Σάββατο 27 Μαΐου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 13. ΕΥΘΥΣ ΚΑΙ ΠΛΑΓΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

ΟΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΛΑΓΙΟ ΛΟΓΟ


§13.12. Οι ευθείες ερωτηματικές προτάσεις στον πλάγιο λόγο τρέπονται σε πλάγιες ερωτήσεις με ρήματα εξάρτησης συνήθως τα ἐρωτῶ, ἀπορῶ, θαυμάζω, σκοπῶ, ἐπιμελοῦμαι, γιγνώσκω, οἶδα, αἰσθάνομαι, πυνθάνομαι, δείκνυμι κ.ά.

• Ως προς την εκφορά τους, οι πλάγιες ερωτήσεις, μετά από αρκτικό χρόνο διατηρούν την έγκλιση που είχε και η ευθεία ερώτηση (οριστική, δυνητική οριστική ή δυνητική ευκτική στις ερωτήσεις κρίσεως· απορηματική υποτακτική στις ερωτήσεις επιθυμίας), μετά από ιστορικό χρόνο όμως η οριστική στις ερωτήσεις κρίσεως και η απορηματική υποτακτική στις ερωτήσεις επιθυμίας μπορούν να αντικατασταθούν από ευκτική του πλαγίου λόγου.

• Ως προς την εισαγωγή τους, οι ερωτήσεις ολικής άγνοιας στον πλάγιο λόγο εισάγονται με τον σύνδεσμο εἰ, ενώ στις μερικής άγνοιας συνήθως στον πλάγιο λόγο οι ερωτηματικές αντωνυμίες και τα επιρρήματα αντικαθίστανται από τις αντίστοιχες αναφορικές αντωνυμίες και επιρρήματα.

Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τις πιθανές τροπές:
  ΕΥΘΥΣ ΛΟΓΟΣΠΛΑΓΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΡΙΣΕΩΣ ΟΡΙΣΤΙΚΗΦίλιππος ἀδικεῖ 
τὴν πόλιν;
ἐρωτᾷ εἰ ἀδικεῖ Φίλιππος τὴν πόλιν ἤρετο εἰ ἀδικοίη Φίλιππος τὴν πόλιν
 τίνα γνώμην 
ἔχετε;
ἐρωτᾷ ἥντινα/τίνα γνώμην ἔχουσιν ἤρετο ἥντινα/τίνα γνώμην ἔχοιεν
 ΔΥΝΗΤΙΚΗ ΟΡΙΣΤΙΚΗἠδίκει ἂν Φίλιππος τὴν πόλιν; (εἰ ἐδύνατο)ἐρωτᾷ εἰ ἠδίκει ἂν Φίλιππος τὴν πόλιν (εἰ ἐδύνατο) ἤρετο εἰ ἠδίκει ἂν Φίλιππος τὴν πόλιν (εἰ ἐδύνατο)
 τίνα ἂν γνώμην εἴχετε; (εἰ ἄλλως ἔπραττον)ἐρωτᾷ ἥντινα/τίνα ἂν γνώμην εἶχον (εἰ ἄλλως ἔπραττε) ἤρετο ἥντινα/τίνα ἂν γνώμην εἶχον (εἰ ἄλλως ἔπραττε)
 ΔΥΝΗΤΙΚΗ ΕΥΚΤΙΚΗἀδικοίη ἂν Φίλιππος τὴν πόλιν; (εἰ δύναιτο)ἐρωτᾷ εἰ ἀδικοίη ἂν Φίλιππος τὴν πόλιν (εἰ δύναιτο) ἤρετο εἰ ἀδικοίη ἂν Φίλιππος τὴν πόλιν (εἰ δύναιτο)
 τίνα ἂν γνώμην ἔχοιτε; (εἰ ἄλλως πράττοιμι)ἐρωτᾷ ἥντινα/τίνα ἂν γνώμην ἔχοιεν (εἰ ἄλλως πράττοι) ἤρετο ἥντινα/τίνα ἂν γνώμην ἔχοιεν (εἰ ἄλλως πράττοι)
 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΑΠΟΡΗΜΑΤΙΚΗ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗπαραδῶμεν τὴν πόλιν;ἐρωτῶσι τὸν θεὸν εἰ παραδῶσι τὴν πόλιν ἤροντο τὸν θεὸν εἰ παραδοῖεν τὴν πόλιν
 τί ποιῶμεν;ἀποροῦσιν ὅ,τι/τί ποιῶσι ἠπόρουν ὅ,τι/τί ποιοῖεν
§13.13. Πλάγιες ερωτήσεις κρίσεως με εξάρτηση από αρκτικό χρόνο

ΔΗΜ 18.64 ἡδέως ἂν ἐροίμην, τῆς ποίας μερίδος γενέσθαι τὴν πόλιν ἐβούλετ᾽ ἄν || με ευχαρίστηση θα ρωτούσα σε ποιο κόμμα θα είχε θελήσει η πόλη μας να προσχωρήσει. [ευθύς λόγος: τῆς ποίας μερίδος γενέσθαι τὴν πόλιν ἐβούλου ἄν; ]

§13.14. Πλάγιες ερωτήσεις κρίσεως με εξάρτηση από ιστορικό χρόνο

ΞΕΝ ΚΠαιδ 4.4.4 ἐκ δὲ τούτου ἐπυνθάνετο ἤδη αὐτῶν καὶ ὁπόσην ὁδὸν διήλασαν καὶ εἰ οἰκοῖτο ἡ χώρα || κατόπιν ζητούσε επιπλέον να μάθει από αυτούς πόσο δρόμο διήνυσαν και εάν ή χώρα κατοικούνταν. [ευθύς λόγος: πόσην ὁδὸν διηλάσατε καὶ οἰκεῖται ἡ χώρα;]

ΗΡΟΔ 7.208 ἔπεμπε Ξέρξης κατάσκοπον ἱππέα ἰδέσθαι ὁκόσοι εἰσὶ καὶ ὅ τι ποιοῖεν || έστελνε ο Ξέρξης έναν ιππέα ως κατάσκοπο να δει πόσοι είναι και τι κάνουν. [ευθύς λόγος: πόσοι εἰσὶ καὶ τί ποθοῦσι;]

ΞΕΝ Ελλ 4.2.10 ἐβουλεύοντο πῶς ἂν τὴν μάχην συμφορώτατα σφίσιν αὐτοῖς ποιήσαιντο || έκαναν συμβούλιο για το πώς θα διεξήγαγαν τη μάχη με τον πιο πρόσφορο γι’ αυτούς τρόπο. [ευθύς λόγος: πῶς ἂν τὴν μάχην συμφορώτατα ἡμῖν αὐτοῖς ποιήσαιμεν;]

§13.15. Πλάγιες ερωτήσεις επιθυμίας με εξάρτηση από αρκτικό χρόνο

ΠΛ Χαρμ 158d οὐκ ἔχω ὅτι σοι ἀποκρίνωμαι || δεν ξέρω τι να σου απαντήσω. [ευθύς λόγος: τί σοι ἀποκρίνωμαι;]

§13.16. Πλάγιες ερωτήσεις επιθυμίας με εξάρτηση από ιστορικό χρόνο

ΠΛ Πρωτ 321c καὶ ἠπόρει ὅτι χρήσαιτο || και δεν ήξερε τι να κάνει. [ευθύς λόγος: τί χρήσωμαι;]

ΘΟΥΚ 2.4.6 ἐβουλεύοντο εἴτε κατακαύσωσιν ὥσπερ ἔχουσιν, ἐμπρήσαντες τὸ οἴκημα, εἴτε τι ἄλλο χρήσωνται || συζητούσαν ή να τους κάψουνε, όπως είναι, βάζοντας φωτιά στο οίκημα ή τι άλλο να κάνουν. [ευθύς λόγος: πότερα κατακαύσωμεν αὐτοοὺς ὥσπερ ἔχουσιν, ἐμπρήσαντες τὸ οἴκημα, ἤ τι ἄλλο χρησώμεθα;]

Η ομηρική φράση ἱερὸν μένος

Η ομηρική φόρμουλα ἱερὸν μένος απαντά στην Οδύσσεια, πάντα μετά την πενθημιμερή τομή και πριν από ένα όνομα προσώπου στη γενική πτώση.

Το όνομα αυτό είναι σχεδόν σε κάθε περίπτωση του Αλκίνοου, Ἀλκινόοιο.

Μια φορά μόνο έχουμε τη γενική Ἀντινόοιο, που αποτελεί απλώς ένα μετρικό υποκατάστατο, ενώ η γενική Ἠελίοιο απαντά μόνο στον μεταγενέστερο ομηρικό ύμνο στον Απόλλωνα (στ. 371). Εκτός από δύο ύστερα παραδείγματα στον Κόιντο τον Σμυρναίο, τα οποία δεν έχουν το συνακόλουθο όνομα προσώπου, και εκτός από μεταγενέστερα ομηρικά παραθέματα (π.χ. στα έργα των σχολιαστών και των γραμματικών), ο τύπος δεν παραδίδεται εκτός του Ομήρου. Είναι φανερό, επομένως, ότι συνδεόταν ειδικά με το όνομα του Αλκίνοου.

Η λέξη ιερός στην εποχή του Ομήρου σήμαινε ό,τι και σήμερα, ενώ η λέξη μένος σήμαινε «δύναμη, οργή, πάθος». Ωστόσο η απόδοση «ιερή δύναμη του Αλκίνοου» δεν βγάζει νόημα. Θα πρέπει να καταφύγουμε στην ετυμολογία των λέξεων και να βρούμε την αρχική τους σημασία. Ετυμολογικά η λέξη ιερός (ισχυρός και η αρχική της σημασία ήταν ακριβώς αυτή, «δυνατός».

Η σύνδεσή της με τη σφαίρα των θεών προέκυψε από το γεγονός ότι αυτοί ήταν οι κατεξοχήν ισχυρές οντότητες. Από την άλλη η λέξη μένος είχε την πρωταρχική σημασία «νους, σκέψη», αφού συνδέεται με τη ρίζα μεν-, η οποία δήλωνε ακριβώς την ικανότητα για σκέψη.[i] Συνεπώς η αρχική σημασία της φράσης στην επική παράδοση ήταν «η δυνατή σκέψη του Αλκίνοου». Το ότι πράγματι αυτή ήταν η αρχική σημασία ενισχύεται από το δεδομένο ότι όταν πρωτοδημιουργήθηκε η φράση εμπεριείχε ένα ξεκάθαρο λεξιλογικό παίγνιο: Αλκίνοος είναι ετυμολογικά «αυτός που έχει δυνατή σκέψη», από το αλκή = δύναμη και το νους. Συνεπώς η φράση κυριολεκτικά σήμαινε «η δυνατή σκέψη Αυτού-που-έχει-δυνατή-σκέψη»! Άρα δεν έχει άδικο ο λεξικογράφος Ησύχιος, όταν ισχυρίζεται ότι η φράση δεν είναι τίποτα άλλο από μια περίφραση για το όνομα του Αλκίνοου.
[Katz, “Inherited poetics”, στοBakker, A Companion to the Ancient Greek Language, Blackwell 2010]
---------------------------
[i] Η ρίζα στη βαθμίδα μν- δίνει τον αναδιπλασιασμένο ενεστώτα μιμνήσκω, τα ουσιαστικά μνήμη, ανάμνηση,μνημοσύνη, μνήμων κ.ά. Στην βαθμίδα μεν- δίνει εκτός από το μένος και τη λέξη μέντωρ. Στην βαθμίδα μον- δίνει λ.χ. τον παρακείμενο μέμονα. Στην βαθμίδα μαν-/μαιν- δίνει τις λέξειςμανία, μαίνομαι, μαινάδα, μάντιςκ.ά. Όλες οι λέξεις έχουν να κάνουν με την διανοητική ικανότητα του ανθρώπου (μέντωρ) ή την έλλειψή της (μανία).

Η αρνητική κριτική κάνει κακό στα παιδιά μας

Σύμφωνα με τις έρευνες μετά από τα εγκλήματα της σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης, η κριτική, η απόρριψη και η εγκατάλειψη αποτελούν τις τρεις τραυματικές εμπειρίες για το άτομο και με τις χειρότερες ψυχολογικές επιπτώσεις σε ένα άτομο. Από αυτά τα τρία, η κριτική είναι η πιο διαδεδομένη και η πιο επαναλαμβανόμενη στην κοινωνική αλληλεπίδραση των ανθρώπων. Κάποιος θα μπορούσε να πει πως η κριτική έχει και τη θετική πλευρά γιατί μας βοηθάει να γινόμαστε καλύτεροι. Μπορεί να ισχύσει όμως αυτό για τα παιδιά;

Ο κλινικός ψυχολόγος Dr. Laurence Smith στο βιβλίο του Criticism-Our disease (Κριτική-Μια Διαταραχή μας), μας λέει πως η κριτική μπορεί να έχει θετικό αποτέλεσμα μόνο όταν το άτομο έχει αποκτήσει την επαρκή ωρίμανση και την ικανότητα να κρατήσει συναισθηματική απόσταση από αυτήν, αλλά και από το άτομο που την ασκεί, έτσι ώστε να εκτιμηθεί θετικά η αξία της. Στην πλειοψηφία, η κριτική γεμίζει το άτομο με αμφιβολίες για αυτό που είναι και συνδέεται σχεδόν πάντοτε με αρνητικά συναισθήματα – κάτι που ισχύει ιδιαίτερα για τα παιδιά δεδομένου ότι δεν έχουν αναπτύξει τη γνωστική ωρίμανση να χειριστούν την κριτική με εποικοδομητικό τρόπο.

Τα είδη της κριτικής που ασκούμε στα παιδιά μας

1. Η «καλοπροαίρετη κριτική»

Οι γονείς αρκετά συχνά είτε άθελά τους, είτε εν αγνοία τους, ασκούν κριτική στα παιδιά «Μην κάνεις αυτό, μην ντύνεσαι έτσι, μη μιλάς με αυτόν τον τρόπο, μην κάθεσαι έτσι, μην κάνεις τέτοια γράμματα, δεν πήρες καλούς βαθμούς». Η κριτική των γονιών μπορεί να είναι τις περισσότερες φορές καλοπροαίρετη και να έχει ως βάση της την ανησυχία και την επιθυμία να γίνει το παιδί καλύτερο σε έναν ανταγωνιστικό και σκληρό κόσμο. Όταν οι γονείς κριτικάρουν τα παιδιά (στην πλειοψηφία τους) πιστεύουν ότι δεν ασκούν κριτική απλά δίνουν συμβουλές και οδηγίες και μπορεί να εκπλήσσονται με τις αντιδράσεις των παιδιών θεωρώντας ότι είναι ανυπάκουα ή απρόθυμα να συνεργαστούν και να επικοινωνήσουν θετικά με τους γονείς.

