Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας (422-456)

ΑΓ. τούτῳ μὲν οὕτως εὐτυχεῖν δοῖεν θεοί·
Καπανεὺς δ᾽ ἐπ᾽ Ἠλέκτραισιν εἴληχεν πύλαις,
γίγας ὅδ᾽ ἄλλος, τοῦ πάρος λελεγμένου
425 μείζων, ὁ κόμπος δ᾽ οὐ κατ᾽ ἄνθρωπον φρονεῖ,
πύργοις δ᾽ ἀπειλεῖ δείν᾽, ἃ μὴ κραίνοι τύχη·
θεοῦ τε γὰρ θέλοντος ἐκπέρσειν πόλιν
καὶ μὴ θέλοντός φησιν, οὐδὲ τὴν Διὸς
Ἔριν πέδοι σκήψασαν ἐμποδὼν σχεθεῖν
430 τὰς δ᾽ ἀστραπάς τε καὶ κεραυνίους βολὰς
μεσημβρινοῖσι θάλπεσιν προσῄκασεν·
ἔχει δὲ σῆμα γυμνὸν ἄνδρα πυρφόρον,
φλέγει δὲ λαμπὰς διὰ χερῶν ὡπλισμένη·
χρυσοῖς δὲ φωνεῖ γράμμασιν "Πρήσω πόλιν."
435 τοιῷδε φωτὶ πέμπε—τίς ξυστήσεται,
τίς ἄνδρα κομπάζοντα μὴ τρέσας μενεῖ;
ΕΤ. καὶ τῷδε κόμπῳ κέρδος ἄλλο τίκτεται.
τῶν τοι ματαίων ἀνδράσιν φρονημάτων
ἡ γλῶσσ᾽ ἀληθὴς γίγνεται κατήγορος.
440 Καπανεὺς δ᾽ ἀπειλεῖ, δρᾶν παρεσκευασμένος,
θεοὺς ἀτίζων, κἀπογυμνάζων στόμα
χαρᾷ ματαίᾳ θνητὸς ὢν εἰς οὐρανὸν
πέμπει γεγωνὰ Ζηνὶ κυμαίνοντ᾽ ἔπη·
πέποιθα δ᾽ αὐτῷ ξὺν δίκῃ τὸν πυρφόρον
445 ἥξειν κεραυνόν, οὐδὲν ἐξῃκασμένον
μεσημβρινοῖσι θάλπεσιν τοῖς ἡλίου.
ἀνὴρ δ᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ, κεἰ στόμαργός ἐστ᾽ ἄγαν,
αἴθων τέτακται λῆμα, Πολυφόντου βία,
φερέγγυον φρούρημα, προστατηρίας
450 Ἀρτέμιδος εὐνοίαισι σύν τ᾽ ἄλλοις θεοῖς.
λέγ᾽ ἄλλον ἄλλαις ἐν πύλαις εἰληχότα.

ΧΟ. ὄλοιθ᾽ ὃς πόλει μεγάλ᾽ ἐπεύχεται, [ἀντ. α]
κεραυνοῦ δέ νιν βέλος ἐπισχέθοι,
πρὶν ἐμὸν ἐσθορεῖν δόμον, πωλικῶν θ᾽
455 ἑδωλίων ‹μ᾽› ὑπερκόπῳ
δορί ποτ᾽ ἐκλαπάξαι.

***

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Είθε λοιπόν σ᾽ αυτόν τη νίκη ο θεός να δώσει.
Έπειτα, ο Καπανέας στην πύλη Ηλέχτρα πήρε
θέση απ᾽ τον κλήρο, αντίθεος πάλι αυτός άλλος
κι από τον πρι χειρότερος, που η έπαρσή του
δεν έχει μέτρο ανθρώπινο· τέτοιες φοβέρες
ρίχτει στους πύργους μας, που η τύχη ας μη αληθέψει:
Θέλει δε θέλει, λέει, ο θεός, θα την κουρσέψει
την πόλη μας αυτός κι ούτ᾽ αν στα πόδια μπρος του
σκάσει του Δία η συνερισιά, θα τον κρατήσει·
430 γι᾽ αυτόνα, λέει κι οι αστραπές κι οι κεραυνοί του
με του ήλιου του μεσημερνού την κάψα μοιάζουν.
Κι έχει σημάδι άντρα γυμνό που κρατεί φλόγα
και λάμπ᾽ η δάδα αρματωμένη στη δεξιά του
και με χρυσά ψηφιά, «Θα κάψω, λέει, την πόλη».
Πάνω σε τέτοιον άντρα στείλε…ποιό να στείλεις;
ποιός νά ᾽βγει εμπρός του αδείλιαστος στις καύχησές του;

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Κέρδος για μας κι αυτό πάνω στο κέρδος τ᾽ άλλο·
γι᾽ ανθρώπους, πὄχει πάθει ο νους και παραδέρνουν,
αληθινός κατήγορος γίνεται η γλώσσα.
440 Κι ο Καπανέας είν᾽ έτοιμος απ᾽ τις φοβέρες
στα έργα να ᾽ρθει και τους θεούς καταφρονώντας
το στόμα του σε μπόσικια χαρά γυμνάζει,
κι ενώ είν᾽ αυτός θνητός, βροντοφωνάει του Δία
ψηλά στον ουρανό φουρτουνιασμένα λόγια.
Μα έγνοια του, ελπίζω, πως καθώς του αξίζει θά ᾽ρθει
απάνου του του κεραυνού η φωτιά, που διόλου
με ήλιου μεσημερνού τη κάψα δε θα μοιάζει.
Όσο από μας, στο πείσμα της αχρείας του γλώσσας,
έχει κι όλα ταχθεί παλληκάρι αντικρύ του,
που το λέει η καρδιά του, ο αντρείος ο Πολυφόντης
φύλακας άξιος μπιστεμού, γιατί τον σκέπει
450 προστάτισσά του η Αρτέμιδα κι οι θεοί οι άλλοι.
λέγε άλλον τώρα σ᾽ άλλη πύλη κληρωμένο.

ΧΟΡΟΣ
Κακιά ώρα να τον βρει που για την πόλη
τέτοιες ξερνάει κατάρες και το βόλι
του κεραυνού ας τον σταματήσει,
πριν μέσ᾽ στα σπίτια μου χυμίσει
κι απ᾽ την παρθενικιά μου τη φωλιά
με κοντάρι περήφανο με ξεπορτίσει.

Οι Γραικοί και οι Γραικύλοι

Αποτέλεσμα εικόνας για deucalion and pyrrhaO Γραικός ήταν ήρωας της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, γιος του Δία και της Πανδώρας· κατά τον Ησίοδο: «Η κόρη στον οίκο του ευγενή Δευκαλίωνα, η Πανδώρα με τον πατέρα Δία, τον οδηγό των Θεών όλων, σμιγμένη στην αγάπη γέννησε το χαρομαχητή Γραικό.» (13) Στο «Πάριο Χρονικό», ή «Χρονικό της Πάρου», αρχαίο Ελληνικό επιγραφικό κείμενο που βρέθηκε σε μια επιτύμβια στήλη, και εξιστορεί γεγονότα και χρονολογίες, του ελλαδικού χώρου, από το 1581 π.Χ. μέχρι το 264 π.Χ, διαβάζουμε: «πρώτον μεν Γραικοί νυν δε Έλληνες». Ο Απολλόδωρος γράφει: «Ἕλληνος δὲ καὶ νύμφης Ὀρσηίδος Δῶρος Ξοῦθος Αἴολος. αὐτὸς μὲν οὖν ἀφ᾽ αὑτοῦ τοὺς καλουμένους Γραικοὺς προσηγόρευσεν Ἕλληνας, τοῖς δὲ παισὶν ἐμέρισε τὴν χώραν.» (13)
 
Στην Ιλιάδα του Ομήρου αναφέρεται και πόλη Γραία: «οἵ θ᾽ Ὑρίην ἐνέμοντο καὶ Αὐλίδα πετρήεσσαν / Σχοῖνόν τε Σκῶλόν τε πολύκνημόν τ᾽ Ἐτεωνόν, / Θέσπειαν Γραῖάν τε καὶ εὐρύχορον Μυκαλησσόν, / οἵ τ᾽ ἀμφ᾽ Ἅρμ᾽ ἐνέμοντο καὶ Εἰλέσιον καὶ Ἐρυθράς, τον Αρκεσίλαο, τον Προθοήνορα και τον Κλονίο.» (Β-495) Απόδοση: «Αυτοί που / κατοικούσαν στην Υρία και στην πετρώδη Αυλίδα και στο / Σχοίνο και στο Σκώλο και στον Ετεωνό με τα πολλά φαράγγια, / στη Θέσπεια και στη Γραία και στην ευρύχωρη Μυκαλησσό, και αυτοί / που κατοικούσαν γύρω στο Άρμα και στο Ειλέσιο και στις Ερυθρές.»
 
Ο γεωγράφος Παυσανίας (2ος αιώνας μ.Χ.) αναφέρει ότι το όνομα της πόλης «η Γραία» προέκυψε από σύντμηση της αρχικής ονομασίας «Τανα-γραία» (που αρχικά η ονομασία αυτή ήταν όνομα γυναίκας, της κόρη του Ασωπού, και μετά της πόλης). Η Γραία ήταν πολύ μεγάλη σε έκταση, περιλάμβανε την Αυλίδα, τη Μυκαλησσό, το Άρμα κ.α. (13)
 
Ο Αριστοτέλης  (Στάγειρα 384-Χαλκίδα 322 π.Χ.) σημειώνει ότι ο αρχαίος Ωρωπός ονομαζόταν «Γραία» και η περιοχή του Ωρωπού «Γραϊκή». (13) Ο Ρωμαίος ιστορικός Πρίσκος (410-470 μ.Χ.) διηγείται, ότι στην πρεσβεία που έστειλαν οι Ρωμαίοι προς τον Aττίλα (448 μ. Χ.) υπήρχε και κάποιος που έμοιαζε με Σκύθη, αλλά ήταν Γραικός στην καταγωγή: «Συνήντησε τινά ον εξέλαβεν ως βάρβαρον εκ του ενδύματος, προσαγορεύσαντα αυτόν «ελληνική φωνή» επειδή δ’ ηπόρηοεν ότι ελληνίζει Σκύθης ανήρ, τον ηρώτησε τις είναι· απεκρίθη δ’ εκείνος ότι είναι «Γραικός το γένος»: «Διατρίβοντι δε μοι και περιπάτους ποιουμένω προ του περιβόλου των οικημάτων προσελθών τις, ον βάρβαρον εκ της Σκυθικής ωήθην είναι στολής, Ελληνιστί ασπάζεταί με φωνή, «χαίρε» προσειπών, ώστε με θαυμάζειν ότι γε δή ελληνίζει Σκύθης ανήρ, εγώ δε έφην αιτίαν πολυπραγμοσύνης είναί μοι την Ελλήνων φωνήν. τότε δε γελάσας έφη Γραικός μεν είναι το γένος, κατ’ εμπορίαν δε ες το Βιμινάκιον εληλυθέναι την προς τω Ίστρω ποταμώ Μυσών πόλιν.» (7) Δηλαδή: «Ενώ βρισκόμουν και έκανα περιπάτους στον περίβολο των οικημάτων, με πλησίασε κάποιος που τον νόμισα για βάρβαρο γιατί φορούσε σκυθικά ρούχα. Με χαιρετά στα Ελληνικά λέγοντας «χαίρε», ώστε εξεπλάγην βλέποντας Σκύθη να ελληνίζει. Εγώ δε είπα ότι θεωρώ ότι όποιος μιλάει Ελληνικά πρέπει να είναι πολυπράγμων. Αυτός γελώντας μου είπε ότι είναι Γραικός στο γένος, που ήλθε για εμπόριο στον Βιμινάκιο, την πόλη των Μυσών κοντά στον Ίστρο ποταμό» (7)
 
Στο σπουδαίο Λεξικό του Σούδα ή Σουίδα (μέσα 10ου αιώνα μ.Χ.) ο άγνωστος συγγραφέας σημειώνει: γραία η= η παλαιά, Γραικοί= οι Έλληνες από Κώμης τινός ή Γραικού τινός· εκ του Γραΐξ – Γραικός (σ. 256)· στο ίδιο η λέξη «Ρωμιός» δεν λημματογραφείται και ορίζεται σαφώς ότι η λέξη Ρωμαίος δεν σημαίνει τον Έλληνα. (8)
 
Στο λεξικό των Henry George Liddell & Robert Scott βρίσκουμε: γραῖα, Ιων. γραίη, ἡ, I. 1. ηλικιωμένη γυναίκα, θηλ. του γραῦς, γέρων, (βλ. γεραιά), σε Ομήρ. Οδ., Σοφ., Ευρ.· γραῖαι δαίμονες, λέγεται για τις Ευμενίδες, σε Αισχύλ. 2. ως επίθ. στις πλάγιες πτώσεις, φθαρμένος, μαραμένος, στον ίδ., σε Ευρ. II. Γραῖαι, αἱ, κόρες του Φόρκυος και της Κητούς, με όμορφα πρόσωπα, αλλά γκρίζα μαλλιά ήδη από τη γέννησή τους, σε Ησίοδ.  Και γρᾱΐδιον, τό, υποκορ. του γραῖα, γριά σε προχωρημένη ηλικία, γριούλα, σε Αριστοφ., Ξεν.• συνηρ. γρᾴδιον, σε Αριστ., Δημ. Ίσως οι λέξεις γραία και Γραικός έχουν κοινή ετυμολογική προέλευση – Γραικός= ο παλαιός κάτοικος.
 
Ο Θεόδωρος Στουδίτης [759-826] εκφράζει τη λύπη του για κάποιο μοναχό ονόματι Ορέστη, που λιποτάκτησε στους εικονομάχους, και τον ενθαρρύνει να μείνει πιστός στις αρχές του «χάριν της δόξης του Χριστού υπέρ ου δονείται η ταπεινή Γραικία μάλα» (10)
 
Σε παρηγορητική του επιστολή προς την ηγουμένη Ευφροσύνη της Μονής Κλουβίου, ο Θεόδωρος κάνει λόγο για στρατηγίες και δημαγωγίες «εν Αρμενία και εν Γραικία». Η δυτικά της «αφ’ ηλίου ανατολών» Αρμενίας Γραικία είναι η βυζαντινή αυτοκρατορία. Οι γηγενείς ή όλοι οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας ονομάζονται Γραικοί από τον διάσημο ηγούμενο της Μονής Στουδίου. Σε άλλη επιστολή, ο Θεόδωρος θρηνεί για την εικονομαχική πολιτική του αυτοκράτορα Λέοντα του Δ’ [775-780] και ιδιαίτερα τις διώξεις εναντίον των εικονοφίλων πού εξαπέλυσε το 780. Αποκαλεί τον αυτοκράτορα αντίχριστο προ του Αντιχρίστου και εκφωνεί: «Ακούσατε πάντα τα έθνη, ενωτίσασθε πάντες οι κατοικούντες την οικουμένην τι γέγονεν εν Γραικοίς».(5)
 
Κατά τον δέκατο αιώνα, περιγράφοντας την ανωμαλία και την αναταραχή που προκάλεσε η Σλαβική ομάδα που ήταν εγκατεστημένη στην περιοχή των Πατρών, ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος γράφει ότι οι Σλάβοι κατ’ αρχήν λεηλάτησαν τις κατοικίες των γειτόνων τους Γραικών και κατόπιν πήγαν εναντίον της πόλεως των Πατρών. (10)
 
Στην «Ιστορία της Βλαχίας», ο Μιχαήλ Καντακουζηνός σημειώνει: «Εις τον καιρόν της αυθεντείας του» Ραδέλ βόδα «πήραν οι Τούρκοι την Κωνσταντινούπολιν από τους Γραικούς.» Για τον Ράδελ βόδα Στριδά (1665) διαβάζουμε: «Υιός του Λέων βόδα, ζητημένος παρά των αρχόντων από την πόρτα, όστις αφού έλαβε την αυθεντείαν κ’ ήθεν στη Βλαχία, δεν εφύλαξε τα προνόμια του τόπου, αλλά φέρωντας Ρωμαίους πολλούς κοντά του, επροξενήθη μεγάλη επανάστασις κατά τε του αυθέντου και των Ρωμαίων.» «έθνος». (6)
 
