Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (1067-1104)

ΔΙ. καὶ τὴν Θέτιν γ᾽ ἔγημε διὰ τὸ σωφρονεῖν ὁ Πηλεύς.
ΑΔ. κᾆτ᾽ ἀπολιποῦσά γ᾽ αὐτὸν ᾤχετ᾽· οὐ γὰρ ἦν ὑβριστὴς
οὐδ᾽ ἡδὺς ἐν τοῖς στρώμασιν τὴν νύκτα παννυχίζειν·
1070 γυνὴ δὲ σιναμωρουμένη χαίρει· σὺ δ᾽ εἶ κρόνιππος.
σκέψαι γάρ, ὦ μειράκιον, ἐν τῷ σωφρονεῖν ἅπαντα
ἅνεστιν, ἡδονῶν θ᾽ ὅσων μέλλεις ἀποστερεῖσθαι,
παίδων, γυναικῶν, κοττάβων, ὄψων, πότων, κιχλισμῶν.
καίτοι τί σοι ζῆν ἄξιον, τούτων ἐὰν στερηθῇς;
1075 εἶἑν. πάρειμ᾽ ἐντεῦθεν εἰς τὰς τῆς φύσεως ἀνάγκας.
ἥμαρτες, ἠράσθης, ἐμοίχευσάς τι, κᾆτ᾽ ἐλήφθης·
ἀπόλωλας· ἀδύνατος γὰρ εἶ λέγειν. ἐμοὶ δ᾽ ὁμιλῶν
χρῶ τῇ φύσει, σκίρτα, γέλα, νόμιζε μηδὲν αἰσχρόν.
μοιχὸς γὰρ ἢν τύχῃς ἁλούς, τάδ᾽ ἀντερεῖς πρὸς αὐτόν,
1080 ὡς οὐδὲν ἠδίκηκας· εἶτ᾽ εἰς τὸν Δί᾽ ἐπανενεγκεῖν,
κἀκεῖνος ὡς ἥττων ἔρωτός ἐστι καὶ γυναικῶν·
καίτοι σὺ θνητὸς ὢν θεοῦ πῶς μεῖζον ἂν δύναιο;
ΔΙ. τί δ᾽, ἢν ῥαφανιδωθῇ πιθόμενός σοι τέφρᾳ τε τιλθῇ;
ἕξει τινὰ γνώμην λέγειν τὸ μὴ εὐρύπρωκτος εἶναι;
1085 ΑΔ. ἢν δ᾽ εὐρύπρωκτος ᾖ, τί πείσεται κακόν;
ΔΙ. τί μὲν οὖν ἂν ἔτι μεῖζον πάθοι τούτου ποτέ;
ΑΔ. τί δῆτ᾽ ἐρεῖς, ἢν τοῦτο νικηθῇς ἐμοῦ;
ΔΙ. σιγήσομαι. τί δ᾽ ἄλλο; ΑΔ. φέρε δή μοι φράσον·
συνηγοροῦσιν ἐκ τίνων;
1090 ΔΙ. ἐξ εὐρυπρώκτων. ΑΔ. πείθομαι.
τί δαί; τραγῳδοῦσ᾽ ἐκ τίνων;
ΔΙ. ἐξ εὐρυπρώκτων. ΑΔ. εὖ λέγεις.
δημηγοροῦσι δ᾽ ἐκ τίνων;
ΔΙ. ἐξ εὐρυπρώκτων. ΑΔ. ἆρα δῆτ᾽
1095 ἔγνωκας ὡς οὐδὲν λέγεις;
καὶ τῶν θεατῶν ὁπότεροι
πλείους σκόπει. ΔΙ. καὶ δὴ σκοπῶ.
ΑΔ. τί δῆθ᾽ ὁρᾷς;
ΔΙ. πολὺ πλείονας, νὴ τοὺς θεούς,
τοὺς εὐρυπρώκτους· τουτονὶ
1100 γοῦν οἶδ᾽ ἐγὼ κἀκεινονὶ
καὶ τὸν κομήτην τουτονί.
ΑΔ. τί δῆτ᾽ ἐρεῖς;
ΔΙ. ἡττήμεθ᾽, ὦ κινούμενοι.
πρὸς τῶν θεῶν δέξασθέ μου
θοἰμάτιον, ὡς
ἐξαυτομολῶ πρὸς ὑμᾶς.

***
ΔΙΚ. Και ως ηθικός, γυναίκα του πήρε ο Πηλέας τη Θέτη.
ΑΔΙ. Και εκείνη τον παράτησε· δεν ήταν, βλέπεις, μάγκας·
ολονυχτίες δεν ήξερε και γλύκες στο κρεβάτι·
1070 θέλει η γυναίκα δούλεμα γερό, μωρέ ξεκούτη.
Στο Φειδιππίδη.
Σκέψου τί φέρνει η ηθική, νεαρέ μου, σκέψου πόσες
χαρές θα στερηθείς, αν πας μ᾽ αυτή, παιδιά, γυναίκες,
γέλια σκαστά και λιχουδιές και κότταβους και γλέντια.
Αλλ᾽ αν σου λείψουν όλ᾽ αυτά τί αξίζει πια να ζήσεις;
Σε κάποια στραβοτιμονιά σ᾽ έσπρωξε, ας πούμε, η φύση·
ξένη γυναίκα αγάπησες, πήγες μ᾽ αυτή, σε πιάσαν·
χαμένος πας, αν ρήτορας δεν είσαι· ενώ, μαζί μου…
γέλα και πήδα, όπου σε παν οι ορμές σου, βούτα σε όλα.
Με παντρεμένη αν σ᾽ έπιασαν, «και τί κακό έχω κάμει;»
1080 στον άντρες της θα πεις, κι ευθύς θ᾽ αναφερθείς στο Δία·
γυναίκες κι έρωτας, θα πεις, κι εκείνον τον νικούνε·
εσύ ο θνητός, πιο δυνατός απ᾽ το θεό θα γίνεις;
ΔΙΚ. Μα αν κάνοντας αυτά που λες, του χώσουνε ρεπάνι
στον πισινό και με καυτή του τη μαδήσουν στάχτη,
ξεπατωμένο θα το λεν κι αντίλογο δε θα ᾽χει.
ΑΔΙ. Και τί σπουδαίο κακό σαν είναι τέτοιος;
ΔΙΚ. Χειρότερο κακό στον κόσμο υπάρχει;
ΑΔΙ. Κι αν σου αποδείξω πως γελιέσαι; Τότε;
ΔΙΚ. Μα θα σωπάσω, τί άλλο; ΑΔΙ. Εμπρός απάντα:
Ποιοί βλέπεις να δικηγορούν;
1090 ΔΙΚ. Οι κουνιστοί. ΑΔΙ. Πολύ σωστά.
Και τραγωδίες ποιοί παίζουνε;
ΔΙΚ. Οι κουνιστοί. ΑΔΙ. Καλά το λες.
Ποιοί μπαίνουν στην πολιτική;
ΔΙΚ. Οι κουνιστοί. ΑΔΙ. Κατάλαβες
λοιπόν πως έχεις άδικο;
Κι απ᾽ τους θεατές οι πιο πολλοί
τί να ᾽ναι λες; Γιά κοίτα τους.
ΔΙΚ. Κοιτάω. ΑΔΙ. Τί βλέπεις το λοιπόν;
ΔΙΚ. Οι κουνιστοί, μά τους θεούς,
πολύ απ᾽ τους άλλους πιο πολλοί·
νά, αυτόν τον ξέρω εγώ καλά
1100 κι αυτόν με τα μακριά μαλλιά.
ΑΔΙ. Και το συμπέρασμα λοιπόν;
ΔΙΚ. Τη φάγαμε. Ω γυναικωτοί,
κι εγώ σ᾽ εσάς αυτομολώ,
δεχτείτε με, παρακαλώ,
νά, πάρτε το παλτό μου.
Ρίχνει το ιμάτιό του στα εδώλια των θεατών και χάνεται ανάμεσά τους, ενώ έρχεται πίσω ο Στρεψιάδης.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΜΑΛΘΕΙΑ

ΑΜΑΛΘΕΙΑ
(αστερισμός)
 
Στον αστερισμό του Ηνιόχου* (Εριχθόνιος), στους ώμους του οδηγού της άμαξας υπάρχουν δύο λαμπρά αστέρια, η Αἶγα δεξιά και Ἔριφοι (αριστερά). Ο Ερατοσθένης μεταφέρει την πληροφορία του Μουσαίου ότι η κατσίκα αυτή είναι καταστερισμένη μία από τις τροφούς στις οποίες παρέδωσε η Θέμιδα τον μικρό Δία· της τον είχε εμπιστευτεί η Ρέα, για να σώσει το παιδί από τις βουλιμικές τάσεις του πατέρα του Κρόνου. Το όνομα της τροφού ήταν Αμάλθεια, Νύμφη, που μαζί με τις αδελφές της Ίδη και Αδράστεια μεγάλωσαν τον μικρό Δία με μέλι και γάλα κατσίκας.
 
