Δευτέρα 11 Απριλίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (20.340-20.418)

340 Ὣς εἰπὼν λίπεν αὐτόθ᾽, ἐπεὶ διεπέφραδε πάντα.
αἶψα δ᾽ ἔπειτ᾽ Ἀχιλῆος ἀπ᾽ ὀφθαλμῶν σκέδασ᾽ ἀχλὺν
θεσπεσίην· ὁ δ᾽ ἔπειτα μέγ᾽ ἔξιδεν ὀφθαλμοῖσιν,
ὀχθήσας δ᾽ ἄρα εἶπε πρὸς ὃν μεγαλήτορα θυμόν·
«ὢ πόποι, ἦ μέγα θαῦμα τόδ᾽ ὀφθαλμοῖσιν ὁρῶμαι·
345 ἔγχος μὲν τόδε κεῖται ἐπὶ χθονός, οὐδέ τι φῶτα
λεύσσω, τῷ ἐφέηκα κατακτάμεναι μενεαίνων.
ἦ ῥα καὶ Αἰνείας φίλος ἀθανάτοισι θεοῖσιν
ἦεν· ἀτάρ μιν ἔφην μὰψ αὔτως εὐχετάασθαι.
ἐρρέτω· οὔ οἱ θυμὸς ἐμεῦ ἔτι πειρηθῆναι
350 ἔσσεται, ὃς καὶ νῦν φύγεν ἄσμενος ἐκ θανάτοιο.
ἀλλ᾽ ἄγε δὴ Δαναοῖσι φιλοπτολέμοισι κελεύσας
τῶν ἄλλων Τρώων πειρήσομαι ἀντίος ἐλθών.»
Ἦ, καὶ ἐπὶ στίχας ἆλτο, κέλευε δὲ φωτὶ ἑκάστῳ·
«μηκέτι νῦν Τρώων ἑκὰς ἕστατε, δῖοι Ἀχαιοί,
355 ἀλλ᾽ ἄγ᾽ ἀνὴρ ἄντ᾽ ἀνδρὸς ἴτω, μεμάτω δὲ μάχεσθαι.
ἀργαλέον δέ μοί ἐστι καὶ ἰφθίμῳ περ ἐόντι
τοσσούσδ᾽ ἀνθρώπους ἐφέπειν καὶ πᾶσι μάχεσθαι·
οὐδέ κ᾽ Ἄρης, ὅς περ θεὸς ἄμβροτος, οὐδέ κ᾽ Ἀθήνη
τοσσῆσδ᾽ ὑσμίνης ἐφέποι στόμα καὶ πονέοιτο·
360 ἀλλ᾽ ὅσσον μὲν ἐγὼ δύναμαι χερσίν τε ποσίν τε
καὶ σθένει, οὔ μ᾽ ἔτι φημὶ μεθησέμεν οὐδ᾽ ἠβαιόν,
ἀλλὰ μάλα στιχὸς εἶμι διαμπερές, οὐδέ τιν᾽ οἴω
Τρώων χαιρήσειν, ὅς τις σχεδὸν ἔγχεος ἔλθῃ.»
Ὣς φάτ᾽ ἐποτρύνων· Τρώεσσι δὲ φαίδιμος Ἕκτωρ
365 κέκλεθ᾽ ὁμοκλήσας, φάτο δ᾽ ἴμεναι ἄντ᾽ Ἀχιλῆος·
«Τρῶες ὑπέρθυμοι, μὴ δείδιτε Πηλεΐωνα.
καί κεν ἐγὼν ἐπέεσσι καὶ ἀθανάτοισι μαχοίμην·
ἔγχεϊ δ᾽ ἀργαλέον, ἐπεὶ ἦ πολὺ φέρτεροί εἰσιν.
οὐδ᾽ Ἀχιλεὺς πάντεσσι τέλος μύθοις ἐπιθήσει,
370 ἀλλὰ τὸ μὲν τελέει, τὸ δὲ καὶ μεσσηγὺ κολούει.
τοῦ δ᾽ ἐγὼ ἀντίος εἶμι, καὶ εἰ πυρὶ χεῖρας ἔοικεν,
εἰ πυρὶ χεῖρας ἔοικε, μένος δ᾽ αἴθωνι σιδήρῳ.»
Ὣς φάτ᾽ ἐποτρύνων, οἱ δ᾽ ἀντίοι ἔγχε᾽ ἄειραν
Τρῶες· τῶν δ᾽ ἄμυδις μίχθη μένος, ὦρτο δ᾽ ἀϋτή.
375 καὶ τότ᾽ ἄρ᾽ Ἕκτορα εἶπε παραστὰς Φοῖβος Ἀπόλλων·
«Ἕκτορ, μηκέτι πάμπαν Ἀχιλλῆϊ προμάχιζε,
ἀλλὰ κατὰ πληθύν τε καὶ ἐκ φλοίσβοιο δέδεξο,
μή πώς σ᾽ ἠὲ βάλῃ ἠὲ σχεδὸν ἄορι τύψῃ.»
Ὣς ἔφαθ᾽, Ἕκτωρ δ᾽ αὖτις ἐδύσετο οὐλαμὸν ἀνδρῶν
380 ταρβήσας, ὅτ᾽ ἄκουσε θεοῦ ὄπα φωνήσαντος.
ἐν δ᾽ Ἀχιλεὺς Τρώεσσι θόρε φρεσὶν εἱμένος ἀλκήν,
σμερδαλέα ἰάχων, πρῶτον δ᾽ ἕλεν Ἰφιτίωνα,
ἐσθλὸν Ὀτρυντεΐδην, πολέων ἡγήτορα λαῶν,
ὃν νύμφη τέκε νηῒς Ὀτρυντῆϊ πτολιπόρθῳ
385 Τμώλῳ ὕπο νιφόεντι, Ὕδης ἐν πίονι δήμῳ·
τὸν δ᾽ ἰθὺς μεμαῶτα βάλ᾽ ἔγχεϊ δῖος Ἀχιλλεὺς
μέσσην κὰκ κεφαλήν· ἡ δ᾽ ἄνδιχα πᾶσα κεάσθη,
δούπησεν δὲ πεσών, ὁ δ᾽ ἐπεύξατο δῖος Ἀχιλλεύς·
«κεῖσαι, Ὀτρυντεΐδη, πάντων ἐκπαγλότατ᾽ ἀνδρῶν·
390 ἐνθάδε τοι θάνατος, γενεὴ δέ τοί ἐστ᾽ ἐπὶ λίμνῃ
Γυγαίῃ, ὅθι τοι τέμενος πατρώϊόν ἐστιν,
Ὕλλῳ ἐπ᾽ ἰχθυόεντι καὶ Ἕρμῳ δινήεντι.»
Ὣς ἔφατ᾽ εὐχόμενος, τὸν δὲ σκότος ὄσσε κάλυψε.
τὸν μὲν Ἀχαιῶν ἵπποι ἐπισσώτροις δατέοντο
395 πρώτῃ ἐν ὑσμίνῃ· ὁ δ᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ Δημολέοντα,
ἐσθλὸν ἀλεξητῆρα μάχης, Ἀντήνορος υἱόν,
νύξε κατὰ κρόταφον, κυνέης διὰ χαλκοπαρῄου.
οὐδ᾽ ἄρα χαλκείη κόρυς ἔσχεθεν, ἀλλὰ δι᾽ αὐτῆς
αἰχμὴ ἱεμένη ῥῆξ᾽ ὀστέον, ἐγκέφαλος δὲ
400 ἔνδον ἅπας πεπάλακτο· δάμασσε δέ μιν μεμαῶτα.
Ἱπποδάμαντα δ᾽ ἔπειτα καθ᾽ ἵππων ἀΐξαντα,
πρόσθεν ἕθεν φεύγοντα, μετάφρενον οὔτασε δουρί.
αὐτὰρ ὁ θυμὸν ἄϊσθε καὶ ἤρυγεν, ὡς ὅτε ταῦρος
ἤρυγεν ἑλκόμενος Ἑλικώνιον ἀμφὶ ἄνακτα
405 κούρων ἑλκόντων· γάνυται δέ τε τοῖς ἐνοσίχθων·
ὣς ἄρα τόν γ᾽ ἐρυγόντα λίπ᾽ ὀστέα θυμὸς ἀγήνωρ·
αὐτὰρ ὁ βῆ σὺν δουρὶ μετ᾽ ἀντίθεον Πολύδωρον
Πριαμίδην. τὸν δ᾽ οὔ τι πατὴρ εἴασκε μάχεσθαι,
οὕνεκά οἱ μετὰ παισὶ νεώτατος ἔσκε γόνοιο,
410 καί οἱ φίλτατος ἔσκε, πόδεσσι δὲ πάντας ἐνίκα·
δὴ τότε νηπιέῃσι ποδῶν ἀρετὴν ἀναφαίνων
θῦνε διὰ προμάχων, ἧος φίλον ὤλεσε θυμόν.
τὸν βάλε μέσσον ἄκοντι ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεὺς
νῶτα παραΐσσοντος, ὅθι ζωστῆρος ὀχῆες
415 χρύσειοι σύνεχον καὶ διπλόος ἤντετο θώρηξ·
ἀντικρὺ δὲ διέσχε παρ᾽ ὀμφαλὸν ἔγχεος αἰχμή,
γνὺξ δ᾽ ἔριπ᾽ οἰμώξας, νεφέλη δέ μιν ἀμφεκάλυψε
κυανέη, προτὶ οἷ δὲ λάβ᾽ ἔντερα χερσὶ λιασθείς.

***
340 Είπε και αυτού τον άφησεν, αφού του εξήγησ᾽ όλα·
και από τα μάτια σκόρπισεν αμέσως του Αχιλλέως
την καταχνιά, και ως άνοιξε πλατιά τους οφθαλμούς του,
έλεγε με παράπονο στην ανδρικήν ψυχήν του:
«Μέγα το θαύμα οπού θωρούν τα μάτια τούτα εμπρός τους·
345 την λόγχην βλέπω κατά γης και όχι τον άνδρα πλέον,
που επάνω του την έριξα για να τον θανατώσω.
Ήταν αλήθει᾽ αγαπητός εις τους θεούς ο Αινείας,
κι εστοχαζόμουν ότι αυτός στα ψέματα εκαυχόνταν.
Ας πάει· και αν απ᾽ τον θάνατον πρόθυμα τώρα εσώθη,
350 δεύτερα να δοκιμασθεί μ᾽ εμέ δεν θα τολμήσει.
Αλλ᾽ ας κινήσω τον λαόν των Δαναών ανδρείων
εις άλλους Τρώας δοκιμή της λόγχης μου να γίνει».
Είπε, πηδά στα τάγματα και προσταγήν τους δίδει:
«Τους Τρώας πάρτε από σιμά, ω Αχαιοί γενναίοι,
355 άνδρας προς άνδρα ορμήσετε, με πόθον του πολέμου.
Κι είναι για με πράγμα βαρύ, όσην και αν έχω ανδρείαν
με τόσα πλήθη μόνος μου την μάχην να κρατήσω·
μήτ᾽ η Αθηνά μήτε ο θεός ο αθάνατος ο Άρης
με τέτοιο στόμα φοβερό πολέμου θα παλαίαν.
360 Αλλ᾽ όσον εγώ δύναμαι, με πόδια και με χέρια
και με καρδιά, μηδέ στιγμήν θα οκνήσω στον αγώνα.
Θα διαπερνώ τες φάλαγγες, και όποιος από τους Τρώας
εμπρός στην λόγχην μου ευρεθεί δεν θα χαρεί πιστεύω».
Και ο Έκτωρ πάλιν με κραυγές επρόσταζε τους Τρώας,
365 και να σταθούν τους έλεγεν ενάντια του Αχιλλέως:
«Μη, Τρώες γενναιόψυχοι, φοβείσθε τον Πηλείδην·
με λόγια και προς τους θεούς εγώ θα πολεμούσα·
όχι με τ᾽ άρματα, ότι αυτοί πολύ ᾽ναι ανώτεροί μας.
Ούδ᾽ ο Αχιλλεύς τα λόγια του θα κατορθώσει όλα
370 και απ᾽ ό,τι ελπίζει κολοβό μέρος πολύ θα μείνει.
Κι εγώ θα πέσω επάνω του και αν πύρινά ᾽χει χέρια,
και αν έχει χέρια πύρινα κι έχει βαφήν σιδήρου».
Και με τις λόγχες σηκωτές προχώρησαν οι Τρώες
κι έσμιξ᾽ η ανδρεία των δυο στρατών μ᾽ αλαλαγμόν και βρόντον,
375 και τότε ο Φοίβος σίμωσε τον Έκτορα και του ᾽πε:
«Έκτωρ, μη πλέον προμαχείς εμπρός εις τον Πηλείδην,
αλλά στο πλήθος δέξου τον και απ᾽ όπου βράζ᾽ η μάχη,
μη σ᾽ ακοντίσ᾽ ή από σιμά σε πλήξει με το ξίφος».
Είπε και ο Έκτωρ έστρεψε στες φάλαγγες οπίσω
380 ότι, ως ομίλησε ο θεός, του εφόβισε τα στήθη.
Και με κραυγήν, ατρόμητος στους Τρώας ο Πηλείδης
επήδησε κι εκτύπησε τον γόνον του Οτρυντέως
εξαίσιον Ιφιτίωνα, πολλών λαών προστάτην·
νύμφη ναϊάς τον γέννησε του πορθητού πατρός του
385 στην πλούσιαν Ύδην κάτωθεν του χιονισμένου Τμώλου
και ως ίσια ορμούσ᾽ ενάντια του τον λόγχισε ο Πηλείδης
στην κεφαλήν κατάμεσα κι εσχίσθη εκείν᾽ εις δύο·
κι επάνω του, όπως βρόντησε, επαίρετ᾽ ο Πηλείδης:
«Κείτεσαι, συ που τρόμαζες τον κόσμον, Οτρυντείδη·
390 έχεις εδώ τον θάνατον και στην Γυγαίαν λίμνην
την γενεάν σου, κι είν᾽ εκεί το πατρικό σου κτήμα,
που ο βαθύς Έρμος δέχεται τον ιχθυοφόρον Ύλλον».
Είπε κι εκείνου εσκέπασε τους οφθαλμούς μαυρίλα,
κι οι άμαξες των Αχαιών με τους τροχούς τον κόψαν
395 στην πρώτην τάξιν· και ο Αχιλλεύς κτυπά τον πολεμάρχον
ανδρείον Δημολέοντα, του Αντήνορος βλαστάρι
στον μήλιγγα, ανάμεσα στο χάλκινό του κράνος.
Το κράνος δεν εκράτησε το χαλκοφόρο ακόντι,
που εσύντριψε το κόκαλο κι εγέμισ᾽ όλος αίμα
400 ο εγκέφαλος· κι ενέκρωσε μ᾽ όσην ορμήν και αν είχε.
Πάλιν τον Ιπποδάμαντα που επήδησε απ᾽ τ᾽ αμάξι
μεσόπλατα τον λόγχισεν ως έφευγεν εμπρός του
και ως ξεψυχούσ᾽ εμούγκριζεν, ως κάνει ταύρος όταν
στου Ελικωνίου τον βωμόν τον σέρνουν παλικάρια,
405 και όπως τους βλέπει ο Ποσειδών ευφραίνεται η καρδιά του.
Τόσο εβογγούσε ως έβγαινε η αδάμαστη ψυχή του.
Στον Πριαμίδην έπειτα Πολύδωρον εχύθη·
τούτον από τον πόλεμον εμπόδιζε ο πατέρας,
ότ᾽ ήταν το υστερόγεννο και αγαπητό παιδί του,
410 ανεμοπόδης φοβερός και τότε απ᾽ αγνωσιά του
μες στους προμάχους έτρεχε να δείξει πόσο αξίζουν
τα πόδια του, ώσπου έχασε την ποθητήν ζωήν του.
Εκείνον ο πτερόποδος ακόντισε Πηλείδης
στα νώτα εμπρός του ως έφευγε, της ζώνης όπου οι κόμποι
415 χρυσοί τον διπλόν θώρακα κλεισμένον εκρατούσαν.
Και η λόγχη αντίκρυ σχίζοντας τον ομφαλόν του εβρήκε·
σκούζοντας εγονάτισε, το φως δεν είδε πλέον
και με τα χέρια τ᾽ άντερα σκυμμένος εβαστούσε.

Tο Ολοκαύτωμα του Μεσολογγίου

«Kι αυτοί οι ανελέητοι εχθροί ενώθηκαν στα δακρυά μου. Γλυκειά πνοή της ξάστερης νύχτας, ένα χαμόγελο πάνω στα νερά και παντού στην εξοχή. Ο σεισμός άνοιξε στο σκληρό βράχο βαθύ χάσμα που σκεπάστηκε με λουλούδια που έτρεμαν στην αύρα και στον ήλιο. Αν τύχει να γίνει κάτι απ’ αυτό που τώρα μοιάζει ανέφικτο, θα το συνοδέψει το μαρτύριο καί το αίμα. Γιατί μου φαίνεται αδύνατο να μπορέσει να περάσει απέναντι και ένας μόνο από μας. Σαν σκιά πλανιέται το κοπαδάκι μου μέσα στη νύχτα με τ’ άστρα, νύχτα δροσερή από τις προσευχές, γαλήνια σαν να είχε βρέξει ψωμί ο ουρανός» -Διονύσιος Σολωμός

Το πρωί της 10ης Απριλίου, η οθωμανική ημισέληνος κυμάτιζε στα χαλάσματα του Μεσολογγίου.

Η Έξοδος του Μεσολογγίου
(25 Απρ. 1825 – 10 Απρ. 1826)
Εμπλεκόμενες πλευρές: Έλληνες επαναστάτες vs Οθωμανική αυτοκρατορία
Ηγετικά πρόσωπα: Αλ. Μαυροκορδάτος, Κίτσος Τζαβέλλας, Νότης Μπότσαρης, Νικόλαος Στουρνάρης κ.α vs Κιουταχής, Ιμπραήμ Πασάς

Η «Έξοδος του Μεσολογγίου» ή το «Ολοκαύτωμα του Μεσολογγίου» αναφέρεται στην έξοδο που πραγματοποίησαν οι πολιορκημένοι στρατιώτες και άμαχοι του Μεσολογγίου, όταν οι δυνατότητες συνέχισης της άμυνας απέναντι στα τουρκικά και αιγυπτιακά στρατεύματα είχαν χαθεί. Το γεγονός συνέβη την νύχτα μεταξύ 10ης και 11ης Απριλίου 1826 (Κυριακή των Βαΐων), κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 και συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα γεγονότα της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας. Το Μεσολόγγι επαναστάτησε στις 20 Μαΐου του 1821. Η σημασία της θέσης έγινε γρήγορα αντιληπτή από την τοπική ηγεσία της επανάστασης.

Η Τρίτη πολιορκία του Μεσολογγίου (συχνά αναφέρεται και ως δεύτερη πολιορκία) ήταν ένα από τα σημαντικότερα πολεμικά γεγονότα της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821. Ήταν το γεγονός που έδωσε έμπνευση στο Διονύσιο Σολωμό να γράψει τους “Ελεύθερους Πολιορκημένους”. Έγινε στο διάστημα από 25 Απριλίου του 1825 έως 10 Απριλίου του 1826 οπότε και τερματίστηκε με την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου. Η πολιορκία διακρίνεται σε δύο φάσεις. Η πρώτη από τον Απρίλιο του 1825 μέχρι τον Οκτώβριο του 1825 όταν η πόλη πολιορκήθηκε από τα στρατεύματα του Κιουταχή και η δεύτερη από τον Δεκέμβριο του 1825 έως τον Απρίλιο του 1826 όταν η πόλη πολιορκήθηκε από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ και του Κιουταχή από κοινού.

Το Μεσολόγγι κήρυξε την επανάσταση στις 20 Μαΐου 1821 με τον οπλαρχηγό Δημήτριο Μακρή. Το 1822, μετά την ήττα των ελλήνων στη μάχη του Πέτα τα τουρκικά στρατεύματα κατευθύνθηκαν προς το Μεσολόγγι και πολιόρκησαν την πόλη. Η Πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου διήρκεσε δύο μήνες και έληξε με αποτυχία των τουρκικών δυνάμεων να κυριεύσουν την πόλη. Στα μέσα του 1823 οι τουρκικές δυνάμεις σχεδίασαν νέα εκστρατεία που περιλάμβανε πολιορκία και κατάληψη του Μεσολογγίου. Μετά από σκληρές μάχες που δόθηκαν στην περιοχή της Ευρυτανίας τα τουρκικά στρατεύματα κατευθύνθηκαν προς το Μεσολόγγι. Οι αρχές και οι κάτοικοι της πόλης προετοιμάστηκαν για πολιορκία όμως τα τουρκικά στρατεύματα προτίμησαν να πολιορκήσουν το Αιτωλικό. Το γεγονός αυτό αναφέρεται συχνά ως Δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου.

Στην πόλη πραγματοποιήθηκε η συνέλευση της Δυτικής Ελλάδας και στη συνέχεια έγινε έδρα της διοίκησης της Δυτικής Ελλάδας που έφερε την ονομασία Οργανισμός της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας. Το 1822 η πόλη πολιορκήθηκε για πρώτη φορά από τα στρατεύματα του Κιουταχή που είχε νικήσει τους Έλληνες στο Πέτα, και του Ομέρ Βρυώνη που είχε ολοκληρώσει την υποταγή του Σουλίου. Μετά από δύο μήνες οι Τούρκοι έλυσαν την πολιορκία έχοντας υποστεί σοβαρές απώλειες. Την επόμενη χρονιά ένα νέο τουρκικό στράτευμα κατευθύνθηκε προς το Μεσολόγγι άλλα αναλώθηκε ανεπιτυχώς στην πολιορκία του γειτονικού Αιτωλικού. Οι Τούρκοι μετά την αποτυχία να καταλάβουν το Αιτωλικό εγκατέλειψαν το σχέδιο επίθεσης στο Μεσολόγγι και αποχώρησαν.

