Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Ο Δίκαιος

(Η Φωτεινή Διαδρομή: Ένα Ταξίδι Πέρα από τη Βία προς την Ιερή Δικαιοσύνη)

Ο Ναός του Εσωτερικού Νόμου

Στο απέραντο ιερό της ανθρώπινης ύπαρξης, όπου οι σκιές χορεύουν με το φως και η ψυχή αναζητά τις αιώνιες αγκυροβολίες της, κατοικεί μια αλήθεια που δεν μπορεί να συλληφθεί με τη βία ούτε να διεκδικηθεί μέσω της βίαιης κατάκτησης καρδιών και νου. Ο αναζητητής που θέλει να γνωρίσει τη δικαιοσύνη πρέπει πρώτα να κατανοήσει ότι δεν είναι ένα στέμμα για να αρπαχθεί, αλλά ένας κήπος που καλλιεργείται στα μυστικά δωμάτια της συνείδησης.

Σκεφτείτε εκείνον που κινείται στον κόσμο κραδαίνοντας την εξουσία σαν σπαθί, που κάμπτει τη θέληση των άλλων μέσω καταναγκασμού και του τρομερού βάρους της κυριαρχίας. Ένα τέτοιο άτομο μπορεί να επιβάλλει τις εξωτερικές μορφές υπακοής, μπορεί να συγκεντρώσει γύρω του την εμφάνιση της δικαιοσύνης, ωστόσο παραμένει για πάντα εξόριστο από το εσωτερικό ιερό όπου κατοικεί η αληθινή δικαιοσύνη. Διότι η δικαιοσύνη, αυτή η πιο αόριστη και ακτινοβόλα από τις αρετές, αποκαλύπτεται μόνο σε εκείνους που έχουν μάθει να διακρίνουν τις λεπτές αποχρώσεις μεταξύ σωστού και λάθους — όχι μέσω των χονδροειδών υπολογισμών του συμφέροντος, αλλά μέσω της εκλεπτυσμένης αντίληψης που προέρχεται από τη μακρά παραμονή στην περισυλλογή.

Η πραγματικά δίκαιη ψυχή είναι εκείνη που έχει γίνει ζωντανή ενσάρκωση του ίδιου του νόμου, όχι νόμου ως νεκρά γράμματα χαραγμένα σε πλάκες από πέτρα, αλλά νόμου ως ρέοντος ποταμού σοφίας που πηγάζει από τα βαθύτερα υδροφόρα στρώματα της ύπαρξης. Αυτό το άτομο καθοδηγεί τους άλλους όχι με τον μαγνητισμό της δύναμης, αλλά με την ήπια βαρύτητα της ισότητας και της κατανόησης. Προστατεύεται από μια αόρατη ασπίδα — τον νόμο που έχει εσωτερικεύσει τόσο πλήρως ώστε έχει γίνει αδιαχώριστος από τη δική του φύση. Η νοημοσύνη φωτίζει κάθε πράξη του, όχι η πονηριά της πανουργίας, αλλά η ακτινοβόλα σοφία που βλέπει μέσα από τα πέπλα της ψευδαίσθησης στην καρδιά των πραγμάτων.

Η Σιωπή Πέρα από τις Λέξεις

Υπάρχει ένα βαθύ παράδοξο στο κέντρο της ανθρώπινης γνώσης: εκείνοι που μιλούν πιο ογκωδώς είναι συχνά εκείνοι που κατανοούν λιγότερο βαθιά. Οι λέξεις ξεχύνονται από τα χείλη τους σαν νερό πάνω σε βράχους, δημιουργώντας πολύ θόρυβο και κίνηση, ωστόσο αφήνοντας το ουσιαστικό τοπίο αμετάβλητο. Η πραγματικά μορφωμένη ψυχή, αντίθετα, έχει ανακαλύψει τη μυστική γεωγραφία της υπομονής, έχει χαρτογραφήσει τα εδάφη όπου το μίσος δεν μπορεί να ριζώσει και όπου ο φόβος διαλύεται σαν πρωινή ομίχλη μπροστά στον ανατέλλοντα ήλιο.

Το να είναι κανείς μορφωμένος με τη μυστική έννοια σημαίνει να έχει υποστεί μια μεταμόρφωση πολύ πιο ριζική από την απλή συσσώρευση πληροφοριών. Σημαίνει να έχει κατέβει στα σκοτεινά σπήλαια της ίδιας του της ύπαρξης και να έχει αναδυθεί, σαν φοίνικας, κρατώντας κάτι πολύτιμο σε τρεμάμενα χέρια — το μαργαριτάρι της σοφίας που σχηματίζεται μόνο κάτω από την πίεση γνήσιας πνευματικής κρίσης και επίλυσης.

Η υπομονετική ψυχή γνωρίζει ότι η κατανόηση δεν μπορεί να βιαστεί, ότι οι βαθύτερες αλήθειες αποκαλύπτονται μόνο σε εκείνους που έχουν καλλιεργήσει την ικανότητα να περιμένουν, να ακούν, να κατοικούν στην έγκυο σιωπή που προηγείται της γνήσιας διορατικότητας. Ένα τέτοιο άτομο έχει μάθει να παρατηρεί τις κινήσεις της ίδιας του της καρδιάς με την αποστασιοποιημένη γοητεία ενός φυσιοδίφη που παρατηρεί τις μεταναστεύσεις σπάνιων πουλιών. Όταν το μίσος αρχίζει να ξυπνά, το βλέπει καθαρά και το αφήνει να περάσει μέσα από τον ευρύχωρο ουρανό της επίγνωσης χωρίς να το αρπάζει ή να το καταδικάζει. Όταν ο φόβος ανεβαίνει σαν παλίρροια, δεν χτίζει τείχη εναντίον του αλλά παραμένει σταθερός, ριζωμένος σε κάτι ευρύτερο από οποιοδήποτε συγκεκριμένο συναίσθημα.

Η Ζωντανή Ενσάρκωση

Στα ιερά κείμενα και τις γραφές κάθε παράδοσης, συναντά κανείς ένα περίεργο φαινόμενο: εκείνοι που απλώς μιλούν για τον νόμο, που διαλέγονται εύγλωττα για τις αρχές του και αναλύουν τις λεπτότερες διακρίσεις του, συχνά παραμένουν ξένοι προς την ουσιαστική του πραγματικότητα. Ο αληθινός υποστηρικτής του νόμου δεν είναι εκείνος που έχει απομνημονεύσει κάθε ρήτρα του, αλλά εκείνος που ίσως έχει μάθει λίγα, και όμως «βλέπει τον νόμο σωματικά» — μια εξαιρετική φράση που υποδεικνύει έναν τρόπο γνώσης που υπερβαίνει την πνευματική κατανόηση.

Το να βλέπει κανείς τον νόμο σωματικά σημαίνει να τον αντιλαμβάνεται όχι ως αφηρημένη αρχή αλλά ως ζωντανή παρουσία, να νιώθει το βάρος και την ουσία του, να τον συναντά όπως συναντά έναν άλλο άνθρωπο. Σημαίνει να έχει εσωτερικεύσει τον νόμο τόσο πλήρως ώστε η ίδια η σάρκα και τα οστά του να γίνουν όργανα της έκφρασής του. Ένα τέτοιο άτομο ποτέ δεν παραμελεί τον νόμο, όχι επειδή φοβάται την τιμωρία ή επιδιώκει ανταμοιβή, αλλά επειδή έχει γίνει ανίκανο να διαχωρίσει τον εαυτό του από αυτόν. Ο νόμος ρέει μέσα του όπως το αίμα ρέει στις φλέβες, όπως η αναπνοή ρέει στους πνεύμονες — αβίαστα, συνεχώς, συντηρώντας την ίδια τη ζωή.

Η Ψευδαίσθηση της Ηλικίας

Η εναλλαγή των εποχών σημαδεύει την πάροδο του χρόνου πάνω στο σώμα, χαράσσοντας γραμμές στο πρόσωπο και ασημώνοντας τα μαλλιά με πάχνη. Ωστόσο αυτή η εξωτερική απόδειξη συσσωρευμένων ετών δεν μας λέει τίποτα για την ουσιαστική κατάσταση της ψυχής μέσα. Υπάρχουν εκείνοι των οποίων τα κεφάλια λάμπουν λευκά σαν χειμερινό χιόνι, ωστόσο τα πνεύματά τους παραμένουν τόσο άμορφα και χαοτικά όσο αυτά των παιδιών — γέροι σε χρόνια αλλά άδειοι από τις ιδιότητες που αποτελούν γνήσια γεροντική ηλικία.

Οι αληθινοί πρεσβύτεροι δεν κατασκευάζονται από την απλή πάροδο του χρόνου. Αναδύονται μέσα από μια διαδικασία εκλέπτυνσης και κάθαρσης που μπορεί να διαρκέσει δεκαετίες ή, για τους πνευματικά προικισμένους, σε μια μόνη μεταμορφωτική στιγμή. Ο αυθεντικός πρεσβύτερος είναι εκείνος στον οποίο η αλήθεια έχει εγκατασταθεί μόνιμα, που έχει γίνει κατοικία για την αρετή σε όλες τις πολυδιάστατες εκφράσεις της. Η αγάπη ρέει από ένα τέτοιο άτομο όχι ως συναίσθημα αλλά ως φυσική ακτινοβολία, όπως το φως ρέει από τον ήλιο χωρίς προσπάθεια ή πρόθεση.

Η εγκράτεια και η μετριοπάθεια χαρακτηρίζουν κάθε κίνησή τους — όχι η εγκράτεια που γεννιέται από την καταπίεση, η οποία δημιουργεί εσωτερική βία, αλλά τα φυσικά όρια που αναδύονται όταν κανείς έχει δει μέσα από τις ψευδαισθήσεις που οδηγούν σε καταναγκαστική συμπεριφορά. Έχουν αναλάβει το δύσκολο έργο της κάθαρσης, εξάγοντας από την ύπαρξή τους τις ακαθαρσίες που θολώνουν την όραση και διαστρεβλώνουν την κρίση. Η σοφία λάμπει μέσα από αυτούς, όχι ως κάτι που κατέχουν αλλά ως κάτι που έχουν γίνει αρκετά διαφανείς για να αποκαλύψουν.

Η Ρίζα της Σεβασμιότητας

Ο κόσμος διαρκώς συγχέει την εμφάνιση με την πραγματικότητα, μπερδεύοντας την επιφανειακή λάμψη με τα βάθη από κάτω. Υπάρχουν εκείνοι που καλλιεργούν τη σεβασμιότητα όπως καλλιεργεί κανείς έναν κήπο για επίδειξη — τακτοποιώντας προσεκτικά τα ορατά στοιχεία αλλά επιτρέποντας στους κρυφούς χώρους να γεμίσουν με ζιζάνια και αγκάθια. Μιλούν πολύ, ελπίζοντας ότι ο όγκος μπορεί να υποκαταστήσει την ουσία. Προσέχουν την ομορφιά της όψης και της μορφής, φανταζόμενοι ότι η εξωτερική ελκυστικότητα μπορεί να αντισταθμίσει την ασχήμια που σιγοκαίει μέσα.

Ωστόσο κανένα ποσό προσεκτικής παρουσίασης δεν μπορεί πραγματικά να κρύψει μια καρδιά διεφθαρμένη από φθόνο, πλεονεξία και ανεντιμότητα. Αυτές οι ιδιότητες έχουν τρόπο να διαρρέουν ακόμα και από τις πιο προσεκτικά κατασκευασμένες προσόψεις, και να εκδηλώνονται σε λεπτές χειρονομίες, στην ποιότητα του βλέμματος, στους υποτόνους που στοιχειώνουν την ομιλία.

Η αληθινή σεβασμιότητα προέρχεται όχι από πρόσθεση αλλά από αφαίρεση, όχι από τη συσσώρευση αρετών σαν στολιδιών αλλά από την αφαίρεση, ρίζα και όλα, των δηλητηριωδών αναπτύξεων που πνίγουν τον κήπο της ψυχής. Όταν ο φθόνος καταστρέφεται στη πηγή του, όταν η πλεονεξία εκσκαφεί πλήρως, όταν η ανεντιμότητα καεί στη φωτιά της ειλικρινούς αυτοεξέτασης — τότε, και μόνο τότε, αναδύεται η γνήσια σεβασμιότητα. Εμφανίζεται όχι ως κάτι κατασκευασμένο αλλά ως κάτι αποκαλυπτόμενο, όπως η φυσική ομορφιά μιας πέτρας εμφανίζεται όταν η λάσπη που την καλύπτει ξεπλένεται. Το άτομο που απελευθερώνεται από το μίσος και φωτίζεται από τη σοφία γίνεται σεβαστό όχι μέσω προσπάθειας αλλά μέσω της ύπαρξης, όχι μέσω του κάνειν αλλά μέσω της ακτινοβόλου απλότητας της ουσιαστικής του φύσης.

Η Ήσυχη Επανάσταση

Στις πνευματικές παραδόσεις της Ανατολής, υπάρχει η φιγούρα του Σαμάνου — εκείνου που έχει ησυχάσει τα ταραγμένα νερά της ύπαρξης, που έχει βρει το ακίνητο σημείο στο κέντρο του περιστρεφόμενου κόσμου. Ωστόσο αυτή η ησυχία δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω εξωτερικών σημαδιών. Το ξύρισμα του κεφαλιού, η υιοθέτηση ρομπών, η εκτέλεση καθορισμένων τελετουργιών — τίποτα από αυτά δεν δημιουργεί έναν αληθινό Σαμάνο αν το εσωτερικό τοπίο παραμένει άγριο και ακατάκτητο.

Πώς μπορεί κανείς να διεκδικεί τον τίτλο του «ήσυχου» ενώ παραμένει αιχμάλωτος της επιθυμίας και της πλεονεξίας, αυτών των δίδυμων τυράννων που δημιουργούν τόσο θόρυβο και χάος στα δωμάτια της συνείδησης; Αυτές οι δυνάμεις ορμούν μέσα στην ψυχή σαν καταιγίδες, πνίγοντας τη λεπτή μουσική του πνεύματος, κάνοντας την ακινησία αδύνατη.

Ο αυθεντικός Σαμάνος είναι εκείνος που έχει αναλάβει το ηρωικό έργο της ησύχασης του κακού στη πηγή του — όχι μόνο τα μεγάλα κακά που προσελκύουν δημόσια καταδίκη, αλλά τα μικρά, λεπτά κακά που σέρνονται μέσα στη συνείδηση σαν κλέφτες τη νύχτα. Κάθε εγωιστική παρόρμηση εξεταζόμενη και απελευθερωμένη, κάθε στιγμή σκληρότητας πιασμένη και μεταμορφωμένη, κάθε σπόρος βίας αναγνωρισμένος και αφαιρεθείς πριν βλαστήσει — αυτή είναι η υπομονετική, επίπονη εργασία που δημιουργεί αληθινή ησυχία.

Πέρα από το Καλό και το Κακό

Ο επαίτης περπατά στον κόσμο με άδεια χέρια και ανοιχτό μπολ, εξαρτώμενος από τη γενναιοδωρία των άλλων για τροφή. Ωστόσο η εξωτερική μορφή της επαιτείας δεν δημιουργεί έναν αληθινό Μπίκσου περισσότερο από ό,τι η εξωτερική μορφή της μελέτης δημιουργεί έναν αληθινό μελετητή. Η ουσία της ζωής του επαίτη δεν έγκειται στην οικονομική εξάρτηση αλλά στην πνευματική ελευθερία — την ελευθερία που προέρχεται από την υιοθέτηση όλου του νόμου, από την ενσωμάτωση κάθε αρχής του στο ύφασμα της ύπαρξής του.

Ένα τέτοιο άτομο κατοικεί σε μια παράξενη και υψηλή περιοχή πέρα από τις συμβατικές κατηγορίες του καλού και του κακού. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ανήθικο ή αδιάφορο προς ηθικές διακρίσεις. Μάλλον, έχει υπερβεί τη δυϊστική σκέψη που παγιδεύει τους περισσότερους ανθρώπους σε ατελείωτους κύκλους κρίσης και αντικρίσης. Έχει γίνει αγνός με την βαθύτερη έννοια — καθαρός όχι μόνο στο σώμα αλλά στο κίνητρο, την επιθυμία και την πρόθεση.

Οπλισμένο με γνώση που διεισδύει στην καρδιά της πραγματικότητας, περνά μέσα από τον κόσμο σαν φως που διαπερνά καθαρό νερό, παρόν αλλά αμόλυντο, εμπλεκόμενο αλλά απελευθερωμένο. Βλέπει τις συμβατικές κατηγορίες του καλού και του κακού ως απαραίτητα κατασκευάσματα για εκείνους που ακόμα μαθαίνουν, αλλά ο ίδιος έχει προχωρήσει πέρα από τέτοια πλαίσια σε μια πιο άμεση και κατευθείαν σχέση με την ίδια την αλήθεια.

Η Σοφία της Ισορροπίας

Υπάρχουν εκείνοι που φαντάζονται ότι η σιωπή από μόνη της χαρίζει σοφία, ότι το απλό σταμάτημα της ομιλίας μεταμορφώνει με κάποιο τρόπο την ανοησία σε κατανόηση. Εξασκούν τη βουβαμάρα σαν να ήταν πνευματική πειθαρχία, καλλιεργώντας μια άδεια ησυχία που κρύβει παρά αποκαλύπτει την άγνοια. Ωστόσο η σιωπή χωρίς σοφία είναι απλώς η απουσία ήχου, όχι πιο σημαντική από τη σιωπή των λίθων.

Ο αληθινός Μούνι — ο σοφός, ο σιωπηλός — χαρακτηρίζεται όχι από την απουσία ομιλίας αλλά από την παρουσία διάκρισης. Ένα τέτοιο άτομο κινείται μέσα στην ύπαρξη με την λεπτή ακρίβεια εκείνου που περπατά σε τεντωμένο σχοινί, ζυγίζοντας και ισορροπώντας συνεχώς, επιλέγοντας το καλό ενώ αποφεύγει το κακό, παίρνοντας την ισορροπία και χρησιμοποιώντας την ως πυξίδα και οδηγό.

Αυτό το ζύγισμα δεν είναι ο μηχανικός υπολογισμός ενός εμπόρου που μετρά νομίσματα, αλλά μια λεπτή, διαισθητική διαδικασία που αντλεί από πηγές γνώσης βαθύτερες από τη λογική σκέψη. Ο Μούνι νιώθει το βάρος των πραγμάτων, αισθάνεται την ηθική τους βαρύτητα, αντιλαμβάνεται τις κρυφές συνέπειες που κυματίζουν προς τα έξω από κάθε επιλογή. Πλοηγείται στον κόσμο σαν έμπειρος ναυτικός που διαβάζει τους ανέμους και τα ρεύματα, προσαρμόζοντας την πορεία του στιγμή προς στιγμή σε συνθήκες που οι άλλοι ούτε καν αντιλαμβάνονται.

Η Ιερότητα της Ζωής

Σε έναν κόσμο όπου η βία είναι ενδημική, όπου οι ισχυροί πάγια θηρεύουν τους αδύναμους, όπου τα ζωντανά πλάσματα καταστρέφονται αδιάφορα και χωρίς σκέψη, αναδύεται μια φιγούρα ριζικής συμπόνιας — ο Αρίγια, ο ευγενής, που επεκτείνει τον κύκλο της ηθικής μέριμνας για να αγκαλιάσει όλα τα αισθανόμενα όντα.

Ένα τέτοιο άτομο δεν μπορεί να ονομαστεί ευγενές όταν τραυματίζει ζωντανά πλάσματα, δεν μπορεί να διεκδικεί πνευματική ανύψωση ενώ συμμετέχει στον αρχαίο κύκλο βίας που χαρακτηρίζει τόσο μεγάλο μέρος της ύπαρξης. Η αληθινή ευγένεια εκδηλώνεται σε οίκτο — όχι οίκτο ως συγκατάβαση, αλλά οίκτο ως βαθιά συμμετοχή, ως αναγνώριση της ουσιαστικής συγγένειας που δένει όλα τα ζωντανά πράγματα.

Ο ευγενής βλέπει το ίδιο του το πρόσωπο αντανακλώμενο σε κάθε πλάσμα που αναπνέει. Νιώθει τον πόνο των ζώων, των εντόμων, ολόκληρης της κοινότητας της ζωής, σαν να ήταν δικός του πόνος. Αυτό δεν είναι συναισθηματισμός αλλά αντίληψη, όχι συναίσθημα αλλά όραση — όραση καθαρή μέσα στη φύση της ύπαρξης και αναγνώριση ότι όλα τα όντα μοιράζονται την ίδια θεμελιώδη επιθυμία να ζουν, να αποφεύγουν τον πόνο, να βιώνουν όποιο μέτρο ευτυχίας επιτρέπουν οι συνθήκες τους.