Στο λεξικό του Δημητράκου (σ. 1689) βρίσκουμε ακόμη τους τύπους: γραικίζω= ομιλώ την ελληνικήν, ελληνίζω, γραικίζομαι= εξελληνίζομαι (εγραικίθησαν λέξεις), γραικικός -η -ο= ελληνικός, γραικίς η= Ελληνίς, Ελληνίδα, γραικιστής ο= ο γράφων ή ομιλών την απλήν ελληνικήν, τα γραικικά (ως αντίθετο δίνεται το αρχαϊστής), γραικιστί (επίρρ.)= ελληνιστί, στα (απλά) ελληνικά, κατά τον ελληνικόν τρόπον, γραικίτης ο= ο Γραικός, ο ελληνικός (γραικίταις πέπλοις), γραικολογιά η= το σύνολο των Ελλήνων, οι Έλληνες, ο Ελληνισμός (ο Ψυχάρης γράφει: «όλη η γραικολογιά που σήμερα σηκώνει ψηλά τη μύτη»· ως πρώτο συνθετικό, το γραικο– σχηματίζει διάφορα σύνθετα: Γραικοβάρβαρος, Γραικοβυζαντίνοι, Γραικογάλλοι, γραικογερμανικός, Γραικορρωμαίοι και άλλα. (8)
 
Ο λόγιος και ιερέας Ηλίας Μηνιάτης, (1669-1714) ίσως ένας από τους ικανότερους ρήτορες της ορθοδοξίας, δεν αναφέρει μάλλον καθόλου τον όρο Γραικός, αντιπαραθέτει όμως τους Έλληνες και τους βαρβάρους: «Ο Θεός θέλει αδιαφόρως όλοι οι άνθρωποι να τον φυλάττωσι· δεν είναι άνθρωπος οπού να μην είναι χρεώστης να φυλάττη τον νόμο του Θεού. Έλληνες και βάρβαροι, ασεβείς και ορθόδοξοι, Ιουδαίοι και Χριστιανοί έχουσι το αυτό χρέος.» (9)
 
Η λέξη «γραικός» ή διάφορα παράγωγα της, μαρτυρούνται και στη δημοτική ποίηση: «Βρε παιδιά Γραικόπουλα και Γρεβενιτόπουλα, γένεστε Τουρκόπουλα, να χαρείτε την Τουρκιά, τ’ άλογα τα γρήγορα, τα σπαθιά τα δαμασκιά; / – Βρε κυρά μου Τούρκισσα, κάλλιο γένε συ Ρωμιά, να χαρείς τη Λαμπριά, με τα κόκκινα τ’ αυγά.» (7) Και αλλού: «Κι ο Καραΐσκος φώναξε, ψιλή φωνίτσα βγάζει· / Έλληνες μην κιοτέψετε, παιδιά μη φοβηθείτε / και πάρ’ το γιούχα η Τουρκιά, κι έρθει και μας χαλάσει, / Σαν Έλληνες βαστάξετε και σαν Γραικοί σταθείτε.» (7)
 
Όπως φαίνεται και στα προηγούμενα παραδείγματα, η ονομασία Γραικός σημαίνει τον Έλληνα και χρησιμοποιείται πολλές φορές αντί για το Έλληνες, που σήμαινε για κάποιο διάστημα τους «εθνικούς», τους οπαδούς της παλαιάς ελληνικής θρησκείας, ανεξαρτήτως καταγωγής, τους «ειδωλολάτρες», κατά την απαξιωτική έκφραση πολλών χριστιανών συγγραφέων. Σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις, ο Γραικός ξεχώριζε από τον Έλληνα και ως προς την καταγωγή, αφού η κλασική αρχαία θρησκεία (δωδεκάθεο κλπ.) είχε πολλούς πιστούς και ιερείς που δεν ήταν «Έλληνες το γένος». Η λέξη Έλληνας περνάει έτσι σε δεύτερη η τρίτη χρήση, ειδικά κατά την βυζαντινή περίοδο, αφού η πολεμική ρητορική των πατέρων της Εκκλησίας έχει συνδέσει τους Έλληνες με τους λεγόμενους εθνικούς. Εξάλλου, και η χρήση της λέξης Ρωμιός, η οποία εμφανίζεται μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση, συμπεριλαμβάνει στο ποίμνιο το σύνολο των Ρωμαίων υπηκόων που ήταν ορθόδοξοι χριστιανοί, μαζί με αυτούς που είχαν ελληνική καταγωγή.
 
Το επίθετο γραικικός χρησιμοποιεί και ο Ψυχάρης στο περιβόητο «Ταξίδι» του: Γιὰ τοῦτο καὶ γὼ τρελλαίνουμαι γιὰ τὸν καλό μας τὸ γραικικὸ λαό. Ἔχω μάλιστα μιὰ ἰδέα· ἡ νέα μας φιλολογία θὰ βγῇ καμιὰ μέρα μέσα ἀπὸ τὰ σπλάχνα τοῦ λαοῦ. Ωστόσο, αλλού γράφει ότι το «ἔθνος τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἔξυπνο ἔθνος· μόνο στὸ ζήτημα τῆς γλώσσης εἶναι ποὺ τὰ μπερδέβει. Και λίγο παρακάτω: «Στὴν ἀρχή, − καθὼς τὸ κατάλαβαν ὅλοι σήμερα στὴν Ἑλλάδα, − ἡ γλῶσσα εἶταν ὁλογεμάτη ι· μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πρόφερναν τὸ ι, η, υ, ει, υι, καὶ τὸ οι. Τί ἔκαμε τότες ὁ Γραικός; Ἀπὸ τότες εἶταν ξυπνὸς καὶ πῆρε ἀπόφαση, γιὰ νἀποφύγῃ τὴ μονοτονία, νὰ βάζὴ κάπου ι, κάπου η, υ, ει υι, ἢ οι. ὁ πρῶτος Γραικὸς ποὺ ἄρχισε νὰ γράφῃ, δὲ θὰ μποροῦσε νὰ ξέρῃ μὲ τί τρόπο ἔπρεπε νὰ γράψῃ ὅσα ἄκουγε, ἀφοῦ ὅλα εἶχαν τὴν ἴδια προφορά. Ὕπαρχε λοιπὸ ἀλφάβητο, πρὶν γίνῃ γλῶσσα.» (5)
 
Ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρων (Marcus Tullius Cicero, 3 Ιανουαρίου 106 π.Χ. – 7 Δεκεμβρίου 43 π.Χ.). Ανάμεσα στα άλλα παρατσούκλια του (π.χ. Κικέρκουλος, δηλ. «Κικερούλης», Κικεράκιος και Κικερίσκος) μαρτυρείται και ο χαρακτηρισμός Γραίκουλος ή Γραίκος, προφανώς εξαιτίας της ελληνομάθειάς του.
 
Οι Γραικύλοι
Όποιος λοιπόν θέλει να εξετάσει σε κάπως μεγαλύτερο βάθος την ιστορική παρουσία του ελληνισμού πρέπει να έχει υπ’ όψιν του ότι οι «Έλληνες» είναι λαός πανάρχαιος, όποιο περιεχόμενο κι αν δώσουμε στον όρο· επιπλέον, χρειάζεται να εξετάσει τις εσωτερικές, κοινωνικές ή «ταξικές» διαφοροποιήσεις του ίδιου λαού, όπως εμφανίστηκαν στο χώρο και τον χρόνο, από την εποχή του Ομήρου μέχρι τις μέρες μας. Παρά τη γενική εντύπωση που έχουμε σήμερα, οι Έλληνες υπήρξαν σχετικά πολυπληθής λαός για πολλούς αιώνες και έδρασαν στην ιστορία άλλοτε ως στοιχείο «ηγεμονικό» και άλλοτε ως στοιχείο «υποταγμένο» σε ξένους κυρίαρχους. (Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης: ως προς τα δημογραφικά στοιχεία, οι Έλληνες της κλασικής περιόδου ήταν αναλογικά όσοι περίπου είναι και οι σημερινοί Αμερικανοί ή Ρώσοι – υπήρξαν δηλαδή, εκτός των άλλων, και «μεγάλη δύναμη» της εποχής, με ισχυρή και γεωγραφικά εκτεταμένη παρουσία, όπως και οι Ρωμαίοι αργότερα.) Ακόμα και τις περιόδους που ο Ελληνισμός διαβιούσε μέσα σε πολυεθνικά πολιτικά συγκροτήματα, έπαιξε σημαντικό οικονομικό και πολιτιστικό ρόλο: Τα ελληνιστικά χρόνια, τα χρόνια του Βυζαντίου, καθώς και ολόκληρη η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας, φέρουν έντονα τα σημάδια της επιρροής των Ελλήνων· αρκεί προς το παρόν να θυμίσουμε ότι «διεθνής γλώσσα της εποχής» σε όλο το μεσογειακό χώρο και πέραν των ορίων των ελληνιστικών βασιλείων είναι η λεγόμενη κοινή ελληνική. Άλλοι τοποθετούν τη λήξη της ελληνιστικής περιόδου στο 146 π.Χ. και άλλοι στο 30 π.Χ., όταν οι Ρωμαίοι καταλαμβάνουν και το τελευταίο ελληνιστικό κράτος των Πτολεμαίων. Η Ναυμαχία του Ακτίου (2 Σεπτεμβρίου 31 π.Χ.) ήταν η κρίσιμη αναμέτρηση ανάμεσα στον Οκταβιανό από τη μια πλευρά και τον Μάρκο Αντώνιο με το ναυτικό της Κλεοπάτρας από την άλλη – η σύγκρουση έληξε με νίκη του Οκταβιανού. Όπως και νάχει το πράγμα, την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας στην Ελλάδα (περ. 146 π.Χ.-330 μ.Χ.), εμφανίζεται και η λέξη Γραικύλος, ως περιφρονητική και υβριστική ονομασία για τους Έλληνες. [λόγ. < λατ. Graeculus < Graec(us) = Γραι κ(ός) -ulus = -ύλος] (12) Σύμφωνα με τον καθηγητή της Λατινικής Φιλολογίας Δημήτρη Νικήτα, «ο ελληνικός χαρακτηρισμός «Γραικύλος» είναι απόδοση του λατινικού χαρακτηρισμού Graeculus, ο οποίος με τη σειρά του είναι υποκοριστικό του εθνικού ονόματος Graecus που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι για τους Έλληνες. Το λατινικό υποκοριστικό μαρτυρείται σε πενήντα περίπου χωρία λατίνων συγγραφέων, από τα χρόνια του Κικέρωνα μέχρι σχεδόν τον 4ο αιώνα μ.Χ. Το ελληνικό υποκοριστικό, με εξαίρεση μια μαρτυρία του Δίωνος, δεν εντοπίζεται στην αρχαία ελληνική και στη βυζαντινή γραμματεία ως τον 10ο αιώνα.» Το όνομα Graeculus, μαζί με το όνομα Poenulus (= «Καρχηδονίσκος»), είναι τα μόνα υποκοριστικά εθνικών χαρακτηρισμών που περιέχει η λατινική γλώσσα. «Πατέρας» του επιθέτου (Graeculus) ήταν πιθανότατα ο Κικέρων· η λέξη αναφέρεται στο έργο του επανειλημμένα (16 φορές). (13)
 
Έκτοτε, η λέξη Γραικύλος παίρνει διάφορες σημασίες, κατά κανόνα υβριστικές και απαξιωτικές. Σημαίνει λ.χ. τον τυχοδιώκτη χωρίς αρχές, αυτόν που κηρύσσει την εθελοδουλία, τον δόλιο και κουτοπόνηρο τύπο, τον πρόθυμο υποτακτικό των ξένων κατακτητών ή κυρίαρχων ή τον ξερόλα υποκριτή με ιδιοτελείς σκοπούς, τον Ελληνίσκο. Στην Κάλτσα της Νώενας, ένα μικρό σατυρικό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ένας εξυπνάκιας νεαρός σπουδαστής χαρακτηρίζεται Γραικύλος: «Εἰς ἕνα ὅμιλον ἀντικρινὸν ἐκάθηντο τρεῖς λιμοκοντόροι. Οἱ δύο μόνον ἐφοροῦσαν στενά. Ὁ τρίτος, ἀμύστακος ἀκόμη, ἐφοροῦσε κομψὰ ρασάκια, καὶ εἶχε τὴν κοτσίδα του ὀπίσω δεμένην εἰς τὴν μέσην μὲ κορδέλαν. Ἴσως ἦτο Ριζαρείτης.» «Καὶ τὸ κάτω-κάτω, κύριε, ἐπέφερεν οἱονεὶ ἀποστρέφων τὸν λόγον πρὸς τὸν Ριζαρείτην, ἀφοῦ δὲν σ᾿ ἀρέσει, κύριε, ἡ Θρησκεία καὶ τὸ ἱερατικὸν στάδιον, διατί φορεῖς ράσα, καὶ διατί οἱ φιλόστοργοι γονεῖς σου σὲ στέλνουν νὰ φοιτᾷς εἰς τὴν Ριζάρειον; Ἕως πότε θὰ εἴμεθα ἀχαρακτήριστοι Γραικύλοι;»
 
Ο Ρωμαίος Κικέρων θεωρεί πολλούς Έλληνες της εποχής του «ανάξιους απογόνους» των αρχαίων και τους στολίζει με διάφορα επίθετα: «Με βάζετε να απαντήσω σε μια ερωτησούλα, σαν να είμαι κανένας Γραικύλος, τεμπέλης και πολυλογάς και ίσως πολύξερος και πολυδιαβασμένος»· εντούτοις, αναγνωρίζει την αξία της κλασικής ελληνικής τέχνης και της παιδείας, όταν αναφέρεται σ’ έναν άλλο Ρωμαίο, τον Βέρρη, κατηγορώντας τον ουσιαστικά ως αμόρφωτο, αφού δε γνώριζε τα ελληνικά: «(Το άγαλμα της Σαπφούς) είχε έξοχη κατασκευή και στη βάση του έφερε χαραγμένο ένα καταπληκτικό επίγραμμα. Εκείνος ο πολύξερος και Γραικύλος (ο Βέρρης) ­ που τάχα τα γροικάει αυτά σε βάθος και μόνος αυτός τα καταλαβαίνει­ δεν θα είχε αρπάξει το άγαλμα αυτό, αν γνώριζε έστω κι ένα γράμμα ελληνικό;» (13)
----------------------------
Πηγές και παραπομπές
  1. Παλαμάς, Κωστής, Γράμματα, Αθήνα, Εστία,1904.
  2. 146 σ. Νικόλαος Λωρέντης, Λεξικό των αρχαίων μυθολογικών, ιστορικών και γεωγραφικών κύριων ονομάτων Ελλάς, εκ της τυπογραφίας Αντωνίου Μπένκου, Βιέννη, 1837.
  3. http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/paterikon/a8anasios_megas_logos_kata_eidwlwn.htm. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ, ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΑ ΕΙΔΩΛΩΝ. Μετάφραση (Αρχιμ. Δωρόθεος Πάπαρης).
  4. Ψυχάρης Γιάννης, Το Ταξίδι μου http://www.greek-language.gr/greekLang/literature/anthologies/new/show.html?id=228
  5. Καντακουζηνός Μιχαήλ, Ιστορία της Βλαχίας: Πολιτική και Γεωγραφική από της αρχαιοτάτης αυτής καταστάσεως έως του 1774 έτους. / Νυν πρώτον φιλοτίμω δαπάνη εκδοθείσα των τιμιωτάτων και φιλογενών αυταδέλφων Τουνουσλή. Εν Βιέννη της Αουστρίας. Παρά Γεωργίω Βενδότη ,1806.
  6. Σπυρίδων Ζαμπέλιος, Άσματα Δημοτικά της Ελλάδας, εκδ. τυπογραφείον Ερμής, Κέρκυρα, 1852.
  7. Δ. Δημητράκου, Μέγα Λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης, εκδ. Δομή, Αθήνα, 1953. Στο λήμμα Γραικός.
  8. Δημήτριος Κωνσταντέλος. Μαρτυρίες για την Ταυτότητα των Βυζαντινών και των Ρωμιών σε Ελληνικές Πηγές. http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/constantelos_martiries_ch1.html
  9. K. N. Σάθας, Nεοελληνική φιλολογία. Bιογραφίαι των εν γράμμασι διαλαμψάντων Eλλήνων (1453-1821), Aθήνα 1868

Νοιάζεσαι κάνοντας πράγματα απλώς για να χαρεί ο άλλος

Τι κι αν εσύ φτιάχτηκες για να πετάς στα σύννεφα. Μια ζωή το ίδιο παραμύθι, θα πιάνεις τις δυνάμεις σου να σε εγκαταλείπουν στην προσπάθειά σου να το κάνεις πραγματικότητα. Και μετά πάλι απ’ την αρχή. Εκείνος ο ερχομός, όμως, σε προσγείωσε κι έκανε πιο γερά τα πατήματά σου. Αντοχές στις κακοτοπιές κι ασπίδες προστασίας σε κάθε χτύπημα. Δεν πέρασες και λίγα. Όλα αυτά σου στοιχειώνουν ακόμα τα όνειρα μέχρι που ξυπνάς και βλέπεις εκείνον τον άνθρωπο να κοιμάται πλάι σου.

