Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

2. Επίθετα με -τος (-τέος)

§ 368. Το επίθημα επιθέτων - to - βρισκόταν κατά την εποχή της ινδοευρωπαϊκής στα όρια μεταξύ σχηματισμού λέξεων και σχηματισμού τύπων. Γι' αυτό σε αρκετούς γλωσσικούς κλάδους έχει ενταχθεί απόλυτα στο κλιτικό σύστημα· πρβ. το λατ. - tus και το γερμανικό - tως καταλήξεις της μετοχής παθητικού παρακειμένου. Στα ελληνικά το -τος δεν είναι τόσο στενά συνδεμένο με το ρήμα· γι' αυτό χαρακτηρίζεται μόνο ρηματικό επίθετο, και όχι μετοχή. Παράλληλα το - to - μπορούσε επίσης να προσκολληθεί άμεσα σε θέματα ουσιαστικών· έτσι ακόμη ἀγέραστος 'χωρίς τιμητική ανταμοιβή' (γέρας)' (Όμ.) και μερικά άλλα, πρβ. λατ. ast ū tus 'πανούργος' από το astus 'πανουργία', barb ā tus 'γενειοφόρος' από το barba 'γένι' κ.τ.ό.· αυτό το - to -είναι ικανό για σχηματισμό σε περιορισμένη κλίμακα μόνο στην επεκταμένη μορφή του -ωτός, που ουσιαστικά ανήκει στα θέματα σε ο (πρβ. § 203 σχετικά με τη δημιουργία των ρημάτων σε -οῦν): κοντωτός 'εφοδιασμένος με κωπηλατικά κοντάρια (κοντοί)' (Διόδωρος), αλλά σύμφωνα με τέτοια πρότυπα έχει προσκολληθεί επίσης και σε συμφωνόληκτα θέματα: χειριδωτός 'εφοδιασμένος με μανίκια (χειρίδες) (Ηρόδοτος).

Σχετικά με το ρόλο του -τος στη σύνθεση δες § 62 , σχετικά με την "ενεργητική" σημασία ό.π. και § 105.

§ 369. Στα επίθετα σε -τος ανήκουν αρχικά και οι σχηματισμοί σε -τεί· δες § 352 .

Σχετικά με τη χρήση του - to - για το σχηματισμό τακτικών αριθμητικών (δέκα-τος από το δέκα) και υπερθετικών (-ισ-τος και -τα-τος) μπορεί εδώ να γίνει απλή υπόδειξη.

Και το -τέος μπορούμε εδώ να το παραβλέψουμε, επειδή η δημιουργία του δεν έχει διασαφηνιστεί με σιγουριά και επιπλέον επειδή έχει γίνει πολύ αμιγέστερος ρηματικός τύπος (αν και δεν ανήκει στους πιο συνηθισμένους) από το -τος.

Η Βουδιστική Ανθρωπολογία

Για τον Βούδα (ή για όποιον Βιώνει την Βουδική Φύση, την Βουδική Πραγματικότητα, ή αλλιώς την Κατάσταση της Απόλυτης Πραγματικότητας) Υπάρχει (Βιώνεται) Μια Μοναδική Πραγματικότητα. Υπάρχει Μία συνείδηση. Υπάρχει Μία Ύπαρξη. Αυτή η «Πραγματικότητα» (η Θαυμαστή Ύπαρξη) Ταυτόχρονα Βιώνει την Παγκόσμια Ενότητα (ή την Ενότητα της Μιας Ουσίας) και Παράλληλα Έχει Εμπειρία του «Περιορισμού», της «Τοπικότητας» και με αυτόν τον τρόπο έχει εμπειρία της «δυαδικότητας» βιώνοντας έτσι την «πολλαπλότητα».

Για την Αφυπνισμένη Ελεύθερη Συνείδηση η Ελευθερία και η «Τοπικότητα» δεν διαφέρουν, δεν αλληλοαποκλείονται και μπορούν να λειτουργούν μαζί χωρίς προβλήματα. Υπάρχει Μία Παγκόσμια Ουσία Εντός της Οποίας Σταφταλίζουν σαν στιγμιαίες καταστάσεις που ρέουν όλα τα φαινόμενα. Όλα αυτά δεν είναι «ανύπαρκτα» αλλά δεν έχουν «δική τους ουσία» (αφού είναι Δραστηριότητες, Κινήσεις, της Μιας Ουσίας), ούτε «διάρκεια» (αφού υπάρχουν μόνο στο Τώρα, στο απόλυτο παρόν). Είναι η «διαδοχή» των φαινομένων που δημιουργεί στην μη-αφυπνισμένη συνείδηση την «αίσθηση της συνέχειας» και την ψευδαίσθηση του χρόνου (που κατασκευάζει η μνήμη κι η φαντασία),

Για την «Συνείδηση» όμως που «υιοθετεί την ίδια της την αντίληψη σαν «πραγματικότητα» κι εισέρχεται σε αυτή την «πραγματικότητα» (των φαινομένων, της αλληλουχίας τους και της συνέχειας της ύπαρξης σε αυτή την «πραγματικότητα») τα πράγματα φαίνονται διαφορετικά κι έχουν άλλη ερμηνεία. Όλα αυτά (τα φαινόμενα) φαίνονται «αποκομμένα» από την Παγκόσμια Βάση τους, σαν να έχουν δική τους ουσία, δική τους ύπαρξη, δική τους ζωή και συνέχεια.

Για τα περιορισμένα όντα δεν είναι κατανοητό πως μπορεί η Συνείδηση να Είναι Μία και ταυτόχρονα «Τοπική» και σε «Πολλά Μέρη» (γεγονός που δημιουργεί την «Πολλαπλότητα»). Στην πραγματικότητα αυτό απλά Συμβαίνει Έτσι και «συμβαίνει» από την «άποψη» της περιορισμένης συνείδησης. Η περιορισμένη συνείδηση που λειτουργεί τοπικά και δυαδικά «αντιλαμβάνεται» δύο διαφορετικές καταστάσεις (εκείνη της Απόλυτης Κατάστασης και την δική της παρούσα περιορισμένη κατάσταση), και «αντικειμενοποιεί» την Απόλυτη Κατάσταση σαν κάτι «διαφορετικό» (που δεν βιώνεται άμεσα, που πρέπει να βιωθεί, κλπ.).

Όμως από την άποψη της Αφυπνισμένης Συνείδησης, (δηλαδή στην πραγματικότητα), Κάθε Συνείδηση, όταν απελευθερώνεται από τους περιορισμούς της, Αναγνωρίζει στο Βάθος του Εαυτού της την Ίδια την Παγκόσμια Συνείδηση. Θέλουμε να πούμε πως εδώ μιλάμε για μια Εμπειρική Αλήθεια, για κάτι που Βιώνεται, Αναγνωρίζεται σαν Αληθινό, αλλά δεν «κατανοούμε» (από την άποψη της περιορισμένης συνείδησης). Απλά Είναι Έτσι.

Με αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνεται η Βασική Βουδική Αντίληψη στην οποία αναφερθήκαμε στην αρχή αυτών των άρθρων πως η Πραγματικότητα Είναι Μία, Μία Ουσία που Είναι Παντού, κι Εκδηλώνεται Παντού, μέσα στο Κάθε Τι, πως, τελικά, η Πραγματικότητα Είναι Ολογραφική. Υπάρχει μόνο Ένα κι Αυτό το Ένα Αντανακλάται Παντού (Όλο, με Όλες τις Ιδιότητές του), μέσα στο Κάθε Τι. Αυτό ακριβώς το γεγονός επιτρέπει την Εκδήλωση της Συνείδησης και σαν Όλο και «Τοπικά». Κι αυτό το γεγονός επιτρέπει να εμφανίζεται η ψευδαίσθηση της πολλαπλότητας. Έτσι το Όλον Είναι Μέσα σε Όλα, στο πιο ελάχιστο σημείο (Ακέραιο), μέσα στο πιο ασήμαντο μόριο σκόνης. Όλα Είναι Μια Ουσία. Αυτό είναι το Μεγάλο Μυστήριο της Μιας Ύπαρξης που δεν «εξηγείται». Απλά Είναι Έτσι.

Αυτό που βιώνουν τα περιορισμένα όντα δεν είναι η Πραγματικότητα αλλά οι δικοί τους περιορισμοί. Αμέσως μόλις ξεπεράσουν όλους αυτούς τους περιορισμούς Αναδύονται στην Μία Πραγματικότητα, Βιώνουν την Μία Μοναδική Βουδική Φύση. Έτσι, αφού υπάρχει μόνο Μία Πραγματικότητα, Μία Ύπαρξη κι η ίδια εμπειρία της «Τοπικότητας» που επαναλαμβάνεται άπειρες φορές (δημιουργώντας την «πολλαπλότητα»), γίνεται κατανοητό πως η Βουδική Μεταφυσική (Περί της Μιας Ουσίας) ταυτίζεται με την Βουδική Οντολογία (Αφού Όλα Είναι Εκδηλώσεις της Μιας Ουσίας) και τελικά με την Βουδική Ανθρωπολογία (Αφού τελικά Υπάρχει Μια Μοναδική Συνείδηση κι ο «ατομικός διαχωρισμός» δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση).

Ο Άνθρωπος Είναι στο Βάθος η Ίδια η Πραγματικότητα, η Ίδια η Ύπαρξη, η Ίδια η Συνείδηση που Βιώνει την Πραγματικότητα κι έχει εμπειρία της «Τοπικότητας» (και ζει την ψευδαίσθηση μιας ατομικής ξεχωριστής ύπαρξης). Αυτός ο Αληθινός Άνθρωπος, ο Ζωντανός Άνθρωπος, που Είμαστε (με θαυμαστό τρόπο) ο Καθένας, Εδώ, Τώρα, Μπορεί να Βιώσει την Αφυπνισμένη Βουδική Κατάσταση ή τις περιορισμένες καταστάσεις μέσα στην ψευδαίσθηση του Σαμσάρα. Με άλλα λόγια ο Άνθρωπος (ο Βουδικός Άνθρωπος, ο Βούδας, που Είναι ο Καθένας) μπορεί να Βιώσει το Χωρίς Ιδιότητες Ασαμσκρίτα, (Ντάρμα Κάγια), τις Χωρίς Μορφή Καταστάσεις στους Τέσσερις Ανώτερους Ουρανούς, (Σαμπχόγκα Κάγια), τις Καταστάσεις με Μορφή στους Νοητικούς Ουρανούς (Μανομάγια Κάγια), την Κατάσταση της εξωτερικής εκδήλωσης (Νιρμάνα Κάγια) και την ζωή στους «Έξη Κατώτερους Κόσμους». Όλες αυτές τις Καταστάσεις τα ενσαρκωμένα όντα (όπως ο άνθρωπος στον κόσμο των ανθρώπων, που ανήκει στους Έξη Κόσμους) μπορούν να τις βιώσουν μέσα στην Διαλογιστική Διαδικασία.

Όπως έλεγε συχνά ο Βούδας κι επαναλάμβαναν συχνά οι άνθρωποι που ακολουθούσαν την Οδό, μέσα σε αυτό το ανθρώπινο σώμα είναι Όλη η Πραγματικότητα, ο Βούδας, οι Κόσμοι, οι εμπειρίες κι οι ψευδαισθήσεις, όλα. Μέσα στην βουδιστική γραμματολογία γίνεται συχνά αναφορά στους Πέντε Μυστικούς Λωτούς, τον Υπέρτατο Υπερβατικό Λωτό του Ντάρμακάγια, τον Λωτό της Καρδιάς του Σαμπχόγκα Κάγια, τον Λωτό του εξωτερικού εγκεφάλου του Μανομάγια Κάγια, τον Λωτό του στήθους του Νιρμάνα Κάγια και τον Λωτό της «κοιλιάς» του υλικού σώματος. Όλα αυτά είναι Καταστάσεις της Συνείδησης που πρέπει να Βιωθούν, Λειτουργίες που πρέπει να Αφυπνισθούν, Περιοχές του Ανθρώπινου Σώματος (όπως το αντιλαμβάνεται η Βουδική Αντίληψη) που πρέπει να Ενεργοποιηθούν.

Στην πραγματικότητα, η Πραγματικότητα, η Βουδική Φύση, η Πνευματική Ενέργεια, το «Πνεύμα» (όρος που συναντάμε σε πολλά Κείμενα του Ζεν), Είναι Ελεύθερο και Ρέει όπου θέλει (αντίληψη που κατά «περίεργο» τρόπο συναντάμε και στον Ιησού των Εσσαίων). Ο Άνθρωπος Μπορεί από το Μυστικό Κέντρο της Καρδιάς, που είναι το Κέντρο Ισορροπίας για τα ενσαρκωμένα όντα, να Βιώσει την Εσωτερική Απεραντοσύνη του Χώρου και να Ανυψωθεί στο Υπέρτατο Χωρίς Ιδιότητες, ή να στραφεί «έξω», στην εξωτερική ζωή της σκέψης, της συναίσθησης, της εξωτερικής αίσθησης και της υλικής εμπειρίας. Συνήθως οι άνθρωποι είναι «εκτός Ισορροπίας» απορροφημένοι στην δραστηριότητα του νου, στον εξωτερικό εγκέφαλο. Έχουν την αυταπάτη ότι μέσω της ψευδαίσθησης της ατομικής ύπαρξης, (του εξωτερικού ψεύτικου εγώ, της «προσωπικότητας» που κατασκευάζουν με την σκέψη στον εξωτερικό εγκέφαλο), και μέσω του δυαδικού νου μπορούν να διασώσουν την ύπαρξή τους, να βρουν την Αλήθεια, να πραγματοποιήσουν την Φώτιση, να βιώσουν την Ευτυχία. Όλα αυτά δεν είναι παρά σαν το νερό που προσπαθούμε να πιάσουμε με το χέρι ή σαν μια κίνηση που θέλουμε να διαρκεί αιώνια. Οι άνθρωποι αρνούνται να κατανοήσουν ότι (δυστυχώς ή ευτυχώς) ζουν σε ένα φευγαλέο παρόν. Αντί να ζήσουν την Ζωή, Εδώ, Τώρα, όπως ξεδιπλώνεται κάθε στιγμή σκέπτονται την ζωή, ονειρεύονται την ζωή. Δεν ζουν στην πραγματικότητα, σε αυτό που συμβαίνει. Κυνηγούν συνεχώς αυτό που σκέπτονται, που επιθυμούν, που νομίζουν ότι χρειάζονται. Κι έτσι ξοδεύουν τον «πολύτιμο χρόνο του τώρα» ανταλλάσσοντάς τον με φαντασίες και ψευδαισθήσεις.

