Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Η αγωγή των νέων στην Αρχαία Ελλάδα

Η αγωγή των νέων στην Αρχαία Ελλάδα όπου στη Σπάρτη οι νέοι σκότωναν είλωτες στην κρυπτεία, στην Κρήτη τους απήγαγαν μεγαλύτεροι και οι σοφιστές της Αθήνας.

Η αγωγή στη Σπάρτη και οι σοφιστές της Αθήνας
Η Σπάρτη φιλοδοξούσε να έχει ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο της ζωής των πολιτών της. Τα αγόρια ανατρέφονταν απ’ την οικογένειά τους μέχρι την ηλικία των επτά ετών και έπειτα ξεκινούσε το σύστημα της αγωγής. Αγωγή ήταν η σπαρτιατική εκγύμναση, όπου όλα τα αγόρια συμβίωναν με τους συνομήλικούς τους.
Το πρόγραμμα είχε αυστηρή εκπαίδευση, όπου η σωματική σκληραγώγηση και η απόκτηση ηθικών αρχών τους οδηγούσαν στην πνευματική διαμόρφωση του χαρακτήρα. Ο Πλούταρχος λέει ότι οι νέοι παρευρίσκονταν στα συμπόσια των πολιτών, όπου άκουγαν τα κατορθώματα των γερόντων και ιστορίες που αποσκοπούσαν να τους διδάξουν τις αξίες της Πόλης.
Τότε διδάσκονταν ποια παραδείγματα ήταν άξια προς μίμηση και ποια προς αποφυγή. Ήταν ένας κλασικός τρόπος διαπαιδαγώγησης, που βασιζόταν στην επανάληψη και στην μίμηση. Η σπαρτιάτικη μέθοδος ήταν πολύ διαφορετική από αυτή των σοφιστών στην Αθήνα του 5ου αιώνα, οι οποίοι εκθείαζαν την εξατομικευμένη εκπαίδευση, τον πειραματισμό και την αμφισβήτηση των απόψεων. Είναι γνωστό ότι οι σοφιστές δεν είχαν καλή φήμη και ότι υπήρξαν θύματα τόσο ορισμένων ακροατών τους που διαστρέβλωναν τα λεγόμενά τους, όσο και της σάτιρας του Αριστοφάνη για τις παιδαγωγικές τους μεθόδους.
Η διδασκαλία τους ωστόσο, θεμελίωσε κατά κάποιον τρόπο τη σύγχρονη διαπαιδαγώγηση, παροτρύνοντας καθ` έναν ξεχωριστά να γνωρίσει τον εαυτό του και να προοδεύσει. Είναι όμως προφανές ότι βρισκόταν στον αντίποδα του σπαρτιατικού μοντέλου.

Η κρυπτεία στη Σπάρτη
Στη Σπάρτη του 7ου – 4ου αιώνα ίσχυε ένας παράξενος θεσμός, η κρυπτεία, που προέρχεται από το ρήμα «κρύπτειν», δηλαδή «κρύβω». Το τελετουργικό της κρυπτείας παρουσιάζεται στον Πλούταρχο ως μία από τις πιο αποτρόπαιες ασκήσεις της σπαρτιατικής εκπαίδευσης.
Να λοιπόν τι ήταν η κρυπτεία. Οι άρχοντες που ήταν υπεύθυνοι για τη διαπαιδαγώγηση των νέων έστελναν κάθε τόσο σε όλη την επικράτεια, όσους έκριναν ότι ήταν οι εξυπνότεροι, εφοδιάζοντάς τους με στιλέτα και τα απαραίτητα τρόφιμα. Οι νέοι παρέμεναν κρυμμένοι όλη τη μέρα σε διάσπαρτα καταφύγια και ξεκουράζονταν.
Όταν βράδιαζε, κατέβαιναν στους αγρούς και έσφαζαν όσους είλωτες κατάφερναν να πιάσουν. Πήγαιναν πολλές φορές στους αγρούς, όπου σκότωναν τους πιο γεροδεμένους και δυνατούς.
Ο Πλούταρχος δίσταζε να αποδώσει στον Λυκούργο την επινόηση μιας τόσο απαίσιας άσκησης, γιατί του φαινόταν αντίθετη στο πνεύμα δικαιοσύνης που δέσποζε, κατά τη γνώμη του, στο έργο του λακεδαιμόνιου νομοθέτη.

Οι εραστές στη Σπάρτη
Προτού περιγράψει ο Πλούταρχος την κρυπτεία, μας πληροφορεί ότι με το που φθάνουν σε κάποια ηλικία, πιθανόν γύρω στα 20, οι νέοι πήγαιναν με τους εραστές. Ο Πλούταρχος παρέμενε ασαφής ως προς αυτό το σημείο και δεν έκανε ομοφυλοφιλικούς υπαινιγμούς, ενώ προσέδιδε στη σχέση μία παιδαγωγική και ηθική διάσταση.
Ο εραστής μοιράζεται την καλή ή την κακή φήμη του ερωμένου του και μπορεί αντ` αυτού να τιμωρηθεί. Ο εραστής ήταν αυτός που είχε αναλάβει στην εκπαίδευση έναν ρόλο πατρικό και καθοδηγητικό.

Η απαγωγή στην Κρήτη
Ένα απόσπασμα από το έργο του ιστορικού μελετητή Εφόρου, που διέσωσε ο Στράβων, μας μεταφέρει στοιχεία υψίστης σημασίας για να κατανοήσουμε αυτού του είδους τις σχέσεις. Το έθιμο που περιγράφει ο Έφορος αναφέρεται στις πόλεις της Κρήτης. Στις κρητικές πόλεις, σύμφωνα με τον Έφορο, οι άνδρες απήγαγαν τα νεαρά αγόρια. Επρόκειτο όμως για μία απαγωγή που οργανωνόταν εκ των προτέρων και ήταν κωδικοποιημένη κατά κάποιον τρόπο.
Αυτός που σκεφτόταν να απαγάγει έναν έφηβο, το ανακοίνωνε στους γνωστούς του, οι οποίοι έκαναν ό, τι μπορούσαν για να μαθευτεί το νέο στην οικογένεια του νεαρού. Η οικογένεια έδινε άτυπα τη συγκατάθεσή της, μόνο αν έκρινε ότι ο απαγωγέας ήταν της ίδιας ή ανώτερης κοινωνικής τάξης.
Θύτης και Θύμα, με τη συνοδεία των φίλων που συμμετείχαν στην απαγωγή, αποτραβιούνταν στην ύπαιθρο, έπιναν, έτρωγαν και γλεντοκοπούσαν για διάστημα δύο μηνών και μετά επέστρεφαν στην πόλη.
Άφηναν τότε το αγόρι να φύγει και ως δώρο, προσέφεραν στρατιωτικό εξοπλισμό, ένα βόδι, ένα κύπελλο και διάφορα άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Το νεαρό αγόρι θυσίαζε ένα βόδι στον Δία και προσέφερε συμπόσιο σε όσους τον συνόδευσαν. Στη συνέχεια, ο νεαρός δημοσιοποιούσε τις οικείες σχέσεις που ανέπτυξε με τον εραστή του, λέει αν τις απόλαυσε ή όχι, γιατί ο νόμος προέβλεπε ότι αν έπεσε θύμα βιασμού, είχε το δικαίωμα να ζητήσει αποζημίωση.
Η απαγωγή ήταν αυστηρώς κωδικοποιημένη. Δεν επρόκειτο για κάποιο ανεξέλεγκτο ερωτικό πάθος και ο Έφορος διευκρίνιζε ότι τα πιο δημοφιλή παιδιά δεν ήταν τα ωραιότερα, αλλά αυτά που διακρίνονταν για την τόλμη και την εξυπνάδα τους.
Οι νέοι που επιλέγονταν απολάμβαναν δόξα και τιμές. Τους προσέφεραν τις πιο περίοπτες θέσεις στα δημόσια θεάματα, ενώ διατηρούσαν το δικαίωμα να διακρίνονται από τους υπόλοιπους, φορώντας τα ρούχα που τους έδιναν οι εραστές τους, έτσι ώστε όλοι να γνωρίζουν ότι «τιμήθηκαν», έγιναν κλείνοι, όροι που υποδείκνυαν ότι υπήρξαν ερωμένοι, ενώ ο εραστής αποκαλούταν φιλήτω.

Η αγωγή των νέων στην Αρχαία Αθήνα

Η αγωγή των νέων στην αρχαία Αθήνα είναι παρόμοια με την αγωγή των νέων σε άλλες ελληνικές πόλεις, με εξαίρεση την Σπάρτη. Απλώς γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην αγωγή των Αθηναίων νέων, γιατί η αρχαία Αθήνα του 5ου π.Χ. αιώνα αποτελεί γενικότερο πρότυπο σε αυτό το βιβλίο.
Στην αθηναϊκή οικογένεια, την αγωγή αναλάμβανε ο πατέρας ο οποίος ήταν και ο αρχηγός της οικογενείας. Μπορούσε, όμως, η αγωγή να ανατεθεί σε άλλους. Μέχρι τα 7 τους έτη τα αγόρια και τα κορίτσια μεγάλωναν μαζί στον γυναικωνίτη και έπαιζαν μαζί διάφορα ευχάριστα παιχνίδια. Από τα 7 τους έτη τα αγόρια, με τη συνοδεία του παιδαγωγού, πήγαιναν στο σχολείο. Ο παιδαγωγός ήταν ένας ηλικιωμένος και έμπιστος δούλος της οικογενείας. Σε ό,τι αφορά τα κορίτσια, αυτά έμεναν στο σπίτι και η μητέρα τους τα δίδασκε ανάγνωση, γραφή, μουσική, χορό και την οικοκυρική τέχνη.
Φυσικά, ο αναγνώστης θα αναρωτηθεί γιατί τα κορίτσια δεν πήγαιναν σχολείο μαζί με τα αγόρια. Η απάντηση είναι ότι οι γυναίκες την εποχή εκείνη ασχολούνταν με το νοικοκυριό και την οικογένειά τους και όχι με κάποιο επάγγελμα. Δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα, γιατί όπως και οι δούλοι στερούντο μορφώσεως, κάτι που είναι απαραίτητο στην άμεση δημοκρατία. Αν λάβουμε υπόψιν ότι η σημερινή εκπαίδευση είναι απαράδεκτη παγκοσμίως, με το παραπάνω σκεπτικό, κανείς δεν θα είχε δικαίωμα ψήφου στις εκλογές!!
Στην αρχαία Αθήνα οι άνδρες ήταν αυτοί που εργάζονταν και συντηρούσαν την οικογένεια και συμμετείχαν, όντας πνευματικά καλλιεργημένοι, στις πολιτικές αποφάσεις. Η θέση της γυναίκας ήταν – με εξαίρεση την Σπάρτη και την μινωική Κρήτη – μέτρια στην αρχαία Ελλάδα όπως και στις άλλες χώρες, τότε. Ουσιαστικά, στις περισσότερες – βασικά στις δυτικές – χώρες, μόλις στα μέσα του 20ου αιώνα άρχισαν οι γυναίκες να αποκτούν πολιτικά δικαιώματα και ισότητα με το ανδρικό φύλο, σε όλους τους τομείς.
Επιστρέφοντας στην αγωγή των νέων στην αρχαία Αθήνα, οι γονείς ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν κάποιον δάσκαλο που θα αναλάμβανε την αγωγή των παιδιών τους.
Τα μαθήματα δεν γίνονταν σε κάποιο σχολείο, αλλά στην οικία του δασκάλου. Κάτι σαν ιδιαίτερο ολιγομελές φροντιστήριο! Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι γίνεται αναφορά στα ανήλικα παιδιά και όχι στους ενηλίκους που μπορούσαν να σπουδάσουν δίπλα σε φιλοσόφους και σε φιλοσοφικές σχολές, μοναδικές και ανεπανάληπτες για την ανθρωπότητα.

Οι ανήλικοι, λοιπόν, διδάσκονταν την βασική εκπαίδευση από 4 δασκάλους: τον γραμματιστή, τον δάσκαλο της μουσικής, τον γυμναστή και τον χοροδιδάσκαλο.
Τα παιδιά διδάσκονταν από τον γραμματιστή ανάγνωση και γραφή. Επίσης, τα παιδιά διδάσκονταν ποίηση όπως του Ομήρου και του Ησιόδου και μάθαιναν από την αρχή της εκπαίδευσής τους να αποστηθίζουν ποιήματα. Όταν μάθαιναν ανάγνωση και γραφή, τότε διάβαζαν και αποστήθιζαν ποιήματα μεγάλων ποιητών της εποχής. Πέρα από την ανάγνωση, την γραφή και την διείσδυση των νέων στα κείμενα των σοφών της εποχής, η μουσική θεωρείτο απαραίτητο στοιχείο στην αγωγή τους.
Στην αρχαία Ελλάδα ο «μουσικός ανήρ» ήταν ο μορφωμένος άνθρωπος. Ως γνωστόν, η διδασκαλία της μουσικής στην αρχαία Ελλάδα προηγήθηκε από αυτή των γραμμάτων. Η μουσική εκπαίδευση περιλάμβανε την διδασκαλία μουσικού οργάνου, τραγουδιού και χορού. Τα παιδιά διδάσκονταν από τον «κιθαριστή» λύρα ή αυλό.
Το παίξιμο της λύρας συνοδευόταν από την απαγγελία στίχων λυρικών ποιημάτων ή από τραγούδια συχνά ηρωικά κατορθώματα. Από εκεί βγήκε και η λυρική ποίηση.
Στην αρχαία Ελλάδα δεν επικρατούσε η αδιαφορία, η φασαρία και η ανοησία των σύγχρονων μαθητών. Κατά την διάρκεια των μαθημάτων οι νέοι στέκονταν σοβαροί, δεν μιλούσαν μεταξύ τους και παρακολουθούσαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την διδασκαλία. Κανένα εκπαιδευτικό σύστημα και κανένας δάσκαλος δεν κατάφερε ποτέ στην ιστορία να κρατήσει πραγματικά το ενδιαφέρον των μαθητών.
Στην αρχαία Ελλάδα οι μαθητές αγαπούσαν το σχολείο το οποίο δεν τους πίεζε να βαθμοθηρούν για να φοιτήσουν σε κάποιοι πανεπιστήμιο, ούτε τους πίεζε και τους καθιστούσε ανταγωνιστές από την τρυφερή τους ηλικία με διάφορες εξετάσεις, «credits» και βαθμολογίες που τα σύγχρονα γελοία εκπαιδευτικά συστήματα όλου του κόσμου κάνουν.
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, σήμερα η εκπαίδευση αποσκοπεί στην μετάδοση στείρων γνώσεων και στην παραγωγή επαγγελματιών. Επίσης, ο εκπαιδευτικός με την υποκειμενική του αξιολόγηση κολλάει μια ταμπέλα στον νέο λέγοντας του ότι είναι «καλός» ή «κακός» μαθητής ή φοιτητής, τουτέστιν άχρηστος. Ποίος, όμως, είναι ο αλάνθαστος που θα κρίνει έναν άνθρωπο και μάλιστα έναν νέο και θα καθορίσει την μετέπειτα επαγγελματική και κοινωνική του ζωή;
Η αγάπη των Αθηναίων νέων για το σχολείο φαίνεται από το μάθημα της μουσικής στο οποίο πήγαιναν παραταγμένοι σε ομάδες και σιωπηροί, χωρίς να οχλαγωγούν – όπως οι σημερινοί νέοι.
Στα μαθήματα αναφέρθηκε ότι οι νέοι παρέμεναν κόσμιοι και σοβαροί, δεν έκαναν αστεία και ποτέ δεν αντιμιλούσαν στον δάσκαλο, κάτι που γίνεται κατά κόρον σήμερα. Εντούτοις, αν κάποιος μαθητής έδειχνε ασέβεια στο μάθημα και γελούσε ή έκανε φασαρία, τότε ο δάσκαλος τον χτυπούσε.
Σήμερα, οι δάσκαλοι φοβούνται να ρίξουν ένα χαστούκι ή με το ραβδί να χτυπήσουν τα χέρια ενός άτακτου μαθητή, για να μην μηνυθούν από τους γονείς του και χάσουν την δουλεία τους από την πειθαρχική επιτροπή του υπουργείου παιδείας. Και όμως, χωρίς να προτείνεται το (πάλαι ποτέ) δεσποτικό γερμανικό σύστημα, είναι εμφανές ότι η αντιμετώπιση των άτακτων μαθητών στην αρχαία Αθήνα σωφρόνιζε τους ιδίους και παραδειγμάτιζε τους άλλους.
Οι νέοι στην αρχαία Ελλάδα, εν αντιθέσει με τους σημερινούς νέους, έδειχναν σεβασμό στους μεγαλυτέρους και τους δασκάλους τους, και ας λέει ο κωμωδιογράφος Αριστοφάνης (445 -385 π.Χ.) ότι πείραζαν τους γέροντες. Ο Αριστοφάνης, επί τη ευκαιρία, είναι γνωστός για την υπερβολή του (…ποιητική αδεία) και δεν μπορεί να προσφέρει αξιόπιστες ιστορικές πληροφορίες.
Γνωστό παράδειγμα είναι το πώς παρουσιάζει τον Σωκράτη. Επιστρέφοντας στους νέους της Αθήνας, οι «σωφρονιστές» και οι παιδαγωγοί ήταν αυτοί που επέβλεπαν τη συμπεριφορά τους που έπρεπε να ήταν κοσμία. Οι νέοι στέκονταν μπροστά στους ηλικιωμένους σιωπηρά, χωρίς να μιλούν – εκτός αν τους ρωτούσαν κάτι. Αν ήθελαν να πουν κάτι το έλεγαν χαμηλοφώνως, μιας και η δυνατή φωνή (που έχουν οι νέοι σήμερα) έδειχνε κακή αγωγή. Η ζωή των νέων στην αρχαία Ελλάδα ήταν γενικά συγκρατημένη.

Οι Έλληνες έφηβοι είχαν για διασκέδαση τις παλαίστρες, τα δημόσια γυμναστήρια και τις εορτές. Μάλιστα στα Παναθήναια της Αθήνας, εορτή προς τιμήν της πολιούχου θεάς Αθηνάς, συμμετείχαν στην πομπή του πέπλου της προς το Ερέχθειο, ως αναβάτες σε άλογα, γεμίζοντας με μεγάλη περηφάνια τους Αθηναίους πολίτες. Οι νέοι δεν είχαν δικαίωμα να μπουν στην αγορά (τόπος συνάθροισης των Αθηναίων), ούτε στην Ηλιαία (δικαστήριο της Αθήνας).

Όπως προαναφέρθηκε, οι νέοι σέβονταν τους δασκάλους τους. Αυτό το έκαναν, όχι από φόβο ή ιδιοτέλεια όπως οι σύγχρονοι νέοι που άλλωστε η πλειοψηφία τους δεν σέβεται τους δασκάλους, αλλά επειδή συνειδητοποιούσαν τον παιδαγωγικό ρόλο του δασκάλου και γοητεύονταν από την μαγεία της εκπαίδευσης που δέχονταν. Αναγνώριζαν ότι η σωματική και η ηθικοπνευματική τους αγωγή τους οδηγούσε στην ευδαιμονία, όπως άλλωστε συμφωνούσε και ο Πλάτωνας.
Οι νέοι της Αθήνας συμμετείχαν στις εορτές της πόλεως με χορούς και χορωδίες. Τις εορτές αυτές αναλάμβαναν να χρηματοδοτήσουν υποχρεωτικά οι χορηγοί που ήταν εύποροι Αθηναίοι!! Η χρηματοδότηση αυτή ονομαζοταν «χορηγία» και δεν έχει καμία σχέση με τους συγχρόνους χορηγούς (μάλλον σπόνσορες να τους αποκαλούμε), δηλαδή τις πολυεθνικές και τις μεγάλες εταιρίες που αυτοπροβάλλονται και πλουτίζουν από την διαφήμιση.
Στην αρχαία Αθήνα οι χορηγοί, οι πλούσιοι της πόλης, με δικά τους έξοδα πλήρωναν χοροδιδασκάλους που μάθαιναν στους νέους χορό και τραγούδι λυρικών ποιημάτων τα οποία και παρουσίαζαν στα θέατρα και στις διάφορες εορτές, μπροστά στο περήφανο για τα νιάτα του αθηναϊκό κοινό. Σήμερα ποίο κράτος δίδει σημασία στην αγωγή των νέων και αισθάνεται για αυτούς περήφανο;
Δεν είναι αλήθεια ότι η σημερινή κοινωνία προτιμάει μια νεολαία με μονοδιάστατη υπερεξειδικευμένη παιδεία και αδιάφορη για τα πάντα εκτός από την καλοπέραση, την καριέρα και το χρήμα; Στις θεοκρατικές χώρες τους προτιμάνε αμόρφωτους και θρησκευτικά φανατισμένους, έρμαια του κάθε δικτάτορα. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι η ενότητα αυτή είναι σημαντική.
Στην αρχαία Αθήνα ο πολίτης είχε σχέση παιδιού προς μητέρας με την πολιτεία και απολάμβανε τα αγαθά της όπως την εκπαίδευση και της φιλοσοφικές της σχολές, το θέατρο, τους αγώνες, τις εορτές, τον αθλητισμό και γενικά τον πολιτισμό της. Γι` αυτό, όπως προαναφέρθηκε, οι Αθηναίοι αυτοθυσιαζόταν στον πόλεμο, όχι μόνον για να μην χάσουν οι ίδιοι τα αγαθά της πόλης τους, αλλά να μην τα χάσουν οι επερχόμενες γενιές. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της αρχαιοελληνικής παιδείας: η αρμονική, διαλεκτική σχέση πολίτη πολιτείας και η ανάδειξη της νέας γενιάς.
Οι νέοι στην Αθήνα, έπειτα από την βασική τους εκπαίδευση, έπαιρναν ανώτερη μόρφωση. Διδάσκονταν γεωμετρία, μαθηματικά, φυσική, αστρονομία, ιατρική, ρητορική, φιλοσοφία και διάφορες τέχνες. Στην αρχαία Αθήνα οι νέοι μπορούσαν να μαθητεύσουν δίπλα σε κάποιον φιλόσοφο ή σοφιστή. Αυτοί δίδασκαν επί πληρωμή, με κάποιες εξαιρέσεις όπως του Σωκράτη και του κυνικού Διογένη.
Οι σοφιστές και οι φιλόσοφοι δίδασκαν συνήθως στις στοές. Στην αρχαία Αθήνα υπήρχε η Ακαδημία του Πλάτωνα, η Περιπατητική σχολή του Αριστοτέλη, η ρητορική σχολή του Ισοκράτη, η σχολή του Επίκουρου, η Στοά του Ζήνωνα, η Κυνική σχολή του Αντισθένη, η Κυρηναϊκή σχολή του Αρίστιππου από την Κυρήνη (ελληνική αποικία στη Λιβύη) και η Μεγαρική σχολή του Ευκλείδη από τα Μέγαρα. Ιατρικές σχολές υπήρχαν στο νησί Κω – υπό την διεύθυνση του Ιπποκράτη, στην Πέργαμο (ελληνική πόλη στην Μ.Ασία), στην Κυρήνη, στον Κρότωνα (ελληνική αποικία στην Κάτω Ιταλία) υπό την διεύθυνση του Αλκμαίονα, και αλλού.

Στην αρχαία Ελλάδα δινόταν τεραστία σημασία στην αγωγή, την εκπαίδευση και την παιδεία των νέων. Σήμερα δίδεται έμφαση μόνον στην στείρα και μονοδιάστατη εκπαίδευση που αποτελεί υποσύνολο της παιδείας. Τελικά, η αρχαιοελληνική παιδεία προβάλλεται ως ανεπανάληπτο επίτευγμα, μιας και αναδεικνύεται ως η μοναδική που ανέδειξε την προσωπικότητα των νέων και δεν τους αντιμετώπισε ως νούμερα ενός σχολείου.
Σκοπός της αρχαιοελληνικής παιδείας ήταν η απόκτηση του αγαθού και του κάλλους, δηλαδή η ανάπτυξη του πνεύματος, της ψυχής και του σώματος. Έτσι, η πολιτεία αποσκοπούσε στην συγκρότησή της από ώριμους πολίτες με ηθικοπνευματική καλλιέργεια και σωματική ευεξία. Άλλωστε, οι Αθηναίοι πολίτες του 5ου π.Χ αιώνα, μεσώ της εκκλησίας του δήμου και της Βουλής των πεντακόσιων, αποφάσιζαν για την τύχη της πόλης. Δεν αποφάσιζε κάποιος τύραννος ή βασιλιάς ή αρχηγός ή με τα σημερινά δεδομένα κάποια κυβέρνηση που «αντιπροσωπεύει» το λαό.
Η αγωγή των Αθηναίων έφηβων περιλάμβανε και την τέχνη του πόλεμου, γιατί ήταν οι μελλοντικοί στρατιώτες που θα προστάτευαν την πόλη από τους πολέμιούς της.
Έτσι, ο λαός όριζε τους «παιδοκρίτες» και ειδικούς δασκάλους που μάθαιναν στους εφήβους να μάχονται σαν οπλίτες και τους ασκούσαν στα όπλα (ξίφος, ακόντιο, δόρυ, τόξο, σφενδόνα).
Η αγωγή των νέων στην Αθήνα κρατούσε ως τα 18 τους χρόνια, δηλαδή ως την ενηλικίωσή τους. Στα 18 τους οι νέοι γίνονταν πλέον Αθηναίοι πολίτες (αν οι γονείς τους ήταν Αθηναίοι), αποκτούσαν πολιτικά δικαιώματα και εντάσσονταν στην στρατιωτική δύναμη της πόλης.
Όταν έφτανε τα 18 του ο Αθηναίος έφηβος έδινε τον «όρκο των εφήβων» στο ιερό της Αλιαύρου που βρισκόταν βόρεια της Ακροπόλεως.

Ο όρκος των εφήβων έλεγε:
«Δεν θα ντροπιάσω τα ιερά μου όπλα, δεν θα εγκαταλείψω στη μάχη τον συμπολεμιστή μου, θα αγωνισθώ για τα ιερά και την πόλη μου και θα την παραδώσω, όχι μικρότερη απ ότι την παρέλαβα, αλλά μεγαλύτερη και ισχυρότερη, όσο οι δυνάμεις μου και οι συμπολίτες μου με βοηθήσουν. Θα υπάκουω στους άρχοντες και στους νόμους, τόσο τους ισχύοντες, όσο και σε αυτούς που θα θεσπιστούν στο μέλλον. Αν οποιοσδήποτε προσπαθήσει να ανατρέψει τους νόμους, θα τον εμποδίσω με σθένος και με την βοήθεια των συμπολιτών μου. Θα τιμώ πάντοτε τους πατέρες (προγόνους) μου και παίρνω για μάρτυρές μου: τους θεούς, τα όρια της πατρίδος μου, τα σιτηρά, τα αμπέλια, τις ελιές, τις συκιές, τα κριθάρια και όλα τα αγαθά που αυτή προσφέρει».

Η αρχαία Αθήνα φρόντιζε οικονομικά τις χήρες και τα ορφανά των πεσόντων στον πόλεμο. Σημειώνεται ότι η Αθήνα ήταν η μοναδική πόλη όπου γινόταν η μεγαλειώδης τιμητική πομπή του «Επιταφίου» για τους πεσόντες στη μάχη οι οποίοι θάβονταν σε περίλαμπρο τάφο και η αυτοθυσία τους για την πόλη ήταν η μέγιστη τιμή που μπορούσε να νιώσει η οικογένειά τους και οι απόγονοί τους.
Σε ό,τι αφορά την ανατροφή των ορφανών των νεκρών ανδρών, αυτή άρχιζε από τη στιγμή του θανάτου του πατέρα τους και κρατούσε μέχρι τα 18 τους χρόνια, όποτε και ενηλικιώνονταν. Η πολιτεία, λοιπόν, γινόταν κηδεμόνας των ορφανών. Το τέλος της κηδεμονίας αυτής γινόταν με μια δημόσια εκδήλωση στο θέατρο του Διονύσου, κατά την διάρκεια της εορτής των Μεγάλων Διονυσίων.
Κατά τον Αθηναίο ρήτορα Αισχύνη (389 – 314 π.Χ.), πριν αρχίσουν στο θέατρο οι δραματικοί αγώνες των ποιητών (το δράμα που δημιουργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα περιλαμβάνει την τραγωδία, την κωμωδία και το σατυρικό δράμα) κάποιος κήρυκας παρουσίαζε στο κοινό τους ορφανούς εφήβους που πλέον είχαν ενηλικιωθεί. Οι νέοι αυτοί κρατούσαν στα χέρια τους την πανοπλία του οπλίτη που η πολιτεία τους είχε δωρίσει τιμητικά.Τότε ο κήρυκας σήμαινε τη λήξη της κηδεμονίας από την πολιτεία και έλεγε ότι οι νέοι αυτοί μπορούσαν να συνεχίσουν μόνοι τη ζωη τους, με την αγάπη όλων των Αθηναίων συμπολιτών τους.
Προαναφέρθηκε ότι η καθημερινή ζωή των νέων στην αρχαία Ελλάδα περιλάμβανε την σχολική εκπαίδευσή τους σε δασκάλους και αργότερα σε φιλοσόφους ή σοφιστές, την μουσική αγωγή τους, την ενασχόλησή τους με τον χορό, την απαγγελία και το τραγούδι ποιημάτων και επών και την αθλητική αγωγή τους στα γυμναστήρια.
Επιπρόσθετα, οι νέοι συμμετείχαν σε ομαδικά παιχνίδια, βοηθούσαν τον πατέρα τους στο επάγγελμα που ασκούσε και πήγαιναν για κυνήγι ή αλιεία, ανάλογα με το αν η περιοχή που διέμεναν ήταν κοντά στο βουνό ή στην θάλασσα. Μέρος της ζωής των νέων ήταν και η συμμετοχή τους σε αθλητικά γεγονότα, καθώς και εορτές

Ζητείται φταίχτης!

