Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

4. Τα παράγωγα σε -της από ονόματα


§ 354. Το επίθημα -της (§ 339 κεξ.) δεν εξυπηρετεί μόνο το σχηματισμό για nomina agentis αλλά και την παραγωγή από ονόματα· η σημασία αφορά κατά κανόνα ένα αρσενικό πρόσωπο· το αντίστοιχο θηλυκό λήγει σε -τις, -τιδος (§ 341). Τα παλιότερα παραδείγματα παρουσιάζουν αυτό το -της ύστερα από κάθε είδους θέματα:

οἰκέτης 'σύνοικος, δούλος' (κλασ.) από το οἶκος 'σπίτι',

δημότης 'άνθρωπος του λαού· συνδημότης' (κλασ.) από το δῆμος 'λαός',

δεσμώτης 'φυλακισμένος' (κλασ.) από το δεσμός 'δεσμά',

Τεγεάτης 'κάτοικος της Τεγέας ',

ὑπηνήτης 'γενειοφόρος' (Όμ.) από το ὑπήνη 'γένι',

πολ ί̄̄ της (Όμ.) από το πόλις,

πρεσβ ύ̄ της 'γέροντας' (κλασ.) από το πρέσβυς 'ηλικιωμένος',

ναύτης (Όμ.) από το ναῦς 'πλοίο',

πολυβούτης 'πλούσιος σε κοπάδια βοδιών' (Όμ.) από το βοῦς 'βόδι'.

Σπανιότερα από συμφωνόληκτα θέματα:

κεράστης 'κερασφόρος' (κλασ.) από το κέρας 'κέρατο',

Ὀρέστης από το ὄρος 'βουνό'.

Για την έκταση της καταληκτικής συλλαβής του θέματος στα -ώτης, - ί̄ της, - ύ̄ της μπορούμε να παραβάλουμε το -ωτός από θέματα σε ο και το σχηματισμό του θέματος των συνηρημένων ρημάτων (§ 209)· σχετικά με την αντικατάσταση του μετονοματικού -της από το -τήρ -τωρ δες § 343 .

§ 355. Στους ιστορικούς χρόνους η σχηματιστική δύναμη του -της πέρασε στα συμπλέγματα -έτης, -ότης, -ώτης, - ά̄ της, -ήτης, - ί̄ της και προκάλεσε εκεί πολυάριθμους αναλογικούς σχηματισμούς, εν μέρει σε έντονα χαρακτηρισμένες σημασιολογικές ομάδες.

Αναλογικό -έτης: εὐνέτης 'σύζυγος' (τραγικοί) από το εὐνή 'κρεβάτι' κατά το γαμέτης 'σύζυγος' (κλασ.) από το γάμος· πρβ. επίσης φυλέτης 'της ίδιας φυλής' (κλασ.), που παρήχθη από το φῦλον, αλλά μπορούσε να συσχετιστεί και με το φυλή [1].

§ 356. Το -έτης πολύ νωρίς αντικαταστάθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις από το -ότης, καθώς επικράτησε το -ο- της βάσης, που υπερτερούσε κατά πολύ έναντι των τύπων με απόληξη ε. Το -ότης όμως όπως το -έτης χρησιμοποιείται μόνο με φειδώ, και μάλιστα στις σημασιολογικές σφαίρες της γεωργίας, κτηνοτροφίας, κυνηγιού και πολέμου: ἀγρότης (Όμ.) από το ἀγρός, τοξότης (Όμ.) από το τόξον. Δίπλα στο συνηθισμένο δημότης (§ 354) μαρτυρείται ακόμη σε μια διαλεκτική επιγραφή το παλιότερο δᾱμέτᾱς· αντίθετα, δίπλα στο οἰκέτης (§ 354) το οἰκότης εμφανίζεται μόνο σε μια λαϊκή αττική πινακίδα με κατάρες.

§ 357. Μεγαλύτερη αυτονομία απέκτησε το -ώτης· δηλώνει κατά προτίμηση 'κάποιον που βρίσκεται στο τάδε μέρος', και ιδίως τον κάτοικο μιας πόλης ή μιας περιοχής· από τα θέματα σε ο περνάει επίσης στα θέματα σε ᾱ.

Από θέματα σε ο: δεσμώτης (§ 354), ἠπειρώτης 'κάτοικος της ηπειρωτικής χώρας' (κλασ.) (Ἠπειρώτης 'κάτοικος της Ηπείρου'), θιασώτης 'μέλος ενός θιάσου ' (κλασ.).

Από θέματα σε ᾱ: στρατιώτης (κλασ.) από το στρατιά 'στράτευμα', Ἰταλιώτης 'Έλληνας από την Κάτω Ιταλία' από το Ἰταλία.

νησιώτης (κλασ.) ίσως από το νησ ί̄ ς -ῖδος 'νησάκι' (κλασ.· νησίον μόλις ελληνιστ.).

Σχετικά με την αναλογική επέκταση του -(ι) ά̄ της πρβ. Ἰ ά̄ της (ιων. Ἰήτης) 'κάτοικος της Ἴου ', Λεπρεάτης 'κάτοικος του Λεπρέου ', Σπαρτι ά̄ της 'κάτοικος της Σπάρτης ', Κροτωνιάτης 'κάτοικος του Κρότωνος '. Ἀρδεάτης δες § 358 .

§ 358. Όμως πιο αγαπητό απ' όλα έγινε το - ί̄ της. Για τα πολύ συχνά εθνικά σε - ί̄ της πρέπει να ευθύνονται δίπλα στο Συβαρίτης από το Σύβαρις οι σχηματισμοί σε -πολίτης όπως Νεοπολίτης από το Νέα Πόλις, Μεγαλοπολίτης από το Μεγάλη Πόλις (πρβ. § 146). Αναλογικοί σχηματισμοί: Ἀβδηρίτης από τα Ἄβδηρα (ουδ. πληθ.), Βορυσθενίτης 'πάροικος του Βορυσθένους ', Διδυμοτειχίτης 'κάτοικος του Διδύμου Τείχους ', και έτσι συχνά στα εθνικά με θέμα όχι σε ᾱ.

Και τα λατινικά εθνικά σε -ī s, -ī tis και τα σημιτικά σε -ī (θηλ. -ī t) αποδίδονται με το -ίτης (-ῖτις): Σαυνίτης = Samn ī s (από το Samnium), Ἰσραηλίτης Σαμαρίτης· αντίστοιχα Ἀρδεάτης = Arde ā s, -ā tis.

§ 359. Και για προσηγορικά το -ίτης επεκτάθηκε ιδιαίτερα σε θέματα σε ο-, ᾱ-, καθώς και σε συμφωνόληκτα:

ὁδίτης 'οδοιπόρος' (Όμ.) από το ὁδός 'δρόμος',

ὁπλίτης 'βαριά οπλισμένος' (κλασ.) από το ὅπλον,

τεχνίτης 'καλλιτέχνης' (κλασ.) από το τέχνη,

Θερσίτης 'θρασύς' (Όμ.) από το *θέρσος, ουδ. (πρβ. Ἁλιθέρσης· νεότερο θάρσος θράσος όπως βάθος αντί για βένθος),

ζευγίτης 'μέλος της τρίτης τάξης Αθηναίων πολιτών, που κατέχει μόνο ένα ζευγάρι ζώα (ζεῦγος ουδ.)',

ἀσπιδίτης 'ασπιδοφόρος' (Σοφ.) από το ἀσπίς 'ασπίδα',

θωρακίτης 'θωρακοφόρος' (ελληνιστ.) από το θώραξ 'θώρακας'.

Ανάλογα με τη σημασία παρουσιάζονται στο -ίτης παρόμοιες ομάδες με το -ίας (§ 288):

πιτυρίτης 'πιτουρόψωμο' (Αθήναιος), πρβ. πιτυρίας § 288 ,

ἀναδενδρίτης οἶνος 'κρασί από κλήματα αναρριχώμενα σε δέντρα' (ελληνιστ.) από το δένδρον 'δέντρο',

μαργαρίτης και μαργαρῖτις ενν. (ὁ, ἡ) λίθος 'μαργαριτάρι' (ελληνιστ.) δίπλα στα μάργαρον, μάργαρος, μαργαροφορεῖν κτλ.,

πυρίτης 'πυρόλιθος, τσακμακόπετρα' (Διοσκορ.) από το πῦρ 'φωτιά',

αἱματίτης 'αιματόλιθος, αιματίτης' (Διοσκορ.) από το αἷμα·

anthrac ī t ē s 'ένα είδος αιματίτη' (Πλίνιος) από το ἄνθραξ 'κάρβουνο, ρουμπίνι',

πρβ. επίσης γερμ. Dynamit, Lyddit κτλ.

§ 360. Τα θηλυκά σε -ῖτις συνηθίζονται μέχρι σήμερα στην ιατρική ορολογία για ονομασίες ασθενειών: από ένα θέμα σε ι ῥαχῖτις (ῥάχις 'σπονδυλική στήλη'), από άλλα θέματα π.χ. ἀρθρῖτις (ἄρθρον 'μέλος'), ἡπατῖτις (ἧπαρ ἥπατος 'συκώτι')· πρβ. ακόμη Appendicitis 'σκωληκοειδίτιδα' από το λατ. appendix 'προσάρτημα'.
-------------------------
[1] Με αυτό το -έτης δεν πρέπει να συγχέονται τα nomina agentis σε -έτης, που προέρχονται συνήθως από δισύλλαβες βάσεις (αἰειγενέτης 'γεννημένος αθάνατος' Όμ. από το γενε- όπως γενετήρ και γενέτωρ 'πατέρας', γένεσις 'γέννηση'), μερικές φορές όμως σχηματίζονται από ενεστωτικά θέματα (ὀφειλέτης (κλασ.) από το ὀφείλειν 'χρωστώ').

Ο Αληθινός Δρόμος των Αρχαίων

Όταν Ζεις στην Πραγματικότητα, Εδώ, Τώρα, δηλαδή σε μια συνεχή ανανεούμενη επαφή με τα πραγματικά συμβαίνοντα, Ζεις ουσιαστικά έξω από τον γραμμικό χρόνο της σκέψης, έξω από το παρελθόν, και το φανταστικό μέλλον.

Αυτό σημαίνει ότι βρίσκεις Εδώ, Τώρα, την πλήρη πραγματικότητα της ζωής. Η ζωή σου ολοκληρώνεται σε Αυτή την Στιγμή που Ρέει Αιώνια. Η ζωή είναι ολοκληρωμένη Εδώ, Τώρα. Η ζωή δεν κατευθύνεται κάπου, δεν έχει παρελθόν, δεν έχει σκοπούς, και μέλλον. Αναβλύζει συνεχώς από την Πηγή της Αιωνιότητας, κι είναι Ολοζώντανη, Φρέσκια, Κάθε Στιγμή, στην Στιγμή που Ρέει Αιώνια, Χωρίς να Αλλοιώνεται… Αυτό σημαίνει, ταυτόχρονα, ότι η ζωή μπορεί να τελειώσει οποτεδήποτε, χωρίς «απώλειες»… υπάρχει απόλυτη αποδοχή του «θανάτου».

Όταν Βρεις, Εδώ, Τώρα, την Πλήρη Εκπλήρωση της ζωής δεν έρχεσαι από πουθενά, Είσαι ο Αιώνιος Άνθρωπος που Διαρκεί. Αυτός είναι ο Δρόμος των Αρχαίων Σοφών, της Ανατολής και της Δύσης.

