Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Σφῆκες (1326-1363)

ΦΙ. ἄνεχε πάρεχε·
κλαύσεταί τις τῶν ὄπισθεν
ἐπακολουθούντων ἐμοί.
οἷον, εἰ μὴ ᾽ρρήσεθ᾽, ὑμᾶς,
1330 ὦ πόνηροι, ταυτῃὶ τῇ
δᾳδὶ φρυκτοὺς σκευάσω.
ΣΥΜΠΟΤΗΣ
ἦ μὴν σὺ δώσεις αὔριον τούτων δίκην
ἡμῖν ἅπασι, κεἰ σφόδρ᾽ εἶ νεανίας.
ἁθρόοι γὰρ ἥξομέν σε προσκαλούμενοι.
1335 ΦΙ. ἰὴ ἰεῦ, καλούμενοι.
ἀρχαῖά γ᾽ ὑμῶν· ἆρά γ᾽ ἴσθ᾽
ὡς οὐδ᾽ ἀκούων ἀνέχομαι
δικῶν; ἰαιβοῖ, αἰβοῖ.
τάδε μ᾽ ἀρέσκει· βάλλε κημούς.
1340 οὐκ ἄπει; ποῦ ᾽στ᾽ ἠλιαστής; ἐκποδών.
ἀνάβαινε δεῦρο, χρυσομηλολόνθιον,
τῇ χειρὶ τουδὶ λαβομένη τοῦ σχοινίου.
ἔχου· φυλάττου δ᾽, ὡς σαπρὸν τὸ σχοινίον·
ὅμως γε μέντοι τριβόμενον οὐκ ἄχθεται.
1345 ὁρᾷς ἐγώ σ᾽ ὡς δεξιῶς ὑφειλόμην
μέλλουσαν ἤδη λεσβιᾶν τοὺς ξυμπότας·
ὧν εἵνεκ᾽ ἀπόδος τῷ πέει τῳδὶ χάριν.
ἀλλ᾽ οὐκ ἀποδώσεις οὐδ᾽ ἐφιαλεῖς, οἶδ᾽ ὅτι,
ἀλλ᾽ ἐξαπατήσεις κἀγχανεῖ τούτῳ μέγα·
1350 πολλοῖς γὰρ ἤδη χἀτέροις ταῦτ᾽ ἠργάσω.
ἐὰν γένῃ δὲ μὴ κακὴ νυνὶ γυνή,
ἐγώ σ᾽, ἐπειδὰν οὑμὸς υἱὸς ἀποθάνῃ,
λυσάμενος ἕξω παλλακήν, ὦ χοιρίον.
νῦν δ᾽ οὐ κρατῶ πω τῶν ἐμαυτοῦ χρημάτων·
1355 νέος γάρ εἰμι. καὶ φυλάττομαι σφόδρα·
τὸ γὰρ ὑίδιον τηρεῖ με, κἄστι δύσκολον
κἄλλως κυμινοπριστοκαρδαμογλύφον.
ταῦτ᾽ οὖν περί μου δέδοικε μὴ διαφθαρῶ·
πατὴρ γὰρ οὐδείς ἐστιν αὐτῷ πλὴν ἐμοῦ.
1360 ὁδὶ δὲ καὐτός· ἐπὶ σὲ κἄμ᾽ ἔοικε θεῖν.
ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα στῆθι τάσδε τὰς δετὰς
λαβοῦσ᾽, ἵν᾽ αὐτὸν τωθάσω νεανικῶς,
οἵοις ποθ᾽ οὗτος ἐμὲ πρὸ τῶν μυστηρίων.

***
ΦΙΛ., τραγουδά.
Κράτησε ψηλά το φως·
οχ ας φέξει, ας φέξει, ας φέξει·
όποιος πίσω μου έρχεται,
άσκημα, άσκημα θα μπλέξει.
Γκρεμιστείτε, στην οργή,
μη με παίρνετε από πίσω·
1330 ειδεμή με το δαδί
θα σας ξεροκαβουρδίσω.
ΕΝΑΣ ΣΥΜΠΟΤΗΣ
Αύριο θα δώσεις λόγο για όλα τούτα
σ᾽ όλους εμάς, κι ας κάνεις τον καμπόσο·
μήνυση θα σου κάμουμε όλοι αντάμα.
ΦΙΛ., τραγουδώντας.
Μήνυση! Χα χα!
Βρε πού ζείτε ακόμα;
Τέτοια λέξη πια
να μην πει το στόμα·
δίκες, κάλπες, πουφ,
στην οργή να πάνε.
Χαϊδεύει την αυλητρίδα.
Νά τί θέλω εγώ,
να τί με μεθάνε.
1340 Γιά φέρτε μου έναν ένορκο. — Μπρος, δρόμο!
Οι ξένοι που τον ακολουθούσαν φεύγουν με απειλητικές χειρονομίες·
ο Φιλοκλέωνας μιλεί τώρα στην αυλητρίδα, που την παίρνει
από το χέρι και την οδηγεί προς το σπίτι του.
Εσύ έλα, χρυσομάμουνό μου, ανέβα·
πιάσου, κρατήσου απ᾽ το σκοινάκι τούτο·
ναι, πιάσου, αλλ᾽ απαλά, γιατ᾽ είναι σάπιο·
ωστόσο λίγο τρίψιμο το θέλει.
Είδες με πόση σ᾽ έκλεψα ξυπνάδα
την ώρα που έτοιμη ήσουν να χαρίσεις
τη λεσβιακή ηδονή στους χαροκόπους·
γι᾽ αυτό λοιπόν κι εσύ ευχαρίστησέ το.
Αλλά δε θα το κάμεις, βέβαιος είμαι,
θα με γελάσεις, θα με κοροϊδέψεις·
1350 σαν πόσους θα κορόιδεψες ώς τώρα!
Μα αν δείξεις καλοσύνη, θα πληρώσω
λύτρα για σε, και, ελεύθερη, χρυσό μου,
θα σ᾽ έχω φιλενάδα, σαν πεθάνει
ο γιος μου. Τώρα ακόμα δεν ορίζω
το βιος μου· ναι, είμαι νέος και με φυλάνε·
ο γιος μου δε μ᾽ αφήνει από κοντά του·
κι είναι σπαγκοραμμένος και γρινιάρης.
Φοβάται κιόλας μην παραστρατίσω·
μονάκριβο πατέρα μ᾽ έχει, βλέπεις.
1360 Μα νά τος, τρέχει, εμάς τους δυο γυρεύει.
Πιάσ᾽ το δαυλό και κάνε το άγαλμα· ίσια!
Η αυλητρίδα κάνει αυτό που της λένε.
Στο μεζέ θα τον πάρω, όπως εκείνος
εμένα, πριν να μπω στα νέα μυστήρια.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΜΗΚΩΝ

ΜΗΚΩΝ
(φυτό, παπαρούνα)
 
Σύμφωνα με τον υπομνηματιστή του Βιργιλίου (Γεωργ. 1.212), η Δήμητρα ερωτεύτηκε τον Αθηναίο Μήκωνα και τον μεταμόρφωσε σε παπαρούνα, το ιερό φυτό της θεάς. Σαν λουλούδι και παράσιτο των σιτηρών συμβόλιζε την παρουσία της Δήμητρας ανάμεσά τους. Με παπαρούνες στόλιζαν τα αγάλματα της θεάς οι συμμετέχοντες στα Ελευσίνια Μυστήρια και παπαρούνες κρατούσε στα χέρια της η θεά, όταν πήρε τη μορφή της θνητής Νικίππης*. Εκτός από τη Δήμητρα και οι γιοι του Άδη Ύπνος και Θάνατος συνδέονται με τις παπαρούνες και απεικονίζονται να τις κρατούν ή να είναι στεφανωμένος με αυτές, προφανώς λόγω των ιδιοτήτων των διαφόρων ειδών παπαρούνας που φέρνουν από ύπνο μέχρι θάνατο.
 
Ένα ερώτημα: Στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου εκτίθεται ένα μεγάλο (0.775 μ.) πήλινο ειδώλιο γυναικείας θεότητας από το ιερό στο Γάζι, που ονομάζεται από τους ερευνητές «θεά με τα υψωμένα χέρια», αλλά είναι γνωστή και ως «θεά των μηκώνων». Η θεά φορά «μακρύ ένδυμα που αποδίδεται σαν κύλινδρος, και έχει ανασηκωμένα τα δύο της χέρια σε χειρονομία που ίσως δηλώνει δέηση, χαιρετισμό ή ευλογία. Το σώμα της είναι άψυχο, χωρίς πλαστικότητα, με εξαίρεση την απόδοση του μικρού κωνικού στήθους και ενός απλού κοσμήματος στο λαιμό. Έμφαση δίνεται στο πλάσιμο του προσώπου με την έντονη απόδοση των χαρακτηριστικών, που θυμίζει προσωπείο. Στο κεφάλι της φορεί διάδημα που κοσμείται με τρία άνθη παπαρούνας, σύμβολα υγείας και ευφορίας, στα οποία οφείλεται και η συμβατική ονομασία της». Το έργο ανήκει στη μετανακτορική εποχή (Ύστερη Εποχή του Χαλκού, 1350-1100). Εύλογα τίθεται το ερώτημα για τη σχέση του ειδωλίου με τον μύθο του Μήκωνα· αν ο μύθος ήταν ήδη γνωστός στους Κρήτες ή αν ο μύθος είναι μια μεταγενέστερη κατασκευή για να αιτιολογηθεί η τελετουργική παρουσία του φυτού στις γιορτές προς τιμή της Δήμητρας. Σε κάθε περίπτωση, γνωστές ήταν οι ιδιότητες του φυτού και η σύνδεσή του με μια Μεγάλη Μητέρα Θεά, η οποία λατρευόταν με μυστηριακές τελετές, όπως μυστηριακή ήταν και η επίδραση του φυτού, που γειτνίαζε με τον θάνατο.
------------------------------
*Η Δήμητρα ως Νικίππη κρατάει παπαρούνες
 
Μα όταν η ευπρέπεια χάθηκεν από τους Τριοπίδες,
τότες ο Ερυσίχθονας βουλήθη τα χειρότερα.
Είκοσι παίρνοντας βοηθούς και όλους στην ακμή τους,
όλους τους γιγαντόκορμους, να ξεπατώσουν αρκετούς ακέρια πόλη,
μ' αυτά τα δυο τούς όπλισε: πελέκια και αξίνες,
και δράμανε μ' αναίδεια στης Δήμητρας το άλσος.
Ήταν εκεί και κάποια λεύκα δέντρο μέγα που άγγιζε τα αιθέρια
όπου και τέρπονταν τα μεσημέρια οι νύμφες.
Κι όπως πρωτοπληγώθηκεν αυτή, πόνου κραυγήν αφήνει και στις άλλες.
Η Δήμητρα αιστάνθηκε ότι πονάει το ιερό το δέντρο
κι είπε οργισμένη: «Ποιός μου κόβει τα καλά δέντρα;»
Έλαβε αμέσως της Νικίππης τη μορφή, που ιέρεια οι πολίτες
δημόσια την ορίσανε, κι αφού πήρε στα χέρια
στεφάνια, παπαρούνες και στον ώμο κρέμασε κλειδί,
είπε, να μαλακώσει τον κακό κι αναίσχυντο άντρα:
«Παιδί μου, που τα δέντρα κόβεις τ' αφιερωμένα στους θεούς,
παιδί μου ησύχασε, αγαπημένο τέκνο στους γονείς σου,
πάψε, και τους βοηθούς σου απότρεψε μην κι οργιστεί
η Δήμητρα η Σεβάσμια, τον ιερό της τόπο που ξεκάνεις».
(Καλλίμ., Ύμν. Στη Δήμητρα 6.31-49)

Ο λόγος σαν μέσο

Η Αληθινή Ζωή είναι Εμπειρία, Άμεση Επαφή με τα πράγματα, όσα υπάρχουν, όσα συμβαίνουν. Η Αντίληψη της Πραγματικότητας μπορεί να είναι απλή και καθαρή ή να εμπλουτίζεται σε ερμηνεία, με κίνδυνο όμως να παραποιήσουμε την εικόνα της πραγματικότητας. Η περιγραφή της Αλήθειας δεν είναι η Αλήθεια. Αυτό είναι ολοφάνερο.

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η σκέψη, ο λόγος (που την εκφράζει), λειτουργούν συμβολικά, είναι σύμβολα της Πραγματικότητας. Υποδεικνύουν βέβαια την Πραγματικότητα, αλλά Μένει κάποιος να Βιώσει το Μήνυμα, το περιεχόμενου του λόγου, για να λειτουργήσει ο λόγος σαν μέσο προς την Αλήθεια.

Ένα μέσο, εξορισμού, δεν είναι παρά ένα βοήθημα μετάβασης, Έχει αξία αν λειτουργεί σαν βοήθημα μετάβασης. Ο ίδιος ο λόγος δεν έχει δική του ανεξάρτητη ύπαρξη, ούτε μπορεί να σταθεί σαν Αλήθεια στην θέση της Αλήθειας, ούτε καν σαν (ιερός) λόγος, σαν κάτι αληθινό. Είναι μόνο Υπόδειξη της Αλήθειας.