Δε φταίω εγώ!
Ε και τότε ποιος φταίει;

Στο σχολειό: Ο διπλανός μου.
Στην πολυκατοικία: Ο γείτονας.
Στην κυβέρνηση: Η προηγούμενη.
Στη δουλειά: Ο διευθυντής.
Στους χαμηλούς βαθμούς μου: Ο αυστηρός καθηγητής.
Στη σχέση μου που χώρισα: Αυτός/η ο/η παλιο…….
Στην αϋπνία μου: Ο ΕΝΦΙΑ που πρέπει να πληρώσω.
Στις εξετάσεις που κόπηκα: Τα θέματα.
Στην κακή μου διάθεση: Ο καιρός.
Στο ραντεβού που καθυστέρησα: Τα σκουπίδια που έπρεπε να κατεβάσω.

Πάντα κάποιος φταίει, αλλά εγώ δεν έχω καμιά σχέση!

Παιδιά!
Καιρός να αναλάβουμε την ευθύνη μας!
Ούτε εγώ να κουβαλάω την δική σου, ούτε εσύ τη δική μου.
Άφησε επιτέλους τον άλλον να πάρει την ευθύνη που του αναλογεί!
Πάψε να την παίρνεις εσύ στη θέση του!
Δεν τον βοηθάς…. Ανάπηρο κι ανεύθυνο τον κάνεις!!!
Λάθος πιστεύεις ότι δείχνεις μεγαλύτερη αγάπη
παίρνοντας περισσότερη ευθύνη.

Όμως μπορείς εσύ, να πάρεις την δική σου ευθύνη;
Αλήθεια μπορείς;;
Η απάντηση δεν είναι τόσο εύκολη όσο φαίνεται,
ούτε τόσο δεδομένη.

Θα έχεις καταφέρει να ενηλικιωθείς – όποια ηλικία κι αν έχεις – όταν αποδεχθείς ότι, σε ό,τι αφορά εσένα τον ίδιο,
η ευθύνη είναι κατάδική σου!
Όπως και οι επιλογές σου.
Όπως και η ζωή σου.
Και ίσως κάποτε καταλάβεις ότι
ο ευκολότερος, ο βολικότερος δρόμος,
δεν θα σε προστατέψει από τις συνέπειες….

Οι σκέψεις και το συναίσθημα δημιουργούν τη ζωή

Η σκέψη είναι η βάση για όλη τη δημιουργία. Τα πάντα ήταν σκέψη σε ύπαρξη. Ακόμα και όλα τα φυσικά αντικείμενα, τα οποία έχουν φτιαχτεί από άλλους, προϋπήρξαν ως σκέψη πριν μετατραπούν σε ύλη.

Είστε ο δημιουργός της εμπειρίας σας και είναι ο τρόπος που σκέφτεστε που δημιουργεί το πώς θα βιώσετε τη ζωή. Η ενέργεια ακολουθεί την σκέψη και η ύλη είναι συμπυκνωμένη ενέργεια. Έτσι λοιπόν, τα πάντα στον κόσμο της ύλης είναι το αποτέλεσμα της σκέψης.

Ολόκληρος ο κόσμος σας, όλος αυτός ο κόσμος που τον προσλαμβάνετε σαν αληθινό και πολύ ζωντανό, είναι ενέργεια, η οποία έχει συμπυκνωθεί σε μορφή από την σκέψη. Και είναι τόσο πραγματικός, όσο εσείς επιθυμείτε να τον κάνετε.

Συλλογικά η ανθρωπότητα και άλλα είδη δημιούργησαν αυτή την πραγματικότητα, αυτή τη διάσταση της ύπαρξης, έτσι ώστε να δημιουργήσουν άλλη μία μοναδική εμπειρία. Αυτή είναι η εμπειρία που ονομάζεται Γη. Ο καθένας από σας έχει τη δύναμη να δημιουργήσει οτιδήποτε κι αν είναι αυτό που θέλει μέσα από αυτό που σκέφτεται.

Όλη η ενέργεια ακολουθεί τη σκέψη και καθώς η ύλη είναι ενέργεια και αυτή επίσης θα ακολουθήσει τη σκέψη. Η ταχύτητα με την οποία τα πράγματα ακολουθούν την σκέψη πάνω στο γήινο πεδίο εξαρτάται από την προσοχή σας, την ικανότητα και την εξάσκηση.

Δεν παίζει κανέναν ρόλο πόσες πολλές αρνητικές σκέψεις πιθανόν να έχετε κάνει στο παρελθόν – είναι οι σκέψεις που κάνετε αυτή την στιγμή οι οποίες έχουν τη δύναμη.

Οι σκέψεις είναι ενέργεια και όπως όλες οι ενέργειες, ελκύουν παρόμοιες ενέργειες στους εαυτούς τους.
Αυτή είναι η Αρχή της Συνήχησης. Αυτό το οποίο σκέφτεστε, έχει μιαν αντίστοιχη συνήχηση ή ενεργειακό ταίριασμα αν θέλετε, με πολλά αντικείμενα και καταστάσεις.

Καθώς ολόκληρο το σύμπαν είναι ενέργεια, συμπεριλαμβανομένης και της ύλης που συνθέτει κι αυτό το κείμενο, αυτή η αρχή ισχύει για καταστάσεις, υλικά αντικείμενα και ανθρώπους. Ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο βλέπετε τον κόσμο θα επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο τον βιώνετε, όπως επίσης και τα αντικείμενα και τους ανθρώπους που παρουσιάζονται στη ζωή σας…

“Το μυαλό μας μαγνητίζεται από τις κυρίαρχες σκέψεις που κάνουμε. Μια σκέψη ονομάζεται “κυρίαρχη” όταν επαναλαμβάνεται συνέχεια. Αποκτά μια δύναμη που στην ψυχολογία την ονομάζουμε “πεποίθηση”. Είναι τόσο δυνατή που επενεργεί σαν φίλτρο που φιλτράρει όλα όσα βιώνουμε και αντιλαμβανόμαστε. Γίνεται ένας “μαγνήτης”. Κι αυτοί οι “μαγνήτες” προσελκύουν προς το μέρος μας τις δυνάμεις, τους ανθρώπους και τις καταστάσεις της ζωής που είναι εναρμονισμένες με τις κυρίαρχες αυτές σκέψεις μας.” - Napoleon Hill
Για να μην μπερδεύεστε: Οι σκέψεις δημιουργούν συναισθήματα, τα συναισθήματα δημιουργούν σκέψεις. Μπορείτε να σκέφτεστε οτιδήποτε θέλετε, θετικό ή αρνητικό... αν το κάνετε χωρίς κανένα απολύτως συναίσθημα, τότε οι σκέψεις σας είναι "ουδέτερες" και δεν είναι δημιουργικές. Αυτό που έχει σημασία είναι το ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ που εκπέμπετε με τις σκέψεις σας.

Είστε πιο δυνατοί από ό,τι μπορείτε να φανταστείτε. Έχετε όλο το σύμπαν στη διάθεσή σας. Είστε σαν ένα ραδιόφωνο που μπορεί να συντονιστεί με όποιο σταθμό του αρέσει, με οποιαδήποτε συχνότητα. Είναι η εστίασή σας, η προσοχή σας που επιλέγει το «σταθμό» και η συναισθηματική σύνδεσή σας που σας κρατά σε ένα χώρο και λαμβάνετε τις ίδιες συχνότητες ξανά και ξανά.

Αυτό είναι καλή είδηση! Αυτό σημαίνει ότι με την εστίαση και την προσοχή σας, μπορείτε να αλλάξετε τις ενέργειες με τις οποίες θα "συντονιστείτε". Με τη χαρά σας, το πάθος σας, τον ενθουσιασμό σας, μπορείτε να επιτρέψετε στον εαυτό σας να συντονιστεί με μια νέα συχνότητα, μια νέα μορφή ενέργειας, και ως εκ τούτου με νέες δυνατότητες στη ζωή σας.


Σκεφτείτε ένα από τα μεγαλύτερα παράπονα σας, είτε για τον εαυτό σας ή τη ζωή. Ρωτήστε τον εαυτό σας, "Πόσο πρόθυμος είμαι να διατηρήσω την κατάσταση που δεν μου αρέσει; Είμαι πρόθυμος να κάνω την συναισθηματική εργασία για να την αφήσω να φύγει; Είμαι πρόθυμος να συντονιστώ με μια πιο ευτυχισμένη ζωή;" Να είστε ειλικρινείς με τον εαυτό σας. Μερικές φορές τα παράπονα σας προμηθεύουν με συντρόφους που μοιράζονται την ίδια ενέργεια μαζί σας. Μερικές φορές τα παράπονα σας κάνουν να νιώθετε μιαν άβολη βολή. Είστε εξοικειωμένοι μαζί τους. Σας κρατάνε σε μια πραγματικότητα που σας είναι γνωστή. Και έτσι, αν και οι περισσότεροι από εσάς θα πείτε «Ναι! Θέλω μια καλύτερη πραγματικότητα!" χρειάζεται απίστευτη ειλικρίνεια για να αναγνωρίσετε ότι δεν είστε διατεθειμένοι να εγκαταλείψετε το γνωστό, το παλιό, και τις άνετα άβολες καταστάσεις στις οποίες έχετε συνηθίσει.


Φανταστείτε ότι είστε ένα ραδιόφωνο ή μια τηλεόραση και μπορείτε να συντονιστείτε με κάθε πραγματικότητα που σας αρέσει! Στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας τη φαντασία σας, αφιερώστε λίγο από το χρόνο σας κάθε μέρα για να φανταστείτε τον εαυτό σας σε αυτή τη νέα και καλύτερη πραγματικότητα. Φανταστείτε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα! Φανταστείτε τη Χαρά! Την Αφθονία! Την Ευκολία! Τη Χάρη! Την Αγάπη! Και κάθε φορά που πιάνετε τον εαυτό σας να επιστρέφει στην παλιά σας πραγματικότητα και να συντονίζεται με ό,τι δεν θέλετε, αλλάξτε και πάλι το συντονισμό και "συντονιστείτε" με αυτό που σας αρέσει. Αυτό θα σας πάρει χρόνο, θέλει υπομονή και πρακτική! Επιτρέψτε στον εαυτό σας να νιώσει τη χαρά και τον ενθουσιασμό μιας όμορφης πραγματικότητας. Να ξέρετε ότι το Σύμπαν δεν κάνει διάκριση μεταξύ της αληθινής πραγματικότητας και της φαντασίας - διαβάζει και συντονίζεται με την ενέργεια που εκπέμπετε - συνειδητά ή ασυνείδητα. Η ενέργεια προς τα έξω ισούται με την ενέργεια που επιστρέφει. Όσο πιο συνειδητά "συντονίζετε" την ύπαρξή σας με την πραγματικότητα που επιθυμείτε, τόσο πιο όμορφη θα είναι η πραγματικότητα που θα δημιουργήσετε.


Είστε ισχυροί, φίλοι μου. Επιτρέψτε στον εαυτό σας και ξεκινήστε άμεσα τον συντονισμό σας με μια «καλύτερη και πιο ευτυχισμένη πραγματικότητα». Δουλέψτε για τη ζωή που πραγματικά ονειρεύεστε. Έχετε τη δύναμη. Η αγάπη και όλα αυτά που συμπεριλαμβάνει είναι μέσα και γύρω σας, ρέουν προς εσάς, και από εσάς.

Τι "λένε" τα παιδιά στο σχολείο που δεν σηκώνουν το χέρι;

Οι κοινωνικές ανισότητες είναι ένα φαινόμενο το οποίο έχει αντοχές μέσα στον χρόνο. Υπήρχε στο παρελθόν, υπάρχει στο παρόν, και πολύ πιθανόν να υπάρχει και στο μέλλον. Μία μελέτη αναζήτησε, πέρυσι, τις επιπτώσεις του στο σχολείο. Με τη σχολική χρονιά να ξεκινά, ας ελπίσουμε ότι θα ξεκινήσει και ο ξεριζωμός του.
Ανάμεσα στα χέρια που σηκώνονται στην τάξη, ίσως εκείνα που λείπουν να λένε κάτι περισσότερο από το "δεν ξέρω την απάντηση"

Στις σύγχρονες κοινωνίες υπάρχουν οι άνθρωποι που γεννιούνται ή ανήκουν σε εύπορες οικογένειες, υπάρχουν και εκείνοι που δεν είναι το ίδιο τυχεροί.
Έτσι λοιπόν οι διακρίσεις μεταξύ των κοινωνικών στρωμάτων είναι κάτι που από παιδιά βιώνουμε και γνωρίζουμε καλά, ενώ με τους όρους “εργατική τάξη, μεσαία τάξη” και ούτω καθεξής φαίνεται πως είμαστε ιδιαίτερα εξοικειωμένοι καθώς ήδη από μικρή ηλικία τους διαβάζαμε στο σχολείο στα βιβλία ιστορίας.
Από την άλλη υπάρχει και η κοινωνία που φροντίζει να μας το υπενθυμίζει συνεχώς, διακρίνοντας τους ανθρώπους σε φτωχούς και πλούσιους. Γενικά η συζήτηση γύρω από τις κοινωνικές ανισότητες είναι τεράστια. Γιατί δημιουργούνται, πώς δημιουργούνται και τι συμβάλει ώστε να συνεχίζουν να υπάρχουν;

Έχουμε αναρωτηθεί ποτέ, πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η ψυχολογία της οικογένειας και τα μέλη της ώστε αυτή η κοινωνική διάκριση μεταξύ των τάξεων να συνεχίζει να υπάρχει; Ή μάλλον καλύτερα να γίνεται ορατή στα παιδιά από μικρή ηλικία και ο τρόπος συμπεριφοράς τους να παίζει καθοριστικό ρόλο στην εκπαίδευσή τους;

Η μελέτη
Σχετικά, μία ενδιαφέρουσα μελέτη πραγματοποιήθηκε πέρυσι από το Πανεπιστήμιο της Indiana, με επικεφαλής την καθηγήτρια Jessica McCrory Calarco, η οποία έθεσε στο επίκεντρο τις κοινωνικές ανισότητες στα σχολεία, με στόχο να εξακριβώσει ακριβώς αυτό: τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνικές ανισότητες επηρεάζουν τη εκπαίδευση των παιδιών.
Για τον σκοπό αυτό, μελέτησε τέσσερις τάξεις παιδιών από ένα δημόσιο σχολείο ηλικίας 9 έως 12 ετών. Παρακολούθησε τις τάξεις, την αλληλεπίδραση των παιδιών με τους δασκάλους τους και πήρε συνεντεύξεις από τις οικογένειες των παιδιών.
Το σχολείο το οποίο παρακολούθησε η καθηγήτρια Κοινωνιολογίας Jessica Calarco έχει μαθητές από όλες τις κοινωνικές τάξεις. Από πλούσια έως φτωχά παιδιά.

Το αποτέλεσμα
Κατά τη διάρκεια της μελέτης ήρθε αντιμέτωπη με το γεγονός πως παιδιά που προέρχονταν από εύπορες οικογένειες είχαν περισσότερο “θάρρος” να κάνουν ερωτήσεις στους δασκάλους τους και να είναι περισσότερο ενεργά στην τάξη, σε αντίθεση με τα παιδιά κατώτερων τάξεων, καθώς τα ίδια επέλεγαν να κάθονται σιωπηλά.
Έπειτα από συζητήσεις και μίνι συνεντεύξεις με τις οικογένειες των παιδιών η καθηγήτρια Calarco έφθασε στο συμπέρασμα πως οι οικογένειες κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων ωθούσαν τα παιδιά να μένουν σιωπηλά στην τάξη, γιατί θεωρούσαν ενόχληση, να ρωτάνε συνέχεια τον δάσκαλό τους.
Ενώ και οι ίδιοι δεν είχαν ιδιαίτερες σχέσεις με τους δασκάλους και τις ενέργειες του σχολείου διότι θεωρούσαν και σε αυτή την περίπτωση ενόχληση να απασχολούν τους εκπαιδευτικούς. Αντίθετα οι γονείς των παιδιών που προέρχονταν από εύπορες οικογένειες ωθούσαν τα παιδιά να είναι ενεργά στο σχολείο, και οι ίδιοι είχαν άμεση σχέση με τα σχολικά δρώμενα.
Το χάσμα που υπάρχει μεταξύ των παιδιών έχει ως αποτέλεσμα τα παιδιά τα οποία είναι περισσότερο ενεργά στο σχολείο, να παίρνουν περισσότερη προσοχή από τους δασκάλους, σε αντίθεση με τα σιωπηλά παιδιά, και λογικά, να διαιωνίζεται μία κατάσταση δύο ταχυτήτων, τόσο στις σχολικές αίθουσες όσο και στην κοινωνία.

Η δήλωση της καθηγήτριας
Από τα παραπάνω συμπεραίνεται ότι, όσο και αν το αποσιωπούμε ορισμένες φορές, οι κοινωνικές ανισότητες είναι παντού φανερές στη ζωή μας. Και όπως δείχνει η μελέτη, καμιά φορά η κοινωνική τάξη δημιουργεί συμπεριφορές που "φροντίζει" να συνάδουν με αυτή.
Είναι και αυτό ένα μικρό λιθαράκι που βοηθάει στη διατήρηση της απόστασης μεταξύ των κοινωνικών τάξεων. Οικογένειες από τα χαμηλά στρώματα θεωρούν ενόχληση το παιδί να απασχολεί τον καθηγητή, ενώ εκείνες από τα υψηλότερα όχι. Εύλογα διερωτάται κανείς αν μπορεί να γίνει κάτι για τον τερματισμό του φαύλου κύκλου.
Σύμφωνα με την Calarco, μπορεί. Όπως δήλωσε, “τα σχολεία μπορούν να παρέμβουν για να ανακουφίσουν αυτές τις διαφορές στην προθυμία των παιδιών να ζητήσουν βοήθεια. Οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να γνωρίζουν τις κοινωνικές τάξεις που φέρουν τα παιδιά από το σπίτι τους στην τάξη, ενώ όλα τα παιδιά πρέπει να είναι δραστήρια και να μάθουν να αγωνίζονται”.
Άλλωστε, αν είναι ένας χώρος στον οποίο σε κανέναν δεν αρμόζει να μένει σιωπηλός, αυτός μάλλον είναι η σχολική αίθουσα. Και σε μια χώρα, όπως η Ελλάδα, που τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι συμπολίτες μας ζουν στα όρια της φτώχειας, ελπίζουμε ότι οι μαθητές δεν ξεχνούν να παλεύουν για το αύριο, ήδη, από τα θρανία.
Αλλά και, αν το συμπέρασμα της μελέτης ισχύει, ότι οι καθηγητές και οι δάσκαλοι δεν ερμηνεύουν κάθε χαμηλομένο βλέμμα ως αδιαφορία. Ανάμεσα στα χέρια που σηκώνονται στην τάξη, ίσως εκείνα που λείπουν να λένε κάτι περισσότερο από το "δεν ξέρω την απάντηση".

Καλή σχολική χρονιά.

Δεν μπόρεσα να βρω για ποιαν ιδέα να δώσω την ασήμαντη ζωή μου

"Τυλίχτηκα στο μαντύα μου και ξάπλωσα με τις αρβύλες μου, με το τουφέκι και τα φυσεκλίκια, μαζί με τους άλλους φαντάρους, τη νύχτα, κι έκλεισα τα μάτια. Μα που να με πάρει ύπνος! Έχει δίκιο ο λοχαγός, συλλογίζουμουν, όλο το μυστικό είναι ετούτο: να μπορέσεις να βρεις μιαν ιδέα, να τη θρονιάσεις απάνω από τον εαυτό σου, να βάλεις πια σκοπό σου να ζεις και να πεθάνεις γι' αυτή.

Έτσι η πράξη παίρνει ευγένεια κι η ζωή σου ενότητα. Κι ο θάνατος σου γίνεται στα μάτια σου αθανασία, γιατί σμίγεις, είσαι βέβαιος, με μιαν πνοή αθάνατη. Μπορείς να ονοματίσεις την ιδέα αυτή Πατρίδα, μπορείς να την ονοματίσεις Θεό ή Ποίηση ή Λευτεριά η Δικαιοσύνη.

Ένα έχει σημασία: να την πιστέψεις και να μπεις στη δούλεψή της.
Αυτό δεν είπε ο Σολωμός; "Κλείσε στην ψυχή σου την Ελλάδα -ή ό,τι άλλο-και θα αισθανθείς να λαχταρίζει μέσα σου κάθε είδος μεγαλείου". Αυτό το "ό,τι άλλο" που πρόσθεσε δείχνει πόσο ο νους του μεγάλου ποιητή μας ξεπερνούσε την εποχή του.

Αγαπημένη μου, δεν μπόρεσα εγώ ακόμα να βρω για ποιαν ιδέα να δώσω κι εγώ την ασήμαντη ζωή μου. Παραδέρνω εδώ κι εκεί, πότε η ποίηση με μαυλίζει, πότε η επιστήμη, πότε η πατρίδα...Ίσως γιατί 'μαι ακόμα πολύ νέος κι αμέστωτος. Ίσως και δε θα βρω ποτέ μου. Τότε είμαι χαμένος.

Τίποτα γενναίο δεν μπορεί ο άνθρωπος να κάμει στον κόσμο αν δεν υποτάξει τη ζωή του σ' ένα Αφέντη ανώτερό του".

Αδερφοφάδες - Νίκος Καζαντζάκης

Η Ελλάδα κι η κατάρα της Ήρας

Ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά

Κάπου σε μιαν άκρη μιας μεγάλης ηπείρου, ζούσε μια γυναίκα που την έλεγαν Ελλάδα. Η Ελλάδα ήταν από τις πιο όμορφες γυναίκες που υπήρξαν ποτέ στον κόσμο. Γι’ αυτό την αγάπησαν όλοι οι αρχαίοι θεοί της και την προίκισαν ο καθένας με τον δικό του τρόπο.


Την αγάπησε ο Ποσειδώνας και της χάρισε τις πιο καθαρές θάλασσες στον κόσμο και τις γέμισε με άσπρα, μαγευτικά νησιά.
Την αγάπησε και η Δήμητρα κι έκανε τη γη της εύφορη και γόνιμη!
Η Άρτεμης κι ευλόγησε τα δάση της!
Ο Ήφαιστος και γέμισε τη γη της πλούτο ορυκτό!
Η Εστία και της έμαθε να είναι νοικοκυρά!
Ο Ερμής και της έφερε το εμπόριο!
Ο Άρης και την έκανε ανίκητη!
Η Αφροδίτη και της έμαθε τα μυστικά του έρωτα!
Ο Απόλλωνας και της χάρισε τις τέχνες και τη μουσική του!
Ο Δίας και της έμαθε να είναι φιλόξενη και ν’ αγαπάει τους ξένους
Μα πιο πολύ την αγάπησε η Αθηνά και της χάρισε τη σοφία της. Από τη σοφία της Αθηνάς η Ελλάδα έφτιαξε τη δημοκρατία.

Τόσο πολύ την αγάπησαν την Ελλάδα οι Θεοί της που αποφάσισαν να μείνουν κοντά της και να την προσέχουν. Δεν υπήρχε στον κόσμο καμιά άλλη γυναίκα που δεν ήθελε να μοιάσει της Ελλάδας. Όλες την κοίταζαν με θαυμασμό κι υιοθετούσαν τις αρετές, τις γνώσεις της. Μόνο μία τη ζήλευε θανάσιμα. Η Ήρα…

Η Ήρα λοιπόν της έστειλε μια κατάρα. Να προδοθεί από τους άντρες της. Μετά από πολλά πολλά χρόνια όμως η κατάρα της Ήρας έπιασε. Ήρθαν κάποιοι άντρες κι ένας - ένας, της πήραν τις αρετές, τη σοφία και την ομορφιά της....
Τα χωράφια της δεν έβγαζαν πια ζηλευτούς καρπούς...
Τα δάση της καιγόντουσαν ...
Ο ορυκτός της πλούτος έμενε θαμμένος βαθιά...
Οι θάλασσες μολύνθηκαν, τα σπίτια της γκρεμιζόντουσαν, οι τέχνες και η μουσική της φτήνυναν...
Έκλεινε τα μαγαζιά της και έχανε στις μάχες, δε τη σέβονταν οι ξένοι, κι η δημοκρατία της, δεν ίσχυε!!!!

Μα το χειρότερο κακό που βρήκε την Ελλάδα, ήταν ο πόνος της μάνας, γιατί τα παιδιά της μάλωναν πολύ μεταξύ τους. Ψάχνοντας να βρουν ποιος φταίει κατηγορούσαν το ένα το άλλο. Και κάθε ένα, κάποιον από τους προηγούμενους άντρες της...

Κι αυτός ο καβγάς συνεχιζόταν πολλά χρόνια.
Μέχρι που η Ελλάδα έκλαψε…
Έκλαψε τόσο δυνατά που το δάκρυ της έγινε βροχή και μέρες έπεφτε πολλές στα κεφάλια των παιδιών της..

Έκλαιγε παρακαλώντας τα να αγαπηθούν μεταξύ τους, να μη ξεχνάνε ότι είναι αδέρφια, γεννημένα από την ίδια μάνα και να της βρουν έναν άντρα που να αγαπήσει όσο κανείς άλλος την Ελλάδα και τα παιδιά της...

Κι όλοι μαζί να παρακαλέσουν την Ήρα, να σπάσει την κατάρα της...

Μορφή και ρόλος του αοιδού

Ο αρχαϊκός όρος που απαντά στα ομηρικά έπη για τον παραδοσιακό αφηγητή είναι ἀοιδός. Ουσιαστικό που συγγενεύει με το ρήμα ἀείδω, το οποίο αρχικά σημαίνει «άδω», δηλαδή «τραγουδώ». Τούτο δηλώνει ότι ο αρχικός τρόπος εκφοράς της επικής αφήγησης ήταν μουσικός. Κάτι που επιβεβαιώνεται και από ξένα έπη της προφορικής ποίησης, όπου ο αοιδός συνοδεύει την αφήγησή του με κάποιο μουσικό όργανο αλλά και με τη φωνή του, τραγουδώντας η απαγγέλλοντας ρυθμικά. Όλα αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι στη ρίζα της επικής αφήγησης (επομένως και της επικής ποίησης, όπως την ξέρουμε από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια) βρίσκεται ο μουσικός λόγος, που τον εμπνέουν ως δώρο εύνοιας προς τον αοιδό οι Μούσες. Υπόθεση που επαληθεύεται στα προοίμια των ομηρικών επών και κυρίως στους επώνυμους αοιδούς που φιλοξενούνται στο εσωτερικό τους.

Ασφαλώς οι αοιδοί που εμφανίζονται στο εσωτερικό των ομηρικών επών είναι πλασματικοί, ανήκουν δηλαδή στη γενικότερη μυθοπλασία των επικών ποιημάτων. Ανακαλούν όμως πραγματικές μορφές αοιδών της προηγούμενης επικής παράδοσης, στους οποίους οφείλεται η πρωιμότερη σύνταξη και απαγγελία επικών αφηγήσεων τόσο του τρωικού μύθου όσο και άλλων μαρτυρημένων μυθολογικών κύκλων, όπως είναι η Οιδιπόδεια ή η Θηβαΐς. Φαίνεται πως οι αοιδοί αυτοί αποτελούσαν επαγγελματικό σινάφι, ταξίδευαν από πόλη σε πόλη και από νησί σε νησί και εξελίχθηκαν σε ραψωδούς. Η μυθοπλαστική πάντως εμφάνισή τους στο εσωτερικό των επών έδινε τη δυνατότητα στον επικό ποιητή να τους προβάλλει λίγο πολύ ως είδωλά του, κατά κανόνα θετικά, σπανιότερα αρνητικά· ως παραδείγματα δηλαδή ή αντιπαραδείγματα. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει ο μοναδικός επώνυμος αοιδός που παρενθετικά αναφέρεται στην Ιλιάδα.

Θάμυρις

Ο Θάμυρις κατάγεται από τη Θράκη. Έφτασε, λέει, κάποτε στο Δώριον της Πύλου (αφού προηγουμένως είχε σταματήσει στην Οιχαλία, στο παλάτι του βασιλιά Ευρύτου), για να πάρει μέρος σε ποιητικό αγώνα. Περήφανος για την τέχνη του, καυχήθηκε πως θα βγει νικητής, ακόμη και αν τον ανταγωνιστούν οι ίδιες οι Μούσες. Χολωμένες εκείνες με την υβριστική του έπαρση, τον τιμώρησαν παραδειγματικά: τον τύφλωσαν, του πήραν πίσω το χάρισμα της θεσπέσιας αοιδής, τον έκαναν ολότελα άμουσο, να μη θυμάται καν την τέχνη του κιθαριστή (Β 594-600). Το αρνητικό αυτό παράδειγμα του Θάμυρη είναι με τον τρόπο του αντιπροσωπευτικό και αξίζει κάπως να σχολιαστεί.

Πρώτα πρώτα επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι στα χρόνια του Ομήρου, και νωρίτερα, κυκλοφορούσαν επαγγελματίες αοιδοί, φημισμένοι για την τέχνη τους, όχι μόνο στη μικρασιατική ακτή και στα παράκτια νησιά του Αιγαίου αλλά και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Όπου οργανώνονταν μουσικοί και ποιητικοί αγώνες με έπαθλα, κατά πάσα πιθανότητα στην αυλή του βασιλιά, ώστε να φημίζεται και ο ίδιος. Το παράδειγμα του Θάμυρη δείχνει ακόμη πως ανάμεσα στους αγωνιζόμενους αοιδούς υπήρχε έντονος ανταγωνισμός, προκειμένου να αναδειχτεί και να βραβευτεί ο καλύτερος· ότι ο μουσικός και ποιητικός αγώνας γινόταν στο όνομα των Μουσών, οι οποίες αναγνωρίζονταν ως πηγή της μουσικής αοιδής και ως αξεπέραστο πρότυπό της. Ο ανταγωνισμός επομένως του αοιδού με τις Μούσες ερμηνεύεται ως ανεπίτρεπτη και κολάσιμη πρόκληση· οι Μούσες στην εξαιρετική αυτή περίπτωση αφαιρούν αυτόματα από τον αοιδό το δώρο της αοιδής (το τραγούδι και τη μουσική) και τον σακατεύουν με τύφλωση. Όλα αυτά τα στοιχεία συστήνουν επαρκώς τη μορφή και τον ρόλο του αοιδού στα προομηρικά και ομηρικά χρόνια, και επαληθεύονται λίγο πολύ, όπως θα δούμε, και στην περίπτωση των επώνυμων αοιδών που φιλοξενεί η Οδύσσεια.