Η Τελική Απελευθέρωση

Και όμως, και όμως... ακόμα και η ευγένεια δεν αρκεί. Ακόμα και η πειθαρχία και οι όρκοι, ακόμα και η βαθιά μάθηση, ακόμα και η ικανότητα να εισέρχεται σε βαθιές καταστάσεις έκστασης, ακόμα και η αυστηρή πρακτική του να κοιμάται μόνος — τίποτα από αυτά δεν εγγυάται το απόλυτο βραβείο, την ευτυχία της απελευθέρωσης που οι κοσμικοί ποτέ δεν γνωρίζουν, την εξάλειψη των επιθυμιών που σημαδεύει την κορύφωση της πνευματικής διαδρομής.

Ο αναζητητής δεν πρέπει να γίνει υπερβολικά σίγουρος πρόωρα, δεν πρέπει να φαντάζεται ότι οι εξωτερικές πρακτικές μόνες θα τον οδηγήσουν στον στόχο. Η εξάλειψη των επιθυμιών δεν επιτυγχάνεται μέσω μηχανικής τήρησης κανόνων, όσο αγνή και αν είναι η πρόθεση. Απαιτεί κάτι πιο ριζικό, πιο ολικό — μια πλήρη μεταμόρφωση της ίδιας της συνείδησης, έναν θάνατο και αναγέννηση που δεν αφήνει καμία άποψη του παλιού εαυτού άθικτη.

Αυτή η τελική απελευθέρωση δεν μπορεί να κερδηθεί μέσω συσσώρευσης αλλά μόνο μέσω παραίτησης. Έρχεται όχι σε εκείνους που έχουν συγκεντρώσει πολλά αλλά σε εκείνους που έχουν απελευθερώσει τα πάντα, που έχουν αφήσει να πέσει ακόμα και η λαβή τους στην ίδια τη διαδρομή. Σε αυτή την απόλυτη απελευθέρωση, σε αυτή την τελική παράδοση, η συνείδηση ανακαλύπτει τον εαυτό της όπως πάντα ήταν — απέραντη, φωτεινή, ελεύθερη, ξεκουραζόμενη σε μια ειρήνη που δεν έχει αντίθετο, κατοικώντας σε μια χαρά που δεν ζητά τίποτα επειδή δεν της λείπει τίποτα, πλήρης από μόνη της, το τέλος και η αρχή, το άλφα και το ωμέγα του πνευματικού ταξιδιού.

Η Διαδρομή Χωρίς Διαδρομή

Έτσι η μυστική παράδοση αποκαλύπτει την ουσιαστική της διδασκαλία: ότι η δικαιοσύνη, η σοφία, η αγνότητα και η απελευθέρωση δεν μπορούν να αρπαχθούν αλλά μόνο να ληφθούν· δεν μπορούν να επιτευχθούν αλλά μόνο να πραγματοποιηθούν· δεν μπορούν να κατασκευαστούν αλλά μόνο να αποκαλυφθούν σαν αρχαίοι θησαυροί θαμμένοι κάτω από στρώματα ψευδαίσθησης και άγνοιας.

Η διαδρομή στροβιλίζεται μέσα σε παράξενα εδάφη, απαιτώντας τα πάντα και μη υποσχόμενη τίποτα, απαιτώντας τη διάλυση του ίδιου του εαυτού που επιδιώκει να την βαδίσει. Και όμως εκείνοι που επιμένουν, που συνεχίζουν ακόμα και όταν η διαδρομή εξαφανίζεται και πέφτει το σκοτάδι, ανακαλύπτουν τελικά αυτό που ήταν παρόν από πάντα — όχι κάτι νέο να αποκτηθεί αλλά κάτι αρχαίο να θυμηθείς, η αρχική φύση που ποτέ δεν χάθηκε πραγματικά, η φωτεινή ουσία που λάμπει ήσυχα κάτω από τον θόρυβο και το χάος της ύπαρξης, περιμένοντας υπομονετικά την αναγνώριση, καλώντας απαλά εκείνους που έχουν μάθει, επιτέλους, να ακούν.

Βίλχεμ Ράιχ: Άκου ανθρωπάκο

Δεν έχεις κανένα αισθητήριο για να διακρίνεις τον πραγματικά μεγάλο άνθρωπο… Ο χαρακτήρας του, τα βάσανά του, η λαχτάρα του, η οργή του κι ο αγώνας του για σένα σου είναι άγνωστα.

Αγνοείς εντελώς πως υπάρχουν άντρες και γυναίκες που, από φύση τους, είναι ανίκανοι να σε καταπιέσουν και να σε εκμεταλλευτούν… άντρες και γυναίκες που θέλουν να είσαι ελεύθερος, πραγματικά κι αληθινά ελεύθερος.

Μα αντιπαθείς τούτους τους άντρες και τις γυναίκες, επειδή είναι έξω από τη φύση σου. Είναι απλοί και ειλικρινείς. Εκτιμούν την αλήθεια, όσο εκτιμάς εσύ την κομπίνα…

Βλέπουν μέσα σου σα να είσαι διάφανος, αλλά δε σε περιφρονούν. Θλίβονται για την κατάντια του ανθρώπου. Μα διαισθάνεσαι πως βλέπουν μέσα σου και νιώθεις να απειλείσαι…

Αναγνωρίζεις τη μεγαλοσύνη τους, ανθρωπάκο, μόνο όταν πολλά άλλα ανθρωπάκια σου πουν ότι είναι μεγάλοι…

Φοβάσαι τους μεγάλους ανθρώπους, την επαφή τους με τη ζωή και την αγάπη τους γι' αυτή. Όμως ο μεγάλος άνθρωπος σε αγαπά, όπως θα αγαπούσε κάθε ζωντανό πλάσμα…

Δε θέλει να υποφέρεις, όπως υποφέρεις χιλιάδες χρόνια τώρα. Δε θέλει να λες ανοησίες, όπως λες εδώ και χιλιάδες χρόνια. Δε θέλει να δουλεύεις σαν μουλάρι, επειδή αγαπά τη ζωή και θέλει να την απαλλάξει από τα βάσανα και τον εξευτελισμό.

Ο μεγάλος άνθρωπος σκέφτεται προσεκτικά, αλλά όταν αφοσιωθεί σε μια ιδέα, βλέπει πολύ μακριά…

Κι εσύ, ανθρωπάκο, όταν η ιδέα του αποδεικνύεται σωστή κι αντέχει στο πέρασμα του χρόνου, εκεί που η δική σου είναι ρηχή κι εφήμερη, του φέρεσαι σαν να 'ναι απόβλητος…

Εξωθώντας τον στο περιθώριο, σπέρνεις μέσα του τον τρομερό σπόρο της μοναξιάς. Όχι το σπόρο που γεννά μεγάλες πράξεις, αλλά το σπόρο του φόβου… πως θα τον παρεξηγήσεις και θα τον προσβάλλεις.

Γιατί είσαι «ο λαός», «η κοινή γνώμη», «η συνείδηση της κοινωνίας»…

Αναλογίστηκες ποτέ σου, ανθρωπάκο, τη γιγάντια ευθύνη που συνεπάγεται αυτή η ιδιότητά σου; Αναρωτήθηκες ποτέ -πες μου ειλικρινά!- κατά πόσο, από την άποψη της μακροπρόθεσμης κοινωνικής εξέλιξης, της φύσης, ή των μεγάλων επιτεύξεων της ανθρωπότητας, από τη σκοπιά του Ιησού, για παράδειγμα, ο τρόπος σκέψης σου είναι σωστός ή Λάθος;

Όχι, δεν αναρωτιέσαι ποτέ αν ο τρόπος σκέψης σου είναι σωστός ή λάθος. Αναρωτιέσαι μονάχα τι θα πει ο γείτονάς σου ή, αν πράττεις το σωστό, πόσα λεφτά θα σου κοστίσει…
Αυτά είναι τα μόνα που αναρωτιέσαι, ανθρωπάκο- αυτά και τίποτ΄ άλλο!

Μα αφού ώθησες το μεγάλο άνθρωπο στην απομόνωση, ξεχνάς τι του έκανες. Είπες απλά μερικές βλακείες παραπάνω, έκανες μια μπαγαποντιά ακόμα, προκάλεσες κι άλλο βαθύ πόνο. Ξεχνάς!

Ο μεγάλος άνθρωπος, όμως, δεν ξεχνά…
Δε σχεδιάζει την εκδίκησή του, μα προσπαθεί να καταλάβει γιατί συμπεριφέρεσαι τόσο ελεεινά…
Ξέρω ότι κι αυτό είναι έξω από τη φύση σου.

Πίστεψέ με, όμως! Όσες φορές κι αν τον πονέσεις, όσες αγιάτρευτες πληγές κι αν του προκαλέσεις, ακόμα κι αν σ' ένα λεπτό έχεις κιόλας ξεχάσει τη μικρόψυχη κατεργαριά σου, ο μεγάλος άνθρωπος υποφέρει για τις κατεργαριές σου, αντί για σένα…

Όχι επειδή είναι σημαντικές, αλλά ακριβώς επειδή είναι ασήμαντες…

Προσπαθεί να καταλάβει τι είναι εκείνο που σε κάνει να πετάς λάσπη στο σύζυγο ή τη σύζυγο που σε απογοήτευσε, να βασανίζεις ένα παιδί επειδή το αντιπαθεί κάποιος κακοήθης γείτονας, να προδίδεις τους φίλους σου, να γελοιοποιείς τους πονόψυχους, ενώ τους εκμεταλλεύεσαι στο έπακρο και να ζαρώνεις κάτω από το μαστίγιο.
Προσπαθεί να καταλάβει τι είναι εκείνο που σε κάνει να παίρνεις ό,τι σου δίνουν, να δίνεις ό,τι απαιτούν από σένα κι όμως να μη δίνεις ποτέ με τη θέλησή σου, ποτέ από αγάπη…
Τι σε κάνει να κλωτσάς εκείνους που έχουν πέσει ή κοντεύουν να πέσουν, να ψεύδεσαι αντί να λες την αλήθεια και να διώκεις όχι το ψεύδος, μα την αλήθεια…

Ανθρωπάκο, είσαι πάντα με το μέρος των διωκτών.
Προκειμένου να κερδίσει την εύνοιά σου, ανθρωπάκο, να κερδίσει την άχρηστη φιλία σου, ένας μεγάλος άνθρωπος πρέπει να προσαρμοστεί στο δικό σου τρόπο ζωής, να λέει εκείνο που θα 'θελες να ακούσεις, να στολιστεί τις αρετές σου…
Μα τότε δε θα ήταν μεγάλος, αληθινός κι απλός…
Αν είχε τις δικές σου αρετές, τη γλώσσα και τη φιλία σου, δε θα 'ταν μεγάλος άνθρωπος. Άλλωστε, το βλέπεις καθαρά ότι οι φίλοι σου, αυτοί που λένε ό,τι θες να ακούσεις, δεν υπήρξαν ποτέ μεγάλοι άνθρωποι. Όχι πως πιστεύεις ότι ο φίλος σου θα μπορούσε ποτέ να κάνει κάτι μεγάλο.

Περιφρονείς τον εαυτό σου στα κρυφά, ιδιαίτερα όταν επιδεικνύεις την αξιοπρέπειά σου… Κι εφόσον περιφρονείς τον εαυτό σου, είσαι ανίκανος να σεβαστείς το φίλο σου. Δεν μπορείς να πιστέψεις πως οποιοσδήποτε κάθισε στο τραπέζι σου, ή μοιράστηκε το σπίτι σου, είναι ικανός για μεγάλα επιτεύγματα…

Αυτός είναι ο λόγος που όλοι οι μεγάλοι άνθρωποι είναι μοναχικοί…

Κοντά σου είναι πολύ δύσκολο να στοχάζεται κανείς, ανθρωπάκο…

Μπορεί να σε σκέφτεται, ή να σκέφτεται για σένα, μα όχι με σένα- καταπνίγεις κάθε μεγάλη, πρωτότυπη σκέψη…

Αν είσαι μητέρα, όταν το παιδί σου σκέφτεται λες: «Αυτό δεν κάνει για παιδιά». Αν είσαι καθηγητής βιολογίας, λες: «Αυτά δεν αρμόζουν σε σοβαρούς σπουδαστές. Ακούς εκεί! Να αμφισβητείς ότι υπάρχουν μικρόβια στον αέρα;»
Αν είσαι δάσκαλος, λες: «Τα καλά παιδιά δεν κάνουν αυθάδικες ερωτήσεις». Κι αν είσαι σύζυγος, λες: «Ανακάλυψη; Κι επειδή έκανες ανακάλυψη; Δεν κοιτάς τη δουλειά σου λέω “γώ, να θρέψεις την οικογένειά σου!»….
Μα σαν δημοσιευτεί η ίδια ανακάλυψη στις εφημερίδες, ανθρωπάκο, τότε την αποδέχεσαι, είτε την καταλαβαίνεις είτε όχι.
Γι' αυτό σου λέω, ανθρωπάκο, έχεις χάσει την αίσθηση… ό,τι καλύτερου υπάρχει μέσα σου… Την κατέπνιξες…
Κι αν τύχει και βρεις κάτι αξιόλογο στους άλλους, στο παιδί σου, τη γυναίκα σου, τον άντρα σου, τον πατέρα ή τη μητέρα σου, το σκοτώνεις…

Είσαι πολύ μικρός, ανθρωπάκο, και θες να παραμείνεις μικρός…!

Βίλχεμ Ράιχ, Άκου, Ανθρωπάκο

Διάσημοι Άθεοι στην αρχαία Αθήνα

Στις Ευμενίδες του Αισχύλου (στ. 151), ο Χορός αποκαλεί τον Ορέστη «άθεον άνδρα», επειδή σκότωσε τη μητέρα του, μολονότι είναι φανερό πως εκείνος δεν αμφιβάλλει για την ύπαρξη των θεών, συνομιλεί μάλιστα με τον Απόλλωνα. Και δεν είναι η μόνη περίπτωση, όπου άθεος χαρακτηρίζεται από τους αρχαίους κι εκείνος που παραβαίνει τους νόμους των θεών ή ασεβεί με κάποιον άλλον τρόπο.

Πρόσωπα που αρνούνται ευθαρσώς την ύπαρξη οποιονδήποτε θεοτήτων, εμφανίζονται στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα. Αποκαλούνται άθεοι, επίθετο που εξακολουθεί να συγχέεται με τον ασεβή, μία κατηγορία που οδήγησε στη φυλακή, στην εξορία, ακόμα και στον θάνατο αρκετούς Αθηναίους δίκαια ή άδικα.

Οι γνωστοί σε εμάς άθεοι της εποχής, που πίστευαν πως οι θεοί είναι επινόηση των ανθρώπων, είναι ο Πρόδικος από την Κέα, ο Κριτίας ο Αθηναίος, ο Διαγόρας ο Μήλιος και ο Κινησίας. Αυτοί, κάτω από την επίδραση της σοφιστικής κίνησης, που έθεσε υπό αμφισβήτηση, όχι μόνο τις καθιερωμένες θρησκευτικές αντιλήψεις, αλλά και την εγκυρότητα του ίδιου του Νόμου και την ύπαρξη των θεών, για πρώτη φορά, είτε υπονοούν είτε απερίφραστα διακηρύττουν ότι θεοί δεν υπάρχουν. Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα, συμπεριφέρονται με αναίδεια και προβαίνουν σε απρέπειες που προκαλούν την αντιπάθεια των συμπολιτών τους.

Ο Πρόδικος ο Κεῖος ήταν φυσικός φιλόσοφος και Σοφιστής, στενός φίλος του Σωκράτη. Το όνομά του συνδέεται με τον μύθο του Ηρακλή που καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην Αρετή και στην Κακία, αφήγηση που υπήρχε στο έργο του «Ὥραι» και την οποία επανέλαβε πολλές φορές στις διαλέξεις του. Στην εποχή του ήταν διάσημος για δύο πράγματα: την εμμονή του στην ακριβή χρήση των λέξεων και τις αθεϊστικές του αντιλήψεις.

Ο Πρόδικος, εξετάζοντας το θέμα ανθρωπολογικά, ισχυρίστηκε πως ο άνθρωπος επινόησε τις θεότητες, από ευγνωμοσύνη για τα αγαθά που του παρείχε η φύση. Δεν είναι τυχαίο, έλεγε, πως οι αρχαιότεροι θεοί σχετίζονται άμεσα με τη διατροφή, όπως είναι η Δήμητρα ή την απόκτηση ευημερίας, όπως ο Διόνυσος. Και κάθε φορά που αντιλαμβάνονταν την αξία κάποιου πράγματος και τη συνεισφορά του στην επιβίωση και στην πρόοδο, το θεοποιούσαν και γιόρταζαν λατρεύοντάς το. Έτσι έγινε με τον ήλιο, τη σελήνη, τα ποτάμια, τη φωτιά.

Αυτή η ορθολογική ερμηνεία της θρησκευτικότητας του ανθρώπου, ρίχνει φως στο φαινόμενο να ταυτίζεται η ονομασία ενός ωφέλιμου πράγματος με το όνομα του αντίστοιχου θεού, ο οποίος θεωρείται και ο εφευρέτης του πράγματος αυτού (για παράδειγμα, η φωτιά ονομάζεται και Ήφαιστος, το τζάκι Εστία, η Γη ταυτίζεται με τη θεά Γαία). Παράλληλα αντικρούει την ερμηνεία του Δημόκριτου, που ισχυριζόταν πως κίνητρο για την επινόηση των θεών ήταν ο φόβος για τα φαινόμενα της φύσης που απειλούσαν την ανθρώπινη ζωή.

Επόμενος άθεος, ο Κριτίας, ο αριστοκράτης μαθητής του Σωκράτη και συγγενής του Πλάτωνα, που έβλεπε την πίστη στους θεούς ως ένα πολύ αποτελεσματικό, πολιτικό εργαλείο που επινόησαν οι ηγεμόνες για να πειθαναγκάσουν τους υπηκόους τους να είναι πειθαρχημένοι. Η ανάγκη αυτή προέκυψε, υποστηρίζει ο Κριτίας, επειδή η νομοθεσία, μπορεί να απέτρεπε τους κακούς από τη διάπραξη εγκλημάτων φανερά, αλλά εξακολουθούσαν τον άνομο βίο τους όταν κανείς δεν τους έβλεπε. Επινοήθηκαν λοιπόν οι θεοί που τα βλέπουν όλα και πάντα, ώστε να περιοριστεί η παρανομία στα κρυφά.

Το 415 π.Χ κατηγορήθηκε μαζί με τον Αλκιβιάδη για τη βεβήλωση των Ερμών και καταδικάστηκε σε φυλάκιση, ενώ οκτώ χρόνια αργότερα εξορίστηκε. Επέστρεψε το 405 και λίγο μετά εξελέγη μέλος των τριάκοντα τυράννων στην Αθήνα. Με την εξουσία αυτή εξόντωσε τους πολιτικούς του αντιπάλους χωρίς έλεος, άρπαξε περιουσίες συμπολιτών του, ενώ απαγόρευσε στον δάσκαλό του, τον Σωκράτη να διδάσκει. Σκοτώθηκε έναν χρόνο αργότερα, κατά τη διάρκεια της επανάστασης των δημοκρατικών του Θρασύβουλου.

Ο Διαγόρας ο Μήλιος ήταν ποιητής και έγραφε κυρίως διθυράμβους. Αιχμαλωτίστηκε από τους Αθηναίους, όταν κατέλαβαν την Μήλο και ο Δημόκριτος πλήρωσε ένα μεγάλο ποσό για τον ελευθερώσει.

Σχεδόν παντού όπου γίνεται αναφορά σε αυτόν, τον συνοδεύει το επίθετο «άθεος». Μιλούσε περιπαιχτικά και χωρίς κανέναν σεβασμό για τα μυστήρια, αποκαλύπτοντας μάλιστα τα άρρητα των τελετών. Δικάστηκε ερήμην για ασέβεια, την εποχή που οι Αθηναίοι ετοιμάζονταν για τη Σικελική εκστρατεία. Κατά πάσα πιθανότητα είχε αναμειχθεί σε πολιτικές ταραχές, ενέργεια που μαζί με την καταγωγή του από εχθρική για την Αθήνα πόλη, συνέβαλαν στην καταδίκη του. Εκείνος πάντως φρόντισε να εγκαταλείψει εγκαίρως την πόλη και να καταφύγει στην Κόρινθο, όπου και έζησε ως το τέλος της ζωής του.

Στο «Περί της φύσης των θεών» του Κικέρωνα, διασώζεται μία αφήγηση που μας δίνει μία ιδέα για την επιχειρηματολογία του Διαγόρα: Ένας φίλος του προσπαθεί να τον πείσει για την ύπαρξη των θεών, λέγοντάς του ότι υπάρχουν πολλές εικόνες ανθρώπων που σώθηκαν από φουρτούνες, επειδή επικαλέστηκαν τους θεούς. Ο Διαγόρας του απαντά «πουθενά, όμως, δεν υπάρχουν οι εικόνες εκείνων που δεν σώθηκαν».