Άρα, το να εγκλωβιζόμαστε σε μια αντίληψη, σε μια περιγραφή, σε μια διδασκαλία, σε ένα ιερό κείμενο (που θεωρούμε «λόγο» του Θεού), σε οποιοδήποτε κείμενο νομίζοντας και υποστηρίζοντας ότι είναι η Αλήθεια, κάνουμε ένα χονδροειδές λογικό σφάλμα. Ο λόγος δεν είναι η Αλήθεια, μιλά για την Αλήθεια. Μια Αλήθεια που οφείλουμε, που πρέπει, να Βιώσουμε, για να Είναι Αλήθεια. Πρέπει εμείς οι ίδιοι να Γίνουμε η Αλήθεια για να Κατανοήσουμε την Αλήθεια. Το να μεταχειριζόμαστε μια διδασκαλία, ένα κείμενο, όσο ιερό κι αν το θεωρούν οι άνθρωποι, για να αντλήσουμε διανοητικά επιχειρήματα και να υποστηρίξουμε μια διανοητική θέση σημαίνει ότι δεν καταλάβαμε τίποτα, ότι δεν πέρασε μέσα μας το Αληθινό Μήνυμα και το μόνο που συλλάβαμε κι έχουμε κτήμα μας είναι η διανοητική περιγραφή. Πιστεύουμε, λέμε, διακηρύττουμε αλλά δεν «κάνουμε». Αυτό είναι μια παιδιάστικη συμπεριφορά. Και δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι λειτουργούν σε αυτό το επίπεδο.

Ένα Ιερό Κείμενο, κι οι άνθρωποι έχουν, από τα αρχαία χρόνια, πολλά ιερά κείμενα, δεν αυτό καθ’ εαυτό ιερό. Αποκτά όμως αξία όταν μιλά για το Ιερό και μας Οδηγεί στο Ιερό, στην Εμπειρία του Αληθινού, όταν δηλαδή «λειτουργεί» για τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε κι όταν έχει αποτελέσματα. Με άλλα λόγια, δεν είναι το Κείμενο, αυτό που λέει το κείμενο (ο διανοητικός λόγος) που έχει αξία αλλά η Κατανόηση που αποκομίζουμε εμείς, η Εμπειρία της Αλήθειας. Τότε το κείμενο γίνεται η «σχεδία» που μας περνά από τον κόσμο της άγνοιας στην Αντίπερα Όχθη της Πραγματικότητας.

Πέρα από τις όποιες «χρήσεις» ή ερμηνείες του «ιερού λόγου», αυτό που έχει σημασία είναι το αποτέλεσμα. Αν όντως μας Οδηγεί στην Αλήθεια. Με αυτή την έννοια, βλέποντας μόνο το ουσιαστικό που είναι πέρα από τον λόγο, δεν έχουν σημασία, ούτε ερμηνείες, ούτε διαφορές, ούτε διαμάχες. Σημασία έχει να Περάσει κάποιος στην Αντίπερα Όχθη του ποταμού της άγνοιας, του χρόνου, της εξέλιξης, της τελείωσης, στην Ακτή της Γνώσης της Πραγματικότητας. Σημασία δεν έχει το τι σχήμα έχει η σχεδία ή πως είναι δεμένη (μιλάμε για την μορφοποίηση του κειμένου). Όταν Περάσεις Πέραν η σχεδία εγκαταλείπεται, είναι άχρηστη πιά γιατί ο Σκοπός έχει Επιτευχθεί. Αυτά τα είχε πει ένας Σοφός πριν 2.500 χρόνια στην γη της Ινδίας, αλλά είναι μια Αλήθεια που Ισχύει πάντα και για όλους.

Και σε τελευταία ανάλυση το δίκηο είναι με την Αλήθεια, με την Αληθινή Ζωή, με την Εμπειρία των πραγμάτων, με την άμεση επαφή με όσα υπάρχουν, όσα συμβαίνουν. Γιατί αγωνίζονται οι άνθρωποι να αναδείξουν την δική τους ερμηνεία σαν την απόλυτη αλήθεια; Γιατί οι διαμάχες μεταξύ των θρησκειών; των εκκλησιών; των σχολών; Μήπως δεν Βιώνουν την Αλήθεια, δεν Γνωρίζουν την Αλήθεια, δεν Υπερασπίζονται την Αλήθεια, αλλά προβάλλουν μονάχα τον ανθρώπινο εγωισμό τους, την μονομέρειά τους και την έλλειψη πραγματικής γνώσης; Κι όμως, το περίεργο είναι ότι όλη αυτή η υπόθεση υπηρετείται  από λαμπρά πνεύματα, από εξαίρετους διανοούμενους, από ηθικούς ανθρώπους, από ανιδιοτελείς εργάτες της ανθρωπότητας (αν και όχι πάντα) που αναλώνονται να αποδείξουν ότι μόνο το άστρο που βλέπουν αυτοί στον ουρανό είναι το μόνο πραγματικό άστρο, ή ότι μόνο ένας δρόμος (μια ακτίνα) οδηγεί από την περιφέρεια στο κέντρο του κύκλου.

Τελικά, αν είμαστε σοβαροί άνθρωποι και τίμιοι με τον εαυτό μας και τους άλλους, θα πρέπει να αποδεχτούμε την Αλήθεια που είναι Ολοφάνερη μπροστά μας, το Πραγματικό. Η Αλήθεια Είναι Εδώ, Τώρα, Μπροστά μας, σε Αυτό που Υπάρχει, σε Αυτό που Συμβαίνει. Η Αλήθεια δεν βρίσκεται μέσα στις φαντασιώσεις των ανθρώπων. Δεν κυκλοφορεί στην κοινωνία, στις αγορές της κοινωνίας, σαν τα υλικά αγαθά, ούτε διδάσκεται στα πανεπιστήμια, οι στις απόκρυφες σχολές που φτιάχνουν οι άνθρωποι (συνήθως για να ικανοποιήσουν τον εγωισμό τους να κερδίσουν δόξα και χρήματα), ούτε είναι γραμμένη στα βιβλία γιατί αυτό που μεταδίδουν τα βιβλία είναι όχι η Αλήθεια αλλά οι (ελλιπείς) γνώσεις των ανθρώπων για την Αλήθεια. Η Αλήθεια Είναι η Κατανόηση που Κατακτάμε Μέσα μας κι είναι τόσο ολοκληρωμένη όσο είναι το βάθος της Κατανόησής μας Μέσα μας είναι ο Δρόμος. Μέσα μας είναι το Τέλος του Δρόμου, Μέσα μας Είναι η Αλήθεια, όταν η Αυτογνωσία Ανθίζει και γίνεται το Αμάραντο Λουλούδι της Ανθρωπότητας.

Μην τους κάνεις τη χάρη να αλλάξεις, όσο και αν σε πολεμούν

Θέλεις να είσαι διαφορετικός; Αυτό, πονάει να ξέρεις!

Από την άλλη, τι θα σήμαινε για εσένα να είσαι ίδιος; Να είσαι ίσως κάτι που θα είναι αποδεκτό, αλλά που θα καταπιέζει τα ιδιαίτερα στοιχεία του και θα τα καταδικάζει στην αφάνεια;

Θα σε πούνε περίεργο, παράξενο και δύσκολο. Αλλά ποιος είναι ο εύκολος; Αυτός που τον κάνει ο άλλος ότι θέλει; Αυτός που του λένε και το εκτελεί με το κεφάλι κατεβασμένο; Αυτός που πραγματοποιεί τα όνειρα άλλων; Αυτός που θυσιάζει την προσωπικότητά του για τα κοινωνικά πρέπει;

Θα σε διώξουν, και θα μείνεις μόνος, ίσως πάρεις και τη ρετσινιά του αντικοινωνικού. Σε καλό δρόμο θα είσαι τότε! Η κοινωνία πάντα, τελματωμένο σε θέλει. Σε πρόγραμμα. Άρα, εσύ γίνεσαι δημιουργός, γίνεσαι ο πρωταγωνιστής του έργου σου, είσαι ο αρχιτέκτονας του μέλλοντός σου!

Ταράζεις τα νερά και δημιουργείς κυματισμούς. Τα άλλα νερά, στάσιμα είναι! Απλοί αντιγραφείς και επαναλήπτες ενός επιβεβαιωμένου μοντέλου. Εσύ, δημιουργείς νέο μοντέλο.

Θα έρθεις σε ρήξη στο τέλος αν για πολύ μείνεις διαφορετικός. Αλλά η ρήξη αυτή θα είναι και η απελευθέρωσή σου. Επειδή, τους διαφορετικούς, όταν δεν καταφέρνουν να τους λυγίσουν και να τους κάνουν ίδιους, τότε τους ακολουθούν. Βλέπεις, όλοι μοναδικοί είμαστε στο βάθος. Και όσο και αν σε πολεμήσουν, κάτι θα θυμίζεις μέσα τους από τα δικά τους, και αυτό θα είναι η γοητεία σου.

Μείνε άγρυπνος, μείνε διψασμένος. Μείνε σε αυτό που τη σκέψη σου τρελαίνει και το κορμί σου ανατριχιάζει. Μείνε με βουλωμένα αυτιά στις φωνές τους και με ανοιχτά τα μάτια στο δρόμο σου.

Μείνε εσύ!

Erich Fromm: Το τέλος μιας αυταπάτης

Η Μεγάλη Υπόσχεση της Απεριόριστης Προόδου -η υπόσχεση της κυριαρχίας επάνω στη φύση, της υλικής αφθονίας, της μέγιστης δυνατής ευτυχίας για τον μέγιστο δυνατό αριθμό ανθρώπων και της ανεμπόδιστης προσωπικής ελευθερίας- διατηρούσε τις ελπίδες και την εμπιστοσύνη των γενιών από την απαρχή ήδη της βιομηχανικής εποχής. Είναι αναμφισβήτητο πως ο ανθρώπινος πολιτισμός ξεκίνησε την ίδια στιγμή που η ανθρώπινη φυλή άρχισε να έχει κάποιον έλεγχο επάνω στη φύση, όμως αυτός ο έλεγχος παρέμεινε περιορισμένος μέχρι την έλευση της βιομηχανικής εποχής. Με τη βιομηχανική πρόοδο, από την υποκατάσταση της ζωικής και της ανθρώπινης ενέργειας πρώτα, από τη μηχανική ενέργεια στη συνέχεια, και από την πυρηνική ως την υποκατάσταση του ανθρώπινου μυαλού από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αισθανθήκαμε πως βαδίζαμε στον δρόμο της χωρίς όρια παραγωγής, άρα και της απεριόριστης κατανάλωσης, πως η τεχνολογία μας έκανε παντοδύναμους, πως η επιστήμη μας έκανε παντογνώστες. Βαδίζαμε στον δρόμο για να γίνουμε θεοί, υπέρτατα όντα τα οποία θα μπορούσαν να δημιουργήσουν έναν δεύτερο κόσμο, χρησιμοποιώντας τον φυσικό κόσμο απλώς και μόνο ως πηγή οικοδομικών υλικών για την καινούρια δημιουργία.

Οι άντρες και, με ολοένα αυξανόμενους ρυθμούς, οι γυναίκες βίωναν μια νέα αίσθηση ελευθερίας- είχαν γίνει κύριοι της ίδιας τους της ζωής: οι αλυσίδες της φεουδαρχίας είχαν σπάσει και μπορούσε ο καθένας να κάνει οτιδήποτε επιθυμούσε, ελεύθερος από κάθε είδους δεσμά. Ή, τουλάχιστον, έτσι ένιωθαν οι άνθρωποι. Και, παρά το γεγονός πως αυτό ίσχυσε μόνο για την ανώτερη και τη μεσαία τάξη, το δικό τους επίτευγμα έκανε και όλους τους άλλους να πιστεύουν πως τελικά η ελευθερία νέας μορφής θα μπορούσε να επεκταθεί σε όλα τα μέλη της κοινωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξακολουθούσε η βιομηχανοποίηση να προχωρά με τον ίδιο ταχύ ρυθμό. Ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός δεν άργησαν να μεταβληθούν από κίνημα, το οποίο στόχευε σε μια νέα κοινωνία και σε έναν νέο άνθρωπο, σε ένα άλλο κίνημα του οποίου το ιδεώδες ήταν η αστική ζωή για όλους, δηλαδή ο παγκοσμιοποιημένος αστός ως ο άντρας και η γυναίκα του μέλλοντος. Η επίτευξη πλούτου και άνεσης για όλους θεωρήθηκε πως θα έφερνε και την απεριόριστη ευτυχία σε όλους. Η τριάδα της χωρίς όρια παραγωγής, της απόλυτης ελευθερίας και της απεριόριστης ευτυχίας διαμόρφωσε τον πυρήνα μιας νέας θρησκείας. Η πρόοδος και μια καινούρια Επίγεια Πολιτεία της Προόδου ήρθαν ν’ αντικαταστήσουν την Πολιτεία του Θεού. Και καθόλου δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η καινούρια αυτή θρησκεία εφοδιάζει τους πιστούς της με ενέργεια, ζωτικότητα και ελπίδα.

