Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (12.1-12.79)

Ραψωδία Μ' - Τειχομαχία


Ὣς ὁ μὲν ἐν κλισίῃσι Μενοιτίου ἄλκιμος υἱὸς
ἰᾶτ᾽ Εὐρύπυλον βεβλημένον· οἱ δ᾽ ἐμάχοντο
Ἀργεῖοι καὶ Τρῶες ὁμιλαδόν· οὐδ᾽ ἄρ᾽ ἔμελλε
τάφρος ἔτι σχήσειν Δαναῶν καὶ τεῖχος ὕπερθεν
εὐρύ, τὸ ποιήσαντο νεῶν ὕπερ, ἀμφὶ δὲ τάφρον 5
ἤλασαν, οὐδὲ θεοῖσι δόσαν κλειτὰς ἑκατόμβας,
ὄφρα σφιν νῆάς τε θοὰς καὶ ληΐδα πολλὴν
ἐντὸς ἔχον ῥύοιτο· θεῶν δ᾽ ἀέκητι τέτυκτο
ἀθανάτων· τὸ καὶ οὔ τι πολὺν χρόνον ἔμπεδον ἦεν.
ὄφρα μὲν Ἕκτωρ ζωὸς ἔην καὶ μήνι᾽ Ἀχιλλεὺς 10
καὶ Πριάμοιο ἄνακτος ἀπόρθητος πόλις ἔπλεν,
τόφρα δὲ καὶ μέγα τεῖχος Ἀχαιῶν ἔμπεδον ἦεν.
αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ μὲν Τρώων θάνον ὅσσοι ἄριστοι,
πολλοὶ δ᾽ Ἀργείων οἱ μὲν δάμεν, οἱ δὲ λίποντο,
πέρθετο δὲ Πριάμοιο πόλις δεκάτῳ ἐνιαυτῷ, 15
Ἀργεῖοι δ᾽ ἐν νηυσὶ φίλην ἐς πατρίδ᾽ ἔβησαν,
δὴ τότε μητιόωντο Ποσειδάων καὶ Ἀπόλλων
τεῖχος ἀμαλδῦναι, ποταμῶν μένος εἰσαγαγόντες.
ὅσσοι ἀπ᾽ Ἰδαίων ὀρέων ἅλαδε προρέουσι,
Ῥῆσός θ᾽ Ἑπτάπορός τε Κάρησός τε Ῥοδίος τε 20
Γρήνικός τε καὶ Αἴσηπος δῖός τε Σκάμανδρος
καὶ Σιμόεις, ὅθι πολλὰ βοάγρια καὶ τρυφάλειαι
κάππεσον ἐν κονίῃσι καὶ ἡμιθέων γένος ἀνδρῶν·
τῶν πάντων ὁμόσε στόματ᾽ ἔτραπε Φοῖβος Ἀπόλλων,
ἐννῆμαρ δ᾽ ἐς τεῖχος ἵει ῥόον· ὗε δ᾽ ἄρα Ζεὺς 25
συνεχές, ὄφρα κε θᾶσσον ἁλίπλοα τείχεα θείη.
αὐτὸς δ᾽ ἐννοσίγαιος ἔχων χείρεσσι τρίαιναν
ἡγεῖτ᾽, ἐκ δ᾽ ἄρα πάντα θεμείλια κύμασι πέμπε
φιτρῶν καὶ λάων, τὰ θέσαν μογέοντες Ἀχαιοί,
λεῖα δ᾽ ἐποίησεν παρ᾽ ἀγάρροον Ἐλλήσποντον, 30
αὖτις δ᾽ ἠϊόνα μεγάλην ψαμάθοισι κάλυψε,
τεῖχος ἀμαλδύνας· ποταμοὺς δ᾽ ἔτρεψε νέεσθαι
κὰρ ῥόον, ᾗ περ πρόσθεν ἵεν καλλίρροον ὕδωρ.
Ὣς ἄρ᾽ ἔμελλον ὄπισθε Ποσειδάων καὶ Ἀπόλλων
θησέμεναι· τότε δ᾽ ἀμφὶ μάχη ἐνοπή τε δεδήει 35
τεῖχος ἐΰδμητον, κανάχιζε δὲ δούρατα πύργων
βαλλόμεν᾽· Ἀργεῖοι δὲ Διὸς μάστιγι δαμέντες
νηυσὶν ἔπι γλαφυρῇσιν ἐελμένοι ἰσχανόωντο,
Ἕκτορα δειδιότες, κρατερὸν μήστωρα φόβοιο·
αὐτὰρ ὅ γ᾽ ὡς τὸ πρόσθεν ἐμάρνατο ἶσος ἀέλλῃ· 40
ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἂν ἔν τε κύνεσσι καὶ ἀνδράσι θηρευτῇσι
κάπριος ἠὲ λέων στρέφεται σθένεϊ βλεμεαίνων·
οἱ δέ τε πυργηδὸν σφέας αὐτοὺς ἀρτύναντες
ἀντίον ἵστανται καὶ ἀκοντίζουσι θαμειὰς
αἰχμὰς ἐκ χειρῶν· τοῦ δ᾽ οὔ ποτε κυδάλιμον κῆρ 45
ταρβεῖ οὐδὲ φοβεῖται, ἀγηνορίη δέ μιν ἔκτα·
ταρφέα τε στρέφεται στίχας ἀνδρῶν πειρητίζων·
ὅππῃ τ᾽ ἰθύσῃ, τῇ τ᾽ εἴκουσι στίχες ἀνδρῶν·
ὣς Ἕκτωρ ἀν᾽ ὅμιλον ἰὼν ἐλλίσσεθ᾽ ἑταίρους
τάφρον ἐποτρύνων διαβαινέμεν· οὐδέ οἱ ἵπποι 50
τόλμων ὠκύποδες, μάλα δὲ χρεμέτιζον ἐπ᾽ ἄκρῳ
χείλει ἐφεσταότες· ἀπὸ γὰρ δειδίσσετο τάφρος
εὐρεῖ᾽, οὔτ᾽ ἄρ᾽ ὑπερθορέειν σχεδὸν οὔτε περῆσαι
ῥηϊδίη· κρημνοὶ γὰρ ἐπηρεφέες περὶ πᾶσαν
ἕστασαν ἀμφοτέρωθεν, ὕπερθεν δὲ σκολόπεσσιν 55
ὀξέσιν ἠρήρει, τοὺς ἵστασαν υἷες Ἀχαιῶν
πυκνοὺς καὶ μεγάλους, δηΐων ἀνδρῶν ἀλεωρήν.
ἔνθ᾽ οὔ κεν ῥέα ἵππος ἐΰτροχον ἅρμα τιταίνων
ἐσβαίη, πεζοὶ δὲ μενοίνεον εἰ τελέουσι.
δὴ τότε Πουλυδάμας θρασὺν Ἕκτορα εἶπε παραστάς· 60
«Ἕκτορ τ᾽ ἠδ᾽ ἄλλοι Τρώων ἀγοὶ ἠδ᾽ ἐπικούρων,
ἀφραδέως διὰ τάφρον ἐλαύνομεν ὠκέας ἵππους·
ἡ δὲ μάλ᾽ ἀργαλέη περάαν· σκόλοπες γὰρ ἐν αὐτῇ
ὀξέες ἑστᾶσιν, ποτὶ δ᾽ αὐτοὺς τεῖχος Ἀχαιῶν.
ἔνθ᾽ οὔ πως ἔστιν καταβήμεναι οὐδὲ μάχεσθαι 65
ἱππεῦσι· στεῖνος γάρ, ὅθι τρώσεσθαι ὀΐω.
εἰ μὲν γὰρ τοὺς πάγχυ κακὰ φρονέων ἀλαπάζει
Ζεὺς ὑψιβρεμέτης, Τρώεσσι δὲ ἵετ᾽ ἀρήγειν,
ἦ τ᾽ ἂν ἔγωγ᾽ ἐθέλοιμι καὶ αὐτίκα τοῦτο γενέσθαι,
νωνύμνους ἀπολέσθαι ἀπ᾽ Ἄργεος ἐνθάδ᾽ Ἀχαιούς· 70
εἰ δέ χ᾽ ὑποστρέψωσι, παλίωξις δὲ γένηται
ἐκ νηῶν καὶ τάφρῳ ἐνιπλήξωμεν ὀρυκτῇ,
οὐκέτ᾽ ἔπειτ᾽ ὀΐω οὐδ᾽ ἄγγελον ἀπονέεσθαι
ἄψορρον προτὶ ἄστυ ἑλιχθέντων ὑπ᾽ Ἀχαιῶν.
ἀλλ᾽ ἄγεθ᾽, ὡς ἂν ἐγὼ εἴπω, πειθώμεθα πάντες· 75
ἵππους μὲν θεράποντες ἐρυκόντων ἐπὶ τάφρῳ,
αὐτοὶ δὲ πρυλέες σὺν τεύχεσι θωρηχθέντες
Ἕκτορι πάντες ἑπώμεθ᾽ ἀολλέες· αὐτὰρ Ἀχαιοὶ
οὐ μενέουσ᾽, εἰ δή σφιν ὀλέθρου πείρατ᾽ ἐφῆπται.»