2. Η κριτική που συνοδεύεται από σύγκριση

«Ο αδελφός σου ο φίλος σου, το τάδε παιδάκι…) είναι καλός, εσύ γιατί δεν διαβάζεις, δεν γράφεις, δεν παίζεις, δεν είσαι τόσο καλός, δεν ακούς;» Η σύγκριση είτε γίνεται άμεσα, είτε γίνεται έμμεσα, είτε γίνεται με το αδελφάκι, είτε με ένα άλλο παιδί, δημιουργεί στο παιδί αισθήματα ζήλιας και αμφιβολίας για τον ίδιο του τον εαυτό. Αλήθεια, εσείς πως θα νιώθατε αν ο σύντροφός σας ασκούσε παρόμοια κριτική και σας σύγκρινε συνεχώς για τις ικανότητες σας ή την εμφάνισή σας;

Οι αρνητικές επιπτώσεις της κριτικής μας στα παιδιά

Η συνεχής αρνητική κριτική έχει σοβαρές επιπτώσεις στην αυτοεκτίμηση, τις ικανότητες, την παραγωγικότητα και στην ευτυχία του παιδιού, δημιουργώντας παράλληλα και πιθανά προβλήματα συμπεριφοράς. Η αρνητική κριτική δυστυχώς επηρεάζει τα παιδιά όχι μόνο στιγμιαία, αλλά μπορεί να έχει μία τρομερή και μόνιμη επίδραση και στην ενήλικη ζωή.

1. Το παιδί που ακούει επανειλημμένα πόσο «κακό» είναι... αρχίζει να νιώθει ανάξιο έχοντας αμφιβολίες για την αγάπη των γονιών του.

2. Το παιδί που δεν λαμβάνει την έμπρακτη αγάπη και αποδοχή από τους γονείς του, συνήθως απευθύνεται σε άλλους για να την πάρει.

3. Όταν ένα παιδί αντιμετωπίζεται με ασέβεια, κριτική διάθεση, και περιφρόνηση, μαθαίνει να φέρεται αντίστοιχα και στους άλλους, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να δημιουργήσει στενές σχέσεις και φιλίες

4. Όταν ένα παιδί δέχεται μόνιμα κριτική μπορεί να απομονωθεί και να παραιτηθεί από ό,τι απαιτεί προσπάθεια και κόπο (πχ. σχολείο, αθλήματα, δραστηριότητες). Απορροφώντας και καταγράφοντας κάθε αρνητικό σχόλιο, πιθανότατα θα μεγαλώσει νιώθοντας πως δεν είναι ποτέ αρκετά καλό και θα δημιουργήσει την πεποίθηση ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει σε τίποτα. Όταν το παιδί δημιουργεί αυτήν την εικόνα για τον εαυτό του, το πιθανότερο είναι ότι θα υποφέρει στο μέλλον τόσο συναισθηματικά, όσο κοινωνικά και επαγγελματικά.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς;

1. Επαινέστε τα παιδιά σας

Τα παιδιά έχουν τεράστια ανάγκη και επιθυμία να κερδίζουν τον έπαινο, την έγκριση και την αποδοχή των γονιών τους και θέλουν να τους κάνουν περήφανους. Το κλειδί για να διαμορφωθεί μια καλή σχέση γονιού και παιδιού είναι ο σεβασμός και η επικοινωνία. Οι γονείς πριν βιαστούν να διαμορφώσουν κρίση και άποψη είναι πολύ σημαντικό να ακούν ουσιαστικά τα παιδιά. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να συμφωνούν με ό,τι πει το παιδί ή να ενδίδουν σε παράλογες απαιτήσεις.

2. Ακούστε τα

Όταν οι γονείς ακούν τα παιδιά θα πρέπει να κάνουν μια πραγματική προσπάθεια να κατανοήσουν και εκτιμήσουν την άποψη του παιδιού και να αναγνωρίσουν ποιο είναι το σωστό από αυτά που λέει πριν επισημάνουν το λάθος.

3. Επικοινωνήστε μαζί τους

Τα παιδιά επιζητούν τη θετική επικοινωνία με τους γονείς τους όπως επιζητούν και το παιχνίδι. Αναζητήστε χρόνο μέσα στην ημέρα για συζήτηση με το παιδί έτσι ώστε να έχει την ευκαιρία να μιλήσει για αυτά που το απασχολούν και το προβληματίζουν. Έρευνες δείχνουν ότι οι γονείς που ακούν και επιτρέπουν το διάλογο με τα παιδιά τους, επηρεάζουν άμεσα και θετικά τη διάθεση και τη συμπεριφορά των παιδιών.

4. Δείξτε τους πόσο υπερήφανοι είστε γι' αυτά

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανταμοιβή και ευτυχία για τα παιδιά, όταν βλέπουν τους γονείς τους να χαμογελούν και να νιώθουν περήφανοι, γνωρίζοντας ότι αυτά είναι οι αιτία που προκαλούν αυτά τα συναισθήματα. Μειώστε λοιπόν την κριτική, και δώστε απλόχερα την αποδοχή και την αγάπη σας!

Την επόμενη λοιπόν φορά που θα ασκήσετε σκληρή κριτική στα παιδιά σας, θυμηθείτε το υπέροχο διάσημο ποίημα του Βρετανού φιλόσοφου Μπέρτραντ Ράσελ:

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην κριτική, μαθαίνει να κατακρίνει

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην έχθρα, μαθαίνει να καυγαδίζει.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ειρωνεία, μαθαίνει να είναι ντροπαλό.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ντροπή, μαθαίνει να αισθάνεται ένοχο.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην κατανόηση, μαθαίνει να είναι υπομονετικό.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στον έπαινο, μαθαίνει να εκτιμά.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην δικαιοσύνη, μαθαίνει να είναι δίκαιο. Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ασφάλεια, μαθαίνει να πιστεύει.

Αν ένα παιδί ζει μέσα σε επιδοκιμασία, μαθαίνει να έχει αυτοεκτίμηση.

Αν ένα παιδί ζει μέσα σε παραδοχή και φιλία μαθαίνει να βρίσκει την αγάπη μέσα στον κόσμο.

Κομφούκιος: Μελέτησε το παρελθόν αν θες να ορίσεις το μέλλον

Ο Κομφούκιος υπήρξε ιδρυτής της Σχολής Ρου (Ru) της κινεζικής σκέψης. Με τις διδασκαλίες του -που διατηρήθηκαν στα Ανάλεκτα- έθεσε τα θεμέλια πολλών μεταγενέστερων κινέζικων απόψεων για την εκπαίδευση και την συμπεριφορά του ιδανικού άνδρα, για τον τρόπο ζωής του και τις σχέσεις του με το κοινωνικό σύνολο. Γεννήθηκε στις 27 Αυγούστου του 551 π.χ..

Ο Κομφούκιος αναγνώρισε την υποχρέωση να ενισχύσει τις κοινωνικές αξίες της παράδοσης και της συμπόνοιας. Αρχή του ήταν “αγαπάτε αλλήλους”. Θεωρούσε ότι το κοινωνικό αγαθό της ομόνοιας θα μπορούσε να γίνει πράξη μέσω του Χρυσού του Κανόνα: “Ό,τι δεν επιθυμείς για τον εαυτό σου, μην το κάνεις στους άλλους. Αφού εσύ ο ίδιος επιθυμείς να στέκεσαι, βοήθα τότε και άλλους να το κατορθώσουν, αφού εσύ ο ίδιος επιθυμείς επιτυχία, βοήθα τότε και άλλους να την επιτύχουν.”

Η πολιτική φιλοσοφία του Κομφούκιου βασιζόταν απόλυτα στην ιδέα της αυτοπειθαρχίας. Θεωρούσε απαραίτητο ένας ηγεμόνας να είναι έμπρακτα εγκρατής, ώστε να παραμείνει σεμνός και ταπεινός, αλλά και να μπορεί να συμπεριφέρεται στους υπηκόους του με καλοσύνη και ευσπλαχνία. Ο ηγεμόνας θα μπορούσε να κινητοποιήσει τον λαό του να τηρεί τους νόμους διδάσκοντάς του την αρετή, μέσα στο πλαίσιο πάντα της ενωτικής δυναμικής που ενέχουν τα θρησκευτικά τελετουργικά.

Στα Ανάλεκτα λέει: “Εάν οι άνθρωποι καθοδηγούνται από νόμους, και η σταθερότητα ανάμεσά τους επιβάλλεται με τιμωρίες, θα προσπαθήσουν να γλιτώσουν την τιμωρία χωρίς ίχνος ντροπής. Εάν καθοδηγούνται από την αρετή, και η σταθερότητα ανάμεσά τους επιβάλλεται μέσω της εφαρμογής της τελετουργικής ευπρέπειας, θα έχουν την αίσθηση της ντροπής και θα σε ακολουθούν με συγκατάβαση”. Συνεχίζει…”Ο ηθικός χαρακτήρας του ηγέτη είναι ο άνεμος. Ο ηθικός χαρακτήρας των υποτελών του είναι το χορτάρι. Όταν ο άνεμος φυσά, το χορτάρι λυγίζει.”

Οι απόψεις του για την εκπαίδευση, στην οποία έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα, συμπυκνώθηκαν στις Έξι Τέχνες του: τελετουργία, μουσική, τοξοβολία, αρματοδρομία, καλλιγραφία και αριθμητική.

“Αυτός που μαθαίνει αλλά δεν σκέφτεται, είναι χαμένος. Αυτός που σκέφτεται αλλά δεν μαθαίνει, βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο.” έλεγε. Μέσα από τα κηρύγματά του επιδίωξε να αναβιώσει τις παραδοσιακές κοινωνικές αξίες της καλοσύνης και της ευπρέπειας, με τις παιδαγωγικές μεθόδους του να εντυπωσιάζουν: “Μόνο καθοδηγώ τους πρόθυμους και διαφωτίζω τους ένθερμους. Εάν παρουσιάσω τη μία γωνία και ένας μαθητής δεν μπορεί να επιστρέψει με τις άλλες τρεις, δεν συνεχίζω το μάθημα.”

Ας δούμε μερικά από τα λόγια του…
  • Ο ανώτερος άνθρωπος έχει απαιτήσεις από τον εαυτό του. Ο κατώτερος άνθρωπος από τους άλλους.
  • Ο ανώτερος άνθρωπος καταλαβαίνει στην εντέλεια τα κρίσιμα θέματα. Ο κατώτερος άνθρωπος καταλαβαίνει στην εντέλεια τις ασήμαντες λεπτομέρειες.
  • Μόνο οι γυναίκες και οι μικροπρεπείς είναι κουραστικοί μες στο σπίτι. Όταν αποκτήσουν οικειότητα μαζί σου, παύουν να συμβιβάζονται. Και όταν τους κρατάς σε απόσταση, γίνονται εκδικητικοί.
  • Μελέτησε το παρελθόν αν θες να ορίσεις το μέλλον.
  • Ο Δάσκαλος ψάρευε με αγκίστρι, αλλά όχι με δίχτυ. Και ποτέ δεν έριχνε το βέλος του σ’ ένα πουλί που καθόταν σ’ ένα κλαδί, ήσυχο.
  • Ο ανώτερος άνθρωπος είναι βολικός, αλλά όχι συνηθισμένος. Ο κατώτερος άνθρωπος είναι συνηθισμένος, αλλά και δημιουργός προβλημάτων.
  • Ο ανώτερος άνθρωπος είναι σκληρός με τον εαυτό του. Ο κατώτερος άνθρωπος είναι σκληρός με τους άλλους.
  • Καλύτερα ένα διαμάντι με ένα ελάττωμα παρά ένα χαλίκι χωρίς κανένα.
  • Διάλεξε ένα επάγγελμα που σου αρέσει και δεν θα ξαναχρειαστεί να δουλέψεις στη ζωή σου.
  • Όταν παραπονιέσαι για το κακό, το διπλασιάζεις. Όταν το περιγελάς, το εξουδετερώνεις.
  • Όταν ο Κόκκινος Ποταμός είναι πλημμυρισμένος, πάρε το λασπωμένο μονοπάτι…
  • Όταν έρθει η ευημερία, μην τη χρησιμοποιήσεις όλη.
  • Όταν κανείς είναι αυστηρός με τον εαυτό του, πολύ σπάνια αποτυγχάνει.
  • Ξέχνα τις προσβολές, αλλά ποτέ μη ξεχνάς την καλοσύνη.
  • Σε μια χώρα που κυβερνάται καλά, η φτώχεια είναι ντροπή. Σε μια χώρα που κυβερνάται άσχημα, ο πλούτος είναι ντροπή.
  • Μην ανησυχείς αν οι άλλοι δεν σε καταλαβαίνουν. Να ανησυχείς όταν εσύ δεν καταλαβαίνεις τους άλλους.
  • Υπάρχουν τρεις πλευρές σ έναν Μεγάλο Άνδρα. Όταν τον βλέπεις από μακριά, φαίνεται σκληρός και σταθερός. Από κοντά, είναι ευχάριστος. Και όταν μιλάει, τα λόγια του είναι ξεκάθαρα.
  • Η μόρφωση χωρίς σκέψη προκαλεί σύγχυση. Η σκέψη χωρίς μόρφωση παραπαίει.
  • Αυτός που θέλει να είναι σταθερά ευτυχισμένος πρέπει να αλλάζει συχνά.
  • Αυτός που ξέρει όλες τις απαντήσεις, δεν έχει ερωτηθεί όλες τις ερωτήσεις.
  • Τέσσερις απαγορεύσεις: Μην παρασύρεσαι από την προσωπική σου γνώμη. Μην αναγνωρίζεις τίποτε σαν απαραίτητο. Μην είσαι πεισματάρης. Μην είσαι εγωκεντρικός.
  • Ο ανώτερος άνθρωπος επιδιώκει να είναι αργός στα λόγια και γρήγορος στις πράξεις.
  • Να βάζετε πρώτα απ’ όλα την πίστη και την αξιοπιστία. Μην έχετε φίλους κατώτερους από εσάς τους ίδιους. Αν έχετε μειονεκτήματα, μη φοβάστε να διορθώσετε τον εαυτό σας και να προχωρήσετε μόνοι σας.
  • Εκείνος που είναι τολμηρός, γενναίος, σταθερός, απλός, φυσικός και δεν βιάζεται, πλησιάζει την τελειότητα.
  • Αν όλοι απεχθάνονται κάτι, θα πρέπει να το εξετάσουμε. Αν σε όλους αρέσει κάτι, πάλι θα πρέπει να το εξετάσουμε.
  • Ο καλύτερος τρόπος να εξαπατηθείς είναι να υποκρίνεσαι ότι είσαι εξυπνότερος από τους άλλους.
  • Το να ξέρεις ποιο είναι το σωστό και να μην το κάνεις είναι η μεγαλύτερη δειλία.
  • Προτού ξεκινήσεις ένα ταξίδι εκδίκησης, σκάψε δυο τάφους.
  • Ο ανώτερος άνθρωπος νιώθει απόλυτα άνετα. Ο κατώτερος άνθρωπος είναι πάντοτε εκνευρισμένος.
  • Αν σκέφτεσαι για ένα χρόνο, φύτεψε ένα σπόρο. Αν σκέφτεσαι για δέκα χρόνια φύτεψε, ένα δέντρο. Αν σκέφτεσαι για 100 χρόνια, δίδαξε ανθρώπους