Το εύρος της Μεγάλης Υπόσχεσης -τα θαυμαστά υλικά και διανοητικά επιτεύγματα της βιομηχανικής εποχής- πρέπει να μελετηθεί σε βάθος προκειμένου να κατανοήσουμε επίσης πόσο βαθύ είναι το τραύμα που προκαλεί σήμερα η συνειδητοποίηση της διάψευσής της. Καθώς η βιομηχανική εποχή πράγματι απέτυχε να εκπληρώσει τη Μεγάλη της Υπόσχεση, όλο και περισσότεροι άνθρωποι συνειδητοποιούν σήμερα τα εξής:

Η απεριόριστη ικανοποίηση όλων των επιθυμιών δεν οδηγεί σε μια καλή ποιότητα ζωής ούτε αποτελεί τον δρόμο για την ευτυχία ή έστω για τη μεγίστη δυνατή ευχαρίστηση.

Το όνειρο του να γίνουμε κύριοι της ίδιας μας της ζωής έσβησε όταν αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι είχαμε γίνει όλοι μας γρανάζια μιας γραφειοκρατικής μηχανής, με το κράτος -την εκάστοτε κυβέρνηση-, τη βιομηχανία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που ελέγχονται από αυτή, να χειραγωγούν τις σκέψεις, τα αισθήματα και τις προτιμήσεις μας.

Η οικονομική πρόοδος παρέμεινε περιορισμένη στις πλούσιες χώρες, και το χάσμα ανάμεσα στα πλούσια και στα φτωχά έθνη μεγάλωσε ακόμη περισσότερο.

Η τεχνολογική πρόοδος από μόνη της προκάλεσε οικολογικούς κινδύνους όπως και τον κίνδυνο ενός πυρηνικού πολέμου, δύο απειλές που, είτε από κοινού είτε η καθεμία μόνη της, θα μπορούσαν να βάλουν ένα τέλος σε ολόκληρο τον πολιτισμό, πιθανώς ακόμη και στην ίδια τη ζωή.

Όταν ο Άλμπερτ Σβάιτσερ πήγε στο Όσλο για να αποδεχτεί το Νόμπελ Ειρήνης (1952), κάλεσε τους ανθρώπους να «τολμήσουν ν’ αντιμετωπίσουν την κατάσταση… Ο άνθρωπος έχει γίνει ένας υπεράνθρωπος… Αλλά ο υπεράνθρωπος με την υπεράνθρωπη δύναμη δεν έχει επίσης εξυψωθεί και σε ένα επίπεδο υπεράνθρωπης λογικής. Στον βαθμό που η δύναμή του αυξάνεται, αυτός γίνεται όλο και περισσότερο φτωχός… Πρέπει να αφυπνιστεί η συνείδησή μας από το γεγονός ότι όσο περισσότερο γινόμαστε υπεράνθρωποι, άλλο τόσο γινόμαστε απάνθρωποι».

Erich Fromm, Να Έχεις ή να Είσαι;

ΠΛΑΤΩΝ: Η τιμωρία του Αρδιαίου

Στην Πολιτεία ο Πλάτων μας διηγείται έναν μύθο. Ο Ηρ, ο  γιος του Αρμένιου, από το γένος των Παμφύλων, σκοτώθηκε στον πόλεμο αλλά το σώμα του παρέμεινε απρόσβλητο από τη σήψη. Όταν θέλησαν οι επιζώντες, τη δωδέκατη μέρα έπειτα από το σκοτωμό του, να τον αποτεφρώσουν, εκεί που τον είχαν επάνω στην πυρά, αυτός ξαναγύρισε στη ζωή και άρχισε να διηγείται όσα η ψυχή του, αφού βγήκε από το σώμα του, μπόρεσε να δει στον άλλο κόσμο. Μετά το θάνατο, οι δικαστές προετοιμάζουν τις ψυχές των δικαίων να πορευθούν σ` έναν δρόμο που οδηγεί πάνω στον ουρανό και τις ψυχές των αμαρτωλών σ` ένα δρόμο που κατεβαίνει κάτω. Κάθε αδικία τιμωρείται δέκα φορές και κάθε τιμωρία διαρκεί εκατό χρόνια.

“Έλεγε μάλιστα πως μπροστά του κάποιος ρωτούσε κάποιον άλλο πού ήταν ο πολύς Αρδιαίος. Ο Αρδιαίος αυτός υπήρξε τύραννος σε μια πόλη της Παμφυλίας, πάνε χίλια χρόνια από τότε· είχε σκοτώσει τον γέροντα πατέρα του και τον μεγαλύτερο αδελφό του κι είχε διαπράξει, όπως έλεγαν, και άλλα πολλά ανοσιουργήματα. Είπε λοιπόν ότι ο άνθρωπος που ρωτήθηκε απάντησε πως «Δεν έχει έλθει ο Αρδιαίος κι ούτε πρόκειται να έλθει. Γιατί πραγματικά ήταν κι αυτό ένα από τα φοβερά πράγματα που είδαμε. Εκεί που είμαστε κοντά στο στόμιο έτοιμοι να βγούμε απάνω, και τα παθήματα μας όλα είχαν πάρει τέλος, τον είδαμε ξαφνικά αυτόν και μερικούς άλλους που οι περισσότεροί τους υπήρξαν τύραννοι· ήσαν επίσης μαζί τους και ορισμένοι ιδιώτες, από αυτούς που είχαν διαπράξει μεγάλα ανομήματα. Φαντάζονταν ότι θα ανέβαιναν πια κι αυτοί, το στόμιο όμως δεν τους δεχόταν αλλά μούγκριζε κάθε φορά που κάποιος από ‘κείνους τους έτσι αθεράπευτα αχρείους ή από όσους δεν είχαν τιμωρηθεί αρκούντως για τα κρίματά τους επιχειρούσε να βγει επάνω. Εκεί πια, είπε, άνδρες αγριωποί που φάνταζαν σαν γλώσσες φωτιάς και στέκονταν πλάι στο άνοιγμα, ακούγοντας το μουγκρητό, άλλους μεν τους έπιαναν και τους τραβούσαν, τον Αρδιαίο όμως και μερικούς άλλους, αφού τους έδεσαν χειροπόδαρα, μαζί και το κεφάλι, τους έβαλαν κατάχαμα και τους έγδαραν, έπειτα τους τράβηξαν έξω από το δρόμο, στο πλάι, σέρνοντάς τους απάνω σε ασπαλάθους, κι εξηγούσαν κάθε φορά στους περαστικούς γιατί το έκαναν αυτό και ότι τους πήγαιναν να τους ρίξουν στον Τάρταρο». Κι από τους πολλούς και κάθε λογής φόβους που ‘χαν δοκιμάσει, ο μεγαλύτερος, είπε, ήταν μήπως κι ακουγόταν εκείνο το μουγκρητό την ώρα που καθένας τους θα προσπαθούσε να βγει, κι ήταν μεγάλη η χαρά να ‘ναι το μουγκρητό σταματημένο καθώς θα ανέβαιναν επάνω. Αυτές περίπου, είπε, ήσαν οι ποινές και οι τιμωρίες, κι οι ανταμοιβές πάλι ανάλογες.”

ΠΛΑΤΩΝΟΣ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ 615c–616b

«Κρίση» στην Κοσμολογία: Οι επιστήμονες δεν μπορούν να συμφωνήσουν αν το σύμπαν είναι σφαιρικό ή επίπεδο

Δύο βαριά σύννεφα πλανιούνται πάνω από την κοσμολογία και τη σκιάζουν σε βαθμό κρίσης.

Το πρώτο έχει να κάνει με την αδυναμία των επιστημόνων να πουν με βεβαιότητα αν το σύμπαν είναι σφαιρικό (κλειστό) ή επίπεδο (ανοικτό) και το δεύτερο με το τεράστιο μπέρδεμα που επικρατεί σχετικά με την ταχύτητα επέκτασης του σύμπαντος και κατ' επέκταση με την ηλικία του.

Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, μια νέα επιστημονική μελέτη τάσσεται υπέρ της θεωρίας του σφαιρικού-κλειστού σύμπαντος, αλλά -όπως αναμενόταν- ξεσηκώθηκαν αμέσως φωνές περί της αντιθέτου άποψης, η οποία έως τώρα έχει το «πάνω χέρι».

Η νέα μελέτη των κοσμολόγων Αλεσάντρο Μαλκιόρι (Πανεπιστήμιο Σαπιέντζα Ρώμης), Ελεονόρα Ντι Βαλεντίνο (Πανεπιστήμιο Μάντσεστερ) και Τζόζεφ Σιλκ (Πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς Βαλτιμόρης), που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό αστρονομίας "Nature Astronomy", υποστηρίζει ότι το σύμπαν είναι σαν φουσκωμένο μπαλόνι.

Ο ισχυρισμός βασίζεται στην ανάλυση των πιο πρόσφατων στοιχείων της κοσμικής μικροκυματικής ακτινοβολίας υποβάθρου (CMB), που είναι η αχνή «ηχώ» της αρχικής «μεγάλης έκρηξης» δημιουργίας του σύμπαντος (Μπιγκ Μπανγκ).

Η νέα μελέτη έρχεται σε αντίθεση με την επικρατέστερη θεωρία περί επίπεδου σύμπαντος, καθώς και με μια άλλη πρόσφατη έρευνα που βασίστηκε στα ίδια περίπου στοιχεία της CMB από το δορυφόρο «Πλανκ» του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος (ESA), αλλά είχε καταλήξει σε άλλα συμπεράσματα. Αν το σύμπαν όντως καμπυλώνεται, σύμφωνα με τους τρεις κοσμολόγους, τότε η καμπύλωση είναι ήπια και ομαλή. Τελικά όμως αν κάποιος ή κάτι (π.χ. ένα φωτόνιο) κινηθεί σε ευθεία γραμμή έως στις εσχατιές του σύμπαντος, θα κάνει κύκλο και θα καταλήξει εκεί από όπου ξεκίνησε, όπως θα είχε συμβεί, αν είχε κάνει το γύρο της σφαιρικής Γης.

Η αντίπαλη θεωρία επιμένει πως το σύμπαν είναι επίπεδο, εκτείνεται χωρίς όρια προς κάθε κατεύθυνση και δεν σχηματίζει κάποιου είδους σφαίρα, συνεπώς όποιος ξεκινήσει για τα άκρα του σύμπαντος, σίγουρα δεν θα ξαναγυρίσει πίσω. Και στις δύο εκδοχές το σύμπαν επεκτείνεται, αλλά στην περίπτωση του σφαιρικού σύμπαντος το «μπαλόνι» φουσκώνει συνεχώς, οπότε κάθε σημείο πάνω στην επιφάνεια του απομακρύνεται από όλα τα άλλα.

Η έως τώρα επικράτηση του επίπεδου σύμπαντος βασίζεται στο μοντέλο του πληθωρισμικού σύμπαντος, το οποίο -υποτίθεται ότι- κατά το πρώτο απειροελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου μετά τη γέννηση του γνώρισε μια απίστευτη εκθετική επέκταση. Η φυσική αυτής της τρομερά γρήγορης επέκτασης «δείχνει» προς ένα επίπεδο ανοικτό σύμπαν.

Οι τρεις κοσμολόγοι, μέλη της επιστημονικής κοινοπραξίας Planck, διατείνονται στο "Nature Astronomy" ότι οι υπολογισμοί τους πάνω στην μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου δείχνουν αντίθετα -αν και όχι με βεβαιότητα, όπως παραδέχονται- προς ένα καμπυλωμένο κλειστό σύμπαν. Όπως υποστηρίζουν, σύμφωνα με το New Scientist, το σύμπαν είναι 41 φορές πιθανότερο να είναι κλειστό παρά επίπεδο.

Όμως οι κοσμολόγοι του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ Γιώργος Ευσταθίου και Στίβεν Γκράτον, επίσης ερευνητές της ομάδας Planck, σε προδημοσίευση τους στις αρχές Οκτωβρίου στη βάση δεδομένων arXiv, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα στοιχεία του «Πλανκ» από τον απόηχο του «Μπιγκ Μπανγκ» μάλλον παραπέμπουν σε ένα επίπεδο σύμπαν, κάτι με το οποίο συμφωνεί ο κοσμολόγος Αντρέι Λίντε του Πανεπιστημίου Στάνφορντ της Καλιφόρνια, πρωτοπόρος της θεωρίας του κοσμολογικού πληθωρισμού.

Η δεύτερη κοσμολογική κρίση

Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, η πρώτη ένδειξη ότι το σύμπαν επεκτείνεται, υπήρξε στη δεκαετία του 1920, όταν ο Αμερικανός αστρονόμος Έντουιν Χαμπλ (που έδωσε το όνομα του στο ομώνυμο διαστημικό τηλεσκόπιο και στην ομώνυμη Σταθερά γνωστή και ως Η0) παρατήρησε ότι οι γαλαξίες απομακρύνονται από τη Γη πιο γρήγορα, όσο μακρύτερα από αυτήν βρίσκονται. Ανάλογες ανεξάρτητες παρατηρήσεις είχε κάνει και ο Ευρωπαίος αστροφυσικός Ζορζ Λεμέτρ. Οι δύο πρωτοπόροι της κοσμολογίας είχαν κάνει ένα πρώτο υπολογισμό της ταχύτητας επέκτασης του σύμπαντος περίπου στα 500 km/s/Mpc (αυτό σημαίνει ότι ένας γαλαξίας σε απόσταση ενός μεγαπαρσέκ ή 3,26 εκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη απομακρύνεται από αυτήν με ταχύτητα 500 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο).