Τελικά, από την Ίδια την Φύση του Ανθρώπου (του Αληθινού Βουδικού Ανθρώπου) αναδύεται ο «προορισμός» και τα μέσα για την «αυτοπραγμάτωση» που βέβαια δεν έχουν καμία σχέση με τις δραστηριότητες του νου, τα όνειρα και τις προσδοκίες των ανθρώπων. Η Αληθινή Οδός είναι η Οδός της Εσωτερικής Ησυχίας που «εγκαταλείπει» όλους τους περιορισμούς μέσα στην Απεραντοσύνη της Ελευθερίας του Πραγματικού, πέρα από κάθε δραστηριότητα, πέρα από κάθε όνειρο στην Ανεξαρτησία που Αναγνωρίζει Μία Και Μοναδική Πραγματικότητα που τα Περιλαμβάνει Όλα, γιατί Όλα Είναι Αυτό.

Søren Kierkegaard: Ο άνθρωπος πραγματώνεται μόνο όταν επιλέγει

Ένα από τα σημαντικότερα και γνωστότερα “λογοτεχνικά” έργα στην ιστορία της φιλοσοφίας είναι το Είτε-Είτε, το περίφημο πρώτο έργο του Δανού θεολόγου και φιλοσόφου Σαίρεν Κίρκεγκωρ. Πρόκειται για ένα ογκώδες βιβλίο, χιλίων περίπου σελίδων, που αποτελείται από ημερολογιακές καταγραφές, επιστολές, δοκίμια και αφορισμούς. Ο Κίρκεγκωρ το έχει δομήσει με έναν τόσο περίτεχνο τρόπο, που κανείς μυθιστοριογράφος της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας δεν θα μπορούσε να το κάνει καλύτερα: Στην εισαγωγή του βιβλίου παρουσιάζεται στον αναγνώστη ένας «εκδότης» που χρησιμοποιεί ψευδώνυμο. Ισχυρίζεται ότι όταν αγόρασε ένα σεκρετέρ, έπεσε στα χέρια του μια στοίβα χαρτιά, τα οποία δήθεν προέρχονταν από δύο διαφορετικούς συγγραφείς – ο εκδότης τούς ονομάζει «Α» και «Β». Οι δύο συγγραφείς γνωρίζονται μεταξύ τους. Ο Β παρουσιάζεται ως ένας μεγαλύτερης ηλικίας φίλος του Α. Και επιπλέον, μέσα στα χαρτιά του Α υπάρχει το Ημερολόγιο Ενός Διαφθορέα, για το οποίο ο Α ισχυρίζεται ότι δεν είναι γραμμένο από τη δική του πένα και ότι απλώς το βρήκε.

Ένα πράγμα καταλαβαίνει ο αναγνώστης ήδη από την αρχή: Ο Κίρκεγκωρ κάνει τα πάντα προκειμένου να μην ταυτιστεί με τις απόψεις που παρουσιάζονται στο χαρτί. Στην ουσία, συμπεριφέρεται σαν μυθιστοριογράφος ή σαν θεατρικός συγγραφέας ο οποίος ανεβάζει συγκεκριμένους χαρακτήρες επί σκηνής και τους βάζει να παίζουν έναν ρόλο που τους χαρακτηρίζει ως άτομα, αλλά που δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τη γνώμη του συγγραφέα. Είναι επομένως ένα βιβλίο όπου ο συγγραφέας δεν λέει αυτό που ο ίδιος σκέφτεται;

Όχι ακριβώς. Όπως κάθε φιλόσοφος, έτσι και ο Κίρκεγκωρ προσπαθεί να μεταδώσει στον αναγνώστη τα συμπεράσματα της σκέψης του. Το κάνει έμμεσα όμως. Επιλέγει τη μορφή της “ποιητικής” φιλοσοφίας, επειδή αυτό που έχει να πει ούτε διδάσκεται ούτε μαθαίνεται θεωρητικά. Τον ενδιαφέρει πολύ περισσότερο η στάση ζωής, η “μορφή” που πρέπει να δώσουμε στη ζωή μας. Η λέξη “αυτοπραγμάτωση” αποτυπώνει επακριβώς τις φιλοσοφικές προθέσεις του Κίρκεγκωρ: Ο άνθρωπος καλείται πρώτα να βρει στη ζωή τον εαυτό του, και αυτό μπορεί να το κάνει μόνο ο “ίδιος”, δηλαδή με βάση τις δικές του πρακτικές αποφάσεις. Οι θεωρητικές αποφάσεις μπορούν να παίξουν απλώς τον ρόλο του εφαλτηρίου. Μόνο μια αλήθεια την οποία ο άνθρωπος υιοθετεί στη ζωή του με πρακτικό τρόπο μπορεί να είναι σημαντική γι’αυτόν. Ό,τι αντιλαμβανόμαστε θεωρητικά, αλλά δεν έχει καμία συνέπεια στη ζωή μας για τον Κίρκεγκωρ είναι σαν να χτίζουμε ένα σπίτι, αλλά να μην το κατοικούμε.

Στο Είτε – Είτε ο Κίρκεγκωρ παρουσιάζει δύο εκ διαμέτρου αντίθετους τρόπους ζωής: Στον «αισθητικό» τρόπο ζωής, ο οποίος περιγράφεται με πολλές παραλλαγές στις σημειώσεις του «Α», κυριαρχεί η απόλαυση, είτε με μια απλή αισθησιακή μορφή είτε με μια εκλεπτυσμένη πνευματική μορφή. Και στις περιπτώσεις αυτές ο ερωτισμός παίζει μεγάλο ρόλο ως μέρος της συγκεκριμένης απόλαυσης. Τα πάντα εξετάζονται σύμφωνα με το πόσο «ενδιαφέροντα» είναι και με τo πόσο αυξάνουν το αίσθημα ευχαρίστησης. Ο Κίρκεγκωρ ονομάζει αυτόν τον τρόπο ζωής «αισθητικό», επειδή παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με τον τρόπο που σχετιζόμαστε με την τέχνη. Αποτελεί και η τέχνη αντικείμενο απολαυστικής αισθητικής και πνευματικής διέγερσης. Ο λάτρης της αισθητικής ζει για το παρόν, οι αποφάσεις για το μέλλον ή η ενασχόληση με το παρελθόν τον αφήνουν παντελώς αδιάφορο.

Στον αντίποδα αυτού του τρόπου ζωής βρίσκεται ο «ηθικός» τρόπος, ο οποίος παρουσιάζεται στο δεύτερο μέρος από τον Β. Σκοπός του συγκεκριμένου τρόπου ζωής δεν είναι μόνο η εκπλήρωση των επιθυμιών του παρόντος αλλά και του μέλλοντος, χαρακτηρίζεται δε από το ότι ο άνθρωπος συνάπτει δεσμευτικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Ως ιδιαίτερο παράδειγμα του ηθικού τρόπου ζωής αναφέρει ο Κίρκεγκωρ στο Είτε – Είτε τον γάμο. Με την πρώτη ματιά φαίνεται πιο ανιαρός και λιγότερο εντυπωσιακός, στο άστατο παιχνίδι των απολαύσεων όμως αντιτάσσει έναν ενιαίο «τρόπο» ζωής, δημιουργώντας έτσι ένα είδος ταυτότητας για τον άνθρωπο. Ο τίτλος «Είτε – Είτε» σημαίνει λοιπόν: είτε επιλέγει κανείς τον αισθητικό τρόπο ζωής είτε τον ηθικό.

Ο Β δεν θεωρεί ότι ο ηθικός και ο αισθητικός τρόπος ζωής βρίσκονται σε απόλυτη αντίθεση μεταξύ τους. Ο ηθικός τρόπος ζωής αποτελεί γι’ αυτόν περισσότερο μια περαιτέρω εξέλιξη του αισθητικού. Έχει υιοθετήσει τις θετικές πλευρές της αισθητικής στάσης ζωής. Η αισθητική στάση ζωής είναι ενδιαφέρουσα, και μάλιστα απαραίτητη για μια ζωή με πληρότητα, δεν πρέπει όμως να σταματάμε σε αυτή.Έτσι ο γάμος δεν αποτελεί για τον Β μια δέσμευση λογικής και σκοπιμότητας, αλλά μια σχέση που βασίζεται στην αγάπη, κατά την οποία ο ερωτισμός του ρομαντικού ενθουσιασμού μετατρέπεται σε βαθιά εμπιστοσύνη που αντέχει στον χρόνο. Όλα τα θετικά χαρακτηριστικά του αισθητικού τρόπου ζωής -η αισθητική απόλαυση, η λεπτότητα, το «στοιχείο του ενδιαφέροντος»- πραγματώνονται μέσα στον γάμο, εφόσον εδραιώνονται στο πλαίσιο ενός κοινωνικού δεσμού. Με τη σύναψη ενός τέτοιου ερωτικού και ταυτόχρονα κοινωνικού δεσμού δημιουργείται μια ταυτότητα η οποία εμπεριέχει και το παρελθόν και το μέλλον.

Μια τέτοια ταυτότητα όμως δεν δημιουργείται τόσο απλά, βασίζεται σε συγκεκριμένη επιλογή. Και με την έννοια της «επιλογής» φτάνουμε στο επίκεντρο της φιλοσοφίας του Κίρκεγκωρ. Η κατά Κίρκεγκωρ «επιλογή» δεν είναι μια τυχαία «εκλογή», αλλά η σύλληψη εκείνου του στοιχείου που ήδη διαθέτει κανείς. Ο άνθρωπος πραγματώνεται μόνο όταν επιλέγει, που σημαίνει ότι αναλαμβάνει την ευθύνη του εαυτού του και όλων όσα αυτό συνεπάγεται. Η εν λόγω ανάληψη ευθύνης συμπεριλαμβάνει φυσικά και τη δέσμευση προς άλλους ανθρώπους, που με την επιλογή αυτή αναγνωρίζονται ως συνάνθρωποι και παύουν πια να θεωρούνται αντικείμενα. Συμπεριλαμβάνει και το παρελθόν κάθε ατόμου και τα σχέδια που κάνει για το μέλλον. Μέσω της επιλογής του ο άνθρωπος μπαίνει συνειδητά στη σφαίρα του χρόνου και αναπτύσσει μια σχέση με την ιστορία.

Η επιλογή κάνει τον άνθρωπο να συνειδητοποιεί την ελευθερία του, την ελευθερία που έχει να κατευθύνει και να διαμορφώνει υπεύθυνα τη ζωή του. Και με τον τρόπο αυτό αποχαιρετά μια ζωή που είναι “αδιακρίτως” παραδομένη στις απολαύσεις. Η συνειδητοποίηση της δυνατότητας επιλογής, η αξιοποίηση της δυνατότητας επιλογής ως αξιοποίηση της ελευθερίας και της υπευθυνότητας είναι για τον Κίρκεγκωρ πιο σημαντική από το εκάστοτε περιεχόμενο της επιλογής.

Αυτή είναι και η πραγματική σημασία του «Είτε – είτε». Αν και αρχικά μοιάζει σαν να πρόκειται για την επιλογή ανάμεσα σε δυο μορφές αυτοπραγμάτωσης, πρόκειται τελικά για την επιλογή ή τη μη επιλογή, για την αυτοπραγμάτωση ή τη μη αυτοπραγμάτωση. Το «Είτε – Είτε» σημαίνει επομένως: είτε προχωρά κανείς σε μια επιλογή, όπως κάνει ο ηθικός τύπος ανθρώπου, και δημιουργεί έναν εαυτό, μια ταυτότητα, είτε αποφεύγει την επιλογή, όπως κάνει ο αισθητικός τύπος, και ζει απλώς τη ζωή του κυνηγώντας τη στιγμή. Μόνο με την επιλογή, μόνο με την ηθική μορφή ύπαρξης ζει κανείς ουσιαστικά, αναλαμβάνοντας ευθύνες και υπερασπιζόμενος ως άτομο τις πράξεις του.

Πίσω από κάθε συνειδητή επιθυμία ικανοποιούνται άλλοι πιο βασικοί στόχοι του ατόμου

Το άτομο είναι ένα ενιαίο, οργανωμένο όλον. Στη θεωρία της παρώθησης, αυτή η εισήγηση σημαίνει πολλά συγκεκριμένα πράγματα. Για παράδειγμα, σημαίνει ότι μία επιθυμία κινητοποιεί ολόκληρο το άτομο και όχι απλώς ένα μέρος του. Δεν υφίστανται αυτοτελείς οντότητες όπως ανάγκη του στομάχου ή του στόματος ή των γεννητικών οργάνων. Υπάρχει μόνο μια ανάγκη του ατόμου. Ο Τζον Σμιθ είναι που θέλει τροφή, όχι το στομάχι του Τζον Σμιθ. Επιπλέον, η ικανοποίηση έρχεται σε ολόκληρο το άτομο και όχι μόνο σ’ ένα μέρος του. Η τροφή ικανοποιεί την πείνα του Τζον Σμιθ και όχι την πείνα του στομάχου του.

Η ενασχόληση των πειραματιστών με την πείνα ως απλώς μια λειτουργία της γαστρεντερικής οδού τούς έχει κάνει να παραβλέπουν το γεγονός ότι όταν οι άνθρωποι πεινούν, αλλάζουν όχι μόνον ως προς τις γαστρεντερικές τους λειτουργίες, αλλά και ως προς πολλές άλλες, ίσως ακόμη και ως προς τις περισσότερες άλλες λειτουργίες τους, Η αντίληψη αλλάζει (η τροφή γίνεται αντιληπτή πιο εύκολα απ’ ό,τι σε άλλες στιγμές). Οι αναμνήσεις αλλάζουν (είναι πιο πιθανό να θυμηθεί κάποιος ένα καλό γεύμα εκείνη τη στιγμή, παρά κάποια άλλη). Τα συναισθήματα αλλάζουν (υπάρχει περισσότερη ένταση και νευρικότητα απ’ ό,τι σε άλλες στιγμές) . Το περιεχόμενο της σκέψης αλλάζει (είναι πιο πιθανό να σκέφτεται το άτομο την εξασφάλιση τροφής, παρά τη λύση ενός αλγεβρικού προβλήματος). Κι αυτός ο κατάλογος μπορεί να επεκταθεί σχεδόν σε κάθε άλλη φυσική δυνατότητα, ικανότητα ή λειτουργία, τόσο σωματική όσο και ψυχική. Με άλλα λόγια, όταν οι άνθρωποι πεινούν, πεινούν ολόκληροι – είναι διαφορετικοί ως άτομα από αυτό που είναι σε άλλες στιγμές.

