Τρίτη 7 Ιουνίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (2.1-2.79)

Ραψωδία β' Ἰθακησίων ἐκκλησία καὶ Τηλεμάχου ἀποδημία

Ἦμος δ᾽ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
ὤρνυτ᾽ ἄρ᾽ ἐξ εὐνῆφιν Ὀδυσσῆος φίλος υἱός,
εἵματα ἑσσάμενος, περὶ δὲ ξίφος ὀξὺ θέτ᾽ ὤμῳ,
ποσσὶ δ᾽ ὑπὸ λιπαροῖσιν ἐδήσατο καλὰ πέδιλα,
5 βῆ δ᾽ ἴμεν ἐκ θαλάμοιο θεῷ ἐναλίγκιος ἄντην.
αἶψα δὲ κηρύκεσσι λιγυφθόγγοισι κέλευσε
κηρύσσειν ἀγορήνδε κάρη κομόωντας Ἀχαιούς.
οἱ μὲν ἐκήρυσσον, τοὶ δ᾽ ἠγείροντο μάλ᾽ ὦκα.
αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ ἤγερθεν ὁμηγερέες τ᾽ ἐγένοντο,
10 βῆ ῥ᾽ ἴμεν εἰς ἀγορήν, παλάμῃ δ᾽ ἔχε χάλκεον ἔγχος,
οὐκ οἶος, ἅμα τῷ γε κύνες πόδας ἀργοὶ ἕποντο.
θεσπεσίην δ᾽ ἄρα τῷ γε χάριν κατέχευεν Ἀθήνη.
τὸν δ᾽ ἄρα πάντες λαοὶ ἐπερχόμενον θηεῦντο·
ἕζετο δ᾽ ἐν πατρὸς θώκῳ, εἶξαν δὲ γέροντες.
15 τοῖσι δ᾽ ἔπειθ᾽ ἥρως Αἰγύπτιος ἦρχ᾽ ἀγορεύειν,
ὃς δὴ γήραϊ κυφὸς ἔην καὶ μυρία ᾔδη.
καὶ γὰρ τοῦ φίλος υἱὸς ἅμ᾽ ἀντιθέῳ Ὀδυσῆϊ
Ἴλιον εἰς εὔπωλον ἔβη κοίλῃς ἐνὶ νηυσίν,
Ἄντιφος αἰχμητής· τὸν δ᾽ ἄγριος ἔκτανε Κύκλωψ
20 ἐν σπῆϊ γλαφυρῷ, πύματον δ᾽ ὁπλίσσατο δόρπον.
τρεῖς δέ οἱ ἄλλοι ἔσαν, καὶ ὁ μὲν μνηστῆρσιν ὁμίλει,
Εὐρύνομος, δύο δ᾽ αἰὲν ἔχον πατρώϊα ἔργα·
ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὣς τοῦ λήθετ᾽ ὀδυρόμενος καὶ ἀχεύων.
τοῦ ὅ γε δάκρυ χέων ἀγορήσατο καὶ μετέειπε·
25 «Κέκλυτε δὴ νῦν μευ, Ἰθακήσιοι, ὅττι κεν εἴπω·
οὔτε ποθ᾽ ἡμετέρη ἀγορὴ γένετ᾽ οὔτε θόωκος
ἐξ οὗ Ὀδυσσεὺς δῖος ἔβη κοίλῃς ἐνὶ νηυσί.
νῦν δὲ τίς ὧδ᾽ ἤγειρε; τίνα χρειὼ τόσον ἵκει
ἠὲ νέων ἀνδρῶν ἢ οἳ προγενέστεροί εἰσιν;
30 ἠέ τιν᾽ ἀγγελίην στρατοῦ ἔκλυεν ἐρχομένοιο,
ἥν χ᾽ ἡμῖν σάφα εἴποι, ὅτε πρότερός γε πύθοιτο;
ἦέ τι δήμιον ἄλλο πιφαύσκεται ἠδ᾽ ἀγορεύει;
ἐσθλός μοι δοκεῖ εἶναι, ὀνήμενος. εἴθε οἱ αὐτῷ
Ζεὺς ἀγαθὸν τελέσειεν, ὅ τι φρεσὶν ᾗσι μενοινᾷ.»
35 Ὣς φάτο, χαῖρε δὲ φήμῃ Ὀδυσσῆος φίλος υἱός,
οὐδ᾽ ἄρ᾽ ἔτι δὴν ἧστο, μενοίνησεν δ᾽ ἀγορεύειν,
στῆ δὲ μέσῃ ἀγορῇ· σκῆπτρον δέ οἱ ἔμβαλε χειρὶ
κῆρυξ Πεισήνωρ, πεπνυμένα μήδεα εἰδώς.
πρῶτον ἔπειτα γέροντα καθαπτόμενος προσέειπεν·
40 «Ὦ γέρον, οὐχ ἑκὰς οὗτος ἀνήρ, τάχα δ᾽ εἴσεαι αὐτός,
ὃς λαὸν ἤγειρα· μάλιστα δέ μ᾽ ἄλγος ἱκάνει.
οὔτε τιν᾽ ἀγγελίην στρατοῦ ἔκλυον ἐρχομένοιο,
ἥν χ᾽ ὑμῖν σάφα εἴπω, ὅτε πρότερός γε πυθοίμην,
οὔτε τι δήμιον ἄλλο πιφαύσκομαι οὐδ᾽ ἀγορεύω,
45 ἀλλ᾽ ἐμὸν αὐτοῦ χρεῖος, ὅ μοι κακὰ ἔμπεσεν οἴκῳ,
δοιά· τὸ μὲν πατέρ᾽ ἐσθλὸν ἀπώλεσα, ὅς ποτ᾽ ἐν ὑμῖν
τοίσδεσσιν βασίλευε, πατὴρ δ᾽ ὣς ἤπιος ἦεν·
νῦν δ᾽ αὖ καὶ πολὺ μεῖζον, ὃ δὴ τάχα οἶκον ἅπαντα
πάγχυ διαρραίσει, βίοτον δ᾽ ἀπὸ πάμπαν ὀλέσσει.
50 μητέρι μοι μνηστῆρες ἐπέχραον οὐκ ἐθελούσῃ,
τῶν ἀνδρῶν φίλοι υἷες οἳ ἐνθάδε γ᾽ εἰσὶν ἄριστοι,
οἳ πατρὸς μὲν ἐς οἶκον ἀπερρίγασι νέεσθαι
Ἰκαρίου, ὅς κ᾽ αὐτὸς ἐεδνώσαιτο θύγατρα,
δοίη δ᾽ ᾧ κ᾽ ἐθέλοι καί οἱ κεχαρισμένος ἔλθοι.
55 οἱ δ᾽ εἰς ἡμέτερον πωλεύμενοι ἤματα πάντα,
βοῦς ἱερεύοντες καὶ ὄϊς καὶ πίονας αἶγας,
εἰλαπινάζουσιν πίνουσί τε αἴθοπα οἶνον
μαψιδίως· τὰ δὲ πολλὰ κατάνεται. οὐ γὰρ ἔπ᾽ ἀνὴρ
οἷος Ὀδυσσεὺς ἔσκεν, ἀρὴν ἀπὸ οἴκου ἀμῦναι.
60 ἡμεῖς δ᾽ οὔ νύ τι τοῖοι ἀμυνέμεν· ἦ καὶ ἔπειτα
λευγαλέοι τ᾽ ἐσόμεσθα καὶ οὐ δεδαηκότες ἀλκήν.
ἦ τ᾽ ἂν ἀμυναίμην, εἴ μοι δύναμίς γε παρείη.
οὐ γὰρ ἔτ᾽ ἀνσχετὰ ἔργα τετεύχαται, οὐδ᾽ ἔτι καλῶς
οἶκος ἐμὸς διόλωλε· νεμεσσήθητε καὶ αὐτοί,
65 ἄλλους τ᾽ αἰδέσθητε περικτίονας ἀνθρώπους,
οἳ περιναιετάουσι· θεῶν δ᾽ ὑποδείσατε μῆνιν,
μή τι μεταστρέψωσιν ἀγασσάμενοι κακὰ ἔργα.
λίσσομαι ἠμὲν Ζηνὸς Ὀλυμπίου ἠδὲ Θέμιστος,
ἥ τ᾽ ἀνδρῶν ἀγορὰς ἠμὲν λύει ἠδὲ καθίζει·
70 σχέσθε, φίλοι, καί μ᾽ οἶον ἐάσατε πένθεϊ λυγρῷ
τείρεσθ᾽, εἰ μή πού τι πατὴρ ἐμὸς ἐσθλὸς Ὀδυσσεὺς
δυσμενέων κάκ᾽ ἔρεξεν ἐϋκνήμιδας Ἀχαιούς·
τῶν μ᾽ ἀποτινύμενοι κακὰ ῥέζετε δυσμενέοντες,
τούτους ὀτρύνοντες. ἐμοὶ δέ κε κέρδιον εἴη
75 ὑμέας ἐσθέμεναι κειμήλιά τε πρόβασίν τε·
εἴ χ᾽ ὑμεῖς γε φάγοιτε, τάχ᾽ ἄν ποτε καὶ τίσις εἴη·
τόφρα γὰρ ἂν κατὰ ἄστυ ποτιπτυσσοίμεθα μύθῳ
χρήματ᾽ ἀπαιτίζοντες, ἕως κ᾽ ἀπὸ πάντα δοθείη·
νῦν δέ μοι ἀπρήκτους ὀδύνας ἐμβάλλετε θυμῷ.»