Τον κοιτάζεις κι αναρωτιέσαι πόσα σημαίνει για σένα. Έτσι γαλήνιο όπως είναι το πρόσωπό της την ώρα που κοιμάται, εσύ προσπαθείς να λύσεις τους γρίφους στα δικά σου ερωτήματα μέσα στη νύχτα, λες κι η μέρα που θα έρθει θα φέρει τις απαντήσεις δια μαγείας μπροστά σου.

Είναι, άραγε, ο άνθρωπος της ζωής σου; Ένα κομμάτι σου αναπόσπαστο; Μαζί του ξέρεις πως θα ανατρέψεις πολλά που μέχρι τώρα αμφισβητούσες. Είναι ξεκάθαρα αλλιώς μαζί του. Αναθεωρείς κι απορρίπτεις τόσα όσα θα φέρουν στη σχέση σου την ισορροπία που της αρμόζει. Ιδανικά μέχρι να φτιάξεις το κατάλληλο σκηνικό για να ζήσεις μέσα σε αυτό μαζί του. Όσο πιο αρμονικά γίνεται.

Όσο περισσότερο τον αγαπάς, τόσο πιο πολύ δέχεσαι ό,τι γι’ αυτόν αποτελεί σημαντικό. Στην αρχή σε εξουσιάζει ο φόβος του αγνώστου. Ο κόντρα ρόλος σε όλα αυτά που για σένα αποτελούσαν απάτητα εδάφη. Τώρα τολμάς και τα πλησιάζεις, τα ενστερνίζεσαι, τα στηρίζεις. Έπαθλό σου, το χαμόγελό του. Κι η πληρότητα που νιώθει μέσα του μαζί σου.

Σίγουρα σε ένα βαθμό συμβιβάζεσαι. Όχι από φόβο, συνήθεια ή ανάγκη, αλλά γιατί όσα σε ελκύουν πάνω του είναι σίγουρα πιο σημαντικά κι υπερισχύουν όλων αυτών που για χάρη του θα άλλαζες. Όσο ωριμάζεις η λογική σου δυναμώνει. Η διορατικότητά σου σε βοηθάει να στοιβάξεις όλα εκείνα τα «υπέρ» στη ζυγαριά και να συγκρίνεις τα «κατά». Αφήνεις κατά μέρους αυτά που μονοπωλούν το ενδιαφέρον σου, αλλά δεν τον αφορούν. Εκείνος είναι τώρα ο κόσμος σου. Το αποτέλεσμα σε κάνει και παραμένεις. Τον αγαπάς.

Αγάπη, σκέφτεσαι σιωπηλά και σιγοψιθυρίζεις στο υποσυνείδητό σου τις ώρες που αμφιβάλλεις για το παραμικρό. Όταν είναι εκείνος χαρούμενος, είσαι κι εσύ. Θα λατρέψεις ό,τι πιστεύει, θα υποστηρίξεις ό, τι επιθυμεί και θα εκπληρώσεις ό,τι τον ικανοποιεί. Φτάνει να τον δεις να χαίρεται σαν παιδί. Το να δίνεις καμιά φορά τα πάντα, μπορεί να σε γεμίσει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό. Είναι όλα εκείνα τα άυλα και συνάμα σημαντικότερα καλούδια που αποκτώντας τα κάποιος μπορεί να θεωρηθεί πιο πλούσιος κι από βασιλιά.

Το πολυτιμότερο αντάλλαγμα για σένα; Να λαμβάνεις μετρώντας χαμόγελα ευτυχίας. Η ανιδιοτέλεια της πράξης αυτής είναι το μαγικό συστατικό του συγκεκριμένου συναισθήματος. Δε σε απασχολεί να κάνεις κάτι για σένα. Ίσως και να μην το έχεις καν ανάγκη. Οι επιθυμίες σου πλέον διαμορφώνονται από άλλους παρονομαστές. Νιώθεις γεμάτος απ’ τις ίδιες σου τις πράξεις κι ας ικανοποιούν μοναχά εκείνον που αγαπάς. Έτσι χαρίζεις απλόχερα. Αδειάζεις εσύ για να γεμίσει εκείνος, μα κενός δε μένει κανείς.

Και κάπως έτσι το «εγώ» σου μπαίνει σε δευτερεύοντα ρόλο. Και το γεγονός αυτό δε μειώνει ούτε στο ελάχιστο το μεγαλείο της ευφορίας που αισθάνεσαι. Γιατί όταν αγαπάς, δε σε νοιάζει να πέσεις χαμηλά. Δε φοβάσαι να χάσεις και να τσαλακωθείς στα μάτια του άλλου. Υποχωρείς δείχνοντας πόσο νοιάζεσαι. Ανέχεσαι για να αποδείξεις πως παραμένεις βράχος ακλόνητος στις κακοτοπιές. Και συνεχίζεις να κάνεις πράγματα που δηλώνουν πως δεν το βάζεις κάτω επειδή αξίζει να αγαπάς.

Ούτε κι είναι ντροπή η υποχώρηση για την αγάπη. Απλά ίσως καμιά φορά αισθανθείς πως χάνεις τον εαυτό σου και ο παρορμητισμός σου σε ωθεί να σκεφτείς πώς θα ήταν αν δώσεις τέλος. Τα ενδεχόμενα περνάνε διαδοχικά μέσα απ’ τα μάτια σου κι έτσι απλά βρίσκεσαι εγκλωβισμένος σε ένα χείμαρρο από ερωτηματικά.

Μα σε δευτερόλεπτα συνετίζεσαι. Σκέφτεσαι όλους τους λόγους για τους οποίους μένεις εδώ. Όχι γιατί δεσμεύτηκες. Ούτε γιατί επαναπαύτηκες. Στέκεσαι βράχος γιατί τον αγαπάς πραγματικά. Κι αν η πραγματικότητα καμιά φορά λες πως δε φτιάχτηκε για σένα, αγνοείς τους δισταγμούς και συνεχίζεις. Κανείς δεν είπε πως είναι εύκολο.

Γιατί ωραία η φαντασία, αλλά εδώ μιλάμε για ρεαλισμό. Δεν μπορείς να τα έχεις όλα κομμένα και ραμμένα στα μέτρα σου. Μπορείς, όμως, να τα έχεις κομμένα και ραμμένα στα μέτρα της αμοιβαίας σας ευτυχίας. Και σε αυτήν την περίπτωση διαφέρει το τι θες ως μονάδα απ’ το κοινό σας καλό.

Αφήνεις, λοιπόν, γενναία στην άκρη τους ατομικισμούς. Εδώ πρόκειται για δύο ανθρώπους που μοιράζονται ένα κοινό μέλλον. Όλα σας τα όνειρα, οι φόβοι, οι συνήθειες, οι παραξενιές θα πρέπει να συγχωνευτούν σε μια δύναμη. Ικανή να πολεμήσει κάθε αμφιβολία και να σας βγάλει νικητές.

Κι όταν βγει μπροστά κι υψώσει ανάστημα, τότε θα λέει υπερήφανα πόσο πάλεψε για να φτάσει εδώ που έφτασε. Πως για να κατακτήσεις την αγάπη και να δείξεις σε κάποιον πως τον νοιάζεσαι δε θες λόγια να χορτάσεις την ψυχή του ούτε πράξεις ανούσιες κι ανώδυνες.

Η αγάπη μας για τον άλλο φαίνεται σε όσα κάνουμε ενώ δε μας είναι και τόσο ευχάριστα. Αρκεί να κάνουν εκείνον χαρούμενο. Κι αυτό είναι το μυστικό.

Η σημασία της πρώιμης παιδικής προσκόλλησης για τη μετέπειτα ανάπτυξη

Η πραγματική μας πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία. Roland Barthes
 
Οι σχέσεις που αναπτύσσει το παιδί στην παιδική του ηλικία επηρεάζουν σημαντικά την εξέλιξη της προσωπικότητας του και στην μετέπειτα ζωή του ως ενήλικα. Ο λεγόμενος «δεσμός προσκόλλησης» και η ποιότητα της προσκόλλησης στη βρεφική ηλικία έχει αναγνωριστεί ως ένα βασικό χαρακτηριστικό στην ανάπτυξη της προσωπικότητας.
 
Η έννοια της προσκόλλησης μπορεί να οριστεί ως μια έντονη συναισθηματική σχέση μεταξύ του βρέφους και του βασικού προσώπου που το φροντίζει. Αποτελεί μια διαρκή συναισθηματική σύνδεση που παράγει την επιθυμία για συνεχή επικοινωνία των εμπλεκομένων προσώπων καθώς και τη δυσφορία κατά τη διάρκεια του αποχωρισμού.
 
Τα βρέφη δημιουργούν στενούς συναισθηματικούς δεσμούς με το πρόσωπο που τα φροντίζει (συνήθως με τη μητέρα) γιατί με αυτόν τον τρόπο, αφενός εξασφαλίζεται η συναισθηματική σχέση με το κύριο πρόσωπο παροχής φροντίδας και αφετέρου δημιουργείται μια ασφαλής βάση για να μπορέσει το βρέφος να εξερευνήσει το περιβάλλον γύρω του.
 
Η ποιότητα και το είδος του «δεσμού προσκόλλησης» έχει αναγνωριστεί ως ένα κεντρικό στοιχείο στην ανάπτυξη της προσωπικότητας μέσω της έρευνας του Βρετανού ψυχαναλυτή John Bowlby (1907-1990) και της Αμερικανο-Καναδής ψυχολόγου Mary Ainsworth (1913 -1999).
 
Ο John Bowlby εισήγαγε τον όρο «attachment» (δεσμός, πρόσδεση, προσκόλληση) και περιέγραψε το δεσμό αυτό ως μια «ψυχολογική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων». Ο Bowlby ορίζει ως «δεσμό προσκόλλησης» το συναισθηματικό δεσμό ανάμεσα σε ένα βρέφος και το «σημαντικό» πρόσωπο που έχει αναλάβει την πρωταρχική φροντίδα του βρέφους. Η Mary Ainsworth από την άλλη, εισάγει την έννοια της «ασφαλούς βάσης» κατά την οποία ένα βρέφος χρησιμοποιεί τη διαθεσιμότητα της μητέρας του ως ασφαλή βάση για να εξερευνήσει το περιβάλλον του και να δοκιμάσει νέες δεξιότητες και συμπληρώνει τη θεωρία του Bowlby.
 
Η “ποιότητα” προσκόλλησης
Υπάρχουν δύο βασικές μορφές προσκόλλησης: η “ασφαλής” και η “ανασφαλής”. Ο παράγοντας-κλειδί για την προώθηση μιας ασφαλούς προσκόλλησης είναι η συμπεριφορά των γονιών στην ανατροφή των παιδιών.
Πολλές ερευνητικές μελέτες έχουν δείξει ότι η ευαίσθητη συμπεριφορά στην ανατροφή των παιδιών που δείχνει ανταπόκριση, προάγει την ασφαλή σύνδεση.
Η πιο ανάλγητη, ή απορριπτική, ή ασυνεπής ανατροφή των παιδιών έχει συνδεθεί με την ανασφαλή προσκόλληση. Μια ασφαλής προσκόλληση χαρακτηρίζεται από την ικανότητα του παιδιού να χρησιμοποιεί τον ή την γονέα ως πηγή άνεσης και ως μια “ασφαλή βάση” από την οποία μπορεί να εξερευνήσει. Μια βασική αρχή της θεωρίας της προσκόλλησης είναι ότι η εξάρτηση οδηγεί στην ανεξαρτησία. Με άλλα λόγια, μόνο όταν ένα παιδί αισθανθεί ασφαλές ως προς τη διαθεσιμότητα του γονέα του, μπορεί να διερευνήσει πλήρως το περιβάλλον και να παίξει μόνο του.
 
Οι γονικές συμπεριφορές που συνήθως συνδέονται με την ασφαλή προσκόλληση περιλαμβάνουν:
  • Ευαίσθητη και ανταποκριτική φροντίδα.
  • Ξεκάθαρες, συνεπείς, αναπτυξιακά κατάλληλες προσδοκίες και εποπτεία.
  • Ζεστή, θετική και ανταποκριτική λεκτική αλληλεπίδραση.
  • Βλέποντας το παιδί ως ένα μοναδικό άτομο, έχοντας διορατικότητα ως προς το παιδί (δηλαδή, γιατί κάνει αυτό που κάνει).
  • «Έχοντας το παιδί στο μυαλό μας» (δηλαδή, την ευαισθητοποίηση και την ικανότητα να σκεφτεί κανείς τα συναισθήματα του ίδιου του γονέα και την ανταπόκριση που έχουν στο παιδί).
Συμπεριφορές βρεφικής και παιδικής ηλικίας που συνδέονται με την ασφαλή προσκόλληση περιλαμβάνουν:
  • Ασφαλή εξερεύνηση με την παρουσία μιας μορφής προσκόλλησης.
  • Όταν πληγώνεται, να πηγαίνει σε μια μορφή προσκόλλησης για να νιώσει ασφάλεια/φροντίδα (δηλαδή, όχι σε έναν ξένο).
  • Αναζητώντας βοήθεια όταν χρειάζεται.
  • Προθυμία να συμμορφωθεί με τα όποια αιτήματα με την ελάχιστη δυνατή αντίρρηση.
  • Δεν υπάρχει μοτίβο ελέγχου ή κατεύθυνσης της συμπεριφοράς των κηδεμόνων (όχι αναστροφή των ρόλων).
Ευαίσθητη, ανταποκριτική συμπεριφορά των γονέων στην ανατροφή των παιδιών που προωθεί την ασφαλή προσκόλληση.
 
Η πιο ανάλγητη, απορριπτική, ή ασυνεπής ανατροφή των παιδιών έχει συνδεθεί με ανασφαλή προσκόλληση. Μια ανασφαλής προσκόλληση χαρακτηρίζεται από την αδυναμία του παιδιού να χρησιμοποιήσει τον δικό του γονέα για να νιώσει άνετα ή ως ασφαλή βάση.
 
Οι γονικές συμπεριφορές που συνήθως συνδέονται με ανασφαλή προσκόλληση περιλαμβάνουν:
  • Παρέμβαση στις προσπάθειες του παιδιού για εξερεύνηση (δηλαδή, παρεμβατική, υπερβολικά ελεγκτική συμπεριφορά).
  • Ασαφείς, ασυνεπής, αναπτυξιακά ακατάλληλες προσδοκίες και εποπτεία.
  • Αδιαφορία για τις ανάγκες και τα συναισθήματα του παιδιού.
  • Ασυνεπής, αναξιόπιστη ανταπόκριση.
  • Εχθρική, απειλητική και εκφοβιστική συμπεριφορά.
  • Ιεράρχηση των αναγκών του γονέα σε σχέση με αυτές του παιδιού (δηλαδή, απορροφημένος/η με τον εαυτό του/της).
  • Συμπεριφέρεται σαν παιδί ή μεταχειρίζεται το παιδί σαν να είναι αυτός / αυτή υπεύθυνος/η (δηλαδή, αναστροφή ρόλου).
  • Σημαντική απόσυρση, φόβος, δισταγμός ή δειλία όταν είναι κοντά στο παιδί.
  • Σεξουαλικά φορτισμένη ή υπερβολικά οικεία συμπεριφορά.
Οι πρώιμες προσκολλήσεις θέτουν τα θεμέλια για τις κοινωνικές και ακαδημαϊκές δεξιότητες του παιδιού. Ένας αριθμός μελετών που έχουν ακολουθήσει παιδιά από τη βρεφική ηλικία έως την εφηβεία ή την ενήλικη ζωή τους, κατέδειξαν ότι η ποιότητα της προσκόλλησης είναι ένας από τους ισχυρότερους προγνωστικούς παράγοντες της μετέπειτα ανάπτυξής τους.
 
Η ασφαλής προσκόλληση προβλέπει υγιή κοινωνική, συναισθηματική, γνωστική, και ενθαρρυντική ανάπτυξη. Για παράδειγμα, ένα παιδί που είχε μια ασφαλή προσκόλληση με το γονέα ως βρέφος, είναι πιο πιθανό στην παιδική ηλικία να είναι ανεξάρτητο και να έχει αυτοπεποίθηση, για να έχει κατάλληλες αλληλεπιδράσεις με τους συνομηλίκους και τους εκπαιδευτικούς, να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του/της, να είναι συγκεντρωμένο, περίεργο και να έχει κίνητρα στο σχολείο, αλλά και ισχυρές δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων.
 