Ποιες είναι οι πιο κοινές άμεσες παρωθήσεις; Μπορούμε να τις βρούμε αρκετά εύκολα, παρατηρώντας τον εαυτό μας μια συνηθισμένη μέρα. Οι επιθυμίες που περνούν σαν αστραπή από τη συνείδησή μας είναι, πολύ συχνά, επιθυμίες για ρούχα, αυτοκίνητα, φιλικότητα, συντροφιά, έπαινο, γόητρο και τα παρόμοια. Συνήθως , οι ενορμήσεις αυτές διατυπώνονται ως δευτερεύουσες ή πολιτισμικές και θεωρείται ότι ανήκουν σε διαφορετική τάξη από αληθινά «αξιοσέβαστες» ή πρωταρχικές ενορμήσεις, δηλαδή τις βιολογικές ανάγκες. Στην πραγματικότητα όμως, είναι πολύ πιο σημαντικές για μας και πολύ πιο κοινές.

Εξετάζοντας προσεκτικά τις συνηθισμένες επιθυμίες που έχουμε στην καθημερινή ζωή, διαπιστώνουμε ότι οι επιθυμίες αυτές έχουν ένα τουλάχιστον σημαντικό χαρακτηριστικό: συνήθως, δεν είναι οι ίδιες σκοποί, αλλά μέσα για την επίτευξη ενός σκοπού. Θέλουμε χρήματα για να μπορέσουμε να αγοράσουμε αυτοκίνητο. Και θέλουμε αυτοκίνητο επειδή έχουν οι γείτονες και δεν θέλουμε να νιώθουμε κατώτεροί τους, έτσι ώστε να μπορέσουμε να διατηρήσουμε τον αυτοσεβασμό μας, κι έτσι οι άλλοι να μας αγαπούν και να μας σέβονται. Συνήθως, όταν αναλύουμε μια συνειδητή επιθυμία, διαπιστώνουμε ότι μπορούμε να πάμε πίσω απ’ αυτήν, σε άλλους, πιο βασικούς στόχους του ατόμου.

Η αυλή, ανάλογα με τη χαμηλή ή υψηλή κοινωνική μας θέση, θα μας αθωώσει ή θα μας ενοχοποιήσει αντίστοιχα

Ο οργισμένος Ουρανός έστειλε μια φοβερή επιδημία στη Γη, που ονομαζόταν πανούκλα, για να τιμωρήσει τον αμαρτωλό κόσμο. Η μολυσματική αυτή ασθένεια που προέρχεται από τον Αχέροντα έπληξε όλα τα ζώα. Δεν πέθαναν όλα, αλλά τα περισσότερα κείτονταν ετοιμοθάνατα,

Και κανένα δεν προσπαθούσε να βρει τροφή για να ταΐσει τις φλόγες της ζωής του που τρεμόπαιζαν. Δεν ορέγονταν καμιά τροφή. Δεν περιπλανιόνταν πια ούτε λύκοι ούτε αλεπούδες σε αναζήτηση άκακης και αβοήθητης λείας. Και τα περιστέρια δεν συντρόφευαν τα περιστέρια, γιατί η αγάπη και η χαρά είχαν χαθεί.

Το Λιοντάρι ανέβηκε στο βήμα και άρχισε να λέει:

«Αγαπητοί φίλοι, δεν αμφιβάλλω πως ο σκοπός του ουρανού είναι να δυστυχήσουμε εμείς οι αμαρτωλοί. Γι’ αυτό όποιος από εμάς έχει αμαρτήσει περισσότερο ας γίνει το θύμα των εκδικητικών στρατιών του ουρανού και ας εξασφαλίσει τη σωτηρία όλων μας. Κι αυτό επειδή ιστορία μας διδάσκει ότι σε τέτοιες κρίσιμες περιπτώσεις πρέπει να κάνουμε θυσίες. Ας εξετάσουμε τη συνείδησή μας χωρίς αυταπάτες και με αυστηρότητα. Όπως ανακαλώ στη μνήμη, για να κατασιγάσω τη λαιμαργία μου έφαγα πολλά αρνιά που δεν μου είχαν κάνει κανένα κακό και ακόμη είναι γνωστό ότι δοκίμασα και πίτα του Βοσκού. Ωστόσο πιστεύω ότι και άλλοι θα πρέπει να έρθουν αντιμέτωποι με τα αμαρτήματά τους. Το δίκαιο είναι να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να βρούμε τον πιο ένοχο»

«Μεγαλειότατε, είστε έξοχος βασιλιάς», ξεκίνησε να λέει η Αλεπού. «Τέτοιου ηθικοί ενδοιασμοί δείχνουν μεγάλη ευαισθησία. Μα την πίστη μου, είναι αμάρτημα να τρώει κανείς αρνιά που είναι τόσο πρόστυχα και κοινά; Όχι, μεγαλειότατε, δεν είναι αμάρτημα να καταβροχθιζοντας από κάποιον σαν κι εσάς. Όσο για τους βοσκούς, τους άξιζε ό,τι χειρότερο τους συνέβη, μια και συνωμοτούν για το πώς θα μας βλάψουν, πίσω από την πλάτη μας. Μόνο στα όνειρά τους θα μας εξουσιάσουν».

Έτσι μίλησε η Αλεπού και ακούστηκαν κολακευτικές ζητωκραυγές, ενώ κανείς δεν τολμούσε να κατευθύνει ψυχρά βλέμματα στην Τίγρη, στην Αρκούδα και σε άλλες υψηλότητες, διότι θα διέπραττε ασυγχώρητη παράβαση. Συμφωνούσαν όλοι πως καθεμία, άσχετα από ποια άτιμη ράτσα προερχόταν, ήταν πραγματικά αγία.

Μετά μίλησε ο Γάιδαρος:

«Θυμάμαι πως μια φορά διέσχισα το λιβάδι ενός αββαείου και καθώς πεινούσα λιγάκι δεν αμφιβάλλω ότι κάποιος δαίμονας λαιμαργίας με κατέλαβε κι έφαγα ένα σωρό από το άφθονο γρασίδι που φύτρωνε εκεί. Κανονικά δεν είχα δικαίωμα να κάνω κάτι τέτοιο».

Μεγάλη κατακραυγή έπεσε πάνω στο Γάιδαρο.

Ένας διαβασμένος Λύκος επέμεινε ότι ήταν άξιο της περιφρόνησής τους ένα τέτοιο καταραμένο ζώο που ήταν υπεύθυνο για την αντίξοη κατάσταση στην οποία βρίσκονταν όλοι τους. Έκριναν πως δεν του άξιζε τίποτα καλύτερο από τον απαγχονισμό. Τι αμαρτία να στερήσει το γρασίδι από το νόμιμο κάτοχό του!

Έμαθε λοιπόν ότι μόνο ο θάνατός του μπορούσε να εξαλειφθεί ένα τέτοιο στυγερό αμάρτημα. Η αυλή, ανάλογα με τη χαμηλή ή υψηλή κοινωνική μας θέση, θα μας αθωώσει ή θα μας ενοχοποιήσει αντίστοιχα.

Οι στιγμές ξεγνοιασιάς που μέσα στο άπειρο της ζωής ξεχωρίζουν

Μέσα στο μυαλό μου κυριαρχεί μια σκέψη, μία εικόνα από τα παλιά, ίσως από τα πολύ παλιά από αυτά που δεν είχα την τύχη να γνωρίσω και άκουγα τους άλλους να τα διηγούνται και εγώ απλά σχημάτιζα εικόνες στο μυαλό μου όταν ήμουν παιδί. Αυτές οι εικόνες χαράχτηκαν στο μυαλό μου και καθώς μεγάλωνα ωρίμασαν μαζί μου, καθώς μεγαλώνουμε ξέρεις αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά τις καταστάσεις της ζωής, ακόμη και αυτές που δεν ζούμε. Όπως όταν κάνουμε ένα ταξίδι, διαβάζουμε ένα βιβλίο ακόμη και αν είναι το ίδιο εμείς κάθε φορά το αντιμετωπίζουμε διαφορετικά, το αντιλαμβανόμαστε από άλλη οπτική γωνία. Κάθε φορά έχει κάτι καινούργιο να μας πει, κρύβει μία πραγματικότητα που δεν την είχαμε ανακαλύψει παλιότερα… Άλλωστε αυτή είναι η μαγεία της γνώσης, να μην την βαριέσαι αλλά να σε εκπλήσσει κάθε φορά, να σε εμπνέει.

Στο τελευταίο μου ταξίδι κάνοντας μία βόλτα ανάμεσα σε πετρόχτιστα σπίτια, εκεί που η πλάση μυρίζει μία άλλη εποχή που δεν είχα την τύχη να γεννηθώ, αλλιώτικη, διαφορετική από την δική μας, συνειδητοποίησα για άλλη μία φορά, πόσο απέχει η καθημερινότητα μας από την ηρεμία, τρέχουμε όλη μέρα και δεν προβαίνουμε να ζήσουμε, μέσα στο άγχος για όλα. Εκεί που η αύρα των σπιτιών που συναντώ είναι μεθυστική, εκεί βρήκα την ηρεμία που αναζητούσα μάταια στην καθημερινότητα μας, σε παρασύρει στο παρελθόν, εκεί που όλα βρίσουν τω ανήκει τους, την ιστορία τους. Ακόμη και εγώ σκέφτηκα έχω κάτι από αυτήν την εποχή, είναι ίσως αυτό που δεν με έκανε ποτέ να ταιριάξω με την δική μας.

Ο πλακόστρατος δρόμος που άλλοτε ανηφορίζει και άλλοτε κατηφορίζει θυμίζει τόσο το ταξίδι της ζωής που πάντοτε έχει κάτι να σου χαρίσει μέσα στο κακοτράχαλο δρόμο της… Άλλοτε ένα καταγάλανο ουρανό (ηρεμία), άλλοτε μία ανθισμένη αμυγδαλιά (ελπίδα), άλλοτε ένα πετρόχτιστο σπίτι (νοσταλγία), το κάθε τι συμβολίζει και από κάτι, έχει ένα μήνυμα να σου πει, διείσδυσε βαθιά μέσα του και θα καταλάβεις το νόημα του.

Πόσα κρυμμένα μυστικά έχει αυτή η ζωή μέσα στο διάβα της; Περπατάμε ο ένας σχεδόν δίπλα στον άλλον, έχουμε διαφορετική φυσιογνωμία και σκέψεις και ας βρισκόμαστε στο ίδιο μέρος και ας βλέπουμε τα ίδια πράγματα, είμαστε τόσο μακριά και ταυτόχρονα τόσο κοντά μεταξύ μας που αν το αναλογιστούμε μας τρομάζει.. Τα βλέμματα μας κάπου συναντιούνται, κοιταζόμαστε και μετά συνεχίζουμε την πορεία μας. Σε τέτοια μέρη που η μαγεία της φύσης συναντά την τέχνη, έχουμε την τάση να κάνουμε μία στάση, να πάρουμε μία ανάσα, να απαθανατίσουμε την στιγμή σε μία φωτογραφία, να έχουμε να την κοιτάμε, να αναπολούμε μέρες ξεγνοιασιάς σε μέρες που το άγχος της καθημερινότητας, μας πνίγει. Είναι που όλα μερικές φορές είναι τόσο μαγευτικά όσο αυτή η στιγμή και είναι φορές που όλα μοιάζουν τόσο μάταια που τίποτα δεν σου κάνει εντύπωση.

Τι σκέψεις κάνει το μυαλό μας άραγε όταν βρισκόμαστε σε μέρη βγαλμένα από παραμύθι;… Χάνεται και δεν αφήνει τα μάτια να χαθούν μέσα στο τοπίο. Είναι η νοσταλγία που αποπνέει αυτό το περιβάλλον, η ευωδιαστική μυρωδιά της κάθε εποχής που φέρνει τόσο αβίαστα το μυαλό μας να συναντηθεί με σκέψεις που δεν συλλογίστηκε ποτέ, περίμενε ίσως αυτή την στιγμή. Πόσο ανάγκη έχουμε αυτές τις ανάπαυλες, τις ανάσες από το καθημερινό ταξίδι της ζωής; Ίσως περισσότερο και από όσο φανταζόμαστε. Θα ήθελα τελειώνοντας αυτές τις σκέψεις να κάνω μία τελευταία που μοιάζει περισσότερο με ευχή: από κάθε τι που συμβαίνει να παίρνουμε ένα μήνυμα, κάτι που θα μας κάνει όταν νιώθουμε ότι όλα είναι μάταια πως κάτι έχει νόημα και είναι αυτές οι στιγμές ξεγνοιασιάς που μέσα στο άπειρο της ζωής ξεχωρίζουν.

Η σκοτεινή πλευρά της ψυχικής ανθεκτικότητας

Η ψυχική ανθεκτικότητα ορίζεται ως η ψυχολογική ικανότητα προσαρμογής και αντιμετώπισης του άγχους. Είναι η ικανότητα προσαρμογής ενάντια στις αντιξοότητες, στο τραύμα, τις τραγωδίες, τις απειλές, τις σημαντικές πηγές στρες και τις συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες της ζωής.

Αυτό το χαρακτηριστικό ήταν πάντα επιθυμητό. Πολλοί μεγάλοι φιλόσοφοι έχουν υποστηρίξει τις αρετές του, από το περίφημο «ό,τι δεν με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό» του Nietzsche, μέχρι τον Σενέκα, που υποστήριζε ότι οι δυσκολίες δυναμώνουν το μυαλό, με τον ίδιο τρόπο που η σωματική εργασία ενισχύει το σώμα.

Ωστόσο, ανάλογα με τον τρόπο που ο καθένας μας αντιλαμβάνεται προσωπικά την ψυχική ανθεκτικότητα, στην πραγματικότητα, μπορεί να γίνει δίκοπο μαχαίρι. Με ποιους τρόπους μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο και πότε από υγιής ψυχική άμυνα, μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις τόσο στο κοινωνικό σύνολο, όσο και στην ψυχολογία μας;

Η ψυχική ανθεκτικότητα μπορεί να σε κάνει να επιμένεις χωρίς νόημα

Η πρώτη περίπτωση όπου η ακραία ψυχική ανθεκτικότητα, μπορεί πραγματικά να είναι επιζήμια, είναι εάν προσπαθείς να πετύχεις έναν μη ρεαλιστικό ή ανέφικτο στόχο. Το «ο ουρανός είναι το όριο» ή κάποια άλλη εκδοχή αυτής της φράσης, στην πραγματική ζωή δεν ισχύει.

Η ψυχική ανθεκτικότητα μπορεί έτσι να οδηγήσει σε ψεύτικες ελπίδες και να γίνει η αιτία να σπαταλήσεις τεράστια ποσά χρόνου και ενέργειας, χωρίς κανένα ρεαλιστικό πλαίσιο. Τείνει ουσιαστικά να συμβαδίζει με την υπερβολική αυτοπεποίθηση και την αβάσιμη αισιοδοξία.