Απομένει ωστόσο ένα ακόμη ερώτημα: γιατί ο ποιητής της Ιλιάδας περιορίζεται, σε αντίθεση προς τον ποιητή της Οδύσσειας, σε έναν μόνο αοιδό, επιλέγοντας μάλιστα το αρνητικό παράδειγμα του Θάμυρη; Ο περιορισμός εξηγείται ίσως με το επιχείρημα ότι σ᾽ ένα έπος όπου κυριαρχεί το μεγάθεμα του πολέμου, τα περιθώρια μουσικής απαγγελίας στενεύουν, αν δεν μηδενίζονται. Γιατί το τραγούδι και η μουσική απαιτούν άνετη και εορταστική ατμόσφαιρα, τουλάχιστον πολεμική απραξία. Τούτο επαληθεύεται από δύο ιλιαδικά παραδείγματα, στα οποία η μουσική απαγγελία συντελείται ακριβώς σε ώρα πολεμικής αποχής ή πάνδημης γιορτής.

Το πρώτο παράδειγμα εμφανίζεται στο πλαίσιο της «Πρεσβείας» της ένατης ραψωδίας. Ο Φοίνικας, ο Οδυσσέας και ο Αίας, αποσταλμένοι από τον Αγαμέμνονα, φτάνουν στη σκηνή του οργισμένου, και γι᾽ αυτό απόλεμου, Αχιλλέα, για να τον εξευμενίσουν με παρακλητικές παραινέσεις και πλούσια δώρα. Τον βρίσκουν να τέρπεται παίζοντας την περίτεχνη φόρμιγγά του, λάφυρο πολέμου από το κάστρο του Ηετίωνα (πατέρα της Ανδρομάχης), τραγουδώντας κατορθώματα γενναίων πολεμιστών (κλέα ἀνδρῶν), ενώ ο Πάτροκλος, απέναντί του καθισμένος, τον ακούει σιωπηλός (I 186-190). Μπορεί ο Αχιλλέας να μην είναι επαγγελματίας αοιδός, αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να ασκεί ερασιτεχνικά τη μουσική τέχνη, χτυπώντας την κιθάρα του και τραγουδώντας ένα τραγούδι με θέμα καθαρά επικό. Αν μάλιστα σωστά ερμηνεύεται η σιωπηλή προσήλωση του Πατρόκλου ως αναμονή, για να διαδεχθεί τον Αχιλλέα στην ίδια μουσική επίδειξη, τότε ο ζευγαρωτός αυτός τρόπος έγχορδης απαγγελίας συμφωνεί με ανάλογα ζεύγη σε προφορικά έπη, όπου ο ένας ραψωδός διαδέχεται στον μουσικό λόγο τον άλλο.

Το δεύτερο παράδειγμα, ανώνυμου τώρα, αοιδού εντοπίζεται στο τέλος της δέκατης όγδοης ραψωδίας, όπου περιγράφονται η κατασκευή και ο στολισμός της δεύτερης ασπίδας του Αχιλλέα από τον Ήφαιστο, επειδή η πρώτη ηφαιστότευκτη πανοπλία του έχει περάσει στα χέρια του Έκτορα, ο οποίος την οικειοποιήθηκε, σκοτώνοντας και γυμνώνοντας τον Πάτροκλο που τη φορούσε. Σ᾽ αυτή τη δεύτερη λοιπόν ασπίδα χαράσσει ο τεχνουργός θεός μια πάνδημη γιορτή, με την οποία ο ποιητής σφραγίζει πανηγυρικά τη σχετική περιγραφή του. Παραφράζονται οι οικείοι στίχοι, που καταλήγουν στην εμφάνιση ενός ανώνυμου αοιδού (Σ 590-606):

Χάραξε, λέει, ο χωλός θεός πάνω στην ασπίδα και στόλισε ένα χοροστάσι, αντάξιο μ᾽ εκείνο που είχε φτιάξει ο Δαίδαλος για χάρη της Αριάδνης στην Κνωσό. Κι ο στολισμός παρίστανε: αγόρια και κορίτσια να χορεύουν, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου από τον καρπό· λινό, λεπτό ρούχο φορούσαν οι κοπέλες, οι νέοι χιτώνες που έλαμπαν ποτισμένοι από το λάδι· στεφανωμένες εκείνες με λουλούδια, κι εκείνοι στολισμένοι με χρυσά μαχαίρια, κρεμασμένα από λουριά ασημένια· όλοι τους να χορεύουν με πόδια που πετούσαν ελαφρά και γρήγορα, όπως και όσο ο τροχός έμπειρου κεραμέα που παρακολουθεί το γύρισμά του· άλλοτε πάλι να γίνεται ο χορός αντικριστός, η μια σειρά απέναντι στην άλλη· γύρω τους κόσμος πολύς να τους κοιτά και να τους καμαρώνει, κι εκεί στο πλάι ο θείος αοιδός, χτυπώντας την κιθάρα του να τραγουδά, κρατώντας τον ρυθμό σε δύο ακροβάτες που ακροβατούσαν στη μέση του χορού.

Θεσπέσιο το τεχνούργημα του χωλού θεού, θεσπέσια και η περιγραφή του ποιητή, στους αντίποδες της φονικής μάχης. Σ᾽ αυτό το πλαίσιο, έχουμε ένα θετικό παράδειγμα ανώνυμου αοιδού, που ισορροπεί στην Ιλιάδα το επώνυμο αντιπαράδειγμα του Θάμυρη.

Πάμε στους αοιδούς της Οδύσσειας, που είναι περισσότεροι και εμπλέκονται αμεσότερα στην αφήγηση και στη δράση του έπους. Η Οδύσσεια λοιπόν διαθέτει τέσσερις αοιδούς: δύο επώνυμους και δύο ανώνυμους. Επώνυμοι είναι ο Φήμιος στην Ιθάκη και ο Δημόδοκος στη Σχερία, στο νησί των Φαιάκων. Ανώνυμοι: ένας που φευγαλέα εμφανίζεται στο γαμήλιο συμπόσιο της Σπάρτης (δ 17-18)· άλλος που εντοπίζεται στο Άργος, επιφορτισμένος μάλιστα από τον Αγαμέμνονα με πρόσθετα καθήκοντα φύλακα και συμβούλου της Κλυταιμνήστρας, όσο θα έλειπε ο σύζυγός της στην Τροία (γ 167-171). Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει ότι η παρουσία αοιδού στο βασιλικό παλάτι θεωρείται την εποχή αυτή αυτονόητη - εξαίρεση αποτελεί μόνον η βασιλική αυλή του Νέστορα στην Πύλο.

Επιμένοντας ειδικότερα στους επώνυμους αοιδούς, στον Φήμιο και στον Δημόδοκο, πιστοποιούμε συστατικά στοιχεία κοινά και αποκλίνοντα. Ο Δημόδοκος φαίνεται παραδοσιακός και αρχαϊκότερος· ο Φήμιος μάλλον νεωτερικός και πιο οικείος. Διαφορά που συνοδεύει την εμφάνισή τους, το ρεπερτόριό τους, τη θέση τους και την τύχη τους μέσα στο βασιλικό παλάτι, τη συμπεριφορά και την αποδοχή τους.

Φήμιος

Η πρώτη εμφάνιση του Φήμιου στο βασιλικό παλάτι της Ιθάκης είναι τυπική, σύντομη και διακριτική. Κορεσμένοι οι μνηστήρες από φαΐ και πιοτό, επιθυμούν τραγούδι, μουσική, χορό - συμπλήρωμα απαραίτητο, όπως λέγεται, σε κάθε καλό τραπέζι. Τότε ο κήρυκας φέρνει και δίνει την όμορφη κιθάρα στα χέρια του Φήμιου, κι εκείνος, κρούοντας τις χορδές της, ψάχνει να βρει σκοπό για ωραίο τραγούδι. Παρενθετικά προσθέτει ο ποιητής πως ο αοιδός τραγουδούσε στα συμπόσια των μνηστήρων από ανάγκη. Που πάει να πει: αυτοί τον εξεβίαζαν, κι εκείνος από αμηχανία υποχωρούσε στις ορέξεις τους (α 150-155). Καμιά άλλη σύσταση προς το παρόν, εκτός και αν συνυπολογίσουμε το όνομα του αοιδού: παράγωγο της λέξης φήμη, παραπέμπει στη φημισμένη τέχνη του. Κάτι ανάλογο υποδηλώνεται και με το όνομα του Δημοδόκου: αρεστός στον δήμο, στον λαό.

Στο μεταξύ, και όσο ο Φήμιος τέρπει με το τραγούδι και τη μουσική του τους μνηστήρες (προς το παρόν το θέμα της αοιδής δεν δηλώνεται), προχωρεί παράμερα ο διάλογος του Τηλεμάχου με τη μεταμορφωμένη σε Μέντη Αθηνά. Ώσπου απροσδόκητα κάνει την εμφάνισή της, κατεβαίνοντας από το υπερώο στην αίθουσα του παλατιού, η Πηνελόπη, ερεθισμένη από το τραγούδι του Φήμιου και δακρυσμένη. Διαμαρτύρεται η βασίλισσα, γιατί ο αοιδός επιμένει να τραγουδά, όχι ἔργα ἀνδρῶν τε θεῶν τε, καθώς συνηθίζεται, αλλά ένα τραγούδι λυπητερό, τον πικρό νόστο των Αχαιών, όπως τον όρισε πικρό η Αθηνά Παλλάδα (α 325-327). Τραγούδι που ξύνει τις πληγές της Πηνελόπης, τον πόθο για τον άντρα της· χρόνια τώρα λείπει, και εκείνη τον θυμάται αδιάκοπα, στον νου της φέρνοντας την πανελλήνια δόξα του (α 335-344). Παρεμβαίνει όμως απότομα ο Τηλέμαχος ελέγχοντας τη μάνα του. Δεν έχει λόγο, λέει, να τα βάζει με τον τιμημένο αοιδό· αυτός κάνει το κέφι του τραγουδώντας ό,τι τραβά η ψυχή του. Όσο για το θέμα της αοιδής, τον πικρό νόστο των Αχαιών, αυτός υπήρξε απόφαση του Δία, δεν τον φαντάστηκαν οι αοιδοί. Αυτοί, έτσι κι αλλιώς, υποχωρούν στα γούστα των ακροατών τους: ο κόσμος θέλει ν᾽ ακούει νέα τραγούδια, κι αυτό που τραγουδά τώρα ο Φήμιος είναι της τελευταίας μόδας.

Αυτή η εικόνα του Φήμιου θα μείνει σταθερή μέχρι την εικοστή δεύτερη ραψωδία, όταν έχει συντελεστεί πια η εκδικητική μνηστηροφονία και ο Οδυσσέας ψάχνει μήπως απόμεινε ακόμη κάποιος ζωντανός. Οπότε παίρνει το μάτι του τον αοιδό Φήμιο να στέκει ορθός στο μεσοπόρτι, με την κιθάρα του στο χέρι, αναποφάσιστος αν πρέπει να βγει έξω από το μέγαρο και να προσπέσει ικέτης στον βωμό του Δία, ή να πέσει στου Οδυσσέα τα γόνατα, να τον παρακαλέσει, για να τον εξαιρέσει από το άγριο φονικό. Κάνει το δεύτερο: ακουμπά την κιθάρα του στο δάπεδο, μετά προστρέχει, γονατιστός στα γόνατα του Οδυσσέα. Παρακαλώντας να του δείξει έλεος, να τον ντραπεί, για να μην ντρέπεται μετά ο ίδιος και το ᾽χει βάρος στην καρδιά του, που έσφαξε με το χέρι του έναν αοιδό. Κάποιον που υμνεί θεούς και θνητούς, που ένας θεός τού φύτεψε στον νου κάθε λογής τραγούδια και που, μαθαίνοντας στο μεταξύ την τέχνη, έγινε πια αυτοδίδακτος. Έτσι που θα μπορούσε, εδώ και τώρα, να συνθέσει ένα τραγούδι και για εκείνον, τον Οδυσσέα τον ίδιο, που τον βλέπει σαν θεό. Γι᾽ αυτό δεν πρέπει να του κόψει τον λαιμό. Κι αν τραγουδούσε στα γλέντια των μνηστήρων, το έκανε με το ζόρι· πολλοί αυτοί και δυνατοί, τον έσερναν με βία να τους τραγουδά. Μάρτυράς του ο Τηλέμαχος. Ευαίσθητος ο Τηλέμαχος, παίρνει το μέρος του, μεσολαβώντας στον πατέρα του να μην τον σφάξει. Έτσι ο Φήμιος γλιτώνει τη ζωή του και σώζει τη μουσική τιμή (χ 330-356).

Χαρακτηρίστηκε ο Φήμιος οικείος και νεωτερικός. Θα μπορούσαμε καταχρηστικά να τον πούμε και ρεαλιστή. Γιατί, σε σύγκριση προς τον τυφλό Δημόδοκο, που μοιάζει επίσημος και τελετουργικός, ο Φήμιος είναι κοντινός, ευέλικτος, καπάτσος. Όσο το πάνω χέρι στο παλάτι της Ιθάκης το έχουν οι μνηστήρες, ενδίδει στην όρεξή τους για τραγούδι, και τραγουδά για χάρη τους. Δίνει ωστόσο την αίσθηση στην Πηνελόπη και στον νεαρό Τηλέμαχο πως δεν εγκρίνει την καταχρηστική συμπεριφορά των μνηστήρων· αν το μπορούσε, δεν θα τους έκανε το χατίρι, να παίρνει μέρος στα συμπόσιά τους τραγουδώντας, με την κιθάρα του στο χέρι. Που πάει να πει: και η πίτα σωστή και ο σκύλος χορτάτος.

Κάτι ακόμη ανάλογο· αναγνωρίζει ο αοιδός την εξάρτησή του από τον μουσικό θεό, ενώ συνάμα αυτοχαρακτηρίζεται αυτοδίδακτος. Έτσι, αποφεύγει την πρόκληση και την παρεπόμενη τιμωρία του Θάμυρη, κρατώντας ωστόσο με διακριτικότητα ένα μερίδιο τιμής για την προσωπική του τέχνη. Τρίτο στοιχείο που τον συστήνει κοντινό και διπλωματικό: δεν τραγουδά παλιά ηρωικά τραγούδια του τρωικού πολέμου, όπως ο Δημόδοκος· αυτός είναι μέσα στην τελευταία μόδα, μελοποιώντας μελαγχολικά τον μετατρωικό νόστο των Αχαιών. Αν λογαριάσουμε ότι στο πλαίσιο αυτό ανήκει και ο νόστος του Οδυσσέα, που βρίσκεται ακόμη σε εκκρεμότητα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τη διπλή εξυπνάδα του Φήμιου: στον βαθμό που ο προκείμενος νόστος αποδείχτηκε πικρός, ανακουφίζει τους μνηστήρες, οι οποίοι θέλουν να πιστεύουν πως ο Οδυσσέας χάθηκε και πως δεν πρόκειται πια να γυρίσει πίσω· από την άλλη μεριά, με το θέμα αυτό δείχνει ο Φήμιος να μην ξεχνά ο ίδιος τον νόμιμο βασιλιά του παλατιού, κι ας λείπει είκοσι χρόνια τώρα από το νησί. Τέλος, ο τρόπος που εξασφαλίζει ο αοιδός τον γλιτωμό του στην έξοδο της «Μνηστηροφονίας» (η στάση του, τα επιχειρήματά του και η επίκληση της καλής μαρτυρίας του Τηλεμάχου) μαρτυρούν ευελιξία και καπατσοσύνη στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής του. Αδιαφορώντας αν θα θεωρηθεί δειλός και ιδιοτελής, εκμεταλλεύεται την τέχνη του, για να σώσει το κεφάλι του.

Η επιείκεια εξάλλου που δείχνει ο Οδυσσέας στον αοιδό της Ιθάκης, κι ας βρέθηκε να υπηρετεί με το τραγούδι του τα γούστα των μνηστήρων, αποδεικνύει δύο πράγματα: το ένα άμεσα· το άλλο έμμεσα. Άμεσα προκύπτει πως ο ίδιος ο Οδυσσέας, παρά τα σκληρά πάθη της εικοσάχρονης περιπλάνησής του, παρέμεινε φιλόμουσος, ιδιότητα που φαίνεται πιο καθαρά στη σχέση του με τον αοιδό της Σχερίας, τον Δημόδοκο. Έμμεσα, η εξαίρεση του Φήμιου από το σφαγείο της μνηστηροφονίας υπονοεί την κατοχύρωση της επικής ποίησης, τον σεβασμό όσων την ασκούν. Για να το πούμε απλούστερα: η ενδεχόμενη σφαγή του Φήμιου θα σήμαινε ακύρωση του έπους της Οδύσσειας. Γιατί χωρίς αοιδό ο ποιητής της θα έμενε ορφανός και το ποίημά του κολοβό.

Μια τελευταία παρατήρηση: ο πικρός νόστος των Αχαιών, που τραγουδά ο Φήμιος στην πρώτη ραψωδία και που χαρακτηρίζεται τραγούδι της μόδας, δείχνει ότι πριν από την Οδύσσεια κυκλοφορούσαν και άλλα ομόθεμα έπη, τα οποία δεν τα αγνοούσε ο δικός μας ποιητής. Συμπτωματικά μας σώζεται ο τίτλος Ατρειδών Κάθοδος, που παραπέμπει σε αρχαιότερο έπος με θέμα τον νόστο του Μενελάου και του Αγαμέμνονα. Κάποιοι μάλιστα ομηριστές πιστεύουν πως το χαμένο αυτό έπος υπήρξε πρότυπο της Οδύσσειας σε ό,τι αφορά την αντιθετική συγγένεια ανάμεσα στον νόστο του Οδυσσέα και στον νόστο του Αγαμέμνονα.

Δημόδοκος

Αν ο Φήμιος διατηρεί την καλή του φήμη ως αοιδού αλλά διακινδυνεύει τη ζωή του στο κλονισμένο παλάτι της Ιθάκης, ο Δημόδοκος γίνεται ανεπιφύλακτα δεκτός (αυτό σημαίνει το όνομά του) στο νησί της Σχερίας από τον δήμο των Φαιάκων και τη βασιλική αρχή του, που την εκπροσωπεί ο Αλκίνοος με την ισότιμη γυναίκα του, την Αρήτη. Η εμφάνιση εξάλλου του Δημοδόκου στο έπος συμπίπτει με την υποδοχή που επιφυλάσσεται στον ναυαγό Οδυσσέα από τη Ναυσικά, από το βασιλικό ζεύγος και από τους επιφανείς Φαίακες: όλοι υπόσχονται να προπέμψουν τον ξένο στην πατρίδα του, μόλις δηλώσει την ταυτότητά του. Και ακριβώς ο Δημόδοκος με τα τραγούδια του θα συγκινήσει μέχρι δακρύων τον φιλοξενούμενο, θα ευνοήσει την αποκάλυψή του από τον Αλκίνοο, ανοίγοντας τον δρόμο για τους «Μεγάλους Απολόγους» του Οδυσσέα, την εκτενέστερη και σημαντικότερη διήγηση της Οδύσσειας. Στο θέμα όμως αυτό θα επανέλθουμε.

Η μουσική δραστηριότητα του Δημοδόκου, τόσο στο παλάτι όσο και στην αγορά των Φαιάκων, συμφωνεί με την υψηλή και άνετη στάθμη πολιτισμού που υπάρχει στο απόλεμο αυτό νησί, το οποίο με τη γενικότερη ευδαιμονία του μοιάζει με ευφρόσυνη ουτοπία. Όπως πάνω κάτω περιγράφει τη Σχερία και τη ζωή των Φαιάκων με καμάρι ο βασιλιάς Αλκίνοος στον Οδυσσέα, κάπου στη μέση της όγδοης ραψωδίας (θ 241-249):

Πρόσεξε όμως τώρα και τον δικό μου λόγο, να ᾽χεις να λες

στον άλλον κόσμο, όταν μες στο δικό σου το παλάτι κάποτε,

σ᾽ ένα τραπέζι καθισμένος με τη γυναίκα και τα τέκνα σου,

θα μνημονεύεις τη δική μας αρετή· ποια έργα ο Δίας

μας αξίωσε κι εμάς να ασκούμε, από τα χρόνια

των πατέρων μας, αδιάκοπα.

Δεν είμαστε λοιπόν ακατανίκητοι πυγμάχοι μήτε και παλαιστές,

αλλά στο τρέξιμο πετούν τα πόδια μας, και δεν θα βρεις

καλύτερόν μας στα καράβια.

Απόλαυση δική μας και παντοτινή· το πλούσιο γεύμα,

η κιθάρα κι οι χοροί, ρούχα πολύτιμα, που να τ᾽ αλλάζουμε

όταν πρέπει, λουτρά θερμά, και το κρεβάτι.


Προς απόδειξη ο Αλκίνοος παραγγέλλει να στηθεί χορός, με μουσικές και τραγούδια. Φέρνει αμέσως τη φόρμιγγα ο κήρυκας στον αοιδό, στέκει ο Δημόδοκος στη μέση κι αρχίζει, με συνοδεία μουσική, η χορευτική επίδειξη: ωραία αγόρια, που μόλις άνθισε το χνούδι στο μάγουλό τους, δεινοί κιόλας χορευτές, στήνουν θείο χορό. Έκθαμβος βλέπει ο Οδυσσέας να λάμπει η μαρμαρυγή στα πόδια τους. Οπότε ο Δημόδοκος, κρούοντας την κιθάρα του, ξεκινά ένα μακρόσυρτο, σκανδαλιάρικο τραγούδι για την παράνομη αγάπη του ερωτόληπτου Άρη με την καλλιστέφανη Αφροδίτη.

Κυρίαρχη επομένως η μουσική ευφροσύνη στη Σχερία, που την προσυπογράφει ο Οδυσσέας και την κανοναρχεί ο αοιδός Δημόδοκος, η περίπτωση του οποίου σε τίποτε δεν θυμίζει το ζόρι και την αμηχανία του Φήμιου στην Ιθάκη. Αίσθηση που προκαταβάλλεται, μετριασμένη κάπως, και στην πρώτη, συμποτική εμφάνιση του αοιδού, μέσα στην αίθουσα του παλατιού, μπροστά στους αξιωματούχους Φαίακες και στον τιμώμενο ξένο.

Ο Αλκίνοος εντέλλεται να φέρει ο κήρυκας στο παλάτι τον θείο αοιδό, για να λαμπρύνει με τη μουσική και το τραγούδι του το βασιλικό γεύμα. Τη σύσταση μάλιστα του Δημοδόκου στο σημείο αυτό την αναλαμβάνει ο ίδιος ο ποιητής. Τον αποκαλεί ἐρίηρον (που πάει να πει: «από όλους τιμημένο») και τον αναγνωρίζει κατεξοχήν φίλο των Μουσών. Εκείνες, λέει, του χάρισαν την ηδονική τέχνη της αοιδής -αγαθό πολύτιμο· με αντάλλαγμα όμως τη στέρηση της όρασής του- αντίρροπο κακό αυτό. Ευνοημένος λοιπόν από τις Μούσες ο τραγουδιστής Δημόδοκος αλλά τυφλός. Σάμπως το χάρισμα της μουσικής δωρεάς να επιβάλλει, ως προϋπόθεση και ως συμπλήρωμά του, το αντιχάρισμα της τύφλωσης. Γιατί εδώ δεν πρόκειται, όπως στην περίπτωση του αλαζονικού ιλιαδικού Θάμυρη, για τιμωρία αλλά για ένα καλό που σέρνει πίσω του, ως αναγκαίο παρεπόμενο, ένα κακό. Έτσι που θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως το χάρισμα αντιστρέφεται σε αντιχάρισμα, αλλά και το αντιχάρισμα σε χάρισμα - σάμπως να πρόκειται για αχώριστο ζευγάρι.

Αυτό το μείγμα από δωρεά και στέρηση, από θετικό καλό και από αρνητικό κακό, μείγμα που το προσφέρουν οι θεοί στους θνητούς, ακόμη και σ᾽ εκείνους που αγαπούν, το συναντούμε πρώτη φορά στην Ιλιάδα. Εντοπίζεται συγκεκριμένα σε μια παραβολή με την οποία δοκιμάζει να παρηγορήσει ο Αχιλλέας τον Πρίαμο, σπαραγμένο για τον φόνο του γιου του, αλλά και να παρηγορηθεί ο ίδιος για τον χαμό του πιο αγαπημένου φίλου, του Πατρόκλου. Λέει λοιπόν ο Αχιλλέας (Ω 527-533):

Μπροστά στην πύλη του Δία στέκουν δύο πιθάρια: το ένα μόνο με βάσανα γεμάτο, το άλλο μόνο με αγαθά, προορισμένα και τα δύο για τους θνητούς. Αν τύχει και ο θεός βάλει το χέρι του και στο καλό και στο κακό πιθάρι, θα πρέπει ο θνητός να νιώθει ευχαριστημένος με τη μοίρα του. Αλίμονο όμως σ᾽ εκείνον που του πέφτουν στη μοιρασιά βάσανα μόνο από το κακό πιθάρι, γιατί έτσι το θέλησε ο Δίας ή το ᾽φερε η τύχη.

Παραβολικός μύθος που σημαίνει πως ακέραιη ευτυχία στον άνθρωπο δεν προσφέρεται. Όπου η καλή δωρεά του θεού περισσεύει, έρχεται πάντα συντροφευμένη από κάποια σημαδιακή στέρηση.

Το παραδοσιακό ωστόσο παράδειγμα του Δημοδόκου, στο οποίο επιμένει ο ποιητής της Οδύσσειας (ευνοημένος από τις Μούσες αοιδός, αλλά τυφλός με απόφαση δική τους πάλι), φαίνεται να ανακαλεί μια αρχαϊκή αντίληψη, ισχυρή ακόμη και σήμερα, για τη μοίρα του προικισμένου καλλιτέχνη και του εμπνευσμένου ποιητή. Φτάνει να θυμηθούμε ότι ο περίφημος για τη μεταλλουργική του τέχνη Ήφαιστος είναι χωλός, κι όταν τον βλέπουν οι άλλοι ολύμπιοι θεοί στο τέλος της πρώτης ιλιαδικής ραψωδίας να τους μοιράζει νέκταρ σε κύπελλα χρυσά σέρνοντας το χωλό ποδάρι του, ξεσπούν σε γέλια ακράτητα (Α 595-600).

Σ᾽ αυτήν εξάλλου την παράδοση κολλάει και η επινοημένη εικόνα του τυφλού Ομήρου, που τη συντήρησε και η αρχαία τέχνη. Γιατί φαίνεται ότι ταίριαξε καλά στη φαντασία των ανθρώπων ο τυφλός ποιητής. Ασκώντας μια τέχνη, κυρίως ακουστική και ακροαματική, να έχει εσωτερική όραση, να βλέπει με μάτια κλειστά όσα δεν βλέπουν οι άλλοι, να φτιάχνει με τους ήχους του δικές του εικόνες, που να μπορούν και να μιλούν. Δεν αποκλείεται μάλιστα η παράδοση για τον τυφλό Όμηρο να έχει την αφορμή της σ᾽ αυτήν εδώ τη σύσταση του ποιητή, που θέλει τον Δημόδοκο τυφλό. Πάντως τούτο το στοιχείο της τύφλωσης καθιστά τον αοιδό της Σχερίας πιο αρχαϊκό σε σχέση με τον Φήμιο της Ιθάκης, προσθέτοντας τελετουργικό κύρος στη μορφή και στο τραγούδι του.

Η πρόσθετη εξάλλου αξία και τιμή του Δημοδόκου φαίνεται και από το γεγονός ότι ακούγονται (με την υπόθεσή τους διεξοδικότερα τώρα δηλωμένη) τρία τραγούδια στο πλαίσιο της όγδοης ραψωδίας, έναντι του ενός που αποδίδεται στον Φήμιο της πρώτης ραψωδίας. Τα δύο ακραία μάλιστα αφορούν άμεσα και ονομαστικά τον Οδυσσέα, προβάλλοντας το κλέος του. Το πρώτο είναι κάπως αινιγματικό (θ 72-82): αναφέρεται σε μιαν άγνωστη από αλλού φιλονικία ανάμεσα στον Οδυσσέα και στον Αχιλλέα, σε εορταστικό μάλιστα τραπέζι, μετά από θυσίες. Και μολονότι εκείνοι ανταλλάσσουν λόγια βαριά μεταξύ τους, ο Αγαμέμνονας χαίρεται μέσα του. Γιατί αυτή η ἔρις (σύμφωνα με χρησμό του Απόλλωνα, που πήρε ο Αγαμέμνονας στους Δελφούς) αποτελεί καλό σημάδι για τον πόλεμο που δεν λέει να προχωρήσει ακόμη.

Έχουν προταθεί πολλές ερμηνείες για την πηγή και τη σημασία της παράξενης αυτής αοιδής. Ακόμη και πως αντιστρέφει σε καλοσήμαδη τη διαβόητη φιλονικία Αγαμέμνονα και Αχιλλέα στην αρχή της Ιλιάδας, αυτήν που προκάλεσε την καταραμένη οργή του γιου της Θέτιδας και την καταστροφική απόφασή του να τραβηχτεί από τη μάχη. Όσοι μάλιστα δέχονται έναν τέτοιο συνειρμό, προτείνουν να εκτιμηθεί το τραγούδι αυτό του Δημοδόκου ως έμμεσος έπαινος του ποιητή της Οδύσσειας για τον ποιητή της Ιλιάδας.