***
Αυτού θεράπευε ο λαμπρός υιός του Μενοιτίου
του Ευρυπύλου την πληγήν· ωστόσο επολεμούσαν
Τρώες και Αργείοι σύσσωμοι· μηδ᾽ έμελλε το τείχος
το μέγα μηδέ ο χάντακας φραγμός δι᾽ αυτούς να είναι,
5 που έκτισαν οι Δαναοί προφυλακήν των πλοίων,
χωρίς να δώσουν των θεών εξαίσιες εκατόμβες·
και τα πολλά τους λάφυρα να κλείσει και τα πλοία
το έκτισαν· αλλ᾽ άβουλα των αθανάτων όλων·
όθεν πολύν δεν έμεινε καιρόν ορθό το κτίσμα.
10 Όσ᾽ ήτο ο Έκτωρ στην ζωήν κι εθύμωνε ο Πηλείδης
και άπαρτη ακόμη εσώζονταν η πόλις του Πριάμου,
ολόρθο και των Αχαιών το μέγα τείχος ήταν·
αλλ᾽ όταν οι καλύτεροι των Τρώων απεθάναν,
και πάμπολλοι των Δαναών επέσαν και άλλοι εμείναν,
15 και μες στον χρόνον δέκατον επόρθησαν την Τροίαν
οι Αργείοι και όλοι εγύρισαν στην ποθητήν πατρίδα,
ο Απόλλων και ο Ποσειδών σκεφθήκαν ν᾽ αφανίσουν
το τείχος, όταν έσυραν την δύναμιν απ᾽ όσα
από την Ίδην ροβολούν στην θάλασσαν ποτάμια
20 Κάρησος, Ρήσος, Γράνικος, Επτάπορος, Ροδίος,
Αίσηπος, θείος Σκάμανδρος και το Σιμούντειον ρεύμα,
εκεί που κράνη πάμπολλα και ασπίδες και ημιθέων
γένος ανδρών στους άμμους του κυλούνται πεσημένα·
αυτών ο Απόλλων έγυρε τα στόματα κι εννέα
25 ημέρες ρέαν όλα ομού στο τείχος, ενώ επάνω
άκοπα έβρεχεν ο Ζευς το τείχος να ποντίσει.
Και ο ίδιος με την τρίαιναν εμπρός ο κοσμοσείστης
ροβόλαε στην θάλασσαν τα θέμελ᾽ από πέτρες
και από κορμούς, που οι Δαναοί με κόπον είχαν θέσει.
30 Και στον βαθύν Ελλήσποντον εγγύς εσιάδωσ᾽ όλα,
και μ᾽ άμμον πάλι εσκέπασε το απέραντο ακρογιάλι,
το τείχος αφού αφάνισε· κι έγυρε τα ποτάμια
όπου και πρώτα να κυλούν τα όμορφα νερά τους.
Αυτά να κάμουν έμελλαν ο Ποσειδών και ο Φοίβος
35 έναν καιρόν· αλλ᾽ έβραζε στο στερεωμένο τείχος
η μάχη τότε κι έτριζαν των πύργων τα δοκάρια,
και αυτού καθώς τους δάμασεν η μάστιγα του Δία
οι Αργείοι προς τα πλοία τους σφικτά στενοχωρούντο
τον Έκτορα φοβούμενοι δεινόν φυγής εργάτην.
40 Και αυτός, ως πρώτα, εμάχονταν, ωσάν ανεμοζάλη.
Και σαν χοίρος ή λέοντας στην μέση ανδρών και σκύλων
σ᾽ αυτούς γυρίζει μ᾽ αίσθησιν της ρώμης του μεγάλην·
φάλαγγα εκείνοι πυργωτήν αντίκρυ του μορφώνουν
και ρίχνουν βέλη αμέτρητα κι η ευγενής ψυχή του
45 φόβον δεν έχ᾽ ή δισταγμόν, αν και νεκρός θα πέσει
απ᾽ την ανδραγαθίαν του και των ανδρών τους λόχους
να σπάσει συχνοστρέφεται· και όπου χουμήσει εκείνος
οι πυκνοί λόχ᾽ υποχωρούν· παρόμοια μες στα πλήθη
ο Έκτωρ τους συντρόφους του παρακαλούσεν όλους
50 να διαβούν τον χάνδακα κι οι ίπποι του οι γενναίοι
δεν ετολμούσαν και σφοδρά χλιμίντριζαν στην άκρην
ορθοί· καθώς τους φόβιζε φαρδύς εμπρός ο λάκκος
που δεν θα διάβαιν᾽ εύκολα κανείς ή θα πηδούσε.
Ότ᾽ υψηλές εστέκονταν και κρεμαστές οι άκρες
55 και απ᾽ τα δυο μέρη και άνωθεν ακονητά σταλίκια
είχαν στυλώσ᾽ οι Αχαιοί τρανά και στριμωμένα
προς τους εχθρούς προφυλακήν· και αυτού δεν θα ημπορούσεν
ευκόλως ίππος σέρνοντας καλότροχον αμάξι
πόδι να στήσει και οι πεζοί διστάζαν να περάσουν.
60 Και στον τολμηρόν Έκτορα τότ᾽ είπε ο Πολυδάμας:
«Έκτωρ και όλ᾽ οι αρχηγοί των βοηθών και Τρώων,
ανόητα στον χάντακα τους ίππους οδηγούμε·
ότ᾽ είναι κακοδιάβατος, ως έχει ακονισμένα
σταλίκια κι είναι οπίσω τους των Αχαιών το τείχος.
65 Δεν γίνεται να κατεβούν ουδέ να πολεμήσουν
ιππείς και μες στο στένεμα θ᾽ αφανισθούμεν όλοι,
διότι αν τους εμίσησε και τους εξολοθρεύει
εις την οργήν του ο Βροντητής και βοηθεί τους Τρώας,
ήθελ᾽ αμέσως να γενεί κι εδώ μακράν απ᾽ τ᾽ Άργος
70 οι Αχαιοί να συντριβούν αυτοί και τ᾽ όνομά τους·
αλλ᾽ αν στραφούν πάλιν αυτοί κι εμείς από τα πλοία
διωχθούμε και όλοι πέσομε στου χάντακος το βάθος,
θαρρώ πως μηδέ μηνυτής στην πόλιν δεν θα φθάσει
απ᾽ τον διωγμόν των Αχαιών να ειπεί τον όλεθρόν μας.
75 Κι ελάτε τώρα, ό,τι θα ειπώ να το δεχθούμεν όλοι·
τους ίππους οι ακόλουθοι στον χάντακ᾽ ας κρατήσουν,
κι εμείς πεζοί τον Έκτορα με τ᾽ άρματά μας όλοι
θ΄ ακολουθήσoμεν μ᾽ ορμήν, και αν είναι διορισμένο
ν᾽ αφανισθούν, οι Αχαιοί δεν θα σταθούν εμπρός μας».