Ένας λιγότερο γνωστός σε εμάς, αλλά διαβόητος εκείνη την εποχή, ήταν ο Κινησίας (450-390 π.Χ περ.), ένας Αθηναίος ποιητής και μουσικός (πολύ κακός, μάλιστα). Οι πολύ εξεζητημένες χορογραφίες του, οι συγκεχυμένες μελωδίες του, που ο κόσμος δυσκολευόταν να τραγουδήσει, η άσχημη εμφάνισή του και η πρωτότυπη ιδέα του να καταργήσει τα χορικά στις κωμωδίες (με νόμο που πρότεινε και ψηφίστηκε το 400 π.Χ) τον έκαναν αγαπημένο στόχο των κωμικών. Το τελευταίο μάλιστα, του χάρισε το διόλου κολακευτικό επίθετο «χοροκτόνος». Η ίδια η Μουσική, σε μία κωμωδία του Φερεκράτη, τον αποκαλεί «κατάρατο Αττικό» και διαμαρτύρεται γι’ αυτόν στη Δικαιοσύνη.

Αυτός, λοιπόν, ο Κινησίας ήταν μέλος ενός συλλόγου ασεβών, των «κακοδαιμονιστών», οι οποίοι έκαναν οτιδήποτε μπορούσε να προκαλέσει το θρησκευτικό συναίσθημα των Αθηναίων. Η αγαπημένη τους απασχόληση ήταν να οργανώνουν δείπνα τις αποφράδες ημέρες*, κατά τη διάρκεια των οποίων χλεύαζαν τους θεούς και τους νόμους. Ο Λυσίας αναφέρει πως ο Κινησίας ήταν ο δράστης μίας πράξης βεβήλωσης του αγάλματος της Εκάτης (παρόμοια πράξη με εκείνη της κοπής των Ερμών). Δεν γνωρίζουμε τίποτ’ άλλο γι’ αυτόν, εκτός του ότι πέθανε πάμπτωχος.

Όπως μας ενημερώνει ο Θουκυδίδης, οι Αθηναίοι, μετά την φρικτή εμπειρία του Πελοποννησιακού Πολέμου «αποφάσιζαν να χαρούν τη ζωή τους όσο ταχύτερα μπορούσαν, επιδιδόμενοι στις απολαύσεις, διότι θεωρούσαν και τη ζωή και τον πλούτο εξ ίσου εφήμερα, έκριναν ότι δεν υπήρχε καμία διαφορά μεταξύ ευσεβείας και ασεβείας επειδή κανείς δεν πίστευε πως θα επιζήσει, για να δώσει λόγο για τα εγκλήματά του και τιμωρηθεί γι’ αυτά.» Η γοργή εξάπλωση της ανηθικότητας και της απολίτιστης συμπεριφοράς. οδήγησε τους Αθηναίους να ψηφίσουν την πρόταση του Διοπείθη περί ασεβείας, το 431 π.Χ.

Δεν θα πρέπει, ακόμα, να μας διαφεύγει το γεγονός πως πρόκειται για μία εποχή έντονων πολιτικών ταραχών και συχνά πίσω από την κατηγορία περί ασεβείας, κρύβονταν πολιτικές σκοπιμότητες. Τέτοια ήταν η περίπτωση του Σωκράτη, που ενώ ήταν βαθύτατα θρησκευόμενος, εκτελέστηκε το 399 ως ασεβής.

Κάπως έτσι, μία κοινωνία που ήταν πάντα ανοιχτή στις διαφορετικές απόψεις, που, τις καλές εποχές, διασκέδαζε συζητώντας με τους ξένους επισκέπτες της για άλλους θεούς και άλλα έθιμα, όπως κάθε κοινωνία που αντιμετωπίζει την διάλυση, στρέφεται σε οτιδήποτε μπορεί να προσφέρει ένα στέρεο θεμέλιο για την θεραπεία της. Και αυτή δεν ήταν μία καλή εποχή για αμφισβητήσεις, πόσω μάλλον για προκλήσεις.
-----------------------
*Αποφράδες ημέρες ήταν οι γρουσούζικες μέρες, συνήθως ημερομηνίες κατά τις οποίες είχαν συμβεί τραγικά γεγονότα. Τις ημέρες αυτές δεν λειτουργούσαν οι δημόσιες υπηρεσίες, δεν διοργανώνονταν εκδηλώσεις πολιτικές ή θρησκευτικές και δεν σταματούσαν οι εμπορικές συναλλαγές. Αποφράς, από την πρόθεση από και το ρήμα φράζω = λέγω, διότι ούτε καν αναφέρονταν σε αυτές.

Πλάτων: Ο τελευταίος νόμος

Οι Νόμοι είναι το τελευταίο πλατωνικό έργο. Ο συγγραφέας δεν πρόλαβε ούτε να το εκδώσει. Ήταν γραμμένο σε πίνακες με κερί και ο γραμματέας της Ακαδημίας, Φίλιππος ο Οπούντιος, ανέλαβε το έργο της μεταγραφής του («Φίλιππος ὁ Ὀπούντιος τοὺς Νόμους αὐτοῦ μετέγραψεν ὄντας ἐν κηρῷ» Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων 3.37), χωρίζοντας το περιεχόμενό του σε δώδεκα βιβλία. Πρόκειται για το εκτενέστερο έργο του Πλάτωνα (που ξεπερνά ακόμη και την Πολιτεία).

Οι καινοτομίες που εισάγει ο συγγραφέας, Πλάτων, δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητες. Κατ’ αρχάς ο διάλογος δεν διαδραματίζεται όπως οι υπόλοιποι στην Αθήνα αλλά στην Κρήτη. Επιπλέον, η απουσία του Σωκράτη είναι περισσότερο από εμφανής. Πρόκειται για τον μοναδικό πλατωνικό διάλογο όπου δεν λαμβάνει μέρος. Τρεις συνομιλητές (ο Σπαρτιάτης Μέγγιλος, ο Κρητικός Κλεινίας και ένας ανώνυμος Αθηναίος ξένος) με αφορμή την ίδρυση της πόλης της Μαγνησίας συζητούν για τους νόμους που θα θεσπίσουν για την εύρυθμη λειτουργία της. Σκοπός βέβαια είναι η αρετή.

Στο 12ο βιβλίο παρά το ότι η νομοθεσία της πόλεως έχει αποπερατωθεί, ο πρωταγωνιστής του διαλόγου (ο ανώνυμος Αθηναίος ξένος) θεωρεί ότι τίποτε δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη. Μπορεί να έχουν ρυθμίσει τους νόμους της πόλεως, αλλά ενδεχομένως στο μέλλον να αλλάξουν. Τι θα αποτελέσει εγγύηση για την υπακοή των πολιτών σ’ αυτούς; Ο μεγαλύτερος φόβος του όμως είναι η διατήρησή τους. Ο Πλάτων αυτή τη φορά δεν χρειάζεται να παραθέσει τον μύθο του Ηρός (όπως στην Πολιτεία) για να αναφερθεί στις Μοίρες, γεφυρώνοντας τα δύο έργα. Ο μύθος είναι ήδη γνωστός. Αρκεί να τον ανακαλέσουν: Η Λάχεσις, η Κλωθώ και η Ατροπός ορίζουν τη ζωή των ανθρώπων. Το ενδιαφέρον του Πλάτωνα στρέφεται μόνο στην τελευταία, την Ατροπό, καθώς είναι εκείνη που διατηρεί όσα έχουν αποφασίσει οι δύο προηγούμενες.

«ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Από αυτές [τις Μοίρες] η Λάχεσις είναι η πρώτη, η Κλωθώ η δεύτερη και η Ατροπός η τρίτη η οποία διαφυλάσσει όσα έχουμε πει (σώτειραν τῶν λεχθέντων), απονέμοντας σε όσα έχουν υφανθεί τη δύναμη να μην αλλάζουν. Με αυτά θέλουμε να εξοπλίσουμε και την πόλη και τους πολίτες, όχι μόνο με υγεία και διαφύλαξη των σωμάτων, αλλά με ευνομία στις ψυχές τους και περισσότερο με διαφύλαξη των νόμων. Εγώ θεωρώ ότι είναι εμφανές πως αυτό λείπει από τους νόμους δηλαδή πώς πρέπει να τους εμφυσήσουμε με φυσικό τρόπο ώστε να μην αλλάζουν (ἀμετάστροφον).»
Πλάτων, Νόμοι 960c7-d7

Ο Πλάτωνας δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο σίγουρος για την ορθότητα των ιδεών του· οι νόμοι πρέπει να είναι σαν το πεπρωμένο, να μην μεταβάλλονται. Η συζήτηση περί της ιδανικής Πολιτείας που ολοκληρώνεται στους Νόμους με τη θέσπιση των διαταγμάτων για κάθε περίσταση έχει στόχο τη διατήρηση των νόμων με κάθε κόστος. Στους Νόμους, ο φιλόσοφος-βασιλιάς της Πολιτείας (473c-d) δίνει τη θέση του στη Συνέλευση της πόλεως (σύλλογος), που θα εξασφαλίσει τη διατήρηση των νόμων. Η Συνέλευση θα αποτελείται από τους δέκα πιο ηλικιωμένους, μαζί με όσους έχουν τιμηθεί με βραβείο αριστείας αλλά και με όσους ταξίδεψαν στο εξωτερικό (ώστε να συλλέξουν πληροφορίες για τη διατήρηση των νόμων). Επιπλέον, υποχρεούνται να φέρουν μαζί τους έναν νέο (όχι μικρότερο όμως των τριάντα ετών) τον οποίο θα έχουν κρίνει ως άξιο να συμμετέχει. Αυτό όμως θα πρέπει να κρατηθεί κρυφό από τον υποψήφιο, έως ότου αποδείξει την αξία του. Η εν λόγω Συνέλευση θα λαμβάνει χώρα πολύ πρωινές ώρες και για τον λόγο ότι οι συμμετέχοντες δεν θα είναι απασχολημένοι.

Ποιος είναι όμως ο τελευταίος νόμος που θα ψηφίσει η Συνέλευση; Τι δεν είχαν προβλέψει έως τώρα;

Ο Αθηναίος (όπως ο Σωκράτης στην Πολιτεία) θα μεταφέρει τη συζήτηση στην ψυχή:

«ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Πρέπει λοιπόν, Κλεινία, να σκεφτούμε για όλα ποιος είναι ο κατάλληλος σωτήρας σε κάθε έργο, για παράδειγμα στο έμβιο ον η ψυχή και το σώμα είναι από τη φύση το καλύτερο (ὡς ἐν ζῴῳ ψυχὴ καὶ κεφαλή, τό γε μέγιστον, πεφύκατον).

ΚΛΕΙΝΙΑΣ: Με ποιον τρόπο;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Οπωσδήποτε η αρετή τους παρέχει τη σωτηρία σε κάθε ζώο.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ: Πώς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Γιατί, πέρα από τα άλλα, ο νους είναι σύμφυτος με την ψυχή, και στο σώμα, μαζί με τα άλλα, η όραση και η ακοή· με λίγα λόγια, ο νους είναι συνυφασμένος με τις καλύτερες αισθήσεις, και γίνονται ένα, και δικαιότατα θα ονομαζόταν η σωτηρία του καθενός.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ: Και βέβαια φαίνεται έτσι.»

Πλάτων, Νόμοι 961c1-10

Το αγαπημένο παράδειγμα των φιλοσόφων, το πλοίο με τον κυβερνήτη και τους ναύτες, κάνει την εμφάνισή του: Πώς εξασφαλίζεται η σωτηρία του πλοίου στη θαλασσοταραχή αλλά και στη γαλήνη; Όταν ο καπετάνιος με το πλήρωμα ενώσουν τις δυνάμεις τους, τον νου και τις αισθήσεις. Τα παραδείγματα συνεχίζονται για να καταλήξουν στον σκοπό της νομοθεσίας. Αν ο κυβερνήτης (είτε του πλοίου είτε της πόλεως) δεν γνωρίζει τον σκοπό τους, τότε δεν θα καταφέρει να τον πετύχει. Οι νόμοι εξαρτώνται από τις πόλεις και τον στόχο των νομοθετών. Αν στόχος είναι ο πλουτισμός, οι νόμοι θα διαφέρουν και οι άνθρωποι να γίνουν δούλοι των άλλων (δοῦλοί τινων ὄντες). Αντιθέτως, άλλοι προτιμούν μία ελεύθερη ζωή.

Η συζήτηση επανέρχεται στη Συνέλευση (που θα συνεδριάζει τη νύχτα). Ο σκοπός της δικής τους πόλεως πρέπει να είναι σαφής. Η νομοθεσία που έχουν προβλέψει θα έχει έναν στόχο: την αρετή. Πώς θα τον κοινωνήσουν όμως στους «πολλούς»; Αυτή θα είναι η δουλειά των φυλάκων, οι οποίοι θα πρέπει να γνωρίζουν καλά την έννοια της αρετής και πιο σημαντικό, να μπορούν να τη διδάξουν. Οι πολίτες οφείλουν να υπακούν στους νόμους, οι φύλακες ωστόσο δεν αρκεί μόνο να γνωρίζουν τους νόμους, αλλά να προσφέρουν λογικές εξηγήσεις και να κρίνουν το φύσει καλό και κακό.

Ο Αθηναίος συνοψίζει: ένα από τα ωραιότερα θέματα είναι αυτό σχετικά με τους θεούς. Και οι φύλακες πρέπει να το κατέχουν καλά. Κατ’ ακρίβεια, επιβάλλεται να πιστεύουν στους θεούς, η ύπαρξη των οποίων πιστοποιείται από δύο πράγματα: Το πρώτο είναι η αθανασία της ψυχής και το δεύτερο η τακτική κίνηση των αστέρων. Ο Πλάτων αντιστρέφει το επιχείρημα. Η κίνηση των ουρανίων σωμάτων πιστοποιεί την ύπαρξη του θεού. Άψυχα αντικείμενα δεν μπορούν να ακολουθούν τόσο ακριβείς υπολογισμούς.

«ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Ο νους που κυβερνά έβαλε σε τάξη τα πάντα στο σύμπαν. Όποιος τα δει αυτά με προσοχή και όχι με αφέλεια, δεν πρόκειται να γίνει άθεος ούτε να συμβεί το αντίθετο από αυτό που περιμένουν πολλοί. Γιατί υποθέτουν ότι όσοι ασχολούνται με την αστρονομία και τις άλλες συναφείς αναγκαίες επιστήμες γίνονται άθεοι, καθώς παρατηρούν ότι αυτά συμβαίνουν αναγκαία και όχι χάρη σε βούληση της διάνοιας για την εκπλήρωση του αγαθού.»
Πλάτων, Νόμοι 966d9-967a6

Η αθεΐα θα προσβάλλει τους νόμους. Και αυτό επειδή οι άθεοι δεν καταλαβαίνουν την προτεραιότητα της ψυχής έναντι του σώματος. Ο Πλάτωνας καταφέρεται εναντίον των Φυσικών φιλοσόφων. Πολλοί από αυτούς μάλιστα, έφτασαν στο σημείο να αποδώσουν την αιτία στην ύλη, φέρνοντάς τους σε δύσκολη θέση. Σήμερα όμως τα πράγματα είναι αλλιώς, αποφαίνεται. Ο Πλάτωνας με τη φωνή του Αθηναίου υπερτονίζει την αναγκαιότητα του έσχατου νόμου. Εκεί όπου όλα έχουν ρυθμιστεί στην εντέλεια, το πιο σημαντικό απουσιάζει: Η δια νόμου θεολογική παιδεία των φυλάκων, ώστε οι νόμοι να παραμένουν αναλλοίωτοι.

«ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Δεν πρόκειται ποτέ κανείς από τους θνητούς ανθρώπους να γίνει με βεβαιότητα θεοσεβής, αν δεν καταλάβει αυτά που λέμε τώρα: ότι η ψυχή είναι το πιο πρωταρχικό από όλα όσα πήραν μέρος στη δημιουργία, και είναι αθάνατη, και εξουσιάζει όλα τα σώματα (ἀθάνατόν τε, ἄρχει τε δὴ σωμάτων πάντων). Επιπλέον, πρέπει να καταλάβει αυτό που είπαμε πολλές φορές ως τώρα, ότι ο νους εξουσιάζει όσα βρίσκονται στα αστέρια. Τώρα, Κλεινία και Μέγγιλε, πρέπει να σκεφτούμε, αν θα προσθέσουμε κι αυτόν τον νόμο, μαζί με όσους έχουμε αναφέρει, ώστε η νυχτερινή Συνέλευση των αρχόντων να γίνει κοινωνός της παιδείας που είπαμε, και να φυλάξει τον νόμο για τη διατήρησή του; Τι άλλο να κάνουμε;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ: Αγαπητέ μου, βεβαίως θα τον προσφέρουμε, μήπως μπορούμε και σταδιακά;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Τότε όλοι μας ας προσπαθήσουμε. Θα γίνω βοηθός σας με μεγάλη προθυμία (και ίσως μάλιστα βρω και άλλους εκτός από εμένα) χάρη στην εμπειρία μου και τη συχνή μου μελέτη για το θέμα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ: Αλλά τότε, ξένε, πάνω απ’ όλα πρέπει να πορευτούμε στον δρόμο που όπως φαίνεται μας οδηγεί ο θεό;.»
Πλάτων, Νόμοι 967d2-968c1

Ο Πλάτωνας έχει πραγματευτεί σε μάκρος την αθανασία της ψυχής σε άλλα έργα. Στις τελευταίες σειρές του έργου (που δεν πρόλαβε ούτε να δημοσιεύσει) υποδεικνύει τον έσχατο και πιο ουσιαστικό νόμο για την ιδανική του πολιτεία: Οι φύλακες πρέπει να λάβουν υποχρεωτικά τη θεολογική παιδεία που κρίνεται αναγκαία προκειμένου να στηρίζουν εις αεί την σταθερότητα των νόμων της πόλεως.

Ο Πλάτωνας αφήνει παρακαταθήκη το τελευταίο του έργο. Οι Νόμοι κλείνουν με τον Κλεινία και τον Μέγγιλο να παρακαλούν τον Αθηναίο ξένο με όλα τα μέσα να μη φύγει για να τους βοηθήσει στην ίδρυση της νέας πόλεως. Ο φιλόσοφος είχε ταξιδέψει τρεις φορές στη Σικελία στην απόπειρά του να σώσει τον κόσμο. Παρά την ασφάλεια και ευημερία της Ακαδημίας, επέλεξε την αβεβαιότητα και ανασφάλεια των θαλάσσιων ταξιδιών στην αναζήτηση της ορθής διακυβέρνησης της πολιτείας. Η Πολιτεία του χρειάζεται όχι μόνο ορθούς αλλά και αναλλοίωτους Νόμους. Η ορθή παιδεία των νομοφυλάκων πρέπει να θεσμοθετηθεί με έναν τελευταίο νόμο, ώστε όλα να παραμείνουν ως έχουν.

Σενέκας: Έχω ζήσει

Το πέρασμα του χρόνου συνήθως δεν γίνεται αντιληπτό από το υποκείμενο που το βιώνει. Οι αλλαγές είναι αργές και ανεπαίσθητες, όταν αθροιστούν όμως συνιστούν μια νέα πραγματικότητα. Πολλές φορές οι αλλαγές του περιβάλλοντος γύρω μας είναι εκείνες που αφυπνίζουν το πνεύμα, ώστε να παρατηρήσει το γήρας του δικού του σώματος. Δεν γερνάμε όμως όλοι. Όσοι καταφέρνουν να αγγίξουν μια μεγάλη ηλικία, μόνο να παραπονούνται δεν αξίζει. Τα γερατειά (παρά τα όσα σωματικά δεινά συνεπάγονται) μόνο φρίκη δεν πρέπει να προκαλούν. Αντιθέτως, κάθε μέρα μετράει.

Ο Σενέκας γράφει στον Λουκίλιο, για να του μιλήσει για τα γηρατειά. Όχι, ο Λουκίλιος δεν έχει γεράσει. Ο συγγραφέας θα μιλήσει για τα δικά του βιώματα και ο νέος μαθητευόμενος θα διαβάσει τη δωδέκατη επιστολή, ώστε να εκτιμήσει τη ζωή από νεανική ηλικία. Το σκηνικό στήνεται επιδέξια από τον Στωικό φιλόσοφο. Αφορμή είναι μια επίσκεψη στο πατρικό του, που τον βοηθάει να ανακαλύψει ότι παρά τη φροντίδα του επιστάτη του, το σπίτι καταρρέει: «Όπου κι αν γυρίσω, σημάδια των γηρατειών μου βλέπω» (Quocumque me verti, argumenta senectutis meae video), παραπονιέται. «Ποιο είναι το μέλλον μου, όταν οι λίθοι της ζωής μου γίνονται συντρίμμια;» (quid mihi futurum est, si tam putria sunt aetatis meae saxa? 12.1). Μαζί με την κατάρρευση του σπιτιού, κοιτάζει και τα γερασμένα δέντρα του κήπου. Τα δέντρα που ο ίδιος φύτεψε μικρός, παρακολουθώντας τα να βγάζουν τα πρώτα τους φύλλα. Μαζί τους γέρασε και αυτός. Η φθορά της ύλης είναι αναπόφευκτη. Τελικά, ευχαριστεί το ρημαγμένο σπίτι για τη συνειδητοποίηση των γηρατειών (senectus) του.

