Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (21.221-21.284)

Ὣς εἰπὼν ῥάκεα μεγάλης ἀποέργαθεν οὐλῆς.
τὼ δ᾽ ἐπεὶ εἰσιδέτην εὖ τ᾽ ἐφράσσαντο ἕκαστα,
κλαῖον ἄρ᾽ ἀμφ᾽ Ὀδυσῆϊ δαΐφρονι χεῖρε βαλόντε,
καὶ κύνεον ἀγαπαζόμενοι κεφαλήν τε καὶ ὤμους.
225 ὣς δ᾽ αὔτως Ὀδυσεὺς κεφαλὰς καὶ χεῖρας ἔκυσσε.
καί νύ κ᾽ ὀδυρομένοισιν ἔδυ φάος ἠελίοιο,
εἰ μὴ Ὀδυσσεὺς αὐτὸς ἐρύκακε φώνησέν τε·
«παύεσθον κλαυθμοῖο γόοιό τε, μή τις ἴδηται
ἐξελθὼν μεγάροιο, ἀτὰρ εἴπῃσι καὶ εἴσω.
230 ἀλλὰ προμνηστῖνοι ἐσέλθετε, μηδ᾽ ἅμα πάντες,
πρῶτος ἐγώ, μετὰ δ᾽ ὔμμες· ἀτὰρ τόδε σῆμα τετύχθω·
ἄλλοι μὲν γὰρ πάντες, ὅσοι μνηστῆρες ἀγαυοί,
οὐκ ἐάσουσιν ἐμοὶ δόμεναι βιὸν ἠδὲ φαρέτρην·
ἀλλὰ σύ, δῖ᾽ Εὔμαιε, φέρων ἀνὰ δώματα τόξον
235 ἐν χείρεσσιν ἐμοὶ θέμεναι, εἰπεῖν δὲ γυναιξὶ
κληῗσαι μεγάροιο θύρας πυκινῶς ἀραρυίας,
ἢν δέ τις ἢ στοναχῆς ἠὲ κτύπου ἔνδον ἀκούσῃ
ἀνδρῶν ἡμετέροισιν ἐν ἕρκεσι, μή τι θύραζε
προβλώσκειν, ἀλλ᾽ αὐτοῦ ἀκὴν ἔμεναι παρὰ ἔργῳ.
240 σοὶ δέ, Φιλοίτιε δῖε, θύρας ἐπιτέλλομαι αὐλῆς
κληῖσαι κληῗδι, θοῶς δ᾽ ἐπὶ δεσμὸν ἰῆλαι.»
Ὣς εἰπὼν εἰσῆλθε δόμους εὖ ναιετάοντας·
ἕζετ᾽ ἔπειτ᾽ ἐπὶ δίφρον ἰών, ἔνθεν περ ἀνέστη·
ἐς δ᾽ ἄρα καὶ τὼ δμῶε ἴτην θείου Ὀδυσῆος.
245 Εὐρύμαχος δ᾽ ἤδη τόξον μετὰ χερσὶν ἐνώμα,
θάλπων ἔνθα καὶ ἔνθα σέλᾳ πυρός· ἀλλά μιν οὐδ᾽ ὣς
ἐντανύσαι δύνατο, μέγα δ᾽ ἔστενε κυδάλιμον κῆρ·
ὀχθήσας δ᾽ ἄρα εἶπεν ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζεν·
«ὢ πόποι, ἦ μοι ἄχος περί τ᾽ αὐτοῦ καὶ περὶ πάντων.
250 οὔ τι γάμου τοσσοῦτον ὀδύρομαι, ἀχνύμενός περ·
εἰσὶ καὶ ἄλλαι πολλαὶ Ἀχαιΐδες, αἱ μὲν ἐν αὐτῇ
ἀμφιάλῳ Ἰθάκῃ, αἱ δ᾽ ἄλλῃσιν πολίεσσιν·
ἀλλ᾽ εἰ δὴ τοσσόνδε βίης ἐπιδευέες εἰμὲν
ἀντιθέου Ὀδυσῆος, ὅ τ᾽ οὐ δυνάμεσθα τανύσσαι
255 τόξον· ἐλεγχείη δὲ καὶ ἐσσομένοισι πυθέσθαι.»
Τὸν δ᾽ αὖτ᾽ Ἀντίνοος προσέφη, Εὐπείθεος υἱός·
«Εὐρύμαχ᾽, οὐχ οὕτως ἔσται· νοέεις δὲ καὶ αὐτός.
νῦν μὲν γὰρ κατὰ δῆμον ἑορτὴ τοῖο θεοῖο
ἁγνή· τίς δέ κε τόξα τιταίνοιτ᾽; ἀλλὰ ἕκηλοι
260 κάτθετ᾽· ἀτὰρ πελέκεάς γε καὶ εἴ κ᾽ εἰῶμεν ἅπαντας
ἑστάμεν· οὐ μὲν γάρ τιν᾽ ἀναιρήσεσθαι ὀΐω,
ἐλθόντ᾽ ἐς μέγαρον Λαερτιάδεω Ὀδυσῆος.
ἀλλ᾽ ἄγετ᾽, οἰνοχόος μὲν ἐπαρξάσθω δεπάεσσιν,
ὄφρα σπείσαντες καταθείομεν ἀγκύλα τόξα·
265 ἠῶθεν δὲ κέλεσθε Μελάνθιον, αἰπόλον αἰγῶν,
αἶγας ἄγειν, αἳ πᾶσι μέγ᾽ ἔξοχοι αἰπολίοισιν,
ὄφρ᾽ ἐπὶ μηρία θέντες Ἀπόλλωνι κλυτοτόξῳ
τόξου πειρώμεσθα καὶ ἐκτελέωμεν ἄεθλον.»
Ὣς ἔφατ᾽ Ἀντίνοος, τοῖσιν δ᾽ ἐπιήνδανε μῦθος.
270 τοῖσι δὲ κήρυκες μὲν ὕδωρ ἐπὶ χεῖρας ἔχευαν,
κοῦροι δὲ κρητῆρας ἐπεστέψαντο ποτοῖο,
νώμησαν δ᾽ ἄρα πᾶσιν ἐπαρξάμενοι δεπάεσσιν.
οἱ δ᾽ ἐπεὶ οὖν σπεῖσάν τ᾽ ἔπιόν θ᾽ ὅσον ἤθελε θυμός,
τοῖς δὲ δολοφρονέων μετέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·
275 «κέκλυτέ μευ, μνηστῆρες ἀγακλειτῆς βασιλείης·
ὄφρ᾽ εἴπω τά με θυμὸς ἐνὶ στήθεσσι κελεύει·
Εὐρύμαχον δὲ μάλιστα καὶ Ἀντίνοον θεοειδέα
λίσσομ᾽, ἐπεὶ καὶ τοῦτο ἔπος κατὰ μοῖραν ἔειπε,
νῦν μὲν παῦσαι τόξον, ἐπιτρέψαι δὲ θεοῖσιν·
280 ἠῶθεν δὲ θεὸς δώσει κράτος ᾧ κ᾽ ἐθέλῃσιν.
ἀλλ᾽ ἄγ᾽ ἐμοὶ δότε τόξον ἐΰξοον, ὄφρα μεθ᾽ ὑμῖν
χειρῶν καὶ σθένεος πειρήσομαι, ἤ μοι ἔτ᾽ ἐστὶν
ἴς, οἵη πάρος ἔσκεν ἐνὶ γναμπτοῖσι μέλεσσιν,
ἦ ἤδη μοι ὄλεσσεν ἄλη τ᾽ ἀκομιστίη τε.»

***
Έτσι μιλώντας, τράβηξε τα ράκη και φάνηκε η μεγάλη ουλή.
Οι δυο μόλις την είδαν με τα μάτια τους και την ψηλάφησαν καλά,
σε θρήνο ξέσπασαν, απλώνοντας τα χέρια εναγκαλίζονται
τον αντρειωμένο Οδυσσέα και τρυφερά πήραν να τον φιλούν
στην κεφαλή του και στους ώμους.
Το ίδιο εκείνος, τους ασπάστηκε στα χέρια και στο πρόσωπο.
Και θα κρατούσε ο θρήνος τους ώσπου να δύσει ο ήλιος, αν
δεν τους συγκρατούσε ο Οδυσσέας μιλώντας:
«Το γοερό σας κλάμα σταματήστε, μήπως και κάποιος βγαίνοντας
σας δει κι ευθύς το μαρτυρήσει και στους μέσα.
230 Και προσοχή, ένας μετά τον άλλο μπείτε στο παλάτι, όχι κι οι δυο μαζί·
πρώτος εγώ, κι εσείς μετά με τη σειρά.
Αλλά ακούστε μου και τούτο το σημάδι: οι άλλοι, όλοι,
οι περήφανοι μνηστήρες, δεν θα θελήσουν το τόξο να μου δώσουν
και τη φαρέτρα εμένα.
Όμως εσύ, καλέ μου Εύμαιε, πάρε το τόξο και διαβαίνοντας
την αίθουσα βάλ᾽ το στα χέρια μου· ύστερα πες και στις γυναίκες
καλά να κλείσουν του μεγάρου τα καλάρμοστα πορτόφυλλα.
Κι αν κάποια ακούσει βόγγο ή βρόντο,
από τους άντρες που μέσα θα ᾽μαστε κλεισμένοι, κεφάλι να μη βγάλει
από την πόρτα, μόνο να μείνει αμίλητη κοιτώντας τη δουλειά της.
240 Και συ, καλέ Φιλοίτιε, άκου την εντολή μου· τράβα
γερά τον σύρτη της αυλόθυρας κι όσο μπορείς πιο γρήγορα
δέσε από πάνω τον ιμάντα.»
Έτσι μιλώντας, πέρασε και μπήκε στο αρχοντικό παλάτι,
και προχωρώντας κάθησε στον δίφρο απ᾽ όπου ανασηκώθηκε·
έπειτα ένας ένας προχωρούσαν κι οι δύο δούλοι του θεϊκού Οδυσσέα.
Στο μεταξύ ο Ευρύμαχος δοκίμαζε στα χέρια του το τόξο,
θερμαίνοντας τους πήχες στη φλόγα της φωτιάς· και μολαταύτα
δεν κατάφερε να το τεντώσει. Στενάζοντας βαριά η περήφανη καρδιά του, βαρυγκομώντας φώναξε τα λόγια του:
«Αλίμονο, με σφάζει ο πόνος, για μένα και για σας, για όλους.
250 Όχι, δεν κλαίω τον χαμένο γάμο, κι ας νιώθω πληγωμένος·
υπάρχουν κι άλλες στη θαλασσοφίλητη Ιθάκη, πολλές γυναίκες της φυλής μας,
και σ᾽ άλλα, πολιτισμένα μέρη.
Αν όμως δείξουμε πως είμαστε κατώτεροι στη δύναμη
από τον θείο Οδυσσέα, αν δεν μπορούμε να τανύσουμε το τόξο του,
τότε η ντροπή μας θα ακουστεί και θα τη μάθουν οι μελλούμενοι.»
Αμέσως του αποκρίθηκε του Ευπείθη ο γιος, ο Αντίνοος:
«Ευρύμαχε, αυτό ποτέ δεν πρόκειται να γίνει, το ξέρεις κι από μόνος σου.
Σήμερα ωστόσο ο κόσμος ξεφαντώνει με του θεού μας την ιερή γιορτή —
σκασίλα για τα τεντωμένα τόξα. Γι᾽ αυτό σας λέω,
260 παρατήστε τα. Όσο για τα πελέκια, ας μείνουνε εδώ, όλα στη θέση τους·
δεν το φαντάζομαι πως κάποιος θα βρεθεί, μπαίνοντας στο παλάτι
του Λαερτιάδη, να μας τα σηκώσει.
Ελάτε τώρα· ο κεραστής κούπες να πάρει, ας τις γεμίσει με κρασί,
σπονδή να κάνουμε κι εμείς, αφήνοντας στην άκρη τα καμπύλα τόξα.
Και πείτε, αύριο πρωί ο Μελάνθιος, ο γιδολάτης, να φέρει
στο παλάτι γίδες, όσες μες στο κοπάδι ξεχωρίζουν, μεριά να κάψουμε
του Απόλλωνα, ασυναγώνιστου τοξότη. Έπειτα δοκιμάζουμε
κι εμείς το τόξο, οπότε βλέπουμε πώς θα τελειώσει αυτός ο αγώνας.»
Έτσι τους μίλησε ο Αντίνοος, κι ο λόγος του καλάρεσε.
270 Τότε τους έφεραν οι κήρυκες νερό, τα χέρια τους να πλύνουν,
έφηβοι ωραίοι με πιοτό ξεχείλισαν κρατήρες, κι ύστερα
πήραν να μοιράζουν σ᾽ όλους κούπες με κρασί.
Εκείνοι στάλαξαν σπονδή, ήπιαν μετά όσο τραβούσε η ψυχή τους, και τότε
ο Οδυσσέας, πολύγνωμος και δολοπλόκος, μπήκε στη μέση λέγοντας:
«Μνηστήρες της περήφανης βασίλισσας, ακούστε με ό,τι θα πω,
όσα η ψυχή στα στήθη μου προστάζει·
απ᾽ τον Ευρύμαχο προπάντων και τον θεόμορφο Αντίνοο ζητώ
μια χάρη· πολύ σωστός ο λόγος που είπε,
προσώρας το τόξο να το βάλετε στην άκρη και στους αθάνατους ν᾽ αφήσετε
280 την τελική απόφαση — αύριο ο θεός θα κρίνει σε ποιον θα δώσει σίγουρα τη νίκη.
Αλλά παρακαλώ, δώσετε και σ᾽ εμένα αυτό το τόξο το γυαλιστερό,
να δοκιμάσω ανάμεσά σας τη δική μου δύναμη, όση μου απόμεινε
στα χέρια ακόμη, αυτήν που ακέραιη κρατούσαν κάποτε
τα λυγερά μου μέλη — στο μεταξύ τη χάλασε η τόση κακοπέραση
της περιπλάνησής μου.»