Για να προφυλάξει τον μικρό Δία η Νύμφη Αμάλθεια τον κρέμασε σε ένα δέντρο, για να μην τον βρει ο πατέρας του ούτε στη γη, ούτε στον ουρανό, ούτε στη θάλασσα. Γύρω του μάζεψε τους Κουρήτες, ώστε με τα τραγούδια, τους χορούς, τα χτυπήματα των ασπίδων τους να καλύπτουν το κλάμα ή τις φωνές του παιδιού. Και έθρεφε το παιδί με το γάλα μιας κατσίκας που ονομαζόταν Αἲξ.
Αυτή ήταν κόρη του Ήλιου, που και η όψη της μόνο προκαλούσε τρόμο ακόμη και στους Τιτάνες, τόσο που ζήτησαν από τη Γη να κρύψει το ζώο σε μια σπηλιά στην Κρήτη. Όταν ο Δίας έφτασε σε ηλικία να πολεμήσει τον πατέρα του και τους άλλους Τιτάνες, όντας άοπλος, έφτιαξε από το δέρμα της κατσίκας που τον είχε θρέψει μια πανοπλία που ονομάστηκε αἰγίδα από την αἶγα του, άτρωτη και φοβερή, πόσο μάλλον που στο κέντρο της τοποθέτησε ένα γοργόνειο, δηλαδή το πρόσωπο μιας Γοργόνας που είχε αντί για μαλλιά φίδια, στο στόμα χοντρούς χαυλιόδοντες, μάτια σπινθηροβόλα και βλέμμα τόσο διαπεραστικό που όποιος παρασυρόταν από αυτό και την κοιτούσε μεταμορφωνόταν σε πέτρα -πέτρωνε από τον φόβο του. Ύστερα ο Δίας κάλυψε τα οστά της κατσίκας του με άλλο δέρμα, της έδωσε ξανά ζωή και την έκανε αθάνατη τοποθετώντας την, τιμής ένεκεν, στον ουρανό.
 
Διηγούνταν ότι ο Δίας, παίζοντας μια μέρα με την κατσίκα, άθελά του έσπασε ένα κέρατό της και το χάρισε στην Αμάλθεια λέγοντάς της ότι από αυτό θα βγαίνουν θαυμαστά όλοι οι καρποί της γης που η Νύμφη θα ζητούσε. Αυτό ήταν το κέρας της Αμαλθείας ή της Αφθονίας.
 
Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις Αμάλθεια ήταν το όνομα της κατσίκας που έθρεψε με το γάλα της τον μικρό Δία (Καλλίμ., Ύμνος εις Δία 46).
 
Ο Παλαίφατος (3ος αι. π.Χ.) αφηγείται ότι η Αμάλθεια ήταν μια ωραία ξενοδόχος στις Θεσπιές με την οποία περνούσε χρόνο πολύ ο Ηρακλής και μαζί με τον Ιόλαο της έτρωγαν τα κέρδη που έβαζε σε ένα κέρατο (περί απίστων 45).
--------------------------
*Αστερισμός του Ηνιόχου
 
Τοῦτον λέγουσιν ὅτι ὁ Ζεὺς ἰδὼν πρῶτον ἐν ἀνθρώποις ἅρμα ζεύξαντα [ἵππων], ὅς ἐστιν Ἐριχθόνιος ἐξ Ἡφαίστου καὶ Γῆς γενόμενος, καὶ θαυμάσας ὅτι τῇ τοῦ Ἡλίου ἀντίμιμον ἐποιήσατο διφρείαν ὑποζεύξας ἵππους λευκοὺς <ἀνήγαγεν εἰς τὰ ἄστρα>· πρῶτόν τε ᾿Αθηνᾷ πομπὴν ἤγαγεν ἐν ἀκροπόλει καὶ ἐποιήσατο πρὸς τούτοις ἐπιφανῆ τὴν θυσίαν αὐτῆς <τὸ ξόανον> σεμνύνων. λέγει δὲ καὶ Εὐριπίδης περὶ τῆς γενέσεως αὐτοῦ τὸν τρόπον τοῦτον· Ἣφαιστον ἐρασθέντα Ἀθηνᾶς βούλεσθαι αὐτῇ μιγῆναι, τῆς δὲ ἀποστρεφομένης καὶ τὴν παρθενίαν μᾶλλον αἱρουμένης ἔν τινι τόπῳ τῆς Ἀττικῆς κρύπτεσθαι, ὃν λέγουσι καὶ ἀπ' ἐκείνου προσαγορευθῆναι Ἡφαιστεῖον· ὃς δόξας αὐτὴν κρατήσειν καὶ ἐπιθέμενος πληγεὶς ὑπ' αὐτῆς τῷ δόρατι ἀφῆκε τὴν ἐπιθυμίαν, φερομένης εἰς τὴν γῆν τῆς σπορᾶς· ἐξ ἧς γεγενῆσθαι λέγουσι παῖδα, ὃς ἐκ τούτου Ἐριχθόνιος ἐκλήθη, καὶ αὐξηθεὶς τοῦθ' εὗρε καὶ ἐθαυμάσθη ἀγωνιστὴς γενόμενος· ἤγαγε δ' ἐπιμελῶς τὰ Παναθήναια καὶ ἅρμα ἡνιόχει ἔχων παραβάτην ἀσπίδιον ἔχοντα καὶ τριλοφίαν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς· ἀπ' ἐκείνου δὲ κατὰ μίμησιν ὁ καλούμενος ἀποβάτης.
 
Ἐσχημάτισται δ' ἐν τούτῳ ἡ Αἲξ καὶ οἱ Ἒριφοι. Μουσαῖος γάρ φησι Δία γεννώμενον ἐγχειρισθῆναι ὑπὸ Ῥέας Θέμιδι, Θέμιν δὲ Ἀμαλθείᾳ δοῦναι τὸ βρέφος, τὴν δὲ ἔχουσαν αἶγα ὑποθεῖναι, τὴν δ' ἐκθρέψαι Δία· τὴν δὲ Αἶγα εἶναι Ἡλίου θυγατέρα φοβερὰν οὕτως ὥστε τοὺς κατὰ Κρόνον Θεούς, βδελυττομένους τὴν μορφὴν τῆς παιδός, ἀξιῶσαι <τὴν> Γῆν κρύψαι αὐτὴν ἔν τινι τῶν κατὰ Κρήτην ἄντρων· καὶ ἀποκρυψαμένην ἐπιμέλειαν αὐτῆς τῇ Ἀμαλθείᾳ ἐγχειρίσαι, τὴν δὲ τῷ ἐκείνης γάλακτι τὸν Δία ἐκθρέψαι· ἐλθόντος δὲ τοῦ παιδὸς εἰς ἡλικίαν καὶ μέλλοντος Τιτᾶσι πολεμεῖν, οὐκ ἔχοντος δὲ ὅπλα, θεσπισθῆναι αὐτῷ τῆς αἰγὸς τῇ δορᾷ ὅπλῳ χρήσασθαι διά τε τὸ ἄτρωτον αὐτῆς καὶ φοβερὸν καὶ διὰ τὸ εἰς μέσην τὴν ῥάχιν Γοργόνος πρόσωπον ἔχειν· ποιήσαντος δὲ ταῦτα τοῦ Διὸς καὶ τῇ τέχνῃ φανέντος διπλασίονος, τὰ ὀστᾶ δὲ τῆς αἰγὸς καλύψαντος ἄλλῃ δορᾷ καὶ ἔμψυχον αὐτὴν καὶ ἀθάνατον κατασκευάσαντος, αὐτὴν μέν φασιν ἄστρον οὐράνιον [κατασκευάσαι]
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,13

Να ζεις στιγμές, να μετράς χαμόγελα και να κυνηγάς το παρακάτω της ζωής

Κι αυτές οι στιγμές… Άτιμο πράγμα, έρχονται και φεύγουν.
Τις ζεις, τις απολαμβάνεις αλλά μες τον πυρετό τους, δεν τις καταλαβαίνεις.

Περνά ο χρόνος, περνούν κι αυτές. Κι εσύ απομένεις να συνειδητοποιείς τι στ’ αλήθεια έγινε.
Τι ήταν αυτό που έζησες; Τι ομορφιά έκρυβε μέσα του; Πόσο γρήγορα πέρασε;
Κυρίως αυτή είναι η αίσθηση… Του πόσο γρήγορα πέρασε η στιγμή. Ήρθε και χάθηκε.
Έμεινε η ανάμνηση.

Μια ακόμη ανάμνηση τοποθετημένη σε προθήκη για να έχεις να την καμαρώνεις. Να θυμάσαι και να λες: όμορφα πράγματα έζησα.