Μερικές φορές, δεν είναι τίποτα άλλο από τοξική θετικότητα

Εάν το παρακάνουμε, η θετικότητα μπορεί να μας κάνει να αγνοήσουμε την πραγματικότητα και πράγματα που μας προκαλούν θλίψη, ανησυχία ή άγχος. Αρνούμαστε τα συναισθήματά μας, προσπαθώντας να πείσουμε τους εαυτούς μας ότι υπάρχουν τόσα πολλά για τα οποία πρέπει να είμαστε ευγνώμονες.

Ο πόνος, το άγχος και η γενικευμένη δυσφορία, θεωρούνται «μιαρά» συναισθήματα, τα οποία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πρέπει να αποβάλλουμε, χωρίς καμία επεξεργασία.

Όταν όμως η ηρεμία και η ευτυχία θεωρούνται προεπιλεγμένες καταστάσεις, υπονοείται ότι κάτι δεν πάει καλά με εμάς τους ίδιους. Εμείς φταίμε αν νιώθουμε αγχωμένοι ή δυστυχισμένοι.

Το να αναγκάζουμε όμως τον εαυτό μας ή τους γύρω μας να είναι ευτυχισμένοι με κάθε κόστος, έχει ένα τίμημα. Καταστέλλει σημαντικά συναισθήματα και καταχωνιάζει πληροφορίες, που μπορεί να είναι κρίσιμες για την ευημερία μας.

Μη ρεαλιστική αναδρομή

Εξ ορισμού, η ψυχική ανθεκτικότητα συνεπάγεται την επιστροφή σε μια προηγούμενη κατάσταση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό μπορεί να είναι απίθανο ή εντελώς αδύνατο.

Όταν κολλάμε στο πώς «πρέπει» να είμαστε, δεν αναγνωρίζουμε τις επιλογές που έχουμε στη διάθεσή μας.

Μια πιο ελπιδοφόρα και ρεαλιστική προσέγγιση, είναι η συνειδητοποίηση και ο συμβιβασμός με το γεγονός ότι είμαστε μέρος αέναων αλλαγών.

Μπορεί να χρησιμοποιείται ως ακύρωση

Η ακραία ψυχική ανθεκτικότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί περιφρονητικά προς τους γύρω μας, επιπλήττοντάς τους επειδή δεν είναι «αρκετά δυνατοί».

Ενώ το να λες σε κάποιον ότι είναι «δυνατός» είναι κομπλιμέντο, μπορεί ταυτόχρονα να σημαίνει ότι δεν θέλεις να τον δεις να υποφέρει, επειδή σε κάνει να νιώθεις άβολα. Μπορεί να είναι σαν να λες: «Ξέρεις τί πρέπει να κάνεις μην με ενοχλείς».

Ο κίνδυνος της απάθειας μπροστά στις αντιξοότητες

Ο πιο προφανής ίσως κίνδυνος της ψυχικής ανθεκτικότητας, είναι ότι μπορεί να μας κάνει υπερβολικά ανεκτικούς σε αρνητικά γεγονότα.

Ο ορυμαγδός αρνητικών ειδήσεων, οι δυσκολίες της ενήλικης ζωής και οι αναπόφευκτες αλλαγές σε έναν συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο, μπορούν να δοκιμάσουν την ενσυναίσθηση μας. Σε τέτοιο σημείο που μετατρέπονται σε παραίτηση, ματαίωση, ανοχή και απάθεια.

Η ψυχική ανθεκτικότητα μπορεί να σε κάνει σκληρό κριτή

Ένας από τους μεγαλύτερους μύθους γύρω από την ψυχική ανθεκτικότητα, είναι ότι κάτι δεν πάει καλά με κάποιον που δεν μπορεί να προσαρμοστεί και μάλιστα γρήγορα. Η ψυχική ανθεκτικότητα παύει να είναι χρήσιμη όταν γίνεται ένας τρόπος να επισημάνουμε σε κάποιον άλλο ή στον εαυτό μας, ότι απέτυχε.

Στην πραγματικότητα χρειαζόμαστε χρόνο για να προσαρμοστούμε σε μια αλλαγή, όσο αναπόφευκτη κι αν είναι.

Κυβερνήτης Αντίοχος: Πώς ένας Αθηναίος χάρισε τη νίκη στον πελοποννησιακό στόλο

Βρισκόμαστε στην τελευταία περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Μετά από τη λαμπρή επιτυχία του αθηναϊκού στόλου στη ναυμαχία της Κυζίκου, οι Αθηναίοι έγιναν και πάλι κύριοι του Ελλησπόντου.

Επικεφαλής του αθηναϊκού στόλου ήταν ο Αλκιβιάδης, ο οποίος, εκτός από τις προσπάθειες να επαναφέρει την περιοχή υπό αθηναϊκή ηγεμονία, ίδρυσε και το «δεκατευτήριον» στο Βόσπορο, τελωνείο δηλαδή από το οποίο οι Αθηναίοι θα εισέπρατταν το φόρο της δεκάτης (δασμούς 10%) από όλα τα εμπορικά πλοία που θα διέσχιζαν το Βόσπορο.

Όλα έδειχναν πως η Αθήνα είχε αποκαταστήσει τη δύναμή της, πως ο φριχτός αυτός πόλεμος θα τελείωνε και πως επιτέλους θα υπογραφόταν συνθήκη με τους Σπαρτιάτες.

Όμως, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι είχαν στείλει πρέσβεις για να διαπραγματευτούν τους όρους της ειρήνης, οι πολεμοκάπηλοι, για προφανείς λόγους, παρέσερναν τους Αθηναίους στη συνέχιση του αιματηρού και παράλογου εκείνου πολέμου.

Στρατηγός του αθηναϊκού στόλου παραμένει ο Αλκιβιάδης, ενώ του πελοποννησιακού αναλαμβάνει τώρα ο Λύσανδρος.

Οι στρατηγικές εξελίξεις έδειχναν στους Αθηναίους ότι έπρεπε να ναυμαχήσουν εναντίον του Λύσανδρου στην Έφεσο. Εκεί, η νίκη της ναυμαχίας θα εξασφάλιζε το Αιγαίο και τα Στενά.

Τα πράγματα τελικά δεν ήταν τόσο απλά, γιατί τα ταμεία των Αθηνών ήταν άδεια και ο Αλκιβιάδης προσπαθούσε να αναζητήσει λάφυρα ως αμοιβή για τους άνδρες του.

Αυτό τον έκανε να καθυστερεί να ναυμαχήσει, γεγονός που εκμεταλλεύτηκαν οι αντίπαλοι, οι οποίοι είχαν το χρόνο να συγκροτήσουν το ναυτικό τους και να εκπαιδεύσουν τα πληρώματά τους.

Επιπροσθέτως, είχαν την οικονομική βοήθεια και υποστήριξη από τον μέγα βασιλέα.

Έτσι, ο Λύσανδρος, από τις περσικές ενισχύσεις έδιδε μισθό τεσσάρων οβολών για κάθε ναύτη, σε αντίθεση με τον Αλκιβιάδη, ο οποίος δυσκολευόταν πολύ να δώσει ακόμα και τους τρεις οβολούς που θεωρούνταν, τρόπο τινά, ο συνήθης μισθός για την εποχή εκείνη.

Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι ο μισθός ήταν από αρχαιοτάτων χρόνων ένας σημαντικός παράγοντας για να επιλέξει ο ναυτικός σε ποιο στόλο ή σκάφος θα ανήκε (Θουκυδίδου, Ιστοριών Α’ 31). Οπότε, δεν θα πρέπει να κρίνουμε αυστηρά εκείνους που λιποτακτούσαν από τον αθηναϊκό στόλο και πήγαιναν στον πελοποννησιακό λόγω υψηλότερων αμοιβών.

Με ολοένα περισσότερους άνδρες λοιπόν ο Λύσανδρος είχε συγκροτήσει το ναυτικό του και είχε ανελκύσει στην ξηρά της Εφέσου τα πλοία του. Με την αίσθηση της υπεροχής και με την ικανοποίηση ότι συγκέντρωνε ολοένα και περισσότερους ναύτες, με την ησυχία του, καθάριζε και επισκεύαζε τα πλοία του.


Κατά τον Πλούταρχο (Αλκιβιάδης, 35), ο Αλκιβιάδης, βλέποντας πως έχουν τα πράγματα, πήγε στην Καρία για να εξασφαλίσει πηγές χρηματοδότησης. Άφησε επικεφαλής του στόλου του τον προσωπικό του κυβερνήτη Αντίοχο με την εντολή «να μη ναυμαχήσει, ακόμα και αν του επιτεθούν».

Κατά τον Ξενοφώντα (Ελληνικά Α’ 5, 11), ο Αλκιβιάδης άφησε τον Αντίοχο με την ίδια εντολή κι έφυγε όχι για την Καρία αλλά για να βοηθήσει τον Θρασύβουλο ο οποίος οχύρωνε τη Φώκαια. Από την άλλη, ο Διόδωρος Σικελιώτης (Ιστορική Βιβλιοθήκη ΙΓ’ 71) μας λέγει ότι όταν ο Αλκιβιάδης έμαθε ότι ο Λύσανδρος αρματώνει τον στόλο του στην Έφεσο, έβαλε πλώρη για να τον αντιμετωπίσει με όλο του τον στόλο.

Επειδή κανείς δεν βγήκε να ναυμαχήσει τότε, προσόρμισε τα περισσότερα πλοία του στο Νότιον, παρέδωσε την αρχηγία στον Αντίοχο, με τις ίδιες πάντα εντολές, και κατευθύνθηκε προς τις Κλαζομενές, που ήταν σύμμαχος πόλη των Αθηναίων και υπέφερε από λεηλασίες κάποιων εξορίστων.

Όποια όμως και αν ήταν η αιτία της απουσίας του Αλκιβιάδη, αυτό που έχει σημασία τελικά είναι ότι σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή απουσίαζε, έχοντας αφήσει πίσω του όχι έναν στρατηγό αλλά έναν κυβερνήτη!

Η ναυμαχία στο Νότιον

Παρά την εντολή που είχε λάβει ο Αντίοχος από τον Αλκιβιάδη «να μην εμπλακεί σε ναυμαχία μέχρι να επιστρέψει ο ίδιος» (Διοδώρου Σικελιώτου, ΙΓ’ 71, 1), αυτός επάνδρωσε τα δέκα καλύτερα πλοία του στόλου, ενώ στους κυβερνήτες έδωσε εντολή να έχουν τα υπόλοιπα σε ετοιμότητα σε περίπτωση που χρειαστεί να ναυμαχήσουν.

Κατόπιν κατευθύνθηκε εναντίον των εχθρών και τους προκαλούσε σε ναυμαχία: «Έπλευσε με αυτές (τις τριήρεις) στην Έφεσο, και, παραπλέοντας κοντά στις πλώρες των εχθρών, έλεγε και έπραττε πολλά ακόλαστα και βωμολόχα» («επιπλεύσαι τη Εφέσω και παρά τας πρώρας των πολεμίων νεών πολλά και πράττων και φθεγγόμενος ακόλαστα και βωμολόχα παρεξελαύνειν»/Πλουτάρχου, Αλκιβιάδης, 35).

Αυτή η ανώριμη συμπεριφορά σίγουρα δεν αρμόζει σε κάποιον υπαξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού. Ο Αντίοχος δεν χωρεί αμφιβολία, όχι μόνο για το ότι ήθελε να προκαλέσει ναυμαχία αλλά και για το ότι ήθελε να εφαρμόσει ξανά την τακτική που είχε ακολουθήσει με επιτυχία ο Αλκιβιάδης στη ναυμαχία της Κυζίκου.

Μια ευφυέστατη τακτική η οποία ήταν πολύ καλά μελετημένη από έναν σπουδαίο στρατηγό.

Με λίγα λόγια, ο Αντίοχος ήθελε να προκαλέσει τον εχθρό δείχνοντάς του ότι διαθέτει λιγότερα πλοία, να τον παρασύρει στ’ ανοιχτά και μετά να τον αιφνιδιάσει με την επίθεση όλου του στόλου, ο οποίος με κάποιο «μαγικό» τρόπο θα είχε πετύχει και την υπερφαλάγγιση.

Όμως, ο Αντίοχος, δεν είχε προχωρήσει σε μελέτη χώρου, στόλου και παραμέτρων και δεν είχε καθορίσει έναν σαφή και εφικτό αντικειμενικό σκοπό, πράγμα που αποτελεί θεμελιώδες δόγμα στρατηγικής.

Αντιθέτως, ο κυβερνήτης προέβη σε ενέργειες για εντυπωσιασμό, κάτι που οδήγησε σε άσκοπη ανάλωση δυναμικού, κρίση της αξιοπιστίας της διοικήσεως, πτώση του ηθικού και λήξη της επιχειρήσεως με αποτυχία. Φυσικά δεν πρέπει να παραβλέψουμε και το μέγα σφάλμα στη στρατηγική του, το οποίο ήταν να επαναλάβει ακριβώς την ίδια τακτική στον ίδιο εχθρό!

Ο Λύσανδρος, από την άλλη, ήταν ένας στρατηγός που είχε διακριθεί στο παρελθόν και που είχε μελετήσει πολύ σοβαρά τη στρατηγική των Αθηναίων.

Αν και στη ναυμαχία της Κυζίκου επικεφαλής του σπαρτιατικού στόλου ήταν ο Μίνδαρος, αυτό δεν εμπόδισε τον Λύσανδρο να μελετήσει όλες τις παραμέτρους σε μια ναυμαχία στην οποία ο στόλος του είχε χάσει.

Επιπλέον, ο Λύσανδρος γνώριζε ήδη ότι ο Αλκιβιάδης έλειπε και ότι είχε αναθέσει τη διοίκηση του στόλου του σε έναν άπειρο υπαξιωματικό.

Έχοντας αντιληφθεί λοιπόν πώς είχε η κατάσταση, θα πρέπει να ένιωθε απολύτως ικανοποιημένος μπροστά σε τέτοια ευκαιρία για διττή επιτυχία: και να κερδίσει τη ναυμαχία και να ρεζιλέψει εντελώς τον αθηναϊκό στόλο.

Αυτό λοιπόν και έπραξε. Αρχικά καταδίωξε τον Αντίοχο με λίγα πλοία. Οι Αθηναίοι έσπευσαν να βοηθήσουν τον Αντίοχο.

Ο Λύσανδρος συνέταξε όλο το στόλο του σε τάξη μάχης. Από το Νότιον, η κύρια δύναμη του αθηναϊκού στόλου είδε το μικρό στολίσκο του Αντίοχου να επιστρέφει, με τον εχθρικό στόλο να τον ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής.