Jacques Derrida: Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει

Μαθαίνεις να ζεις σημαίνει ωριμάζεις, επίσης εκπαιδεύεις: μαθαίνεις στον άλλο και προπάντων στον ίδιο τον εαυτό σου. Το να απευθύνεσαι σε κάποιον για να του πεις "θα σου μάθω να ζεις", σημαίνει, ενίοτε σε απειλητικό τόνο, θα σε διαπλάσω και δη θα σε στρώσω.

Εν συνεχεία, και η αμφιλογία αυτού του παιγνιδιού έχει μεγαλύτερη σημασία για μένα, αυτός ο αναστεναγμός ανοίγεται επίσης σε μια δυσκολότερη ερωτητική: το ζην, αυτό το πράγμα μπορείς να το μάθεις στον εαυτό σου, μπορείς να το διδάξεις στον εαυτό σου;

Μπορεί κανείς να μάθει, με την πειθαρχία ή με την μαθητεία, με την εμπειρία ή τον πειραματισμό, να αποδεχθεί, ή, καλύτερα, να επιβεβαιώσει τη ζωή;

Εν προκειμένω, λοιπόν, για να απαντήσω, εγώ, χωρίς πρόσθετες περιστροφές στο ερώτημά σας: όχι, ποτέ δεν έμαθα-να-ζω. Καθόλου, εν τοιαύτη περιπτώσει!

Μαθαίνεις να ζεις, αυτό θα έπρεπε να σημαίνει ότι μαθαίνεις να πεθάνεις, να λαμβάνεις υπ΄όψιν, για να την αποδεχθείς, την απόλυτη θνητότητα (χωρίς σωτηρία, ούτε ανάσταση, ούτε λύτρωση -- ούτε για τον εαυτό σου ούτε για τον άλλον).

Από τον Πλάτωνα και εφεξής πρόκειται για το παλαιό φιλοσοφικό ερώτημα: φιλοσοφείς σημαίνει μαθαίνεις να πεθάνεις.

Δεν έχω μάθει να τον αποδέχομαι, τον θάνατο. Είμαστε όλοι επιζώντες με αναστολή.

Ωστόσο, παραμένω ανεπίδεκτος διαπαιδαγωγήσεως όσον αφορά τη σοφία του να ξέρεις-να-πεθάνεις ή, αν προτιμάτε, να ξέρεις-να-ζεις. Ως τώρα, τίποτε δεν έχω μάθει ή επιτύχει σχετικά με αυτό το θέμα.

Ο χρόνος της αναστολής συρρικνώνεται με επιταχυνόμενο ρυθμό. όχι μόνο γιατί είμαι, μαζί με άλλους, κληρονόμος τόσων πραγμάτων, καλών ή τρομερών: καθώς οι περισσότεροι από τους στοχαστές με τους οποίους συνδεόμουν είναι νεκροί, όλο και πιο συχνά με αποκαλούν επιζώντα: ο τελευταίος, ο έσχατος εκπρόσωπος μιας "γενιάς", χονδρικά της δεκαετίας του 1960· αυτό το γεγονός, χωρίς να είναι επακριβώς αληθινό, δεν μου εμπνέει μόνο ενστάσεις αλλά και ισθήματα μιας κάπως μελαγχολικής εξέγερσης.

Καθώς, επιπρόσθετα, ορισμένα προβλήματα υγείας --το είπαμε-- έχουν γίνει πιεστικά, το ερώτημα της επιβίωσης ή της αναστολής, που πάντοτε με κατέτρυχε, κυριολεκτικά, σε κάθε στιγμή της ζωής μου, συγκεκριμένα και ακατάπαυστα, σήμερα αποκτά διαφορετική χροιά.

Πάντοτε ενδιαφερόμουν για τη θεματική της επιβίωσης, το νόημα της οποίας δεν προστίθεται στο ζην και στο θνήσκειν.

Η επιβίωση είναι αρχέγονη: η ζωή είναι επιβίωση.

Επιβιώνεις με την τρέχουσα σημασία θέλει να πει ότι συνεχίζεις να ζεις, αλλά επίσης ότι ζεις μετά τον θάνατο.

Αφήνω εδώ ένα κομματάκι χαρτί, φεύγω, πεθαίνω: αδύνατον να εξέλθω από τούτη τη δομή, αυτή είναι η σταθερή μορφή της ζωής μου.

Κάθε φορά που αφήνω να φύγει κάτι, κάθε φορά που το τάδε ίχνος φεύγει από εμένα, "εκπορεύεται" από εμένα, με τρόπο μη επανιδιοποιήσιμο, ζω τον θάνατό μου μέσα στη γραφή.

Jacques Derrida, Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει

Ο αυτοέλεγχος ως ενδιάμεση μεταβλητή

Μερικοί άνθρωποι συμπεριφέρνονται με μεγαλύτερη συνέπεια ως προς τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους από ότι άλλοι; Ο Snyder (1979, 1987) ισχυρίζεται ότι αυτό ισχύει και ότι οφείλεται στο βαθμό που οι άνθρωποι ελέγχουν τη συμπεριφορά τους, ώστε να είναι συνεπείς είτε με τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους είτε με τις απαιτήσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος.

Ο Snyder (1987) υποστηρίζει ότι τα άτομα με χαμηλό αυτοέλεγχο διαθέτουν μια αντίληψη του εαυτού τους που καθορίζεται από τις αρχές τους (είμαι δημοκράτης, ελεύθερος στη σκέψη, ειλικρινής, συγκρατημένος κλπ ). Αντίθετα τα άτομα με υψηλό αυτοέλεγχο έχουν μια πιο ‘υλιστική‘ αντίληψη του εαυτού τους (είμαι ταμίας της τάξης μου, ο πρώτος βιολιστής στην ορχήστρα, οργανωτής στις οικογενειακές συγκεντρώσεις κλπ) . Η έρευνα έχει δείξει ότι τα άτομα με υψηλό αυτοέλεγχο είναι πράγματι πιο ευαίσθητα στις απαιτήσεις των καταστάσεων από ότι τα άτομα με χαμηλό αυτοέλεγχο, και ότι η συμπεριφορά τους είναι πιο ευμετάβλητη απέναντι στις περιστάσεις .

Οι άνθρωποι με υψηλό αυτοέλεγχο θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως «κοινωνικοί χαμαιλέοντες» που μπορούν να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους, να ικανοποιήσουν το κοινό τους και να προσαρμοστούν στις καταστάσεις. Αντίθετα, οι άνθρωποι με χαμηλό αυτοέλεγχο είναι περισσότερο «πιστοί στον εαυτό τους» και συμπεριφέρονται στις διάφορες περιστάσεις μ έναν τρόπο που είναι περισσότερο συνεπής ως προς τα εσωτερικά τους χαρακτηριστικά, τις στάσεις και τις απόψεις τους. Έτσι ο αυτοέλεγχος εμφανίζεται να είναι μια ενδιάμεση μεταβλητή που επιδρά στον τρόπο με τον οποίο πολλά χαρακτηριστικά καθορίζουν την συμπεριφορά.

Μπορούν τα αποτελέσματα του αυτοελέγχου να εμφανιστούν στην πραγματικότητας; Πρόσφατες έρευνες υποστηρίζουν ότι η απάντηση είναι καταφατική. Ο υψηλός και ο χαμηλός αυτοέλεγχος των ατόμων, οδηγούν σε ενδιαφέρουσες διαφορές στην καταναλωτική συμπεριφορά. Δηλαδή ο καταναλωτής με χαμηλό αυτοέλεγχο φαίνεται να προσελκύεται από ένα προϊόν, γιατί έχει ουσιαστική ποιότητα και αντανακλά τις προσωπικές του αξίες, ενώ οι καταναλωτές υψηλού αυτοελέγχου προσελκύονται περισσότερο από ένα προϊόν που συμβάλλει στη δημιουργία της επιθυμητής εικόνας στον κοινωνικό περίγυρο.

Ομοίως τα άτομα με χαμηλό αυτοέλεγχο ελκύονται από τους άλλους ανθρώπους περισσότερο από εσωτερικά χαρακτηριστικά όπως είναι οι στάσεις, οι αξίες, οι πεποιθήσεις, ενώ τα άτομα με υψηλό αυτοέλεγχο προσελκύονται περισσότερο από την εξωτερική εντύπωση. Στις ρομαντικές σχέσεις τα άτομα με χ. α. δεσμεύονται πιο εύκολα και πασχίζουν να βρουν ένα ταίρι ώστε να ικανοποιούν όλες τις ανάγκες τους, ενώ οι άνθρωποι υ.α. δε δεσμεύονται εύκολα και ζητούν ποικιλία στους συντρόφους. Στις φιλίες επίσης τα άτομα με χ.α. επιδιώκουν την απόκτηση στενών, έμπιστων φίλων, με τους οποίους να μοιράζονται βασικές στάσεις, αξίες και ενδιαφέροντα. Αντίθετα τα άτομα με υ.α. έχουν γνωστούς και φίλους για ειδικές περιστάσεις, με τους οποίους μοιράζονται συγκεκριμένες δραστηριότητες, έναν φίλο με τον οποίο παίζουν τένις, έναν άλλο φίλο για να πηγαίνουν θέατρο κλπ.

Ακόμη και τα προσωπικά προβλήματα των ατόμων με χ. α και υ. α. παρουσιάζουν μερικές ενδιαφέρουσες διαφορές. Άνθρωποι χ. α. αναφέρουν ότι αισθάνονται μεγαλύτερη κατάθλιψη από γεγονότα που κλονίζουν την αίσθησή τους για το ποιοι είναι, για παράδειγμα το να κατηγορηθούν για υποκρισία. Από την άλλη μεριά άνθρωποι υ. α. αναφέρουν ότι καταβάλλονται από γεγονότα που βλάπτουν την κοινωνική εικόνα τους ή την αίσθηση της κοινωνικής τους επιδεξιότητας, όπως για παράδειγμα όταν δεν μπορούν να εντυπωσιάσουν τους ανθρώπους σ ένα πάρτυ.

Όταν αισθάνονται καταπίεση, οι άνθρωποι με χαμηλό και υψηλό αυτοέλεγχο αναφέρουν διαφορετικές στρατηγικές αντιμετώπισης της κατάθλιψής τους. Οι άνθρωποι με χ. α. είναι πολύ πιθανό να αναζητήσουν τους φίλους τους και να δώσουν διέξοδο στα συναισθήματά τους, ενώ οι άνθρωποι με υ. α. είναι πιο πιθανό να αλλάξουν περιβάλλον και να παριστάνουν ότι έχουν καλή διάθεση.

Συνοψίζοντας, η συμπεριφορά των ατόμων χ. α. που καθορίζεται από τα χαρακτηριστικά και η κατά περιστάσεις διαφορετική συμπεριφορά των ατόμων υ. α. παρατηρούνται στην καθημερινή ζωή όπως και στο εργαστήριο της κοινωνικής ψυχολογίας. Σημειώστε ότι ο αυτοέλεγχος προσφέρει μια νέα οπτική γωνία στην διχογνωμία μεταξύ χαρακτηριστικών και συνθηκών. Η συμπεριφορά δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης των χαρακτηριστικών και των καταστάσεων, αλλά ενώ μερικοί άνθρωποι συμπεριφέρονται περισσότερο σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά, άλλοι συμπεριφέρονται περισσότερο σύμφωνα με τις καταστάσεις.

Σημειώστε επίσης πως τα συμπεράσματα των δύο αντίθετων απόψεων για την προσωπικότητα-ερμηνεία βάσει των χαρακτηριστικών και ερμηνεία βάσει των καταστάσεων- τελικώς οδηγούν σε μία πιο πολύπλοκη κατανόηση της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς στην οποία οι υποθέσεις και των δυο προσεγγίσεων ισχύουν.