Η ανασφαλής προσκόλληση προβλέπει προβλήματα τόσο αναπτυξιακά όσο και προσαρμογής. Για παράδειγμα, ένα παιδί που είχε προσκολληθεί με ανασφαλή τρόπο στο γονέα στη βρεφική ηλικία είναι πιο πιθανό στην παιδική ηλικία να έχει λιγότερες κοινωνικές δεξιότητες (π.χ., να επιδείξει απόσυρση ή επιθετικότητα), να ενεργεί με έντονες αντιδράσεις και να είναι ανυπάκουο, να έχει φτωχές δεξιότητες επικοινωνίας, να είναι παρορμητικό και ν’ αποσπάται εύκολα, και να μην έχει την περιέργεια και το κίνητρο στο σχολείο.
 
Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η ανασφαλής προσκόλληση δεν καταδικάζει ένα παιδί στην αποτυχία. Η αλλαγή σίγουρα μπορεί να συμβεί. Όσο περισσότερο ένα παιδί είναι σε προδιαγεγραμμένη πορεία, ωστόσο, τόσο πιο δύσκολο είναι να αλλάξει αυτή την πορεία. Σίγουρα η ανατροφή των παιδιών δεν συμβαίνει σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον.
 
Πολλοί παράγοντες μπορεί να βοηθήσουν ή να εμποδίσουν την υποστηρικτική ανατροφή των παιδιών, όπως η οικονομική σταθερότητα, η ψυχική υγεία, η οικογενειακή ποιότητα, η κοινωνική υποστήριξη, και η ασφάλεια της γειτονιάς και η συνοχή της. Η προώθηση της υγιούς σχέσης παιδιού-γονέα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πανάκεια, αλλά μάλλον, ως ένα συστατικό της καλής πρακτικής.

Νίκος Καζαντζάκης: Η καρδιά δε βολεύεται

Η καρδιά δε βολεύεται.
Χέρια χτυπούν απόξω από τη φυλακή της, φωνές ερωτικές αφουγκράζεται στον αγέρα κι η καρδιά, γιομάτη ελπίδα, αποκρίνεται τινάζοντας τις αλυσίδες και σε μιαν αστραπή της φαίνεται πως έγιναν οι αλυσίδες φτερούγες.
Μα γρήγορα η καρδιά πέφτει πάλι αιματωμένη, έχασε πάλι την ελπίδα και την ξαναπιάνει ο Μέγας Φόβος.

Καλή η στιγμή, παράτα πίσω σου το νου και την καρδιά, τράβα μπροστά, κάμε το τρίτο βήμα.
Γλίτωσε από την απλοϊκή άνεση του νου που βάνει τάξη κι ελπίζει να υποτάξει τα φαινόμενα.
Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδίας που ζητάει κι ελπίζει να βρει την ουσία.
Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος...
Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρη κατά την άβυσσο.
Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει!

Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος.
Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν’ αφανίζουνται, και λέω: «Αυτό θέλω!»
Ξέρω τώρα δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευθερία....  
 
Νίκου Καζαντζάκη, ΑΣΚΗΤΙΚΗ

Οδυσσέας Ελύτης: Με την πρώτη σταγόνα της βροχής

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμό Εσένα!
 
Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα
 
Κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας
τώρα που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός
Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας
τώρα που οι μακρινές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα
Κι είμαστε μόνοι ολομόναχοι
τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.
 
Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα

Όταν η σκέψη σε εγκλωβίζει σε στιγμές από το παρελθόν, ξεγέλασέ την

Η δυνατότητα της σκέψης και η λογική αποτελούν βασικό εφόδιο στη ζωή μας. Είναι το κριτήριο που μας διακρίνει από τα υπόλοιπα έμβια, πλην όμως, άλογα όντα. Μας δίνει την ώθηση να ενεργοποιηθούμε, να κρίνουμε, να αξιολογήσουμε και να αξιολογηθούμε.

Αφυπνίζει, προβληματίζει, γεννά ιδέες για τη διαχείριση και τη λύση των ζητημάτων που μας απασχολούν, επιτρέπει την τήρηση του μέτρου και την ανάληψη των ευθυνών, από μέρους μας, σε περίπτωση υπέρβασής του. Γίνεται όχημα αυτή και μας ταξιδεύει στα σκοτεινά κι άγνωστα μονοπάτια του μέλλοντος και παρά το πέπλο της αβεβαιότητας, που το διακρίνει, εμείς προχωράμε δυναμικά, κάνουμε σχέδια, προβαίνουμε σε επιλογές, ονειρευόμαστε…

Άλλοτε πάλι, η σκέψη γίνεται η «μηχανή του χρόνου» και μας πάει πίσω στο παρελθόν. Ταξιδεύουμε νοερά στα χρόνια της νιότης μας, αναπολούμε τις όμορφες, ευτυχισμένες στιγμές, νοσταλγούμε όλα εκείνα που ζήσαμε και πέρασαν ανεπιστρεπτί. Η αύρα των αναμνήσεων αναδύει ένα μεθυστικό άρωμα πληρότητας αλλά και μελαγχολίας ταυτόχρονα.

Εσύ κι η σκέψη σου συνοδοιπόροι με αρμονικό βηματισμό στο ταξίδι αυτό και με μια γλυκόπικρη αίσθηση βαδίζετε αργά αλλά σταθερά στο χθες, κοιτάζοντας παράλληλα το τώρα και ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο αύριο. Είναι η κρίση «μέσης ηλικίας» που σε καλεί σ’ αυτήν την περιήγηση; Ή μήπως η διάθεση για απολογισμό της ζωής που πέρασε;

Τίποτα από αυτά. Μόνο η δύναμη της σκέψης. Και είναι, αλήθεια, τόσο μεγάλη, που έχει την ικανότητα να σε εγκλωβίσει σε ένα περιστατικό, σε ένα συμβάν το οποίο σε πονάει και δεν αλλάζει, σε ένα πρόσωπο αγαπημένο που «έφυγε» βιαστικά. Κάποιες φορές στο φέρνει στο νου σου τόσο αστραπιαία!

«Καρφώνει» τις στιγμές κι αφήνει σημάδια ανεξίτηλα στη μνήμη σου! Σε περιφέρει στο σκοτεινό λαβύρινθο των στιγμών που σε πλήγωσαν και στους γνώριμους, από το παρελθόν, διαδρόμους του. Σε κρατά άγρυπνο η σκέψη, ως απλό θεατή, να στέκεις κοντά στο κρεβάτι του πόνου, όπως τότε… Αμήχανος κι αδύναμος να αντιδράσεις μπροστά στο αναπόδραστο που φτάνει. Φέρνει ξανά και ξανά στο μυαλό σου εικόνες από την ώρα του δειλινού, καθώς ο ήλιος έδυε.

Δεν προλαβαίνεις να αντιδράσεις, να αμυνθείς, ώστε να καταφέρεις να γλυκάνεις τον πόνο και την οδύνη και να τα μετατρέψεις όλα αυτά σε γλυκιά ανάμνηση. Προσπαθείς να ξεφύγεις, μα μένεις προσκολλημένος εκεί, στην ημερομηνία που σε σημάδεψε. Τόσο μεγάλη δύναμη έχει η σκέψη! Παγώνει το χρόνο γύρω σου, παγώνει το βλέμμα σου, το οποίο μένει προσηλωμένο στο κενό. Σε εκτοπίζει από το τώρα, από την πραγματικότητα.

Και την ίδια στιγμή ακούς μια φωνή από το παρόν, που προσπαθεί να σε επαναφέρει, μιλώντας σιγανά, σχεδόν ψιθυριστά, σα να φοβάται μη σε τρομάξει καθώς διακόπτει το ταξίδι σου στο χρόνο: «Κύριε, είστε καλά;». Νιώθεις εκτεθειμένη στα βλέμματα που είναι καρφωμένα πάνω σου κι αναρωτιέσαι: «Άραγε, είμαι καλά…;».

Ναι, είσαι καλά! Και θα γίνεις ακόμα καλύτερα, αν καταφέρεις να απεγκλωβιστείς από όσα σε κρατούν μακριά από το παρόν! Αν οριοθετήσεις τη σκέψη σου και κυριαρχήσεις σε αυτή, κάθε φορά που επιχειρεί να σε πάει στους ίδιους σκοτεινούς διαδρόμους. Ξεγέλασέ την! Παράσυρέ την σε άλλα μονοπάτια, ευχάριστα! Επιστράτευσε μουσική, διάβασμα, φίλους, αγαπημένα πρόσωπα, δραστηριότητες!

Κράτησε τη σκέψη σου σε εγρήγορση και μακριά από κείνες τις στιγμές του παρελθόντος που σε πονάνε. Εκείνες φύλαξέ τες καλά στο σεντούκι της ψυχής σου σα θησαυρό, σε ένα μέρος που θα γνωρίζεις μόνο εσύ. Φύλαξέ τες καλά σφραγισμένες στο σκοτάδι και περίμενε, ώσπου ο μούστος να γίνει γλυκόπιοτο κρασί, ώσπου η οδύνη να γίνει γλυκιά ανάμνηση.

Μεγάλη η δύναμη της σκέψης και πολύτιμη! Μην την αφήνεις, όμως, να σε ταλαιπωρεί και να σε κάνει να βασανίζεσαι… Γίνε ο κυρίαρχος του παιχνιδιού! Είσαι ο κυρίαρχος στα παιχνίδια που μας παίζει η ζωή! Κύρια όπλα σου η λογική, το συναίσθημα και η δύναμη που αντλεί η ψυχή σου από όσα έζησες. Δύναμη ικανή να ξεπεράσει και την πιο «σκοτεινή» σκέψη.

Κάθε γεγονός στη ζωή έχει μια κρυφή σημασία που εξυπηρετεί την εξέλιξή μας

Ξοδεύουμε το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς μας για να αποδείξουμε την σπουδαιότητά μας. Αν καταφέρναμε να χάσουμε ένα μόνο μέρος από αυτήν την σπουδαιότητα, θα μας συνέβαιναν δύο καταπληκτικά πράγματα.

Πρώτον, θα απελευθερώναμε την ιδέα με την οποία προσπαθούμε να διατηρήσουμε την απατηλή ιδέα του ‘’μεγαλείου’’ μας, δεύτερον, θα προμηθεύαμε στον εαυτό μας αρκετή ενέργεια για να μπορέσει ν’ αντικρίσει έστω κ στιγμιαία το πραγματικό μεγαλείο του σύμπαντος.

Υπάρχουν τρία στοιχεία στον Νόμο της Ελάχιστης Προσπάθειας, τρία πράγματα που μπορώ να κάνω για να θέσω σε ενέργεια την αρχή ‘’κάνε λιγότερα και πέτυχε περισσότερα’’.

Το πρώτο στοιχείο είναι η Αποδοχή. Αποδοχή σημαίνει να πάρω μια απόφαση:

‘’Σήμερα θα αποδεχτώ τους ανθρώπους, τις καταστάσεις, τις περιστάσεις και τα γεγονότα, όπως κι αν έρθουν’’. Αυτό σημαίνει ν’ αναγνωρίζω ότι κάθε στιγμή είναι όπως πρέπει να είναι, αφού ολόκληρο το σύμπαν είναι όπως πρέπει να είναι.

Αυτή η στιγμή, η στιγμή που βιώνω ακριβώς τώρα, είναι το αποκορύφωμα όλων των στιγμών που πέρασα στο παρελθόν. Αυτή η στιγμή είναι έτσι, επειδή όλο το σύμπαν είναι έτσι.

Όταν αντιμάχομαι αυτήν την στιγμή στην ουσία αντιμάχομαι όλο το σύμπαν.

Αντί γι΄ αυτό μπορώ να πάρω την απόφαση να μην αντιπαλέψω όλο το σύμπαν αντιπαλεύοντας αυτήν την στιγμή. Αυτό σημαίνει πως η αποδοχή της κάθε στιγμής στη ζωή μου θα πρέπει να είναι ολοκληρωτική κ απόλυτη.

Αποδέχομαι τα πράγματα όπως είναι και όχι όπως θα ήθελα να είναι αυτή τη στιγμή. ΄Έχει σημασία να κατανοήσω το νόημα αυτής της φράσης.

Μπορώ να εύχομαι ν’ αλλάξουν τα πράγματα στο μέλλον, αλλά αυτή τη στιγμή θα πρέπει να τα αποδεχτώ ως έχουν. Όταν νιώθω εκνευρισμένος ή αναστατωμένος από ένα πρόσωπο ή κάποια κατάσταση, αν θυμηθώ πως στην ουσία δεν αντιδρώ σ ’αυτό το πρόσωπο ή στην κατάσταση αλλά στα συναισθήματά μου γι’ αυτά.

Τα συναισθήματα είναι καθαρά δικά μου και κανείς άλλος δεν είναι υπεύθυνος για την εκδήλωσή τους. Όταν αναγνωρίσω κ καταλάβω πλήρως αυτή την ιδέα, τότε είμαι έτοιμος ν’ αναλάβω την ευθύνη για το πώς νιώθω κ να την αλλάξω!

Αν μπορέσω να αποδεχτώ τα πράγματα όπως έχουν, τότε μπορώ να αναλάβω την ευθύνη για την κατάστασή μου κ για όλα τα γεγονότα τα οποία θεωρώ ως προβλήματα.

Αυτό με οδηγεί στο δεύτερο στοιχείο του Νόμου της Ελάχιστης Προσπάθειας: Την ευθύνη.

Τι σημαίνει ευθύνη; Ευθύνη σημαίνει να μη κατηγορώ κανέναν κ τίποτα για την κατάστασή μου, ακόμα κι εμένα τον ίδιο.

Έχοντας αποδεχτεί μια κατάσταση, ένα γεγονός, ένα πρόβλημα, ευθύνη είναι η ικανότητα να ανταποκρίνομαι δημιουργικά στην κατάσταση όπως εμφανίζεται τώρα.

Όλα τα προβλήματα εμπεριέχουν το σπέρμα της ευκαιρίας κ αυτή η συνειδητοποίηση, μου επιτρέπει να αρπάξω την στιγμή και να τη μετατρέψω σε μια καλύτερη κατάσταση ή αποτέλεσμα. Όταν το καταφέρω η κάθε υποτιθέμενα προβληματική κατάσταση θα γίνει μια ευκαιρία για τη δημιουργία κάτι νέου και όμορφου. Και κάθε υποτιθέμενος βασανιστής ή τύραννος θα μετατραπεί σε δάσκαλό μου.

Η πραγματικότητα είναι θέμα ερμηνείας.

Αν επιλέξω αυτή την ερμηνεία, θ’ αποκτήσω πολλούς δασκάλους κ θα μου δοθούν πολλές ευκαιρίες να εξελιχθώ. Όποτε αντιμετωπίζω έναν τύραννο, βασανιστή, έναν δάσκαλο, φίλο ή εχθρό (όλοι σημαίνουν το ίδιο πράγμα) χρειάζομαι να υπενθυμίζω στον εαυτό μου: ‘’Αυτή η στιγμή είναι έτσι όπως πρέπει να είναι’’.

Όποιες σχέσεις κι αν έχω προσελκύσει στη ζωή μου αυτή τη στιγμή, είναι ακριβώς όποιες χρειάζομαι για τη συγκεκριμένη στιγμή.

Υπάρχει μια κρυφή σημασία πίσω από κάθε γεγονός και αυτή η κρυφή σημασία εξυπηρετεί οπωσδήποτε την δική μου εξέλιξη.

Το τρίτο στοιχείο του Νόμου της Ελάχιστης Προσπάθειας είναι η άρνηση υπεράσπισης.

Αυτό σημαίνει πως έχω απαλλαγεί απ’ την ανάγκη να πείσω τους άλλους για τις απόψεις μου.

Αν παρατηρήσω τους ανθρώπους γύρω μου, θα δω ότι περνούν το ενενήντα εννέα τοις εκατό του χρόνου τους υπερασπιζόμενοι τις απόψεις τους. Αν απαλλαγώ από την ανάγκη να υποστηρίζομαι τις απόψεις μου, θ’ αποκτήσω πρόσβαση σε τεράστια ποσά ενέργειας τα οποία μέχρι τώρα σπαταλούσα άσκοπα. Όταν περνάω στην άμυνα, όταν κατηγορώ τους άλλους κ δεν παραδίνομαι στη στιγμή, η ζωή μου συναντά αντίσταση. Αν οποιαδήποτε στιγμή συναντήσω αντίσταση, αν αναγνωρίσω ότι πιέζοντας την κατάσταση, απλά θ’ αυξήσω αυτήν την αντίσταση ακόμα περισσότερο..