Αν το πρώτο και μάλλον δυσνόητο για μας τραγούδι του Δημοδόκου, που ο ποιητής εντούτοις το κατατάσσει σ᾽ εκείνα που ιστορούν κλέα ἀνδρῶν, παραπέμπει κάπου στην αρχή του τρωικού πολέμου, το τρίτο τραγούδι του αοιδού αφιερώνεται στο τέλος του πολέμου: στη διάσημη άλωση της Τροίας, που κατορθώθηκε με τον δόλο του δούρειου ίππου, επινόημα του Οδυσσέα, που του χάρισε τον τίτλο του πτολιπόρθου (θ 499-520). Εδώ ο ίδιος ο Οδυσσέας υπαγορεύει, εν είδει διαγωνισμού, στον Δημόδοκο το θέμα της αοιδής που θέλει ν᾽ ακούσει. Κι εκείνος ανταποκρίνεται στην πρόκληση, τραγουδώντας με υποδειγματική αφηγηματική οικονομία και ευστοχία. Σε είκοσι δύο στίχους (θ 499-520) συμπυκνώνει, δραματοποιεί και κλιμακώνει τα διαδοχικά επεισόδια της γνωστής ιστορίας, συνταγμένα σε δύο ενότητες, αρμοσμένες μεταξύ τους με το ίδιο ρήμα. Στην πραγματικότητα ο Δημόδοκος, συντέμνοντας, αναπαράγει ένα ολόκληρο έπος, που η επική παράδοση το τιτλοφόρησε Ιλίου πέρσιν. Άξιος λοιπόν ο μισθός του: η σπάλα που του προσφέρει ο Οδυσσέας. Άξιος και ο διπλός έπαινος που του απευθύνει· προκαταβολικά τη μία φορά, επιλογικά την άλλη. Ένας επιπλέον λόγος λοιπόν που επικυρώνει το παραδοσιακό κύρος του Δημοδόκου ως αοιδού και τον διαβαθμίζει ψηλότερα από τον ιθακήσιο ομότεχνό του Φήμιο, ο οποίος είδαμε πώς αυτοεπαινείται μπροστά στον Οδυσσέα, για να γλιτώσει από τη σφαγή στην έξοδο της «Μνηστηροφονίας».

Αν ο μοδάτος Φήμιος εκμεταλλεύεται το ποιητικό παρόν της Οδύσσειας, τραγουδώντας τον μετατρωικό νόστο των Αχαιών, ο παραδοσιακός Δημόδοκος επιμένει στο ποιητικό παρελθόν του έπους τραγουδώντας τρωικά κατορθώματα του Οδυσσέα. Και οι δύο αοιδοί προκαλούν συγκίνηση, διαφορετικής όμως τάξης ο καθένας. Ο Φήμιος προσφέρει τέρψη στους αναίσθητους για τη μεταπολεμική τύχη των Αχαιών μνηστήρες, πληγώνει ωστόσο με το συγκεκριμένο του τραγούδι τη συζυγική ευαισθησία της Πηνελόπης, ενώ δίνει την ευκαιρία να τον υπερασπιστεί ο Τηλέμαχος απέναντι στην αδικαιολόγητη, όπως πιστεύει, διαμαρτυρία της μάνας του. Το δάκρυ της Πηνελόπης (την ώρα που κατεβαίνει από το υπερώο στην αίθουσα, για να ελέγξει τον Φήμιο, επειδή τραγουδά τον πικρό νόστο των Αχαιών, που της θυμίζει τον Οδυσσέα) είναι μια εύλογη αντίδραση.

Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τον επαναλαμβανόμενο και διαβαθμισμένο θρήνο του Οδυσσέα, καθώς ακούει το πρώτο και το τρίτο τραγούδι του Δημοδόκου. Ωστόσο, ο ποιητής επιμένει στην περιγραφή της παράξενης ευσυγκινησίας του ήρωα, την οποία και δραματοποιεί με αυξημένη ένταση στις δύο διαδοχικές μορφές της. Στο πρώτο τραγούδι (φιλονικία του Οδυσσέα και του Αχιλλέα, που τη θεωρεί εντούτοις καλόν οιωνό ο Αγαμέμνονας για την εξέλιξη του πολέμου) ο αδιάγνωστος ακόμη ξένος προσπαθεί να κρύψει διακριτικά τον θρήνο του. Τον παίρνει ωστόσο είδηση ο Αλκίνοος και, για να διευκολύνει την κατάσταση, παραγγέλλει διακοπή της μουσικής απαγγελίας και έξοδο της συντροφιάς από το παλάτι στην αγορά των Φαιάκων. Στο τρίτο όμως τραγούδι (ιστορία του δούρειου ίππου και άλωση της Τροίας) ο θρηνητικός σπαραγμός του Οδυσσέα (που εξεικονίζεται με μια πολύστιχη παρομοίωση), δεν μπορεί πια να περάσει απαρατήρητος, και ο Αλκίνοος ομολογεί την απορία του, ζητώντας εξηγήσεις με εναλλακτικά ερωτήματα που θα οδηγήσουν τελικά στην αποκάλυψη της ταυτότητας του ξένου. Πώς εξηγείται όμως αυτός ο διπλός θρήνος του Οδυσσέα ως αντίδραση στα δύο τραγούδια του Δημοδόκου, που τον αφορούν άμεσα και αναγνωρίζουν το κλέος του;

Πρόχειρη εξήγηση προσφέρει το γνωστό δίστιχο του Σολωμού που λέει: περασμένα μεγαλεία | και διηγώντας τα να κλαις. Με τη διευκρίνιση ότι ο θρήνος στο δικό μας παράδειγμα μεταφέρεται από εκείνον που διηγείται σ᾽ αυτόν που ακούει την ένδοξη διήγηση. Η μεταφορά δείχνει ότι η επαναφορά μιας δόξας από το παρελθόν στο παρόν, σε ώρα μάλιστα δοκιμασίας, προκαλεί πόνο σ᾽ εκείνον που, ένδοξος κάποτε, τώρα δοκιμάζεται. Σ᾽ αυτήν όμως την εύλογη ερμηνεία θα πρέπει να προσθέσουμε ότι γενικότερα ένα καλό τραγούδι επιβεβαιώνει την αξία του, όταν συγκινεί μέχρι δακρύων τους ακροατές του. Θα δούμε ότι κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το ακροατήριο μιας καλής διήγησης, όταν μάλιστα αυτή μεταβαίνει από την ένδοξη στην άδοξη φάση της.

Ξαναγυρίζουμε όμως στην πολύστιχη παρομοίωση που συνοδεύει τον θρήνο του Οδυσσέα, καθώς ακούει από τον Δημόδοκο το τραγούδι για τον δούρειο ίππο και την άλωση της Τροίας, επειδή έχει αξιοπαρατήρητες παραξενιές. Παραφράζονται πρώτα οι σχετικοί στίχοι (θ 521-531): Όσο ο αοιδός προχωρεί στη διήγησή του, τόσο και η συγκίνηση του Οδυσσέα ξεσπά και κορυφώνεται. Οπότε ο θρήνος του παραβάλλεται με το μοιρολόγι μιας γυναίκας πάνω στο σώμα του άντρα της, που έπεσε εκεί, μπροστά στην πόλη και στον λαό της πόλης, για την πατρίδα πολεμώντας και τα τέκνα της. Κι όπως τον βλέπει η γυναίκα του να σπαρταρά και να σβήνει, σωριασμένη πάνω του πνίγεται στο κλάμα, ενώ οι εχθροί με τα κοντάρια τους τη χτυπούν πισώπλατα, έτοιμοι να τη σύρουν σκλάβα τους, βουτηγμένη πια στη δυστυχία και στον πόνο. Κι ο ποιητής προσθέτει: όσο πικρό το δάκρυ αυτής της δύστυχης γυναίκας, τόσο πικρός και του Οδυσσέα ο θρήνος.

Τα παράξενα αυτής της παρομοίωσης φαίνονται και με γυμνό μάτι, δεν χρειάζονται μικροσκόπιο. Την ώρα που ο αοιδός δοξολογεί τον εφευρέτη του δούρειου ίππου, με τον οποίο κατορθώθηκε, ύστερα από δέκα χρόνια, η άλωση της Τροίας από τους Αχαιούς, εκείνος όχι μόνο πνίγεται στο κλάμα αλλά και παραβάλλεται με οδυρόμενη γυναίκα, που θρηνεί τον σκοτωμένο άντρα της, που κακοποιείται από τον εχθρό, που προορίζεται για παντοτινή σκλαβιά. Δύσκολα φαντάζεται κάποιος πιο αταίριαστη παρομοίωση. Σάμπως να την έχωσε εδώ ένα ξένο χέρι που δεν ήξερε τι λέει το προηγούμενο κείμενο. Γι᾽ αυτό εξάλλου δεν έλειψαν φιλόλογοι που θεώρησαν την παραβολή κακότεχνη και την απέδωσαν σε άτεχνο διασκευαστή. Μήπως όμως τα φαινόμενα απατούν;

Αν δούμε από κοντά και πιο προσεκτικά το δεύτερο μέρος από το τραγούδι του Δημοδόκου, παρατηρούμε πως ο αοιδός επιμένει στην ανελέητη σφαγή των εξαπατημένων Τρώων από τους Αχαιούς, με πρωταγωνιστές τον Οδυσσέα και τον Μενέλαο. Περιγραφή που σημαίνει ότι η άλωση της Τροίας έχει δύο όψεις: θριάμβου για τους πορθητές, τραγωδίας για τους εκπορθημένους. Αυτή τη διπλή σημασία της άλωσης φαίνεται πως θέλει να υπογραμμίσει ο ποιητής, και ξαφνικά, με την αταίριαστη παρομοίωση, γυρίζει το νόμισμα ανάποδα, αντιστρέφοντας τη θριαμβική νίκη των Αργείων σε σπαρακτική ήττα των Τρώων. Όπως έκανε ο Ευριπίδης, τρεις αιώνες μετά, με τις Τρωάδες του, και νωρίτερα ο Αισχύλος με τους Πέρσες του.

Το σπουδαιότερο όμως αφηγηματικό εύρημα στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι η αντιστροφή αυτή του θριάμβου σε τραγωδία, της χαράς σε σπαραγμό, αποδίδεται μεταφορικά στον ίδιο τον Οδυσσέα. Ο οποίος ξαφνικά αλλάζει φύλο και στρατόπεδο, θρηνώντας τώρα σπαρακτικά την καταστροφή της Τροίας, τον φόνο των Τρώων και τον εξανδραποδισμό των Τρωάδων. Αυτή τη συμπάθεια για τον ηττημένο εχθρό ξυπνά το τραγούδι του Δημοδόκου στον νικητή Οδυσσέα, κι αυτή τη συμπάθεια βιώνει εδώ, με μια τόσο ασυνήθιστη παρομοίωση, ο μεγάλος ήρωας.

Τόσο το ένα τραγούδι του Φήμιου στην πρώτη ραψωδία όσο και τα δύο ακραία του Δημοδόκου στην όγδοη ραψωδία επιμένουν στον τρωικό μύθο, μοιρασμένα μάλιστα, όπως είδαμε, στο πολεμικό και στο μεταπολεμικό μερίδιο - μοιρασιά που θυμίζει τα δύο ομηρικά έπη. Εξαίρεση σ᾽ αυτό τον κανόνα αποτελεί το μεσαίο και εκτενέστερο τραγούδι του Δημοδόκου, αυτό που απαγγέλλεται στην αγορά των Φαιάκων, μετά τους αθλητικούς αγώνες και τη χορευτική επίδειξη (θ 266-366). Θέμα της σκανδαλιστικής αυτής αοιδής είναι ο παράνομος έρωτας του Άρη και της Αφροδίτης, και η παραδειγματική τους, υποτίθεται, τιμωρία. Καμία σχέση επομένως με τον τρωικό κύκλο και τον ηρωικό κόσμο. Αντίθετα, ένα τραγούδι που παίζει ανάμεσα στο δράμα και στην κωμωδία, στη συζυγική νομιμότητα και στην παρασυζυγική παρανομία, προσφέροντας αφειδώς στο ακροατήριο κέφι και τέρψη, όπως δηλώνεται και στους δύο επιλογικούς στίχους. Στην τέρψη εξάλλου συμμετέχει τη φορά αυτή ανεπιφύλακτα και ο Οδυσσέας.

Άρης και Αφροδίτη σμίγουν στο συζυγικό κρεβάτι του Ηφαίστου, πίσω απ᾽ την πλάτη του, κάθε φορά που ο χωλός θεός λείπει από το σπίτι. Ώσπου τους παίρνει είδηση ο πανεπόπτης Ήλιος, που σπεύδει να ενημερώσει για την επαναλαμβανόμενη μοιχεία τον απατημένο σύζυγο. Οπότε εκείνος αποφασίζει να κάνει τους εραστές τσακωτούς, χρησιμοποιώντας τη δική του φημισμένη μεταλλουργική τέχνη. Φτιάχνει λοιπόν στο εργαστήρι του μεταλλικό δίχτυ απίστευτα λεπτό, όμως γερό, ώστε κανείς να μην μπορεί να το διακρίνει με γυμνό μάτι και να το σπάσει με το χέρι. Μ᾽ αυτό τυλίγει, πάνω κάτω, της μοιχείας το κρεβάτι και προσποιείται πως θα λείψει στη μακρινή και αγαπημένη του Λήμνο.

Περιχαρείς οι παράνομοι εραστές εκμεταλλεύονται την ευκαιρία, χώνονται στην ερωτική τους φωλίτσα, αλλά ξαφνικά το αόρατο μεταλλικό δίχτυ περιπλέκει και παγιδεύει τα σώματά τους. Ειδοποιημένος για δεύτερη φορά ο Ήφαιστος από τον Ήλιο, επιστρέφει στον συζυγικό θάλαμο, διαπιστώνει πως οι εραστές έχουν πιαστεί σαν ποντικοί στη φάκα, και φυσικά δεν δέχεται να τους λύσει. Αντ᾽ αυτού επικαλείται τους ολύμπιους θεούς, τον Δία, πατέρα της Αφροδίτης, ιδιαιτέρως, ζητώντας δίκαιη τιμωρία των μοιχών και επιστροφή της προίκας που έδωσε για να πάρει γυναίκα του αυτή τη σκύλα, όπως λέει, ομολογουμένως όμως πολύ ωραία. Προσέρχονται όλοι οι θεοί (όχι οι θεές, αυτές από ντροπή δεν πλησιάζουν), σχολιάζουν με λογοπαίγνια το φιάσκο του γρήγορου στη μάχη και στον έρωτα Άρη και το ρίχνουν στο γέλιο. Όταν μάλιστα ο Απόλλων ρωτάει τον Ερμή αν με τους ίδιους όρους θα ακολουθούσε το παράδειγμα του Άρη, προκειμένου να κάνει έρωτα με την ωραία Αφροδίτη, εκείνος απαντά απερίφραστα πως ναι, θα έκανε τα ίδια.

Αγέλαστος παραμένει μόνον ο Ποσειδώνας, που πιέζει τον Ήφαιστο να ελευθερώσει το παράνομο ζεύγος από τα δεσμά του, υπό τον όρο ο Άρης να πληρώσει τα σπασμένα. Και όταν ο χωλός θεός δυσπιστεί για τη συνέπεια του εραστή θεού να ξεπληρώσει το χρέος του, ο Ποσειδώνας υπόσχεται πως, σε περίπτωση ασυνέπειας, αναλαμβάνει ο ίδιος να αναπληρώσει τη ζημιά με δικά του έξοδα. Μ᾽ αυτούς τους όρους το ζευγάρι ελευθερώνεται: ο Άρης τραβά κατά τη Θράκη· η Αφροδίτη στην Πάφο της Κύπρου, όπου την υποδέχονται οι Χάριτες, τη λούζουν, τη μυρώνουν και πολυτελώς τη ντύνουν. Κούκλα πάλι η Αφροδίτη: θαῦμα ἰδέσθαι, λέει το κείμενο.

Η τολμηρή αυτή αοιδή, μπορεί να μοιάζει ξένο παραμύθι μέσα στο επικό πλαίσιο της Οδύσσειας, παρουσιάζει όμως, με το θέμα και τη μορφή της, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αφηγηματική τέχνη της αρχαϊκής εποχής. Το γεγονός ότι αφιερώνεται αποκλειστικά σε ερωτική περιπέτεια θεών, και μάλιστα με τρόπο λίγο πολύ ευτράπελο, δείχνει ότι παραδοσιακοί αοιδοί, όπως ο Δημόδοκος, δεν τραγουδούσαν μόνον ηρωικά κατορθώματα, περιορισμένα στον τρωικό κύκλο. Σκάρωναν και πιο ελεύθερα, παράτολμα θέματα, που ερέθιζαν την περιέργεια του ακροατηρίου και τροφοδοτούσαν τη διασκέδασή του.

Ως προς το τολμηρό θέμα της αοιδής, δύο ακόμη παρατηρήσεις. Το σκάνδαλο της μοιχείας, που δίκαια εξοργίζει τον Ήφαιστο, μετριάζεται από το διάχυτο χιούμορ, που διαπερνά το τραγούδι απαρχής μέχρι τέλους, και που φαίνεται να λέει στους ακροατές: «μην την παίρνετε την ιστορία αυτή πολύ στα σοβαρά· ακολουθήστε το παράδειγμα των θεών, που τελικά γελούν μ᾽ αυτά που βλέπουν και ακούν· γελάστε κι εσείς μαζί τους». Ας μην ξεχνούμε εξάλλου ότι η αοιδή αυτή ακούγεται στην αγορά των Φαιάκων, σε μια γιορτή με αγώνες, χορούς και τραγούδια, όπου ο κόσμος κάνει κέφι, συχνά και με πικάντικα χωρατά. Επιπλέον: μπορεί στους θνητούς η παρασυζυγική εκτροπή να πέφτει βαριά, να προκαλεί ακόμη και πόλεμο (διαβόητο το παράδειγμα του Πάρη και της Ελένης), οι θεοί όμως ξέρουν πώς να βολεύουν τέτοια παραστρατήματα με άνετη χάρη. Εδώ παίρνει πίσω την προίκα του ο Ήφαιστος από τον Ποσειδώνα, και όλα γίνονται ξανά μέλι γάλα.

Στο κάτω κάτω αταίριαστο ζευγάρι είναι ο χωλός Ήφαιστος και η πανέμορφη Αφροδίτη· πιο καλός τής πέφτει ο Άρης, αρτιμελής αυτός κι ωραίος. Αυτό το αναγνωρίζει και ο απατημένος σύζυγος, με παράπονο έστω, μπροστά στους άλλους θεούς, όταν ζητά τη συνδρομή τους (θ 306-311). Πίσω από το παράπονό του ακούγεται και κάτι μελαγχολικό: οι ποιητές κι οι καλλιτέχνες (καλλιτέχνης είναι ο Ήφαιστος) σωματικά συνήθως υπολείπονται και δεν τα βγάζουν πέρα στον έρωτα με τους γυμνασμένους αθλητές και τους ρωμαλέους μαχητές. Αυτή είναι η μοίρα τους, κι ας μην παραπονιούνται. Όσο για το ηθικό δίδαγμα αυτής της ιστορίας, το παίρνουν πάνω τους ο Ήλιος, ο Ποσειδώνας και ειρωνικά ο ίδιος ο Ήφαιστος.

Ο ποιητής και ο αοιδός

Οι φιλοξενούμενοι αοιδοί στο εσωτερικό των ομηρικών επών (ένας ή περισσότεροι, επώνυμοι ή ανώνυμοι) ανακαλούν ως έναν βαθμό τη μορφή του επικού ποιητή σε αρχαϊκότερη όμως και πιο παραδοσιακή εκδοχή. Τούτο συμβαίνει, εκτός των άλλων, και επειδή οι συμβάσεις της ομηρικής ποίησης δεν επιτρέπουν ακόμη την προσωπική και ονομαστική προβολή μέσα στο έπος του ποιητή που το συνέθεσε. Πρόκειται για τυπολογική απαγόρευση, η οποία αίρεται για πρώτη φορά στη Θεογονία του Ησιόδου, λίγα μόλις χρόνια μετά τη σύνθεση της Οδύσσειας. Στα μεταγενέστερα μάλιστα Έργα του Ησιόδου εμπλέκονται ακόμη και αυτοβιογραφικά στοιχεία του ποιητή, τα οποία αναφέρονται κυρίως στη δικαστική διαμάχη του με τον αδελφό του Πέρση.

Στα ομηρικά ωστόσο έπη το υποκείμενο του ποιητή παραμένει κατά κάποιον τρόπο στη σκιά. Όταν σπάνια υποβάλλεται, υποδηλώνεται με την προσωπική αντωνυμία: μοι, ἡμεῖς και ἐγώ στην Ιλιάδα· μοι και ἡμῖν στην Οδύσσεια. Και τούτο συμβαίνει όπου ο ποιητής εκ προοιμίου στρέφεται προς τη Μούσα, ζητώντας ή να του υπαγορεύσει εκείνη το ποίημά του (α 1) ή να τον στηρίξει μνημονικά, για να παραθέσει τον μακρύ κατάλογο πλοίων και αρχηγών των Δαναών που πήραν μέρος στον τρωικό πόλεμο (Β 484, 486, 488). Και στις δύο περιπτώσεις η συμπλήρωση του ενικού αριθμού της προσωπικής αντωνυμίας με πληθυντικό αριθμό προϋποθέτει ότι ο ποιητής αισθάνεται μέλος σε συλλογικό σινάφι ραψωδών, εξ ονόματος του οποίου και μιλά. Κι ακόμη πως συντάσσεται και αυτός στο σώμα των ακροατών, που θα ακούσουν το υπαγορευμένο από τη Μούσα ποίημα. Η υπόνοια εξάλλου του επικού ποιητή αναγνωρίζεται και στις ελάχιστες εκείνες περιπτώσεις, όπου ο ίδιος προσφωνεί κάποιον ήρωα σε κλητική πτώση. Στη Ιλιάδα, λόγου χάριν, τούτο συμβαίνει με τον αγαπημένο εταίρο του Αχιλλέα, τον Πάτροκλο (ο ποιητής τον προσφωνεί κάποτε Πατρόκλεις)· στην Οδύσσεια με τον χοιροβοσκό Εύμαιο (ο ποιητής τρυφερά τον αποκαλεί και Εὔμαιε συβώτα).

Με τους όρους αυτούς, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο επικός ποιητής υποδύεται κατά κάποιον τρόπο τον παραδοσιακό αοιδό, ειδικότερα στα σημεία εκείνα που ομολογεί την εξάρτησή του από τη Μούσα ή τις Μούσες. Τούτο φαίνεται καθαρότερα στον πρώτο στίχο της Ιλιάδας, όπου η προσφώνηση του ποιητή πραγματοποιείται με το ρήμα ἄειδε, ενώ στην Οδύσσεια το παραδοσιακό αυτό ρήμα αντικαθίσταται με τη προστακτική του ρήματος ἐννέπω, ομόρριζου με τη λέξη ἔπος, που θα πει «λέγω», «ιστορώ», «διηγούμαι».

Πάντως, ούτε ο ποιητής της Ιλιάδας ούτε πολύ περισσότερο ο ποιητής της Οδύσσειας ταυτίζονται με τον παραδοσιακό αοιδό. Χρησιμοποιούν εντούτοις αυτό το προσωπείο, επειδή τους συνδέει με την προηγούμενη παράδοση και τους προσθέτει τελετουργικό κύρος. Η αίσθηση αυτή είναι εντονότερη στην Ιλιάδα, όπου λείπουν άλλοι επώνυμοι αοιδοί, με εξαίρεση το αντιπαράδειγμα του αοιδού Θάμυρη. Τη θέση του αοιδού φαίνεται να την καταλαμβάνει εδώ ο ίδιος ο ποιητής. Έτσι εξηγείται καλύτερα και η προγραμματική προβολή της παραδοσιακής σχέσης ποιητή και Μουσών στο προοίμιο του καταλόγου των πλοίων στη δεύτερη ιλιαδική ραψωδία (Β 484-493).

Ο ποιητής επικαλείται τις Μούσες, τις προσφωνεί ολυμπιάδες και θεές, και τους αναγνωρίζει παντογνωσία και πανταχού παρουσία. Σε αντίθεση προς τον ίδιο και τους ομοτέχνους του, για τους οποίους δηλώνει προσωπική άγνοια ως προς τα ένδοξα κατορθώματα των ηρώων - οι ποιητές μόνον ακουστά τα έχουν. Η μνημονική επομένως υποστήριξη των Μουσών είναι εντελώς απαραίτητη στον ποιητή της Ιλιάδας, προκειμένου να συντάξει επακριβώς τον κατάλογο πλοίων και αρχηγών των Δαναών, που πήραν μέρος στον τρωικό πόλεμο. Γιατί το πλήθος τους υπήρξε αναρίθμητο και τα ονόματά τους αδιάγνωστα. Μόνος του ο ποιητής δηλώνει ανίκανος να ανταποκριθεί στον ποιητικό αυτόν προορισμό. Ακόμη κι αν διέθετε, λέει, δέκα γλώσσες και άλλα τόσα στόματα, φωνή αράγιστη και ατσάλινη καρδιά, δεν θα μπορούσε να εκτελέσει ένα τέτοιο χρέος μόνος του.

Ασφαλώς εδώ περιγράφεται η πιο αρχαϊκή μορφή αοιδού, εξαρτημένου απόλυτα από τις Μούσες, ενώ συγχρόνως προκαταβάλλονται οι στοιχειώδεις και απαραίτητες ικανότητες ενός παραδοσιακού ραψωδού: απέραντη μνήμη, ακαταπόνητη ευγλωττία, ονοματολογική ακρίβεια, δυνατή φωνή, ακούραστο στήθος. Στην Οδύσσεια ωστόσο, η οποία διαθέτει, όπως είδαμε, δύο επώνυμους και δύο ανώνυμους αοιδούς, η σχέση αρχαϊκού αοιδού και επικού ποιητή, χωρίς να καταργείται, σαφώς τροποποιείται. Εδώ φαίνεται να χειρίζεται ο ποιητής τη μορφή του αοιδού ως άλλοθί του, για να επιτύχει το στήσιμο μιας κλίμακας με τρεις βαθμίδες: ο αοιδός αποτελεί τη βάση της κλίμακας· ακολουθεί ο εσωτερικός αφηγητής, και αδιόρατος στην κορυφή της σκάλας στέκεται ο ίδιος ο ποιητής. Στο θέμα αυτό όμως θα επανέλθουμε.

Στο μεταξύ καταγράφονται κάποιες ενδείξεις που επιβεβαιώνουν την υπόθεσή μας ότι ο ποιητής της Οδύσσειας χειρίζεται με διαφορετικό τρόπο απ᾽ ό,τι ο ποιητής της Ιλιάδας τους δύο δικούς του επώνυμους αοιδούς. Γιατί δεν είναι τυχαίο ότι ο Φήμιος στην πρώτη ραψωδία τραγουδά τον πικρό νόστο των Αχαιών. Αυτό όμως είναι και το κεντρικό θέμα της Οδύσσειας, επικεντρωμένο ειδικότερα στη μορφή του Οδυσσέα. Τούτο σημαίνει ότι, σχεδόν ειρωνικά, ο ποιητής υποδηλώνει ότι ο αυτοδίδακτος Φήμιος, ως προς το σημείο αυτό, αποτελεί μικρογραφία του: συμπυκνώνει σ᾽ ένα τραγούδι του το θέμα που ο ποιητής απλώνει σ᾽ ένα ολόκληρο έπος.

Όσο για τον Δημόδοκο, είναι φανερό ότι ο ποιητής εκμεταλλεύεται τα δύο ακραία τραγούδια του ως γέφυρα προς τη μεριά του Οδυσσέα. Όχι μόνο γιατί τα δύο αυτά τραγούδια εξυμνούν, καθένα με τον τρόπο του, το κλέος του ήρωα και συντελούν στην αποκάλυψη της ταυτότητάς του μπροστά στους Φαίακες. Αλλά και επειδή, όπως θα δούμε, ο Οδυσσέας έμπρακτα διαδέχεται τον αοιδό Δημόδοκο και με τους «Μεγάλους Απολόγους» του αποδεικνύει πως μπορεί να τον συναγωνιστεί με τη δική του αφηγηματική τέχνη.

Τέλος, ο προσωπικός χειρισμός των δύο αοιδών από τον ποιητή της Οδύσσειας φαίνεται και από τον συντακτικό τρόπο με τον οποίο προβάλλονται τα τραγούδια τους μέσα στο έπος. Γιατί τόσο το ένα τραγούδι του Φήμιου όσο και τα τρία τραγούδια του Δημοδόκου δεν συντάσσονται σε ευθύ λόγο και ως εκ τούτου δεν μπαίνουν σε εισαγωγικά, όπως συμβαίνει, λόγου χάριν, όχι μόνο με τους «Απολόγους» του Οδυσσέα αλλά και με άλλες εσωτερικές αφηγήσεις της Οδύσσειας· του Νέστορα, του Μενελάου, του Εύμαιου. Αντ᾽ αυτού, τα τραγούδια και των δύο αοιδών, ασχέτως προς την έκτασή τους, συντάσσονται σε πλάγιο, όπως λέμε, λόγο· εξαρτώνται δηλαδή από το ρήμα ἄειδε, με το οποίο και εισάγονται. Αυτό σημαίνει ότι ελέγχονται από τον ποιητή· αυτός αποφασίζει το περιεχόμενό τους, την έκτασή τους, τη μορφή τους. Από την άποψη αυτή μπορούμε να πούμε ότι ο ποιητής της Οδύσσειας κρατάει στο χέρι του τους δύο αοιδούς και τους κινεί λίγο πολύ σαν μαριονέτες. Τακτική που δεν εμποδίζει ωστόσο να εκλαμβάνονται από τον ακροατή και τον αναγνώστη του έπους οι δύο αοιδοί, ο Φήμιος και ο Δημόδοκος, ως αντικατοπτρισμοί του ίδιου, ως είδωλά του.