Η αθωότητα της ειλικρίνειας

Ποτέ δεν είναι αργά για να θυμηθούμε την αθωότητά μας και δεν χρειάζονται πολλά πολλά.

Η σπουδαιότερη, για μένα, ιδιότητα του να είσαι παιδί, είναι να βλέπεις τα πάντα με δέος και να τολμάς να κάνεις απλές ερωτήσεις. Όταν θέλεις να γνωρίσεις κάτι, να μάθεις, απλά ρωτάς, όποιον κι αν έχεις απέναντί σου, όπως κι αν φανείς τολμώντας της ερωτήσεις.

Έχω αντιληφθεί, με ανθρώπους κάθε ηλικίας, ότι ένας από τους κυριότερους λόγους που οι άνθρωποι γερνούν και υποφέρουν είναι γιατί έχουν σταματήσει να θέτουν απλές, άμεσες, αθώες ερωτήσεις.

Οι ενήλικες, πιο συχνά κάνουν ερωτήσεις για να επιβεβαιώσουν αυτά που ήδη ξέρουν ή νομίζουν πως ξέρουν. Αυτή είναι μια πολύ διαφορετική συμπεριφορά/λειτουργία, από την παιδική αθωότητα, η οποία ζητά παθιασμένα να μάθει. Όταν ο νους είναι απασχολημένος να κατηγοριοποιεί, να υποθέτει, να φτιάχνει πραγματικότητες, πιστεύοντας ότι είναι συμπαγείς και αδιαπραγμάτευτα δομημένες, οι απαντήσεις δεν γίνονται κατανοητές ή απορρίπτονται από το εγώ, ενώ οι συζητήσεις είναι πάντα «κλειστές», οδηγώντας σε στασιμότητα και επιπλέον διάσπαση.

Αρκετά απλό, δεν είναι; Τότε, γιατί συνεχίζουμε να το κάνουμε; Η απάντηση είναι, όπως πάντα, πολύ απλή (όπως είναι πάντα η αλήθεια). Δεν παρατηρούμε το νου μας! Είμαστε πολύ απασχολημένοι να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας, να παρατηρούμε άλλους, να χτίζουμε την προσωπική μας υπόθεση (του εγώ μας) στην μυστικότητα των κρυφών μας σκέψεων. Όμως, η αληθινή προσοχή χρειάζεται έναν άδειο νου.

Αυτό σημαίνει ότι είμαστε πρόθυμοι να αφήσουμε τις προαποφασισμένες ιδέες μας πίσω μας, να αδειάσουμε το νου και να «ανοίξουμε» τον εαυτό μας για να συνδεθούμε με τον άλλον. Το ν’ ακούμε (διαβάζουμε) κάποιον, το να κατανοούμε πραγματικά, σημαίνει να συνδεόμαστε απόλυτα με το άλλο άτομο (ομιλητή ή συγγραφέα), χωρίς προσωπική άποψη, ατζέντα ή δομημένες ιδέες στο νου μας.

Αυτό είναι ένα τεράστιο θέμα, το οποίο θα επιχειρήσω να διερευνήσω σε ευρύτερη κλίμακα, σε πρακτικό επίπεδο, ανοίγοντας μια πραγματική, αναγκαία συζήτηση με τους αναγνώστες του χώρου. Όλοι είναι ευπρόσδεκτοι…

Ας θυμηθούμε λοιπόν την αθωότητά μας και ας δούμε αν μπορούμε να δημιουργήσουμε διαφορετικούς, εμπνευσμένους διαλόγους, πάνω σε όλα εκείνα τα σημαντικά θέματα που κάνουν την ζωή μας να έχει νόημα.

Προσωπικά, δεσμεύομαι να δηλώνω ξεκάθαρα και με ειλικρίνεια, όλα όσα γνωρίζω, όπως είμαι ταυτόχρονα αφοσιωμένος στο να κάνω ερωτήσεις, επάνω σε ό,τι δεν κατανοώ ή δεν είναι ξεκάθαρο σε μένα.

Ξεκινώντας, παραθέτω κάποιες παρανοήσεις ή απορίες που διαπιστώνω ότι υπάρχουν, χωρίς να τολμούνται οι άμεσες, συγκεκριμένες ερωτήσεις. Μπορεί φυσικά ο καθένας να ρωτήσει ό,τι θέλει…:

Τι είναι η αυτογνωσία;

Τι σημαίνει πραγματικά «παρατήρηση» ή «παρατηρητικότητα»;

Χρειάζεται πραγματικά» μια ολόκληρη ζωή» για να μάθουμε τον εαυτό μας και είναι πράγματι τόσο «επώδυνο»;

Είμαι σίγουρος ότι οι ερωτήσεις που ο καθένας θα ήθελε να θέσει, είναι άπειρες, αν δεν φοβόταν να ρισκάρει να φανεί ανόητος ή αδαής. Απαλλάξτε τον εαυτό σας από αυτήν την περιοριστική τακτική του δομημένου εγώ, γνωρίζοντας ότι κανείς δεν έχει όλες τις απαντήσεις, κανείς δεν βλέπει το όλον, κανείς δεν έχει Την Πληροφορία αναλλοίωτη. Η πρόκληση είναι άλλη…

Έχοντας την πρόθεση να εκφράζουμε την αθωότητά μας, να τολμάμε τις ερωτήσεις που χρειαζόμαστε για να λειτουργούμε συνειδητά, βοηθάμε κι άλλους να διευρύνουν την οπτική τους, ερχόμαστε πιο κοντά ο ένας στον άλλον, προσφέρουμε αυτό που είμαστε στους άλλους. Περισσότερη σημασία έχουν οι ερωτήσεις, η πρόθεση να μετακινηθούμε, η θέληση να μοιραστούμε. Ας μην κλεινόμαστε στον προσωπικό, υποκειμενικό νου μας, κάνοντάς το «το όλον».