Όλοι οι Σοφοί, Βρίσκουν, Εδώ, Τώρα, στην Άμεση Επαφή με την Πραγματικότητα, την Διέξοδο από τον κόσμο της σκέψης και τον γραμμικό χρόνο. Σε μια τέτοια εμπειρία ζωής δεν στηρίζεσαι πλέον στο παρελθόν, σε γνώσεις, σε αντιλήψεις, σε δραστηριότητες.

Για να Ζεις στην Στιγμή, στην Αιώνια Στιγμή που Ρέει, έξω από την σκέψη και τον χρόνο, δεν χρειάζεται να πιστέψεις κάτι, δεν χρειάζεται να κάνεις κάποιες συγκεκριμένες τελετουργικές πράξεις ή να ασκήσεις κάποια θρησκευτική πρακτική. Απλά Είσαι Εδώ, Τώρα, Ξύπνιος. Για αυτό η Αληθινή Θρησκεία είναι πέρα από θρησκευτικά δόγματα και τελετουργικές πράξεις και θεατρικές μυήσεις που ασκούνται σε δήθεν εσωτερικές σχολές, πέρα από τεχνικές που διδάσκουν ανίδεοι στα μικρομάγαζα της ψευτοπνευματικότητας. Όλα αυτά είναι διανοητικά σκουπίδια, δεν είναι ο Αληθινός Δρόμος των Αρχαίων.

Μην κοιτάξεις πίσω δε θα είναι κανείς... Τα κατάφερες

Φύγε!
Μην ψάξεις δικαιολογίες, μη βασιστείς σε αιτιολογίες, ποιος τις χρειάζεται άλλωστε;
Εγώ πάντως όχι.
Εσύ πάλι διακρίνεσαι για την περίφημη εσωστρέφεια σου που απομακρύνει τους πάντες και τα πάντα απο δίπλα σου χωρίς να σε νοιάζει φυσικά αφού με τον καθρέφτη σου τα έχεις βρει.
Τρέξε, βάλτο στα πόδια όπως εσύ ξέρεις!
Τρέξε μακριά από αυτό που αγαπας, τρέξε μακριά από τους φόβους σου και ύστερα μέτρα τα χιλιόμετρα που σε χωρίζουν από τη πραγματικότητα που τόσο δειλά αποφεύγεις.
Ξέχνα όμως!
Εκεί σε θέλω δυνατή.
Να μη δω δάκρυ στα μάτια σου.
Εκεί στα χειρότερα να μείνεις ψύχραιμη και απαθής.
Μην κοιτάξεις πίσω δε θα είναι κανείς, θα έχεις καταφέρει αυτό που τόσο προσπαθείς, θα ζεις μόνη. Εσύ και ο καθρέφτης σου.
Κρυμμένος σε κάποια γωνιά θα είμαι και εγώ να σε κοιτάω που τα κατάφερες, ακόμα μια φορά!

Peer Mediators: Μέθοδος για την πρόληψη της βίας από μαθητές του σχολείου

Η μεσολάβηση συνομηλίκων ή ομότιμοι μεσολαβητές

Τι είναι η μεσολάβηση: Είναι πρόγραμμα και διαδικασία, όπου μαθητές της ίδιας ηλικίας διευκολύνουν την επίλυση συγκρούσεων μεταξύ δύο ατόμων ή ομάδων. Η διαδικασία αυτή έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στην αλλαγή του τρόπου πουοι μαθητές κατανοούν και επιλύουν τις συγκρούσεις στη ζωή τους. Μία μεσολάβηση δεν είναι δικαστήριο, αλλά μία εξεύρεση λύσης με τη βοήθεια ενός ουδέτερου προσώπου, το οποίο διευθύνει μία συζήτηση στην οποία τα δύο μέρη λαμβάνουν οικειοθελώς μέρος, και διεξάγεται βάσει κανόνων οι οποίοι είναι οι εξής: ο καθένας μπορεί να δικαιολογηθεί, σεβόμαστε τους διαφορετικούς, παραδεχόμαστε αυτά που έχουν ειπωθεί, αυτά που έχουν ακουστεί μένουν μέσα στην ομάδα, μιλάει ο καθένας για τον εαυτό του, σεβόμαστε ο ένας τον άλλο.

Το πλεονέκτημα της μεσολάβησης είναι ότι δεν υπάρχουν ηττημένοι και με την αποχή από την τιμωρία αποφεύγονται νέες συγκρούσεις. Οι μαθητές μαθαίνουν να αναζητούν περισσότερο τις ευθύνες στον εαυτό τους. Έτσι μπορούν να αυξάνουν την υπευθυνότητά τους. Οι εμπλεκόμενοι σε μια φιλονικία μπορούν να απευθύνονται από μόνοι τους στους μεσολαβητές ή να σταλούν από τους καθηγητές ή τους συμμαθητές τους ή να κληθούν από τους ίδιους τους μεσολαβητές. Η ίδια η μεσολάβηση λαμβάνει χώρα στο δωμάτιο των μεσολαβητών. Οι συνομήλικοι μεσολαβητές δεν «αποφασίζουν» αλλά εργάζονται προς μια αποδεκτή και από τις δύο μεριές λύση ώστε να αποφευχθούν περαιτέρω προβλήματα.

Τα είδη των προβλημάτων που αντιμετωπίζονται:

Φήμες και κουτσομπολιά, προβλήματα στις σχέσεις / παρενόχληση, φυλετικός ή κοινωνικός ρατσισμός, καβγάδες και τσακωμοί, βανδαλισμός, εκφοβισμός μέσα ή έξω από την τάξη. Πιο σοβαρά προβλήματα δεν προσφέρονται για τη διαδικασία της μεσολάβησης αλλά χρειάζεται εξωτερική παραπομπή . Αυτά είναι σεξουαλική κακοποίηση, απόπειρα αυτοκτονίας, χρήση ναρκωτικών, κατοχή όπλων και πιθανά δικαστικά θέματα.

Προϋποθέσεις για ένα πρόγραμμα μεσολάβησης: Να υπάρχουν καταρχάς εθελοντές μαθητές και η μέθοδος αυτή επίλυσης διαφορών να είναι αποδεκτή από όλους τους καθηγητές, το προσωπικό του σχολείου, τους γονείς και τους μαθητές. Να διατίθεται επίσης ο κατάλληλος χώρος και κάποια χρήματα. Οι μαθητές σχηματίζουν μια ομάδα, που διευκολύνεται από έναν ή δύο υπεύθυνους ενήλικες που τους συντονίζουν. Η ομάδα στοχεύει να διαφημίσει το πρόγραμμα μέσα στο σχολείο, να οργανώσει συναντήσεις προετοιμασίας και πρακτική για τις δεξιότητες της μεσολάβησης. Η ομάδα εξασφαλίζει επίσης τη δέσμευση και υποστήριξη από τη διοίκηση του σχολείου και τους εκπαιδευτικούς για την εφαρμογή του προγράμματος

Ο συντονιστής του προγράμματος: Είναι ο σύνδεσμος ανάμεσα στις βασικές ομάδες του σχολείου: την ηγετική ομάδα, το δεκαπενταμελές , τη διοίκηση , το σύλλογο γονέων κλπ. και αναλαμβάνει την επιλογή και εκπαίδευση των μεσολαβητών.

Η επιλογή των μεσολαβητών: Οι μεσολαβητές πρέπει να εκφράζουν τη διαφοροποίηση του σχολείου σε εθνικότητες, κοινωνικές ομάδες, συμπεριφορά, φύλα και ακαδημαϊκή επίδοση. Η διαδικασία επιλογής πρέπει να διαφημιστεί και να συμπεριλαμβάνει συστάσεις / παραπομπές από άλλους και αυτο-παραπομπές.

Προσόντα των μεσολαβητών: Αμεροληψία, υπομονή, εχεμύθεια να αναγνωρίζουν και να σέβονται τα συναισθήματα των άλλων, να είναι θετικοί, να ενθαρρύνουν, να προσέχουν τη γλώσσα του σώματος, να δείχνουν κατανόηση, να ακούν προσεκτικά και να μπορούν να επαναλάβουν αυτά που άκουσαν.

Αρχικά πρέπει να αναπτυχθεί ένα σύστημα «πρακτικών εμπειριών»

Οι σύμβουλοι μεσολαβητές πρέπει να εκπαιδευτούν και να παρακολουθούνται, αφού συχνά δεν έχουν την ωριμότητα και την εμπειρία στη διαχείριση συγκρούσεων και στις δεξιότητες. Πιθανές στρατηγικές συμπεριλαμβάνουν ασκήσεις ρόλων, μεθόδους επίλυσης προβλημάτων, παιδαγωγικά παιχνίδια κλπ.

Τι μαθαίνουν οι μεσολαβητές πρωτίστως με την εκπαίδευσή τους: Να ακούν με προσοχή, να επαναλαμβάνουν αυτά που ειπώθηκαν από τους άλλους, να αναγνωρίζουν τι πραγματικά έγινε στη φιλονικία και να γνωρίζουν τι δυνατότητες λύσης υπάρχουν, να αντιλαμβάνονται τα συναισθήματα τα οποία δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις και την ακριβή λήξη μιας διευθέτησης.

Οι συνεδρίες μεσολάβησης:

Στοχεύουν: στο να απομακρυνθούμε από τις τακτικές αμοιβαίων κατηγοριών προς μια κοινά αποδεκτή λύση.

Οι μεσολαβητές: Δοκιμάζουν να φέρουν τις δύο πλευρές σ΄ ένα τραπέζι και να αποσοβήσουν την κλιμάκωση. Το σχολείο θέτει στη διάθεση των μεσολαβητών ένα χώρο γι΄ αυτό το σκοπό. Συναντιούνται με τους αντιπάλους και εξηγούν την όλη διαδικασία και τους κανόνες.

Οι αντίπαλοι: συστήνονται και ο καθένας με τη σειρά του λέει την ιστορία του στους μεσολαβητές και τα συναισθήματα του και αναγνωρίζει τη δική του ευθύνη για ό,τι συνέβη.

Οι μεσολαβητές: συνοψίζουν και καταγράφουν τα γεγονότα και τα συναισθήματα και των δυο αντιπάλων και αναγνωρίζουν τη δυσκολία στο χειρισμό συναισθημάτων. Ζητάνε και από τους δύο αντιπάλους αν έχουν σκεφτεί καθόλου λύσεις ή τους ζητάνε να «κατεβάσουν ιδέες» . («Καταιγισμός ιδεών»). Όλες οι λύσεις καταγράφονται χωρίς σχόλια και καταλήγουν σε αυτές στις οποίες συμφωνούν και οι δύο αντίπαλοι. Οι λύσεις πρέπει να είναι δίκαιες, να μην περιέχουν βία, να είναι πραγματοποιήσιμες, να είναι σαφείς, να έχουν σχέση με τη φιλονικία.

Οι αντίπαλοι: μετά τη συμφωνία, διαβάζουν το έντυπο, δίνουν τη συγκατάθεσή τους και υπογράφουν όλοι. Το έντυπο οι μεσολαβητές το εμπιστεύονται για φύλαξη σε κάποιον, στον οποίο μόνο δίνουν το κλειδί.