Η διαταραχή της κενής καρδιάς

Ο καθηγητής Xu Kaiwen, αναπληρωτής επικεφαλής του κέντρου εκπαίδευσης και συμβουλευτικής ψυχικής υγείας στο κορυφαίο πανεπιστήμιο του Πεκίνου στην Κίνα, περιέγραψε για πρώτη φορά την διαταραχή της κενής καρδιάς (ή kongxin bing στα κινεζικά) σε ένα εκπαιδευτικό συνέδριο το 2019. Αφορά τους φοιτητές που έχουν καταφέρει να γίνουν δεκτοί σε ελίτ πανεπιστήμια, αλλά φτάνουν εκεί με «άδειες καρδιές», χωρίς να αισθάνονται καμία αίσθηση σκοπού στη ζωή τους.

Πολλοί Κινέζοι φοιτητές δείχνουν μια μονοσήμαντη αφοσίωση στις ακαδημαϊκές τους προσπάθειες. Απαρνούνται άλλα ενδιαφέροντα, περιορίζοντας τις δραστηριότητες αναψυχής, ακόμη και τις φιλίες στην πορεία. Μέσα από τις προσπάθειές τους, φτάνουν στο αποκορύφωμα της επιτυχίας: αυτό ακριβώς που ήθελαν οι γονείς τους γι’ αυτούς.

Τώρα όμως αντιμετωπίζουν μια ερώτηση που δεν υπάρχει σε καμία εξέταση: Γιατί έχει σημασία; Για πολλούς από αυτούς τους Κινέζους μαθητές με υψηλές επιδόσεις – σύμφωνα με μια εκτίμηση, πάνω από το 40% – η νίκη είναι κενή περιεχομένου. Νιώθουν μια αίσθηση εσωτερικής ματαιότητας: ένα κενό για τη ζωή και τα επιτεύγματά τους. Φανταστείτε να είστε τόσο νέοι, τόσο σκληρά εργαζόμενοι και αφοσιωμένοι – και τόσο ηττημένοι.

Η ανταπόκριση σε αυτή την προκαταρκτική έρευνα ήταν ευρέως επιβεβαιωτική. Ένας ανώνυμος φοιτητής γράφει: «Είμαι μέρος του 40%, και πιθανώς τα πράγματα είναι ακόμα πιο σοβαρά… Στην πραγματικότητα, έχω σκεφτεί να βάλω τέλος στη ζωή μου περισσότερες από μία φορές».

Μια φοιτήτρια ψυχοθεραπείας εκτίμησε ότι δεν πρόκειται απλώς για την καρδιά, αλλά για μια περίπτωση «άδειου εαυτού», επειδή αυτοί οι νέοι άνθρωποι δεν γνωρίζουν ουσιαστικά ποιοι είναι. Τέτοια συναισθήματα γίνονται ραγδαία όλο και πιο συνηθισμένα, ιδίως από την αρχή της πανδημίας.

Βλέπουμε ένα παρόμοιο φαινόμενο και στο πλαίσιο του δυτικού πολιτισμού – σκεφτείτε την αρχετυπική αναζήτηση των εφήβων για το νόημα της ζωής τους. Είναι σύνηθες για τους εφήβους και τους νεαρούς ενήλικες, με τη νεοαποκτηθείσα ικανότητά τους για αφηρημένη και συμβολική σκέψη, να θέτουν τα μεγάλα ερωτήματα για το νόημα της ζωής – να αναζητούν αυτό το νόημα και να φοβούνται την πολυπλοκότητα του κόσμου. Η εφηβική αγωνία δεν είναι κάτι καινούργιο.

Όμως, η διαταραχή κενής καρδιάς είναι κάτι περισσότερο. Δεν εντάσσεται στη σφαίρα του φυσιολογικού εφηβικού υπαρξισμού, αλλά μάλλον σε ένα συνεχές που περιλαμβάνει χρόνιο, συχνά εξουθενωτικό άγχος, καθώς και κατάθλιψη και συχνό αυτοκτονικό ιδεασμό.

Ο λόγος για αυτή τη διαφορά είναι σε μεγάλο βαθμό πολιτισμικός. Η διαταραχή κενής καρδιάς έχει πιθανότατα μεγεθυνθεί από την πολιτική του ενός παιδιού- οι περισσότεροι Κινέζοι έφηβοι και νεαροί ενήλικες είναι μοναχοπαίδια και επομένως είναι ο μοναδικός φορέας των ελπίδων και των κληρονομιών των γονέων τους. Το φαινόμενο αυτό αυξάνεται μόνο όταν η κινεζική κουλτούρα επιμένει ότι πρέπει να αφιερωθούν πλήρως στο μέλλον των οικογενειών τους. Σε ένα ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο, η διαταραχή είναι προϊόν υπερβολικής φιλοδοξίας και υπερβολικής ευθύνης για το μέλλον των οικογενειών αυτών των νέων ανθρώπων.

Με την κλινική ιδιότητα, η σύζυγός μου και εγώ έχουμε δει πολλούς νέους ανθρώπους να αισθάνονται κατάθλιψη και να μην μπορούν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των γονέων τους. Ένας από τους ασθενείς μας, ένα 14χρονο κορίτσι, δημιούργησε μια λέσχη αυτοκτονίας. «Ο θάνατος δεν έχει σημασία», μας είπε. (Οι γονείς της ανησυχούσαν αρρωστημένα για την ασφάλειά της).

Ένα άλλο 14χρονο κορίτσι, του οποίου ο πατέρας ήταν αλκοολικός και η μητέρα τρομερά καταθλιπτική, άκουγε παραισθητικές φωνές. Διαγνωσμένη ως ψυχωτική, εγκατέλειψε το σχολείο, ισχυριζόμενη ότι θα μπορούσε να στηρίξει τη μητέρα της, η οποία θα έπρεπε να εγκαταλείψει τον πατέρα της. Οι φωνές αποδείχθηκε ότι ήταν εκείνες των γονιών της που τσακώνονταν και δεν ήταν καθόλου ψυχωτικές: απλώς η διαμάχη των γονιών της ηχούσε στο κεφάλι της. Η θλιβερή και απελπισμένη ενασχόλησή της με τη διαμάχη των γονιών της την κατέτρωγε.

Διαταραχή κενής καρδιάς: Ιστορικό πλαίσιο

Ο Μπωντλαίρ, στο διάσημο ποίημά του «Fleur de Mal» του 19ου αιώνα, περιέγραψε ένα αίσθημα εξαθλιωμένου κενού, που αποτυπώνεται με την εικόνα ενός βασιλιά μιας πλούσιας χώρας όπου βρέχει συνέχεια και ο οποίος έχει ένα αίσθημα μουδιάσματος και εσωτερικού θανάτου. Η κοινωνιολογική έννοια της ανομίας που περιέγραψε ο Talcott Parsons συνδέει αυτά τα συναισθήματα με την απουσία ενός συνόλου συμφωνημένων προτύπων, τα οποία στη συνέχεια εισχωρούν στο εσωτερικό των ανθρώπων.

Ο Andre Green έγραψε για τη «νεκρή μητέρα» μέσα σε πολλούς απελπισμένους και άδειους ασθενείς. Το σύμπλεγμα της νεκρής μητέρας του προσφέρει μια ψυχαναλυτική εξήγηση για ένα εσωτερικό κενό συνυφασμένο με τον υπαρξιακό τρόμο που περιγράφηκε επίσης στην υπαρξιακή ψυχιατρική του 20ού αιώνα.

Στη σημερινή Κίνα, με τις ταχύτατα μεταβαλλόμενες κοινωνικές προσδοκίες της, μπορούμε να δούμε πώς τα άτομα αισθάνονται αποκλεισμένα και εγκαταλελειμμένα, ακόμη και όταν ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια της επιτυχίας. Αλλά αυτό δεν είναι τόσο διαφορετικό από την τύχη πολλών δυτικών νέων, οι οποίοι χάνονται στο ποτό και στα πάρτι σε μια απέλπιδα προσπάθεια να καλύψουν μια εσωτερική αίσθηση ανούσιας ζωής και φόβου για το μέλλον.

Αν και δεν είναι ένας νέος τρόπος αισθάνεσθαι, η σκέψη των πολλών ποικιλιών των κενών καρδιών, σε Ανατολή και Δύση, μας βοηθά να κατανοήσουμε τις σύγχρονες εκδοχές της εσωτερικής ματαιότητας καθώς προσπαθούμε να βοηθήσουμε τους ασθενείς μας να βρουν νόημα στη ζωή τους.

Όταν παιδί μου έρθουν τα δύσκολα, κάτσε και σκέψου και μη μου λυγίσεις

Πρόκειται για τα λόγια μιας μάνας που μοιάζουν να έχουν γραφτεί σε μορφή επιστολής προς το παιδί της, αντί διαθήκης. Λόγια-βάλσαμο που γαληνεύουν την ψυχή και δίνουν πίστη στη δύναμη που ο καθένας μας κρύβει μέσα του.

«Όταν παιδί μου έρθουν τα δύσκολα κάτσε και σκέψου και μη μου λυγίσεις.

Θυμήσου…

Το σπίτι μας έχει πόρτα που δεν κλείνει, ούτε στα λάθη σου, ούτε στα ζόρια σου, ούτε στον χρόνο που περνά. Όσο κι αν μεγάλωσες η πόρτα σε χωράει, το ίδιο και η αγκαλιά μου.

Αν τα δύσκολα ήρθανε γιατί έφταιξες εσύ…

Σκέψου…

Εγώ τιμωρία δεν σε έβαλα ποτέ. Σου τόνιζα μόνο πόσο ντροπή είναι να νοιώθουμε πως φταίμε και πόσο όμορφο είναι το συναίσθημα μετά τη ντροπή όταν λέμε συγγνώμη.

Αν πάλι φταίει κάποιος άλλος…

Μη θυμώνεις παιδί μου. Να έχεις καλοσύνη τόση που να φτάνει και για εκείνον που δεν είχε.

Και τόση αξιοπρέπεια ώστε να μη χωράει στη ζωή σου το λάθος του δεύτερη φορά.

Αν σου γκρεμίστηκε όνειρο, έλα να φτιάξουμε άλλο. Εδώ είμαι να σου δώσω τα υλικά απ την αρχή.

Αν σε αδίκησαν, φρόντισε να διεκδικήσεις ό,τι σου άξιζε και αν δεν στο δώσουν θα στο δώσει η ζωή παρακάτω.

Αν απλώς δε τα κατάφερες έλα να το πάμε από την αρχή. Όπως τότε με το ποδήλατο, θυμάσαι; ματώσαμε… πονέσαμε μα στο τέλος τα καταφέραμε… θυμάσαι;

Θυμήσου… το σπίτι μας έχει μια πόρτα που δεν κλείνει. Ούτε στα λάθη σου ούτε στα ζόρια σου, ούτε στον χρόνο που περνά… ό,τι και αν έκανες, ό,τι κ αν έπαθες, ό,τι κι αν συνέβη… η πόρτα σε χωράει παιδί μου το ίδιο και η αγκαλιά μου…»

Μουσική εστί και φιλοσοφία.

Η ιστορική απαρχή της μουσικής, τοποθετείται παράλληλα με την εμφάνιση του ανθρώπινου είδους, το οποίο εκ φύσεως ήταν και είναι δεσμευμένο με τα ¨εξελικτικά¨ ερωτήματα, θεμέλιος λίθος για τη γέννηση της φιλοσοφίας.

Η μουσική που συμπορεύεται με τον άνθρωπο σαν διάμεσο μεταξύ αυτού και της φύσης που τον περιβάλλει, εξασφαλίζει την πνευματική ισορροπία που οδηγεί στον φιλοσοφικό στοχασμό.
Η μουσική είναι και ήταν πάντα συνδεδεμένη με τον φιλοσοφικό στοχασμό. Ξεκινώντας από τον ακρογωνιαίο λίθο του Ευρωπαϊκού πολιτισμού και κουλτούρας, δηλαδή την αρχαία Ελλάδα, εντοπίζουμε άπειρα παραδείγματα που συνδέουν τη μουσική με τη φιλοσοφία.

Ο φιλοσοφικός στοχασμός του Πυθαγόρα περί μουσικής των σφαιρών, που αναφέρεται στις δονήσεις των ουράνιων σωμάτων και στην παραγωγή της λεγόμενης συμπαντικής μουσικής, μαρτυρεί τη ζωτική σημασία της για την ύπαρξη του ανθρώπου.

Ο ίδιος φιλοσοφικός στοχασμός αναπτύσσεται και από τον διάσημο μαέστρο του 20ου αιώνα, Bruno Walter: “Ως πλάσμα της φύσης, υποκείμενο στις επιδράσεις που ασκούν τα κοσμικά γεγονότα πάνω σε καθετί το επίγειο, ο άνθρωπος πρέπει να βρισκόταν, από τις απαρχές της ανθρωπότητας κάτω από την επιρροή αυτής της συμπαντικής μουσικής. Ο οργανισμός του συνηχούσε με τις δονήσεις αυτής της μουσικής και προσλάμβανε τους ρυθμικούς παλμούς της. Σ’ αυτά τα κοσμικά φαινόμενα που μαρτυρούν τη βαθύτερη ουσία του σύμπαντος και από την επίδραση τους στην ανθρώπινη εξέλιξη οφείλεται, μάλλον, η προδιάθεση του ανθρώπου για τη μουσική…” .