“Τα όνειρα τους για εμένα”…

Ο τίτλος του άρθρου σχετίζεται με το αν η εξέλιξη μας ως άτομα οφείλεται στα όνειρα των γονέων μας ή στα δικά μας θέλω. Αλήθεια…πόσοι δε γαλουχήθηκαν με τις αυξημένες προσδοκίες των γονέων τους που τους ήθελαν ως παιδιά να λειτουργούν με βάση συγκεκριμένους κανόνες, να διαμορφώσουν την προσωπικότητα τους με βάση συγκεκριμένα πρότυπα και όχι με βάση τις δικές τους δυνατότητες και τη δική τους ιδιοσυγκρασία; Από την ενδομήτρια ζωή, οι γονείς μας κάνουν όνειρα για εμάς τα οποία φτάνουν μέχρι το τι επάγγελμα θα ακολουθήσουμε. Πόσο μας επηρεάζουν στο πώς θα διαμορφωθούμε σαν προσωπικότητες;

Αν οι γονείς μας απλά ακολουθούσαν τις ανάγκες μας και ΟΧΙ τις δικές τους και προσπαθούσαν να αναπτύξουν όλες τις πτυχές του χαρακτήρα μας προς το καλύτερο, η εξέλιξη μας θα ήταν πολύ διαφορετική. Από τη στιγμή που έμαθαν οι γονείς μας για τον ερχομό μας, άρχισαν να κάνουν σχέδια και όνειρα για εμάς βασισμένα στον δικό τους τρόπο σκέψης και τη δική τους ιδιοσυγκρασία. Μας γαλούχησαν με βάση αυτά τα όνειρα και οι περισσότεροι από τους γονείς δεν προσπάθησαν να διερευνήσουν τις ιδιαίτερες κλίσεις και ικανότητες του παιδιού τους με στόχο να δουν ποια από αυτά τα όνειρα που έκαναν οι ίδιοι ταιριάζουν στα παιδιά τους.

Μεγαλώνοντας και περνώντας από την παιδική στην εφηβική ηλικία, οι έφηβοι αρχίζουν να αναγνωρίζουν τα δικά τους θέλω και να εναντιώνονται στα πρέπειπου τους βάζουν οι γονείς τους. Τα διάφορα πρέπει που μπαίνουν σχετίζονται συνήθως με την κοινωνικο-οικονομική τάξη των γονέων, καθώς όσο πιο υψηλά στην κοινωνική κλίμακα, τόσο πιο αυξημένες οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες από τα παιδιά. Πόσο όμως μπορούν πραγματικά να κυνηγήσουν τα θέλω τους σε μια οικογένεια πιεστική και με άκαμπτη δομή; Το αποτέλεσμα είναι ως ενήλικες να μην είναι ποτέ ευχαριστημένοι στην επαγγελματική τους ζωή, καθώς ακολούθησαν ένα δρόμο που δεν ήθελαν, να μην έχουν μάθει να παλεύουν για τα όνειρα τους κάτι που κατ΄επέκταση μπορεί να περιλαμβάνει και λάθος επιλογές συντρόφων στην προσωπική τους ζωή. Σε μια πιθανή δημοσκόπηση, θα διαπιστώναμε ότι οι περισσότεροι ενήλικες αν είχαν τη δυνατότητα να γυρίσουν τον χρόνο πίσω θα έκαναν πολύ διαφορετικές επιλογές.

Καθώς όμως δεν υπάρχει μια μηχανή του χρόνου, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να μην επαναλάβουμε τα λάθη που έκαναν οι γονείς μας στα δικά μας τα παιδιά. Ας προσπαθήσουμε να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα και να δώσουμε προτεραιότητα στα θέλω και τις ανάγκες των παιδιών μας, ας ανακαλύψουμε τις δυνατότητες της ιδιοσυγκρασίας τους για να μεγαλώσουμε ισορροπημένους ενήλικες που θα είναι ευτυχισμένοι με τις επιλογές τις δικές τους!!

Δεν Είσαι Αδύναμος

Ένας από τους ύπουλους και ολέθριους τρόπους που υπονομεύουν την προσπάθεια αναζήτησης της στήριξης που μπορεί να προσφέρει η συμβουλευτική διαδικασία, είναι η πεποίθηση ότι μία τέτοια κίνηση είναι ένδειξη αδυναμίας.

"Είσαι δυνατός/ή, μπορείς και μόνος/-η σου", "Πρέπει να το παλέψεις μόνος/-η"είναι κουβέντες που λένε οι δικοί μας άνθρωποι ενθαρρυντικά, αλλά κρύβουν προσδοκίες που ενδέχεται να μας εγκλωβίσουν στις εξής παγίδες:

- Αν δεν μπορέσεις μόνος/-η σου είσαι αδύναμος/-η.

- Θα έπρεπε να θέλεις να μπορέσεις μόνος/-η σου.

- Σε θέματα ψυχικής υγείας, πρέπει οπωσδήποτε να είσαι αυτάρκης.

Σε κοινωνικές συζητήσεις, βρίσκομαι συχνά στη θέση να ακούω ανθρώπους να μου λένε "Ξέρεις τί έχω περάσει;" ή "Ξέρεις τί περνάω;" και αφού αφήσουν κάποιο στίγμα της δυσκολίας που αντιμετωπίζουν, καταλήγουν "Αλλά δεν έχω ανάγκη εγώ. Πιστεύω ότι ο καθένας πρέπει να είναι δυνατός και να αντιμετωπίζει τα προβλήματά του μόνος του".

Πολλοί από αυτούς ίσως και να μπορούν. Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι θέλουν.
Μέσα μου, όμως, ηχεί μια φωνή που απαντά:

"Δε χρειάζεται να μπορείς.
Ψάξε και βρες εκείνους που μπορούν να βοηθήσουν.".

Οι περισσότερες απεικονίσεις του τί συμβαίνει στο γραφείο ενός συμβούλου ψυχικής υγείας διαιωνίζουν την ιδέα ότι η προσφυγή σε έναν επαγγελματία είναι ένδειξη αδυναμίας ή αποτυχίας. Στις κινηματογραφικές ταινίες δεν είναι λίγα τα στιγμιότυπα του ανήμπορου, πελαγωμένου νευρωτικού συμβουλευόμενου που ενισχύουν αυτού του είδους τις συνειδήσεις. Ο σπασμένος, πτοημένος άνθρωπος, που δεν έχει τη δύναμη της ανασυγκρότησης, που δεν έχει καθαρό μυαλό, που πρέπει να τον συμβουλέψουν, να του πουν τι να κάνει...

Επόμενο είναι, λοιπόν, κάποιοι άνθρωποι να διακατέχονται από ντροπή, ενοχή, φόβο, και αισθήματα ανεπάρκειας και αποτυχίας στην ιδέα ότι θα απευθυνθούν σε κάποιον σύμβουλο. Συχνά, μάλιστα, διαπιστώνω ότι αποδίδεται μία υπεραξία στον να είναι κανείς ανεξάρτητος, αφήνοντας να εννοηθεί ότι όποιος δεν είναι ανεξάρτητος είναι εξαρτώμενος, άρα ανεπαρκής.

Κανείς μας δεν είναι ανεξάρτητος. Είμαστε κοινωνικά όντα, αλληλοεξαρτώμενα. Οι σχέσεις προσφοράς και αλληλοβοήθειας -η έμφυτη κοινωνική μας υπόσταση- μας θρέφουν. Είναι απαραίτητες για την επιβίωσή μας. Ίσως αυτό το κοινωνικό στερεότυπο να αποσβέσει αν επιδιώξουμε σαν άνθρωποι -αντί για ανεξάρτητοι- να γίνουμε αυτόνομοι. Και η πρωτοβουλία να καθορίσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειριστεί την όποια δυσκολία του/της είναι μια πράξη αυτονομίας.

Υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι οι οποίοι, παρά τις εύλογες ψυχικές τους ανάγκες, παρά τον ψυχικό τους πόνο, υποφέρουν αναίτια αποφεύγοντας να αναζητήσουν επαγγελματική βοήθεια.

Κι αυτό είναι επικίνδυνο. Όσο περισσότερο ζει κανείς με οποιοδήποτε πρόβλημα ψυχικής υγείας, τόσο πιο επικίνδυνο καθίσταται. Όσοι περισσότερο κλείνεται στον εαυτό του για να εντοπίσει το ψυχικό εποθεμα να αντιμετωπίσει την οποιαδήποτε δυσκολία, τόσο περισσότερο απομονώνεται και εγκλωβίζεται σε αυτήν.

Τα προβλήματα ψυχικής υγείας επιδρούν σε όλους τους τομείς της ζωής: από την αυτοφροντίδα (διατροφή, ύπνο) μέχρι την οικονομική ευημερία (π.χ. δυσκολία λειτουργικότητας και επίδοσης στον χώρο εργασίας, υπερσπατάλη ή συσσώρευση χρεών) στις σχέσεις και στον γονικό ρόλο.

Επιπλέον, δεν είναι σπάνιο για τα άτομα τα οποία νιώθουν ματαίωση -ότι δεν υπάρχει λύση ή ότι δεν υπάρχει ελπίδα- να επιδοθούν σε δυσλειτουργικές μεθόδους "αυτο-ίασης" όπως είναι η κατανάλωση ουσιών και/ή αλκοόλ. Αυτό συχνά οδηγεί σε έναν καθοδικό φαύλο κύκλο, ο οποίος βαθμιαία δημιουργεί συνακόλουθα προβλήματα και διογκώνει τις ήδη υπάρχουσες δυσκολίες.

Η αλήθεια για μένα είναι ότι όποιος αναζητά την βοήθεια ενός επαγγελματία συμβούλου, σύντομα ανακαλύπτει το αντίθετο. Το να επιδιώξεις να μεγιστοποιήσεις την αυτογνωσία σου (ένα αναπόσπαστο κομμάτι της συμβουλευτικής/θεραπευτικής διαδικασίας) είναι μία υγιής πράξη θάρρους και θέλησης.

Αφορά εσένα, που δηλώνεις ότι θέλεις να αισθανθείς καλύτερα, ότι αξίζεις να αισθανθείς καλύτερα, και ότι μπορείς να υπάρχεις καλύτερα.

Αφορά εσένα, που πιστεύεις ότι σου αξίζει να κατανοήσεις τον εαυτό σου καλύτερα απ' ότι κάνεις αυτή τη δεδομένη στιγμή.

Αφορά εσένα, που αναλαμβάνεις την ευθύνη για τη ζωή σου και την προσωπική σου ευημερία.

Αφορά εσένα, που επιλέγεις να αξιοποιήσεις τη δύναμη του χαρακτήρα σου ώστε να καλύψεις τις ανάγκες σου.

Αφορά εσένα, που είσαι ανοιχτός στην αλλαγή και ομολογείς ότι το να αφήσεις τα πράγματα ως έχουν δεν είναι αρκετό.

Η αυτο-βελτίωση δεν είναι παραδοχή αδυναμίας χαρακτήρα.
Είναι παραδοχή ψυχικού σθένους.

Αναζήτησε βοήθεια αν κρίνεις ότι τη χρειάζεσαι. Υποστήριξε και άλλους να κάνουν το ίδιο. Φαντάσου πόσο δυνατά θα ήταν τα άτομα, τα ζευγάρια, οι οικογένειες, οι επιχειρήσεις μας, το έθνος μας, αν οι άνθρωποι ένιωθαν ελεύθεροι να ζητήσουν βοήθεια όποτε την χρειάζονταν, κι αν είχαν τη γενναιοδωρία να τη δεχθούν.

Μα εγώ, επειδή σε αγαπώ, έμεινα δίπλα σου κρατώντας σου το χέρι.

 Το σε αγαπώ σου ψιθύρισα και άνθισε το χαμόγελο στα χείλη σου.

Άνοιξες την αγκάλη σου για να με υποδεχτείς ρωτώντας με:
-Τι είσαι έτοιμος για μένα να θυσιάσεις;

Μα εγώ, επειδή σε αγαπώ, δεν σου απάντησα.

Γιατί για την αγάπη μου, είμαι έτοιμος να προσφέρω.

Και η προσφορά, δεν είναι θυσία.

Ούτε και όταν αγαπάς, απαιτείς θυσίες από τους άλλους.

Και την άλλη μέρα, με ρωτούσες:
-Αν με αγαπάς, θα…, και θα…, και θα…,

Μα εγώ, επειδή σε αγαπώ, κάθισα σιωπηλός απέναντί σου.

Γιατί για την αγάπη μου, θέλω να συμμετέχω.

Και η συμμετοχή, δεν είναι η απάντηση σε ένα εκβιασμό.

Αν δεν θέλω να συμμετέχω σε κάτι, δεν σημαίνει ότι δεν σε αγαπώ.

Και σε λίγο καιρό, με ρώτησες:
-Θα με αγαπάς για πάντα;

Μα εγώ, επειδή σε αγαπώ, έμεινα δίπλα σου κρατώντας σου το χέρι.

Γιατί η αγάπη, είναι η συμπόρευση δυο χωριστών δρόμων.

Ευχή είναι να παραμείνουν οι διαδρομές αυτές κοινές, αλλά αν δεν μείνουν, δεν είναι αυτό κατάρα.

Ούτε και συνεπάγεται διάλυση της αγάπης.

Και ένα πρωινό, με ρώτησες και πάλι:
-Τι θα κάνεις για μένα;

Μα εγώ, επειδή σε αγαπώ, έκανα στην άκρη.

 Γιατί για την αγάπη μου, είμαι έτοιμος να τη διευκολύνω εκείνη να αναπτυχθεί, με το δικό της τρόπο, στο δικό μου χώρο, και κάνω ότι μπορώ για την ανάπτυξη αυτή.

Και πέρασε ο καιρός, και κοιτώντας με στα μάτια μου είπες:
-Δε λες πολλά, δεν με αγαπάς πια;

Μα εγώ, επειδή σε αγαπώ, ένωσα το βλέμμα μου με τα μάτια σου.

Γιατί η αγάπη μου, θρέφει την καρδιά και όχι τα αυτιά.

Δεν θα ηρεμήσει με λόγια γλυκά τις ανασφάλειες σου, αλλά θα ζεστάνει με τη θαλπωρή της την ύπαρξή σου.

Δεν έχει έρθει στη ζωή σου για να ανταποκριθεί στις προσδοκίες σου, αλλά για να βιώσουμε δυο υπάρξεις μαζί το θαύμα της.

Και έτσι απλά, όπως την πρώτη ημέρα, σου ψιθυρίζω:
Σε αγαπώ.

Ναι, δεν είναι εύκολο!

Ναι, δεν θα πω ότι είναι εύκολο να κοιτάς μέσα σου, να μην βρίσκεις κατήγορους για την πραγματικότητα της ζωής σου, να μη χαρακώνεις με ενοχές τον εαυτό σου για τις ελλείψεις σου, να μην ψάχνεις φταίχτες για την κατάσταση της κοινωνίας και για όλα τα δεινά του κόσμου.

Ποτέ δεν θα ισχυριστώ αυτό που διαδίδει η νέα «θρησκεία» της «θετικής σκέψης», της άγνοιας εμποτισμένη με τόνους ασυνείδητου φόβου.

Αυτό που όχι μόνο θα ισχυριστώ αλλά και θα συνεχίζω να στηρίζω όμως, με πράξεις και με λόγια, είναι ότι ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ άλλος δρόμος προς την αλήθεια.

Μια αλήθεια στρωμένη με άπειρα ψέματα, ακόμα περισσότερες εικονικές πραγματικότητες, που όμως διαφαίνεται, από ένα (δύσκολο) σημείο και μετά. Και η αλήθεια, πάντα σε απελευθερώνει… προσθέτει και ευθύνη να τη λειτουργήσεις, ενώ πριν έμενες στην ευκολία να κατηγορείς, να κρίνεις, να γκρινιάζεις και να παραμένεις στην πίκρα, στην αυτολύπηση και στην οργή.

Αυτό όμως το «να κοιτάς μέσα σου»… που οι περισσότεροι νομίζουμε ότι το κάνουμε, στο επίπεδο της κατώτερης διάνοιας/σκέψης ή στο επίπεδο της φαντασίωσης, όπως μας βολεύει δηλαδή...!

Καθημερινά συναντώ ανθρώπους που πιστεύουν πέραν πάσας αμφιβολίας ότι «βλέπουν», «ξέρουν» και ελέγχουν τον εαυτό τους… με ό,τι σημαίνουν αυτά. Η φανερή απόδειξη όμως, βρίσκεται πάντα απολύτως μπροστά μας και απολύτως ξεκάθαρη… στη ζωή!

Πώς αντιδράς σε κάτι που δεν περιμένεις και δεν έχεις προετοιμαστεί γι’ αυτό;

Πώς βάζεις προτεραιότητες στη ζωή σου, ειδικά όταν όλα φαίνονται να «πέφτουν σαν ντόμινο» γύρω σου;

Πώς αισθάνεσαι και πώς ανταποκρίνεσαι στα «μεγάλα» προβλήματα που η ζωή σου παρουσιάζει όπως μια ανίατη ασθένεια, ένας χωρισμός, μια απόλυση, στο θάνατο κλπ;

Πόσο γαλήνιος, μα και μάχιμος ταυτόχρονα παραμένεις, μέσα σε θύελλες και μεγάλες «καταστροφές»;

Πόσο δραματική αντιλαμβάνεσαι τη ζωή σου, τον πόνο σου, τη δυστυχία που βλέπεις γύρω σου;

Πόσο μπορείς να συμμετέχεις μέσα σε όλα χωρίς να σε μεταλλάσσει τίποτα και κανένας ρόλος σου;

Πόσο αληθινή είναι πράγματι η αγάπη μέσα σου και στη δράση σου, ειδικά όταν δεν έχεις, δεν είσαι, δεν μπορείς;

Πολλή θεωρία… το «να κοιτάς μέσα σου» είναι αδιάκοπη αφοσίωση, με πειθαρχία συνέπειας και ακλόνητη, σταθερή ταπεινότητα!

Άγιον Όρος - Η ιστορία του, το «Άβατον», ο σκοταδισμός, οι δωσίλογοι, τα σκάνδαλα και οι...πειρασμοί

«Από ένα γελοίο παιχνίδι ανάμεσα σε μεθυσμένους, το παιχνίδι μου, γεννιούνται οι κατσούφηδες φιλόσοφοι, που σήμερα πήραν τη θέση τους οι χυδαία λεγόμενοι καλόγεροι... Να όμως κι άλλο είδος, που σίγουρα είναι φτιαγμένοι απ' τη δική μας πάστα ολόκληροι. Αυτοί που ευχαριστιoύνται ν' ακούν να λένε ψεύτικες ιστορίες με θαύματα και τέρατα... Όσο πιο ψεύτικο είναι το γεγονός, τόσο πιο πρόθυμα το πιστεύουν και μια ευχάριστη φαγούρα τους γαργαλάει τ' αφτιά. Οι μπούρδες αυτές δεν χρησιμεύουν μόνο για να περνoύv ευχάριστα οι ώρες, φέρνουν και ώφελος στους παπάδες και τους ιεροκήρυκες... Άλλοι στηρίζονται πάνω σε μαγικά κατεβατά και ξόρκια, κάποιου ευλαβικού απατεώνα, που τα σοφίστηκε για να φημιστεί, για να πλουτίσει, και τα περιμένουν όλα: Πλούτη, τιμές, απολαύσεις, αφθονία, υγεία πάντα γερή, μακροζωΐα, κοτσονάτα γηρατειά και, τέλος, μια θέση πλάι στον Χριστό, στον Παράδεισο!».
Έρασμος («Μωρίας εγκώμιον»)

Το Άγιο Όρος (επίσημα: Ιερά Κοινότης Αγίου Όρους ) είναι μια «Αυτόνομη Μοναστική Πολιτεία» εντός της Ελλάδας, (μοναδική στο κόσμο), στην χερσόνησο του Άθω της Χαλκιδικής στην Μακεδονία, που θεωρείται κέντρο του Ορθόδοξου μοναχισμού. Θεωρείται από τα σημαντικότερα τμήματα όχι μόνο της Βαλκανικής, αλλά της Ευρώπης και της Ανατολικής Εκκλησίας λόγω της μεγάλης εθνικής, ιστορικής, θρησκευτικής, γραμματειακής και πολιτισμικής αξίας αυτού ως ακόμη και κέντρου διατήρησης και συντήρησης πλούσιου υλικού.

Πολιτική κατάσταση
Το Άγιο Όρος αποτελεί αυτοδιοίκητο και αυτόνομο τμήμα του Ελληνικού κράτους, που υπάγεται πολιτικά στο Υπουργείο Εξωτερικών και θρησκευτικά στην Δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Έχει εδαφικά διαιρεθεί σε είκοσι αυτοδιοίκητες περιοχές. Κάθε περιοχή αποτελείται από μία κυρίαρχη μονή και διάφορους άλλους μοναστικούς οικισμούς γύρω από αυτήν (σκήτες, κελιά, καλύβες, καθίσματα, ησυχαστήρια). Όλες οι μονές είναι «Κοινόβιες», δηλαδή κοινή λειτουργία, προσευχή, στέγη, σίτιση και εργασία μεταξύ των μοναχών. Υπεύθυνος της κάθε μονής είναι ο Ηγούμενος που εκλέγεται από τους μοναχούς της μονής ισόβια. Οι Ηγούμενοι κάθε μονής αποτελούν την Ιερά Σύναξη και ασκούν την νομοθετική εξουσία.

Οργάνωση
Η πολιτεία του Αγίου Όρους αποτελεί αυτοδιοίκητο και αυτόνομο τμήμα της Ελληνικής Δημοκρατίας και κυβερνάται με βάση τον Καταστατικό Χάρτη του 1924 (επικυρώθηκε το 1926). Το Ελληνικό Κράτος εκπροσωπείται από τον Πολιτικό Διοικητή του Αγίου Όρους ο οποίος είναι επιφορτισμένος με την τήρηση του Αγιορείτικου καθεστώτος και υπάγεται στο Υπουργείο Εξωτερικών και από εκκλησιολογικής πλευράς υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.
  • Την εκτελεστική εξουσία στο Άγιο Όρος αντιπροσωπεύει η Ιερά Επιστασία της οποίας ο Πρόεδρος φέρει την ονομασία Πρωτεπιστάτης.Η Ιερά Επιστασία αποτελείται από 4 μέλη επιλεγμένα από τις 5 πρώτες ιεραρχικά μονές.
  • Η νομοθετική εξουσία αντιπροσωπεύεται από την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους,επίσης η Ιερά Κοινότητα έχει εκτός των άλλων και δικαστική αρμοδιότητα σε υποθέσεις Αστικού Δικαίου για πλημμελήματα που συνέβηκαν εντός των γεωγραφικών ορίων του Αγίου Όρους.Για όλες τις υπόλοιπες(Κακουργήματα κλπ.) αρμόδια δικαστήρια εκδίκασης είναι αυτά της πόλεως της Θεσσαλονίκης.
  • Ως Ανώτατη Εκκλησιαστική και Δικαστική Αρχή εντός του Αγίου Όρους αναγνωρίζεται η Διπλή Ενιαύσεως Σύναξη η οποία συνέρχεται τακτικά μία φορά τον χρόνο εκτός και εάν απαιτείται διαφορετικά και μπορεί να αποφανθεί δια πάν ζήτημα.
  • Και τέλος χρέη Ανωτάτου Εφετείου γιά Εκκλησιαστικά-Πνευματικά θέματα ασκεί η σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Οι μονές
Τα Μοναστικά ιδρύματα του Αγίου Όρους διακρίνονται σε έξι τάξεις: τις Ιερές Μονές ή Μοναστήρια, τις Σκήτες, τα Κελιά, τις Καλύβες, τα Καθίσματα και τα Ησυχαστήρια.
Η Ιερά Μονή ή Μοναστήρι είναι θρησκευτικό πνευματικό ή Μοναστικό ίδρυμα κυρίαρχο (δηλαδή ανεξάρτητο), αυτοδιοίκητο, ιδρυμένο με αυτοκρατορικό χρυσόβουλο έγγραφο ή πατριαρχικό σιγγίλιο, με ιδιοκατοχή και απόλυτη κυριότητα Αγιορείτικου εδάφους, μη υποκείμενο σε κανένα περιορισμό ως προς τον αριθμό των μοναχών. Έτσι οι Μονές αποκαλούνται Βασιλικές, Πατριαρχικές και Σταυροπηγιακές (στη θεμελίωση των οποίων τοποθετήθηκε πατριαρχικός σταυρός) και υπό την ιδιότητα αυτών εξαιρούνται οικείας επισκοπικής δικαιοδοσίας, υπάγονται δε απευθείας στον Οικουμενικό Πατριάρχη, του οποίου το όνομα και μόνο μνημονεύεται. Το δε Οικουμενικό Πατριαρχείο ασκεί πνευματική και μόνο δικαιοδοσία.

Οι Μονές σήμερα είναι όλες κοινόβιες. Παλιότερα κάποιες ήταν ιδιόρρυθμες.
Στις κοινόβιες οι αδελφοί έχουν τα πάντα κοινά και τίποτε ιδιόκτητο. Της Μονής προΐσταται ισόβιος Ηγούμενος, ο Κοινοβιάρχης, έχοντας γύρω του τη Γεροντία και τους Επιτρόπους, εκλεγόμενος δε διά πλειοψηφίας υπό τη Γεροντία σε μυστική ψηφοφορία, από κατάλογο υποψηφίων, που και αυτός καταρτίζεται από πλειοψηφία από τους έχοντες δικαίωμα ψήφου (διανυόντων του 6ου από της κουράς των έτους) μοναχών. Για τον Ηγούμενο απαιτούνται ορισμένα πνευματικά και ηθικά προσόντα, δύναται όμως να παυθεί με απόφαση της Γεροντίας και κατόπιν πλειοψηφίας των εχόντων δικαίωμα ψήφου της Αδελφότητας. Αν ο εκλεγείς Ηγούμενος δεν φέρει το βαθμό του Αρχιμανδρίτη, χειροτονείται αμέσως μετά την εκλογή.

Στις ιδιόρρυθμες Μονές οι μεν μοναχοί ενδιαιτώνται μεμονομένα ο καθένας, τα δε των Μονών αυτών διέπει Επιτροπή και η Σύναξη των Προϊσταμένων.

Κατά ταύτα, των μεν κοινοβίων η Διοίκηση είναι σχεδόν μοναρχική αλλά μετά κοινοκτημοσύνης, των δε ιδιορρύθμων ολιγαρχική αριστοκρατική. Από τις 20 κυρίαρχες Μονές όλες σήμερα είναι κοινοβιακές. Ο δε αριθμός των 20 Μονών, ως ανεγνωρισμένες ανέκαθεν από την Εκκλησία και την Πολιτεία, δεν μπορούν ούτε να αυξηθούν αλλά ούτε και να ελαττωθούν. Των Μονών δε αυτών οι 17 είναι ελληνικές, 1 Σερβική, 1 Ρωσική, και 1 Βουλγαρική και αναλυτικότερα:
1. Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας (963)
2. Ιερά Μονή Βατοπεδίου (972)
3. Ιερά Μονή Ιβήρων (976)
4. Ιερά Μονή Χιλιανδαρίου ή Χελανδαρίου (1197, Σερβική)
5. Ιερά Μονή Διονυσίου (1375)
6. Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου (12ος αιώνας)
7. Ιερά Μονή Παντοκράτορος (1363)
8. Ιερά Μονή Ξηροποτάμου (11ος αιώνας)
9. Ιερά Μονή Ζωγράφου (1270, Βουλγαρική)
10. Ιερά Μονή Δοχειαρίου (11ος αιώνας)
11. Ιερά Μονή Καρακάλλου (1070)
12. Ιερά Μονή Φιλοθέου (992)
13. Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας (ή Σιμωνόπετρα) (1363)
14. Ιερά Μονή Αγίου Παύλου (11ος αιώνας)
15. Ιερά Μονή Σταυρονικήτα (1542)
16. Ιερά Μονή Ξενοφώντος (1070)
17. Ιερά Μονή Γρηγορίου (14ος αιώνας)
18. Ιερά Μονή Εσφιγμένου (11ος αιώνας)
19. Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος (ή Ρωσικό) (από το 1169 παραχωρήθηκε στους Ρώσους) και η
20. Ιερά Μονή Κωνσταμονίτου ή Κασταμονίτου (1086)
Όλα τα άλλα ιδρύματα, σκήτες, κελλιά, ησυχαστήρια είναι εξαρτήματα των Μονών. Εκτός από τις είκοσι κυρίαρχες μονές σε κανέναν άλλο δεν επιτρέπεται δικαίωμα ιδιοκτησίας στο Άγιον Όρος. Όλες οι Μονές, ως πατριαρχικές και σταυροπηγιακές, υπάγονται στην πνευματική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και δεν επιτρέπεται η μνημόνευση κανενός άλλου επισκόπου εκτός του Οικουμενικού Πατριάρχη (εκτός από τη μονή Εσφιγμένου της οποίας οι μοναχοί ΔΕΝ μνημονεύουν τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο).

Δεν επιτρέπεται η διαβίωση στο Όρος σε ετερόδοξους ή σχισματικούς. Όλοι οι μοναχοί του Αγίου Όρους, οποιασδήποτε εθνικότητας και αν είναι, λαμβάνουν αυτόματα την ελληνική υπηκοότητα. Η δικαιοσύνη απονέμεται από τις μοναστηριακές αρχές και την Ιερά Κοινότητα, εκτός από τις ποινικές υποθέσεις.

Οι Ιερές Μονές είναι αυτοδιοίκητες και διοικούνται σύμφωνα με τον εσωτερικό τους κανονισμό, τον οποίο ψηφίζουν οι ίδιες και εγκρίνει η Ιερά Κοινότητα. Η Ιερά Κοινότητα αποτελείται από είκοσι αντιπροσώπους των Μονών και εδρεύει στις Καρυές ως διαρκές σώμα.

Πρώτα σημάδια μοναστικού βίου
Το πότε ακριβώς διαδόθηκε ο Χριστιανισμός στον Άθω δεν είναι γνωστό. Βέβαιο όμως είναι (από κείμενα) ότι κατά τον Δ' αιώνα υπήρχαν χριστιανοί, τα ίχνη και η τύχη των οποίων όμως παραμένουν άγνωστα. Είναι πιθανό ότι μεμονωμένοι ερημίτες ασκήτεψαν στον Άθωνα κατά τη διάρκεια του τέταρτου και πέμπτου αιώνα, ενώ ήταν πολυάριθμοι κατά τον ένατο αιώνα, όταν έγιναν οι πρώτες προσπάθειες για οργάνωση σε μοναστηριακές κοινότητες.