Μετά την καταστροφική μάχη του Πέτα για τους έλληνες επαναστάτες (4 Ιουλίου 1822) ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιουταχής, επικεφαλής 11.000 ανδρών, κατήλθαν χωρίς αντίσταση στην κοιλάδα του Μεσολογγίου, την οποία απέκλεισαν από ξηράς (25 Οκτωβρίου). Μαζί τους βρέθηκαν και οι οπλαρχηγοί Βάλτου και Ξηρομέρου, Γεώργιος Βαρνακιώτης, Γιαννάκης Ράγκος, Γώγος Μπακόλας, Γεωργάκης Βαλτινός και Ανδρέας Ίσκος, που είχαν δηλώσει υποταγή στους δύο πασάδες. Ο Γιουσούφ Πασάς με τον στόλο του συμπλήρωνε τον αποκλεισμό της πόλης από τη θάλασσα. Το Μεσολόγγι εκείνα τα χρόνια ήταν το οικονομικό και πολιτικό κέντρο της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας (σημερινής Δυτικής Στερεάς Ελλάδας).

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο Μάρκος Μπότσαρης με τα λείψανα του εκστρατευτικού σώματος του Πέτα ανέλαβαν την υπεράσπιση της πόλης. Το Μεσολόγγι ήταν ευπρόσβλητο από ξηράς και προστατευόταν από ένα χαμηλό περιτείχισμα κατασκευασμένο στις αρχές της Επανάστασης. Η δύναμη των πολεμιστών δεν υπερέβαινε τους 700 άνδρες, ενώ χρειάζονταν τουλάχιστον επταπλάσιοι υπερασπιστές. Στους προμαχώνες δεν υπήρχαν παρά μόνο 14 πυροβόλα. Τα πολεμοφόδια και τα τρόφιμα μόλις έφθαναν για ένα μήνα. Η θέση των πολιορκουμένων ήταν απελπιστική.

Στο στρατόπεδο των πολιορκητών υπήρχε διχογνωμία για το σχέδιο ενεργειών. Ο Κιουταχής και ο Γιουσούφ υποστήριζαν την άμεση κατάληψη του Μεσολογγίου με έφοδο. Ο Ομέρ Βρυώνης ήταν της γνώμης να το καταλάβουν δια συμβιβασμού, προκειμένου να διατηρηθεί η πόλη αλώβητη για τις ανάγκες του στρατού, μετά την ερήμωση της Αιτωλοακαρνανίας. Τελικά, επικράτησε η γνώμη του Ομέρ. Οι πολιορκούμενοι εξέλαβαν ως θείο δώρο την εξέλιξη αυτή. Άρχισαν ατέρμονες συζητήσεις περί συμβιβασμού, αναμένοντας τη βοήθεια που είχαν ζητήσει από την Πελοπόννησο και τα νησιά. Πράγματι, στα μέσα Νοεμβρίου στολίσκος από 11 πλοία υπό τον Ανδρέα Μιαούλη διέσπασε τον θαλάσσιο αποκλεισμό του Μεσολογγίου. Αποβίβασε 1000 άνδρες υπό τους Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Ανδρέα Ζαΐμη και Κανέλλο Δεληγιάννη και προμήθευσε με τροφές και πολεμοφόδια τους υπερασπιστές του. Τότε, οι πολιορκούμενοι διαμήνυσαν στους Τούρκους πασάδες, ότι αν θέλουν το Μεσολόγγι να έλθουν να το πάρουν.

Η κατάσταση στο στρατόπεδο των πολιορκητών δεν ήταν καλύτερη από αυτή τον πολιορκουμένων. Τα πολεμοφόδια και τα τρόφιμα άρχισαν να ελαττώνονται και οι προμήθειες νέων κατέστησαν δυσχερείς. Έτσι, οι πασάδες αποφάσισαν έφοδο, αφού είχε χαθεί πολύτιμος χρόνος με τις διαπραγματεύσεις. Η επίθεση προγραμματίστηκε για τη νύχτα της 24ης προς 25η Δεκεμβρίου, με την ελπίδα ότι οι μαχητές θα εγκατέλειπαν τους προμαχώνες και θα πήγαιναν στις εκκλησιές για να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα. Όμως, το σχέδιο της επίθεσης είχε διαρρεύσει στους μαχητές του Μεσολογγίου από τον ελληνικής καταγωγής γραμματικό του Ομέρ Βρυώνη, Γιάννη Γούναρη, κι έτσι η φρουρά παρέμεινε στις θέσεις της πανέτοιμη για την επίθεση.

Κατά την έφοδο, οι Οθωμανοί υπέστησαν πανωλεθρία κι οι δύο πασάδες αποφάσισαν να λύσουν την πολιορκία στις 31 Δεκεμβρίου 1822, επειδή κυκλοφορούσαν έντονες φήμες ότι έφθανε εναντίον τους ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Κατά τη διάρκεια της επιστροφής τους στην Ήπειρο, νέα δοκιμασία περίμενε τους καταπονημένους Οθωμανούς. Στην προσπάθειά τους να διαβούν τον πλημμυρισμένο Αχελώο, πολλοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους. Τα υπολείμματα των δυνάμεων του Κιουταχή και του Ομέρ Βρυώνη έφθασαν σε κακή κατάσταση στις 21 Φεβρουαρίου 1823 στο Κραβασσαρά (σημερινή Αμφιλοχία) και στη συνέχεια πέρασαν με πλοία στην Πρέβεζα.

Η καταστροφή του οθωμανικού στρατού προκάλεσε την αποτυχία της εκστρατείας των δύο πασάδων κατά της Δυτικής Ελλάδας. Η επιτυχία των Ελλήνων έγινε μεγαλύτερη, καθώς μετά την αναχώρηση των Οθωμανών από το Μεσολόγγι, ενώθηκαν με τους επαναστάτες οι οπλαρχηγοί Ανδρέας Ίσκος και Γεωργάκης Βαλτινός, που είχαν προσχωρήσει στο τουρκικό στρατόπεδο. Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, με νωπά τα γεγονότα στο μυαλό του, αναφέρεται στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου και την καταστροφική διάβαση του Αχελώου από τους Τούρκους στο ποίημα του «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», που έγραψε το Μάιο του 1823 (στροφές 88-121).

Τρία χρόνια μετά την αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης του Μεσολογγίου από τους Κιουταχή και Ομέρ Βρυώνη, ο Σουλτάνος επανήλθε με νέο σχέδιο. Ανέθεσε και πάλι στον νικητή της Μάχης του Πέτα, Κιουταχή, να καταλάβει την πόλη, συνδυάζοντας αυτή τη φορά την επιχείρηση με την εκστρατεία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Με μια πανίσχυρη στρατιά 20.000 ανδρών, ο Κιουταχής ξεκίνησε από τα Τρίκαλα στα τέλη Φεβρουαρίου του 1825 και στις 15 Απριλίου 1825 έφθασε προ του Μεσολογγίου.

Αμέσως άρχισε την πολιορκία της πόλεως, η οποία μπορεί να χωρισθεί σε δύο περιόδους: α) 15 Απριλίου έως 12 Δεκεμβρίου 1825 και β) 25 Δεκεμβρίου 1825 έως τις 11 Απριλίου 1826. Χωρίς σημαντική βοήθεια από τους υπόλοιπους Έλληνες, λόγω του εμφυλίου πολέμου κι έχοντας να αντιμετωπίσουν υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις, οι 12.000 Έλληνες του Μεσολογγίου αντιστάθηκαν καρτερικά επί ένα χρόνο. Την οργάνωση της άμυνας ανέλαβε τριμελής επιτροπή υπό τους Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο, Δημήτριο Θέμελη και Γεώργιο Καναβό.

[Ο Ελληνικός εμφύλιος της περιόδου 1823 – 1825 έλαβε τόπο κατά τη διάρκεια της ελληνικής επαναστάσεως ως ανταγωνισμός ισχύος για την ηγεσία της επαναστάσεως αλλά και του υπό διαμόρφωση νέου ελληνικού κράτους. Χωρίζεται σε δύο φάσεις: η πρώτη (Φθινόπωρο 1823 – Καλοκαίρι 1824) χαρακτηρίστηκε από έντονες πολιτικές διαμάχες μεταξύ Φιλικών και Κοτζαμπάσηδων, ενώ η δεύτερη (Ιούλιος 1824 – Ιανουάριος 1825) από εμφύλιες συρράξεις μεταξύ κυβερνητικών, υποστηριζόμενων από την Αγγλία, και Πελοποννησίων]

Το φρούριο της πόλεως μετά την πρώτη πολιορκία είχε βελτιωθεί, κατόπιν των προσπαθειών του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, του Βύρωνα και του μηχανικού Μιχαήλ Κοκκίνη. Η τάφρος έγινε βαθύτερη, ο μικρός περίβολος ενισχύθηκε με πύργους και πολύγωνα προτειχίσματα, πάνω στα οποία τοποθετήθηκαν 48 τηλεβόλα και 4 βομβοβόλα. Η νησίδα Βασιλάδι, μεταξύ της λιμνοθάλασσας και της θάλασσας, έγινε ένα είδος προκεχωρημένου οχυρού. Εκεί τοποθετήθηκαν 6 πυροβόλα και συγκεντρώθηκαν 2.000 γυναικόπαιδα για να μην επιβαρύνουν τη φρουρά της πόλης. Εντός του Μεσολογγίου υπήρχαν 10.000 άτομα, εκ των οποίων 4.000 άνδρες, άριστοι πολεμιστές από την Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία και ακόμη 1.000 άνδρες, δυνάμενοι να φέρουν όπλα.

Κατά την πρώτη φάση της πολιορκίας (15 Απριλίου – 12 Δεκεμβρίου 1825) το Μεσολόγγι πολιορκήθηκε μόνο από τις δυνάμεις του Κιουταχή. Οι επιθέσεις τους συντρίβονταν εύκολα ή δύσκολα από τους υπερασπιστές της πόλης. Εξάλλου, ο από θαλάσσης αποκλεισμός δεν ήταν ισχυρός και επανειλημμένως διασπάσθηκε από τον στόλο του Μιαούλη, ο οποίος ενίσχυε με πολεμοφόδια και τρόφιμα τους πολιορκούμενους. Στις 24 Ιουλίου, 1000 ρουμελιώτες πολεμιστές υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη ανάγκασαν τον Κιουταχή να αποσύρει τις δυνάμεις του στις υπώρειες του όρους Ζυγός, χαλαρώνοντας την πολιορκία του Μεσολογγίου. Αλλά και ο τουρκικός στόλος, παρενοχλούμενος από τον ελληνικό, αναγκάσθηκε να ζητήσει καταφύγιο στην αγγλοκρατούμενη Κεφαλληνία.

Στις 5 Αυγούστου ο Κίτσος Τζαβέλλας, επικεφαλής δυνάμεως Σουλιωτών πολεμιστών, εισήλθε στην πόλη, αναπτερώνοντας το ηθικό των πολιορκουμένων. Όμως, στις αρχές Νοεμβρίου, ο κοινός στόλος Τούρκων και Αιγυπτίων αποβίβασε 8.000 αιγύπτιους στρατιώτες κι ένα μήνα αργότερα κατέφθασε στην περιοχή ο Ιμπραήμ που είχε σχεδόν καταστείλει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Τούρκοι, Τουρκαλβανοί και Αιγύπτιοι αριθμούσαν 25.000 άνδρες, με σύγχρονο πυροβολικό, που διοικούσαν γάλλοι αξιωματικοί. Οι Έλληνες είχαν να αντιπαρατάξουν 4.000 μαχητές.

Στις 25 Δεκεμβρίου 1825 άρχισε η δεύτερη φάση της πολιορκίας του Μεσολογγίου

Όπως και στην πρώτη πολιορκία, πάλι υπήρξε διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο πασάδων. Ο αιγύπτιος Ιμπραήμ επεχείρησε με τις δικές του δυνάμεις να καταλάβει το Μεσολόγγι στις 16 Ιανουαρίου 1826. Απέτυχε, όμως, και αναγκάσθηκε να συμπράξει μετά του Κιουταχή. Οι δύο στρατοί κατέστησαν ασφυκτική την πολιορκία με ανηλεή κανονιοβολισμό του Μεσολογγίου και με την κατάληψη των στρατηγικής σημασίας νησίδων Βασιλάδι (25 Φεβρουαρίου) και Κλείσοβας (25 Μαρτίου). Μετά την πτώση των δύο νησίδων, η θέση των πολιορκουμένων κατέστη δεινή, μετά και την αποτυχία του Μιαούλη να διασπάσει τον ναυτικό αποκλεισμό.

Η κατάσταση πλέον μέσα στην πόλη είχε φθάσει σε οριακό σημείο. Τρόφιμα δεν υπήρχαν και οι πολιορκούμενοι (γυναίκες, παιδιά, τραυματίες, γέροντες και μαχητές) σιτίζονταν με φύκια, δέρματα, ποντίκια και γάτες! Υπό τις συνθήκες αυτές, που καθιστούσαν αδύνατη την αποτελεσματική υπεράσπιση της πόλης, αποφασίστηκε σε συμβούλιο οπλαρχηγών και προκρίτων στις 6 Απριλίου η έξοδος και ορίστηκε γι’ αυτή, η νύχτα του Σαββάτου του Λαζάρου προς Κυριακή των Βαΐων (9 προς 10 Απριλίου). Τα μεσάνυχτα, σύμφωνα με το σχέδιο, χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, υπό τους Δημήτριο Μακρή, Νότη Μπότσαρη και Κίτσο Τζαβέλα, με την ελπίδα να διασπάσουν τις εχθρικές γραμμές, επωφελούμενοι από τον αιφνιδιασμό των πολιορκητών. Νωρίτερα είχαν σκοτώσει τους τούρκους αιχμαλώτους, ενώ στην πόλη παρέμειναν τραυματίες και γέροι. Όμως, το σχέδιο της εξόδου, είτε προδόθηκε, είτε δεν εφαρμόστηκε σωστά κι έτσι οι δυνάμεις του Ιμπραήμ κατέσφαξαν με τα γιαταγάνια τούς μαχητές της ελευθερίας. Στο μεταξύ, μέσα στο Μεσολόγγι είχαν αρχίσει οι σφαγές από τους Τουρκοαιγύπτιους, που είχαν εισβάλει από άλλο σημείο της πόλης.

Σε πολλά σημεία σημειώθηκαν δραματικές σκηνές: ο δημογέροντας Χρήστος Καψάλης, όταν κυκλώθηκε από τους εισβολείς στο σπίτι του, όπου είχαν συγκεντρωθεί τραυματίες, γέροντες και γυναικόπαιδα, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη, ενώ ο μητροπολίτης Ρωγών Ιωσήφ ανατίναξε τον Ανεμόμυλο, στην τελευταία πράξη αντίστασης, όταν κυκλώθηκε από τους εχθρούς. Το πρωί της 10ης Απριλίου, η οθωμανική ημισέληνος κυμάτιζε στα χαλάσματα του Μεσολογγίου.

Οι πληροφορίες για τις απώλειες των Ελλήνων κατά την πολιορκία και την έξοδο είναι αντιφατικές. Πιθανότερο φαίνεται ότι από τους 3.000 που πήραν μέρος στην έξοδο, οι 1.700 έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι. Ανάμεσα στους νεκρούς, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, ο Μιχαήλ Κοκκίνης, ο Αθανάσιος Ραζηκότσικας, ο Νικόλαος Στορνάρης, ο γερμανός εκδότης της εφημερίδας «Ελληνικά Χρονικά» Ιάκωβος Μάγιερ και άλλοι γερμανοί φιλέλληνες. Γύρω στα 6.000 γυναικόπαιδα οδηγήθηκαν για να πουληθούν στη Μεθώνη και στα σκλαβοπάζαρα της Κωνσταντινούπολης και της Αλεξάνδρειας. Οι απώλειες για τους τουρκοαιγύπτιους εισβολής ανήλθαν σε 5.000 άνδρες.

Η Επανάσταση μετά την πτώση του Μεσολογγίου είχε σχεδόν κατασταλεί. Η φλόγα της, όμως, παρέμεινε άσβεστη, καθώς η ήττα μετατράπηκε σε νίκη. Ένα νέο κύμα φιλελληνισμού αναδύθηκε μετά την αμαύρωση του Αγώνα, εξαιτίας του εμφύλιου σπαραγμού. Αυτό με τη σειρά του επηρέασε εμμέσως την ευρωπαϊκή διπλωματία για τα εθνικά δίκαια των Ελλήνων. Πολλά έργα, ζωγραφικά, λογοτεχνικά και άλλα, απαθανάτισαν τη θυσία των Μεσολογγιτών.

Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός έγραψε την ημιτελή ποιητική του σύνθεση «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» με τους γνωστούς στίχους από το Σχεδίασμα Β’:

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

I
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε’ στα μάτια η μάνα μνέει
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ΄έχω γω στο χέρι;
Οπού συ μου ‘γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει»

VIII
«Άγγελε, μόνο στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Στ’ όνομ’ Αυτού που σ’ τα ‘πλασε, τ’ αγγειό τσ’ ερμιάς τα θέλει.
Ιδού που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,
χωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!
Τα θέλω γω, να τα ‘χω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,
εδώ π’ αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες».

XII
Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
μ’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·
και αγγιζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα.
Γλήγορα, στάχτη, να φανείς, οι φούχτες να γιομίσουν.

Είν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων
δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι ελεύθεροι να μείνουν
εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Χάρο.

Τουφέκια τούρκικα, σπαθιά
το ξεροκάλαμο περνά.

Αμέσως μετά την κατάληψη του Μεσολογγίου, ο Κιουταχής με τον στρατό του κατευθύνθηκε προς την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της Αττικής. Ο Ιμπραήμ επανήλθε στην Πελοπόννησο για να εξαλείψει και τις τελευταίες εστίες αντίστασης σε Μάνη και Αργολίδα.

Το Μεσολόγγι απελευθερώθηκε στις 11 Μαΐου 1829. Το 1937 αναγνωρίστηκε ως «Ιερά Πόλις». Η πτώση του Μεσολογγίου οδήγησε σε διάλυση της τρίτης εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου του 1826 και στην παραίτηση της κυβέρνησης Κουντουριώτη. Στο εξωτερικό αναθέρμανε το φιλελληνικό κίνημα και επιτάχυνε τις διαδικασίες για επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων για την τελική λύση του ελληνικού ζητήματος.

Το τέλος της Επαναστάσεως των Ελλήνων του 1821 δεν γράφτηκε ακόμη!

Στις ζωές των άλλων, να ταιριάζεις, χωρίς να στριμώχνεσαι

Μην προσπαθείς να στριμώχνεσαι στις ζωές των άλλων, άδικος κόπος και κυρίως άδικο είναι για σένα. Όποιος σε θέλει δίπλα του, θα σου δώσει απλόχερα χώρο και θα σου τραβήξει την καρέκλα να κάτσεις δίπλα του. Όποιος σε θέλει, δεν θα σε κάνει να προσπαθείς μάταια κάθε φορά για μια θέση.
Δεν θα γκρεμοτσακίζεσαι για λίγη προσοχή, δεν θα παλεύεις με νύχια και με δόντια να προσαρμόσεις τον εαυτό σου για μια θέση που δεν σου ανήκει στην τελική.
Να μην προσαρμόζεις τον εαυτό σου για κανέναν και να μην είσαι τόσο εγωιστής και εσύ να το επιβάλλεις. Δεν έχεις το δικαίωμα. Είσαι αυτή που είσαι, είσαι αυτός που είσαι. Τελεία. Οι άνθρωποι που αξίζει να έχουμε δίπλα μας πρέπει να μας αποδέχονται για αυτό που είμαστε και να κατανοούν τις αδυναμίες μας. Να μην προσπαθείς να γίνεις τέλειος/α για κανέναν!
Οι άνθρωποι που αναγνωρίζουν την αξία μας και μας θέλουνε κοντά τους, σε κρατάνε κοντά τους για τα θετικά και τα αρνητικά σου.
Σου δίνουν τον κατάλληλο χώρο να αναπτυχθείς, να ωριμάσεις από τα κακώς κείμενα του εαυτού σου και σε βοηθάνε κάποιες φορές με την συμπεριφορά τους να το κάνεις, θα σε συμβουλέψουν, θα σου δείξουν πως ο δρόμος για την αυτοβελτίωσή σου είναι καθήκον δικό σου και μόνο δικό σου, αλλά δεν θα περπατήσουν τον δρόμο το δικό σου για σένα.
Θα σε αφήσουν να το κάνεις εσύ για σένα, γιατί έτσι πρέπει. Δεν θα σου σηκώσουνε το δάχτυλο με την πρώτη ευκαιρία να σε κατακρίνουν και να βγάλουν όλη τη χολή τους για να καθρεφτίσουν στην ουσία τις δικές τους αδυναμίες, ανασφάλειες και φόβους.
Δεν θα βρίσκεις μόνιμα κλειστές πόρτες, καθώς χτυπάς συχνά πυκνά κουδούνια. Οι άνθρωποι που σε θέλουν δίπλα τους, θα σε αγαπήσουν ολοκληρωτικά γι’ αυτό που είσαι. Για όλα εκείνα που κάνουν εσένα. Και στ’ αλήθεια, όσοι έχουν ανθρώπους που τους αποδέχονται ολοκληρωτικά, θα πρέπει να νιώθουν ευγνώμονες.
Είναι μεγάλη υπόθεση να αποδέχεσαι πρωτίστως εσύ τον εαυτό σου, αλλά για φαντάσου σε αυτή σου την την αποδοχή, να υπάρχει άνευ όρων αποδοχή και από τους ανθρώπους που έχεις δίπλα σου. Είναι ευλογία λοιπόν.
Και για εκείνους τους ανθρώπους που μας αποδέχονται απόλυτα και ολοκληρωτικά κάνουμε με την σειρά μας και εμείς τα αδύνατα δυνατά να μην τους απογοητεύσουμε. Σε αυτούς αξίζει να υπομείνεις έως ένα βαθμό, να ανεχτείς, να αφοσιωθείς και την αγάπη να την κάνεις πράξη σε όλα.
Να σέβεσαι τον εαυτό σου τόσο, που να μην χρειαστεί να ξαναχτυπήσεις καμία πόρτα που δεν θέλει να ανοίξει για εσένα. Να χτυπάς εκεί που ανοίγουν διάπλατα τα χέρια τους να σε πάρουν αγκαλιά και σου λένε “καλώς το μου, επιτέλους ήρθες”!
Να χτυπάς την πόρτα σε εκείνους που η διάθεση και η ανάγκη τους να σε δουν,είναι σχεδόν το ίδιο με σένα. Καταλαβαίνεις καθώς ανοίγει η πόρτα τους , από το βλέμμα που στάζει νοιάξιμο, ενδιαφέρον και αγάπη. Είναι σαν να χώνεσαι για λίγο στην αγκαλιά και την θαλπωρή της μάνας σου.