Έκτοτε οι επιστήμονες μείωσαν κατά πολύ αυτό τον αριθμό, αλλά αδυνατούν να συμφωνήσουν στο πόσο γρήγορη είναι η επέκταση. Δύο κυρίως αριθμοί έχουν προκύψει. Ο ένας (περίπου 74 km/s/Mpc) βασίζεται στη χρήση του τηλεσκοπίου Hubble για να μετρηθούν οι αποστάσεις -και πώς αυτές μεταβάλλονται- μεταξύ της Γης και μερικών πολύ φωτεινών άστρων (υπερκαινοφανών ή σούπερ-νόβα). Ο δεύτερος μικρότερος αριθμός (περίπου 67 km/s/Mpc) προκύπτει από τα δεδομένα του ευρωπαϊκού επιστημονικού δορυφόρου Planck σχετικά με τις διαφορές θερμοκρασίας στην ακτινοβολία CMB.

Τον Οκτώβριο αστρονόμοι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια παρουσίασαν στοιχεία ότι το σύμπαν επεκτείνεται πιο γρήγορα από ό,τι προβλέπει η κυρίαρχη θεωρία. Η νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Monthly Notices" της Βασιλικής Αστρονομικής Εταιρείας της Βρετανίας, ρίχνει λάδι στη φωτιά μιας χρόνιας επιστημονικής διαμάχης, καθώς οι επιστήμονες έχουν στα χέρια τους ολοένα περισσότερες διαφορετικές εκτιμήσεις για το ρυθμό διαστολής του σύμπαντος (τη λεγόμενη «σταθερά του Χαμπλ») και δεν μπορούν να αποφασίσουν ποιος είναι ο σωστός.

Είχε προηγηθεί το Σεπτέμβριο άλλη μια διεθνής μελέτη, με επικεφαλής το γερμανικό Ινστιτούτο Αστροφυσικής Μαξ Πλανκ, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Science" και είχε χρησιμοποιήσει μια νέα τεχνική (δύο γαλαξίες ως βαρυτικούς φακούς για να υπολογίσει τις αποστάσεις εκατοντάδων σούπερ-νόβα), καταλήγοντας σε υψηλότερη τιμή για τη Σταθερά Χαμπλ (82,4+/-8,4 km/s/Mpc). Στη συνέχεια, οι ίδιοι επιστήμονες ανακοίνωσαν ότι, λαμβάνοντας υπόψη τους και άλλα δεδομένα, κατέληξαν σε ένα μικρότερο ρυθμό επέκτασης (73,3+/-1,8 km/s/Mpc).

Η αβέβαιη ηλικία του σύμπαντος

Σύμφωνα με το «στάνταρντ» κοσμολογικό μοντέλο, το σύμπαν επεκτεινόταν πολύ γρήγορα στην αρχή της ιστορίας του, μετά επιβραδύνθηκε λόγω του «φρένου» (βαρυτικής έλξης) της σκοτεινής ύλης και σήμερα η επέκταση του έχει ξανά επιταχυνθεί εξαιτίας της άλλης μυστηριώδους δύναμης, της σκοτεινής ενέργειας. Όμως, ανάλογα με την τεχνική υπολογισμού, αλλάζει και η εκτιμώμενη ταχύτητα επέκτασης του σύμπαντος, κάτι που κανονικά δεν θα έπρεπε να συμβαίνει.

Μια σημαντική «παρενέργεια» είναι ότι όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα επέκτασης του σύμπαντος, τόσο μικρότερη γίνεται η ηλικία του. Σήμερα κυριαρχεί η εκτίμηση ότι το σύμπαν έχει ηλικία 13,7 δισεκατομμυρίων ετών (με βάση μια Σταθερά Χαμπλ γύρω στα 70 km/s/Mpc που είχε υπολογιστεί το 2000). Όμως, αν η ταχύτητα επέκτασης του είναι μεγαλύτερη (γύρω στα 82 km/s/Mpc), τότε το σύμπαν έχει ηλικία τουλάχιστον δύο δισεκατομμύρια χρόνια μικρότερη (γύρω στα 11,4 δισεκατομμύρια χρόνια).

Όλη αυτή η αβεβαιότητα, λένε ολοένα περισσότεροι επιστήμονες, σημαίνει ότι το κυρίαρχο κοσμολογικό μοντέλο πρέπει να αλλάξει. Όπως δήλωσε ο καθηγητής φυσικής Chris Fassnacht του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, «η κρίση στην κοσμολογία οφείλεται στο ότι ενώ η Σταθερά του Χαμπλ είναι σταθερή οπουδήποτε στο διάστημα σε μια δεδομένη στιγμή, δεν είναι σταθερή στο χρόνο. Έτσι, όταν συγκρίνουμε τις Σταθερές του Χαμπλ που προκύπτουν από τις διαφορετικές μεθόδους, συγκρίνουμε το πρώιμο σύμπαν όταν κάνουμε μακρινές παρατηρήσεις, με το ύστερο πιο σύγχρονο μέρος του σύμπαντος, όταν χρησιμοποιούμε τοπικές και γειτονικές παρατηρήσεις».

Τα Παιδιά της Αβεβαιότητας

«Στους νέους πρέπει να διδάσκουμε μόνο το κα­λό· το κακό το μαθαίνουν μόνοι τους»
 
Το παιδί μέτρον πάντων χρημάτων όχι το χρήμα μέτρο για την αξία των παιδιών.
 
Έχει καθιερωθεί Έτος του Περιβάλλοντος, Έτος της Γυναίκας, Έτος του Παιδιού, σαν ένα είδος μνημόσυνου για ό,τι καταστρέφεται, υποτιμάται, κακοποιείται καθη­μερινά από τον άνθρωπο. Ίσως η λέξη μνημόσυνο ηχεί περίεργα ως συνοδευτικό της λέξης «παιδί», εφόσον την έχουμε συνηθίσει ν’ αναφέρεται σε πρόσωπα που έχουν χαθεί· όμως και το παιδί έχει χαθεί από το θεσμό της οι­κογένειας, τουλάχιστον με την έννοια που είχε ο όρος πριν από μερικά χρόνια.
 
Σήμερα τα πάντα συνδέονται με την μόρφωση. Απαι­τούνται πιστοποιητικά σπουδών και για την πιο ασήμα­ντη κοινωνική λειτουργία. Για το μόνο που δεν ζητείται κανένα μορφωτικό εφόδιο είναι η υψηλότερη λειτουργία της ζωής: να κάνεις παιδιά και ν’ ανατρέφεις παιδιά. Αν ζούσε στις μέρες μας η μεγάλη παιδαγωγός Μαρία Μοντεσόρι, ίσως να μην ασχολούνταν πια με την ψυχολογία και την διαπαιδαγώγηση των παιδιών αλλά των γονιών. Το αίτημα για επαναδιαπαιδαγώγηση των γονιών και το σύνθημα «οι γονείς στα θρανία» επαναλαμβάνονται διαρκώς.
 
Γιατί στην εποχή των μεγάλων πνευματικών επιτευγμάτων παρατηρείται -όχι σπάνια δυστυχώς- παντελής άγνοια σ’ ό,τι αφορά στην ανατροφή των παι­διών. Κάποτε οι γονείς ήταν αγράμματοι αλλά τα παιδιά μεγάλωναν κοντά στην φύση, που ήταν η καλύτερη τροφός. Επιπλέον, οι παραδοσιακές κοινωνίες μαζί με τ’ άλλα, που μεταβίβαζαν στις νεότερες γενιές, ήταν και κάποιοι τρόποι ανατροφής των παιδιών. Μπορεί σήμερα αυτοί οι τρόποι να θεωρούνται ξεπερασμένοι, όμως η χθεσινή μάνα ήξερε, σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής της, να λειτουργεί ως Μάνα και όχι σαν μάνα.
 
Το ν’ ανατρέφεις παιδιά δεν είναι κάποιες γνώσεις, που μπορεί να πάρει κανείς από κάποιο βιβλίο. Είναι κάτι περισσότερο από γνώση· είναι ΤΕΧΝΗ. Ένας αξιόλο­γος παιδαγωγός έλεγε: «Πριν αποκτήσω παιδιά ήξερα είκοσι τρόπους ανατροφής παιδιών. Τώρα που απέκτησα δικά μου παιδιά, δεν ξέρω κανέναν». Κάθε παιδί είναι μια ξεχωριστή περίπτωση και θέλει έναν ιδιαίτερο τρόπο ανατροφής. Γι’ αυτό δεν ευδοκιμεί άλλωστε η μοντέρνα αγωγή που θυμίζει τρόπο εκτροφής κονίκλων (= κουνε­λιών). Αυτή την τέχνη την κατακτά ο γονιός, παίρνοντας τις απαραίτητες γνώσεις που του προσφέρουν αφειδώς οι επιστήμες, που ασχολούνται με το παιδί και τα προβλή­ματά του, αλλά πρωτίστως μέσα από την απέραντη αγάπη που πρέπει να έχει για το παιδί του, αγάπη που εκδηλώνεται με την στοργή, την τρυφερότητα και πρωτί­στως με τον σεβασμό προς την παιδική προσωπικότητα.
 
Όλ’ αυτά, όμως, προϋποθέτουν ένα σφριγηλό θεσμό, την οικογένεια. Για να δώσει η οικογένεια ολοκληρωμένα παιδιά, πρέπει ν’ απαρτίζεται από ολοκληρωμένους συ­ζύγους. Σήμερα, όταν μιλάμε για ολοκληρωμένες συζυγι­κές σχέσεις, εννοούμε πρωτίστως τις σεξουαλικές σχέσεις και αγνοούμε την παράμετρο που λέγεται «ανατροφή παιδιού».
 
Στο Γ’ επεισόδιο του «Οιδίποδα Τυράννου» ο Κορίν­θιος άγγελος αποκαλεί την Ιοκάστη «ολοκληρωμένη σύ­ζυγο» του Οιδίποδα, γιατί είχε αποκτήσει μαζί του παι­διά. Αλλά και ο Αριστοτέλης ορίζει την οικογένεια ως πρώτη κοινωνική ομάδα, που σχηματίζεται από την σύ­ζευξη του άνδρα με την γυναίκα και την γέννηση παιδιών. Το παιδί, επομένως, αποτελεί θεμελιακό στοιχείο για την ολοκλήρωση του θεσμού της οικογένειας. Πώς, όμως, η οικογένεια αντιμετωπίζει το παιδί; Κάποτε, στο παρελθόν, το παιδί ήταν υποχρεωμένο να υποστεί μια αυταρ­χική αγωγή, ν’ ανεχθεί μέσα στο σπίτι την κυριαρχία του πατέρα-αφέντη κι από πολύ μικρή ηλικία —τουλάχιστο στα λαϊκά στρώματα— να βγει και να «ψηθεί» μέσα στο καμίνι της βιοπάλης.
 
Σήμερα τα πράγματα έχουν «βελτιωθεί». Το παιδί σχεδόν ως τα 18 θεωρείται «μικρό», άρα ακατάλληλο για πρωτοβουλίες και αποφάσεις. Συχνά αντιμετωπίζεται σαν διακοσμητικό αντικείμενο. Δεν είναι λίγες οι γυναί­κες που επιθυμούν ν’ αποκτήσουν ένα κοριτσάκι (η τρα­γωδία αρχίζει όταν αποκτήσουν αγοράκι), για να το ντύνουν όμορφα, να το χτενίζουν, να το στολίζουν με κορδελίτσες. Μιλάνε γι’ αυτό, όπως θα μιλούσε κάποιος για το καινούργιο του σπίτι, που αποφασίζει να το δια­κοσμήσει σύμφωνα με το προσωπικό του γούστο. Άλλοι, πάλι, μιλάνε για το παιδί τους, που πέρασε στο πανεπι­στήμιο, όπως μιλάει κανείς για το σκυλί του που έμαθε να υπακούει στις εντολές «κάτσε κάτω» ή «δώσε το χέρι σου»· μια τάση για επίδειξη που μάλλον γελοιοποιεί το παιδί παρά κινεί το θαυμασμό των άλλων.
 
Έτσι το παιδί, περνώντας από αυτό το στάδιο, όπου δεν βρίσκει την ανταπόκριση που ζητά από την οικογέ­νειά του, κλείνεται στον εαυτό του, σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από το ρόλο της «βιτρίνας». Μέσα, όμως, στο προσωπικό τείχος, που υψώνει ανάμεσα στον εαυτό του και στην οικογένειά του, κλείνει τους φόβους, τις ανα­σφάλειες και τις αποτυχίες, που γίνονται ιδιαίτερα έντο­νες στην περίοδο της εφηβείας. Ύστερ’ από αυτά δεν είναι καθόλου αξιοπερίεργο, αν το παιδί πάρει το δρόμο της φυγής, το δρόμο της αυτοκτονίας, γρήγορης ή αργής. Φτάνοντας στο σημείο αυτό έχει γίνει θύμα ενός αψυχο­λόγητου, συχνά άγνωστου πολέμου, που θύματα και θύ­τες είναι ταυτόχρονα και οι γονείς και τα παιδιά. Γιατί πρώτα οι γονείς «σκοτώνουν» τα παιδιά με την συμπερι­φορά τους και μετά έρχεται η σειρά των παιδιών με την δική τους συμπεριφορά να «σκοτώσουν» τους γο­νείς τους.
 