Οι μεσολαβητές: ευχαριστούν και τους δύο για τη συνεισφορά τους και που άφησαν τους μεσολαβητές να τους βοηθήσουν. Προκειμένου να διευθετούν μια διαφορά , πρέπει οι μεσολαβητές να προσπαθούν να κάνουν το καλύτερο. Όταν όμως δεν μπορούν να καταφέρουν τίποτα , τότε πρέπει να εγκαταλείπουν το περιστατικό έτσι ώστε για παράδειγμα ο διδάσκων να παίρνει πειθαρχικά μέτρα. Μετά από ένα ορισμένο χρόνο οι μεσολαβητές ελέγχουν αν τα δύο μέρη της φιλονικίας τηρούν αυτά που έχουν συμφωνηθεί κατά το συμβιβασμό.
Δε μιλάει πάντα πολύ, μα χαιρετάει κάθε φορά με την καρδιά του όλους όσοι περνούν από μπροστά του στην πλατεία. Κερνάει τους θαμώνες στο καφέ που συχνάζει και κάποτε γελάει με την ψυχή του. Θέλει μονάχα λίγους καλούς φίλους για να τα ‘χει όλα.

Η μοναξιά είναι βαρύ φορτίο για όποιον τη σηκώσει στους ώμους του κι όμως υπάρχουν ελάχιστοι άνθρωποι εκεί έξω που δε ζητούν πολλά απ’ τη ζωή τους· λίγο καλό φαγητό, μια τζούρα από κρασί κι αγαπημένα πρόσωπα χρειάζονται για να μπορούν να ανταλλάσσουν γουλιές, μπουκιές κι όνειρα, αφήνοντας στην άκρη –έστω για λίγο– τα σεκλέτια τους.

Είναι αυτή η μαγική συγκυρία που κάνει τους ανθρώπους μονομιάς να αλλάζουν, δίνοντας το μήνυμα πως ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος αν ήταν λίγο πιο γενναιόδωρος, λιγότερο κλειδωμένος και σιωπηλός. Κι ας κάναμε τη μισανθρωπία και την αγένεια απαραίτητα στοιχεία επιβίωσης, δεν είναι αργά να αλλάξουμε.

Όταν επιτέλους βρεθείς σε ένα περιβάλλον ασφαλές για να αφεθείς, με ανθρώπους που σου ταιριάζουν κι εμπιστεύεσαι, σκορπίζεις γύρω σου χαμόγελα και την πιο θετική σου διάθεση κι είσαι σίγουρος πως την ίδια αισιοδοξία θα λάβεις κι απ’ τους γύρω σου. Η πιο όμορφη ανταπόδοση∙ όταν αναλαμβάνει η γλώσσα του σώματος, τα τσουγκρίσματα των ποτηριών, τα «στην υγειά μας» και τα χαχανητά όλα τα άλλα ξεχνιούνται.

Ένας άνθρωπος ευγενικός αλλά και γενναιόδωρος είναι αυθεντικός, θέλει να προσφέρει χωρίς να περιμένει κάτι να κερδίσει. Σέβεται τα όρια, δεν πέφτει σε υπερβολές κι απεχθάνεται τις φλύαρες κολακείες, τη δήθεν συμπάθεια ορισμένων και τα επιτηδευμένα κομπλιμέντα, που δεν εννοούν, για να καλύψουν τη μικροψυχία τους. Δίνει το χαμόγελό του και την καλή του κουβέντα γιατί έτσι αισθάνεται.

Άλλωστε, δεν κοστίζει τίποτα το να πεις μια καλημέρα σ’ έναν άγνωστο που είδες προβληματισμένο στο δρόμο ή να πεις ένα ενθαρρυντικό «όλα θα πάνε καλά» στον πιεσμένο γνωστό σου. Δε θα φτωχύνεις αν κεράσεις τους φίλους σου ένα κρασί∙ σαν μια μικρή απόδειξη της αγάπης σου, σαν ένα «ευχαριστώ» για τις όμορφες στιγμές που περνάτε μαζί. Στιγμές που δεν κοστολογούνται αλλά αξίζουν πολλά. Στιγμές που ανοίγετε τις καρδιές σας και συζητώντας αδειάζετε λίγο απ’ το βάρος των ανείπωτων. Συνδυάζοντας τις πιο πικρές αλήθειες με χιούμορ, γέλια κι ελπίδα, όλα γίνονται πιο ανεκτά.

Πόσοι κάνουν πια κάτι για κάποιον πέρα απ’ τον εαυτό τους; Πόσοι κερνούν τους φίλους τους, πόσοι μοιράζονται τα όνειρά τους; Οι περισσότεροι αδιάφοροι, κλειδωμένοι και τσιγκούνηδες, κυρίως συναισθηματικά. Κι όμως, υπάρχουν κι εκείνοι που δεν έχασαν ούτε για μια στιγμή τη γενναιοδωρία τους και την καλοσύνη τους. Που θα δώσουν το σάντουιτς τους στον άστεγο και τα ψιλά τους στους μουσικούς του δρόμου, που θα βάλουν λίγο νεράκι για τα αδέσποτα της γειτονιάς, που θα βγάλουν ένα ακόμη εισιτήριο για το φιλαράκι τους για ‘κείνη τη συναυλία που θέλουν να πάνε μαζί.

Είναι, ευτυχώς, ακόμα αρκετοί οι άνθρωποι εκεί έξω που απλόχερα προσφέρουν τη βοήθειά τους καθημερινά σ’ όποιον την έχει ανάγκη, που δεν ξεχνούν να χαμογελούν και να ελπίζουν, που μιλούν ανοιχτά για όσα τους πονούν, γιατί ξέρουν πως μόνο έτσι μπορούν να τα αντιμετωπίσουν.

«Με τα χρήματα δε σώθηκε κανείς τους· μπορεί να έκαναν επιφανειακά καλύτερη για λίγο τη ζωή τους, όμως αυτά δεν ήταν αρκετά για να ανοίξουν τις καρδιές τους. Να μπορούν να τρώνε και να πίνουν παρέα με καλούς φίλους, όπως εγώ, και να θυμούνται τις ιστορίες που τους έκαναν καλύτερους ανθρώπους, γιατί όλα αυτά που μετράνε δεν ανταλλάζονται με χρήματα.

Η γενναιοδωρία έχει να κάνει με την ψυχή τους και τα συναισθήματα, κι εκεί όλοι έχουμε απόθεμα, απλά κάποιοι φοβόμαστε να το παραδεχτούμε, φοβόμαστε μη μας τα πάρουν και τα κρατάμε για μας, κι έτσι χάνουν το νόημα τους».

Η γενναιοδωρία κι η καλοσύνη δεν ανταλλάζονται με όλα τα χρήματα του κόσμου, γι’ αυτό μη φοβάστε όσους γελούν, κερνούν κι ανοίγουν τις καρδιές τους, όλες εκείνες τις γενναιόδωρες ψυχές.

SENECA: Εκείνο που βλάπτει είναι η υπερβολή της ηδονής

Όποιος έχει κάνει βήματα προς την αρετή έχει δώσει δείγματα του ευγενικού του χαρακτήρα· όποιος όμως ακολουθεί την ηδονή φαίνεται απονευρωμένος, συντριμμένος, εκθηλυμένος, επιρρεπής προς την ακολασία, εκτός πια αν κάποιος του μάθει να ξεχωρίζει τις ηδονές, έτσι ώστε να ξέρει ποιες από αυτές βρίσκονται μέσα στα όρια των φυσικών επιθυμιών και ποιες ορμούν ασυγκράτητες μπροστά και, όσο περισσότερο τις ικανοποιείς, τόσο πιο ακόρεστες γίνονται. Έλα λοιπόν, άφησε την αρετή να σου δείξει το δρόμο, και τότε κάθε σου βήμα θα είναι ασφαλές. Εκείνο επίσης που βλάπτει εξίσου είναι η υπερβολή της ηδονής· στην περίπτωση όμως της αρετής δεν υπάρχει φόβος κάποιας υπερβολής, μια και το μέτρο είναι στοιχείο αυτής της ίδιας της αρετής. Δεν υπάρχει αγαθό που να δοκιμάζεται από το δικό του μέγεθος. Και πέρα απ’ αυτό, ποιος καλύτερος οδηγός υπάρχει από τον λόγο σε πλάσματα προικισμένα με φύση λογική; Αν τώρα αυτός ο συνδυασμός αρετής και ηδονής σε ευχαριστεί, αν σε ευχαριστεί να επιδιώκεις μια ευτυχισμένη ζωή έχοντας τέτοια συνοδεία, άφησε τουλάχιστον την αρετή να προηγείται και την ηδονή να έπεται και να παρακολουθεί το σώμα σαν σκιά του. Το να παραδώσεις την αρετή, την πιο υπέροχη δέσποινα, στην υπηρεσία της ηδονής μαρτυρεί άνθρωπο που τίποτε μεγάλο δεν κλείνει μέσα του.

Ας πηγαίνει μπροστά η αρετή, αυτή ας κρατεί τη σημαία. Φυσικά, θα είναι μαζί μας και η ηδονή, αλλά εμείς θα είμαστε τα αφεντικά της, εμείς θα την ελέγχουμε. Μπορεί σε κάποια υπόδειξή της να μας πείθει, ουδέποτε όμως θα μας εξαναγκάζει. Εκείνοι πάντως που παραδίνουν τα ηνία στην ηδονή στερούνται και τις δύο- γιατί και την αρετή χάνουν και στην ηδονή δεν κυριαρχούν αλλά, αντίθετα, εκείνη είναι που τους κάνει ό,τι θέλει και ή υποφέρουν από την έλλειψή της ή πνίγονται από την πληθωρική της παρουσία, δυστυχείς αν τους εγκαταλείψει, ακόμη δυστυχέστεροι αν τους κατακυριεύσει. Μοιάζουν, πράγματι, με τους ναύτες που τους έχουν κατακλύσει τα νερά γύρω από τις Σύρτεις, και τη μια τούς αφήνουν στη στεγνή αμμουδιά, την άλλη τούς σκεπάζουν με το αφρισμένο κύμα. Αυτό έρχεται ως αποτέλεσμα της ολοκληρωτικής έλλειψης αυτοελέγχου και της υπερβολικής αφοσίωσης σε ένα μόνο πράγμα· γιατί, αν κάποιος επιδιώκει το κακό αντί για το καλό, η επιτυχία του γίνεται επικίνδυνη. Όπως συμβαίνει όταν κυνηγάμε άγρια θηρία με κόπο και με κίνδυνο και, ακόμη και μετά τη σύλληψή τους, η κατοχή τους καταλήγει να είναι πολύ δύσκολη -αφού συχνά ξεσκίζουν τα αφεντικά τους-, έτσι συμβαίνει και με τις μεγάλες απολαύσεις: εξελίσσονται σε μεγάλο κακό και από αιχμάλωτες γίνονται κυρίαρχες. Όσο μάλιστα πιο πολλές και μεγάλες είναι αυτές οι απολαύσεις, τόσο πιο χαμηλά πέφτει και τόσο πιο πολλών δούλος γίνεται εκείνος που το πλήθος ονομάζει ευτυχή. Εγώ τουλάχιστον θα ήθελα να είμαι όσο γίνεται πιο μακριά από τέτοιες καταστάσεις. Όπως συμβαίνει μ’ εκείνον που, στην προσπάθειά του να παρακολουθήσει τα ίχνη των θηρίων μέχρι τις φωλιές τους -επειδή το νομίζει μεγάλη του επιτυχία