Επικράτησε πανικός! Δεν υπήρχε χρόνος ούτε για την εξεύρεση της κατάλληλης ηγεσίας ούτε για ανάλογο σχηματισμό μάχης. Τα αθηναϊκά πλοία καθελκύονταν στη θάλασσα όπως-όπως. Αντίθετα, ο στόλος του Λυσάνδρου ναυμαχούσε με τάξη, σκότωσε τον Αντίοχο, συνέλαβε πολλά πλοία και αιχμαλώτους, και φυσικά έστησε τρόπαιο νίκης.

Τελικά, το σχέδιο της ακαριαίας εκτονώσεως μαχητικής ισχύος στο ευάλωτο σημείο του εχθρού, και καλά μελετημένο ήταν και εφαρμόστηκε στη ναυμαχία.

Η κεραυνοβόληση του αντιπάλου έγινε. Όχι όμως από τον Αντίοχο αλλά από τον Λύσανδρο! Η επιθυμία του Αντίοχου λειτούργησε ως «μπούμερανγκ» για τον ίδιο, ο οποίος είχε φροντίσει να έχει ανοιχτά πολλά ευάλωτα σημεία.

Όταν ο Αλκιβιάδης έμαθε τι έγινε ήταν βέβαια αργά. Επέστρεψε με τα υπόλοιπα πλοία του και κινήθηκε με όλο πλέον το στόλο του, προκαλώντας τον Λύσανδρο: «Εκείνος όμως αρκούνταν στη νίκη του και δεν κινήθηκε κατά του Αλκιβιάδη» («Ο δ’ ηγάπα νενικηκώς και ουκ αντανήγετο»/Πλουτάρχου, Αλκιβιάδης, 35).

Το «παράδοξο» της εκλογής του Αντίοχου

Για τον Αντίοχο, οι πληροφορίες που έχουμε, αν και δεν είναι επαρκείς, σκιαγραφούν ωστόσο την προσωπικότητά του. Κατά τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, ο Αντίοχος ήταν ένας άνθρωπος «εκ φύσεως επιπόλαιος» («ων τη φύσει πρόχειρος»/ΙΓ’ 71, 1), ενώ, κατά τον Πλούταρχο, «ήταν μεν καλός κυβερνήτης, αλλά κατά τα άλλα ήταν ανόητος και υπερόπτης» («αγαθός μεν ην κυβερνήτης, ανόητος δε τάλλα και φορτικός»/Αλικιβιάδης, 35).

Έτσι εγείρεται το ερώτημα αφού αυτός ο άνθρωπος είχε ελαττώματα ασυμβίβαστα με την ιδιότητα του στρατηγού, τότε γιατί τον επέλεξε ο Αλκιβιάδης ως προσωρινό στρατηγό σε μια τόσο κρίσιμη ναυμαχία; Δεν υπήρχαν άλλοι, ικανότεροι, με πείρα, που είχαν διατελέσει στρατηγοί και στο παρελθόν;

Ακόμα και αν οι στρατηγοί του Αλκιβιάδη έλειπαν σε άλλες αποστολές, τότε θα έπρεπε να διοριστεί ένας τριήραρχος που είχε πείρα και είχε διακριθεί σε προηγούμενες ναυμαχίες. Γιατί όμως, αντ’ αυτού, στρατηγός διορίστηκε ένας «ανόητος» υπαξιωματικός;

Κατά μία άποψη

Οι περισσότεροι αξιωματικοί λόγω παλαιοτέρων πολεμικών διακρίσεων τους και ανεξαρτησίας πνεύματος δεν θα υπάκουαν στην εντολή να μην πλεύσουν εναντίον των πλοίων του Λύσανδρου.

Θα το θεωρούσαν ευκαιρία για να «κλέψουν» λίγη από τη δόξα της ναυμαχίας.

Ένας απλός κυβερνήτης, όμως, και δη άπειρος, δεν θα αποτολμούσε να προβεί σε τόσο μεγάλο εγχείρημα, πόσο μάλλον όταν είχε διατελέσει και για κάποιο διάστημα προσωπικός κυβερνήτης του πλοίου του Αλκιβιάδη.

Τελικά βέβαια αποδείχτηκε εσφαλμένη αυτή η εκτίμηση του Αλκιβιάδη, αφού ο Αντίοχος υπήρξε αναμφισβήτητα λανθασμένη επιλογή.

Κατ’ άλλη άποψη

Εφόσον υπήρξε επί πολλά έτη ο προσωπικός κυβερνήτης του, αποκλείεται ο Αλκιβιάδης να μη γνώριζε τα ελαττώματά του: εκ φύσεως επιπόλαιος, ανόητος και υπεροπτικός.

Επιπροσθέτως, γνωρίζουμε ότι ο Αλκιβιάδης ήταν άνθρωπος ευφυέστατος και ως στρατηγός γνώριζε ότι η σπουδαιότητα του «διοικείν είναι το εκλέγειν», γεγονός που μας οδηγεί στο να αποκλείσουμε ότι διέπραξε ένα τόσο μεγάλο σφάλμα ως προς την επιλογή του σωστού ανθρώπου για τη συγκεκριμένη ναυμαχία.

Εάν δεχθούμε όμως αυτή την άποψη, τότε γεννάται ένα περίεργο ερώτημα: μήπως ο Αλκιβιάδης είχε αντιληφθεί ότι με άδεια ταμεία και διαρκείς λιποταξίες το «παιχνίδι» ήταν πλέον χαμένο;

Μήπως ήθελε να χρεωθεί κάποιος άλλος, και όχι αυτός, την ήττα; Οπότε, ένας αξιωματικός με πείρα θα καταλάβαινε ότι τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα και θα περίμενε τον Αλκιβιάδη να επιστρέψει για να χειριστεί την κατάσταση τηρώντας ακριβώς την εντολή του, ενώ ένας ανόητος δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί την κρισιμότητα της κατάστασης και ένας υπερόπτης θα εκμεταλλευόταν την ευκαιρία προκειμένου να διακριθεί, δίχως να υπολογίσει το κόστος.

Ο Αντίοχος ήταν το κατάλληλο πρόσωπο γιατί διέθετε όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

Το γεγονός βέβαια ότι αργότερα προκαλούσε ο Αλκιβιάδης για ναυμαχία τον Λύσανδρο μπορεί να θεωρηθεί ως «κίνηση μπαλαντέρ», αφού, από τη μία, δικαιώνει την πρώτη άποψη, αλλά από την άλλη, δεν αποκλείει και την περίπτωση αυτό να έγινε ακριβώς για να δικαιώσει την πρώτη άποψη.

Σκέψεις & Συμπεράσματα

Ενώ η λαμπρή νίκη της Κυζίκου τους είχε εξασφαλίσει πολλά πλεονεκτήματα, τώρα, με τη ναυμαχία στο Νότιον, οι Αθηναίοι χάνουν την κυρίαρχη θέση τους στην Ιωνία.

Αντίθετα, οι Σπαρτιάτες διαθέτουν πολλές πηγές χρηματοδότησης, στόλο συνεχώς διογκούμενο και ηθικό υψηλό!

Ίσως αυτό το «φιάσκο» στο Νότιον να προκαλεί πολλά ερωτήματα αλλά και αντιφατικά συναισθήματα.

Αδιαμφισβήτητο όμως είναι ότι η λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου μοιάζει να πλησιάζει και η πλάστιγγα γέρνει πλέον υπέρ της Σπάρτης.

Ο θυμός μας προς τους άλλους είναι θυμός προς τον εαυτό μας

Κάθε φορά που νομίζουμε πως θυμώνουμε με τους άλλους, στην ουσία θυμώνουμε με τον εαυτό μας. Και αν αρχίσουμε να παρατηρούμε τι γίνεται μέσα μας, αν επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ψάξει βαθύτερα, θα το διαπιστώσουμε αυτό.

Ο θυμός μας προς τους άλλους είναι απλά η προβολή του δικού μας, κεκαλυμμένου εσωτερικού θυμού, για την απογοήτευση που νιώθουμε, για τις προσδοκίες που δεν επαληθεύτηκαν, για την έλλειψη ικανοτήτων ή σωστής κρίσης από μέρους μας ενδεχομένως…

Νομίζουμε πως θυμώνουμε γιατί κάποιος μας κορόιδεψε για παράδειγμα και στην ουσία ο θυμός μας είναι προς τον εαυτό μας που δεν κατάλαβε τι άνθρωπος ήταν, που του έδωσε περισσότερα από όσα έπρεπε να του δώσει, που εθελοτυφλούσε ίσως στα σημάδια του χαρακτήρα που δεν ήθελε να δει.

Νομίζουμε πως θυμώνουμε για το ψέμα και την προδοσία κάποιου και στην ουσία θυμώνουμε με τον εαυτό μας που επέτρεψε να έχει προσδοκίες μεγαλύτερες από αυτές που άξιζε ο συγκεκριμένος άνθρωπος. Προσδοκίες που πονούν, αφού δεν ικανοποιήθηκαν και προκαλούν θυμό προς εμάς που επιτρέψαμε αυτόν τον πόνο, τον οποίο μπορούσαμε να αποτρέψουμε, έχοντας λιγότερες προσδοκίες.

Νομίζουμε πως θυμώνουμε για την απαξίωση που μας δείχνει κάποιος ή την απόρριψή του και στην ουσία θυμώνουμε με τον εαυτό μας που δεν κατάφερε να τον κάνει να δει την αξία μας, τις ικανότητές μας, όλα όσα έχουμε να προσφέρουμε. Ή ίσως θυμώνουμε γιατί νιώθουμε και οι ίδιοι ανεπαρκείς, οπότε επαληθεύεται μέσω της συμπεριφοράς του, η άσχημη αυτοεικόνα μας κι αυτό μας θυμώνει πολύ.

Νομίζουμε πως θυμώνουμε γιατί δεν μας καταλαβαίνουν, αλλά βαθιά μέσα μας θυμώνουμε με εμάς που δεν γίναμε κατανοητοί. Νομίζουμε πως θυμώνουμε γιατί δεν μας φροντίζουν,στην ουσία όμως θυμώνουμε με τον εαυτό μας που δεν γίνεται πιο διεκδικητικός ή που νιώθει πως δεν αξίζει φροντίδα κι επιβεβαιώνεται.

Νομίζουμε πως θυμώνουμε με όσους μας κακοποιούν, αλλά θυμώνουμε με εμάς είτε γιατί δεν καταφέραμε να βάλουμε σαφή όρια απέναντί τους, είτε γιατί δεν καταφέραμε να τους κάνουμε να τα δουν και να τα σεβαστούν.

Θυμώνουμε ακόμη και απρόσωπα. Με την πολιτεία, το κράτος, τους θεσμούς που δεν τηρούνται, για παράδειγμα. Και πάλι όμως, θυμώνουμε με τον εαυτό μας που νιώθει τόσο μικρός απέναντί τους και τόσο αδύναμος να τους αντισταθεί και να τους νικήσει.

Κι επειδή – σύμφωνα και με τη φράση του Γκάντι – «Κανείς δεν μπορεί να σε πληγώσει αν δεν του το επιτρέψεις», την επόμενη φορά που θα νιώσεις τον θυμό σου να προβάλεται στο πρόσωπο κάποιου άλλου, κοίταξε στον καθρέφτη σου και προσπάθησε να αναγνωρίσεις το θυμό προς τον εαυτό σου.

Κι αφού το κάνεις αυτό, συγχώρεσε τις αδυναμίες που εντόπισες σε εσένα, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσεις να συγχωρήσεις κι εκείνον, που έγινε απλά ο καθρέφτης του δικού σου θυμού.

Κάποτε οι ήρωες πολεμούσαν για να σώσουν τους ανθρώπους. Σήμερα οι ήρωες πολεμούν για να σώσουν την ανθρωπιά

Οι άνθρωποι πάντοτε αναγνώριζαν ήρωες. Πρώτα λάτρεψαν ήρωες και έπειτα θεούς. Η δημιουργία ηρώων συνδέεται άμεσα με τις εποχές και τις ανάγκες των ανθρώπων. Συνεπώς τα κριτήρια ηρωοποίησης διαφέρουν από εποχή σε εποχή. Στην αρχαιότητα για να συμπεριληφθεί κάποιος στο πάνθεον των ηρώων έπρεπε να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο το λιγότερο έναν μεγάλο άθλο. Ας θυμηθούμε τον Ηρακλή ή τον Θησέα. Στους αγώνες του '21 καταστερώθηκαν άντρες όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης ή ο Ανδρούτσος. Σήμερα βέβαια τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δεν χρειάζεται κάποιος να σκοτώσει το λιοντάρι της Νεμέας, να γίνει τουρκοφάγος ή να εξοντώσει τον Προκρούστη για να γίνει ήρωας. Στην σημερινή πραγματικότητα ήρωας θεωρείται και αυτός ο οποίος λειτουργεί με βάση τις αρχές του ανθρωπισμού. Η αυτοθυσία, η τιμιότητα, η καλοσύνη, η ανθρωπιά είναι αρετές που αν εκφραστούν κοινωνικά είναι δυνατόν να αναδείξουν κάποιον σε ήρωα.

Κάποτε οι ήρωες πολεμούσαν για τους ανθρώπους. Οι ήρωες της εποχής μας πολεμούν για να σώσουν την ανθρωπιά. Όλοι όσοι συμπάσχουν όταν βλέπουν τους άλλους να πονάνε ή να πεινάνε και σπεύδουν αλληλέγγυοι να τους βοηθήσουν, χωρίς να προσδοκούν προσωπικά οφέλη, είναι σύγχρονοι ήρωες. Ηρωικά παρακάμπτουν το γνωστό «ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος» και το ίδιο ηρωικά μεταβάλλονται σε αγγέλους βοήθειας. Ο σύγχρονος λοιπόν ήρωας φορά το ένδυμα της καθημερινότητας, την φόρμα του εργάτη, την ποδιά της νοικοκυράς, την στολή του στρατιώτη και αγωνιστή της ισότητας και της δικαιοσύνης και συντρέχει στον ανθρώπινο πόνο και στην ανθρώπινη ανάγκη.