***
Μόλις, χαράζοντας τη μέρα, ρόδισε η Αυγή τον ουρανό,
από την κλίνη του πετάχτηκε του Οδυσσέα ο ακριβός του γιος.
Το ρούχο του φορώντας, κρέμασε κοφτερό σπαθί στον ώμο,
έδεσε στα λευκά κι αστραφτερά του πόδια ωραία σαντάλια, και
βγήκε προχωρώντας απ᾽ την κάμαρη, ωραίος σαν θεός.
Κάλεσε ευθύς τους κήρυκες και τους παράγγειλε να συγκαλέσουν,
με τη λαγαρή φωνή τους, συνέλευση των Αχαιών,
που τρέφουν πλούσια κόμη.
Εκείνοι εκήρυξαν την εντολή, κι άρχισε να μαζεύεται το πλήθος με σπουδή.
Όταν συναθροιστήκαν όλοι τους, συγκεντρωμένοι εκεί,
10 τότε προχώρησε κι αυτός στην αγορά, σφιχτά κρατώντας στην παλάμη του
χάλκινο δόρυ — δεν ήταν μόνος, τον συνόδευαν δυο γρήγορα σκυλιά.
Η Αθηνά ράντισε πάνω του θεσπέσια χάρη,
τόση που ο κόσμος όλος τον κοιτούσε να ᾽ρχεται γεμάτος θαυμασμό,
κι όπως εκάθησε στον θρόνο του πατέρα του, έκαναν πίσω οι γέροντες.
Τότε πήρε τον λόγο πρώτος ο σεβαστός Αιγύπτιος,
γέροντας πια σκυφτός, γνωρίζοντας τα μύρια όσα·
απ᾽ τον καημό που εμίσεψε ο ακριβός του γιος,
με τον ισόθεο Οδυσσέα στο Ίλιο, το φημισμένο
για τα όμορφα πουλάρια του, μέσα στα κοίλα πλοία —
Άντιφος τ᾽ όνομά του, ακοντιστής γενναίος. Κι όμως στο μεταξύ
τον εξολόθρευσε στη θολωτή σπηλιά του ο Κύκλωπας,
20 τον έφαγε στερνό σε απαίσιο δείπνο.
Είχε ο Αιγύπτιος κι άλλους τρεις γιους· ο ένας τους, ο Ευρύνομος,
έμπλεξε με τους μνηστήρες· έμειναν δυο που φρόντιζαν τα πατρικά τους χτήματα.
Τον πρώτον όμως ο πατέρας του δεν τον λησμόνησε ποτέ,
θρηνώντας και στενάζοντας, όπως και τώρα, που τον λόγο πήρε,
βουρκωμένος, να μιλήσει:
«Ακούστε με, Ιθακήσιοι, γιατί έχω κάτι να σας πω:
πάει καιρός που δεν ξανάγινε αγορά· καμιά συνέλευση,
αφότου κίνησε ο Οδυσσέας θείος σε καράβια βαθουλά.
Λοιπόν, ποιος μας συνάθροισε εμάς εδώ; ποιον βρήκε τώρα τόση ανάγκη;
κάποιος νεότερος; ή από εκείνους που τους πήρανε τα χρόνια;
30 Μήπως κανένα μήνυμα άκουσε, πως ο στρατός μας επιστρέφει,
και θέλησε να μας το φανερώσει, αφού το έμαθε πρώτος εκείνος;
Εκτός κι αν έχει να μας πει αγορεύοντας κάποιο άλλο νέο
που ενδιαφέρει τον λαό. Πάντως μου φαίνεται σπουδαίος,
εύχομαι ευλογημένος. Άμποτε ο Δίας να του βγάλει σε καλό
ό,τι βαθιά στον νου του μελετά.»
Μ᾽ αυτά τα λόγια τέλειωσε, αλλά τον έπαινό του χάρηκε του Οδυσσέα ο γιος.
Δεν έμεινε άλλο καθισμένος, τον πήρε ο πόθος να μιλήσει.
Σηκώθηκε λοιπόν στης αγοράς τη μέση· ο κήρυκας Πεισήνωρ,
που πάντα φρόνιμα στοχάζεται, σκήπτρο τού έβαλε στο χέρι,
και τότε εκείνος, πρώτα στον γέροντα μιλώντας, γύρισε κι είπε:
«Γέροντα, δεν είναι ο άνθρωπος που λες μακριά,
40 θα τον αναγνωρίσεις τώρα μόνος σου·
εγώ συγκάλεσα το πλήθος, αφού εμένα σφάζει ο πόνος.
Όχι, δεν άκουσα κανένα μήνυμα πως ο στρατός μας επιστρέφει,
και θέλησα να σας το φανερώσω, αφού το έμαθα πρώτος εγώ·
μήτε αγορεύοντας έχω να πω κάποιο άλλο νέο
που ενδιαφέρει τον λαό.
Δική μου ανάγκη με πιέζει, κακό που πλάκωσε
το σπιτικό μου — διπλό κακό· έχασα πρώτα έναν λαμπρό πατέρα,
που ήταν κάποτε ο βασιλιάς ανάμεσά σας, καλός πατέρας και για σας.
Τώρα το δεύτερο κακό, πολύ χειρότερο, που κινδυνεύει να ρημάξει για καλά
το αρχοντικό μου, όλο το βιος μου να αφανίσει·
50 στη μάνα μου οι μνηστήρες ρίχνονται, κι ας μην το θέλει εκείνη,
γονέων γιοι που εδώ κυκλοφορούν επιφανέστατοι.
Κι όμως τρομάζουν να παν στο σπίτι του πατέρα της,
του Ικαρίου, που θα μπορούσε να προικίσει αυτός τη θυγατέρα του,
και να τη δώσει σ᾽ όποιον θέλει, αν κάποιος του φανεί καλός και ευπρόσδεκτος.
Το αντίθετο, περνούν όλες τις μέρες στο παλάτι μας,
σφάζοντας βόδια, πρόβατα, γίδες παχιές,
γλεντοκοπώντας και μεθώντας με κρασί σπινθηροβόλο αλόγιστα —
μια ασωτεία μεγάλη που τραβάει σε μάκρος. Γιατί δεν βρίσκεται κανείς,
σαν άλλος Οδυσσεύς, να διώξει από το σπίτι την κατάρα αυτή.
Εμείς δεν είμαστε σε θέση να το κάνουμε, και θα φανούμε αξιολύπητοι,
60 αφού μας λείπει η πείρα της αλκής.
Ω ναι, θα αντιστεκόμουν, αν είχα τέτοια δύναμη,
γιατί ό,τι γίνεται μου φαίνεται ανυπόφορο, μ᾽ άθλιο τρόπο
καταρρέει το σπιτικό μου. Γι᾽ αυτό λοιπόν αγανακτήσετε κι εσείς,
ντραπείτε τους γειτόνους, όσους τριγύρω κατοικούν·
και φοβηθείτε ακόμη τον θεϊκό θυμό, μήπως αλλάξουν γνώμη,
χολωμένοι με τα ανόσια έργα.
Σας ικετεύω, στο όνομα του ολυμπίου Διός και στο όνομα της Θέμης,
που λέει εκείνη πότε στήνονται οι συνελεύσεις των ανθρώπων,
και πότε πρέπει να λυθούν.
70 Συγκρατηθείτε, φίλοι μου· αφήστε με να τυραννιέμαι μόνος
με το μαύρο πένθος μου. Εκτός κι αν κάποτε
ο πατέρας μου, ο δοξασμένος Οδυσσεύς, κακόγνωμος προξένησε μια βλάβη
στους οπλισμένους Αχαιούς, και τώρα εσείς μ᾽ εκδίκηση τη βλάβη ανταποδίδετε —
εχθροί σ᾽ εμένα, γίνατε σ᾽ αυτούς κακοί τους σύμβουλοι.
Θα ᾽ταν καλύτερο κατά τη γνώμη μου, αν παίρνατε και εσείς
μέρος στο φαγοπότι, για να ᾽ρθει κάποτε κι η πληρωμή.
Γιατί κι εμείς τότε θα αναστατώναμε την πόλη, μιλώντας δεν θα ξεκολλούσαμε
ζητώντας τ᾽ αγαθά μας, προτού όλα πίσω να δοθούν.
Μα τώρα με τη στάση σας φορτώνετε στην έρμη μου ψυχή
πόνους αβάσταχτους.»