«Ας υποδεχτούμε κι ας αγαπήσουμε τα γηρατειά· είναι γεμάτα από ηδονές αν ξέρει κάποιος πώς να τα χρησιμοποιήσει. Τα φρούτα είναι ευχάριστα όταν ωριμάζουν· η παιδικότητα πιο όμορφη στο τελείωμά της. Το κρασί που έχει μείνει στο ποτήρι προσφέρει τη μέγιστη ευχαρίστηση στον πότη, αυτό τον μεθάει, δίνει την καλύτερη ώθηση στη μέθη του.»
Σενέκας, Ηθικές επιστολές 12.4

Οι ηδονές οδηγούν στη μεγαλύτερη απόλαυση προς το τέλος τους. Γιατί να μην είναι και η ζωή έτσι; Βέβαια, ο Σενέκας δεν εννοεί την περίοδο κατά την οποία κάποιος βρίσκεται στο κατώφλι του θανάτου. Αλλά το ξεκίνημα των γηρατειών, της πτώσης των σωματικών λειτουργιών, έχει κι αυτό τις απολαύσεις του. Αν αναμένει κάποιος να απολαμβάνει τα ίδια πράγματα καθώς μεγαλώνει, θα απογοητευτεί. Κάθε ηλικία έχει τις ηδονές της. Οι τελευταίες είναι οι καλύτερες, γιατί αρχίζεις να απελευθερώνεσαι από τις περασμένες ηδονές. Και αυτό είναι μια νέα ηδονή: «Πόσο γλυκό είναι να έχει κουραστεί κάποιος από τις επιθυμίες και να τις εγκαταλείπει» («Quam dulce est cupiditates fatigasse ac reliquisse!»), παρατηρεί ο Σενέκας (12.5). Μήπως όμως θα έπρεπε να ανησυχεί για τον θάνατο; Προλαβαίνοντας την αντίρρηση του Λουκίλιου δικαιολογείται. Γιατί να μιλήσει για τον θάνατο σε έναν νέο άνθρωπο;

«’Θα ήταν προσβλητικό’, θα έλεγες, ‘να κοιτάξεις τον θάνατο κατάματα’. Οφείλεις όμως πρώτα από όλα είτε βρίσκεσαι στην ωριμότητα είτε στη νεότητα να τον κοιτάζεις. Μία ημέρα, αντιθέτως, είναι ένα βήμα στη ζωή. (Unus autem dies gradus vitae est).»
Σενέκας, Ηθικές επιστολές 12.6

Αυτό δίνει στον Σενέκα την ευκαιρία να αναπτύξει τη θεωρία του για τους κύκλους της ζωής: Η ζωή κάθε ανθρώπου αποτελείται από κύκλους, οι μεγαλύτεροι εκ των οποίων περικλείουν τους μικρότερους. Ο μεγαλύτερος όλων, ο κύκλος της ζωής, αγκαλιάζει όλους τους υπόλοιπους. Επόμενος στη σειρά είναι εκείνος της νεανικότητας, ενώ ο περιφέρεια του τρίτου περιλαμβάνει όλη την παιδική ηλικία. Οι κύκλοι όμως δεν εξαντλούνται εδώ. Ο ετήσιος κύκλος ζωής αποτελεί μια χρονική περίοδο από μόνος του. Ο μήνας είναι ένα μικρότερος δακτύλιος, για να καταλήξουμε στην ημέρα. Τον ελάχιστο δυνατό κύκλο ζωής, με διάρκεια από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου.

Μία ημέρα, οποιαδήποτε μέρα, είναι ιδιαίτερη. Συνδέεται με τις υπόλοιπες και εξελίσσεται τελικά στο να είναι η ζωή μας. Ο Σενέκας παραφράζει τον Ηράκλειτο («φύσιν ἡμέρης ἁπάσης μίαν οὖσαν» DK22 B106): Μια ημέρα ισούται με όλες (‘Unus,’ inquit, ‘dies par omni est.’ 12.7). Τι να εννοούσε άραγε ο Σκοτεινός φιλόσοφος; Ότι είναι όλες οι ημέρες ίδιες σε ώρες; Αυτό είναι αυτονόητο. Ο Σενέκας επιλέγει μια δεύτερη ερμηνεία: Τα μεγαλύτερα διαστήματα δεν είναι τίποτε άλλο από το άθροισμα των ημερών μας. Όλες οι ημέρες συνεισφέρουν εξίσου στον κύκλο της ζωής. Η κάθε μέρα ολοκληρώνει και εκπληρώνει τη ζωή (consummet atque expleat vitam).

Memento mori. Θυμήσου ότι θα πεθάνεις. Η Στωική πρακτική της συνείδησης του θανάτου επανέρχεται με το παράδειγμα του Πακουβίου, ο οποίος αν και κατείχε όλη τη Συρία δεν έπαυε να υπενθυμίζει κάθε μέρα στον εαυτό του ότι ο θάνατος είναι κοντά, επαναλαμβάνοντας την τελετή μιας «κηδείας», της δικής του. Στο τέλος της τακτικής τελετουργίας ο κόσμος επευφημούσε: «βεβίωται, βεβίωται!» (έχει ζήσει, έχει ζήσει). Ο θάνατος είτε είναι κάποιος νέος είτε γηραιότερος παραμένει η υπενθύμιση της ζωής. Κάθε νέα ημέρα θα έπρεπε να εορτάζεται. Η ζωή είναι γιορτή. Η ημέρα είναι γιορτή. «Όποιος λέει κάθε μέρα ‘έχω ζήσει’ σηκώνει το έπαθλο» («Quisquis dixit ‘vixi,’ cotidie ad lucrum surgit» 12.9).

Αλλά η επιστολή δεν τελειώνει χωρίς ένα «δώρο» στον Λουκίλιο, ένα παράθεμα που συνοψίζει τη σκέψη του. Αυτή τη φορά παραθέτει Επίκουρο γιατί, αν και αντίπαλος, παραδέχεται πως οι καλύτερες ιδέες είναι κοινό κτήμα: «Ό,τι είναι αλήθεια, είναι δική μου περιουσία («Quod verum est, meum est» 12.11). Η Επικούρεια προσφώνησις 9 είναι η δική του αλήθεια: Είναι κακό να ζεις στην ανάγκη, αλλά το να ζεις στην ανάγκη δεν είναι αναγκαίο («Malum est in necessitate vivere; sed in necessitate vivere necessitas nulla est» 12.10). Δεν ζούμε από ανάγκη. Η ζωή είναι επιλογή.

Η ζωή παύει μόνο όταν θεωρείται δεδομένη και δεν βιώνεται συνειδητά. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να ζήσουμε τη μία και μοναδική ζωή μας, που δεν τελειώνει προτού έρθει ο θάνατος. Αυτός δίνει αξία στη ζωή, τα έτη και τους μήνες, τις μέρες μας, τις ανατολές και τις δύσεις. Ο κύκλος της ζωής περιλαμβάνει και τα γεράματα, μόνο εφόσον κάποιος έχει την τύχη να φτάσει σε μεγάλη ηλικία. Τα χρόνια από μόνα τους ωστόσο δεν σημαίνουν τίποτε. Πρέπει να ζούμε τη ζωή. Να τη γιορτάζουμε. Για να φωνάξουμε στο τέλος ευτυχισμένοι: «Έχω ζήσει».

Ίσις αποκαλυμμένη

«Εγώ, η Ίσιδα, είμαι όλα όσα έχουν υπάρξει, όσα υπάρχουν και όσα θα υπάρξουν. Κανείς θνητός άνθρωπος δεν αφαίρεσε ποτέ το πέπλο μου.»

Ο Πλούταρχος αναφέρει στο περί Ίσιδος και Οσίριδος, πως η Ίσις είναι το θηλυκό στοιχείο της φύσης, δεκτικό κάθε γένεσης, γι’ αυτό και ο Πλάτων την αποκαλεί τροφό και υποδοχή των πάντων, ενώ ο πολύς κόσμος την αποκαλεί «μυριώνυμη», επειδή δέχεται όλες τις μορφές και τις ιδέες, με την προτροπή τού λόγου, καθώς έχει σύμφυτο τον έρωτα τού πρώτου και κυριοτάτου όλων, που είναι το ίδιο το αγαθό, εκείνο που αυτή ποθεί κ’ επιδιώκει, ενώ αποφεύγει και απωθεί το μερίδιο τού κακού, ρέποντας πάντοτε προς το καλύτερο – αν και η ίδια είναι χώρος και ύλη γι’ αμφότερα – στο οποίο διαθέτει τον εαυτό της γιά να γεννήσει από αυτήν και να κατασπείρει σ’ αυτήν απορροές και ομοιότητες, με τις οποίες χαίρεται κ’ ευχαριστιέται να κυοφορεί και να γονιμοποιείται με τις γενέσεις, αφού η γένεση στην ύλη είναι εικόνα τής ουσίας και το γινόμενο είναι απομίμηση τού όντος.

Η Ίσις γεννά ως αισθητό κόσμο και ως εικόνα τού νοητού.. Ο Πλάτων λέει ότι τ’ όνομά της δηλώνει την ουσία, την οποία οι παλαιότεροι αποκαλούσαν «ισία». Έτσι ονόμαζαν και την νόηση και την φρόνηση, που είναι η φορά και η κίνηση τού νου, ο οποίος προχωρά και μεταφέρεται, ενώ συνέδεαν την κατανόηση και το καθ’ ολοκληρίαν αγαθό και την αρετή με όσα ρέουν ακάθεκτα και τρέχουν.

Ας δούμε τώρα πως αποσυμβολίζεται το άγαλμα της Ίσιδος που υπήρχε στην Αίγυπτο, στον ναό της Σάιδος. Πάνω της είναι τοποθετημένα όλα τα κύρια σύμβολα της Θηλυκής Αρχής. Πίσω από το κεφάλι της διακρίνεται ένας ουροβόρος όφις, σύμβολο της αέναης λειτουργίας των νόμων του Σύμπαντος, αλλά και του ίδιου του Σύμπαντος που τρέφεται από τον εαυτό του. Η ίδια η Ίσις στεφανώνεται από φύλλα ελιάς, κορώνα της Βασίλισσας της Φύσης. Πάνω από το κεφάλι της προβάλλουν τρία κέρατα της Αμάλθειας, που περιέχουν τα απεριόριστα αγαθά της Φύσης. Στο αριστερό αυτί έχει σαν σκουλαρίκι το σύμβολο της Σελήνης και στο δεξί του Ήλιου. Η θέση τους είναι ενδεικτική της πολικότητας, αριστερά το δεκτικό, παθητικό στοιχείο, δεξιά το ενεργητικό. Το δεξί της στήθος καλύπτεται από ένα τσαμπί σταφύλια και το αριστερό από ένα δεμάτι στάχυα, συμβολίζοντας έτσι την πηγή της τροφής κάθε πλάσματος. Η ζώνη στη μέση της έχει μια τετράγωνη χάλκινη πόρπη, ενδεικτική των Τεσσάρων Στοιχείων.

Το άγαλμα είναι τοποθετημένο σε ένα μαύρο τετράγωνο βράχο, συμβολίζοντας το στήριγμα της Φύσης στον υλικό κόσμο. Οι κεφαλές κριών στις γωνιές του κύβου είναι σύμβολα του ζώδιου του Κριού. Ο Κριός είναι το σημείο της έναρξης της μακραίωνης πάλης της συνείδησης μέσα στην ύλη. Τα φίδια που είναι αιχμαλωτισμένα κάτω από τα πόδια της είναι οι ανισόρροπες και μη εξαγνισμένες όψεις του ανθρώπου, τα Κλιφόθ. Στο δεξί της χέρι κρατάει ένα καράβι. Είναι ο φυσικός μας φορέας, με τον οποίο ταξιδεύουμε μέσα στους ταραγμένους ωκεανούς του Χρόνου. Η ζυγαριά είναι το μέρος όπου τοποθετούνται οι πράξεις και οι εμπειρίες που αποκομίζουμε, για να ζυγιστούν από το Θεό 'Aνουβι και να κριθούν από τον Όσιρι.

Στο αριστερό της χέρι κρατάει ένα σείστρο κι ένα κύμβαλο, το οποίο με την κρούση του παράγει το βασικό τόνο της Φύσης, τη νότα Φα. Το κύμβαλο είναι τετράγωνο, αντί του κανονικού τριγώνου, για να συμβολιστεί ότι όλα τα πλάσματα μετουσιώνονται και αναγεννιούνται σύμφωνα με την αρμονία των τεσσάρων στοιχείων.

Πιο κάτω κρέμεται ένα κουτί γεμάτο αναμμένα κάρβουνα και θυμιάματα. Η Ίσις μεταφέρει μαζί της την ιερή φωτιά, η οποία διατηρείται ζωντανή σε ένα ιδιαίτερο ναό από παρθένες εστιάδες. Αυτή η Φωτιά είναι η πρωταρχική, αιώνια φλόγα της Φύσης -αιθέρια και ζωοδότρα.

Οι δυο Στήλες ανάμεσα στις οποίες στέκει, δείχνουν το γεγονός ότι η Φύση πετυχαίνει την παραγωγικότητα μέσω της πολικότητας. Σαν προσωποποίηση η Ίσις στέκει ανάμεσα στα δυο αντίθετα, δείχνοντας ότι η κατανόηση βρίσκεται πάντα στο σημείο ισορροπίας, και ότι η αλήθεια συχνά σταυρώνεται μεταξύ των δύο στηλών.

«Θα ανακαλυφθεί ότι οι μύθοι εμπεριέχουν αλληγορικά τις μεγαλύτερες αλήθειες…τους «χαμένους κρίκους» της η επιστήμη θα πρέπει να τους αναζητήσει σε αυτούς τους γελοιοποιημένους θρύλους».

Η ΠΡΩΤΗ ΚΙΝΗΣΗ

Για να εξέλθει εκ της απολύτου ηρεμίας (δηλαδή εκ της καταστάσεως του Χάους) η Κοσμογονική (ή Ενεργός) Ουσία έπρεπε να υπάρ­ξει μια πρώτη ΚΙΝΗΣΗ. Για την εκδήλωση αυτής της πρώτης ΚΙΝΗΣΕΩΣ στην κοσμογονική ουσία υπάρχουν δυο απόψεις:

ΕΚ ΤΟΥ ΣΚΟΠΟΥ

Η πρώτη κίνηση έγινε με ΣΚΟΠΟ την δημιουργία της Φύσεως και η Φύση έγινε μα σκοπό της εμφάνιση του πνεύματος . Η θεώρηση όμως της υπάρ­ξεως σκοπού για την εκδήλωση αυτής της πρώτης κινήσεως προϋποθέτει βούληση και επομένως την ύπαρξη πνεύματος κάποιου απολύτου όντος (π.χ. του «Θεού» των βιβλικών θρησκειών). Στην περίπτωση όμως αυτήν η πρώτη κίνηση δεν είναι μια [αυθόρμητη] τάση προς μεταβολή αλλά αποτέλεσμα μιας ώθησης έξωθεν επιβαλλομένης από κάποιο (εξωκοσμικό) απόλυτο ον, όπως π.χ. το θεωρούν οι οπαδοί των βιβλικών θρησκειών.

Εκ των ανωτέρω προκύπτει το εξής ερώτημα: το απόλυτο αυτό ον που βρισκότανε για να επιβάλλει την πρώτη κίνηση στην ενεργό ουσία πριν εκπορευτεί ο χώρος και ο χρόνος από την ενεργό ουσία, αφού ούτε χώρος ούτε χρόνος υπήρχε έξωθεν της ενεργού ουσίας;

Αν πάλι το ον αυτό ήταν εκτός χρόνου και χώρου (άποψη που είναι ακατανόητη στα όντα της Φύσεως) τότε η ουσία του θα ήταν διαφορετική από την ουσία της εκπορευθείσης από την επέμβασή του Φύσεως ώστε να μπορεί να υπάρχει εκτός χώρου και χρόνου γιατί η ουσία της Φύσεως εκδηλώνεται μόνον σε χώρο και χρόνο. Συνεπώς μετά την εκπόρευση της φύσεως το ον αυτό θα παραμένει εκτός της Φύσεως δηλαδή ήταν και πα­ραμένει εξωκοσμικό και θα πρέπει να είναι αδύνατος ο εντοπισμός του από τα όντα της Φύσεως που είναι συγκροτημένα από τις ουσίες της Φύσεως. Αλλά και πάλι γεννάται το ερώτημα: ποίος δημιούργησε την κοσμογονική (ή ενεργό) ουσία; Και αν την Ουσία αυτήν την δημιούργησε το απόλυτο Ον τότε το απόλυτο ον ποίος το δημιούργησε;

ΕΚ ΤΗΣ ΤΑΣΗΣ ΠΡΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗ

Η πρώτη κίνηση οφείλεται στην ΤΑΣΗ ΠΡΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗ της ενεργού ουσίας και έγινε αυθόρμητα χωρίς καμία έξωθεν επέμβαση και το αίτιο ήταν ενδογενές. Η εκπόρευση της Φύσεως με την μορφή με την οποία το γνωρίζουμε σήμερα, είναι μια από τις πολλές πιθανότητες που είχε να εξελιχθεί η ενεργός ουσία. Για να γίνει όμως κατανοητό πως η τάση προς μεταβολή έγινε κίνηση και πως η κίνηση προκάλεσε την εκπόρευση του Σύμπαντος πρέπει να εξετάσουμε βαθύτερα την έννοια της κινήσεως.

Η κίνηση (σύμφωνα με την μυσταγωγική φιλοσοφία) είναι μια γενική ιδιότητα της Ουσίας και εκδηλώνεται αυθόρμητα ως μία τάση προς μεταβολή της Ουσίας. Η ύπαρξη όμως μιας τάσεως προς μεταβολή δεν αρκεί για να εξηγήσει την αρχή της πρώτης κινήσεως αν θεωρήσουμε ότι η Ενεργός ουσία βρισκότανε σε απόλυτη ηρεμία. Συνεπώς πρέπει να δεχθούμε επιπροσθέτως ότι δεν υπήρχε απόλυτη ηρεμία και η τάση προς μεταβολή ήταν μια απείρως μικρή κίνηση η οποία κάποια στιγμή προκάλεσε τον διχασμό και αντιθετισμό της Ουσία με αποτέλεσμα να εκδηλωθεί η Φύση. Αυτό σημαίνει ότι η Ενεργός Ουσία δεν βρισκότανε σε «απόλυτη» ηρεμία και συνεπώς δεν υπήρχε ανάγκη μιας «πρώ­της» κινήσεως της Ουσίας ώστε να εκπορευτεί η Φύση εξ αυτής.

Μετά τον διχασμό και αντιθετισμό της Ενεργού Ουσίας η τάση προς μεταβολή εκδηλώνεται ως ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗ «ΕΝ ΧΩΡΩ» η οποία είχε ως αποτέλεσμα την γέννηση του Χώρου και του Χρόνου και την «εν χώρω και χρόνω» ανάπτυξη και εξέλιξη της Φύσεως.

Στην εκδηλωμένη Φύση, η τάση προς μεταβολή εκδηλώνεται ως ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΏΘΗΣΗ ΠΡΟΣ ΑΥΞΗΣΗ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΩΝ ΤΩΝ ΟΥΣΙΩΝ ΤΗΣ και εκδηλώνεται ως ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ. Ο Νόμος της Παραγωγικότητας ωθεί τις ουσίες της Φύσεως σε ατελεύτητη εκδήλωση των Νόμων τους οποίους έχουν σε ανεκδήλωτη κατάσταση με απο­τέλεσμα την ατελεύτητη αύξηση των δυναμικοτήτων τους στον άπειρο χρόνο και μάλιστα με επιταχυνόμενο ρυθμό.

Εκ των ανωτέρω προκύπτει το εξής ερώτημα: την ενεργό ουσία, εξοπλισμένη μάλιστα με την ιδιότητα της τάσεως προς μεταβολή, ποίος την δημιούργησε; Μήπως υπάρχει κάποιο απόλυτο ον εκτός χώρου και χρόνου (άποψη ακατανόητη όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω) το οποίο δημιούργησε την κοσμογονική ουσία και κατόπιν τα πάντα οδεύουν σύμφωνα με τις ιδιότητες που έδωσε στην Ενεργός Ουσία; Αλλά τότε το απόλυτο αυτό ον ποίος το δημιούργησε;

Η ΑΔΗΜΙΟΥΡΓΗΤΗ ΑΡΧΗ

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι πρέπει να δεχθούμε την ύπαρξη μιας ΑΔΗΜΙΟΥΡΓΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ των πάντων στην οποία να βασίζεται η εκπόρευση της Φύσεως είτε αυτή η αρχή λέγεται απόλυτο ον είτε κοσμογονική ουσία, είτε κάτι άλλο. Η αποδοχή μιας αδημιούργητης αρχής μπορεί μεν να δίνει τέλος στην γνωστή ερώτηση «το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό» πλην όμως δεν θα παύει να αποτελεί αυθαιρεσία η οποία θα ορίζεται ανάλογα με τα θρησκευτικά ή πολιτικά πιστεύω αυτού που την ορίζει. Πέραν αυτού θα πρέπει ο ορισμός της αδημιούργητης αρχής να είναι άποψη λογικοφανής και όχι αυθαίρετος (όπως συμβαίνει με τα θρησκευτικά δόγματα) ώστε να μπορεί να γίνει αποδεκτή από την επιστημονική κοινότητα.