Δεν πρέπει να στέκομαι άκαμπτος σαν την ψηλή βελανιδιά που ραγίζει και καταρρέει μέσα στην καταιγίδα. Αντίθετα, θα πρέπει να είμαι εύκαμπτος κ ευπροσάρμοστος, όπως το καλάμι που λυγίζει μέσα στην καταιγίδα και επιβιώνει. Να Αποφεύγω εντελώς να υπερασπίζομαι τη γνώμη μου.
Όταν δεν έχω αντικείμενο για να υπερασπιστώ, τότε δεν θα επιτρέψω τη δημιουργία καμιάς διαφωνίας. Αν κάνω κάτι τέτοιο συνεχώς, αν σταματήσω να πολεμάω και να αντιστέκομαι, θα έχω την πλήρη εμπειρία του παρόντος, πράγμα το οποίο αποτελεί ένα ανεκτίμητο δώρο.

Κάποιος κάποτε μου είπε: ‘’Το παρελθόν είναι ιστορία, το μέλλον είναι μυστήριο και το παρόν είναι δώρο’. Και είχε απόλυτο δίκιο.

Μη ζεις κάνοντας διαρκώς συγκρίσεις… Μην αξιολογείς αυτό που έχεις με βάση τι έχει ο άλλος

Ωστόσο, έχουμε μάθει να δημιουργούμε, μέρα με τη μέρα, όλο και περισσότερες προσδοκίες.

Για να ανακαλύψουμε πώς θα απαλλαγούμε απ’ αυτές, πρέπει να αναρωτηθούμε πώς δημιουργούνται.

Μπορούν να δημιουργηθούν με δύο τρόπους: έναν παθητικό και έναν ενεργητικό.

Η παθητική μέθοδος συνίσταται, βασικά, στην υπάκουη συμπεριφορά να συσσωρεύει κανείς γονεϊκές εντολές και αντιλήψεις χωρίς να τις εξετάζει…ποτέ.

Να τρέχω, δηλαδή, πίσω από την επιθυμία να ανταποκριθώ σ’ εκείνη την εξιδανικευμένη εικόνα που αντανακλά πιστά αυτό που περίμεναν από μένα οι γονείς μου, ο παππούς μου, ο δάσκαλός μου στην πέμπτη δημοτικού, ο εφημέριος του χωριού ή δεν ξέρω ποιος άλλος.

Η δεύτερη μέθοδος απαιτεί προσωπική δουλειά και συνενοχή κατά τη διαδικασία. Συνίσταται στην εφαρμογή των εντολών και των υποδείξεων που πήρε κανείς προκειμένου να συγκρίνει ό,τι έχει, με όλα όσα έχουν, είχαν ή μπορεί να φτάσουν να έχουν στο μέλλον οι άλλοι. Η αναμενόμενη ικανοποίηση έρχεται από τη στιγμή που θα καταφέρει να έχει κανείς όλα όσα έχουν οι άλλοι ή, ακόμη καλύτερα, παραπάνω απ’ αυτούς.

Εξέγερση κατά της εντολής, είναι να μην κοιτάς το σνίτσελ στο πιάτο του διπλανού σου όταν σου σερβίρουν το δικό σου. Μπορεί να σ’ αρέσει ή να μη σ’ αρέσει το δικό σου σνίτσελ, αλλά αυτό δεν πρέπει να εξαρτάται από το πώς είναι το σνίτσελ του διπλανού. Μπορεί να είναι βέβαιο ότι δε σου αρέσει, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με το πώς είναι το σνίτσελ του άλλου. Δεν μπορεί να πάψει να σου αρέσει το δικό σου μόλις δεις ότι το σνίτσελ του άλλου είναι πιο τραγανό, πιο τρυφερό ή πιο μεγάλο. Δεν είναι έτσι.

Αν δεν θέλεις πραγματικά να ζεις σ’ έναν κόσμο γεμάτο προσδοκίες, μη ζεις κάνοντας διαρκώς συγκρίσεις…
Μην αξιολογείς αυτό που έχεις με βάση τι έχει ο άλλος.
Μην κάνεις σαν τρελός για να πετύχεις στο μέτρο που πέτυχε ο άλλος.
Μη συγκρίνεις τον εαυτό σου με τους άλλους: έτσι δεν θα εξαρτάται η ευτυχία σου από το πώς είναι οι άλλοι.

Οι αξιολάτρευτοι γονείς μας μας έμαθαν αν δημιουργούμε τις δικές μας προσδοκίες και φύτεψαν στον κήπο μας τις δικές τους για να ευδοκιμήσουν.

Ακόμη και οι καλύτεροι, οι πιο φωτισμένοι γονείς, εμφανίζονται συχνά ως υπαίτιοι για τις μεγαλύτερες ατυχίες, τους πιο άτυχους δρόμους.

Πρέπει να το παραδεχτούμε. Σε ορισμένα πράγματα όπως αυτό, οι γονείς είμαστε ανίκανοι, ή τουλάχιστον αναποτελεσματικοί.

Πώς θα μπορούσαμε να το αλλάξουμε αυτό;
Για να είμαστε καλοί στη δουλειά που κάνουμε κάθε μέρα χρειαστήκαμε χρόνια εξάσκησης και δοκιμών, αν όχι ειδική εκπαίδευση. Ωστόσο, περιμένει κανείς να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας, που γεννήθηκαν ευάλωτα και απόλυτα εξαρτημένα από τη στιγμή που ήρθαν στον κόσμο μέχρι και πέρα από την εφηβεία, χωρίς καμιά προηγούμενη εμπειρία (εκτός αν ονομάζουμε εμπειρία το εντελώς αξιοθρήνητο μοντέλο που μας κληροδότησαν οι δικοί μας γονείς).

Κι από πάνω, να μας υποχρεώνει η κοινωνία να φορτωθούμε ευθύνες σχεδιασμένες μάλλον για παντοδύναμα όντα, παρά για έναν συνηθισμένο πατέρα ή μια κοινή μητέρα.

Το δηλώνω φωναχτά: εμείς οι γονείς, δεν είμαστε αλάθητοι θεοί!!! Και τι μ’ αυτό;

Είναι βέβαια πως η εξουσία των γονιών πάνω στα παιδιά είναι σχεδόν άδικη. Μας παρηγορεί, όμως, έστω και λίγο, το γεγονός πως είναι άδικη για όλους.

Με βάση τη λογική, ως παιδιά, δεν θα έπρεπε να έχουμε υποστεί τις συνέπειες της ανεπάρκειας των γονιών μας για όλη μας τη ζωή: τον υπερβολικό έλεγχο ή την απόμακρη συμπεριφορά, τους καβγάδες μεταξύ τους και την έλλειψη σεβασμού που προερχόταν από τον ανόητο αυταρχισμό της εξουσίας τους.

Ούτε τις φρικτές προθέσεις τους- λίγο πολύ συγκαλυμμένες, ανάλογα με την περίπτωση-, να καλύψουμε εμείς τα κενά της ζωής τους… να συνεχίσουμε το έργο τους… ή να φτάσουμε εμείς εκεί που εκείνοι θα ήθελαν να είχαν φτάσει.

Γι’ αυτούς και πολλούς άλλους λόγους- που δεν πρόκειται να απαριθμήσω εδώ-, μερικές φορές οι γονείς που θέλουν ειλικρινά να μας βοηθήσουν να γίνουμε ευτυχισμένοι, ενεργούν μόνο μέσα από την υποκειμενική τους άποψη για το τι είναι καλύτερο, κι έτσι μετατρέπονται σε πραγματικά εμπόδια γι’ αυτήν την ευτυχία.

Δεν χωράει αμφιβολία ότι όλα αυτά είναι άδικα, και το θέμα δεν θα ήταν, ίσως, τόσο σοβαρό, αν σ’ αυτές τις αδυναμίες και σ’ αυτές τις πληγές δεν ερχόταν να προστεθεί η κακοήθεια ορισμένων που προσπαθούν να τις εκμεταλλευτούν προς όφελός τους.

Πρέπει να πάρω μιαν απόφαση:

Αντί να επιτρέψω να σταθούν όλα αυτά εμπόδιο στην ευτυχία μου- πράγμα που, απλώς, θα σηματοδοτούσε νίκη της ομάδας των “κακοπροαίρετων” (όπως λένε στο Μεξικό)-, πρέπει να βρω το κουράγιο για ν’ αρχίσω να παλεύω εναντίον τους, να διορθώσω ό,τι διορθώνεται, να αναπληρώσω ό,τι μου λείπει και να δημιουργήσω από τις στάχτες έναν καλύτερο κόσμο.

Πάντα, όταν φτάνω σ’ αυτό το σημείο σε μια ομιλία, κάποιος θα με ρωτήσει αν υπάρχει στ’ αλήθεια κακοήθεια.

Η απάντησή μου είναι ναι.
Μετά, με ρωτάνε αν είναι έμφυτη.
Απαντώ όχι.
Με ρωτάνε τι να κάνουν με την κακοήθεια.
Και απαντώ:

Η κακοήθεια είναι αποτέλεσμα άγνοιας.
Και η άγνοια αποτέλεσμα της έλλειψης παιδείας.
Η κακοήθεια αντιμετωπίζεται με περισσότερη και περισσότερη και περισσότερη μόρφωση.

Οι χώρες μας δεν πρόκειται να λύσουν τα προβλήματα της αυξανόμενης εγκληματικότητας, της βίας και της αντικοινωνικής συμπεριφοράς μόνο με αυστηρότερους νόμους, χτίζοντας φυλακές ή ενισχύοντας τα Σώματα Ασφαλείας. Όλα αυτά μπορεί να είναι σημαντικά και να αποδίδουν βραχυπρόθεσμα, ωστόσο, μακροπρόθεσμα, η οριστική λύση μπορεί να είναι μόνο:

Περισσότερα σχολεία, περισσότεροι δάσκαλοι, περισσότερα χρήματα στον κρατικό προϋπολογισμό για την παιδεία, περισσότερες υποτροφίες, περισσότερη εκπαίδευση.

Για να σε σέβονται οι ηλίθιοι, πρέπει να συμπεριφέρεσαι σύμφωνα με τις προσδοκίες τους

Γιατί θα έπρεπε να σε απασχολεί η αναγνώριση; Η αναγνώριση δεν έχει νόημα μόνο αν δεν αγαπάς αυτό που κάνεις. Μόνο τότε έχει νόημα, επειδή τότε είναι ένα υποκατάστατο. Μισείς αυτό που κάνεις, δεν σου αρέσει, το κάνεις όμως επειδή θα υπάρξει αναγνώριση, θα σε αποδέχονται, θα σε τιμούν. Αντί να σκέφτεσαι την αναγνώριση, ξανασκέψου αυτό που κάνεις. Το αγαπάς; Τότε, τέλειωσε. Αν δεν το αγαπάς, τότε άλλαξέ το!

Οι γονείς όμως και οι δάσκαλοι πάντοτε ενθαρρύνουν την αναγνώριση. Αυτή είναι μια πολύ πονηρή στρατηγική για να κρατιούνται οι άνθρωποι υπό έλεγχο.

Μάθε ένα βασικό πράγμα: Κάνε αυτό που θέλεις εσύ να κάνεις, αγάπα το και ποτέ μη ζητάς αναγνώριση. Γιατί θα έπρεπε να ζητάει κανείς αναγνώριση; Γιατί θα έπρεπε να ζητάει κανείς αποδοχή; Κοίταξε βαθιά μέσα σου. Πιθανόν να μη σου αρέσει αυτό που κάνεις. Πιθανόν να φοβάσαι ότι βρίσκεσαι σε λάθος μονοπάτι, οπότε η αποδοχή θα σε βοηθήσει να νιώσεις πως είσαι σωστός. Η αναγνώριση θα σε κάνει να νιώσεις ότι πηγαίνεις προς το σωστό στόχο.

Το ζήτημα είναι το πώς νιώθεις εσύ μέσα σου. Δεν έχει καμία σχέση με τον εξωτερικό κόσμο. Και γιατί να εξαρτάσαι από τους άλλους; Όλα αυτά τα πράγματα εξαρτώνται από τους άλλους κι εσύ ο ίδιος γίνεσαι εξαρτημένος. Αποδεχόμενος ένα βραβείο, σημαίνει ότι δεν είσαι περήφανος για τον εαυτό σου, αλλά για το βραβείο. Αυτήν εδώ τη στιγμή, μπορείς να είσαι εσύ ο ίδιος περήφανος για τον εαυτό σου.

Μ’ αυτόν τον τρόπο γίνεται κανείς άτομο. Και το είσαι άτομο, το να ζεις μέσα σε πλήρη ελευθερία, το να στέκεσαι στα πόδια σου, το να πίνεις από τις ίδιες σου τις πηγές, είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο κεντραρισμένο και ριζωμένο. Αυτή είναι η αρχή για το υπέρτατο άνθισμά του.

Ο άνθρωπος που έχει αίσθηση της ατομικότητάς του, ζει αγαπώντας τη ζωή του, αγαπώντας αυτό που κάνει και δεν νοιάζεται καθόλου για το τι σκέφτονται οι άλλοι. Όσο μεγαλύτερη αξία έχει η δουλειά σου, τόσο λιγότερη πιθανότητα υπάρχει να κερδίσεις κοινωνική υπόληψη από αυτήν. Και αν η δουλειά σου είναι δουλειά μιας μεγαλοφυΐας, τότε δεν πρόκειται να δεις κανενός είδους σεβασμό όσο ζεις. Θα σε επικρίνουν όλη σου τη ζωή. Ύστερα δυο-τρεις αιώνες όμως, θα σου φτιάξουν αγάλματα – επειδή στην ανθρωπότητα παίρνει δυο-τρεις αιώνες για να φτάσει στην ευφυΐα που έχει σήμερα ένας άνθρωπος μεγαλοφυής. Το χάσμα είναι τεράστιο.

Για να σε σέβονται οι ηλίθιοι, πρέπει να συμπεριφέρεσαι σύμφωνα με τις προσδοκίες τους. Για να σε σέβεται αυτή η αρρωστημένη ανθρωπότητα, πρέπει εσύ να είσαι πιο άρρωστος απ’ αυτούς. Τότε θα σε σέβονται. Τι θα κερδίσεις όμως; Θα χάσεις την ψυχή σου και δεν πρόκειται να κερδίσεις τίποτα.

Τι πειράζει κι αν βραχώ;

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονος Σε όσους τη νύχτα ονειρεύονταιΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΑΝΟΙΓΕΙ ΣΑΝ ΒΕΝΤΑΛΙΑ.

Μπροστά μου απλώνονται το λιγότερο πέντε διαφορετικοί δρόμοι.
Κανένας δεν δείχνει καλύτερος από τους άλλους. Απλώς, είναι όλοι εκεί.
Στο σταυροδρόμι, πάνω σε μια πέτρα, κάθεται ένας γέρος.
Παίρνω το θάρρος να τον ρωτήσω:

“Ποιο δρόμο λες να πάρω, παππού;”
“Εξαρτάται τι ψάχνεις” μου απαντάει ατάραχος.
“Θέλω να γίνω ευτυχισμένος” του λέω.
“Οποιοσδήποτε απ’ αυτούς τους δρόμους μπορεί να σε πάει ως εκεί.”

Τα χάνω.

“Δηλαδή… το ίδιο κάνει;”
“Όχι.”
“Μα πριν μου είπες…”
“Όχι. Δε σου είπα ότι όποιον δρόμο και να πάρεις θα σε βγάλει εκεί που θέλεις. Σου είπα ότι οποιοσδήποτε δρόμος μπορεί να είναι αυτός που ψάχνεις.”
“Δεν καταλαβαίνω.”
“Ο δρόμος που θα διαλέξεις θα σε πάει εκεί που θέλεις, αν κάνεις τη σωστή επιλογή.”

“Και ποιος είναι ο σωστός δρόμος;”

Ο γέρος δεν απαντά.
Καταλαβαίνω πως η ερώτησή μου δεν έχει απάντηση.
Αποφασίζω να του το φέρω αλλιώς:

“Πώς θα μπορούσα να κάνω μια σοφή επιλογή; Τι πρέπει να προσέξω για να μην κάνω λάθος;”

Αυτή τη φορά, ο γέρος μου απαντάει:

“Μη ρωτάς… Μη ρωτάς.”