Φερνάντο Πεσσόα: Είναι εύκολο να απομακρύνεις τους ανθρώπους, αρκεί να μην τους πλησιάζεις

–Ζωή είναι να πλέκεις με το βελονάκι τις προθέσεις των άλλων.

-Η συνείδηση της μη συνείδησης της ζωής είναι ο αρχαιότερος φόρος της διάνοιας.

-Η μοναδική μου συνήθεια, να κάνω όνειρα, με έχει προικίσει, με μια εξαιρετικής καθαρότητας εσωτερική όραση.

-Γι΄ αυτό γνωρίζω τον εαυτό μου ολοκληρωτικά, και γνωρίζοντάς με έτσι, γνωρίζω επίσης ολοκληρωτικά την ανθρωπότητα όλη.

-Πολλές φορές αφοσιώνομαι στην βολιδοσκόπηση των προθέσεών τους, γιατί έτσι τους κάνω δικούς μου. Κατακτώ τον ψυχισμό που ερμηνεύω, γιατί, για μένα, ονειρεύομαι σημαίνει κατέχω.

–Ένα πραγματικό ηλιοβασίλεμα είναι κάτι το απροσμέτρητο και το εφήμερο. Το ηλιοβασίλεμα του ονείρου είναι σταθερό και αιώνιο.

–Τα αγαπώ όλα αυτά, ίσως γιατί δεν έχω τίποτε άλλο να αγαπήσω ή γιατί ίσως τίποτε δεν αξίζει την αγάπη μιας ψυχής – κι αν αυτό το συναίσθημα πρέπει κάπου να το απευθύνουμε, καλύτερα τότε να το δώσω στη φτωχή όψη του μελανοδοχείου μου παρά στην πλατιά αδιαφορία των άστρων.

-…αναρωτιέμαι αν κι αυτοί κάποια στιγμή ενέδωσαν στον πειρασμό του Δαίμονα της Πραγματικότητας. Ζωή είναι η άγνοια του εαυτού σου. Σκέψη η ανεπαρκής γνώση του εαυτού σου. Η ξαφνική όμως γνώση του εαυτού σου, σε μια τέτοια καθαρτήρια στιγμή, είναι για σένα η άμεση αντίληψη της έννοιας της ενδόμυχης μονάδας, του μαγικού λόγου της ψυχής. Μα η αιφνίδια λάμψη καίει τα πάντα. Μας απογυμνώνει ακόμη κι από τον εαυτό μας. Δεν ήταν παρά μια στιγμή, και με είδα. Ύστερα δεν θα ξέρω ούτε καν να πω τι ήμουν. Και τελικά νυστάζω, γιατί μου φαίνεται, χωρίς να ξέρω γιατί, πως το νόημα όλων αυτών είναι ο ύπνος.

–… η κόπωση της σκέψης που χρησιμοποιεί έννοιες αφηρημένες. Δεν βαραίνει σαν την σωματική κούραση ούτε ταράζει σαν την κούραση από τις συγκινήσεις. Είναι το βάρος της συνείδησης του κόσμου, το να μην μπορεί να πάρει η ψυχή ανάσα.

-Και η ξαφνική αίσθηση ότι είμαι έγκλειστος σ΄ ένα κελί δίχως όρια. Προς τα που να βρω να φύγω αφού κελί είναι το παν;

-…επιθυμία, κάποια μέρα, μια μέρα χωρίς χρόνο και χωρίς ύλη, να ανοίξει μια πόρτα, να φύγουμε μακριά από το Θεό και ο βαθύτερός μας εαυτός να πάψει επιτέλους – δεν ξέρω πως- να αποτελεί τμήμα του είναι ή του μη είναι.

-Παρακμή είναι η πλήρης απώλεια της ασυνειδησίας γιατί η ασυνειδησία είναι το θεμέλιο της ζωής. Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε.

–Πεσιμιστής σημαίνει να αντιλαμβάνεσαι το κάθε πράγμα ως τραγικό, συμπεριφορά υπερβολική και άβολη.

-Και όλα αυτά -η τακτοποίηση, η ταξινόμηση, η οργάνωση- δεν είναι παρά προσπάθεια που γίνεται πραγματικότητα– και τελικά, όση απόγνωση κι αν προκαλεί, αυτό είναι η ζωή.

–Μακάριοι αυτοί που κατορθώνουν να μεταφράσουν τον προσωπικό τους πόνο σε πόνο συμπαντικό.

-Αλλά στο τέλος όλα μπαίνουν στο σπίτι από το παράθυρο της παρατήρησης και το παράθυρο της σκέψης.

–Ο μεγαλύτερος εγκληματίας, ο πιο κλεισμένος στον εαυτό του εγωιστής, από μια μαγεία φυσική, είναι ιερός όσο κοιμάται.

-Γι΄ αυτό νιώθω, όταν σκέφτομαι κυριευμένος από αυτή την αίσθηση, μια απέραντη ακαθόριστη τρυφερότητα για ολόκληρη την παιδική ανθρωπότητα, για την αποκοιμισμένη κοινωνική ζωή, για όλους και για όλα.

-Μερικοί είναι έξυπνοι, άλλοι χαζοί κι είναι όλοι το ίδιο χαζοί. Άλλοι είναι πιο γέροι, άλλοι πιο νέοι κι έχουν όλοι την ίδια ηλικία. Μερικοί άντρες κι άλλες γυναίκες, ανήκουν όλοι στο ίδιο φύλο, το οποίο και δεν υφίσταται.

–Τα παιδιά είναι μεγάλοι λογοτέχνες, γιατί μιλούν όπως νιώθουν και όχι όπως πρέπει να νιώθουν, όχι σαν αυτούς που νιώθουν σύμφωνα με τους άλλους.

–Ύπνος είναι η Νιρβάνα – όποια κι αν είναι οι ορισμοί των εννοιών αυτών, ύπνος είναι η αργή ανάλυση των αισθήσεων, είτε κοιμάται σαν μια ατομικιστική επιστήμη της ψυχής είτε κοιμάται σαν μια μελωδία της θέληση, αργό ανάγραμμα της μονοτονίας.

–Φοβάμαι πάντα μήπως μιλούν για μένα. Απέτυχα στα πάντα. Δεν τόλμησα ούτε να σκεφτώ την ύπαρξή μου, ή να σκεφτώ τί θα ήθελα να είμαι, αυτό ούτε καν το ονειρεύτηκα, γιατί μέχρι και στο όνειρο βρέθηκα ακατάλληλος για τη ζωή. Ακόμη και σαν οραματιστής ονειροπόλος.

–Και διαπιστώνω πως το είδος του συναισθήματος που συγκινεί την κοινή ψυχή με τον ίδιο τρόπο που είμαι εγώ συγκινημένος, είναι η νοσταλγία της χαμένης παιδικής ηλικίας.