ΠΕΡΙ ΑΡΕΤΗΣ

Αρετή. Εκ του ρήματος «άρω» (ριζικού τύπου του «αραρίσκω», δηλαδή αρμόζω, ταιριάζω, ενώνω, στερεώνω, εκ της ρίζας «αρ-», εκ της οποίας παράγονται οι λέξεις, άρθρον, αριθμός, αριθμός, αρμός, αρμόζω, αρμονία, άρτι, άρτιος, αρτίζω, αρτύω, αρτύς, αρείων, άριστος και ίσως Άρης, καθώς και αρετή, ερίητος, και αμ-αρτή, ομ-αρτή, ομαρτέω, όμηρος, αρπεδόνη).

Υπεροχή τελειότης, ευγένεια εκ καταγωγής, προτέρημα, πλεονέκτημα, αξιότης ή υπεροχή κάποιου στο είδος του. Το κατεξοχήν ζητούμενο της Φιλοσοφίας στο επίπεδο του ανθρωπινού βίου.

Συνειδητή και ελευθέρα «έργωι» Σοφία, που επιμερίζεται σε επιμέρους τέτοιες, δηλαδή Δικαιοσύνη, Γενναιότητα, Μεγαλοψυχία κ.λ.π.

Αντίθετα από τα συναισθήματα (φθόνο, αγάπη κ.λ.π.), η Αρετή προϋποθέτει ενεργητικό υποκείμενο.

Ο δίκαιος, γενναίος, μεγαλόψυχος κ.λ.π., ενεργούν και μάλιστα συμφώνως προς σαφείς και θείες αρχές, σε πλήρη αντίθεση προς τον φθονούντα, αγαπώντα κ.λ.π. που κυριεύεται ή διακατέχεται από συναισθήματα.

Αρχικώς, κατά τους Όμηρο, Καλλίνο, Τυρταίο και Θέογνι η Αρετή ταυτίζεται απλώς με την πολεμική ανδρεία, τη ρώμη, το «κύδος¨» οι δε Σιμωνίδης και Πίνδαρος εξακολουθούν αργότερα να αποδίδουν αυτή στους ηρωϊκούς νεκρούς των μαχών. Υπό του Ησιόδου, η Αρετή διαφοροποιείται της προγενεστέρας αντιλήψεως, ως ικανότης αγαπητών στους Θεούς θνητών. Την έννοια που έλαβε αργότερα εντός της φιλοσοφικής σκέψεως ο όρος «Αρετή», διαμορφώνει κυρίως ο Ξενοφάνης, ορίζοντάς την ως αγαθή σοφία σπουδαιοτέρα και ανωτέρα της ανδρείας και ρώμης.

Κατά τον Ηράκλειτο, η Σωφροσύνη αποτελεί την μεγίστη των ανθρωπίνων Αρετών, η δε Σοφία συνίσταται απλώς στο να ομιλούμε την Αλήθεια και να ενεργούμε κατά τις επιταγές της Φύσεως (αποσπ. 112).

Υπό των Πυθαγορείων και Νεοπυθαγορείων η Αρετή ορίζεται ως αρμονία της ψυχής, όπως άλλωστε ως εν γένει Αρμονία ορίζονται και η υγεία, η αγαθότης και το Θείον. «ΤΗΝ ΑΡΕΤΗΝ ΑΡΜΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΑΘΟΝ ΑΠΑΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΕΟΝ» (Διογένης Λαέρτιος, 8, 33) και αυτή την πυθαγόρειο θέση περί ψυχής χρησιμοποιεί ο Σωκράτης στον «Φαίδωνα» του Πλάτωνος (93 d, κ.ε.).

Κατά τον Σωκράτη, η «συνειδητή και ελευθέρα» Αρετή αποτελεί μία ολότητα με επιμέρους κλάδους που αφορούν σε ενέργειες οι οποίες απαιτούν Γνώση ή Φρόνηση (δηλ. πρακτική σοφία). Εξ αιτίας του τελευταίου δεδομένου, η Αρετή, η οποία εν τέλει ταυτίζεται με την πρακτική σοφία, μπορεί να διδαχθεί, να μεταδοθεί δηλαδή δια της φιλοσοφικής ανθρωπίνης σκέψεως και της πλήρους κατανοήσεως των όρων Ευσέβεια, Δικαιοσύνη, Ανδρεία και Εγκράτεια, που ορίζουν τις επιμέρους Αρετές. Ο ενάρετος έχει άριστη γνώση του Αγαθού, δηλαδή του Ωφελίμου, καθώς και των όρων της Ευδαιμονίας του. Μία λ.χ. δικαία ή ανδρεία πράξη δεν προέρχεται παρά μόνον από μία ορθώς προπαρασκευασθείσα για αυτή νοημοσύνη. Ο Σωκράτης περιγράφει την Αρετή ως «ορθή τροφή» δηλαδή πνευματική τελειότητα και καλλιέργεια και εισάγει τον όρο «Αρετή του πράγματος», για να περιγράψει την πολύμορφο Αρετή που επιδεικνύει ο επιζητών την τελειότητα άνθρωπος στα πράγματα με τα οποία καταπιάνεται από φυσική κλίση ή ιδιοφυϊα, ενισχύει δε αυτή με το «νού» και τη «δίκη» (τη Φρόνηση και την Δικαιοσύνη). Η Αρετή τέλος, ορίζεται υπό του ιδίου και του Πλάτωνος ως σκοπός της Παιδείας.

Κατά τον πρώϊμο Ηδονιστή Πολύαρχο τον Ηδυπαθή, οι Αρετές δεν είναι παρά επινόημα («ΠΟΛΥ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΑΦΕΣΤΗΚΟΣ») των νομοθετών στην προσπάθειά τους να καταστήσουν δυνατό τον κοινωνικό βίο διά της χαλιναγωγήσεως και συγκρατήσεως της ανθρώπινης πλεονεξίας («ΟΙ ΔΕ ΝΟΜΟΘΕΤΑΙ ΟΜΑΛΙΖΕΙΝ ΒΟΥΛΗΘΕΝΤΕΣ ΤΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΓΕΝΟΣ. ΠΕΠΟΙΗΚΑΣΙ ΤΟ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΕΙΔΟΣ», Αθήναιος ΧΙΙ 546 a - b). Στην προς αυτόν απάντηση του Πυθαγορείου Αρχύτα, η οποία ωστόσο δεν διεσώθη, αλλά κατά τον Diels απετέλεσε τη βάση για τον «Κάτωνα» του Κικέρωνος, τονίζεται ότι η ακόρεστος επιθυμία ωθεί ασυγκρατήτως και αλογίστως τον άνθρωπο προς απόκτηση ηδονής, αποτελούσα την κυρία αιτία των προδοσιών, των συνωμοσιών και του κάθε είδους εγκλήματος.

Για τον Κυνικό Αντισθένη και τους μαθητές του, η Φιλοσοφία είναι καθαρά κοσμική σοφία (χαρακτηριστική είναι η ρήση του «τότε οι πόλεις χάνονται, όταν δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τους κακούς από τους καλούς»), ενώ η Αρετή, αν και είναι ο σκοπός του βίου, είναι κάτι το απολύτως πρακτικό που δεν χρειάζεται ούτε πολλά λόγια, ούτε επίπονη εκπαίδευση (Διογένης Λαέρτιος 6, 2). Η Αρετή, που είναι κάτι το υπαρκτό, μπορεί να διδαχθεί με πολύ απλό τρόπο στον άνθρωπο, αφού η αρχή για τη μάθηση είναι η προσεκτική σπουδή των λέξεων («ΑΡΧΗ ΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ Η ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ»). Για τους Κυνικούς, η ανθρώπινη Αρετή είναι η αυτάρκεια, η απουσία αναγκών και επιθυμίας, είναι δε επαρκής αφ' εαυτής για την ανθρώπινη Ευδαιμονία και συνίσταται στην ανεξαρτησία και απαλλαγή από όλες τις γήϊνες αποκτήσεις και δεσμεύσεις. Η Αρετή των Κυνικών, η οποία ανακηρύσσεται συν τοις άλλοις και η μόνη δυνατή υπηρεσία προς τους Θεούς, είναι συνδεδεμένη με τη Λογικότητα, η οποία της δίνει την ικανότητα να ενισχυθεί αφ' εαυτής, θεωρείται δε μία δια βίου κατάκτηση που δεν είναι δυνατόν ν' απωλεσθεί άπαξ και αποκτηθεί (ο Σοφός εξαιρείται από κάθε περίπτωση σφάλματος). Ο Σοφός κρατεί εαυτόν αδιάφορο ή και εχθρικό προς τυχόν θεσμούς και νόμους που δεν αναγνωρίζουν την πραγματική Αρετή. Για τους Κυνικούς συνεπώς, η Αρετή μπορεί να διδαχθεί, και από τη στιγμή που θα κατακτηθεί είναι παντελώς αδύνατον να απωλεσθεί.

Ο κάτοχός της, ο Κυνικός σοφός, είναι απολύτως ελεύθερος και αυτάρκης, αφού, με το να είναι τέτοιος, κατέχει όλον τον πλούτο που μπορεί να αφορά την ανθρώπινη φύση.

Κατά τον Αριστοτέλη, η Αρετή στον ανθρώπινο βίο διακρίνεται σε δύο είδη, τη διανοητική και την ηθική.

Οι διάφορες διανοητικές αρετές μπορούν να διδαχθούν και να υιοθετηθούν από τα πρόσωπα, οι δε ηθικές αποκτώνται μέσα από το καθημερινό έθος και την συνήθεια. Με την εξάσκηση της Αρετής, η οποία σαφώς ορίζεται και βασίζεται σε συνειδητή, υπεύθυνο και ελευθέρα πράξη, ο άνθρωπος καθίσταται «καθ' εαυτόν καλός».

Οι Στωϊκοί διαιρούν τριμερώς την Αρετή, μιμούμενοι την ανάλογο διαίρεση αυτής της ιδίας της Φιλοσοφίας, από τα τέλη του 4ου π.α.χ.χ. αιώνος και εντεύθεν. Η Λογική Αρετή συνίσταται στην ορθή χρησιμοποίηση του θείου δώρου της Λογικότητος, η Φυσική σε οικειότητα προς την Φύση και σε αρμονικό βίο εντός της, η δε Ηθική σε έμπρακτο εφαρμογή των φιλοσοφικών θέσεων στις διαπροσωπικές σχέσεις, δίχως την ελάχιστη διάσταση ανάμεσα στον θεωρητικό βίο και τις ανάγκες της καθημερινής ζωής. Η Αρετή για τους Στωϊκούς πρέπει να είναι το απόλυτο «προς απόκτησιν», η Κακία το απόλυτο «προς αποφυγήν». Σε προέκταση της επισημάνσεως του Αρκεσιλάου αναφορικώς με την Γνώση και την Άγνοια, όλα τα υπόλοιπα ανάμεσα στην Αρετή και την Κακία κατατάσσονται στα λεγόμενα «Αδιάφορα». Ο Στοβαίος μας παραδίδει ότι κατά του Στωϊκούς η Αρετή χωρίζεται σε «πρώτες» και «υποτεταγμένες» (δευτερεύουσες) επιμέρους Αρετές.

Οι κατεξοχήν, ή «πρώτες», Αρετές είναι η Σύνεσις, η Δικαιοσύνη, η Γενναιότης και η Εγκράτεια, ή, κατά μία άλλη εκδοχή, η Λογικότητα ή Φρόνησις (περί τα καθήκοντα), η Σωφροσύνη (περί τις ορμές), η Δικαιοσύνη (περί τις απονεμήσεις) και η Ανδρεία (περί τις υπομονές). Οι «υποτεταγμένες» Αρετές είναι αντιστοίχως οι Ευβουλία, Ευλογιστία, Αγχίνοια, Ευστοχία, Νουνέχεια και Ευμηχανία (υπό την Λογικότητα ή Φρόνηση), οι Ευταξία, Κοσμιότης, Αιδημοσύνη και Εγκράτεια (υπό την Σωφροσύνη), οι Ευσέβεια, Χρηστότης, Ευκοινωνησία και Ευσυναλλαξία (υπό την Δικαιοσύνη), οι Καρτερία, Θαρραλεότης, Μεγαλοψυχία, Ευψυχία και Φιλοπονία (υπό την Ανδρεία). Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι το Κακόν υπάρχει μόνον «κατά παρακολούθησιν της Αρετής ή του Αγαθού» και δεν είναι δυνατόν να λείψει από τον Κόσμο, καθώς η Αρμονία και η Τελειότης έχουν πάντοτε ως προϋπόθεσή τους την ύπαρξη των αντιθέτων (της «εναντιότητος»).

Όπως παρατηρεί ο Επίκτητος, οι Θεοί διέταξαν να υπάρχουν, ανάμεσα σε άλλα αντίθετα, η Αρετή και η Κακία «για την αρμονία του συνόλου» Το ηθικό Κακόν δεν αποτελεί συνεπώς πραγματικό Κακόν διότι χρησιμεύει στην αρμονία του συνόλου και εκπληροί έναν σαφή σκοπό. Το λεγόμενο «Κακόν» δεν είναι παρά η χυδαιοτέρα και κατωτάτη μορφή του «Αγαθού» και, αντιστοίχως, ο φαύλος άνθρωπος στέκει απλώς, αυτοτιμωρούμενος κατ' ουσίαν, στην κατώτατη βαθμίδα του ανθρωπίνου είδους, προδότης της φύσεώς του και αυτοϋποβιβασθείς σε άλογο ζώον. Ο ενάρετος άνθρωπος δεν απειλείται εκ της υπάρξεως του φαύλου, όπως και δεν απειλείται από την πέριξ αυτού ύπαρξη των φυτών και των αλόγων ζώων. Δεν υπάρχει δε ΠΟΤΕ «ευδαιμονία» των φαύλων, αφού η όποια νομιζομένη σαν τέτοια, δεν είναι παρά φάντασμα βασιζόμενο σε εξωτερικά αγαθά και άλλα πράγματα που για τον ενάρετο είναι απλώς «αδιάφορα προηγμένα».

Κατά τον Επίκουρο, και σε αντίθεση προς τους Στωϊκούς, οι Αρετές δεν έχουν απόλυτο αξία, αλλά οφείλουν να συνδέονται με την Ηδονή: κανείς που ζεί με Φρόνηση, Τιμή και Δικαιοσύνη δεν μπορεί να μη ζεί επίσης και με μόνιμο ευχαρίστηση. Οι Αρετές δεν είναι ο σκοπός του βίου, αλλά τα μέσα ή οι πηγές της Ηδονής.

Ο Επίκουρος τις αποδέχεται ως αναγκαίες για το δικό του εγωκεντρικώς προσανατολισμένο «ζήν ηδέως» και την Ευδαιμονία, σημειώνοντας μάλιστα χαρακτηριστικά ότι συνδέονται αυτές «εκ φύσεως» με την ευχάριστη ζωή, η δε τελευταία δεν είναι δυνατόν να χωρισθεί από αυτές («Προς Μενοικέα» 132).

Κατά τους πρώτους Νεοπλατωνικούς (Πλωτίνος), οι αρετές αποτελούν απλώς προστάδιο για την Έκσταση. Στόχος των ηθικών προσπαθειών δεν είναι να γίνει κανείς τέλειος άνθρωπος, αλλά να επιτύχει τη μυστικιστική ένωση με τον Θεό (κατά τον Πλωτίνο, «Η ΣΠΟΥΔΗ ΟΥΚ ΕΞΩ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΕΙΝΑΙ, ΑΛΛΑ ΘΕΟΝ ΕΙΝΑΙ»).

Ο ίδιος φιλόσοφος διακρίνει τις αρετές σε «πολιτικές» (που διακρίνουν τον δίκαιο άνθρωπο) και «καθαρτικές» (που κάνουν να επιλάμψει στον θνητό η ομοιότης του προς τον Θεό), καθοριστικές θεωρούνται δε μόνον οι δεύτερες, αφού σκοπός του βίου ορίζεται ο αγών για ομοίωση με τον Θεό. Από τους μετέπειτα Νεοπλατωνικούς (από Πορφύριο έως Μαρίνο) προστίθεται και η «θεουργική» ή «ιερατική» ομάδα των λεγομένων «ενοποιητικών αρετών», που κατά τον Πρόκλο είναι οι μόνες που μπορούν να φέρουν τον άνθρωπο σε ένωση με τον Θεό. Ενώ με τις «καθαρτικές» αρετές του Πλωτίνου ο θνητός καθαρίζεται δια της διανοήσεως και γίνεται όμοιος με τον Θεό, με την «θεουργική» αρετή καθαρίζεται δια των τελετουργιών. Κατά το Νεοπλατωνικό Θεόδωρο τον Ασιναίο, είναι κοινή για άνδρες και γυναίκες η οδός προς την Αρετή.

Ο Ηράκλειτος

Τίποτα σχεδόν δεν γνωρίζουμε για τη ζωή του Ηράκλειτου ούτε και μπο­ρούμε να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τις κυριότερες χρονολογίες της. Αυ­τό, όμως, που μπορούμε ίσως να κάνουμε, είναι να δεχτούμε όσα μας λέει ο Απολλόδωρος, ότι δηλαδή ο Ηράκλειτος βρισκόταν στην ακμή του κα­τά την LXIX Ολυμπιάδα, το 500, με....άλλα λόγια, περίπου π.Χ., όταν βασι­λιάς των Περσών ήταν ο Δαρείος ο 1ος.

Ο Ηράκλειτος ανήκε σε μια εξαιρετικά διακεκριμένη αριστοκρατική οικογένεια της Εφέσου· φαίνεται, μάλιστα, πως σε όλη του τη ζωή διατή­ρησε κάποιο αίσθημα περιφρόνησης έναντι των ανθρώπων, λεπτομέρεια έκδηλη σε ορισμένα αποσπάσματα του, όπου στηλιτεύει τα πολιτικά ήθη των συμπολιτών του.

Κάποια παράδοση τον θέλει μελαγχολικό χαρακτήρα ενώ ορισμένοι χριστιανοί, άρα αρκετά μεταγενέστεροι, συγγραφείς ισχυ­ρίζονται πως διώχθηκε για αθεϊσμό. Για τους δασκάλους του δεν γνωρίζουμε και πολλά πράγματα· από ορι­σμένους μάλιστα θεωρήθηκε μαθητής του Ξενοφάνη: το πιθανότερο, όμως, είναι πως ο τελευταίος είχε ήδη εγκαταλείψει την Ιωνία όταν γεννήθηκε ο Ηράκλειτος.

Εν πάση περιπτώσει, όμως, ο Ηράκλειτος θα πρέπει να είχε διαβάσει το ποίημα του και να γνώριζε τις κοσμολογίες των Μιλησίων, εφόσον μας λέει (απ. 38) πως ο Θαλής υπήρξε ο πρώτος αστρονό­μος. Μνημονεύει ακόμα τονΠυθαγόρα (απ. 81) και τον Εκαταίο. Είναι πιθανόν, τέλος, ο Παρμενίδης να γνώριζε το έργο του Ηράκλειτου, που πρέπει να ήταν είκοσι πέντε χρόνια μικρότερος του.

Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τον τίτλο του έργου του Ηράκλειτου· σύμ­φωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, που απαριθμεί μάλιστα περισσότερους, το βιβλίο αυτό θα πρέπει να διαιρείτο σε τρία μέρη: το πρώτο πραγματευό­ταν το σύμπαν, το δεύτερο την πολιτική και το τελευταίο θεολογικά ζητή­ματα.

Ο Διογένης Λαέρτιος μας μεταφέρει διάφορες, δίχως ιδιαίτερο ενδια­φέρον, μυθικές εκδοχές του θανάτου του Ηράκλειτου, γεγονός που χρο­νολογείται γύρω στα 70 π.Χ.

Το έργο του Ηράκλειτου δεν μας είναι γνωστό παρά μέσω βραχύλογων αποσπασμάτων από πολύ νωρίς ήδη, ο φιλόσοφος περιβλήθηκε τη φήμη του εξαιρετικά δυσνόητου, σε σημείο που να επονομαστεί τελικά Σκοτεινός. Η ασάφεια αυτή οφείλεται ίσως στο γεγονός πως το βιβλίο του γρά­φτηκε στην ιωνική διάλεκτο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται, όπως το είχε επισημάνει ήδη ο Αριστοτέλης, πολυάριθμα γραμματικά ζητήμα­τα. Πολλοί είναι, ωστόσο, αυτοί που ισχυρίζονται πως το σκοτεινό ύφος του Ηράκλειτου ήταν ηθελημένο, καθώς κι ότι ο Εφέσιος πρέπει να κατέ φύγε στον ερμητισμό, ώστε να είναι καταληπτός μόνο από έναν περιορι­σμένο αριθμό μυημένων ο ίδιος ο Σωκράτης άλλωστε ομολογούσε πως, για να διαβάσει τέτοιο βιβλίο δίχως να πνιγεί μέσα του, θα χρειαζόταν τη βοήθεια ενός δεινού «Δηλίου κολυμβητή».