Οι δρόμοι είναι εκεί.
Ξέρω πως αυτή θα είναι μια σοβαρή απόφαση. Δεν έχω περιθώριο να κάνω λάθος…

Ο αμαξάς κάτι μου ψιθυρίζει στ’ αφτί- προτείνει το δεξί μονοπάτι.
Τα άλογα κάνουν σαν να θέλουν να πάρουν το απόκρημνο αριστερό.

Η άμαξα ταλαντεύεται, αλλά μοιάζει να θέλει να πάει ευθεία, μπροστά.

Κι εγώ, ο επιβάτης, έχω την εντύπωση ότι καλύτερα θα ήταν να πάρω εκείνο το δρομάκι το κάπως υπερυψωμένο.

Όμως, είμαστε όλοι ένα, και το δίχως άλλο έχουμε πρόβλημα.

Μετά από λίγο βλέπω πως με κάποιον τρόπο, σιγά-σιγά, ο αμαξάς η άμαξα και τ’ άλογα- για πρώτη φορά τόσο ξεκάθαρα-, αφήνονται πάνω μου.

Ούτε ο γέρος υπάρχει πια. Και μαζεύονται, αθροίζονται οι δρόμοι που διάβηκα για να φτάσω ως εδώ, και μαζί μ’ αυτούς κάθε άνθρωπος που γνώρισα.

Δεν είμαι τίποτα απ’ αυτά, όμως, τα έχω όλα κρατημένα μέσα μου.

Και είμαι εγώ αυτός που τώρα, ολοκληρωμένος, πρέπει ν’ αποφασίσω ποιον δρόμο θα πάρω.

Κάθομαι στην πέτρα όπου πριν από λίγο καθόταν ο γέρος. Χαλαρά, για λίγο, τόσο μόνο όσο χρειάζεται για να πάρω αυτήν την απόφαση.

Χωρίς βιασύνη. Δε θέλω να μαντέψω- να διαλέξω θέλω.
Αρχίζει να βρέχει.
Συνειδητοποιώ ότι δεν μου αρέσει η βροχή.
Αλλά ούτε και θα μου άρεσε να μη βρέχει ποτέ.
Μου φαίνεται πως θέλω να βρέχει μονάχα όποτε εμένα μου κάνει κέφι.
Και πάλι, όμως, δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι αυτό είναι που θέλω πραγματικά.
Νομίζω ότι είμαι απλώς μάρτυρας της ενόχλησής μου, λες και δεν είναι δική μου, σαν να μην έχω εγώ καμία σχέση μ’ αυτό που συμβαίνει.

Πράγματι, δεν έχω καμία σχέση με τη βροχή.
Η ενόχληση, όμως, είναι δική μου. Δική μου είναι η μη αποδοχή, εγώ είμαι αυτός που δυσανασχετεί.
Επειδή βρέχομαι;
Όχι.
Ενοχλούμαι γιατί μ’ ενοχλεί η βροχή.
Βρέχει…
Μήπως πρέπει να βιαστώ, να προχωρήσω;
Όχι.
Και πιο πέρα πάλι βρέχει.

Τι πειράζει κι αν βραχώ, αν πέσουν πάνω μου λίγες σταγόνες … Σημασία έχει ο δρόμος.

Δεμένος με τις βεβαιότητές του, είναι ένας σκλάβος

“Όταν γελάς, κινδυνεύεις να σε περάσουν για χαζό. Και τι με αυτό; Οι χαζοί διασκεδάζουν πολύ!”

“Όταν κλαις κινδυνεύεις να σε περάσουν για συναισθηματικό. Και βέβαια είμαι συναισθηματικός. Μ’ αρέσει. Τα δάκρυα βοηθάνε.”

“Όταν ανοίγεσαι στον άλλο, κινδυνεύεις να μπλέξεις. Ποιος λέει ότι το μπλέξιμο είναι κίνδυνος; Εγώ θέλω να μπλεχτώ.”

“Όταν εκδηλώνεις τα συναισθήματα σου, κινδυνεύεις να δείξεις τον πραγματικό σου εαυτό. Και τι άλλο έχω να δείξω;”

“ Όταν εκθέτεις τις ιδέες και τα όνειρά σου μπροστά στους άλλους, κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς αφελής.” Α, μ’ έχουν χαρακτηρίσει πολύ χειρότερα από αυτό.

“Όταν αγαπάς, κινδυνεύεις να μην στο ανταποδώσουν.” Δεν αγαπώ για να μου το ανταποδώσουν.

“Όταν ζεις, κινδυνεύεις να πεθάνεις¨ Είμαι έτοιμος για αυτό. Μην τολμήσετε να χύσετε ούτε ένα δάκρυ, αν μάθετε ότι ο Μπουσκάλια τινάχτηκε στον αέρα ή έμεινε στον τόπο. Το έκανε με ενθουσιασμό.

“Όταν ελπίζεις, κινδυνεύεις να απογοητευτείς, κι όταν δοκιμάζεις, κινδυνεύεις ν’ αποτύχεις.” Ναι, αλλά πρέπει να ρισκάρεις, γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος στη ζωή είναι να μην ρισκάρεις τίποτε. Ο άνθρωπος που δεν ρισκάρει τίποτε, δεν κάνει τίποτε, δεν έχει τίποτε, δεν είναι τίποτε, και γίνεται ένα τίποτε. Μπορεί ν’ αποφεύγει τον πόνο και τη λύπη, όμως δεν μπορεί να μάθει και να νιώσει και να αλλάξει και ν’ αναπτυχθεί και ν’ αγαπήσει και να ζήσει. Δεμένος με τις βεβαιότητές του, είναι ένας σκλάβος. Έχει παραιτηθεί από την ελευθερία του. Μόνο ο άνθρωπος που ρισκάρει είναι πραγματικά ελεύθερος. Δοκίμασε και θα δεις.

Σε όσους τη νύχτα ονειρεύονται

Άνθρωποι που στον ύπνο τους τη νύχτα ονειρεύονται γνωρίζουν ένα ξεχωριστό είδος ευτυχίας που δεν περικλείεται στον κόσμο της ημέρας, μια γαλήνια έκσταση και άνεση στην καρδιά που είναι σαν μέλι στη γλώσσα. Γνωρίζουν επίσης ότι η πραγματική δόξα των ονείρων ενυπάρχει στην ατμόσφαιρα της απεριόριστης ελευθερίας τους. Δεν είναι η ελευθερία του δικτάτορα που επιβάλλει τη βούλησή του στον κόσμο, αλλά η ελευθερία του καλλιτέχνη που δεν έχει βούληση, που είναι ελεύθερος από βούληση.

Η απόλαυση του αληθινού ονειροπόλου δεν έγκειται στην ουσία του ονείρου, αλλά στο ότι εκεί συμβαίνουν πράγματα στα οποία ο ίδιος δεν έχει την παραμικρή ανάμειξη, και βρίσκονται εντελώς έξω από τον δικό του έλεγχο. Μεγάλα τοπία αυτοδημιουργούνται, μεγάλες εξαίσιες εικόνες, πλούσια και φίνα χρώματα, δρόμοι, σπίτια που ποτέ δεν έχει δει, ούτε ακούσει για αυτά. Ξένοι εμφανίζονται και είναι φίλοι ή εχθροί, παρότι το πρόσωπο που ονειρεύεται δεν έχει ποτέ κάνει τίποτα για αυτά.

Οι ιδέες φυγής και αναζήτησης επανέρχονται στα όνειρα εξίσου γοητευτικές. Κι όλοι λένε υπέροχα πνευματώδη σχόλια. Είναι αλήθεια ότι, αν τα φέρει στον νου του την ημέρα, ξεθωριάζουν και χάνουν το νόημά τους γιατί ανήκουν σ’ ένα άλλο πεδίο, αλλά, μόλις αυτός που ονειρεύεται ξαπλώνει τη νύχτα, η ροή κλείνει και πάλι, κι εκείνος θυμάται πόσο υπέροχα ήταν. Περιβάλλεται διαρκώς από ένα αίσθημα απέραντης ελευθερίας που τον διατρέχει σαν αέρας, σαν φως – μια υπερκόσμια ευδαιμονία. Είναι ένα άτομο προνομιούχο όποιος δεν έχει τίποτα να κάνει, αλλά για την ανάπτυξη και την ευχαρίστησή του συμπράττουν όλα. Οι βασιλιάδες της Ταρσίδος θα του προσφέρουν δώρα. Λαμβάνει μέρος σε μια μεγάλη μάχη ή γιορτή και αναρωτιέται αν πρέπει, εν μέσω αυτών των γεγονότων, να είναι τόσο προνομιούχος, ώστε να μένει ξαπλωμένος.

Όταν αρχίζεις να χάνεις τη συνείδηση της ελευθερίας και όταν η ιδέα της αναγκαιότητας εισβάλλει στον κόσμο, όταν υπάρχει κάτι βιαστικό και επείγον, όταν έχεις να γράψεις ένα γράμμα, να προφτάσεις το τρένο, όταν πρέπει να δουλέψεις για να μπορούν τα άλογα του ονείρου να καλπάσουν και τα τουφέκια να ρίξουν, τότε είναι που το όνειρο εξασθενεί και μετατρέπεται σε εφιάλτη – το χειρότερο και κατώτερο είδος ονείρου.

Ο Βούδας δεν μπορεί να πεθάνει όσο υπάρχουν άνθρωποι σαν κι εσένα, που είναι ικανοί να με ακολουθούν για χρόνια, θυσιάζοντας τις επιθυμίες τους για τις ανάγκες των άλλων

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονος Σε όσους τη νύχτα ονειρεύονταιΟ Βούδας τριγυρνούσε στον κόσμο για να συναντήσει όσους αυτοαποκαλούνταν μαθητές του, και να τους μιλήσει για την αλήθεία.

Στο πέρασμά του, οι άνθρωποι που πίστευαν στο λόγο του έτρεχαν κατά εκατοντάδες να τον ακούσουν, να τον αγγίξουν ή να τον δουν, σίγουρα για μία και μοναδική φορά στη ζωή τους.

Τέσσερις μοναχοί που έμαθαν ότι ο Βούδας θα βρισκόταν στην πόλη Βαάλι, φόρτωσαν τα μουλάρια τους και ξεκίνησαν το ταξίδι που θα διαρκούσε, αν όλα πήγαιναν καλά, κάμποσες εβδομάδες.

Ο ένας δεν ήξερε καλά το δρόμο για το Βαάλι και ακολουθούσε τους άλλους.

Ύστερα από τρεις μέρες πορεία τούς έπιασε μεγάλη καταιγίδα. Οι μοναχοί έτρεξαν ν’ αναζητήσουν καταφύγιο σ’ ένα χωριό, ώσπου να περάσει η καταιγίδα.

Ο τελευταίος, όμως, δεν έφτασε στον οικισμό και αναγκάστηκε να καταφύγει στο σπίτι ενός βοσκού, στα περίχωρα. Ο βοσκός τού πρόσφερε ρούχα, στέγη και φαγητό για να περάσει τη νύχτα.

Το επόμενο πρωί, όταν ο μοναχός ετοιμαζόταν να φύγει, πήγε ν’ αποχαιρετήσει το βοσκό. Όταν πλησίασε στο μαντρί είδε ότι με την καταιγίδα τα πρόβατα είχαν σκορπίσει κι ο βοσκός πάσχιζε να τα συγκεντρώσει.

Ο μοναχός σκέφτηκε ότι οι συνταξιδιώτες του θα έφευγαν την ώρα εκείνη από το χωριό και αν δεν έκανε γρήγορα θα απομακρύνονταν πολύ. Όμως, δεν μπορούσε να συνεχίσει το δρόμο του αφήνοντας το βοσκό στην τύχη του ύστερα από τη φιλοξενία που του είχε προσφέρει. Έτσι αποφάσισε να μείνει, ώσπου και οι δύο κατάφεραν να μαζέψουν πάλι το κοπάδι.

Έτσι πέρασαν τρεις μέρες. Μετά, πήρε πάλι το δρόμο όσο πιο γρήγορα μπορούσε μήπως προλάβει τους συντρόφους του.

Ακολουθώντας τα ίχνη τους, έφτασε σ’ ένα αγρόκτημα για να προμηθευτεί νερό.

Μια γυναίκα τού έδειξε πού ήταν το πηγάδι και ζήτησε συγνώμη που δεν μπορούσε να τον βοηθήσει γιατί δούλευε στη σοδειά… Ενώ ο μοναχός πότιζε τα μουλάρια του και γέμιζε τα ασκιά του με νερό, η γυναίκα τού εξήγησε ότι, μετά το θάνατο του άντρα της, δυσκολεύονταν πολύ εκείνη και τα παιδιά της να μαζέψουν τη σοδειά προτού χαλάσει.

Ο άνθρωπος κατάλαβε ότι η γυναίκα δεν θα τελείωνε τη συγκομιδή εγκαίρως, ήξερε όμως ότι αν έμενε να τη βοηθήσει θα έχανε τα ίχνη και δε θα βρισκόταν στο Βαάλι όταν θα έφτανε στην πόλη ο Βούδας.

«Θα τον δω λίγες μέρες αργότερα» σκέφτηκε, αφού ήξερε ότι ο Βούδας θα έμενε μερικές βδομάδες στο Βαάλι.

Η συγκομιδή πήρε τρεις εβδομάδες, κι όταν τελείωσε η δουλειά, ο μοναχός συνέχισε την πορεία του.

Στο δρόμο έμαθε ότι ο Βούδας δεν βρισκόταν πια στο Βαάλι κι ότι είχε φύγει για ένα άλλο χωριό, βορειότερα.

Ο μοναχός άλλαξε πορεία και τράβηξε προς το άλλο χωριό.

Θα είχε φτάσει εγκαίρως, έστω και μόνο για να τον δει, αν στο δρόμο δεν αναγκαζόταν να σώσει ένα ζευγάρι γερόντια που τους είχε παρασύρει το ποτάμι και δίχως τη βοήθειά του θα είχαν πνιγεί σίγουρα. Όταν οι γέροι συνήλθαν, ξαναπήρε το δρόμο του ξέροντας ότι ο Βούδας θα συνέχιζε το ταξίδι…

Είκοσι χρόνια πέρασε ο μοναχός ακολουθώντας το Βούδα… Κάθε φορά που τον πλησίαζε, κάτι συνέβαινε και καθυστερούσε. Πάντοτε βρισκόταν κάποιος που είχε ανάγκη και, δίχως να το ξέρει, έκανε το μοναχό να χασομερήσει.

Τελικά, έμαθε ότι ο Βούδας είχε αποφασίσει να πάει να πεθάνει στην πόλη όπου γεννήθηκε.

«Αυτή τη φορά» είπε μέσα του, «είναι η τελευταία μου ευκαιρία. Αν δεν θέλω να πεθάνω χωρίς να έχω δει τον Βούδα, δεν μπορώ να αποσπαστώ από την πορεία. Τίποτα τώρα δεν είναι πιο σημαντικό από το να δω το Βούδα προτού πεθάνει. Ύστερα θα έχω χρόνο να βοηθήσω όλους τους άλλους.»

Και με το τελευταίο μουλάρι του και ελάχιστες προμήθειες, ξανατράβηξε το δρόμο του.

Μια μέρα προτού φτάσει στο χωριό έπεσε σχεδόν επάνω σ’ ένα πληγωμένο ελάφι, στη μέση του δρόμου. Το φρόντισε, του έδωσε νερό και κάλυψε τις πληγές του με φρέσκο πηλό. Το ελάφι λαχάνιαζε προσπαθώντας ν’ ανασάνει με δυσκολία, ο αέρας δεν του έφτανε.

«Κάποιος πρέπει να μείνει μαζί του» σκέφτηκε, «για να μπορέσω να συνεχίσω το δρόμο μου.»

Μα δεν υπήρχε κανένας εκεί.

Με μεγάλη τρυφερότητα, έβαλε το ζώο κοντά σε κάτι βράχια για να συνεχίσει την πορεία του. Του άφησε νερό και φαγητό κοντά στο στόμα του και σηκώθηκε να φύγει.

Έκανε μονάχα δύο βήματα όταν κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να παρουσιαστεί μπροστά στο Βούδα γνωρίζοντας, στο βάθος της καρδιάς του, ότι είχε αφήσει μόνο του ένα ανυπεράσπιστο ετοιμοθάνατο…

Έτσι, ξεφόρτωσε το μουλάρι κι έμεινε εκεί να φροντίσει το ζωάκι. Ξενύχτησε δίπλα του σαν να ήταν παιδί. Του έδινε νερό στο στόμα και του έβαζε κρύες κομπρέσες στο μέτωπο.

Τα ξημερώματα, το ελάφι είχε συνέλθει.