–Το ψέμα είναι απλά η ιδανική γλώσσα της ψυχής: διότι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που μεταχειριζόμαστε τις λέξεις(δηλαδή ήχους αρθρωμένο κατα τρόπο άλογο) για να μεταφράσουμε στη γλώσσα της πραγματικότητας τις πιο εκλεπτυσμένες και εσωτερικές κινήσεις των συναισθημάτων και των λέξεών μας (και που οι λέξεις ασφαλώς ποτέ δεν θα μπορέσουν να αποδώσουν) έτσι ακριβώς χρησιμοποιούμε το ψέμα και το παραμύθι, για να καταλαβαινόμαστε μεταξύ μας, πράγμα που με την αλήθεια, καθαρή και αμεταβίβαστη, δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει.

– Ποιος μπορεί να κρύβεται στο βάθος της ψυχής της οποίας το πρόσωπο χαμογελά ή κοιτάζει – ο πολιτικός που θέλει να μας αγοράσει ή η πόρνη που θέλει να την αγοράσουμε.

-Και όπως συνήθως συμβαίνει, το κατώτερο από τα δυο μέρη είναι αυτό που παρενοχλεί το άλλο.

-Η πλήξη είναι η σημαντική αντίληψη του χάους και η συνείδηση πως χάος είναι όλα. Ο άνθρωπος που βαριέται, όπως και ο κακοδιάθετος και ο κουρασμένος νιώθει φυλακισμένος σ΄ ένα στενό κελί. Ο απελπισμένος από τη στενότητα της ζωής νιώθει κλεισμένος σ΄ ένα κελί κάπως πιο φαρδύ. Αυτός όμως που βρίσκεται στο έλεος της πλήξης είναι καταδικασμένος σε ένα κελί δίχως όρια.

-Γεγονός είναι πως το ψεύτικο όνομα μαζί με το αληθινό όνειρο δημιουργούν μια πραγματικότητα καινούργια. …Κατασκευάζουμε πραγματικότητες.

–Είναι εύκολο να απομακρύνεις τους ανθρώπους: αρκεί να μην τους πλησιάζεις.

-…να περνάει κανείς την αίσθηση από την καθαρή ευφυΐα, να την διυλίζει μέσα από μια ανάλυση ανώτερη, για να την πλάσει σε μορφή λογοτεχνική και να της δώσει τη δική της όψη και πνοή. Τότε την έχω κρατήσει για πάντα. Έχω κάνει πραγματικό το μη πραγματικό κι έχω στήσει στο άπιαστο ένα αιώνιο βάθρο. Τότε, στα άδυτα του εαυτού μου, έχω στεφθεί αυτοκράτορας.

–Ίσως βλέπω και ονειρεύομαι να είναι το ίδιο πράγμα, το γεγονός όμως ότι λέμε βλέπω, αντί για ονειρεύομαι, σημαίνει πως κάνουμε διάκριση ανάμεσα σε όνειρο κι όραση.

-Υπάρχουν γουρούνια του πεπρωμένου, όπως εγώ, που δεν απομακρύνονται από την ισοπέδωση της καθημερινότητας εξαιτίας της έλξης που τους ασκεί η ίδια τους η αδυναμία.

-Για όσους δεν είναι τίποτα, ζωή είναι, όπως και για τα ποτάμια, η ίδια η ροή. Αυτούς όμως που νιώθουν και που σκέφτονται, αυτούς που ξαγρυπνούν, η φρικτή υστερία των σιδηροδρόμων των αυτοκινήτων, των πλοίων, δεν τους αφήνει ήσυχους, να κοιμηθούν ή να ξυπνήσουν.

–Για να βρώ ξεκούραση μου λείπει η υγεία της ψυχής.

-Πιστεύω πως λέγοντας ένα πράγμα, διατηρείς όλες του τις αρετές ενώ ταυτόχρονα του αφαιρείς την τρομακτική του δύναμη. Η εξοχή, στα λόγια, είναι πιο πράσινη από την ίδια της την πρασινάδα. Αν τα λουλούδια περιγράφονταν με λέξεις οι οποίες τα ζωγράφιζαν στο χώρο της φαντασίας, θα είχαν χρώματα τόσο λαμπρά που η κυτταρική ζωή δεν γνωρίζει.

–Όταν κοιμηθούμε η εδώ ζωή γίνεται όνειρο, και όχι με κάποια έννοια μεταφορική ή ποιητική γίνεται όνειρο κυριολεκτικά.

–Η ηδονή, που εκ πρώτης όψεως μοιάζει με μια βουτιά μες τη ζωή, είναι, πριν απ΄ όλα μια βουτιά μέσα στον εαυτό μας, μια ρήξη τη σχέσης ανάμεσα σ΄ εμάς και τη ζωή μας, μια κινούμενη σκιά θανάτου.

-Μπορεί να επιστρέψει κανείς το ίδιο κουρασμένος από ένα όνειρο, όσο κι από μια εργασία ορατή. Ποτέ δεν ζει κανείς τόσο πολύ όσο όταν σκέφτεται πολύ.

-Για μένα, όταν βλέπω ένα νεκρό, ο θάνατος είναι μια αναχώρηση. Το πτώμα μας δίνει την εντύπωση ενός παλιού κουστουμιού που πετάχτηκε. Κάποιος έφυγε, χωρίς να χρειάζεται να πάρει μαζί του τη μοναδική του φορεσιά.

–Η ζωή είναι ο δισταγμός ανάμεσα στο θαυμαστικό και το ερωτηματικό. Σε περίπτωση αμφιβολίας υπάρχει η τελεία.

-Αναλογίζομαι καμιά φορά, με μια απόλαυση μελαγχολική, πως αν κάποια μέρα, σ΄ ένα μέλλον στο οποίο εγώ πλέον δεν θα ανήκω, αυτές οι γραμμές που γράφω γνωρίσουν επαίνους και εγκώμια, θα έχω επιτέλους αποκτήσει ανθρώπους που να με ¨καταλαβαίνουν¨, τους δικούς μου ανθρώπους, μια οικογένεια αληθινή για να γεννηθώ εκεί, θα έχω προ πολλού πεθάνει.

–Μια μέρα ίσως καταλάβουν πως εκπλήρωσα, όπως κανένας άλλος, το εγγενές μου καθήκον να ερμηνεύσω ένα κομμάτι του αιώνα μας, κι όταν το καταλάβουν, θα γράψουν πως στον καιρό μου κανείς δεν με κατάλαβε, πως έζησα δυστυχισμένος μέσα στην γενική αδιαφορία και κρυάδα, και πως είναι μεγάλο κρίμα που μου συνέβη αυτό.

Φερνάντο Πεσσόα, Το βιβλίο της ανησυχίας

Η ρηχή σκέψη, κάνει δυνατή την εξάπλωση του κακού

Για μένα υπάρχει μια σημαντικότατη διαφορά: "κοινοτοπία" είναι ό,τι συμβαίνει συνήθως, κοινώς, παρ' όλα αυτά κάτι μπορεί να είναι αβαθές, και δίχως ακόμη να είναι κοινό...

Εννοώ ότι, αν πάμε μέχρι τη ρίζα, το κακό δεν είναι ριζικό, δεν έχει βαθύτητα, και είναι ακριβώς για το λόγο αυτό που είναι τόσο τρομερά δύσκολο να συλλάβουμε με τη σκέψη, γιατί σκέφτομαι εξ ορισμού, σημαίνει φτάνω μέχρι τις ρίζες.