με τη θηλιά τα άγρια θηρία να τ’ αρπάζει
και
με σκυλιά το ισκιερό το δάσος να το ζώνει,

ώστε να μπορεί να παρακολουθήσει τα ίχνη τους- αφήνει στην άκρη σημαντικότερα πράγματα και αναβάλλει πολλά από τα καθήκοντα του, έτσι και εκείνος που επιδιώκει την ηδονή μεταθέτει τα πάντα και, πριν απ’ όλα, αψηφά την ελευθερία του, κι αυτό το κάνει υπακούοντας στην κοιλιά του και μόνο. Δεν αγοράζει όμως ηδονές για τον εαυτό του, αλλά πουλάει τον εαυτό του στις ηδονές.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Για μια ευτυχισμένη ζωή

Το χρήμα μπορούσε να εξαγοράσει όχι μόνο τα πάσης φύσης αγαθά, αλλά και το σώμα ή το πνεύμα των ανθρώπων, την ίδια την ψυχή τους

Το χρήμα, που επινόησαν πρώτοι οι Λυδοί τον 6ο αι. πΧ, έμελλε να γίνει η σημαντικότερη εφεύρεση στην ιστορία μετά τον τροχό και το άροτρο και ν’ αλλάξει τη μοίρα των ανθρώπων. Το σημαντικό στοιχείο της εφεύρεσης δεν ήταν μόνο ότι τελείωνε η εποχή του ανταλλακτικού εμπορίου, ο αντιπραγματισμός, ανάμεσα στους λαούς και άρχιζε πλέον η εγχρήματη οικονομία, αλλά ότι το χρήμα γινόταν το μέτρο της αξίας των πάντων, ακόμα και των ανθρώπων. Το χρήμα μπορούσε να εξαγοράσει όχι μόνο τα πάσης φύσης αγαθά ή εμπορεύματα, αλλά και το σώμα ή το πνεύμα των ανθρώπων, την ίδια την ψυχή τους. Έγινε γι’ αυτό αντικείμενο του πόθου παντοδύναμων βασιλέων και κοινών θνητών και λατρεύτηκε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Οι Χαλδαίοι μάλιστα το θεοποίησαν λατρεύοντας τον θεό του πλούτου, τον Μαμωνά. Όμως η επιδίωξη του πλούτου έγινε η αιτία να γεννηθούν η διχόνοια, ο ανταγωνισμός, το συμφέρον, το μίσος, η δολιότητα και η κακία ανάμεσα στους ανθρώπους. Πόλεις καταστράφηκαν, ναοί και ιερά λεηλατήθηκαν, μνημεία λαφυραγωγήθηκαν, τάφοι βεβηλώθηκαν, άνδρες σφαγιάστηκαν, γυναίκες και παιδιά υποδουλώθηκαν και ξεπουλήθηκαν, κοινωνίες ξεκληρίστηκαν και πολιτισμοί αιώνων αφανίστηκαν. Όλα για το χρώμα του χρυσού, τη λατρεία του χρήματος, όπως λέει κι ο Πλάτων ¨διά την των χρημάτων χρήσιν πάντες οι πόλεμοι γίνονται¨.

Φιλαργυρία: Το έβδομο θανάσιμο αμάρτημα

Ο άγιος Θωμάς ο Ακινάτης (1225-1274) περιγράφοντας ιδανικά τον ζόφο του μεσαίωνα, διέκρινε τις επτά πληγές του ανθρώπου, τις οποίες ονόμασε κεφαλαιώδη αμαρτήματα ή θανάσιμα αμαρτήματα που είναι τα εξής: λαιμαργία, νωθρότητα, λαγνεία, υπερηφάνεια, οργή, φθόνος και φιλαργυρία. Όλα αυτά τα συναισθήματα και τις κρυφές επιθυμίες δηλαδή που κι εμείς κουβαλάμε ενδόμυχα ή εξωτερικεύουμε κατά τρόπο κυνικό. Μη θεωρούμε το πρόβλημα άσχετο με μας: η σκέψη μας πολλές φορές εκφράζει αυτές τις επιθυμίες και υποκινεί τη διάθεση μας. Οι φιλοχρήματοι, παραδόπιστοι, αργυρώνητοι, φιλάργυροι έχουν πάντα έναν δικό τους τρόπο να ξεχωρίζουν σ’ όλες τις εποχές. Υπήρξαν άπληστοι ή άφρονες βασιλείς όπως ο Μίδας και ο Κροίσος, έγιναν θεατρικοί ήρωες, όπως ο περίφημος ¨Φιλάργυρος¨ του Μολιέρου ή ο¨Σάϋλοκ¨ του Σαίξπηρ στον ¨Έμπορο της Βενετίας¨, για να μας θυμίζουν πάντα την ακόρεστη δίψα για πλούτο, ενώ ο ¨Σκρουτζ¨ του παραμυθιού έγινε συνώνυμο του τσιγγούνη.

Στο περίφημο έργο του μεγάλου ανθρωπιστή της Αναγέννησης Έρασμου ¨Μωρίας Εγκώμιον¨, ο Πλούτος γεννά την τρέλα, που προσωποποιημένη εξιστορεί σχετικά: «…με γέννησε ο Πλούτος, μόνος πατέρας ανθρώπων και θεών, και να με συμπαθά ο Ησίοδος κι ο Όμηρος, ακόμα και ο Δίας. Μ’ ένα του γνέψιμο, σήμερα όπως και παλιά, όλος ο κόσμος έρχεται τα απάνω κάτω, έμ ιερός έμ βέβηλος. Αυτός κανονίζει με τα κέφια του, πολέμους, ειρήνη, κυβερνήσεις, συμβούλια, δικαστήρια, συνελεύσεις, γάμους, συνθήκες, συμμαχίες, νόμους, τέχνες, αγώνες, απολαύσεις, δουλειές, -ωχ μου κόπηκε η ανάσα- κοντολογίς, όλες τις δημόσιες κι ιδιωτικές υποθέσεις των ανθρώπων». Κι ένας ανώνυμος ποιητής μετά την άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς το 1453 θα γράψει: «Τρία πράγματα εχάλασαν την Ρωμανίαν όλην: ο φθόνος, η φιλαργυριά και η κενή ελπίδα».

Ο Ανώνυμος Έλλην, στο πολύκροτο έργο του ¨Ελληνική Νομαρχία¨, που εκδόθηκε το 1806 γράφει. «Η εφεύρεσις των χρημάτων κατέστησεν τους ανθρώπους εχθρούς της φύσεως και των εαυτών των…Η εφεύρεσις των έφθειρε τα ήθη των ανθρώπων με την πολυτέλειαν, και τέλος πάντων, τα χρήματα έδωσαν ύπαρξιν άλλων δύο γενών ανάμεσα εις τους ανθρώπους. Όθεν, εκτός του αρσενικού και θηλυκού, την σήμερον ευρίσκεται το τρίτον γένος, δια να ειπώ ούτως, των πλουσίων, και το τέταρτον, των πτωχών…Η εφεύρεσις των χρημάτων ηθέλησεν κατ’ αρχάς να μετρήσει τα προς το ζην αναγκαία πράγματα, έπειτα εμέτρησεν και τα μη αναγκαία, και μετά έγινεν ανταμοιβή και μέτρον της αρετής».
Οι ιστορίες ανθρώπων, κοινωνιών, πόλεων, λαών και ολόκληρων πολιτισμών είναι συνδεδεμένες με τη κρυφή ή φανερή λατρεία του πλούτου. Τα αποτελέσματα της επιδίωξής του μπορεί να φαίνονται βεβαίως πολλαπλώς χρήσιμα και αναγκαία για την εξέλιξη ή την επιβίωση τους, αλλά ενίοτε αποδεικνύονται ολέθρια. Ο πλούτος δε φέρνει πάντα την ευτυχία στους ανθρώπους, μάλλον τη δυστυχία γιατί αυξάνει την αντιζηλία και το μίσος των άλλων, που εποφθαλμιούν ή και χαιρεκακούν σε κάθε τους ατυχία. Το σίγουρο είναι ότι ο πλούτος κάνει τους ανθρώπους ανασφαλείς και καχύποπτους, ενδεχομένως και απόκοσμους γιατί φοβούνται τους άλλους, φοβούνται να βγουν, να κυκλοφορήσουν ελεύθερα, να μείνουν μόνοι, να κοιμηθούν τη νύχτα. Ο ύπνος τους είναι άγρυπνος όχι μόνο εξαιτίας του φόβου τους μην τους ληστέψουν ή τους σκοτώσουν κιόλας, αλλά και εξαιτίας της έγνοιας τους για την τύχη των μετοχών τους, την αύξηση των κερδών τους, την απόδοση των κεφαλαίων τους ή αντίθετα εξαιτίας της ζημίας που μπορεί να υπέστησαν. Οι μεγάλες δουλειές και οι επιχειρήσεις φέρνουν και μεγάλες στενοχώριες, που οδηγούν σε αδιέξοδο και πολλές φορές σε απόγνωση, ακόμα και αυτοκτονίες λόγω χρεοκοπίας.

Όμως για να είμαστε ρεαλιστές το χρήμα μπορεί να κάνει και τη ζωή μας πολύ καλύτερη, να μας φέρει ευτυχία, να μας δώσει δυνατότητες και ευκαιρίες, που άλλοι δε θα μπορούσαν ούτε να ονειρευτούν. Όλα αυτά όμως αν το χρήμα το θεωρούμε μέσο για τους σκοπούς μας και όχι σκοπό το ίδιο στη ζωή μας. Αντίθετα και η φτώχεια δεν πρέπει να θεωρείται ότι δίνει την ευτυχία στον άνθρωπο, ώστε να εξιδανικεύται. Οι φτωχοί οικτίρουν τους πλούσιους για τις σκοτούρες της ζωής τους και παρηγορούνται με την ιδέα ότι αυτοί ποτέ δε θα ’χουν, αφού αποκλείεται να πλουτίσουν. Ούτε η χλιδή και ο αρίφνητος πλούτος, ούτε η απορία και η δυσβάσταχτη πενία είναι εξ ορισμού προϋπόθεση ευτυχίας! Οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν ότι «ουκ εν τω πολλώ το ευ», επεδίωκαν «τα επιτήδεια», τα αναγκαία, τα όντως χρήσιμα και ασχολούνταν περισσότερο με τις ανάγκες του πνεύματος και της ψυχής. Αυτή τη σοφία της σύνεσης και του μέτρου, το «μηδέν άγαν» (τίποτα πολύ) έχουμε περισσότερο ανάγκη σήμερα, να επαναπροσδιορίσουμε το ¨είναι¨ μας, να ξαναδούμε τη ζωή απ’ την αρχή.