Η χαμένη δύναμη να αλλάζουμε το νου μας

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το να αλλάζουμε το νου μας σημαίνει στην ουσία δημιουργικότητα. Η δημιουργικότητα είναι, κυριολεκτικά, το να αλλάζουμε από τον ένα τρόπο σκέψης στον άλλο. Όταν η δημιουργικότητα είναι στα καλύτερά της και μπορεί να επηρεάσει, συνιστά μια διαδικασία κατά την οποία γινόμαστε και δεκτικοί στο διαφορετικό.

Η σύνδεση αποδεικνύεται ακόμα πιο ισχυρή, όταν κοιτάμε πέρα από το άτομο. Η δημιουργικότητα, τουλάχιστον το είδος που παράγει κάτι αξιόλογο και επιδρά στον κόσμο, είναι πάντα συνδημιουργία. Αυτό σημαίνει ότι για να δημιουργήσουμε, χρειάζεται συνεχώς να αλλάζουμε ο ένας το νου του άλλου.

Η αλλαγή του τρόπου σκέψης μας σπάνια συμβαίνει σε καθεστώς απομόνωσης. Βέβαια, σε έναν κύκλο ημέρας 24 ωρών, όπου βομβαρδιζόμαστε συνεχώς από πληροφορίες και ειδήσεις, είναι δύσκολο να βρούμε τον χρόνο να αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι, πόσο μάλλον να επηρεάσουμε το νου του άλλου.

Υπάρχει βέβαια και ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που μπορεί να αλλάξει το νου μας: οι σχέσεις. Ο σημαντικός άλλος έχει την ικανότητα να μας κάνει να δούμε τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο και να επιφέρει αλλαγές στις πράξεις μας, ακόμα και σε ανεπαίσθητο βαθμό.

Αλλά πίσω από τις διαπροσωπικές σχέσεις βρίσκονται δύο δυνάμεις που αποκαλύπτουν το πώς αυτές μπορούν να μας αλλάξουν: εμπιστοσύνη και κοινός σκοπός. Ασχέτως του είδους της σχέσης, οι νέες ιδέες υφαίνονται και πλέκονται μέσα από το βαθμό εμπιστοσύνης που έχουμε στους άλλους. Δεν χρειάζεται να θέλουν όλα όσα θέλουμε ή να είναι ίδιοι με εμάς. Χρειάζεται απλά να μπορούμε να τους εμπιστευτούμε.

Όταν μπορούμε να ξεδιπλώσουμε στον άλλο τις ιδέες μας και όταν ο άλλος εκφράζει μια αυθεντική επιθυμία να ακούσει, αυτόματα αποκτάμε το γόνιμο, πρόσφορο έδαφος να σκεφτούμε, να φανταστούμε και να συνδημιουργήσουμε κάτι καλύτερο μαζί. Και δεν χρειάζεται να αλλάξουμε και οι δύο πλευρές προς την ίδια κατεύθυνση. Αρκεί να αλλάξουμε τόσο το σκεπτικό ο ένας του άλλου, ώστε να ανοίξει η πόρτα των δυνατοτήτων και των πιθανοτήτων, μια πόρτα κλειστή σε όσους θα προσδιορίζαμε ως «κλειστόμυαλους».

Να είσαι προετοιμασμένος

Ο δρόμος έχει αγκάθια.
Αυτά που επέτρεψες να μεγαλώσουν στον κήπο σου.

Ο δίπλα θα κοιτάξει να σε φρενάρει.
Αυτό του ζήτησες όταν του επέτρεψες να σε κρίνει.

Το μυαλό σου θα βλέπει αδιέξοδα.
Έτσι στο εκπαίδευσαν να κάνει.

Να είσαι προετοιμασμένος.

Το σπόρο των προσδοκιών σου, μην τον ξεφυτεύεις συνέχεια για να δεις αν φύτρωσε.
Και να σε πατάνε, και να χωθείς βαθιά μέσα στο χώμα, και να σκοτεινιάσει γύρω σου, μην ξεχνάς ότι μόλις φυτρώσεις, θα κατευθυνθείς προς τα ουράνια.

Να είσαι προετοιμασμένος.

Οι γύρω ζουν με το σύνηθες, με το γνωστό, με το τετριμμένο.
Θέλουν την επαναληψημότητα, την ασφάλεια, τη σιγουριά.
Και αντιδρούν σε κάθε τι το νέο.

Πρώτα το χλευάζουν, μετά το πολεμούν και στο τέλος το κάνουν τμήμα της ζωής τους.