Το κακό είναι ένα φαινόμενο της επιφάνειας, και αντί να είναι ριζικό, είναι απλώς ακραίο.

Αντιστεκόμαστε στο κακό όχι παρασυρόμενοι από την επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά σταματώντας και ξεκινώντας να σκεφτόμαστε – δηλαδή προσεγγίζοντας μια διάσταση διαφορετική από εκείνη του ορίζοντα της καθημερινής ζωής.

Με άλλα λόγια, όσο πιο ρηχός είναι κάποιος τόσο πιο πιθανό είναι να ενδώσει στο κακό.

Σήμερα είμαι της άποψης πως το κακό δεν είναι ποτέ "ριζικό", αλλά αλλά μονάχα ακραίο, και ότι δεν έχει ούτε βαθύτητα ούτε κάποια δαιμονική διάσταση.

Το κακό δύναται να κατακυριεύει τα πάντα και να σαρώνει τον κόσμο ολόκληρο, ακριβώς γιατί διασπείρεται σαν μύκητας.

Το κακό "προκαλεί τη σκέψη", όπως είπα, γιατί η σκέψη προσπαθεί ν αγγίξει το βάθος, να φτάσει στις ρίζες του και από τη στιγμή που καταπιάνεται με το κακό, απογοητεύεται, το εγχείρημα αποβαίνει μάταιο, γιατί δεν βρίσκει τίποτε, γιατί δεν υπάρχει τίποτε να βρει. Εδώ έγκειται η "ρηχότητα" του.

Μόνο το καλό έχει βαθύτητα και μόνο το αγαθό μπορεί να είναι ριζικό.

Τι προκαλεί ο καταπιεσμένος θυμός στον ψυχισμό και τη συμπεριφορά

Πολλοί άνθρωποι βλέπουν τον θυμό ως κάτι κακό, κάτι που πρέπει να καταπιέσουν, να κρύψουν ή να αναιρέσουν γρήγορα. Σε αντίθεση με αυτή την κοινή εντύπωση, όμως, ο θυμός είναι ένα φυσικό συναίσθημα – ούτε καλό ούτε κακό, απλώς υπάρχει και εξυπηρετεί μια λειτουργία.

Δυστυχώς, εξαιτίας μιας πληθώρας λόγων, από την οικογενειακή εμπειρία της παιδικής ηλικίας μέχρι την κοινωνική διαμόρφωση, πολλοί άνθρωποι έχουν εκλάβει λανθασμένα τον θυμό ως κάτι «κακό» ή ακόμη και ανήθικο και έχουν ασυνείδητα καταπιέσει βαθιά αυτό το φυσικό συναίσθημα. Ωστόσο, αυτό που καταπιέζεται, δεν εξαφανίζεται αυτόματα.

Οι άνθρωποι που εσωτερικεύουν το θυμό τον κρατούν μέσα στο σώμα και τον ψυχισμό τους. Μπορεί να κατευθύνουν το θυμό προς τον εαυτό τους και να τον κατηγορούν τελικά στις περισσότερες καταστάσεις. Καθώς στρέφουν το θυμό τους προς τον εαυτό τους, μπορεί να υποφέρουν από κατάθλιψη, άγχος και σωματοποίηση (συναισθήματα που μετατρέπονται σε σωματικό πόνο ή σωματικές παθήσεις).

Συμπτώματα καταπιεσμένου θυμού

1. Κατάθλιψη

Νιώθετε θλίψη χωρίς φαινομενικά κανένα λόγο; Αισθάνεστε συχνά απελπισμένοι και άδειοι; Σας λείπουν η ενέργεια και τα κίνητρα, ακόμη και προς τους στόχους που έχετε θέσει; Βιώνετε ένα υποβόσκον κύμα θλίψης για μεγάλο χρονικό διάστημα;

Οι ψυχαναλυτές γνωρίζουν από καιρό ότι όταν ο θυμός στρέφεται προς τα μέσα, μετατρέπεται σε κατάθλιψη. Οι άνθρωποι που έχουν αυτή την τάση βρίσκουν τους εαυτούς τους να αισθάνονται θλίψη και ανορεξία για τα πάντα, ενώ στην πραγματικότητα είναι θυμωμένοι για κάτι συγκεκριμένο.

Οι άνθρωποι των οποίων ο καταπιεσμένος θυμός μετατρέπεται σε κατάθλιψη μπορεί να έχουν υιοθετήσει τον αμυντικό μηχανισμό που είναι γνωστός ως «ταύτιση με τον επιτιθέμενο». Όταν κακοποιήθηκαν ή εκφοβίστηκαν ως παιδιά, ένα μέρος του ψυχισμού τους πήρε τη φωνή του επιτιθέμενου και αυτό το μέρος αποκτά δική του ζωή, διαιωνίζοντας την κακοποίηση στο μυαλό του ατόμου. Μπορεί να κουβαλούν μέσα τους μια επικριτική «εσωτερική φωνή» που τους υποτιμά συνεχώς. Ο εσωτερικός τους κριτής τους επιτίθεται συνεχώς, όπως ακριβώς έκαναν κάποτε οι επικριτικοί γονείς ή άλλα άτομα στη ζωή τους.

Κάποιος που καταπιέζει το θυμό μπορεί να φοβάται ότι αν τον εκφράσει άμεσα, θα τον απορρίψουν ή θα τον εγκαταλείψουν. Όταν συμβαίνουν συγκρούσεις, ο φόβος ότι ο θυμός θα διαταράξει τις σχέσεις υπερισχύει όλων των άλλων συναισθημάτων. Όταν ο θυμός ανακατευθύνεται προς τα μέσα, μπορεί να φουντώσει και να μετατραπεί σε τοξική ντροπή και ενοχή. Είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, αυτή η ντροπή και η ενοχή ανοίγουν το δρόμο για την κατάθλιψη.

2. Υποταγή

Ορισμένοι άνθρωποι έχουν μάθει από την οικογένειά τους, το σχολείο ή τη θρησκεία τους ότι ο θυμός είναι κάτι κακό ή ακόμη και ανήθικο. Αρχίζουν να φοβούνται τη δύναμη της οργής τους. Όταν αναδύεται ο θυμός, νιώθουν μια έντονη εσωτερική σύγκρουση. Ταυτόχρονα, υπάρχει μια δύναμη που προσπαθεί να την καταπνίξει. Μπορεί αμέσως να στρέψουν την προσοχή τους στις ανάγκες των άλλων ανθρώπων ή «τι απαιτεί η περίσταση από αυτούς», αντί για τις δικές τους ανάγκες. Για να αποφύγουν τις συγκρούσεις, επιλέγουν να είναι ο ακροατής ή ο ειρηνοποιός και θα κάνουν τα πάντα για να διατηρήσουν την ειρήνη και την αρμονία.