Σήμερα μετά τον άκρατο καπιταλισμό, την τεχνολογική και πληροφορική επανάσταση ζούμε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, της ελεύθερης αγοράς, όπου καταλυτικό ρόλο βέβαια παίζει η οικονομία. Το χρήμα δηλαδή κινεί τα νήματα στις διεθνείς αγορές, στα χρηματιστήρια, στη διατραπεζική αγορά: το χρήμα που πωλείται και αγοράζεται, δανείζεται και πιστώνεται, επενδύεται και αποταμιεύεται. Το χρήμα περιτρέχει τον κόσμο. Είναι η αξία του παντός και ο υπέρτατος σκοπός. Πόσο διαφορετικός φαντάζει όμως ο κόσμος μας σήμερα; Όλα έχουν ένα τίμημα, το ίδιο και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ας αναλογιστούμε το «πάντων χρημάτων μέτρον εστί άνθρωπος» του Πρωταγόρα, που συνόψιζε ιδανικά τη βιοσοφία των αρχαίων και θεωρούσε τον άνθρωπο μέτρο και κριτήριο κάθε αξίας … Άλλοι καιροί, άλλα ήθη!

Ντέιβιντ Ρόμπερτς: Η μετατόπιση των βασικών γραμμών

O Ντέιβιντ Ρόμπερτς, αρθρογράφος του Vox, έγραφε σχετικά πρόσφατα για το πώς η «μετατόπιση των βασικών γραμμών» επηρεάζει τη σκέψη μας και πόσο εύκολα μπορούν να ομαλοποιηθούν τεράστια ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή ή μια πανδημία.

Ίσως αυτό το κλιματικό χάος που ήδη βιώνουμε, αυτή η αυξανόμενη χορωδία σημάτων συναγερμού από όλο τον κόσμο, να γίνει απλώς η νέα μας κανονικότητα, το νέο φυσιολογικό. Ίσως απλά να συνηθίσουμε την εισοδηματική ανισότητα, την πολιτική δυσλειτουργία και τα διαδοχικά κύματα ενός θανατηφόρου ιού. Εξάλλου οι άνθρωποι συχνά δεν θυμούνται τι είναι αυτό που έχουν χάσει και δεν απαιτούν να αποκατασταθεί. Αντίθετα, προσαρμόζονται σε αυτό που έχουν.

Η έννοια της μετατόπισης βασικών γραμμών εισήχθη σε μια εργασία του 1995 από τον Daniel Pauly. Ο Ρόμπερτς εξηγεί:

Τι είναι λοιπόν οι μεταβαλλόμενες γραμμές βάσης; Σκεφτείτε ένα είδος ψαριού που υπεραλιεύεται μέχρι εξαφάνισης σε μια περιοχή για, ας πούμε, 100 χρόνια. Μια παλιότερη γενιά ψαράδων αρχικά ψάρευε αυτά τα ψάρια σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο αφθονίας. Σιγά σιγά ύστερα από χρόνια, όταν αυτοί οι ψαράδες βγουν στη σύνταξη ή αποσυρθούν, το επίπεδο έχει πέσει χαμηλότερα.

Για τη νέα γενιά ψαράδων που μπαίνει μετά από αυτούς, αυτό το χαμηλότερο επίπεδο είναι το νέο φυσιολογικό, η νέα γραμμή βάσης τους. Σπάνια γνωρίζουν τη βασική γραμμή που χρησιμοποιήθηκε από την προηγούμενη γενιά, η οποία έχει και μικρή συναισθηματική σημασία σε σχέση με την προσωπική τους εμπειρία.

Και έτσι συνεχίζεται η ιστορία, κάθε νέα γενιά μετατοπίζει τη γραμμή βάσης προς τα κάτω. Μέχρι που στο τέλος, οι ψαράδες δραστηριοποιούνται σε ένα ριζικά υποβαθμισμένο οικοσύστημα, αλλά δεν το αντιλαμβάνονται πλήρως, γιατί οι βασικές τους γραμμές είχαν τεθεί ήδη σε χαμηλό επίπεδο.

Με τον καιρό, τα ψάρια εξαφανίζονται – μια τεράστια, τραγική απώλεια – αλλά κανένας ψαράς δεν βιώνει την πλήρη μετάβαση από την αφθονία στην ερήμωση. Καμία γενιά δεν βιώνει το σύνολο της απώλειας. Αυτή η τμηματοποίηση της εμπειρίας που βιώνει η κάθε γενιά με την πάροδο του χρόνου, δεν είναι αρκετά μεγάλη για να οδηγήσει σε προληπτική δράση. Μέχρι να εξαφανιστούν τα ψάρια, οι ψαράδες μετά βίας το αντιλαμβάνονται, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν εκτιμούσαν ιδιαίτερα αυτά τα λίγα πλέον ψάρια.

Και μη νομίζεται ότι είναι μόνο ομάδες που λειτουργούν έτσι. Αποδεικνύεται ότι, κατά τη διάρκεια της ζωής τους και ατομικά οι άνθρωποι κάνουν ακριβώς το ίδιο, δηλαδή προσαρμόζονται σε νέες γραμμές βάσης.

«Υπάρχει πλήθος ερευνών που δείχνουν ότι τείνουμε να προσαρμοζόμαστε στις περιστάσεις εάν είναι σταθερές με την πάροδο του χρόνου, ακόμα κι αν σταδιακά επιδεινώνονται», αναφέρει ο George Loewenstein, καθηγητής οικονομικών και ψυχολογίας, που φέρνει ως παράδειγμα το London Blitz (όταν κατά τη διάρκεια του Β’ ΠΠ, οι βόμβες έπεφταν στο Λονδίνο επί μήνες) ή την Ιντιφάντα στο Ισραήλ, όπου οι άνθρωποι προσαρμόστηκαν σιγά σιγά σε αδιανόητες συνθήκες.

«Ο φόβος τείνει να μειώνεται με την πάροδο του χρόνου όταν ένας κίνδυνος παραμένει σταθερός. Μετά από λίγο, υποχωρεί στο παρασκήνιο, φαινομενικά όσο άσχημος κι αν είναι».
----------------------------
Σχόλιο 1: Σε ένα άρθρο του 2009 που γράφτηκε για το The New Republic, ο Pauly συγκρίνει τη σημερινή αλιεία με ένα παγκόσμιο πρόγραμμα Ponzi (είναι η γνωστή απάτη της πυραμίδας ή αεροπλανάκι). Λέει ότι υπάρχουν δύο έως τέσσερις φορές περισσότερα αλιευτικά σκάφη από όσα απαιτούν τα ετήσια αλιεύματα, και ωστόσο, τα κεφάλαια για την «οικοδόμηση ικανότητας» συνεχίζουν να πέφτουν σωρηδόν. Οι κυβερνήσεις παρέχουν σχεδόν 30 δισεκατομμύρια δολάρια σε επιδοτήσεις κάθε χρόνο – περίπου το ένα τρίτο της αξίας των παγκόσμιων αλιευμάτων – που συντηρούν την αλιεία, ακόμη και όταν έχει υπερεκμεταλλευτεί τη βάση των πόρων της.

Σχόλιο 2: Ο Payly γράφει επίσης ότι το 1950, ο νεοσύστατος Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) των Ηνωμένων Εθνών υπολόγισε ότι, παγκοσμίως, αλιεύαμε περίπου 20 εκατομμύρια μετρικούς τόνους ψαριών (μπακαλιάρος, σκουμπρί, τόνος κ.λπ.) και ασπόνδυλων (αστακός, καλαμάρι, μύδια κτλ.). Αυτά τα αλιεύματα εκτοξεύθηκαν στους 90 εκατομμύρια τόνους ετησίως στα τέλη της δεκαετίας του 1980, και έκτοτε μειώνονται. Όπως ακριβώς η περιβόητη απάτη (τύπου Πόντζι) του Madoff, η οποία απαιτούσε συνεχή εισροή νέων επενδύσεων για τη δημιουργία «εσόδων» για τους προηγούμενους επενδυτές, το παγκόσμιο αλιευτικό-βιομηχανικό συγκρότημα απαιτούσε μια συνεχή εισροή νέων αποθεμάτων για να συνεχίσει να λειτουργεί. Έτσι αντί να περιορίζει τα αλιεύματά της έτσι ώστε τα ψάρια να μπορούν να αναπαράγονται και να διατηρούν τους πληθυσμούς τους, η βιομηχανία απλώς αλιεύει μέχρι να εξαντληθεί ένα απόθεμα και στη συνέχεια μεταφέρεται σε νέα ή βαθύτερα νερά και σε μικρότερα και πιο ξένα ψάρια. Δυστυχώς, δεν διακυβεύεται μόνο το μέλλον της αλιευτικής βιομηχανίας, αλλά και η συνεχής υγεία του μεγαλύτερου οικοσυστήματος στον κόσμο. Ενώ η κλιματική κρίση συγκεντρώνει τακτικά την προσοχή των πρωτοσέλιδων, οι άνθρωποι -ακόμη και αυτοί που δηλώνουν μεγάλη περιβαλλοντική συνείδηση- συνεχίζουν να τρώνε ψάρια σαν να ήταν μια βιώσιμη πρακτική. Αλλά η κατανάλωση ενός ρολού τόνου σε ένα εστιατόριο σούσι δεν πρέπει να θεωρείται πιο φιλική προς το περιβάλλον από το να οδηγείς ένα Hummer.

Η Ηθική του Σωκράτη

O Σωκράτης είναι ο σπουδαιότερος ερωτητής στην ιστορία της ηθικής φιλοσοφίας, ένας «αιώνιος ερωτητής» (Pierre Hadot). Έθετε κυρίως ερωτήματα, παρά έδινε απαντήσεις (W. P. Cleveland). Αρκετοί σύγχρονοι ηθικοί φιλόσοφοι αρχίζουν την προβληματική τους στην κανονιστική ηθική, τη μεταηθική και την εφαρμοσμένη ηθική θέτοντας και πάλι τα ριζικά ερωτήματα του Σωκράτη (Frankena,Prionggi, Sahakian). H έγνοια του για το «τι εστίν» κάθε πράγματος, έννοιας και αρετής, ανάλογο με το αριστοτελικό «διότι» στον χώρο της επιστήμης, κληροδοτήθηκε από τον Σωκράτη στην ανθρωπότητα ως θεμελιακή αφετηρία της φιλοσοφίας. Και η αγωνία του για το «πως βιωτέον» και «όντινα τρόπον χρη ζην» αποτέλεσαν τα καταστατικά προβλήματα τόσο της ηθικής φιλοσοφίας όσο και της ηθικής πράξης.

Ο Σωκράτης δεν πρέπει να μεταχειρίστηκε τον όρο «ηθική», που καθιερώνεται ως επίθετο από τον Αριστοτέλη και ως ουσιαστικό από την Ακαδημία και τους στωικούς, εκφράζοντας το πράγμα ως «επιμέλεια αρετής» και ως «ψυχής θεραπεία», με την προσωπική του ηθική έννοια της ψυχής και σε αντιδιαστολή με το σοφιστικό «επάγγελμα αρετής». O Σωκράτης, ωστόσο, πρέπει να μεταχειρίστηκε τον όρο φιλοσοφία, που για πρώτη φορά απαντά στον Πλάτωνα, τον Ισοκράτη και τον Ξενοφώντα, καίτοι από τον Διογένη Λαέρτιο αποδίδεται στον Πυθαγόρα, ενώ τόσο οι όροι «φιλόσοφος» (Ηράκλειτος) και φιλοσοφώ» (Ηρόδοτος) είναι αρκετά παλαιότεροι. Μέχρι την εποχή του τον όρο μάλλον απέδιδε η λέξη «σοφία», αλλά για τον Σωκράτη «σοφός είναι μόνο ο θεός». Το πρόβλημα της διακρίβωσης της προσωπικής φιλοσοφίας του Σωκράτη είναι ότι δεν έγραψε τίποτα κι έτσι δεν μας άφησε τη δυνατότητα της εξερεύνησης και ερμηνείας μιας δικής του αυθεντικής φιλοσοφίας. Αναμφισβήτητα, ωστόσο, ο Σωκράτης προσπάθησε να θεμελιώσει την ηθική φιλοσοφία γνωσιοκρατικά, με τη γνωστή «σωκρατική μέθοδο», τη θρυλική μαιευτική, και με μια διαλεκτική διαμετρικά αντίθετη από τη σοφιστική.