Ποτέ δεν είναι αργά για αλλαγές

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Σε κάποια στιγμή της ζωής – μερικές φορές στα πρώτα μας χρόνια, άλλοτε όψιμα – είναι βέβαιο ότι όλοι μας θα ξυπνήσουμε και θα αντιληφθούμε τη θνητότητά μας. Είναι τόσο πολλά αυτά που την πυροδοτούν: μια ματιά στον καθρέφτη που δείχνει το σαγόνι μας να κρεμάει, τα μαλλιά μας ν’ ασπρίζουν, τους ώμους να καμπουριάζουν.

Η παρέλαση των γενεθλίων, ιδίως όσων αφορούν στρογγυλές δεκαετίες – πενήντα, εξήντα, εβδομήντα.

Η συνάντηση μ’ ένα φίλο που έχεις καιρό να τον δεις και σε σοκάρει το πόσο έχει γεράσει.

Όταν βλέπεις παλιές φωτογραφίες του εαυτού σου και των ανθρώπων που γέμιζαν την παιδική σου ηλικία κι είναι πια από καιρό νεκροί.

Μια συνάντηση με τον Κύριο Θάνατο σ’ ένα όνειρο.

Τι νιώθει κανείς, όταν έχει μια τέτοια εμπειρία; Και τι κάνει γι’ αυτό;

Βυθίζεται σε μια φρενιτιώδη δραστηριότητα, για να εξαντλήσει το άγχος και ν’ αποφύγει το θέμα;

Προσπαθεί ν’ απομακρύνει τις ρυτίδες με αισθητική χειρουργική ή να βάψει τα μαλλιά του;

Αποφασίζει να παραμείνει για μερικά χρόνια στην ηλικία των τριανταεννέα ετών;

Περισπά πολύ γρήγορα τον εαυτό του με τη δουλειά και τη ρουτίνα της καθημερινής ζωής;

Σβήνει από τη μνήμη του κάθε τέτοια εμπειρία;

Αγνοεί τα όνειρά του;

Σας προτρέπω να μη περισπάτε τον εαυτό σας.

Το αντίθετο, γευτείτε την αφύπνισή σας. Εκμεταλλευτείτε την.

Κάντε ένα σταμάτημα, καθώς κοιτάζετε τη φωτογραφία του νεότερου εαυτού σας. Αφήστε την έντονη στιγμή να σας κατακλύσει και παρατείνετέ τη λιγάκι. Γευτείτε και τη γλυκύτητά της μαζί με την πικρή της γεύση.

Μην ξεχνάτε το πλεονέκτημα που προσφέρει το να παραμείνετε εν επίγνωση του θανάτου, το ν’ αγκαλιάσετε τη σκιά του.

Μια τέτοια επίγνωση μπορεί ν’ αφομοιώσει το σκοτάδι με τη σπίθα σας για ζωή και να βελτιώσει τη ζωή σας, όσο ακόμα την έχετε.

Ο καλύτερος τρόπος για να εκτιμήσουμε τη ζωή, για ν’ αγαπήσουμε οτιδήποτε πολύ βαθιά, είναι να έχουμε επίγνωση ότι οι εμπειρίες αυτές είναι προορισμένες να χαθούν.

Έχω πολλές φορές εκπλαγεί ευχάριστα βλέποντας έναν ασθενή να κάνει ουσιαστικές θετικές αλλαγές πολύ αργά στη ζωή του, ακόμα και κοντά στον θάνατο.

Ποτέ δεν είναι πολύ αργά. Ποτέ δεν είμαστε πολύ γέροι για κάτι τέτοιο.

WILHELM REICH: Χτίστε το σπίτι σας σε βράχο. Κι όταν λέω βράχο, εννοώ τη φύση σου, που βάλθηκες να την καταπνίξεις

Έρχεσαι τρέχοντας και ρωτάς: “Αγαπητέ, καλέ, μεγάλε γιατρέ μου! Τι να κάνω; Τι πρέπει να κάνουμε; Το σπίτι μου καταρρέει συθέμελα, ο αγέρας σφυρίζει μέσα από τις χαραμάδες στους τοίχους, το παιδί μου είναι άρρωστο και η γυναίκα μου δυστυχισμένη. Κι εγώ άρρωστος είμαι. Τι πρέπει να κάνω; Τι να κάνουμε;”

“Χτίστε το σπίτι σας σε βράχο. Κι όταν λέω βράχο, εννοώ τη φύση σου, που βάλθηκες να την καταπνίξεις, την αγάπη στο κορμάκι του παιδιού σου, το όνειρο της γυναίκας σου για τον έρωτα, τα όνειρα για τη ζωή που έκανες στα δεκάξι σου χρόνια. Αντάλλαξε τις αυταπάτες σου με μια στάλα αλήθεια. Πάρε τη μοίρα σου στα χέρια σου και χτίσε τη ζωή σου στο βράχο. Ξέχνα το γείτονά σου και κοίτα μέσα σου! Να’σαι βέβαιος ότι κι ο γείτονας θα σ’ ευγνωμονεί. Προστάτεψε τον έρωτα των παιδιών σου από τις επιθέσεις λαγνείας ανικανοποίητων αντρών και γυναικών. Κλείσε το στόμα της φαρμακόγλωσσης γεροντοκόρης. Πάψε να ζητάς απ’ τη γυναίκα σου την άδεια να την αγκαλιάσεις. Ένωσε τις δυνάμεις σου μ’ εκείνες των συνανθρώπων σου ανά την υφήλιο. Σαν κι εσένα είναι κι αυτοί και η μοίρα σας συνυφασμένη. Άσε τα παιδιά σου να μεγαλώσουν όπως προστάζει η φύση (ή “ο Θεός”). Μην προσπαθείς να βελτιώσεις τη φύση. Μάθε να την κατανοείς και να την προστατεύεις. Άσε τα ντέρμπι και τράβα στη βιβλιοθήκη, πήγαινε σε ξένες χώρες αντί για το Κόνι Άιλαντ. Η σκέψη σου να διέπεται από απλότητα και ευθύτητα. Μάθε να εμπιστεύεσαι την ήρεμη εσωτερική φωνή που σου λέει τι να κάνεις. Κράτα τη ζωή σου στα χέρια σου, μην την εμπιστεύεσαι σε κανέναν άλλον. Γίνε ο εαυτός σου! Αυτό στο είπαν πολλοί μεγάλοι.”

WILHELM REICH, Άκου ανθρωπάκο!

Μείνε στη Σιωπή

Ο Γουίλιαμ Γουόρντσγουορθ είχε παρατηρήσει σοφά: «Όταν ο τόσο βιαστικός κόσμος μας έχει αποξενώσει από το καλύτερο κομμάτι του εαυτού μας, μας έχει αηδιάσει με τους ρυθμούς του και μας έχει κουράσει με τις ηδονές του, πόσο ευεργετική, πόσο γλυκιά είναι η μοναξιά!». Πότε ήταν η τελευταία φορά που έδωσες στον εαυτό σου το χρόνο να μείνει σιωπηλός κι ακίνητος; Πότε ήταν η τελευταία φορά που δημιούργησες λίγο χρόνο για να επωφεληθείς από τη δύναμη που έχει η μοναξιά να μας ανανεώνει, να αναζωογονεί τη σκέψη, το σώμα και το πνεύμα μας και να μας βοηθά να εστιάζουμε ξανά στα σημαντικά;