Κι όντως έζησες.
Κι εκτιμάς και σέβεσαι.
Γιατί το κάθε χαμόγελο που σου σκάει η ζωή πρέπει να το σέβεσαι και να το υπολογίζεις. Είναι που δεν ξέρεις αν και πότε θα υπάρξει επόμενο.

Μόνο ελπίζεις.
Και μπορεί η ελπίδα να πεθαίνει τελευταία, αλλά και η ζωή τις εκπλήξεις της τις κάνει.
Όπως και να’ χει οι στιγμές που ήρθαν και πέρασαν είναι η δύναμή σου να προχωράς παρακάτω.

Είναι η αναζήτηση νέων που σου δίνει κίνητρο. Είναι η μνήμη που θέλει να δημιουργήσει κι άλλη μνήμη.

Συλλέκτης στιγμών ο άνθρωπος, το ξέρεις δα καλά.
Και κάνεις ό,τι μπορείς κι εσύ να πλουτίσεις τη συλλογή σου.
Ζεις τη ζωή σου όπως ξέρεις και μπορείς. Κι όταν δεν μπορείς, προσπαθείς. Παλεύεις για εκείνο το παραπάνω που θα σου χαρίσει μερικά χαμόγελα ευτυχίας.
Εκείνα τα χαμόγελα των γεμάτων στιγμών, της πληρότητας μέσα σου.

Μεγάλο πράγμα να’ σαι γεμάτος μέσα σου. Κανείς και τίποτα δεν μπορεί να το αντικαταστήσει.
Γι’ αυτό παλεύεις, γι’ αυτό όλα.
Και το χρόνο που περνά δεν τον πολυσυμπαθείς, είναι η αλήθεια. Αλλά αυτός γεννήθηκε για να τρέχει κι εσύ για να τον κυνηγάς. Απλό είναι.
Τρέχετε και οι δυο, ο ένας μπροστά κι ο άλλος πίσω.
Ξέρεις ότι δε θα του παραβγείς ποτέ. Έτσι είναι δα φτιαγμένο το σύμπαν.
Αλλά δε σε πειράζει. Αυτό που σε νοιάζει είναι στο ατέλειωτο κυνηγητό σας, εκείνου να του πέφτουν στιγμές κι εσύ να τις μαζεύεις.

Να ευτυχείς για όσο κρατούν κι ύστερα, με αυτές για κινητήριο δύναμη, να κυνηγάς άλλες.
Κι έτσι να κυλά η ζωή. Κι έτσι να μην τη σπαταλάς.
Κι έτσι να είσαι πλήρης.

Αυτό δε θέλει ο καθένας άλλωστε;
Στιγμές να ζει κι ύστερα να θυμάται, χαμόγελα να μετρά κι ένα παρακάτω να έχει να το κυνηγά και να ελπίζει…

Οι προκαταλήψεις που μας κρατούν μακριά από την ευτυχία

Όλοι επιζητούν την ευτυχία, αλλά η επίτευξή της μπορεί να είναι εξαιρετικά δύσκολη. Ακόμα κι όταν πάρετε ακριβώς αυτό που θέλετε, συχνά καταλήγετε να είστε λιγότερο ευτυχισμένοι από όσο πιστεύατε ότι θα ήσασταν. Η ευτυχία μας ξεγλιστρά μέσα από τα χέρια. Γιατί όμως;

Ο καθηγητής ψυχολογίας του Yale, Laurie Santos, εξηγεί τις ενοχλητικές προκαταλήψεις που όλοι έχουμε και εμποδίζουμε την ίδια την ευτυχία μας. Στη συνέχεια, εξηγεί πώς μπορούμε να τις ξεπεράσουμε.

Οι 4 προκαταλήψεις που εμποδίζουν την ευτυχία μας

1. Η διαίσθηση μας απογοητεύει

Έχετε ορισμένα πράγματα τα οποία θέλετε στη ζωή σας και είναι λογικό να υποθέτετε ότι όταν τα αποκτήσετε, θα γίνετε ευτυχισμένοι. Κι όμως, εδώ πέφτουμε έξω. Το 2000, οι ερευνητές Tim Wilson και Dan Gilbert εφηύραν και μια λέξη γι’ αυτό: miswanting. Όλοι το έχουμε νιώσει αυτό• μπορεί να νομίζουμε ότι μια γιορτή θα μας κάνει χαρούμενους, αλλά τελικά μας κάνει να βαριόμαστε. Μπορεί να νομίζουμε ότι ένα πτυχίο ή μια αλλαγή καριέρας θα μας ικανοποιήσει, αλλά δεν το κάνει.

Πολλές φορές συμβαίνει το αντίθετο: το πάρτι που αποφεύγαμε, μας διασκεδάζει, ένας χωρισμός που προσπαθούσαμε να αποφύγουμε, μας ανακουφίζει τελικά. Το πρόβλημα είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι αποτυγχάνουν να προβλέψουν πώς θα τους επηρεάσουν τα γεγονότα και καταλήγουν έκπληκτοι όταν η πραγματικότητα δεν ταιριάζει με τις προσδοκίες τους.

2. Σκεφτόμαστε με σχετικούς όρους

Αν κερδίζατε ένα μετάλλιο στους Ολυμπιακούς, μάλλον θα σκέφτεστε ότι αν κερδίζατε το χρυσό θα ήσασταν περισσότερο ευτυχισμένοι από το να κερδίζατε το ασημένιο ή το αργυρό. Αλλά οι έρευνες υποστηρίζουν ότι τα πράγματα δεν συμβαίνουν έτσι.

Ο εγκέφαλός μας ζυγίζει την αξία των εμπειριών μας σε σχέση με άλλα πράγματα, είτε είναι άλλοι άνθρωποι, είτε απλά ο παρελθοντικός μας εαυτός. Οι μισοί συμμετέχοντες σε μια έρευνα είπαν ότι θα δέχονταν πρόθυμα $50,000 λιγότερο το χρόνο, αν αυτό σήμαινε ότι θα έπαιρναν περισσότερα από τους συνομηλίκους τους, και μια άλλη μελέτη βρήκε ότι οι άνεργοι ένιωθαν πιο ευτυχισμένοι σε περιοχές με υψηλά ποσοστά ανεργίας. Όμως, αυτό διαστρεβλώνει πλήρως το τι θέλουμε πραγματικά εμείς, καθώς βρισκόμαστε συνεχώς να συγκρινόμαστε με άλλους.

3. Συνηθίζουμε καταστάσεις και πράγματα

Σκεφτείτε την τελευταία φορά που ήσασταν πραγματικά ευτυχισμένοι. Ίσως όταν ξεκινούσατε μια νέα εργασία, όταν αγοράσατε το τελευταίο κινητό σας, όταν βγήκατε τα πρώτα ραντεβού με τον άνθρωπο των ονείρων σας. Ακόμα κι αν νιώσατε ευτυχία εκείνες τις φορές, το πιθανότερο είναι ότι δεν διήρκεσαν πολύ, σωστά;

Αυτό οφείλεται σε ένα φαινόμενο που ονομάζεται ηδονική προσαρμογή. Βασικά, ο εγκέφαλός σας δεν παραμένει σε απόλυτη ευτυχία για πάντα – σταδιακά μειώνει τα επίπεδα και τα συναισθήματα επαναφέρονται στο συνηθισμένο. Αυτό συμβαίνει με πολλά πράγματα: με τις σπουδές, με τα αντικείμενα, με τις σχέσεις, με όλες τις χαρές της ζωής. Είναι λίγο θλιβερό, αν σκεφτεί κανείς πόσο θέλουμε να διατηρήσουμε το συναίσθημα εκείνων των στιγμών.

4. Δεν συνειδητοποιούμε ότι συνηθίζουμε

Είναι θλιβερό το ότι τα καλά πράγματα γρήγορα μετατρέπονται σε ουδέτερα και βαρετά. Αλλά αυτό που είναι ακόμα θλιβερότερο είναι το γεγονός ότι εκπλησσόμαστε γι’ αυτό. Οι περισσότερες αλλαγές στη ζωή μας έχουν γίνει το «νέο φυσιολογικό», κι όμως εμείς πιστεύουμε ότι την επόμενη φορά θα είναι διαφορετικά. Αυτό ονομάζεται προκατάληψη επίδρασης και συμβαίνει όταν υπερεκτιμάμε την επίδραση των μελλοντικών εμπειριών με δύο τρόπους: το πόσο έντονα σκεφτόμαστε γι’ αυτό και πόσο πολύ θα διαρκέσει το συναίσθημα.