Δεν χρειάζονται λέξεις, εκεί που μιλούν τα μάτια

Κοίταξέ με στα μάτια και μην πεις τίποτα. Δεν χρειάζεται άλλωστε να μιλήσεις. Τα μάτια που είναι ο καθρέπτης της ψυχής, αντανακλά όσα έχουμε καλά κρυμμένα στην καρδιά μας: Την απέχθεια, το μίσος, την αντιπάθεια, τον πόθο, τη χαρά, τη ζήλια, το πάθος, όλα.

Όσο κι αν προσπαθείς να με πείσεις για το αντίθετο, εγώ έχω διαβάσει στα μάτια σου τι αισθάνεσαι για μένα. Όσο κι αν υποκρίνεσαι, όσο κι αν παίζεις καλά το ρόλο σου, η αλήθεια κραυγάζει στο βλέμμα σου.

Ακόμη κι από τις πράξεις σου να προσπαθήσεις να με πείσεις, εκείνη τη ματιά σου δεν την ξεχνώ.

Χαράκτηκε μέσα μου και κάθε φορά που σε αντικρίζω, παραμένει ακριβώς η ίδια. Κανένα νέο συναίσθημα.

Όσες φορές κι αν προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι μπορεί να κάνω λάθος και αγνόησα το βλέμμα των ανθρώπων που με ενδιέφεραν, ήρθα αργότερα αντιμέτωπη με την πικρή αλήθεια. Για ακόμη μια φορά τα έβαλα με τον εαυτό μου που αγνόησα τις σειρήνες της λογικής μου, οι οποίες ούρλιαζαν απεγνωσμένα.

Πλέον δεν πιστεύω σε πράξεις, οι οποίες κατά το πλείστων γίνονται για να πετύχουν έναν συγκεκριμένο σκοπό. Δεν πιστεύω ούτε στα ωραία λόγια και τις βαρυσήμαντες δηλώσεις. Είναι τόσο εύκολο τα λόγια να εξανεμιστούν από τη μια στιγμή στη άλλη. Όσο πιο «μεγάλα» λόγια ακούω, τόσο προετοιμάζω τον εαυτό μου να δεχτεί μια μεγάλη απογοήτευση.

Διανύοντας μια δεκαετία της ζωής μου που με εφοδίασε με αρκετή πείρα, κοιτάζω στα μάτια τον συνομιλητή μου. Αν οι πράξεις και τα λόγια δεν συμβαδίζουν με το βλέμμα, απομακρύνομαι. Δεν χρειάζομαι παραμυθάδες στη ζωή μου, αληθινούς ανθρώπους χρειάζομαι.

Ανθρώπους που μια ματιά τους αρκεί για να με πείσει για τα αληθινά τους αισθήματα και τον αγνό τους σκοπό. Ανθρώπους που θέλω να μείνουν κοντά μου.

Κοίταξε με λοιπόν, κοίταξέ με στα μάτια και μην πεις τίποτα.
Το βλέμμα σου θα προδώσει τις σκέψεις και τα αισθήματά σου και θα μιλήσει απευθείας στην καρδιά μου.

Μην ξορκίζεις τις μνήμες σου. Άστες να σε επισκεφτούν, πριν τις αποχαιρετήσεις

Το πέρασμα κάποιων ανθρώπων από την ζωή μας είναι μοναδικό. Δεν συμβαίνει με όλους ούτε ισχύει για όλες τις σχέσεις μας.

Μερικοί έρχονται και φεύγουν έτσι απλά. Άοσμα και άγευστα. Χωρίς να αφήσουν τίποτα μέσα μας παρά μόνο μια ανάμνηση αδιάφορη, ίσως και παγερή.

Κάποια αλλά περάσματα είναι πιο έντονα, με μεγαλύτερο στίγμα και αφήνουν στο μυαλό περισσότερες θύμησες, στιγμές, λόγια, συναισθήματα.

Είναι όμως και κάποιες συναντήσεις που μπορείς να τις χαρακτηρίσεις μοναδικές . Σχέσεις ξεχωριστές, δυνατές, που σε έχουν κατακλύσει με χιλιάδες συναισθήματα που πολλά τα βίωσες και τα έζησες με τόση ένταση και ορμή που αναρωτιόσουν αν είναι δυνατόν να σου συμβαίνει αυτό.

Αυτές οι ξεχωριστές σχέσεις δεν είναι πολλές στον αριθμό. Έχουν όμως τόση δύναμη που χαραγμένες μένουν για πάντα στο μυαλό και την καρδιά.

Και όταν λέμε για πάντα, το εννοούμε. Όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει από το πέρας τις λήξεις τους, όταν κάποιες στιγμές ανατρέχεις με την θύμηση του μυαλού σε αυτές, διαπιστώνεις πως όλο και κάποιο παλιό γνώριμο συναίσθημα βγαλμένο από το χρονοντούλαπο της μνήμης θα ξεπεταχτεί.

Μπορεί να χαμογελάσεις με πίκρα, με νοσταλγία, με ενοχή, μπορεί πάλι το βλέμμα να φωτίσει ή να σκοτεινιάσει, μπορεί φευγαλέα μέχρι και τον ήχο της φωνής του/της να ακούσεις, όμως όλα γίνονται τόσο αστραπιαία και κρατούν τόσο λίγο που μένεις στο τέλος να μονολογείς, άστο καλό τι έπαθα έτσι ξαφνικά, πως μου ήρθε και σε θυμήθηκα πάλι.

Μπορεί να μην το επιδιώκεις συνειδητά, όμως η καρδιά και το μυαλό ξέρουν και νιώθουν τα πάντα. Και είναι απόλυτα φυσιολογικό να συμβαίνει αυτό έστω κι αν έχεις προχωρήσει στη ζωή σου κι έχεις δημιουργήσει πολλά και όμορφα πράγματα.

Γιατί βλέπεις και αυτές οι αναμνήσεις είναι δικές σου και σου ανήκουν. Είναι ένα κομμάτι από εσένα και σίγουρα έχουν συμβάλει με τον δικό τους τρόπο για να φτάσεις εδώ που είσαι.

Για αυτό μην νιώθεις ενοχές όταν σου έρχονται και μην προσπαθείς να τις ξορκίσεις, ούτε και να τις ξεφορτωθείς βιαστικά. Μείνε λίγο μαζί τους, χάρισε τους τον χρόνο σου κι άφησέ τες να σε ταξιδέψουν εκεί που θέλουν. Άλλωστε περαστικές είναι και το ξέρουν. Ήρθαν να σε δουν και θα γυρίσουν πάλι πίσω, εκεί που ανήκουν. Στο παρελθόν. Στο δικό σου παρελθόν!

Τα συναισθήματα αφήνουν τα ίδια ίχνη στα πρόσωπα δύο ερωτευμένων

Λένε πως τα ετερώνυμα έλκονται. Και παρόλο που αυτό είναι μια αρκετά διαδεδομένη αντίληψη, δεν είναι λίγες οι φόρες που παρατηρούμε ότι τα περισσότερα ζευγάρια τείνουν να μοιάζουν μεταξύ τους εξωτερικά. Μέρος της ομοιότητας αυτής οφείλεται στο παιχνίδι του ζευγαρώματος, στην έλξη, στην οικειότητα. Γιατί υποσυνείδητα, αυτό που μας φαίνεται γνώριμο, συνήθως μας αρέσει.

Το ίδιο συμβαίνει και με την εμφάνιση. Οπότε, βλέποντας άλλους ανθρώπους που έχουν παρόμοια εξωτερικά χαρακτηριστικά μ’ εσένα, αισθάνεσαι μεγαλύτερη οικειότητα, συμπάθεια και ως εκ τούτου έλξη. Είναι αυτό που λένε ότι τα πουλιά συρρέουν μαζί και οι άνθρωποι τείνουν να παντρεύονται ή να επιλέγουν συντρόφους παρόμοιας ηλικίας, εθνικότητας ή και φυλετικής καταγωγής. Κι αν αυτό δεν αποτελεί κανόνα στις μέρες μας, μελέτες ενισχύουν αυτή την οπτική.

Και να λοιπόν που η γενετική δεν ασχολείται μόνο με την περίπτωση που κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και βλέπεις κάποιον άλλον -που σου μοιάζει. Και μπορεί αυτός «ο κάποιος» να είναι συνήθως ο αδελφός ή οι γονείς σου με, την παρόμοια δομή προσώπων, το παρόμοιο στόμα και το χρώμα των μαλλιών, αλλά η γενετική ασχολείται και με τα ζευγάρια που μοιάζουν επίσης μεταξύ τους.

Τα γονίδια προφανώς και παίζουν μεγάλο ρόλο. Εάν δύο άνθρωποι έχουν τους ίδιους γονείς, μεγάλο μέρος της γενετικής τους σύνθεσης είναι παρόμοια. Κι ανάλογα με τα χαρακτηριστικά που μοιράζονται τα αδέλφια, μπορεί να καταλήξουν να μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερό. Κι αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ο κρίκος που συνδέει δύο συντρόφους -που ενώ δεν έχουν συγγένεια- τείνουν να μοιάζουν μεταξύ τους.

Για κοίταξε λοιπόν λίγο καλύτερα τον σύντροφό σου. Τι κοινό βλέπεις στα πρόσωπά σας; Είναι τα ζυγωματικά; Το σχήμα των ματιών; Το οβάλ πρόσωπο; Το σχήμα των χειλιών; Υπάρχει κάτι που έστω θυμίζει εσένα; Μη βιαστείς να βγάλεις συμπεράσματα. Δεν είναι αυτό το τέλος της ιστορίας. Γιατί με την πάροδο του χρόνου, οι ομοιότητα των συντρόφων αυξάνεται ακόμα περισσότερο. Και η ομοιότητα δυναμώνει. Κι αν κάποιος θα μπορούσε να το αποδώσει στην ηλικία ή το κοινό περιβάλλον, τα ζευγάρια που είναι χρόνια μαζί εξακολουθούν να μοιάζουν περισσότερο από ό,τι θα περίμενε κανείς. Γιατί;

Υπάρχει ένα λεπτός μηχανισμός σ’ αυτό το παιχνίδι. Όταν νιώθεις χαρούμενος, λυπημένος ή βιώνεις οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα, το πρόσωπό σου συστρέφεται και ακολουθεί τα συναισθήματά σου. Χαμογελάς, συνοφρυώνεσαι και σηκώνεις τα φρύδια σου. Κι ενώ κάθε ένα απ’ αυτά τα συναισθήματα είναι φευγαλέα, αυτές οι χρόνιες επαναλαμβανόμενες εκφράσεις αφήνουν το σημάδι τους στο πρόσωπό σου.

Αλλά τα συναισθήματά σου δεν είναι ανεξάρτητα. Τείνεις να μιμείσαι ή να μιμούνται τις συναισθηματικές εκφράσεις σου. Εάν ο σύντροφός σου γελάει λέγοντάς σου κάτι αστείο, πιθανότατα θα γελάσεις κι εσύ. Αν μοιραστείτε κάτι θλιβερό μαζί, τα πρόσωπά σας θα καταγράψουν μια θλίψη. Επομένως, φτάνουμε σ’ αυτό που λέγεται συναισθηματικός μιμητισμός, κάτι που είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στα ζευγάρια.

Οι σύντροφοι περνούν πολύ χρόνο κοιτάζοντας κι ακούγοντας ο ένας τον άλλον. Δε μοιράζονται απλώς χώρο και φαγητό, αλλά μοιράζονται και συναισθήματα. Γελούν μαζί, κλαίνε μαζί, ακόμα και θυμώνουν μαζί. Σχηματίζουν εκείνες τις γραμμές του γέλιου στο πρόσωπό τους όταν γελάνε και την ίδια στιγμή χαρίζουν τις ίδιες γραμμές στον σύντροφό τους. Κι όταν αυτό γίνεται για χρόνια, την ίδια στιγμή, αφήνει μικρά και παρόμοια ίχνη στα πρόσωπά τους.

Ας μην ξεχνάμε όμως ότι υπάρχουν και πολλά ζευγάρια που δε μοιάζουν καθόλου εξωτερικά μεταξύ τους και νοιώθουν έλξη. Ας μην ξεχνάμε ότι η έλξη είναι ένα ιδιαίτερα περίπλοκο φαινόμενο και υπάρχουν τόσοι πολλοί παράγοντες που παίζουν ρόλο σ’ αυτό. Κι αν η αρχική ομοιότητα μπορεί να σε προσελκύσει, να θυμάσαι, ότι αυτό δε σημαίνει ότι θα καταλήξεις σε μια ευτυχισμένη μακροχρόνια σχέση.

Αποδοχή στην Διαφορετικότητα

Γενική Αγωγή, Ειδική Αγωγή και Διαφορετικότητα. Αποδοχή στην διαφορετικότητα. Έννοιες που ενώ στην πραγματικότητα είναι τόσο κοντά, πολλές φορές στο μυαλό μας είναι τόσο μακριά. Πρόκειται για μεγάλο κεφάλαιο, συνεχώς αναπτυσσόμενο με ολοένα περισσότερες εξελίξεις και καινοτομίες και ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια, επιμονή και υπομονή από όλες τις πλευρές.

Παιδιά επίσης, με παραβατική συμπεριφορά, που δεν ανήκουν κάτω από την ομπρέλα της ειδικής αγωγής αυτής καθεαυτής, θεωρούνται όμως «διαφορετικά».

Πώς τα αντιμετωπίζουμε; Τι ευθύνες έχουμε; Ποιος φταίει; Τι κάνουμε;

Εμείς κι εσείς. Εμείς κι αυτοί. Δάσκαλοι γενικής αγωγής. Δάσκαλοι ειδικής αγωγής. Δάσκαλοι γενικότερα. Γονείς. Παιδιά γενικής αγωγής. Παιδιά ειδικής αγωγής. Ποιους βαραίνει η μεγαλύτερη ευθύνη και τελικά τι κάνουμε;

Αναρωτιέμαι λοιπόν, γιατί να υπάρχουν όλοι αυτοί οι διαχωρισμοί. Υπάρχουν τόσα χρόνια. Ποιον εξυπηρετούν στην πραγματικότητα;

Γιατί να μην υπάρχει μόνο το «Εμείς»; Μια ομάδα καθώς στο τέλος - τέλος, ολονών μας ο στόχος είναι η προσωπική και η ευρύτερη ευτυχία του περίγυρού μας.

Γιατί η ευτυχία η δική μας να έρχεται σε αντίθεση από την ευτυχία των άλλων; Γιατί να μην είναι κοινός στόχος όλων μας;

Αποδεχόμενοι τη δική μας διαφορετικότητα

Κι έρχομαι λοιπόν, στην διαφορετικότητα. Όλοι μας είμαστε διαφορετικοί, όχι μόνο σε εξωτερικά χαρακτηριστικά αλλά και σε εσωτερικά. Πολλές φορές στην προσπάθεια μας να γίνουμε αποδεκτοί από τον κοινωνικό μας περίγυρο, το ξεχνάμε αυτό.

Όταν όμως πρώτα εμείς αποδεχτούμε τη δική μας διαφορετικότητα, την αγκαλιάσουμε και την αγαπήσουμε, αγαπήσουμε τον εαυτό μας, γι’ αυτό ακριβώς που είναι, τότε θα σταματήσομε και να προσπαθούμε τόσο πολύ. Και τότε σιγά σιγά κάτι μαγικό θα αρχίσει να συμβαίνει.

Θα έχουμε αποδεχτεί πλήρως το δικό μας εαυτό, τη δική μας διαφορετικότητα και κατ’ επέκταση θα αρχίσουμε να αποδεχόμαστε και την διαφορετικότητα των άλλων. Και σταδιακά θα μπορέσουμε να το διδάξουμε αυτό και στην επόμενη γενιά.

«Σκέψου να μην είσαι ο εαυτός σου για να σε αποδεχτούν οι άλλοι και τελικά να μη σε αποδέχονται ούτε έτσι. Χάνεις και εσένα και εκείνους.» Σμυρνάκης (2021, p.211)

Γιατί δεν είμαστε εμείς κι εσείς, αλλά όλοι μαζί, μια ομάδα, με έναν κοινό στόχο, την ευτυχία. Ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον καθένα μας.

Ένα παιδί με παραβατική, λόγου χάρη, συμπεριφορά, όπως κακές λέξεις, χτυπήματα κλπ, ουσιαστικά αυτό που κάνει είναι κραυγή για βοήθεια. Αυτό που μας λέει με τον δικό του τρόπο είναι: Αγαπήστε με... Ασχοληθείτε μαζί μου... Δώστε μου προσοχή... Αποδεχτείτε με για αυτό που είμαι... Δείξτε μου ότι κι εγώ αξίζω... Βοηθήστε με...

Αν εμείς ως ενήλικες δεν έχουμε αποδεχτεί πρώτα τον εαυτό μας, πώς θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε αυτή την συμπεριφορά; Πώς θα μπορέσουμε να την αποδεχτούμε και παράλληλα να βοηθήσουμε αυτό το παιδί και κατ’ επέκταση να δείξουμε και να ανοίξουμε τον δρόμο στη νέα γενιά να ενεργήσει αντίστοιχα;

Αν η δική μας στάση είναι: «Ε αφού φέρεται άσχημα, δεν τον/την αποδέχομαι και τον/την αφήνω στην μοίρα του».

Πώς θα σπάσουμε αυτόν τον φαύλο κύκλο;

Mια ανεπιθύμητη συμπεριφορά πυροδοτείται ακόμη περισσότερο από τη δική μας άρνηση να την κατανοήσουμε, να την αποδεχτούμε και στο τέλος να την βοηθήσουμε.

Αν εμείς δεν μπορούμε να κατανοήσουμε και να αποδεχτούμε ότι για παράδειγμα ένα παιδί με αυτισμό, δυσκολεύεται στην κοινωνικοποίηση, καθώς το ίδιο ενώ θέλει να κάνει φίλους, δεν ξέρει πώς να το καταφέρει, πώς θα το βοηθήσουμε και θα δείξουμε και στο ίδιο, αλλά και στους συνομηλίκους του τον δρόμο;

Όλα ξεκινούν από την αποδοχή. Πρώτα του εαυτού μας κι έπειτα των άλλων.

Τρόποι υπάρχουν όπως και λύσεις, αρκεί να υπάρχει θέληση.

Όταν βλέπεις παιδιά 6-7 χρόνων, λόγου χάρη να αποδέχονται πλήρως τους συμμαθητές τους, που βρίσκονται κάτω από την ομπρέλα της ειδικής αγωγής...

Όταν βλέπεις ότι δεν τους ενοχλούν τα ξεσπάσματα τους, οι πιο έντονες αντιδράσεις τους, οι απρόβλεπτες ή μη αναμενόμενες συμπεριφορές τους...

Όταν βλέπεις ότι υπάρχει κατανόηση από παιδιά 6-7 χρόνων και παράλληλα βλέπεις ότι όχι μόνο προσπαθούν να ηρεμήσουν τους συμμαθητές τους, αλλά το καταφέρνουν κιόλας...

Όταν βλέπεις ότι σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κοροϊδία προς αυτά τα παιδιά και τότε μπαίνουν μπροστά παιδιά ηλικίας 6-7 χρόνων, τα οποία έχουν επιρροή στους συνομηλίκους τους λόγω των ηγετικών τους ικανοτήτων και προστατεύουν αυτά τα παιδιά... Κι όχι απλά τα προστατεύουν, αλλά τα βοηθούν παράλληλα να γίνουν αποδεκτά και από τους υπόλοιπους, πάντα υπό την επίβλεψη ενός αρμόδιου ενήλικα, τότε βλέπεις ότι υπάρχει ελπίδα.

Τότε βλέπεις ότι ανοίγεται ο δρόμος για έναν κόσμο πιο όμορφο και με περισσότερη φροντίδα και ενσυναίσθηση από αυτόν που γνωρίσαμε.

Αν λοιπόν, ένα παιδί, 6-7 χρόνων μπορεί να δείξει τέτοια ποιότητα ενσυναίσθησης, αποδοχής, κατανόησης και αγάπης, φαντάσου τι μπορείς να καταφέρεις εσύ, αρκεί να το θελήσεις.