Η αρχή της αθωνικής μοναστικής ζωής συμπίπτει με την άφιξη στον Άθωνα δύο μεγάλων προσωπικοτήτων. Πρώτος ησυχαστής αναφέρεται ο Πέτρος ο Αθωνίτης, του οποίου η άφιξη μπορεί να τοποθετηθεί στο τέλος του Ζ' αιώνα, ενώ ο δεύτερος είναι Ευθύμιος ο Νέος ο οποίος ήρθε στο Όρος περί το 860. Επίσης πολλών παλαιών ασκητικών συνοικισμών και ασκητηρίων διατηρήθηκε η μνήμη, όπως η «παλαιά καθέδρα των Γερόντων» καθώς και το «Αθωνικόν Πρωτάτον» (αρχαιότατος μοναχικός οικισμός του Αγίου Όρους).

Κάποιοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι μοναχοί από τον Άθωνα παρευρέθηκαν στη Σύνοδο που οργανώθηκε στην Κωνσταντινούπολη για την αποκατάσταση των εικόνων το 843. Επίσης κατά το 2ο ήμισυ του Θ' αιώνα ο Ιωάννης Κολοβός έκτισε, στο βόρειο τμήμα, το λεγόμενο Μεγάλη Βίγλα, το πρώτο Μοναστήρι. Τότε και ορίσθηκαν τα σύνορα του Άθω και απαγορεύτηκε η είσοδος σε αυτόν των λαϊκών, μη εξαιρουμένων και των ποιμένων. Έτσι ο Άθως άρχισε να αποτελεί αποκλειστικό τόπο ασκητών, και «οικητήριο βίου Αγίου».

Περί το 960 μια εκτεταμένη μεταρρύθμιση εισήχθη από τον Πόντιο μοναχό Αθανάσιο τον Τραπεζούντιο, που αργότερα έγινε γνωστός ως Αθωνίτης. Με συντρόφους του από τη Μικρά Ασία και με τη βοήθεια του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά ίδρυσε τη Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου επέτυχε να φθάσει τη μοναστική ζωή σε υψηλό βαθμό τελειότητας. Η μεταρρύθμιση που απέληξε στο μοναστικό τυπικό του Αγίου Αθανασίου έγινε αποδεκτή ως πρότυπο. Οι οπαδοί του αυστηρού μοναστικού βίου με επικεφαλής τον Παύλο τον Ξηροποταμίτη αντιδρούν στις καινοτομίες του Αθανασίου και ζητούν παρέμβαση του αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή.

Τη σύγκρουση των δύο αντιθέτων ρευμάτων ρύθμισε ο πρώτος Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Όρους, που συνέταξε ο Αθανάσιος και επικύρωσε με την υπογραφή του ο Τσιμισκής. Είναι ο λεγόμενος «Τράγος» (δηλαδή περγαμηνή από δέρμα τράγου) που φυλάσσεται στις Καρυές και αποτελεί το σημαντικότερο κειμήλιο της Αθωνικής Πολιτείας. Με τη βοήθεια της αυτοκρατορικής αρχής του Ιωάννη Τσιμισκή (969 - 976) οι αντιθέσεις μεταξύ των μοναχών τέθηκαν κατά μέρος και η κοινοβιακή ή κοινοτική ζωή διαδόθηκε στους ερημίτες που ζούσαν διασκορπισμένοι στις κοιλάδες και τα δάση.

Ο Αθανάσιος έγινε γενικός αββάς ή Πρώτος των πενήντα οκτώ μοναστικών κοινοτήτων του Όρους. Από αυτήν την περίοδο χρονολογούνται οι Μονές των Ιβήρων, Βατοπεδίου και Εσφιγμένου.

Καθιέρωση ονόματος
Κατά το θεωρούμενο πρώτο Τυπικό που επικύρωσε ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής, ο Άθως καλείται απλώς «Όρος» που ίσως αυτή να ήταν η συνήθης τότε ονομασία του χώρου.

Η επικράτηση όμως του ονόματος «Άγιον Όρος» φαίνεται να έγινε κατά το πρώτο μισό του 12ου αιώνα, συγκεκριμένα σε χρυσόβουλο έγγραφο του Αυτοκράτορα Αλέξιου Α' Κομνηνού προς την Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας το 1144 που αναγνωρίζεται οριστικά και επίσημα και επιβάλλεται το νέο όνομα όπως αναγράφεται σ΄ αυτό:
Εφεξής το όνομα του Άθω καλείσθαι Άγιον Όρος παρά πάντων.
Σε μετέπειτα Αυτοκρατορικά και άλλα έγγραφα αναφέρεται ως «Το Αγιώνυμον Όρος του Άθω».

Ησυχαστικές έριδες
Οι μοναχοί του Αγίου Όρους είχαν αποδεχτεί τον Ησυχασμό. Σύμφωνα με τον Γρηγόριο το Σιναΐτη, ιδρυτή του ησυχαστικού κινήματος, οι μοναχοί θα μπορούσαν να δουν το «άκτιστο φως» του Θεού, το φως που έλαμψε στη Μεταμόρφωσή του Ιησού στο όρος Θαβώρ, εάν ήταν ενάρετοι και αφιερωμένοι αποκλειστικά στην προσευχή. Η πρακτική των ησυχαστών ήταν να επαναλαμβάνουν συνεχώς την επίκληση, την λεγόμενη ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν».

Το ζήτημα του Ησυχασμού διαίρεσε τη βυζαντινή κοινωνία. Μερικοί τον αγκάλιασαν με θέρμη ενώ άλλοι τον απέρριψαν βίαια, κυρίως λόγω των υπερβολών μερικών φανατικών. Ο Ησυχασμός υποστηρίχθηκε επίσης από τους βυζαντινούς αριστοκράτες και επικράτησε τελικά σε τρεις Συνόδους (1341, 1347, 1351).

Οι προσπάθειες που έγιναν από τον Βαρλαάμ και τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ’ για να καταπολεμήσουν την κίνηση των Ησυχαστών και να περιορίσουν τη διάδοσή της ήταν ανεπιτυχείς. Τελικά μετά από τις αποφάσεις των Συνόδων που συνεκλήθησαν για αυτό το θέμα κατέπαυσαν οι ταραχές.

Οθωμανική κυριαρχία
Όταν το 1430 οι Οθωμανοί κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, οι μοναχοί προσέφεραν την υποταγή τους στον σουλτάνο Μουράτ Β΄ (περισσότερες λεπτομέρειες παρακάτω), ο οποίος τους αναγνώρισε τα προηγούμενα αυτοκρατορικά προνόμια. Η πτώση της Κωνσταντινούπολης (1453) δεν έφερε καμία τροποποίηση των προνομίων για το Άγιον Όρος.

Υπήρξε περίοδος ακμής έως τον 16ο αιώνα, οπότε η οικονομική θέση των μοναστηριών χειροτέρεψε λόγω των δυσβάστακτων φόρων που επιβλήθηκαν από τους Οθωμανούς. Οι μοναχοί δεν μπορούσαν να κατοικήσουν πλέον εκεί και το Όρος εγκαταλείφθηκε σχεδόν. Επέζησε μόνο χάρη στην ενίσχυση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο πρόσφερε υλική και ηθική υποστήριξη. Κάποια οικονομική ενίσχυση δόθηκε από τους κυβερνήτες των χωρών του Βορρά, ιδιαίτερα τις ηγεμονίες της Βλαχίας αλλά και από τους απλούς ορθοδόξους.

Αυτονομία, «ξανθό γένος» και ένταξη στο ελληνικό κράτος
Το 1510 ο Ρώσος μοναχός Φιλόθεος στο Πσκοφ, αποτεινόμενος προς τον ηγεμόνα Βασίλειο, διατύπωσε τη θεωρία ότι η Μόσχα είναι πλέον το μοναδικό οικουμενικό κέντρο της Ορθοδοξίας, είναι η Τρίτη Ρώμη. Η αρχαία Ρώμη, έχοντας περιπέσει στην «αίρεση» του παπισμού, είχε εγκαταλειφθεί από την Ορθοδοξία, η οποία είχε εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, τη Νέα Ρώμη. Αλλά και αυτή η Νέα Ρώμη υιοθέτησε την ίδια αίρεση με την αποδοχή της ενωτικής συνόδου Φερράρας - Φλωρεντίας του 1439, και γι’ αυτό -κατά τας γραφάς- ο Θεός την τιμώρησε με την άλωση από τους άπιστους το 1453.

Η Ορθοδοξία αποχώρησε από την Κωνσταντινούπολη και ως νέα μόνιμη εστία της επέλεξε τη Μόσχα, η οποία έγινε η Τρίτη Ρώμη, με τη σχεδόν ταυτόχρονη δημιουργία του ρωσικού μεσσιανισμού, που υπερασπιζόταν με πάθος ότι: Τετάρτη Ρώμη δεν θα υπάρξει. Από τότε χρονολογούνται οι ηγεμονικές τάσεις της Ρωσίας στη χριστιανική Ανατολή (τα «θερμά ύδατα» της λεγόμενης διαθήκης του Μεγάλου Πέτρου), τόσο του κράτους με την προπαγανδιστική μυθολογία του «ξανθού Γένους» όσο και της Εκκλησίας με το ιδεολόγημα της Τρίτης -και τελευταίας- Ρώμης.

Το αποκορύφωμα της πολιτικής διείσδυσης από τη ρωσική πλευρά στην περιοχή μας, την ελληνική Ανατολή, σημειώθηκε κυρίως κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού...
Τέσσερις ήταν οι στόχοι της:
♦ Η δημιουργία νέων Εκκλησιών, με απόσπαση επαρχιών του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, π.χ. σύσταση Βουλγαρικής Εξαρχίας.
♦ Η επίτευξη αριθμητικής υπεροχής των Ρώσων μοναχών στο Άγιον Όρος.
♦ Η υπαγωγή των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων) στη ρωσική επιρροή.
♦ Η υπαγωγή των πρεσβειών τιμής (της οικουμενικότητας) που το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως έχαιρε στον ορθόδοξο κόσμο, στο Πατριαρχείο Μόσχας -το οποίο μετά την κατάργησή του από τον Μεγάλο Πέτρο (1700) επανιδρύεται το 1917.

Ειδικά στο Άγιο Όρος, περί τα μέσα του 19ου αιώνα, άρχισαν οι αθρόες προσελεύσεις Ρώσων μοναχών, που επιπλέον διέθεταν άφθονα υλικά μέσα και την αμέριστη συμπαράσταση των ρωσικών διπλωματικών αρχών στην Κωνσταντινούπολη (π.χ. Κόμης Ιγνάτιεφ). Σκοπός των μοναχών αυτών ήταν να καταλάβουν όσο το δυνατόν περισσότερα αθωνικά καθιδρύματα (μονές, σκήτες, κελιά). Μάλιστα το 1875 κατόρθωσαν να εκλέξουν Ρώσο ηγούμενο στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, οπότε οι Έλληνες μοναχοί της διασκορπίστηκαν σε άλλα καθιδρύματα.

Τρία χρόνια μετά, το 1878, η νικήτρια στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο, Ρωσία, επέβαλε με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου όχι μόνο τη δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας εις βάρος της Ελλάδας, αλλά και επιπλέον ειδικό προνομιακό καθεστώς των Ρώσων μοναχών και των ρωσικών καθιδρυμάτων του Αγίου Όρους. Μάλιστα η Συνθήκη του Βερολίνου που ακολούθησε λίγο αργότερα (1878) επέκτεινε το καθεστώς αυτό υπέρ όλων των μη οθωμανικής προελεύσεως Αγιορειτών.

Παράλληλα, οι κατεσπαρμένοι σε όλη την έκταση της χερσονήσου Ρώσοι μισθωτές κελιών συγκρότησαν τη Ρωσική Κελλιωτική Αδελφότητα, κατά παράβαση των αθωνικών θεσμών, δεδομένου ότι ήταν γραμμένοι στα μοναχολόγια διαφόρων μονών. Αργότερα, κατά τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων, οι Ρώσοι είχαν την πλειονότητα των μοναζόντων στον Άθω, αλλά κατείχαν μόνο μια μονή και δύο σκήτες, έναντι δεκαεπτά ελληνικών μονών, μιας σερβικής και μιας βουλγαρικής.

Οι Ρώσοι δεν μιλούσαν απλώς για ρωσική παρουσία στο Άγιον Όρος, αλλά για τον «ρωσικό Άθω, ως υπολογίσιμη εκκλησιαστική και πολιτική οντότητα στην Ορθόδοξη Ανατολή». Μάλιστα ο διαπρεπής βυζαντινολόγος και διευθυντής του Ρωσικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Κωνσταντινουπόλεως Θ. Ουσπέντσκι τόνιζε σε κάθε ευκαιρία: «Το Άγιον Όρος είναι το ρωσικό Γιβραλτάρ, που μας δόθηκε χωρίς πόλεμο, αλλά υπάρχει εκεί ένοπλη δύναμη από 5.000 ψυχές ρωσικού πληθυσμού». Σε βιβλίο της, η καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Πετρούπολης Lora Gerd («Ο Ρωσικός Άθως 1878-1919. Δοκίμια Εκκλησιαστικής και Πολιτικής Ιστορίας», Μόσχα 2010) τονίζει ότι «Ο ρωσικός Άθως υπήρξε ανεξάρτητος. Ήταν ένα ρωσικό νησί στη Χριστιανική Ανατολή» (σελ. 159).

Στις 2 Νοεμβρίου 1912 ελληνικά ναυτικά αγήματα αποβιβάστηκαν στην αθωνική χερσόνησο. Το Άγιον Όρος απελευθερώθηκε από το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό. Συγκεκριμένα στις 2 Νοεμβρίου 1912 κατέπλευσαν και αγκυροβόλησαν στον όρμο της Δάφνης η ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου το θρυλικό Θωρηκτό «Αβέρωφ» μετά του Αντιτορπιλικού «Θύελλα» και των ανιχνευτικών «Ιέραξ» και «Πάνθηρ». Αποβιβάσθηκε άγημα, ο επί κεφαλής του οποίου αξιωματικός, «εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων», επικύρωσε την αποβατική ενέργεια δια χαρακτηρίσεως του καϊμακάμη, των υπαλλήλων και της εκεί μικρής τουρκικής δύναμης «ως αιχμαλώτων πολέμου άνευ πολεμικής τινός ενέργειας», οπότε και υψώθηκε η ελληνική σημαία.

Την επόμενη ημέρα, στις 3 Νοεμβρίου, συνήλθαν σε συνεδρίαση οι αντιπρόσωποι όλων των Μονών, πλην της Ρωσικής, και υπεγράφη στον κώδικα των πρακτικών της συνεδρίας πράξη, δια της οποίας διαπιστωνόταν η κατάλυση των τουρκικών αρχών. Η επίσημη δε πράξη έγινε στις 5 Νοεμβρίου 1912. Εκείνη την περίοδο, εννέα με δέκα χιλιάδες μοναχών κατοικούσαν εκεί. Αργότερα περιήλθε πάλι σε μαρασμό.

Η ελληνική κρατική κυριαρχία αμφισβητήθηκε από τη Ρωσία, η οποία αμέσως δήλωσε ότι καμία απόφαση σχετικά με το μέλλον του Αγίου Όρους δεν θα αποδεχόταν, αν αυτή λαμβανόταν χωρίς τη συμμετοχή της. Η Συνθήκη του Λονδίνου (17-30.5.1913) ανέθεσε την τύχη του Άθω στις Μεγάλες Δυνάμεις. Τότε συνήλθε στο Λονδίνο η Πρεσβευτική Διάσκεψη. Εκεί η Ρωσία απαίτησε τη διεθνοποίηση του Άθω, έτσι ώστε να διασφαλιστεί ο διορθόδοξος προσκυνηματικός χαρακτήρας του. Προσέθεσε, όμως, ότι οι σλαβικές εν γένει σκήτες θα γίνονταν κυρίαρχες μονές, ώστε να αυξηθεί η συμμετοχή Σλάβων εκπροσώπων στην Ιερή Κοινότητα, δηλαδή το ανώτατο όργανο αυτοδιοικήσεως του Άθω. Όμως οι ρωσικές επιδιώξεις συνάντησαν τη σθεναρή αντίδραση των Ελλήνων Αγιορειτών.
Η Πρεσβευτική Διάσκεψη απέρριψε τη διεθνοποίηση. Αποδέχθηκε αυτονομία μόνο, αλλά και αυτή θα ήταν εσωτερικής φύσεως –το σημερινό αυτοδιοίκητο καθεστώς. Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (10.8.1913) χωρίς επιφυλάξεις περιέλαβε την αθωνική χερσόνησο στα εδάφη που επιδικάσθηκαν στην Ελλάδα. Παρόμοια διάταξη επαναλήφθηκε στη Συνθήκη των Αθηνών, η οποία επιπλέον προσέδωσε σε όλους τους Αγιορείτες την ελληνική ιθαγένεια αναδρομικά από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συνθήκης του Βουκουρεστίου.

Η Ρωσία δεν παραιτήθηκε των αξιώσεών της. Εγκατέλειψε τη διεθνοποίηση και απέβλεπε πλέον σε επιβολή ελληνορωσικού καθεστώτος. Αλλά η έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου διέκοψε κάθε προσπάθεια αμφισβητήσεως της ελληνικής κυριαρχίας, η οποία επιβεβαιώθηκε ξανά με τις Συνθήκες του Νεϊγί, των Σεβρών και της Λοζάνης, όπου και η περί προστασίας των μειονοτήτων στην Ελλάδα συνθήκη, κατά το άρθρο 62 της οποίας: «Οι μοναχοί του Αγίου Όρους, ανεξάρτητα από τη χώρα της καταγωγής τους, διατηρούν τις κτήσεις και τα πρότερα πλεονεκτήματά τους, και χωρίς καμία εξαίρεση απολαύουν απόλυτη ισότητα δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων».

Για αρκετά χρόνια υπήρξε μια φαινομενική αδιαφορία του σοβιετικού κράτους ως προς τις μέχρι το 1917 επιδιώξεις της ρωσικής πολιτικής στον Άθω και αυτό λόγω της Οκτωβριανής Επανάστασης που ανέτρεψε τα πάντα στην τσαρική Ρωσία. Δεν έλειψαν όμως την περίοδο εκείνη οι τριβές των Ρώσων Αγιορειτών με το ελληνικό κράτος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Ιερά Κοινότητα, όπως ενδεικτικά: Η άρνηση αποδοχής του Καταστατικού Χάρτη (1926) και της ελληνικής ιθαγένειας, η απειθαρχία ως προς την τήρηση των όρων του πατριαρχικού σιγιλλίου του 1875 περί της μεταβολής της ηγεσίας στη Μονή Αγίου Παντελεήμονος, η πνευματική ενότητα με την «εν υπερορία (εκτός περιοχής ρωσικής Εκκλησίας) ρωσική σύνοδο» στο Κάρλοβιτς της Βοϊβοδίνας, οι συνεχείς απόπειρες μεταβολής του αριθμού των μονών και του διοικητικού συστήματος, με αποκορύφωμα την περίοδο της Κατοχής με την απροκάλυπτη συνεργασία των περισσότερων Ρώσων μοναχών με τους Γερμανούς και τους Βουλγάρους.

Όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, η Ιερά Επιστασία ζήτησε από το Χίτλερ να λάβει την Αθωνική Πολιτεία υπό την προσωπική προστασία του και εκείνος συμφώνησε. Έτσι οι Γερμανοί και Βούλγαροι κατακτητές δεν ενόχλησαν τις Μονές (περισσότερες λεπτομέρειες παρακάτω). Μετά διαπραγματεύτηκαν και με το ΚΚΕ για να διατηρήσουν την αυτονομία τους σε περίπτωση που κέρδιζαν οι κομμουνιστές στον Εμφύλιο. Ήταν έτοιμοι να συνεργαστούν με όλους. Αφότου είχαν αποσυρθεί οι Γερμανοί, ο Άθως παρέμεινε για μικρό χρονικό διάστημα κάτω από την εξουσία των ανταρτικών ομάδων, προτού αναλάβουν οι ελληνικές αρχές. Η μόνιμη πολιτική του Αγίου Όρους είναι να κρατήσει τα προνόμια και τα λεφτά του. Μεγάλη µερίδα της κοινής γνώµης δεν τα γνωρίζει αυτά, είναι απληροφόρητη και οι πολιτικοί δεν τολµούν να τα πουν. Ακόµη και του ΚΚΕ δεν τολµούν να κηρύξουν πό­λεµο ενάντια στο Άγιο Όρος. Το «Σπίτι του Λαού» στον Περισσό χτίστηκε κι εν µέρει µε λε­φτά που έδωσαν οι µοναχοί.
Το 1963, όταν γιορτάστηκε η Χιλιετηρίδα από την εγκαθίδρυση της οργανωμένης μοναστικής ζωής από τον Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, η λειψανδρία ήταν τέτοια, που οι εορτασμοί έγιναν υπό διάχυτη απαισιοδοξία για το μέλλον. Το εορταστικό τυπικό χαρακτηρίστηκε από μερικούς ως κηδεία του Όρους.

Το σύνταγμα του 1975 διακηρύσσει ότι το Άγιο Όρος αποτελεί «αυτοδιοίκητον τμήμα του Ελληνικού κράτους, του οποίου η κυριαρχία μένει άθικτος απ` αυτού» και όλοι οι μοναχοί αποκτούν αυτοδίκαια την ελληνική ιθαγένεια.
 
Το Άβατον Του Αγίου Όρους
Θεμελιώδης έκφανση της μοναχικής επαγγελίας, της ομολογίας δηλαδή κάθε μοναχού και μοναχής της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά την κουρά τους, είναι και η υπόσχεση της παρθενίας. Από τη συνθήκη αυτή απορρέει σειρά εκδηλώσεων και συνεπειών που συνήθως παρουσιάζονται με τον όρο «άβατο».

Στο άβατο με την ευρεία έννοια του όρου περιλαμβάνονται η απαγόρευση εισόδου και διαμονής σε γυναικεία μονή ανδρών και σε ανδρική μονή γυναικών, η απαγόρευση και διαμονή στις ανδρικές μονές ευνούχων και παιδιών, η απαγόρευση διατηρήσεως στις ανδρικές μονές ζώων θηλυκού γένους, η απαγόρευση εξόδου από τη μονή μοναχού ή μοναχής χωρίς σοβαρό λόγο και άδεια του ηγουμένου και η απαγόρευση συστάσεως αδελφοποιίας και συντεκνίας και αναλήψεως επιτροπείας.

Με τη βοήθεια του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, το 1046, ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος (1042 – 1054) ρύθμισε την εσωτερική διακυβέρνηση των μοναστηριών, τη διαχείριση των ακινήτων τους και την εμπορική δραστηριότητά τους. Από το αυτοκρατορικό έγγραφο (Δεύτερο Τυπικόν) που εξέδωσε, απαγορεύεται η είσοδος γυναικών (άβατο) στη χερσόνησο, μια απαγόρευση τόσο αυστηρή ώστε από τότε ακόμη και ο Τούρκος Αγάς, ή ο ανώτερος υπάλληλος, που κατοικούσαν στις Καρυές δεν έπαιρναν μαζί τους το χαρέμι τους.

Την αρχική της έκφραση η απαγόρευση αυτή βρίσκει ήδη σε Νεαρά του αυτοκράτορα Ιουστινιανού του 539, σύμφωνα με την οποία:
ουκ εισελεύσεται δε ούτε γυνή παντελώς εις ανδρικόν μοναστήριον ούτε ανήρ εις γυναικείον...
Την αυστηρή αυτή αρχή υιοθετούν και υπογραμμίζουν και σχεδόν όλα τα μοναστηριακά τυπικά που θέλουν κάθε μονή «άβατον», «αδιόδευτον», «ακατόπτευτον» σε πρόσωπα του άλλου φύλου. Και αυτή την αρχή ακολουθούν πιστώς και ανεξαιρέτως οι μονές του Αγίου Όρους από την ίδρυσή τους.
Βέβαια οι Αγιορείτες μοναχοί εξηγούν πως το Άβατον δεν συνιστά υποτίμηση της γυναίκας, αλλά σεβασμό του μοναχισμού και προστασία των μοναχών από τους πειρασμούς.
Το ελληνικό κράτος κύρωσε με το ν.δ. 10/16 Σεπτεμβρίου 1926 τον καταστατικό χάρτη του Αγίου Όρους, ο οποίος βάσει του άρθρου 186 απαγορεύει την είσοδο γυναικών στον Άθω.

Το παραβιασμένο...α παραβίαστον του Άβατου
Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Λίτσα Αμανατίδου και πέντε ακόμα γυναίκες βρέθηκαν αντιμέτωπες με διαδικασία ποινικής δίωξης από τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών κ. Βασίλη Φλωρίδη, επειδή στο πλαίσιο διαμαρτυρίας για τις διεκδικήσεις Μοναστηριών σε εκτάσεις της Χαλκιδικής παραβίασαν τα σύνορα της Αθωνικής Πολιτείας.

Το περιστατικό αυτό που έγινε στις αρχές του 2008, δεν είναι το πρώτο και φυσικά δεν είναι οι πρώτες γυναίκες που έστω και για λίγες …πιθαμές γης, ή λίγα βήματα, αψήφησαν το Άβατον του Αγίου Όρους στην υπερχιλιετή ιστορία του. Το Άβατον προστατεύεται και από τους νόμους της Ελληνικής Πολιτείας. Συγκεκριμένα, η παραβίασή του τιμωρείται με φυλάκιση δύο μηνών εξαγοράσιμη. (Άρθρο 43β Νομ. Διατ. 10-9-1926. ΦΕΚ 182/20-7-1953.)

Βέβαια, η βουλευτής και οι υπόλοιπες γυναίκες που θέλησαν κατ’ αυτόν τον τρόπο να διαμαρτυρηθούν, το περισσότερο που κατάφεραν, πέραν της εισαγγελικής αντίδρασης, ήταν η πράξη τους να καταδικαστεί από την πλειοψηφία των 400-500 Χαλκιδικιωτών. Στο παρελθόν, όμως, υπήρξαν ακόμα και περιπτώσεις που η παρουσία γυναικών στο Άγιον Όρος έγινε και με την ανοχή μοναχών του Άθω. Για παράδειγμα, σε πολεμικές περιόδους το Άγιον Όρος έγινε αρκετές φορές καταφύγιο κυνηγημένων. Ισχνή μειοψηφία μοναχών αντιμετώπισε την αυστηρότητα της Ιερής Κοινότητας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όταν παραβιάστηκε το Άβατον από προνομιούχες Ρωσίδες, κάποιες εκ των οποίων φέρονται από τις ιστορικές αναφορές να φιλοξενήθηκαν στο λεγόμενο ρωσικό μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος στον Άθωνα.

Υπάρχουν θρύλοι που χρονολογούν τις πρώτες «παραβιάσεις» του Άβατου -που μάλιστα …εμποδίστηκαν, κατά την παράδοση, από την ίδια τη Θεοτόκο- ήδη στον 4ο αιώνα. Μια τέτοια θρυλούμενη «παραβίαση» προ επισήμου ιδρύσεως της Μοναστικής Πολιτείας είναι αυτή της Πλακηδίας, κόρης του Μεγάλου Θεοδοσίου ( 379-395 μ.Χ.), η οποία λέγεται πως όταν πάτησε στον Αθω, άκουσε μια φωνή που της έλεγε, «Τι θέλεις εσύ εδώ; Εδώ είναι μοναχοί. Εσύ είσαι γυναίκα, γιατί δίνεις στον εχθρό αφορμή να τους πολεμά;».

Από την άλλη πλευρά, η «διάσημη» από τις διενέξεις πολλών ετών, Ιερά Μονή Εσφιγμένου, σύμφωνα με τη βυζαντινή παράδοση ιδρύθηκε από τη Βυζαντινή αυτοκράτειρα Πουλχερία τον 5ο αιώνα, αν και το σημερινό κτιριακό συγκρότημα άρχισε να δημιουργείται στα τέλη του 10ου αιώνα.
Συχνά οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, στην πνευματική δικαιοδοσία των οποίων υπάγεται κατά παράδοση το Άγιον Όρος, απέστελλαν αυστηρά γράμματα, όποτε τύχαινε παραβίαση του Άβατου από γυναίκες, όπως έκανε ο Πατριάρχης Ιωακείμ το 1905, όταν σημειώθηκαν παραβιάσεις στη Μονή Αγίου Παντελεήμονα από Ρωσίδες.

Πριν περάσουμε όμως στις ιστορικά καταγεγραμμένες παραβιάσεις του Άβατου, μια ακόμη «θρυλούμενη» ενδιαφέρουσα τέτοια παραβίαση είναι αυτή που σημειώθηκε μετά την Άλωση της Πόλης το 1453, όταν θέλησε να επισκεφθεί το Άγιον Όρος η μητέρα του Πορθητή Μάρω, θυγατέρα του Σέρβου βασιλιά Γεωργίου, κτήτορα του καθολικού της Μονής Αγίου Παύλου, για να προσφέρει σ’ αυτό τα Τίμια Δώρα των τριών Μάγων.

Κατά την παράδοση, λοιπόν, όπως είναι καταγεγραμμένη και σε εκδόσεις της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου, επενέβη η ίδια η Παναγία και την εμπόδισε να πλησιάσει στη Μονή όταν έφτασε στον αρσανά (λιμανάκι) του μοναστηρίου. Έτσι, η επισκέπτρια απλώς επέδωσε τα δώρα στους μοναχούς, που σε ανάμνηση της επίσκεψης έστησαν το Σταυρό που υπάρχει στο σημείο εκείνο και λέγεται «Σταυρός της Βασίλισσας». Ιστορικά καταγεγραμμένη…εκ παραδρομής παραβίαση του Άβατου από γυναίκες και μάλιστα ομαδική σημειώθηκε τον 7ο αιώνα, όταν πέρασαν από τον Άθω νομάδες εξ Ανατολών που μαζί με τις γυναίκες τους είχαν σταλεί να ζήσουν στην Πελοπόννησο από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό (1081-1118).

Η πρώτη…τυπικότατη παραβίαση του Άβατου, από γυναίκα διά της επίσημης οδού έγινε το 1346 από την Ελένη, σύζυγο του Σέρβου ηγεμόνα Στέφανου Δουσάν. Υπάρχουν αναφορές βάσει των οποίων η Ελένη δεν μπήκε σε μοναστήρια, αλλά μόνο εξ αποστάσεως είδε την Ιερά Μονή Χιλανδαρίου (το λεγόμενο «σέρβικο» μοναστήρι).