Οι αληθινοί ηλίθιοι ασπάζονται ένα σύστημα αξιών διαφορετικό από το δικό σας

Διότι οι αληθινοί ηλίθιοι –εκείνοι που δεν είναι και δε θα γίνουν ποτέ φίλοι σας- ασπάζονται ένα σύστημα αξιών διαφορετικό από το δικό σας, σύμφωνα με το οποίο τη συμπεριφορά που εσείς κρίνετε απαράδεκτη εκείνοι τη βρίσκουν απολύτως σωστή, ενώ η δική σας συμπεριφορά αντίθετα είναι εκείνη που… κ.λπ. Να ίσως η αλήθεια που είναι πιο δύσκολο να αποδεχτούμε, η πιο σκληρή, η πιο αφόρητη απ’ όλες τις αλήθειες που οφείλει να αποκαλύψει αυτό, τα ανθρώπινα όντα δεν είναι πάντοτε ηλίθια κατά λάθος, κατά τύχη, λιγότερο ή περισσότερο, λόγω συνθηκών και ως εκ τούτου παρά τη θέλησή τους. Υπάρχουν συστημικοί ηλίθιοι.

Θλίβομαι που οι μοίρες μου ανέθεσαν το έργο της αποκάλυψης της εν λόγω αλήθειας, αλλά μια και όλοι μας υποφέρουμε εξαιτίας της, καλύτερα να δούμε τα πράγματα ως έχουν. Αυτό που αποκαλούμε γενικά ετερότητα δεν προσδιορίζει μόνο τις σωματικές, γλωσσικές και πολιτισμικές διαφορές που εμπλουτίζουν την ανθρωπότητα. Ετερότητα σημαίνει, επίσης, ότι υπάρχουν σε κάθε κοινωνία και σε κάθε κοινωνική διαστρωμάτωση, άτομα –όχι μόνο ένα, μεμονωμένο-, αλλά έχει ακόμα και φίλους που συμφωνούν μαζί του τα οποία δε νοιάζονται καθόλου για τη συνοχή και τα οποία, αντί να έχουν ένα σύστημα αξιών διαφορετικό από το δικό σας, πράγμα που θα ήταν ενδιαφέρον, έχουν υιοθετήσει ως αξία την απουσία κάθε λογικής, δηλαδή, την απόλυτη ασυναρτησία. Αυτούς αποκαλώ συστημικούς ηλίθιους. Εάν αμφιβάλλετε για την ύπαρξή τους (πράγμα που έκανα μέχρι πρόσφατα), είμαι σε θέση να σας παρουσιάσω έναν απ’ αυτούς που δεν είναι ούτε βλάκας, ούτε τρελός, ούτε κακός, αλλά ξεχωρίζει στη δουλειά του (οι αληθινοί ηλίθιοι είναι σπάνια χαζοί). Αυτό το γνήσιο διαμάντι που είχα κάποτε την ευκαιρία να προσεγγίσω-δε θέλει να καταλάβει, παρόλο που διαθέτει τα μέσα, με άλλα λόγια εμμένει ηρωικά στην ίδια του την ηλιθιότητα.

Έτσι, η μεγάλη δυσκολία που συναντά ο ηθικοπλαστικός λόγος όταν απευθύνεται σε έναν ηλίθιο, όποιος κι αν είναι αυτός, είναι ότι προϋποθέτει μια ελάχιστη κοινή βάση πάνω στην οποία θα μπορούσαμε να συζητήσουμε προκειμένου να αξιολογήσουμε μαζί τις συμπεριφορές μας. Όμως, αντίθετα με αυτό που συμβαίνει με τα παιδιά και γενικότερα με εκείνους που συνδέονται μαζί μας μέσω κάποιων δεσμών αγάπης, οι ηλίθιοι δεν έχουν κανέναν λόγο ούτε να αποδεχτούν το σύστημα αξιών σας ούτε να κάνουν μια προσπάθεια για να το κατανοήσουν ώστε να το αμφισβητήσουν. Όταν υπάρχει απέναντί μας κάποιος που αρνείται ακόμα και την ιδέα της θέσπισης κοινών κανόνων, είναι αδύνατο να υπάρξει συνεννόηση, πράγμα που βυθίζει όλο τον κόσμο σε μια κατάσταση απόλυτης αδυναμίας. Γιατί οι ηλίθιοι δε θέλουν τη διαπραγμάτευση;

Η εν λόγω καταστροφή απορροφά κάθε προσπάθεια προκειμένου να υπάρξει ένας κάποιος διάλογος, διότι δεν υπάρχει πλέον ούτε εμπιστοσύνη ούτε καμία κοινή επιθυμία ανάμεσα στον ηλίθιο και σ’ εσάς. Συνεπώς, δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει διαπραγμάτευση, διότι δεν υπάρχει πλέον συνεννόηση ανάμεσα στους δύο κόσμους. Να γιατί η εξουσία (της λογικής, της ηθικής, του Θεού ή του ξέρω 'γω ποιου απόλυτου) έρχεται σε σύγκρουση με τον εαυτό της: παρόλο που συνιστά μια απέλπιδα απόπειρα για την επιδίωξη ενός άλματος, καταρρέει στο πεδίο της αλληλεπίδρασης. Ούτως ή άλλως, όταν κάνετε μάθημα ηθικής σε έναν ηλίθιο, του μιλάτε σε μια διάλεκτο την οποία δεν καταλαβαίνει. Οι δυσκαμψίες και οι αμφισημίες των γλωσσών καθιστούν τις παρεξηγήσεις μόνιμες μεταξύ των ανθρώπων. Λείπει, τη στιγμή του δράματος, η έλλειψη επικοινωνίας αποκτά κολοσσιαίες διαστάσεις.

Αλίμονο, υπάρχει και συνέχεια. Διότι οι αλληλεπιδράσεις μας δεν είναι μόνο γλωσσικές, περιλαμβάνουν μια ολόκληρη σειρά από αισθητηριακές εντυπώσεις (τόνος της φωνής, χειρονομίες, στάση σώματος, εξωτερική εμφάνιση, αλλά και διαδικασία της πέψης, επίδραση παλαιότερων εμπειριών κ.λπ.) τις οποίες καθένας ερμηνεύει προς κάθε κατεύθυνση, αντίθετη και αντιφατική ανάλογα το άτομο. Αυτή η γενική σημειωτική καθιστά, ας πούμε, ανεξέλεγκτη την πορεία που ακολουθούν τα άτομα εφόσον χάσουν το αίσθημα της κοινής ανθρώπινης υπόστασής τους. Τρέμω την ώρα που το γράφω: δεν υπάρχει τίποτε, υπό τις συνθήκες αυτές, που να μην είναι ικανοί να κάνουν.

Άδειασε εντελώς, νιώσε παντελώς γαλήνιος

Αν συνειδητοποιήσουμε ότι ζούμε σε μια πραγματικότητα που αλλάζει, θα μάθουμε να προσαρμοζόμαστε καλύτερα στον καταρράχτη των γεγονότων της ζωής.

Να “είμαστε νερό”, να είμαστε ανάλαφροι, ρευστοί και ευέλικτοι σαν το υγρό στοιχείο.

Το να είμαστε ευέλικτοι για να προσαρμοζόμαστε στις προκλήσεις είναι ένα από τα πολλά διδάγματα ανατολικής φιλοσοφίας που απαντώνται στον Πλάτωνα.

Το αρχαιότερο κείμενο αυτής της παράδοσης είναι το Ι – Τσινγκ, μια πραγματεία που, χίλια χρόνια πριν από τον Αθηναίο φιλόσοφο, έδινε οδηγίες στον αναγνώστη σε μορφή προσευχής.

Ένα άλλο κείμενο επίσης γεμάτο γνώση είναι το Τάο Τε Τσινγκ του Λάο Τσε, ενός Κινέζου φιλοσόφου που η ζωή του, αν στ’ αλήθεια υπήρξε, περιβλήθηκε με μυστήριο. Στο διάσημο δοκίμιό του, συμβουλεύει, για παράδειγμα:
  • Να είστε ταπεινοί για να αναγνωρίζετε το λάθος και να πράττετε κατά συνέπεια.
  • Να είστε ευγενικοί για να δημιουργείτε υγιή ένωση με τους άλλους ανθρώπους.
  • Να μη φοβάστε το μέλλον.
  • Να ενεργείτε με απλότητα χωρίς να αναζητάτε τη φήμη ή τον επιφανειακό έπαινο.
  • Να δέχεστε τα πράγματα όπως έρχονται, αντιμετωπίζοντας την απορία με γαλήνη.
Όπως μας συμβουλεύει ο φιλόσοφος αυτός με ποιητικό τρόπο:

Άδειασε εντελώς,
νιώσε παντελώς γαλήνιος.
Χίλια πράγματα αναδύονται μαζί,
στην ανάδυσή τους βρίσκεται η επιστροφή τους.

Τώρα ανθίζουν,
κι ανθίζοντας βυθίζονται ξανά
επιστρέφοντας στη ρίζα.

Η επιστροφή στη ρίζα είναι ειρήνη.
Ειρήνη: να δέχεσαι ό,τι είναι να έρθει,
να ξέρεις τι διαρκεί.

Σε αυτή τη γνώση βρίσκεται η σοφία,
χωρίς αυτήν υπάρχει μόνο αταξία, ερείπια.

Το να ξέρεις τι διαρκεί
σημαίνει να έχεις την καρδιά ανοιχτή,
μεγάθυμη, ευγενική, ευλογημένη,
ακολουθώντας το Τάο,
τον δρόμο που διαρκεί για πάντα.

Το σώμα φτάνει στο τέλος του
μα δε θα υπάρχει τίποτα που να φοβάσαι.

Η αυτοεκτίμησή μας εις τον κόσμο αυτόν εξαρτάται απολύτως από το τι ωθούμε τον εαυτό μας να είναι και να πράττει

Για να είμαστε ικανοποιημένοι με τον εαυτό μας, σύμφωνα με τον Τζέιμς, δεν είναι απαραίτητο να πετυχαίνουμε επί παντός επιστητού. Οι δε αποτυχίες μας δεν είναι πάντα ταπεινωτικές- ταπείνωση νιώθουμε μόνο όταν αδυνατούμε να κατορθώσουμε τα επιτεύγματα εκείνα, στα οποία προηγουμένως έχουμε επενδύσει όλη την περηφάνια και την αξιοσύνη μας. Οι στόχοι μας, λοιπόν, καθορίζουν τι ερμηνεύουμε ως θρίαμβο και τι αναγκαζόμαστε να θεωρήσουμε αποτυχία. Ο Τζέιμς, καθηγητής ψυχολογίας στο Χάρβαρντ, αντλούσε περηφάνια από το ότι ήταν διακεκριμένος ψυχολόγος. Επομένως, αν μάθαινε ότι κάποιοι γνώριζαν για την ψυχολογία περισσότερα απ’ όσα εκείνος, ομολογούσε ότι θα αισθανόταν φθόνο και ντροπή.

Επειδή όμως του ήταν αδιάφορα τα αρχαία Ελληνικά, δεν τον πείραζε ότι άλλοι μπορούσαν να μεταφράζουν ολόκληρο το Συμπόσιον, ενώ αυτός δεν καταλάβαινε ούτε την πρώτη αράδα.

«Άνευ εγχειρήματος δεν υφίσταται αποτυχία, άνευ δε αποτυχίας δεν υφίσταται ταπείνωσις. Επομένως η αυτοεκτίμηση μας εις τον κόσμο αυτόν εξαρτάται απολύτως από το τι ωθούμε τον εαυτό μας να είναι και να πράττει. Προκύπτει από τον λόγον του τι είμεθα επί του παρόντος ως προς αυτά που δυνητικά είμεθα:

Αυτοεκτίμησις =Επιτυχία / Φιλοδοξίες

Η εξίσωση του Τζέιμς δείχνει καθαρά πώς με κάθε αύξηση των προσδοκιών μας επαυξάνεται ο κίνδυνος που διατρέχουμε να ταπεινωθούμε. Επομένως, η ευτυχία μας επηρεάζεται σε κρίσιμο βαθμό από το τι έχουμε φτάσει να θεωρούμε “φυσικό” κι αναμενόμενο. Γι’ αυτό , εξάλλου, ελάχιστα βάσανα είναι εφάμιλλα με το μαρτύριο της ξεπεσμένης ντίβας, του πολιτικού που δεν έχει πέραση ή, όπως θα μπορούσε να είχε σχολιάσει ο Τοκβίλ, του αποτυχημένου Αμερικανού.