Ο δρόμος της ευτυχίας σου

Πριν πεθάνω, παιδί μου,

Θα ‘θελα να ‘μαι σίγουρος ότι σου έμαθα…

Να χαίρεσαι τον έρωτα,

να έχεις εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου,

ν’ αντιμετωπίζεις τους φόβους σου,

να ενθουσιάζεσαι με τη ζωή,

να ζητάς βοήθεια όταν τη χρειάζεσαι,

να επιτρέπεις να σε παρηγορούν όταν πονάς,

να παίρνεις τις δικές σου αποφάσεις,

να υπερασπίζεσαι τις επιλογές σου,

να είσαι φίλη του εαυτού σου,

να μη φοβάσαι μήπως γελοιοποιηθείς,

να ξέρεις πως αξίζεις να σε αγαπάνε,

να μιλάς στους άλλους τρυφερά,

να μιλάς ή να σωπαίνεις ανάλογα με το τι κρίνεις για σένα σωστό,

να αποκτάς φήμη για τα επιτεύγματα σου,

να αγαπάς και να φροντίζεις το κοριτσάκι που έχεις μέσα σου,

να μην εξαρτάσαι από την επιδοκιμασία των άλλων,

να μην επωμίζεσαι τις ευθύνες όλων,

να συνειδητοποιείς τα συναισθήματα σου και να πράττεις ανάλογα,

να μην κυνηγάς το χειροκρότημα αλλά τη δική σου ικανοποίηση απ’ αυτό που κάνεις,

να δίνεις γιατί θέλεις, ποτέ γιατί νομίζεις πως είναι υποχρέωση σου,

να απαιτείς να σε πληρώνουν όπως πρέπει για τη δουλειά σου,

να δέχεσαι τους περιορισμούς και την αδυναμία σου χωρίς θυμό,

να μην επιβάλλεις τα κριτήρια σου ούτε να επιτρέπεις να σου επιβάλλουν οι άλλοι τα δικά τους,

να λες ναι μονάχα όταν το θέλεις και να λες όχι χωρίς ενοχές,

να ζεις το σήμερα και να μην έχεις μεγάλες προσδοκίες,

να ρισκάρεις περισσότερο,

να δέχεσαι την αλλαγή και ν’ αναθεωρείς τις πεποιθήσεις σου,

να προσπαθείς να γιατρέψεις τις παλιές και τις πρόσφατες πληγές σου,

να φέρεσαι και ν’ απαιτείς να σου φέρονται με σεβασμό,

να γεμίζεις πρώτα το δικό σου το ποτήρι, και αμέσως μετά το ποτήρι των άλλων,

να σχεδιάζεις το μέλλον αλλά να ζεις και το παρόν,

να εμπιστεύεσαι τη διαίσθηση σου,

να χαίρεσαι τις διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα,

να καλλιεργείς σχέσεις υγιείς όπου ο ένας στηρίζει τον άλλον,

να κάνεις την κατανόηση και τη συγγνώμη προτεραιότητές σου,

να δέχεσαι τον εαυτό σου όπως είναι,

να μην κοιτάς πίσω σου να για να δεις ποιος σε ακολουθεί,

να μεγαλώνεις μαθαίνοντας από τις διαφωνίες και τις αποτυχίες σου,

να επιτρέπεις στον εαυτό σου να λύνεται στα γέλια μες στο δρόμο χωρίς ιδιαίτερο λόγο,

να μη θεοποιείς κανέναν, και κυρίως ακόμη λιγότερο… εμένα.

Έρως ο Γλυκόπικρος

Όταν σ' επιθυμώ ένα μέρος μου χάνεται: η ανάγκη μου για σένα με φθείρει, με κατατρώει.

Έτσι σκέφτεται ο ερωτευμένος στο όριο του έρωτα.

Η παρουσία της έλλειψης ξυπνάει μέσα του μια νοσταλγία για πληρότητα.

Η σκέψη του στρέφεται προς ερωτήματα προσωπικής ταυτότητας: πρέπει να συνέλθει και να κάνει δικό του ξανά αυτό που λείπει, προκειμένου να γίνει ένας πλήρης άνθρωπος.

Ο locus classicus αυτής της αντίληψης της επιθυμίας είναι ο λόγος του Αριστοφάνη στο Συμπόσιο του Πλάτωνα.

Εδώ ο Αριστοφάνης εξηγεί τη φύση του ανθρώπινου έρωτα με μια μυθική ανθρωπολογία.

Στην αρχή τα ανθρώπινα όντα ήταν στρογγυλοί οργανισμοί, που ο καθένας τους αποτελούνταν από δύο ανθρώπους ενωμένους σε μια τέλεια σφαίρα.

Τα σφαιρικά πλάσματα κυλούσαν προς όποια κατεύθυνση ήθελαν και ήταν απείρως ευτυχισμένα.

Όμως μέθυσαν από φιλοδοξία και αποφάσισαν ν' ανέβουν στον Όλυμπο.

Έτσι ο Δίας τα έσκισε στα δύο.

Το αποτέλεσμα είναι να πρέπει τώρα ο καθένας μας να ζει αναζητώντας το ένα και μόνο άλλο πρόσωπο με το οποίο μπορεί να ξαναγίνει ολόκληρος.

"Ο καθένας μας λοιπόν...", λέει ο Αριστοφάνης, "είναι σκισμένος στα δύο, σαν τις γλώσσες, τα ψάρια• κι ο καθένας μας αναζητά το άλλο του μισό" (191d).

Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος

Στη ζωή όλοι ανακαλύπτουν – αργά ή γρήγορα – ότι η απόλυτη ευτυχία είναι ανέφικτη, αλλά λίγοι θα εμβαθύνουν στον αντίθετο συλλογισμό: ότι ανέφικτη είναι και η απόλυτη δυστυχία.

Οι περιστάσεις της ζωής που αποκλείουν την πραγματοποίηση και των δυο αυτών οριακών καταστάσεων, απορρέουν από την ανθρώπινη φύση, φύση εχθρική προς την έννοια του απείρου.

Τις αποκλείει η σταθερή άγνοια του μέλλοντος που άλλοτε ονομάζεται ελπίδα και άλλοτε αβεβαιότητα για το αύριο.

Τις αποκλείει η βεβαιότητα του θανάτου που βάζει τέλος σε κάθε χαρά αλλά και σε κάθε θλίψη.

Τις αποκλείουν οι αναπόφευκτες υλικές φροντίδες που όπως δηλητηριάζουν τη διαρκή ευτυχία, με τον ίδιο τρόπο μας αποσπούν αδιάκοπα από τη σκέψη της δυστυχίας που μας απειλεί, καθιστώντας την αποσπασματική και γι’ αυτό υποφερτή.

Οι στερήσεις, το κρύο, η δίψα, τα χτυπήματα ήταν ακριβώς αυτά που δεν μας άφησαν να βουλιάξουμε στο κενό της απέραντης απελπισίας, στη διάρκεια του ταξιδιού και μετά.

Όχι ακριβώς η επιθυμία μας να ζήσουμε ούτε η συνειδητή εγκαρτέρηση: γιατί οι άνθρωποι που είναι ικανοί γι’ αυτό είναι λίγοι και εξαιρετικοί, κι εμείς δεν ήμασταν παρά κοινοί άνθρωποι.

Φερνάντο Πεσσόα: Είσαι ελεύθερος όταν μπορείς να απομακρυνθείς από τους ανθρώπους

Είσαι ελεύθερος όταν μπορείς να απομακρυνθείς από τους ανθρώπους, χωρίς να σε υποχρεώνουν να τους αναζητείς η ανάγκη του χρήματος ή το ένστικτο του κοπαδιού ή η αγάπη, η δόξα, η περιέργεια, πράγματα που δεν βρίσκουν τροφή στη σιωπή και στη μοναξιά.

Αν σου είναι αδύνατο να ζήσεις μόνος, έχεις γεννηθεί σκλάβος. Μπορεί να έχεις όλες τις μεγαλοσύνες του πνεύματος κι όλες της ψυχής: είσαι ένας σκλάβος ευγενής, ένας δούλος έξυπνος, μα δεν είσαι ελεύθερος. Και δεν είσαι εσύ ο υπεύθυνος γι’ αυτήν την τραγωδία, διότι η τραγωδία του να έχεις γεννηθεί έτσι δεν αφορά εσένα μα το ίδιο το Πεπρωμένο απέναντι στον εαυτό του.

Αλίμονο σε σένα όμως αν είναι το φορτίο της ζωής, η ίδια η ζωή που σε σκλαβώνει. Αλίμονο σε σένα, που έχεις γεννηθεί ελεύθερος, αυτάρκης και ικανός να αποχωριστείς τους ανθρώπους, αν η φτώχεια σου σου επιβάλλει να ζεις μαζί τους. Αυτή μάλιστα, αυτή είναι η δική σου τραγωδία που κουβαλάς παντού μαζί σου.

Να γεννηθείς ελεύθερος — αυτή είναι η ύψιστη ανθρώπινη μεγαλοσύνη, αυτή που κάνει τον ταπεινό ερημίτη ανώτερο των βασιλέων, ανώτερο κι απ’ τους θεούς, που επαρκούν στον εαυτό τους ασκώντας την εξουσία τους κι όχι από περιφρόνηση απέναντι της.

Ο θάνατος είναι μια απελευθέρωση γιατί πεθαίνω σημαίνει παύω να έχω ανάγκη τους άλλους. Ο άμοιρος ο σκλάβος απελευθερώνεται αναγκαστικά από τις απολαύσεις του, από τις στεναχώριες του, από τη συνέχεια μιας ζωής που αδιάκοπα ποθούσε. Απελευθερώνεται κι ο βασιλιάς από τις κτήσεις που δεν ήθελε να απαρνηθεί. Αυτές που σκόρπιζαν τον έρωτα στο πέρασμά τους, απαλλάσσονται από τους θριάμβους που λάτρευαν. Και όσοι νίκησαν, απαλλάσσονται από τις νίκες για τις οποίες ανάλωσαν τη ζωή τους.

Γι’ αυτό και ο θάνατος εξευγενίζει και ντύνει με άγνωστα στολίδια αυτό το έρημο παράλογο κορμί. Είναι πλέον απελεύθερος κι ας μην το θέλει. Δεν είναι πια σκλάβος, κι ας κλαίει την απώλεια της σκλαβιάς του. Όπως ο βασιλιάς που η μεγαλύτερη δόξα του είναι ο βασιλικός του τίτλος, που σαν άνθρωπος μπορεί να είναι γελοίος, αλλά σαν βασιλιάς παραμένει ανώτερος όλων, έτσι κι ο νεκρός μπορεί να γίνεται τρομακτικός μα είναι ανώτερος διότι απελευθερώθηκε από το θάνατο.

Κλείνω, κουρασμένος, τα παντζούρια στα παράθυρά μου, αφήνω τον κόσμο απέξω, και αποκτώ για μια στιγμή την ελευθερία μου. Αύριο, θα είμαι σκλάβος πάλι· ωστόσο τώρα, μόνος, χωρίς την ανάγκη κανενός, με τον μοναδικό φόβο κάποιας φωνής ή παρουσίας που μπορεί να με διακόψει, κατακτώ τη μικρή μου ελευθερία, τις δικές μου στιγμές μεγαλοπρέπειας.

Χωμένος βαθιά στην πολυθρόνα μου, ξεχνώ τη ζωή που με πιέζει.
Δεν με πληγώνει πια, εκτός που μ’ έχει πολύ πληγώσει.

Φερνάντο Πεσσόα, Το βιβλίο της ανησυχίας

Ζήτα αυτό που θέλεις και να είσαι προετοιμασμένος να το πάρεις

Όσες σκέψεις και να κάνουμε, θετικές ή αρνητικές, πάντα στο τέλος έρχεται μια ευχή. Αν είναι αρνητικές οι σκέψεις, ευχόμαστε να τελειώσουν τα όσα μας βασανίζουν. Αντίθετα, όταν οι σκέψεις μας φέρνουν ένα γεμάτο καλάθι από χαρούμενα συναισθήματα, παρακαλάμε αυτό να μην τελειώσει ποτέ.

Η αρχαία κινέζικη σοφία μας προειδοποιεί να προσέχουμε τι ευχόμαστε. Γιατί να είναι αυτή η συμβουλή σχεδόν αποτρεπτική; Στην πραγματικότητα, κανείς δεν εννοεί με αυτό να πάψουμε να ευχόμαστε. Αυτό που είναι σίγουρο είναι πώς πρέπει να γνωρίζουμε τί ευχόμαστε.

Ευχήσου καλύτερα.

Το να συγκρατούμε την ψυχή μας είναι κάτι που ούτε εύκολο είναι και ούτε καλό. Δεν μπορούμε να διατάζουμε συναισθήματα να μπουν σε «σειρά προτεραιότητας». Πηγαίο συναίσθημα είναι και η κάθε ευχή. Η συμβουλή της Maya Angelou στοχεύει στο να μας βοηθήσει να «ευχόμαστε καλύτερα». Πριν ευχηθούμε κάτι, οφείλουμε να γνωρίζουμε τι θέλουμε να ζητήσουμε στην ευχή αυτή. Αυτό, δεν είναι κάτι εύκολο.

Σκεφτείτε πόση ώρα σας αναλώνει να βρείτε θέση να κάτσετε σε μια άδεια καφετέρια και αντίστοιχα, πόση ώρα κάνετε να βρείτε θέση όταν είναι γεμάτη η καφετέρια. Στη δεύτερη περίπτωση κάνετε πιο γρήγορα, γιατί πολύ απλά, οι θέσεις είναι λίγες και η απόφαση, ευκολότερη. Στην πρώτη περίπτωση, οι πιθανές αποφάσεις για το πού θα κάτσουμε είναι όσα και τα κενά τραπέζια. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τις ευχές. Είναι τόσα αυτά που επιθυμούμε που πρέπει να κάνουμε πέντε-πέντε και δέκα-δέκα τις ευχές μας, μαζί.

Συγκέντρωσε τη δύναμη της θέλησης στην ευχή σου.

Όσο το τζίνι του Αλαντίν λοιπόν, μένει στο λυχνάρι του, αυτό που ζητάμε επίμονα, οφείλουμε να το έχουμε περάσει από εξετάσεις αυτογνωσίας και ενδοσκόπησης. Τί χρειαζόμαστε; Τι θέλουμε πραγματικά; Το να γνωρίζουμε τί θέλουμε είναι πολύ σημαντικό, όχι μόνο γιατί ακονίζουμε την αυτογνωσία μας αλλά επειδή έτσι, συγκεντρώνουμε τη δύναμη της θέλησής μας σε αυτόν το σκοπό. Εκεί που ο στόχος ήταν κινούμενος, ξαφνικά εστιάζουμε και στοχεύουμε σε σταθερό σημείο. Τα αιτήματα με παραλήπτη τον ουρανό, είναι καλό να τα αντιμετωπίζουμε όπως την προετοιμασία του σπιτιού μας όταν έχουμε προσκαλέσει φίλους. Χαιρόμαστε να προετοιμάζουμε το χώρο μας όταν ξέρουμε ότι θα φιλοξενήσουμε ιδιαίτερα προσφιλή πρόσωπα σε μας. Τους προετοιμάζουμε την ατμόσφαιρα που θεωρούμε ό,τι τους αξίζει. Πριν ευχηθούμε κάτι, πρέπει να είμαστε σε ανάλογη ετοιμότητα με αυτήν που έχουμε όταν αναμένουμε να χτυπήσει το κουδούνι από τα αγαπημένα μας πρόσωπα.

Προσγειώνουμε ομαλά όσα έρθουν.

Όλα αυτά, δεν είναι τίποτε άλλο από το να προσπαθούμε να κάνουμε το ευκταίο, εφικτό. Προσκαλούμε αυτό που ζητάμε. Δημιουργούμε όλες εκείνες τις συνθήκες που θα «προσγειώσουν ομαλά» τα όσα καλέσαμε να έρθουν από ψηλά.

Είμαι έτοιμος να ευχηθώ κάτι, σημαίνει έχω σκεφτεί και έχω νιώσει από πριν αυτό που θέλω. Όταν ζητήσω κάτι, οφείλω να δείξω σε αυτό που θέλω, σα να ήταν προσφιλές πρόσωπο σε μένα, το πόσο το θέλω. Κάνω τα πάντα προκειμένου να του επιφυλάξω την καλύτερη δυνατή φιλοξενία. Δεν πρέπει να ξεχνάω, πως πριν ρίξω το κέρμα, πρέπει πρώτα να έχει νερό το σιντριβάνι που θα δεχτεί το κέρμα μου. Είμαστε έτοιμοι; Ας ευχηθούμε.

“Ζήτα αυτό που θέλεις και να είσαι προετοιμασμένος να το πάρεις”

Μπορεί να γνωρίζουμε και οι επιθυμίες να εξακολουθούν να συγκρούονται

Μελετώντας τον άνθρωπο στην τωρινή του κατάσταση ύπνου, απουσίας, ενότητας, μηχανικότητας και έλλειψης ελέγχου, βρίσκουμε και διάφορες άλλες κακές λειτουργίες που είναι το αποτέλεσμα της κατάστασής του· ιδιαίτερα το γεγονός ότι λέει συνέχεια ψέματα στον εαυτό του και στους άλλους. Την ψυχολογία του συνηθισμένου ανθρώπου θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και μελέτη του ψέματος, διότι ο άνθρωπος λέει ψέματα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο· και στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να πει την αλήθεια. Δεν είναι τόσο απλό να λέμε την αλήθεια· πρέπει να μάθουμε πως να το κάνουμε και καμιά φορά χρειάζεται πάρα πολύς καιρός.

Ψέμα είναι να σκεφτόμαστε ή να μιλάμε για πράγματα που δεν γνωρίζουμε· αυτή είναι η αρχή του ψέματος. Δεν σημαίνει το ψέμα που λέγεται σκόπιμα – να λέμε παραμύθια, όπως για παράδειγμα, ότι υπάρχει μια αρκούδα στο άλλο δωμάτιο. Μπορούμε να πάμε στο άλλο δωμάτιο και να δούμε πως δεν υπάρχει αρκούδα. Αλλά αν συγκεντρώσουμε όλες τις θεωρίες που διατυπώνουν οι άνθρωποι για οποιοδήποτε θέμα, χωρίς να γνωρίζουν τίποτε σχετικά, θα δούμε που αρχίζει το ψέμα. Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τον εαυτό του, δεν γνωρίζει τίποτε και όμως έχει θεωρίες για τα πάντα. Οι περισσότερες από τις θεωρίες είναι ψέμα.

Η γνώση από μόνη της δεν είναι αρκετή. Μπορεί να γνωρίζουμε και οι επιθυμίες να εξακολουθούν να συγκρούονται, διότι κάθε επιθυμία αντιπροσωπεύει διαφορετική θέληση. Αυτό που ονομάζουμε θέλησή μας με τη συνηθισμένη έννοια δεν είναι παρά η συνισταμένη επιθυμιών. Η συνισταμένη πολλές φορές φτάνει σε μια συγκεκριμένη γραμμή δράσης και άλλες φορές δεν μπορεί να φτάσει σε καμία γραμμή, διότι μια επιθυμία ακολουθεί μία κατεύθυνση και κάποια άλλη, άλλη κατεύθυνση και δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τι να κάνουμε. Αυτή είναι η συνηθισμένη μας κατάσταση. Βέβαια ο μελλοντικός μας στόχος θα πρέπει να είναι να αποτελέσουμε ενότητα αντί να είμαστε πολλοί, διότι για να κάνουμε οτιδήποτε σωστά, για να γνωρίζουμε οτιδήποτε σωστά, για να φτάσουμε οπουδήποτε, πρέπει να γίνουμε ένας. Είναι ένας απώτατος σκοπός και δεν μπορούμε να αρχίσουμε να τον προσεγγίζουμε πριν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, διότι, στην κατάσταση που είμαστε τώρα, η άγνοιά μας για τον εαυτό μας είναι τέτοια, που όταν την δούμε αρχίζει να μας πιάνει πανικός μήπως δεν βρούμε το δρόμο μας πουθενά.

Το ανθρώπινο ον είναι μια πολύ περίπλοκη μηχανή και πρέπει να μελετηθεί σαν μηχανή. Αντιλαμβανόμαστε ότι για να ελέγξουμε οποιοδήποτε είδος μηχανής, όπως ένα αυτοκίνητο ή μια μηχανή τρένου, θα πρέπει πρώτα να μάθουμε. Δεν μπορούμε να ελέγχουμε τις μηχανές αυτές ενστικτωδώς, αλλά για κάποιο λόγο νομίζουμε ότι το συνηθισμένο ένστικτο είναι αρκετό για να ελέγχει την ανθρώπινη μηχανή, αν και είναι πολύ πιο περίπλοκη. Αυτή είναι μία από τις πρώτες εσφαλμένες υποθέσεις: δεν αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να μάθουμε, ότι ο έλεγχος είναι ζήτημα γνώσης και επιδεξιότητας.

Richard Dawkins: Το “αλτρουιστικό γονίδιο” ή απλά “γιατί βοηθάμε τους άλλους”

Τι είναι το εγωιστικό γονίδιο;

Δεν είναι απλώς ένα ξεχωριστό φυσικό κομμάτι DNA. Όπως στην αρχέγονη σούπα, είναι όλα τα αντίγραφα ενός συγκεκριμένου κομματιού DNA που υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Αν επιτρέπαμε στον εαυτό μας να μιλά για τα γονίδια σαν να είχαν συνειδητούς σκοπούς (να είμαστε όμως σίγουροι πως αν θέλαμε θα μεταφράζαμε αυτή τη ρευστή γλώσσα σε περισσότερο αξιόπιστους όρους), θα ρωτούσαμε: Τι «θέλει» να κάνει ένα συγκεκριμένο εγωιστικό γονίδιο;

Η απάντηση είναι ότι προσπαθεί να εξαπλωθεί μέσα στη γονιδιακή δεξαμενή. Κι αυτό το κάνει με το να υποβοηθεί τον προγραμματισμό των σωμάτων, μέσα στα οποία βρίσκεται, για να διατηρούνται στη ζωή και να αναπαράγονται. Πρέπει όμως να τονίσουμε ότι όταν λέμε «το γονίδιο» εννοούμε όλα τα όμοιά του που υπάρχουν συγχρόνως σε πολλά άτομα. Η κεντρική ιδέα αυτού του κεφαλαίου είναι ότι ένα γονίδιο μπορεί να βοηθήσει τα αντίγραφα του εαυτού του που βρίσκονται σε άλλα σώματα. Αυτό, αν πραγματικά συμβαίνει, μοιάζει με «ατομικό» αλτρουισμό, ο οποίος όμως οφείλεται στον εγωισμό του γονιδίου.