Ο μοναχός σηκώθηκε, κάθισε σ’ ένα απόμερο σημείο κι έκλαψε… Τελικά, είχε χάσει και την τελευταία του ευκαιρία.

«Τώρα πια ποτέ δεν θα σε δω» είπε με δυνατή φωνή.

«Μη συνεχίζεις να με ψάχνεις» του είπε μια φωνή πίσω του. «Ήδη με βρήκες.»

Ο μοναχός γύρισε πίσω και είδε το ελάφι να κυκλώνεται από φως και να παίρνει τη στρογγυλεμένη μορφή του Βούδα.

«Θα με έχανες αν με άφηνες να πεθάνω απόψε τη νύχτα, για να έρθεις να με βρεις στο χωριό μου… Κι όσο για το θάνατό μου, μην ανησυχείς. Ο Βούδας δεν μπορεί να πεθάνει όσο υπάρχουν άνθρωποι σαν κι εσένα, που είναι ικανοί να με ακολουθούν για χρόνια, θυσιάζοντας τις επιθυμίες τους για τις ανάγκες των άλλων. Αυτό είναι ο Βούδας. Ο Βούδας είναι μέσα σου.»

Η πρώτη «εικόνα» ενός ιστού σκοτεινής ύλης που συνδέει γαλαξίες

Σχετική εικόναΕρευνητές κατάφεραν να φτιάξουν την πρώτη σύνθετη εικόνα μιας γέφυρας από σκοτεινή ύλη η οποία συνδέει μαζί τους γαλαξίες.  Η σύνθετη εικόνα, η οποία συνδυάζει μια σειρά μεμονωμένων εικόνων, επιβεβαιώνει προβλέψεις ότι οι γαλαξίες σε όλο το σύμπαν είναι συνδεδεμένοι μεταξύ τους μέσω ενός κοσμικού ιστού σκοτεινής ύλης, που μέχρι τώρα δεν είχε παρατηρηθεί.

Τα νημάτια της σκοτεινής ύλης γεφυρώνουν τον χώρο μεταξύ των γαλαξιών σε αυτόν τον ψευδοχρωματικό χάρτη. Οι θέσεις των φωτεινών γαλαξιών εμφανίζονται με λευκές περιοχές και η παρουσία νήματος σκοτεινής ύλης που γεφυρώνει τους γαλαξίες εμφανίζεται με κόκκινο χρώμα.

Η σκοτεινή ύλη, μια μυστηριώδης ουσία που περιλαμβάνει περίπου το 25% του σύμπαντος, δεν λάμπει, δεν απορροφά ή δεν αντανακλά το φως, κάτι που την κατέστησε σε μεγάλο βαθμό μη ανιχνεύσιμη, εκτός από τη βαρύτητα.
 
Επί δεκαετίες, οι ερευνητές πρόβλεπαν την ύπαρξη νηματίων σκοτεινής ύλης μεταξύ γαλαξιών που λειτουργούν σαν μια υπερκατασκευή και η οποία μοιάζει με ιστό που συνδέει τους γαλαξίες μαζί.
 
Τώρα χρησιμοποίησαν μια τεχνική που ονομάζεται ασθενής βαρυτική εστίαση, η οποία προκαλεί ελαφρά στρέβλωση των εικόνων των μακρινών γαλαξιών υπό την επίδραση μιας αόρατης μάζας, όπως είναι ένας πλανήτης, μια μαύρη τρύπα, ή στην περίπτωση αυτή, σκοτεινή ύλη. Η επίδραση μετρήθηκε με εικόνες από μια πολυετή έρευνα του ουρανού σε τηλεσκόπιο της Χαβάης.
 
Συνδύασαν εικόνες βαρυτικών φακών από πάνω από 23.000 ζεύγη γαλαξιών που απέχουν 4,5 δις έτη φωτός μακριά για να δημιουργήσουν έτσι μια σύνθετη εικόνα ή χάρτη που δείχνει την παρουσία σκοτεινής ύλης μεταξύ των δύο γαλαξιών. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η γέφυρα από νημάτια σκοτεινής ύλης είναι ισχυρότερη μεταξύ συστημάτων που απέχουν λιγότερο από 40 εκατομμύρια έτη φωτός.
 
Με τη χρήση αυτής της τεχνικής, δεν μπορούμε μόνο να δούμε ότι αυτά τα νημάτια σκοτεινής ύλης στο σύμπαν υπάρχουν, αλλά είμαστε σε θέση να δούμε το βαθμό στον οποίο αυτά τα νημάτια συνδέουν τους μαζί γαλαξίες μαζί.

Κάλγκας: ο πλανήτης του Ασίμοφ με μόνιμη ημέρα

Η Νύχτα είναι μια κλασική ιστορία του Ασίμοφ όπου οι κάτοικοι ενός πλανήτη που ονομάζεται Κάλγκας (Kalgash) ζουν σε ένα σύστημα έξι άστρων, που αφήνει τον πλανήτη να ζει σε μόνιμη ημέρα ή τουλάχιστον λυκόφως. Το υπόλοιπο σύμπαν είναι αόρατο γιατί δεν είναι ποτέ αρκετά σκοτεινό για να βγουν τα αστέρια, εκτός από μια φορά κάθε 2049 χρόνια όταν πέφτει το σκοτάδι.

Ο Κάλγκας γνωρίζει μόνο το αιώνιο φως της μέρας. Ο συνεχώς φωτισμένος ουρανός δεν τούς επιτρέπει να  αντιληφθούν την ύπαρξη τού υπόλοιπου Σύμπαντος, το οποίο νομίζουν, ότι περιορίζεται στον δικό τους πλανητικό χώρο και -εννοείται-  δεν έχουν δει ποτέ τον έναστρο ουρανό.
Για περισσότερο από δυο χιλιάδες χρόνια, κάποιος από τους συνδυασμούς των έξι ήλιων φωτίζει τον ουρανό. Σύντομα οι ήλιοι θα δύσουν όλοι ταυτόχρονα και το τρομερό μεγαλείο της Νύχτας θα προκαλέσει τέτοια παραφροσύνη, που θα σημάνει το τέλος του πολιτισμού.
 
Το διήγημα του Ισαάκ Ασίμωφ «Νύχτα» πρωτοεμφανίστηκε το 1941. Από τότε έχει αναγνωριστεί ως κλασσικό και ο συγγραφέας του ως θρύλος.
 
Το σύστημα Kalgash περιέχει έξι αστέρια. Το κεντρικό αστέρι (που ονομάζεται Onos) είναι παρόμοιο με τον Ήλιο μας και η τροχιά του Kalgash είναι παρόμοια με τη Γη. Υπάρχει ένα δυαδικό ζευγάρι μπλε άστρων (Trey και Patru) περίπου 10 φορές πιο μακριά. Υπάρχει ένα άλλο δυαδικό ζεύγος λευκών άστρων (Tano και Sitha) που είναι μόλις 10% μακρύτερα από το γαλάζιο ζευγάρι.
 
Τέλος, υπάρχει ένα κόκκινο νάνο αστέρι που ονομάζεται Dovim, του οποίου η ακριβής θέση δεν είναι ξεκάθαρη. Ωστόσο, το Dovim διαδραματίζει βασικό ρόλο: είναι το ένα αστέρι στον ουρανό όταν το μακρινό φεγγάρι του Kalgash (που ονομάζεται Kalgash 2) εκλείψει μία φορά κάθε 2049 χρόνια, στέλνοντας τον πλανήτη στο χάος. Καμία από τις τροχιές των αστεριών δεν είναι πιο μεγάλη από περίπου 15 Αστρονομικές Μονάδες (AU, την η απόσταση Γη-Ήλιου).

Βατραχάκια βρέθηκαν σε κεχριμπάρι ηλικίας 99 εκατ. ετών

Μικροσκοπικοί βάτραχοι παγιδευμένοι μέσα σε κεχριμπάρι ηλικίας 99 εκατομμυρίων ετών, οι οποίοι ζούσαν την εποχή των δεινοσαύρων, ανακαλύφθηκαν στη βόρειο Μιανμάρ από Κινέζους και Αμερικανούς επιστήμονες.

Είναι τα αρχαιότερα απολιθώματα βατράχων μέσα σε κεχριμπάρι που έχουν ποτέ βρεθεί.

Τα τέσσερα απολιθώματα, παρά το μικρό μέγεθός τους (περίπου δύο εκατοστά το καθένα), αποτελούν ένα σπάνιο «παράθυρο» σε ένα χαμένο κόσμο. Για ένα «εύρημα-θαύμα» έκανε λόγο η επικεφαλής ερευνήτρια δρ Λίντα Σινγκ του Πανεπιστημίου Γεωεπιστημών της Κίνας, στο Πεκίνο.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, που έκαναν σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Scientific Reports», η ανακάλυψη δείχνει ότι οι βάτραχοι, οι οποίοι εγκλωβίστηκαν στο κολλώδες ρετσίνι κάποιου δέντρου, ζούσαν σε τροπικά δάση την εποχή προτού εξαφανισθούν οι δεινόσαυροι.

Οι βάτραχοι έχουν μια μακρά εξελικτική ιστορία τουλάχιστον 200 εκατομμυρίων ετών στη Γη. Το συγκεκριμένο προϊστορικό είδος, που ονομάσθηκε Electrorana limoa, εμφανίζει αρκετές ομοιότητες με τους σημερινούς βατράχους.

Η ανακάλυψη βατράχων μέσα σε κεχριμπάρι είναι πολύ σπάνια. Οι προηγούμενοι που είχαν βρεθεί στη Δομινικανή Δημοκρατία και στο Μεξικό, είχαν ηλικία μόνο 40 και 25 εκατομμυρίων ετών αντίστοιχα.


Ο Αριστοτέλης και οι παρανοήσεις στο ζήτημα της ανδρείας

Ο Αριστοτέλης παρακολουθώντας την πολλές φορές εσφαλμένη αντίληψη των ανθρώπων σχετικά με τις πράξεις που πραγματώνουν την ανδρεία νιώθει την ανάγκη να κατονομάσει πέντε περιπτώσεις, ώστε να διαχωριστεί η αυθεντική απόδοση της έννοιας από τις παρανοήσεις: «Πρώτη στη σειρά η πολιτική ανδρεία. Σύμφωνα, πράγματι, με την κοινή αντίληψη οι πολίτες έρχονται αντιμέτωποι με τους κινδύνους πρώτον εξαιτίας των ποινών που επιβάλλουν οι νόμοι, αλλά και λόγω του ψόγου που θα αντιμετωπίσουν, δεύτερον λόγω των τιμών που με τις πράξεις τους αυτές κερδίζουν». (1116a 8, 19-22).
 
Η πολιτική ανδρεία τοποθετείται πρώτη στη σειρά, γιατί κατά τον Αριστοτέλη είναι η πιο υγιής έκφανση της ανδρείας, είναι δηλαδή πιο κοντά στα πρότυπα που ο ίδιος όρισε: «πρώτη στη σειρά, γιατί αυτή είναι που μοιάζει πιο πολύ με την ανδρεία για την οποία ήταν ο λόγος μας». (1116a 8, 20).
 
Και συμπληρώνει: «Το είδος αυτό της ανδρείας μοιάζει πολύ περισσότερο από ό,τι όλα τα άλλα είδη με την ανδρεία για την οποία ήταν ο λόγος μας προηγουμένως, και αυτό γιατί έχει την αρχή της σε μια αρετή· πραγματικά η αρχή της βρίσκεται στην αιδώ, στην επιθυμία και επιδίωξη ενός ωραίου πράγματος (πρόκειται για την τιμή) και στην αποφυγή του ονείδους, που είναι κάτι άσχημο». (1116a 8, 30-32).
 
Είναι πράγματι ανδρείο να θέλει κάποιος να κερδίζει τιμές ασκώντας την αρετή που ορίζουν τα πρότυπα της πόλης ή να αποφύγει τις οδυνηρές επικρίσεις που θα προκύψουν αν δε συμμορφωθεί σ’ αυτά. Φυσικά, θεωρείται δεδομένο ότι πρόκειται για ευνομούμενη πόλη με ορθά πρότυπα αρετής, αφού σε αντίθετη περίπτωση όλα ματαιώνονται. Μια πόλη ανομίας κι ατιμωρησίας, που απαξιώνει το νόμο αναδεικνύοντας τον κυνισμό και το θράσος σε πηγή ισχύος, δεν μπορεί παρά να αναπαράγει τη στρεβλότητα υιοθετώντας τα πρότυπα της πιο επαίσχυντης υποκρισίας.
 
Σε μια τέτοια περίπτωση, η τήρηση της αρετής μετατρέπεται σε κοινωνική προσποίηση, αφού επί της ουσίας έχει απαξιωθεί. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν ανταμείβεται ο ενάρετος. Γι’ αυτό και οι τιμές που αποδίδονται (τουλάχιστον από την άποψη της αρετής) δεν έχουν καμιά αξία. Κι όταν απαξιώνεται η αρετή, απαξιώνεται και η ανδρεία, καθώς μετατρέπεται σε θρασύτητα.
 
Όμως, ακόμη και σε μια άμεμπτη πόλη, που η επιδίωξη της τιμής συμβαδίζει αδιαπραγμάτευτα με τις επιταγές της αρετής, ο ενάρετος δεν είναι κατ’ ανάγκη ανδρείος, ακόμη κι αν δείχνει γενναιότητα τη στιγμή που πρέπει: «Εδώ θα μπορούσε κανείς να κατατάξει και όλους εκείνους που αναγκάζονται από τους άρχοντές τους να κάνουν τα έργα των ανδρείων· μόνο που αυτοί είναι κατώτεροι από τους προηγούμενους, δεδομένου ότι κάνουν τα έργα των ανδρείων όχι από αιδώ, αλλά από φόβο, και εκείνο που θέλουν να αποφύγουν δεν είναι το άσχημο, αλλά το δυσάρεστο· γιατί τους αναγκάζουν τα αφεντικά τους». (1116a 8, 33-36).
 
Με άλλα λόγια, κάθε έννοια ανδρείας ματαιώνεται, όταν προέρχεται από καταναγκασμό. Η ελεύθερη βούληση αναδεικνύεται σε παράγοντα απολύτως καθοριστικό για την πραγμάτωση όλων των εκφάνσεων της αρετής. Δεν πρέπει να αναγκάζεται κανείς να συμπεριφερθεί γενναία προκειμένου να αποφύγει κάτι χειρότερο. Πρέπει να το επιθυμεί και να το επιλέγει ως ανάγκη εσωτερική, ως πάγια θεώρηση του εαυτού μέσα στον κόσμο, δηλαδή ως προσωπική αντίληψη για την επίτευξη του ωραίου.
 
Κι αυτό ακριβώς ισχύει και στο πεδίο των μαχών: «Το ίδιο κάνουν και όλοι εκείνοι που βάζουν τους στρατιώτες στην πρώτη γραμμή και, όταν εκείνοι φεύγουν από τη θέση τους και πάνε πιο πίσω, τους χτυπούν· όπως και εκείνοι που τους παρατάσσουν μπροστά από τις τάφρους και τα παρόμοια· όλοι, πράγματι, αυτοί κάνουν χρήση εξαναγκασμών. Ανδρείος όμως πρέπει να είναι κανείς όχι από εξαναγκασμό, αλλά γιατί είναι ωραίο». (1116a 8, 40 και 1116b 8, 1-3).
 
Κι επειδή η ανδρεία έχει να κάνει με το μεγαλείο της ψυχής που δρα ελεύθερα για την προάσπιση της αρετής, δεν πρέπει να συγχέεται με τη γνώση και την εμπειρία, όπως εσφαλμένα υποστήριζε ο Σωκράτης: «Και η εμπειρία όμως σε επιμέρους τομείς θεωρείται και αυτή, ανδρεία· αυτό ήταν που έκανε και τον Σωκράτη να θεωρήσει ότι η ανδρεία είναι γνώση». (1116b 8, 4-5).
 
Ο Αριστοτέλης αντιτίθεται σ’ αυτή την άποψη επικαλούμενος το παράδειγμα των μισθοφόρων στρατιωτών: «Αυτού του είδους την ανδρεία ο ένας τη δείχνει σ’ αυτό, ο άλλος σε κάποιο άλλο είδος κινδύνου – οι μισθοφόροι στρατιώτες στους κινδύνους του πολέμου: φαίνεται πως στον πόλεμο υπάρχουν πολλοί φαινομενικοί κίνδυνοι, και οι στρατιώτες αυτοί είναι περισσότερο από κάθε άλλον σε θέση να τους ξέρουν· εμφανίζονται λοιπόν στα μάτια των άλλων ως ανδρείοι, γιατί αυτοί οι άλλοι δεν ξέρουν περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Έπειτα λόγω της εμπειρίας τους είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ικανοί να “κάνουν χωρίς να πάθουν”, γιατί μπορούν να κάνουν την καλύτερη χρήση των όπλων τους, αλλά και γιατί έχουν τέτοιου είδους όπλα που είναι τα καλύτερα για το “να κάνουν και να μην πάθουν”· μάχονται λοιπόν σαν οπλισμένοι με άοπλους, σαν επαγγελματίες αθλητές με ερασιτέχνες». (1116b 8, 6-14).
 