Όλες οι σχέσεις με τους ανθρώπους που αγαπάμε απαιτούν προσπάθεια, αλλά η ανταμοιβή είναι ανεκτίμητη

Η ευτυχία ανέκαθεν εξαρτιόταν από τις προσωπικές σχέσεις. Η αγάπη μπορεί να μην είναι το μόνο πράγμα που «θέτει τον κόσμο σε κίνηση», αλλά αναμφίβολα είναι ένα από τα πιο σημαντικά. Ποιον να αγαπήσουμε και πώς να τον αγαπήσουμε, είναι αποφάσεις με τις οποίες όλοι ερχόμαστε αντιμέτωποι κάποια στιγμή στη ζωή μας.

Αν και μέχρι να ενηλικιωθούμε έχουμε λίγες επιλογές στο ποιοι είναι τα μέλη του άμεσου οικογενειακού κύκλου μας, ακόμα και τα σχολιαρόπαιδα επιλέγουν μεταξύ των συμμαθητών τους ποιους θα κάνουν φίλους στην αίθουσα ή στο προαύλιο. Οι στενοί φίλοι γίνονται εξαιρετικά σημαντικοί στα πρώτα χρόνια της εφηβείας, καθώς μαθαίνουμε να συνάπτουμε προσωπικούς δεσμούς εκτός σπιτιού. Έπειτα ακολουθεί ο ενθουσιασμός της ανακάλυψης της σεξουαλικότητας και του ειδυλλίου και οι πρώτες «ερωτικές» σχέσεις.

Αλλά η δημιουργία σχέσεων αγάπης είναι ένα μόνο μέρος της ιστορίας⋅ το να γνωρίζουμε πότε να λήξουμε μια στενή φιλία ή τουλάχιστον να την υποβιβάσουμε από προσωπική σε απλώς κοινωνική σχέση, αργά ή γρήγορα αφορά όλους μας. Λίγοι από εμάς φτάνουμε στη μέση ηλικία χωρίς να έχουμε αποχωριστεί κάποιον που αγαπάμε, ακόμα και γονιό, παιδί ή αδελφό.

Οι παντοτινοί φίλοι μπορεί ξαφνικά να αποδειχτούν άπιστοι ή εκμεταλλευτές. Ένα μεγάλο ποσοστό γάμων και συμβιώσεων καταλήγουν σε διαζύγιο ή στο αντίστοιχό του. Άρα πώς θα μεγιστοποιήσουμε τις ευκαιρίες μας να κατακτήσουμε την ευτυχία μέσα από τις στενές σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας;

Αν και ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει τη δύναμη της ερωτικής πράξης, η εκτενής και λεπτομερής ανάλυσή του περί αγάπης (φιλία) και σχέσεων μοιάζει εκπληκτικά σύγχρονη γιατί δεν αντιμετωπίζει τις σεξουαλικές σχέσεις ως εγγενώς ιδιάζουσες ή ποιοτικά διαφορετικές από άλλους δεσμούς αγάπης. Οι σχέσεις που εμπεριέχουν ερωτική πράξη είναι απλώς ένα υποσύνολο της κατηγορίας φίλοι, που συχνά μεταφράζεται υπερβολικά απλοϊκά ως «φίλοι». Οι ίδιες βασικές αρχές αφορούν τόσο τις σεξουαλικές (δηλαδή τον γάμο ή παρόμοια σύμφωνα συμβίωσης) όσο και τις μη σεξουαλικές φιλίες. Όλες οι σχέσεις με τους ανθρώπους που αγαπάμε απαιτούν προσπάθεια, αλλά η ανταμοιβή είναι ανεκτίμητη.

Ο Αριστοτέλης θεωρούσε την αγάπη θεμελιώδη για τη ζωή του ανθρώπου. Πολλοί από εμάς φανταζόμαστε ότι η αγάπη κάθε είδους συμβαίνει μυστικά και αυθόρμητα, αλλά ο Αριστοτέλης ήξερε ότι είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς. Αρχίζει την περιγραφή της ανθρώπινης κοινωνίας με την αρχέγονη και, καθώς λέει, «φυσικότατη» σχέση – τη γαμήλια μονάδα.

Αυτή είναι μια εξαιρετικά έντονη μορφή φιλίας. Υπάρχει ανάμεσα σε εσάς και το ξεχωριστό πρόσωπο που παντρεύεστε ή επιλέγετε να ζήσετε μόνιμα μαζί του. Οραματίζεται ένα ετεροφυλόφιλο ζεύγος άντρα και γυναίκας, που ενώνεται με στόχο την αμοιβαία υποστήριξη, με συμπληρωματικές σφαίρες αρμοδιότητας.

Γιατί ο έρωτας ξεθωριάζει;

Όταν ερωτευόμαστε, η αλήθεια είναι πως βάζουμε τον οργανισμό μας στη διαδικασία τρελής παραγωγής ορμονών και βιοχημικών αντιδράσεων. Η παραγωγή ορμονών βρίσκεται στο ζενίθ, διότι στον εγκέφαλό μας εκκρίνεται η ορμόνη της αγάπης, οξυτοκίνη. Επιπροσθέτως, οι ενδορφίνες πλημμυρίζουν τον οργανισμό μας, για αυτό τον πρώτο ειδικά καιρό, ο ερωτευμένος αισθάνεται υπερβολική ευφορία και χαρά, ειδικότερα όταν αντικρίζει το αγαπημένο και προσφιλές πρόσωπο.

Δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε με απόλυτη βεβαιότητα το λόγο που υπάρχει αυτό το συναίσθημα που λέγεται έρωτας. Αυτό που έχουν υποστηρίξει μερικοί βιολόγοι, είναι πως στην ουσία δεν υπάρχει έρωτας, αλλά ένα ένστικτο το οποίο καλεί ανθρώπους και ζώα να αφήσουν απογόνους και να διαιωνίσουν το είδος. Άλλοι υποστηρίζουν πως τους πρώτους έξι μήνες το ερωτικό συναίσθημα βρίσκεται στο ζενίθ, σε μία προσπάθεια να προστατευθεί το πρωτόγονο ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Πάντως, όποια και αν είναι η πηγή προέλευσης, αναμφίβολα, πρόκειται για ένα δυνατό συναίσθημα που καταλύει τη λογική και ενισχύει περισσότερο την παράλογη δράση του ανθρώπου. Ο κάθε άνθρωπος έχει να θυμάται έστω και μία φορά στη ζωή του, μία περίοδο στην οποία είχε κυριευτεί από έρωτα και δεν είχε απόλυτη επίγνωση των πράξεών του.

Είναι όμως μία απορία πολλών: Γιατί ο έρωτας δεν κρατάει αλλά ξεθωριάζει τις περισσότερες φορές; Είναι βέβαιο πως και ο έρωτας δεν ζει για πάντα, κάποια στιγμή αποδυναμώνεται ή λιγοστεύει.

Στον έρωτα – και αυτό εξηγεί το γιατί τις περισσότερες φορές έχει ημερομηνία λήξης – δεν αγαπάς τον άλλον για αυτό που είναι πραγματικά. Δεν έχεις προλάβει να ζυγίσεις τα θετικά και τα αρνητικά του, να τον δεις ως μία ολότητα που εμπεριέχει τόσο προτερήματα όσο και ελαττώματα. Ο έρωτας δεν έχει τη λογική του να σε βάλει στη διαδικασία να γνωρίσεις τον άλλο άνθρωπο; Τις περισσότερες φορές καταλήγεις να τον εξιδανικεύεις.

Αν το σκεφτούμε πιο αναλυτικά, θα διαπιστώσουμε πως στον έρωτα, εκφράζουμε στην ουσία τις δικές μας ανάγκες πάνω σε ένα άλλο πρόσωπο. Σε αντίθεση με την αγάπη, ο έρωτας είναι σκληρός, κτητικός και δεν χαρακτηρίζεται από ηθικούς φραγμούς. Παραμένει όμως ένα πολύ δυνατό συναίσθημα που σίγουρα ενδυναμώνει τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου και του χαρίζει και αυτός σημαντικά βιώματα ζωής.