Παράλληλα με τον ήρωα της προσφοράς και της αλληλεγγύης συμπορεύεται και ο ήρωας της διπλανής πόρτας. Είναι αυτός που μοχθεί για να βγάλει το ψωμί του χωρίς να καταφεύγει σε αθέμιτους τρόπους πλουτισμού. Είναι ο ηρωισμός της καθημερινότητας, που γίνεται ακόμη πιο σημαντικός, όταν ο άνθρωπος βαδίζει τον δρόμο του σκληρού μόχθου ασυμβίβαστος και αξιοπρεπής. Εκεί φτάσαμε. Στην εποχή των πλαστικών συνειδήσεων το να επιλέγει κανείς την τιμιότητα, να αντιστέκεται στις εύκολες προκλήσεις του καιρού, να μένει πιστός στον εαυτό του και να μην τον ψευτίζει είναι ηρωισμός. Σε αυτούς τους αφανείς ήρωες αναφέρεται ο Σεφέρης όταν λέει: ‘’Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά’’ (Ο τελευταίος Σταθμός, συλλογή: Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄). Είναι αυτοί οι οποίοι υπηρετούν τους πάσχοντες συνανθρώπους τους και με αταλάντευτη την συνείδηση παραμένουν σταθεροί στις αιώνιες αξίες της ανθρωπιάς και της δημοκρατίας.

Για μας αυτοί είναι οι πραγματικοί ήρωες, που δρουν έξω και πέρα από τα φώτα της δημοσιότητας για το κοινό καλό κάθε στιγμή που το απαιτεί. Η κοινωνία μας, κοινωνία της άμετρης κατανάλωσης, έχει γεννήσει πολλούς ανθρώπους έτοιμους για κοινωνικούς άθλους, ανθρώπους άξιους να γίνουν ηρωικά πρότυπα στις νέες γενιές. Αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να προβάλλονται στους νέους. Οι ήρωες αυτοί όμως δεν ανταποκρίνονται στα πρότυπα ζωής που η διαφήμιση θέλει να επιβάλει. Επιβάλλεται λοιπόν οι νέοι μας να καθοδηγηθούν έτσι, ώστε να μάθουν να διακρίνουν και να εκτιμούν τον πραγματικό ήρωα από τον φτιαχτό που υπηρετεί σκοπιμότητες. Σε αυτήν την περίπτωση, αν η διαφώτιση λειτουργήσει στο πλαίσιο της κοινωνικής παιδαγωγικής, αν τελικά επιτύχει να στρέψει την κοινή γνώμη προς την κατεύθυνση της ανθρωπιάς και της δημοκρατίας, αν κερδίσει την μάχη στην προσπάθεια να επιβάλει τις αιώνιες αξίες του ανθρωπισμού ως ύψιστες ηρωικές πράξεις, (άθλος τεράστιος, ισάξιος με αυτόν της Λερναίας Ύδρας), τότε θα μπορούμε να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο μέλλον γι’ αυτόν τον κόσμο.

Το «γνῶθι σαὐτόν» - Σωκράτης

Μιλάμε συχνά για αυτογνωσία και «γνώθι σαυτόν». Θα επιχειρήσομε να δούμε από πιο κοντά το περιεχόμενο τους. Ας σημειώσομε πρώτα ότι για τον Σωκράτη, που στράφηκε από τη φύση στον άνθρωπο, ήταν φυσικό να πάρει για οδηγό του το δελφικό παράγγελμα «γνώθι σαυτόν».

Δυο πράγματα ενδιαφέρει να δούμε ως προς αυτό:

Α) με ποια πορεία έφτασε ο Σωκράτης στην αυτογνωσία και

Β) ποιο «είναι » του ανθρώπου ανακάλυψε.

Πολύτιμος βοηθός μας για το πρώτο είναι πάλι η πλατωνική «Απολογία», για το δεύτερο μαζί μ’ αυτήν και τα «Απομνημονεύματα» του Ξενοφώντος.

Αφορμή για την πορεία προς την αυτογνωσία στάθηκε, ο χρησμός που έδωσε το δελφικό μαντείο στο φίλο και μαθητή του Σωκράτη το Χαιρεφώντα. 1

Ο χρησμός έριξε το δάσκαλο σε μεγάλη φροντίδα. Είχε καθαρή συνείδηση του πόσο μικρή, πόσο ασήμαντη ήταν η δική του σοφία. Ο αυστηρός αυτοέλεγχος είχε απολήξει στο ότι ένα πράγμα ήξερε καλά, ότι δεν ήξερε τίποτα, (.. εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Θυμίζει με τούτη τη ρήση ο Σωκράτης σε μας τους νεώτερους την ανάλογη κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Descatres κατά την περίοδο της καθολικής περί των πάντων αμφιβολίας του, την περίοδο του doute methodique, πριν ανακαλύψει το θεμέλιο της φιλοσοφίας του, το «σκέφτομαι άρα υπάρχω» (cogito ergo sum).

Πως, αναρωτιέται ο Σωκράτης, είναι δυνατό αυτό το «εν οίδα ότι ουδέν οίδα» να ονομάζεται σοφία, και μάλιστα η μεγαλύτερη ανθρώπινη σοφία; Αλλά πάλι πως ήταν δυνατόν ο Θεός να μη λέει αλήθεια;

Για να απαντήσει στα βασανιστικά αυτά ερωτήματα αποφάσισε ο Σωκράτης να θέση τον εαυτό του στην υπηρεσία του Απόλλωνος: να θεωρήσει αποστολή του τη διερεύνηση του νοήματος του χρησμού, και άμα το νόημα του αποκαλυφθεί, να το μεταδώσει και στους άλλους ανθρώπους. Είναι γνωστή από την «Απολογία » και από τις άλλες πηγές μας η μεθοδική πορεία που ακολούθησε ο Σωκράτης. Είχε ελέγξει και αποτιμήσει τη δική του σοφία. Στράφηκε τώρα στον έλεγχο της σοφίας των άλλων. Πήγε σε ανθρώπους που και οι ίδιοι πίστευαν ότι είναι σοφοί σε κάτι ή σε πολλά, και ο κόσμος τους πίστευε για σοφούς: σε πολιτικό, σε ποιητή τραγωδίας, σε ποιητή διθυράμβων, σε χειροτέχνες. Δεν άργησε να αντιληφθεί, από τη συζήτηση που έκανε μαζί τους, ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ενώ πίστευαν πραγματικά ότι ήταν σοφοί σε κάτι, ή σε πολλά, στην πραγματικότητα δεν ήταν. Έβγαλε τότε το συμπέρασμα ο Σωκράτης, ότι αυτός, που ξέρει ότι δεν είναι σε τίποτα σοφός, είναι σοφότερος από τους άλλους σε τούτο δα ακριβώς: «ώσπερ ουκ οίδα ουδέ οίομαι ειδέναι»2

Δεν έχουν προσέξει, νομίζω, αρκετά οι μελετητές του Σωκράτη, ότι η διαφωνία του δασκάλου με τους συζητητές του, απορρέει στο βάθος από την πίστη του ότι μόνο ο Θεός είναι σοφός. Για τούτο ο άνθρωπος μόνο φιλόσοφος, φίλος, εραστής του «σοφού», της σοφίας μπορεί να είναι. Το απόλυτο είναι ανέφικτο στον άνθρωπο. Τούτο ακριβώς προσπαθεί να δείξει στους συνομιλητές του. Ας λένε πως ξέρουν, αφού δεν κατέχουν, στο χώρο όπου ο καθένας κινείται, τη ριζική γνώση στην καθαρή και απόλυτη μορφή της. Αυτά που ξέρουν είναι όσα μπορεί να νομίζει κανείς ότι ξέρει, όσα του επιτρέπουν να κινείται με άνεση, μικρή, ή μεγάλη, στο έργο που κάνει. Αλλά η ρίζα του λείπει. Και αυτή είναι η σοφία. Πρέπει ακόμη να προσέξομε περισσότερο το «ώσπερ ουκ οίδα ουδέ οίομαι ειδέναι». Δείχνει ότι η αυτογνωσία στην οποία φτάνει ο Σωκράτης είναι η ίδια η συνείδηση στην ανωτάτη ποιότητα της, εκείνη που λείπει από τους άλλους. Ανακαλύπτει δηλαδή ο άνθρωπος σωστά τον εαυτό του τότε μόνον, όταν φτάσει στο χώρο όπου η συνείδηση «ομολογεί» με τον εαυτό της. Θα ξαναγυρίσομε σε τούτο το πηγαίο θέμα της σωκρατικής διδασκαλίας, το οποίο αποτελεί τον ακριβό πυρήνα της.

Η διερεύνηση λοιπόν του χρησμού οδήγησε το Σωκράτη στην αυτογνωσία, μια αυτογνωσία που πείθει ότι σοφότερος είναι εκείνος που φτάνει στο συμπέρασμα ότι δεν ξέρει τίποτε. Δεν πρόκειται καθόλου για σκεπτικισμό, όπως ο σκεπτικισμός των σοφιστών ή οποιοσδήποτε άλλος. Η διαπίστωση του Σωκράτη στηρίζεται, όπως είδαμε, στην προϋπόθεση ότι μόνο ο Θεός είναι σοφός.3

Αυτή η διαπίστωση είναι λοιπόν θετική, όχι αρνητική. Αφήνει ανοιχτή τη θύρα της ψυχής για στροφή της προς τον Θεό. Έτσι η ψυχή είναι απαλλαγμένη και από τη φοβερή «ύβριν». Αυτήν που πείθει τον άνθρωπο για το αντίθετο, που τον πείθει ότι είναι σοφός.

Και ένα δεύτερο πολύτιμο στοιχείο της σωκρατικής αυτογνωσίας δεν έχομε προσέξει αρκετά. Στο «γνώθι σαυτόν», το πραγματικό «γνώθι σαυτόν», φτάνει κανείς μόνο όταν με άγρυπνη την προσοχή, με στερεή τη στοχαστική λογική διάκριση έχει τη δύναμη να απορρίπτει όσα εσφαλμένα και παραπλανητικά και δέχεται μόνο τα ουσιώδη και σωστά. Αυτά σημαίνουν ότι η αυτογνωσία προϋποθέτει την αυτοκυριαρχία, την κυβέρνηση με άλλα λόγια του ανθρώπου από την αλήθεια, από τον ανιδιοτελή έρωτα για την αλήθεια, που αποτελεί την πραγματική ουσία του είναι του, την πνευματική του ουσία. Σημαίνει ακόμη ότι, όπως τώρα μόλις το υποδηλώσαμε, στο βάθος το σωκρατικό «γνώθι σαυτόν» είναι η φροντίδα για την ψυχή, ή καλύτερα είναι η ανακάλυψη και παρουσίαση για πρώτη φορά της ψυχής του ανθρώπου. «Απαντούσα λοιπόν στον εαυτό μου και τον χρησμό», λέγει ο Σωκράτης μετά τη διερεύνηση που έκανε, «ότι είναι καλύτερα να είμαι όπως είμαι».

Σε ένα θαυμάσιο κεφάλαιο του έργου του Paideia ο Wrner Jaeger5 ονομάζει πρωτάκουστη την αποφασιστικότητα με την οποία ο Σωκράτης έβαλε την ψυχή του ανθρώπου στην υψηλότερη θέση της ιεραρχίας των αξιών. Την έβαλε πρώτη. Εστί, αντίθετα από την αριστοκρατική ηθική, κατέστησε τον άνθρωπο ελεύθερο και ανεξάρτητο από τον πλούτο και την εξωτερική γενικά αναγνώριση. Η ψυχή που είναι το πιο πολύτιμο κτήμα του ανθρώπου, γίνεται την ίδια ώρα και το ύψιστο καθήκον του. Το να κάνει αδικίες, αυτό αποτελεί το στίγμα του ανθρώπου, της ψυχής του. Το αριστοκρατικό ιδεώδες ότι άντρας είναι εκείνος που ωφελεί τους φίλους του και βλάπτει τους εχθρούς του δεν βρίσκει φυσικά στο Σωκράτη καμία δικαίωση× δεν αποτελεί αρετή, αλλά κακία. Τούτη είναι η γλώσσα που απορρέει από τη σωκρατική ανθρωπογνωσία και που πρώτος ο Σωκράτης εδίδαξε τόσο απερίφραστα και εθεμελίωσε.

Όσα είπαμε έως εδώ δεν αναφέρονται μόνο στην πορεία του Σωκράτη προς την αυτογνωσία, αλλά μιλούν και για την ανακάλυψη του είναι του ανθρώπου.

Ως προς το δεύτερο τούτο έχομε μια πολύτιμη πληροφορία από τον Ξενοφώντα, η οποία ενισχύει την ερμηνεία που δώσαμε και την ολοκληρώνει. Πρόκειται για την περίφημη διάκριση της ανθρώπινης ζωής σε δυο περιοχές: την περιοχή των «εφ’ ημίν» και την περιοχή των «ουκ εφ’ ημίν».

Στην δεύτερη περιοχή δεν είναι ο άνθρωπος κυρίαρχος, κυβερνήτης και διευθυντής. Την ορίζει η θέληση του Θεού, ή από πάντα ορισμένη τάξη να γίνουν τα πράγματα που πρόκειται να γίνουν και να γίνουν όπως γίνονται. Πρόκειται για την περιοχή της «τύχης», όπως κοινά τη λέγουν: σπέρνεις, αλλά δεν ξέρεις αν θα θερίσεις× φεύγεις με το πλοίο για ταξίδι, αλλά δεν ξέρεις αν θα φτάσεις στον προορισμό σου. Στην περιοχή τούτη, στο βάθος τίποτε δεν μπορεί ο άνθρωπος να αλλάξει, να αποσβήσει, να προκαλέσει. Για τα «ουκ εφ’ ημίν» ο άνθρωπος εμπιστεύεται τον εαυτό του στους θεούς. Προσφεύγει στη μαντική.6

Φροντίζουν οι θεοί για τον άνθρωπο. Προσθέτει ένδειξη γι’ αυτή τη φροντίδα έχει ο Σωκράτης το «δαιμόνιο» του, τη φωνή που ακούει μέσα του, τη σταλμένη από τον αγαθό του δαίμονα σε δύσκολες ώρες που αναφέρονται σε πράξεις και αποφάσεις για πράγματα «ουκ εφ’ ημίν». Απαγορευτική είναι πάντα η φωνή. Ειδοποιεί το Σωκράτη να μην κάνει κάτι που σκέφτεται να κάνει. Αποτρέπει, δεν προτρέπει. Το «μη» του δαιμόνιου, εφ’ όσον ο Σωκράτης πιστεύει ότι είναι θειο μήνυμα, μήνυμα από εκείνον που γνωρίζει τα πάντα, του είναι αρκετό.