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, πάντως, ο Στέφανος Δουσάν συνοδεύτηκε από τη σύζυγό του μέσα σε όλα τα μοναστήρια του Αγίου Ορους. Σε νεότερους χρόνους αιτία αυστηρών επιστολών από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης αποτέλεσε σύμφωνα με ιστορικούς η συστηματική παραβίαση του Άβατου από προνομιούχες κυρίες της ρωσικής ελίτ, που φιλοξενήθηκαν για προσκυνηματικούς λόγους στην Ι. Μονή Αγ. Παντελεήμονος, φτάνοντας νύχτα με ρωσικά πλοία στην αποβάθρα της Μονής. Λέχθηκε δε ότι η πυρκαγιά που κατέστρεψε μια πτέρυγα της Μονής, το 1878, σχετίζεται με την παρουσία μιας Ρωσίδας πριγκίπισσας εκεί.

Σε άλλη περίπτωση, πάντως, όταν το 1882 έφθασε στο Άγιον Όρος η μεγάλη δούκισσα Αλεξάνδρα Πετρόβνα για τη θεμελίωση του κύριου ναού της Σκήτης του Προφήτη Ηλία, της ζήτησαν να σεβαστεί το Αβατον, όπως και έπραξε, αναχωρώντας άμεσα. Απλές παραβιάσεις του Άβατου, με την…αποβίβαση γυναικών στο λιμανάκι της Δάφνης του Αγίου Όρους, κατεγράφησαν το Μάιο του 1942 δύο φορές, μία από τη σύζυγο του λαϊκού γραμματέα της Μονής Σίμωνος Πέτρας και μία από την αρραβωνιαστικιά (ή σύζυγο) υπαλλήλου μαγαζιού της Δάφνης.

Η Ιερά Κοινότητα προέβη σε άμεση απέλασή τους. Στις περιπτώσεις των παραβιάσεων με την ανοχή των ιδίων των μοναχών, περιλαμβάνεται η κατ’ ουσίαν –έστω και άτυπη- άρση του Άβατου, το καλοκαίρι του 1944, όταν έφτασαν από την Ιερισσό γυναικόπαιδα και μπήκαν στο Άγιον Όρος και στην Ιερά Μονή Εσφιγμένου ζητώντας προστασία γιατί κινδύνευε η ζωή τους.

Τότε τους παρασχέθηκε καταφύγιο προσωρινό και η ίδια η μονή έλαβε μέριμνα για τη μεταφορά τους ξανά στην Ιερισσό από θαλάσσης. Ανάλογες αναφορές για προστασία γυναικόπαιδων στο Άγιον Όρος υπάρχουν και για την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Κάτι ανάλογο συνέβη το 1854, όταν ο Τσάμης Καρατάσος ξεσηκώθηκε κατά των Τούρκων και τότε τα γυναικόπαιδα από την Ιερισσό μπήκαν στο Άγιον Όρος για να προστατευθούν από τα τουρκικά αντίποινα.

Στις 16 Οκτωβρίου 1948, γυναίκες έφτασαν ως την πρωτεύουσα του Αγίου Όρους, τις Καρυές, διά των όπλων... Συγκεκριμένα, επιτέθηκε στις Καρυές μια μεγάλη ομάδα ανταρτών, αποτελούμενη από 400 άνδρες και γυναίκες ένοπλες, που είχαν ανταλλάξει και πυρά με τους άνδρες της τότε Χωροφυλακής που εδρεύανε στο Άγιον Όρος.

Τις τελευταίες δεκαετίες της μεταπολεμικής και Νεότερης Ιστορίας, υπάρχει η περίπτωση μιας Γαλλίδας συγγραφέως, της Μαρί Σουαζί (1931), που σε βιβλίο της προβάλλει τον αμφισβητούμενο ισχυρισμό ότι έμεινε στο Άγιον Όρος μια εβδομάδα, μεταμφιεσμένη ως άντρας, χωρίς να γίνει αντιληπτή. Αναφέρεται η επίσης αμφισβητούμενη περίπτωση της συζύγου ενός Βρετανού πρέσβη.
Στους νεώτερους χρόνους εκτός από την Σουαζί, μπήκαν στο Όρος η «Μις Ευρώπη» Αλίκη Διπλαράκου (1929) και η Ελένη Σκούρα (1932). Γνωστή είναι και η απόπειρα ενός Ρώσου μοναχού (1905) να φιλοξενήσει στο κελί του την καλή του. Αυτό μας παρηγορεί πως ο «ανίκατος μάχαν» Έρωτας μπορεί να μένει ζωντανός ακόμη και στην Αγιορείτικη Σαχάρα.

Άλλες περιπτώσεις αφορούν κυρίως …πεισματάρες τουρίστριες που έχουν πλησιάσει με ταχύπλοα τον Άθω…για να έχουν να λένε πως πάτησαν το Άβατον, έχοντας καταλήξει (συνήθως) να συλληφθούν από τις λιμενικές αρχές.

«Κινητό» Άβατον
Καλοκαίρι του 1997, και η έκθεση κειμηλίων του Αγίου Όρους στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης διαφημιζόταν ως πρώτη και τελευταία ευκαιρία για τις πολίτιδες αυτής της χώρας να ρίξουν μια κλεφτή ματιά στους απαγορευμένους αγιορείτικους θησαυρούς. Μόνο που οι γυναίκες που θα επισκέπτονταν την έκθεση με τα ιερά, κατάλληλα μόνο για ανδρικά βλέμματα κειμήλια, όφειλαν, σύμφωνα με απόφαση του (και) τότε προϊσταμένου του υπουργείου Πολιτισμού κυρίου Βενιζέλου, να συμμορφωθούν με έναν ειδικό ενδυματολογικό κώδικα: να μη φορούν παντελόνι και μπλούζα χωρίς μανίκια, με άλλα λόγια να συμφιλιωθούν με την ιδέα της βιολογικής τους μιαρότητας, ιδέα που «κατά τα ανέκαθεν κρατούντα» καλλιεργεί το Άγιον Όρος με την εμμονή του στο περιβόητο άβατο. Εξοπλίζοντας ένα κρατικό μουσείο με φουστίτσες και μπλουζάκια, ο κύριος Βενιζέλος έδειχνε ακόμη ότι το άβατο δεν εντοπίζεται στην απαγορευμένη στα «θήλεα», αγιορείτικη επικράτεια: μετακομίζει άνετα και σε χώρους που, αν μη τι άλλο, θα όφειλαν να λογοδοτούν καθημερινά για την τήρηση της συνταγματικά κατοχυρωμένης ισότητας.

Το Άβατον και η Ευρωπαϊκή Ένωση
Στην Σύνοδο του Συμβουλίου των Υπουργών Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, στις 15 Σεπτεμβρίου 1997, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Θ. Πάγκαλος, ανταποκρινόμενος στην εκφρασμένη βούληση των αγιορειτών πατέρων, επιδίωξε να καταστήσει Κοινή Δήλωση των «15» τη μονομερή Δήλωση που η χώρα μας είχε καταχωρήσει συναφώς προς τη «Δήλωση για το καθεστώς των Εκκλησιών και μη ομολογιακών οργανισμών» που θα προσαρτηθεί στην Τελική Πράξη του Amsterdam. Με τη Δήλωση αυτή υπενθυμίζεται και ανανεώνεται το περιεχόμενο της Κοινής Δηλώσεως για το Άγιον Όρος, η οποία είναι προσαρτημένη στην Πράξη Προσχωρήσεως (1979) της Ελληνικής Δημοκρατίας στις (τότε) Ευρωπαϊκές Κοινότητες.

Στην προσπάθεια αυτή αντέδρασαν δύο μέλη του Συμβουλίου Υπουργών, οι γυναίκες υπουργοί Εξωτερικών της Φινλανδίας και της Σουηδίας, οι οποίες αναφέρθηκαν στην απαγόρευση εισόδου γυναικών στο Άγιον Όρος, παρ' ότι τούτο αποτελεί περιοχή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
Υπέρ της άρσης του «Άβατου» τάχθηκε το 2003 το Ευρωκοινοβούλιο με ψήφους 277 υπέρ έναντι 255 κατά και 15 λευκών. Μεταξύ των υπερασπιστών του Άβατου και μια πολύ μεγάλη...έκπληξη, ο κ. Αλαβάνος. Η «συζήτηση» που ακολούθησε απέδειξε ότι το Άβατο συνεχίζει να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ταμπού της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, νομιμοποιητικό μηχανισμό σειράς ολόκληρης αποκλεισμών (συμβολικών και μη) σε βάρος των γυναικών της χώρας.

Είναι προφανές ότι η «παράδοση», η συνταγματική κατοχύρωση του Άβατου και η σχετική πρόβλεψη που περιλαμβάνεται στην πράξη προσχώρησης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και επιβεβαιώθηκε από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ θεωρήθηκαν και πάλι δεδομένα που καθιστούν περιττή κάθε περαιτέρω συζήτηση του ζητήματος. Με τη διαφορά πως τη φορά αυτή δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στο επιχείρημα ότι η χερσόνησος του Άθω αποτελεί ιδιοκτησία των μονών, τόπο κατοικίας των μοναχών και η κατοικία, ως γνωστόν, συνιστά κατά το σύνταγμα άσυλο, η παραβίαση του οποίου συνιστά ποινικό αδίκημα. Ενδιαφέρουσα, πράγματι, η μετατόπιση της επιχειρηματολογίας: από τη διεκδίκηση της μοναστικής πνευματικότητας καταλήγουμε στην υπεράσπιση μιας απολύτως γήινης σχέσης ιδιοκτησίας. Αλλά αν είναι έτσι, τότε, όπως υποστηρίζει και η νομικός Μαρίνα Μεϊδάνη, οι μοναχοί οφείλουν να φροντίσουν μόνοι για τη συντήρηση του σπιτιού τους. Όπως κάθε πολίτης, άνδρας ή γυναίκα, αυτής της χώρας. Χωρίς την πλουσιοπάροχη ενίσχυση που προέρχεται από τη φορολόγηση ανδρών και θηλυκών «μιασμάτων», εγχώριων και αλλοδαπών.

«Αυστηρή» απομόνωση κι ασκητική ζωή χωρίς τεχνολογία γίνεται;
Η τεχνολογία πέρασε τα τελευταία χρόνια τα...σύνορα του Αγίου Όρους, όπου οι περισσότεροι μοναχοί χρησιμοποιούν κινητά τηλέφωνα, ενώ υπάρχουν και καλόγεροι, άριστα μυημένοι στην πληροφορική, οι οποίοι επικοινωνούν με τα εκτός Αγίου Όρους «πνευματικά τους τέκνα» με e-mail. Στο μεταξύ οι συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια (στο Άγιον Όρους δεν υπάρχει δίκτυο της ΔΕΗ) αναγκάζουν τους μοναχούς να στρέφονται όλο και περισσότερο στη χρήση φωτοβολταϊκών και αιολικών συστημάτων, ενώ στις αναστηλώσεις των πετρόκτιστων κατασκευών οι κατασκευαστικές εταιρείες απασχολούν κυρίως εργάτες και τεχνίτες από την Αλβανία.

Ταυτόχρονα, τα τελευταία είκοσι χρόνια διανοίχτηκαν δρόμοι σχεδόν σε όλα τα μοναστήρια και οι συγκοινωνίες πραγματοποιούνται με λεωφορεία, με αυτοκίνητα-«ταξί» τύπου τζιπ και μικρά «βαν». Μάλιστα, σε περίπτωση που οι επισκέπτες κάνουν το λάθος και ναυλώσουν ατομικά κάποιο «ταξί» θα πρέπει να πληρώσουν 50 και 60 ευρώ για απόσταση 8 χιλιομέτρων.

Τα προνομιούχα «πνευματικά παιδιά»
Σε ολόκληρη τη Χαλκιδική είναι κοινό μυστικό ότι όσοι επαγγελματίες και ερασιτέχνες ψαράδες διατηρούν «πνευματική» σχέση με κάποιον ηγούμενο ή μοναχό μπορούν ανενόχλητοι να ψαρεύουν στο Άγιον Όρος. Το ίδιο συμβαίνει και με τους Βορειοελλαδίτες κυνηγούς, οι οποίοι συνδυάζουν τις προσκυνηματικές εκδρομές με πλούσιο κυνήγι αγριογούρουνων στα δάση του Άθω. Επίσης, συγκεκριμένοι ξυλέμποροι-πνευματικά «παιδιά» μοναχών υλοτομούν τα δάση με τις καστανιές και μεταφέρουν την ξυλεία εκτός Αγίου Όρους, οι αγιορείτες συνεργάζονται με συγκεκριμένη οινοποιία εδώ και πολλά χρόνια, ενώ τις αναστηλώσεις των μοναστηριών και τα κατασκευαστικά έργα αναλαμβάνουν από τις αρχές της δεκαετίας του ΄90 το πολύ τρεις κατασκευαστικές εταιρείες με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο, παρά τη δυσαρέσκεια, οι αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών στη Χαλκιδική είναι χλιαρές και πολλές φορές ανύπαρκτες, αφού τις διάφορες επαγγελματικές ομάδες και τους καλόγερους συνδέουν εδώ και δεκαετίες ο θρησκευτικός τουρισμός και το εμπόριο.

Η ευρύτερη περιοχή της Ουρανούπολης, απ΄ όπου αναχωρούν τα πλοία για τα μοναστήρια του Αγίου Όρους, αλλά και άλλες κωμοπόλεις στη χερσόνησο της Σιθωνίας (όπως ο Όρμος Παναγίας και ο Άγιος Νικόλαος) εξαρτώνται άμεσα από τις επισκέψεις τουριστών και προσκυνητών στο «Περιβόλι της Παναγιάς».

Μοναχισμός, σκοταδισμός, σκάνδαλα και... πειρασμοί
Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, στο βιβλίο του «Άγιο Όρος», διαπιστώνει πως «Καλογερισμός χωρίς σκοτάδι δεν γίνεται». Έκφραση αυτού του σκοταδισμού είναι το Άβατο. Η Ιερά Κοινότης θέλησε με τον τρόπο αυτό να προστατευθεί από την αμαρτωλή Εύα, αλλά όταν διώχνεις τον πειρασμό από την πόρτα, αυτός μπαίνει από το παράθυρο. Στα τέλη του 11ου αιώνα μοναχοί του Άθω εμφανίστηκαν στον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ και διαμαρτυρήθηκαν πως η εκεί παρουσία νεαρών βλάχων βοσκών «οδηγούσε σε παρά φύσιν έξεις». Ο αυτοκράτορας ανακάλυψε πως αυτό ήταν μια πρόφαση για να μπορέσουν να επισκεφθούν την Κωνσταντινούπολη (Στ. Ράνσιμαν «Βυζαντινός πολιτισμός» εκδ. Γαλαξίας, Αθήνα, 1979), αλλά δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.

Ο κομμουνιστής συγγραφέας Θ. Κορνάρος, πήγε στο όρος ως εργάτης και μετέφερε τα όσα έζησε στο βιβλίο του «Άγιον όρος, οι Άγιοι χωρίς μάσκα». Το βιβλίο του κατασχέθηκε από την Εισαγγελία. Στις 15 Ιανουαρίου του 1934, ο Φώτος Πολίτης, τον υπερασπίζεται με επιφυλλίδα του στην «Πρωϊα»:
Όσοι ενδιαφέρονται λοιπόν πραγματικά για την θρησκεία…αντί να ζητήσουν την κεφαλήν του Κορνάρου επί πίνακι, θάπρεπε να εξακριβώσουν τις καταγγελίες του και να ασκήσουν αυστηρόν έλεγχο εκεί που πρέπει.
Επαινετικά επίσης έγραψαν για το βιβλίο, και οι Πέτρος Χάρης, Κωστής Μπαστιάς, Λιλή Ιακωβίδη («Αθ.Νέα», 5-5-’33, «Καθημερινή», 2-4-’33, και με επιστολή της υπό ημερομηνία 15-4-’33, η ποιήτρια, δημοσιευμένη στο βιβλίο «Ένα μήνα με τους άνδρες….»).

Ο Κορνάρος δημοσίευσε στο βιβλίο αυτό, υπό τον τίτλο «Πνευματική παραγωγή του όρους», την ερώτηση που σύμφωνα με το εξομολογητάριο του Άγ. Νικοδήμου, πρέπει να απευθύνεται στους υποψήφιους για χειροτονία:
Ο υποψήφιος διάκονος πρέπει να ερωτηθή, εάν ανθρωπίνη φύσις, τριβήν εποιήσατο περί την οπισθίαν οπήν, ή εάν εισήλθεν εν αυτή και συνάμα ροήν εποιήσατο...
Όπως συμπληρώνει ο Κορνάρος είναι «θαύμα» το φαινόμενο να μην τρέμουν τα πόδια του υποψήφιου στο άκουσμα αυτής της περικοπής.

Απαντώντας το 1793 από την Λειψία όπου δεν τον έφτανε η εκδικητική μανία της Εκκλησίας, στις επιθέσεις του δεσπότη Πλαταμώνα Διονύσιου, ο λόγιος Χριστόδουλος Παμπλέκης, παλιός τρόφιμος της Αθωνιάδας Σχολής του θυμίζει τα χρόνια εκείνα:
...κάτω εις την αμπελικήν του μοναστηρίου, όχι μόνον έτρωγες και έπινες, ουδέ μόνον ετραγώδεις και εχόρευες με τας λύρας, αλλά και σαρίκι γυναικείον έβανες εις την κεφαλήν σου, και πιστολιαίς έριπτες περιπατών με τους πόδας γυμνούς έως τα γόνατα….οι καλόγκαιροι εφώναζον και σας πουτάνες του σχολείου…….οι καλόγκαιροι εφώναζον και ημάς τους ιδίους πουτάνες και πούστηδες, το οποίον ημείς δεν το καταδεχόμεθα……Διά τούτο εδιώχθην κύριε Ντελή Δήμο (δια να μην είπω άγιε απόστολε) και όχι μόνον εγώ….όσοι δεν ευχαριστούντο εις τας ασελγείας, ακολασίας…
(Ιώσηπου Μοισιόδακος «Απολογία», επιμ. Ά. Αγγέλου, σ.οθ΄.).

Ο Ζακ Lacarriere, διαπιστώνει: «Σπάνια έχω κάνει για την θρησκεία συζητήσεις τόσο βλακώδεις και πρωτόγονες όσο στον Άθω… Ο αθωνίτης μοναχός αντιπροσωπεύει μια έμμονη επιβίωση των στοιχείων που συγκροτούν το διανοητικό σύμπαν ενός βυζαντινού χωρικού».
Ο ίδιος κοιτάζοντας από έναν μικρό φεγγίτη, είδε:
...κατάλαβα γιατί ο αρχοντάρης βιαζόταν να με ξαποστείλει… Καμιά δεκαριά καλόγεροι ήσαν τραπεζωμένοι μπροστά σε…τηγανητά, σαλάτες, ψάρια, κρασιά και ρακή... Αναγνώρισα μάλιστα κι έναν..ογκώδη και επηρμένο παπά επισκέπτη...
Αργότερα διαβάζοντας τον Γρηγόριο Παλαμά: «Τρώνε σαν τα γουρούνια...», έγραφε για τους μοναχούς του Άθω, «...πίνουν βαρέλια κι όταν μεθύσουν προσποιούνται ότι χρησμοδοτούν».

Ο Κ. Σάθας διαπιστώνει πως «...αι εν τω Άθωνι πολυάριθμοι μοναί, απορροφώσαι τα πλούσια ελέη του ορθοδόξου πληρώματος, ούδ’ επ’ ελάχιστον εξεπλήρωσαν την μεγάλην ταύτην αποστολήν της μόρφωσης του Ελληνισμού, ουδέν σχολείον συνέστη εν Μετεώροις και εν Άθωνι ενώ και η μόλις περί τους υστάτους χρόνους ιδρυθείσα…Αθωνιάς σχολή, πρόξενος πολλών σκανδάλων εγένετο και ανηλεώς διελύθη. Την αυτήν δε τύχην υπέστη και η ….Αθωνιάς τυπογραφία» («Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη», Βενετία 1872, τ.Γ΄, σ.ο΄).

Η Γαλλίδα συγγραφέας Μαρίζ Σουαζί, μεταμφιεσμένη σε άντρα, έζησε εκεί και περιγράφοντας διαφόρους τύπους μοναχών, έγραψε γι’ αυτόν που αποκαλεί «βιτσιόζο»: «…Έχει πάντα την επιθυμία του έρωτα….οι πειρασμοί ξεφεύγουν από τα φαρδιά του μανίκια…μυρίζει σπέρμα και ένοχη συνείδηση..».

O Κ. Τσαρούχας αισιοδοξεί στην «Απογευματινή» (2-12-’79): «Ακριβά θα κοστίζει η φρέσκια σάρκα σε ηγούμενους, ηγούμενες και άλλους ρασοφόρους εκμαυλιστές ανηλίκων για μοναστήρια». Το δημοσίευμα αναφέρεται στον ηγούμενο της μονής Ξενοφώντος Α.Μ., που οδηγήθηκε στις φυλακές Τρικάλων, επειδή παρέσυρε πέντε ανήλικους στο μοναστήρι του. Το βούλευμα του Συμβ. Πλημμελ. Τρικάλων, χαρακτηρίζει κακούργημα την χορήγηση καταλύματος στο μοναστήρι του δεκατετράχρονου Ε.Μ. Ο ίδιος ηγούμενος ομολόγησε πως και ένας 16χρονος από την Λαμία, βρισκόταν στην μονή Ξενοφώντος τον Ιούλιο του ‘77.

Τι γυρεύουν νεαροί έφηβοι στα μοναστήρια; Ο αγιορείτης Μιχαήλ ομολογεί: «Πολλά τα κρούσματα ομοφυλοφιλίας... Ζήτημα ομοφυλοφιλίας τέθηκε στην Σύναξη, αλλά δεν πιστεύω πλέον σ’ αυτόν τον θεσμό...η προτεραιότητά τους είναι η βιτρίνα τους...δηλαδή κουκούλωμα...» («Ελευθεροτυπία» 22-4-2001).

Σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Τέταρτο» (Ιούνιος 1985), ο Άρχων Μέγας Μυρεψός του Οικ. Πατριαρχείου Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, συζητώντας για το Όρος, ρώτησε τον δημοσιογράφο, αν του «ρίχτηκε κανένας καλόγερος» και στην καταφατική απάντηση του συνομιλητή του, παρατήρησε: «Και εγώ είδα πολλούς να έχουν σπιτωμένους νέους, δόκιμους».

Την προδοσία ουδείς εμίσησε...
Αναρωτιέται κανείς πως είναι δυνατόν σε ελληνικό έδαφος να καταργούνται βασικές συνταγματικές διατάξεις όπως αυτή της ισότητας των δυο φύλλων, από ένα Σύνταγμα που το άγχος του να ικανοποιήσει την Εκκλησία το κάνει να αντιφάσκει με τον εαυτό του. Οι μονές του Αγίου όρους απορροφούν κονδύλια της «αιρετικής» Δύσης, τα οποία προέρχονται και από φορολόγηση γυναικών, αλλά δεν επιτρέπουν στις τελευταίες να πατήσουν το πόδι τους σε εδάφη που δεν τους ανήκουν και τα οποία ποτέ δεν υπερασπίστηκαν έναντι οποιουδήποτε κατακτητή. Πάγια αρχή τους ήταν η προδοτική συναλλαγή με κάθε εξουσία.

Σε πολλά σουλτανικά φιρμάνια που σώζονται στα μοναστήρια γράφεται: «Επειδή οι Αγιορείται προ των άλλων ραγιάδων εδέχθησαν την υπηκοότητα και απέκτησαν την ασυδοσίαν...».

Οι Αθωνίτες, βλέποντας την πτώση της Πόλης, έστειλαν αντιπροσωπεία στον Σουλτάνο Ορχάν, «προφητεύοντας» την τουρκική κατάκτηση, δηλώνοντας υποταγή. Ο περιηγητής R. Walpole είδε στις Καρυές στις αρχές του 19ου αι. το σχετικό φιρμάνι.

Ανανέωση των προνομίων πέτυχαν το 1430 στέλνοντας πρεσβεία στον Μουράτ Β', ενώ θα πρέπει να σημειωθεί πως καλόγεροι ήταν αυτοί που βοήθησαν με την προδοσία τους να καταληφθεί η Θεσσαλονίκη απ' τους Τούρκους.

Το 1453 ζήτησαν και πήραν προστασία από τον Μωάμεθ τον Πορθητή.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση του Αγίου Όρους και κατά την Επανάσταση του 1821.
Μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και λόγω της μιας πολύ μικρής ενεργού συμμετοχής σ' αυτή του Ελληνικού Ορθοδόξου Χριστιανικού κλήρου αλλά και των μοναχών του Αγίου Όρους οι Τούρκοι κατεπάτησαν προς καιρόν βιαίως την ιδιοκτησία της λίμνης «Μπουρού» (Βιστωνίδα), κυριότητος της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου, πάντοτε όμως η ιερά Μονή παρέμενε κυρία ταύτης, των νησίδων και των περί αυτήν εκτάσεων.
Το αντιφατικό αυτό παράθεμα κρύβει τη θλιβερή αλήθεια για τη στάση του Αγίου Όρους την κρίσιμη περίοδο της Επανάστασης, όταν οι παραδόπιστοι ηγούμενοι έφτασαν στο σημείο να προδώσουν τον αγώνα.

Πρόκειται για ιστορικό γεγονός, το οποίο καταγράφει με διακριτικότητα ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο οποίος αναφέρει ότι ο πασάς της Θεσσαλονίκης «κατέπεισε τας μονάς να παραδοθώσιν» και παρατηρεί με σημασία ότι «αι μοναί αύται ούτε προθυμίαν (για τον αγώνα) ούτε καρτερίαν ικανήν έδειξαν» («Ιστορία του Ελληνικού Εθνους», εκδ. Ελευθερουδάκη, τ. 6ος, σ. 61).
Στην υπόθεση αναφέρεται αναλυτικά ο Διονύσιος Κόκκινος, ο οποίος δεν μπορεί να κατηγορηθεί για μεροληψία εις βάρος των μονών. Στον δεύτερο τόμο του κλασικού του έργου «Η Ελληνική Επανάστασις» (εκδ. Μέλισσα, 1957), βραβευμένου από την Ακαδημία Αθηνών, αναφέρεται στην απροθυμία των Αγιορειτών να συνδράμουν τον αγώνα: «Αι μοναί, πλην των ακινήτων περιουσιών των, κατείχαν όχι μόνο χρήματα, αλλά και θησαυρούς ανεκτιμήτους από αφιερώματα χρυσά και αργυρά και κοσμήματα με πολυτίμους λίθους συσσωρευμένα εκεί από αιώνων. Επρόκειτο περί ανυπολογίστου πλούτου».

Μάταια ο Υψηλάντης τούς ζητούσε με αυστηρό ύφος να ενισχύσουν «με σώματα και με χρήματα» τον αγώνα που είχε ξεσπάσει στην περιοχή της Χαλκιδικής, με επικεφαλής τον Εμμανουήλ Παπά. Όπως αναφέρει ο Κόκκινος, «οι καλόγηροι δεν εννοούσαν να θίξουν ούτε τα χρήματα των μονών ούτε τα εκ χρυσού και αργύρου νεώτερα αφιερώματα που δεν είχαν την σημασίαν ιστορικών κειμηλίων και τα οποία αποτελούσαν ολόκληρον θησαυρόν, ικανόν ν' αποβή πηγή ενισχύσεως σοβαράς όχι μόνο του μακεδονικού, αλλά και του όλου αγώνος».

Είναι απολύτως ενδεικτική για την κατάσταση η επιστολή που απηύθυνε στις 19 Ιουνίου 1821 ο οπλαρχηγός Ρήγας Μάνθος προς τον Παπά: «Μα τι να κάμη κανείς την μικρολογίαν των Αγίων Πατέρων. Αυτή η στυγερά ανελευθεριότης και μικροπρέπεια αυτών μάς εμπόδισεν από πολλά ωφέλιμα και από πολλά αναγκαία. Αμποτε να μεταβάλη ο αναλλοίωτος Θεός την διάθεσίν των, να τους αποδείξη ευσπλάχνους, κριτικούς, γενναίους και ελευθερίους και με δόκιμον νουν. [...] Πλην κανένα γενναίον δεν εύρον εις αυτούς παρά μίαν επίπλαστον πολίτικαν. [...] Φροντίζουν μόνο διά την ασφάλειαν των ιδίων. [...] Φοβούμαι μήπως ο λαός από την πείναν και τας πολλάς θλίψεις του εφορμήση εναντίον των και δεν δυνηθώμεν ν' απαντήσωμεν εις την ορμήν των».

Στα τέλη Ιουνίου οι Αγιορείτες αντιλήφθηκαν τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι ίδιοι και κάλεσαν με επιστολή τους τον Παπά να υπερασπιστεί το Άγιον Όρος. Ήταν όμως αργά. Όταν μάλιστα εκστράτευσε στη Χαλκιδική για να καταπνίξει την επανάσταση ο Αβδούλ Αμπούδ, οι Αγιορείτες ήταν έτοιμοι να του προσφέρουν γην και ύδωρ. «Οι καλόγηροι», γράφει ο Κόκκινος, «οι εξ αρχής δυσφορούντες διά το ζήτημα των δαπανών, συνηθισμένοι πάντοτε να δέχονται προσφοράς και από τους πτωχοτέρους πιστούς, χωρίς αυτοί να προσφέρουν ποτέ τίποτα, δεν είχαν συγκινηθή ούτε από τας αυστηράς απαντήσεις του Υψηλάντη και της Υδρας και των Ψαρών προς τας πτωχοπροδρομικάς εκκλήσεις των, ούτε αντελήφθησαν την υποχρέωσίν των, όταν ήλθε η κρισιμωτάτη ώρα της εξαντλήσεως του Παπά και του εκ των Τούρκων κινδύνου. Ο πατριωτισμός των είχε σταματήσει προ της θυσίας των χρημάτων των μονών, τα οποία επί τέλους παρέμεναν νεκρά εις τα χρηματοκιβώτια και άχρηστα εις την κοινωνικήν οικονομίαν και ο πρώτος ενθουσιασμός των διά τον Παπάν μετεβλήθη εις εχθρότητα. Αντί να ενισχύσουν τον ηρωικόν αρχηγόν εις τας τελευταίας αγωνιώδεις προσπαθείας του, συνεσπειρώθησαν περί τας μονάς των και τον κατηρώντο ως υποκινητήν της επαναστάσεως και υπεύθυνον του κακού».