Ανθρωπογονία

Ήταν κάποτε χρόνοι, όταν θεοί βέβαια ήταν, θνητά όμως γένη δεν ήταν. Σαν ήρθε λοιπόν και για τούτα ο προορισμένος χρόνος της γένεσης, έπλασαν αυτά οι θεοί μέσα στη γη από γη και φωτιά, σμίγοντας και όσα με τη φωτιά και με τη γη γίνονται κράμα. Και σαν έμελλαν να τα φέρουν αυτά στο φως, πρόσταξαν τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα να τα στολίσουν και να τους μοιράσουν δυνάμεις στο καθένα όπως πρέπει. Του Προμηθέα όμως του ζήτησε ο Επιμηθέας να κάνει αυτός τη διανομή, και σαν εγώ κάνω τη διανομή, είπε, επιθεώρησέ τα· και έτσι τον έπεισε και έκανε τη διανομή. Κάνοντας λοιπόν τη διανομή, σε άλλα κολλούσε δύναμη χωρίς ταχύτητα, ενώ τα ασθενέστερα τα στόλιζε με ταχύτητα· άλλα όπλιζε, σ’ άλλα δίνοντας άοπλη φύση, κάποιαν άλλη γι’ αυτά μηχανευόταν δύναμη για σωτηρία. Όσα από αυτά έντυνε με μικρό σώμα, τους έδινε το πέταγμα φυγή ή υπόγεια κατοικία· όσα πάλι τα αύξαινε σε μέγεθος, με αυτό το ίδιο τα έσωζε· και τα άλλα έτσι τα εξίσωνε, κάνοντας τη διανομή. Και τούτα τα μηχανευόταν, έχοντας φόβο, μήπως κάποιο γένος αφανιστεί· και αφού βρήκε γι’ αυτά αρκετούς τρόπους διαφυγής από την αλληλο-εξόντωση, μηχανευόταν κάποια ευμάρεια για τις εποχές του χρόνου, ντύνοντας αυτά με πυκνές τρίχες και με στερεά δέρματα, ικανά να αμύνονται στο χειμώνα, δυνατά όμως και στα καύματα, και στον ύπνο για να υπάρχουν τα ίδια αυτά στρωμνή κατάλληλη και αυτόφυτη στο καθένα· και κάτω από τα πόδια άλλα με οπλές, άλλα με νύχια και δέρματα στερεά και άναιμα.

Από εδώ και πέρα τροφή άλλη στο καθένα πόριζε, σε άλλα από τη γη βότανα, σε άλλα των δέντρων τους καρπούς, σε άλλα ρίζες· ήταν και άλλα που τους έδωκε τροφή το φάγωμα άλλων ζώων και σ’ αυτά βέβαια κόλλησε την ολιγογονία, ενώ σ’ εκείνα που αναλώνονταν από τούτα έδωκε την πολυγονία, σωτηρία στο γένος πορίζοντας. Καθώς όμως δεν ήταν και πολύ σοφός ο Επιμηθέας, ξεχάστηκε και ξόδεψε τις δυνάμεις· του υπολειπόταν λοιπόν αστόλιστο των ανθρώπων το γένος, και απορούσε τι να κάνει. Όπως αυτός απορούσε, έρχεται ο Προμηθέας να επιθεωρήσει τη διανομή, και βλέπει τα άλλα ζώα, βέβαια, να έχουν τα πάντα όπως έπρεπε, τον άνθρωπο όμως γυμνό και ανυπόδητο και άοπλο· ήδη ήταν παρούσα και η προορισμένη μέρα, που έπρεπε και ο άνθρωπος να βγει από τη γη στο φως· Από απορία λοιπόν κατεχόμενος ο Προμηθέας, ποια σωτηρία για τον άνθρωπο να βρει, κλέβει του Ήφαιστου και της Αθηνάς την έντεχνη σοφία μαζί με τη φωτιά — γιατί ήταν ακατόρθωτο χωρίς φωτιά αυτή να γίνει αποκτήσιμη ή χρήσιμη σε κάποιον — και έτσι λοιπόν τη χαρίζει στον άνθρωπο. Τη σοφία βέβαια τη σχετική με το βίο ο άνθρωπος έτσι την απόχτησε, την πολιτική όμως δεν την είχε- αυτή ήταν κοντά στον Δία- και στον Προμηθέα δεν επιτρεπόταν πια να μπει στην ακρόπολη, στου Δία την κατοικία- και πάνω σ’ αυτά και οι φύλακες του Δία ήταν φοβεροί- στης Αθηνάς όμως και του Ήφαιστου το οίκημα το κοινό, όπου φιλοτεχνούσαν τα έργα τους, μπαίνει κρυφά, κλέβει την τέχνη με τη φωτιά, την τέχνη του Ηφαίστου και την άλλη της Αθηνάς, και τη δίνει στον άνθρωπο, και από τούτο έγινε για τον άνθρωπο τρόπος του βίου, όπως λένε, για την κλοπή πέρασε από δίκη.

Πάνω σ’ αυτά, όπως είδαμε μιλώντας για τον Προμηθέα, έλεγαν ακόμα πως αυτός, για να βοηθήσει τους ανθρώπους, όχι μόνο τη φωτιά τούς προμήθεψε, αλλά και το γένος τους υπερασπίστηκε, με το να αντιταχθεί στον Δία, που, σαν έγινε βασιλιάς, έδειξε φανερή αδιαφορία για την τύχη των ανθρώπων, λέγοντας πως, άμα αφανιζόταν, αυτός θα έφτιαχνε άλλο γένος- και, αυτός ο ίδιος ο Προμηθέας, έβαλε τότε μέσα στο νου των ανθρώπων ελπίδες πολλές και έκανε με αυτές να μη βλέπουν πια οι άνθρωποι σε κάθε βήμα το χαμό τους- και έκατσε ο ίδιος και τους δίδαξε τις τέχνες και τις επιστήμες όλες- ακόμα έλεγαν πως ο ίδιος ο Προμηθέας, μόνος ή με τη συνεργασία της Αθηνάς, ήταν ο πλάστης και πως ζευγαρώθηκε με την Πανδώρα, την πρώτη γυναίκα, που ήταν δημιούργημά τους, και γέννησε τον Δευκαλίωνα, τον γενάρχη των ανθρώπων.

Κάποτε όμως οι άνθρωποι είχαν γίνει τόσο κακοί, που ο Δίας αποφάσισε να τους εξαφανίσει με κατακλυσμό. Τότε ο Προμηθέας συμβούλεψε το γιο του, τον Δευκαλίωνα, να κατασκευάσει μια κιβωτό για να σωθεί. Ο Δευκαλίων κατασκεύασε την κιβωτό όπως τον συμβούλεψε ο πατέρας του και έβαλε μέσα τα απαραίτητα εφόδια. Όταν άρχισε να βρέχει ασταμάτητα, κλείστηκε μέσα μαζί με τη γυναίκα του, την Πύρρα, την κόρη του Επιμηθέα και της Πανδώρας. Ο Δίας έριξε πολλή βροχή χωρίς διακοπή. Το νερό γέμισε τα ποτάμια, αυτά φούσκωσαν, ξεχείλισαν και παρέσυραν ό,τι βρήκαν μπροστά τους, αγαθά και ψυχές· οι πεδιάδες έγιναν λίμνες και οι πολιτείες βούλιαξαν και χάθηκαν κάτω από τα νερά. Στο τέλος μόνο μερικές βουνοκορφές φαίνονταν πάνω σε μια απέραντη θάλασσα. Η κιβωτός με τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα έπλεε πάνω στα νερά εννιά μερόνυχτα· ύστερα κάθισε στην κορφή του Παρνασσού ή, όπως άλλοι έλεγαν, στην Όθρη ή στον Άθω ή στη Δωδώνη. Όταν η βροχή επιτέλους σταμάτησε και τα νερά αποτραβήχτηκαν, ο Δευκαλίων και η Πύρρα βγήκαν από την κιβωτό και, αφού ξαναπάτησαν τη γη, χωρίς να έχουν πάθει τίποτα, έκαναν θυσία στον Δία να τον ευχαριστήσουν για τη σωτηρία τους. Ο θεός δέχτηκε καλόκαρδα την προσφορά τους και τους είπε να του ζητήσουν όποια χάρη θέλουν. Τότε ο Δευκαλίων και η Πύρρα ζήτησαν από το θεό ανθρώπους. Ο θεός δεν αρνήθηκε και, σύμφωνα με τις οδηγίες του, ο Δευκαλίων και η Πύρρα σκέπασαν τα πρόσωπά τους, προχωρούσαν, έπαιρναν λιθάρια από τη γη και τα έριχναν πίσω τους, χωρίς να γυρίσουν να κοιτάξουν: Όπου έπεφταν τα λιθάρια του Δευκαλίωνα, η γη έβγαζε άντρες· όπου έπεφταν τα λιθάρια της Πύρρας, η γη έβγαζε γυναίκες. Έτσι έγινε ένας νέος λαός από τα λιθάρια της γης.

Ο Δευκαλίων και η Πύρρα απόκτησαν και δικά τους παιδιά: τον Έλληνα, τον Αμφικτύονα, την Πρωτογένεια, τη Μελάνθεια, τη Θυία και την Πανδώρα, που πήρε το όνομα της γιαγιάς της, της πρώτης γυναίκας. Για τον πρωτότοκο γιο τους, τον Έλληνα, το γενάρχη των Ελλήνων, είπαν πως στην πραγματικότητα δεν ήταν γιος του Δευκαλίωνα, αλλά του ίδιου του Δία. Για τον Αμφικτύονα είπαν πως κυβέρνησε την Αθήνα μετά τον Κραναό. Για την Πρωτογένεια πως ενώθηκε με τον Δία και γέννησε τον Αέθλιο. Για την Πανδώρα, πως ενώθηκε και αυτή με τον Δία και έφερε στον κόσμο τον Γραικό. Και για τη Θυία πως έκανε, πάλι από το σπέρμα του Δία, τον Μάγνητα και τον Μακεδόνα. Για τον ίδιο τον Δευκαλίωνα έλεγαν πως πρώτος έχτισε βωμούς στους θεούς, ίδρυσε πολιτείες και βασίλεψε ανάμεσα στους ανθρώπους- και ότι το βασίλειό του ήταν στη Θεσσαλία, στην περιοχή της Φθίας.