Εξάλλου ο Γκαίτε στο 2° μέρος του Φάουστ (του οποίου ο επίλογος χρησιμοποιήθηκε ως κείμενο στο 2° μέρος της 8ης συμφωνίας του Mahler) τοποθετεί τον Άριελ να λέει για την ανατολή του ήλιου: “Στων πνευμάτων τα ώτα ήδη με ήχο η νέα μέρα απλούται.” Αυτό το απόσπασμα μαρτυρεί την κοσμογονική σημασία του ήχου και υποδηλώνει την ύπαρξη της συμπαντικής μουσικής – πρωτογενές υλικό, για τον πνευματικό κόσμο. Μαρτυρεί, επίσης, την εκ φύσεως προδιάθεση του ανθρώπου για τη μουσική.

Ο Πλάτωνας στην φιλοσοφική του πραγματεία “Νόμοι”, βιβλίο 7°, στίχος 812c , υπογραμμίζει την ευεργετική επίδραση της μουσικής πάνω στις ψυχές των νέων, η οποία είναι φάρος στην αναζήτηση του δρόμου προς την αρετή. “Αθηναίος: Αν θυμάμαι καλά, είπαμε ότι οι εξηντάρηδες υμνωδοί του Διονύσου πρέπει να είναι άτομα ιδιαίτερα ευαίσθητα στο ρυθμό και στη μουσική σύνθεση ,ώστε να ξεχωρίζουν την καλή από την κακή μίμηση, όταν βρίσκονται μπροστά σε καλές ή κακές παραστάσεις. Τις πρώτες πρέπει να τις προβάλλουν και να τις τραγουδούν στο κοινό για να μαγεύουν τις ψυχές των νέων, και να τους παροτρύνουν να τις κάνουν οδηγούς τους στην αναζήτηση του δρόμου που φέρνει στην αρετή.”

Δεσπόζουσες φιλοσοφικές ιδέες όπως η ψυχή, η αρετή, η αναζήτηση, που απασχόλησαν όλους τους σημαντικούς φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας και μετέπειτα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Πλάτωνα συνδέονται άμεσα με τη μουσική.

Κατά τον 15° και 16° αιώνα το αρχαιοελληνικό πνεύμα αναγεννιέται στην Ευρώπη και τα φιλοσοφικά ρεύματα του “Ουμανισμού” και του “Νεοπλατωνισμού” κυριαρχούν κατά την Αναγέννηση . Η μουσική που είχε ήδη ,από το τέλος του 13ου αιώνα, ξεκινήσει να ξεφεύγει από την εκκλησιαστική αποκλειστικότητα, σαν μια από τις ελευθέριες τέχνες (Artes liberales), στηρίζει τη δημιουργία της και τη δόμησή της σε αυτά τα φιλοσοφικά ρεύματα.

Ο άνθρωπος που είναι πλέον το φιλοσοφικό επίκεντρο επηρεάζει τη μουσική τεχνοτροπία και δόμηση, αφού περνά σε πρώτο πλάνο η ατελής (όπως ο άνθρωπος σε σχέση με το θεό), δυαδική ρυθμική οργάνωση που συνδέεται με τη δυαδική αναλογία μεταξύ των αριθμών της σειράς Φιμπονάτσι.
“Οι θεωρητικοί της Αναγέννησης πίστευαν (συμφωνώντας με την Πλατωνική και Αριστοτελική θεωρία) ότι η ύπαρξη της μουσικής δικαιώνεται μόνον αν η μουσική τεθεί στην υπηρεσία της διαμορφώσεως του χαρακτήρα και της αρετής …

Για παράδειγμα ο Vincenzo Galilei στο έργο του Dialogo della música antica e della moderna αναφέρει: Αν o μουσικός δεν έχει τη δύναμη να οδηγεί την ψύχη του ακροατή σε ό,τι την ωφελεί τότε η επιστήμη και η γνώση του πρέπει να θεωρηθούν ουτιδανές και μάταιες , γιατί η τέχνη της μουσικής θεσπίσθηκε και κατατάχθηκε στις ελευθέριες τέχνες μόνο γι’ αυτό το σκοπό και κανέναν άλλο.”

Όλα αυτά αποδεικνύουν τους κοινούς στόχους της μουσικής και της φιλοσοφίας, δηλαδή την πνευματική καλλιέργεια, τη διαμόρφωση χαρακτήρα και την αναζήτηση της αρετής. Πέραν τούτου κοινό χαρακτηριστικό των δύο είναι η ρητορική, η οποία στη μεν φιλοσοφία θεωρείται αυτονόητο εκφραστικό μέσο και στη δε μουσική πρότυπο προς μίμηση. Αυτή η άποψη ενισχύεται από το γεγονός ότι κατά την Baroque εποχή (1600-1750) η μουσική θεωρείται γλώσσα (música reservata, θεωρία των φιγούρων) και η δόμησή της στηρίζεται στις αρχές της ρητορικής, όπως αυτές περιγράφονται στο βιβλίο Institutio Oratoria του Quintilani . Ο ίδιος ισχυρισμός μπορεί να στηριχτεί και από το άρθρο Rhetorics and music του The new groove dictionary of music and musicians.

Ο φιλοσοφικός στοχασμός που πλαισιώνει τη μουσική δημιουργία μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα, της οποίας κύριο μέλημα είναι η χαλιναγώγηση της διαφωνίας και η εξισορρόπηση της συμφωνικότητας, μετατρέπεται σε κεντρική ιδέα στις συνθετικές προσπάθειες του 20ου αιώνα.

Επαναστατικές συνθέσεις, όπως το κονσέρτο της σιωπής του John Cage ή το κονσέρτο εγχόρδων για 4 ελικόπτερα του Stockhausen, αποδεικνύουν ότι η μουσική σύνθεση του 20ου αιώνα είναι φιλοσοφικός στοχασμός που εκφράζεται με ήχους.

Όλα αυτά μαρτυρούν την αδιαμφισβήτητη σχέση μεταξύ της μουσικής και της φιλοσοφίας. Με κύριο εκφραστικό μέσο της τον ήχο, η μουσική ήταν, είναι και θα είναι πάντα ρητορική έκφραση των σημαντικότερων φιλοσοφικών στοχασμών, καρποί της απαράμιλλης ανάγκης για λύση των αιώνιων “γιατί”, “πώς” και “τι”.

Αντανακλώντας τη συμπαντική αρμονία, η μουσική παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαπαιδαγώγηση, στην πνευματική καλλιέργεια και αποτελεί κύρια πηγή των ηλεκτρομαγνητικών εντυπώσεων που τροφοδοτούν τις πνευματικοβιολογικές λειτουργίες του ανθρώπου· συμπεράσματα που απορρέουν από το φιλοσοφικό στοχασμό περί μουσικής έκφρασης.

Μπορούν οι οικονομολόγοι να λογιστούν επιστήμονες;

Μπορούν οι οικονομολόγοι να λογιστούν επιστήμονες;

Με μία λέξη: «Όχι». 

Οι οικονομολόγοι συμπεριφέρονται όπως οι επιστήμονες και μιλούν όπως οι επιστήμονες – έχουν αναπτύξει ορισμένα εντυπωσιακά μαθηματικά εργαλεία και απονέμουν στον εαυτό τους ένα βραβείο Νόμπελ κάθε χρόνο-, αλλά δεν μπορούν ακόμη να θεωρηθούν γνήσιοι επιστήμονες. Τα οικονομικά δεν θεμελιώνονται σε στέρεες υποκείμενες γνώσεις, όπως θα έπρεπε να συμβαίνει (εν προκειμένω, σε γνώσεις της βιολογίας). Αυτό εκ πρώτης όψεως φαντάζει παράδοξο, διότι τα μοντέλα της οικονομικής δραστηριότητας δεν μπορούν παρά να βασίζονται σε κάποιες ιδέες σχετικά με το τι ακριβώς επιζητούν οι άνθρωποι. Τι προσπαθούμε άραγε να μεγιστοποιήσουμε; Εδώ οι οικονομολόγοι παίζουν «τον παπά». Υποστηρίζουν ότι επιδιώκουμε την μεγιστοποίηση ενός πράγματος το οποίο οι ίδιοι αποκαλούν «ωφελιμότητα». Και τι είναι η ωφελιμότητα; Μα, οτιδήποτε επιθυμούμε να μεγιστοποιήσουμε. Άλλοτε θα προσπαθεί κανείς να μεγιστοποιήσει το εισόδημά του , άλλοτε θα αγωνιά να εξασφαλίσει τροφή, άλλοτε θα βάζει το σεξ υπεράνω τροφής και χρημάτων. Με άλλα λόγια, χρειαζόμαστε κάποιες «συναρτήσεις προτίμησης», οι οποίες να μας πληροφορούν πότε κάποιο είδος ωφελιμότητας προκρίνεται έναντι άλλων. 

Οι τιμές των συναρτήσεων αυτών δεν μπορούν παρά να προσδιορίζονται εμπειρικά, καθότι τα οικονομικά δεν διαθέτουν κάποια γενική θεωρία για το πώς αναμένεται το άτομο να βαθμοδοτεί τις διάφορες μεταβλητές. Αλλά ο προσδιορισμός των τιμών όλων των συναρτήσεων προτίμησης για κάθε πιθανή κατάσταση είναι στόχος προδήλως ανέφικτος, ακόμη και όταν επικεντρωνόμαστε σε ένα μεμονωμένο άτομο, πόσω μάλλον σε μια ολόκληρη ομάδα. Οι βιολόγοι, από την άλλη, διαθέτουν μια επεξεργασμένη θεωρία για το τι ακριβώς είναι η ωφελιμότητα (αν και παρερμήνευαν την πραγματικότητα επί έναν περίπου αιώνα). Η βιολογική θεώρηση της ωφελιμότητας βασίζεται στη σύλληψη του Δαρβίνου περί αναπαραγωγικής επιτυχίας. Όταν μιλάμε για έμβια όντα, πρέπει πάντοτε να θυμόμαστε ότι η έννοια της ωφελιμότητας ανάγεται εν τέλει στην εγκλείουσα αρμοστικότητα του ατόμου – με άλλα λόγια, στο πλήθος των ζώντων απογόνων του συν τις επιδράσεις (θετικές ή αρνητικές) στην αναπαραγωγική επιτυχία των συγγενών του, σταθμισμένες ως προς τον βαθμό συγγένειας του ατόμου με κάθε συγγενή. Σε πολλές περιπτώσεις, η πρόσθετη ακρίβεια του παραπάνω ορισμού (συγκριτικά με την αναπαραγωγική επιτυχία του ατόμου καθ’ εαυτήν) είναι μάλλον περιττή. 

Ωστόσο, η ακλόνητη πεποίθηση των οικονομολόγων ότι μπορούν να αναπτύξουν μια επιστήμη εκ του μηδενός – δηλαδή, ανεξάρτητα από επιστημονικές γνώσεις εκτός του τομέα των οικονομικών-, τους ωθεί να παραβλέπουν μια σειρά από εξόχως σημαντικές συνδέσεις. Έτσι αρέσκονται να υποστηρίζουν ότι το κόστος της εξαπάτησης στα κοινωνικά και στα οικονομικά συστήματα θα περιοριστεί με φυσικό τρόπο από τις δυνάμεις της αγοράς, μολονότι η πεποίθηση αυτή ουδόλως ανταποκρίνεται στα όσα γνωρίζουμε από την καθημερινή ζωή, πόσω μάλλον από τη βιολογία. Εντούτοις, η οικονομική «επιστήμη» είναι τόσο αποκομμένη από την προσοχή μόνο όταν ολόκληρη η υφήλιος βυθίστηκε στη δίνη μιας οικονομικής ύφεσης, απότοκης του παντρέματος της επιχειρηματικής απληστίας με ανεδαφικές οικονομικές θεωρίες.

Το λάθος απορρέει εν μέρει από το γεγονός ότι η έννοια της «ωφελιμότητας» είναι αμφίσημη. Μπορεί να αναφέρεται στην ωφελιμότητα των ενεργειών σας προς εσάς ή προς άλλους (της ομάδας στην οποία ανήκετε συμπεριλαμβανομένης). Οι οικονομολόγοι θέλγονται από την ιδέα ότι αυτά τα δύο είδη ωφελιμότητας συμπίπτουν. Αρέσκονται να υποστηρίζουν ότι η επιδίωξη, από μέρους των ατόμων, της (αόριστης) προσωπικής τους ωφελιμότητας θα τείνει να ωφελεί την ομάδα- δηλαδή, να παρέχει γενική ωφελιμότητα. Έτσι, παραγνωρίζουν την πιθανότητα η ανεξέλεγκτη επιδίωξη του προσωπικού συμφέροντος να έχει καταστροφικές συνέπειες για το συλλογικό συμφέρον. Στη βιολογία, η πλάνη αυτή είναι γνωστή από παλιά και έχει καταδειχθεί επανειλημμένως. Δεν μπορούμε ποτέ να δεχθούμε εκ των προτέρων ότι το συμφέρον των ατόμων θα συμβαδίζει με το συμφέρον του συνόλου, Αυτό μπορεί να συμβαίνει ή να μην συμβαίνει· για να εξακριβώσουμε τι ακριβώς ισχύει σε κάθε δεδομένη περίπτωση, είναι απαραίτητο να τη διερευνήσουμε ξεχωριστά.