Αναφερθήκαμε σε προηγούμενο κείμενο σε μια ειδε­χθή μορφή «αξιοποίησης» των παιδιών: την πώληση, την εμπορία βρεφών. Όμως, πώληση είναι και το να βγά­ζουμε ένα παιδί στη βιοπάλη (ή στην ζητιανιά) σε μια ηλι­κία, που θα ‘πρεπε κανονικά να τρέχει πίσω από τα παι­διά της ηλικίας του, παίζοντας «κυνηγητό». Πώληση εί­ναι κι αυτό που γίνεται σε κάποιες χώρες: να βάζουν στο χέρι των παιδιών ένα όπλο και να τα στέλνουν να πολε­μήσουν σε μια ηλικία που δεν είναι σε θέση να κατανοή­σουν ποιον πολεμούν ή γιατί πολεμούν.
 
Δεχόμαστε, βέβαια, ότι είναι η ανάγκη που υποχρεώ­νει τ’ ανήλικα παιδιά να εργαστούν για να στηρίξουν οι­κονομικά την οικογένειά τους. Ξέρουμε, όμως, ότι στις περισσότερες περιπτώσεις πίσω από τα παιδιά αυτά κρύβονται αλκοολικοί, χαρτοπαίκτες ή γενικότερα διε­φθαρμένοι γονείς. Κατανοούμε ακόμη και την σημασία του πολέμου για τους λαούς που αδικούνται. Για ένα μι­κρό Κουρδάκι είναι ζήτημα επιβίωσης να μάθει να κρα­τάει όπλο από το να παίζει μ’ ένα αρκουδάκι. Δεν παύει, όμως, να είναι θλιβερό το να έρχονται τα παιδιά σ’ επαφή με το αίμα και τον θάνατο στην πιο τρυφερή και αθώα περίοδο της ζωής τους. Κι είναι στίγμα για τον πο­λυθρύλητο πολιτισμό του αιώνα μας να εθίζονται τα παι­διά του Τρίτου Κόσμου στο αίμα, όταν στα παιδιά του δικού μας κόσμου με το σήμα «Ακατάλληλον» απαγο­ρεύεται να βλέπουν ακόμη και στην οθόνη αίμα, μολονότι είναι γνωστό ότι το αίμα αυτό είναι τοματόζουμο!
 
Αυτό το γεγονός είναι αρκετό για να δείξει το στίγμα μιας κοινωνίας, στην οποία έρχεται να ενταχθεί το παιδί. Σε μια κοινωνία που τα πουλάει όλα και τ’ αγοράζει όλα. Ακόμη και τα παιδιά. Πρόσφατα διαβάσαμε στον τύπο για μια «καινοτομία», που πρόκειται ν’ ανοίξει καινούρ­γιους ορίζοντες στην «οικογενειακή» μας ζωή. Στις Η.Π.Α. δυο διαφημιστές είχαν τη φαεινή ιδέα ν’ αντικα­ταστήσουν το παιδί μ’ ένα βίντεο κ.λπ. Το ονόμασαν «βίντεο μπέιμπυ» και κατά την γνώμη τους προσφέρει όλες τις χαρές ενός μικρού παιδιού, χωρίς τα προβλή­ματα που θα δημιουργούσε ένα παιδί με σάρκα και οστά. Οι δυο ρηξικέλευθοι Αμερικανοί επιχειρηματίες έχουν στο ενεργητικό τους και το «βίντεο-σκύλος» και το «βίντεο-γάτα», για όσους θα ήθελαν κάποιο κατοικίδιο ζώο, χωρίς τα προβλήματά του. Κατά την γνώμη τους, και τα μικρά παιδιά υπάγονται στα κατοικίδια ζώα.
 
Ίσως κάποιος οικονομικός εγκέφαλος να έβρισκε ότι κάτι τέτοιο είναι μια συμφέρουσα οικονομική ιδέα. Στην εποχή μας δεν απέχουμε και πολύ από αυτό, εφόσον πολλές γυναίκες αρνούνται να θηλάσουν τα παιδιά τους και οι βρεφονηπιακοί σταθμοί βρίσκονται σε πρώτη ζή­τηση. Ίσως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η γυναίκα δεν είναι αποκλειστικά μητέρα και νοικοκυρά αλλά, μαζί μ’ αυτά, είναι μια εκτός οικίας εργαζόμενη γυναίκα. Κι όμως αρκετές φορές ο συνδυασμός αυτός είναι επιτυ­χημένος.
 
Υπάρχει, όμως, και η άλλη άκρη: η φορτική αγάπη, που χαρακτηρίζει πολλές οικογένειες στην Ελλάδα, μια αγάπη που παίρνει την μορφή υπερπροστασίας. Η πρώτη λέξη που μαθαίνει το παιδί, μετά από τις προσφωνήσεις «μαμά» και «μπαμπά», είναι το απαγορευτικό «μη». Κάποιοι γονείς αγνοούν ότι το παιδί θα μάθει να προστα­τεύεται από το κακό, όχι όταν του κλείνουν τα μάτια και του βουλώνουν τ’ αυτιά στο κάλεσμα του κακού αλλ’ όταν το βάλουν αντιμέτωπο σ’ αυτό. Το κακό δεν αντι­μετωπίζεται με την άγνοια αλλά με την γνώση. Η άγνοια του παιδιού μεταφέρει όλη την ευθύνη για την λήψη των αποφάσεων στους γονείς, που χαράζουν αυτοί πια την ευθεία του «σωστού δρόμου».
 
Έτσι όμως φορτώνουν το παιδί με μια σειρά καταναγκαστικά «πρέπει» που αντα­νακλούν τις δικές τους προσδοκίες και τα όνειρα, που δεν κατάφεραν να πραγματοποιήσουν: το παιδί πρέπει να μάθει γλώσσες -είναι ο καημός του πατέρα που δεν μπόρεσε να μάθει ο ίδιος- πρέπει να μάθει πιάνο- η μητέρα έχει ακόμη το παράπονο ότι η ίδια δεν μπόρεσε ν’ αξιοποιήσει το μουσικό της ταλέντο- να είναι πάντα καλός μαθητής, με την έννοια να παίρνει μεγάλους βαθ­μούς. Έτσι το παιδί γίνεται δοχείο υποδοχής των απω­θημένων φιλοδοξιών ή κρυφών βλέψεων των γονιών του. Ο πατέρας το φαντάζεται σαν άξιο συνεχιστή του έργου του ή το φαντάζεται να διαπρέπει στο επάγγελμα, που αυτός είχε κάποτε διαλέξει για τον εαυτό του, αλλά δεν κατάφερε να το ασκήσει, γιατί ο δικός του πατέρας είχε αποφασίσει άλλα γι’ αυτόν. Το τελευταίο αυτό το ξεχνά στην περίπτωση του δικού του παιδιού.
 
Ο Ρουσσώ στο έργο του «Αιμίλιος» γράφει ότι το παιδί δεν πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται σαν μικρογραφία των μεγάλων, γιατί έχει τον δικό του κόσμο και την δική του ψυχολογία. Δεν πρέπει να φορτώνεται με τις συμβα­τικότητες της ζωής της «πολιτισμένης» κοινωνίας αλλ’ αντίθετα να ενθαρρύνεται θετικά για να εκφράζεται με το δικό του τρόπο. Εμείς θα προσθέσουμε ακόμη -παίρνοντας υπόψη τα σημεία των καιρών- ότι όλα τα παιδιά πρέπει να νιώσουν την οικογενειακή θαλπωρή.
 
Δυστυ­χώς ο καύσωνας του χυδαίου υλισμού έχει μαράνει και το τελευταίο άνθος συναισθήματος. Πάνω απ’ όλα τα μέτρα έχει τεθεί το χρήμα. Έχουμε συνηθίσει να μετράμε τα πάντα με αριθμούς, ακόμη κι αν πρόκειται για αν­θρώπινη ύπαρξη. Για να ξεπεραστεί αυτό που ονομά­ζουμε κρίση της οικογένειας, για να διαψευστούν κά­ποιοι «προφήτες» που προβλέπουν την διάλυσή της -που σημαίνει διάλυση των πάντων- πρέπει ν’ αλλάξουμε ζωή: Το παιδί να γίνει μέτρο πάντων «χρημάτων» για να μην δημιουργούμε κοινωνίες κριμάτων και τραυμάτων.

Ο σύγχρονος κόσμος είναι υποκριτικός.
 
Οι γιατροί δίνουν μεγάλη σημασία στο «ιστορικό» του ασθενή, για να κάνουν σωστή διάγνωση. Άρα και για την «διάγνωση» της προσωπικότητας ενός ανθρώπου πρέπει ν’ ανατρέξουμε στο «ιστορικό» της παιδικής του ηλικίας. Η ψυχολογία διδάσκει ότι ο χαρακτήρας και οι αντιδράσεις του ανθρώπου καθορίζονται από τα ερεθί­σματα της νηπιακής ηλικίας. Αυτό δείχνει πόσο τα παι­δικά χρόνια καθορίζουν σημαντικά την εξέλιξη του αν­θρώπου.
 
Τα τελευταία χρόνια επίσημοι και ανεπίσημοι φορείς δείχνουν να έχουν αντιληφθεί τα παραπάνω και ανα­πτύσσουν μια πλούσια δραστηριότητα για το παιδί χωρίς αυτό να σημαίνει πως έχουν κάνει πλουσιότερο συναι­σθηματικά το παιδί. Συγκεκριμένα, το 1979 είχε ανακη­ρυχθεί «Έτος Παιδιού». Παρ’ όλα αυτά «η Αυτού Μεγαλειότης το Παιδί» οδηγείται συχνά σαν ένας δεύτερος Λουδοβίκος 16ος στην γκιλοτίνα. Ο ξυλοδαρμός δεν έχει παύσει να είναι «θεσμός». Μπορεί το ξύλο να βγήκε από τον παράδεισο άλλ’ αυτό δεν είναι λόγος να στείλουμε το παιδί στον παράδεισο.
 
Παντού κυ­ριαρχεί το σύνθημα «τα πάντα για το παιδί». Όλα γίνο­νται για το παιδί αλλά χωρίς το παιδί. Η σωστή αντιμε­τώπιση του παιδιού είναι εύκολο να λέγεται, δύσκολο όμως να γίνεται και να δίνεται. Η κοινωνία αντιμετωπί­ζει το παιδί σαν μικρό άγνωστο. Κι οι γονείς είναι για το παιδί οι «αγαπημένοι γνωστοί άγνωστοι». Το παιδί στο σύγχρονο κόσμο ή καλύτερα στην σύγχρονη μοναξιά είναι μοναχό του. Του λείπει η σιγουριά. Θα ήταν σωστότερο, λοιπόν, αυτά που ονομάζουμε χαϊδεμένα παιδιά να τα λέγαμε «παιδιά της αβεβαιότητας».
 
Σε μια πρόσφατη έκθεση παιδικής ζωγραφικής τα παιδιά είχαν ζωγραφίσει τα σπίτια χωρίς πόρτες και πα­ράθυρα. Το μήνυμα είναι σαφές: Το σπίτι λειτουργεί σαν φυλακή. Το αδιαμόρφωτο συναισθηματικά παιδί ζει σε πολιτείες που δεν αναπνέουν, γιατί τις έπνιξε ο ζήλος των οικοπεδοφάγων και των εργολάβων. Η σύγχρονη οι­κιστική το συνθλίβει ψυχικά, εγκλωβίζει την ζωτικότητα και υπονομεύει την καλαισθησία του. Απροσάρμοστο στο άξενο περιβάλλον των πόλεων, αποδέχεται στα­διακά το καθεστώς της οικιστικής ασχήμιας και υποδου­λώνεται στην γεωμετρημένη σκλαβιά του διαμερίσματος.
 
Η πολυκατοικία είναι ένα στατικό συγκρότημα, νε­κρή κατασκευή, έκφραση ψυχρής αριθμητικής· όχι ευαι­σθησίας. Δεν επιτρέπει ατμόσφαιρα οικειότητας, ασφά­λειας, συνέχειας, ζεστασιάς. Δεν επιτρέπει αναμνήσεις. Η περιοδική στάθμευση αρνείται συναισθηματικούς δε­σμούς και σκοτώνει κάθε ικμάδα τρυφερότητας για το σπίτι, που τελικά αποτελεί κέντρο διερχομένων. Το παι­χνίδι, η κίνηση, η ελεύθερη δραστηριότητα είναι απαγο­ρευμένα και το ανήσυχο παιδικό βλέμμα δεν μπορεί να βρει ορίζοντες πέρα από τους τέσσερις εχθρικούς τοίχους που το περικυκλώνουν. Αυτή η «μοντέρνα» οικιστική διαμορφώνει ανθρώπους όχι μόνο χωρίς επικοινωνία, χωρίς αίσθηση του ωραίου, χωρίς ελεύθερα ανεπτυγμένη σκέψη, χωρίς ευαισθησία αλλά και χωρίς παιδική ηλικία.
 