Υβρις και Νέμεσις

Η ύβρις ήταν βασική αντίληψη της κοσμοθεωρίας των αρχαίων Ελλήνων. Όταν κάποιος, υπερεκτιμώντας τις ικανότητες και τη δύναμή του (σωματική, αλλά κυρίως πολιτική, στρατιωτική και οικονομική), συμπεριφερόταν με βίαιο, αλαζονικό και προσβλητικό τρόπο απέναντι στους άλλους, στους νόμους της πολιτείας και κυρίως απέναντι στον άγραφο θεϊκό νόμο -που επέβαλλαν όρια στην ανθρώπινη δράση-, θεωρούνταν ότι διέπραττε «ὓβριν», δηλ. παρουσίαζε συμπεριφορά με την οποία επιχειρούσε να υπερβεί τη θνητή φύση του και να εξομοιωθεί με τους θεούς, με συνέπεια την προσβολή και τον εξοργισμό τους.
 
Η βίαια, αυθάδης και αλαζονική αυτή στάση/συμπεριφορά, που αποτελούσε για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο παραβίαση της ηθικής τάξης και απόπειρα ανατροπής της κοινωνικής ισορροπίας και γενικότερα της τάξης του κόσμου, πιστευόταν ότι (επαναλαμβανόμενη, και μάλιστα μετά από προειδοποιήσεις των ίδιων των θεών) οδηγούσε τελικά στην πτώση και καταστροφή του «ὑβριστοῦ» (ὓβρις > ὑβρίζω > ὑβριστής).
 
Αποδίδοντας την αντίληψη σχετικά με την ύβρη και τις συνέπειές της, όπως τουλάχιστον παρουσιάζεται στην αρχαιότερή της μορφή, με το σχήμα ὓβρις→ἂτη→νέμεσις→τίσις μπορούμε να πούμε ότι οι αρχαίοι πίστευαν πως μια «ὓβρις»συνήθως προκαλούσε την επέμβαση των θεών, και κυρίως του Δία, που έστελνε στον υβριστή την «ἂτην», δηλαδή το θόλωμα, την τύφλωση του νου. Αυτή με τη σειρά της οδηγούσε τον υβριστή σε νέες ύβρεις, ώσπου να διαπράξει μια πολύ μεγάλη α-νοησία, να υποπέσει σε ένα πολύ σοβαρό σφάλμα, το οποίο προκαλούσε την «νέμεσιν», την οργή και εκδίκηση δηλαδή των θεών, που επέφερε την «τίσιν» δηλ. την τιμωρία και τη συντριβή/καταστροφή του.
 
Από την κλασική εποχή και μετά, σε πολλές περιπτώσεις οι έννοιες Άτη, Δίκη και Νέμεσις φαίνεται να αποκτούν στη συνείδηση των ανθρώπων ισοδύναμη σημασία, αυτήν της θείας τιμωρίας.
 
Η λέξη ύβρις πέρα από τη λόγια νεοελληνική χρήση της με τις σημασίες «βρισιά» (κυρίως στον πληθυντικό αριθμό «ύβρεις») και συνακόλουθα «κάτι που θίγει την τιμή και την αξιοπρέπεια κάποιου» -οι οποίες είναι φυσιολογικές εξελίξεις της αρχαίας σημασίας-, αρκετές φορές χρησιμοποιείται και στην εποχή μας, σε πιο προσεγμένο επίπεδο λόγου, με την αρχαιοελληνική σημασία της για να χαρακτηρίσει ανάλογες αλαζονικές συμπεριφορές των ανθρώπων.
  1. ἄνασσα, τοῖς ἄλλοισιν Ἀργείων πέλας ἵστω, καθ᾽ ἡμᾶς δ᾽ οὔποτ᾽ ἐκρήξει μάχη. Σοφοκλής, Αίας, 774-775
  2. οὒ τοῦ κρατοῦντος ἡ πόλις νομίζεται; Σοφοκλής, Αντιγόνη, 738
  3. εἰ δέ κε μὴ δώωσιν ἐγὼ δέ κεν αὐτὸς ἕλωμαι ἢ τεὸν ἢ Αἴαντος ἰὼν γέρας, ἢ Ὀδυσῆος ἄξω ἑλών·· ὃ δέ κεν κεχολώσεται ὅν κεν ἵκωμαι.Ομήρου Ιλιάς, Oxford University Press, Α 137-139
  4. Ηρόδοτος, Ιστοριών α΄(Κλειώ), 30, 34.1
  5. ὅστις ἀνθρώπου φύσιν βλαστὼν ἔπειτα μὴ κατ᾽ ἄνθρωπον φρονῇ. Σοφοκλής, Αίας, 760-761
  6. ἐπεὶ πρό οἱ εἴπομεν ἡμεῖς, Ἑρμείαν πέμψαντες. Ομήρου Οδύσσεια, Oxford University Press, α 37-38
  7. ἐκ γὰρ Ὀρέσταο τίσις ἔσσεται Ἀτρεΐδαο, ὁππότ᾽ ἂν ἡβήσῃ τε καὶ ἧς ἱμείρεται αἴης. ὣς ἔφαθ᾽ Ἑρμείας, ἀλλ᾽ οὐ φρένας Αἰγίσθοιο πεῖθ᾽ ἀγαθὰ φρονέων· νῦν δ᾽ ἁθρόα πάντ᾽ ἀπέτισεν. Ομήρου Οδύσσεια, Oxford University Press, α 40-43
  8. ὓβρις γὰρ ἐξανθοῦσ’ ἐκάρπωσε στάχυν ἂτης, Αισχύλος, Πέρσαι, 821-822
  9. Αισχύλος, Επτά επί Θήβας, έκδ. Herbert Weir Smyth, 423-446
  10. πρέσβα Διὸς θυγάτηρ Ἄτη, ἣ πάντας ἀᾶται, οὐλομένη· τῇ μέν θ᾽ ἁπαλοὶ πόδες· οὐ γὰρ ἐπ᾽ οὔδει πίλναται, ἀλλ᾽ ἄρα ἥ γε κατ᾽ ἀνδρῶν κράατα βαίνει βλάπτουσ᾽ ἀνθρώπους. Ομήρου Ιλιάς, Oxford University Press, Τ 91-94
  11. τοιοῖσδέ τοι λόγοισιν ἀστεργῆ θεᾶς ἐκτήσατ᾽ ὀργήν, οὐ κατ᾽ ἄνθρωπον φρονῶν. Σοφοκλής, Αίας, 776-777
  12. Ζεῦ πάτερ, ἦ ῥα ἔτ᾽ ἔστε θεοὶ κατὰ μακρὸν Ὄλυμπον, εἰ ἐτεὸν μνηστῆρες ἀτάσθαλον ὕβριν ἔτισαν. Ομήρου Οδύσσεια, Oxford University Press, ω 351-352
Νέμεσις
 
Ελάχιστα γνωρίζουμε για τη Νέμεσι, αυτή την αρχαιότατη θεότητα, που προσδιορίζεται άλλοτε ως Ιχναίη, άλλοτε ως Αδράστεια ή Ραμνουσία. Η ετυμολογία, η ρίζα του ονόματος «νέμω», δήλωνε αρχικά τη δίκαιη διανομή, τη μοιρασιά που γίνεται βάσει νόμιμης εξουσίας. Με τον καιρό απέκτησε τη σημασία της ανάληψης δικαστικής δράσης εκ μέρους της εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Ως λέξη η «Νέμεσις» έχει αντικειμενική αξία και όχι υποκειμενική. Αναφέρεται στο φορέα της εξουσίας που την ασκεί.
 
Μεταφορικά λέγοντας «Νέμεσι» εννοούμε τη θεία δίκη.
 
Ήταν η Νύχτα σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησίοδου και τον Παυσανία, που δίχως σύντροφο αρσενικό γέννησε την Νέμεσι, για να κρατά σε ισορροπία τις ανθρώπινες υποθέσεις. Στα Διονυσιακά του Νόννου έχουμε μια διαφορετική άποψη, που θέλει την Νέμεσι κόρη του Ωκεανού, ενώ ο Υγίνος την περιγράφει ως δημιούργημα του Ερέβους και της Νύχτας.
 