Η εξίσωση αυτή, ωστόσο, υπαινίσσεται και δύο ελιγμούς με τους οποίους μπορούμε να αυξήσουμε την αυτοεκτίμησή μας. Από τη μια πλευρά, να προσπαθήσουμε για περισσότερες επιτυχίες κι από την άλλη, να μειώσουμε το πλήθος αυτών που θέλουμε να επιτύχουμε. Ο Τζέιμς μίλησε αναλυτικά για τα πλεονεκτήματα της δεύτερης προσέγγισης:

“Η παραίτησις από τις φιλοδοξίες μάς παρέχει πλήρη ανακούφισιν όσο και η εκπλήρωσίς του. Είναι παράξενο πόσο αλαφρώνει η καρδία μας όταν αποδεχόμεθα καλή τη πίστη ότι ουδέν είμεθα σε έναν συγκεκριμένο τομέα. Πόσο ευχάριστη η ημέρα κατά την οποία παύουμε να πασχίζουμε να διατηρηθούμε νέοι και λυγεροί. “μπραβο!¨- αναφωνούμε – “χάθηκαν αυτές οι ψευδαισθήσεις”. Οιαδήποτε προσθήκη εις τον εαυτόν είναι και άχθος εκτός από καύχος”.

Δυστυχώς όμως για την αυτοεκτίμησή μας οι δυτικές κοινωνίες δε φημίζονται ως αρωγοί μιας στάσης παραίτησης από τις βλέψεις μας – δεν επιτρέπουν να δεχτούμε “καλή τη πίστη” ότι γεράσαμε, ότι παχύναμε, πόσο μάλλον ότι είμαστε φτωχοί και αφανείς. Η διάθεση που επικρατεί σε αυτές μας ωθεί να επενδύουμε όλο μας το είναι σε δραστηριότητες και σε αποκτήματα που δε θα περνούσαν καν από το νου των προγόνων μας. Σύμφωνα με την εξίσωση του Τζέιμς, οι δυτικές κοινωνίες πολλαπλασιάζοντας τις φιλοδοξίες μας, το καθιστούν σχεδόν ανέφικτο να διατηρούμε σε ικανοποιητικό βαθμό την αυτοεκτίμησή μας.

Εκείνοι ζουν στην Κόλαση

Ένας άνθρωπος, το άλογό του και ο σκύλος του, περπατούσαν σε έναν δρόμο. Ξαφνικά έπιασε μία δυνατή βροχή και έτρεξαν να κρυφτούν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Τότε τους χτύπησε ένας κεραυνός και έχασαν τις ζωές τους. Δεν αντιλήφθηκαν όμως ότι είχαν περάσει στον άλλο κόσμο και θεώρησαν ότι σταμάτησε η βροχή, οπότε μπορούσαν να συνεχίσουν την πεζοπορία τους.

Ο δρόμος ήταν ανηφορικός, ο ήλιος έκαιγε και οι τρεις είχαν διψάσει πολύ. Μέχρι που συνάντησαν μία τεράστια πύλη που οδηγούσε σε ένα υπέροχο μέρος.

Ο άνθρωπος ρώτησε τον φύλακα της πύλης ποιο ήταν αυτό το μέρος και ο φύλακας απάντησε πως ήταν ο Παράδεισος.

Ο άνθρωπος ρώτησε και πάλι, αν θα μπορούσαν να ξαποστάσουν και να πιούν λίγο νερό.

Τότε ο φύλακας του απάντησε πως ο άνθρωπος μπορεί, τα ζώα όχι. Ο άνθρωπος, όσο και αν διψούσε, δεν μπορούσε να αφήσει τους φίλους του. Χαιρέτισε και έφυγε.

Βρέθηκε σε ένα μονοπάτι ακόμα πιο όμορφο που τον οδήγησε σε μία πύλη που όμοια δεν είχε ξαναδεί. Ένας πανέμορφος τόπος!

Πλησίασε τον φύλακα της πύλης και τον ρώτησε αν θα μπορούσαν να ξεδιψάσουν κάπου και ο φύλακας τους οδήγησε σε μία πηγή.

Ήπιαν αρκετό νερό και αφού ξεδίψασαν, ο άνθρωπος ρώτησε τον φύλακα πώς λέγεται αυτό το μέρος και ο φύλακας απάντησε πως είναι ο Παράδεισος.

Ο άνθρωπος απορημένος του είπε πως και στην άλλη πύλη που ρώτησε, πάλι ο Παράδεισος είπαν ότι είναι.

Και ο φύλακας απάντησε:
«Όχι, εκεί είναι η κόλαση. Εκεί μένουν όλοι αυτοί που είναι ικανοί να εγκαταλείψουν απλόχερα τους φίλους τους μόνο για τη δική τους ευχαρίστηση.»

ΒΟΚΑΚΙΟΣ: Μια πολύ αστεία ιστορία απιστίας

Ξέρετε, ασφαλώς, πως ένας φλωρεντινός ευπατρίδης, που κατοικούσε στο Παρίσι, αναγκάστηκε απ’ τη φτώ­χεια να γίνει έμπορος, και οι δουλειές του πήγαν τόσο καλά, που έκανε μεγάλη περιουσία. Από τη γυναίκα του απόκτησε μονάχα ένα γιο, τον Λοντοβίκο, που πήρε απ’ τον πατέρα του μονάχα τις αριστοκρατικές ροπές και κα­μιά κλίση για το εμπόριο. Για τούτο ο πατέρας του δεν του εμπιστεύτηκε τη δουλειά του, αλλά τον έβαλε μαζί με άλλους νεαρούς ευγενείς στην υπηρεσία του βασιλιά της Γαλλίας, όπου έμαθε καλούς τρόπους και συμπερι­φορά.

Στο διάστημα που έμενε στην Αυλή, πολλοί ιππότες, που γύριζαν απ’ τους Αγίους Τόπους, τύχαινε να κουβεν­τιάζουν μπροστά του, όπως συνηθίζουν οι νέοι, για τις ωραίες γυναίκες της Γαλλίας, της Αγγλίας κι άλλων χω­ρών του κόσμου. Ένας από τους ιππότες άρχισε να λέει πως στις διάφορες περιπλανήσεις του δεν είχε δει ομορ­φιά που να μπορεί να συγκριθεί με την ομορφιά της ντό­νας Βεατρίκης, της γυναίκας του Εγκάνο Γκαλούτσι, στην Μπολόνια. Και όλοι οι σύντροφοί του, που την εί­χαν δει στην Μπολόνια, συμφώνησαν μαζί του.

Σαν το άκουσε ο Λοντοβίκο, που ήταν ακόμη αρχάριος στον έρωτα, ένιωσε τόσο μεγάλη επιθυμία να τη δει, που δεν είχε άλλη σκέψη στο νου του. Μ’ αυτό το σκοπό, αποφάσισε να πάει οπωσδήποτε στην Μπολόνια, και μά­λιστα να μείνει εκεί, αν του άρεσε η κυρά. Είπε λοιπόν στον πατέρα του πως ήθελε δήθεν να πάει στον Πανάγιο Τάφο για προσκύνημα, και με τα πολλά κατάφερε να πάρει την άδειά του. Έφτασε στην Μπολόνια με το όνομα Ανιτσίνο, και τα ’φερε η τύχη να δει την άλλη μέρα κιόλας την κυρά σε μια γιορτή. Τη βρήκε ακόμα πιο ωραία απ’ ό,τι είχε φανταστεί, την ερωτεύτηκε φλογερά κι αποφάσισε να μη φύγει απ’ την Μπολόνια δίχως να χαρεί τον έρωτά της.

Κάθισε να σκεφτεί πώς θα το πετύχαινε, και βρήκε πως ο μόνος τρόπος που παρουσίαζε κάποιες πιθανότητες ήταν να μπει στην υπηρεσία του άντρα της, που είχε πολυάριθμο υπηρετικό προσωπικό. Πούλησε τα άλογά του, βόλεψε τους υπηρέτες του και τους έδωσε οδηγίες να κάνουν πως δεν τον γνωρίζουν αν τύχαινε να τον αν­ταμώσουν. Ύστερα, πήρε παράμερα τον ξενοδόχο και του ανακοίνωσε την επιθυμία του να μπει, αν ήταν δυνατόν, στην υπηρεσία κάποιου μεγάλου αφέντη.

«Μου φαίνεται» του αποκρίθηκε ο ξενοδόχος, «πως εί­σαι ό,τι χρειάζεται για ν’ αρέσεις σ’ έναν μεγάλο άρχον­τα αυτού του τόπου, τον Εγκάνο με τ’ όνομα. Έχει πολ­λούς υπηρέτες και τους θέλει με καλό παρουσιαστικό, σαν εσένα. Άσε — θα του μιλήσω».

Έκανε όπως είπε, κι ο Εγκάνο δέχτηκε να προσλάβει τον Ανιτσίνο, που η χαρά του δεν περιγράφεται.

Ο Ανιτσίνο, στην υπηρεσία τώρα του Εγκάνο, είχε συ­χνά την ευκαιρία να βλέπει την κυρά. Και υπηρετούσε τον αφέντη του τόσο καλά και με τόση αφοσίωση, που ο Εγκάνο τον συμπάθησε σε σημείο που να μην μπορεί τί­ποτα να κάνει δίχως αυτόν. Και εκτός που τον είχε στην προσωπική του υπηρεσία, του ανέθεσε και τη διαχείριση όλης της περιουσίας του.

Μια μέρα, ο Εγκάνο βγήκε να κυνηγήσει πουλιά, δί­χως να πάρει μαζί του τον Ανιτσίνο.

Η Βεατρίκη δεν είχε καταλάβει ακόμα πως ο Ανιτσίνο ήταν ερωτευμένος μαζί της, αλλά οι τρόποι του και το παρουσιαστικό του την έκαναν πολλές φορές να σκεφτεί πως ήταν χαριτωμένος και πως της άρεσε. Κάθισαν λοιπόν σ’ ένα τραπέζι και βάλθηκαν να παίζουν σκάκι, κι ο Ανιτσίνο, θέλοντας να την ευχαριστήσει, άφησε μ’ επιτηδειότητα να νικηθεί, προς μεγάλη χαρά της Βεατρίκης. Οι κοπέ­λες της συνοδείας της παράτησαν τότε να παρακολουθούν το παιχνίδι, και τους άφησαν μόνους. Ο Ανιτσίνο αναστέναξε βαθιά, και τότε εκείνη τον κοίταξε και τον ρώτησε:

«Τι έχεις, Ανιτσνίο: Σου κακοφάνηκε που σε κέρδισα! «Ντόνα» της αποκρίθηκε, «μια πολύ πιο σοβαρή αιτία με κάνει κι αναστενάζω».

«Για το καλό που μου θέλεις» του λέει, «πες μου την».

Ο Ανιτσίνο, ακούγοντας τη γυναίκα που αγαπούσε περισσότερο από καθετί στον κόσμο να τον εξορκίζει «για το καλό που της θέλει», αναστέναξε ακόμα πιο βαθιά. Η Βεατρίκη τον παρακάλεσε και πάλι να της πει ποια αιτία τον έκανε να αναστενάζει.

«Ντόνα» της αποκρίθηκε ο Ανιτσίνο, «φοβάμαι πως θα σας ενοχλήσω αν σας το πω. Φοβάμαι μην το πείτε και σε άλλους».

«Σου υπόσχομαι» του λέει, «να μη στενοχωρηθώ. Πες μου ό,τι έχεις να μου πεις, και να ’σαι βέβαιος πως δε θα το πω σε κανέναν δίχως τη συγκατάθεσή σου».

«Αφού μου το υπόσχεστε» είπε ο Ανιτσίνο, «θα σας το πω».

Λες και τρεμόπαιζαν δάκρυα στα βλέφαρά του, όσο της διηγούταν ποιος ήταν, τι είχε μάθει γι’ αυτήν, πού και πώς την είχε ερωτευτεί, και για ποιο λόγο είχε μπει στην υπη­ρεσία του άντρα της. Ύστερα, όσο γίνεται πιο ταπεινά, την παρακάλεσε να τον λυπηθεί και να στέρξει στον τόσο μυστικό και φλογερό πόθο του. Αν όχι, δίχως τίποτα ν’ αλλάξει στις σχέσεις τους, να ανεχτεί τη λατρεία του.

Ω, αίμα μπολονέζικο, μοναδικό για τη γλύκα σου! Πό­σες φορές δε σ’ έχουν υμνήσει σε τέτοιες περιστάσεις! Μακριά τα δάκρυα κι οι αναστεναγμοί, και πάντα υποκύπτεις στις ικεσίες και στον ερωτικό πόθο· κι αν ήμουν κατάλληλη να εγκωμιάσω τις αρετές σου, ποτέ δε θα ’σβηνε η φωνή μου.

Όσο μιλούσε ο Ανιτσίνο, η όμορφη κυρά τον κοίταζε κατάματα και πίστευε απόλυτα όσα της έλεγε. Οι ικεσίες κι ο έρωτας του νεαρού τρύπησαν τόσο βαθιά την καρδιά της, που άρχισε κι αυτή να αναστενάζει. Κι αφού αναστέναξε μερικές φορές, του αποκρίθηκε:

«Γλυκέ μου Ανιτσίνο, μην απελπίζεσαι. Έχω τραβήξει -και τραβάω ακόμα— ένα πλήθος θαυμαστές. Μα ούτε τα δώρα, ούτε οι υποσχέσεις, ούτε το φλογερό πάθος, απ’ όποιον κι αν προέρχονταν, είτε από ιππότη, είτε από με­γάλο άρχοντα, είτε απ’ όποιον άλλο, δεν μπόρεσαν ποτέ να συγκινήσουν την καρδιά μου. Κι έφτασε τόσο λίγη ώρα. όσο κράτησαν τα λόγια σου, για να γίνει η καρδιά μου περισσότερο δική σου παρά δική μου. Μπόρεσες να κερδίσεις απόλυτα τον έρωτά μου. Σου τον χαρίζω και σου υπόσχομαι να τον χαρείς πριν να περάσει η νύχτα που έρχεται. Και για να κρατήσω την υπόσχεσή μου, έλα στην κάμαρά μου τα μεσάνυχτα — θ’ αφήσω την πόρ­τα ανοιχτή, ξέρεις σε ποια μεριά του κρεβατιού κοιμά­μαι, έλα εκεί, κι αν τύχει και κοιμάμαι, σκούντησε με ανάλαφρα για να ξυπνήσω, και θα σε αποζημιώσω για τον μακροχρόνιο πόθο σου. Και για να με πιστέψεις, πά­ρε για αρραβώνα ένα φιλί».