Μοναδική εξαίρεση ο ηγούμενος Ιωακείμ τής (πάντα ξεχωριστής) Μονής Εσφιγμένου, που είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και πρόσφερε καταφύγιο στον Παπά και τους πολεμιστές του. Όμως στις 11 Νοεμβρίου 1921 μαζεύτηκαν οι ηγούμενοι των άλλων 19 μονών και ζήτησαν με επιστολή να παραδοθεί ο Παπάς στους Τούρκους και όσοι μοναχοί τον ακολουθούν «να επιστρέψουν στα κελιά τους».
«Η πράξις αυτή», καταλήγει ο Κόκκινος, «δεν είχε δικαιολογίαν και όλα τα καθηγιασμένα ύδατα του Αγίου Ορους δεν είναι δυνατόν ν' αποπλύνουν από αυτό το αίσχος τους δεκαεννέα ηγουμένους που υπέγραψαν την άνω επιστολήν, διά της οποίας έσπευδαν να παραδώσουν εις τον πασάν ένα θύμα τόσης περιωπής διά να μετριάσουν τους άλλους όρους της υποταγής και κυρίως τον αφορώντα την χρηματικήν αποζημίωσιν».

Το συμπέρασμα του ιστορικού είναι ότι «η αλήθεια διά την διαγωγήν των καλογήρων εκείνων είναι πολύ θλιβερά. Ανίκανοι να αισθανθούν κατ' αρχάς την ανάγκην γενναίας προσφοράς διά τον αγώνα, που τον ήθελαν, αλλά με θυσίας των άλλων, έφθασαν εις την ατολμίαν, εκύλισαν εις την ανανδρίαν και κατήντησαν ικανοί διά την χειροτέραν προδοσίαν. Εδέχθησαν να παραδώσουν εις τον εχθρόν ως πρωταίτιον της επαναστάσεως τον Εμμανουήλ Παπάν, τον οποίον προ ολίγων μηνών είχαν ανακηρύξει προστάτην και αρχηγόν της Μακεδονίας αυτοί οι ίδιοι, χωρίς να αγνοούν ότι η τοιαύτη παράδοσίς του ήτο ταυτόσημος με παράδοσιν προς θάνατον».

Τελικά ο Εμμανουήλ Παπάς κατόρθωσε να διαφύγει «καταδιωκόμενος από Τούρκους και Έλληνες», όπως αναφέρει ο ιστορικός, αλλά εξαντλημένος από τις κακουχίες πέθανε στο καράβι που τον μετέφερε στην επαναστατημένη Ύδρα.

Σ' αυτή την ανοιχτή προδοσία στηρίζονται λοιπόν τα δικαιώματα της Μονής Βατοπεδίου και των άλλων αγιορείτικων μονών από την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Πάει πολύ να επικαλούνται αυτή τη θλιβερή ιστορία ακόμα και σήμερα οι συντάκτες των διαβόητων συμβολαίων ως τίτλο κυριότητας για τη λίμνη Βιστωνίδα.
 

Στις 26 Απριλίου του 1941, οι μονές του Άθω με εικοσασφράγιστη επιστολή τους προς τον Χίτλερ, ζήτησαν την προστασία του, πετυχαίνοντας να μπει φρουρά στην Ουρανούπολη, η οποία απαγόρευε σε οποιονδήποτε Γερμανό να πατήσει στο Όρος:
Η φωτογραφία του Χίτλερ στην Μονή Παντελεήμονος - Άγιον Όρος, 1952Εν Αγίω Όρει τη 13/26 Απριλίου 1941
Προς την Αυτού Εξοχότητα τον Αρχικαγκελλάριον του ενδόξου Γερμανικού Κράτους Κύριον Αδόλφον Χίτλερ
Εις Βερολίνον
Εξοχότατε,
Οι βαθυσεβάστως υποσημειούμενοι Αντιπρόσωποι των Είκοσιν Ιερών Βασιλικών Πατριαρχικών καί Σταυροπηγιακών Μονών του Αγίου Όρους Άθω, λαμβάνομεν την εξαιρετικήν τιμήν ν’ απευθυνθώμεν προς την Υμετέραν Εξοχότητα καί παρακαλέσωμεν Αυτήν θερμώς, όπως, ευαρεστημένη, αναλάβη υπό την Υψηλήν προσωπικήν Αυτής προστασίαν καί κηδεμονίαν τον Ιερόν τούτον Τόπον, του οποίου Ηγούμενοι καί αντιπρόσωποι τυγχάνομεν, διαδεχομένη εν τούτω τους ιδρυτάς καί Ευεργέτας του Ιερού τούτου Τόπου Βυζαντινούς Αυτοκράτορας καί διαδόχους τούτων.
Το Αυτονομιακόν τούτο πολίτευμα περιεθριγκώθη δι’ αλλεπαλλήλων τυπικών καί Χρυσοβούλων των ιδρυτών καί ευεργετών των Ιερών μονών Βυζαντινών Αυτοκρατόρων Βασιλείου του Μακεδόνος(882), Ιωάννου Τσιμισκή(972), Κωνσταντίνου Μονομάχου(1046), Στεφάνου Δουσάν(1346) καί άλλων Σλαύων, Ουγγροβλάχων Ηγεμόνων καί των μετέπειτα Σουλτανικών Φιρμανίων τελευταίως δε υπό του Καταστατικού Χάρτου του 1926, ούτινος δύο αντίτυπα εσωκλείομεν.
Το ουτωσί καθιερωθέν προνομιακόν καί αυτοδιοίκητον καθεστώς του Ιερού τούτου Τόπου, αποτελέσαν αντικείμενον συζητήσεων καί επικυρώσεων διαφόρων διεθνών συνθηκών περιεθριγκώθη τέλος, διά του 62ου άρθρου της Βερολινείου συνθήκης του έτους 1878, έχοντος ούτω, οι μοναχοί του Όρους Άθω οθενδήποτε καί αν κατάγωνται θα διατηρήσωσι τά κτήματα καί τα πρότερα αυτών δικαιώματα καί θ’ απολαύωσιν, άνευ ουδεμιάς εξαιρέσεως, πλήρους ισότητος δικαιωμάτων καί προνομίων.
Παρακαλούμεν καί ικετεύομεν θερμώς την Υμετέραν Εξοχότητα όπως αναλάβη υπό την υψηλήν προστασίαν καί κηδεμονίαν Αυτής. Τον Βασιλέα των Βασιλευόντων καί Κύριον των Κυριευόντων εξ όλης ψυχής καί καρδίας ικετεύοντες, όπως επιδαψιλεύση τη Υμετέρα Εξοχότητι υγείαν καί μακροημέρευσιν επ’ αγαθώ του ενδόξου Γερμανικού Έθνους.
Υποσημειούμεθα βαθυσεβάστως...
Mε γράμμα του στον «Δαυλό» (τ. 251, 11.’02), ο τ. δημοτικός σύμβουλος της Αθήνας γνωστός συγγραφέας και θεολόγος Γ. Μουστάκης αποκαλύπτει συγχαρητήρια επιστολή προς τον Χίτλερ της Ιεράς Επιστασίας των 20 εκλεγμένων αντιπροσώπων των αγιορείτικων μονών, με αφορμή την πτώση του Ζιτομίρ, σοβιετικού οχυρού στην Ουκρανία, στα χέρια των Ναζίστών:
...Αγαλλόμενοι κραυγάζομεν εν θαυμασμώ: Έπεσεν το Ζιτομίρ καί εσώθη η Χριστιανοσύνη... Κύριος ο Θεός κρατύνη την υμετέραν εξουσίαν εις έτη πλείστα...
Στις 7.6.’44 δημοσιεύτηκε στο «Ελεύθερον Βήμα» είδηση στην οποία εξαίρεται η άριστη συνεργασία που είχαν με τους αγιορείτες ηγουμένους οι γερμανικές αρχές και αναφέρεται πως οι μονές δεν πείνασαν «χάρις εις τας μεγάλας εισαγωγάς τροφίμων εκ μέρους του Γερμανικού στρατού εις το Όρος...».

Είναι ενδεικτική η γνώμη ενός μοναχού για τις αγωνίστριες του Δημοκρατικού Στρατού που κατέφυγαν στο όρος:
..Η συμμορία αύτη είχε μεθ’ εαυτής και δεκάδα των θλιβερών εκείνων γυναικών, τα οποία αποπτύσαντα πάντα χαλινόν αιδούς... Δυστυχής ελληνική φυλή που σε κατήντησεν η πανούκλα του Βορρά...
(Καραγιάννη Γιώργου «Εκκλησία και Κράτος. 1833-1977…». Εκδ. «Το Ποντίκι», 1997).
Το καλοκαίρι του ‘44 κατέφυγαν στη μονή Εσφιγμένου γυναικόπαιδα της Ιερισσού για να γλυτώσουν από τα Τάγματα Ασφαλείας. Ο εκπρόσωπος της Ι. Κοινότητας ζήτησε να φύγουν. Ήταν τυχερές, αφού παλιότερα όπως άκουσε ο Άγγλος περιηγητής συνταγματάρχης Leake, γυναίκες που πάτησαν στο απαγορευμένο βουνό, θανατώθηκαν αμέσως.

Στις 7.6.’44 δημοσιεύτηκε στο λογοκριμένο «Ελεύθερον Βήμα» είδηση στην οποία εξαίρεται η άριστη συνεργασία που είχαν με τους αγιορείτες ηγουμένους οι γερμανικές αρχές και αναφέρεται πως οι μονές δεν πείνασαν «χάρις εις τας μεγάλας εισαγωγάς τροφίμων εκ μέρους του Γερμανικού στρατού εις το Όρος…». Σήμερα ο πολυγραφότατος αγιορείτης Μιχαήλ Χατζηαντωνίου που έφυγε από τον Άθω, εξηγεί: «Από την επίσημη αρχή του Αγίου Όρους, ο Χίτλερ θεωρήθηκε φιλόθεος, αφού κατέτρεχε κι εξόντωνε τους Εβραίους». Ο ίδιος αποκαλύπτει: «Επί πολλά χρόνια στην πανήγυρη μοναστηριού δημιουργείτο μεγάλο πρόβλημα διότι στο αρχονταρίκι υπήρχε τεράστια φωτογραφία του Μεταξά. Στις ενστάσεις πολλών επισκεπτών, ότι πρέπει να τον βγάλουν από εκεί οι μοναχοί απαντούσαν: “Αυτός έσωσε την Ελλάδα και ξάφρισε (sic) τους κομμουνιστές!…υπηρέτησε τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό!".»

Ο ηγούμενος της ρωσικής μονής Παντελεήμονος Βασίλειος Κριβοσέιν, συγγραφέας της «μυστικής διδασκαλίας του Γρ. Παλαμά», κάλεσε τους Γερμανούς να διώξουν τις ικέτιδες, αλλά συνάντησε την αντίδραση των υπολοίπων μοναχών. Ο καλόγερος ήθελε να είναι πιστός στο Τυπικό που περιέχεται στον βίο του Αγ. Αθανασίου Μετεώρων, που ορίζει να μην δίνεται τροφή σε γυναίκα που παραβίασε το άβατο «κάν συμβεί υπό λιμού αποθανείν».

Ο Βασίλειος που όπως όλοι οι Σλάβοι αγιορείτες επιδίωκε την διεθνοποίηση του όρους (είχαν στείλει σχετικό υπόμνημα στο Βερολίνο), καταδικάστηκε ερήμην για δοσιλογισμό σε διετή φυλάκιση το 1947 και αργότερα προήχθη σε αρχιεπίσκοπο Βρυξελών της εξόριστης (φιλοναζιστικής) ρωσικής Εκκλησίας. Στην καταδικαστική απόφαση αναφέρεται πως «ικανοποίει κατά συρροήν…όλας τας ορέξεις των κατακτητών» χαρίζοντάς τους λειτουργικά κειμήλια (Γ. Μουστάκης, «Δαυλός» Απριλίου ‘03).

Το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου
Το φθινόπωρο του 2008 ξέσπασε μεγάλο πολιτικό σκάνδαλο με επίκεντρο τη Μονή Βατοπεδίου. Αποκαλύφθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο έδωσε στη Μονή κτίρια του Ολυμπιακού Χωριού ως μέρος ανταλλαγής με παρόχθιες περιοχές στη λίμνη Βιστωνίδα, η οποία αποτελεί μέρος του δικτύου Natura 2000. Η ηγεσία της μονής, αμέσως μετά την ανταλλαγή, μεταβίβασε τα ακίνητα αυτά σε υπεράκτια εταιρία. Η όλη συναλλαγή απέβη εις βάρος των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου να ξεσπάσει πολιτική θύελλα.

Πρωταγωνιστής, από πλευράς Αγίου Όρους, ο ηγούμενος Εφραίμ. Το όνομά του σημαίνει στα εβραϊκά «παραγωγικός και αποτελεσματικός». Ο ίδιος αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματικός. Λίγο μετά την εκλογή του εξασφάλισε την οικονομική υποστήριξη Κύπριων βιομηχάνων εξοπλίζοντας τη μονή του με σύγχρονα κελιά και σύνδεση στο ίντερνετ για τους υψηλούς προσκεκλημένους του. Στη συνέχεια προσπάθησε να αντλήσει κέρδη από ανεκμετάλλευτες ιδιοκτησίες της μονής του, διεκδικώντας τη λίμνη της Βιστωνίδας, ένας από τους ομορφότερους υγροβιότοπους της βόρειας Ελλάδας. Χάρη στις πολύχρονες επαφές με πιστούς, σημαντικούς παράγοντες των Σοσιαλιστών και αργότερα των μελών της κυβέρνησης Καραμανλή, ο ηγούμενος Εφραίμ αποκόμισε με αγοραπωλησίες ακινήτων κέρδη ύψους 100 εκατομμυρίων ευρώ.

Κατηγορήθηκε ότι επηρέασε δικαστές η κρατικούς λειτουργούς ώστε να παραιτηθεί το Δημόσιο από την δίκη. Υπέδειξε τα προς ανταλλαγή ακίνητα ενώ γνώριζε την πολλαπλάσια άξια τους. Επηρέασε ορκωτούς λογιστές να υποτιμήσουν την αξία των ανταλλαγέντων.

Οι αδιαφανείς μεταβιβάσεις σε βάρος του κράτους συντάραξαν την κυβέρνηση Καραμανλή. Στο σκάνδαλο αυτό, έγινε -ως συνήθως- κι επίκληση δικαιωμάτων κυριότητας που απορρέουν από γνωστούς Αυτοκράτορες και Σουλτάνους προ αμνημονεύτων αιώνων...

Τι σχέση έχει όμως το νεο­ελληνικό κράτος µε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, για να τα θεωρεί αυτά νόµιµα;

Αποκαλυπτικό είναι το συμβολαιογραφικό έγγραφο 2816 (9 Μαίου 2007, τόμος 205/6, σελ. 1,6,7) της συμβολαιογράφου κ. Αικατερίνης Πελέκη - Βουλγαράκη, συζύγου του παραιτηθέντος (εξαιτίας του σκανδάλου) υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, Γεώργιου Βουλγαράκη, στο οποίο αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής:
Α. ...Το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας ανεγνώρισε, ότι το δικαίωμα κυριότητας της Ιεράς Μονής συνεχίσθηκε και διετηρήθη σε ισχύ κατά την διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου στην ιδιοκτησία της, διότι:
α) Η μοναστηριακή Περιουσία κηρύσσεται σεβαστή κατά τον μουσουλμανικό Νόμο και καμμιά συνέπεια δεν μπορεί να έχει σ’ αυτή τυχόν κατάκτησή της από το Μουσουλμανικό Κράτος.
β) οι Μονές του Αγίου Όρους δεν υπήρξαν δορυάλωτες, αλλά συνθηκολόγησαν με τους Σουλτάνους, πριν την κατάκτηση, με αποτέλεσμα την αναγνώριση της ακίνητης ιδιοκτησίας τους από τους Σουλτάνους. Το Άγιο Όρος έλαβε φιρμάνια από τους Σουλτάνους Μεχμέτ τον Α΄ (1413-1421), Μπαγιαζίτ Α΄. (1389-1402), και από τον Μουράτ τον Β΄ το φερμάνι της 9 Απριλίου 1430 (που σώζεται πρωτότυπο) με το οποίο επικύρωσε τα προνόμια και τις ιδιοκτησίες που είχαν παραχωρήσει οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες στο Άγιο Όρος.
γ) το αναπαλλοτρίωτο της Εκκλησιαστικής περιουσίας αναγνώρισε και διασφάλισε και ο Πορθητής με τον Αχτιναμέ του 1453.

Β. ...Εφαρμόζονται στην περιγραφείσα έκταση (λίμνη Βιστωνίδα-Νταλιάνη και παραλίμνιες εκτάσεις)
α) ο χρυσόβουλλος λόγος του έτους 1080 του αυτοκράτορος του Βυζαντίου Νικηφόρου Βοτανειάτη,
β) ο χρυσόβουλλος λόγος του έτους 1329 του αυτοκράτορος του Βυζαντίου Ανδρόνικου Παλαιολόγου του Γ΄,
γ) ο χρυσόβουλλος λόγος του έτους 1357 του αυτοκράτορος του Βυζαντίου Ιωάννη Παλαιολόγου,
δ) ο χρυσόβουλλος λόγος του έτους 1371 του ηγεμόνος Ιωάννη Ούγγλεση, και ότι τα ως άνω χρυσόβουλλα (χρυσόβουλλοι λόγοι) αποτελούν νόμιμο τίτλο κυριότητος, κρατική πράξη του Βυζαντίου παραχώρησης της κυριότητας των ως άνω εκτάσεων στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου.
Στο υπ΄ αριθμόν 2875 συμβόλαιο της 13.7.2007 της κ. Πελέκη μεταξύ της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπεδίου Αγίου Όρους και του Ελληνικού Δημοσίου, η κ. Πελέκη στην τελευταία σελίδα του συμβολαίου λέει τα εξής: «Με βάση όλα τα ανωτέρω συντάχθηκε το συμβόλαιο αυτό σε 66 φύλλα, με το οποίο με δώδεκα αντίγραφα... κλπ... και εισέπραξα γι΄ αυτό το συμβόλαιο 300.000 ευρώ».
Σχεδόν και οι 20 μονές της αυτόνομης Μοναστικής Πολιτείας του Αγίου Όρους διεκδικούν τεράστιες εκτάσεις γης στα Βαλκάνια, φέρνοντας σε δύσκολη θέση το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Οι διεκδικήσεις τους στηρίζονται σε τίτλους ιδιοκτησίας οι οποίοι υποτίθεται ότι αποδίδονται σε βυζαντινούς αυτοκράτορες, Ρώσους τσάρους, Σέρβους και Βούλγαρους ηγεμόνες, αλλά και Οθωμανούς σουλτάνους.

Και χωρίς τις μεταβιβάσεις, η Ορθόδοξη Εκκλησία κατέχει τις μεγαλύτερες εκτάσεις γης μετά το ελληνικό δημόσιο. Το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας τους το έχουν από δωρεές ισχυρών πιστών του Μεσαίωνα. Αυτό δείχνει ότι μετά την ίδρυσή του, το νεοελληνικό κράτος δεν τόλμησε ποτέ να τα βάλει με τους ισχυρούς εκπροσώπους της εκκλησίας και να διευθετήσει το ζήτημα της εκκλησιαστικής ακίνητης περιουσίας με κριτήρια ενός σύγχρονου κράτους. Αντιθέτως όλες οι κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως της ιδεολογικής τους κατεύθυνσης, προσπάθησαν να έχουν με το μέρος τους την εκκλησία δίνοντάς της τεράστιες αποζημιώσεις για οτιδήποτε διεκδικεί. Η εκκλησία έχει σήμερα στα χέρια της χιλιάδες ακίνητα ακόμη και στα κέντρα των μεγάλων πόλεων, παρόλα αυτά όμως δεν πληρώνει φόρο ακίνητης περιουσίας.
Δεν είναι καιρός να επανεξεταστεί το όλο ζήτημα;

Η περιφρόνηση στην αρχαιότητα
Το Άγιο Όρος χτίστηκε σε µια περιοχή όπου υπήρχαν πέ­ντε αρχαίες πόλεις! Λέγεται ότι ένα ολόκλη­ρο άγαλµα βρέθηκε όταν έφτιαχναν και­νούργιο πάτωµα στο κελάρι της Μονής Βατοπεδίου και, αντί να το βγάλουν από εκεί, το σκέπασαν µε τσιµέντο και συνε­χίζουν να χρησιµοποιούν την κάβα. Τόση είναι η περιφρόνηση που έχουν απέναντι στην αρχαιότητα. Και η άλλη, η περιφρό­νηση η µεγάλη, είναι απέναντι στο ελλη­νικό κράτος. Αυτοί ζουν µε το µύθο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Θεωρούν ότι είναι κληρονόµοι µιας αυτοκρατορίας, εξ ου και τα κείµενα που προβάλλουν για να διεκδικήσουν εκτάσεις. Είναι χαρακτηριστικό το ότι δεν βλέ­πει κανείς την ελληνική σηµαία στο Άγιο Όρος. Βλέπει µόνο τη βυζαντινή.

Η αρχαιοκαπηλεία
Αρχαιότη­τες που έχουν βρεθεί στο Όρος πουλήθη­καν στο εξωτερικό· εξαφανίζονται µυστηριωδώς βυζαντινά εικονίσµατα, τα οποία ύστερα από καιρό βρίσκονται στο Αζερ­µπαϊτζάν ή όπου αλλού. Οι πυρκαγιές που ξεσπάνε σε µοναστήρια είναι για να δικαι­ολογήσουν την εξαφάνιση βυζαντινών ει­κόνων που έχουν πουληθεί. Το Αζερµπαϊ­τζάν δεν αναφέρεται τυχαία. Η Ιντερπόλ κυνηγάει έναν µοναχό που κατέφυγε εκεί.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα
Η έπαρ­ση, ίσως όχι όλων των ηγούµενων, αλλά τουλάχιστον του Εφραίµ, είναι πελώρια. Αυτή είναι η νοοτροπία της ηγεσίας των µοναστηριών - διότι από κει και κάτω, µε τους νέους καλόγερους, τους δόκιµους, είναι ένα άλλο µεγάλο θέµα, ηθικό, ανθρώπινο. Το ότι υπάρχει µια συνε­χής παραβίαση των δικαιωµάτων του ανθρώ­που στο Άγιο Όρος είναι βέβαιο.

Πρώτο παράδειγμα, το σχολείο στις Κα­ρυές. Δεν είναι θρησκευτικό, είναι δήθεν κανονικό σχολείο, όπου είναι εγκλωβισµέ­να παιδιά 12-18 ετών, τα οποία µεγαλώ­νουν χωρίς να βλέπουν γυναίκα. Αυτό το τερατώδες πράγµα χρηµατοδοτείται από το υπουργείο Παιδείας! Έχουµε κατάφω­ρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωµά­των. Πώς εγκλωβίζεις παιδιά σ' έναν χώρο όπου δεν υπάρχει ούτε µία γυναίκα; Κα­νείς δεν τόλµησε να το σχολιάσει αυτό.

Δεύτερο παράδειγμα, είναι το Άβατον, που αναλύθηκε παραπάνω και καταστρατηγεί την ισονομία και την ισότητα των δυο φύλων στην ελληνική επικράτεια.

Τα ψυχοφάρμακα και οι αυτοκτονίες
Καταλυτική είναι η επιρροή που προσπαθούν να έχουν οι ηγούμενοι πάνω στους μοναχούς, χρησιμοποιώντας ανορθόδοξους τρόπους. Σύμφωνα με καταγγελίες μοναχών, ο έλεγχος στην βούληση των ιερωμένων επιτυγχάνεται με ψυχοφάρμακα.

Ο πατήρ Μιχαήλ, ένας παλιός αγιορείτης μοναχός καταγγέλλει, σε συνέντευξη στην Ελευθεροτυπία, στις 22/4/2001, «πράγματα και θαύματα» για την αθωνική πολιτεία: από ομοφυλοφιλία μέχρι εθισμό σε βαριά ψυχοφάρμακα!
...Ήταν οδυνηρή η απόφαση ν’ αρχίσω να τα δημοσιοποιώ και να γράφω γι’ αυτά τα πράγματα. Το έκανα μετά από 25 χρόνια στο μοναχισμό, ενώ οι διαπιστώσεις μου είχαν γίνει πολλά χρόνια πριν. Μετά δε απ’ την έκδοση των συγκεκριμένων βιβλίων που αναφέρονται στα ψυχοφάρμακα, ήρθαν πολλοί μοναχοί και με διαβεβαίωσαν ότι αυτά που γράφω είναι πάρα πολύ ήπια σε σχέση με την πραγματικότητα που ισχύει στο Άγιο Όρος....

...Ρώτησα μοναχό, που ήρθε προσκύνημα στο Σινά και συζητούσαμε: «Πώς πήρες ψυχοφάρμακο την πρώτη φορά;». Εκείνος μου απάντησε: «Ήρθε ο επίτροπος (σ.σ.: επίτροπος είναι ο αντικαταστάτης του ηγουμένου), έβαλε πάνω στο τραπέζι ένα μπουκαλάκι και μου είπε: «Θα παίρνεις ένα χάπι το πρωί και ένα το βράδυ. Αυτό το στέλνει ο Γέροντας και πρέπει να το πιεις...». Όπως μου είπε ο νεαρός μοναχός, εκείνο το βράδυ έκανε «υπακοή» και ήπιε το φάρμακο. Συνεχίζοντας τη συζήτηση μαζί του, τον ρώτησα σε τι ποσοστό στο μοναστήρι του οι μοναχοί λαμβάνουν ψυχοφάρμακα. Και μου απάντησε: «Είναι πολύ μεγάλο...»...

...Πρόσφατα μίλησε μαζί μου ένας πρώην μοναχός του Αγίου Όρους, ο οποίος μου είπε: «Θέλω να ψάξω για ένα κανάλι για να το πω. Δοκίμασαν τριάντα ψυχολογικά φάρμακα πάνω μου. Έζησα δεκαπέντε χρόνια απλά και φυσιολογικά. Πώς κατέληξα να γίνω πειραματόζωο;»...

...Με είχε στείλει, για παράδειγμα, μια φορά να αγοράσω φάρμακα ένας μοναχός όταν ήμασταν έξω. Μου είχε δώσει μια λίστα. Στο φαρμακείο, ο φαρμακοποιός με κοίταζε καλά καλά. Με ρώτησε: «Για ποιόν τα θες τα φάρμακα αυτά;» και του είπα ότι τα ’θελα για έναν μοναχό. «Το ξέρετε, πάτερ», μου είπε, «ότι τα φάρμακα αυτά είναι πολύ βαριά και δεν τα δίνουμε χωρίς συνταγή;». Σκέφτηκα τότε ότι δεν θα είχε τα φάρμακα που ζητούσα και πήγα σ’ άλλο φαρμακείο, όπου μου είπαν ακριβώς τα ίδια. Όταν ρώτησα τι φάρμακα είναι επιτέλους αυτά που δεν μου τα δίνει κανείς, μου απάντησε ο φαρμακοποιός: «Πάτερ μου, αυτά δεν στα δίνω χωρίς συνταγή και χωρίς να γνωρίζω για ποιον προορίζονται γιατί είναι βαριά ψυχοφάρμακα...». Εκνευρίστηκα λοιπόν πολύ με τον μοναχό που με είχε στείλει...
Ο μοναχός Πορφύριος, στις 10 Νοεμβρίου 2002, μιλάει στον π. Κωνσταντίνο Στρατηγόπουλο, στην εκπομπή «Ραδιοπαράγκα», του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος για αρρωστημένες μορφές υπακοής στο Άγιον Όρος:
...Κάποια φορά ήμουνα σ’ ένα μοναστήρι και ήρθε ένας φοιτητής: «Πόσο θα καθίσεις εδώ;» «Δεκαπέντε μέρες». Πέρασαν δεκαπέντε μέρες και τον βάλανε βοηθό μου. Τον βλέπω μ’ ένα ζευγάρι παπούτσια καινούργια. Χμ! Μου μύρισε μπαρούτι. Λέω: «Εσύ είσαι αρραβωνιασμένος, θα πας, είσαι αυτό και το άλλο». Λέει: «Σκέφτηκα… θα καθίσω εδώ». Σήμερα είναι σχιζοφρενής! Και καυχάται το μοναστήρι, έχει 120 μοναχούς, 130, δεν ξέρω πόσους έχει, και οι 40 παίρνουν ψυχοφάρμακα, από την υπακοή… την κακή υπακοή! Και θα σας πω και κάτι άλλο προσωπικό...

...Εγώ αγόραζα (ψυχοφάρμακα) για 40 μοναχούς. Προσωπικά εγώ! Καταλάβατε; Αγόραζα εγώ όταν έβγαινα έξω, για 40 μοναχούς. Τώρα δεν ξέρω πόσοι έχουν γίνει, για τα ψυχοφάρμακα, που παίρνουν ψυχοφάρμακα....
Συνεπεία των παραπάνω, έχουν αυτοπυρποληθεί µοναχοί και, µάλιστα, την ηµέρα του Πάσχα. Οι αυ­τοκτονίες είναι συχνό φαινόµενο. Αυτό δεν βγαίνει έξω, δεν επεµβαίνει κανένας ανακριτής ή εισαγγελέας. Είναι αμφίβολο αν οι ίδιοι οι γονείς των παιδιών αυτών το ξέ­ρουν. Έχουν δικαίωµα ζωής και θανάτου πάνω στους νεαρούς που βρίσκονται εκεί, οι οποίοι συχνά, όπως συµβαίνει και στις φυλακές, περ­νάνε πάρα πολύ σοβαρές κρίσεις.