Μια από τις πρώτες συμβουλές που δέχεται το παιδί είναι το «μην ανοίγεις την πόρτα» και «μην μιλάς σε αγνώστους». Έτσι για λόγους ασφαλείας καλλιεργείται στο παιδί το πλέγμα της καχυποψίας. Τα απανωτά «μη» το κάνουν να αισθάνεται πως είναι συνεχώς «outoforder» (= εκτός σειράς, εξαίρεση). Κινείται μέσα σ’ έναν κόσμο που ζει σε κατάσταση συναγερμού, που προσέχει τα νώτα του και συνεχώς ετοιμάζεται ν’ αμυνθεί, ν’ αντι­μετωπίσει τον αιφνιδιασμό· σ’ έναν κόσμο που δεν ευ­νοεί το πλάσιμο του παραμυθιού. Η «χώρα των Θαυμά­των» είναι σήμερα άγνωστη για το παιδί, που ακούει πα­ραμύθια από κασέτες και που βίαια αποκόπτεται από τον ευαίσθητο και άδολο κόσμο του, για να προσαρμο­στεί στην πραγματικότητα της βίας, που αναπτύσσουν μέσα του την φοβία και την καχυποψία.
 
Ένα από τα σημαντικότερα μέσα για το σωστό εκκοινωνισμό του παιδιού είναι το σχολείο, που σήμερα τουλάχιστο λειτουργεί ως προγυμναστήριο ημιμαθών και κυρίως απαθών ατόμων. Η παρεχόμενη σήμερα παιδεία άλλο είναι, άλλο δείχνει ότι είναι κι άλλο θέλει. Το παιδί αποτελεί γι’ αυτή ένα «κτήμα» που πρέπει να χω­ριστεί, ένα κομπιούτερ, που πρέπει να προγραμματιστεί. Από τα πρώτα του χρόνια εγκλωβίζεται μέσα σε συ­μπαγή και αμετακίνητα «δεδομένα», αγωνίζεται και αγωνιά ν’ αποκτήσει το σχήμα που θέλουν οι άλλοι ν’ αποκτήσει. Ο σύγχρονος κόσμος ακολουθώντας την «αρχή της αδράνειας» προετοιμάζει μέσω του σχολείου άτομα, που να είναι «ικανά» να μην τον αλλάξουν.
 
Πέρ’ από αυτό το σχολείο καλλιεργεί το βαθμολογικό πρωταθλητισμό, προωθώντας μιαν αντίληψη ότι δικαιώ­ματα στην ζωή έχουν μόνον οι «άριστοι». Οι διαγωνισμοί έχουν γίνει αμείλικτοι ανταγωνισμοί. Ένα δεκαπεντάχρoνο παιδί αυτοκτόνησε πρόσφατα, γιατί πήρε μικρούς βαθμούς στο πρώτο τρίμηνο. Ήθελε να είναι κι αυτό άριστο· δεν το μπόρεσε κι απέρριψε τον εαυτό του. Όμως οι χαμηλοί βαθμοί του νεαρού αυτόχειρα βαθμολο­γούν την ευαισθησία μας απέναντι στο παιδί. Η παιδεία μας αυτή την στιγμή βρίσκεται στο τιμητικό επίπεδο του «αίσχους». Θερμομετρεί με αναχρονιστικά συστήματα τις μνημονικές ικανότητες του παιδιού αλλ’ ο κόσμος της ψυχής παραμένει terra incognita (= άγνωστη γη). Τι νόημα έχει να διδάσκουμε ψυχολογία, όταν σε κανένα -υποθέτω- σχολείο δεν υπάρχει φροντίδα να σχηματι­σθεί το ψυχολογικό πορτραίτο του μαθητή;
 
Την παθητική παιδεία ακολουθεί η παθητική διασκέ­δαση.
 
Η αντιπνευματική στάση της κοινωνίας δεν ωθεί, δεν ξέρει να ωθεί το παιδί στην ψυχαγωγία του κα­λού βιβλίου, της ωραίας μουσικής, του ευγενούς θεάμα­τος. Τον ελεύθερο χρόνο απορροφά το ηλεκτρονικό παι­χνίδι, τα αποπροσανατολιστικά «κόμικς» και κυρίως η τηλεόραση. Όλα αυτά εμφυσούν στο παιδί μια νοσηρή νοοτροπία, ώστε να υιοθετεί ένθετες συμπεριφορές και να διαμορφώνει μια στάση ζωής σύμφωνη με τα μαζικά πρότυπα. Η διαφημιστική τακτική του «πάρ’ τα όλα» διαμορφώνει στο παιδί την νοοτροπία του «τα θέλω όλα». Ας προσθέσουμε ακόμη και τα φαινόμενα της οπτικής βίας, που κάνουν το σημερινό σας βλαστάρι αύριο να γίνεται αγκάθι.
 
Εξάλλου, η κρίση της οικογένειας, που αισθητοποιείται με τον προοδευτικά αυξανόμενο αριθμό διαζυγίων και άτυπων συμβιώσεων, εμποδίζει την ομαλή ανάπτυξη του παιδιού. Για πολλούς γονείς τα παιδιά είναι ένας επιπλέον λογαριασμός στα έξοδά τους. Η φροντίδα για το παιδί μοιάζει σε πολλά με τον οικοδομικό οργα­σμό που κατέστρεψε την Αθήνα. Οι γονείς προσφέρουν στο παιδί πολλά από την τσέπη τους αλλ’ ελάχιστα από την αγάπη τους και τον χρόνο τους. Άλλοι πάλι στα πλαίσια της υπερπροστασίας, που ακμάζει, προσφέρουν στο παιδί «μασημένη τροφή».
 
Όμως, η χειρότερη περίπτωση είναι άλλη: κάποιοι γο­νείς μεταφέρουν στα παιδιά τα προσωπικά τους πλέγμα­τα. Θέλουν να τα κάνουν αυτό που δεν έγιναν οι ίδιοι. Μοχθούν να προσαρμόσουν το παιδί στα σχέδια και τις φιλοδοξίες τους. Έτσι δεν του δίνουν την άνεση της προσωπικής επιλογής. Μπορεί να πάσχουν να του εξα­σφαλίσουν ένα «σίγουρο» αύριο αλλ’ αδιαφορούν για το παρόν που νοσεί. Οι σημερινοί γονείς δεν βρίσκουν το σωστό τρόπο ν’ αγαπήσουν το παιδί τους. Η προσπά­θειά τους να το εκβιάσουν να δεχθεί τα δικά τους πρό­τυπα, ν’ ανταποκριθεί στις δικές τους «μεγάλες προσδο­κίες», διαμορφώνει τελικά παιδιά χωρίς αυτόνομο «εγώ», παιδιά – ψυχικές αποικίες των γονέων.
 
Οι γονείς έχουν το «προνόμιο» να είναι μεγαλύτεροι. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να κάνουν τα παιδιά τους μεγαλύτερα· όχι μικρότερα, δηλαδή αντίγραφά τους. Κάποτε τα παιδιά θα δυσανασχετήσουν και θα επανα­στατήσουν. Αυτό ως ένα βαθμό εξηγεί και το κοινωνικό μίσος που διαποτίζει πολλούς νέους της εποχής μας. Αι­σθάνονται την ανάγκη ν’ αποτινάξουν το ζυγό της συμ­βατικότητας που τους έχει επιβληθεί. Και πρώτα στρέ­φονται κατά των γονιών τους. Η μάνα είναι αυτή που δέχεται τα πρώτα πλήγματα. «Τα παιδιά μικρά πατάνε της μάνας την κοιλιά· μεγάλα πατάνε της μάνας την καρ­διά». Ποτέ ο λόγος αυτός δεν είχε τόσο ισχύ όσο στην εποχή μας.
 
Επιπλέον, η ηθική ατμόσφαιρα σήμερα είναι εξαιρε­τικά μολυσμένη. Όσο μπροστά είμαστε τεχνολογικά, τόσο πίσω είμαστε ηθικά. Κι αφού το παιδί είναι δύ­σκολο να μυηθεί στην τεχνολογία, προσπαθεί να μυηθεί στην εύκολη ηθική του καιρού κι εύκολα το πετυχαίνει. Άλλωστε έχει σ’ αυτό και την «ηθική» ενίσχυση της κοι­νωνίας, που το μαθαίνει ν’ αντιμετωπίζει την ζωή σαν κερδοσκοπικό παιχνίδι. Τα παιδιά βιώνουν το ηθικό κε­νό, βλέπουν την κατολίσθηση των αξιών, την πολιτική ανευθυνότητα, την κατάρριψη των ιδεωδών. Δεν τους προσφέρονται ιδανικά, που θα σταθούν σαν εσωτερικά υποστυλώματα. Δεν υπάρχει τίποτα για να πιστέψουν. Η πολιτική τα έχει απογοητεύσει. Μένουν μόνο οι αθλητι­κές φατρίες, που δίνουν τον τόνο στον κοινωνικό μας χώρο.
 
Από την στιγμή που ο νεανικός ενθουσιασμός εμφια­λώνεται στα γήπεδα, η αλλοτρίωση έχει συντελεστεί. Η σύμβαση που ανέχονται, αποδέχονται και παραδέχονται σε τόσο κρίσιμη ηλικία, αλλοιώνει τον ψυχισμό τους. Αναγκαστικά, εφόσον οι «μοντέρνοι καιροί» αποκρού­ουν την ευαισθησία και την τρυφερότητα, χάνουν τον εαυτό τους κι αποκτούν έναν άλλο, μεταλλαγμένο και υποταγμένο, σύμφωνο με τις τάσεις και τις στάσεις της εξελιγμένης κοινωνίας, που σε κάποιες περιπτώσεις εκ­δηλώνει τα ανθρωπιστικά της αισθήματα περισσότερο στα ζώα παρά στα παιδιά. Η τραγική θέση που κατέχει το απίστευτα αδικημένο και πεινασμένο παιδί του Τρί­του Κόσμου αποτελεί νωπό πάντα στίγμα στο μέτωπο της πολιτισμένης κοινωνίας μας. Οι κάρτες της UNISEF δεν αρκούν να την εξιλεώσουν.
 
Ωστόσο, παρόλο που αντιμετωπίζεται -εκούσια ή ακούσια- εχθρικά από τον σύγχρονο κόσμο, το παιδί εί­ναι ο κρίκος που μας συνδέει με το μέλλον. Είναι η προέκτασή μας στο αύριο που έρχεται. Μια κοινωνία μπορεί εύκολα να βαθμολογηθεί από την θέση που προσ­φέρει στο παιδί. Όποια κοινωνία φροντίσει την ανα­τολή του ανθρώπου, θ’ αποφύγει την δύση του πολιτι­σμού της. Το παιδί αποτελεί το ζωτικότερο κεφάλαιο της κοινωνίας, μια κι είναι μονάδα που εξελίσσεται και ανε­λίσσεται, που έχει την προοπτική και την δύναμη -όταν του δοθεί η ευκαιρία- ν’ αλλάξει προς το καλύτερο την ροή των πραγμάτων. Η παιδική αγνότητα είναι μέσο όχι μόνο για την μεταθανάτια σωτηρία των ανθρώπων αλλά και για την επίγεια. Βέβαια δεν φιλοδοξούμε να δη­μιουργήσουμε μια κοινωνία αγγέλων. Τούτο, ωστόσο ας φροντίσουμε: αν δεν μπορέσουμε να κάνουμε τα παιδιά μας αγγέλους, τουλάχιστον ας μην τα κάνουμε δαίμονες.
 
Η ζωή, είπε κάποιος θυμόσοφος, μοιάζει με κρεμμύδι, που όσο το ξεφλουδίζει κανείς, τόσο περισσότερο δα­κρύζουν τα μάτια του. Και στο πέλαγος της ζωής, όσο βαθύτερα ξανοίγεται κανείς, τόσο οι θύελλες γίνονται σφοδρότερες, ο πόνος πικρότερος και τα δάκρυα περισ­σότερα. Δεν ωφελεί να κρύβουμε από το παιδί τις δυ­σκολίες. Όσο περισσότερο ενημερωμένο και κατατοπι­σμένο, τόσο περισσότερο προετοιμασμένο θα είναι για ν’ αντιμετωπίσει τις θύελλες που ασφαλώς κάποτε θα το πλήξουν. Το παιδί είμαστε εμείς που ταξιδεύουμε στο μέλλον, ακόμη κι όταν δεν θα υπάρχουμε. Ας μην καμα­ρώνουμε για τους προγόνους μας. Αν αξίζει να καμαρώ­νει κάποιος είναι για τους απογόνους του. «Να νοιαζό­μαστε όχι για το ποιος ήταν ο παππούς μας, αλλά για το ποιος θα είναι ο εγγονός μας» έλεγε ο Αβραάμ Λίνκολν.
 