Ας θεωρήσουμε το γονίδιο που κάνει έναν άνθρωπο αλφικό [Αλφικός ή αλβίνος ονομάζεται το άτομο με τη γενετική ανωμαλία του αλφισμού (λευκοπάθεια), η οποία εκδηλώνεται με λευκότητα του δέρματος των τριχών και ερυθρότητα των οφθαλμών]. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μόνο ένα γονίδιο που προκαλεί τον αλφισμό, όμως εγώ θα μιλώ μόνο για ένα από αυτά. Αυτό το γονίδιο είναι υπολειπόμενο, δηλαδή πρέπει να υπάρχει σε διπλή δόση για να κάνει ένα άτομο αλφικό. Αυτό συμβαίνει σε έναν στους 20.000 ανθρώπους. 'Ενας στους 70 έχει αυτό το γονίδιο σε απλή δόση, δεν είναι όμως αλφικός. Επειδή το αλφικό γονίδιο, όπως κάθε γονίδιο, υπάρχει σε πολλά άτομα, θεωρητικά θα υποβοηθεί την επιβίωσή του στη γονιδιακή δεξαμενή αν προγραμματίζει τα σώματα στα οποία βρίσκεται να συμπεριφέρονται αλτρουιστικά στα άλλα αλφικά σώματα, επειδή και αυτά περιέχουν το ίδιο γονίδιο. Το αλφικό γονίδιο θα ήταν πολύ «ευχαριστημένο» αν πέθαιναν μερικά σώματα που το περιέχουν, με την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτό θα βοηθούσε να επιβιώσουν άλλα σώματα που περιέχουν το ίδιο γονίδιο. Αν το αλφικό γονίδιο μπορούσε θυσιάζοντας ένα από τα σώματα στα οποία βρίσκεται να σώσει τη ζωή 10 άλλων αλφικών σωμάτων, τότε και ο θάνατος αυτού του αλτρουιστή αντισταθμίζεται με το παραπάνω από την αύξηση του αριθμού των αλφικών γονιδίων στη γονιδιακή δεξαμενή.

Μπορούμε λοιπόν να περιμένουμε τα αλφικά γονίδια να δείχνουν ιδιαίτερα καλή συμπεριφορά το ένα στο άλλο ; Στην πραγματικότητα η απάντηση είναι μάλλον αρνητική. Για να εξηγήσουμε αυτή την απάντηση, πρέπει να σταματήσουμε προσωρινά να μιλάμε για συνειδητά γονίδια, γιατί στο τωρινό πλαίσιο συζήτησης αυτό θα μας οδηγούσε σίγουρα σε πλάνες. Πρέπει να μιλήσουμε με όρους περισσότερο αξιόπιστους, αν και περίπλοκους. Στην πραγματικότητα, τα αλφικά γονίδια δεν «θέλουν» να επιβιώσουν ή να βοηθήσουν άλλα αλφικά γονίδια. Αν όμως κάποιο αλφικό γονίδιο τύχαινε να προκαλέσει την αλτρουιστική συμπεριφορά των σωμάτων στα οποία βρίσκεται απέναντι σε άλλα αλφικά άτομα, τότε αυτόματα, θέλοντας και μη, το αποτέλεσμα θα ήταν να εξαπλωθεί στη γονιδιακή δεξαμενή. Όμως αυτό θα συμβεί αν το γονίδιο έχει δύο αποτελέσματα ανεξάρτητα μεταξύ τους. Όχι μόνο να τους προσδίδει τη γνωστή λευκότητα αλλά και να τα παρακινεί να φέρονται αλτρουιστικά στα άτομα με έντονη ωχρότητα. Ένα τέτοιο γονίδιο «διπλού αποτελέσματος», αν υπήρχε, θα ήταν πολύ επιτυχημένο μέσα στον πληθυσμό. Όπως τόνισα στο τρίτο κεφάλαιο, στην πραγματικότητα τα γονίδια έχουν πολλαπλά αποτελέσματα. Θεωρητικά, είναι δυνατό ένα γονίδιο να δίνει στα άτομα που το περιέχουν μια ορατή ετικέτα, ας πούμε «ωχρή επιδερμίδα», «πράσινη γενειάδα» ή κάποιο άλλο ευδιάκριτο χαρακτηριστικό, αλλά και να τα παρακινεί να φέρονται ιδιαίτερα καλά στα άλλα άτομα που δείχνουν την ίδια ευδιάκριτη ετικέτα. Είναι δυνατό, αν και όχι ιδιαίτερα πιθανό.

Εξίσου πιθανό είναι η πράσινη γενειάδα να συσχετίζεται με την ανάπτυξη γαμψών νυχιών ή με κάποιο άλλο χαρακτηριστικό, και η συμπάθεια για τις πράσινες γενειάδες να συμβαδίζει με μια ανικανότητα στην αναγνώριση κάποιου αρώματος. Είναι μάλλον απίθανο ένα και το αυτό γονίδιο να δίνει ταυτόχρονα τη σωστή ετικέτα και το σωστό είδος αλτρουισμού. Εντούτοις, αποτελεί θεωρητική δυνατότητα και θα μπορούσε να ονομαστεί «Αλτρουιστικό Αποτέλεσμα της Πράσινης Γενειάδας».

Μια κάποια ετικέτα, λόγου χάρη, η πράσινη γενειάδα, είναι απλώς ένας τρόπος με τον οποίο ένα γονίδιο μπορεί να «αναγνωρίσει» σε άλλα άτομα την ύπαρξη αντιγράφων του. Μήπως όμως υπάρχουν και άλλοι τρόποι; 'Ενας ιδιαίτερα άμεσος τρόπος είναι ο εξής: Ο κάτοχος ενός αλτρουιστικού γονιδίου μπορεί να αναγνωριστεί απλούστατα από το γεγονός ότι κάνει πράξεις αλτρουισμού. Ένα γονίδιο θα ευημερούσε στη γονιδιακή δεξαμενή αν «έλεγε» στη «γλώσσα» του τα εξής: «Σώμα, αν ο Α πνίγεται ενώ προσπαθεί να σώσει κάποιον άλλον που πνίγεται, πέσε στο νερό και σώσε τον Α». Αυτή η συμπεριφορά του γονιδίου είναι σωστή επειδή η πιθανότητα να περιέχει ο Α το ίδιο αλτρουιστικό γονίδιο που σώζει ζωές είναι μεγαλύτερη από τον μέσο όρο. Το γεγονός ότι ο Α προσπαθεί να σώσει κάποιον άλλο είναι μια ετικέτα όπως η πράσινη γενειάδα. Είναι λιγότερο αυθαίρετη, εξακολουθεί όμως να μην είναι πειστική.

Άραγε υπάρχουν πειστικότεροι τρόποι με τους οποίους τα γονίδια θα μπορούσαν να «αναγνωρίσουν» τα αντίγραφά τους σε άλλα άτομα;

Η απάντηση είναι καταφατική. Είναι εύκολο να δείξουμε ότι οι στενοί συγγενείς (γονείς και παιδιά) έχουν περισσότερες πιθανότητες από το μέσον όρο να έχουν κοινά γονίδια. Από πολύ καιρό έχει γίνει σαφές ότι αυτή είναι η αιτία του συχνά παρατηρούμενου αλτρουισμού των γονέων για τα παιδιά τους. Ο R.A. Fisher, o J.B.S. Haldane, και ειδικότερα ο W.D. Hamilton, κατάλαβαν ότι το ίδιο γίνεται και με άλλους στενούς συγγενείς – αδελφούς και αδελφές, ανιψιούς και ανιψιές, και πρωτοξάδελφα. Αν κάποιο άτομο θυσιαστεί για να σώσει 10 στενούς συγγενείς, χάνεται βέβαια ένα αντίγραφο του κοινού αλτρουιστικού γονιδίου, σώζεται όμως μεγαλύτερος αριθμός αντιγράφων αυτού του γονιδίου.

Η έκφραση «μεγαλύτερος αριθμός» είναι κάπως ασαφής, όπως και η έκφραση «στενοί συγγενείς». Ο Hamilton έδειξε ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο. Οι δύο μελέτες που δημοσίευσε το 1964 συγκαταλέγονται στις σημαντικότερες συνεισφορές στην κοινωνική ηθολογία και αδυνατώ να καταλάβω γιατί οι ηθολόγοι δεν τους έδωσαν την απαιτούμενη προσοχή (το όνομα του Hamilton δεν αναγράφεται ούτε στα ευρετήρια των δύο μεγάλων εγχειριδίων ηθολογίας που εκδόθηκαν το 1970. Ευτυχώς, υπάρχουν πρόσφατες ενδείξεις αναζωπύρωσης του ενδιαφέροντος για τις ιδέες του). Οι εργασίες του Hamilton είναι μάλλον μαθηματικές αλλά είναι εύκολο να συλλάβουμε διαισθητικά τις βασικές αρχές της θεωρίας του χωρίς μαθηματικά, μολονότι η υπεραπλούστευση ζημιώνει. Αυτό που θέλουμε να υπολογίσουμε είναι η πιθανότητα δύο άτομα, ας πούμε δύο αδελφές, να έχουν κοινό ένα συγκεκριμένο γονίδιο. Για ευκολία, θα εξετάσουμε την περίπτωση γονιδίων που σπανίζουν σε όλη τη γονιδιακή δεξαμενή.

Οι περισσότεροι άνθρωποι, είτε έχουν κάποια συγγένεια μεταξύ τους είτε όχι, έχουν το γονίδιο «για να μην είναι αλφικοί». Ο λόγος για τον οποίο αυτό το γονίδιο είναι τόσο διαδεδομένο είναι ότι στη φύση οι αλφικοί έχουν μικρότερες πιθανότητες να επιβιώσουν απ’ ό, τι οι μη αλφικοί. Για παράδειγμα, ο Ηλιος θαμπώνει τους αλφικούς και μειώνει την ικανότητά τους να δουν ένα αρπακτικό που πλησιάζει. Εδώ δεν θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε γιατί στη γονιδιακή δεξαμενή αφθονούν τα προφανώς «καλά» γονίδια, όπως το γονίδιο του μη αλφισμού.

Σκοπός μας είναι να εξηγήσουμε την επιτυχία των γονιδίων ειδικά λόγω του αλτρουισμού τους. Μπορούμε συνεπώς να δεχτούμε ότι τέτοια γονίδια, τουλάχιστον στα πρώτα στάδια της εξελικτικής διαδικασίας, ήταν σπάνια. Τώρα, το σημαντικό σημείο είναι ότι ένα γονίδιο, ακόμη κι αν είναι σπάνιο στο σύνολο του πληθυσμού, είναι κοινό μέσα σε μια οικογένεια. Εγώ, όπως κι εσείς, έχουμε μερικά γονίδια που είναι σπάνια στον συνολικό πληθυσμό. Οι πιθανότητες όμως να έχουμε και οι δύο τα ίδια σπάνια γονίδια είναι πραγματικά πολύ μικρές. Εντούτοις, οι πιθανότητες να έχει η αδελφή μου κάποιο συγκεκριμένο σπάνιο γονίδιο που το έχω και εγώ είναι μεγάλες, όπως υπάρχει εξίσου μεγάλη πιθανότητα να έχει η αδελφή σας ένα σπάνιο γονίδιο κοινό με το δικό σας. Σ’ αυτή την περίπτωση η πιθανότητα είναι 50% κι αυτό εξηγείται εύκολα.

Ας υποθέσουμε ότι έχετε ένα μόνο αντίγραφο του γονιδίου Γ. Αυτό το γονίδιο το κληρονομήσατε από τον πατέρα ή τη μητέρα σας (για ευκολία, μπορούμε να αγνοήσουμε διάφορα σπάνια ενδεχόμενα όπως, λόγου χάρη, το Γ να είναι κάποια νέα μετάλλαξη ή να το είχαν και οι δύο γονείς σας ή ένας από τους γονείς σας να το είχε σε δύο αντίγραφα). Ας υποθέσουμε ότι το κληρονομήσατε από τον πατέρα σας. Συνεπώς, κάθε σωματικό κύτταρο του πατέρα σας περιείχε ένα αντίγραφο του Γ. Θυμηθείτε τώρα ότι όταν ο άντρας παράγει ένα σπερματοζωάριο, του δίνει τα μισά από τα γονίδιά του [Που υπάρχουν σε κάθε σωματικό κύτταρό του]. Υπάρχει λοιπόν μια πιθανότητα 50% το σπερματοζωάριο που «δημιούργησε» την αδελφή σας να είχε το γονίδιο Γ. Αν πάλι κληρονομήσατε το Γ από τη μητέρα σας, με την ίδια συλλογιστική βρίσκουμε ότι το Γ πρέπει να υπήρχε στα μισά ωάριά της. Για μια φορά ακόμη, οι πιθανότητες να έχει να έχει η αδελφή σας το Γ είναι 50%. Αυτό σημαίνει ότι αν είχατε 100 αδελφούς και αδελφές, περίπου οι 50 θα είχαν κάποιο σπάνιο γονίδιο που ίσως έχετε κι εσείς. Σημαίνει επίσης ότι αν έχετε 100 σπάνια γονίδια, περίπου τα 50 θα υπάρχουν στο σώμα καθενός από τους αδελφούς και τις αδελφές σας.

Μπορείτε να κάνετε ανάλογους υπολογισμούς για όποιο βαθμό συγγένειας θέλετε. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχέση γονιού-παιδιού. Αν έχετε ένα αντίγραφο του γονιδίου Δ, η πιθανότητα ένα από τα παιδιά σας να έχει όμοιο αντίγραφο είναι 50%, γιατί τα μισά από τα γενετικά κύτταρά σας περιέχουν ένα Δ και κάθε παιδί σας έγινε από ένα γεννητικό κύτταρό σας. Αν έχετε ένα αντίγραφο του γονιδίου Ε, η πιθανότητα να είχε και ο πατέρας σας ένα Ε είναι πάλι 50% γιατί τα μισά γονίδιά σας τα κληρονομήσατε από τον πατέρα σας και τα υπόλοιπα από τη μητέρα σας. Για λόγους ευκολίας χρησιμοποιούμε ένα δείκτη συγγένειας (Δ.Σ.). Εκφράζει την πιθανότητα που έχει ένα γονίδιο να είναι κοινό σε δύο συγγενείς. Ο δείκτης συγγένειας δύο αδελφών είναι ½ γιατί τα μισά γονίδια του ενός αδελφού μπορεί να υπάρχουν και στον άλλο. Ο αριθμός αυτός είναι μέσος όρος : επειδή στη μειωτική διαίρεση τα χρωματοσώματα χωρίζονται στην τύχη, είναι δυνατό συγκεκριμένα ζευγάρια αδελφών να έχουν κοινά περισσότερα ή λιγότερα γονίδια. Όμως ο Δ.Σ. μεταξύ πατέρα και παιδιού είναι πάντα ½ .

Η εκτέλεση τέτοιων υπολογισμών από την αρχή κάθε φορά που θα χρειαστεί είναι μάλλον κουραστική. Βρέθηκε λοιπόν ένας προσεγγιστικός, άμεσος κανόνας για να υπολογίζουμε το δείκτη συγγένειας μεταξύ δύο ατόμων Α και Β. Ίσως τον βρείτε χρήσιμο αν χρειαστεί να συντάξετε τη διαθήκη σας ή να εξηγήσετε εμφανείς ομοιότητες ανάμεσα στα μέλη της οικογένειάς σας. Ο κανόνας ισχύει για όλες τις απλές περιπτώσεις, αλλά, όπως θα δούμε, δεν εφαρμόζεται στην αιμομιξία και σε ορισμένα έντομα. Αναζητούμε πρώτα όλους τους κοινούς προγόνους των Α και Β. Λόγου χάρη, οι κοινοί πρόγονοι δύο πρωτοξαδέλφων είναι ο κοινός παππούς και η κοινή γιαγιά τους. Όταν βρείτε έναν κοινό πρόγονο, είναι φυσικό όλοι ο πρόγονοί του να είναι και αυτοί κοινοί πρόγονοι των Α και Β. Εντούτοις, θα τους αγνοήσουμε όλους, εκτός από τους πιο κοντινούς. Μ’ αυτή την έννοια, τα πρωτοξάδελφα έχουν μόνο δύο κοινούς προγόνους. Αν ο Β είναι κατευθείαν απόγονος του Α, λόγου χάρη δισέγγονός του, τότε ο Α είναι ο κοινός πρόγονος που αναζητούμε.

'Εχοντας εντοπίσει τους κοινούς προγόνους (ή τον κοινό πρόγονο) των Α και Β, υπολογίζουμε τη γενεαλογική απόστασή τους ως εξής : Αρχίζοντας από τον Α ανεβαίνουμε στο οικογενειακό δέντρο ώσπου να βρούμε έναν κοινό πρόγονο, κατόπιν κατεβαίνουμε πάλι ως τον Β. Ο ολικός αριθμός των βημάτων κατά την άνοδο και τη κάθοδο στο δέντρο είναι η γενεαλογική απόσταση. Για παράδειγμα, αν ο Α είναι θείος του Β η γενεαλογική απόσταση είναι των Α και Β είναι 3. Ο κοινός πρόγονος είναι ο πατέρας του Α (ας πούμε), δηλαδή ο παππούς του Β. Αρχίζοντας από τον Α, για να βρούμε τον κοινό πρόγονο πρέπει να ανεβούμε μια γενεά. Κατόπιν, για να φτάσουμε στον Β πρέπει να κατεβούμε δύο γενεές. Συνεπώς η γενεαλογική απόσταση είναι 1+2=3. Αφού βρούμε τη γενεαλογική απόσταση των Α και Β διαμέσου ενός συγκεκριμένου κοινού προγόνου, υπολογίζουμε το ποσοστό συνεισφοράς του κοινού προγόνου στο δείκτη συγγένειάς τους. Αυτό το κάνουμε πολλαπλασιάζοντας το ½ με τον εαυτό του για κάθε βήμα της γενεαλογικής απόστασης. Αν αυτή η απόσταση είναι 3 θα έχουμε ½ x ½ x ½ , δηλαδή ( ½ ) στη τρίτη δύναμη. Αν η απόσταση γενεών διαμέσου ενός συγκεκριμένου προγόνου περιλαμβάνει ν βήματα, το ποσοστό συγγένειας που οφείλεται σ’ αυτόν τον πρόγονο είναι ( ½ ) στη νιοστή δύναμη.

Αυτό όμως είναι μόνο ένα μέρος της συγγένειας των Α και Β. Αν έχουν περισσότερους από έναν κοινούς προγόνους, πρέπει να προσθέσουμε τον αντίστοιχο για κάθε πρόγονο αριθμό. Συνήθως η γενεαλογική απόσταση δύο ατόμων είναι η ίδια για όλους τους κοινούς προγόνους τους. Επομένως, αν βρούμε το δείκτη συγγένειας των Α και Β που οφείλεται στον έναν πρόγονο, το μόνο που μένει να κάνουμε είναι να τον πολλαπλασιάσουμε με τον αριθμό των προγόνων. Για παράδειγμα, τα πρωτοξάδελφα έχουν δύο κοινούς προγόνους και η απόσταση γενεών διαμέσου καθενός προγόνου είναι 4. Συνεπώς ο δείκτης συγγένειάς τους θα είναι: 2 x ( ½ ) στη τετάρτη δύναμη = 1/8. Αν ο Α είναι δισέγγονος του Β, η απόσταση γενεών είναι 3 και ο αριθμός των κοινών «προγόνων» είναι ένας (ο Β), τότε ο δείκτης συγγένειας είναι: 1 x ( ½ ) στη τρίτη δύναμη = 1/8. Από γενετική άποψη ένας πρωτοξάδελφός σας ισοδυναμεί με έναν δισέγγονό σας.

Παρομοίως, έχετε τόσες πιθανότητες να «μοιάζετε» με το θείο σας [δείκτης συγγένειας 2 x ( ½ ) στη τρίτη δύναμη = ¼ ] όσες και με τον παππού σας [Δ.Σ. 1 x ( ½ ) στο τετράγωνο = ¼ ]. Για σχέσεις τόσο μακρινές όσο ανάμεσα σε τριτοξάδελφα [2 x ( ½ ) στην ογδόη δύναμη = 1/128], πλησιάζουμε την ακραία περίπτωση ένα συγκεκριμένο γονίδιο του Α να έχει τόση πιθανότητα να βρίσκεται και στον Β όση και σε ένα τυχαίο άτομο του πληθυσμού.

Για ένα αλτρουιστικό γονίδιο, το τριτοξάδελφο δεν απέχει πολύ από οποιοδήποτε φίλο μας. Λίγο πλεονεκτεί ο δευτεροξάδελφος (Δ.Σ. = 1/32) και περισσότερο ο πρωτοξάδελφος (Δ.Σ. = 1/8). Ειδική περίπτωση είναι οι αδελφοί και οι αδελφές, και οι γονείς με τα παιδιά τους (Δ.Σ. = ½ ) και μοναδική περίπτωση οι αυθεντικοί δίδυμοι (Δ.Σ. = 1). Θείοι και θείες, ανιψιοί και ανιψιές, παππούδες και εγγόνια, και ετεροθαλείς αδελφοί και αδελφές έχουν ενδιάμεσες σχέσεις με δείκτη συγγένειας ¼ .

Τώρα μπορούμε να μιλήσουμε ακριβέστερα για τον αλτρουισμό μεταξύ συγγενών. Ένα γονίδιο που προκαλεί την αυτοθυσία ενός ατόμου για να σώσει 5 ξαδέλφια του, δεν γίνεται πολυαριθμότερο στον πληθυσμό, πράγμα που συμβαίνει αν σώσει 5 αδέλφια του ή 10 πρωτοξάδελφα. Η ελάχιστη απαίτηση για να είναι επιτυχημένο ένα αυτοθυσιαζόμενο αλτρουιστικό γονίδιο είναι να σώσει περισσότερα από δύο αμφιθαλή αδέλφια [Αδέλφια από τον ίδιο πατέρα και την ίδια μητέρα] ή (παιδιά ή γονείς), ή περισσότερα από 4 ετεροθαλή αδέλφια (ή θείους, θείες, ανιψιούς, ανιψιές, παππούδες, εγγόνια), ή περισσότερα από 8 πρωτοξάδελφα κλπ. Κατά μέσο όρο, ένα τέτοιο γονίδιο τείνει να συνεχίζει να ζει στα σώματα των ατόμων που έσωσε ο αλτρουιστής, εφόσον είναι αρκετά ώστε να αντισταθμιστεί η απώλεια από το θάνατό του. Αν κάποιος ήταν σίγουρος ότι ένα συγκεκριμένο άτομο είναι αυθεντικός δίδυμος αδελφός του, θα έπρεπε να νοιάζεται γι’ αυτόν όσο ακριβώς και για τον εαυτό του. Κάθε γονίδιο για τον αλτρουισμό μεταξύ διδύμων υπάρχει και στους δύο, οπότε αν ο ένας θυσιαστεί για να σώσει τον άλλο, το γονίδιο συνεχίζει να ζει.

