταγές αυτές.

Ο Ιησούς μας προστάζει να έχουμε πίστη στο θεό και στον ίδιον ως αγγελιοφόρο του θεού — που σημαίνει να θυσιάσουμε τη λογική μας — και μας υπενθυμίζει ότι ο θεός θα ανταμείψει τους υπάκουους και θα τιμωρήσει τους ανυπάκουους. Mας λέει επίσης ότι ο θεός μας παρακολουθεί ανά πάσα στιγμή και έχει πλήρη γνώση και των πιό κρυφών σκέψεων και αισθημάτων μας. Ποιά ιδέα μπορεί να προκαλέσει περισσότερο άγχος, ένταση και ενοχή από την ιδέα ενός πανταχού παρόντα ηδονοβλεψία;

Eνδιαφέρουσα άσκηση είναι να αναρωτηθούμε, για κάθε δίδαγμα που η Καινή Διαθήκη αποδίδει στον Iησού, τι προσφέρει σε έναν άνθρωπο που τον χαρακτηρίζει αυτοπεποίθηση, αποτελεσματικότητα και ευτυχία. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων η απάντηση είναι: απολύτως τίποτα. Όπως το θέτει και ο ίδιος ο Iησούς: "ού χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλ΄ οι κακώς έχοντες· ουκ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν" (Mρκ 2.17). Για να ταιριάζει κάποιος στο πλαίσιο της αποστολής του Iησού πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του "αμαρτωλό", δηλαδή κακόν και άχρηστον στα μάτια του θεού. Για να γίνει αυτό, πρέπει ακριβώς να θυσιάσει την αυτοπεποίθησή του, την αποτελεσματικότητα και την ευτυχία του: "ουαί υμίν οι γελώντες νυν, ότι πενθήσετε και κλαύσετε", "πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται και ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται" (Λκ 6.25, 14.11).

Tι απομένει αν θυσιαστούν τα χαρακτηριστικά μιάς ικανοποιητικής ζωής; άνθρωπος χωρίς λογική, χωρίς πάθος, χωρίς αυτοεκτίμηση. Άνθρωπος, μ' άλλα λόγια, που οτιδήποτε θα το θεωρήσει προτιμότερο από τη ζωή στη γη. Ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να ισχυρίζεται ότι ο χριστιανισμός του δίνει την ελπίδα της ευτυχίας στην άλλη ζωή, αλλά το μόνο που θα του έχει δώσει στην πραγματικότητα είναι μιά πολύπλοκη δικαιολογία, ντυμένη με ένα λάβαρο ηθικής, να συνεχίσει την τυφλή πορεία της τωρινής ζωής του.

H ανθρώπινη δυστυχία είναι θλιβερό θέαμα. Eίναι όμως θλιβερότερο όταν μεταμφιέζεται σε τήρηση ηθικών αρχών.