Είναι βέβαια στο βάθος το δαιμόνιο μια μορφή της φωνής της συνείδησης, αυτή που φωτίζεται από την πίστη προς τους θεούς, και από το μήνυμα του Θεού, πάντοτε όμως για τα «ουκ εφ’ ημίν». Για πράξεις όπου η υπεύθυνη προσωπικότητα ηθικότητα δεν έχει θέση. Με το δαιμόνιο, όπως βλέπουμε, ο Σωκράτης που έταξε τον εαυτό του στην υπηρεσία του λόγου, αφήνει θέση στην ψυχή και για το άλογο. Θέση γεμάτη μυστήριο. Ωστόσο το δαιμόνιο δεν είναι για το Σωκράτη η φωνή της συνείδησης την ολότητα της. Γιατί απλούστατα η φωνή της συνείδησης δεν αποτρέπει μόνο, αλλά και προτρέπει. Μιλάμε για το έργο της συνείδησης στην περιοχή όπου στην πράξη ωθούν «τα εξ ανάγκης», η λογική αναγκαιότητα. Και αυτό συμβαίνει στα «εφ’ ημίν», σε όσα δηλαδή εξαρτάται από τον καθένα μας να κάνει ή να μην κάνει. Η ύπαρξη της περιοχής αυτής, μέγα ευτύχημα, δίνει νόημα στη ζωή του ανθρώπου, όντος που σκέφτεται, ερευνά και εξετάζει, παίρνει αποφάσεις και εκτελεί πράξεις, ενεργεί και δημιουργεί. Όλη τούτη η δραστηριότητα σε όλο βαθμό αναφέρεται στην περιοχή των «εφ’ ημίν», την περιοχή της «γνώμης», όπως έλεγαν, αποτελεί την ανθρώπινη σοφία. Κυβερνήτης στην περιοχή αυτή ο άνθρωπος και με ότι κάνει, οικοδομεί τον εαυτό του, του δίνει νόημα και περιεχόμενο. Θα ήταν ανάξιο για τον άνθρωπο, θα ανέτρεπε τη φυσική του τάξη, αν δεν ήθελε να είναι βασιλιάς σ’ αυτό του το Βασίλειο. Αν δε φρόντιζε να βάζει σε δουλειά κάθε περίπτωση την ικανότητα του να κατανοεί, για να ελέγχει και διαφωτίζει τη συμπεριφορά του. Όποιος λέγει ο Σωκράτης, πιστεύει… «πάντα της ανθρώπινης (είναι ) γνώμης», αυτός «δαιμονά»× αλλά «δαιμονώσι» και «οι μαντευόμενοι» «α τοις ανθρώποις έδωκαν οι θεοί μαθούσι διακρίνειν».

Πως θα ενεργήσει όμως ο άνθρωπος; Ο απλός τεχνίτης, ο «δημιουργός», το σκοπό της ενέργειας του τον δέχεται απ’ έξω, από την παράδοση, τη συνήθεια. Δεν αναρωτιέται για την αξία του σκοπού, ούτε ξέρει ότι και ο σκοπός της ενέργειας του είναι μέσο για κάποιον άλλο, τον αληθινό σκοπό. Αληθινός σκοπός είναι, όχι να κάνεις απλώς ότι αποφάσισες, αλλά η εκτέλεση της πράξης να έχει ηθικό αποτέλεσμα, να σου χαρίζει εσωτερική ευεξία. Στους μαθητές του ο τεχνίτης- όπως δα και οι σοφιστές- περιορίζεται να αναπτύσσει δεξιοτεχνία. Ο σοφός άνθρωπος, ο «αγαθός», πάει βαθύτερα. Από την πράξη που κάνει, θέλει να αποσπάσει εκείνο που προσδοκά απ’ αυτήν, με οδηγό τον αληθινό σκοπό. Για το έργο τούτο δεν αρκεί να ξέρει πως ενεργεί, να ξέρει δηλαδή καλά την τεχνική της πράξης, πρέπει κυρίως να ξέρει αν πρέπει να κάνει την πράξη. Αυτό φυσικά θα το ξέρει, αν γνωρίζει το «όντως αγαθόν». Με άλλα λόγια η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις πράξεις του απλού τεχνίτη και του σοφού- σοφός από το Σωκράτη και πέρα θα ονομάζεται εκείνος που πραγματώνει το πρότυπο για τον άνθρωπο πρόσωπο- είναι ότι ο πρώτος περιορίζεται στον προσεχή σκοπό που του θέτει η δεξιοτεχνία σε κάθε έργο του, ενώ ο δεύτερος εμπνέεται πάντοτε από το «όντως αγαθόν» και θέλει αυτό το αγαθό να φωτίζει τις πράξεις του. Αυτό να προϋποθέτουν όλα του τα έργα.

Ποιο είναι όμως «το όντως αγαθόν»; η απάντηση του Σωκράτη στο βασικό τούτο ερώτημα είναι εκπληκτικά νέα. Το «όντως αγαθόν» πρέπει να είναι κάτι που να μη είναι ποτέ δυνατό να στραφεί ενάντια στον ίδιο τον εαυτό του. Να είναι λοιπόν κάτι που να αποκλείει κάθε αμφιβολία και διφορούμενο, να είναι με μια λέξη «αναμφιλογώτατον». Τέτοιο αγαθό δεν μπορεί να είναι άλλο από την «ομολογία» της συνείδησης με τον εαυτό της. Της συνείδησης που θέτει το σκοπό, με τη συνείδηση που τον εγκρίνει γιατί τον βρίσκει σύμφωνα με το αγαθόν.

Προϋποθέτουν αυτά ότι η συνείδηση κατέχει άμεσα και απόλυτα το αγαθό. Το γνωρίζει η ψυχή και γι’ αυτό μπορεί να διευθύνει τη ζωή της. Κατανοούμε έτσι τη μεγάλη σημασία που παίρνει η ομολογία της συνείδησης με τον εαυτόν της. Τούτο το βαθύτατο νόημα πρέπει να έχει για το Σωκράτη η σκέψη ότι η αρετή είναι γνώση. Πρόκειται για την άμεση περί του αγαθού μαρτυρία της ψυχής. Έργο δικό μας η άμεση τούτη μαρτυρία να διέπει και να φωτίζει τη ζωή μας από τα μικρότερα έως τα υψηλότερα έργα. Και το έργο αυτό δεν μπορεί να επιτελείται παρά μόνο με τη συνεχή ομολογία της συνείδησης με τον εαυτό της. Η γραμμή που ακολούθησε ο Σωκράτης δίνει ανάγλυφα την εικόνα των λεγόμενων μας. Η μαθηματική σκέψη διέπεται πάντα από την ίδια άμεση γνώση για τον αριθμό και έτσι παίρνει νόημα και περιεχόμενο, ταυτίζεται πάντα με τον εαυτό της. Έτσι και η ηθική διαγωγή του ανθρώπου, επειδή διέπεται από την άμεση μαρτυρία της ψυχής για το αγαθό, επειδή ταυτίζεται διαρκώς η συνείδηση με τον εαυτό της, για τούτο- και όταν αυτό γίνεται- παίρνει νόημα και περιεχόμενο.

Με την πολύτιμη τούτη θέση φτάνει ο Σωκράτης την εσωτερίκευση της αρετής στο υπέρτατο βαθμό. Αρετή είναι η ποιότητα με την οποία αποκαλύπτεται η ψυχή κατά την πράξη. Όταν έτσι ενεργεί η ψυχή τότε «ευ πράττει», βρίσκεται τότε στην «ευπραξία », στην κατάσταση η οποία σημαίνει ότι έχει δοθεί στη διαγωγή η κατεύθυνση εκείνη την οποία επιτάσσει το «αναμφιλογώτατον» αγαθόν. Αναπόφευκτο επακόλουθο τέτοιας ενέργειας είναι η επιτυχία, που δεν έχει καμία σχέση με το εξωτερικό αποτέλεσμα της πράξης- την κοινώς λεγόμενη επιτυχία- αλλά είναι η ίδια η ποιότητα της ενέργειας, η καλά καμωμένη ενέργεια. Όταν αυτό αισθάνεται η ψυχή, τότε «ευ έχει», έχει «ευεξία».

Ας σημειώσουμε πάλι εδώ ότι η ευπραξία στάθηκε ο σταθερός κανόνας με τον οποίο ρύθμιζε ο Σωκράτης τη ζωή του. Δεν δέχτηκε την πρόταση του Κρίτωνα να δραπετεύσει από τη φυλακή, γιατί «το αναμφιλογώτατον αγαθόν» δεν ήταν η διάσωση με κάθε τρόπο της ζωής του, αλλά η σωστή ποιοτική κατεύθυνση της ενέργειας του, το «ευ πράττειν»× εκείνη η κατεύθυνση που δείχνει ότι τίποτε δεν μπορεί να κάμει τον άνθρωπο να πάψει να είναι άξιος κυβερνήτης και εκτελεστής των επιταγών «του όντως» αγαθού.

Τον Σωκράτη τον συνοδεύει, αλήθεια, πάντα στη ζωή του η ευπραξία, ή καλύτερα γεμίζει τη ζωή του πάντα η φροντίδα για ευπραξία. Μ’ αυτή τη φροντίδα αντιμετωπίζει και λύνει τα αποφασιστικά και δραματικά γεγονότα της ζωής του. Για να μας δώσει να κατανοήσουμε σωστά το νόημα της, αντιπαραθέτει σ’ αυτήν τον όρο «ευτυχία». 8 Ευτυχία, όμως και ετυμολογικά φαίνεται, είναι η ευδαιμονία που νοιώθουμε, όταν η έκβαση ενός περιστατικού συμπέσει με την ενδόμυχη επιθυμία μας. Επιθυμεί ο γεωργός καλή εσοδεία από τη σπορά του× όταν αυτό συμβεί, έχει ευτυχία, καλή δηλαδή γι’ αυτόν σύμπτωση των εξωτερικών γεγονότων με την ενδόμυχη επιθυμία του.

Η ευπραξία οιστρηλατεί το Σωκράτη στον έλεγχο του εαυτού του και των άλλων, στην έρευνα και την πραγμάτωση του δικαίου, του καλού, του αγαθού. Η ευπραξία κάνει τον Σωκράτη ένα γίγαντα, τον άνθρωπο που θέλει στην περιοχή των «εφ’ ημίν» να είναι πέρα ως πέρα αυτουργός της φιλοσοφίας, υπεύθυνος ρυθμιστής και κυβερνήτης της διαγωγής του. Σωστή τρέλα, πιστεύει ο Σωκράτης όπως είδαμε, να καταφεύγει κανείς στο μάντη για τα «εφ’ ημίν» την ώρα που ο Θεός προίκισε τον άνθρωπο με νου για να δημιουργεί υπεύθυνα τη δική του τη μοίρα.

Αφού η ευπραξία είναι, όπως είδαμε, η φωτισμένη από το «αναμφιλογώτατον αγαθόν» ενέργεια, αναγκαίο πόρισμα, πολύ ουσιώδες, για την ηθική φιλοσοφία του Σωκράτη, είναι ότι όποιος γνωρίζει το «όντως αγαθόν», δεν είναι δυνατό να μην «πράττει ευ». Δεν είναι, δυνατόν να νοηθεί για το Σωκράτη άνθρωπος που γνωρίζει το αγαθό, αλλά πράττει το κακό.

Αυτό σημαίνει, ας το ξαναπούμε, ότι κατά τον Σωκράτη δεν νοείται χωρισμός θεωρίας και πράξεως. Δεν ήταν βέβαια τόσο αφελής ο Σωκράτης, ώστε να μην έβλεπε ότι γύρω του οι άνθρωποι, ενώ ξέρουν το καλό, πράττουν το κακό. Έχει μια απάντηση πολύ βαθιά, που δεν την πρόσεξαν όσοι χαρακτηρίζουν την ηθική του φιλοσοφία ορθολογική, επειδή δέχεται ότι η αρετή είναι γνώση. Η απάντηση του είναι ότι οι άνθρωποι που ενώ ξέρουν το αγαθό πράττουν το κακό, στην πραγματικότητα δεν ξέρουν το αγαθό× ή καλύτερα το βλέπουν εξωτερικά. Δεν επέτυχαν να ολοκληρώσουν μέσα στην ψυχή τους την γνώση του αγαθού, να μεταστρέψουν σε τέτοιο βαθμό το όμμα της ψυχής με το φωτισμό του αγαθού, ώστε να μην είναι δυνατό να ενεργήσουν αλλιώς, αλλά να κάμουν τη ζωή τους, από κει και πέρα, «ομόλογη». Τούτο το βαθύ, το μυστικό, θα έλεγα, νόημα έχει ο όρος γνώση στο Σωκράτη. Δεν είναι λοιπόν ο Σωκράτης απλά ορθολογιστής, ο Σωκράτης του δαιμόνιου, ο Σωκράτης με την αποστολική διάθεση. Ο ορθολογισμός του αναπηδά από μυστικό βάθος και μυστικές προϋπόθεσης. Το ότι έτσι βλέπει τη γνώση αποκαλύπτει και το περιεχόμενο που δίνει στον όρο φιλοσοφία.

Δεν τον βλέπει μόνο ως θεωρητική πορεία του νου× η φιλοσοφία, κατά το Σωκράτη είναι θεωρία που την ίδια ώρα είναι και πράξη, και το αντίστροφο, η πράξη που αναδίνει το θεωρητικό της υπόβαθρο.

Το μεγάλο δίδαγμα του Σωκράτη είναι ακριβώς ότι προβάλλει με τις σκέψεις του και τις πράξεις του όχι διχασμένο άνθρωπο, που αλλά ξέρει και άλλα κάνει, αλλά άνθρωπο ενιαίο και ολοκληρωμένο, άνθρωπο επέκεινα των αντιφάσεων και της ροϊκότητας του ψυχολογικού εγώ.

Όταν ο άνθρωπος φτάσει στο ύψιστο της ευπραξία, ελεύθερος και αυτόνομος, αυτουργός της ζωής του, αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο το θεϊκό που έχει μέσα του. Γιατί επιτελεί έργο θεϊκό, αφού ενεργεί, όσο του επιτρέπουν οι δυνάμεις του, σαν θεός, δημιουργώντας το δικό του κόσμο, κατά τρόπο ανάλογο με τους θεούς που δημιούργησαν το σύμπαν. Γιατί εκτελεί σωστά την εντολή που απέθεσαν οι θεοί στην πνευματική του φύση.

Αξίζει στο σημείο τούτο να θυμηθούμε πάλι τη μεγαλόστομη φωνή του Επιταφίου, για να δούμε πόσο συγγενική είναι προς τη σωκρατική πορεία. Ο Περικλής καλεί τους νέους να δεχτούν ότι ευδαιμονία είναι η ελευθερία και ελευθέρια η ευψυχία. Με την κλίμακα τούτη εσωτερικεύεται η ευδαιμονία× περνώντας από την ελευθερία βρίσκει ότι ουσία της ψυχής είναι η ευψυχία.

Η κατεύθυνση και εδώ είναι προς την εσωτερική ποιότητα της αρετής. Έτσι η ευδαιμονία, αντί να υποδουλώνει τον άνθρωπο ως υλική, τον απελευθερώνει από τα εξωτερικά αγαθά, τον οδηγεί ελεύθερα, αυτόνομα προς την ευψυχία. Η ευψυχία είναι η πηγή και της σωκρατικής ευπραξίας.