Αυτή η τάση είναι ιδιαίτερα συχνή μεταξύ των συναισθηματικά ευαίσθητων και ιδιαίτερα ενσυναισθητικών ατόμων. Η κοινωνία τους λέει ότι είναι «πολύ δραματικοί», «πολύ εκδηλωτικοί», «νοιάζονται πολύ για μικρά πράγματα» κ.λπ. Για να ενταχθούν ή ακόμα και για να επιβιώσουν, έχουν μάθει να σιωπούν. Με συνειδητούς ή ασυνείδητους τρόπους, προσπαθούν να περιορίσουν τον ενθουσιασμό και την ενέργειά τους. Προτιμούν να κατευνάσουν τους άλλους για να διατηρήσουν την ειρήνη παρά να εκφράσουν δυσαρέσκεια και να διακινδυνεύσουν να υπάρξει σύγκρουση.

3. Παράνοια

Η παράνοια είναι μια λιγότερο γνωστή επίπτωση του καταπιεσμένου θυμού, αλλά μπορεί να εμφανιστεί. Όταν κάποιος έχει καταπιεσμένο θυμό, μπορεί μερικές φορές να τον προβάλλει προς τα έξω. Αντί να αναγνωρίσουν ότι κάτι τους έκανε να αισθάνονται εχθρικά, προβάλλουν αυτά τα συναισθήματα στους άλλους και αντιλαμβάνονται ότι οι άλλοι είναι εχθρικοί απέναντί τους. Βιώνουν τον κόσμο ως ένα παράξενο και επικίνδυνο μέρος και δυσκολεύονται να εμπιστευτούν οποιονδήποτε. Κάθε φορά που διεκδικούν τον εαυτό τους, έστω και ήπια, βιώνουν έναν παράλογο φόβο ότι οι άλλοι θα ανταποδώσουν και θα τους τιμωρήσουν.

4. Αυτο-διόρθωση

Αυτό το είδος θυμού είναι πιο ήσυχο, και ακόμη και αν εκφραστεί, διατυπώνεται ως «ενόχληση». Όταν ο καταπιεσμένος θυμός συνδυάζεται με τελειομανείς ή ιδεοψυχαναγκαστικές τάσεις, μπορεί να εκδηλωθεί με έναν «αυτο-διορθωτικό» τρόπο, κατά τον οποίο το άτομο γίνεται ιδιαίτερα επικριτικό απέναντι στον εαυτό του και τους άλλους με ακραία πρότυπα. Οι άνθρωποι που είναι άκρως τελειομανείς συσσωρεύουν δυσαρέσκεια για δύο λόγους: το συσσωρευμένο μίσος για τον εαυτό τους επειδή δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα δικά τους πρότυπα ή για την έλλειψη ηθικής των άλλων ανθρώπων. Όταν έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στο να κάνουν τα σωστά πράγματα, και μάλιστα με υψηλά πρότυπα, είναι κατανοητό ότι αισθάνονται αγανάκτηση όταν οι άλλοι δεν το κάνουν, αλλά παρόλα αυτά φαίνεται να «τη γλιτώνουν».

5. Παθητικο-επιθετικότητα

Ο παθητικο-επιθετικός θυμός περιλαμβάνει συχνά συμπεριφορές απόκρυψης. Ένα άτομο μπορεί να ξεχάσει κάτι, να παραμελήσει τις ευθύνες του, να αναβάλει ή να αποδώσει άσχημα σε μια εργασία. Μπορεί να επιδεικνύει στους συντρόφους του ψυχρότητα, να κάνει σαρκαστικά σχόλια, να ξεχνά τις υποσχέσεις του ή να αρνείται πεισματικά να συμμορφωθεί σε οποιοδήποτε αίτημα. Κάποιος με παθητικοεπιθετικό θυμό μπορεί επίσης να ενοχοποιήσει διακριτικά τους άλλους και να τους κάνει τους άλλους να αισθάνονται υπεύθυνοι.

Ο παθητικο-επιθετικός θυμός μπορεί να βλάψει τις σχέσεις με σιωπηλό και σταδιακό τρόπο. Εκείνοι που δέχονται τον παθητικο-επιθετικό θυμό αισθάνονται τιμωρημένοι και χωρίς να γνωρίζουν το γιατί. Ακόμη και με τις καλύτερες προθέσεις, δεν γνωρίζουν τι μπορούν να κάνουν για να βελτιώσουν τη σχέση με κάποιον που διατηρεί παθητικο-επιθετικό θυμό.

Ο θυμός είναι ένα σημαντικό συναίσθημα στον ανθρώπινο ψυχισμό και δεν πρέπει να εξορίζεται ή να αποκηρύσσεται. Μπορεί να είναι χρήσιμος αν μάθουμε να τον παρατηρούμε και να λαμβάνουμε το μήνυμα που προσπαθεί να μας μεταφέρει ο θυμός. Μέσω του διεκδικητικού θυμού, αξιοποιούμε το πολύ ανθρώπινο και φυσικό συναίσθημα για να αποκαταστήσουμε τα όριά μας και να παλέψουμε για τα εκ γενετής δικαιώματά μας. Ο θυμός απλά είναι και θα είναι, και το να μπορούμε να θυμώνουμε όταν κάποιος κάνει ξεπερνά τα όρια, είναι ένδειξη ψυχολογικής υγείας.

Ο Σκοπός σου Θα σε Βρει

Γινόμαστε αυτό που σκεφτόμαστε όλη την ημέρα. Ποιες σκέψεις έχετε που σας εμποδίζουν να αισθάνεστε σαν να έχετε σκοπό στη ζωή σας; Για παράδειγμα, εάν νομίζετε ότι είστε ξεχωριστά από τον σκοπό σας και ότι προχωράτε χωρίς κατεύθυνση στη ζωή σας, τότε αυτό ακριβώς θα προσελκύσετε.

Ας υποθέσουμε, αντ’ αυτού, πως γνωρίζετε ότι πρόκειται σύμπαν με σκοπό όπου οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι ενέργειές σας αποτελούν μέρος της ελεύθερης θέλησής σας και συνδέονται επίσης με τη δύναμη της πρόθεσης. Ας υποθέσουμε ότι οι σκέψεις σας ότι δεν έχετε σκοπό είναι πραγματικά μέρος του σκοπού σας. Ακριβώς όπως η σκέψη του να χάσετε κάποιον που αγαπάτε σας κάνει να τους αγαπάτε ακόμα περισσότερο, ή μια ασθένεια σας κάνει να θεωρείτε την υγεία σας ως θησαυρό, ας υποθέσουμε ότι χρειάζεται η σκέψη της έλλειψης σκοπού σας για να σας κάνει να συνειδητοποιήσετε την αξία σας.

Όταν είστε αρκετά αφυπνισμένοι για να μάθετε τον σκοπό σας και να ρωτήσετε πώς να συνδεθείτε με αυτόν, παρακινείστε από τη δύναμη της πρόθεσης. Η ίδια η πράξη της απορίας του γιατί είστε εδώ αποτελεί ένδειξη ότι οι σκέψεις σας σας ωθούν να επανασυνδεθείτε με το πεδίο της πρόθεσης. Ποια είναι η πηγή των σκέψεών σας σχετικά με τον σκοπό σας; Γιατί θέλετε να αισθάνεστε πως έχετε σκοπό; Γιατί η αίσθηση του σκοπού θεωρείται ως η υψηλότερη ιδιότητα ενός πλήρως λειτουργικού ατόμου;

Η πηγή της σκέψης είναι μια άπειρη δεξαμενή ενέργειας και νοημοσύνης. Κατά μία έννοια, όταν σκέφτεστε για τον σκοπό σας, είναι πραγματικά ο σκοπός σας που προσπαθεί να επανασυνδεθεί με εσάς. Το εσώτερο είναι σας γνωρίζει γιατί είστε εδώ, αλλά το εγώ σας σας προτρέπει να κυνηγάτε μόνο χρήματα, κύρος, δημοτικότητα, αποδοχή και υλικές απολαύσεις, και έτσι χάνετε την αίσθηση σκοπού στη ζωή σας. Μπορεί να αισθάνεστε κορεσμένοι και να αποκτήσετε περισσότερη φήμη, αλλά μέσα σας υπάρχει αυτό το αίσθημα που σας τρώει και μπορεί να χαρακτηριστεί από το παλιό τραγούδι της Peggy Lee “Is That All There Is?”.