Η γνωστή από τον Κικέρωνα «προσγείωση» της φιλοσοφίας από τον Σωκράτη δεν σημαίνει ότι ο λόγος του έπεσε σ’ ένα απέραντο κενό. Όπως ήδη τονίσαμε, ψήγματα φιλοσοφικού ηθικού προβληματισμού βρίσκουμε σε μερικούς προσωκρατικούς (Ξενοφάνη, Ηράκλειτο, Εμπεδοκλή, πυθαγόρειους), σε ποιητές και σοφιστές και, παράλληλα, καίτοι ανεξάρτητα, στον σύγχρονο του Δημόκριτο, στον οποίο ανιχνεύονται κάποιες σωκρατικού τύπου ενοράσεις υπό μορφή αφορισμών, η γνώση των οποίων δεν είναι βέβαιο πόσο εφικτή ήταν στην Αθήνα της εποχής του. O Σωκράτης ωστόσο με κριτήριο τον «λόγο» θεμελίωσε την αυτονομία της ηθικής, διαχωρίζοντας το όσιο και το αγαθό από το θέλημα του θεού και την ενότητα της αρετής, αντιδιαστέλλοντας την «καθόλου» αρετή από το «σμήνος των αρετών». Επιχειρηματολόγησε σχετικά με το διδακτό της αρετής και υποστήριξε την κυριαρχικότητα ή επάρκεια της αρετής για την ευδαιμονία σε όλους τους σωκρατικούς διάλογους. Κι αυτό τον φέρνει εξαιρετικά κοντά στο καίριο αίτημα της εποχής μας για μια, αν όχι αντικειμενική, τουλάχιστον διϋποκειμενική ηθική, για μια οικουμενική ηθική, με υπέρβαση του πολιτισμικού, θρησκευτικού και ηθικού σχετικισμού, για έναν κώδικα κοινών αξιών, αναγκαίων για την επιβίωση του ανθρώπου ως Ανθρώπου.

Η σχετική με την ηθική αποκλειστικά σωκρατική βιβλιογραφία, με τη μορφή μονογραφιών, είναι συγκριτικά περιορισμένη (Dawson, Debenisse. Alfonsi) σε σύγκριση με τη βιβλιογραφία για ποικίλες πτυχές της προσωπικότητας του, για τη δίκη και τον θάνατο του, ενώ αφθονούν τα άρθρα σε επιμέρους θέματα της ηθικής φιλοσοφίας του. Με βάση ωστόσο τους έστω συναισθηματικά φορτισμένους και με πολεμικό χαρακτήρα πρώιμους πλατωνικούς διάλογους, που γενικώς αναγνωρίζονται ως σωκρατικοί, κυρίως με την Απολογία και τον Κρίτωνα, αλλά και με τον Ευθύφρονα, τον Λάχη, τον Λύσι, τον Χαρμίδη, τον Πρωταγόρα, τον Ευθύδημο, τον Γοργία και κάποιους ελάσσονες άλλους που δεν επικεντρώνονται στην ηθική, με προσφυγή στα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα, στον βαθμό που δεν διαφωνούν ριζικά με την πλατωνική εικόνα – παρά το ότι ζωγραφίζουν έναν Σωκράτη ελάχιστα απορητικό – και λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τις νηφάλιες κριτικές παρατηρήσεις του Αριστοτέλη, αλλά και με αναφορές στην προσωπικότητα, το ήθος και τη μέθοδο του Σωκράτη σε άλλους, ακόμη και μέσους διάλογους του Πλάτωνα, μπορεί κανείς με υπομονή και επιμονή, με φαντασία και τόλμη, μέσα από τους πολλούς λογοτεχνικούς χαρακτήρες, τα προσωπεία και τις μάσκες πίσω από τις οποίες μας εμφανίζεται-, να ανασυνθέσει το αίνιγμα «Σωκράτης» και να κωδικοποιήσει τις εσώψυχες προσωπικές του παραδοχές, που κρύβονταν πίσω από τις αναρίθμητες ερωτήσεις που υπέβαλε στους συνομιλητές του και τελικά έμειναν αναπάντητες. Να ανακαλύψει δηλαδή τι κρυβόταν πίσω από το σμήνος των κάποτε αθώων, κάποτε ηθελημένα αφελών και ερμητικά εφτασφράγιστων ερωτημάτων του. Να ανασυνθέσει τελικά μια κάποια εικόνα που να αντικατοπτρίζει σε γενικές γραμμές τον ηθικό φιλόσοφο Σωκράτη. Να βάλει σε μια λογική και οριστική σειρά τις έννοιες που κυκλικά αλληλοκαθορίζονταν και αλληλοεξαρτιόνταν: «αρετή, γνώση, αγαθό, ευδαιμονία. Πρόσθετη δυσκολία για τη λύση του γρίφου της ιεράρχησης και των προτεραιοτήτων των αξιών του αποτελεί και η έστω μεθοδολογική αρχή του «εν οίδα ότι ουδέν οίδα», η ομολογία του ότι δεν υπήρξε δάσκαλος με την καθιερωμένη έννοια κανενός και η ματαιοπονία να συναχθεί μια απάντηση μέσα από μια αρμαθιά αναπάντητων ερωτήσεων.

Χρήσιμος για μια πρώτη χαρτογράφηση των φιλοσοφικών προβλημάτων που αποτέλεσαν την κινητήρια δύναμη των απαρχών της ηθικής φιλοσοφίας με τον Σωκράτη είναι ο Αριστοτέλης. Από τον Πλάτωνα κυρίως του προσγράφεται η διαβόητη πια ειρωνεία, κυρίως ως προσποίηση από μέρους του άγνοιας κι έτσι ως μεθοδολογική αρχή αναζήτησης της ουσίας του αντικειμένου της συζήτησης, και η χρήση αναλογικών επιχειρημάτων. Από τον Αριστοτέλη η αναζήτηση καθολικού ορισμού των ηθικών κυρίως εννοιών και η εφαρμογή της επαγωγής για τα ηθικά του παράδοξα, όπως η αρετή είναι επιστήμη-γνώση, επαρκής για την ευδαιμονία, κανείς δεν κάνει κακό θεληματικά, η ακρασία ανάγεται τελικά στην άγνοια και την αμάθεια κλπ. Για την ερμηνεία, την εξήγηση και τη δικαίωση αυτών των παραδοχών-συμπερασμάτων αναπάντητων ερωτήσεων χρειάζεται η επιστράτευση προσωπικής κατανόησης του μελετητή, γιατί το τι ήθελε να πει κάθε φορά ο Σωκράτης μας έρχεται από δεύτερο και τρίτο χέρι, με αποτέλεσμα ελάχιστα να συμφωνούν οι εκάστοτε ερμηνείες.

Μια καλή εικόνα ωστόσο της σωκρατικής μεθόδου και συγχρόνως μια επαλήθευση της αριστοτελικής ετυμηγορίας μας δίνουν οι πρώτοι «απορητικοί» πλατωνικοί διάλογοι (Θεοδωρακόπουλος ΐ97θ). Στους διάλογους αυτούς ο Σωκράτης διερευνά με τους εκάστοτε συνομιλητές του το περιεχόμενο κάθε φορά μιας ηθικής έννοιας ή αρετής. Στον Ευθύφρονα, λ.χ., εξετάζει την έννοια του «όσιου», στον Λύσι την έννοια της φιλίας, στον Λάχη την έννοια της ανδρείας, στον Ιππία Μείζονα την έννοια του ωραίου, στο πρώτο βιβλίο της Πολιτείας την έννοια της δικαιοσύνης, στον Μένωνα την αρετή γενικά, στον Γοργία τη ρητορική και τη δικαιοσύνη, στον Πρωταγόρα την ενότητα της αρετής και το διδακτό της, στον Ευθύδημο τη σχέση των αγαθών με την ευδαιμονία κλπ. H σωκρατική διαλεκτική συνίσταται στον έλεγχο στον οποίο υποβάλλει ο Σωκράτης τον συνομιλητή του και τον κάνει να συνειδητοποιήσει τις ασυνέπειες και τις αντιφάσεις του κι έτσι να παραδεχτεί την άγνοια του. O διάλογος συνήθως αρχίζει με τον ορισμό μιας έννοιας ή μιας ηθικής αρετής, ο οποίος στη συνέχεια αναιρείται. Προτείνονται άλλοι ορισμοί, που επίσης ανασκευάζονται, και στο τέλος διαπιστώνεται άγνοια της αρετής γενικά ή της συγκεκριμένης ηθικής αρετής ή έννοιας και συνήθως το θέμα μένει ανοιχτό για μια άλλη συζήτηση. Κατά τη συζήτηση προκύπτουν αρκετά «σωκρατικά παράδοξα», δηλαδή αξιώσεις αντίθετες με τις κοινές ενοράσεις. Πρέπει να τονιστεί ότι με τη διαλεκτική του μέθοδο δεν αναζητεί ο Σωκράτης το λεξικογραφικό νόημα του όρου που εξετάζει, αλλά, όπως εξηγεί ο Βλαστός, «μια μοναδική εξήγηση που εφαρμόζεται σε όλους τους ενάρετους ανθρώπους και στις πράξεις τους και δείχνει σε τι έγκειται σε κάθε περίπτωση η αρετή». Αναζητεί, δηλαδή, ένα κριτήριο, ένα σταθερό χαρακτηριστικό σε αναφορά με το οποίο κρίνονται όλα τα πρόσωπα και όλες οι πράξεις.

Από τη συναίνεση των πηγών προκύπτουν ως σωκρατικές οι θέσεις ότι η αρετή είναι γνώση, ίσως γνώση αγαθών και κακών, ή γνώση του αγαθού, όπως θα προσθέσει αργότερα ο Πλάτωνας (Pamela Huby), ότι κανείς δεν είναι κακός εκούσια αλλά επειδή αγνοεί το αγαθό, έχει εσφαλμένη αντίληψη γι’ αυτό και κάνει λάθος, ότι σημαντικά είναι μόνο ή κυρίως τα αγαθά της ψυχής και όχι του σώματος, ότι η αρετή είναι γνώση («επιστήμη») και είναι επαρκής, αν όχι αυτάρκης, για την ευδαιμονία ως εκπλήρωση των δυνατοτήτων μας – όλοι θέλουμε να είμαστε ευτυχισμένοι -, ότι το δίκαιο συμφέρει εκείνον που το ασκεί – justice pays, όπως έλεγε ο Βλαστός -, ότι είναι σύμφωνο με τον ορθό λόγο και αναγκαίο για το ευ ζην να είναι κανείς ηθικός και προπαντός η απόρριψη του παραδοσιακού ανταποδοτικού δικαίου και η ανάγκη υποταγής στον νόμο με οποιοδήποτε τίμημα.