Τον αγκάλιασε απ’ το λαιμό, κι έδωσαν ένα μακρόσυρτο ερωτικό φιλί.

Ύστερα, ο Ανιτσίνο την άφησε για ν’ ασχοληθεί με διάφορες υποθέσεις, περιμένοντας με χαρούμενο καρδιο­χτύπι να νυχτώσει.

Ο Εγκάνο γύρισε απ’ το κυνήγι, κάθισε να φάει, κι όπως ήταν κουρασμένος, πήγε να πλαγιάσει. Δεν άργησε ν’ ανέβει κι η γυναίκα του, και σύμφωνα με την υπόσχε­σή της, άφησε την πόρτα ανοιχτή. Την ορισμένη ώρα πήγε κι ο Ανιτσίνο, μπήκε στην κάμαρα πατώντας στ’ ακροδάχτυλα κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Τράβηξε προς το μέρος όπου πλάγιαζε η ντόνα Βεατρίκη, της άγ­γιξε το στήθος και είδε πως ήταν ξύπνια. Όταν κατάλαβε η Βεατρίκη πως ήταν ο Ανιτσίνο, του έπιασε το χέρι και το έσφιξε δυνατά. Ύστερα, γύρισε απ’ την άλλη, ξύπνη­σε τον άντρα της που κοιμόταν, κι άρχισε να του λέει: «Δε θέλησα να σου πω τίποτα σαν ήρθες, γιατί μου φάνηκες κουρασμένος. Μα πες μου, ο Θεός μαζί σου, Εγκάνο, απ’ όλους τους υπηρέτες σου, ποιος είναι ο καλύτε­ρος, ο πιο πιστός, αυτός που προτιμάς;»

«Ωραία ερώτηση!» της αποκρίθηκε. «Δεν τον ξέρεις; Ούτε είχα ποτέ, ούτε έχω σε κανέναν τόση εμπιστοσύνη, όση στον αγαπητό μου και πιστό Ανιτσίνο. Αλλά γιατί με ρωτάς;»

Ο Ανιτσίνο, βλέποντας πως ο Εγκάνο είχε ξυπνήσει, κι ακούγοντας να μιλούν γι’ αυτόν, φοβήθηκε πως η κυ­ρά τού είχε στήσει παγίδα, και δοκίμασε πολλές φορές να τραβήξει το χέρι του και να το βάλει στα πόδια, μα η Βεατρίκη το κρατούσε τόσο σφιχτά, που δεν μπόρεσε. Στο μεταξύ, αποκρινόταν εκείνη στον Εγκάνο:

«Θα σου πω. Τον νόμιζα κι εγώ, όπως εσύ, πιο αφοσιωμένο απ’ όλους. Και με έβγαλε ο ίδιος απ’ την πλάνη μου. Σαν έφυγες για το κυνήγι, εκείνος έμεινε, διάλεξε τη στιγμή και δεν ντράπηκε να μου κάνει ανήθικες προ­τάσεις. Και τότε εγώ, για να μη χρειαστεί να σου δώσω πολλές αποδείξεις και για να πειστείς με τα μάτια σου, του αποκρίθηκα πως είμαι σύμφωνη και πως απόψε κιόλας, μετά τα μεσάνυχτα, θα πάω να τον περιμένω στον κήπο, κάτω από το πεύκο. Φυσικά, δεν το ’χω σκοπό να πάω. Μα αν θες να διαπιστώσεις πόσο λίγο σου είναι πι­στός, είναι πολύ εύκολο: φόρεσε μια ρόμπα μου, τύλιξε το κεφάλι σου με μια σάρπα και πήγαινε να τον περιμέ­νεις. Είμαι βέβαιη πως θα ’ρθει».

«Σίγουρα θα πάω να δω» αποκρίθηκε ο Εγκάνο στα λόγια της γυναίκας του.

Σηκώθηκε όπως όπως στα σκοτεινά, φόρεσε μια ρόμπα της κυράς, τύλιξε μια σάρπα στο κεφάλι του, ύστερα πή­γε στον κήπο κι άρχισε να παραμονεύει κοντά σ’ ένα πεύκο.

Σαν τον είδε όρθιο η Βεατρίκη και τον άκουσε να βγαίνει, σηκώθηκε κι αυτή και σύρτωσε την πόρτα από μέσα. Ο Ανιτσίνο, που είχε δοκιμάσει τον μεγαλύτερο φόβο της ζωής του, είχε προσπαθήσει να ξεφύγει από τα χέρια της κυράς και καταριόταν εκατό χιλιάδες φορές τη Βεατρίκη, τον έρωτά του και την απλοϊκότητα που είχε δείξει, μα σαν είδε πού κατέληγαν όλα αυτά, ένιωσε ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Η κυρά ξαναγύρισε στο κρεβάτι, κι όταν τον κάλεσε, πλάγιασε κι αυ­τός, γδυτός όπως εκείνη, και για πολλή ώρα χάρηκαν τον αμοιβαίο έρωτά τους.

Σαν έκρινε η κυρά πως ο Ανιτσίνο δεν έπρεπε να μείνει περισσότερο, τον έβαλε να σηκωθεί και να ντυθεί και του είπε:

«Γλυκό μου στοματάκι, πάρε ένα χοντρό ραβδί, πήγαι­νε στον κήπο και προσποιήσου πως είχες θελήσει να με δοκιμάσεις. Βρίσε τον Εγκάνο σαν να ’μουν εγώ, και δώσ’ του κάμποσες με το ραβδί. Θα δεις το αποτέλεσμα και τι ωραία που θα περάσουμε οι δυο μας».

Ο Ανιτσίνο σηκώθηκε, κατέβηκε μ’ ένα ραβδί από ξύ­λο ιτιάς στο χέρι και σίμωσε στο πεύκο. Ο Εγκάνο, που τον είδε να ‘ρχεται, σηκώθηκε και προχώρησε με προ­σποιητή χαρά να τον υποδεχτεί, μα ο Ανιτσίνο έβαλε τις φωνές:

«Α, παλιογυναίκα! Ήρθες, λοιπόν! Πίστεψες πως θα πρόδινα τον αφέντη μου, ε; Χίλιες φορές καταραμένη η ώρα που ήρθες!»

Ο Εγκάνο, ακούγοντας αυτά τα λόγια και βλέποντας το ραβδί, το ‘βαλε στα πόδια, κι ο Ανιτσίνο, ξοπίσω του, δε σταματούσε να φωνάζει:

«Ε, που να το βρεις απ’ το Θεό, παλιοβρόμα! Έννοια σου, όμως, αύριο θα τα πω όλα στον Εγκάνο».

Ο Εγκάνο, που είχε φάει κάμποσες ξυλιές, γύρισε σε κακά χάλια στην κάμαρά του. Η γυναίκα του τον ρώτησε αμέσως αν είχε πάει ο Ανιτσίνο στον κήπο.

«Να ’δινε ο Θεός να μην είχε έρθει!» της αποκρίθηκε. «Με πήρε για σένα, με μαύρισε στο ξύλο και με έβρισε με τα χειρότερα λόγια, σαν να ’μουν καμιά πόρνη. Για να ’μαι ειλικρινής, μου φάνηκε πολύ παράξενο να σου είχε κάνει τέτοιες προτάσεις με την υστεροβουλία να με ατιμάσει. Θέλησε να σε δοκιμάσει, καθώς σ’ έβλεπε πάν­τα γελαστή και πεταχτή».

«Δόξα να ’χει ο Θεός, που εμένα με δοκίμασε με τα λό­για κι εσένα με τα έργα. Και σίγουρα μπορεί να λέει πως υπομένω τα λόγια καλύτερα απ’ ό,τι εσύ τα έργα. Ωστό­σο, μια και σου είναι τόσο πιστός, πρέπει να του δείξεις φιλία και να τον τιμάς».

«Ναι, έχεις δίκιο» αποκρίθηκε ο Εγκάνο.

Κι από κείνη την περιπέτεια, έβγαλε το συμπέρασμα πως είχε, απ’ όλους τους αριστοκράτες του τόπου, την τι­μιότερη γυναίκα και τον πιστότερο υπηρέτη. Και πολλές φορές οι τρεις τους ξεκαρδίζονταν στα γέλια όταν θυμόνταν το επεισόδιο – που, δίχως αυτό, ίσως να μην έβρισκαν, ο Ανιτσίνο και η κυρά, την ίδια ευκολία στις σχέσεις τους, που τις συνέχισαν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Κι ο Ανιτσίνο έμεινε όσον καιρό θέλησε στο σπίτι του Εγκάνο, στην Μπολόνια.

ΒΟΚΑΚΙΟΣ, Το δεκαήμερο

Είναι τόσο δύσκολο λοιπόν να ενδιαφερθούμε και για τους άλλους;

Ο βικτοριανός καλλιτέχνης και συγγραφέας John Ruskin ρώτησε κάποτε γιατί απονέμουμε μετάλλια σε ανθρώπους που μέσα σε μια στιγμή και χωρίς να το σκεφτούν ιδιαίτερα, σώζουν τη ζωή κάποιου, αλλά δεν δίνουμε μετάλλια σε ανθρώπους που αφιερώνουν χρόνια ολόκληρα στην ανατροφή ενός παιδιού.

Ακόμη και το τετριμμένο αποκτά μεγαλείο στα πλαίσια μιας ευρύτερης προοπτικής.

Ένας ερευνητής ρώτησε κάποτε μερικούς άντρες που πελεκούσαν πέτρες τι έκαναν.

Ένας είπε ότι δουλειά του ήταν να τετραγωνίζει τις πέτρες και να τις μετακινεί. Ένας άλλος είπε ότι εργαζόταν για να συντηρήσει τη σύζυγο και τα παιδιά του. Ένας τρίτος, αν και αντιλαμβανόταν ότι έκανε και τα δύο προηγούμενα, είπε ότι έχτιζε έναν υπέροχο καθεδρικό ώστε ο κόσμος να προσεύχεται, καιρό αφότου ο ίδιος θα είχε πεθάνει. Ο καθένας έκανε σπουδαία δουλειά, μόνο όμως ο ένας αναγνώριζε σε ποιο βαθμό.

Μπορούμε να φορτίσουμε με ένα είδος μεγαλείου την καθημερινή ανατροφή των παιδιών, όπως το περιέγραψε ο Ράσκιν, αν τη θεωρήσουμε ως έργο ενός «καλού προγόνου» που αγωνίζεται να μεταφέρει ό,τι καλύτερο είχαν οι μακρινοί μας πρόγονοι στις επόμενες γενιές.

Κάθε συμπεριφορά που υιοθετούμε, κάθε λέξη που εκφέρουμε και κάθε δράση που αναλαμβάνουμε μας καθορίζει σε σχέση με τους άλλους. Μπορεί να είμαστε μόνοι στο βασίλειο των προσωπικών σκέψεων, των αντιλήψεων και των συναισθημάτων μας, όμως ο κόσμος που θέλουμε να αλλάξουμε αποτελείται από άλλους ανθρώπους.

Αυτό μας προσφέρει ένα σημαντικό στοιχείο για το πού ίσως βρούμε το νόημα που αναζητάμε: στη βοήθεια που προσφέρουμε στους άλλους. Αν δεν το κάνουμε, εξακολουθούμε να κυνηγάμε στενά εγωιστικά συμφέροντα.

Τι κοινό έχουν οι κεραυνοί στον πλανήτη Δία με αυτούς της Γης σύμφωνα με την NASA

Κρυμμένα κάτω από τα καφετιά σύννεφα αμμωνίας που καλύπτουν τον πλανήτη Δία, βρίσκονται σύννεφα που όπως και στη Γη, είναι φτιαγμένα από νερό.

Παρομοίως με τον πλανήτη μας, οι κεραυνοί δημιουργούνται συχνά μέσα σε αυτά τα σύννεφα – ένα απόκοσμο θέαμα που εντοπίστηκε από διάφορα διαστημόπλοια που έχουν επισκεφθεί τον μεγαλύτερο πλανήτη του ηλιακού μας συστήματος, συμπεριλαμβανομένου του ανιχνευτή «Juno» της NASA.

Τα δεδομένα που ελήφθησαν από το Juno παρέχουν νέες πληροφορίες για το πώς οι διαδικασίες κεραυνών στον Δία είναι παρόμοιες με αυτές στη Γη, παρά τις δραματικές διαφορές μεταξύ των δύο πλανητών, σύμφωνα με τους επιστήμονες.

Η Γη είναι ένας σχετικά μικρός βραχώδης πλανήτης. Ο Δίας, του οποίου ο ομώνυμος αρχαίος Έλληνας θεός πετούσε κεραυνούς, είναι ένας γίγαντας αερίων τόσο απέραντος, που όλοι οι άλλοι πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος θα μπορούσαν να χωρέσουν μέσα του!

Αξιοποιώντας πέντε χρόνια δεδομένων υψηλής ανάλυσης που αποκτήθηκαν από τον ραδιοφωνικό δέκτη του Juno, καθώς το διαστημόπλοιο περιφέρεται γύρω από τον Δία, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι διαδικασίες έναρξης κεραυνών του πλανήτη πάλλονται με παρόμοιο ρυθμό με αυτόν που παρατηρείται μέσα στα σύννεφα στον πλανήτη μας. Οι παλμοί που παρατηρήθηκαν στον Δία ως λάμψεις αστραπών ξεκίνησαν με χρονικούς διαχωρισμούς περίπου ενός χιλιοστού του δευτερολέπτου, όπως συμβαίνει και με τις καταιγίδες στη Γη.

Ο κεραυνός είναι η πιο ισχυρή φυσική πηγή ηλεκτρικής ενέργειας στη Γη. «Ο κεραυνός είναι μια ηλεκτρική εκκένωση που ξεκινά μέσα στα σύννεφα. Τα σωματίδια πάγου και νερού μέσα στο σύννεφο φορτίζονται από συγκρούσεις και σχηματίζουν στρώματα σωματιδίων με φορτίο ίδιας πολικότητας», δήλωσε η Ivana Kolmasova από το Ινστιτούτο Ατμοσφαιρικής Φυσικής στην Πράγα, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης που δημοσιεύτηκε αυτή την εβδομάδα στο περιοδικό Nature Communications.