Όλες οι μεγάλες σοφές παραδόσεις ανά τον κόσμο έχουν καταλήξει σε αυτό το κοινό συμπέρασμα: Για να επανασυνδεθείς με τον αληθινό εαυτό σου και για να φτάσεις να γνωρίσεις ό,τι πιο λαμπρό υπάρχει μέσα σου, πρέπει να βρίσκεις κάθε τόσο το χρόνο για να μένεις στη σιωπή. Ναι, σίγουρα είσαι πολυάσχολος – πολυάσχολα είναι και τα μυρμήγκια. Το ερώτημα είναι: Ποιες είναι οι ασχολίες που σε κρατούν τόσο απασχολημένο;»

Η αξία της σιωπής μου φέρνει στο νου την ιστορία ενός παλιού φαροφύλακα. Ο άντρας εκείνος είχε απομείνει με μια πολύ μικρή ποσότητα λαδιού για να κρατά αναμμένο το φως του φάρου του και να βοηθά τα πλοία να αποφεύγουν τη βραχώδη ακτή. Μια νύχτα, ένας άνθρωπος που έμενε εκεί κοντά χρειάστηκε να δανειστεί λίγο από το πολύτιμο υγρό για να φωτίσει το σπίτι του κι ο φαροφύλακας του έδωσε από το απόθεμά του. Μια άλλη νύχτα, ένας ταξιδιώτης τον ικέτευσε να του δώσει λίγο λάδι, ώστε να ανάψει τη λάμπα του και να μπορέσει να συνεχίσει το ταξίδι του. Και ο φαροφύλακας του έδωσε την ποσότητα που χρειαζόταν. Το επόμενο βράδυ, ο φαροφύλακας ξύπνησε από ένα χτύπο στην πόρτα του. Ήταν μια μητέρα που τον παρακάλεσε θερμά να της δώσει λίγο λάδι, ώστε να μπορέσει να φωτίσει το σπιτάκι της και να μαγειρέψει για την οικογένειά της. Εκείνος δέχτηκε και πάλι. Πολύ σύντομα, το λάδι του εξαντλήθηκε και ο φάρος έσβησε. Πολλά πλοία εξόκειλαν και πολλές ζωές χάθηκαν, επειδή ο φαροφύλακας είχε λησμονήσει να εστιάσει στην προτεραιότητά του. Αμέλησε το πρωταρχικό καθήκον του και πλήρωσε ένα βαρύ τίμημα. Αν μένεις στη μοναξιά, ακόμη και για λίγα λεπτά κάθε μέρα, θα μπορείς πιο εύκολα να παραμένεις εστιασμένος στις ανώτερες προτεραιότητες της ζωής σου και να αποφεύγεις την αμέλεια που χαρακτηρίζει τις ζωές τόσο πολλών ανθρώπων γύρω μας.

Όταν λες ότι δεν έχεις το χρόνο να μένεις στη σιωπή τακτικά είναι σαν να λες ότι είσαι τόσο απασχολημένος με την οδήγηση, ώστε δεν έχεις το χρόνο να σταματήσεις για καύσιμα – κάποια στιγμή, είναι σίγουρο ότι θα το βρεις μπροστά σου.

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ

Θα μπορούσε κάνεις να ισχυριστεί ότι η ανθρώπινη φύση είναι αντικείμενο μελέτης των εμπειρικών επιστημών και όχι της φιλοσοφίας. Εξάλλου, πώς μπορούμε να πούμε τι είναι ο άνθρωπος αν δεν τον μελετήσουμε; Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι είναι αδύνατον να συναντήσουμε τα φυσικά ανθρώπινα όντα που η μελέτη αυτή απαιτεί, καθώς όλοι οι άνθρωποι που θα μπορούσαμε να εξετάσουμε είναι προϊόντα μιας συγκεκριμένης κοινωνίας Το ίδιο, βέβαια, ισχύει για όλα τα ανθρώπινα όντα για τα οποία υπάρχει κάποιας μορφής ιστορική μαρτυρία

Το ερώτημα αυτό είναι καθαρά φιλοσοφικό, μολονότι οι φιλόσοφοι έχουν συνήθως ένα απώτερο κίνητρο, οι περισσότερες, αν όχι όλες, οι πολίτικες και ηθικές θεωρίες στηρίζονται σε μια ερμηνεία της καταγωγής του καλού και του κακού, του χάους και της τάξης, ενώ πρέπει να αποφασίσουν αν οι άνθρωποι είναι φύσει καλοί ή κακοί, φύσει κοινωνικοί ή μονήρεις ·και ούτω καθεξής. Η ιστορία της φιλοσοφίας μάς αποκαλύπτει πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις του ζητήματος αυτού.

Ένα παράδειγμα είναι η κινεζική παράδοση, στο πλαίσιο της οποίας δυο βασικοί εκπρόσωποι της ο Κομφούκιος και ο Μέγκιος βρίσκονται σε πλήρη διαφωνία ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα ο πρώτος υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι είναι φύσει κακοί και εγωπαθείς και για να γίνουν καλοί χρειάζονται εκπαίδευση και πίεση από την πλευρά της κοινωνίας, ενώ ο δεύτερος ισχυρίζεται ακριβώς το αντίθετο, ότι οι άνθρωποι είναι εγγενώς καλοί και διαφθείρονται από τις αλλοτριωμένες κοινωνίες και τα κακά εκπαιδευτικά συστήματα. Το ίδιο διχασμένη είναι και η Δυτική πολίτικη παράδοση ο Χομπς υποστηρίζει ότι οι προ-κοινωνικές φυσικές κοινωνίες είχαν αποδυθεί σε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων, ώστε να απαιτείται η σύναψη ενός κοινωνικού συμβολαίου ικανού να χαλιναγωγήσει τα ανθρώπινα ένστικτα και να αποτρέψει την αιματοχυσία, ενώ ο Λοκ αρνείται την κακή φύση του ανθρώπου και ισχυρίζεται ότι το κοινωνικό συμβόλαιό χρειάζεται μόνο για να «απαλύνει» τις οχλήσεις που προκύπτουν από τη φυσική κατάσταση. Έτσι, για τον μεν Χομπς η κτηνώδης φύση καιροφυλακτεί όταν η κοινωνία αρχίσει να διαλύεται, για τον δε Λοκ η ίδια αυτή φύση ανήκει στο μακρινό και σκοτεινό παρελθόν της ανθρωπότητας.

Ο Ρουσσώ αποδεικνύει ότι οι εκ διαμέτρου αντίθετες αυτές απόψεις είναι εξίσου λανθασμένες όπως είπα αρχικά, έχουμε μόνο την εμπειρία του εκκοινωνισμένου και μη φυσικού ανθρώπου. Ο Χομπς και ο Λοκ δεν μπορούν να μας δείξουν αυθεντικά φυσικούς ανθρώπους, αλλά ανθρώπους που η σύγχρονη φιλοσοφία τοποθέτησε σε αυτή την κατάσταση με τρόπο θεωρητικό, δηλαδή τεχνητό. (Πράγματι, ο Ρουσσώ επιχειρηματολογεί υπέρ ενός ανθρώπου που είναι φυσικά και ηθικά καλός.)

Η σύγχρονη βιολογία δεν μπορεί να μας βοηθήσει, γιατί, στην καλύτερη περίπτωση, μας δίνει εξηγήσεις εκ των υστέρων, τουτέστιν πως πάμε από “εδώ” που βρισκόμαστε στο “εκεί”. Αλλά το πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρουμε πού είναι αυτό το “εκεί” (για να μην πω ότι, στην πραγματικότητα, δεν ξέρουμε ούτε το “εδώ” που βρίσκεται). Επιπλέον, η βιολογία, στην προσπάθεια της να μας δώσει κάποιες εξηγήσεις που αφορούν στο οργανικό μέρος του ανθρωπίνου όντος, ξεχνά την πνευματική και λογική διάσταση του. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ηθική πλευρά του ανθρώπου συνδέεται κυρίως με τους λόγους παρά με τις αίτιες των πράξεων.