Ο Ηράκλειτος λοιπόν κατα­γράφηκε στην ιστορία ως «αινιγματοπλόκος»· ίσως, όμως, αυτό να συνέ­βη κατά κάποιο τρόπο παρά τη θέληση του. Στη πραγματικότητα, εμφα­νίζεται ως άγγελος ενός Λόγου που τον υπερβαίνει και του οποίου ο ίδιος δεν είναι παρά το σκεύος· έτσι λοιπόν η φωνή του, σαν της Σίβυλλας, για την οποία, άλλωστε, κάνει κι ο ίδιος λόγο, διέσχισε τους αιώνες, για να φθάσει ως εμάς και να μας προσφέρει πολύ περισσότερα από απλά ευσύ­νοπτα φθέγματα, εξαντλούμενα σ’ ένα και μοναδικό νόημα και κατανοούμενα μια για πάντα.

Τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου μιλούν, θα μπο­ρούσαμε να πούμε, ατελεύτητα και ποτέ δεν θα πάψουν να μας μεταδί­δουν νόημα: καμιά ερμηνευτική απόπειρα δεν θα μπορούσε να τα εξαντλήσει, να τα διασαφηνίσει και να θέσει ένα οριστικό τέλος στο πρό­βλημα της ερμηνείας τους· αυτός ο ίδιος ο βραχυλογικός τους χαρακτή­ρας πηγάζει από τον αγώνα της έκφρασης να κατακτήσει μια θέση μετα­ξύ του «μηδενός» και του «όλου».

Αποδεσμεύτηκε από τη σιωπή, αλλά μη μπορώντας να τα πει όλα, συνδέθηκε μ’ ένα νόημα, ανεξάντλητο καθε­αυτό, μέσα στις λέξεις του. Αυτός είναι ο λόγος που τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου δεν παύουν να μας μιλούν: είναι τα τεκμήρια της ίδιας της χρονικότητας, που δεν θα πάψουν συνεπώς ποτέ να αναπηδούν μέσα στον δικό μας χρόνο.

Ι. Ο Λόγος

Ο Λόγος, που επικαλείται ο Ηράκλειτος, είναι ένα υπερβατικό ρήμα, το οποίο ο φιλόσοφος καλείται να ερμηνεύσει. Ο Λόγος που απευθύνεται στον Ηράκλειτο είναι ακριβώς το νόημα που κατέρχεται ως αυτόν εν είδει ενός μηνύματος προς μετάδοση: «Όχι εμένα αλλά το λόγο αφού ακούσετε, εί­ναι σοφό να ομολογήσετε ότι Ένα τα πάντα…» (απ. 50).

Ο Λόγος είναι αυτός που «τα πάντα γίνονται σύμφωνα μ’ αυτόν» (απ. 1), αυτός «που τα κυβερνάει όλα» (απ. 72) κι ακόμα αυτός που κρύβεται μέσα στη ψυχή (απ. 45). Τα βάθη όμως από τα οποία προέρχεται μας τον κάνουν σχεδόν απρόσιτο: «Στον πηγαιμό σου δεν θα βρεις τα πέρατα της ψυχής, απ’ όλους τους δρόμους κι αν περάσεις· τόσο βαθύ λόγο περιέχει» (απ. 45). Μοιάζει με τη Σίβυλλα που, με μανιασμένο στόμα, λέει λόγια αγέ­λαστα, ακαλλώπιστα κι αφτιασίδωτα, «με τη φωνή της διασχίζει χιλιά­δες χρόνια, με τη βοήθεια του θεού» (απ. 92). Όπως ακριβώς η προφητεία μας μιλά χωρίς να μας λέει συγκεκριμένα το ένα ή το άλλο, έτσι και ο Λό­γος μας μεταδίδει ένα νόημα που σε μας απόκειται να αποκρυπτογραφήσουμε, στο μέτρο πάντα των δυνατοτήτων μας.

Γνωρίζουμε πως «ο άρχο­ντας, που δικό του είναι το μαντείο στους Δελφούς, ούτε λέει ούτε κρύβει αλλά σημαίνει» (απ. 93)· τα λόγια του εξακολουθούν να είναι μυστηριώδη για τον άνθρωπο, παρ’ ότι σ’ αυτόν απευθύνονται. Το ίδιο συμβαίνει και στις σχέσεις των ανθρώπων με το Λόγο: «Παρ’ ότι τον λόγο, αυτόν που όλα τα κυβερνά, τον συναναστρέφονται αδιάκοπα, έχουν διαφορές μ’ αυτόν, κι όσα συναντούν κάθε μέρα τους φαίνονται ξένα» (απ. 72). Αν και πα­ρόντες, οι άνθρωποι είναι σα να απουσιάζουν, μοιάζουν με κουφούς (απ. 34)· γι’ αυτό και ο Ηράκλειτος μας λέει:

Αν κι ο λόγος αυτός είναι αιώνιος, οι άνθρωποι γίνονται ασύνετοι, και πριν τον ακούσουν κι αφού τον ακούσουν για πρώτη φορά’ γιατί ενώ τα πάντα γίνονται σύμφωνα μ’ αυτόν το λόγο, οι άνθρωποι μοιά­ζουν άπειροι ακόμα κι όταν καταπιάνονται και με λόγια και με έργα τέτοια σαν αυτά που εγώ διηγούμαι, διαιρώντας το καθένα κατά τη φύση του και λέγοντας το όπως έχει· οι άλλοι όμως άνθρωποι ξα­στοχούν όσα κάνουν ξύπνιοι, όπως λησμονούν όσα κάνουν στον ύπνο τους (απ. 1).

Το δράμα της ανθρώπινης συνθήκης οφείλεται στο ότι «ενώ ο λόγος εί­ναι κοινός, οι πολλοί ζουν σαν να είχαν μια δικιά τους φρόνηση» (απ. 2). Υπάρχει, λοιπόν, ταυτόχρονα, μια παρουσία αλλά και μια απόσταση αυ­τού, δια μέσου του οποίου ο άνθρωπος είναι σε θέση να υπερβεί τον εαυτό του και να φθάσει στην αυτοσυνείδηση. Γιατί «το ανθρώπινο ον δεν έχει σοφίες, το θείο όμως έχει» (απ. 78).

Μπορούμε λοιπόν να πούμε πως υπάρχει ένα μυστικό του ανθρώπου, και με τις δύο σημασίες που εγκλείει ο ονοματικός προσδιορισμός: υπάρ­χει ένα μυστικό που ανήκει στον άνθρωπο, αλλά όμως το μυστικό αυτό είναι και το μυστικό που τον αφορά. Οι άνθρωποι δυστυχώς «δεν ξέρουν ούτε να ακούνε ούτε να μιλούν» (απ. 19), ζουν μέσα στο επιφαινόμενο (απ. 17) και τρέφονται απ’ αυτό: «εξαιτίας της απιστίας / τα πιο πολλά από τα θεία πράγματα / τους διαφεύγουν και δεν γίνονται γνωστά» (απ. 86): ωστόσο «η φρόνηση είναι σ’ όλους κοινή» (απ. 113) και «όλοι οι άνθρωποι έχουν μερίδιο στην αυτογνωσία και τη σωφροσύνη» (απ. 116). Το ουσιώ­δες λοιπόν είναι «η πειθαρχία στη βούληση Ενός» (απ. 33) και το ότι «αν­τλούμε δύναμη απ’ αυτό που είναι σε όλους κοινό» (απ. 114). Ο Ηράκλει­τος όμως το λέει ξεκάθαρα: «Αν δεν ελπίζεις, δεν θα βρεις το ανέλπιστο, γιατί είναι ανεξερεύνητο κι αδιάβατο» (απ. 18).

Ο Λόγος λοιπόν είναι ταυτόχρονα, και κατά έναν παράδοξο τρόπο, ένα υπερβατικό νόημα και μια σημασία εμμενής στον άνθρωπο. Ο Λόγος εγ­καθίσταται στη καρδιά του σχίσματος, που διαμελίζει τον άνθρωπο σε απολιπόν Είναι και ύπαρξη που τον συγκροτεί· η συνθήκη του άρα δεν μπο­ρεί να ‘ναι άλλο από τραγική.

ΙΙ. Ο πόλεμος και η αρμονία των αντιθέτων

Τραγικός στοχαστής εμφανίζεται κατ’ εξοχήν ο Ηράκλειτος στη θεωρία του για τον πόλεμο και τη σύγκρουση, που αποτελεί μια από τις σημαντι­κότερες θεματικές του κοσμολογικού οράματος του. Κατά τον Ηράκλει­το, η φύση αγαπά τις αντιθέσεις και ξέρει να χειρίζεται τη σύνθεση τους για να παράγει την αρμονία. Αυτή όμως, η κερδισμένη μ’ αντίτιμο τη σύγ­κρουση, ενότητα διατηρείται ως ένταση μεταξύ αντίρροπων στοιχείων, που τείνουν συνεχώς να αποχωρισθούν το ένα από το άλλο ή να αλληλοκαταστραφούν. Σ’ ένα σύγγραμμα, που στο παρελθόν είχε αποδοθεί εσφαλ­μένα στον Αριστοτέλη, το Περί κόσμου, βρίσκουμε το ακόλουθο, ηρα­κλείτειας, αναμφίβολα, έμπνευσης, χωρίο, που κλείνει άλλωστε με πα­ράθεση του Εφέσιου:

Αγαπάει και η φύση τα αντίθετα, και μ’ αυτά, όχι με τα όμοια, δη­μιουργεί τη συμφωνία’ έτσι γίνεται και ενώνει, λόγου χάρη, το αρσε­νικό με το θηλυκό, όχι όμως και το κάθε ον με το όμοιο του, και πραγ­ματώνει την πρώτη ομόνοια με την ένωση των αντιθέτων κι όχι των ομοίων. Φαίνεται πως και η τέχνη κάνει το ίδιο, με το να μιμείται τη φύση. Η ζωγραφική, αναμειγνύοντας τα άσπρα και τα μαύρα χρώ­ματα, τα κίτρινα και τα κόκκινα, πετυχαίνει να συμφωνούν οι εικό­νες με το μοντέλο. Η μουσική, συνδυάζοντας τους ψηλούς ήχους με τους χαμηλούς, τους μείζονες και τους ελάσσονες, με διαφορετι­κές φωνές, δημιουργεί μια μοναδική αρμονία. Η γραμματική με τη μείξη των φωνηέντων και των συμφώνων χτίζει όλη της την τέχνη. Αυτό υποστήριξε και ο Ηράκλειτος, ο επονομαζόμενος Σκοτεινός: «Οι συνδέσεις γίνονται από όλα κι από τα όχι όλα, ομόνοια-διχόνοια, συμφωνία-ασυμφωνία: απ’ όλα γεννιέται το Ένα και από το Ένα όλα» (απ. 10). Έτσι «τα αντίθετα ταιριάζουν, απ’ τις διαφορές γεννιέται η ωραία αρμονία. Τα πάντα γίνονται με την πάλη» (απ. 8).

Θα πρέπει λοιπόν να διακηρύξουμε μαζί του πως «ο πόλεμος είναι ο πα­τέρας όλων» (απ. 53): ο πόλεμος είναι συμπαντικός, η ίδια η δικαιοσύνη, στο μέτρο που τείνει να εναρμονίζει τα αντίθετα δεν είναι παρά πάλη. Τα πάντα γεννώνται μέσα από τη σύγκρουση και την αναγκαιότητα (απ. 80). Αυτή η πάλη των αντιθέτων, κατά βάθος, δεν είναι άλλο από αυτή την ίδια την τραγωδία, που αντιπαραθέτει το Ένα στην πολλαπλότητα και τα πολ­λά στο Ένα. Πράγματι, εφόσον τα πάντα γεννώνται από το Ένα και το Ένα από τα πάντα, κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης είναι, λοιπόν, που η πολλαπλότητα ξεπηδά από το Ένα, που την γενννά και το οποίο αυτή αποχωρίζεται· κι είναι, ακριβώς, μέσα από μια άλλη σύγκρουση που η πολ­λαπλότητα τείνει να αρνηθεί τον εαυτό της και να ανακαλύψει και πάλι το αντίθετο της που, παρ’ ότι γεννημένη μέσα του, κάποτε εγκατέλειψε.

Συνεπώς «ο δρόμος που ανεβαίνει κι αυτός που κατεβαίνει είναι ένας και αυτός» (απ. 60), η Ταυτότητα διατρέχει τη Διαφορά και Διαφορά εγ­καθίσταται στην ίδια την καρδιά της Ταυτότητας. Εξού και η ιδέα πως και «μέσα μας είναι το ίδιο: ζωντανό και νεκρό, ξύπνιο και κοιμισμένο, νέο και γηραιό· γιατί αυτά, όταν μεταβάλλονται, γίνονται εκείνα εκεί κι εκείνα, όταν με τη σειρά τους μεταβάλλονται, γίνονται αυτά» (απ. 88).

Η ενότητα άρα συγκροτείται από αντίρροπες τάσεις και ο βρυχηθμός των αντιθέτων στοιχειώνει την καρδιά της αρμονίας: «Δεν καταλαβαί­νουν πως αυτό που αντιτίθεται στον εαυτό του βρίσκεται ταυτόχρονα σε αρμονία με τον εαυτό του, ακριβώς όπως οι αντίθετες εντάσεις του τόξου και της λύρας» (απ. 51). Η ηρακλείτεια φιλοσοφία του Λόγου, τραγική ήδη στην ουσία της, προεκτείνεται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, σε μια φιλοσο­φία του σπαραγμού που, αν επιμένει στη λανθάνουσα αρμονία και την ει­ρήνη του βάθους, υπογραμμίζει ωστόσο έντονα τις χίλιες και μια όψεις του πολέμου, που τα αντίθετα, πράγματα ή όντα, διεξάγουν στην επιφάνεια.

III. Το γίγνεσθαι

Ο ηρακλειτισμός υποβιβάζεται συνήθως σε μια φιλοσοφία του γίγνεσθαι, που αντιπαρατίθεται μ’ έναν λίγο πολύ σχηματικό τρόπο στην ελεατική φιλοσοφία του Είναι και τις διάφορες στατικές οντολογίες. Γνωρίζουμε βέβαια πως ο Χέγκελ και ο Νίτσε, από εντελώς διαφορετική οπτική σκο­πιά, θα διεκδικήσουν τον Ηράκλειτο ως δικό τους πρόδρομο, καθώς κι οι δυο τους αντικρίζουν στο πρόσωπο του τελευταίου αυτόν που διακήρυ­ξε με τον πλέον σαφή τρόπο πως δεν υπάρχει Είναι παρά χάριν του γίγνε­σθαι. Όταν όμως γίνεται λόγος για το γίγνεσθαι στον Ηράκλειτο, δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχνάμε όσα έγραψε για το Λόγο, διότι κινδυνεύουμε να διαστρέψουμε το νόημα και την εμβέλεια αυτού που πραγματικά θέλησε να πει.

Είναι αλήθεια πως η φιλοσοφία του Ηράκλειτου δεν έχει τίποτα το κοι­νό με μια στατική οντολογία, που θα αρκεί το να διακηρύσσει, όπως θα το κάνει ο Παρμενίδης, πως το Είναι είναι και το Μη Είναι δεν είναι· αλλά όμως το γίγνεσθαι, για το οποίο μας μιλά ο Ηράκλειτος, απέχει πολύ κι από το να είναι απλώς μια κινησιοκρατία (mobilisme), που μας βεβαιώνει ότι δεν υπάρχει παρά μόνο κίνηση και τίποτε άλλο.

Είναι γνωστή η περίφημη εικόνα: «Δεν μπορούμε να μπούμε δυο φορές στο ίδιο ποτάμι» (απ. 91). Ένας μαθητής του, μάλιστα, υπερθεμάτιζε λέ­γοντας πως ποτέ δεν μπαίνουμε μόνο μια φορά. Έτσι τα πάντα ρέουν και τίποτα δεν μένει, «στα ίδια ποτάμια μπαίνουν συνεχώς άλλα κι άλλα νε­ρά» (απ. 12). Μια κοσμοθεωρία, όμως, αυτού του είδους στηρίζεται στην ακατάπαυστη μεταμόρφωση των πραγμάτων, που περνούν και φεύγουν, και των όντων που πεθαίνουν, γιατί το γίγνεσθαι συνίσταται στην αέναη μεταλλαγή των ουσιών που φθείρονται και αναπλάθονται: Δεν μπορούμε να αγγίξουμε δύο φορές μια φθαρτή ουσία που να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση, γιατί αποσυντίθεται και ανασυντίθεται μέσα από την ταχύτητα της ίδιας της αλλαγής, ή, μάλλον, δεν αλλάζει και πάλι ούτε μετά, αλλά, την ίδια στιγμή που εμφανίζεται, εξαφανίζεται (απ. 91).

Εντός του γίγνεσθαι ανευρίσκουμε το πεδίο της σύγκρουσης των αντι­θέτων: «Το ψυχρό θερμαίνεται, το θερμό ψύχεται, το υγρό ξεραίνεται, το ξερό νοτίζει» (απ. 126). Υπάρχει, κατά συνέπεια, μέσα στο γίγνεσθαι μια σύνθεση κατάφασης και άρνησης, γι’ αυτό και μπορούμε να αποφανθού­με πως: «Στα ίδια ποτάμια μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε» (απ. 49α).

Το γίγνεσθαι όμως, για το οποίο μας μιλά ο Ηράκλειτος, δεν είναι ένα απλό γραμμικό γίγνεσθαι, που θα συνιστούσε την απόλυτη άρνηση του Είναι εκτυλίσσεται, αντίθετα, στο εσωτερικό ενός κύκλου. Αυτό επαλη­θεύεται, ήδη, από τα ίδια τα φυσικά στοιχεία:

Η ζωή της φωτιάς γεννιέται από το θάνατο της γης, του αέρα από το θάνατο της φωτιάς, του νερού από το θάνατο του αέρα και η γη γεννιέται από το θάνατο του νερού. Ο θάνατος της φωτιάς γεννά τον αέρα και ο θάνατος του αέρα γεννά το νερό. Ο θάνατος της γης φέρ­νει στον κόσμο το νερό, ο θάνατος του νερού γεννά τον αέρα, ο θά­νατος του αέρα γεννά τη φωτιά κι αντιθέτως (απ. 76). Το γίγνεσθαι άρα συγκροτεί έναν κύκλο κι ο κύκλος αυτός είναι ο ίδιος αρμονία, στο μέτρο ακριβώς που πραγματοποιεί την σύμπτωση των αντι­θέτων πράγματι, «στην περιφέρεια του κύκλου αρχή και πέρας συμπί­πτουν» (απ. 103).

Η εμφάνιση ενός στοιχείου, λοιπόν, μέσα από τους κόλπους ενός κα­θαρού κι απόλυτου γίγνεσθαι δεν είναι το παν, εφόσον αφ’ ενός εξακολου­θεί ο κυβερνών τα πάντα Λόγος, αφ’ ετέρου το γίγνεσθαι αυτό εκτυλίσσε­ται στο εσωτερικό ενός κύκλου, συνεχόμενο από ισχυρούς δεσμούς. Αν αδυνατούμε να αντιληφθούμε με την πρώτη ματιά αυτόν τον κύκλο, αυτό συμβαίνει κατ’ αρχή ν γιατί «η φύση αγαπά να κρύβεται» (απ. 123) κι έπει­τα γιατί, το ‘πάμε ήδη, είμαστε ανίκανοι να δούμε πραγματικά ό,τι εμφα­νίζεται ενώπιον μας. Ας μην το ξεχνάμε, αν «ο ωραιότερος πίθηκος είναι άσχημος, όταν παραβάλλεται με το γένος των ανθρώπων» (απ. 82), «ο σοφότερος άνθρωπος, όταν συγκρίνεται με τον θεό, φαίνεται πίθηκος και στη σοφία και στην ομορφιά και σ’ όλα τα άλλα» (απ. 83).

Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε πως η φιλοσοφία του Ηράκλειτου εί­ναι μάλλον μια φιλοσοφία του επανέρχεσθαι (revenir) παρά του γίγνεσθαι (devenir) με την κλασική έννοια του όρου: το περί ου ο λόγος γίγνεσθαι δεν αποτελεί σε τελική ανάλυση ένα γίγνεσθαι του Είναι αλλά ένα γίγνεσθαι εντός του Είναι. Δεν είναι παρά στο εσωτερικό του ίδιου που επέρ­χονται οι μεταβολές:

Μέσα μας είναι πάντα τα ίδια: ζωντανό και νεκρό, ξύπνιο και κοι­μισμένο, νέο και γηραιό’ γιατί αυτά όταν μεταβάλλονται είναι εκεί­να, κι εκείνα, όταν με τη σειρά τους μεταβάλλονται, είναι αυτά (απ. 88).