Ονομαζόταν, επίσης, Ραμνουσία, εξαιτίας ενός αγάλματος και ενός ναού της στον Ραμνούντα, χωριό της βόρειας Αττικής. Το επίθετο Αδράστεια που της αποδόθηκε, «εκείνη από την οποία κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει», ανήκε μάλλον αρχικά στη φρυγική θεότητα Κυβέλη και της αποδόθηκε μεταγενέστερα. Η Νέμεσις ως θεότητα προσωποποιούσε μαζί με άλλες (Θέμιδα, Ειμαρμένη κ.ο.κ.) την έννοια της δικαιοσύνης και αποκαθιστούσε την τάξη (της φύσης, της ανθρώπινης κοινωνίας, του κόσμου), όταν αυτή διασαλευόταν. Τότε τιμωρούσε την υπεροψία και την αλαζονεία των ανθρώπων (την ύβριν). Αν κάποιος αδικεί τους άλλους συνεχώς, και κάποια στιγμή η ίδια η ζωή του θέσει οδυνηρό φρένο στη στρεβλή πορεία του, τότε μιλάμε για «θεία δίκη».

Το μυθολογικό πλαίσιο στο οποίο κινείται η Νέμεσις
 
Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι υπήρχε ναός αφιερωμένος στη θεά στη Σμύρνη. Ορισμένοι συγγραφείς, μεταξύ των οποίων και ο Απολλόδωρος, γράφουν πως η Νέμεσις όταν ενώθηκε με τον Δία, γέννησε την Ελένη. Παρόλο που η Νέμεσις υπέστη μεγάλη καταδίωξη για να αποφύγει τον πόθο του Δία, ενώθηκε μαζί του με τη μορφή χήνας, όταν ο Δίας είχε τη μορφή κύκνου. Κατά την καταδίωξή της πέρασε η Νέμεσις χώρες και ηπείρους, θάλασσες όπου μεταμορφώνονταν σε ψάρι, και γενικά άλλαζε εκείνη συνέχεια μορφή. Η Νέμεσις γέννησε ένα αυγό το οποίο βρήκε στο δάσος ένας βοσκός και το έδωσε στη Λήδα.
 
Η Λήδα το έκλεισε σε ένα ερμάρι και όταν γεννήθηκε η Ελένη, την ανέθρεψε σαν κόρη της. Υπάρχουν άλλες δύο εκδοχές για το αυγό αυτό:
 
*ότι ο Ερμής το έριξε στον κόρφο της Λήδας
* ότι έπεσε από τον ουρανό.
 
Υπάρχει και μια άλλη άποψη της μυθολογικής διαδρομής της Νέμεσης. Λεγόταν πως από την ένωση του Ταρτάρου και της Νέμεσης γεννήθηκαν οι Τελχίνες. Τα ονόματά τους ήταν Χρυσός, Άργυρος και Χαλκός, από τα μέταλλα που είχαν ανακαλύψει ή κατά τον Βακχυλίδη Ακταίος, Μεγαλήσιος, Ορμενός και Λύκος. Οι Τελχίνες ήταν μάγοι και προκαλούσαν βροχή, χαλάζι, χιόνι και κεραυνούς. Ήταν πνεύματα της φωτιάς-ηφαιστειακά, από ρίζες έφτιαχναν φίλτρα θαυματουργά και κατείχαν τρομερές δεξιότητες. Περιγράφονται ενίοτε δίχως χέρια ή πόδια. Ήταν όντα αμφίβια και είχαν κάτι από άνθρωπο και κάτι από ψάρι, σαν τον Όανες της σουμερο-βαβυλωνιακής μυθολογίας. Τους περιέγραφαν με μεμβράνη στα δάχτυλα και φημισμένες οικογένειες ισχυρίζονταν ότι κατάγονταν από τη γενιά τους.
 
Αξιοσημείωτο είναι ότι σύμφωνα με κάποιες μυθολογικές εκδοχές, η Νέμεσις, και όχι η Λήδα, ήταν η βιολογική μητέρα της Ωραίας Ελένης. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να αναλυθεί ο Τρωϊκός πόλεμος υπό αυτό το πρίσμα, αν και δεν είναι της παρούσης. Ωστόσο, αξίζει να ειπωθεί εδώ ότι το τετράπτυχο της Αρχαίας Ελληνικής Κοσμοθέασης – ´Υβρις, Άτις, Νέμεσις, Τίσις-διαχωρίζει την έννοια της Θείας Δίκης (Νέμεσις) από αυτήν της Τιμωρίας (Τίσις).
 
Αυτός μπορεί να είναι για πολλούς ένας άνευ σημασίας διαχωρισμός εφόσον η Τίσις φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα της δράσεως της Νεμέσεως ωστόσο παραμένει μια αισθητή διαφοροποίηση η οποία υποδηλώνει ότι οι έννοιες δεν ήταν ταυτόσημες. Ακόμα και ο κοινούς νους μπορεί να το επιβεβαιώσει: η επέλαση της Νεμέσεως δεν φέρνει πάντα την τιμωρία.
 
Πέρα από αυτό, η Νέμεσις μπορεί να φέρει και την επιβράβευση, αν αυτό επιτάσσει η Κοσμική Τάξη της οποίας και είναι εκπρόσωπος.
 
Σε μία κοινωνία Υψηλής Συνειδητότητας, ο πολίτης όχι μόνο δεν θα φοβόταν την Νέμεσις αλλά θα την αποζητούσε κιόλας καθημερινά στις επικλίσεις του.
 
Σύμβολα της θεάς είναι ο πήχυς και το χαλινάρι
Τα σύμβολα αυτά είναι ενδεικτικότατα της λειτουργίας της να προσμετρά τις ανθρώπινες σκέψεις, συναισθήματα, δράσεις και να θέτει ένα όριο στην αχαλίνωτη ασυδοσία του εγωισμού των ανθρώπων. Έτσι η έπαρση των θνητών έναντι των Κοσμικών Νόμων (ύβρις) και η κατάφωρη αδιαφορία για το Κοινό Καλό, σαρώνονται με τη δράση της Νέμεσης και εδώ μοιάζει με Συμπαντική Ζυγαριά που απονέμει αέναα Δικαιοσύνη.

Ορφικός Ύμνος 61 στην Νέμεσι

Εσένα τη Νέμεση καλώ,
τη βασίλισσα την πανίσχυρη,
μέσω της οποίας αποκαλύπτονται οι πράξεις των θνητών ανθρώπων,
την αιώνια, την αξιοσέβαστη, με την απεριόριστη όραση,
εκείνη που αγαλιάζει με το ορθό και το δίκαιο
σε κάθε θνητό είναι γνωστή η επιρροή σου

και οι άνθρωποι βογγούν πίσω από τα δίκαια δεσμά σου,
γιατί κάθε σκέψη καλά κρυμμένη στο μυαλό,
ξεκάθαρα αποκαλύπτεται στη θέα σου.

Έλα ευλογημένη και ιερή Θεά, εισάκουσε την προσευχή μου,
και βάλε στη φροντίδα σου τη ζωή του πιστού σου,
την αγαθοεργή σου βοήθεια δώσε στην ώρα της ανάγκης,
και άφθονη ισχύ στη δύναμη της λογικής,
τις σκέψεις τις ασεβείς, τις αλαζονικές και τις χαμερπείς διώξε μακριά.

Οι Θεοί φεύγουν

«Οι Θεοί φεύγουν!» Αυτό ήταν το επιφώνημα του Γάλλου περιηγητή και εκδότη Joseph François Michaud (1809-1864) όταν έβλεπε τo 1830 στον Πειραιά τα πλοία, τα οποία αποκαλούσε πειρατικά καράβια, να μπαρκάρουν γεμάτα αρχαίους θησαυρούς, κάτω από τα βλέμματα και τις οδηγίες των «παραγγελιοδόχων της επιστήμης», όπως ονομάτιζε τους εμπόρους.

Οι λεηλασίες που υπέστησαν οι αρχαίοι θησαυροί των Αθηνών έχουν συζητηθεί και αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικών εργασιών, δημοσιεύσεων αλλά και προβληματισμών σε διεθνές επίπεδο. Μπορεί να είναι ευρέως γνωστή η περίπτωση του άρπαγα Έλγιν, αλλά δεν ήταν παρά μόνον ένας από τους χιλιάδες βέβηλους που άπλωσαν τα χέρια τους για να αρπάξουν θησαυρούς από τα σπλάχνα της αττικής γης.