ΑΙΣΩΠΟΣ: Δεν χρειάζεται να δώσεις καμία απάντηση

Υπάρχει ένας μύθος του Αίσωπου.

Στο δάσος, ένα λιοντάρι ρωτούσε κάθε ζώο που συναντούσε αν τον αναγνώριζε ως βασιλιά του δάσους ή όχι.

Ρώτησε την αρκούδα κι εκείνη είπε: «Ασφαλώς και είσαι βασιλιάς.»

Ύστερα ρώτησε τη λεοπάρδαλη, η οποία δίστασε κάπως κι ύστερα είπε ότι ναι, το λιοντάρι ήταν ο βασιλιάς.

Ύστερα το λιοντάρι ρώτησε τον ελέφαντα, ο οποίος τον σήκωσε αμέσως στην προβοσκίδα του και τον πέταξε μακριά.

Καθώς βρισκόταν στον αέρα, το λιοντάρι είπε στον ελέφαντα: «Ω, μεγάλο ον, αν δεν ήξερες την απάντηση, μπορούσες απλώς να πεις όχι. Δεν χρειαζόταν να με πετάξεις μακριά. Θα έφευγα από μόνος μου.»

Ο ελέφαντας όμως, που είναι αρκετά δυνατός για να σηκώσει και να πετάξει το λιοντάρι δεν χρειάζεται να δώσει καμία απάντηση. Δεν του είναι καθόλου αναγκαίο να πει ποιος είναι ο βασιλιάς.

Επιθυμίες και ηδονές στην ΠΟΛΙΤΕΙΑ του Πλάτωνα: ο άνθρωπος, το λιοντάρι και το τέρας

Στο κορυφαίο έργο της παγκόσμιας φιλοσοφίας «Πολιτεία», ο Πλάτωνας δεν περιγράφει τόσο τη σωστή οργάνωση ενός κρατικού σχηματισμού, όσο τη μάχη που διεξάγεται στην ψυχή του ανθρώπου ανάμεσα στη λογική και στις επιθυμίες, μία μάχη από την οποία θα κριθεί εάν τελικά κατορθώσει να γευτεί τη μοναδική γνήσια ηδονή, αυτή του ιδανικού βίου.

Τα τρία μέρη που αποτελούν την ψυχή, κατά τον Πλάτωνα, είναι: το επιθυμητικό, το θυμοειδές και το διανοητικό.

Το επιθυμητικό μέρος της ψυχής εκφράζει τις σωματικές ή «άλογες επιθυμίες» του ανθρώπου, όπως τις ανάγκες του σώματος (πείνα, δίψα, ερωτική διάθεση κ.α.). Είναι η έδρα επιθυμιών, πολύτροπων και πολυώνυμων. Η πραγματοποίηση αυτών των επιθυμιών συνιστά ηδονή, η οποία όμως, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, είναι φαινομενική και επιφανειακή. Αν, για παράδειγμα, πεινάς και φας, έχεις απλά ικανοποιήσει την επιθυμία σου να σταματήσεις να πεινάς και τίποτα περισσότερο. Δεν μπορεί από το επιθυμητικό μέρος της ψυχής να προκύψει ουσιαστική ηδονή παρά απλή ικανοποίηση μίας σωματικής, άλογης ανάγκης.

Ψηλότερα αξιολογικά από το επιθυμητικό, βρίσκεται το θυμοειδές μέρος της ψυχής. Είναι το αγωνιστικό στοιχείο ή αλλιώς, το ριζικά βουλητικό στοιχείο. Πρόκειται για την ικανοποίηση της ανάγκης σου να αναγνωρίζεσαι από τους άλλους ανθρώπους ως αξιοπρεπής και έντιμος. Το θυμοειδές μέρος της ψυχής, μπορεί να οδηγήσει σε ρήξεις και μάχες για την υπεράσπιση της τιμής σου. Μπορεί να σε κάνει να επιζητάς αξιώματα και μεγαλύτερη αναγνώριση. Δεν σχετίζεται με υλικά αγαθά αλλά με την προστασία του «είναι» σου.

Το τρίτο μέρος της ψυχής είναι το λογιστικό ή διανοητικό. Αυτό, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, θα πρέπει να «κυβερνά» την ψυχή με την συναίνεση του θυμοειδούς και την εκούσια υποταγή του επιθυμητικού. Το διανοητικό μέρος «στεγάζει» την ορθή κρίση και έλκεται από τις ευχαριστήσεις που παρέχει η διανοητική απασχόληση και η γνώση.

Οι ηδονές από την ικανοποίηση του διανοητικού είναι οι μόνες αληθινές και πραγματικές, κατά τον φιλόσοφο. Η επιδίωξη τους προσφέρει μόνιμη ανακούφιση από τον φαύλο κύκλο της επιθυμίας και την εκπλήρωσή της, αφού τα αντικείμενα της φιλοσοφικής γνώσης δεν θα εξαφανιστούν, όπως εξαφανίζονται, για παράδειγμα, οι τροφές που τρώμε, αλλά, ως αμετάβλητα και αθάνατα στοιχεία, θα προσφέρουν μία σταθερή κατάσταση πλήρωσης.

Ο Πλάτωνας χρησιμοποιεί μία εικόνα για να δείξει την εσωτερική μάχη που διεξάγεται στον άνθρωπο μεταξύ των τριών μερών της ψυχής του. Σε αυτήν την μάχη, το λογιστικό μέρος εκπροσωπείται από τον άνθρωπο, το θυμοειδές από ένα λιοντάρι και το επιθυμητικό από ένα πολυκέφαλο θηρίο. Εάν ο άνθρωπος αφήσει το λιοντάρι και το θηρίο να ισχυροποιηθούν εις βάρος του λογιστικού, τότε εκείνα θα αντιμάχονται με σφοδρότητα, οδηγώντας τον σε μία ακόλαστη ζωή, έρμαιο των αντίρροπων επιθυμιών και παθών του, όπως και των ξεσπασμάτων της οργής του. Εάν όμως ο άνθρωπος (το λογιστικό) καταφέρει να δαμάσει το θηρίο (βουλητικό) με τη βοήθεια του λιονταριού (θυμοειδούς), τότε θα μπορέσει να πειθαρχήσει τις επιθυμίες του και να εκριζώσει τα πάθη του, ώστε να απολαύσει την ηδονή της αρμονίας στην ψυχή του.

Θα ήταν λάθος όμως εάν αυτή η θεώρηση οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος μπορεί, ή οφείλει να προσπαθεί, να εκμηδενίσει το θηρίο ή το λιοντάρι μέσα του. Αντίθετα, ο Πλάτωνας προτείνει στον άνθρωπο να ικανοποιεί έμμετρα το επιθυμητικό του, ώστε αυτό να μην παθιάζεται ούτε από τη στέρηση, ούτε από την υπερπλήρωσή του, και έτσι, στην κατάσταση ηρεμίας, να αφήνει απερίσπαστο το λογιστικό κομμάτι της ψυχής να αφοσιώνεται στην αναζήτηση της γνώσης, που είναι η υπέρτατη ηδονή.