Οι θηλυκοί αρμαδίλλοι [Μικρά θηλαστικά ζώα που ζουν στη Ν. Αμερική, το σώμα τους καλύπτεται με φολίδες και οστέϊνες πλάκες. Ανήκουν στην οικογένεια των δασυποδιδών] δίνουν αυθεντικά τετράδυμα σε κάθε γέννα τους. Απ’ όσο ξέρω, δεν έχει αναφερθεί κανένα περιστατικό ηρωικής αυτοθυσίας μεταξύ νεαρών αρμαδίλλων ενώ έχει τονιστεί ότι πρέπει να αναμένεται ισχυρός αλτρουισμός και θα άξιζε να πάει κανείς στη Λατινική Αμερική για να το διαπιστώσει.

Τώρα μπορούμε να δούμε ότι η γονική φροντίδα είναι ειδική περίπτωση αλτρουισμού μεταξύ συγγενών. Από γενετική άποψη, κάθε ενήλικο άτομο πρέπει να δείχνει τόσο ενδιαφέρον και φροντίδα για το ορφανό αδελφάκι του όσο και για το δικό του παιδί. Ο δείκτης συγγένειάς του με τα δύο παιδιά είναι ο ίδιος: ½. Με όρους γονιδιακής επιλογής, ένα γονίδιο για αλτρουιστική συμπεριφορά της μεγαλύτερης αδελφής προς τα αδέλφια της έχει την ίδια πιθανότητα να εξαπλωθεί στον πληθυσμό με ένα γονίδιο για αλτρουισμό των γονέων προς τα παιδιά τους. Αυτό όμως, για διάφορους λόγους που θα δούμε αργότερα, είναι υπεραπλούστευση της πραγματικότητας.

Στη φύση η φροντίδα ανάμεσα σε αδελφούς και αδελφές υστερεί πολύ της φροντίδας των γονιών προς τα παιδιά τους. Αυτό που θέλω να τονίσω εδώ είναι ότι από γενετική άποψη η σχέση γονιού-παιδιού δεν έχει τίποτε το ιδιαίτερο σε σύγκριση με τη σχέση αδελφού- αδελφής. Το ότι οι γονείς κληρονομούν τα γονίδια στα παιδιά τους εδώ είναι αδύνατο μια αδελφή να δώσει γονίδια στην αδελφή της, δεν έχει σημασία, γιατί και οι δύο αδελφές παίρνουν από τους ίδιους γονείς όμοια αντίγραφα των ίδιων γονιδίων.

Μερικοί χρησιμοποιούν τον όρο επιλογή συγγενών για να ξεχωρίσουν αυτό το είδος της φυσικής επιλογής από την επιλογή ομάδων (την κατ’ επιλογή επιβίωση ομάδων) και την επιλογή ατόμων (την κατ’ επιλογή επιβίωση ατόμων). Η επιλογή συγγενών εξηγεί τον αλτρουισμό μέσα στην οικογένεια . 'Οσο στενότερη είναι η συγγένεια τόσο ισχυρότερη η επιλογή. Μολονότι δεν υπάρχει κανένα λάθος στον όρο «επιλογή συγγενών», δυστυχώς πρέπει να τον εγκαταλείψουμε γιατί τελευταία έχει γίνει τόσο μεγάλη κατάχρηση του όρου ώστε είναι πιθανό να προκαλέσει σύγχυση στους βιολόγους των επόμενων χρόνων.

Ο E. Wilson στο κατά τα άλλα θαυμάσιο βιβλίο του Κοινωνιοβιολογία : Η νέα σύνθεση, ορίζει την επιλογή συγγενών ως ειδική περίπτωση της επιλογής ομάδων. Δίνει ένα διάγραμμα που δείχνει καθαρά ότι τη θεωρεί ενδιάμεση περίπτωση μεταξύ της «επιλογής ατόμων» και της «επιλογής ομάδων» με τη συμβατική έννοια – την έννοια που χρησιμοποίησα στο πρώτο κεφάλαιο. Σήμερα, επιλογή ομάδων – ακόμη και με τον ορισμό του Wilson – σημαίνει επιλεκτική επιβίωση ομάδων ατόμων. Βέβαια, κατά κάποια έννοια η οικογένεια είναι ειδικός τύπος ομάδας. Όμως η βασική σκέψη του Hamilton είναι ότι η διάκριση ανάμεσα στην οικογένεια και τη μη οικογένεια δεν είναι αυστηρή αλλά ζήτημα μαθηματικής πιθανότητας. Στη θεωρία του Hamilton δεν αναφέρεται πουθενά ότι τα ζώα πρέπει να συμπεριφέρονται αλτρουιστικά σε όλα «τα μέλη της οικογένειας» και εγωιστικά σε όλους τους άλλους. Δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην οικογένεια και τη μη οικογένεια. Δεν υπάρχει τρόπος να αποφανθούμε, λόγου χάρη, αν τα δευτεροξάδελφα εντάσσονται στην οικογένεια ή όχι: απλώς περιμένουμε ότι τα δευτεροξάδελφα τείνουν να δεχτούν 1/16 αλτρουισμού απ’ όσο δέχονται και τα παιδιά ή τα αμφιθαλή αδέλφια. Είναι σίγουρο πως η επιλογή συγγενών δεν είναι ειδική περίπτωση επιλογής ομάδων αλλά ειδική συνέπεια επιλογής γονιδίων.

Όμως στον ορισμό της επιλογής συγγενών που δίνει ο Wilson υπάρχει ένα σοβαρότερο μειονέκτημα. Αποκλείονται εσκεμμένα τα παιδιά : δεν υπολογίζονται ως συγγενείς! Φυσικά, ο Wilson ξέρει πολύ καλά ότι τα παιδιά έχουν συγγένεια με τους γονείς τους. Για να εξηγήσει όμως την αλτρουιστική φροντίδα των γονέων για τα παιδιά τους, προτιμά να μην επικαλεστεί την επιλογή συγγενών. 'Εχει βέβαια το δικαίωμα να δίνει στις λέξεις την έννοια που του αρέσει, αλλά ο ορισμός του δημιουργεί συγχύσεις και ελπίζω ότι θα τον αλλάξει στις μελλοντικές εκδόσεις του πραγματικά σημαντικού βιβλίου του. Από γενετική άποψη, η φροντίδα των γονιών και ο αλτρουισμός αδελφού/αδελφής εξελίσσονται ακριβώς για τον ίδιο λόγο: και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει μεγάλη πιθανότητα το αλτρουιστικό γονίδιο να βρίσκεται και στο σώμα του ευεργετούμενου.

Ζητώ την επιείκεια του μέσου αναγνώστη γι’ αυτή την οξεία κριτική και επιστρέφω γρήγορα στο κύριο θέμα. Ως τώρα έχω υπεραπλουστεύσει τα πράγματα αλλά ήρθε η ώρα να εισαγάγω μερικές τροποποιήσεις. Μίλησα από την άποψη θεμελιωδών στοιχείων, για γονίδια που θυσιάζονται για να σώσουν συγκεκριμένο αριθμό συγγενών με γνωστό δείκτη συγγένειας. Στην πραγματική ζωή είναι προφανές ότι τα ζώα δεν μετρούν πόσους συγγενείς σώζουν ούτε κάνουν νοερά τους υπολογισμούς του Hamilton, ακόμη κι αν είχαν κάποιο τρόπο να ξέρουν ποιοι είναι αδέλφια και ποιοι ξαδέλφια τους. Στην πραγματική ζωή η σίγουρη αυτοθυσία ή η σίγουρη «διάσωση» ζώων πρέπει να αντικατασταθεί από στατιστικούς κινδύνους θανάτου ή διάσωσης. Ακόμη κι ένας τριτοξάδελφός σας αξίζει να σωθεί εφόσον ο κίνδυνος που διατρέχετε για να τον σώσετε είναι πολύ μικρός. Εξάλλου, και εσείς και ο συγγενής σας που σκέφτεστε να σώσετε, σίγουρα θα πεθάνετε κάποια μέρα. Κάθε άτομο έχει μια «προσδοκία ζωής» που οποιοσδήποτε ασφαλιστής θα μπορούσε να την υπολογίσει με κάποια πιθανότητα σφάλματος. Το να σώσει κανείς τη ζωή ενός συγγενή που σε λίγο θα πεθάνει από γεράματα, έχει μικρότερη επίπτωση για το μέλλον στη γονιδιακή δεξαμενή από το να σώσει τη ζωή ενός νεαρού επίσης στενού συγγενή που έχει μπροστά του ολόκληρη ζωή.

Πρέπει να τροποποιήσουμε τους απλούς συμμετρικούς υπολογισμούς του δείκτη συγγένειας και να λογαριάσουμε τις περίπλοκες εκτιμήσεις των ασφαλιστών. Από γενετική άποψη, οι παππούδες και τα εγγόνια έχουν τους ίδιους λόγους να συμπεριφέρονται αλτρουιστικά μεταξύ τους γιατί έχουν κοινό το ¼ των γονιδίων τους. Όμως επειδή το εγγόνι έχει μεγαλύτερη προσδοκία ζωής, τα γονίδια για τον αλτρουισμό παππού προς εγγονό έχουν μεγαλύτερο επιλεκτικό πλεονέκτημα από τα αντίστοιχα γονίδια εγγονιού προς παππού. Είναι δυνατόν το καθαρό κέρδος από τη βοήθεια που παρέχεται σε κάποιο νεαρό μακρινό συγγενή να είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο όφελος όταν βοηθιέται ένας ηλικιωμένος στενός συγγενής. (Φυσικά, δεν είναι υποχρεωτικό οι παππούδες να έχουν μικρότερη προσδοκία ζωής από τα εγγόνια τους. Σε είδη με μεγάλο δείκτη νηπιακής θνησιμότητας μπορεί να συμβεί το αντίθετο).

Επεκτείνοντας την αναφορά στα ασφαλιστικά μπορούμε να θεωρήσουμε ότι τα άτομα είναι ασφαλιστές που κάνουν ασφάλειες ζωής. Ένα άτομο μπορεί να επενδύσει ή να διακινδυνεύσει ένα μέρος της περιουσίας του πάνω στη ζωή ενός άλλου. Λογαριάζει τη συγγένεια που έχει μαζί του και το μέγεθος των κινδύνων που διατρέχει το συγγενικό άτομο, συγκρίνοντας την προσδοκία ζωής του ασφαλιζόμενου με τη δική του. Ακριβέστερα, αντί για «προσδοκία ζωής» θα ήταν καλύτερα να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «προσδοκία αναπαραγωγής» ή, ακόμα καλύτερα, «γενετική ικανότητα να ωφελήσει τα γονίδιά του στο αναμενόμενο μέλλον». Τότε, για να εξελιχθεί η αλτρουιστική συμπεριφορά πρέπει ο καθαρός κίνδυνος του αλτρουιστή να είναι μικρότερος από το καθαρό όφελος του αποδέκτη πολλαπλασιαζόμενο επί τον δείκτη συγγένειας. Οι κίνδυνοι και τα οφέλη πρέπει να υπολογιστούν μ’ αυτή την περίπλοκη μέθοδο που χρησιμοποιούν οι ασφαλιστές.

Αλήθεια, τι σύνθετους υπολογισμούς είναι υποχρεωμένη να κάνει η καημένη μηχανή επιβίωσης, και ειδικότερα όταν βιάζεται! Ο μεγάλος μαθηματικός βιολόγος J.B.S. Haldane (με μια εργασία του το 1955 πρόλαβε τον Hamilton, δεχόμενος ότι ένα γονίδιο που διασώζει στενούς συγγενείς από πνιγμό εξαπλώνεται στη γονιδιακή δεξαμενή), παρατήρησε ότι: «… Στις δύο περιπτώσεις που έσωσα κάποιους από ενδεχόμενο πνιγμό (με ελάχιστο δικό μου κίνδυνο) δεν είχα το χρόνο να κάνω τέτοιους υπολογισμούς». Ευτυχώς όμως, κι αυτό το ήξερε καλά ο Haldane, δεν χρειάζεται να παραδεχτούμε ότι οι μηχανές επιβίωσης κάνουν συνειδητά τέτοιους υπολογισμούς. Όπως χρησιμοποιούμε τον λογαριθμικό κανόνα χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι ουσιαστικά χειριζόμαστε λογαρίθμους, έτσι το ζώο μπορεί να είναι από πριν προγραμματισμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να συμπεριφέρεται σαν να είχε κάνει έναν πολύπλοκο υπολογισμό.

Αυτό μπορούμε εύκολα να το καταλάβουμε με το ακόλουθο παράδειγμα. Κάποιος ρίχνει ψηλά στον αέρα μια μπάλα. Αν την πιάσει λίγο αργότερα πριν πέσει στο έδαφος, είναι σαν να είχε επιλύσει ένα σύστημα διαφορικών εξισώσεων οι οποίες περιγράφουν την τροχιά της μπάλας. Μπορεί να μην ξέρει ή να μη τον ενδιαφέρει τι είναι μια διαφορική εξίσωση, αυτό όμως δεν επηρεάζει την επιδεξιότητά του να παίζει με την μπάλα. Σε κάποιο υποσυνείδητο επίπεδο συμβαίνει κάτι που λειτουργικά ισοδυναμεί με μαθηματικούς υπολογισμούς. Παρομοίως, όταν κάποιος παίρνει μια δύσκολη απόφαση αφού προηγουμένως σταθμίσει τα «υπέρ και τα κατά» και όλες τις πιθανές συνέπειες, στην πραγματικότητα κάνει κάτι που λειτουργικά ισοδυναμεί με τους πολύπλοκους υπολογισμούς των ασφαλιστών, τους οποίους μόνον ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής θα μπορούσε να εκτελέσει.

Αν θέλαμε να προγραμματίσουμε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή για να μας δώσει με προσομοίωση ένα μοντέλο της μηχανής επιβίωσης που αποφασίζει αν θα συμπεριφερθεί αλτρουιστικά ή όχι, σε γενικές γραμμές θα ακολουθούσαμε την εξής διαδικασία : θα φτιάχναμε έναν κατάλογο όλων των εναλλακτικών κινήσεων που θα ήταν δυνατό να κάνει το ζώο. Κατόπιν θα προγραμματίζαμε τον πολύπλοκο υπολογισμό των ασφαλιστών για κάθε εναλλακτική συμπεριφορά. Όλα τα οφέλη θα πάρουν θετικό πρόσημο και όλοι οι κίνδυνοι αρνητικό. Πριν όμως προστεθούν οι αριθμοί που παριστάνουν τα οφέλη και τους κινδύνους, θα διορθωθούν πολλαπλασιαζόμενοι με τον κατάλληλο δείκτη συγγένειας. Χάριν απλότητας μπορούμε να αγνοήσουμε άλλους παράγοντες, λόγου χάρη όσους σχετίζονται με την ηλικία ή την κατάσταση υγείας. Επειδή ο δείκτης συγγένειας ενός ατόμου με τον εαυτό του είναι 1 (προφανώς έχει 100% των γονιδίων του), στον υπολογισμό οι κίνδυνοι και τα οφέλη ως προς τον εαυτό του δεν θα τροποποιηθούν αλλά θα ληφθούν με τις κανονικές τιμές τους. Το ολικό άθροισμα για κάθε εναλλακτικό τρόπο συμπεριφοράς θα παρουσιάζεται ως εξής:

Καθαρό όφελος τρόπου συμπεριφοράς = Προσωπικό όφελος – προσωπικός κίνδυνος + ½ του οφέλους του αδελφού – ½ του κινδύνου του αδελφού + ½ του οφέλους του άλλου αδελφού + 1/8 του οφέλους του πρωτοξάδελφου – 1/8 του κινδύνου του πρωτοξάδελφου + ½ του οφέλους του παιδιού – ½ του κινδύνου του παιδιού + κλπ.

Το αποτέλεσμα της άθροισης θα είναι ένας αριθμός που ονομάζεται τελικό καθαρό όφελος του συγκεκριμένου τρόπου συμπεριφοράς. Κατόπιν το μοντέλο του ζώου υπολογίζει το αντίστοιχο άθροισμα για όλους τους εναλλακτικούς τρόπους συμπεριφοράς του καταλόγου μας. Τελικά επιλέγει και ακολουθεί τον τρόπο συμπεριφοράς με το μεγαλύτερο καθαρό όφελος. Ακόμη κι αν όλα τα αθροίσματα βγουν αρνητικά, θα επιλέξει τη συμπεριφορά που αντιστοιχεί στο υψηλότερο άθροισμα, δηλαδή τη λιγότερο «κακή». Θυμηθείτε ότι κάθε θετική δράση συνεπάγεται κατανάλωση ενέργειας και χρόνου, που και τα δύο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθούν για κάτι άλλο. Αν η συμπεριφορά με το μεγαλύτερο συνολικό καθαρό όφελος που θα προκύψει είναι «μην κάνεις τίποτε», το μοντέλο του ζώου δεν θα κάνει τίποτε.

Σ’ αυτό το σημείο θα δώσω ένα υπεραπλουστευμένο παράδειγμα, που αυτή τη φορά δεν είναι προσομοίωση ηλεκτρονικού υπολογιστή αλλά έχει τη μορφή υποκειμένου μονολόγου. Ας πούμε ότι είμαι ένα ζώο και βρίσκω 8 μανιτάρια. Αφού υπολογίσω τη θρεπτική αξία τους και αφαιρέσω κάτι εξαιτίας της μικρής πιθανότητας να είναι δηλητηριώδη, βγάζω το συμπέρασμα ότι κάθε μανιτάρι αξίζει +6 μονάδες (οι μονάδες είναι αυθαίρετες, όπως και τα κέρδη που αναφέραμε στο προηγούμενο κεφάλαιο). Τα μανιτάρια είναι τόσο μεγάλα ώστε δεν θα μπορούσα να φάω περισσότερα από τρία. Θα έπρεπε να ανακοινώσω την ανακάλυψή μου και να φωνάξω κι άλλους ότι «υπάρχει τροφή»; Ποιος θα ερχόταν; Ας πούμε ότι ήρθαν ένας αδελφός μου (Δ.Σ. ως προς εμένα ½ ), ένας ξάδελφός μου (Δ.Σ. 1/8) και ο Χ (ο δείκτης συγγένειάς του ως προς εμένα είναι τόσο μικρός ώστε πρακτικά μπορεί να θεωρηθεί ίσος με το μηδέν). Αν αποκρύψω την ανακάλυψή μου και φάω τα 3 μανιτάρια, το ολικό καθαρό όφελός μου την περίπτωση που θα έχω θα είναι 3×6=18. Για να βρω το ολικό καθαρό όφελός μου την περίπτωση που θα κάνω την «πρόσκληση για τροφή» χρειάζεται κάποιος υπολογισμός. Τα 8 μανιτάρια θα μοιραστούν στα 4. Τρώγοντας το μερίδιό μου, δηλαδή δύο μανιτάρια, θα έχω όφελος 2×6=12 μονάδες. Όμως επειδή έχω κοινά γονίδια με τον αδελφό μου και τον ξάδελφό μου, αν φάνε κι αυτοί από δύο μανιτάρια θα έχω συνολικό όφελος (1×12)+( ½ x12)+(1/8×12)+(0x12)=19 ½ . Η αντίστοιχη τιμή για την εγωιστική συμπεριφορά ήταν 18. Η διαφορά είναι πολύ μικρή αλλά το συμπέρασμα σαφές. Πρέπει να τους φωνάξω. Σ’ αυτή τη περίπτωση ο αλτρουισμός μου θα εξυπηρετούσε τα εγωιστικά μου γονίδια.

Στο παραπάνω παράδειγμα έκανα την απλουστευμένη παραδοχή ότι το μεμονωμένο ζώο ψάχνει να βρει αυτό που εξυπηρετεί καλύτερα τα γονίδιά του. Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι η γονιδιακή δεξαμενή γεμίζει με γονίδια, τα οποία επηρεάζουν τα σώματα κατά τέτοιον τρόπο ώστε να συμπεριφέρονται σαν να έκαναν τους υπολογισμούς που περιγράψαμε. Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, ο υπολογισμός συνιστά μια προκαταρκτική πρώτη προσέγγιση όσων θεωρητικά έπρεπε να συμβαίνουν. Παραλείπει πολλά στοιχεία, λόγου χάρη τις ηλικίες των ατόμων για τα οποία μιλάμε. Επίσης, αν προηγουμένως είχα γευματίσει και μου έφτανε ένα μανιτάρι, το καθαρό όφελος από τη γνωστοποίηση της ανακάλυψής μου θα ήταν μεγαλύτερο απ’ όσο αν πεινούσα. Είναι ατέλειωτες οι συνεχείς βελτιώσεις αυτού του υπολογισμού ο οποίος θα ολοκληρωνόταν σ’ έναν ιδανικό κόσμο. Όμως η αληθινή ζωή δεν βιώνεται σε ιδανικό κόσμο. Δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι ένα αληθινό ζώο θα υπολογίσει και την τελευταία λεπτομέρεια για να καταλήξει στην άριστη απόφαση. Πρέπει λοιπόν να ανακαλύψουμε με την παρατήρηση και το πείραμα από πρώτο χέρι πως καταφέρνουν τα ζώα και κάνουν σωστές αναλύσεις κόστους και κερδών.