Καρπός μιας πρόσφατης απόπειρας των οικονομολόγων να συνδέσουν τον τομέα τους με συναφείς επιστημονικούς κλάδους – εν προκειμένω, με την ψυχολογία- υπήρξε η ανάπτυξη της λεγόμενης «συμπεριφορικής οικονομικής». Ως συνήθως, όμως, οι οικονομολόγοι αρνούνται πεισματικά να πραγματοποιήσουν το τελικό βήμα σύνδεσης των οικονομικών με την εξελικτική θεωρία, ακόμη και όταν, με μισή καρδιά, την επικαλούνται. Έτσι, ακόμη και οι οικονομολόγοι που αναζητούν εξελικτικές εξηγήσεις για την οικονομική συμπεριφορά των ανθρώπων συχνά υιοθετούν ασυνήθιστες, ανορθολογικές παραδοχές. Λόγου χάριν, ένα ευρέως διαδεδομένο πρόσφατο λάθος είναι η ιδέα ότι η συμπεριφορά μας έχει εξελιχθεί ειδικά για να ταιριάζει σε τεχνητά οικονομικά παίγνια.

Οι βιολόγοι πειραματίζονται επί αιώνες με ζωντανά πλάσματα στο εργαστήριο προκειμένου να μελετήσουν τα γνωρίσματά τους, αλλά, εξ όσων γνωρίζω, ουδείς βάσισε ποτέ τη μελέτη της λειτουργίας κάποιου γνωρίσματος στην ιδέα ότι εξελίχθηκε για να βοηθά το πειραματόζωο να ανταπεξέλθει στις συνθήκες του εργαστηρίου.

Ένας οικονομολόγος ο οποίος προσφάτως τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ αναρωτήθηκε πώς μπορούσε να εξηγηθεί η πλήρης αποτυχία της επιστήμης του να προβλέψει τις καταστροφικές οικονομικές εξελίξεις που ξεκίνησαν το 2008. Ως απάντηση, θα μπορούσε κανείς να προτάξει την εγγενή πολυπλοκότητα των οικονομικών συμβάντων, στα οποία ενέχεται μεγάλο πλήθος διαφορετικών παραγόντων. Το τελικό αποτέλεσμα μιας οικονομικής απόφασης – η συνισταμένη της συμπεριφοράς ενός τεράστιου πλήθους ατόμων-, αν και λιγότερο πολύπλοκο από τα καιρικά φαινόμενα, είναι σχεδόν εξίσου δύσκολο να προβλεφθεί. Ο οικονομολόγος εστίασε την κριτική του στην παθιασμένη ενασχόληση των συναδέλφων του με όμορφα μαθηματικά και όχι με την πραγματικότητα. Αν και αυτό αναμφίβολα αποτελεί μέρος του προβλήματος, ο οικονομολόγος ούτε καν υπαινίχθηκε ότι το πρώτο στοιχείο της πραγματικότητας στο οποίο οφείλουμε να επικεντρωθούμε (όπως έχει καταδειχθεί σαφώς εδώ και τρείς δεκαετίες) είναι η βιολογία, και ειδικότερα η εξελικτική θεωρία. Αν, τριάντα χρόνια νωρίτερα , οι οικονομολόγοι είχαν οικοδομήσει τη θεωρία τους για την οικονομική ωφελιμότητα σε μια θεωρία για το βιολογικό ιδιοσυμφέρον, αν δηλαδή δεν επιζητούσαν τα όμορφα μαθηματικά αλλά τα συναφή με την πραγματικότητα μαθηματικά, ίσως να είχαμε γλιτώσει από κάποιες πρόσφατες φαιδρότητες της οικονομικής σκέψης – όπως την άποψη ότι δήθεν διαθέτουμε σύμφυτους μηχανισμούς αντιμετώπισης της εξαπάτησης, οι οποίοι υποτίθεται ότι ενεργοποιούνται για να μας προστατεύσουν από τις καταστρεπτικές συνέπειες της ανεξέλεγκτης οικονομικής ιδιοτέλειας όσων ήδη βρίσκονται στη κορυφή.

ARTHUR SCHOPENHAUER: Νιάτα και γηρατειά

Η ελαφράδα και η ανεμελιά της νιότης μας βασίζεται, ως ένα βαθμό, στο ότι καθώς ανεβαίνουμε το βουνό, δε βλέπουμε το θάνατο, γιατί βρίσκεται στους πρόποδες της άλλης πλευράς. Μόλις όμως περάσουμε την κορυφή, αποκτούμε οπτική επαφή με το θάνατο, τον οποίο μέχρι τότε είχαμε μόνο ακουστά, ενώ ταυτόχρονα οι ζωτικές μας δυνάμεις αρχίζουν να υποχωρούν, το ίδιο και η όρεξή μας για ζωή. Μια βλοσυρή σοβαρότητα παίρνει τη θέση της νεανικής ελαφράδας και ζωγραφίζεται ακόμα και στο πρόσωπό μας.
Πάρεργα και παραλειπόμενα

H βασική διαφορά ανάμεσα στα νιάτα και στα γηρατειά παραμένει το ότι τα πρώτα έχουν για προοπτική τους τη ζωή, ενώ τα δεύτερα τo θάνατο˙ το ότι τα πρώτα έχουν μικρό παρελθόν και μεγάλο μέλλον, ενώ τα δεύτερα το αντίθετο. H ζωή στα γηρατειά είναι όμοια με την πέμπτη πράξη μιας τραγωδίας: ξέρουμε ότι έρχεται ένα τραγικό τέλος˙ όμως δεν ξέρουμε ακόμα ποιο θα είναι. Το σίγουρο όμως είναι ότι, όταν o άνθρωπος φτάσει σε μεγάλη ηλικία, το μόνο που έχει μπροστά του είναι ο θάνατος όταν όμως είναι νέος, έχει μπροστά του τη ζωή˙ και τίθεται τώρα το ερώτημα, ποιο από τα δύο είναι χειρότερα και μήπως η ζωή είναι κάτι που καλύτερα είναι να το έχει κανείς πίσω του παρά μπροστά του; Διαβάζουμε σχετικά στον Εκκλησιαστή (7,2): «H μέρα του θανάτου είναι καλύτερη απ’ τη μέρα της γέννησης».
Πάρεργα και Παραλειπόμενα

O εκφυλισμός όλων των δυνάμεων προοδευτικά με την ηλικία είναι, όπως και να το κάνουμε, πολύ θλιβερό πράγμα˙ είναι όμως απαραίτητο, ίσως μάλιστα και ευεργετικό, γιατί αλλιώς ο θάνατος, για τον οποίο τα γηρατειά αποτελούν προετοιμασία, θα ήταν υπερβολικά σκληρός. Γι’ αυτό και το μεγαλύτερο κέρδος που φέρνει η πραγματικά μεγάλη ηλικία είναι η ευθανασία, δηλαδή ο ελαφρύς θάνατος, χωρίς κάποια βασανιστική αρρώστια, χωρίς σωματική ταλαιπωρία, ένας εντελώς ανώδυνος θάνατος.
Πάρεργα και παραλειπόμενα

Αυτός που φοβάται λιγότερο απ’ όλους την προοπτική της εξαφάνισης με το θάνατο είναι αυτός που έχει ήδη παραδεχτεί ότι και τώρα δεν είναι τίποτα και που δε νοιάζεται καθόλου για το ατομικό του φαίνεσθαι, αφού μέσα του η γνώση έχει -τρόπος του λέγειν- κάψει και καταναλώσει τη βούληση, οπότε δεν του έχει μείνει πια ούτε βούληση, ούτε έντονη επιθυμία για την ατομική ύπαρξη.
Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση

O θάνατος εξαλείφει τον φθόνο ολοκληρωτικά˙ τα γηρατειά μόνο κατά το ήμισυ.
Senilia

ARTHUR SCHOPENHAUER, Περί Θανάτου

Υπάρχουν αποφάσεις που έχουν πολύ μεγάλη σημασία για τη ζωή μας και για τη ζωή των άλλων

Στις εύπορες κοινωνίες, όντως βομβαρδιζόμαστε αδιάκοπα από εκατοντάδες επιλογών σχετικά με το τι θα φάμε, τι θα φορέσουμε, τι θα αγοράσουμε και τι θα παρακολουθήσουμε στην τηλεόραση. Αυτές οι επιλογές απαιτούν ελάχιστη σκέψη γιατί οι συνέπειές τους είναι εφήμερες. Αλλά υπάρχουν αποφάσεις που έχουν πολύ μεγάλη σημασία για τη ζωή μας, και μερικές φορές για τη ζωή των άλλων, και αξίζουν μια σοβαρή επένδυση χρόνου και ενεργητικής σκέψης.

Τέτοιες αποφάσεις είναι, για παράδειγμα, το πότε θα συζήσουμε με έναν συγκεκριμένο άντρα ή γυναίκα, αν θα παντρευτούμε, αν και πότε θα κάνουμε παιδιά, πού θα ζήσουμε, αν θα συνάψουμε εξωσοζυγική σχέση ή αν θα πάρουμε διαζύγιο ή σε ποιον θα αφήσουμε χρήματα σε μια διαθήκη. Οι αποφάσεις μας μπορεί να σχετίζονται με ανθρώπους για τους οποίους έχουμε ευθύνη. Χρειάζεται να αποφασίσουμε τι όνομα θα δώσουμε στα παιδιά μας, τι όρια συμπεριφοράς θα θέσουμε, τι πρέπει να ρυθμίσουμε για τη φροντίδα τους και σε τι σχολείο θα πρέπει να τα στείλουμε. Κάποια επαγγέλματα έχουν ενσωματωμένες στη δομή τους αλλεπάλληλες λήψεις αποφάσεων: γιατροί, δικαστές, πολιτικοί, ακόμη και χρηματιστές, πρέπει σε καθημερινή βάση να κάνουν επιλογές με εξαιρετικά σημαντικές συνέπειες, και έχουν τα εφόδια να το κάνουν αυτό μέσα από μια εκπαίδευση στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σε ό,τι αφορά τον εκάστοτε τομέα των αρμοδιοτήτων τους. Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι καθόλου καταρτισμένοι σε βασικές τεχνικές λήψης αποφάσεων.

Μία από τις πιο σημαντικές αποφάσεις στη ζωή του Αριστοτέλη λήφθηκε όταν ήταν έφηβος. Μετά τον θάνατο των γονιών του τον υιοθέτησε ο γαμπρός του, Πρόξενος, και μεταξύ τους αποφάσισαν ότι ο ιδανικός τόπος για αυτόν τον εξαιρετικά ευφυή νεαρό ήταν η καλύτερη σχολή στον κόσμο – η Ακαδημία του Πλάτωνα στην Αθήνα. Ως ο πιο ευφυής μαθητής στον οποίο δίδαξε ποτέ ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης μπόρεσε να καταπιαστεί με κάθε είδους κλάδο μελέτης, μεταξύ αυτών και με κάποιους για τους οποίους ελάχιστα ενδιαφερόταν ο Πλάτων – τις φυσικές επιστήμες. Ο Αριστοτέλης εξελίχθηκε στον πρώτο φιλόσοφο που περιέγραψε με πρακτικούς όρους τον καλύτερο τρόπο λήψης μιας απόφασης, γράφοντας με ζωντανό, πρακτικό τρόπο και χωρίς σύνθετες και ακατανόητες εκφράσεις. Η μέθοδος απαιτεί να εξετάζουμε επαρκώς όλες τις εναλλακτικές συμπεριφορές που ενδέχεται ή όχι να μας οδηγήσουν στην επίτευξη των στόχων μας, προσπαθώντας να προβλέψουμε τις συνέπειες κάθε συμπεριφοράς, κι έπειτα να επιλέγουμε μία από αυτές και να μένουμε προσκολλημένοι σε αυτή.