Όταν το λογιστικό μέρος καρπώνεται τις ηδονές που αναζητεί, τότε όλα τα μέρη της ψυχής θα είναι ικανοποιημένα, ενώ εάν επικρατήσουν οι ηδονές κάποιου άλλου μέρους, τότε θα αναστατωθεί όλη η τάξη της ζωής του ανθρώπου, οπότε κανένα μέρος δεν θα ικανοποιείται όπως του αρμόζει.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΣ ΒΙΟΣ: Ο ιδανικός βίος, σύμφωνα με τον Πλάτωνα και πως μπορεί να επιτευχθεί

Τα τρία μέρη της ψυχής και η επικράτηση τους σε κάθε άνθρωπο καθορίζουν και τα τρία είδη βίου που δύναται να έχει: φιλοσοφικός βίος για τον άνθρωπο που κυριαρχείται από το λογιστικό, φιλότιμος βίος για εκείνον που κυριαρχείται από το θυμοειδές και φιλοκερδής βίος για εκείνον που κυριαρχείται από το επιθυμητικό.

Μπορεί και στις τρεις κατηγορίες ανθρώπων να φαντάζει ότι ηδονικότερος βίος είναι ο δικός τους, στην πραγματικότητα όμως, μόνο ο φιλόσοφος έχει τη γνώση ότι ο δικός του βίος είναι ο ηδονικότερος κι αυτό γιατί ο ίδιος έχει γνωρίσει τις ηδονές των άλλων δύο, ενώ οι άλλοι δεν έχουν καταφέρει να γνωρίσουν τις δικές του. Ο φιλόσοφος επίσης, έχει τη δυνατότητα να αποτιμήσει τον βίο του ως «όλον» και να καταλήξει στην υπεροχή του από τους βίους των άλλων, χρησιμοποιώντας την εμπειρία και τη λογική του, κάτι που οι άλλοι δεν είναι σε θέση να κάνουν.

Τρεις βασικές αρετές χαρακτηρίζουν τον ενάρετο βίο, σύμφωνα με τον Πλάτωνα: η σωφροσύνη, η ανδρεία και η σοφία. Αν σε αυτές προστεθεί και μία τέταρτη, η δικαιοσύνη, η οποία αντιστοιχεί στην ισορροπία του συνόλου, τότε έχουμε έναν δίκαιο άνθρωπο, έναν άνθρωπο που έχει καταφέρει να εναρμονίσει τα τρία μέρη της ψυχής του κάτω από την ηγεμονία του διανοητικού.

Με την υπεροχή του διανοητικού, ο άνθρωπος είναι σε θέση να ελέγχει τις επιθυμίες του και, με εγκράτεια και σωφροσύνη, να μετασχηματίζει το πάθος του σε ανδρεία. Με άλλα λόγια, κυβερνώντας τα άλλα μέρη, ο λογισμός προσφέρει στον άνθρωπο την ευτυχία, καθώς επιτυγχάνει την αποσόβηση των εσωτερικών συγκρούσεων και την αρμονική σχέση ανάμεσα στα μέρη της ψυχής.

«Φιλία» αποκαλεί ο Πλάτωνας την ιδανική σχέση ανάμεσα στα μέρη της ψυχής, καθώς δεν περιγράφει μία κατάσταση αδιάλειπτης καταστολής, αλλά μία πειθαρχία, στην οποία ο δίκαιος άνθρωπος βρίσκει ευχαρίστηση. Το ευγενικό μέρος της ψυχής, έχοντας επιτύχει αυτή τη «φιλία» με τα άλλα δύο μέρη, έρχεται σε επικοινωνία με την γνώση, το «όντως όν», και τότε γεννάται το σύζευγμα «νους και αλήθεια», όπου «νους» είναι το λογιστικό κομμάτι της ψυχής και «αλήθεια» το «όντως όν». Ούτε η «αλήθεια» υπάρχει πριν τη σύζευξή της με την ψυχή, ούτε ο «νους» πριν τη σύζευξη του με την αλήθεια. Μόνο η ένωση δίνει υπόσταση στα δύο μέρη της συζυγίας και μόνο με τη συζυγία ο άνθρωπος αποκτά την πραγματική γνώση.

Η ευδαιμονία δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ενός ορισμένου ευνοϊκού περιβάλλοντος (από τους άλλους ή από τις περιστάσεις) αλλά από τον ίδιο μας τον εαυτό. Μπορούμε να την δημιουργήσουμε, αναπτύσσοντας εντός μας τη «λογική», η οποία μας κάνει δίκαιους.

Η επιδίωξη πνευματικών ηδονών, κατά τον Πλάτωνα, προσφέρει μόνιμη ανακούφιση από τον φαύλο κύκλο της ικανοποίησης των σωματικών αναγκών, αφού χάρη στον μεγαλύτερο βαθμό πραγματικότητας, τα αντικείμενα της φιλοσοφικής γνώσης δεν θα εξαφανιστούν, όπως τα φαγητά που καταναλώνουμε, αλλά θα διατηρήσουν τον φιλόσοφο σε μία σταθερή κατάσταση πλήρωσης.

Ο άνθρωπος, απελεύθερος από εσωτερικούς καταναγκασμούς και παρορμήσεις, απολαμβάνει λοιπόν το αίσθημα της μόνιμης πλήρωσης και, απερίσπαστος, αφοσιώνεται στην περαιτέρω αναζήτηση της σοφίας που προσφέρει την απόλυτη ηδύτητα και αγαθότητα σε μία ζωή.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΚΑΤ' ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΟΥΣ

ΔΗΜ 23.1–5

Προοίμιον: οι αληθινοί στόχοι του ψηφίσματος και η αντίδραση του ομιλητή

Ο Αριστοκράτης ήθελε με ψήφισμα να εξασφαλίσει προστασία για τον Χαρίδημο, γαμπρό και αξιωματούχο του βασιλιά της Θράκης Κερσοβλέπτη, από τυχόν επιβουλή κατά της ζωής του. Σημειώνεται ότι στον Χαρίδημο είχε απονεμηθεί η ιδιότητα του αθηναίου πολίτη ως αντάλλαγμα για τη συνδρομή του στην επίτευξη της ειρήνης του Χάρητα (357 π.Χ.). Ο Ευθυκλής, συντριήραρχος του Δημοσθένη στον Ελλήσποντο, καταγγέλλει με γραφὴν παρανόμων το ψήφισμα αυτό ως παράνομο (352 ή 351 π.Χ.).