Καταλαβαίνουμε τώρα καλύτερα και βαθύτερα τι είναι εκείνο που διαχύνει και στα λόγια και στις πράξεις του Σωκράτη την εξαίσια γαλήνη, την αδιατάρακτη και κρυστάλλινη, που μας συγκινεί με το μεγαλείο της. Πηγή της έχει την ευπραξία, η οποία δηλώνει την ομολογία της συνείδησης με τον εαυτό της. Έτσι εξηγείται πως ο Σωκράτης συζητά με τον Κρίτωνα αν πρέπει να δραπετεύσει και να σώσει τη ζωή του ή όχι, πως πίνει ακόμη και το κώνειο με όποια νηφαλιότητα κουβεντιάζει, ή ενεργεί για οποιοδήποτε άλλο θέμα. Έχει τη δύναμη ο Σωκράτης να μεταφέρεται στο χώρο του προσώπου του ανθρώπου, όπου το πρόβλημα για όλα, όσα στους άλλους είναι δραματικά, παραμένει για κείνον πάντα ένα και το ίδιο: πως θα δώσει στη σκέψη και στην πράξη του εκείνη την ποιοτική κατεύθυνση που θα του επιτρέπει να είναι άνθρωπος.

Με το «γνώθι σαυτον» λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι ανακαλύφθηκε και γεννήθηκε η συνείδηση, που από τότε απασχολεί και κυβερνά τον άνθρωπο του δυτικού πολιτισμού μας.
-----------------------------------
1 Πλάτων, Απολογία 20e «ανείλεν ουν η Πυθία μηδένα σοφώτερον (Σωκράτους) είναι.

2 Πλάτων, Απολογία 21d

3 Πλάτων, Απολογία 23a Η ανθρώπινη σοφία «ολίγου τινός αξία εστίν».

4 Πλάτων , Απολογία 22e

5 Paideia, Berlin a959 (Sokrates als Erzieher, II, 74 ke.)

6 Ξενοφών, Απομνημονεύματα. Ι,1,6-12

7 Ξενοφών, Απομ, Ι 1,9

8 Ξενοφών. Απομνημονεύματα ΙΙΙ, ΙΧ, 14: «Παν μεν ουν τουναντίον εγωγ’, έφη (ο Σωκράτης), τύχην και πράξιν ηγούμαι…»

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΜΕΝΩΝ

ΠΛ Μεν 70a–71d

Είναι διδακτή η αρετή; – Ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει καν τι είναι αρετή
Θέμα του διαλόγου, η αρχή του οποίου παρατίθεται παρακάτω, είναι το διδακτό της αρετής.


[70a] ΜΕΝ. Ἔχεις μοι εἰπεῖν, ὦ Σώκρατες, ἆρα διδακτὸν ἡ
ἀρετή; ἢ οὐ διδακτὸν ἀλλ’ ἀσκητόν; ἢ οὔτε ἀσκητὸν οὔτε
μαθητόν, ἀλλὰ φύσει παραγίγνεται τοῖς ἀνθρώποις ἢ ἄλλῳ
τινὶ τρόπῳ;

ΣΩ. Ὦ Μένων, πρὸ τοῦ μὲν Θετταλοὶ εὐδόκιμοι ἦσαν
ἐν τοῖς Ἕλλησιν καὶ ἐθαυμάζοντο ἐφ’ ἱππικῇ τε καὶ πλούτῳ,
[70b] νῦν δέ, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, καὶ ἐπὶ σοφίᾳ, καὶ οὐχ ἥκιστα οἱ τοῦ
σοῦ ἑταίρου Ἀριστίππου πολῖται Λαρισαῖοι. τούτου δὲ ὑμῖν
αἴτιός ἐστι Γοργίας· ἀφικόμενος γὰρ εἰς τὴν πόλιν ἐραστὰς
ἐπὶ σοφίᾳ εἴληφεν Ἀλευαδῶν τε τοὺς πρώτους, ὧν ὁ σὸς
ἐραστής ἐστιν Ἀρίστιππος, καὶ τῶν ἄλλων Θετταλῶν. καὶ
δὴ καὶ τοῦτο τὸ ἔθος ὑμᾶς εἴθικεν, ἀφόβως τε καὶ μεγαλο-
πρεπῶς ἀποκρίνεσθαι ἐάν τίς τι ἔρηται, ὥσπερ εἰκὸς τοὺς
[70c] εἰδότας, ἅτε καὶ αὐτὸς παρέχων αὑτὸν ἐρωτᾶν τῶν Ἑλλήνων
τῷ βουλομένῳ ὅτι ἄν τις βούληται, καὶ οὐδενὶ ὅτῳ οὐκ
ἀποκρινόμενος. ἐνθάδε δέ, ὦ φίλε Μένων, τὸ ἐναντίον
περιέστηκεν· ὥσπερ αὐχμός τις τῆς σοφίας γέγονεν, καὶ κιν-
[71a] δυνεύει ἐκ τῶνδε τῶν τόπων παρ’ ὑμᾶς οἴχεσθαι ἡ σοφία. εἰ
γοῦν τινα ἐθέλεις οὕτως ἐρέσθαι τῶν ἐνθάδε, οὐδεὶς ὅστις οὐ
γελάσεται καὶ ἐρεῖ· «Ὦ ξένε, κινδυνεύω σοι δοκεῖν μακάριός
τις εἶναι ―ἀρετὴν γοῦν εἴτε διδακτὸν εἴθ’ ὅτῳ τρόπῳ παρα-
γίγνεται εἰδέναι― ἐγὼ δὲ τοσοῦτον δέω εἴτε διδακτὸν εἴτε
μὴ διδακτὸν εἰδέναι, ὥστ’ οὐδὲ αὐτὸ ὅτι ποτ’ ἐστὶ τὸ παράπαν
ἀρετὴ τυγχάνω εἰδώς».

[71b] Ἐγὼ οὖν καὶ αὐτός, ὦ Μένων, οὕτως ἔχω· συμπένομαι
τοῖς πολίταις τούτου τοῦ πράγματος, καὶ ἐμαυτὸν κατα-
μέμφομαι ὡς οὐκ εἰδὼς περὶ ἀρετῆς τὸ παράπαν· ὃ δὲ μὴ
οἶδα τί ἐστιν, πῶς ἂν ὁποῖόν γέ τι εἰδείην; ἢ δοκεῖ σοι
οἷόν τε εἶναι, ὅστις Μένωνα μὴ γιγνώσκει τὸ παράπαν ὅστις
ἐστίν, τοῦτον εἰδέναι εἴτε καλὸς εἴτε πλούσιος εἴτε καὶ
γενναῖός ἐστιν, εἴτε καὶ τἀναντία τούτων; δοκεῖ σοι οἷόν τ’
εἶναι;

ΜΕΝ. Οὐκ ἔμοιγε. ἀλλὰ σύ, ὦ Σώκρατες, ἀληθῶς
[71c] οὐδ’ ὅτι ἀρετή ἐστιν οἶσθα, ἀλλὰ ταῦτα περὶ σοῦ καὶ οἴκαδε
ἀπαγγέλλωμεν;

ΣΩ. Μὴ μόνον γε, ὦ ἑταῖρε, ἀλλὰ καὶ ὅτι οὐδ’ ἄλλῳ πω
ἐνέτυχον εἰδότι, ὡς ἐμοὶ δοκῶ.

ΜΕΝ. Τί δέ; Γοργίᾳ οὐκ ἐνέτυχες ὅτε ἐνθάδε ἦν;

ΣΩ. Ἔγωγε.

ΜΕΝ. Εἶτα οὐκ ἐδόκει σοι εἰδέναι;

ΣΩ. Οὐ πάνυ εἰμὶ μνήμων, ὦ Μένων, ὥστε οὐκ ἔχω
εἰπεῖν ἐν τῷ παρόντι πῶς μοι τότε ἔδοξεν. ἀλλ’ ἴσως
ἐκεῖνός τε οἶδε, καὶ σὺ ἃ ἐκεῖνος ἔλεγε· ἀνάμνησον οὖν
[71d] με πῶς ἔλεγεν. εἰ δὲ βούλει, αὐτὸς εἰπέ· δοκεῖ γὰρ δήπου
σοὶ ἅπερ ἐκείνῳ.

ΜΕΝ. Ἔμοιγε.

ΣΩ. Ἐκεῖνον μὲν τοίνυν ἐῶμεν, ἐπειδὴ καὶ ἄπεστιν· σὺ
δὲ αὐτός, ὦ πρὸς θεῶν, Μένων, τί φῂς ἀρετὴν εἶναι; εἶπον
καὶ μὴ φθονήσῃς, ἵνα εὐτυχέστατον ψεῦσμα ἐψευσμένος ὦ,
ἂν φανῇς σὺ μὲν εἰδὼς καὶ Γοργίας, ἐγὼ δὲ εἰρηκὼς μηδενὶ
πώποτε εἰδότι ἐντετυχηκέναι.

***
ΜΕΝ. ― Ημπορείς να μου ειπής, Σωκράτη, αν η αρετή είναι δυνατόν να διδαχθή, ή μήπως δεν διδάσκεται μεν, αλλ' αποκτάται δια της ασκήσεως; Ή μη δεν είναι δυνατόν ούτε να την συνηθίση κανείς δια της ασκήσεως, ούτε να την διδαχθή, άλλα έρχεται εις τους ανθρώπους κατά φυσικόν ή κατά κάποιον άλλον τρόπον;

ΣΩ. ― Άλλοτε, Μένων, οι Θεσσαλοί είχαν καλήν φήμην μεταξύ των Ελλήνων και εθαυμάζοντο δια την ιππευτικήν των ικανότητα και δια τον πλούτον των· τώρα όμως μου φαίνεται ότι θα τους θαυμάζωμεν και δια την σοφίαν των, και περισσότερον από όλους τους συμπολίτας του φίλου σου του Αριστίππου, τους Λαρισαίους. Και αιτία αυτού σας είναι ο Γοργίας· διότι όταν ήλθεν εις την πόλιν σας κατέκτησε με την σοφίαν του την αγάπην των σπουδαιοτέρων από τους Αλευάδας, εις τους οποίους ανήκει και ο φίλος σου ο Αρίστιππος, και άλλων από τους Θεσσαλούς· και όχι μόνον αυτό, άλλα σας έδωσε και αυτήν την συνήθειαν, ν' αποκρίνεσθε χωρίς φόβον και με υψηλόφρονα πεποίθησιν εις ο,τιδήποτε σας ερωτήση κανείς, όπως είναι φυσικόν να κάμουν όσοι ξεύρουν, εφ' όσον και αυτός ο ίδιος προσεφέρετο ν' απαντήση εις όποιον από τους Έλληνας ήθελε να τον ερωτήση ο,τιδήποτε, και δεν έμενε κανείς χωρίς να πάρη απάντησιν εις το ερώτημά του.

Εδώ όμως, αγαπητέ μου Μένων, έχομεν καταντήσει εις το αντίθετον σημείον· έχει πέσει κάτι ωσάν ξηρασία εις την σοφίαν και κοντεύω να πιστεύσω ότι η σοφία έφυγεν από αυτά τα μέρη και επήγεν εις τα ιδικά σας. Αν θελήσης δηλαδή να ερωτήσης κατ' αυτόν τον τρόπον κανένα από τους εντοπίους, όλοι θα γελάσουν και θα σου ειπούν: Ω ξένε, θα με νομίζης, φαίνεται, πολύ ευτυχισμένον άνθρωπον, αφού πιστεύεις ότι γνωρίζω αν η αρετή διδάσκεται ή με ποιον τρόπον έρχεται εις τους ανθρώπους· εγώ όμως είμαι τόσον μακρυά από αυτήν την γνώσιν, ώστε δεν έχω καν ιδέαν τι πράγμα είναι αυτή ή αρετή.

Εις αυτήν λοιπόν την κατάστασιν ευρίσκομαι και εγώ ο ίδιος, αγαπητέ μου· στερούμαι εις το ζήτημα αυτό όπως και οι συμπολίται μου, και κατακρίνω τον εαυτόν μου, που δεν ξεύρω απολύτως τίποτε περί της αρετής. Δια το πράγμα δε που δεν ξεύρω τι είναι, πως να ξεύρω τι είδους είναι; Ή σου φαίνεται ότι είναι δυνατόν όποιος δεν έχει ιδέαν ποιος είναι ο Μένων, να γνωρίζη αν αυτός είναι ωραίος ή πλούσιος, ή από καλήν οικογένειαν, ή αν είναι το αντίθετον απ' αυτά; Σου φαίνεται πως αυτό είναι δυνατόν;

ΜΕΝ. ― Όχι βέβαια. Αλλά είναι αλήθεια ότι συ, ο Σωκράτης, δεν ξεύρεις καν τι είναι η αρετή, και μου επιτρέπεις να το ανακοινώσω αυτό και εις την πατρίδα μου;

ΣΩ. ― Όχι μόνον αυτό, φίλε μου, αλλά και ότι, καθώς μου φαίνεται, δεν έτυχε ως τώρα να συναντήσω και κανένα άλλον που να το ξεύρη.

ΜΕΝ. ― Μα πώς; Δεν συνήντησες τον Γοργίαν, όταν ήτο εδώ;

ΣΩ. ― Βέβαια, τον είδα.

ΜΕΝ. ― Και σου εφάνη ότι και αυτός δεν το ξεύρει;

ΣΩ. ― Δεν ενθυμούμαι και πολύ καλά, αγαπητέ μου Μένων, ώστε δεν μπορώ την στιγμήν αυτήν να βεβαιώσω ποίαν γνώμην εσχημάτισα τότε. Αλλά ίσως και εκείνος να το ξεύρη και συ να γνωρίζης τι έλεγεν εκείνος· υπενθύμισε μου λοιπόν πώς ωμιλούσεν. Ή, αν θέλης, ομίλησε συ ο ίδιος· διότι έχεις βεβαίως τας ιδίας ιδέας με εκείνον.

ΜΕΝ. ― Εγώ; εννοείται.

ΣΩ. ― Εκείνον λοιπόν ας τον αφήσωμεν, αφού μάλιστα λείπει· συ δε ο ίδιος, Μένων, εις το όνομα των θεών, τι πράγμα υποστηρίζεις ότι είναι η αρετή; Ειπέ μου το, μη μου αρνηθής αυτήν την χάριν, δια να είμαι ευτυχής ότι αυτό που είπα ήτο ψεύδος, αν αποδειχθή ότι συ μεν και ο Γοργίας το ξεύρετε, εγώ όμως έλεγα ότι δεν συνήντησα ως τώρα κανένα που να το γνωρίζη.