«Με αυτή τη διαδικασία, δημιουργείται ένα τεράστιο ηλεκτρικό πεδίο και μπορεί να ξεκινήσει η εκκένωση. Αυτή η εξήγηση είναι κάπως απλοποιημένη επειδή οι επιστήμονες δεν είναι ακόμα απολύτως σίγουροι τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στα σύννεφα κεραυνών», πρόσθεσε η Κολμάσοβα.

Η ύπαρξη κεραυνών στον Δία επιβεβαιώθηκε όταν οι ενδεικτικές ραδιοεκπομπές σε ακουστικές συχνότητες καταγράφηκαν το 1979 από το διαστημόπλοιο «Voyager 1» της NASA, καθώς διέσχιζε το ηλιακό σύστημα.

Ο Αριστοτέλης, η σκέψη, η διαβούλευση και ο τελικός ορισμός της προαίρεσης

Ορίζοντας ως σκέψη τη σύλληψη μιας ιδέας που μπορεί να έχει κανείς για κάποιο ζήτημα, η διαβούλευση είναι η μελέτη των επιμέρους λεπτομερειών ή συνθηκών που σχετίζονται με την υλοποίηση ή όχι αυτής της ιδέας. Για παράδειγμα, όταν ένας έμπορος έχει τη σκέψη (την ιδέα) να διακινήσει ένα προϊόν, αναγκαστικά ακολουθεί η διαβούλευση, δηλαδή η έρευνα για τη ζήτηση που μπορεί να έχει το προϊόν αυτό στην αγορά, το κόστος της διακίνησής του (ενδεχόμενα έξοδα μεταφοράς, συντήρησης κλπ), ο ανταγωνισμός πάνω στο συγκεκριμένο προϊόν, οι οικονομικές δυνατότητες των καταναλωτών, με δυο λόγια όλα εκείνα τα επιμέρους στοιχεία που θα καθορίσουν κατά πόσο η ιδέα αυτή είναι συμφέρουσα ή όχι. Φυσικά, αν η διαβούλευση αποδείξει ότι η ιδέα δεν αξίζει τον κόπο ή ότι μπορεί να είναι και ζημιογόνα, ο έμπορος δε θα προχωρήσει στην υλοποίησή της.

Είναι φανερό ότι η διαβούλευση δεν αφορά τον τελικό σκοπό (τέλος) της ενέργειας, αλλά τα μέσα που θα εξυπηρετήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτόν τον τελικό σκοπό, που έχει τεθεί με τρόπο δεδομένο εξ’ αρχής. Στο παράδειγμα του εμπόρου ο τελικός σκοπός είναι το κέρδος και η διαβούλευση που θα γίνει αφορά την έρευνα για τα μέσα (τον τρόπο) που θα επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή κερδοφορία.

Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει: «“σκεφτόμαστε και διαβουλευόμαστε” όχι για τα τέλη, αλλά για τα μέσα που οδηγούν στα τέλη. Κανένας, πράγματι, γιατρός δε “θέτει υπό σκέψιν” το αν πρέπει να θεραπεύσει, ούτε κανένας ρήτορας το αν πρέπει να πείσει, ούτε κανένας πολιτικός το αν πρέπει να εξασφαλίσει στην πόλη του ευνομία, ούτε, γενικά, κανένας από τους υπόλοιπους “θέτει υπό σκέψιν” το τέλος του. Έχοντας ορίσει το τέλος τους εξετάζουν ύστερα το πώς, με ποια δηλαδή μέσα θα επιτευχθεί αυτό το τέλος, και αν φανεί ότι το τέλος πετυχαίνεται με περισσότερα μέσα, εξετάζουν να δουν με ποιο από όλα τα μέσα θα επιτευχθεί πιο εύκολα και με τον καλύτερο τρόπο». (1112b 3, 13-20).

Κι αν το τέλος επέρχεται με έναν μόνο τρόπο, αυτό που μένει είναι η διερεύνηση της «πρώτης αιτίας», για την επίτευξή του: «αν, αντίθετα, το τέλος πετυχαίνεται με ένα μόνο μέσο, τότε εξετάζουν πώς μπορεί το τέλος να επιτευχθεί με αυτό το μέσο, και, πάλι, αυτό το μέσο με τίνων μέσων τη βοήθεια μπορεί να επιτευχθεί, ώσπου να φτάσουν στην πρώτη αιτία, που σ’ αυτήν την πορεία της εύρεσης είναι η τελευταία». (1112b 3, 20-22).

Ως πρώτη αιτία ορίζεται το αποτέλεσμα της βαθύτερης δυνατής ανάλυσης ενός θέματος, που όταν υλοποιείται μετατρέπεται αυτομάτως σε πρώτη προτεραιότητα. Γι’ αυτό σ’ αυτή την περίπτωση («πορεία της εύρεσης») η «πρώτη αιτία» είναι ταυτόχρονα και «τελευταία».

Όπως όταν μελετά κανείς ένα γεωμετρικό σχήμα: «Γιατί το πρόσωπο που “σκέφτεται” μοιάζει να διερευνά και να αναλύει – με τον τρόπο που περιγράψαμε – ακριβώς όπως θα ανέλυε ένα γεωμετρικό σχήμα (είναι φανερό ότι η κάθε διερεύνηση δεν είναι “σκέψη και διαβούλευση”, π.χ. οι μαθηματικές διερευνήσεις, η κάθε όμως “σκέψη και διαβούλευση” είναι διερεύνηση), και ό,τι είναι τελευταίο στη διαδικασία της ανάλυσης φαίνεται να είναι πρώτο στη διαδικασία της πραγματοποίησης». (1112b 3, 23-27).

Η διαφορά της διερεύνησης ενός μαθηματικού από τη διερεύνηση ως «σκέψη και διαβούλευση» ενός εμπόρου έγκειται στο ότι «η σκέψη και διαβούλευση» αφορά την απόφαση που σχετίζεται με την πραγμάτωση της επιθυμίας, δηλαδή τον από θέση αρχής καθορισμένο τελικό σκοπό που πρέπει να εξυπηρετηθεί. Η διερεύνηση του εμπόρου συμπίπτει με τη διαβούλευση, αφού διερευνά τις πιθανότητες του κέρδους που θέλει να εισπράξει. Αν τα αποτελέσματα της διερεύνησης δεν εξυπηρετούν τη διαβούλευση, αν δηλαδή δεν ανταποκρίνονται στον τελικό σκοπό της κερδοφορίας, είναι προφανές ότι υλοποίηση δε θα υπάρξει κι ότι η διερεύνηση που έγινε ήταν άκαρπη σε σχέση με τον τελικό σκοπό.

Από την άλλη, η διερεύνηση του μαθηματικού ή του γεωμέτρη εμπεριέχει την επιθυμία της εκπλήρωσης μιας επιστημονικής έρευνας, αλλά η απόφαση που θα παρθεί δεν εξυπηρετεί κάποια εκ των προτέρων καθορισμένη επιθυμία. Ο αστρονόμος που ερευνά το σχήμα της γης δεν επιθυμεί από πριν να είναι στρόγγυλη ή επίπεδη ή τετράγωνη. Οτιδήποτε προκύψει από την έρευνά του θα το αποδεχτεί. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η τεκμηρίωση της έρευνας κι όχι το αποτέλεσμα καθαυτό. Με άλλα λόγια, το ότι η έρευνα μπορεί να οδηγήσει στο ένα ή το άλλο συμπέρασμα δε θα επηρεάσει την επιθυμία του για συνέχεια ή για πειραματική εξακρίβωση.

Άλλη λοιπόν είναι η διερεύνηση του αστρονόμου και άλλη η διερεύνηση ως «σκέψη και διαβούλευση» του εμπόρου. Γι’ αυτό και «η κάθε διερεύνηση δεν είναι “σκέψη και διαβούλευση”, π.χ. οι μαθηματικές διερευνήσεις, η κάθε όμως “σκέψη και διαβούλευση” είναι διερεύνηση», καθώς η διαβούλευση του εμπόρου απαιτεί διερεύνηση, ενώ η διερεύνηση του μαθηματικού δεν απαιτεί διαβούλευση.

Παράδειγμα διερεύνησης που απαιτεί «σκέψη και διαβούλευση» στον επιστημονικό τομέα είναι ο γιατρός που ερευνά ένα φάρμακο σκεπτόμενος και διαβουλευόμενος την καταπολέμηση κάποιας συγκεκριμένης αρρώστιας. Αν η διερεύνησή του δεν οδηγήσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα δεν έχει αξία (παρά μόνο ως εμπειρία ενός εσφαλμένου δρόμου προς γνώση για το μέλλον) και προφανώς το φάρμακο που μπορεί να είχε στη σκέψη του δε θα παραχθεί.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης διευκρινίζει: «Για τα αιώνια και αμετάβλητα πράγματα δε “σκέφτονται και δε διαβουλεύονται” ποτέ οι άνθρωποι· δε “σκέφτονται και δε διαβουλεύονται” π.χ. για το σύμπαν ή για τη διαγώνιο και την πλευρά του τετραγώνου ότι είναι ασύμμετρες. Δε “σκέφτονται και δε διαβουλεύονται” επίσης για πράγματα που βρίσκονται σε κίνηση και μεταβολή, γίνονται όμως πάντοτε με τον ίδιο τρόπο – είτε εξ ανάγκης είτε εκ φύσεως είτε από κάποια άλλη αιτία· τέτοια είναι π.χ. η περίπτωση των τροπών του ήλιου και της ανατολής των άστρων. Ούτε επίσης για πράγματα που τη μια γίνονται έτσι και την άλλη αλλιώς – για τις ξηρασίες π.χ. και για τις βροχές». (1112a 3, 25-30).

Φυσικά, το ότι δε «σκέφτονται και δε διαβουλεύονται» οι άνθρωποι για όλα τα παραπάνω δε σημαίνει και ότι δεν τα διερευνούν. (Το ότι η σύγχρονη εποχή – ως ένα βαθμό – επιτρέπει ακόμη και τη διαβούλευση πάνω στα φαινόμενα της φύσης δεν αλλάζει την αριστοτελική συλλογιστική. Εξάλλου, προφανώς θα ήταν παράλογο να απαιτούμε από τον Αριστοτέλη να προβλέψει κάτι τέτοιο).

Οι άνθρωποι «σκέφτονται και διαβουλεύονται» μόνο αυτά που αφορούν τους ίδιους κι εντάσσονται στα όρια των δυνατοτήτων τους: «Δε “σκέφτονται και δε διαβουλεύονται” επίσης οι άνθρωποι για πράγματα που έχουν την αρχή τους στην τύχη, όπως π.χ. η εύρεση ενός θησαυρού. Ούτε, επίσης, και για όλα τα ανθρώπινα πράγματα· οι Λακεδαιμόνιοι π.χ. δε “σκέφτονται και δε διαβουλεύονται” ποτέ για το πώς θα μπορούσαν να κυβερνηθούν με τον καλύτερο τρόπο οι Σκύθες. Γιατί κανένα από όλα αυτά τα πράγματα δε θα μπορούσε να γίνει με τη δική μας δύναμη». (1112a 3, 31-35).

Επίσης, η σκέψη και η διαβούλευση δε σχετίζεται με ζητήματα που έχουν πλήρως ξεκαθαριστεί και θεωρούνται αμετάκλητα: «Στους γνωστικούς κλάδους που εφαρμόζουν μια αυστηρά καθορισμένη διαδικασία και είναι αυτοτελείς δε χωράει “σκέψη και διαβούλευση”, π.χ. στα γράμματα του αλφαβήτου: δεν έχουμε καμιά αμφιβολία για το πώς πρέπει να γραφούν». (1112b 3, 1-3).

Και βέβαια, η σκέψη και η διαβούλευση δεν έχει καμία θέση στα ζητήματα που από τη φύση (ή κι από συγκεκριμένες συνθήκες) δε γίνεται να επιτευχθούν: «Και αν οι άνθρωποι πέσουν σε πράγματα που είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν, εγκαταλείπουν το ψάξιμο, π.χ. αν χρειάζονται χρήματα κι αυτά δεν μπορούν να βρεθούν». (1112b 3, 28-29).

Η σκέψη και η διαβούλευση αφορούν μόνο το πλαίσιο του εφικτού, αφού, αν οι συνθήκες σηματοδοτούν το ανέφικτο, ματαιώνονται: «“Σκεφτόμαστε και διαβουλευόμαστε” για πράγματα που εξαρτώνται από τη δική μας δύναμη και που μπορούν να πραγματοποιηθούν: αυτά είναι, στην πραγματικότητα, τα μόνα που έχουν μείνει. Αιτίες, πράγματι, θεωρούνται η φύση, η ανάγκη και η τύχη, και πέρα από αυτές ο νους και καθετί που η πραγματοποίησή του εξαρτάται από τον άνθρωπο». (1112a 3, 35-39).

Κι αν αυτό δεν είναι αρκετό, ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «“Σκεφτόμαστε και διαβουλευόμαστε” λοιπόν για πράγματα που συμβαίνουν με έναν ορισμένο τρόπο τις περισσότερες φορές, που όμως δεν είναι φανερό ποια θα είναι η έκβασή τους, και για πράγματα στα οποία υπάρχει αβεβαιότητα και ασάφεια. Στα μεγάλα θέματα καλούμε συμβούλους να μας βοηθήσουν στη διαδικασία της “σκέψης και διαβούλευσης”, επειδή δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, θεωρώντας ότι δεν είμαστε σε θέση να ξεκαθαρίσουμε οι ίδιοι τα πράγματα». (1112b 3, 9-13).

Σε τελική ανάλυση, ο άνθρωπος είναι πάντα η αρχή κάθε ενέργειας και κάθε συμπεριφοράς. Γι’ αυτό και φέρει πάντα την ευθύνη των πράξεών του. Κι αν γίνει αποδεκτό ότι οι σωστές πράξεις οδηγούν στην ευτυχία, τότε ο άνθρωπος κατέχει ο ίδιος τα κλειδιά της. Ούτε η μοίρα ούτε οι θεοί έχουν σχέση με τα ανθρώπινα: «Ο άνθρωπος λοιπόν είναι, όπως το είπαμε ήδη, η αρχή των πράξεων. Όσο για τη “σκέψη και διαβούλευση”, αυτή αναφέρεται σε όσα το ίδιο το άτομο μπορεί να κάνει, και οι πράξεις γίνονται για σκοπούς έξω από αυτές· γιατί αντικείμενο της “σκέψης και διαβούλευσης” δεν μπορεί, βέβαια, να είναι το τέλος, αλλά μόνο τα μέσα που οδηγούν σ’ αυτό». (1112b 3, 35-38).