Πιο συγκεκριμένα, με βάση την – πολύ βολική στα δύσκολα – αρχή ότι καθένας μας έχει τον δικό του Σωκράτη, ο σπουδαιότερος κατά τη γνώμη μου μελετητής του Σωκράτη ως ηθικού φιλοσόφου στην εποχή μας, με αναλυτική μέθοδο και έμφαση στην επιχειρηματολογία, (Γρηγόρης Βλαστός) φαίνεται να εντοπίζει τη σωκρατική συμβολή κυρίως στην κυριαρχικότητα ή την επάρκεια της αρετής για την ευδαιμονία και στην απόρριψη της ανταπόδοσης. O Γεράσιμος Σάντας διαχωρίζοντας το «παράδοξο της φρόνησης», που αφορά στα «καλά και κακά για κάποιον πράγματα» με όρους ωφέλειας και βλάβης, από το «ηθικό παράδοξο», όπου εγείρονται ζητήματα δικαιοσύνης και αδικίας, ορθού και σφάλματος, δηλαδή με το νεότερο πνεύμα ζητήματα ηθικά, επισημαίνει ότι «τη σωκρατική ηθική απαρτίζουν κατά βάση δύο κύριες απόψεις: αυτή που υποστηρίζει ότι η αρετή είναι γνώση, ή τα αποκαλούμενα ‘σωκρατικά παράδοξα’, κι εκείνη που δηλώνει ότι η αρετή φέρνει ευτυχία και η κακία δυστυχία». O Θεοχάρης Κεσσίδης τονίζει ιδιαίτερα την αυτογνωσία και την έμφαση που έδωσε ο Σωκράτης στα αγαθά της ψυχής. O Terence Irwin. τέλος, για να περιορίσω την επισκόπηση μου, μιλά για τον ευδαιμονισμό του Σωκράτη, επισημαίνοντας τη συνάρτηση της ευδαιμονίας με τον λόγο και την αναγωγή της όχι στην ηδονή με την κοινή έννοια ή στην απλή ικανοποίηση της οποιασδήποτε επιθυμίας, αλλά στην πραγμάτωση της ανθρώπινης φύσης, στην εκπλήρωση του φυσικού δυναμικού του ατόμου, με βάση την αρχή ότι η αρετή είναι επαρκής για την απόκτηση της ευδαιμονίας και με την πεποίθηση ότι η δικαιοσύνη και η ηθικότητα συνιστούν το πραγματικό συμφέρον του ανθρώπου. Σε παρόμοια πορίσματα καταλήγουν και άλλοι μελετητές, μερικοί από τους οποίους αντιμετωπίζουν τις θέσεις αυτές με σύγχρονα λογικά, ψυχολογικά και λογικά κριτήρια, επισημαίνοντας και κάποιες επιστημολογικές και λογικές ανεπάρκειες στη σωκρατική επιχειρηματολογία, απότοκες οπωσδήποτε του σωκρατικού ηθικού ντετερμινισμού, της τελεολογίας και της νοησιοκρατίας.

Οι θέσεις όμως αυτές αποτέλεσαν τον καταστατικό χάρτη της ηθικής για τη μετασωκρατική ελληνική ηθική φιλοσοφία, η οποία, παρά την κάποτε κριτική στάση της, όπως στην περίπτωση του Αριστοτέλη και περισσότερο των επικούρειων, επιδόθηκε σε περαιτέρω επεξεργασία και συμπλήρωση τους, όπως στην περίπτωση του Πλάτωνα, των κυνικών και ιδιαίτερα της Στοάς. Ωστόσο, δεν είναι τόσο οι θέσεις καθεαυτές που εξηγούν τη μοναδικότητα και την επικαιρότητα του Σωκράτη – ίσως ο Αριστοτέλης και κυρίως οι στωικοί, ακόμη και μερικοί σοφιστές, να είναι εγγύτεροι στο νεωτερικό πνεύμα – όσο η πρωτοτυπία, η μέθοδος, οι προθέσεις, το ήθος, το πάθος και η μαστοριά του κορυφαίου Αθηναίου φιλοσόφου και κυρίως η ανάδειξη της δικαιοσύνης σε λυδία λίθο λόγου και πράξης και προπαντός το παράδειγμα συνέπειας λόγων και βίου που κληροδότησε στην ανθρωπότητα. Τα πρωτόγνωρα αυτά, που υπαινίχτηκε περισσότερο παρά που έθεσε, κινητοποίησαν τον φιλοσοφικό στοχασμό του Πλάτωνα να τα φτάσει στα όρια τους και του Αριστοτέλη να τα ξεκαθαρίσει, των κυνικο-στωικών να τα αναβαπτίσουν, με αποτέλεσμα η λαμπαδηδρομία της φιλοσοφίας του να τρέχει ακαταπόνητα μέχρι σήμερα. Μπορεί να είναι υπερβολικός ο λόγος του Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου, αλλά εξηγεί παραστατικά το φαινόμενο Σωκράτης, όχι τόσο, πιστεύω, γι’ αυτά τα λίγα θετικά στοιχεία που συνιστούν τον φιλοσοφικό πυρήνα της ηθικής του φιλοσοφίας, πολλά από τα οποία δεν τα συμμερίζονται αρκετοί φιλόσοφοι σήμερα, αλλά για το πώς «δεν τα είπε», και πότε τα βίωσε και τα έδωσε ως χρησμούς στους επίγονους, ώστε ο Σωκράτης να είναι και σήμερα η ενσάρκωση της φιλοσοφίας, ταυτόσημος με τη φιλοσοφία. Λέει ο Δεσποτόπουλος: «Χωρίς τον Σωκράτη δεν θα είχε υπάρξει ο Πλάτων ως ο κατ’ εξοχήν δημιουργός της αίδιας φιλοσοφίας, δεν θα είχε υπάρξει άρα ούτε η φιλοσοφία του Αριστοτέλους, ούτε η φαντασμαγορία της έκτοτε Ιστορίας της Φιλοσοφίας… Και αντίστροφα χωρίς τον Πλάτωνα δεν θα είχε αποκτήσει ο Σωκράτης όποια ιστορική μεγαλοσύνη έχει ως την εποχή μας, ως ακήρατη μορφή αυθεντικού ήρωος και μάρτυρος της φιλοσοφίας».

Αρκετές ηθικές θέσεις του Σωκράτη ανιχνεύονται στην Απολογία και στα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα, μερικές από τις οποίες θίξαμε συζητώντας τον βίο και το τέλος του. Ουσιώδη και προσωπικά χαρακτηριστικά της μεθόδου της σωκρατικής ηθικής φιλοσοφίας είναι, όπως είπαμε, η σωκρατική «ειρωνεία», ο «έλεγχος», «η επάρκεια της αρετής για την ευδαιμονία», η «απόρριψη της ανταπόδοσης», «η αρετή είναι γνώση», «ουδείς εκών κακός» και όσες άλλες ο κάθε μελετητής θα κατορθώσει να συναγάγει. Αξίζει πολύ συνοπτικά να συζητήσουμε κάποιες από αυτές εκτενέστερα, ακολουθώντας σε μερικά σημεία στην περιοχή αυτή την ετυμηγορία του Βλαστού, αλλά και σημειώνοντας τις όποιες παρεκκλίσεις μας. Παρά τις κάποιες ενστάσεις που μπορεί να εγείρει κανείς σε μερικές ερμηνείες του πρωτοπόρου αναλυτικού ιστορικού της αρχαίας φιλοσοφίας, όπως και έχει ήδη γίνει, ο Βλαστός, πιστεύω, δουλεύοντας πάνω στον Σωκράτη μια ολόκληρη ζωή, μας έδωσε τον πιο γνήσιο και συνεπή ηθικό φιλόσοφο Σωκράτη.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΙΩΝ

ΠΛ Ιων 533c–535a

Η θεϊκή προέλευση της ποιητικής έμπνευσης

Στον διάλογο αυτόν ο Σωκράτης αμφισβητεί την ικανότητα του ραψωδού Ίωνα να ερμηνεύει ουσιαστικά την ομηρική ποίηση και να καλλιεργεί μέσω αυτής το πνεύμα και το ήθος των νεότερων γενεών, λόγω της έλλειψης ειδικής ικανότητας (τέχνης) και επιστημονικής γνώσης (ἐπιστήμης). Αρχικά ο Σωκράτης υποστήριξε ότι ο Ίωνας δεν κατέχει μια πραγματική τέχνη, διότι κάτι τέτοιο θα του έδινε τη δυνατότητα να απαγγέλλει και να ερμηνεύει όχι μόνο τα ομηρικά έπη, αλλά και οποιοδήποτε ποιητικό έργο. Στο παρακάτω απόσπασμα ο φιλόσοφος απαντά στην απορία του ραψωδού για ποιο λόγο η ικανότητά του περιοριζόταν στην απαγγελία και ερμηνεία των ομηρικών επών.