Η περιγραφή του Michaud για την Αθήνα, όταν την επισκέφθηκε, είναι συγκλονιστική. Έγραφε πως δεν υπήρχε ούτε δρόμος ούτε πλατεία ούτε μοναστήρι ούτε εκκλησία. Περπατώντας κάποιος ανάμεσα στα ερείπια έπρεπε να βάζει σημάδια, όπως στην έρημο, για να ξαναβρεί τον δρόμο. Το πουλί των Αθηνών, η κουκουβάγια, η οποία συχνά ξεπετιόταν μέσα από τα ερείπια ενός τζαμιού ή μιας εκκλησίας, είχε μετατραπεί σε σύμβολο της άφωνης και ερημικής εγκατάλειψης. Συμπλήρωνε όμως ότι η ερήμωση της «πόλης μητέρας των Τεχνών» δεν ήταν έργο μόνον του πολέμου και της πυρκαγιάς.

Οι δύο αυτές μάστιγες βρήκαν πολυάριθμους συνεργάτες, οι οποίοι δεν έπρεπε να αναζητηθούν μεταξύ των βαρβάρων. Πολλοί ήταν εκείνοι που έμαθαν ότι οι «πέτρες» είχαν αξία και ότι μπορούσαν να τις πουλήσουν. Από τότε άρχισε η εξαγωγή αναρίθμητων γλυπτών και μαρμάρων. Μόλις κυριευόταν μια πόλη, η λεηλασία και οι αρπαγές διαρκούσαν από λίγες ώρες μέχρι μερικές ημέρες.

Αλλά η διαρπαγή και ο όλεθρος στην Αθήνα συνεχίστηκαν επί χρόνια. Στόλοι στάλθηκαν στην Ανατολή για να σταματήσουν την πειρατεία και οι πειρατές τιμωρήθηκαν. Αλλά οι πειρατές των αρχαιοτήτων εξακολούθησαν ήσυχοι την αρπαγή τους χωρίς να ακουστεί καμιά διαμαρτυρία από το βήμα των ευρωπαϊκών Κοινοβουλίων, τις ακαδημίες ή τα φιλελληνικά κομιτάτα.

Η Σμύρνη και όλες οι παραθαλάσσιες πόλεις της Ανατολής γέμισαν από «συντρίμμια των Αθηνών». Πουλιoύνταν στην αγορά, όπως τα τόπια υφάσματος ή η ξερή σταφίδα. Όλοι γύρευαν να αποκτήσουν τα λείψανα της πόλης του Θησέα. Υπήρχαν δίκες και καταγγελίες στους Καδήδες για Ερμές, τμήματα γλυπτών από το Γυμνάσιο ή επιγραφές που έφεραν το όνομα ενός Θεού ή ενός σοφού της Ελλάδας.

Ο περιηγητής αυτός υπήρξε μάρτυρας των αρπαγών στα διάφορα λιμάνια της Ανατολής. Φαίνεται, δε, ότι η Σμύρνη ήταν το μεγαλύτερο κέντρο του ληστρικού αυτού εμπορίου. Η αιτία μάλλον θα πρέπει να αναζητηθεί στην παρουσία εκεί του περίφημου Φωβέλ, για τον οποίο πρέπει να ανοίξει ιδιαίτερος φάκελος έρευνας ώστε να αποκαλυφθεί ο ρόλος του ως αρχαιοκάπηλου. Η παρουσία του στην Αθήνα, τα προηγούμενα χρόνια, τα τελευταία της Τουρκοκρατίας, είναι γνωστή. Κατά την Επανάσταση, μετακινήθηκε στη Σμύρνη, απ’ όπου εξακολούθησε το ανθελληνικό έργο του. Εξάλλου έγραφε στον «Ανατολικό Παρατηρητή», ένα μισελληνικό γαλλικό φύλλο, το οποίο με τις ψευδολογίες του έκανε μεγάλο κακό στον αγώνα των Ελλήνων.
 

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἔργα καὶ Ἡμέραι (618-642)

Η ναυσιπλοΐα

Εἰ δέ σε ναυτιλίης δυσπεμφέλου ἵμερος αἱρεῖ·
εὖτ᾽ ἂν Πληιάδες σθένος ὄβριμον Ὠρίωνος
620 φεύγουσαι πίπτωσιν ἐς ἠεροειδέα πόντον,
δὴ τότε παντοίων ἀνέμων θυίουσιν ἀῆται·
καὶ τότε μηκέτι νῆα ἔχειν ἐνὶ οἴνοπι πόντῳ,
γῆν δ᾽ ἐργάζεσθαι μεμνημένος, ὥς σε κελεύω·
νῆα δ᾽ ἐπ᾽ ἠπείρου ἐρύσαι πυκάσαι τε λίθοισι
625 πάντοθεν, ὄφρ᾽ ἴσχωσ᾽ ἀνέμων μένος ὑγρὸν ἀέντων,
χείμαρον ἐξερύσας, ἵνα μὴ πύθῃ Διὸς ὄμβρος.
ὅπλα δ᾽ ἐπάρμενα πάντα τεῷ ἐγκάτθεο οἴκῳ,
εὐκόσμως στολίσας νηὸς πτερὰ ποντοπόροιο·
πηδάλιον δ᾽ εὐεργὲς ὑπὲρ καπνοῦ κρεμάσασθαι.
630 αὐτὸς δ᾽ ὡραῖον μίμνειν πλόον εἰς ὅ κεν ἔλθῃ·
καὶ τότε νῆα θοὴν ἅλαδ᾽ ἑλκέμεν, ἐν δέ τε φόρτον
ἄρμενον ἐντύνασθαι, ἵν᾽ οἴκαδε κέρδος ἄρηαι,
ὥς περ ἐμός τε πατὴρ καὶ σός, μέγα νήπιε Πέρση,
πλωίζεσκ᾽ ἐν νηυσί, βίου κεχρημένος ἐσθλοῦ·
635 ὅς ποτε καὶ τύιδ᾽ ἦλθε πολὺν διὰ πόντον ἀνύσσας,
Κύμην Αἰολίδα προλιπὼν ἐν νηὶ μελαίνῃ,
οὐκ ἄφενος φεύγων οὐδὲ πλοῦτόν τε καὶ ὄλβον,
ἀλλὰ κακὴν πενίην, τὴν Ζεὺς ἄνδρεσσι δίδωσιν.
νάσσατο δ᾽ ἄγχ᾽ Ἑλικῶνος ὀιζυρῇ ἐνὶ κώμῃ,
640 Ἄσκρῃ, χεῖμα κακῇ, θέρει ἀργαλέῃ, οὐδέ ποτ᾽ ἐσθλῇ.
τύνη δ᾽, ὦ Πέρση, ἔργων μεμνημένος εἶναι
ὡραίων πάντων, περὶ ναυτιλίης δὲ μάλιστα.

***
Αν τώρα σε πιάσει ο πόθος για την τρικυμιώδη ναυτιλία:
όταν οι Πλειάδες, τον ισχυρό και δυνατό Ωρίωνα
620 για να ξεφύγουν, στο νεφελώδη πόντο πέφτουν,
τότε μανιάζουνε πνοές ανέμων κάθε είδους.
Μην έχεις τότε πια το πλοίο σου στο κρασάτο πέλαγος,
μα δούλευε τη γη κι έχε στο νου σου όσα σου παραγγέλλω.
Τράβα το πλοίο στη στεριά κι ασφάλισέ το με λιθάρια
ολόγυρα, να συγκρατούν αυτά το μένος των ανέμων που υγρά φυσούν,
αφού τον πίρο βγάλεις, για να μη σαπίσει η βροχή του Δία το πλοίο.
Κι όλα τα ξάρτια τακτοποιημένα στο σπίτι σου μέσα απόθεσε,
αφού μαζέψεις μ᾽ ευκοσμία τα φτερά του ποντοπόρου πλοίου.
Και το καλοφτιαγμένο το πηδάλιο κρέμασ᾽ το πάνω απ᾽ τον καπνό.
630 Κι εσύ ο ίδιος περίμενε την εποχή του πλου, ωσότου να ᾽ρθει.
Τότε το πλοίο το γοργό σύρε στη θάλασσα και μέσα του
φορτίο να ετοιμάσεις όσο πρέπει, ώστε στο σπίτι σου να φέρεις κέρδος,
όπως, πολύ ανόητε Πέρση, ο πατέρας ο δικός μου και δικός σου
έπλεε στα καράβια, γιατί ᾽χε ανάγκη για ένα βιος καλό.
Αυτός μια μέρα έφτασε κι εδώ αφού διέσχισε θάλασσα πολλή,
αφού την Κύμη την αιολική άφησε πίσω του σε μαύρο πλοίο μέσα,
όχι την αφθονία προσπαθώντας να ξεφύγει, τον πλούτο και την ευτυχία,
μα την κακή τη φτώχεια, που ο Δίας στους ανθρώπους δίνει.
Και πλάι στον Ελικώνα, σε κώμη ελεεινή κατοίκησε,
640 στην Άσκρα, κακή το χειμώνα, το θέρος ανυπόφορη, ποτέ καλή.
Εσύ να θυμάσαι, Πέρση, όλα τα έργα στον καιρό τους,
και μάλιστα όταν αφορούν τη ναυτιλία.