Αυτό που μένει, είναι η διερεύνηση του τελικού ορισμού της προαίρεσης: «Το αντικείμενο της “σκέψης και διαβούλευσης” και το αντικείμενο της προαίρεσης είναι το ίδιο, μόνο που το αντικείμενο της προαίρεσης έχει ήδη σαφώς προκριθεί, αφού αντικείμενο της προαίρεσης είναι αυτό που με τη διαδικασία της “σκέψης και διαβούλευσης” έχει κριθεί ότι πρέπει να γίνει. Γιατί ο καθένας παύει να ψάχνει πώς πρέπει να ενεργήσει, μόλις αναγάγει την αρχή της ενέργειας στον εαυτό του, στο οδηγητικό μέρος του εαυτού του· γιατί αυτό είναι που επιλέγει και προτιμάει». (1113a 3, 4-9).

Και αμέσως συμπληρώνεται: «Αν λοιπόν το αντικείμενο της προαίρεσης είναι κάτι που, ύστερα από σκέψη και διαβούλευση, είναι επιθυμητό – με τον όρο, βέβαια, να είναι από τα πράγματα που εμπίπτουν στη δική μας δύναμη –, τότε και η προαίρεση θα είναι, σκέφτομαι, επιθυμία – ύστερα από σκέψη και διαβούλευση – πραγμάτων που εμπίπτουν στη δική μας δύναμη. Γιατί από τη στιγμή που, ύστερα από σκέψη και διαβούλευση, κρίναμε τι πρέπει να επιλέξουμε και να προτιμήσουμε, επιθυμούμε πια σύμφωνα με τη σκέψη και τη διαβούλευση μας». (1113a 3, 11-15).

Με δεδομένο ότι η σκέψη και η διαβούλευση (και κατ’ επέκταση και η προαίρεση) απευθύνονται στην υπηρεσία ενός σκοπού (τέλος), καθίσταται σαφές ότι και η βούληση, με την έννοια της ανθρώπινης θέλησης-επιθυμίας είναι αδύνατο να εκληφθεί ανεξάρτητα από τον τελικό επιδιωκόμενο σκοπό που υπηρετούν όλα τα προηγούμενα. Θα λέγαμε ότι η βούληση είναι που καθορίζει και τη σκέψη και τη διαβούλευση διαμορφώνοντας εκ των προτέρων τον τελικό στόχο των πράξεων.

Κι αφού η βούληση οριοθετεί το τέλος, είναι προφανές ότι η ποιότητα αυτού του τέλους σχετίζεται αλληλένδετα με την ποιότητα της βούλησης. Σε τελική ανάλυση, η βούληση κάθε ανθρώπου καταδεικνύει και την ποιότητά του. Άλλη είναι η βούληση του ενάρετου κι άλλη του ευτελούς ανθρώπου.

Το ζήτημα είναι να ξεκαθαριστεί κατά πόσο το τέλος μπορεί να οριστεί με υποκειμενικά ή με αντικειμενικά κριτήρια. Ο Αριστοτέλης ξεκινά τη διερεύνηση: «Ότι η βούληση έχει για αντικείμενό της το τέλος, το έχουμε ήδη πει. Κάποιοι, πάντως, θεωρούν ότι αντικείμενο της βούλησης είναι το αγαθό, ενώ κάποιοι άλλοι έχουν τη γνώμη ότι αντικείμενό της είναι αυτό που φαίνεται σε κάθε επιμέρους άτομο αγαθό». (1113a 4, 17-19).

Τελικά, ούτε η μια ούτε η άλλη άποψη φαίνεται επαρκής: «Αυτοί λοιπόν που λένε ότι το αντικείμενο της βούλησης είναι το αγαθό, δεν μπορεί παρά να δεχτούν – ως λογική συνέπεια – ότι αυτό που θέλει το άτομο ύστερα από μια λανθασμένη επιλογή και προτίμηση δεν είναι αντικείμενο βούλησης (γιατί αν είναι αντικείμενο βούλησης, δεν μπορεί παρά να είναι και αγαθό, στην πραγματικότητα όμως ήταν – κάτω από ορισμένες συνθήκες- κακό)». (1113a 4, 19-22).

Με άλλα λόγια, η παραδοχή ότι η βούληση αφορά πάντα το αγαθό ισοδυναμεί με την άποψη ότι ο άνθρωπος είναι αδύνατο να έχει στρεβλές επιθυμίες ή ότι εν τέλει δεν υπάρχουν στρεβλές επιθυμίες, αφού η βούληση αποβλέπει μόνο στο αγαθό.

Όμως και η δεύτερη άποψη της υποκειμενικότητας του αγαθού (ως τελικού σκοπού) αποδεικνύεται ελλιπής: «Αυτοί, πάλι, που λένε ότι αντικείμενο της βούλησης είναι αυτό που φαίνεται στο κάθε επιμέρους άτομο καλό, είναι υποχρεωμένοι να δεχτούν – επίσης ως λογική συνέπεια – ότι δεν υπάρχει κάτι που να είναι εκ φύσεως αντικείμενο της βούλησης, αλλ’ ότι αντικείμενο της βούλησης είναι αυτό που φαίνεται στο κάθε επιμέρους άτομο αγαθό: στο ένα άτομο φαίνεται αγαθό αυτό, στο άλλο κάτι άλλο, και είναι φορές που τους φαίνονται αγαθά αντίθετα μεταξύ τους πράγματα». (1113a 4, 22-25).

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν πράγματα που ορίζονται ως αγαθό από την ίδια τη φύση, τα οποία κρίνονται υπεράνω οποιασδήποτε υποκειμενικότητας. Για παράδειγμα το αγαθό της καλής υγείας είναι αδύνατο να αμφισβητηθεί. Από αυτή την άποψη, η υποκειμενικότητα στον καθορισμό του τέλους από τη βούληση μπαίνει σε όρια, τίθεται δηλαδή αποκλειστικά στη βάση των ανθρωπίνων προτεραιοτήτων από την πλευρά της κοινωνικής, ηθικής, μορφωτικής (ή οποιασδήποτε άλλης διαμορφώσιμης) υπόστασής του κι όχι από την άποψη των φυσικών επιταγών.

Από κει και πέρα, ο Αριστοτέλης διαχωρίζει το αγαθό σε «κατ’ αλήθειαν αντικείμενο της βούλησης» και σ’ αυτό που «φαίνεται αγαθό» με βάση την ποιότητα του ανθρώπου για τον οποίο γίνεται λόγος: «Αν λοιπόν οι λογικές αυτές συνέπειες δε γίνονται αποδεκτές, μήπως άραγε θα πρέπει να πούμε ότι απολύτως και κατ’ αλήθειαν αντικείμενο της βούλησης είναι το αγαθό, για το κάθε όμως επιμέρους άτομο αυτό που του φαίνεται αγαθό; Που πάει να πει ότι το κατ’ αλήθειαν αντικείμενο βούλησης είναι αντικείμενο βούλησης για τον αγαθό άνθρωπο, ενώ για το κατώτερης ποιότητας άτομο αντικείμενο βούλησης είναι το οποιοδήποτε πράγμα – ακριβώς όπως και στην περίπτωση των σωμάτων: για τα σώματα που βρίσκονται σε καλή κατάσταση υγιεινό είναι το κατ’ αλήθειαν υγιεινό, ενώ για τα άρρωστα σώματα βοηθητικά προς την κατεύθυνση της υγείας είναι κάποια άλλα πράγματα· το ίδιο συμβαίνει με τα πικρά, τα γλυκά, τα ζεστά, τα βαριά κοκ». (1113a 4, 25-33).

Φυσικά το «κατ’ αλήθειαν αντικείμενο της βούλησης» αφορά τον ενάρετο άνθρωπο: «Γιατί ο άνθρωπος της αρετής έχει σε όλες τις επιμέρους περιπτώσεις τη σωστή κρίση, και στην κάθε επιμέρους περίπτωση γίνεται φανερή σ’ αυτόν η πραγματική αλήθεια». (1113a 4, 33-34).

Η ποιότητα των έξεων σε κάθε ζήτημα είναι σε θέση να διασφαλίσει την ορθή κρίση: «Η κάθε επιμέρους έξη έχει τη δική της ξεχωριστή αντίληψη για το ωραίο και το ευχάριστο – και ασφαλώς σ’ αυτό κυρίως το σημείο διαφέρει ο άνθρωπος της αρετής από τους άλλους: ότι μπορεί στις επιμέρους περιπτώσεις να βλέπει τα πράγματα όπως πράγματι είναι, σαν να είναι ο κανόνας και το μέτρο τους». (1113a 4, 33-38).

Τα προβλήματα της βούλησης ξεκινούν όταν το αγαθό ταυτίζεται με την ηδονή: «Οι περισσότεροι άνθρωποι φαίνεται ότι τα σφάλματα που κάνουν τα κάνουν εξαιτίας της επίδρασης που ασκεί επάνω τους η ηδονή· γιατί, ενώ δεν είναι αγαθό η ηδονή, αυτούς τους φαίνεται ότι είναι. Συνέπεια: προτιμούν το ευχάριστο ως καλό και αποφεύγουν το δυσάρεστο ως κακό». (1113a 4, 38 και 1113b 4, 1-2).

Κι εδώ βρίσκεται το μυστικό που κατέχει ο ενάρετος άνθρωπος. Η ποιότητά του τού επιτρέπει να στρέφει τη βούλησή του σ’ αυτό που πράγματι είναι αγαθό, χωρίς να παρασύρεται από τις ηδονές που έχουν πρόσκαιρο χαρακτήρα. Η ισορροπία ανάμεσα στις πράξεις, τη βούληση, ώστε να τίθενται στην υπηρεσία του «κατ’ αλήθειαν» τέλους είναι η βάση για την ανθρώπινη ευτυχία. Από κει και πέρα, όλα είναι θέμα αυτογνωσίας προκειμένου να επιλεγεί ο σωστός δρόμος (τα μέσα προς εκπλήρωση του τέλους) από τη σκέψη και τη διαβούλευση και την προαίρεση.

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΞΕΝ Ελλ 6.3.10–6.3.20

(ΞΕΝ Ελλ 6.3.1–6.3.20: Αθηναίοι και Σπαρτιάτες υπογράφουν ειρήνη το 371 π.Χ.) Ο λόγος του Καλλίστρατου – Υπογραφή της ειρήνης του 371 π.Χ. – Αποχώρηση των Θηβαίων