Για να βεβαιωθούμε πως δεν ξεστρατίσαμε πολύ χρησιμοποιώντας υποκειμενικά παραδείγματα, ας επιστρέψουμε για λίγο στη γλώσσα των γονιδίων. Τα ζωντανά σώματα είναι μηχανές επιβίωσης προγραμματισμένες από γονίδια που έχουν επιβιώσει. Τα γονίδια που επιβίωσαν ζούσαν σε συνθήκες που έτειναν κατά μέσον όρο να χαρακτηρίζουν το περιβάλλον των ειδών στο παρελθόν. Κατά συνέπεια οι «εκτιμήσεις» κόστους και κερδών βασίζονται στην «εμπειρία» παρελθόντος, όπως ακριβώς και οι αποφάσεις που παίρνει ο άνθρωπος. Όμως, σ’ αυτή την περίπτωση, η εμπειρία έχει την ειδική έννοια της γονιδιακής εμπειρίας ή, ακριβέστερα, των συνθηκών του παρελθόντος με τις οποίες ζούσαν τα γονίδια. (Επειδή τα γονίδια προικίζουν επιπροσθέτως τις μηχανές επιβίωσης με ικανότητα του «μανθάνειν» θα μπορούσαμε να πούμε ότι γίνονται κάποιες εκτιμήσεις κόστους-κερδών με βάση και την εμπειρία του ατόμου). Εφόσον οι συνθήκες δεν αλλάζουν δραστικά, οι εκτιμήσεις θα είναι ακριβείς και οι μηχανές επιβίωσης θα τείνουν να παίρνουν κατά μέσον όρο σωστές αποφάσεις. Αν όμως οι συνθήκες μεταβληθούν δραστικά, οι μηχανές επιβίωσης θα τείνουν να παίρνουν λαθεμένες αποφάσεις και τα γονίδια θα πληρώσουν τα λάθη. Το ίδιο συμβαίνει και στον άνθρωπο: όσες αποφάσεις του βασίζονται σε μη πρόσφατες πληροφορίες τείνουν να είναι λαθεμένες.

Αλλά και οι εκτιμήσεις του δείκτη συγγένειας υπόκεινται σε σφάλματα και αβεβαιότητες. Στους υπεραπλουστευμένους υπολογισμούς που κάναμε ως τώρα, μιλούσαμε σαν να ήξεραν οι μηχανές επιβίωσης ποιοι είναι οι συγγενείς τους και να γνώριζαν το βαθμό συγγένειάς τους. Στην αληθινή ζωή μια τέτοια ακριβής γνώση είναι δυνατή μόνο περιστασιακά, όμως και πάλι ο δείκτης συγγένειας υπολογίζεται ως αριθμητικός μέσος όρος. Λόγου χάρη, υποθέστε ότι ο Α και ο Β έχουν ίσες πιθανότητες να είναι ετεροθαλείς ή αμφιθαλείς αδελφοί. Οι αντίστοιχοι δείκτες συγγένειας είναι ¼ και ½ , επειδή όμως δεν ξέρουμε ακριβώς αν είναι ετεροθαλείς ή αμφιθαλείς, ο αριθμός που πρέπει να πάρουμε είναι ο μέσος όρος, δηλαδή 3/8. Αν είναι σίγουρο ότι έχουν την ίδια μητέρα αλλά η πιθανότητα να έχουν τον ίδιο πατέρα είναι 1 προς 10, τότε είναι κατά 90% σίγουρο πως είναι ετεροθαλείς αδελφοί και κατά 10% αμφιθαλείς οπότε ο πραγματικός δείκτης συγγένειας θα είναι (1/10 x ½ )+(9/10 x ¼ )= 0,275.

Όμως για ποιον είναι σίγουρο όταν λέμε «είναι κατά 90% σίγουρο» ; Εννοούμε ότι ο φυσιοδίφης ύστερα από μακρόχρονες επιτόπιες μελέτες είναι σίγουρος 90%, ή ότι τα ζώα είναι σίγουρα 90%; Με λίγη τύχη τα δύο συμπεράσματα μπορεί να είναι σχεδόν το ίδιο πράγμα. Για να το διαπιστώσουμε πρέπει πρώτα να εξετάσουμε με ποιο τρόπο θα ήταν δυνατό τα ζώα να διακρίνουν τους στενούς συγγενείς τους.

Εμείς οι άνθρωποι ξέρουμε ποιοι είναι οι συγγενείς μας επειδή μας το είπαν, επειδή δίνουμε ονόματα στις συγγένειες, επειδή κάνουμε επίσημους γάμους, επειδή θυμόμαστε και επειδή υπάρχουν τα σχετικά έγγραφα. Πολλοί ανθρωποκοινωνιολόγοι ασχολούνται με «συγγένειες» στις κοινωνίες που μελετούν. Δεν εννοούν πραγματικές γενετικές συγγένειες αλλά υποκειμενικές και πολιτιστικές. Τα ήθη των ανθρώπων και οι τελετουργίες των διαφόρων φυλών συχνά δίνουν μεγάλη έμφαση στη συγγένεια. Η λατρεία των προγόνων είναι ευρύτατα διαδεδομένη, οι οικογενειακές υποχρεώσεις και η αφοσίωση στην οικογένεια κυριαρχούν στη ζωή μας. Οι βεντέτες και οι ενδοφατριακοί πόλεμοι ερμηνεύονται εύκολα με τη γενετική θεωρία του Hamilton. Το «ταμπού» της αιμομιξίας μαρτυρεί το μεγάλο σεβασμό που τρέφουν οι άνθρωποι προς τη συγγένεια, μολονότι το γενετικό πλεονέκτημα από το ταμπού της αιμομιξίας δεν έχει καμιά σχέση με τον αλτρουισμό. Πιθανώς σχετίζεται με τα επιβλαβή αποτελέσματα των υπολειπόμενων γονιδίων τα οποία εμφανίζονται κατά την ενδογαμία. (Για κάποιο λόγο, σε πολλούς ανθρωπολόγους δεν αρέσει αυτή η εξήγηση). Πως θα μπορούσαν τα άγρια ζώα να «ξέρουν» ποιοι είναι οι συγγενείς τους; Με άλλα λόγια, ποιους κανόνες συμπεριφοράς ακολουθούν οι οποίοι φανερώνουν έμμεσα ότι ξέρουν την ύπαρξη συγγένειας;

Ο κανόνας «να είσαι ευγενικός με τους συγγενείς» παρακάμπτει το πραγματικό πρόβλημα, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο θα αναγνωρίζονταν στην πράξη οι συγγενείς. Τα ζώα πρέπει να έχουν πάρει από τα γονίδιά τους έναν απλό κανόνα δράσης τα τελικά αποτελέσματα της οποίας δεν είναι συνειδητά προκαθορισμένα, έναν κανόνα όμως που λειτουργεί τουλάχιστον σε ομαλές συνθήκες. 'Ολοι οι άνθρωποι ζούμε με κανόνες. Η δύναμή τους είναι τόσο μεγάλη ώστε αν είμαστε στενόμυαλοι ακολουθούμε έναν κανόνα ακόμη κι όταν βλέπουμε καθαρά ότι ούτε εμάς ωφελεί ούτε κανέναν άλλον. Λόγου χάρη, μερικοί φανατικοί Εβραίοι και Μουσουλμάνοι θα προτιμούσαν να λιμοκτονήσουν παρά να παραβούν τον κανόνα που απαγορεύει το χοιρινό κρέας. Όμως ποιους απλούς πρακτικούς κανόνες πρέπει να ακολουθήσουν τα ζώα, οι οποίοι σε κανονικές συνθήκες θα ωφελούσαν έμμεσα τους στενούς συγγενείς τους;

Αν τα ζώα είχαν την τάση να συμπεριφέρονται αλτρουιστικά σε όλα τα άτομα με τα οποία έχουν φυσική ομοιότητα, θα έκαναν έμμεσα κάποιο καλό στους συγγενείς τους. Τα περισσότερα εξαρτώνται από τις λεπτομέρειες σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Εν γένει, ένας τέτοιος κανόνας μόνο στατιστικά θα μπορούσε να οδηγήσει σε «σωστές» αποφάσεις. Αν άλλαζαν οι συνθήκες, αν, λόγου χάρη ένα είδος άρχιζε να ζει σε πολύ μεγαλύτερες ομάδες, αυτός ο κανόνας θα οδηγούσε σε λαθεμένες αποφάσεις. Εννοείται ότι η φυλετική προκατάληψη θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως άκριτη γενίκευση μιας τάσης επιλογής συγγενών, να συνταυτίζουμε τον εαυτό μας με άτομα με τα οποία έχουμε φυσική ομοιότητα, και να φερόμαστε άσχημα σε όσα δεν μας μοιάζουν.

Σ’ ένα είδος που τα μέλη του δεν απομακρύνονται πολύ ή απομακρύνονται σε μικρές ομάδες, υπάρχουν πολλές πιθανότητες το τυχαίο άτομο που θα συναντήσετε να είναι στενός συγγενής σας. Σ’ αυτή την περίπτωση ο κανόνας «να είσαι ευγενικός σε κάθε μέλος του είδους σου που θα συναντήσεις» θα είχε θετικό αποτέλεσμα στην επιβίωση, με την έννοια ότι ένα γονίδιο που προδιαθέτει τους υπηκόους του να υπακούουν σ’ αυτόν τον κανόνα θα γινόταν πολυαριθμότερο στη γονιδιακή δεξαμενή. Ίσως αυτό εξηγεί την αλτρουιστική συμπεριφορά που αναφέρεται ότι παρουσιάζεται τόσο συχνά σε αγέλες πιθήκων και φαλαινών. Οι φάλαινες και τα δελφίνια πεθαίνουν από ασφυξία αν δεν αναπνεύσουν αέρα. Τα μωρά των φαλαινών ή πληγωμένα άτομα που δεν μπορούν να κολυμπήσουν ως την επιφάνεια βοηθούνται και σώζονται από συντρόφους της αγέλης. Δεν ξέρουμε αν οι φάλαινες έχουν κάποιο τρόπο να ξεχωρίζουν τους στενούς συγγενείς τους, αλλά αυτό ίσως δεν έχει σημασία. Η πιθανότητα δύο τυχαία άτομα της αγέλης να έχουν κάποια συγγένεια μεταξύ τους είναι τόσο μεγάλη ώστε ο αλτρουισμός να αξίζει τον κόπο.

Παρεμπιπτόντως, αναφέρουμε ότι υπάρχει τουλάχιστον μία αυθεντική ιστορία ενός κολυμβητή που κινδύνευε να πνιγεί και τον έσωσε ένα άγριο δελφίνι. Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί παρανόηση του κανόνα «να σώζεις μέλη της αγέλης». Ο ορισμός ενός μέλους της αγέλης που κινδυνεύει ίσως να είχε κάπως έτσι: «ένα μακρύ πράγμα που σφαδάζει και χτυπιέται στην επιφάνεια του νερού».

'Εχει αναφερθεί ότι ενήλικοι αρσενικοί βαβουίνοι υπερασπίζονται με κίνδυνο της ζωής τους την αγέλη εναντίον αρπακτικών, όπως οι λεοπαρδάλεις. Είναι πολύ πιθανό κάθε ενήλικος αρσενικός βαβουίνος να έχει κατά μέσο όρο πολλά κοινά γονίδια με τα άλλα μέλη της αγέλης. Ένα γονίδιο που στην πραγματικότητα «λέει»: «Σώμα, αν είσαι ενήλικο αρσενικό υπερασπίσου την αγέλη από τις λεοπαρδάλεις», θα γινόταν πολυαριθμότερο στη γονιδιακή δεξαμενή. Πριν όμως αφήσουμε αυτό το συχνά αναφερόμενο παράδειγμα, είναι δίκαιο να προσθέσουμε ότι τουλάχιστον μια μεγάλη αυθεντία έχει αναφέρει πολύ διαφορετικά γεγονότα. Σύμφωνα μ’ αυτήν, μόλις εμφανιστεί μια λεοπάρδαλη, οι πρώτοι που εξαφανίζονται από τον ορίζοντα είναι τα ενήλικα αρσενικά.

Τα κλωσσόπουλα μεγαλώνουν σε οικογενειακές ομάδες και ακολουθούν παντού τη μητέρα τους. Βγάζουν δύο είδη φωνών. Εκτός από τα διαπεραστικά τσιρίγματα που ήδη ανέφερα, όταν τρώνε βγάζουν σύντομα μελωδικά τιτιβίσματα. Τα τσιρίγματα με τα οποία επιζητείται η συνδρομή της μητέρας αγνοούνται από τα άλλα κλωσσόπουλα. Τα τιτιβίσματα όμως προσελκύουν και τα άλλα στο μέρος της τροφής: σύμφωνα με το προηγούμενο υποθετικό παράδειγμά μας, τα τιτιβίσματα είναι «κάλεσμα για τροφή». Όπως και εκεί, ο προφανής αλτρουισμός που δείχνουν τα κλωσσόπουλα μπορεί εύκολα να εξηγηθεί ως «επιλογή συγγενών». Επειδή στη φύση όλα τα κλωσσόπουλα μιας κλώσσας είναι κανονικά αδέλφια, το γονίδιο που προκαλεί τα τιτιβίσματα για τροφή θα απλωνόταν, υπό τον όρο ότι το κόστος του κλωσσόπουλου που τιτιβίζει είναι μικρότερο από το μισό του οφέλους που έχουν τα άλλα κλωσσόπουλα. Επειδή το όφελος μοιράζεται σε όλα τα μέλη της ομάδας, που κατά κανόνα είναι περισσότερα από δύο, δεν είναι δύσκολο να δούμε ότι η συγκεκριμένη απαίτηση ικανοποιείται. Φυσικά, ο κανόνας δεν ισχύει σε οικιακές αγροτικές περιπτώσεις, όπου βάζουν την κλώσσα να επωάσει όχι μόνο δικά της αυγά αλλά και πάπιας ή γαλοπούλας. Δεν περιμένουμε βέβαια να το ξέρουν η κλώσσα ή τα κλωσσόπουλα. Η συμπεριφορά τους έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τις συνθήκες που ισχύουν στη φύση, όπου κανονικά δεν υπάρχουν παρείσακτοι στις φωλιές.

Εντούτοις, στη φύση συμβαίνουν περιστασιακά σφάλματα αυτού του τύπου. Στα είδη που ζουν σε κοπάδια ή σε αγέλες, ένα μικρό ορφανό μπορεί να υιοθετηθεί από ένα παράξενο θηλυκό, πιθανότατα από κάποια μητέρα που έχασε το παιδί της. 'Οσοι ασχολούνται με τους πιθήκους χρησιμοποιούν συχνά τη λέξη «θεία» για το θηλυκό που υιοθετεί κάποιο ορφανό. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι είναι πραγματική θεία ή ότι έχει κάποια άλλη συγγένεια. Αν αυτοί οι ερευνητές ήξεραν για τα γονίδια όσα έπρεπε να ξέρουν, δεν θα χρησιμοποιούσαν τόσο άκριτα τη λέξη «θεία». 'Οσο συγκινητική κι αν φαίνεται η υιοθεσία, στις περισσότερες περιπτώσεις πρέπει να θεωρείται εκτροπή από έναν θεμελιακό κανόνα, κι αυτό γιατί το γενναιόδωρο θηλυκό όταν φροντίζει το ορφανό δεν ευνοεί τα δικά του γονίδια. Χάνει χρόνο και ενέργεια που θα μπορούσε να τα επενδύσει στη ζωή των συγγενών της, και ειδικότερα των μελλοντικών παιδιών της. Ίσως πρόκειται για ένα σφάλμα που συμβαίνει τόσο σπάνια ώστε δεν μπορεί να αλλάξει τους κανόνες κάνοντας το μητρικό ένστικτο περισσότερο επιλεκτικό. Όμως, κατά κανόνα, τέτοιες υιοθεσίες δεν συμβαίνουν και τα ορφανά αφήνονται να πεθάνουν. Υπάρχει ένα τόσο ακραίο παράδειγμα σφάλματος ώστε θα ήταν προτιμότερο να μην το θεωρούμε καθόλου σφάλμα αλλά μαρτυρία εναντίον της θεωρίας του εγωιστικού γονιδίου. Έχουν δει μητέρες πιθηκίνες που είχαν χάσει το μωρό τους να κλέβουν το μωρό κάποιας άλλης και να το φροντίζουν σαν δικό τους. Αυτό το θεωρώ διπλό σφάλμα γιατί η θετή μητέρα όχι μόνο χάνει το χρόνο της αλλά απαλλάσσει ένα ανταγωνιστικό θηλυκό από το βάρος της ανατροφής του παιδιού της, επιτρέποντάς της να αποκτήσει γρήγορα άλλο παιδί. Νομίζω πως πρόκειται για κρίσιμο παράδειγμα που απαιτεί ενδελεχή έρευνα. Πρέπει να μάθουμε πόσο συχνά συμβαίνει κάτι τέτοιο, ποιος είναι ο μέσος δείκτης συγγένειας της θετής μητέρας και του παιδιού, και ποια είναι η στάση της αληθινής μητέρας του παιδιού – σε τελευταία ανάλυση το να υιοθετηθεί το παιδί της είναι προς όφελός της. Μήπως αυτές οι μητέρες προσπαθούν εσκεμμένα να εξαπατήσουν αφελή νεαρά θηλυκά για να υιοθετήσουν τα παιδιά τους; ('Εχει διατυπωθεί η γνώμη ότι οι θετές μητέρες και οι απαγωγείς βρεφών ίσως ωφελούνται, με την έννοια ότι αποκτούν πολύτιμη πείρα στην τέχνη της παιδοκομίας).

Παραδείγματα για τη σκόπιμη άμβλυνση του μητρικού ενστίκτου μας δίνουν οι κούκοι και άλλα πουλιά «παρασιτικά της επώασης», που αφήνουν τα αυγά τους στη φωλιά κάποιου άλλου. Οι κούκοι εκμεταλλεύονται τον κανόνα «να φέρεσαι φιλικά σε κάθε μικρό που βρίσκεται στη φωλιά που έχτισες», ο οποίος είναι εγγενής στους γονιούς-πουλιά. Με εξαίρεση τους κούκους, ο κανόνας έχει πάντα το επιθυμητό αποτέλεσμα να περιορίζει τον αλτρουισμό στους άμεσους συγγενείς, επειδή κατά κανόνα οι φωλιές των πουλιών είναι τόσο απομονωμένες μεταξύ τους ώστε σχεδόν σίγουρα περιέχουν τα μικρά των γονιών. Οι ενήλικοι γλάροι δεν αναγνωρίζουν τα αυγά τους και κάθονται άνετα πάνω στα αυγά άλλων γλάρων ή και σε ψεύτικα αυγά τοποθετημένα από κάποιο φυσιοδίφη. Στη φύση, η αναγνώριση των αυγών δεν είναι πρόβλημα για τους γλάρους επειδή τα αυγά τους δεν μπορεί να κυλήσουν τόσο πολύ ώστε να πλησιάσουν σε κάποια άλλη φωλιά. Εντούτοις, οι γλάροι αναγνωρίζουν τα μικρά τους γιατί τα μικρά, αντίθετα με τα αυγά, μπορεί να απομακρυνθούν και να φτάσουν σε μια γειτονική φωλιά με συχνά μοιραία αποτελέσματα, όπως είδαμε στο πρώτο κεφάλαιο.

Από την άλλη μεριά, οι ουρίες [Εύσωμα στεγανόποδα που ζουν στις ψυχρές χώρες του βόρειου ημισφαίριου. Βαδίζουν δύσκολα στο έδαφος, είναι καλοί κολυμβητές και φωλιάζουν κατά αποικίες στα χείλη απόκρημνων βράχων, κατά μήκος των ακτών] αναγνωρίζουν τα αυγά τους από τα πιτσιλωτά σχέδια που έχουν, και όταν πρόκειται να τα επωάσουν, πετούν τα ξένα. Αυτό κατά πάσα πιθανότητα συμβαίνει γιατί αυτά τα πουλιά κάνουν τις φωλιές τους σε ομαλούς βράχους και υπάρχει κίνδυνος να κυλήσουν και να μπερδευτούν με άλλα. Θα μπορούσε λοιπόν να ρωτήσει κανείς: γιατί μπαίνουν στο κόπο να ξεχωρίζουν τα ξένα και να κάθονται μόνο στα δικά τους; Προφανώς θα ήταν δυνατό κάθε θηλυκό να επωάζει οποιοδήποτε αυγό, οπότε δεν θα υπήρχε θέμα αν είναι δικό της ή ξένο. Κι αυτό ακριβώς υποστηρίζουν οι οπαδοί της επιλογής ομάδων. Αλλά ας εξετάσουμε τι θα συνέβαινε αν εξελισσόταν ένας τέτοιος κύκλος ομαδικής επώασης. Ο μέσος αριθμός παιδιών για τις ουρίες είναι ένα. Αυτό σημαίνει ότι για να δουλέψει αποτελεσματικά ο κύκλος της αμοιβαίας επώασης, κάθε ενήλικο θηλυκό πρέπει να επωάσει κατά μέσο όρο ένα αυγό. Ας υποθέσουμε πως κάποια έκανε την κατεργαριά και δεν καθόταν σε ένα αυγό. Αντί να χάνει χρόνο στην επώαση ξόδευε τον καιρό της να γεννά περισσότερα αυγά και για μεγάλη της χαρά άλλα περισσότερο αλτρουιστικά θηλυκά τα φρόντιζαν για λογαριασμό της. Αυτά τα θηλυκά θα συνέχιζαν να υπακούουν πιστά στον κανόνα: «Αν δεις κάποιο παρατημένο αυγό κοντά στη φωλιά σου, να το μαζέψεις και να το επωάσεις». Σ’ αυτή την περίπτωση το γονίδιο για την κατεργαριά θα απλωνόταν στον πληθυσμό, οπότε θα έσπαγε ο όμορφος κύκλος της φιλικής επώασης.