Συναντάμε λοιπόν και πάλι, με μια ελάχιστη μετατόπιση, μια ιδέα που βρήκαμε και προηγουμένως: τα πάντα γεννώνται από το Εν και το Ένα από τα πάντα. Ο Ηράκλειτος μας λέει πως «ο θεός είναι νύχτα και μέρα, χειμώνας και καλοκαίρι, πόλεμος και ειρήνη, κορεσμός και λιμός· αλ­λοιώνεται, όπως η φωτιά που, όταν αναμειχθεί με αρώματα, ονομάζεται με το όνομα της μυρωδιάς του καθενός». Δεν θα υπερβούμε λοιπόν ποτέ τα όρια του Ενός, που δεν είναι άλλα από αυτά που έχει θέσει ο κυβερνών Λόγος, όπως ακριβώς κι ο ήλιος που δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια του, ειδεμή θα τον βρουν οι Ερινύες, φύλακες της Δικαιοσύνης (απ. 94).

Αν ο ηρακλειτισμός δεν ήταν παρά η φιλοσοφία ενός απλού γίγνεσθαι, αν διευθετούσε το παν ως μια απλή συνδυαστική, ένα παιχνίδι σχέσεων, δεν θα ετίθετο καν το πρόβλημα του νοήματος του γίγνεσθαι· όλες οι κινησιοκρατίες, οι ηροστρατισμοί και οι μηδενισμοί που, ούτε λίγο ούτε πο­λύ, επικαλούνται κάποια νιτσεϊκή προέλευση τους, αφήνουν αναπάντητο το ερώτημα πού μας οδηγεί τελικά ο δρόμος, κι αυτό ακόμα και στις περι­πτώσεις εκείνες που δεν απορρίπτουν απευθείας το ερώτημα ως στερού­μενο νοήματος. Βέβαια, ο ίδιος ο Ηράκλειτος δεν παραλείπει κάποιες συ­στάσεις:

Να θυμόμαστε κι εκείνον που ξεχνά πού πηγαίνει ο δρόμος» (απ. 71) για να προσθέσει πιο συγκεκριμένα πως «ένα πράγμα είναιη σο­φία: το να γνωρίζεις τη σκέψη που μέσα απ’ όλα κυβερνά τα πάντα (απ. 41).

Ωστόσο, όμως, αυτή η σοφία είναι απ’ όλα χωρισμένη, πράγμα που δεν καταφέρνουν να κατανοήσουν όλοι αυτοί που ‘χουν συνήθεια να μιλούν (απ. 108). Ένα γίγνεσθαι, δίχως αναφορά σ’ ό,τι το θεμελιώνει και σ’ ό,τι το περιέχει, θα βρισκόταν σε ευθεία αντίθεση με όσα μας υποβάλλουν τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου σχετικά με τον Λόγο: αν οι άνθρωποι αρ­κούνται συχνά στον μομπιλισμό, είτε πάλι τον αναγορεύουν σε κοσμοθε­ωρία, είναι διότι, ας μην το ξεχνάμε, «το ανθρώπινο ον δεν κρύβει σοφίες, το θείο όμως έχει» (απ. 78).

IV. Η φωτιά

Είδαμε ήδη πως μεταξύ των Ιώνων φιλοσόφων ο Θαλής ο Μιλήσιος ήταν αυτός που θεωρούσε το νερό αρχή των πάντων, ενώ ο Αναξιμένης δεχόταν τον αέρα. Ο Ηράκλειτος, πάλι, αντικρίζει το προνομιακό μέσο, για την εξήγηση των ποικίλων φαινομένων του σύμπαντος, στη φωτιά. Κάτι τέτοιο όμως θα συνιστούσε αν όχι υπερβολική απλούστευση του ηρακλειτισμού, τουλάχιστον την ανάγνωση του μέσα από παραμορφωτικούς φα­κούς, οφειλόμενους στην ανάπτυξη της σύγχρονης χημείας· θα απέκλειε, πάντως, την αντιμετώπιση της φωτιάς ως απλούστατου στοιχείου μιας σύνθεσης, με αφετηρία το οποίο δημιουργήθηκαν οι διάφοροι συνδυασμοί και αποσυνθέσεις πραγμάτων και όντων. Πράγματι, στον Ηράκλειτο, η φωτιά αποτελεί ένα, κατά κάποιο τρόπο, φυσικό στοιχείο: «Μετατροπές της φωτιάς: πρώτα θάλασσα και το μισό της θάλασσας γη, το άλλο μισό σίφουνας». Η φωτιά, υπό την επιρροή του θείου Λόγου που τα πάντα κυ­βερνά, μεταμορφώνεται, δια μέσου του αέρα, σε υγρασία-σπέρμα της όλης συμπαντικής τάξης, την οποία αποκαλεί θάλασσα. Από αυτή γεννώνται και πάλι η γη, ο ουρανός και τα περιεχόμενα σ’ αυτά πράγματα και όντα. Το πώς ο κόσμος επιστρέφει πίσω στην αρχική του κατάσταση, καταβροχθιζόμενος από τη φωτιά, ο Ηράκλειτος μας το εξηγεί ως εξής: «(…) Δια­χέεται στεριά σε θάλασσα και η μάζα της διατηρείται στο ίδιο μέτρο της αναλογίας που ίσχυε πριν γίνει γη» (απ. 31).

Η φωτιά, άρα, είναι η πηγή αλλά και η απόληξη του παντός· εξού και η εικόνα του Ηράκλειτου: «Τα πάντα ανταλλάσσονται με τη φωτιά και με τα πάντα η φωτιά ανταλλάσσεται, όπως ακριβώς τα πράγματα με το χρυσάφι και το χρυσάφι με τα εμπορεύματα» (απ. 90).

Η φωτιά, όμως, είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια πρωταρχική ου­σία ή το θεμελιώδες φυσικό στοιχείο. Πράγματι, όπως τόνισε ορθά και ο Κιρκ (O.S. Kirk1), υφίσταται μια εξαιρετικά στενή σχέση που συνδέει τα στοιχεία λόγος, αρμονίη, πόλεμος, έρις, θεός, Εν, πυρ και σοφόν. Όλοι αυτοί οι όροι είναι, αν όχι εναλλάξιμα συνώνυμα, πάντως έννοιες συνυποδηλούσες την αυτή κεντρική ενόραση. Η φωτιά, για την οποία μας μιλά ο Ηράκλειτος, δεν είναι, στην πραγματικότητα, τόσο μια ορθολογική εξηγητική αρχή, όσο η υποστασιοποίηση του Λόγου. «Όλα τα κυβερνά ο Κε­ραυνός», μας λέει (απ. 64), γιατί, ακριβώς, δεν είναι άλλος από αυτόν τον αποστράπτοντα Λόγο, που φωτίζει και κυβερνά τον κόσμο. Ο κεραυνός, άλλωστε, δεν πυρπολεί ό,τι εγγίζει και δεν μετατρέπει άραγε σε φωτιά αυ­τό στο οποίο πέφτει; Γι’ αυτό και μπορούμε να πούμε ότι ο κόσμος φλέγε­ται με τη διπλή σημασία του όρου: φλέγεται γιατί είναι φτιαγμένος από αυτή την πρωταρχική πυρά, που διατρέχει απ’ άκρη σ’ άκρη όλο τον κύ­κλο των στοιχείων, αλλά και γιατί καίει κι είναι κι ο ίδιος ένα είδος φλό­γας: «Αυτόν τον κόσμο, που ‘ναι για όλους ίδιος, ούτε κανείς θεός τον έκα­νε, αλλά ήταν από πάντα και είναι και θα είναι αιώνια φωτιά, που ανάβει και σβήνει με μέτρο» (απ. 30). Το κοσμικό γίγνεσθαι, λοιπόν, είναι φωτιά που ξεπηδά, χάνεται και ξαναζωντανεύει αν μας λέει ότι η φωτιά «συνί­σταται στην αλλαγή» (απ. 84α), είναι γιατί τα πράγματα επιζητούν μια πληρότητα που διαρκώς τους διαφεύγει, και οι διαδοχικές τους απόπει­ρες συνιστούν ακριβώς αυτό το γίγνεσθαι, που εκδιπλώνεται μέσα στην ίδια την καρδιά του Είναι. Αργότερα, ο Πλάτων, στον Τίμαιο, θα μας δώ­σει έναν ωραίο ορισμό του χρόνου, παρουσιάζοντας τον σαν την «κινού­μενη εικόνα της αιωνιότητας». Θα μπορούσαμε κι εμείς, δίχως να βιά­ζουμε τη σκέψη του Ηράκλειτου, να δούμε στη φωτιά, για την οποία κάνει λόγο, την κινούμενη εικόνα του Λόγου που φωτίζει, καθώς κι αυτήν του Ενός, απ’ όπου προήλθαν και όπου επιστρέφουν τα πάντα.

Ο κόσμος του Ηράκλειτου, όμως, φλέγεται και για έναν άλλο λόγο. Στην πραγματικότητα, ο κόσμος προορίζεται σ’ ένα τελικό παρανάλωμα (εκπύρωσις), σε έναν συμπαντικό αναβρασμό που θα σημάνει τον θάνατο του, όχι, όμως, για να καταποντισθεί οριστικά στο τίποτα, αλλά για να ανεύρει, μέσα ακριβώς σ’ αυτή τη γιγαντιαία πυρκαγιά, την αρχή μιας αναζω­ογόνησης, μιας αναγέννησης. Όπως ο Φοίνικας, έτσι κι ο κόσμος είναι προορισμένος να αναγεννάται δίχως σταμάτημα μέσα από τις ίδιες του τις στάχτες. Ξαναβρίσκουμε λοιπόν εδώ την εικόνα της ανακύκλησης αλ­λά και της περιφέρειας του κύκλου, όπου αρχή και τέλος συναντώνται.

Αναλίσκοντας τα πάντα, η φωτιά τα επαναφέρει στην αρχή τους, γι’ αυτό και ο Ηράκλειτος μας λέει: «Τα πάντα, ορμώντας πάνω τους, θα τα δικά­σει και θα τα συλλάβει η φωτιά» (απ. 66). Αλλά όμως η κοσμική αυτή πυρκαγιά2δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως ανεπανόρθωτη, εφόσον γνωρίζουμε πως το ίδιο το σύμπαν είναι ζων πυρ που ανάβει και σβήνει με μέτρο.

Στο επίκεντρο της αντίληψης αυτής βρίσκεται η ιδέα της αέναης επι­στροφής αυτού που γεννιέται κι αυτού που χάνεται. Πρόκειται για μια πα­λιά ελληνική αντίληψη που δεν ανήκει αποκλειστικά στον Ηράκλειτο και την οποία ξαναβρίσκουμε αργότερα στον Πλάτωνα και τους Στωικούς. Σήμερα, αναπαριστούμε με ευλογοφάνεια το χρόνο σαν μια ευθεία γραμ­μή που έρχεται από το παρελθόν και κατευθύνεται προς το μέλλον η μη μεταστρεψιμότητα του χρόνου διαθέτει μια τέτοια προφάνεια που γίνεται δεκτή ως κάτι το απόλυτα δεδομένο. Στην Ανατολή όμως και στην Ελλά­δα, η σύλληψη του χρόνου είχε χαρακτηριστικά κυκλικότητας. Η κανο­νικότητα της εναλλαγής μέρας και νύχτας ο κύκλος των εποχών καθώς και της θέσης των πλανητών και των άστρων φαίνεται να υπέβαλαν έν­τονα την εικόνα του χρόνου ως ανακύκλησης: εξού και οι τόσο γνωστές παραστάσεις του Ζωδιακού Κύκλου ή του Τροχού των Υπάρξεων. Το Με­γάλο Έτος σήμαινε την χρονική εκείνη περίοδο, με το πέρας της οποίας θα έπρεπε να επαναληφθούν τα ίδια γεγονότα. Οι προτεινόμενοι υπολογι­σμοί της σε κοινά έτη ποικίλλουν κατά συγγραφείς, σύμφωνα με μια πα­ράδοση, όμως, ο Ηράκλειτος το είχε υπολογίσει στα 10.800 περίπου ηλια­κά έτη. Ο αριθμός αυτός προήλθε πιθανότατα από τον πολλαπλασιασμό του 360 με το 30. Εν πάση όμως περιπτώσει, παριστά το χρονικό διάστημα που παρέρχεται μεταξύ γέννησης του κόσμου και φθοράς του μέσα στη φωτιά, προμήνυμα μιας νέας γέννησης του.

Έτσι λοιπόν, εφόσον αρχή και τέλος του Μεγάλου Έτους συμπίπτουν σ’ αυτό το κοσμικό παρανάλωμα πυρός, που εξαγνίζει και παλινορθώνει, η συμπαντική αναταραχή δεν είναι απλά μια καταστροφή με διαστάσεις αποκάλυψης αλλά και μια αποθέωση, αφού μέσα από αυτή ξεπηδά κάθε φορά ένας νέος κόσμος. Έτσι, για άλλη μια φορά, επαληθεύεται πως «ο δρόμος που ανεβαίνει κι ο δρόμος που κατεβαίνει είναι ο ίδιος κι ο αυτός».

Οφείλουμε λοιπόν να υπογραμμίσουμε την ιδιαίτερη σημασία του αποσπά­σματος 66, όπου μας λέει ο Ηράκλειτος ότι «η φωτιά είναι και κορεσμός και χρεία. Η χρεία είναι η οργάνωση του κόσμου (διακόσμησις) σύμφωνα με το νόμο του αλλά η ανάφλεξη (εκπύρωσις) του κόσμου είναι κορεσμός». Είναι αλήθεια, προσθέτει ο Ιππόλυτος που μας μεταφέρει το εν λόγω κεί­μενο, πως κατά τον Ηράκλειτο «όταν επέμβει η φωτιά, θα κρίνει όλα τα πράγματα και θα τα κατακυριεύσει» (απ. 66). Αξίζει να επιμείνει κανείς στο γεγονός πως ο Ηράκλειτος παρομοιάζει την τάξη του κόσμου με χρεία, έλλειψη, ενώ αντικρίζει στην εκπύρωση του διατεταγμένου κόσμου ένα είδος πληρότητας και αφθονίας. Θα φανεί ίσως παράδοξο να ορίζεται η τάξη ως έλλειψη και η καταστροφή ως πληρότητα. Αυτό όμως το γενικό παρανάλωμα είναι μια εξύψωση τρεφόμενη με ερείπια. Μέσα στην πυρά συναντώνται και συγχωνεύονται αρχική χρεία και τελικός κορεσμός, γιατί από εκεί τα πάντα ξεκινούν κι εκεί καταλήγουν. Έτσι, η καταστροφή εί­ναι μια εκπλήρωση, εκπλήρωση του ρυθμού της Αέναης Επιστροφής και εκπλήρωση εντός της οποίας η γέννηση του αύριο προκύπτει μέσα από το θάνατο του σήμερα.

Ένα τέτοιο όραμα του κόσμου θα μπορούσε κάλλιστα να εκθρέψει τα θεωρησιακά σχήματα των ηροστρατισμών, που καλλιεργούν εξ επαγγέλ­ματος τον έρωτα της καταστροφής και βλέπουν σ’ αυτή την τελευταία την υψηλότερη έκφραση της δημιουργίας· ο Μπακούνιν, άλλωστε, δεν ήταν αυτός που δήλωνε: «Η χαρά της καταστροφής είναι ταυτόχρονα και χα­ρά της δημιουργίας»; Η φιλοσοφία όμως του Ηράκλειτου απέχει πολύ από το να είναι μια πρόσκληση σε περιπέτειες εν μέσω ναυαγίων, γιατί παρα­μένει, ακριβώς, μια φιλοσοφία του Λόγου, που μας υποβάλλει όχι την απο­λογία της καταστροφής, αλλά τον αναστοχασμό του νοήματος, που εδρεύ­ει στην ενότητα του πολλαπλού. Η συμπαντική ανάλωση μέσα στις φλό­γες, για την οποία μας μιλά ο Εφέσιος, είναι μια επάνοδος στην απαρχή απ’ όπου και πάλι ξεκινούν όλα τα όντα, αυτοί οι προσκηνότες του απέ­ραντου κυκλώματος της ύπαρξης.

V. O άνθρωπος και η σοφία

Συνηθίζεται παραδοσιακά να παρουσιάζεται ο Ηράκλειτος αν όχι ως αρι­στοκράτης με την κοινωνική έννοια του όρου, πάντως ως άνθρωπος που περιφρονούσε το πλήθος και δεν δίσταζε να το πει: «Για μένα, ένας αξίζει όσο μύριοι όταν είναι άριστος» (απ. 49). Γι’ αυτόν, πράγματι, «παιχνίδια παιδιών είναι οι ανθρώπινες δοξασίες» (απ. 70) κι αν οι ευγενείς άνθρωποι προτιμούν περισσότερο απ’ οτιδήποτε φθαρτό την αιώνια δόξα, «οι πολ­λοί χορταίνουν σαν κτήνη» (απ. 29). Βάλλει με ειρωνεία τόσο κατ’ αυτών που έχαναν το μυαλό τους μέσα στις προλήψεις όσο και κατ’ αυτών που χειρίζονταν παράλογα τα ζητήματα της πόλης. Έλεγε για τους πρώτους:

Καθαρίζονται μιαινόμενοι με άλλο αίμα, όπως αν κάποιος που έχει χωθεί στη λάσπη, ξεπλενόταν με λάσπη: αν κάποιος άνθρωπος τον έβλεπε να κάνει κάτι τέτοιο, θα τον έπαιρνε για ασυνάρτητο. Και προσεύχονται μπροστά σ’ αυτά τ’ αγάλματα, όπως θα φλυαρούσε κανείς μέσα στο σπίτι του, μη γνωρίζοντας ποιοι είναι θεοί και ποιοι ήρωες (απ. 5). Για τους δεύτερους, πάλι, βεβαίωνε:
Καλά θα έκαναν όλοι οι ενήλικες Εφέσιοι να κρεμαστούν και να αφήσουν την πόλη στα παιδιά, γιατί εκείνοι εξόρισαν τον Ερμόδωρο, τον πιο άξιο άντρα, λέγοντας: Μεταξύ μας κανείς ας μην είναι ο πιο άξιος, ειδεμή ας πάει αλλού και μ’ άλλους» (απ. 121). «Γιατί ποιος είναι ο νους τους ή η φρόνηση τους; Πείθονται από τους λαϊ­κούς τραγουδιστές και δάσκαλος τους είναι ο όχλος: δεν ξέρουν ότι πολλοί είναι οι κακοί και οι καλοί λίγοι» (απ. 104). Γι’ αυτό κι έριχνε στα κεφάλια των συμπολιτών του την εξής ευχή: «Πο­τέ να μην σας λείψει, Εφέσιοι, ο πλούτος, για να βγαίνει στο φως η πονη­ριά σας» (απ. 125α). Άλλωστε ο Ηράκλειτος δεν θέλησε να διαδεχτεί τον πατέρα του στο δημόσιο αξίωμα που κατείχε κι αρνήθηκε να νομοθετήσει στην πόλη της Εφέσου, με τη δικαιολογία πως οι κάτοικοι της είχαν πια τόσο διαφθαρεί που το πράγμα δεν έπαιρνε καμιά γιατριά. Ωστόσο, όμως, ο Ηράκλειτος δεν εγκατέλειψε ποτέ την πόλη του: όταν τον προσκάλε­σαν στην Αθήνα αρνήθηκε να πάει, όπως άλλωστε αποποιήθηκε τις τιμές που του επεφύλασσε ο Δαρείος στην Αυλή της Περσίας.

Ο Ηράκλειτος όμως περιφρονούσε και αρκετούς από τους παλαιότε­ρους του στοχαστές: «Ο Όμηρος αξίζει να τον διώχνουν από τους αγώνες και να τον ραπίζουν, το ίδιο κι ο Αρχίλοχος» (απ. 42). «Ο Πυθαγόρας», έλεγε, «είναι αρχηγός στους αγύρτες» (απ. 81). «Η πολυμάθεια δεν διδά­σκει να σκέφτεσαι: αν ήταν έτσι, θα είχε διδάξει τον Ησίοδο και τον Πυ­θαγόρα, ακόμα και τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο» (απ. 40). Αν όμως ο Ηράκλειτος δεν έχανε ευκαιρία να εκδηλώνει την απαίσιο δοξία του για όλους αυτούς που καθημερινά συναναστρεφόταν, σε βαθμό μάλιστα που να επονομαστεί οχλολοίδορος, για τον άνθρωπο ωστόσο εί­χε μια αντίληψη στενότατα συνδεόμενη με τις ιδέες του που συναντήσαμε ως τώρα. Γι’ αυτόν λοιπόν η ψυχή του ανθρώπου είναι φλόγα και πρέπει να παραμένει πάντα ξηρή: με τη μέθη υγραίνεται, πέφτει στην τρέλα και τελικά πεθαίνει. Σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, στα τέλη της ζωής του ο Ηράκλειτος προσβλήθηκε από υδρωπικία και ρωτούσε τους γιατρούς τι θα ‘πρεπε να κάνει για να μετατρέψει τη βροχή σε ξηρασία. Καθώς αυ­τοί δεν καταλάβαιναν αυτά τα αινιγματικά λόγια, απογοητευμένος ο Ηρά­κλειτος κλείστηκε σ’ έναν στάβλο με την ελπίδα ότι η θέρμη της κοπριάς θα έδιωχνε το νερό που τον ταλάνιζε.