Η αρχαιοελληνική λέξη για την όλη διαδικασία της ικανοποιητικής εξέτασης και λήψης αποφάσεων είναι η ευβουλία: το ρήμα «εξετάζω», βουλεύεσθαι, σχετίζεται με λατινογενείς λέξεις όπως «volition» (βούληση) και με το αγγλικό ρήμα «to will» (βούλομαι). Η ευβουλία δηλώνει την ικανότητα κάποιου να εξετάζει από μόνος του και να μπορεί να αναγνωρίζει τηv καλή βούληση και τις λογικές αποφάσεις των άλλων. Συνεπώς, περιλαμβάνει το να ζητάμε συμβουλές από προσεκτικά επιλεγμένους συμβούλους. Η αρχαιοελληνική έννοια της βούλησης ήταν εγγενώς συνδεδεμένη με μια εκλεπτυσμένη κατανόηση της διακυβέρνησης: αν ακόμα και οι πιο απλοί άνθρωποι πρέπει να ασκούν καλά την εξουσία, χρειάζεται να «βουλεύονται». Άρα ο αρχαιοελληνικός όρος βουλεύεσθαι έχει την ίδια ρίζα με τη λέξη που περιγράφει τη Βουλή της δημοκρατικής Αθήνας.

Οι ικανότητες του βουλεύεσθαι απαιτούν χρόνο για να βελτιωθούν· αρχίζουν ως αυτο-συνείδητα εφαρμοσμένη κοινή λογική αλλά ανθούν σε αυτό που ο Αριστοτέλης αποκαλεί «πρακτική σοφία» (φρόνησις), αν εφαρμόζονται καθημερινά σε πραγματικές καταστάσεις. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι το ιστορικό πρόσωπο τον οποίον τη φρόνησιν επαινεί ο Αριστοτέλης είναι ο Περικλής, ο περίφημος Αθηναίος πολιτικός που είχε κυβερνήσει τηv Αθήνα επί πολλές δεκαετίες στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., καθώς εκλεγόταν στο ίδιο αξίωμα επανειλημμένα. Ο Περικλής τηρούσε την καλή λήψη αποφάσεων με εξαιρετική συνέπεια και οι Αθηναίοι ευημερούσαν αποκτώντας την ικανότητα να δημιουργήσουν σπουδαία έργα τέχνης, συμπεριλαμβανομένων των κτιρίων της Ακρόπολης και των τραγωδιών του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. Η εξέλιξη του Περικλή ως πολιτικού δεν παρουσίαζε σημάδια κάμψης, καθώς ο ίδιος βελτιωνόταν στην πρακτική σοφία: η σταδιοδρομία του αναχαιτίστηκε μόνο με τον θάνατό του από τον λοιμό, ένα κλασικό παράδειγμα της κακής τύχης ενάντια στην οποία ο Αριστοτέλης ήξερε πολύ καλά ότι το βουλεύεσθαι μπορεί να αποδειχτεί πλήρως ανίσχυρο.

Η εκπαίδευση στις διαδικασίες της ηθικής λήψης αποφάσεων δημιουργεί έναν καλύτερο κόσμο για όλους μας.

Οι νέοι έχουν άμεση ανάγκη από εκπαίδευση, όπως προειδοποιεί ο Αριστοτέλης, γιατί το βουλεύεσθαι μπορεί να αποβεί τρομερά δύσκολο. Υπάρχουν εύκολες περιπτώσεις διάκρισης μεταξύ σωστού και λάθους· ο θεμελιωδώς τίμιος άνθρωπος θα γνωρίζει από ένστικτο έναν σωστό τρόπο κατανομής χρημάτων ή τροφής σε ομάδες ανθρώπων. Αλλά, όπως λέει ο Αριστοτέλης, ο ακριβής τρόπος για την πραγματοποίηση αυτής της σωστής πράξης είναι κάτι «πολύ δυσκολότερο από το να γνωρίζει κάποιος τι ωφελεί την υγεία». Η ηθική είναι πολύ πιο ρευστή και πολύπλοκη ακόμα και από τηv ανθρώπινη φυσιολογία. Γιος γιατρού, ο Αριστοτέλης προσθέτει ότι ακόμα και στην ιατρική, η πρακτική εφαρμογή της θεραπείας είναι πολύ πιο δύσκολη από την απλή γνώση σχετικά με «το μέλι, το κρασί και τον ελλέβορο, τον καυτηριασμό και τη χειρουργική».

Ωστόσο, πρέπει προηγουμένως να ορίσουμε το βουλεύεσθαι. Για τον Αριστοτέλη, το βουλεύεσθαι έχει μια πολύ συγκεκριμένη έννοια. Δεν αφορά τους τελικούς στόχους μας – ένας γιατρός δεν βουλεύεται σχετικά με την πρόθεσή του, που είναι προφανώς να εξασφαλίσει την υγεία του ασθενή του. Αφορά την επιλογή του καλύτερου μέσου για την επίτευξη των στόχων μας. Ο γιατρός βουλεύεται σχετικά με την πορεία των ενεργειών και τη θεραπεία που θα αποκαταστήσει τηv υγεία του ασθενή. Κατ’ αναλογία, γνωρίζουμε ότι η ευτυχία είναι ο στόχος μας, αλλά βουλευόμαστε σχετικά με το μέσο επίτευξής της – την πορεία των ενεργειών που είναι πιθανότερο να εξασφαλίσουν την ευτυχία για εμάς τους ίδιους, τους αγαπημένους μας και τους συμπολίτες μας.

Ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει ότι μερικοί άνθρωποι είναι πολύ αδύναμοι ώστε να μπορούν να αναλάβουν πλήρη ευθύνη για τα πράγματα που απαραίτητα εναπόκεινται σε αυτούς. Δεν είναι πιθανόν να μπορούν να μάθουν να βουλεύονται καλά ή να εφαρμόζουν πολιτικές που προκύπτουν μετά το βουλεύεσθαι. Αλλά η ουσία της υπόθεσης είναι η εξής: αν θέλεις να κατακτήσεις την ευτυχία, πρέπει να αναλάβεις την ευθύνη των πράξεων σου αλλά και των αποτυχιών σου ώστε να δράσεις. «Για ό,τι εξαρτάται από κάποιον να κάνει ή να μην κάνει, ο ίδιος είναι η αιτία και όλα αυτά των οποίων την αιτία αποτελεί εξαρτώνται από τον ίδιο», γράφει ο Αριστοτέλης, διακηρύττοντας ότι όλοι έχουμε την ελεύθερη βούληση να ενεργούμε ως καλοί ή ως κακοί άνθρωποι. Το ίδιο πρόσωπο «σαφώς διαπράττει εκούσια όλες τις ενέργειες που διαπράττει σκόπιμα.

Είναι σαφές, λοιπόν, ότι τόσο η καλοσύνη όσο και η κακία είναι εκούσιες». Αυτό είναι θεμελιώδες για την ηθική μας: ο Αριστοτέλης μάλιστα, καταλήγει να πει ότι «κρίνουμε τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου με βάση τη σκόπιμη επιλογή του – δηλαδή, με κριτήριο όχι τι κάνει αλλά για ποιο λόγο το κάνει». Ο Αριστοτέλης δηλώνει εντυπωσιασμένος από ένα παράδειγμα σε μια τραγωδία όπου ο Πελίας δολοφονείται από τις κόρες του. Αυτός ο μυθικός Έλληνας βασιλιάς ήταν γέρος και ανήμπορος. Η μάγισσα Μήδεια έπεισε τις αδελφές ότι το υγρό στον λέβητά της είχε την ιδιότητα να τον κάνει να ξανανιώσει. Μάλιστα, αυτό το απέδειξε εμπειρικά μέσω ενός πειράματος με ένα κριάρι. Οι Πελιάδες βουλεύτηκαν και αποφάσισαν ως καλές κόρες, μετά την προφανή επιστημονική απόδειξη, να κόψουν σε κομμάτια τον Πελία και να τα βάλουν μέσα στον λέβητα. Ο ίδιος δεν επιβίωσε. Αλλά με το βουλεύεσθαι οι κόρες τον Πελία θα είχαν λάβει υπόψη ποιο προσωπικό κίνητρο θα μπορούσε να είχε οδηγήσει τη Μήδεια (ήθελε τον θρόνο του Πελία για τον σύζυγό της) και σίγουρα δεν θα δέχονταν ποτέ συμβουλές από εκείνη.

Ο Αριστοτέλης συστήνει να θέτουμε τους στόχους μας, που θα πρέπει να είναι αυστηροί αλλά εφικτοί και ανάλογοι των ικανοτήτων και των πόρων μας, με καλές προθέσεις. Να βουλευόμαστε συστηματικά σχετικά με την ακριβή πορεία δράσης μας που θα τους κατακτήσει. Να συγκρίνουμε διαφορετικές πορείες δράσης κι έπειτα να επιλέγουμε μία (ο όρος του Αριστοτέλη γι’ αυτόν τον τύπο επιλογής είναι η λέξη προαίρεσις). Έπειτα, πολύ προσεκτικά, να πραγματοποιούμε αυτές τις πράξεις. Με αυτόν τον τρόπο περιγράφεται η ιδέα του Αριστοτέλη για την αληθινή, βαθιά, ικανοποιητική και διαρκή ευτυχία. Επειδή είναι αυτοδημιούργητη, δεν μπορεί να αφαιρεθεί παρά μόνο με συμπτωματική κακοτυχία, όπως με τον λοιμό της Αθήνας. Ακόμα και τότε, τα επιτεύγματά μας πριν μολυνθούμε από τον λοιμό πιθανότατα θα αναγνωριστούν και επίσης αυτό σημαίνει ότι θα πεθάνουμε πιο ευτυχείς απ’ ό,τι αν είχαμε ζήσει μια ζωή χωρίς σκοπό και χωρίς βουλεύεσθαι.

Μία καλή συνείδηση αξίζει περισσότερο από μία καλή φήμη

Ποιός από μας δεν έχει γνωρίσει κάποιον άνθρωπο (ίσως τον ίδιο μας τον εαυτό) που να είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του; Ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν του τίθεται κάποιο ερώτημα, αναζητεί την απάντηση προς τα έξω κι όχι προς τα μέσα. Διατρέχει δηλαδή τα πρόσωπα των άλλων, για να μαντέψει ποιά απάντηση επιθυμούν ή περιμένουν.

Για έναν τέτοιον άνθρωπο θεωρώ χρήσιμο να συνοψίσω μια τριάδα δοκιμίων που έγραψε ο Σοπενάουερ προς το τέλος της ζωής του. (Για όποιον έχει φιλοσοφικές τάσεις είναι γραμμένα σε γλώσσα σαφή και προσβάσιμη στον μη ειδικό). Βασικά τα δοκίμια τονίζουν ότι το μόνο που μετράει είναι αυτό που το άτομο είναι.

Ούτε ο πλούτος ούτε τα υλικά αγαθά ούτε η κοινωνική θέση ούτε η καλή φήμη φέρνουν την ευτυχία. Αν και οι σκέψεις αυτές δεν αφορούν συγκεκριμένα τα υπαρξιακά θέματα, παρ’ όλ’ αυτά μας βοηθούν να μετακινηθούμε από ένα επιφανειακό επίπεδο προς βαθύτερα ζητήματα.

1. Αυτό που κατέχουμε. Τα υλικά αγαθά είνα απατηλά. Ο Σοπενάουερ υποστηρίζει πολύ κομψά ότι η συσσώρευση πλούτου και αγαθών είναι ατελείωτη και δεν προσφέρει ικανοποίηση. Όσο περισσότερα κατέχουμε, τόσο πολλαπλασιάζονται οι απαιτήσεις μας. Ο πλούτος είναι σαν το νερό της θάλασσας: όσο περισσότερο πίνουμε, τόσο πιο πολύ διψάμε. Στο τέλος δεν κατέχουμε εμείς τα αγαθά μας – μας κατέχουν εκείνα.

2. Αυτό που αντιπροσωπεύουμε στα μάτια των άλλων. Η φήμη είναι το ίδιο εφήμερη όσο και τα υλικά πλούτη. Ο Σοπενάουερ γράφει: “Οι μισές μας ανησυχίες και αγωνίες έχουν προέλθει από την έγνοια μας για τις γνώμες των άλλων… πρέπει να βγάλουμε αυτό το αγκάθι απ’ τη σάρκα μας”. Είναι τόσο ισχυρή η παρόρμηση να κάνουμε μια καλή εμφάνιση, ώστε για μερικούς φυλακισμένους, την ώρα που βαδίζουν προς τον τόπο της εκτέλεσής τους, αυτό που κυρίως απασχολεί τη σκέψη τους είναι το ντύσιμο και οι τελευταίες τους χειρονομίες.

Η γνώμη των άλλων είναι ένα φάντασμα που μπορεί ανά πάσα στιγμή ν’ αλλάξει όψη. Οι γνώμες κρέμονται από μια κλωστή και μας υποδουλώνουν στο τι νομίζουν οι άλλοι, ή, ακόμα χειρότερα, στο τι φαίνεται να νομίζουν – γιατί ποτέ δεν μπορούμε να μάθουμε τι σκέφτονται πραγματικά.

3. Αυτό που είμαστε. Μόνο αυτό που είμαστε έχει πραγματική αξία. Μια καλή συνείδηση, λέει ο Σοπενάουερ, αξίζει περισσότερο από μια καλή φήμη. Ο μεγαλύτερος στόχος μας θα έπρεπε να είναι η καλή υγεία κι ο πνευματικός πλούτος, ο οποίος οδηγεί σε ανεξάντλητα αποθέματα ιδεών, στην ανεξαρτησία και σε μια ηθική ζωή. Η ψυχική μας γαλήνη πηγάζει από τη γνώση ότι αυτό που μας αναστατώνει δεν είναι τα πράγματα, αλλά η ερμηνεία μας για τα πράγματα.