Ο καινούργιος κόσμος, ο όμορφος όπως τα παιδικά όνειρα, ο χαρούμενος όπως το παιδικό γέλιο, θα έρθει μόνο αν έρθει το καινούργιο παιδί. Τα σύγχρονα παιδιά που με κολλημένα τα πρόσωπά τους στα τζάμια των πο­λυκατοικιών γίνονται μάρτυρες μιας εφιαλτικής πραγμα­τικότητας, δεν είναι δυνατό ν’ αποτελέσουν τον αυριανό ακέραιο πολίτη, που θα στηρίξει μια υγιή κοινωνία. Συνειδητά ή ασυνείδητα η σημερινή κοινωνία δημιουργεί ανθρώπους ανίκανους να δώσουν και να δοθούν. Αν­θρώπους, που χωρίς καμιά βεβαιότητα, χωρίς ένα «για­τί» της ζωής, θα μείνουν με το οδυνηρό «απωθημένο», πως δηλαδή, κάποιοι, κάπως, κάποτε τους έκλεψαν τα παιδικά τους χρόνια.
 
Σήμερα χάρη στην πρόοδο της παιδοψυχολογίας μά­θαμε πολλά για το παιδί. Ξέρουμε τις ανάγκες και τα προβλήματά του. Ίσως να κάνουμε πολύ περισσότερα απ’ όσο πρέπει για το παιδί. Ένα μόνο δεν ξέρουμε: πώς να ζήσουμε. Κι αφού δεν το ξέρουμε, δεν μπορούμε και να το διδάξουμε στο παιδί. Μία Ινδική λαϊκή παράδοση λέει: «Έρχεσαι στον κόσμο κλαίγοντας, ενώ γύρω σου γελάνε. Προσπάθησε να ζήσεις έτσι, ώστε να φύγεις από τον κόσμο χαμογελώντας, ενώ οι άλλοι γύρω σου θα κλαίνε».
 
Ο 12χρονος Ζάιν στην ταινία «Καπερναούμ» δεν αφήνει την ζωή στην μοίρα της και παίρνει σβάρνα τα δικαστήρια, θέλοντας να κάνει την δική του επανάσταση και να μηνύσει τους γονείς του! Μάλιστα το επιχείρημα του είναι μια δυνατή γροθιά στο στομάχι μας. «Με έφεραν στον κόσμο. Φοβάμαι. Ζω σε άθλιες συνθήκες και δεν μου παρέχουν ελάχιστη φροντίδα, βοήθεια και προστασία. Τι άλλο μπορώ να κάνω;» Γιατί Ναι, η αλήθεια πονάει, αλλά η αλήθεια πρέπει και αξίζει να βλέπεται.

Ζούμε στον Κόσμο ή στον “κόσμο μας”;

Η σύγχυση

Φαντασθείτε ότι γεννηθήκατε σε ένα βαθύ πηγάδι. Όταν θα αρχίσετε να καταλαβαίνετε, θα νομίζετε ότι ο κόσμος όλος συνοψίζεται σε εκείνο το μικρό κομμάτι του ουρανού που φαίνεται πάνω από το στόμιο του πηγαδιού. Θα αισθάνεστε μάλιστα ότι ξέρετε τον κόσμο, τα ξέρετε σχεδόν όλα, αφού (στο μυαλό σας) ο κόσμος είναι τόσο μικρός.

Αν αποφασίσετε να γνωρίστε αυτόν τον κόσμο από κοντά και αρχίσετε να σκαρφαλώνετε στα τοιχώματα του πηγαδιού, θα βλέπετε όλο και περισσότερο ουρανό, όσο θα ανεβαίνετε. Τότε θα καταλάβετε ότι είχατε υπερεκτιμήσει τις γνώσεις σας.

….Και όταν πλέον βγείτε από το πηγάδι, θα συνειδητοποιήσετε ότι ο κόσμος είναι απέραντος και γι’ αυτό οι γνώσεις σας ασήμαντες.

Με λίγα λόγια, γνωρίζουμε ελάχιστα τον κόσμο στον οποίο ζούμε, γι’ αυτό χρειαζόμαστε πάντοτε τις απόψεις των άλλων για να προσεγγίζουμε την αλήθεια. Παρ όλα αυτά εμείς πιστεύουμε συχνά ότι μπορούμε να αποκωδικοποιούμε όσα συμβαίνουν γύρω μας, ίσως γιατί περιορίζουμε τις πραγματικές τους διαστάσεις στα μέτρα του δικού μας ορίζοντα.

Αυτή όμως η ψευδαίσθηση της πολυγνωσίας, προφανώς μας οδηγεί σε σύγχυση, αφού εκείνα που πιστεύουμε συνήθως αποκλίνουν σημαντικά από την πραγματικότητα. Συγχέουμε πολλά και διάφορα πράγματα. Από απλές και καθημερινές καταστάσεις, μέχρι σύνθετα θέματα και διαχρονικούς προβληματισμούς. Εκεί όμως που “το τερματίζουμε”, είναι τα πεδία της πολιτικής και της ιδεολογίας, με αρνητικές συνέπειες για την ποιότητα της δημοκρατίας.

Δεν φταίει όμως μόνο η ημιμάθεια μας. Φταίει κυρίως το γεγονός ότι η σύγχυσή μας είναι ιδιαιτέρως αποδοτική για κάποιες τυχοδιωκτικές ομάδες, κύρια για λαϊκιστές και εθνικιστές. Αυτοί φροντίζουν να την ανατροφοδοτούν και να τη διαιωνίζουν, εγκλωβίζοντάς μας στον γνωστό “θάλαμο αντήχησης” (“echo chamber”), έναν μηχανισμό τον οποίο εμείς οι ίδιοι θέτουμε σε λειτουργία, οδηγημένοι από τις ψευδαισθήσεις μας.

Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει άλλωστε, με τα εκατομμύρια των οπαδών του Ντόναλντ Τραμπ και του Μπόρις Τζονσον; Αμφιβάλλει κανείς ότι, μέσα στους αναρίθμητους θαλάμους αντήχησης που είναι κλεισμένοι, διαβεβαιώνουν ο ένας τον άλλον ότι η μοίρα τους θα αλλάξει χάρις σε αυτούς τους άθλιους λαϊκιστές; Βέβαια, την ανάγκη των ψευδαισθήσεων τη δημιουργούν οι μεγάλες ανισότητες, η περιθωριοποίηση, η απουσία ελπίδων. Γι’ αυτό, τη μεγάλη ευθύνη την έχουν εκείνοι που ασκούν μακροπρόθεσμα την εξουσία. Αυτοί φέρνουν τους λαϊκιστές στο προσκήνιο και βάζουν σε κίνδυνο τη δημοκρατία.

Η ταύτιση

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά, για να δούμε πως λειτουργούν οι θάλαμοι αντήχησης.

Οι περισσότεροι από εμάς είμαστε, συναισθηματικά, πιο κοντά στο Α ή το Β πολιτικό κόμμα (και την αντίστοιχη ιδεολογία). Η σύνδεση αυτή μπορεί να εκτείνεται από την απλή συμπάθεια, μέχρι τον τυφλό φανατισμό. Μπορεί να ξεκίνησε από την ακούσια μύηση από το οικογενειακό μας περιβάλλον, μέχρι τη στρατολόγηση μας στα κομματικά όργανα ή τη φανατική αποδοχή κάποιων θεωριών που το κόμμα πρεσβεύει. Μπορεί ακόμη να οφείλεται στο ότι αντιπαθούμε ή μισούμε (για διάφορους λόγους) το αντίπαλο κόμμα.

Αν η σχέση μας είναι χαλαρή, τότε μπορούμε να κρίνουμε καλύτερα, να αλλάξουμε απόψεις αν χρειαστεί, να αξιολογούμε πρόσωπα και πράγματα σε μια βάση αντικειμενικών (κατά το δυνατόν) δεδομένων και επιχειρημάτων. Αυτό είναι καλό για εμάς τους ίδιους αλλά και για τους γύρω μας και τελικά για την ίδια τη δημοκρατία, αφού θα επιλέγουμε καταλληλότερους εκπροσώπους.

Όμως, στην περίπτωση μιας ισχυρής σχέσης, δεν θέλουμε να ακούσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο την επιβεβαίωση ότι αυτό που πιστεύουμε είναι το σωστό.

Σε μια τέτοια περίπτωση, έχουμε προσχωρήσει στην ταύτιση με το κόμμα και συνήθως επιδιώκουμε να μετέχουμε σε ένα “κλειστό” κύκλωμα πληροφόρησης (τηλεοπτικά μέσα, έντυπες και ηλεκτρονικές εφημερίδες, blogs, social media κλπ), το οποίο μας προσφέρει τις πληροφορίες που θέλουμε να ακούσουμε. Με τον καιρό εμπιστευόμαστε το πιο πάνω σύστημα πληροφόρησης σαν να ήταν ανοιχτό και αντικειμενικό, οπότε θεωρούμε την κομματική προπαγάνδα και την παραπληροφόρηση, που διοχετεύονται σε αυτό, ως δεδομένες αλήθειες. Έτσι, “επιβεβαιώνουμε” τις αρχικές μας θέσεις και πρόθυμα επιδοκιμάζουμε, ανακυκλώνουμε και διαιωνίζουμε το περιεχόμενο του, χάνοντας την ικανότητα να διακρίνουμε την αλήθεια από το ψέμα. Ακόμη χειρότερα, η σύγκληση των απόψεων των μελών της “ομάδας μας”, ισχυροποιεί την πεποίθηση μας ότι αυτό που επαναλαμβάνουμε ο ένας στον άλλο, είναι η μόνη αλήθεια.

Από ένα σημείο και μετά, μάλιστα, δεν μας ενδιαφέρει η αλήθεια, όταν αυτή θέτει σε αμφισβήτηση τις πεποιθήσεις μας και μας βγάζει από τις βολικές ψευδαισθήσεις μας. Γινόμαστε δηλαδή σαν τους φανατικούς οπαδούς μιας ομάδας που θέλουν να την βλέπουν να νικά, έστω και αν χρειαστεί να παίζει αντιαθλητικά ή να αγοράζει τα παιχνίδια.

Όταν φτάσουμε σε αυτό το στάδιο, ορθώνουμε τείχη γύρω μας, για να μην περάσουν “αιρετικές” πληροφορίες ή απόψεις. Π.χ. στο Facebook, μπλοκάρουμε τους φίλους που έχουν διαφορετικές απόψεις και επικοινωνούμε μόνο με τους “ομοϊδεάτες” μας, διαβάζοντας στις αναρτήσεις τους μια παραλλαγή των δικών μας πεποιθήσεων. Δημιουργούμε δηλαδή μια ομάδα, όπου ο καθένας αναμασά, σαν αντήχηση, τα λόγια του άλλου.

Η κάλπικη επιβεβαίωση

Το πιο πάνω νοσηρό περιβάλλον τροφοδοτείται με “μεροληπτικές επιβεβαιώσεις” (“confirmation bias”), που συνίστανται στην παραγωγή ψεύτικων πληροφοριών, στην απόκρυψη ή την επιλεκτική παρουσίαση γεγονότων, στην απατηλή συσχέτιση και ερμηνεία τους, στη διακίνηση σεναρίων συνωμοσίας, στη δημιουργία ουτοπικών προσδοκιών κλπ, με βασικό στόχο την επιβεβαίωση των σερβιρισμένων βασικών αφηγημάτων. Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι τα ίδια τα “θύματα” διευκολύνουν αυτή τη διαδικασία, γιατί κολακεύονται να βλέπουν ότι οι “πεποιθήσεις τους” (που τις διαμόρφωσαν μετά από πλύση εγκεφάλου στο “θάλαμο αντήχησης” -“echo chamber”), “επαληθεύονται” από την πιο πάνω μεροληπτική επιβεβαίωση.

Οι κίνδυνοι για την κοινωνία και τη δημοκρατία

Η πιο πάνω διαδικασία δεν ισχύει μόνο για όσους συσπειρώνονται γύρω από ένα κόμμα. Λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο για πολίτες που δεν ασχολούνται με την πολιτική. Τα “απολιτικά” μέλη αυτών των ομάδων, συνήθως αφήνουν έξω από τον “θάλαμο αντήχησης” τις ειδήσεις που συνδέονται με την πολιτική κατάσταση αλλά και με τα πραγματικά μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας.

Παύουν επίσης να τροφοδοτούν το μυαλό τους με τους υγιείς προβληματισμούς που απασχολούν την κοινωνία και το αναγκάζουν να λειτουργεί στατικά, κάνοντας κύκλους γύρω από τις ίδιες σκέψεις και πεποιθήσεις, δημιουργώντας εμμονές και στερεότυπα. Λειτουργώντας σε ένα τέτοιο πλαίσιο, γίνονται εύκολα θηράματα για τον λαϊκισμό και τον εθνικισμό και παράλληλα δεν είναι σε θέση να αντικρούσουν πολλές άλλες μορφές ομαδοποίησης, που τους οδηγούν σε αντίστοιχους “θαλάμους αντήχησης”. Τελικός χαμένος αυτής της διεργασίας η ίδια η δημοκρατία.