ΣΩ. Καὶ ὁρῶ, ὦ Ἴων, καὶ ἔρχομαί γέ σοι ἀποφανού-
[533d] μενος ὅ μοι δοκεῖ τοῦτο εἶναι. ἔστι γὰρ τοῦτο τέχνη μὲν
οὐκ ὂν παρὰ σοὶ περὶ Ὁμήρου εὖ λέγειν, ὃ νυνδὴ ἔλεγον,
θεία δὲ δύναμις ἥ σε κινεῖ, ὥσπερ ἐν τῇ λίθῳ ἣν Εὐρι-
πίδης μὲν Μαγνῆτιν ὠνόμασεν, οἱ δὲ πολλοὶ Ἡρακλείαν.
καὶ γὰρ αὕτη ἡ λίθος οὐ μόνον αὐτοὺς τοὺς δακτυλίους ἄγει
τοὺς σιδηροῦς, ἀλλὰ καὶ δύναμιν ἐντίθησι τοῖς δακτυλίοις
ὥστ’ αὖ δύνασθαι ταὐτὸν τοῦτο ποιεῖν ὅπερ ἡ λίθος, ἄλλους
[533e] ἄγειν δακτυλίους, ὥστ’ ἐνίοτε ὁρμαθὸς μακρὸς πάνυ σιδη-
ρίων καὶ δακτυλίων ἐξ ἀλλήλων ἤρτηται· πᾶσι δὲ τούτοις
ἐξ ἐκείνης τῆς λίθου ἡ δύναμις ἀνήρτηται. οὕτω δὲ καὶ ἡ
Μοῦσα ἐνθέους μὲν ποιεῖ αὐτή, διὰ δὲ τῶν ἐνθέων τούτων
ἄλλων ἐνθουσιαζόντων ὁρμαθὸς ἐξαρτᾶται. πάντες γὰρ οἵ
τε τῶν ἐπῶν ποιηταὶ οἱ ἀγαθοὶ οὐκ ἐκ τέχνης ἀλλ’ ἔνθεοι
ὄντες καὶ κατεχόμενοι πάντα ταῦτα τὰ καλὰ λέγουσι ποιή-
ματα, καὶ οἱ μελοποιοὶ οἱ ἀγαθοὶ ὡσαύτως, ὥσπερ οἱ κορυ-
[534a] βαντιῶντες οὐκ ἔμφρονες ὄντες ὀρχοῦνται, οὕτω καὶ οἱ μελο-
ποιοὶ οὐκ ἔμφρονες ὄντες τὰ καλὰ μέλη ταῦτα ποιοῦσιν,
ἀλλ’ ἐπειδὰν ἐμβῶσιν εἰς τὴν ἁρμονίαν καὶ εἰς τὸν ῥυθμόν,
βακχεύουσι καὶ κατεχόμενοι, ὥσπερ αἱ βάκχαι ἀρύονται ἐκ
τῶν ποταμῶν μέλι καὶ γάλα κατεχόμεναι, ἔμφρονες δὲ οὖσαι
οὔ, καὶ τῶν μελοποιῶν ἡ ψυχὴ τοῦτο ἐργάζεται, ὅπερ αὐτοὶ
λέγουσι. λέγουσι γὰρ δήπουθεν πρὸς ἡμᾶς οἱ ποιηταὶ ὅτι
[534b] ἀπὸ κρηνῶν μελιρρύτων ἐκ Μουσῶν κήπων τινῶν καὶ ναπῶν
δρεπόμενοι τὰ μέλη ἡμῖν φέρουσιν ὥσπερ αἱ μέλιτται, καὶ
αὐτοὶ οὕτω πετόμενοι· καὶ ἀληθῆ λέγουσι. κοῦφον γὰρ
χρῆμα ποιητής ἐστιν καὶ πτηνὸν καὶ ἱερόν, καὶ οὐ πρότερον
οἷός τε ποιεῖν πρὶν ἂν ἔνθεός τε γένηται καὶ ἔκφρων καὶ
ὁ νοῦς μηκέτι ἐν αὐτῷ ἐνῇ· ἕως δ’ ἂν τουτὶ ἔχῃ τὸ κτῆμα,
ἀδύνατος πᾶς ποιεῖν ἄνθρωπός ἐστιν καὶ χρησμῳδεῖν. ἅτε
οὖν οὐ τέχνῃ ποιοῦντες καὶ πολλὰ λέγοντες καὶ καλὰ περὶ
[534c] τῶν πραγμάτων, ὥσπερ σὺ περὶ Ὁμήρου, ἀλλὰ θείᾳ μοίρᾳ,
τοῦτο μόνον οἷός τε ἕκαστος ποιεῖν καλῶς ἐφ’ ὃ ἡ Μοῦσα
αὐτὸν ὥρμησεν, ὁ μὲν διθυράμβους, ὁ δὲ ἐγκώμια, ὁ δὲ
ὑπορχήματα, ὁ δ’ ἔπη, ὁ δ’ ἰάμβους· τὰ δ’ ἄλλα φαῦλος
αὐτῶν ἕκαστός ἐστιν. οὐ γὰρ τέχνῃ ταῦτα λέγουσιν ἀλλὰ
θείᾳ δυνάμει, ἐπεί, εἰ περὶ ἑνὸς τέχνῃ καλῶς ἠπίσταντο
λέγειν, κἂν περὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων· διὰ ταῦτα δὲ ὁ θεὸς
ἐξαιρούμενος τούτων τὸν νοῦν τούτοις χρῆται ὑπηρέταις καὶ
[534d] τοῖς χρησμῳδοῖς καὶ τοῖς μάντεσι τοῖς θείοις, ἵνα ἡμεῖς οἱ
ἀκούοντες εἰδῶμεν ὅτι οὐχ οὗτοί εἰσιν οἱ ταῦτα λέγοντες
οὕτω πολλοῦ ἄξια, οἷς νοῦς μὴ πάρεστιν, ἀλλ’ ὁ θεὸς αὐτός
ἐστιν ὁ λέγων, διὰ τούτων δὲ φθέγγεται πρὸς ἡμᾶς. μέ-
γιστον δὲ τεκμήριον τῷ λόγῳ Τύννιχος ὁ Χαλκιδεύς, ὃς
ἄλλο μὲν οὐδὲν πώποτε ἐποίησε ποίημα ὅτου τις ἂν ἀξιώ-
σειεν μνησθῆναι, τὸν δὲ παίωνα ὃν πάντες ᾄδουσι, σχεδόν
τι πάντων μελῶν κάλλιστον, ἀτεχνῶς, ὅπερ αὐτὸς λέγει,
[534e] «εὕρημά τι Μοισᾶν». ἐν τούτῳ γὰρ δὴ μάλιστά μοι δοκεῖ
ὁ θεὸς ἐνδείξασθαι ἡμῖν, ἵνα μὴ διστάζωμεν, ὅτι οὐκ ἀνθρώ-
πινά ἐστιν τὰ καλὰ ταῦτα ποιήματα οὐδὲ ἀνθρώπων, ἀλλὰ
θεῖα καὶ θεῶν, οἱ δὲ ποιηταὶ οὐδὲν ἀλλ’ ἢ ἑρμηνῆς εἰσιν
τῶν θεῶν, κατεχόμενοι ἐξ ὅτου ἂν ἕκαστος κατέχηται.
ταῦτα ἐνδεικνύμενος ὁ θεὸς ἐξεπίτηδες διὰ τοῦ φαυλοτάτου
[535a] ποιητοῦ τὸ κάλλιστον μέλος ᾖσεν· ἢ οὐ δοκῶ σοι ἀληθῆ
λέγειν, ὦ Ἴων;

ΙΩΝ. Ναὶ μὰ τὸν Δία, ἔμοιγε· ἅπτει γάρ πώς μου τοῖς
λόγοις τῆς ψυχῆς, ὦ Σώκρατες, καί μοι δοκοῦσι θείᾳ μοίρᾳ
ἡμῖν παρὰ τῶν θεῶν ταῦτα οἱ ἀγαθοὶ ποιηταὶ ἑρμηνεύειν.

***
ΣΩ. Και βλέπω, Ίωνα, και έρχομαι να σου αποδείξω τι κατά τη γνώμη μου είναι. Όπως σου έλεγα, η ικανότητά σου να μιλάς ωραία για τον Όμηρο δεν οφείλεται στην τέχνη, αλλά στη θεία δύναμη που σε κινεί, όπως ακριβώς στην περίπτωση της πέτρας, την οποία ο Ευριπίδης ονόμασε Μαγνήτη, ενώ οι πολλοί Ηράκλεια. Διότι αυτή η πέτρα δεν έλκει μόνο τα σιδερένια δακτυλίδια, αλλά εμβάλλει δύναμη σε αυτά, ώστε με τη σειρά τους να μπορούν να κάνουν ό,τι και η πέτρα, να έλκουν δηλαδή άλλα δακτυλίδια, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μερικές φορές μία εξαιρετικά μακριά αλυσίδα από σιδερένια αντικείμενα και δακτυλίδια που εξαρτώνται το ένα από το άλλο· σε όλα αυτά η δύναμη προέρχεται από εκείνη την πέτρα. Έτσι και η Μούσα εμπνέει κάποιους και από αυτούς τους εμπνευσμένους εξαρτάται μία αλυσίδα άλλων θεόπνευστων. Διότι όλοι οι καλοί επικοί ποιητές συνθέτουν όλα αυτά τα ωραία ποιήματα όχι από ικανότητα, αλλά κυριευμένοι από ενθουσιασμό· το ίδιο και οι καλοί λυρικοί ποιητές. Όπως οι κορύβαντες χορεύουν χωρίς να έχουν το λογικό τους, έτσι και οι λυρικοί ποιητές συνθέτουν αυτά τα ωραία μέλη χωρίς να είναι σώφρονες, αλλά μόλις εισέλθουν στην αρμονία και στον ρυθμό, βακχεύουν και κυριεύονται από ενθουσιασμό. Όπως οι βάκχες, όταν βρίσκονται σε κατάσταση μανίας και όχι όταν έχουν το λογικό τους, αντλούν από τα ποτάμια μέλι και γάλα, έτσι και η ψυχή των λυρικών ποιητών κάνει το ίδιο, καθώς οι ίδιοι ομολογούν. Διότι μας λένε οι ποιητές, αν δεν απατώμαι, ότι δρέπουν τα μέλη τους από τις μελίρρυτες πηγές κάποιων κήπων και λόγγων των Μουσών και μας τα φέρνουν όπως οι μέλισσες, πετώντας και αυτοί κατά τον ίδιο τρόπο. Και λένε την αλήθεια. Διότι ο ποιητής είναι πράγμα ελαφρύ και πετούμενο και ιερό και ανίκανος να δημιουργεί, προτού εμπνευστεί και βγει από τα λογικά του και νους πλέον δεν υπάρχει σε αυτόν. Κάθε άνθρωπος, μέχρις ότου αποκτήσει αυτό το αγαθό, είναι ανίκανος να συνθέτει και να χρησμοδοτεί. Επειδή λοιπόν όχι από ικανότητα, αλλά από θεία μοίρα συνθέτουν και λέγουν πολλά και ωραία για διάφορα πράγματα, όπως εσύ για τον Όμηρο, ο καθένας τους μπορεί να συνθέτει ωραία αυτό μόνο στο οποίο η Μούσα τον έσπρωξε, ο ένας διθυράμβους, ο άλλος εγκώμια, ο άλλος υπορχήματα, ο άλλος έπη, ο άλλος ιάμβους. Ως προς τα άλλα είναι ασήμαντοι. Διότι δε μιλούν με βάση την ικανότητά τους, αλλά τη θεία δύναμη. Επειδή, αν γνώριζαν να μιλούν ωραία για ένα πράγμα με βάση την ικανότητά τους, θα γνώριζαν και για όλα τα άλλα. Για αυτό τον λόγο ο θεός αφαιρώντας τον νου τους, τους χρησιμοποιεί ως υπηρέτες, και τους χρησμωδούς και τους θείους μάντεις, για να καταλαβαίνουμε εμείς που τους ακούμε ότι δεν είναι αυτοί που λένε τα τόσο αξιόλογα, οι οποίοι δεν έχουν μυαλό, αλλά ο ίδιος ο θεός μιλά και μέσα από αυτούς μας στέλνει μηνύματα. Τη μεγαλύτερη απόδειξη αποτελεί ο Τύννιχος από τη Χαλκίδα, ο οποίος δε συνέθεσε άλλο αξιομνημόνευτο ποίημα εκτός από τον παιάνα, που όλοι τραγουδούν, το καλύτερο σχεδόν από όλα τα μέλη, απλά, όπως ο ίδιος λέει, «ένα εύρημα των Μουσών». Κατά τη γνώμη μου κυρίως σε αυτόν μας έδείξε ο θεός, για να μην αμφιβάλλουμε, πως τούτα τα ωραία ποιήματα δεν είναι ανθρώπινα ή δημιουργήματα ανθρώπων, αλλά θεϊκά και δημιουργήματα θεών και ότι οι ποιητές δεν είναι τίποτε άλλο παρά ερμηνευτές των θεών, κατεχόμενοι από όποιον ο καθένας κατέχεται. Αυτά θέλοντας να δείξει ο θεός, τραγούδησε επίτηδες μέσα από τον χειρότερο ποιητή το καλύτερο τραγούδι. Ή σου δίνω την εντύπωση πως έχω άδικο, Ίωνα;

ΙΩΝ. Όχι, μα τον Δία· αγγίζεις κάπως την ψυχή μου με τα λόγια σου, Σωκράτη, και μου φαίνεται πως οι καλοί ποιητές από θεία μοίρα ερμηνεύουν σε εμάς τα λόγια των θεών.