Θα μπορούσε όμως κάποιος να διερωτηθεί τι θα γινόταν αν τα έντιμα θηλυκά ανταπέδιδαν και δεν υπέκυπταν στον εκβιασμό επωάζοντας ένα και μόνο αυγό ; Αυτό θα ανέτρεπε τα σχέδια των «κατεργάρικων» γιατί θα έβλεπαν τα αυγά τους παρατημένα στους βράχους να μην τα επωάζει κανείς. Μήπως αυτό θα τα επανέφερε σε τάξη; Δυστυχώς όχι. Εφόσον δεχτήκαμε ότι τα θηλυκά δεν ξεχωρίζουν το ένα αυγό από το άλλο, αν τα έντιμα πουλιά εφάρμοζαν την παραπάνω τακτική, πιθανώς και τα δικά τους αυγά να είχαν την ίδια τύχη με αυτά των κατεργάρικων. Όμως τα κατεργάρικα θα εξακολουθούσαν να πλεονεκτούν. Θα γεννούσαν περισσότερα αυγά και θα επιβίωναν περισσότερα μικρά τους. Τα έντιμα θηλυκά για να εξουδετερώσουν τα κατεργάρικα δεν έχουν άλλο τρόπο από το να ξεχωρίζουν με σιγουριά τα αυγά τους. Με άλλα λόγια, να πάψουν να είναι αλτρουιστικά και να ενδιαφέρονται μόνο για το δικό τους συμφέρον.

Για να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα του Maynard Smith, η αλτρουιστική στρατηγική της υιοθεσίας δεν είναι εξελικτικά σταθερή. Είναι ασταθής, με την έννοια ότι μπορεί να βελτιωθεί με την εγωιστική αντιστρατηγική το θηλυκό να γεννά περισσότερα αυγά απ’ όσα πρέπει και να μην τα επωάζει. Αλλά και αυτή η εγωιστική αντιστρατηγική είναι με τη σειρά της ασταθής, γιατί η αλτρουιστική στρατηγική στην οποία στηρίζεται είναι ασταθής, συνεπώς θα εξαφανιστεί και αυτή. Η μόνη εξελικτικά σταθερή στρατηγική για την ουρία είναι να αναγνωρίζει το αυγό της και να επωάζει αποκλειστικά το δικό της. Κι αυτό ακριβώς συμβαίνει.

Τα είδη των ωδικών πτηνών που εκμεταλλεύονται οι κούκοι αντέδρασαν : δεν έμαθαν να αναγνωρίζουν τα αυγά τους και να ευνοούν όσα αυγά έχουν ειδικά στίγματα. Αυτή η στρατηγική είναι αποτελεσματική γιατί τα θηλυκά δεν διατρέχουν τον κίνδυνο να τα εκμεταλλευτούν άλλα άτομα του είδους τους. Αλλά και οι κούκοι αντεπιτέθηκαν με τη σειρά τους, κάνοντας αυγά που μοιάζουν όλο και περισσότερο ως προς το μέγεθος, το χρώμα και τα στίγματα με εκείνα των ξενιστών τους. Αυτό αποτελεί παράδειγμα μιας απάτης που συχνά αποδίδει. Το αποτέλεσμα αυτού του συγκεκριμένου εξελικτικού ανταγωνισμού ήταν η αξιοσημείωτη τελειότητα μίμησης που παρατηρείται στα αυγά του κούκου. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ένας αριθμός αυγών και νεοσσών του κούκου «ανακαλύπτεται». 'Οσα όμως δεν ανακαλύπτονται, επιζούν και γεννούν την επόμενη γενεά. Μ’ αυτόν τον τρόπο στο γονιδιακό απόθεμα του κούκου εξαπλώνονται τα γονίδια για αποτελεσματικότερη εξαπάτηση. Με τον ίδιο τρόπο, και τα πουλιά-ξενιστές, που έχουν αρκετή παρατηρητικότητα ώστε να διακρίνουν την παραμικρή ατέλεια στην απομίμηση των αυγών τους, είναι αυτά που συνεισφέρουν τα περισσότερα στο δικό τους γονιδιακό απόθεμα. 'Ετσι, τα παρατηρητικά και δύσπιστα μάτια περνούν στην επόμενη γενεά τους. Αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η φυσική επιλογή οξύνει την αντίληψη λεπτών διαφορών: σ’ αυτή την περίπτωση, των διαφορών εναντίον ειδών που τα μέλη τους κάνουν τα πάντα για να τις εξαφανίσουν.

Ας επιστρέψουμε τώρα στην σύγκριση της «εκτίμησης» που κάνει ένα ζώο για τη συγγένειά του με άλλα μέλη της ομάδας του και της αντίστοιχης εκτίμησης που κάνει ένας έμπειρος ερευνητής φυσιοδίφης. Ο Brian Bertram ξόδεψε πολλά χρόνια μελετώντας στο εθνικό πάρκο του Serengeti [Εκταση 13.000 τ.χλμ. στο βόρειο τμήμα της Τανζανίας και νοτιοανατολικά της Λίμνης Βικτώριας] τη βιολογία των λιονταριών. Στηριζόμενος στις γνώσεις του για τις αναπαραγωγικές συνήθειές τους, εκτίμησε τον μέσο δείκτη συγγένειας ανάμεσα στα άτομα μιας τυπικής αγέλης. Τα γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε για να κάνει τις εκτιμήσεις του είναι τα εξής: Μια τυπική αγέλη λιονταριών περιλαμβάνει περίπου 7 ενήλικα θηλυκά, που είναι και τα μονιμότερα μέλη της, και 2 αδέσποτα αρσενικά. Περίπου τα μισά ενήλικα θηλυκά γεννούν σχεδόν ταυτόχρονα και μεγαλώνουν από κοινού τα μικρά τους, έτσι ώστε είναι δύσκολο να ξέρει κανείς τη μητέρα κάθε μικρού. Ο τυπικός αριθμός νεογνών σε κάθε γέννα είναι 3. Η πατρότητα των μικρών μοιράζεται εξίσου στα ενήλικα αρσενικά της αγέλης. Τα νεαρά θηλυκά παραμένουν στην αγέλη και αντικαθιστούν τα γέρικα θηλυκά που πεθαίνουν ή που φεύγουν. Τα νεαρά αρσενικά εγκαταλείπουν την ομάδα όταν φτάσουν στην εφηβεία. Όταν είναι μεγάλα περιπλανώνται από ομάδα σε ομάδα κατά μικρές συγγενικές «συμμορίες» ή σε ζεύγη, και είναι απίθανο να επιστρέψουν στην αρχική οικογένεια.

Με τις παραπάνω και άλλες παραδοχές είναι δυνατό να βρεθεί μια μέση τιμή του δείκτη συγγένειας δύο ατόμων μιας τυπικής αγέλης λιονταριών. Ο Bertram για ένα τυχαίο ζευγάρι αρσενικών βρίσκει τη τιμή 0,22 και για ένα ζευγάρι θηλυκών 0,15. Είναι σαν να λέμε ότι τα αρσενικά ενός κοπαδιού κατά μέσο όρο είναι κάτι λιγότερο από ετεροθαλή αδέλφια, και τα θηλυκά κάτι περισσότερο από πρωτοξάδελφα. Φυσικά, είναι δυνατό κάποιο συγκεκριμένο ζευγάρι ατόμων να είναι πραγματικά αδέλφια αλλά ο Bertram δεν μπορούσε να το ξέρει, και είναι σίγουρο πως και τα λιοντάρια δεν το ξέρουν. Από την άλλη μεριά, και οι μέσες τιμές συγγένειάς τους που βρήκε είναι κατά κάποιο τρόπο «γνωστές» και στα λιοντάρια. Αν αυτοί οι αριθμοί είναι αντιπροσωπευτικοί για μια μέση αγέλη, τότε κάθε γονίδιο που θα προδιέθετε τα αρσενικά να συμπεριφέρονται στα άλλα αρσενικά στα άλλα αρσενικά σαν να ήταν σχεδόν ετεροθαλή αδέλφια, θα είχε θετική αξία για την επιβίωση. Κάθε γονίδιο που θα προχωρούσε περισσότερο και θα έκανε τα αρσενικά να συμπεριφέρονται με φιλικότερο τρόπο απ’ ό, τι στα κανονικά αδέλφια, κατά μέσο όρο θα τιμωρούνταν όπως ακριβώς κι αν δεν φερόταν αρκετά φιλικά (αν, λόγου χάρη, συμπεριφερόταν στα άλλα αρσενικά σαν να ήταν δευτεροξάδελφα). Αν τα γεγονότα στη ζωή των λιονταριών έχουν όπως λέει ο Bertram, και αν είχαν έτσι για πολλές γενεές, τότε μπορούμε να περιμένουμε ότι η φυσική επιλογή θα είχε ευνοήσει ένα βαθμό αλτρουισμού σύμφωνα με τη μέση τιμή του δείκτη συγγένειας μιας τυπικής αγέλης. Αυτό ακριβώς εννοούσα όταν έλεγα ότι οι εκτιμήσεις για τις συγγένειες που κάνουν ένα ζώο και ένας καλός ερευνητής φυσιοδίφης πρέπει τελικά να είναι οι ίδιες.

'Ετσι φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι στην εξέλιξη του αλτρουισμού η «πραγματική» συγγένεια μπορεί να είναι λιγότερο σημαντική από μια καλή εκτίμηση που κάνει ένα ζώο για τη συγγένεια. Αυτό αποτελεί πιθανώς το κλειδί για να καταλάβουμε γιατί στη φύση η φροντίδα των γονιών για τα παιδιά τους είναι πολύ περισσότερο διαδεδομένη και πολύ εντονότερη από τον αλτρουισμό αδελφού/αδελφής, και γιατί τα ζώα δίνουν πολύ μεγαλύτερη αξία στους εαυτούς τους απ’ όση στα αδέλφια τους. Εν συντομία, θέλω να τονίσω ότι εκτός από το δείκτη συγγένειας πρέπει να εξετάζουμε και κάτι που θα το λέγαμε δείκτη «βεβαιότητας». Μολονότι από γενετική άποψη η σχέση γονιού/παιδιού δεν είναι στενότερη από τη σχέση αδελφού/αδελφής, η «βεβαιότητά» της είναι μεγαλύτερη. Κανονικά, είστε πολύ πιο σίγουροι ποια είναι παιδιά σας παρά ποια είναι αδέλφια σας. Και ακόμη πιο σίγουροι ότι είστε ο εαυτός σας!

Μιλήσαμε για κατεργάρικα θαλασσοπούλια και στα επόμενα κεφάλαια θα πούμε περισσότερα για ψεύτες, κατεργάρηδες και εκμεταλλευτές. Σ’ έναν κόσμο όπου πάντα βρίσκονται άτομα έτοιμα να εκμεταλλευτούν τις ευκαιρίες που προσφέρει ο μεταξύ συγγενών αλτρουισμός και να τον χρησιμοποιήσουν προς όφελός τους, μια μηχανή επιβίωσης πρέπει να εξετάζει ποιον μπορεί να εμπιστεύεται, για ποιον μπορεί να είναι σίγουρη. Αν ο Β είναι πραγματικά ένα μικρότερο αδελφάκι μου, τότε πρέπει να νοιάζομαι γι’ αυτό το μισό απ’ όσο για τον εαυτό μου και ακριβώς όσο για το παιδί μου. Όμως μπορώ να είμαι τόσο σίγουρος γι’ αυτό όσο για το παιδί μου; Πως μπορώ να ξέρω ότι είναι αδελφάκι μου;

Αν ο Δ είναι αυθεντικός δίδυμος αδελφός μου, θα έπρεπε να νοιάζομαι γι’ αυτόν διπλάσια απ’ όσο για το παιδί μου, δηλαδή να θεωρώ τη ζωή του το ίδιο πολύτιμη με τη δική μου. Όμως μπορώ να είμαι σίγουρος γι’ αυτόν; Είναι βέβαιο πως μου μοιάζει αλλά αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι έχουμε κοινά μόνο όσα γονίδια αφορούν τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Όχι, δεν θα θυσιάσω τη ζωή μου για χάρη του γιατί αν υπάρχει μόνο κάποια πιθανότητα να έχει το 100% των γονιδίων μου, εγώ είμαι απόλυτα σίγουρος πως έχω 100% των γονιδίων μου, οπότε αξίζω περισσότερο από αυτόν. Είμαι το μόνο άτομο για το οποίο είναι σίγουρο το καθένα από τα εγωιστικά μου γονίδια. Μολονότι θεωρητικά ένα γονίδιο για ατομικό αλτρουισμό θα μπορούσε να εκτοπιστεί από κάποιο ανταγωνιστικό γονίδιο «για αλτρουιστική διάσωση» τουλάχιστον ενός αυθεντικού διδύμου, δύο παιδιών ή αδελφών ή τουλάχιστον 4 εγγονιών κλπ., το γονίδιο του ατομικού εγωισμού έχει το τεράστιο πλεονέκτημα ότι είναι βέβαιο για την ταυτότητα του ατόμου. Το ανταγωνιστικό γονίδιο για τον αλτρουισμό προς τους συγγενείς διατρέχει τον κίνδυνο να κάνει λάθη ως προς την ταυτότητα των ατόμων είτε πραγματικά τυχαία είτε γιατί τα προκάλεσαν σκόπιμα κατεργάρηδες και παράσιτα. Συνεπώς, στη φύση πρέπει να περιμένουμε τον ατομικό εγωισμό σε βαθμό μεγαλύτερο από αυτόν που θα προβλέπαμε αν υπολογίζαμε μόνο τη γενετική συγγένεια.

Σε πολλά είδη του ζωικού βασιλείου η μητέρα είναι περισσότερο σίγουρη από τον πατέρα ότι τα παιδιά είναι δικά της. Η μητέρα γεννά ορατά, χειροπιαστά αυγά ή κουβαλά μέσα της το παιδί. 'Εχει μεγάλη πιθανότητα να ξέρει τους φορείς των γονιδίων της. Ο ατυχής πατέρας μπορεί να απατηθεί πολύ εύκολα. Πρέπει λοιπόν να περιμένουμε οι πατέρες να καταβάλλουν μικρότερη προσπάθεια από τις μητέρες για τη φροντίδα των παιδιών. Στο ένατο κεφάλαιο, που ασχολείται με τον ανταγωνισμό των φύλων, θα δούμε ότι συντρέχουν και άλλοι λόγοι που οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα. Για τον ίδιο λόγο οι «εκ μητρός» γιαγιάδες είναι πιο σίγουρες για τα εγγόνια τους συγκριτικά με τις «εκ πατρός» γιαγιάδες και πρέπει να περιμένουμε να δείχνουν μεγαλύτερο αλτρουισμό. Κι αυτό γιατί οι εκ μητρός γιαγιάδες είναι σίγουρες ότι τα παιδιά των θυγατέρων τους είναι δικά τους, ενώ για τις εκ πατρός γιαγιάδες υπάρχει το ενδεχόμενο να απατήθηκε ο γιος τους.

Οι εκ μητρός παππούδες έχουν τόση σιγουριά για τα εγγόνια τους όση και οι εκ πατρός γιαγιάδες, επειδή και οι δύο υπολογίζουν μια γενεά βεβαιότητας και μια αβεβαιότητας. Παρομοίως, οι θείοι από τη μεριά της μητέρας θα έπρεπε να ενδιαφέρονται περισσότερο για τους ανιψιούς και τις ανιψιές τους συγκριτικά με τους θείους από τη μεριά του πατέρα, και γενικά να δείχνουν τον ίδιο αλτρουισμό με τις θείες. Πραγματικά, σε μια κοινωνία με υψηλό δείκτη συζυγικής απιστίας, οι εκ μητρός θείοι έπρεπε να είναι περισσότερο αλτρουιστές από τους «πατέρες», επειδή έχουν περισσότερα ερείσματα για τη συγγένειά τους με το παιδί [Η παρατήρηση προστέθηκε το 1978. Παρέβλεψα το γεγονός ότι ο R.D. Alexander είχε αναφερθεί στο θέμα το 1974]. Ξέρουν ότι η μητέρα του παιδιού είναι τουλάχιστον ετεροθαλής αδελφή τους. Ο «νόμιμος» πατέρας δεν ξέρει τίποτε. Δεν γνωρίζω αν υπάρχουν στοιχεία που να στηρίζουν αυτές τις προβλέψεις, τις δίνω όμως με την ελπίδα ότι άλλοι θα ψάξουν ή θα αρχίσουν να ψάχνουν να τα βρουν.

Ειδικότερα, οι ανθρωποκοινωνιολόγοι ίσως μας έλεγαν ενδιαφέροντα πράγματα. Το γεγονός ότι ο αλτρουισμός των γονέων είναι συνηθέστερος από τον αδελφικό αλτρουισμό εξηγείται λογικά με βάση το «πρόβλημα της ταυτότητας». Εντούτοις, με αυτό δεν εξηγείται η θεμελιώδης ασυμμετρία που υπάρχει στη σχέση ανάμεσα στον πατέρα και το παιδί. Οι γονείς φροντίζουν περισσότερο τα παιδιά τους απ’ όσο τα παιδιά τους γονείς τους, μολονότι η γενετική σχέση είναι συμμετρική και η βεβαιότητα συγγένειας ίδια και προς τις δύο κατευθύνσεις. 'Ενας λόγος αυτής της ασυμμετρίας είναι ότι οι γονείς, από πρακτική άποψη, βρίσκονται σε καλύτερη θέση να βοηθήσουν τα παιδιά τους, γιατί είναι μεγαλύτεροι και πιο έμπειροι στα προβλήματα της ζωής. Ακόμη κι αν ήθελε ένα μωρό να θρέψει τους γονείς του, δεν έχει τα κατάλληλα εφόδια να το κάνει.

Στη σχέση πατέρα/παιδιού υπάρχει μια ακόμη ασυμμετρία που δεν απαντάται στη σχέση αδελφού/αδελφής. Τα παιδιά έχουν πάντα μικρότερη ηλικία από τους γονείς τους. Αυτό σημαίνει ότι συχνά, όχι πάντα βέβαια, περιμένουν να ζήσουν περισσότερο. Όπως τόνισα παραπάνω, η προσδοκία ζωής είναι σημαντικός παράγοντας ο οποίος, και στον καλύτερο από τους δυνατούς κόσμους υπεισέρχεται στον «υπολογισμό» που κάνει ένα ζώο όταν «αποφασίζει» αν θα συμπεριφερθεί αλτρουιστικά ή εγωιστικά. Σ’ ένα είδος στο οποίο τα παιδιά έχουν μεγαλύτερη μέση διάρκεια ζωής από τους γονείς, κάθε γονίδιο για αλτρουιστική συμπεριφορά του παιδιού προς τον πατέρα θα λειτουργούσε μειονεκτικά. Θα ήταν μια αφύσικη αλτρουιστική αυτοθυσία προς όφελος ατόμων που βρίσκονται πλησιέστερα στο θάνατο από γηρατειά απ’ όσο ο αλτρουιστής. Από την άλλη μεριά, ένα γονίδιο για αλτρουιστική συμπεριφορά του πατέρα προς το παιδί θα λειτουργούσε πλεονεκτικά στο πλαίσιο των προσδοκιών ζωής.

Μερικοί εκφράζουν τη γνώμη ότι η επιλογή συγγενών είναι πολύ καλή ως θεωρία αλλά στην πράξη λίγα μόνο παραδείγματα δείχνουν ότι λειτουργεί. Όμως αυτή η κριτική γίνεται μόνο απ’ όσους δεν κατανοούν την πραγματική σημασία της επιλογής συγγενών. Η αλήθεια είναι ότι όλα τα παραδείγματα προστασίας του παιδιού και γονικής φροντίδας, και όλα τα σχετικά σωματικά όργανα, π.χ. γαλακτογόνοι αδένες, μάρσιποι των καγκουρώ κ.ά., είναι παραδείγματα λειτουργίας στη φύση της αρχής της επιλογής συγγενών. Βέβαια, οι επικριτές είναι εξοικειωμένοι με την απανταχού παρατηρούμενη γονική φροντίδα αλλά δεν καταλαβαίνουν ότι, όπως και ο αλτρουισμός αδελφού/αδελφής, είναι και αυτή παράδειγμα επιλογής συγγενών. Όταν λένε ότι θέλουν παραδείγματα, εννοούν ότι θέλουν παραδείγματα διαφορετικά από τη γονική φροντίδα, και είναι αλήθεια πως αυτά είναι λιγότερο συνηθισμένα. 'Εχω υποδείξει μερικές αιτίες αυτής της κατάστασης. Όμως θα ξεστράτιζα αν ανέφερα παραδείγματα αλτρουισμού μεταξύ αδελφού/αδελφής – πραγματικά υπάρχουν λίγα. Εντούτοις, δεν θα το κάνω γιατί θα ενίσχυα τη λαθεμένη ιδέα (προσφιλή στον Wilson, όπως είδαμε) ότι η επιλογή συγγενών εφαρμόζεται ειδικά σε σχέσεις διαφορετικές από αυτή του πατέρα/παιδιού.

Οι λόγοι που οδήγησαν σ’ αυτό το σφάλμα είναι κυρίως ιστορικοί. Το εξελικτικό πλεονέκτημα της γονικής φροντίδας είναι τόσο προφανές ώστε δεν χρειαζόταν να περιμένουμε τον Hamilton να το επισημάνει. Είχε κατανοηθεί ήδη από την εποχή του Δαρβίνου. Όταν ο Hamilton αποδείκνυε τη γενετική σημασία τους, ήταν φυσικό να δίνει βαρύτητα ακριβώς στις άλλες σχέσεις. Ειδικότερα, πήρε παραδείγματα από τη ζωή κοινωνικών εντόμων, όπως τα μυρμήγκια και οι μέλισσες, στα οποία, καθώς θα δούμε σε επόμενο κεφάλαιο, η σχέση αδελφής/αδελφής είναι ιδιαίτερα σημαντική. Άκουσα μάλιστα μερικούς να λένε ότι η θεωρία του Hamilton εφαρμόζεται μόνο στα κοινωνικά έντομα!

Αν κάποιος αρνείται να παραδεχτεί ότι η γονική φροντίδα είναι ενεργό παράδειγμα επιλογής συγγενών, είναι ενεργό παράδειγμα επιλογής συγγενών, είναι υποχρεωμένος να διατυπώσει μια γενική θεωρία φυσικής επιλογής η οποία να προβλέπει τον αλτρουισμό των γονιών στα παιδιά τους αλλά να μη προβλέπει αλτρουιστική συμπεριφορά μεταξύ πλάγιων συγγενών. Πιστεύω ότι θα αποτύχει.

Richard Dawkins, ΤΟ ΕΓΩΙΣΤΙΚΟ ΓΟΝΙΔΙΟ