Αυτή η τελευταία σκέψη – ότι η ποιότητα της ζωής μας προσδιορίζεται από το πως ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας, όχι από τις ίδιες τις εμπειρίες – είναι ένα σημαντικό θεραπευτικό δόγμα που ανάγεται στην αρχαιότητα. Κεντρικό αξίωμα στη σχολή του στωικισμού, πέρασε από τον Ζήνωνα, τον Σενέκα, τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Σπινόζα, τον Σοπενάουερ και τον Νίτσε κι έφτασε να γίνει θεμελιώδης έννοια τόσο στην ψυχοδυναμική όσο και στη γνωστική-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία.

Η σιωπή ωφελεί σημαντικά τη ψυχοσωματική υγεία

Η σιωπή στο σύγχρονο κόσμο, είναι αρκετά δύσκολο να επιτευχθεί, είναι όμως αναγκαία, καθώς, ωφελεί τη ψυχική και σωματική μας υγεία.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υποστηρίζει ότι ο τόσο θορυβώδης κόσμος βλάπτει σημαντικά την υγεία των ανθρώπων. Παράλληλα, ειδικοί και ερευνητικές μελέτες επιβεβαιώνουν ότι στον κόσμο που ζούμε, ο χρόνος που περνάμε στη σιωπή μπορεί να αποφέρει πολλά οφέλη για την υγεία.

Η σιωπή αποτελεί το «φάρμακο» της ψυχής

Η ησυχία και η ξεκούραση είναι δύο πολύτιμοι πόροι που απειλούνται με εξαφάνιση. Οι περισσότεροι από μας, ζουν σε περιβάλλοντα με συνεχή θόρυβο. Κυκλοφοριακή κίνηση, συνομιλίες, κορναρίσματα και θόρυβος από οχήματα, τρένα, αεροπλάνα, τηλεοράσεις, ακόμα και το συνεχές βουητό του φορητού σας υπολογιστή. Αυτός ο συνεχής θόρυβος, σας βάζει σε μια κατάσταση υπερδραστηριότητας, ικανή να αλλάξει τη διάθεσή σας. Μπορεί να σας κάνει να είστε ευερέθιστοι, κουρασμένοι και μη επικεντρωμένοι.

Το κυκλοφοριακό κομφούζιο δημιουργεί έντονο θόρυβο και στρες.

Η σιωπή είναι ο πιο απλός και φυσικός τρόπος για να ηρεμήσετε το μυαλό. Είναι καταπληκτικό τι μπορείτε να επιτύχετε αν μάθετε να μένετε ήσυχοι και ακίνητοι, όχι σαν μια πράξη περιορισμού του εαυτού σας ή καταπίεσης των συναισθημάτων σας, αλλά ως ένας τρόπος για να αντιμετωπίσετε έξυπνα τις καταστάσεις της ζωής.

Η σιωπή μπορεί να σας αλλάξει τη ζωή

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πώς εδώ και αιώνες, πολλές θρησκείες προωθούν την σιωπή ως μια ζωτική θεραπευτική διαδικασία.

Η σιωπή ωφελεί τη σωματική υγεία
Η σιωπή μπορεί να βοηθήσει την υγεία με διάφορους τρόπους, όπως:

Βελτίωση της αϋπνίας

Οι περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν ένα ήσυχο περιβάλλον για να απολαύσουν τον ύπνο τους.

Ο θόρυβος που προέρχεται είτε από το περιβάλλον είτε από τις δυσάρεστες σκέψεις του μυαλού μπορεί να διαταράξει τη νυχτερινή ανάπαυση, προκαλώντας διαταραχές ύπνου.

Η ησυχία μερικές φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας μπορεί να σας προετοιμάσει για καλύτερη ξεκούραση τη νύχτα. Η σιωπή και οι περίοδοι ηρεμίας διεγείρουν την ανάπτυξη του εγκεφάλου και ανακουφίζουν από την ένταση, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερη αίσθηση ευεξίας, καθώς οι άνθρωποι μπορούν στη συνέχεια να αισθάνονται πιο χαλαροί γενικά. Όταν συμβαίνει αυτό, η ποιότητα του ύπνου βελτιώνεται.

Μείωση της αρτηριακής πίεσης

Η υπέρταση, αποκαλείται συχνά ο «σιωπηλός» δολοφόνος. Ίσως σε αυτή την έκφραση να υπάρχει κάτι ειρωνικό στο γεγονός ότι η σιωπή θα μπορούσε πραγματικά να βοηθήσει στη μείωση της αρτηριακής πίεσης.

Σε μια μελέτη του 2021, διαπιστώθηκε ότι δύο λεπτά στην απόλυτη σιωπή μειώνουν σημαντικά τον καρδιακό ρυθμό και την αρτηριακή πίεση. Ακόμη και σε σύγκριση με την αργή, χαλαρωτική μουσική, η σιωπή είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερες μειώσεις σε αυτά τα σημαντικά μέτρα για την υγεία της καρδιάς. Απαιτείται περισσότερη έρευνα για τον προσδιορισμό των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων της σιωπής στην καρδιαγγειακή υγεία, αλλά αυτά τα αποτελέσματα είναι πολλά υποσχόμενα.

Τόνωση του δημιουργικού πνεύματος

Η σιωπή μπορεί να καθαρίσει το κεφάλι από τις διασκορπισμένες σκέψεις, αυξάνοντας τη δημιουργικότητα.

Αν και η κλινική έρευνα σχετικά με την ακριβή σχέση μεταξύ σιωπής και δημιουργικότητας είναι ελάχιστη, πολλοί ειδικοί έχουν διαφημίσει τα οφέλη του ψυχικού χρόνου διακοπής για καλύτερη δημιουργική απόδοση.

Τα άτομα με δημιουργική προσωπικότητα βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά.

Αναγέννηση των κυττάρων

Η ηρεμία του μυαλού μπορεί να οδηγήσει σε έναν πιο υγιή εγκέφαλο. Μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε ζώα το 2019, διαπίστωσε ότι αρκούν 2 ώρες σιωπής για την ανάπτυξη νέων κυττάρων στην περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη μνήμη και το συναίσθημα.

Η σιωπή είναι το καλύτερο τονωτικό για την καλή εγκεφαλική λειτουργία, αλλά και κυρίως για την ανάπτυξη νέων εγκεφαλικών κυττάρων.

Βελτίωση της συγκέντρωσης και της εστίασης

Ο εγκέφαλος όντας απαλλαγμένος από τα εξωτερικά ερεθίσματα μπορεί να συγκεντρωθεί καλύτερα σε οποιαδήποτε εργασία. Αυτό είναι πολύ σημαντικό καθώς μπορεί να έχει οφέλη για την εργασία, την εκπαίδευση, τη σχέση και για πολλά άλλα.

Η εστίαση σε ένα πράγμα τη φορά με την πλήρη προσοχή σε αυτό, μπορεί να συμβάλει στην προώθηση της αποτελεσματικότητας και της ηρεμίας εν μέσω δραστηριότητας.

H yoga ενδυναμώνει την ένωση σώματος, νου και πνεύματος.

Η εξάντληση και ένα αγχωτικό, υπερδιεγερτικό περιβάλλον απομακρύνουν σιγά-σιγά την υγεία και την ποιότητα ζωής σας. Έτσι η απόλυτη ησυχία συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση του εαυτού μας, καθώς το συνειδητό μέρος του εγκεφάλου μπορεί ευκολότερα να επεξεργαστεί την εσωτερική και εξωτερική πληροφορία. Έτσι, μας δίνει τη δυνατότητα να ερμηνεύσουμε πιο σωστά τον εαυτό μας και τη θέση μας στον κόσμο.

Νίτσε: Η γνώση σκοτώνει την δράση, η δράση χρειάζεται τα πέπλα της ψευδαίσθησης

-Όλη η ζωή βασίζεται στην εικονικότητα, στην τέχνη, στην παραπλάνηση, στην οπτική, στην αναγκαιότητα των προοπτικών και της πλάνης.

-Πόσο διαφορετικά μου μίλησε ο Διόνυσος!… Το ότι είδα ελπίδες εκεί που δεν υπήρχε καμία, εκεί όπου τα πάντα έδειχναν πολύ καθαρά ένα τέλος!

-…σύγχρονη γερμανική μουσική, που είναι ρομαντισμός από τη μια άκρη ως την άλλη και η πιο μη ελληνική μορφή τέχνης και, επιπλέον, ένα πρώτης γραμμής δηλητήριο για τα νεύρα διπλά επικίνδυνο σ΄ έναν λαό που αγαπά το πιοτό και τιμά σαν αρετή την έλλειψη διαύγειας, γιατί έχει τη διπλή ιδιότητα να ΄ναι ναρκωτικό που αφενός προκαλεί μέθη και αφετέρου ρίχνει ομίχλη.

-…πώς θα ‘ταν μια μουσική που δεν θα ‘χε πια, όπως η γερμανική μουσική ρομαντική καταγωγή αλλά διονυσιακή καταγωγή;

-…η συνεχής ανάπτυξη της τέχνης είναι συνδεδεμένη με τον απολλώνιο και διονυσιακό δυϊσμό-ακριβώς όπως εξαρτάται η τεκνοποιία από το δυϊσμό των φύλων…

-…ο ευαίσθητος καλλιτεχνικά άνθρωπος έχει την ίδια σχέση με την πραγματικότητα των ονείρων, μ΄εκείνη που έχει ο φιλόσοφος με την πραγματικότητα της ύπαρξης, την εξετάζει λεπτομερειακά και πρόθυμα, γιατί οι εικόνες αυτές του δίνουν μια ερμηνεία της ζωής.

-…μόνο η περίεργη ανάμειξη και δυϊκότητα στις συγκινήσεις των διονυσιακών ζηλωτών μας θυμίζει – όπως μας θυμίζουν τα γιατρικά θανατηφόρα δηλητήρια- το φαινόμενο ότι ο πόνος προκαλεί χαρά, ότι η έκταση μπορεί να μας κάνει να βγάλουμε ήχους αγωνίας. Στο ανώτατο σημείο της χαράς ακούγεται μια κραυγή φρίκης ή ένα φλογερό παράπονο για έναν ανεπανόρθωτο χαμό.

-Η ίδια η παρόρμηση που καλεί την τέχνη στη ζωή, ως συμπλήρωμα και ολοκλήρωση της ύπαρξης, και μας γοητεύει κάνοντάς μας να συνεχίζουμε τη ζωή, γέννησε επίσης τον ολύμπιο κόσμο τον οποίο χρησιμοποίησε σαν μεταμορφωτικό καθρέφτη η ελληνική «θέληση».

-Όπου συναντάμε το «απλοϊκό» στην τέχνη, πρέπει να αναγνωρίσουμε την ύψιστη επίδραση της απολλώνιας κουλτούρας- η οποία πάντα πρέπει πρώτα να ανατρέψει μια αυτοκρατορία Τιτάνων και τεράτων και να έχει θριαμβεύσει πάνω σε μια αβυσσαλέα και τρομακτική θεώρηση του κόσμου και στην πιο ευερέθιστη ικανότητα για πάσχειν μέσω προσφυγής στις πιο ισχυρές και ηδονικές ψευδαισθήσεις.

-Στους Έλληνες η «θέληση» ήθελε να ατενίσει τον εαυτό της μέσα στην μεταμόρφωση της ιδιοφυίας και του κόσμου της τέχνης, τα πλάσματά της, για να δοξαστούν, έπρεπε να νιώσουν τα ίδια πως ήταν άξια για δόξα…

-…πόσο απαραίτητος είναι όλος ο κόσμος των βασάνων, μας δείχνει ότι μέσω αυτού του κόσμου μπορεί να παρακινηθεί το άτομο να πραγματοποιήσει το λυτρωτικό όραμα και ύστερα, αφού βυθιστεί στη θέαση του οράματος αυτού, να κάτσει ήσυχα στην κλυδωνιζόμενη βάρκα του, μέσα στη θάλασσα.

-Γιατί για μένα το δωρικό κράτος και η δωρική τέχνη μπορούν να εξηγηθούν μόνο ως μόνιμο πολεμικό στρατόπεδο του απολλώνιου.

-…το θέλον υποκείμενο που επιδιώκει τους εγωιστικούς σκοπούς τους, μπορεί να συλληφθεί μόνο ως ανταγωνιστής κι όχι ως πηγή της τέχνης.

–Η τέχνη τον σώζει και μέσω της τέχνης – η ζωή.
-Όχι ο στοχασμός, όχι! – η αληθινή γνώση, η βαθειά ματιά στη φοβερή αλήθεια υπερφαλαγγίζει κάθε κίνητρο για δράση, τόσο στον Άμλετ όσο κα στον διονυσιακό άνθρωπο.