[1] Μηδεὶς ὑμῶν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, νομίσῃ μήτ’ ἰδίας ἔ-
χθρας ἐμὲ μηδεμιᾶς ἕνεχ’ ἥκειν Ἀριστοκράτους κατηγορήσοντα
τουτουί, μήτε μικρὸν ὁρῶντά τι καὶ φαῦλον ἁμάρτημ’ ἑτοίμως
οὕτως ἐπὶ τούτῳ προάγειν ἐμαυτὸν εἰς ἀπέχθειαν, ἀλλ’ εἴπερ
ἄρ’ ὀρθῶς ἐγὼ λογίζομαι καὶ σκοπῶ, ὑπὲρ τοῦ Χερρόνησον
ἔχειν ὑμᾶς ἀσφαλῶς καὶ μὴ παρακρουσθέντας ἀποστερηθῆναι
πάλιν αὐτῆς, περὶ τούτου μοί ἐστιν ἅπασ’ ἡ σπουδή. [2] δεῖ δὴ
πάντας ὑμᾶς, εἰ βούλεσθ’ ὀρθῶς περὶ τούτων μαθεῖν καὶ
κατὰ τοὺς νόμους δικαίως κρῖναι τὴν γραφήν, μὴ μόνον τοῖς
γεγραμμένοις ἐν τῷ ψηφίσματι ῥήμασιν προσέχειν, ἀλλὰ καὶ
τὰ συμβησόμεν’ ἐξ αὐτῶν σκοπεῖν. εἰ μὲν γὰρ ἦν ἀκού-
σασιν εὐθὺς εἰδέναι τὰ κεκακουργημένα, τὴν ἀρχὴν ἴσως ἂν
οὐκ ἐξηπάτησθε· [3] ἐπειδὴ δὲ τοῦθ’ ἕν ἐστι τῶν ἀδικημάτων, τὸ
τοῦτον τὸν τρόπον καὶ λέγειν καὶ γράφειν ἐνίους ὃν ἂν ἥκισθ’
ὑμεῖς ὑπίδοισθέ τι καὶ φυλάξαισθε, προσήκει μὴ πάνυ θαυμά-
ζειν, εἰ καὶ τοῦτο τὸ ψήφισμ’ ἡμεῖς οὕτω γεγραμμένον ἐπι-
δείξομεν ὥστε δοκεῖν μὲν Χαριδήμῳ φυλακήν τινα τοῦ σώ-
ματος διδόναι, τὴν ὡς ἀληθῶς δὲ δικαίαν καὶ βέβαιον [φυ-
λακὴν Χερρονήσου] τῆς πόλεως ἀποστερεῖν. [4] εἰκότως δ’ ἄν,
ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ προσέχοιτέ μοι τὸν νοῦν καὶ μετ’
εὐνοίας ἀκούσαιθ’ ἃ λέγω. ἐπειδὴ γάρ, οὐχὶ τῶν ἐνοχλούντων
ὑμᾶς οὐδὲ τῶν πολιτευομένων καὶ πιστευομένων παρ’ ὑμῖν ὤν,
πρᾶγμα τηλικοῦτόν φημι δείξειν πεπραγμένον, ἐάν, ὅσον
ἐστὶν ἐν ὑμῖν, συναγωνίσησθέ μοι καὶ προθύμως ἀκούσητε,
τοῦτό τε σώσετε καὶ ποιήσετε μὴ κατοκνεῖν, ἐάν τίς τι καὶ
ἡμῶν οἴηται δύνασθαι ποιῆσαι τὴν πόλιν ἀγαθόν. οἰήσεται
δέ, ἂν μὴ χαλεπὸν εἶναι νομίζῃ τὸ παρ’ ὑμῖν λόγου τυχεῖν.
[5] νῦν δὲ πολλοῖς τοῦτο φοβουμένοις, λέγειν μὲν ἴσως οὐ δεινοῖς,
βελτίοσι δ’ ἀνθρώποις τῶν δεινῶν, οὐδὲ σκοπεῖν ἐπέρχεται
τῶν κοινῶν οὐδέν. ἐγὼ γοῦν (ὀμνύω τοὺς θεοὺς ἅπαντας)
ἀπώκνησ’ ἄν, εὖ ἴστε, καὶ αὐτὸς τὴν γραφὴν ταύτην ἀπενε-
γκεῖν, εἰ μὴ πάνυ τῶν αἰσχρῶν ἐνόμιζον εἶναι νῦν μὲν ἡσυ-
χίαν ἄγειν καὶ σιωπῆσαι, πρᾶγμ’ ἀλυσιτελὲς τῇ πόλει κατα-
σκευάζοντας ὁρῶν τινας ἀνθρώπους, πρότερον δέ, ὅτ’ ἔπλευσα
τριηραρχῶν εἰς Ἑλλήσποντον, εἰπεῖν καὶ κατηγορῆσαί τινων,
οὓς ἀδικεῖν ὑμᾶς ἡγούμην.

***
[1] Κανείς από σας, άνδρες Αθηναίοι, να μη νομίση ότι κινούμενος από κάποιαν έχθραν ανήλθον εις το βήμα διά να κατηγορήσω αυτόν εδώ τον Αριστοκράτη, ούτε βλέπων ότι αυτός διέπραξε κάποιο μικρόν και ασήμαντον αμάρτημα παρεσύρθην τόσον εύκολα να γίνω μισητός, αλλ' εάν βέβαια σκέπτομαι και κρίνω ορθώς, όλη μου η φροντίς αποβλέπει εις το να έχετε σεις ασφαλώς την Χερσόνησον και να μη στερηθήτε αυτήν εξαπατηθέντες. [2] Πρέπει λοιπόν όλοι σεις, εάν θέλετε να έχετε ορθάς πληροφορίας περί τούτων και να κρίνετε την υπόθεσιν ταύτην συμφώνως προς τους νόμους και την δικαιοσύνην, να μη προσέχετε μόνον εις τας διατάξεις του ψηφίσματος, αλλά να εξετάζετε και τα επακόλουθα αυτού. Διότι εάν μεν ήτο δυνατόν, ευθύς μόλις ακούσετε, να κατανοήσετε τας μηχανορραφίας της υποθέσεως ταύτης, ίσως ευθύς εξ αρχής δεν θα εξηπατάσθε· [3] επειδή δε τούτο είναι εν εκ των αδικημάτων, το να ομιλούν δηλαδή και να γράφουν εις τα ψηφίσματά των κατά τοιούτον τρόπον, ώστε ελάχιστα σεις να υποψιασθήτε και προφυλαχθήτε, δεν πρέπει να παραξενεύεσθε, εάν και τούτο το ψήφισμα αποδείξωμεν ότι είναι τοιουτοτρόπως γραμμένον, ώστε να δίδη μεν την εντύπωσιν ότι χορηγεί προφύλαξιν διά το σώμα του εις τον Χαρίδημον, πράγματι δε αποστερεί την πόλιν τού να κατέχη ασφαλώς και δικαίως την Χερσόνησον. [4] Ευλόγως δε, άνδρες Αθηναίοι, ηθέλετε προσέξει τους λόγους μου και ακούσει μετ' ευμενείας, διότι, χωρίς να ανήκω εις τους ρήτορας που σας ενοχλούν, ούτε εις τους πολιτευομένους που τους ακούετε και τους εκφράζετε την εμπιστοσύνην σας, πρόκειται να σας αποδείξω ότι έχει διαπραχθή μεγάλης σημασίας έγκλημα· αν δε, όσον εξαρτάται από σας, συνεργασθήτε με εμέ και με ακούσετε προθύμως, και θα σώσετε τας κτήσεις σας και θα διεγείρετε τον ζήλον οιουδήποτε δυναμένου να σας φανή ωφέλιμος. Θα νομίση δε ούτος ότι θα σας ωφελήση, αν κρίνη ότι δεν είναι δύσκολον να ακουσθή από του βήματος. [5] Τώρα δε εις πολλούς, επειδή φοβούνται τούτο, και είναι μεν ίσως ουχί ικανοί ρήτορες, είναι όμως καλύτεροι άνθρωποι των δεινών ρητόρων, ουδέ έρχεται καν εις τον νουν των να ομιλήσουν περί των κοινών συμφερόντων. Εγώ λοιπόν (ορκίζομαι εις όλους τους θεούς) θα εδίσταζον, να είσθε βέβαιοι περί τούτου, να παρουσιασθώ ως κατήγορος του Αριστοκράτους, εάν δεν ενόμιζον ότι είναι από τα πλέον αισχρά, τώρα μεν να ησυχάζω και να σιωπώ, βλέπων ανθρώπους τινάς να ετοιμάζουν διά την πόλιν πράγμα βλαβερόν, πρότερον δε, όταν έπλευσα ως τριήραρχος εις τον Ελλήσποντον να κατηγορήσω μερικούς, οι οποίοι ενόμιζον ότι σας αδικούν.