Το ότι η ανθρώπινη ψυχή είναι φωτιά και φλογερή εκπνοή θα μπορούσε να εκληφθεί ως απόφανση εγκλείουσα μια στοιχειώδη ψυχοφυσιολογία: αυτή η ιδέα όμως μπορεί επίσης να συνδεθεί με τη συμβολική εκείνη της φωτιάς, που ανευρίσκουμε πίσω από εκφράσεις όπως η «θέρμη της ζω­ής», «η φλόγα του πάθους», είτε πάλι ο «πυρετός του έρωτα που μας καίει». Θα π ρέπει όμως ακόμα -και κυρίως- να συσχετισθεί με όσα είπε ο Ηρά­κλειτος για τη φωτιά και το Λόγο.

Οι σχετικές με την ανθρώπινη ψυχή αντιλήψεις του Ηράκλειτου μας φέρ­νουν συχνά ενώπιον μεγάλων ερμηνευτικών δυσχερειών, κι αυτό διότι τα αποσπάσματα που διαθέτουμε σχετικά συγκαταλέγονται μεταξύ των πλέ­ον σκοτεινών. Ο Ηράκλειτος μας βεβαιώνει πράγματι πως είναι ηδονή για τις ψυχές να πέφτουν στη ζωή αλλά προσθέτει πως «ζούμε από το θάνατο των ψυχών κι αυτές ζουν από το θάνατο μας» (απ. 77). Δεν θα έπρεπε, ίσως, και πάλι να θυμηθούμε εδώ τα λόγια του Αναξίμανδρου και να συμ­φωνήσουμε πως η ηδονή της ζωής είναι μια ένοχη ηδονή, που η ψυχή εξα­γοράζει μ’ ένα είδος θανάτου; Η ζωή των ατόμων άραγε δεν είναι ένα εί­δος εξορίας μακριά από την πρωταρχική τους πηγή κι αυτή ακόμα η ίδια η ατομικότητα τους δεν είναι η ρίζα της δυστυχίας της συνείδησης; Αλλά κι από την άλλη πλευρά, αν η ζωή των ψυχών ξεπηδά από τον δικό μας θάνατο, δεν είναι άραγε γιατί ανοίγονται σ’ ένα υπερπέραν, όπου ξανα­βρίσκουν τον χαμένο γενέθλιο τους τόπο που είχαν εγκαταλείψει;

Μ’ αυτή την ίδια ιδέα δεν μπορεί άλλωστε να συνδεθεί και το απόσπα­σμα 62 που, παρ’ όλ’ αυτά, παραμένει σιβυλλικό; «Οι αθάνατοι θνητοί και οι θνητοί αθάνατοι: οι μεν ζουν από το θάνατο των δε και οι δε από το θά­νατο των μεν». Ο Κλεμάνς Ραμνού (Clémence Ramnoux) θέλει την ιδέα αυτή ως προμήνυμα της νιτσεϊκής θεματικής περί θανάτου του Θεού3. Ίσως θα έπρεπε να το κατανοήσουμε ως εξής: αν ο Θεός ζει από το θάνα­το των ανθρώπων κι ο άνθρωπος πεθαίνει από τη ζωή του Θεού, αυτό συμ­βαίνει γιατί η ύπαρξη υφίσταται αποκλειστικά μέσα στην τραγικότητα του ορίου. Ο αθάνατος ζει από το θάνατο των θνητών, που επιστρέφουν στους κόλπους του, και οι θνητοί πεθαίνουν επειδή δεν είναι αθάνατοι. Έτσι οι αθάνατοι είναι θνητοί όταν πέφτουν στη ζωή, κι οι θνητοί αθάνατοι όταν, με το θάνατο, ανοίγονται στην άλλη φάση του κύκλου.

Με το ίδιο πνεύμα θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε κι ένα άλλο μυστη­ριώδες απόσπασμα:

Γιατί αν δεν έκαναν πομπή για τον Διόνυσο και δεν υμνούσαν με άσμα τα αιδοία, όσα κάνουν θα ήταν αναιδέστατα: είναι το ίδιο πράγ­μα ο Άδης κι ο Διόνυσος, που στ’ όνομα του μαίνονται και βακχεύουν (απ. 15).

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, επιχειρώντας μια χριστιανική ανάγνωση αυ­τού του κειμένου, θεωρούσε πως σήμαινε ότι όσοι υμνούν τον Διόνυσο και επιδίδονται σε ακολασίες θα καταλήξουν στην Κόλαση όπου θα τους κρί­νει ο Άδης. Ο Ντελάτ (A. Delatte) πάλι μας προτρέπει4 να συσχετίσουμε το εν λόγω απόσπασμα με το 68, όπου γίνεται λόγος για «τα ίδια γιατρικά / που / προορίζονται και να γιατρέψουν τις δυστυχίες και να λυτρώσουν τις ψυχές από τα κακά που βγαίνουν από τη γέννηση»: το κείμενο γίνεται έτσι πολύ λιγότερο παράδοξο απ’ ό,τι αρχικά φαινόταν. Πράγματι, ο Άδης είναι βέβαια ο θεός του θανάτου, ο θάνατος όμως είναι ταυτόχρονα και μια απολύτρωση της ψυχής: όπως λοιπόν υπογραμμίζει και ο Ντελάτ, ο Άδης δεν είναι παρά το σύμβολο μιας ζωής κρυμμένης πίσω από το επι­φαινόμενο του θανάτου κι ο οδηγός σε μια αναγέννηση της ψυχής, ενώ ο Διόνυσος συμβολίζει τη μέθη της ζωής. Λέγοντας λοιπόν πως ο Άδης είναι ο ίδιος με τον Διόνυσο, δεν κάνουμε άλλο από το να επαναλαμβά­νουμε πως ο δρόμος που ανεβαίνει κι αυτός που κατεβαίνει είναι ένας κι ο αυτός. Όπως λέει κι ο Ντελάτ:

Ζωή και θάνατος, λοιπόν, εναλλάσσονται συνεχώς στον Ηράκλει­το, όπως ακριβώς η νιότη και τα γηρατειά, η εγρήγορση κι ο ύπνος, ακόμα κι αν παραβλέψουμε πως καμιά από τις καταστάσεις αυτές δεν είναι καθαρή από προσμείξεις (…). Είμαστε λοιπόν σε θέση να κατανοήσουμε καλύτερα τι σημαίνει Άδης για τον Ηράκλειτο. Εί­ναι το σύμβολο μιας ζωής κρυμμένης πίσω από το επιφαινόμενο του θανάτου, είναι ο θεός που δεσπόζει στην αναγέννηση της ψυχής (…). Κι ο Διόνυσος; Χάριν ακριβώς των πλέον αντίθετων, κατά την αντί­ληψη του αδαούς, προς τον Άδη χαρακτηριστικών του, μπορεί να θεωρηθεί ως ο θεός της έξαρσης της ζωής, το σύμβολο του θρησκευ­τικού ενθουσιασμού.

Ο άνθρωπος λοιπόν είναι ένα ον κατ’ εξοχήν έκθετο: είναι έκθετος κατ’ αρχήν διότι αποτελεί ακριβώς μια παρουσία που ξεπήδησε από την εγκα­τάλειψη του Ενός, αλλά είναι έκθετος και στο μέτρο που είναι τραγική η συνθήκη του. Ο Ηράκλειτος μας λέει: «Είναι δύσκολο να πολεμήσει κα­νείς ενάντια στην καρδιά του, γιατί καθετί που ποθεί, το αγοράζει δίνοντας γι’ αντάλλαγμα την ψυχή του» (απ. 85). Θα πρέπει άραγε να καταλά­βουμε απ’ αυτό απλά πως το πάθος είναι ο χαμός της ψυχής μας, πράγμα που θα ήταν μια κοινοτοπία, ή μήπως ότι η επιθυμία που πλημμυρίζει την καρδιά μας είναι να ξεφύγουμε από αυτήν την ατομικότητα, όπου δεσπό­ζει, δεμένη όμως σαν σ’ αραξοβόλι η ψυχή μας;

VI. Η φύση

Το έργο του Ηράκλειτου λέγεται ότι είχε για τίτλο Περί Φύσεως, τίτλο που συχνότατα χρησιμοποιούσαν οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι για τα έργα τους ή τουλάχιστον απέδιδαν ο μεταγενέστεροι τους στα τελευταία. Είναι βέβαια πιθανόν να θέλησε κι ο Ηράκλειτος, όπως κι οι προηγούμενοι από αυτόν φιλόσοφοι, να προσφέρει έναν πίνακα που να εξηγεί τα ποικίλα φαι­νόμενα που παρατηρούνται στο σύμπαν. Ό,τι μας απομένει όμως από το έργο του Ηράκλειτου σχετικά θέτει το πρόβλημα αν θα πρέπει τελικά να λαμβάνουμε τις εξηγήσεις του κατά γράμμα, υπογραμμίζοντας, όπως το κάνει ο Κόρνφορντ (P.M. Cornford), τον προλογικό και προεπιστημονικό τους χαρακτήρα.

Εφόσον μας λέγεται πως «η φύση αγαπά να κρύβεται» (απ. 123) και γνω­ρίζουμε μάλιστα πως το σκοτεινό του λόγου του Ηράκλειτου ήταν ηθελη­μένο, βρισκόμαστε συνεπώς ενώπιον ενός δυσνόητου στοχασμού, πραγματευόμενου μια θεματική που και η ίδια είναι σφραγισμένη. Είναι άρα αναγκαία μια ερμηνευτική προσέγγιση, χωρίς μάλιστα να μπορούμε να γνωρίζουμε από ποιο σημείο και μετά θ’ αρχίσει να απομακρύνεται από το αντικείμενο όπου εφαρμόζεται. Η κεντρική ιδέα της φυσικής του είναι αυτή του κύκλου και της αρμονίας των αντιθέτων. Καθοδική κίνηση είναι αυτή της φωτιάς που τίκτει τη θάλασσα, από την οποία πάλι γεννώνται από τη μια η γη κι από την άλλη οι στρόβιλοι του ανέμου. Γιατί είναι αλή­θεια, όταν πέφτει ο κεραυνός, η βροχή γίνεται βίαια και θυελλώδης, και, όσον αφορά τη θάλασσα πάλι, ο Ηράκλειτος θα πρέπει να είχε ζήσει από πρώτο χέρι την αργή πρόσχωση του λιμανιού της Εφέσου, που έδιωχνε τη θάλασσα μακριά του. Η αντίθετη, ανοδική κίνηση επαναφέρει τη γη στο νερό και το νερό στη φωτιά μέσω των ξηρών εκπνοών που τρέφουν τα άστρα κι ιδιαίτερα τον ήλιο: γιατί οι εκπνοές αυτές συνιστούν την κατ’ εξοχήν ασώματη αρχή, από την οποία τα πάντα απορρέουν κι η οποία βρί­σκεται σε αέναη ροή. Ανευρίσκουμε λοιπόν και πάλι μέσα σε αυτή τη φυ­σική εξήγηση των ατμοσφαιρικών φαινομένων όχι μόνο ίο θέμα της ανα­κύκλησης και της ενότητας των αντιθέτων αλλά και αυτό του επιμερισμού του Ενός σε πολλά και της επιστροφής του πολλαπλού στο πρωταρχικό Εν.

Στο πεδίο της αστρονομίας τώρα, φαίνεται πως ο Ηράκλειτος γνώριζε την πορεία της Σελήνης και του Ηλίου καθώς και των πλανητών, έχοντας μελετήσει τις τροχιές τους, των οποίων μάλιστα ίσως είχε υπολογίσει την κλίση. Αν κατά παράδοξο τρόπο μας βεβαιώνει πως μέρα και νύχτα είναι ένα και το αυτό, συμβαίνει γιατί καθεμιά τους δίνει ζωή στην άλλη με τον ημερολογιακό ρυθμό, ρυθμό που δίνει υπόσταση στη θεματική της αρμο­νίας των αντιθέτων και της ανακύκλησης.

Σε τελική ανάλυση, όμως, η ουσία της σκέψης του Ηράκλειτου δεν βρί­σκεται στις εξηγήσεις που δίνει για τα φυσικά φαινόμενα, κι οι οποίες προ­φανώς ανήκουν στις παραγεγραμμένες ιδέες της προϊστορίας της επιστή­μης: η ουσία έγκειται στις ιδέες που κατευθύνουν αυτές τις εξηγήσεις και οι οποίες γεννώνται από το τραγικό όραμα του κόσμου, που επιβάλλει η αντίληψη του για τον Λόγο, το γίγνεσθαι και την αρμονία των αντιθέτων.

Ο Ηράκλειτος βαδίζει προς την εποχή μας μεταφέροντας ένα μήνυμα που μας επανασυνδέει με τη δική του πηγή, ένα μήνυμα που οι ερμηνείες ποτέ δεν θα κατορθώσουν να εξαντλήσουν.

VI. Η μοίρα του ηρακλειτισμού

Η σοφιστική του Πρωταγόρα θα συγκρατήσει από τον Ηράκλειτο την ακατάπαυστη ροή της αισθητηριακής μαρτυρίας, για να συναγάγει ως συμπέρασμα ότι, εφόσον τα πάντα αλλάζουν κι οι αισθήσεις μας αποτελούν το μοναδικό γνωστικό μέσο, οφείλουμε να περιοριστούμε σε μια κινησιοκρατία κι έναν αγνωστικιστικό υποκειμενισμό, μετατρέποντας τον εξα­τομικευμένο άνθρωπο σε μέτρο του παντός, μέτρο στιγμιαίο, που αγνοεί// την ταυτότητα του εγώ του.

Ο Πλάτων πάλι, δια μέσου ίσως του Κρατύλου, συγκράτησε από τον Εφέσιο την ιδέα πως τα πάντα συμπαρασύρονται με το γίγνεσθαι προς τη φθορά και τον θάνατο. Για τον Πλάτωνα, όμως, το γίγνεσθαι αυτό κυριαρ­χεί αποκλειστικά στον αισθητό κόσμο, καθιστώντας έτσι απαραίτητη την, προσφυγή στις αιώνιες ιδέες, που παραμένουν το αμετακίνητο μέτρο αυτού που ρέει και παρέρχεται.

Από τους αρχαίους, θα πρέπει ακόμα να αναφέρουμε τον Ηρόστρατο, που κατόρθωσε να διαιωνίσει το όνομα του πυρπολώντας το ναό της Εφέ­σου, ώστε το έργο του να παραμείνει χαραγμένο στη μνήμη των ανθρώ­πων. Από τότε, θεωρείται η ενσάρκωση του ενστίκτου της περιπέτειας και της καταστροφής, είτε στον ιδιωτικό είτε στον πολιτικό βίο.

Ο Μαρξ κι ο Λένιν αναγνώριζαν στον Ηράκλειτο τον πατέρα του διαλε­κτικού υλισμού. Αν όμως οφείλουμε να αναφέρουμε κάποιους, αυτοί θα ήταν κατ’ εξοχήν ο Χέγκελ κι ο Νίτσε5. Ο Χέγκελ διεκδικεί τον Ηράκλει­το ως πρόδρομο του, πράγμα βέβαια αδικαιολόγητο. Ο εγελιανισμός στην πραγματικότητα είναι μια φιλοσοφία της ιστορίας, έννοια απόλυτα ξένη προς τον Ηράκλειτο. Άλλωστε, καθώς αποδεικνύεται από την θεωρία της Αιώνιας Επιστροφής, το ηρακλείτειο γίγνεσθαι δεν είναι ένα γίγνεσθαι του Είναι αλλά, αντίθετα, ένα γίγνεσθαι εντός του Είναι, ένα κατ’ εξοχήν κυκλικό γίγνεσθαι, ώστε η έννοια της Aufhebung (υπέρβασης) να μην του είναι παρά απολύτως ξένη.

Ακόμα λιγότερο μπορούμε να συσχετίσουμε τον Ηράκλειτο με όλες αυ­τές τις διαλεκτικές αντιλήψεις, οι οποίες αναγορεύουν τον άνθρωπο σε ον δημιουργό νοήματος, που ανανεώνεται διαρκώς στην πορεία της ιστο­ρίας. Ο Ηράκλειτος, δεν θα πρέπει να το ξεχνάμε, ήταν ο φιλόσοφος όχι μόνο του γίγνεσθαι αλλά και του Λόγου.

Ο Νίτσε, από την πλευρά του, επιχείρησε να δει στο πρόσωπο του Ηρά­κλειτου τον φιλόσοφο που διεκήρυσσε την «αθωότητα του γίγνεσθαι»· χρη­σιμοποιώντας μάλιστα το ρητορικό τέχνασμα της προσωποποιίας, μας τον παρουσιάζει να λέει τα εξής: «Δεν βλέπω τίποτε άλλο, μόνο γίγνεσθαι. Μη γελαστείτε. Αν νομίζετε ότι βλέπετε κάποιο στέρεο έδαφος μέ­σα στη θάλασσα του γίγνεσθαι και της φθοράς, αιτία δεν είναι η ουσία των πραγμάτων αλλά η κοντοφθαλμία σας. Δίνετε στα πράγματα ονόματα, λες κι αυτά έχουν κάποια διάρκεια σταθερή, ακόμα και το ποτάμι όμως που μπαίνετε για δεύτερη φορά δεν είναι αυτό που ήταν»6. Κατά τον Νί­τσε λοιπόν, ο Ηράκλειτος ήταν ο φιλόσοφος εκείνος που, πριν ακόμη από τον Πλάτωνα, αλλά και μια για πάντα, ανέτρεψε κάθε πλατωνισμό, βε­βαιώνοντας μας πως δεν υπάρχει ούτε αντίγραφο ούτε πρότυπο αλλά μό­νον γίγνεσθαι, που μέσα του ο σοφός θα πρέπει ν’ αφεθεί. Το κοσμικό παι­χνίδι προσφέρει λοιπόν στην ύπαρξη τη μέθη ενός άλματος προς τα μπρος αλλά και μιαν αέναη αναγέννηση πέραν του καλού και του κακού. Αυτός όμως ο μηδενιστικός αισθητισμός τοποθετείται στους αντίποδες των όσων είπε ο Ηράκλειτος. Γιατί αυτός διόλου δεν αρνείται το πρότυπο, εφόσον γράφει πως «ο σοφότερος άνθρωπος, όταν συγκρίνεται με τον θεό, φαίνε­ται πίθηκος και στη σοφία και στην ομορφιά και σ’ όλα τ’ άλλα» (απ. 83). Στον Ηράκλειτο δεν υπάρχει χώρος για μια έκσταση εντός και δια του γίγνεσθαι, αλλά μόνο νόημα που δεσπόζει πάνω σε ό,τι ρέει.

Ο Καρλ Γιάσπερς, μιλώντας για τον Ηράκλειτο, γράφει: «Όντας ο Λό­γος το Εν-κλείον, είναι ταυτόχρονα και απροσδιόριστος και απείρως προσδιορίσιμος»7· το ίδιο ισχύει και για το στοχασμό του Ηράκλειτου· απο­καλύπτεται κρυπτόμενος.
------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. O.S. Kirk,Heraclitus, the cosmic fragments, νέα έκδ. Cambridge, 1964, και το άρθρο του ίδιου συγγραφέα: «Λόγος, άρμονίη, πάλη, θεός και φωτιά», στο /ïevue philosophique, 1957, σ. 289· βλ. επίσης σχετικά με το θέμα αυτό Heidegger, Δοκί­μια και διαλέξεις, γαλ. μτφ. André Préau, Paris, 1958, σ. 333.
2. Ορισμένοι σχολιαστές πιστεύουν πως αυτή η θεωρία της συμπαντικής εκπύρωσης δεν θα πρέπει να αποδίδεται στον Ηράκλειτο, αλλά μόνον στους Στωικούς· κατ’ αυτούς, η ιδέα αυτή περιλήφθηκε μεταγενέστερα στην παράδοση του ηρακλειτισμού, ενώ τα αποσπάσματα που αναφέρονται σ’ αυτήν πρέπει να οφείλον­ται σε ύστερες παραδόσεις. Σχετικά με το θέμα αυτό βλ. O.S. Kirk, όπ.π., σ. 335 επ.
3. Clémence Ramnoux, Ηράκλειτος ή ο άνθρωπος μεταξύ λέξεων και πραγμά­των, Paris, 1959, σ. 70.
4. A. Delatte, Η αντίληψη του ενθουσιασμού στις προσωκρατικές φιλοσοφίες, Paris, 1934.
5. Για μια συνοπτική παρουσίαση της επιρροής της ηρακλείτειας σκέψης, βλ. Kostas Axelos, Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία, σ. 215.
6. Η γέννηση της φιλοσοφίας, γαλ. μτφ. G. Bianquis, σ. 55.
7. Κ. Jaspers, Οι μεγάλοι φιλόσοφοι, γαλ. μτφ. Paris, 1963, σ. 618.