[6.3.10] Ταῦτα εἰπὼν σιωπὴν μὲν παρὰ πάντων ἐποίησεν, ἡδο-
μένους δὲ τοὺς ἀχθομένους τοῖς Λακεδαιμονίοις ἐποίησε.
μετὰ τοῦτον Καλλίστρατος ἔλεξεν· Ἀλλ’ ὅπως μέν, ὦ
ἄνδρες Λακεδαιμόνιοι, οὐκ ἐγγεγένηται ἁμαρτήματα καὶ ἀφ’
ἡμῶν καὶ ἀφ’ ὑμῶν ἐγὼ μὲν οὐκ ἂν ἔχειν μοι δοκῶ εἰπεῖν·
οὐ μέντοι οὕτω γιγνώσκω ὡς τοῖς ἁμαρτάνουσιν οὐδέποτε
ἔτι χρηστέον· ὁρῶ γὰρ τῶν ἀνθρώπων οὐδένα ἀναμάρτητον
διατελοῦντα. δοκοῦσι δέ μοι καὶ εὐπορώτεροι ἐνίοτε γίγ-
νεσθαι ἅνθρωποι ἁμαρτάνοντες, ἄλλως τε καὶ ἐὰν κολασ-
θῶσιν ὑπὸ τῶν ἁμαρτημάτων, ὡς ἡμεῖς. [6.3.11] καὶ ὑμῖν δὲ ἔγωγε
ὁρῶ διὰ τὰ ἀγνωμόνως πραχθέντα ἔστιν ὅτε πολλὰ ἀντίτυπα
γιγνόμενα· ὧν ἦν καὶ ἡ καταληφθεῖσα ἐν Θήβαις Καδμεία·
νῦν γοῦν, †ὡς ἐσπουδάσατε αὐτονόμους τὰς πόλεις γενέσθαι,
πᾶσαι πάλιν, ἐπεὶ ἠδικήθησαν οἱ Θηβαῖοι, ἐπ’ ἐκείνοις γε-
γένηνται. ὥστε πεπαιδευμένους ἡμᾶς ὡς τὸ πλεονεκτεῖν
ἀκερδές ἐστι νῦν ἐλπίζω πάλιν μετρίους ἐν τῇ πρὸς ἀλλή-
λους φιλίᾳ ἔσεσθαι. [6.3.12] ἃ δὲ βουλόμενοί τινες ἀποτρέπειν τὴν
εἰρήνην διαβάλλουσιν, ὡς ἡμεῖς οὐ φιλίας δεόμενοι, ἀλλὰ
φοβούμενοι μὴ Ἀνταλκίδας ἔλθῃ ἔχων παρὰ βασιλέως
χρήματα, διὰ τοῦθ’ ἥκομεν, ἐνθυμήθητε ὡς φλυαροῦσι.
βασιλεὺς μὲν γὰρ δήπου ἔγραψε πάσας τὰς ἐν τῇ Ἑλλάδι
πόλεις αὐτονόμους εἶναι· ἡμεῖς δὲ ταὐτὰ ἐκείνῳ λέγοντές τε
καὶ πράττοντες τί ἂν φοβοίμεθα βασιλέα; ἢ τοῦτο οἴεταί
τις, ὡς ἐκεῖνος βούλεται χρήματα ἀναλώσας ἄλλους μεγά-
λους ποιῆσαι μᾶλλον ἢ ἄνευ δαπάνης ἃ ἔγνω ἄριστα εἶναι,
ταῦτα ἑαυτῷ πεπρᾶχθαι; εἶεν. [6.3.13] τί μὴν ἥκομεν; ὅτι μὲν
οὖν οὐκ ἀποροῦντες, γνοίητε ἄν, εἰ μὲν βούλεσθε, πρὸς τὰ
κατὰ θάλατταν ἰδόντες, εἰ δὲ βούλεσθε, πρὸς τὰ κατὰ γῆν ἐν
τῷ παρόντι. †τί μήν ἐστιν; εὔδηλον ὅτι εἰ τῶν συμμάχων
τινὲς οὐκ ἀρεστὰ πράττουσιν ἡμῖν ἢ ὑμῖν ἀρεστά.† ἴσως δὲ
καὶ βουλοίμεθ’ ἂν ὧν ἕνεκα περιεσώσατε ἡμᾶς ἃ ὀρθῶς
ἔγνωμεν ὑμῖν ἐπιδεῖξαι. [6.3.14] ἵνα δὲ καὶ τοῦ συμφόρου ἔτι
ἐπιμνησθῶ, εἰσὶ μὲν δήπου πασῶν τῶν πόλεων αἱ μὲν τὰ
ὑμέτερα, αἱ δὲ τὰ ἡμέτερα φρονοῦσαι, καὶ ἐν ἑκάστῃ πόλει
οἱ μὲν λακωνίζουσιν, οἱ δὲ ἀττικίζουσιν. εἰ οὖν ἡμεῖς φίλοι
γενοίμεθα, πόθεν ἂν εἰκότως χαλεπόν τι προσδοκήσαιμεν;
καὶ γὰρ δὴ κατὰ γῆν μὲν τίς ἂν ὑμῶν φίλων ὄντων ἱκανὸς
γένοιτο ἡμᾶς λυπῆσαι; κατὰ θάλαττάν γε μὴν τίς ἂν ὑμᾶς
βλάψαι τι ἡμῶν ὑμῖν ἐπιτηδείων ὄντων; [6.3.15] ἀλλὰ μέντοι ὅτι
μὲν πόλεμοι ἀεί ποτε γίγνονται καὶ ὅτι καταλύονται πάντες
ἐπιστάμεθα, καὶ ὅτι ἡμεῖς, ἂν μὴ νῦν, ἀλλ’ αὖθίς ποτε
εἰρήνης ἐπιθυμήσομεν. τί οὖν δεῖ ἐκεῖνον τὸν χρόνον ἀνα-
μένειν, ἕως ἂν ὑπὸ πλήθους κακῶν ἀπείπωμεν, μᾶλλον ἢ
οὐχ ὡς τάχιστα πρίν τι ἀνήκεστον γενέσθαι τὴν εἰρήνην
ποιήσασθαι; [6.3.16] ἀλλὰ μὴν οὐδ’ ἐκείνους ἔγωγε ἐπαινῶ οἵτινες
ἀγωνισταὶ γενόμενοι καὶ νενικηκότες ἤδη πολλάκις καὶ δόξαν
ἔχοντες οὕτω φιλονεικοῦσιν ὥστε οὐ πρότερον παύονται,
πρὶν ἂν ἡττηθέντες τὴν ἄσκησιν καταλύσωσιν, οὐδέ γε τῶν
κυβευτῶν οἵτινες αὖ ἐὰν ἕν τι ἐπιτύχωσι, περὶ διπλασίων
κυβεύουσιν· ὁρῶ γὰρ καὶ τῶν τοιούτων τοὺς πλείους ἀπό-
ρους παντάπασι γιγνομένους. [6.3.17] ἃ χρὴ καὶ ἡμᾶς ὁρῶντας
εἰς μὲν τοιοῦτον ἀγῶνα μηδέποτε καταστῆναι, ὥστ’ ἢ πάντα
λαβεῖν ἢ πάντ’ ἀποβαλεῖν, ἕως δὲ καὶ ἐρρώμεθα καὶ εὐτυ-
χοῦμεν, φίλους ἀλλήλοις γενέσθαι. οὕτω γὰρ ἡμεῖς τ’ ἂν
δι’ ὑμᾶς καὶ ὑμεῖς δι’ ἡμᾶς ἔτι μείζους ἢ τὸν παρελθόντα
χρόνον ἐν τῇ Ἑλλάδι ἀναστρεφοίμεθα.

[6.3.18] Δοξάντων δὲ τούτων καλῶς εἰπεῖν, ἐψηφίσαντο καὶ οἱ
Λακεδαιμόνιοι δέχεσθαι τὴν εἰρήνην, ἐφ’ ᾧ τούς τε ἁρμοστὰς
ἐκ τῶν πόλεων ἐξάγειν, τά τε στρατόπεδα διαλύειν καὶ τὰ
ναυτικὰ καὶ τὰ πεζικά, τάς τε πόλεις αὐτονόμους ἐᾶν. εἰ
δέ τις παρὰ ταῦτα ποιοίη, τὸν μὲν βουλόμενον βοηθεῖν ταῖς
ἀδικουμέναις πόλεσι, τῷ δὲ μὴ βουλομένῳ μὴ εἶναι ἔνορκον
συμμαχεῖν τοῖς ἀδικουμένοις. [6.3.19] ἐπὶ τούτοις ὤμοσαν Λακεδαι-
μόνιοι μὲν ὑπὲρ αὑτῶν καὶ τῶν συμμάχων, Ἀθηναῖοι δὲ καὶ
οἱ σύμμαχοι κατὰ πόλεις ἕκαστοι. ἀπογραψάμενοι δ’ ἐν
ταῖς ὀμωμοκυίαις πόλεσι καὶ οἱ Θηβαῖοι, προσελθόντες
πάλιν τῇ ὑστεραίᾳ οἱ πρέσβεις αὐτῶν ἐκέλευον μεταγράφειν
ἀντὶ Θηβαίων Βοιωτοὺς ὀμωμοκότας. ὁ δὲ Ἀγησίλαος
ἀπεκρίνατο ὅτι μεταγράψει μὲν οὐδὲν ὧν τὸ πρῶτον ὤμοσάν
τε καὶ ἀπεγράψαντο· εἰ μέντοι μὴ βούλοιντο ἐν ταῖς σπον-
δαῖς εἶναι, ἐξαλείφειν ἂν ἔφη, εἰ κελεύοιεν. [6.3.20] οὕτω δὴ
εἰρήνην τῶν ἄλλων πεποιημένων, πρὸς δὲ Θηβαίους μόνους
ἀντιλογίας οὔσης, οἱ μὲν Ἀθηναῖοι οὕτως εἶχον τὴν γνώμην
ὡς νῦν Θηβαίους τὸ λεγόμενον δὴ δεκατευθῆναι ἐλπὶς εἴη,
αὐτοὶ δὲ οἱ Θηβαῖοι παντελῶς ἀθύμως ἔχοντες ἀπῆλθον.

***
Η αγόρευσή του προκάλεσε τη σιωπή όλων, ικανοποίησε όμως όσους είχαν παράπονα με τους Λακεδαιμονίους. Μετά από κείνον μίλησε ο Καλλίστρατος:

«Δεν βλέπω, Λακεδαιμόνιοι, πώς θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι δεν έχουν γίνει σφάλματα κι από μας κι από σας. Δεν συμμερίζομαι ωστόσο τη γνώμη ότι δεν πρέπει πια να έχει κανένας σχέσεις μ' όσους έχουν σφάλει, γιατί διαπιστώνω ότι κανένας δεν είναι αλάθητος. Νομίζω μάλιστα ότι κάποτε γίνονται πιο συνεννοήσιμοι οι άνθρωποι χάρη στα λάθη τους, ιδίως όταν τιμωρηθούν γι' αυτά ― όπως εμείς. Αλλά και σε σας παρατηρώ ότι πολλές φορές πληρώσατε ακριβά τις ασυλλόγιστες πράξεις σας· παράδειγμα η κατάληψη της Καδμείας στη Θήβα: ενώ είχατε κάνει τόσες προσπάθειες για την ανεξαρτησία των πόλεων, μόλις αδικήθηκαν οι Θηβαίοι, αυτές πήγαν ξανά μαζί τους.

»Τώρα λοιπόν που το μάθαμε ότι οι πλεονέκτες δεν βγαίνουν κερδισμένοι, θα είμαστε και πάλι, ελπίζω, καλοί φίλοι μεταξύ μας. Όσο για τις συκοφαντίες ορισμένων που θέλουν να εμποδίσουν την ειρήνη ―ότι τάχα δεν ήρθαμε επειδή θέλουμε τη φιλία σας, αλλά επειδή φοβόμαστε μη φτάσει ο Ανταλκίδας με χρήματα από τον Βασιλέα―, σκεφτείτε πόσο ανόητες είναι: είναι γνωστό ότι ο Βασιλεύς έγραψε να γίνουν ανεξάρτητες όλες οι πόλεις στην Ελλάδα. Εφόσον λοιπόν εμείς λέμε και κάνουμε τα ίδια με τον Βασιλέα, τι να 'χουμε να φοβηθούμε από κείνον; Ή μήπως φαντάζεται κανείς ότι έχει διάθεση να ξοδέψει χρήματα για να δυναμώσει άλλους, τη στιγμή που η σημερινή κατάσταση ανταποκρίνεται απόλυτα στις επιθυμίες του χωρίς να του στοιχίζει τίποτα; Αλλ' ας είναι.

»Τι είναι λοιπόν αυτό που μας φέρνει εδώ; Ότι δεν βρισκόμαστε σε στενόχωρη θέση, θα το καταλάβετε αν εξετάσετε την τωρινή κατάσταση ― θέλετε στη στεριά, θέλετε στη θάλασσα. Τι είναι, λοιπόν; Είναι φανερό ότι μερικοί από τους συμμάχους κάνουν πράγματα που δεν μας αρέσουν. Ίσως και να θέλουμε να σας φανερώσουμε τις ορθές αποφάσεις που πήραμε, σ' αντάλλαγμα του ότι κάποτε μας σώσατε. Αλλ' ας έρθω και στα συμφέροντά μας: είναι γνωστό πως από το σύνολο των πόλεων άλλες είναι με το μέρος σας κι άλλες με το μέρος μας, κι ότι σε κάθε πόλη υπάρχουν οπαδοί δικοί σας και δικοί μας. Αν λοιπόν γίνουμε εμείς φίλοι, από ποια μεριά θα μπορούσαμε, λογικά, να προσμένουμε να μας βρει κακό; Ποιος, την ώρα που θα είστε φίλοι μας, θα ήταν ικανός να μας βλάψει στη στεριά; Και ποιος, την ώρα που θα είμαστε με το μέρος σας, θα μπορούσε να σας πειράξει στη θάλασσα; Έπειτα το ξέρουμε όλοι μας ότι οι πόλεμοι που κάθε τόσο γίνονται έχουν ένα τέλος, κι ότι κάποτε ―αν όχι τώρα― θα επιθυμήσουμε κι εμείς ξανά την ειρήνη. Γιατί λοιπόν να πρέπει να περιμένουμε την ώρα όπου θα έχουμε εξαντληθεί από τις πολλές συμφορές, και να μην κάνουμε ειρήνη όσο πιο γρήγορα μπορούμε, πριν συμβεί κάτι ανεπανόρθωτο;

»Εγώ τουλάχιστον δεν επιδοκιμάζω εκείνους τους αθλητές που, ενώ έχουν κιόλας κερδίσει πολλές νίκες και δόξα, έχουν τόσο μεγάλη φιλοδοξία, ώστε δεν σταματούν ν' αγωνίζονται παρά όταν μια ήττα δώσει τέλος στην αθλητική τους σταδιοδρομία· ούτε κι εκείνους που παίζουν ζάρια κι όταν κερδίσουν ένα ποσό ριψοκινδυνεύουν ξανά το διπλάσιο ― γιατί διαπιστώνω ότι οι περισσότεροι απ' αυτούς καταστρέφονται ολότελα. Βλέποντας λοιπόν κι εμείς αυτά, δεν πρέπει ποτέ να εμπλακούμε σ' αγώνα τέτοιο που να ριψοκινδυνέψουμε ή όλα να τα κερδίσουμε ή όλα να τα χάσουμε, παρά όσο έχουμε ακόμα δυνάμεις κι ευημερούμε να γίνουμε φίλοι. Μ' αυτόν τον τρόπο, κι εμείς χάρη σε σας και σεις χάρη σε μας θα στερεώσουμε τη θέση μας στην Ελλάδα ακόμη καλύτερα απ' ό,τι στο παρελθόν».

Οι Λακεδαιμόνιοι έκριναν πως οι πρέσβεις είχαν μιλήσει σωστά· ψήφισαν λοιπόν κι εκείνοι να δεχτούν ειρήνη με τους ακόλουθους όρους: ν' αποσύρουν όλοι τους αρμοστές που είχαν διορίσει σ' άλλες πόλεις, να διαλύσουν τις δυνάμεις τους στη στεριά και στη θάλασσα και ν' αφήσουν τις πόλεις ανεξάρτητες· κι αν κάποιος παραβεί τούτους τους όρους, να βοηθάει όποιος θέλει τις πόλεις που αδικούνται, όποιος όμως δεν θέλει, να μην είναι υποχρεωμένος από τη συνθήκη να συμμαχήσει μαζί τους. Πάνω σ' αυτά ορκίστηκαν οι Λακεδαιμόνιοι για λογαριασμό δικό τους και των συμμάχων τους, κι οι Αθηναίοι κι οι δικοί τους σύμμαχοι χωριστά για κάθε πόλη. Οι Θηβαίοι είχαν υπογράψει κι εκείνοι τους όρκους μαζί με τις άλλες πόλεις, αλλά την επόμενη μέρα ήρθαν ξανά οι πρέσβεις τους και ζήτησαν να γίνει διόρθωση ― ότι είχαν ορκιστεί «οι Βοιωτοί» κι όχι «οι Θηβαίοι». Ο Αγησίλαος όμως αποκρίθηκε ότι δεν θα άλλαζε τίποτα απ' όσα είχαν ορκιστεί και υπογράψει· αν ωστόσο δεν ήθελαν να μετάσχουν στη συνθήκη, είπε, δεν είχαν παρά να το πουν για να τους διαγράψει.

Μ' αυτόν τον τρόπο όλοι οι άλλοι έκαναν ειρήνη κι έμεινε μόνο η διαφορά τους με τη Θήβα. Οι Αθηναίοι νόμισαν ότι τώρα υπήρχε ελπίδα να επιβληθεί στους Θηβαίους ο περιλάλητος φόρος της δεκάτης, κι οι ίδιοι οι Θηβαίοι έφυγαν πολύ αποκαρδιωμένοι.