Η αλήθεια είναι ότι, για τους “θαλάμους αντήχησης”που δημιουργούνται στα social media, έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες να αμβλυνθεί αυτή η κατάσταση. Για παράδειγμα, το Facebook διευκολύνει τη διατύπωση εναλλακτικών απόψεων μέσω των σχολίων και παράλληλα έχει διαφοροποιήσει τον αλγόριθμο trending για να εμφανίζονται πολλές πηγές πληροφοριών για κάθε συμβάν.Επίσης, το Buzz Feed News δημιούργησε την εφαρμογή “OutsideYour Bubble”, που στοχεύει στην εμφάνιση ενός ευρέως φάσματος απόψεων για τα επιμέρους θέματα.

Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, το 8% των χρηστών των social media, δείχνει να έχει παγιδευτεί στους πιο πάνω “θαλάμους”. Το κακό είναι ότι το ποσοστό αυτό αυξάνεται διαρκώς. Επίσης, ότι δεν είναι μόνο τα social media που δημιουργούν το πρόβλημα της απομόνωσης μέσω αυτής της μορφής ομαδοποίησης. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι αρκετοί εκείνοι που, από επιλογή τους, περιορίζουν την ενημέρωση τους σε ηλεκτρονικά sites ή εφημερίδες που παρέχουν μονόπλευρη ενημέρωση.

Επίλογος

Όταν ζούμε μέσα στον Κόσμο και να τον αφουγκραζόμαστε με σεβασμό, δεν μπορεί παρά να καταλαβαίνουμε ότι ο δρόμος της γνώσης δεν έχει τέλος, ότι η ενημέρωση μας πρέπει να είναι πολύπλευρη, ότι οι διαφορετικές γνώμες μας δίνουν την ευκαιρία να προσεγγίσουμε περισσότερο την αλήθεια.

Αν θεωρούμε ότι κατέχουμε αρκετή γνώση ώστε να μπορούμε να αποφαινόμαστε για όλα, αν πιστεύουμε ότι δεν χρειαζόμαστε τις απόψεις των άλλων γιατί οι δικές μας είναι σωστές “εξ ορισμού”, αν συνασπιζόμαστεσε ομάδες μεροληπτικής θεώρησης των πραγμάτων για να αυτοεπιβεβαιωθούμε, τότε ζούμε “στον κόσμο μας”, ζούμε σε “θαλάμους αντήχησης”, είμαστε τα ιδανικά θύματα και ρίχνουμε νερό στον μύλο εκείνων που σκάβουν τα θεμέλια της Δημοκρατίας.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1158b-1159a)

[VII] Ἕτερον δ᾽ ἐστὶ φιλίας εἶδος τὸ καθ᾽ ὑπεροχήν, οἷον πατρὶ πρὸς υἱὸν καὶ ὅλως πρεσβυτέρῳ πρὸς νεώτερον, ἀνδρί τε πρὸς γυναῖκα καὶ παντὶ ἄρχοντι πρὸς ἀρχόμενον. διαφέρουσι δ᾽ αὗται καὶ ἀλλήλων· οὐ γὰρ ἡ αὐτὴ γονεῦσι πρὸς τέκνα καὶ ἄρχουσι πρὸς ἀρχομένους, ἀλλ᾽ οὐδὲ πατρὶ πρὸς υἱὸν καὶ υἱῷ πρὸς πατέρα, οὐδ᾽ ἀνδρὶ πρὸς γυναῖκα καὶ γυναικὶ πρὸς ἄνδρα. ἑτέρα γὰρ ἑκάστου τούτων ἀρετὴ καὶ τὸ ἔργον, ἕτερα δὲ καὶ δι᾽ ἃ φιλοῦσιν· ἕτεραι οὖν καὶ αἱ φιλήσεις καὶ αἱ φιλίαι. ταὐτὰ μὲν δὴ οὔτε γίνεται ἑκατέρῳ παρὰ θατέρου οὔτε δεῖ ζητεῖν· ὅταν δὲ γονεῦσι μὲν τέκνα ἀπονέμῃ ἃ δεῖ τοῖς γεννήσασι, γονεῖς δὲ υἱέσιν ἃ δεῖ τοῖς τέκνοις, μόνιμος ἡ τῶν τοιούτων καὶ ἐπιεικὴς ἔσται φιλία. ἀνάλογον δ᾽ ἐν πάσαις ταῖς καθ᾽ ὑπεροχὴν οὔσαις φιλίαις καὶ τὴν φίλησιν δεῖ γίνεσθαι, οἷον τὸν ἀμείνω μᾶλλον φιλεῖσθαι ἢ φιλεῖν, καὶ τὸν ὠφελιμώτερον, καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον ὁμοίως· ὅταν γὰρ κατ᾽ ἀξίαν ἡ φίλησις γίνηται, τότε γίνεταί πως ἰσότης, ὃ δὴ τῆς φιλίας εἶναι δοκεῖ.

Οὐχ ὁμοίως δὲ τὸ ἴσον ἔν τε τοῖς δικαίοις καὶ ἐν τῇ φιλίᾳ φαίνεται ἔχειν· ἔστι γὰρ ἐν μὲν τοῖς δικαίοις ἴσον πρώτως τὸ κατ᾽ ἀξίαν, τὸ δὲ κατὰ ποσὸν δευτέρως, ἐν δὲ τῇ φιλίᾳ τὸ μὲν κατὰ ποσὸν πρώτως, τὸ δὲ κατ᾽ ἀξίαν δευτέρως. δῆλον δ᾽, ἂν πολὺ διάστημα γένηται ἀρετῆς ἢ κακίας ἢ εὐπορίας ἤ τινος ἄλλου· οὐ γὰρ ἔτι φίλοι εἰσὶν ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἀξιοῦσιν. ἐμφανέστατον δὲ τοῦτ᾽ ἐπὶ τῶν θεῶν· πλεῖστον γὰρ οὗτοι πᾶσι τοῖς ἀγαθοῖς ὑπερέχουσιν. δῆλον δὲ

[1159a] καὶ ἐπὶ τῶν βασιλέων· οὐδὲ γὰρ τούτοις ἀξιοῦσιν εἶναι φίλοι οἱ πολὺ καταδεέστεροι, οὐδὲ τοῖς ἀρίστοις ἢ σοφωτάτοις οἱ μηδενὸς ἄξιοι. ἀκριβὴς μὲν οὖν ἐν τοῖς τοιούτοις οὐκ ἔστιν ὁρισμός, ἕως τίνος οἱ φίλοι· πολλῶν γὰρ ἀφαιρουμένων ἔτι μένει, πολὺ δὲ χωρισθέντος, οἷον τοῦ θεοῦ, οὐκέτι. ὅθεν καὶ ἀπορεῖται, μή ποτ᾽ οὐ βούλονται οἱ φίλοι τοῖς φίλοις τὰ μέγιστα τῶν ἀγαθῶν, οἷον θεοὺς εἶναι· οὐ γὰρ ἔτι φίλοι ἔσονται αὐτοῖς, οὐδὲ δὴ ἀγαθά· οἱ γὰρ φίλοι ἀγαθά. εἰ δὴ καλῶς εἴρηται ὅτι ὁ φίλος τῷ φίλῳ βούλεται τἀγαθὰ ἐκείνου ἕνεκα, μένειν ἂν δέοι οἷός ποτ᾽ ἐστὶν ἐκεῖνος· ἀνθρώπῳ δὴ ὄντι βουλήσεται τὰ μέγιστα ἀγαθά. ἴσως δ᾽ οὐ πάντα· αὑτῷ γὰρ μάλισθ᾽ ἕκαστος βούλεται τἀγαθά.

***
[7] Υπάρχει όμως και ένα άλλο είδος φιλίας, η φιλία που βασίζεται στην υπεροχή, π.χ. η φιλία του πατέρα με τον γιο του και γενικά του μεγαλύτερου με τον μικρότερο, ή επίσης η φιλία του άντρα με τη γυναίκα του και γενικά του άρχοντα με τον αρχόμενο. Και αυτές όμως οι φιλίες διαφέρουν μεταξύ τους· άλλη, πράγματι, η φιλία των γονιών με τα παιδιά τους και άλλη η φιλία των αρχόντων με τους αρχομένους, όπως άλλη, επίσης, η φιλία του πατέρα με τον γιο του και άλλη η φιλία του γιου με τον πατέρα του, ή άλλη η φιλία του άντρα με τη γυναίκα του και άλλη η φιλία της γυναίκας με τον άντρα της. Ο λόγος είναι ότι η αρετή του καθενός από τα πρόσωπα αυτά είναι διαφορετική, όπως διαφορετικό είναι και το έργο που το καθένα τους επιτελεί — διαφορετικοί λοιπόν και οι λόγοι για τους οποίους το καθένα από τα πρόσωπα αυτά χαρίζει την αγάπη του· διαφορετικοί, επομένως, και οι τρόποι με τους οποίους αγαπάει, διαφορετικές και οι φιλίες του. Όλα αυτά θα πουν ότι ούτε παίρνει η μια πλευρά από την άλλη τα ίδια πράγματα ούτε και πρέπει να ζητάει τα ίδια πράγματα. Όταν, πάντως, τα παιδιά απονέμουν στους γονείς τους αυτά που πρέπει να απονέμουν σ᾽ αυτούς που τους έφεραν στον κόσμο και οι γονείς προσφέρουν στους γιους τους αυτά που πρέπει να προσφέρουν στα τέκνα τους, αυτών των ανθρώπων η φιλία θα είναι μόνιμη και καθωσπρέπει.

Σε όλα τα είδη της φιλίας που χαρακτηρίζεται από την υπεροχή της μιας πλευράς ανάλογος πρέπει να είναι και ο βαθμός της αγάπης που η μια πλευρά χρωστάει στην άλλη· επιπαραδείγματι, ο καλύτερος πρέπει να δέχεται περισσότερη αγάπη από αυτήν που προσφέρει· το ίδιο και ο πιο χρήσιμος, κ.ο.κ. Γιατί όταν η αγάπη προσφέρεται στον άλλον σε αντιστοιχία με την αξία του, τότε υπάρχει, κατά κάποιον τρόπο, ισότητα, που, ως γνωστόν, είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της φιλίας.


Είναι, ωστόσο, φανερό ότι η ισότητα δεν έχει το ίδιο σημασιολογικό περιεχόμενο στα θέματα του δικαίου και στη φιλία: στην περιοχή του δικαίου ισότητα, στην πρώτη πρώτη σημασία της, είναι το να ενεργεί κανείς σε απόλυτη αντιστοιχία προς την αξία, ενώ η ποσοτική ισότητα έρχεται δεύτερη. Το αντίθετο συμβαίνει στη φιλία: η ποσοτική ισότητα είναι το πρώτο και η αντιστοιχία προς την αξία το δεύτερο. Το πράγμα γίνεται φανερό, αν υπάρξει μια μεγάλη απόσταση της μιας από την άλλη πλευρά από την άποψη της αρετής ή της κακίας, του πλούτου ή κάποιου άλλου πράγματος: τότε δεν είναι πια φίλοι — ούτε καν την περιμένουν για τον εαυτό τους μια τέτοια φιλία. Το πράγμα γίνεται ιδιαίτερα φανερό στην περίπτωση των θεών, που είναι τόσο μεγάλη η υπεροχή τους ως προς όλα τα αγαθά. Το πράγμα όμως είναι φανερό


[1159a] και στην περίπτωση των βασιλιάδων: ούτε και με αυτούς οι άνθρωποι που είναι πολύ κατώτεροί τους περιμένουν ποτέ να γίνουν φίλοι, όπως και οι εντελώς ασήμαντοι άνθρωποι δεν περιμένουν ποτέ να γίνουν φίλοι με τους άριστους ή σοφότατους ανθρώπους. Στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι, βέβαια, δυνατό να προσδιορισθεί με ακρίβεια το όριο της υπεροχής ώστε να είναι δυνατή η φιλία: πολλά μπορεί να λείψουν από τη μια πλευρά και η φιλία ακόμη να παραμένει· αν όμως η απόσταση ανάμεσα στις δυο πλευρές γίνει πολύ μεγάλη (σαν την απόσταση π.χ. που χωρίζει τον θεό από τον άνθρωπο), τότε δεν υπάρχει πια φιλία. Εξού και το ερώτημα αν θέλουν πράγματι οι φίλοι για τους φίλους τους τα πιο μεγάλα αγαθά (να γίνουν π.χ. θεοί), γιατί τότε δεν θα είναι πια φίλοι τους, και άρα οι ίδιοι δεν θα έχουν πια κανένα αγαθό (γιατί οι φίλοι είναι ένα αγαθό). Αν ήταν λοιπόν σωστό αυτό που είπαμε πιο πάνω, ότι ο φίλος επιθυμεί το καλό του φίλου του για χάρη εκείνου του ίδιου, τότε ο φίλος του θα πρέπει να παραμένει αυτό ακριβώς που είναι· μόνο λοιπόν όσο εκείνος θα εξακολουθεί να είναι άνθρωπος θα θέλει γι᾽ αυτόν ο φίλος του τα μέγιστα αγαθά. Ίσως όμως όχι όλα· γιατί για τον ίδιο τον εαυτό του εύχεται κανείς κατά κύριο λόγο τα αγαθά.