Από αυτή την άποψη, το θάρρος τους δε σχετίζεται με την ψυχική δύναμη της αντιμετώπισης του φόβου, αλλά με την επίγνωση της άκρατης υπεροχής που θα εξασφαλίσει τη σωτηρία. Αν δεχτούμε ότι οι μισθοφόροι είναι πιο ανδρείοι, επειδή γνωρίζουν την τέχνη του πολέμου κι αισθάνονται άτρωτοι, είναι σαν να υποστηρίζουμε ότι «δεν είναι οι πιο ανδρείοι αυτοί που μάχονται με τον καλύτερο τρόπο, αλλά οι πιο δυνατοί και αυτοί που τα σώματά τους βρίσκονται στην καλύτερη φόρμα». (1116b 8, 15-17). Θα είναι δηλαδή, σαν να μεταθέτουμε την ανδρεία από ψυχική σε σωματική αρετή.
 
Εξάλλου, η ίδια η πραγματικότητα καταδεικνύει τη συνήθη ανεπάρκεια θάρρους στις τάξεις των μισθοφόρων: «Οι επαγγελματίες όμως αυτοί στρατιώτες γίνονται δειλοί, όταν ο κίνδυνος ξεπερνά τα κανονικά όρια κι αυτοί μειονεκτούν από πλευράς αριθμού και πολεμικού εξοπλισμού: οι ίδιοι τρέπονται, τότε, πρώτοι σε φυγή, ενώ οι πολίτες μένουν στις θέσεις τους και σκοτώνονται. Για τους πολίτες η φυγή είναι άσχημο πράγμα, και ο θάνατος είναι προτιμότερος από μιαν άσχημη σωτηρία· οι μισθοφόροι όμως στρατιώτες στην αρχή αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο, επειδή πίστευαν πως αυτοί ήταν πιο δυνατοί, μόλις όμως αντιλήφθηκαν την πραγματικότητα, τότε πια το βάζουν στα πόδια, γιατί το θάνατο τον φοβούνται πιο πολύ από την άσχημη ενέργεια. Ο ανδρείος, φυσικά, δεν είναι τέτοιος άνθρωπος». (1116b 8, 17-26).
 
Σε τελική ανάλυση, οι μισθοφόροι εκπροσωπούν περισσότερο τη θρασύτητα της εκ του ασφαλούς σύγκρουσης, που μετατρέπεται αμέσως σε δειλία, αν τα δεδομένα αλλάξουν. Κι ο θρασύδειλος είναι το ακριβώς αντίθετο του ανδρείου.
 
Με τον ίδιο τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ανδρείος αυτός που πράττει ανεξέλεγκτα, παρασυρμένος από συναισθηματική έξαρση: «Με την ανδρεία, όμως, συσχετίζουν και το βρασμό της ψυχής. Αυτοί δηλαδή που ενεργούν παθιασμένα, θεωρούνται ανδρείοι, ακριβώς όπως τα ζώα που ορμούν πάνω σ’ αυτούς που τα πλήγωσαν». (1116b 8, 26-28).
 
Το παράφορο θάρρος της στιγμιαίας έξαψης είναι αδύνατο να ταυτιστεί με την ανδρεία, καθώς τείνει περισσότερο στο ζωώδες: «Τα ζώα ενεργούν κάτω από την επίδραση του πόνου: γιατί πληγώθηκαν ή γιατί φοβούνται· ιδού και η απόδειξη: αν βρίσκονται στο δάσος [ή σε κάποιο έλος], δεν πλησιάζουν τους ανθρώπους. Δεν είναι λοιπόν ζώα ανδρεία μόνο και μόνο γιατί, παρακινημένα από τον πόνο και από το θυμό, ορμούν προς τον κίνδυνο δίχως να παραβλέπουν κανέναν από τους κινδύνους που τα περιμένει. Γιατί με αυτούς τους όρους ανδρεία θα ήταν, φυσικά, και τα γαϊδούρια όταν πεινούν, δεδομένου ότι και με το ξύλο που τρώνε, αυτά δεν εννοούν να παρατήσουν την τροφή τους». (1116b 8, 35-40 και 1117a 8, 1-2).
 
Η παρανόηση ανάμεσα στο παθιασμένο-ζωώδες θάρρος και στην ανδρεία οφείλεται στο ότι και ο ανδρείος συγκαταλέγεται στους ανθρώπους που ζουν με πάθος: «και οι ανδρείοι είναι παθιασμένα άτομα: η παθιασμένη ψυχή είναι που κυρίως εξωθεί τον άνθρωπο στους κινδύνους. Εξού και οι ομηρικές εκφράσεις: “έβαλε δύναμη μες στην ψυχής του”, “ξεσήκωσε μένος και ορμή”, “μένος δριμύ στα ρουθούνια του ανέβηκε”, “έβρασε το αίμα του”. Όλες, πράγματι, οι εκφράσεις αυτές μοιάζουν να δηλώνουν το ξεσήκωμα και την ορμή της ψυχής». (1116b 8, 29-34).
 
Όμως, η παθιασμένη ζωή δεν επιφέρει την ανδρεία αν δε συνδυαστεί με την επιθυμία της εκπλήρωσης του ωραίου, όπως αρμόζει στις απαιτήσεις της αρετής. Θα έλεγε κανείς ότι το πάθος είναι το πρώτο σκέλος της ανδρείας (το έχουν και τα ζώα), το οποίο όμως μένει μετέωρο χωρίς τη συμπλήρωση του δεύτερου σκέλους, δηλαδή του τελικού σκοπού της πράξης, που στην περίπτωση της ανδρείας – όπως και κάθε αρετής – πρέπει να είναι κάτι υψηλό.
 
Πολλοί άνθρωποι παρασυρμένοι από την επίτευξη του πρώτου σκέλους (πάθος) δεν εξετάζουν την επιτέλεση του δεύτερου (τελικός σκοπός σύμφωνα με τις αρχές της αρετής) ταυτίζοντας την ανδρεία με τη συναισθηματική έκρηξη που οδηγεί στο ανεξέλεγκτο, δηλαδή στο ζωώδες. Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Οι ανδρείοι λοιπόν ό,τι κάνουν το κάνουν για χάρη του ωραίου, και το ξεσήκωμα της ψυχής τούς βοηθάει σ’ αυτό». (1116b 8, 34-35).
 
Και θα γίνει σαφέστερος: «Δεν είναι λοιπόν ανδρεία τα ζώα που, παρακινημένα από τον πόνο και από το θυμό, ορμούν προς τον κίνδυνο. Η ανδρεία που έχει την αρχή της στο πάθος μοιάζει να είναι απολύτως φυσική, και αν της προστεθεί η προαίρεση και το επιθυμητό τέλος» («ου ένεκα» στο πρωτότυπο, οπότε η φράση «επιθυμητό τέλος» θα μπορούσε να αποδοθεί ως «επιθυμητός λόγος» ή «επιθυμητή αιτία»), «μπορεί να θεωρηθεί πραγματική ανδρεία». (1117a 8, 3-7).
 
Για τον Αριστοτέλη η αντίληψη που ταυτίζει τις εν βρασμώ ψυχής πράξεις με την ανδρεία, δεν είναι παρά η σύγχυση ανάμεσα στην ανδρεία και τη μαχητικότητα. Τα ζώα μπορεί να δείχνουν μαχητικότητα, όταν νιώθουν ότι κινδυνεύουν, όμως αυτό δεν έχει καμία σχέση με την ανδρεία.
 
Το ίδιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους: «Και οι άνθρωποι, ως γνωστόν, υποφέρουν και αισθάνονται πόνο, όταν κατέχονται από οργή, και ευχαριστιούνται, όταν παίρνουν την εκδίκησή τους· μόνο που οι άνθρωποι που μάχονται γι’ αυτούς τους λόγους είναι, βέβαια, μαχητικοί, ανδρείοι όμως δεν είναι, γιατί δεν μάχονται για χάρη του ωραίου, ούτε όπως ορίζει ο λόγος, αλλά από πάθος – εν πάση περιπτώσει, έχουν μέσα τους κάτι που βρίσκεται πολύ κοντά» («παραπλήσιον» στο πρωτότυπο) «στην ανδρεία». (1117a 8, 7-11).
 
Είναι φανερό ότι, όταν μια πράξη δεν εκπληρώνει τις αξίες της λογικής (λόγος) και του υψηλού τελικού σκοπού, είναι αδύνατο να συγκαταλέγεται σ’ αυτό που ο Αριστοτέλης εννοεί εκπλήρωση της αρετής. Κι αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορεί να εκληφθεί η άκρατη αισιοδοξία ως ανδρεία: «Ούτε όμως οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν τη ζωή με αισιοδοξία είναι ανδρείοι· γιατί ο λόγος που δείχνουν θάρρος στους κινδύνους είναι ότι νίκησαν πολλές φορές και πολλούς αντιπάλους». (1117a 8, 11-13).
 
Η αισιοδοξία αυτού του είδους έρχεται και πάλι σε αντίθεση με τη λογική, καθώς βασίζεται στην υπέρμετρη αυτοπεποίθηση λόγω προηγούμενων επιτυχιών. Σε τελική ανάλυση, η ανδρεία ενός τέτοιου αισιόδοξου δεν έχει να κάνει με την ψυχική δύναμη και τη συνειδητή επιθυμία για την επίτευξη του ωραίου, αλλά με το ασυλλόγιστο θάρρος μιας αβέβαιης υπεροχής, που οφείλεται περισσότερο στη συναισθηματική έξαρση παρά στα πραγματικά δεδομένα.
 
Γι’ αυτό και είναι πολύ πιθανό αυτοί οι άνθρωποι να τραπούν εν τέλει σε φυγή, αν διαπιστωθεί ότι ο κίνδυνος είναι πολύ πιο σοβαρός απ’ ότι περίμεναν: «οι ανδρείοι είναι θαρραλέοι για τους λόγους που είπαμε, ενώ οι αισιόδοξοι γιατί θαρρούν πως είναι πολύ δυνατοί και ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πάθουν οτιδήποτε (το ίδιο δεν κάνουν και οι μεθυσμένοι; Ο λόγος είναι ότι το μεθύσι τους κάνει αισιόδοξους). Όταν, πάντως, τα πράγματα δεν τους έρχονται όπως τα περίμεναν, τότε το βάζουν στα πόδια». (1117a 8, 14-18).
 
Η παρανόηση ανάμεσα στην άλογη αισιοδοξία και την ανδρεία έχει να κάνει με το γεγονός ότι η ανδρεία ταιριάζει πράγματι περισσότερο στους αισιόδοξους, άποψη που έχει ήδη διατυπώσει ο Αριστοτέλης νωρίτερα: «… το θάρρος είναι χαρακτηριστικό του ανθρώπου που αντιμετωπίζει τη ζωή με αισιοδοξία». (1116a 8, 4). Γι’ αυτό και τώρα συμπληρώνει: «Εν πάση περιπτώσει, έχουν αρκετή ομοιότητα» (οι αισιόδοξοι εννοείται) «με τους ανδρείους, αφού και οι δυο τους είναι θαρραλέοι». (1117a 8, 13-14).
 
Όμως, άλλο η αισιόδοξη φύση που κινείται στο πλαίσιο της λογικής εκφράζοντας ψυχικό σθένος κι άλλο η υπέρμετρη αισιοδοξία που τείνει στην αφροσύνη. Η πρώτη εμπεριέχει το συνειδητό και αφορά την υπευθυνότητα στην ανάληψη ενός κινδύνου, ενώ η δεύτερη σχετίζεται με την άγνοια που γεννά η απερισκεψία. Κι αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι της δεύτερης κατηγορίας δεν αποκλείεται να το βάλουν και στα πόδια, πράξη εκ διαμέτρου αντίθετη με την έννοια της ανδρείας.
 
Ο Αριστοτέλης θα επαναλάβει για τελευταία φορά: «Του ανδρείου όμως γνώρισμα λέγαμε πως είναι το να αντιμετωπίζει όλα τα πράγματα που είναι, ή φαίνονται, φοβερά για τον άνθρωπο, και αυτό να το κάνει γιατί είναι κάτι το ωραίο και γιατί είναι άσχημο το να μην το κάνει». (1117a 8, 19-20).
 
Θα έλεγε κανείς ότι οι αισιόδοξοι που δε βασίζονται στις υποδείξεις της λογικής μοιάζουν πολύ με τους ανθρώπους που μπαίνουν σε περιπέτειες έχοντας άγνοια του κινδύνου. Όμως, κι εδώ πρέπει να γίνει ένας διαχωρισμός: «Ανδρείοι φαίνονται και οι άνθρωποι που έχουν άγνοια του κινδύνου. Οι άνθρωποι αυτοί δεν απέχουν πολύ από τους αισιόδοξους, είναι όμως κατώτεροι από εκείνους, καθώς δεν έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, ενώ εκείνοι έχουν. Γι’ αυτό και οι αισιόδοξοι μένουν για κάποιο διάστημα στη θέση τους, ενώ αυτοί, ξεγελασμένοι για την πραγματική κατάσταση, μόλις αντιληφθούν ή υποψιαστούν ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά, το βάζουν στα πόδια». (1117a 8, 26-30).
 
Το να καταδείξει κάποιος ανδρεία δεν είναι εύκολο πράγμα, αφού μπορεί να επιφέρει πόνους και οδύνες, ακόμη και θάνατο: «Οι άνθρωποι λοιπόν λέγονται ανδρείοι όταν – όπως το είπαμε ήδη – αντιμετωπίζουν τα δυσάρεστα και οδυνηρά πράγματα. Αυτός είναι ο λόγος που και η ανδρεία συνεπάγεται, επίσης, πόνο και λύπη, και είναι δικαιολογημένος ο έπαινος που της απονέμεται». (1117a 9, 37-39).
 
Σε τελική ανάλυση, η συνείδηση της επωμιζόμενης λύπης είναι που διαχωρίζει τον πραγματικά ανδρείο από τον κατ’ επίφαση ή κατά συνθήκη ανδρείο. Γι’ αυτό πρόκειται για θάρρος ψυχής που αξίζει τον έπαινο. Και γι’ αυτό δεν είναι ανδρείος ούτε αυτός που εξαναγκάζεται ούτε αυτός που νιώθει ασφάλεια έχοντας επίγνωση της υπεροχής του ούτε ο παράφορος που ενεργεί εν βρασμώ ψυχής ούτε ο υπεραισιόδοξος ούτε εκείνος που αγνοεί το μέγεθος του κινδύνου.
 
Όλοι αυτοί, επί της ουσίας, δε λειτουργούν συνειδητά. Η συνειδητή ενέργεια απαιτεί ελεύθερη βούληση, λογική, επίγνωση του κινδύνου και επιθυμία για την τέλεση ωραίου, που τίθεται ως πρώτη προτεραιότητα, δηλαδή ως μοναδικό επιδιωκόμενο τέλος. Και στη συνειδητή εκπλήρωση αυτών μόνο με τον εθισμό (έξη) μπορεί να φτάσει κανείς.
 
Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο τίθεται ακόμη ένα κριτήριο για την ανδρεία, που πρέπει να λειτουργεί με τρόπο αυθόρμητο ακόμη και στα πιο αιφνίδια γεγονότα: «Γι’ αυτό και θεωρούμε ότι δείχνει μεγαλύτερη ανδρεία το να μείνει κανείς άφοβος και ατάραχος μπροστά στα φοβερά πράγματα που κάνουν ξαφνικά την εμφάνισή τους παρά σ’ εκείνα που τα είχε προβλέψει από πριν· ο λόγος είναι ότι η αρχή βρίσκεται πιο πολύ στην έξη· γιατί βρίσκεται, βέβαια, λιγότερο στην προπαρασκευή: στα πράγματα που είναι δυνατό να προβλεφθούν, μπορεί κανείς να κάνει την επιλογή και την προτίμησή του με τη βοήθεια υπολογισμών και σκέψης, τα ξαφνικά όμως πράγματα αντιμετωπίζονται κατά την έξη». (1117a 8, 21-26).
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια