Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἄλκηστις (132-212)

ΧΟ. πάντα γὰρ ἤδη τετέλεσται βασιλεῦσι,
πάντων δὲ θεῶν ἐπὶ βωμοῖς
αἱμόρραντοι θυσίαι πλήρεις·
135 οὐδ᾽ ἔστι κακῶν ἄκος οὐδέν.
ἀλλ᾽ ἥδ᾽ ὀπαδῶν ἐκ δόμων τις ἔρχεται
δακρυρροοῦσα, τίνα τύχην ἀκούσομαι;
πενθεῖν μέν, εἴ τι δεσπόταισι τυγχάνει,
συγγνωστόν· εἰ δ᾽ ἔτ᾽ ἐστὶν ἔμψυχος γυνὴ
140 εἴτ᾽ οὖν ὄλωλεν εἰδέναι βουλοίμεθ᾽ ἄν.

ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
καὶ ζῶσαν εἰπεῖν καὶ θανοῦσαν ἔστι σοι.
ΧΟ. καὶ πῶς ἂν αὑτὸς κατθάνοι τε καὶ βλέποι;
ΘΕ. ἤδη προνωπής ἐστι καὶ ψυχορραγεῖ.
ΧΟ. ὦ τλῆμον, οἵας οἷος ὢν ἁμαρτάνεις.
145 ΘΕ. οὔπω τόδ᾽ οἶδε δεσπότης, πρὶν ἂν πάθῃ.
ΧΟ. ἐλπὶς μὲν οὐκέτ᾽ ἐστὶ σῴζεσθαι βίον;
ΘΕ. πεπρωμένη γὰρ ἡμέρα βιάζεται.
ΧΟ. οὔκουν ἐπ᾽ αὐτῇ πράσσεται τὰ πρόσφορα;
ΘΕ. κόσμος γ᾽ ἕτοιμος, ᾧ σφε συνθάψει πόσις.
150 ΧΟ. ἴστω νυν εὐκλεής γε κατθανουμένη
γυνή τ᾽ ἀρίστη τῶν ὑφ᾽ ἡλίῳ, μακρῷ.
ΘΕ. πῶς δ᾽ οὐκ ἀρίστη; τίς δ᾽ ἐναντιώσεται;
τί χρὴ γενέσθαι τὴν ὑπερβεβλημένην
γυναῖκα; πῶς δ᾽ ἂν μᾶλλον ἐνδείξαιτό τις
155 πόσιν προτιμῶσ᾽ ἢ θέλουσ᾽ ὑπερθανεῖν;
καὶ ταῦτα μὲν δὴ πᾶσ᾽ ἐπίσταται πόλις·
ἃ δ᾽ ἐν δόμοις ἔδρασε θαυμάσῃ κλύων.
ἐπεὶ γὰρ ᾔσθεθ᾽ ἡμέραν τὴν κυρίαν
ἥκουσαν, ὕδασι ποταμίοις λευκὸν χρόα
160 ἐλούσατ᾽, ἐκ δ᾽ ἑλοῦσα κεδρίνων δόμων
ἐσθῆτα κόσμον τ᾽ εὐπρεπῶς ἠσκήσατο,
καὶ στᾶσα πρόσθεν Ἑστίας κατηύξατο·
Δέσποιν᾽, ἐγὼ γὰρ ἔρχομαι κατὰ χθονός,
πανύστατόν σε προσπίτνουσ᾽ αἰτήσομαι,
165 τέκν᾽ ὀρφανεῦσαι τἀμά· καὶ τῷ μὲν φίλην
σύζευξον ἄλοχον, τῇ δὲ γενναῖον πόσιν.
μηδ᾽ ὥσπερ αὐτῶν ἡ τεκοῦσ᾽ ἀπόλλυμαι
θανεῖν ἀώρους παῖδας, ἀλλ᾽ εὐδαίμονας
ἐν γῇ πατρῴᾳ τερπνὸν ἐκπλῆσαι βίον.
170 πάντας δὲ βωμούς, οἳ κατ᾽ Ἀδμήτου δόμους,
προσῆλθε κἀξέστεψε καὶ προσηύξατο,
πτόρθων ἀποσχίζουσα μυρσίνης φόβην,
ἄκλαυστος ἀστένακτος, οὐδὲ τοὐπιὸν
κακὸν μεθίστη χρωτὸς εὐειδῆ φύσιν.
175 κἄπειτα θάλαμον εἰσπεσοῦσα καὶ λέχος,
ἐνταῦθα δὴ ᾽δάκρυσε καὶ λέγει τάδε·
Ὦ λέκτρον, ἔνθα παρθένει᾽ ἔλυσ᾽ ἐγὼ
κορεύματ᾽ ἐκ τοῦδ᾽ ἀνδρός, οὗ θνήσκω πέρι,
χαῖρ᾽· οὐ γὰρ ἐχθαίρω σ᾽· ἀπώλεσας δ᾽ ἐμὲ
180 μόνην· προδοῦναι γάρ σ᾽ ὀκνοῦσα καὶ πόσιν
θνήσκω. σὲ δ᾽ ἄλλη τις γυνὴ κεκτήσεται,
σώφρων μὲν οὐκ ἂν μᾶλλον, εὐτυχὴς δ᾽ ἴσως.
κυνεῖ δὲ προσπίτνουσα, πᾶν δὲ δέμνιον
ὀφθαλμοτέγκτῳ δεύεται πλημμυρίδι.
185 ἐπεὶ δὲ πολλῶν δακρύων εἶχεν κόρον,
στείχει προνωπὴς ἐκπεσοῦσα δεμνίων,
καὶ πολλὰ θαλάμων ἐξιοῦσ᾽ ἐπεστράφη
κἄρριψεν αὑτὴν αὖθις εἰς κοίτην πάλιν.
παῖδες δὲ πέπλων μητρὸς ἐξηρτημένοι
190 ἔκλαιον· ἣ δὲ λαμβάνουσ᾽ ἐς ἀγκάλας
ἠσπάζετ᾽ ἄλλοτ᾽ ἄλλον, ὡς θανουμένη.
πάντες δ᾽ ἔκλαιον οἰκέται κατὰ στέγας
δέσποιναν οἰκτείροντες. ἣ δὲ δεξιὰν
προύτειν᾽ ἑκάστῳ, κοὔτις ἦν οὕτω κακὸς
195 ὃν οὐ προσεῖπε καὶ προσερρήθη πάλιν.
τοιαῦτ᾽ ἐν οἴκοις ἐστὶν Ἀδμήτου κακά.
καὶ κατθανών τἂν ᾤλετ᾽, ἐκφυγὼν δ᾽ ἔχει
τοσοῦτον ἄλγος, οὗ ποτ᾽ — οὐ λελήσεται.
ΧΟ. ἦ που στενάζει τοισίδ᾽ Ἄδμητος κακοῖς,
200 ἐσθλῆς γυναικὸς εἰ στερηθῆναί σφε χρή;
ΘΕ. κλαίει γ᾽ ἄκοιτιν ἐν χεροῖν φίλην ἔχων,
καὶ μὴ προδοῦναι λίσσεται, τἀμήχανα
ζητῶν· φθίνει γὰρ καὶ μαραίνεται νόσῳ.
παρειμένη δέ, χειρὸς ἄθλιον βάρος.
205 ὅμως δὲ καίπερ σμικρὸν ἐμπνέουσ᾽ ἔτι
βλέψαι πρὸς αὐγὰς βούλεται τὰς ἡλίου
ὡς οὔποτ᾽ αὖθις, ἀλλὰ νῦν πανύστατον.
[ἀκτῖνα κύκλον θ᾽ ἡλίου προσόψεται.]
ἀλλ᾽ εἶμι καὶ σὴν ἀγγελῶ παρουσίαν·
210 οὐ γάρ τι πάντες εὖ φρονοῦσι κοιράνοις,
ὥστ᾽ ἐν κακοῖσιν εὐμενεῖς παρεστάναι·
σὺ δ᾽ εἶ παλαιὸς δεσπόταις ἐμοῖς φίλος.

***
Από το παλάτι βγαίνει, κλαμένη, μια θεράπαινα. Συνεχίζει ο κορυφαίος.
ΚΟΡ. Μα απ᾽ το παλάτι βγαίνει δακρυσμένη
μια βάγια· τί μου μέλλεται ν᾽ ακούσω;
Στη γυναίκα που βγήκε.
Νιώθω τη θλίψη σου, αν στ᾽ αφεντικά σου
κάτι κακό έχει γίνει· θέλουμε όμως
140 να ξέρουμε: Ζει ακόμα; Έχει τελειώσει;
Η ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
Ή το ᾽να ή τ᾽ άλλο πεις, δε θα ᾽ναι λάθος.
ΚΟΡ. Πώς; Ζωντανή μαζί και πεθαμένη;
ΘΕΡ. Ψυχομαχά, γερμένη χάμω. ΚΟΡ. Δόλιε!
Σκληρός χαμός για τη γενναία καρδιά σου.
ΘΕΡ. Ο αφέντης θα το νιώσει, σαν το πάθει.
ΚΟΡ. Και δεν υπάρχει ελπίδα να γλιτώσει;
ΘΕΡ. Η μοιρόγραφτη μέρα τη βαραίνει.
ΚΟΡ. Κι αυτά που πρέπει δεν της τα ετοιμάζουν;
ΘΕΡ. Όλα έτοιμα, όσα θα θαφτούν μαζί της.
150 ΚΟΡ. Πεθαίνει δοξασμένη· πάνω απ᾽ όλων
των γυναικών του κόσμου η αρετή της.
ΘΕΡ. Πώς όχι; Ποιός μπορεί να τ᾽ αρνηθεί;
Τέλεια γυναίκα ποιά θα πεις πως είναι;
Πώς μια θα δείξει πως τιμά τον άντρα
πιο φανερά παρά έτσι; Τη ζωή της
θυσιάζει για να σώσει τη δική του.
Σ᾽ όλους γνωστά είν᾽ αυτά, μα θα θαυμάσεις,
αν ακούσεις όσα έκαμε στο σπίτι.
Σαν ένιωσε πως έχει φτάσει η μέρα
που ᾽χε οριστεί, με ποταμίσιο πλένει
160 νερό τ᾽ άσπρο κορμί της· παίρνει ρούχα
και στολίδια απ᾽ τις κέδρινες κασέλες
και ντύνεται σεμνά· και πάει και στέκει
μπρος στην Εστία και τέτοια δέηση κάνει:
«Θεά μου, εγώ στον Άδη κατεβαίνω·
στερνή φορά προσπέφτοντας σ᾽ εσένα
να γνοιαστείς σε ικετεύω τα ορφανά μου·
στο γιο μου μια συντρόφισσα να δώσεις
που να τον αγαπά, και τίμιον άντρα
δώσε στη θυγατέρα μου· η ζωή τους
πρόωρα να μην κοπεί σαν τη δική μου,
της μάνας που τα γέννησε· ως το τέρμα
καλότυχα να ζήσουν τη ζωή τους
και με χαρά στην πατρική τους χώρα.»
170 Και σ᾽ όλους τους βωμούς μες στο παλάτι
πήγε και προσευχήθηκε· κλωνάρια
χωρίζοντας μυρτιάς, τους στόλισε όλους,
χωρίς ν᾽ αναστενάξει ή να θρηνήσει·
το κακό που την πρόσμενε καθόλου
δεν άλλαξε την όμορφή της όψη.
Στο θάλαμο σα γύρισε μονάχα
κι έπεσε στο κρεβάτι της, τα δάκρυα
τότε την πήραν και είπε: «Κλίνη, ω κλίνη,
όπου τη ζώνη μου έλυσα για κείνον
που και τώρα για χάρη του πεθαίνω,
σ᾽ αφήνω γεια· δε σε μισώ· εγώ μόνο
180 χάνομαι· δεν το βάσταξε η καρδιά μου
τον άντρα μου κι εσένα να προδώσω,
κι έτσι πεθαίνω. Εσένα τώρα μια άλλη
θα σε ορίζει· πιο ενάρετη από μένα
βέβαια ποτέ, μα πιο καλότυχη ίσως.»
Πέφτει, φιλεί το στρώμα, και η πλημμύρα
από τα δυο της μάτια το ᾽βρεξε όλο.
Σα χόρτασε τα δάκρυα, κατεβαίνει,
σκυμμένη, απ᾽ το κρεβάτι, τριγυρίζει
το σπίτι, και στο θάλαμο γυρνώντας
έπεσε πάλι πάνω στα στρωσίδια.
Τα παιδιά της, πιασμένα από τους πέπλους
190 της μάνας, έκλαιαν· μες στην αγκαλιά της
τα ᾽σφιγγε εκείνη, και σα μελλοθάνατη
φιλούσε πότε το ένα πότε το άλλο.
Πονώντας την κυρά τους όλοι οι δούλοι
έκλαιαν στο σπίτι μέσα. Και η καημένη
τους έδινε το χέρι, σε έναν ένα·
είπε «έχε γεια» κι ως στο μικρότερό τους,
κι όλοι της είπαν «στο καλό». Νά, ποιές
οι συμφορές μες στου Άδμητου το σπίτι.
Αν είχε αυτός πεθάνει, θα χανόταν·
τώρα που ξέφυγε, έχει τέτοιον πόνο,
που δε θα τον ξεχάσει όσο κι αν ζήσει.
ΚΟΡ. Βέβαια θα κλαίει αυτός και θα βογκάει,
200 που χάνει τόσο ενάρετη γυναίκα.
ΘΕΡ. Στην αγκαλιά κρατώντας τη θρηνεί,
«μη μ᾽ αφήσεις» της λέει, κι όλο ικετεύει
ζητώντας τ᾽ ακατόρθωτα· η αρρώστια
τη μαραίνει, τη λιώνει· αποσωμένη,
θλιβερό βάρος των χεριών, ωστόσο,
με τη λίγη πνοή που πια της μένει,
θέλει για μια φορά, την τελευταία,
να βγει, τη λάμψη του ήλιου ν᾽ αντικρίσει.
Θα πάω τον ερχομό σου ν᾽ αναγγείλω·
των βασιλιάδων δεν είν᾽ όλοι φίλοι,
210 έτσι, που αν τους χτυπήσει δυστυχία,
να συμπαρασταθούνε με συμπάθεια·
μα εσύ ᾽σαι παλιός φίλος του δικού μας.
Μπαίνει στο παλάτι.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΜΥΡΤΙΛΟΣ

ΜΥΡΤΙΛΟΣ
(αστερισμός)
 
Ο Μυρτίλος ήταν γιος του θεού Ερμή και της Φαέθουσας, κόρης του Δαναού, ή της Κλυμένης. Ως ηνίοχος του Οινόμαου, προετοίμαζε το άρμα για τις αρματοδρομίες στις οποίες ο βασιλιάς κέρδιζε τους επίδοξους μνηστήρες της κόρης του Ιπποδάμειας χάρη στα ιερά άλογα που του είχε χαρίσει ο πατέρας του Άρης. Επρόκειτο για ένα γαμήλιο διαγωνισμό διεκδίκησης της νύφης, όπως συνηθιζόταν, που όμως είχε ξεφύγει από τα ελεγχόμενα πλαίσια αγώνων ανάμεσα σε μνηστήρες. Και αυτό γιατί ο Οινόμαος δεν ήθελε στην πραγματικότητα κανένα γάμο για την κόρη του, είτε γιατί ήταν κρυφά ερωτευμένος μαζί της είτε γιατί χρησμός του είχε αποκαλύψει ότι θα πέθαινε από το χέρι του γαμπρού του· ήδη είχε σκοτώσει δώδεκα μνηστήρες, τα κεφάλια των οποίων «κοσμούσαν» την είσοδο του παλατιού.
 
Ο Μυρτίλος πρόδωσε τον κύριό του προς όφελος του μνηστήρα Πέλοπα αντικαθιστώντας τα ορειχάλκινα καρφιά ή τη σφήνα στον άξονα του εμπρόσθιου τροχού του άρματος του βασιλιά με κέρινα· κατά άλλους τα αφαίρεσε εξ ολοκλήρου. Και τον πρόδωσε είτε γιατί ο Πέλοπας του υποσχέθηκε το μισό βασίλειο ή την Ιπποδάμεια για μια νύχτα, αν τον βοηθούσε να νικήσει στην αρματοδρομία, είτε γιατί ο ίδιος ήταν κρυφά ερωτευμένος με την Ιπποδάμεια. Μόλις ξεκίνησε ο αγώνας, το τέθριππο του Οινόμαου αναποδογύρισε και ο βασιλιάς σκοτώθηκε. Μετά τη νίκη του και την αρπαγή της Ιπποδάμειας ο Πέλοπας γκρέμισε τον Μυρτίλο στη θάλασσα· έτσι, σύμφωνα με μια εκδοχή, ονομάστηκε το Μυρτώο πέλαγος στα νότια παράλια της Αττικής.
 
Πέφτοντας ο Μυρτίλος πρόλαβε και καταράστηκε τον Πέλοπα και τους απογόνους του. Και αν και ο Πέλοπας έκτισε ναό προς τιμή του Ερμή προκειμένου να αποφύγει την οργή του θεού από τον φόνο του γιου του, ωστόσο λέγεται ότι εδώ, σε αυτή την κατάρα, βρίσκεται η απαρχή των δεινών της γενιάς του, ιδίως στους Ατρείδες.
 
Μετά τον θάνατο του Μυρτίλου, ο Ερμής τίμησε τον γιο του υψώνοντάς τον στον ουρανό ως τον αστερισμό του Ηνιόχου*. Κατ' άλλους, το σώμα του βρέθηκε και τοποθετήθηκε στον ναό του Ερμή, όπου και το τιμούσαν με ετήσιες θυσίες. Το σημείο ταφής του στην Ολυμπία ήταν γνωστό ως ταράξιππος, καθώς στο σημείο εκείνο τα άλογα που περνούσαν πανικοβάλλονταν, όπως είχαν πανικοβληθεί τα άλογα του Οινόμαου, όταν το άρμα του αναποδογύρισε στον αγώνα με τον Πέλοπα.
 
Κατά άλλους, ο αστερισμός του Ηνιόχου είναι ο Εριχθόνιος.
---------------------------------
*Αστερισμός του Ηνιόχου
 
Τοῦτον λέγουσιν ὅτι ὁ Ζεὺς ἰδὼν πρῶτον ἐν ἀνθρώποις ἅρμα ζεύξαντα [ἵππων], ὅς ἐστιν Ἐριχθόνιος ἐξ Ἡφαίστου καὶ Γῆς γενόμενος, καὶ θαυμάσας ὅτι τῇ τοῦ Ἡλίου ἀντίμιμον ἐποιήσατο διφρείαν ὑποζεύξας ἵππους λευκοὺς <ἀνήγαγεν εἰς τὰ ἄστρα>· πρῶτόν τε ᾿Αθηνᾷ πομπὴν ἤγαγεν ἐν ἀκροπόλει καὶ ἐποιήσατο πρὸς τούτοις ἐπιφανῆ τὴν θυσίαν αὐτῆς <τὸ ξόανον> σεμνύνων. λέγει δὲ καὶ Εὐριπίδης περὶ τῆς γενέσεως αὐτοῦ τὸν τρόπον τοῦτον· Ἣφαιστον ἐρασθέντα Ἀθηνᾶς βούλεσθαι αὐτῇ μιγῆναι, τῆς δὲ ἀποστρεφομένης καὶ τὴν παρθενίαν μᾶλλον αἱρουμένης ἔν τινι τόπῳ τῆς Ἀττικῆς κρύπτεσθαι, ὃν λέγουσι καὶ ἀπ' ἐκείνου προσαγορευθῆναι Ἡφαιστεῖον· ὃς δόξας αὐτὴν κρατήσειν καὶ ἐπιθέμενος πληγεὶς ὑπ' αὐτῆς τῷ δόρατι ἀφῆκε τὴν ἐπιθυμίαν, φερομένης εἰς τὴν γῆν τῆς σπορᾶς· ἐξ ἧς γεγενῆσθαι λέγουσι παῖδα, ὃς ἐκ τούτου Ἐριχθόνιος ἐκλήθη, καὶ αὐξηθεὶς τοῦθ' εὗρε καὶ ἐθαυμάσθη ἀγωνιστὴς γενόμενος· ἤγαγε δ' ἐπιμελῶς τὰ Παναθήναια καὶ ἅρμα ἡνιόχει ἔχων παραβάτην ἀσπίδιον ἔχοντα καὶ τριλοφίαν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς· ἀπ' ἐκείνου δὲ κατὰ μίμησιν ὁ καλούμενος ἀποβάτης.
 
Ἐσχημάτισται δ' ἐν τούτῳ ἡ Αἲξ καὶ οἱ Ἒριφοι. Μουσαῖος γάρ φησι Δία γεννώμενον ἐγχειρισθῆναι ὑπὸ Ῥέας Θέμιδι, Θέμιν δὲ Ἀμαλθείᾳ δοῦναι τὸ βρέφος, τὴν δὲ ἔχουσαν αἶγα ὑποθεῖναι, τὴν δ' ἐκθρέψαι Δία· τὴν δὲ Αἶγα εἶναι Ἡλίου θυγατέρα φοβερὰν οὕτως ὥστε τοὺς κατὰ Κρόνον Θεούς, βδελυττομένους τὴν μορφὴν τῆς παιδός, ἀξιῶσαι <τὴν> Γῆν κρύψαι αὐτὴν ἔν τινι τῶν κατὰ Κρήτην ἄντρων· καὶ ἀποκρυψαμένην ἐπιμέλειαν αὐτῆς τῇ Ἀμαλθείᾳ ἐγχειρίσαι, τὴν δὲ τῷ ἐκείνης γάλακτι τὸν Δία ἐκθρέψαι· ἐλθόντος δὲ τοῦ παιδὸς εἰς ἡλικίαν καὶ μέλλοντος Τιτᾶσι πολεμεῖν, οὐκ ἔχοντος δὲ ὅπλα, θεσπισθῆναι αὐτῷ τῆς αἰγὸς τῇ δορᾷ ὅπλῳ χρήσασθαι διά τε τὸ ἄτρωτον αὐτῆς καὶ φοβερὸν καὶ διὰ τὸ εἰς μέσην τὴν ῥάχιν Γοργόνος πρόσωπον ἔχειν· ποιήσαντος δὲ ταῦτα τοῦ Διὸς καὶ τῇ τέχνῃ φανέντος διπλασίονος, τὰ ὀστᾶ δὲ τῆς αἰγὸς καλύψαντος ἄλλῃ δορᾷ καὶ ἔμψυχον αὐτὴν καὶ ἀθάνατον κατασκευάσαντος, αὐτὴν μέν φασιν ἄστρον οὐράνιον [κατασκευάσαι]
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,13

Ο Αριστοτέλης, η μεγαλοπρέπεια, η νέμεσις, η αξιοπρέπεια, η αιδώς, η χαριτολογία και η ειλικρίνεια ως ζητήματα της κοινωνίας

Συνεχίζοντας τη διερεύνηση των εννοιών που αποδίδουν ηθικό περιεχόμενο στην ανθρώπινη συμπεριφορά ο Αριστοτέλης θα αναφερθεί στη μεγαλοπρέπεια: «Η μεγαλοπρέπεια είναι μεσότητα ανάμεσα στην ξιπασιά και τη μικροπρέπεια· και έχει να κάνει με δαπάνες που σχετίζονται με το πρεπούμενο» (1192a 26.1 και 1192b 26.1).
 
Η διαχείριση του χρήματος που ξεπερνά τα όρια της μεσότητας αντιβαίνοντας το πρέπον αποδίδει ηθικούς χαρακτηρισμούς καταδεικνύοντας την επίδειξη, που εκλαμβάνεται ως ξιπασιά: «Όποιος, λοιπόν, δαπανά χρήματα εκεί που δεν πρέπει, είναι ξιπασμένος· παράδειγμα: αν κάποιος κάνει το τραπέζι σε φίλους του συνδαιτυμόνες σαν να είχε γάμο και σαν να ήταν αυτοί οι καλεσμένοι του, τούτος είναι ξιπασμένος (με άλλα λόγια, ο ξιπασμένος έχει την τάση να επιδεικνύει τα λεφτά του σε λάθος ώρα)» (1192b 26.1).

Από την άλλη, η έλλειψη θα καταδείξει τον μικροπρεπή: «Ο μικροπρεπής κάνει τα αντίθετα: θα προβεί σε μικρή δαπάνη εκεί που πρέπει όντως να ξοδέψει χρήματα· ενδέχεται αυτός είτε να μην αναλάβει απολύτως κανένα έξοδο (π.χ. σε ένα γάμο ή σε μια χορηγία) είτε να μην το αναλάβει όπως ταιριάζει αλλά σαν να του έλειπαν λεφτά· τούτος είναι ο μικροπρεπής» (1192b 26.2).
 
Ο μικροπρεπής είναι ο άνθρωπος που λυπάται όταν ξοδεύει, ακόμη και στις περιπτώσεις που αξίζει να ξοδέψει κανείς. Αντλεί ευχαρίστηση από τη συλλογή του χρήματος αντιμετωπίζοντάς το σαν τελικό σκοπό κι όχι ως μέσο για την κατάκτηση της ευτυχίας. Η ηδονή που προσφέρεται από την ίδια την κατοχή του χρήματος αποτελεί διαστρέβλωση, αφού όλες οι αληθινές χαρές εν τέλει προξενούν λύπη, εκλαμβανόμενες ως αφορμές για σπατάλη.
 
Στην ουσία ο μικροπρεπής εκδηλώνει τα συναισθήματά του περισσότερο προς το χρήμα και λιγότερο προς τους ανθρώπους. Κι αυτός είναι ο λόγος που προτιμά την αποστασιοποίηση. Οι πολλές κοινωνικές επαφές επιφέρουν και υποχρεώσεις· και οι κοινωνικές υποχρεώσεις μεταφράζονται σε έξοδα. Όσο λιγότερες τόσο το καλύτερο.
 
Θα έλεγε κανείς ότι η πιο ακραία μορφή μικροπρέπειας θα σηματοδοτούσε την πλήρη απομόνωση, δηλαδή την πλήρη συναισθηματική περιχαράκωση μετατρέποντας την αποταμίευση σε νόημα ύπαρξης. Μια τέτοια εκδοχή ευτυχίας δεν μπορεί παρά να εκληφθεί ως στρέβλωση της ψυχής που έχει χάσει τον προσανατολισμό της. Οι άνθρωποι αυτού του είδους πριν από όλα είναι αξιολύπητοι.
 
Η μεγαλοπρέπεια είναι ο μοναδικός δρόμος της ισορροπίας που καταδεικνύει τη σωστή, δηλαδή την ενάρετη, συμπεριφορά: «η μεγαλοπρέπεια και από το όνομά της φαίνεται ότι είναι πάνω-κάτω αυτό που λέμε· εφόσον αναφέρεται σε μεγάλη δαπάνη κατά την πρεπούμενη στιγμή, καλώς έχει το όνομα μεγαλοπρέπεια. Άρα η μεγαλοπρέπεια, η οποία γίνεται αντικείμενο επιδοκιμασίας, είναι ένα είδος μεσότητας, αυτής που βρίσκεται ανάμεσα στην έλλειψη και την υπερβολή τη σχετική με τις χρηματικές δαπάνες, ειδικότερα με τις πρέπουσες δαπάνες για πράγματα για τα οποία πρέπει κανείς να βάλει το χέρι στην τσέπη» (1192b 26.3).
 
Κι αν η μεγαλοπρέπεια σχετίζεται με τη διαχείριση του χρήματος, η νέμεσις έχει να κάνει με το φθόνο και τη χαιρεκακία: «Η νέμεσις είναι η μεσότητα ανάμεσα στη φθονερή διάθεση και την επιχαιρεκακία· τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη επικρίνονται και αποδοκιμάζονται, ενώ ο άνθρωπος που εκδηλώνει την νέμεσιν επαινείται» (1192b 27.1).

Και θα δοθούν εξηγήσεις: «Η νέμεσις είναι μια μορφή στενοχώριας· εκείνη η στενοχώρια η οποία έχει να κάνει με τα αγαθά που ανήκουν σε κάποιον χωρίς να το αξίζει. Ο άνθρωπος, λοιπόν, που εκδηλώνει την νέμεσιν στενοχωριέται γι’ αυτά τα ανάξια αγαθά. Ο ίδιος άνθρωπος, βέβαια, πάλι θα στενοχωρηθεί, αν τυχόν δει κάποιον να δυστυχεί χωρίς επίσης να το αξίζει» (1192b 27.1).
 
Η νέμεση αφορά την καταδίκη της αναξιοκρατίας. Ο κάτοχός της δε θέλει ούτε ο ίδιος να απολαμβάνει αγαθά ή τιμές που δεν αξίζει ούτε, όμως, και οι άλλοι. Αυτό που επιθυμεί είναι η ανταμοιβή του καθενός σύμφωνα με την αξία του. Γι’ αυτό και θα χαρεί με τις επιτυχίες του άξιου αναγνωρίζοντας το δίκιο της ανταμοιβής του.
 
Στον αντίποδα αυτού στέκει ο φθονερός: «Ο φθονερός θα νιώσει στενοχώρια έτσι κι αλλιώς, είτε ο άλλος αξίζει την ευτυχία είτε όχι. Και κατά τον ίδιο τρόπο ο επιχαιρέκακος θα χαρεί με τη δυστυχία, είτε ο άλλος την αξίζει είτε όχι. Όμως ο άνθρωπος που εκδηλώνει την νέμεσιν δεν είναι τέτοιος, αλλά βρίσκεται στο μέσον, ανάμεσα στη φθονερή διάθεση και την επιχαιρεκακία» (1192b 27.2
 
Ο φθονερός δεν ανέχεται την επιτυχία του άλλου. Η έννοια της αξίας του είναι αδιάφορη. Αυτό που προέχει είναι η ανταγωνιστικότητά που επιδεικνύει σε όλες τις περιπτώσεις. Σε τελική ανάλυση, η προκοπή των άλλων τον στενοχωρεί επειδή νιώθει ότι τον ξεπερνούν.
 
Για τον φθονερό οι σχέσεις είναι επιτρεπτές μόνο με την προϋπόθεση ότι ο ίδιος νιώθει υπεροχή. Αν νιώσει κατώτερος γίνεται έξαλλος. Γι’ αυτό και οι επιτυχίες των άλλων τον αρρωσταίνουν. Είναι πρόθυμος να πει τις μεγαλύτερες κακοήθειες προκειμένου να τις μειώσει. Στην ουσία δεν είναι ευχαριστημένος με τον εαυτό του. Κι αυτός είναι ο λόγος που αδυνατεί να κατακτήσει την ολοκληρωμένη μορφή της φιλίας. Όσο πιο γνώριμο το πρόσωπο που πετυχαίνει τόσο πιο μεγάλη η οδύνη του.
 
Αυτό όμως δε σημαίνει ότι θέλει και το κακό τους. Ο φθονερός είναι σε θέση να λυπηθεί πραγματικά με τις δυστυχίες του άλλου και να του συμπαρασταθεί με αληθινή εγκαρδιότητα, αφού η ξένη δυστυχία θα του τονώσει το αίσθημα της ανωτερότητας διευθετώντας τις σχέσεις στο πλαίσιο που επιθυμεί. Τα προβλήματα θα ξεκινήσουν αν ο δυστυχής ανακάμψει και σημειώσει επιτυχίες που θα καταστήσουν τον φθονερό ευάλωτο κλονίζοντας την αίσθηση της υπεροχής του.

Η συμφορά των άλλων είναι η χαρά του χαιρέκακου. Η χαιρεκακία σε σχέση με το φθόνο είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, καθώς και ο χαιρέκακος αντλεί χαρά από την αίσθηση της υπεροχής. Η διαφορά είναι ότι η υπεροχή του τονώνεται από τη δυστυχία των άλλων, που εκλαμβάνεται ως δική του επιτυχία με τη σκέψη ότι κατάφερε να αποφύγει τέτοιου είδους καταστάσεις.
 
Στην ουσία ο χαιρέκακος έχει ακόμη χαμηλότερη αυτοεκτίμηση από το φθονερό και γι’ αυτό δεν ασχολείται με τις επιτυχίες των άλλων. Του είναι αδιάφορες ως κάτι ολοκληρωτικά ξένο. Οι συμφορές είναι το αγαπημένο του πεδίο. Τον ευχαριστούν γιατί αποδεικνύουν ότι ακόμη και οι καλύτεροί του είναι ευάλωτοι κι ενδέχεται να δυστυχήσουν. Γι’ αυτό και είναι επίσης αδιάφορος στο ζήτημα της αξίας. Η συμφορά του άλλου είναι επιθυμητή είτε την αξίζει είτε όχι. Αυτό που προέχει είναι να βρίσκει ικανοποίηση το αίσθημα της ατομικής υπεροχής.
 
Σε σχέση με τις κοινωνικές συναναστροφές η σοβαρότητα-αξιοπρέπεια προτείνεται ως ιδανικό μέσον ανάμεσα στην αυθάδεια και την αρεσκεία: «Η σοβαρότητα-αξιοπρέπεια βρίσκεται στο μέσον, ανάμεσα στην αυθάδεια-αλαζονεία και την αρεσκεία, και έχει να κάνει με τις κοινωνικές συναναστροφές. Ο αυθάδης-αλαζών, δηλαδή, έχει τέτοιο χαρακτήρα που δε θέλει ούτε να συναντήσει κανέναν ούτε να αλλάξει καμιά κουβέντα (αλλά βέβαια το όνομα “αυθάδης” μοιάζει να βγαίνει από τον τρόπο του: διότι ο αυθάδης είναι αυτοάδης, δηλαδή “αυτός που του αρέσει ο εαυτός του)”· από την άλλη ο αρεσιάρης έχει τέτοιο χαρακτήρα που κάνει παρέα με τους πάντες και σε κάθε περίπτωση και με κάθε τρόπο» (1192b 28.1).
 
Για να συμπληρωθεί αμέσως: «Ούτε ο αυθάδης-αλαζών ούτε και ο αρεσιάρης κερδίζουν τον έπαινό μας, ενώ ακριβώς ο σοβαρός-αξιοπρεπής, που βρίσκεται στον μέσον τους, επαινείται· διότι δε συναναστρέφεται με τους πάντες αλλά μόνο με όσους το αξίζουν, ούτε όμως αποφεύγει και τους πάντες· κάνει παρέα μόνο με αυτούς που αξίζουν την παρέα του» (1192b 28.2).
 
Το δεδομένο ότι οι κοινωνικές συναναστροφές είναι κάτι θετικό, αφού από τη φύση του ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον, αποκλείει τον αυθάδη που από θέση αρχής θεωρεί τον εαυτό του κέντρο του κόσμου. Ο αδιαπραγμάτευτος εγωισμός τον καθιστά απρόθυμο στις συναναστροφές, οι οποίες (όποιες τυχόν υπάρχουν) εκλαμβάνονται περισσότερο ως πεδίο ατομικής ανάδειξης.
 
Ο αυθάδης έχει πάντα δίκιο, γνωρίζει όλες τις απαντήσεις και οι άλλοι το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να τον ακούν. Αν δεν το κάνουν, ο αυθάδης γίνεται προσβλητικός, καθώς η ομήγυρη κρίνεται ανάξια της προσωπικότητάς του. Πρόκειται για την υπερβολή στο ζήτημα της αγάπης του εαυτού, που υπερβαίνοντας τα όρια της μεσότητας δυσκολεύει (έως ακυρώνει) την κοινωνικοποίηση.
 
Από την άλλη, ο αρεσιάρης ως άτομο χαμηλής αυτοεκτίμησης και ετεροκαθοριζόμενο αναζητά την αποδοχή της ομήγυρης ως τόνωση του εαυτού. Η ποιότητα της συναναστροφής και των ανθρώπων που την πλαισιώνουν του είναι αδιάφορη. Αυτό που προέχει είναι η ένταξη, δηλαδή η αίσθηση της θετικής ανταπόκρισης των άλλων.
 
Ο αρεσιάρης μπορεί να παρασυρθεί σε ευτελείς πράξεις, αν νιώσει ότι θα εισπράξει αποδοχή. Αυτού του είδους οι άνθρωποι στερούνται προσωπικότητας. Στην ουσία την εναποθέτουν στην ομήγυρη. Συνήθως δε χαίρουν εκτίμησης. Γι’ αυτό και συχνά αλλάζουν οι συναναστροφές τους.

Το πρόσωπο που κερδίζει την εκτίμηση είναι ο αξιοπρεπής-σοβαρός, αφού ξέρει να κινείται στη μεσότητα. Μπορεί να γίνει αποδεκτός, χωρίς να μετατρέπεται σε έρμαιο και ταυτόχρονα σέβεται τους άλλους, ενώ έχει ισχυρή προσωπικότητα. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί παρά να κατέχει και την αιδώ αποφεύγοντας τόσο την αναισχυντία όσο και την κατάπληξη: «Η αιδώς είναι η μεσότητα ανάμεσα στην αναισχυντία και την κατάπληξιν, και έχει να κάνει με πράξεις και λόγους» (1193a 29.1).
 
Οι εξηγήσεις κρίνονται απαραίτητες: «Αναίσχυντος είναι όποιος λέει και πράττει ό,τι του έρθει στο μυαλό, και τούτο σε κάθε περίσταση και προς κάθε πρόσωπο. Αντίθετός του είναι αυτός που τα χάνει τελείως από ντροπή: όποιος φοβάται και να πράξει και να πει τα πάντα (ένας τέτοιος άνθρωπος μένει τελείως άπρακτος)» (1193a 29.1).
 
Είναι φανερό ότι η αναισχυντία συγγενεύει με την αυθάδεια, ενώ η κατάπληξη με την αρεσκεία. Η αιδώς καταδεικνύει τη σοβαρότητα και την αξιοπρέπεια της ολοκληρωμένης προσωπικότητας, που ξέρει πώς πρέπει να συμπεριφερθεί χωρίς να ξεπερνά τα όρια ούτε προς την υπερβολή ούτε προς την έλλειψη: «… η αιδώς είναι μια μορφή μεσότητας, και ο αιδήμων βρίσκεται στο μέσον, ανάμεσα στον αναίσχυντο και εκείνον που τα χάνει τελείως από την ντροπή του. Διότι ο αιδήμων ούτε θα πει και θα πράξει τα πάντα και με οποιοδήποτε τρόπο, όπως κάνει ο αναίσχυντος, ούτε θα φανεί διστακτικός σε κάθε περίπτωση και με κάθε τρόπο, αλλά θα πράξει και θα πει και στην περίπτωση που πρέπει, και αυτά που πρέπει, και την ώρα που πρέπει» (1193a 29.2).
 
Με τον ίδιο τρόπο της μεσότητας θα διαχωριστεί και η χαριτολογία από το καραγκιοζλίκι και τη χωριατιά: «Η χαριτολογία είναι η μεσότητα ανάμεσα στο “καραγκιοζλίκι” και τη “χωριατιά”, και έχει να κάνει με τα σκώμματα. “Καραγκιόζης” είναι αυτός που φαντάζεται ότι πρέπει να σκώπτει τους πάντες και τα πάντα, ενώ ο “χωριάτης” δε θέλει ούτε να σκώπτει ούτε να σκώπτεται, αλλά οργίζεται με τα σκώμματα» (1193 30.1).

Το χιούμορ είναι απολύτως επιθυμητό με την προϋπόθεση ότι είναι εύστοχο. Το καραγκιοζλίκι δεν είναι χιούμορ και οι άνθρωποι που επιδίδονται σε αυτό δεν είναι χαριτολόγοι. Ομοίως, χαριτολόγοι δεν είναι και οι χωριάτες, που αδυνατούν να καταλάβουν την αξία του πετυχημένου αστείου ταυτίζοντάς το με την προσβολή.
 
Οι χωριάτες αρέσκονται να παριστάνουν τους σοβαρούς. Στην ουσία συγχέουν τη σοβαρότητα με τη σοβαροφάνεια. Το χιούμορ τους κάνει να αισθάνονται άβολα. Τους βγάζει από τα νερά τους. Η ακαμψία του αυστηρού ύφους τους έρχεται πιο βολική.
 
Ο αληθινά σοβαρός δεν έχει καμία σχέση με τους χωριάτες (ούτε βέβαια και με τους καραγκιόζηδες). Η σοβαρότητα έχει να κάνει με τη μεσότητα, που εκφράζει η χαριτολογία: «ο χαριτολόγος βρίσκεται στο μέσον τους: δε σκώπτει τους πάντες και τα πάντα, ούτε πάλι είναι “χωριάτης”. Και υπάρχουν τρόπον τινά δύο τύποι χαριτολόγου: χαριτολόγος είναι και αυτός που θα κάνει το χαριτωμένο πείραγμά του αλλά και αυτός που θα το δεχτεί. Έτσι περίπου είναι η χαριτολογία» (1193a 30.2).
 
Αυτό που μένει είναι ο καθορισμός της φιλικής διάθεσης: «Η ειλικρινής φιλική διάθεση είναι μεσότητα ανάμεσα στην κολακεία και την εχθρότητα, και έχει να κάνει με πράξεις και λόγους. Κόλακας είναι αυτός που προσθέτει περισσότερα επαινετικά από όσα αρμόζουν και όντως υπάρχουν, ενώ ο εχθρικός έχει μίσος και αφαιρεί και τα πράγματι υπαρκτά» (1193a 31.1).
 
Ούτε η εχθρότητα ούτε η κολακεία μπορούν να θεωρηθούν αξιέπαινες. Η εχθρότητα είναι μορφή αδικίας, αφού προσπαθεί να μειώσει την προσπάθεια του άλλου κινούμενη από το φθόνο ή την αναίδεια. Ο εχθρικός δεν μπορεί παρά να είναι εμπαθής. Αυτοί οι άνθρωποι αρέσκονται να κατακρίνουν. Αισθάνονται καλύτερα. Στην ουσία προστατεύουν τον εαυτό τους. Απαλλάσσονται από την αίσθηση της κατωτερότητας. Προτιμούν να υποτιμούν αυτά που δεν μπορούν να φτάσουν.
 
Όσο για τον κόλακα, είναι προφανές ότι κρύβει ιδιοτέλεια. Προτιμά να κολακεύει για να γίνει αρεστός. Οι συμπάθειες που κερδίζει μπορεί να του χρειαστούν. Ο κόλακας ξέρει να εκμεταλλεύεται τις καταστάσεις. Το δυνατό του σημείο είναι να λέει αυτά ακριβώς που οι άλλοι θέλουν να ακούσουν. Είναι διατεθειμένος να πει οτιδήποτε στους ανθρώπους που πρέπει. Η κολακεία είναι μέθοδος αναρρίχησης. Εκτός αν πρόκειται για κάποιον αρεσιάρη που αποβλέπει μονάχα στη συμπάθεια. Όμως, ακόμη και αυτός, εν τέλει, είναι ιδιοτελής με τον τρόπο του.
 
Μονάχα ο ειλικρινά φιλικός πραγματώνει την αρετή. Κι αυτό γιατί κινείται στο μέσο: «Διότι ούτε θα προσθέσει περισσότερα από όσα υπάρχουν, ούτε θα επαινέσει αυτά που δεν αρμόζει να επαινέσει, ούτε επίσης θα σε μειώσει, και γενικώς δε θα σου αντιταχθεί παρά μόνο αν το πιστεύει» (1193a 31.2).
 
Κατόπιν αυτών ο καθορισμός της ειλικρίνειας είναι απολύτως αναμενόμενος: «Βρίσκεται μεταξύ της κρυψίνοιας και της καυχησιάς, και έχει βέβαια να κάνει με λόγους, πλην όμως όχι κάθε είδους λόγους. Καυχησιάρης είναι αυτός που προσποιείται ότι έχει περισσότερα από όσα στην πραγματικότητα, ή ότι γνωρίζει περισσότερα από όσα γνωρίζει· ο κρυψίνους βρίσκεται στον αντίποδα του καυχησιάρη και προσποιείται ότι έχει λιγότερα από όσα στην πραγματικότητα, και δεν αποκαλύπτει αυτά που ξέρει, αλλά συγκαλύπτει τη γνώση του. Ο ειλικρινής δεν πρόκειται να κάνει τίποτα από αυτά τα δύο· δε θα προσποιηθεί πως έχει ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα, αλλά θα κάνει λόγο γι’ αυτά που όντως έχει και για όσα όντως γνωρίζει» (1193a 32.1-32.2).
 
Ο ενάρετος άνθρωπος είναι αυτός που σε κάθε περίπτωση ξέρει να διατηρεί τις ισορροπίες επιλέγοντας πάντα το μέσο. Το ίδιο κάνει και ο μεγαλοπρεπής και ο αξιοπρεπής και ο χαριτολόγος και ο ειλικρινής και ο ανδρείος και ο μεγαλόψυχος και ο ανεξάρτητος και ο πράος και κάθε άνθρωπος που εκπροσωπεί την αρετή.
 
Όμως, η αρετή δεν αφορά μονάχα την ισορροπία της ψυχής που θα οδηγήσει στην ευτυχία ως εξασφάλιση της γαλήνης του εαυτού, αλλά και την εναρμόνιση με τους άλλους – γεγονός που θα ολοκληρώσει την ατομική ευτυχία δίνοντας τις απαραίτητες κοινωνικές διαστάσεις, καθώς ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον, δηλαδή ον που νιώθει πληρότητα μονάχα όταν συναναστρέφεται με άλλους ανθρώπους.
 
Η κοινωνική διάσταση της αρετής είναι αδύνατο να τεθεί ως κάτι αποκομμένο από τη συνολικότερη ευρυθμία της πόλης. Με άλλα λόγια, ο ενάρετος άνθρωπος είναι εκείνος που μέσω της μεσότητας θα συμβάλει θετικά στην κοινωνική ομαλότητα προασπίζοντας όλες τις αξίες που την ενισχύουν.
 
Δεν είναι τυχαίο που και ο εχθρικός και ο κόλακας και ο χαιρέκακος και ο φθονερός αδιαφορούν για την αξία προτάσσοντας την απατηλή χαρά της στρέβλωσης που έχει να κάνει με την υπερβολή και την έλλειψη στις επιλογές τους. Ούτε είναι τυχαίο που και ο θρασύς και ο αυθάδης και ο αναίσχυντος (ακόμη και ο χωριάτης) επιδιώκουν να στρεβλώσουν τις έννοιες παριστάνοντας ότι αυτοί εκπροσωπούν τη μεσότητα προκειμένου να πείσουν ότι συμπεριφέρονται σωστά.
 
Και βέβαια, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι όλες οι περιπτώσεις πραγμάτωσης της αρετής συνοδεύονται από τον έπαινο, γεγονός τόσο σημαντικό, που ο Αριστοτέλης κρίνει σκόπιμο να το επαναλάβει: «Αν τούτες είναι ή δεν είναι αρετές, άλλη συζήτηση· πάντως είναι φανερό ότι πρόκειται για μεσότητες ανάμεσα στα προαναφερθέντα. Και όσοι ζούνε σύμφωνα με αυτές κερδίζουν τον έπαινο της κοινωνίας» (1193a 32.2).
 
Ο έπαινος της κοινωνίας δεν είναι παρά η επικρότηση του κοινωνικώς αποδεκτού. Και βέβαια, το κοινωνικώς αποδεκτό έχει να κάνει με τα στοιχεία που θα λειτουργήσουν ενωτικά για την πόλη κι όχι με εκείνα που θα τη διασπάσουν. Καμιά πόλη δε θα τιμούσε τις αξίες που θεωρεί ότι την υπονομεύουν, αφού μια τέτοια εκδοχή θα ισοδυναμούσε με την επιθυμία της διάλυσής της.
 
Ο έπαινος της αρετής είναι η απόλυτη παραδοχή της κοινωνικής της διάστασης, καθώς η αρετή θα υπηρετήσει τη δικαιοσύνη, την αξιοκρατία, τη φιλοπατρία, την εντιμότητα, δηλαδή οτιδήποτε αποτελεί συνδετικό κρίκο για την πόλη. Αντίθετα, κάθε συμπεριφορά που αντίκειται στην αρετή επιφέρει επικρίσεις ακριβώς επειδή θα δράσει διασπαστικά.
 
Η πόλη που εκτρέφει κι επαινεί ανθρώπους που αντιβαίνουν στην αρετή στην ουσία υποθάλπει την αυτοκαταστροφή της. Το ζήτημα της αρετής αποκτά και πάλι σαφείς πολιτικές προεκτάσεις. Κάθε αξιόλογη πόλη οφείλει να το γνωρίζει αυτό. Οι γραπτοί και οι άγραφοι νόμοι, οι αξίες που θα προαχθούν από το εκπαιδευτικό σύστημα, και κυρίως τα πρότυπα που θα προβληθούν μέσα από την ίδια τη λειτουργία της κοινωνίας και του πολιτεύματος οφείλουν να κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Αποδεχόμενοι ότι η ευτυχία ανήκει στον ενάρετο, είναι σαφές ότι η ύψιστη ευτυχία, δηλαδή η συλλογική ευτυχία ανήκει στην ενάρετη πόλη που ανατρέφει τους πολίτες με τις αρχές της μεσότητας και του ορθού λόγου. Κι αυτό είναι θέμα πολιτικό.
 
Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα

Ο σοφός άνθρωπος προτιμά πάντα την ειρήνη από τον πόλεμο, αλλά είναι κι έτοιμος γι’ αυτόν

Δεν συμφωνώ με όσους προτείνουν μια ταραχώδη ζωή και τη βουτιά κατευθείαν στα κύματα, τη διαρκή άγρια μάχη ενάντια στα εμπόδια της καθημερινής ζωής. Ο σοφός άνθρωπος θα τα αντέξει, δεν θα κάνει ό,τι μπορεί για να τα συναντήσει. Θα προτιμήσει την ειρήνη από τον πόλεμο.

Κανείς σώφρων άνθρωπος δεν επιζητεί τις αντιξοότητες, ακόμα κι αν μπορούν να μας διδάξουν κάποια χρήσιμα μαθήματα. Η ανάπτυξη των δεξιοτήτων, όμως, για να τις αντιμετωπίσουμε όταν προκύψουν –γιατί θα προκύψουν–, μπορεί μόνο να μας ωφελήσει. Τα πράγματα είναι πιο δύσκολα, λέει ο Σενέκας σε μια επιστολή στη μητέρα του, για όσους δεν τις περιμένουν, αλλά οι αντιξοότητες αντιμετωπίζονται πολύ πιο εύκολα όταν είσαι προετοιμασμένος.

Αυτή η ιδέα αναπτύσσεται και σε μια άλλη επιστολή, παρηγορητική αυτή τη φορά, προς τη Μαρκία, μια φίλη του που πάλευε με τη θλίψη. Είχε χάσει έναν από τους γιους της τρία χρόνια νωρίτερα, ωστόσο ο πόνος της δεν είχε υποχωρήσει. Η φυσική περίοδος του πένθους είχε τελειώσει και τώρα ο πόνος της είχε γίνει μια εξουθενωτική πνευματική κατάσταση. Είχε έρθει η ώρα να παρέμβει κάποιος.

Το πιο ενδιαφέρον σημείο της απάντησης του Σενέκα για αυτή την κατάσταση είναι αυτό που συχνά ονομάζουμε πρόβλεψη των μελλοντικών κακών. Είναι κάτι που είχε αναφερθεί νωρίτερα από προγενέστερους Στωικούς, όπως ο Χρύσιππος. Η ιδέα ότι κάποιος πρέπει να σκέφτεται τα άσχημα πράγματα που θα μπορούσαν να συμβούν, ώστε να είναι καλύτερα προετοιμασμένος γι’ αυτά αν τελικά συμβούν.

Μέρος του προβλήματος της Μαρκίας, σύμφωνα με τον Σενέκα, είναι ότι δεν αναλογίστηκε ποτέ την πιθανότητα θανάτου του γιου της. Κι όμως, όλοι ξέρουμε ότι από τη στιγμή που γεννιέται κάποιος είναι προορισμένος να πεθάνει. Αυτό δεν είναι κάτι που θα μπορούσε να συμβεί, είναι κάτι που θα συμβεί απαραιτήτως. Το πένθος χτυπά δυνατά τους ανθρώπους, λέει ο Σενέκας, γιατί δεν το περιμένουν από πριν.

Βλέπουμε και ακούμε συνεχώς τον θάνατο και τις κακοτυχίες να χτυπούν τους άλλους, ειδικά στην εποχή τής τόσο γρήγορης μετάδοσης των ειδήσεων, αλλά σπάνια αναλογιζόμαστε πώς θα αντιδρούσαμε εμείς σε ανάλογη περίσταση. Ο Σενέκας λέει στη Μαρκία –και σε εμάς– μια σειρά από πράγματα που θα προτιμούσαμε να μην ακούσουμε: είμαστε όλοι ευάλωτοι. Οι αγαπημένοι μας θα πεθάνουν αναπόφευκτα, και αυτό θα μπορούσε να συμβεί ανά πάσα στιγμή.

Όποια ευημερία και ασφάλεια κι αν απολαμβάνουμε μπορεί να χαθεί ανά πάσα στιγμή από δυνάμεις που δεν είναι υπό τον έλεγχό μας. Ακόμα κι όταν πιστεύουμε ότι τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα, πάντα είναι πιθανόν να γίνουν ακόμα χειρότερα. Πόσο προετοιμασμένοι είμαστε να αντιμετωπίσουμε τα πράγματα αν η τύχη στραφεί εναντίον μας;

Θα αντιδράσουμε ήρεμα και αδιάφορα, όπως όταν ακούμε στις ειδήσεις να συμβαίνουν τέτοια πράγματα σε ξένους κάπου μακριά μας; Σε αυτές τις περιπτώσεις συνήθως βλέπουμε τον πόνο αυτό ως κομμάτι της ζωής, κάτι δυσάρεστο αλλά αναπόφευκτο. Είναι εύκολο να «φιλοσοφείς» όταν δεν συμβαίνει σ’ εσένα ή στους αγαπημένους σου, αλλά τι γίνεται όταν έρθει η δική σου σειρά;

Είναι απλώς παράλογο, λέει ο Σενέκας, να σκέφτεται κάποιος ότι «δεν περίμενα να συμβεί σ’ εμένα» κάποια κακοτυχία, ειδικά όταν ξέρει ότι θα μπορούσε να του συμβεί και έχει δει να συμβαίνει σε πολλούς άλλους. Γιατί όχι και σ’ εσάς; Στην περίπτωση του πένθους, ακόμα περισσότερο, δεδομένης της αναπόφευκτης φύσης του θανάτου κάθε ζωντανού πλάσματος στη γη. Θα συμβεί κάποια στιγμή, οπότε γιατί όχι τώρα;

Είναι παράλογο να περιμένει κάποιος ότι η τύχη του θα κρατήσει για πάντα. Ο Σενέκας πιστεύει ότι, αν σκεφτόμαστε τις αντιξοότητες που μπορεί να συμβούν μαζί με όσες πρέπει να συμβούν κάποια στιγμή, θα βοηθήσουμε να μειωθεί το χτύπημα όταν τελικά προκύψουν. Θα μειωθεί το σοκ και θα είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι να τις αντιμετωπίσουμε.

Για την ακρίβεια, αυτό που προτείνει ο Σενέκας είναι να προετοιμαζόμαστε για κάθε ενδεχόμενο, ακόμα και για αυτά που δεν θα θέλαμε να συμβούν και θα προτιμούσαμε να μην τα σκεφτόμαστε. Δεν θα έπρεπε να υποθέτουμε ότι όλα θα εξελιχθούν όπως ελπίζουμε ή περιμένουμε, γιατί κάτι τέτοιο είναι μάλλον απίθανο. Είναι ένα σημαντικό, αν και άβολο, μάθημα.

Paulo Coelho: Αυτό που ψάχνεις εσύ, σε ψάχνει επίσης

Ο Πάολο Κοέλιο, ένας από τους πιο διάσημους συγγραφείς της εποχής μας, ξεχωρίζει για το μοναδικό του όραμα για τον κόσμο και την ακλόνητη αισιοδοξία. Τα έργα του εμπνέουν εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο, προτρέπουν τους ανθρώπους να πιστεύουν στα θαύματα και δίνουν ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Μέχρι στιγμής, ο συγγραφέας έχει δημοσιεύσει πάνω από 20 βιβλία, με το πιο γνωστό να είναι «Ο Αλχημιστής», που παρέμεινε για πολύ καιρό στην πρώτη δεκάδα των best sellers.

Ακολουθούν επιλεγμένα αποσπάσματα του μεγαλοφυούς αυτού συγγραφέα για τη ζωή, την αγάπη και το πεπρωμένο του ανθρώπου.

1. Όταν θελήσεις κάτι πάρα πολύ, το σύμπαν όλο θα συνωμοτήσει για να γίνει η επιθυμία σου πραγματικότητα.
2. Η ζωή είναι πάντα σε αναμονή της κατάλληλης στιγμής για τη δράση.
3. Τα πάντα στον κόσμο δεν είναι τίποτα άλλο παρά διαφορετικές εκδηλώσεις του ίδιου πράγματος.
4. Μερικές φορές χρειάζεται να γυρίσετε όλο τον κόσμο για να καταλάβετε ότι ο θησαυρός είναι θαμμένος στο δικό σας σπίτι.
5. Ορισμένες φορές η ζωή χωρίζει δύο άτομα μόνο και μόνο για να δείξει πόσο σημαντικοί είναι ο ένας για τον άλλον.
6. Το να περιμένεις είναι το πιο δύσκολο.
7. Αν είσαι σε θέση να δεις την ομορφιά, αυτό συμβαίνει μόνο και μόνο επειδή φέρεις την ομορφιά μέσα σου. Ο κόσμος είναι ένας καθρέφτης στον οποίο ο καθένας βλέπει το είδωλό του.
8. Οι άνθρωποι λένε πίσω από την πλάτη σου ό,τι να ΄ναι και μπροστά στα μάτια σου ό,τι βολεύει.
9. Ό,τι συνέβη μια φορά μπορεί και να μη συμβεί ποτέ ξανά. Αλλά αυτό που έχει γίνει δύο φορές, σίγουρα θα γίνει και τρίτη.
10. Αν η αγάπη μεταμορφώνει ένα άτομο με γοργό ρυθμό, η απελπισία το κάνει ακόμα πιο γρήγορα.
11. Εκεί που μας περιμένουν, πάντα ερχόμαστε πάνω στην ώρα.
12. Αν κάνω ακριβώς εκείνα τα πράγματα, τα οποία οι άνθρωποι περιμένουν από μένα, θα εγκλωβιστώ σε κατάσταση σκλαβιάς.
13. Τις πιο σημαντικές λέξεις στη ζωή μας τις προφέρουμε με τη σιωπή.
14. Το να χαθείς αποτελεί τον καλύτερο τρόπο για να βρεις κάτι ενδιαφέρον.
15. Το πιο σκοτεινό χρονικό όριο είναι ακριβώς πριν την αυγή.
16. Αν είναι ο άνθρωπός σου, τότε είναι δικός σου , αν όμως τον τραβάει και κάπου αλλού, τότε τίποτα δεν θα τον κρατήσει και δεν αξίζει ούτε τα νεύρα ούτε την προσοχή.
17. Φτάνοντας στο τέλος, οι άνθρωποι γελούν με τους φόβους που τους βασάνιζαν στην αρχή.
18. Η ζωή είναι μερικές φορές απίστευτα φειδωλή – για ημέρες ολόκληρες, εβδομάδες, μήνες, χρόνια, ο άνθρωπος μπορεί να μη λαμβάνει ούτε ένα νέο ερέθισμα. Και μετά όταν μισοανοίξει την πόρτα, πέφτει επάνω του ολόκληρη χιονοστιβάδα.
19. Οι άγγελοί μας είναι πάντα μαζί μας και συχνά χρησιμοποιούν τα χείλη κάποιου άλλου για να μας πουν κάτι.
20. Το να αισθάνεται κανείς δυστυχισμένος συνεχώς είναι μια ανεπίτρεπτη πολυτέλεια.
21. Υπάρχουν άνθρωποι που γεννήθηκαν για να περάσουν τη ζωή τους μόνοι, αυτό δεν είναι ούτε κακό ούτε καλό, είναι απλώς ζωή.
22. Μερικές φορές πρέπει να τρέξεις για να δεις ποιος θα σε ακολουθήσει. Άλλες φορές πρέπει να ρίξεις λίγο τους τόνους, για να δεις ποιος θα σε ακούσει πραγματικά. Κάποιες φορές πάλι ίσως χρειαστεί να κάνεις ένα βήμα πίσω για να δεις ποιος είναι ακόμα στο πλευρό σου. Ορισμένες φορές οφείλεις να παίρνεις λάθος αποφάσεις, για να δεις ποιος είναι μαζί σου, όταν τα πάντα καταρρέουν.
23. Ποτέ δεν κάνει να εγκαταλείπουμε το όνειρο μας! Τα όνειρα τρέφουν την ψυχή μας όπως ακριβώς η τροφή τρέφει το σώμα μας. Όσες φορές κι αν χρειαστεί να γευτούμε πίκρες στη ζωή μας και να βλέπουμε τις ελπίδες μας να ναυαγούν, εμείς πρέπει να συνεχίσουμε παρ’ όλα αυτά να ονειρευόμαστε.
24 . Αυτό που ψάχνεις εσύ, σε ψάχνει επίσης.
25. Μόλις βρήκα όλες τις απαντήσεις αμέσως άλλαξαν όλες οι ερωτήσεις.
26. Ο άνθρωπος κάνει πάντα το αντίθετο. Βιάζεται να μεγαλώσει και στη συνέχεια ανατρέχει στο παρελθόν της παιδικής του ηλικίας. Θυσιάζει την υγεία του χάριν των χρημάτων και στη συνέχεια σπαταλάει τα χρήματα για να βελτιώσει την υγεία του. Προβληματίζεται σχετικά με το μέλλον με τέτοια ανυπομονησία ώστε να αγνοεί το παρόν κι εξαιτίας αυτού δεν έχει ούτε παρόν ούτε μέλλον. Ζει με τέτοιο τρόπο λες και δε θα πεθάνει ποτέ και πεθαίνει σαν να μην έχει ζήσει ποτέ.
27. Μερικές φορές πρέπει να πεθάνεις προκειμένου να αρχίσεις να ζεις.
28. Οι άνθρωποι θέλουν να αλλάξουν τα πάντα και την ίδια στιγμή θέλουν τα πράγματα να παραμείνουν ως έχουν.
29. Πάντα να λες αυτό που νιώθεις και να κάνεις ό, τι σκέφτεσαι! Η σιωπή καταστρέφει ζωές…
30. Στο τέλος όλα πάνε καλά. Αν δεν πάνε καλά, σημαίνει ότι δεν είναι το τέλος.

Το μυστικό της… Έλξης

Τα χαρακτηριστικά που κάνουν ένα άτομο ελκυστικό αποτελούν θέμα συζήτησης εδώ και αιώνες. Αν και έχει αποδειχτεί ότι η έλξη είναι σχετική ανάλογα με το πλαίσιο, τις πολιτισμικές αξίες και τον τρόπο ζωής, μερικοί εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η ελκυστική εμφάνιση αποτελεί το μεγαλύτερο πλεονέκτημα.

Αν και τα σωματικά χαρακτηριστικά παίζουν όντως ρόλο στην έλξη, έχει αποδειχτεί ότι δεν αποτελούν τους μοναδικούς παράγοντες που καθορίζουν πόσο ελκυστικός είναι κάποιος για τους άλλους.

Μάλιστα, μερικοί άνθρωποι διαβεβαιώνουν ότι η έλξη που ασκεί κάποιο άτομο συνδέεται άμεσα με την προσωπικότητά του και με τις ιδιότητες που βλέπουν σε αυτό οι θαυμαστές του.

Επιπλέον, η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι ένα πολύ σημαντικό συστατικό της έλξης βρίσκεται στον εγκέφαλο και στην ικανότητά του να κατανοεί τα συναισθήματα και τις προθέσεις των άλλων.

Οι ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Lübeck στη Γερμανία διεξήγαγαν πρόσφατα μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό PNAS. Στη μελέτη αυτή διαπιστώθηκε ότι, όσο πιο ικανοί είμαστε να αποκωδικοποιούμε τα συναισθήματα των άλλων, τόσο πιο ελκυστικοί είμαστε γι’ αυτούς.

Έλξη: το πραγματικό μυστικό βρίσκεται στον εγκέφαλο

Αναλύοντας τους νευρωνικούς μηχανισμούς που διεγείρονται από την έλξη, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η ικανότητα ενός ατόμου να διαβάζει τα συναισθήματα των άλλων έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο στην έλξη.

Η Silke Anders, καθηγήτρια κοινωνικής και συγκινησιακής νευροεπιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Lübeck και σχεδιάστρια της μελέτης, λέει τα εξής:

«Το να είμαστε ικανοί να κατανοούμε τις προθέσεις και τα συναισθήματα ενός άλλου ατόμου είναι ουσιαστικό για μια επιτυχημένη κοινωνική αλληλεπίδραση.

Για να υπάρχει αμοιβαία επιτυχία, οι άνθρωποι πρέπει να καταλαβαίνουν και να αναλύουν συνεχώς τις προθέσεις και τα συναισθήματα των συνανθρώπων τους, να προβλέπουν τη συμπεριφορά των άλλων και να προσαρμόζουν ανάλογα τη δική τους».

Για να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα, συμπεριέλαβε στο πείραμα 90 ανθρώπους από τους οποίους ζητήθηκε να παρακολουθήσουν βίντεο γυναικών που εξέφραζαν είτε φόβο είτε λύπη.

Αφού παρακολούθησαν τα βίντεο, οι συμμετέχοντες έπρεπε να αξιολογήσουν τα συναισθήματα των γυναικών και το επίπεδο της σιγουριάς τους όσον αφορά στις αξιολογήσεις τους.

Ενώ τα υποκείμενα επιδίδονταν στη ζητούμενη δραστηριότητα, οι ερευνητές ανέλυαν τη δραστηριότητα του εγκεφάλου τους για να μετρήσουν το επίπεδο έλξης τους.

Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι, όσο πιο ακριβής ήταν η αξιολόγηση της συναισθηματικής κατάστασης της γυναίκας, τόσο πιο ελκυστικός φαινόταν ο συμμετέχων.

Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι, όσο πιο εύκολα ερμηνεύει κάποιος τα συναισθήματα των άλλων, τόσο πιο ελκυστικός είναι.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ενεργοποιείται το κέντρο ανταμοιβής του εγκεφάλου προκαλώντας ευχάριστες αισθήσεις.

Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον αναφορικά με τα συγκεκριμένα ευρήματα είναι ο ρόλος που παίζουν ο πομπός και ο δέκτης.

Η ικανότητα να καταλαβαίνουμε τους άλλους και να αναγνωρίζουμε αυτό ακριβώς που αισθάνονται εξαρτάται από το επίπεδο της νευρωνικής δραστηριότητας που περιλαμβάνει η έλξη.

Για παράδειγμα, όταν το πρόσωπο ενός ατόμου έχει μια έκφραση φόβου ή λύπης, ο παρατηρητής την επεξεργάζεται αποτελεσματικά στο δικό του εγκέφαλο, πυροδοτώντας το σύστημα ανταμοιβής και αυξάνοντας την ελκυστικότητά του για το άτομο που βιώνει το συναίσθημα.

Σε προηγούμενες μελέτες είχε βρεθεί μια διαφορά στο νευρωνικό κύκλωμα εκείνων που δεν διαθέτουν την ικανότητα να «διαβάζουν» τα συναισθήματα των άλλων. Οι άνθρωποι αυτοί τείνουν επίσης να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην επικοινωνία και στην έλξη.

Για το λόγο αυτό μερικοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η έλλειψη επικοινωνίας δεν υποδηλώνει απαραίτητα έλλειψη ενδιαφέροντος. Απλώς το νευρωνικό κύκλωμα του συγκεκριμένου ατόμου δεν του επιτρέπει να εκφράζεται ολοκληρωμένα.

Η Anders αναγνωρίζει ότι η μελέτη είναι πολύ μικρή για να καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα.

Ωστόσο επιβεβαιώνει την επιθυμία της να αναλύσει περαιτέρω το πώς αλλάζει η ικανότητά μας να ερμηνεύουμε τα συναισθήματα καθώς μεγαλώνουμε, ενώ είναι δυνατόν να αυξήσουμε την ικανότητα αυτή με εξάσκηση.

Θα ήταν επίσης ενδιαφέρον να ανακαλύψουμε αν η ικανότητα να «διαβάζουμε» τους άλλους προέρχεται από δικά μας έμφυτα χαρακτηριστικά ή αν υπάρχουν άλλοι παράγοντες που δίνουν αυτή τη δυνατότητα.

Σε κάθε περίπτωση τα παραπάνω συμπεράσματα προσφέρουν μια καινούργια εξήγηση για το τι κάνει τους ανθρώπους ελκυστικούς ή γιατί μερικοί είναι πιο ελκυστικοί από άλλους.

Να ζεις τους κύκλους της ζωής

Η ζωή είναι γεμάτη κύκλους διαφορετικής διάρκειας. Παρόλα αυτά όλοι έχουν κάτι κοινό… κι αυτό είναι η στιγμή που κλείνουν. Μπορεί κάποιοι να κλείνουν βιαστικά, μπορεί να δημιουργούν μέσα τους άλλους, μπορεί στην πορεία να εφάπτονται με καινούργιους… Το σίγουρο είναι ότι όλοι θα κλείσουν κάποια στιγμή, για να ανοίξουν άλλοι!

Κάπως έτσι κλείνει και ο κάθε κύκλος μας μετά από αρκετό καιρό, με καλές και με άσχημες στιγμές. Οι καλές στιγμές μας απογείωναν και μας έκαναν κάθε τόσο να θέλουμε να επεκτείνουμε τη διάρκεια του. Οι κακές μας κούραζαν και τότε ήταν που θέλαμε να τα διαλύσουμε όλα, κι ας μην είχε έρθει η ώρα ακόμα.

Δεν νιώθω ότι κλείνουν όλα στην ώρα τους. Υπάρχουν κάποιοι που κλείνουν προτού ολοκληρωθούν. Κλείνουν βεβιασμένα, ξαφνικά και αναπάντεχα. Είναι εκείνοι που ίσως κάποια στιγμή ανοίξουν ξανά. Συμβαίνει συχνά όταν κάτι δεν ολοκληρώνεται όπως θα έπρεπε, να ανοίγει ξανά δημιουργώντας έναν καινούργιο κύκλο άλλης διάρκειας και με άλλα χαρακτηριστικά.

Είναι ωραίο πάντως να κλείνει κάτι αφού τελειώσει, γιατί τότε νιώθεις ανακουφισμένος και γεμάτος και παρά τη θλίψη που ίσως να σου προκαλεί, σίγουρα δεν σου αφήνει ερωτηματικά!

Υπάρχουν κύκλοι που κλείνουν επειδή εμείς το επιλέγουμε κι άλλοι που δεν εξαρτώνται από εμάς. Υπάρχουν ακόμα και εκείνοι που μόλις ανοίξουν, γνωρίζουμε από την αρχή τί διάρκεια θα έχουν. Οι περισσότεροι κύκλοι όμως ανοίγουν κι άλλους παράλληλους στην πορεία τους κι αυτό άλλωστε είναι και το πιο μαγικό. Κι ενώ κλείνει ένας κύκλος, μπορεί να συνεχίζει ο παράλληλος του για να σε ταξιδέψει αλλού χωρίς να γνωρίζεις πόσοι άλλοι κύκλοι θα ανοίξουν μέσα σε αυτόν ή μέσα από αυτόν!

Να τους ζεις τους κύκλους για όσο διαρκέσουν. Να μη σκέφτεσαι πότε θα κλείσουν και αν! Να χαίρεσαι για αυτούς που ανοίγουν και να ανυπομονείς για τα όσα θα σου δώσουν, για όλα εκείνα που θα σε διδάξουν, για τα όσα θα περιλάβουν μέσα τους και να σκέφτεσαι πως γιατί όχι, ίσως και να σε αλλάξουν! Από κανέναν κύκλο δεν βγαίνουμε ίδιοι, – ακόμα κι αν πρόκειται για εκείνον που άνοιξε ξανά – γιατί αποκλείεται να άνοιξε υπό τις ίδιες συνθήκες!

Οι κύκλοι αντιπροσωπεύουν την κίνηση! Όσο, λοιπόν, ανοίγουν καινούργιοι είναι ένδειξη ότι δεν μένεις στάσιμος. Να αναζητάς αυτή τη ροή! Τη διαρκή ροή των κύκλων. Δεν γνωρίζεις ποτέ που μπορεί να σε οδηγήσει ένας κύκλος και τί απίστευτες διαδρομές θα διανύσεις εξαιτίας του! Να είσαι ανοιχτός και αισιόδοξος γιατί έτσι μόνο δημιουργούνται καινούργιες καταστάσεις και καινούργιοι κύκλοι προσφέροντας νέες εμπειρίες!

Erich Fromm: Η επιθετικότητα γεννάται από τον φθόνο και τη ζήλια

Σχετική με την επιθετικότητα που προκύπτει από τη διάψευση είναι η εχθρότητα που γεννάται από τον φθόνο και τη ζήλια. Τόσο η ζήλια όσο και ο φθόνος αποτελούν ένα ιδιαίτερο είδος διάψευσης. Προκαλούνται από το ότι ο Β έχει ένα αντικείμενο που επιθυμεί ο Α ή ότι τον αγαπάει ένα άτομο την αγάπη του οποίου επιθυμεί ο Α. Το μίσος και η εχθρότητα ξυπνούν στον Α και στρέφεται κατά του Β, ο οποίος γίνεται αποδέκτης εκείνου που επιθυμεί και δεν μπορεί να αποκτήσει ο Α. Ο φθόνος και η ζήλια είναι διαψεύσεις, που τονίζονται όχι μόνο από το ότι ο Α δεν λαμβάνει αυτό που επιθυμεί, αλλά από το ότι ένα άλλο άτομο ευνοείται αντί για εκείνον. Η ιστορία του Κάιν- που χωρίς να φταίει δεν του δείχνουν αγάπη-, ο οποίος σκοτώνει τον ευνοούμενο αδελφό του, και η ιστορία του Ιωσήφ και των αδελφών του αποτελούν κλασικές εκδοχές ζήλιας και φθόνου. Η ψυχαναλυτική φιλολογία προσφέρει πλούσια κλινικά δεδομένα σχετικά με αυτά τα φαινόμενα.

Ένα ακόμη είδος βίας που σχετίζεται με την αντιδραστική αλλά προχωρά ήδη ένα βήμα παραπέρα, προς την κατεύθυνση της παθολογίας, είναι η εκδικητική βία. Έχει τον ανορθολογικό σκοπό να αναιρεί μαγικά αυτό που έχει συμβεί πραγματικά. Συναντάμε την εκδικητική βία τόσο σε άτομα όσο και μεταξύ των πρωτόγονων και πολιτισμένων ομάδων. Αναλύοντας την ανορθολογική φύση αυτού του είδους βίας, μπορούμε να προχωρήσουμε ένα βήμα πιο πέρα. Το κίνητρο της εκδίκησης είναι αντιστρόφως ανάλογο με τη δύναμη και την παραγωγικότητα μιας ομάδας ή ενός ατόμου. Οι ανίσχυροι και οι ανάπηροι έχουν μόνο μία καταφυγή για να αποκαταστήσουν την αυτοεκτίμησή τους αν αυτή πλήγηκε από τη βλάβη που υπέστησαν- να πάρουν εκδίκηση σύμφωνα με το lex talionis: “οφθαλμό αντί οφθαλμού”. Από την άλλη, το άτομο που ζει παραγωγικά δεν έχει καμία τέτοια ανάγκη ή την έχει ελάχιστα. Ακόμη και αν πληγώθηκε, προσβλήθηκε και υπέστη βλάβη, η ίδια η διαδικασία της παραγωγικής ζωής το κάνει να ξεχνά τη βλάβη του παρελθόντος. Η ικανότητα παραγωγής αποδεικνύεται ισχυρότερη από την επιθυμία εκδίκησης. Το αληθές αυτής της ανάλυσης μπορεί εύκολα να αποδειχτεί από εμπειρικά δεδομένα στην ατομική και την κοινωνική κλίμακα. Το ψυχαναλυτικό υλικό καταδεικνύει ότι το ώριμο, παραγωγικό άτομο παρακινείται λιγότερο από την επιθυμία εκδίκησης απ’ ό,τι το νευρωτικό άτομο, που δυσκολεύεται να ζήσει ανεξάρτητα και εν ολοκληρία και που συχνά έχει την τάση να βασίζει ολόκληρη την ύπαρξή του στην επιθυμία εκδίκησης. Στις σοβαρές μορφές ψυχοπαθολογίας, η εκδίκηση γίνεται ο κυρίαρχος στόχος στη ζωή του, εφόσον δίχως την εκδίκηση όχι μόνο η αυτοεκτίμηση αλλά και η αίσθηση του εαυτού και της ταυτότητάς του απειλούνται να καταρρεύσουν. Ομοίως, διαπιστώνουμε ότι στις πιο οπισθοδρομικές ομάδες (από οικονομική, πολιτιστική ή συναισθηματική άποψη) το αίσθημα της εκδίκησης φαίνεται να είναι ισχυρότερο. Αρκεί να πούμε εδώ ότι με δεδομένο τον έντονο ναρκισσισμό με τον οποίο είναι προικισμένη η πρωτόγονη ομάδα, οποιαδήποτε προσβολή του αυτοειδώλου της είναι τόσο καταστροφική, που είναι απολύτως φυσικό να προκαλέσει έντονη εχθρότητα.

Ως αντισταθμιστική βία κατανοώ τη βία υπό τη μορφή αντικαταστάτη της παραγωγικής δραστηριότητας που εμφανίζεται σε ένα ανίκανο άτομο. Για να κατανοήσουμε τον όρο “ανικανότητα” όπως χρησιμοποιείται εδώ, πρέπει να προβούμε σε ορισμένες προκαταρκτικές σκέψεις. Παρότι ο άνθρωπος είναι το αντικείμενο των φυσικών και κοινωνικών δυνάμεων που τον εξουσιάζουν, ταυτόχρονα δεν αποτελεί μόνο αντικείμενο των περιστάσεων. Διαθέτει τη βούληση, την ικανότητα και την ελευθερία να μεταμορφώσει και να αλλάξει τον κόσμο- μέσα σε ορισμένα όρια. Αυτό που έχει σημασία εδώ δεν είναι το εύρος της βούλησης και της ελευθερίας, αλλά το ότι δεν μπορεί να ανεχτεί την απόλυτη παθητικότητα. Ωθείται να αφήσει το αποτύπωμά του στον κόσμο, να μεταμορφώσει και να αλλάξει, και όχι να μεταμορφωθεί και να αλλάξει ο ίδιος. Αυτή η ανθρώπινη ανάγκη βρίσκει έκφραση στις προϊστορικές τοιχογραφίες σπηλαίων, σε όλες τις τέχνες, στην εργασία και τη σεξουαλικότητα. Όλες αυτές οι δραστηριότητες είναι το αποτέλεσμα την ικανότητας του ανθρώπου να κατευθύνει τη βούλησή του προς έναν στόχο και να εμμένει στην προσπάθειά του μέχρι να τον φτάσει. Η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει με αυτόν τον τρόπο τις δυνάμεις του ονομάζεται ικανότητα. (Η σεξουαλική ικανότητα είναι μόνο μια μορφή ικανότητας.)

Αν για λόγους αδυναμίας, άγχους, ανεπάρκειας και ούτω καθεξής ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να δράσει, αν είναι ανίκανος, τότε υποφέρει. Αυτό το μαρτύριο λόγω ανικανότητας έχει τις ρίζες του στο ότι η ανθρώπινη ισορροπία έχει διαταραχθεί, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να αποδεχτεί την κατάσταση πλήρους αδυναμίας χωρίς να προσπαθήσει να αποκαταστήσει την ικανότητά του για δράση. Μπορεί όμως; Και με ποιο τρόπο; Ένας τρόπος είναι να υποταχθεί σε άτομο ή σε μια ομάδα που έχει δύναμη και να ταυτιστεί μαζί τους. Με αυτή τη συμβολική συμμετοχή στη ζωή ενός άλλου ατόμου, ο άνθρωπος έχει την ψευδαίσθηση της δράσης όταν στην πραγματικότητα απλώς υποτάσσεται και γίνεται μέρος εκείνων που δρουν. Ο άλλος τρόπος, και μας ενδιαφέρει περισσότερο στο συγκεκριμένο πλαίσιο, είναι η δυνατότητά του να καταστρέφει.

Το να δημιουργεί κανείς ζωή σημαίνει να υπερβαίνει την υπόστασή του ως πλάσματος που “ρίχνεται” ξαφνικά στη ζωή, όπως ρίχνονται τα ζάρια από ένα κύπελλο. Ωστόσο, και η καταστροφή της ζωής σημαίνει ότι την υπερβαίνει και ότι αποδρά από το αφόρητο μαρτύριο της ολοκληρωτικής παθητικότητας. Η δημιουργία ζωής απαιτεί συγκεκριμένες ιδιότητες, που το ανίκανο άτομο στερείται. Ο ανίκανος άνθρωπος μπορεί να υπερβεί τη ζωή καταστρέφοντάς τη στους άλλους ή στον εαυτό του. Με αυτόν τον τρόπο εκδικείται τη ζωή επειδή αυτοαναιρέθηκε σε εκείνον. Η αντισταθμιστική βία είναι ακριβώς η βία που έχει τις ρίζες της και λειτουργεί αντισταθμιστικά στην ανικανότητα. Όποιος δεν μπορεί να δημιουργήσει επιθυμεί να καταστρέψει.

Erich Fromm, Η καρδιά του ανθρώπου

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ: Με το χιούμορ είναι δυνατό όχι μόνο να συμφιλιωθούν το άγιο και το άσωτο

Ο άνθρωπος της εξουσίας καταστρέφεται από την εξουσία, ο άνθρωπος του χρήματος από το χρήμα, ο υποτελής από την υποτέλεια, ο φιλήδονος από την ηδονή. Έτσι και Λύκος της Στέπας καταστράφηκε από την ανεξαρτησία του. Πέτυχε το σκοπό του, γινόταν ολοένα και πιο ανεξάρτητος, κανείς δεν τον διέταζε, σε κανέναν δεν είχε να δώσει λογαριασμό, ήταν ελεύθερος και μόνος του καθόριζε κάθε του πράξη. Γιατί ο κάθε δυνατός άνθρωπος πτωχαίνει αυτό που μια γνήσια παρόρμηση τον κάνει να αποζητάει. Έχοντας αποκτήσει την ελευθερία του όμως, ο Χάρυ ένιωσε ξαφνικά πως η ελευθερία του ήταν ένας θάνατος, πως ήταν πια μόνος, πως ο κόσμος μ’ έναν απαίσιο τρόπο τον είχε αφήσει στην ησυχία του, πως οι άνθρωποι δεν τον αφορούσαν, πως δεν τον αφορούσε ούτε ο εαυτός του, πως σιγά σιγά αυτή η έλλειψη σχέσεων και η απομόνωση τον έπνιγαν. Τώρα πια η μοναξιά και η ανεξαρτησία είχαν πάψει να είναι επιθυμία και σκοπός, ήταν η μοίρα και η καταδίκη του, η μαγική του επιθυμία είχε πραγματοποιηθεί και δεν ακυρωνόταν και δεν ωφελούσε ν’ απλώνει με λαχτάρα και καλή θέληση τα χέρια του και να αποζητάει συντροφικότητα και κοινωνικότητα: όλοι τον είχαν αφήσει μόνο του. Οι άλλοι άνθρωποι ωστόσο ούτε τον μίσησαν, ούτε και τον αποστρέφονταν. Απεναντίας, είχε πάρα πολλούς φίλους. Άρεσε σε πολλούς. Αλλά πάντα συναντούσε απλώς συμπάθεια και φιλική διάθεση, τον προσκαλούσαν, του έκαναν δώρα, του έγραφαν ευγενικά γράμματα, αλλά κανείς δεν τον προσέγγιζε πιο πολύ, κανείς δεν δενόταν μαζί του, κανείς δεν ήθελε ούτε και μπορούσε να μοιραστεί τη ζωή μαζί του. Τον τριγύριζε πάντοτε ο αέρας της μοναξιάς, μια ήρεμη ατμόσφαιρα, ο κόσμος τον απόφευγε, δεν μπορούσε να κάνει σχέσεις ,και αυτό καμιά θέληση και καμιά λαχτάρα δεν μπορούσε να το αλλάξει. Η κατάσταση αυτή ήταν ένα από τα πιο σοβαρά χαρακτηριστικά της ζωής του…

Οι μοναχικοί Λύκοι της Στέπας, που υποφέρουν διαρκώς τα μέγιστα χωρίς να γαληνεύουν ποτέ, που δεν διαθέτουν ποτέ την απαιτούμενη ορμή να πορευτούν προς το τραγικό, να διαφύγουν στον αστρικό κόσμο, που θεωρούν τον εαυτό τους προορισμένο γιο το απόλυτο, κι ωστόσο δεν μπορούν να ζήσουν σ’ αυτό: αυτοί λοιπόν, που το πνεύμα τους έγινε ελαστικό και δυνατό στον πόνο, βρίσκουν μια ανακουφιστική διέξοδο στο χιούμορ. Το χιούμορ όμως κατά κάποιο τρόπο παραμένει πάντοτε αστικό, παρόλο που ο γνήσιος αστός δεν μπορεί να το καταλάβει. Στη φανταστική του σφαίρα πραγματώνεται τα περίπλοκα και μπερδεμένα ιδεώδη όλων των Λύκων της Στέπας: με το χιούμορ είναι δυνατό όχι μόνο να συμφιλιωθούν το άγιο και το άσωτο, να σμίξουν τα δύο άκρα, αλλά και ο ίδιος ο αστός να ενταχθεί σ’ αυτή την κατάφαση. Εκεί μπορεί ο θεοσεβούμενος να αποδεχτεί τον εγκληματία, και το αντίστροφο, αυτοί οι δύο όμως, όπως και όλοι, που ζουν στο απόλυτο, δεν μπορούν ποτέ να αποδεχτούν αυτό τον ουδέτερο και χλιαρό κόσμο ανάμεσά τους, τον αστικό κόσμο. Μόνο το χιούμορ, αυτή η μεγαλοφυής επινόηση των προορισμένων στην πιο μεγάλη καταπίεση, των σχεδόν τραγικών τύπων, των δυστυχισμένων ανθρώπων, που η μοίρα ωστόσο τους έχει προικίσει με υψηλά χαρίσματα, μόνο το χιούμορ (ίσως η πιο χαρακτηριστική και μεγαλοφυής επίδοση της ανθρωπότητας) κατορθώνει το αδύνατο, υπερβαίνει και ενώνει όλες τις περιοχές της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στις ακτίνες του πρίσματός της. Για να ζήσει κανείς στον κόσμο, σαν να μην ανήκει σ’ αυτόν, να σέβεται το νόμο και ταυτόχρονα να τον ξεπερνά, να κατέχει «ως μη κατέχων» να παραιτείται, χωρίς να υπάρχει παραίτηση -όλα αυτά τα προσφιλή και συχνά διατυπωμένα αξιώματα μιας σοφίας στη ζωή, μόνο το χιούμορ μπορεί να τα πραγματώσει.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, Ο Λύκος της Στέπας

Η επιδεικτική κατανάλωση, τρεις τύποι καταναλωτικής δαπάνης που αποσκοπούν στην ενίσχυση του κοινωνικού κύρους

Οι οικονομολόγοι και οι κοινωνιολόγοι έχουν εντοπίσει τρεις τύπους καταναλωτικής δαπάνης που αποσκοπούν στην ενίσχυση του κοινωνικού κύρους. Οι λεπτομέρειες είναι τεχνικές αλλά οι μηχανισμοί γνωστοί.

Τα «αγαθά του συρμού» ή «αγαθά του μιμητισμού» είναι τα αγαθά που είναι επιθυμητά επειδή οι άλλοι ήδη τα έχουν. Η επιθυμία για τα εν λόγω αγαθά μπορεί εν μέρει να αποδοθεί στα αισθήματα ζηλοφθονίας που γεννιούνται στα άτομα, μπορεί όμως να εκφράζει και τη θέλησή τους να εναρμονιστούν με το σύνολο. Και οι δύο αυτές επιθυμίες είναι ιδιαίτερα έντονες στα παιδιά, προκαλώντας τους γονείς να εργάζονται σκληρότερα από ό,τι θα δούλευαν, για να τα ικανοποιήσουν.

Τα «αγαθά του σνομπισμού» είναι τα αγαθά που είναι επιθυμητά, επειδή οι άλλοι δεν τα έχουν. Τα αγαθά αυτά καλύπτουν την επιθυμία των ανθρώπων να είναι διαφορετικοί, εκλεκτοί, να ξεχωρίζουν από «το πλήθος». Δεν είναι κατ’ ανάγκην τα πιο ακριβά αγαθά, αλλά είναι ενδεικτικά της ανώτερης καλαισθησίας των κατόχων τους. Στα σύγχρονα παραδείγματα μπορεί να περιλαμβάνονται σκοτεινά αντεργκράουντ συγκροτήματα, καλτ κινηματογραφικές ταινίες και έθνικ εστιατόρια.

Οι δύο παραπάνω κατηγορίες αγαθών δεν αποκλείουν φυσικά η μια την άλλη: πολλά αγαθά του σνομπισμού μεταλλάσσονται συν τω χρόνω σε αγαθά του συρμού με αποτέλεσμα να εγκαταλείπονται από τους πραγματικά σνομπ. Η τέχνη και η μόδα είναι δύο χώροι όπου ο αέναος αυτός κύκλος κάνει αισθητή την παρουσία του.

Σχέση αλληλοεπικάλυψης τόσο με τα αγαθά σνομπισμού όσο και με αυτά του συρμού έχουν τα λεγάμενα «αγαθά Veblen», που οφείλουν το όνομά τους στον μεγάλο Αμερικανό θεωρητικό της επιδεικτικής κατανάλωσης Thorstein Veblen. Πρόκειται για πανάκριβα αγαθά, ευρέως γνωστά με την ιδιότητά τους αυτή, στην πραγματικότητα δεν αποτελούν παρά διαφήμιση του πλούτου. Στον ιεραρχικό ακόμη κόσμο των επιχειρήσεων, η θέση στην οποία ταξιδεύει ένα άτομο -στην πρώτη θέση, την επιχειρηματική ή την οικονομική- σηματοδοτεί τη βαθμίδα του ατόμου στην εταιρεία. Ένα άλλο βεμπλενικό φαινόμενο είναι το λεγόμενο «φαινόμενο του εντυπωσιασμού». Η απήχηση που έχουν οι επώνυμες φίρμες που προτιμούν οι διασημότητες οφείλεται κατά μεγάλο μέρος (αν όχι εξ ολοκλήρου) στο ότι είναι ευρέως γνωστό ότι κοστίζουν πολλά χρήματα: όσο υψηλότερη η τιμή μιας φίρμας τόσο λιγότεροι αυτοί στους οποίους απευθύνεται. Αν μειωθεί η τιμή της, ενδεχομένως θα μειωθεί και η ζήτηση για αυτή. Η όλη κατάσταση περιγράφεται εύστοχα σε ένα ρωσικό ανέκδοτο:

Συναντιούνται δύο νεόπλουτοι. «Πόσο κόστισε η γραβάτα σας;» ρωτά ο ένας. «Χίλια δολάρια» απαντά ο άλλος. «Κρίμα» λέει ο πρώτος, «η δική μου κόστισε δύο χιλιάδες». Η επιδεικτική κατανάλωση είναι πανθομολογούμενο χαρακτηριστικό των νεόπλουτων όλων των χωρών και όλων των ηλικιών.

Η επιτυχία στον ανταγωνισμό για κοινωνική άνοδο σηματοδοτείται συνήθως από περισσότερο αφειδή κατανάλωση, αυτό όμως δεν είναι κατ’ ανάγκην, αλλά ούτε και χρειάζεται να είναι, το κίνητρο για τη δημιουργία ανταγωνισμού. Στις μέρες μας δεν είναι απαραίτητο να επιδεικνύει κανείς τα χρήματά του αγοράζοντας πανάκριβα αγαθά, μιας και ο πλούτος θεωρείται από μόνος του επαρκής ένδειξη της επιτυχίας ενός ατόμου. Σε παλαιότερες εποχές ο βασικός τρόπος που διέθετε κάποιος για να γνωστοποιήσει στους άλλους τον πλούτο του ήταν να ξοδεύει χρήματα, όταν όμως άρχισαν να δημοσιεύονται λίστες κατάταξης των πλουσίων, όπως η Sunday Times Rich List, που περιλαμβάνουν αναλυτικές καταστάσεις των εισοδημάτων και των περιουσιακών τους στοιχείων, ο ανταγωνισμός για τα χρήματα απαγκιστρώθηκε από τον ανταγωνισμό για τα αγαθά. Στα ανώτερα κλιμάκια του επιχειρηματικού κόσμου, τα χρήματα επιζητούνται όχι μόνο ως μέσο για την προαγωγή της κατανάλωσης αλλά και ως ένδειξη ενός κορυφαίου επιτεύγματος. Όπως έχει πει ο Η. L Hunt, στην εποχή του ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο, το χρήμα είναι «απλώς ένας τρόπος για να κρατάει κανείς το σκορ».

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι μερικές μορφές συσχετιστικής κατανάλωσης μπορεί να έχουν ευεργετικά αποτελέσματα. Μεγάλο μέρος της φιλανθρωπικής δράσης απορρέει από την επιδεικτική κατανάλωση. Η επιθυμία εντυπωσιασμού των άλλων με τον πλούτο, τη δύναμη ή την καλαισθησία έχει κοσμήσει τις πόλεις μας με σημαντικά κτίρια και έχει υπαγορεύσει την ανάθεση στους δημιουργούς τους των περισσότερων έργων τέχνης που βλέπουμε στα μουσεία μας. Στις μέρες μας, η ίδια κινητήρια ώθηση είναι εμφανής στον ανταγωνισμό μεταξύ των αμερικανικών δισεκατομμυριούχων στο επίπεδο των φιλανθρωπικών δωρεών. Ωστόσο, όπως έχει επισημάνει ο φίλος του Keynes τεχνοκριτικός Roger Fry, μόνο σε περιόδους υψηλού πολιτισμικού επιπέδου ο σνομπισμός έχει παραγάγει μα κρίσιμη μάζα αντικειμένων επιθυμητών γι’ αυτό που αντιπροσωπεύουν και μόνο. Οι περισσότερες ευεργεσίες της εποχής μας οφείλουν να δικαιολογούνται επί τη βάσει ωφελιμιστικών σκοπών.

Arthur Schopenhauer: Σε αφορά αν αισθάνεσαι σαν τον χορευτή που προσήλθε σ’ έναν χορό και δεν συνάντησε παρά μόνο παράλυτους˙ με ποιόν τώρα να χορέψεις;

Κανείς δεν μπορεί να βλέπει πέρα από τα όρια του εαυτού του. Με τούτο εννοώ ότι ο καθένας μπορεί να συλλάβει και να κατανοήσει τον άλλον μόνον ανάλογα με την δική του ευφυΐα. Εάν κάποιος έχει ευφυΐα του πλέον χαμηλού είδους, τότε όλα τα πνευματικά χαρίσματα, ακόμη και τα πλέον έκτακτα, δεν θα του κάνουν καμία εντύπωση˙ σ’ έναν άνθρωπο προικισμένο μ’ αυτά, δεν θα προσέξει παρά τα χαμηλότερα στοιχεία της ατομικότητάς του, όλες του δηλ. τις αδυναμίες, τα ελαττώματα της ιδιοσυγκρασίας και του χαρακτήρα. Τούτα τα στοιχεία είναι αυτά που, κατά την αντίληψή του, συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, ενώ οι υπέρτερες πνευματικές ικανότητες είναι γι’ αυτόν τόσο αντιληπτές όσο τα χρώματα για τον τυφλό˙ διότι το πνεύμα είναι αόρατο για όποιον δεν έχει και ο ίδιος πνεύμα, κάθε δε αξιολόγηση είναι το γινόμενο της αξίας του αξιολογουμένου επί την γνωστική ικανότητα του αξιολογούντος.

Από τούτα προκύπτει ότι, όποτε συνομιλούμε με κάποιον, καταβιβάζουμε τον εαυτό μας στο επίπεδό του, καθότι όλα εκείνα στα όποια υπερτερούμε αυτού εξαφανίζονται, απαρατήρητη δε περνά ακόμη και η απάρνηση του εαυτού μας που απαιτείται για την ισοπέδωση αυτή. Εάν αναλογισθεί κανείς πόσο χαμηλά είναι το φρόνημα και τα προσόντα των περισσότερων ανθρώπων, δηλ. πόσο ποταποί είναι, θα συνειδητοποιήσει ότι δεν είναι δυνατόν να μιλά μαζί τους χωρίς να γίνει και ο ίδιος, στην διάρκεια της συνομιλίας, ποταπός (κατ’ αναλογία με το φαινόμενα της πτώσεως της ισχύος κατά την διανομή του ηλεκτρικού ρεύματος)˙ θα κατανοήσει τότε σε βάθος το νόημα και το εύστοχον της εκφράσεως sich gemein machen, αλλά και θ’ αποφεύγει κάθε συναναστροφή στην όποια δεν μπορεί να επικοινωνήσει παρά με την parlie honteuse (επονείδιστο μέρος) της φύσης του. Θα κατανοήσει επίσης ότι, απέναντι σε ηλίθιους και μουρλούς, δεν υπάρχει παρά ένας και μόνον τρόπος να καταστήσει εμφανή την φρόνηση του, κι αυτός δεν είναι άλλος από το να μην μιλά μαζί τους. Όμως, ενεργώντας έτσι, κάποιοι άνθρωποι ενίοτε θα νιώθουν μέσα στην κοινωνία όπως ο χορευτής που προσήλθε σ’ έναν χορό και δεν συνάντησε παρά μόνο παράλυτους˙ με ποιόν τώρα να χορέψει;

Arthur Schopenhauer, Εγχειρίδιο πρακτικής σοφίας

Τι είναι μέσα σε μια μαύρη τρύπα;

Έχετε καταφέρει να ταξιδέψετε δεκάδες χιλιάδες έτη φωτός πέρα ​​από το ηλιακό σύστημα και ανυπομονείτε να κοιτάξετε στα βάθη των μεγάλων διαστρικών κενών. Έχετε παρακολουθήσει μερικά από τα πιο όμορφα και εξωφρενικά ισχυρά γεγονότα του σύμπαντος, από τις γεννήσεις νέων ηλιακών συστημάτων μέχρι τους κατακλυσμικούς θανάτους τεράστιων αστεριών. Και τώρα για το κύκνειο άσμα σας, πρόκειται να κάνετε κάτι μεγάλο: είστε έτοιμος να βουτήξετε στο πιο σκοτεινό μαύρο του Κόσμου, σε  μια γιγαντιαία μαύρη τρύπα και να δείτε τι βρίσκεται στην άλλη πλευρά αυτού του αινιγματικού ορίζοντα γεγονότων. Τι θα βρείτε μέσα; Διαβάστε γενναίοι εξερευνητές.
 
Σχεδόν κοντά στο τέρας
 
Πρώτον, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα. Υπάρχουν πολλά είδη μαύρων οπών: μερικές τεράστιες, μερικές μικρές, μερικές με ηλεκτρικά φορτία, μερικές χωρίς, και μερικές με γρήγορη περιστροφή και άλλων ιδιοτήτων. Για τους σκοπούς αυτής της περιπέτειας σε αυτή τη συγκεκριμένη ιστορία, θα παραμείνω στο απλούστερο δυνατό σενάριο: μια γιγαντιαία μαύρη τρύπα χωρίς ηλεκτρικό φορτίο και καμία περιστροφή. Φυσικά αυτό είναι σίγουρα μη ρεαλιστικό, αλλά εξακολουθεί να είναι μια διασκεδαστική ιστορία με άφθονη ψυχρή φυσική.
 
Από μακριά η μαύρη τρύπα είναι εκπληκτικά ήπια. Φαίνεται απλώς σαν ένα τεράστιο αντικείμενο, σχεδόν σαν οποιοδήποτε άλλο τεράστιο αντικείμενο. Η βαρύτητα είναι η βαρύτητα και η μάζα είναι μάζα – μια μαύρη τρύπα με τη μάζα της θα σας τραβήξει ακριβώς όπως ο ίδιος ο ήλιος. Το μόνο που λείπει είναι η υπέροχη θερμότητα και το φως και η ζεστασιά και η ακτινοβολία του. Αλλά αν νομίζετε ότι μπορείτε να περιφέρεστε γύρω της σε τροχιά σε μια ασφαλή απόσταση, σίγουρα θα μπορούσατε.
 
Αλλά γιατί ενοχλείστε να στρέφεστε γύρω της όταν μπορείτε να πάτε πιο μακριά;
 
Η ίδια η μαύρη τρύπα είναι μια ιδιαιτερότητα, ένα σημείο άπειρης πυκνότητας. Αλλά δεν μπορείτε να δείτε την ίδια την ιδιαιτερότητα. Περιβάλλεται από τον ορίζοντα γεγονότων , αυτό που γενικά και με σύνεση θεωρούμε την “επιφάνεια” της μαύρης τρύπας. Για να πάτε πιο πέρα, πρέπει πρώτα να τρυπήσετε αυτό το πέπλο.
 
Πέρα από τον ορίζοντα
 
Ο ορίζοντας συμβάντων ή γεγονότων δεν είναι ένα πραγματικό, φυσικό όριο. Δεν είναι μεμβράνη ή επιφάνεια. Απλά ορίζεται ως μια συγκεκριμένη απόσταση από την ιδιαιτερότητα, την απόσταση όπου αν πέσετε κάτω από αυτό το όριο, δεν μπορείτε να βγείτε. Καμιά διέξοδος.
 
Είναι η απόσταση από την ιδιαιτερότητα, όπου η βαρυτική έλξη είναι τόσο ακραία ώστε τίποτα, ούτε και το ίδιο το φως, μπορεί να ξεφύγει από τη μήνι της μαύρης τρύπας. Εάν επρόκειτο να πέσετε κάτω από αυτό το όριο και αποφασίσατε ότι μπορούσατε να εξερευνήσετε τη μαύρη τρύπα, τότε κάνατε πάρα πολύ άσχημα. Όσες ρουκέτες και πυραύλους βάλετε για να ξεφύγετε  δεν θα βρεθείτε μακρύτερα από την ιδιαιτερότητα. Είστε παγιδευμένοι. Καταδικασμένοι.
 
Αλλά όχι αμέσως. Έχετε λίγες στιγμές για να απολαύσετε την εμπειρία πριν συναντήσετε την αναπόφευκτη τελική κατάστασή σας, αν η “απόλαυση” είναι η σωστή λέξη. Ο χρόνος που χρειάζεται για να φτάσεις στην ιδιαιτερότητα εξαρτάται από τη μάζα της μαύρης τρύπας. Για μια μικρή μαύρη τρύπα (μερικές φορές η μάζα του ήλιου μετράει ως “μικρή”), δεν μπορείτε καν να ανοιγοκλείσετε το μάτι σας. Για μια γιγαντιαία, τουλάχιστον ένα εκατομμύριο φορές μεγαλύτερη από τον ήλιο μας, έχετε χρόνο όσο διαρκούν λίγοι καρδιακοί παλμοί για να ζήσετε αυτή τη μυστηριώδη γωνιά του σύμπαντος.
 
Αλλά θα φτάσετε στην ιδιαιτερότητα. Δεν έχετε επιλογή. Μέσα στον ορίζοντα συμβάντων, τίποτα δεν μπορεί να παραμείνει ακίνητο. Είστε αναγκασμένοι να κινηθείτε για πάντα. Και η ιδιαιτερότητα βρίσκεται μπροστά σας σε όλα τα δυνατά σας μέλλοντα.
 
Έξω από τον ορίζοντα συμβάντος της μαύρης τρύπας, μπορείτε να κινηθείτε προς οποιαδήποτε κατεύθυνση στο χώρο που σας αρέσει. Πάνω. Αριστερά. Η επιλογή είναι δική σου. Αλλά δεν έχει σημασία τι κάνετε (ή όχι) στο χώρο, πρέπει πάντα να ταξιδέψετε στο μέλλον σας. Απλά δεν μπορείτε να του ξεφύγετε.
 
Μέσα στον ορίζοντα συμβάντος μιας μαύρης τρύπας, αυτή η κοινή κατανόηση καταρρέει. Εδώ, ένα μόνο σημείο – η  ιδιαιτερότητα – βρίσκεται στο μέλλον σας. Απλά πρέπει να ταξιδέψετε προς την ιδιαιτερότητα. Στρίψτε αριστερά, γυρίστε, γυρίστε, δεν έχει σημασία – η  ιδιαιτερότητα παραμένει πάντα μπροστά σας. Και θα χτυπήσετε εκείνη την ιδιαιτερότητα σε ένα πεπερασμένο χρονικό διάστημα.
 
Ένα ραντεβού με άπειρο
 
Καθώς πέφτατε προς την ιδιαιτερότητα, δεν είστε καλυμμένοι με μαύρο χρώμα. Το φως από το περιβάλλον σύμπαν πέφτει με σας και συνεχίζει να πέφτει μετά από σας. Λόγω της ακραίας βαρύτητας, αυτό το φως μετατοπίζεται σε υψηλότερες συχνότητες και εξαιτίας της διαστολής του χρόνου, το εξωτερικό σύμπαν φαίνεται να επιταχύνεται, αλλά είναι ακόμα εκεί.
 
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι παράξενο.
 
Επειδή όλη η μάζα της μαύρης τρύπας συγκεντρώνεται σε ένα απείρως μικρό σημείο, οι διαφορές στη βαρύτητα πάνω στο σώμα σας είναι ακραίες. Είστε τεντωμένοι από το κεφάλι μέχρι τα πόδια με μια διαδικασία που εύστοχα ονομάζεται ως σπαγγετοποίηση (spaghettification). Και επιπλέον, είστε συμπιεσμένοι στο μέσον σας. Αυτή η συμπίεση λειτουργεί στις δέσμες φωτός που σας περιβάλλουν, συγκεντρώνοντας το φως που πέφτει σε μια φωτεινή μπάντα γύρω από τη μέση σας.
 
Η εικόνα σας για την ιδιαιτερότητα γίνεται γκροτέσκο και παραμορφώνεται επίσης. Είναι μαύρη – δεν την βλέπετε, γιατί βρίσκεται στο μέλλον σας και όπως και το μέλλον σας δεν ξέρετε με τι μοιάζει μέχρι να φτάσετε εκεί. Αλλά αντί να εμφανίζεται ως ένα μικροσκοπικό σημείο, οι τεράστιες διαφορές βαρυτικές διαφορές τεντώνουν αυτό το σημείο για να κατακλύσουν το μεγαλύτερο μέρος της εικόνα σας.
 
Καθώς πλησιάζετε την ιδιαιτερότητα, φαίνεται σαν να προσγειώνεστε στην επιφάνεια ενός τεράστιου, άχαρου, άδειου, μαύρου πλανήτη.
 
Όταν η ιδιαιτερότητα τεντώνεται εντελώς από ορίζοντα σε ορίζοντα, τότε την έχετε δει.
 
Και τι βρίσκεις εκεί; Δεν ξέρουμε. Θα ήταν ωραίο αν μπορούσατε να μας πείτε, αλλά, όπως είπαμε, τίποτα δεν διαφεύγει από μια μαύρη τρύπα, συμπεριλαμβανομένου και εσάς.
 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1164b-1165a)

[II] Ἀπορίαν δ᾽ ἔχει καὶ τὰ τοιαῦτα, οἷον πότερον δεῖ πάντα τῷ πατρὶ ἀπονέμειν καὶ πείθεσθαι, ἢ κάμνοντα μὲν ἰατρῷ πιστεύειν, στρατηγὸν δὲ χειροτονητέον τὸν πολεμικόν· ὁμοίως δὲ φίλῳ μᾶλλον ἢ σπουδαίῳ ὑπηρετητέον, καὶ εὐεργέτῃ ἀνταποδοτέον χάριν μᾶλλον ἢ ἑταίρῳ προετέον, ἐὰν ἄμφω μὴ ἐνδέχηται. ἆρ᾽ οὖν πάντα τὰ τοιαῦτα ἀκριβῶς μὲν διορίσαι οὐ ῥᾴδιον; πολλὰς γὰρ καὶ παντοίας ἔχει διαφορὰς καὶ μεγέθει καὶ μικρότητι καὶ τῷ καλῷ καὶ ἀναγκαίῳ. ὅτι δ᾽ οὐ πάντα τῷ αὐτῷ ἀποδοτέον, οὐκ ἄδηλον· καὶ τὰς μὲν εὐεργεσίας ἀνταποδοτέον ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ μᾶλλον ἢ χαριστέον ἑταίροις, ὥσπερ καὶ δάνειον ᾧ ὀφείλει ἀποδοτέον μᾶλλον ἢ ἑταίρῳ δοτέον. ἴσως δ᾽ οὐδὲ τοῦτ᾽ ἀεί, οἷον τῷ λυτρωθέντι παρὰ λῃστῶν πότερα τὸν λυσάμενον ἀντιλυτρωτέον, κἂν ὁστισοῦν ᾖ, ἢ μὴ ἑαλωκότι

[1165a] ἀπαιτοῦντι δὲ ἀποδοτέον, ἢ τὸν πατέρα λυτρωτέον; δόξειε γὰρ ἂν καὶ ἑαυτοῦ μᾶλλον τὸν πατέρα. ὅπερ οὖν εἴρηται, καθόλου μὲν τὸ ὀφείλημα ἀποδοτέον, ἐὰν δ᾽ ὑπερτείνῃ ἡ δόσις τῷ καλῷ ἢ τῷ ἀναγκαίῳ, πρὸς ταῦτ᾽ ἀποκλιτέον. ἐνίοτε γὰρ οὐδ᾽ ἐστὶν ἴσον τὸ τὴν προϋπαρχὴν ἀμείψασθαι, ἐπειδὰν ὃ μὲν σπουδαῖον εἰδὼς εὖ ποιήσῃ, τῷ δὲ ἡ ἀνταπόδοσις γίνηται ὃν οἴεται μοχθηρὸν εἶναι. οὐδὲ γὰρ τῷ δανείσαντι ἐνίοτε ἀντιδανειστέον· ὃ μὲν γὰρ οἰόμενος κομιεῖσθαι ἐδάνεισεν ἐπιεικεῖ ὄντι, ὃ δ᾽ οὐκ ἐλπίζει κομιεῖσθαι παρὰ πονηροῦ. εἴτε τοίνυν τῇ ἀληθείᾳ οὕτως ἔχει, οὐκ ἴσον τὸ ἀξίωμα· εἴτ᾽ ἔχει μὲν μὴ οὕτως οἴονται δέ, οὐκ ἂν δόξαιεν ἄτοπα ποιεῖν. ὅπερ οὖν πολλάκις εἴρηται, οἱ περὶ τὰ πάθη καὶ τὰς πράξεις λόγοι ὁμοίως ἔχουσι τὸ ὡρισμένον τοῖς περὶ ἅ εἰσιν. ὅτι μὲν οὖν οὐ ταὐτὰ πᾶσιν ἀποδοτέον, οὐδὲ τῷ πατρὶ πάντα, καθάπερ οὐδὲ τῷ Διὶ θύεται, οὐκ ἄδηλον· ἐπεὶ δ᾽ ἕτερα γονεῦσι καὶ ἀδελφοῖς καὶ ἑταίροις καὶ εὐεργέταις, ἑκάστοις τὰ οἰκεῖα καὶ τὰ ἁρμόττοντα ἀπονεμητέον. οὕτω δὲ καὶ ποιεῖν φαίνονται· εἰς γάμους μὲν γὰρ καλοῦσι τοὺς συγγενεῖς· τούτοις γὰρ κοινὸν τὸ γένος καὶ αἱ περὶ τοῦτο δὴ πράξεις· καὶ εἰς τὰ κήδη δὲ μάλιστ᾽ οἴονται δεῖν τοὺς συγγενεῖς ἀπαντᾶν διὰ ταὐτό. δόξειε δ᾽ ἂν τροφῆς μὲν γονεῦσι δεῖν μάλιστ᾽ ἐπαρκεῖν, ὡς ὀφείλοντας, καὶ τοῖς αἰτίοις τοῦ εἶναι κάλλιον ὂν ἢ ἑαυτοῖς εἰς ταῦτ᾽ ἐπαρκεῖν· καὶ τιμὴν δὲ γονεῦσι καθάπερ θεοῖς, οὐ πᾶσαν δέ· οὐδὲ γὰρ τὴν αὐτὴν πατρὶ καὶ μητρί, οὐδ᾽ αὖ τὴν τοῦ σοφοῦ ἢ τὴν τοῦ στρατηγοῦ, ἀλλὰ τὴν πατρικήν, ὁμοίως δὲ καὶ μητρικήν. καὶ παντὶ δὲ τῷ πρεσβυτέρῳ τιμὴν καθ᾽ ἡλικίαν, ὑπαναστάσει καὶ κατακλίσει καὶ τοῖς τοιούτοις· πρὸς ἑταίρους δ᾽ αὖ καὶ ἀδελφοὺς παρρησίαν καὶ ἁπάντων κοινότητα. καὶ συγγενέσι δὲ καὶ φυλέταις καὶ πολίταις καὶ τοῖς λοιποῖς ἅπασιν ἀεὶ πειρατέον τὸ οἰκεῖον ἀπονέμειν, καὶ συγκρίνειν τὰ ἑκάστοις ὑπάρχοντα κατ᾽ οἰκειότητα καὶ ἀρετὴν ἢ χρῆσιν. τῶν μὲν οὖν ὁμογενῶν ῥᾴων ἡ σύγκρισις, τῶν δὲ διαφερόντων ἐργωδεστέρα. οὐ μὴν διά γε τοῦτο ἀποστατέον, ἀλλ᾽ ὡς ἂν ἐνδέχηται, οὕτω διοριστέον.

***
[2] Γεννιούνται όμως και μερικά άλλα ερωτήματα, όπως, επιπαραδείγματι, αν έχει κανείς την υποχρέωση να προσφέρει τα πάντα στον πατέρα του και αν πρέπει να τον υπακούει σε όλα, ή μήπως σε περίπτωση αρρώστιας πρέπει να υπακούει στον γιατρό του και σε περίπτωση εκλογής στρατηγού να δίνει την ψήφο του σ᾽ αυτόν που είναι ικανός στα πολεμικά πράγματα. Επίσης: Χρήσιμος πρέπει να είναι κανείς πιο πολύ στον φίλο του ή σε έναν καλό άνθρωπο; Και μάλλον να ξεπληρώνει τον ευεργέτη του παρά να κάνει ένα δώρο στον σύντροφό του, αν δεν είναι σε θέση να κάνει και τα δύο;

Να δώσεις μια ακριβή απάντηση σε όλα αυτού του είδους τα ερωτήματα δεν είναι και τόσο εύκολο πράγμα, ένα λόγο μάλιστα παραπάνω αφού παρουσιάζουν πολλές και πολλών ειδών διαφορές από την άποψη του μεγέθους ή της μικρότητας, καθώς και από την άποψη του ωραίου και καλού και του υποχρεωτικού. Ότι, πάντως, δεν πρέπει να δίνονται τα πάντα στο ίδιο πρόσωπο είναι φανερό. Επίσης: Κατά κανόνα πρέπει μάλλον να ξεπληρώνουμε τις ευεργεσίες που μας έχουν γίνει παρά να κάνουμε χάρες στους συντρόφους μας, ακριβώς όπως πρέπει μάλλον να ξεπληρώνουμε το χρέος που έχουμε στον πιστωτή μας παρά να κάνουμε δώρα σ᾽ έναν σύντροφό μας. Ίσως όμως και αυτό δεν είναι πάντοτε έτσι. Παράδειγμα: Αν κάποιος ελευθερώθηκε με λύτρα από τα χέρια ληστών, πρέπει να ελευθερώσει και αυτός με λύτρα τον ελευθερωτή του —όποιος και αν είναι αυτός— (ή και να τον πληρώσει, αν αυτός δεν έχει συλληφθεί από ληστές,


[1165a] απαιτεί όμως να πληρωθεί για την πράξη του), ή να ελευθερώσει, με την καταβολή λύτρων, τον πατέρα του; Ασφαλώς πρέπει να ελευθερώσει τον πατέρα του, περισσότερο μάλιστα και από τον ίδιο τον εαυτό του.

Γενικά λοιπόν, όπως το έχουμε ήδη πει, πρέπει κανείς να ξεπληρώνει το χρέος του· αν όμως το δώρο ξεπερνάει κατά πολύ από την άποψη της ομορφιάς ή της ανάγκης την εξόφληση του χρέους, τότε πρέπει κανείς να κλίνει προς αυτά. Γιατί μερικές φορές δεν είναι καν σωστό να ανταποδίδει κανείς το ίσο για μια εξυπηρέτηση που προηγήθηκε, αν ο ένας έκανε την εξυπηρέτησή του σε κάποιον που ξέρει ότι είναι καλός άνθρωπος, αυτός όμως κάνει την ανταπόδοση σε έναν άνθρωπο για τον οποίο πιστεύει ότι είναι κακός. Είναι και φορές που δεν πρέπει να δίνει κανείς σε κάποιον δανεικά σε ανταπόδοση των δανεικών που του έδωσε εκείνος· γιατί ο ένας, πιστεύοντας ότι θα τα πάρει πίσω, έδωσε δανεικά σε έναν καλό άνθρωπο, ενώ ο άλλος δεν έχει καμιά ελπίδα να τα πάρει πίσω από έναν κακό άνθρωπο. Ένα λοιπόν από τα δύο: Αν η γνώμη αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τότε η απαίτηση δεν είναι σωστή· αν, πάλι, δεν ανταποκρίνεται μεν στην πραγματικότητα, θεωρείται όμως ότι ανταποκρίνεται, τότε αυτού του είδους η συμπεριφορά καθόλου δεν θα φανεί άτοπη. Κατά τα άλλα ισχύει αυτό που έχουμε πει πολλές φορές, ότι οι συζητήσεις για τα πάθη και για τις πράξεις των ανθρώπων έχουν τόσον μόνο βαθμό ακρίβειας όσον και τα θέματα στα οποία αναφέρονται.


Είναι λοιπόν φανερό ότι δεν έχει κανείς τις ίδιες υποχρεώσεις απέναντι σε όλους τους ανθρώπους, και, επίσης, ότι δεν έχει την υποχρέωση να προσφέρει τα πάντα στον πατέρα του, ακριβώς όπως ούτε στον Δία δεν προσφέρονται όλες οι θυσίες· και αφού είναι διαφορετικά αυτά που πρέπει να προσφέρει κανείς στους γονείς του, στους αδελφούς, στους συντρόφους και στους ευεργέτες του, πρέπει να απονέμει στον καθένα τους αυτό που του ανήκει και αυτό που του ταιριάζει. Και είναι φανερό ότι αυτό, πράγματι, κάνουν οι άνθρωποι: στους γάμους καλούν τους συγγενείς τους, γιατί αυτοί έχουν κοινή καταγωγή, και, φυσικά, κοινές είναι και όλες οι σχετικές με αυτήν πράξεις και ενέργειες· αλλά και στις κηδείες θεωρούν ότι κατά κύριο λόγο πρέπει να συναντούν τους συγγενείς τους — για τον ίδιο λόγο. Κατά τη γενική αντίληψη το πρώτο και κύριο καθήκον μας προς τους γονείς είναι η συμπαράστασή μας στο θέμα της διατροφής τους, αφού τους είμαστε από την άποψη αυτή οφειλέτες, αλλά και γιατί στο θέμα αυτό είναι πιο ωραίο να βοηθούμε αυτούς που είναι οι αίτιοι της ύπαρξής μας παρά τον ίδιο μας τον εαυτό. Αλλά και τιμή πρέπει να απονέμουμε στους γονείς ακριβώς όπως στους θεούς, όχι όμως οποιαδήποτε —μήπως απονέμουμε την ίδια τιμή στον πατέρα μας και στη μητέρα μας;— ούτε, πάλι, την τιμή που απονέμουμε σ᾽ έναν φιλόσοφο ή σ᾽ έναν στρατηγό, αλλά την τιμή που οφείλεται σ᾽ έναν πατέρα, και παρόμοια —από την άλλη— σε μια μητέρα. Και σε κάθε ηλικιωμένο πρέπει να απονέμουμε τιμή, αυτήν που αντιστοιχεί στην ηλικία του: να σηκωνόμαστε να τον υποδεχτούμε και να τον βάζουμε να κατακλιθεί στο συμπόσιο στην καλύτερη θέση. Στους συντρόφους μας, πάλι, και στους αδελφούς μας πρέπει να παραχωρούμε το δικαίωμα να μας μιλούν ελεύθερα και να μοιράζονται μαζί μας ό,τι έχουμε. Στους συγγενείς, επίσης, και σ᾽ αυτούς που ανήκουν στην ίδια με μας φυλή, στους συμπολίτες μας και σε όλους τους άλλους πρέπει πάντοτε να προσπαθούμε να απονέμουμε αυτό που τους ανήκει και τους ταιριάζει, και να σταθμίζουμε τα δεδομένα του καθενός από την άποψη της οικειότητας, αλλά και της αρετής ή χρησιμότητάς τους. Η σχετική κρίση είναι ευκολότερη, αν πρόκειται για άτομα της ίδιας κατηγορίας, και πιο κοπιαστική, αν πρόκειται για άτομα διαφορετικής κατηγορίας. Όμως αυτό δεν είναι λόγος για να εγκαταλείψουμε την προσπάθεια· ίσα ίσα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να κάνουμε τους απαραίτητους προσδιορισμούς.