-Η γνώση σκοτώνει την δράση, η δράση χρειάζεται τα πέπλα της ψευδαίσθησης…
-Γιατί οι περιγραφές του Ομήρου είναι παραστατικότερες από τις περιγραφές κάθε άλλου; Για το λόγο ότι ο Όμηρος βλέπει με το νου του πολύ περισσότερο. Μιλάμε τόσο αφηρημένα για την ποίηση επειδή είμαστε συνήθως κακοί ποιητές.

–Η αιχμή της σοφίας γυρίζει εναντίον του σοφού, η σοφία είναι έγκλημα κατά της φύσης.
-…ο Ελληνικός κόσμος σχίζεται τώρα από τον οδυνηρό θρήνο: ”Η τραγωδία είναι νεκρή! Ακόμη και η ποίηση χάθηκε μαζί της! Σιωπή! Βουβαθείτε, ωχροί, αδύναμοι επίγονοι! Στον Άδη να πάτε, για να μπορέσετε να χορτάσετε μια φορά με τα ψίχουλα των παλιών δασκάλων!»

-«Μόνο από ένστικτο»: μ΄αυτήν την φράση αγγίζουμε την καρδιά και τον πυρήνα της σωκρατικής τάσης.

-…έλλειψη επίγνωσης και της δύναμη της ψευδαίσθησης, και από τούτη την έλλειψη συνάγει την εσωτερική διαστροφή και το αξιοκατάκριτο του υπάρχοντος.

-Ο Σωκράτης στηρίζεται σ΄αυτό το σημείο κι έτσι πιστεύει πως καθήκον του είναι να διορθώσει την ύπαρξη: εντελώς μόνος, με μια έκφραση ασέβειας και ανωτερότητας ως πρόδρομος μιας τελείως διαφορετικής κουλτούρας, τέχνης και ηθικής μπαίνει σε έναν κόσμο που αν πιάναμε με σεβασμό την άκρη του θα γεμίζαμε απ΄την μεγαλύτερη ευτυχία.

-…των σωκρατικών αποφάνσεων: ”Η αρετή είναι γνώση, ο άνθρωπος αμαρτάνει μόνο από άγνοια, ο ενάρετος είναι ευτυχισμένος.”

-…η ακλόνητη πίστη ότι η σκέψη μπορεί, αν χρησιμοποιήσει το μίτο της αιτιότητας, να διεισδύσει στις βαθύτερες αβύσσους του είναι, και ότι η σκέψη όχι μόνο μπορεί να γνωρίσει το είναι αλλά ακόμη και να το διορθώσει. Αυτή η εξαίσια μεταφυσική ψευδαίσθηση συνοδεύει την επιστήμη ως ένστικτο και την οδηγεί ξανά και ξανά στα όριά της, στα οποία οφείλει να μετατραπεί σε τέχνη. Αυτός είναι ο πραγματικός σκοπός τούτου του μηχανισμού.

-Ο σωκρατικός άνθρωπος πίστευε ότι η βαθειά κατανόηση και ο διαχωρισμός της αληθινής γνώσης από τη διαφορετικότητα και την πλάνη, είναι ο ευγενέστερος ακόμη και ο μόνος αληθινά ανθρώπινος, προορισμός.

-…αποδίδει στη γνώση και στην επίγνωση την δύναμη πανάκειας, ενώ συλλαμβάνει την πλάνη σα το καθεαυτό κακό.

-Όλες οι πιθανές προσπάθειες, διεγέρσεις, και εκδηλώσεις της θέλησης, όλα όσα συμβαίνουν στην καρδιά των ανθρώπων και τα κατατάσσει το λογικό στην αλητεία, αρνητική έννοια του αισθήματος, μπορούν να εκφραστούν από τον άπειρο αριθμό των πιθανών μελωδιών αλλά πάντα στην καθολικότητα της απλής μορφής, χωρίς το υλικό, πάντα σύμφωνα με το πράγμα-καθεαυτό, όχι σύμφωνα με το φαινόμενο, την εσώτερη ψυχή του φαινομένου δίχως το σώμα.

-…ο συνθέτης πρέπει να ‘χει προκύψει από την άμεση γνώση της ουσίας του κόσμου, εν αγνοία του λογικού του, και δεν πρέπει να ‘ναι μια μίμηση που παράγεται με συνειδητή πρόθεση μέσω εννοιών, γιατί αλλιώς η μουσική δεν εκφράζει την ενδότερη ουσία, την ίδια την θέληση, αλλά δίνει απλώς μια ανεπαρκή μίμηση του φαινομένου της.

-Όλα αυτά τα οποία ονομάζουμε κουλτούρα είναι φτιαγμένα, απ΄αυτά τα διεγερτικά και σύμφωνα με την αναλογία των συστατικών, έχουμε ή μια σωκρατική ή μια καλλιτεχνική ή μια τραγική κουλτούρα, ή αν μας επιτρέπεται η εξήγηση με ιστορικά παραδείγματα μια αλεξανδρινή ή μια ελληνική ή μια βουδιστική κουλτούρα.

-…μάταια συγκεντρώνεται ολόκληρη η «παγκόσμια λογοτεχνία» γύρω από τον σύγχρονο άνθρωπο για να τον παρηγορήσει…

-… «κριτικοί» δίχως χαρά και ενεργητικότητα, αλεξανδρινοί άνθρωποι που στο βάθος είναι βιβλιοθηκάριοι και διορθωτές που ελεεινά χαλούν τα μάτια τους από τη σκόνη των βιβλίων και από τα τυπογραφικά λάθη.

-…λες και η συγκίνηση ήταν ποτέ ικανή να δημιουργήσει κατιτί καλλιτεχνικό

–Ο λαός των τραγικών μυστηρίων είναι εκείνος που δίνει μάχες κατά των Περσών, κι ο λαός που ανάλαβε τους πολέμους αυτούς χρειάζεται με τη σειρά του την τραγωδία σαν αναγκαίο φίλτρο για να ξαναβρεί τις δυνάμεις του.

-…ο Διόνυσος μιλάει τη γλώσσα του Απόλλωνα και ο Απόλλωνας στο τέλος τη γλώσσα του Διόνυσου κι έτσι πετυχαίνεται ο ύψιστος στόχος της τραγωδίας και όλης της τέχνης.

-Και το ότι δεν κουράζονται με κάνει να σκέφτομαι ότι δεν είναι καθόλου ευαίσθητοι αισθητικά, αλλά αντιδρούν απλώς ως ηθικά όντα όταν ακούν μια τραγωδία.

-Φρικιά με τα βάσανα που πέφτουν πάνω στον ήρωα, και μολαταύτα προαισθάνεται σ΄αυτά μια ανώτερη και πιο έντονη χαρά. Βλέπει πιο πλατειά και βαθειά από ποτέ, και μολαταύτα επιθυμεί να ‘ταν τυφλός.

-Ο μύθος οδηγεί τον κόσμο των φαινομένων στα όριά του, αρνείται τον εαυτό του και προσπαθεί να πετάξει πίσω στη μήτρα της μόνης και αληθινής πραγματικότητας, όπου ακούγεται τότε να τραγουδάει το μεταφυσικό του κύκνειο άσμα, σαν την Ιζόλδη:

Στα φουρτουνιασμένα κύματα
του ωκεανού
στο βουερό ήχο
των ευωδιαστών κυμάτων
στο φτερούγισμα
της ανάσας του κόσμου
να πνίγεσαι, να βυθίζεσαι
ασυνείδητα- αυτό είναι υπέρτατη χαρά!

-Γκέτε: ”Δίχως ένα ζωηρό παθολογικό ενδιαφέρον”, λέει αυτό: «δεν θα κατάφερνα ούτε εγώ να επεξεργαστώ μια οποιαδήποτε τραγική κατάσταση και γι’ αυτό ακριβώς μάλλον τις απέφευγα παρά τις αναζητούσα.”

Φρειδερίκος Νίτσε, Γέννηση της τραγωδίας 

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ

ΘΟΥΚ 8.55.1–8.55.3

(ΘΟΥΚ 8.47.1–8.59.1: Η δράση του Αλκιβιάδη στην Ιωνία) 

Στρατιωτικές επιτυχίες των Αθηναίων σε Ρόδο και Χίο

[8.55.1] Ὁ δὲ Λέων καὶ ὁ Διομέδων ἐν τῷ αὐτῷ χειμῶνι ἀφι-
γμένοι ἤδη ἐπὶ τὰς τῶν Ἀθηναίων ναῦς ἐπίπλουν τῇ Ῥόδῳ
ἐποιήσαντο. καὶ τὰς μὲν ναῦς καταλαμβάνουσιν ἀνειλκυ-
σμένας τῶν Πελοποννησίων, ἐς δὲ τὴν γῆν ἀπόβασίν τινα
ποιησάμενοι καὶ τοὺς προσβοηθήσαντας Ῥοδίων νικήσαντες
μάχῃ ἀπεχώρησαν ἐς τὴν Χάλκην, καὶ τὸν πόλεμον ἐντεῦθεν
μᾶλλον <ἢ> ἐκ τῆς Κῶ ἐποιοῦντο· εὐφυλακτότερα γὰρ αὐτοῖς
ἐγίγνετο, εἴ ποι ἀπαίροι τὸ τῶν Πελοποννησίων ναυτικόν.

[8.55.2] Ἦλθε δ’ ἐς τὴν Ῥόδον καὶ Ξενοφαντίδας Λάκων παρὰ
Πεδαρίτου ἐκ Χίου, λέγων ὅτι τὸ τεῖχος τῶν Ἀθηναίων
ἤδη ἐπιτετέλεσται, καὶ εἰ μὴ βοηθήσουσι πάσαις ταῖς
ναυσίν, ἀπολεῖται τὰ ἐν Χίῳ πράγματα. οἱ δὲ διενοοῦντο
βοηθήσειν. [8.55.3] ἐν τούτῳ δὲ ὁ Πεδάριτος αὐτός τε καὶ τὸ
περὶ αὑτὸν ἐπικουρικὸν ἔχων καὶ τοὺς Χίους πανστρατιᾷ
προσβαλὼν τῶν Ἀθηναίων τῷ περὶ τὰς ναῦς ἐρύματι αἱρεῖ
τέ τι αὐτοῦ καὶ νεῶν τινῶν ἀνειλκυσμένων ἐκράτησεν·
ἐπεκβοηθησάντων δὲ τῶν Ἀθηναίων καὶ τρεψαμένων τοὺς
Χίους πρώτους νικᾶται καὶ τὸ ἄλλο τὸ περὶ τὸν Πεδάριτον,
καὶ αὐτὸς ἀποθνῄσκει καὶ τῶν Χίων πολλοὶ καὶ ὅπλα
ἐλήφθη πολλά.

***
[8.55.1] Τον ίδιο χειμώνα ο Λέων κι ο Διομέδων, που είχαν κι όλας φτάσει κι αναλάβει την αρχηγία στα καράβια, έκαναν επίθεση με το ναυτικό ενάντια στη Ρόδο. Και βρήκαν τα καράβια των Πελοποννησίων τραβηγμένα στη στεριά, και κάνοντας απόβαση νίκησαν σε μάχη τους Ροδίους που πρόστρεξαν να τους αποκρούσουν· κ' ύστερα ξαναγύρισαν στη Χάλκη κ' έκαναν από δω κ' εμπρός τον πόλεμο από κει μάλλον παρά από την Κω· γιατί ήταν πιο εύκολο να παραφυλάγουν από κει αν σήκωνε άγκυρα για πουθενά ο στόλος των Πελοποννησίων.

[8.55.2] Στη Ρόδο ήρθε τότε κι ο Ξενοφαντίδας ο Σπαρτιάτης από τον Πεδάριτο στη Χίο, και τους είπε πως το τείχος των Αθηναίων είχε κι όλας συμπληρωθεί και πως αν δεν πάνε αυτοί να τους ενισχύσουν μ' όλα τους τα καράβια, θα τους φύγει από τα χέρια η κατάσταση στη Χίο. Σκόπευαν λοιπόν αυτοί να στείλουν ενισχύσεις. [8.55.3] Στο μεταξύ ο Πεδάριτος ο ίδιος, παίρνοντας μαζί του τους μισθοφόρους που εξουσίαζε κι όλους τους ένοπλους Χιώτες, πήγε και χτύπησε το περιτείχισμα που είχανε στήσει οι Αθηναίοι γύρω στα καράβια και κυρίεψε ένα μικρό του μέρος κ' έπιασε μερικά από τ' Αθηναϊκά καράβια που ήταν τραβηγμένα στη στεριά. Μα όταν πρόστρεξαν οι Αθηναίοι τους ανάγκασαν να υποχωρήσουνε βιαστικά, και νίκησαν πρώτα τους Χιώτες, κ' ύστερα και τον άλλο στρατό γύρω στον Πεδάριτο. Και σκοτώθηκε κι αυτός και πολλοί Χιώτες, κ' οι Αθηναίοι πήρανε λάφυρα πολλά όπλα.