Η εστίαση στις απαιτήσεις του εγώ σας κάνει να αισθάνεστε ανεκπλήρωτοι. Βαθιά μέσα σας, στο επίπεδο της ύπαρξής σας, βρίσκετε αυτό που σκοπεύετε να γίνετε, να καταφέρετε, και να είστε. Σε αυτόν τον εσωτερικό χώρο, είστε συνδεδεμένοι με τη δύναμη της πρόθεσης. Θα σας βρει.

Κάντε μια συνειδητή προσπάθεια να επικοινωνήσετε μαζί της και να ακούσετε. Εξασκηθείτε στο να είστε αυτό που είστε στην πηγή της ψυχής σας. Πηγαίνετε στο επίπεδο της ψυχής σας, όπου η πρόθεση και ο σκοπός ταιριάζουν μαζί τόσο τέλεια ώστε να επιτύχετε την επιφοίτηση ότι απλά γνωρίζετε πως είναι πράγματι αυτό.

ECKHART TOLLE: Ένιωθα πιασμένος στο δόκανο ενός έντονου φόβου

“Δεν μπορώ πια να ζω με τον εαυτό μου”. Αυτή ήταν η σκέψη που επαναλαμβανόταν αδιάκοπα μέσα στο νου μου. Και τότε, ξαφνικά, συνειδητοποίησα πόσο αλλόκοτη ήταν εκείνη η σκέψη. “Είμαι ένας ή δύο;” αναρωτήθηκα. “Αν δεν μπορώ να ζω με τον εαυτό μου, τότε θα πρέπει να είμαστε δύο: «εyώ» και ο «εαυτός» με τον οποίο «δεν μπορώ να ζω». Ίσως, μόνο ο ένας από τους δυο μας να είναι αληθινός”.

Ήμουν τόσο αποσβολωμένος από αυτή την παράξενη συνειδητοποίηση, ώστε ο νους μου σταμάτησε. Είχα πλήρη συνείδηση, αλλά δεν υπήρχαν πια σκέψεις. Τότε ένιωσα να με τραβάει κάτι που έμοιαζε με ενεργειακή δίνη. Ήταν μια αρχή κίνηση στην αρχή και ύστερα επιταχύνθηκε. Ένιωθα πιασμένος στο δόκανο ενός έντονου φόβου και το κορμί μου άρχισε να τρέμει. Άκουσα τις λέξεις “μην αντιστέκεσαι”, σαν να είχαν ειπωθεί μέσα στο στήθος μου. Αισθανόμουν σαν να με ρουφούσε ένα κενό και είχα την αίσθηση ότι αυτό το κενό ήταν μέσα μου, όχι έξω από μένα. Ξαφνικά, δεν ένιωθα πια φόβο κι αφέθηκα να πέσω μέσα σ’ εκείνο το κενό. Δε θυμάμαι τι συνέβη ύστερα απ’ αυτό.

Ξύπνησα από το τιτίβισμα ενός πουλιού έξω από το παράθυρο. Δεν είχα ποτέ ξανακούσει τέτοιον ήχο. Τα μάτια μου ήταν ακόμα κλειστά και έβλεπα την εικόνα ενός πολύτιμου διαμαντιού. Ναι, αν ένα διαμάντι μπορούσε να βγάλει ήχο, έτσι θα ήταν. Άνοιξα τα μάτια μου. Το πρώτο φως της αυγής τρύπωνε μέσα από τις κουρτίνες. Χωρίς καμιά σκέψη, ένιωσα, ήξερα, ότι υπάρχουν πολύ περισσότερα πράγματα στο φως απ’ όσα αντιλαμβανόμαστε. Αυτό το απαλό φεγγοβόλημα που φιλτραριζόταν μέσα από τις κουρτίνες ήταν η ίδια η αγάπη.

Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Σηκώθηκα κι άρχισα να περπατάω πάνω—κάτω. Αναγνώριζα το δωμάτιο, κι όμως ήξερα ότι ποτέ πριν δεν το είχα δει πραγματικά. Όλα ήταν φρέσκα και αγνά, σαν να είχαν μόλις γεννηθεί. Έπιανα τα αντικείμενα στα χέρια μου, ένα μολύβι, ένα άδειο μπουκάλι, θαυμάζοντας την ομορφιά και τη ζωντάνια τους. Εκείνη τη μέρα τριγύρισα στην πόλη, κυριολεκτικά θαμπωμένος από το θαύμα της ζωής πάνω στη Γη, σαν να είχα μόλις γεννηθεί σε τούτο τον κόσμο.

ECKHART TOLLE, Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΤΩΡΑ

Ως αρετή εννοούσε ο Σωκράτης την επιλογή του αγαθού, το «ευ πράττειν»

Η αποφασιστική στιγμή που σημάδεψε τη στροφή του ενδιαφέροντος και της προσοχής από τον εξωτερικό στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου συνδέεται με την ιστορική παρουσία και τη διδασκαλία του Σωκράτη τον 5ο αιώνα π.Χ. Πράγματι, ο Σωκράτης που θανατώθηκε από τους συμπολίτες του το 399 π.Χ., ήτοι, πριν από 2.400 χρόνια, δίκαια θεωρείται ως ο θεμελιωτής της ηθικής φιλοσοφίας επειδή έστρεψε το φως της σκέψης και του προβληματισμού του από τη φύση στην ψυχή και την ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου. Αυτή η «ανθρωποκεντρική» στροφή έκαμε έκτοτε την πορεία του φιλοσοφικού στοχασμού και ο Σωκράτης κατέκτησε μία αν όχι την κορυφαία θέση στο Πάνθεον των φιλοσόφων της ανθρωπότητας.

Το «παράδοξο» είναι ότι τούτο το πέτυχε δίχως ποτέ ο ίδιος να γράψει τίποτα ή να οργανώσει κάποια σχολή ή κάποιο φιλοσοφικό σύστημα. Απλά με τη δύναμη του κριτικού στοχασμού και με την καθαρότητα του προσωπικού του παραδείγματος ζωής (μιας ζωής που την οικοδόμησε σαν έργο τέχνης) άφησε τέτοια εντύπωση στους συγκαιρινούς και τους φίλους του ώστε αυτό αρκούσε για να γράψουν κατόπιν εκείνοι (ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης) όσα έγραψαν για την ύπαρξη και τη σκέψη του ως παρακαταθήκη στην ιστορία του πνεύματος.

Η γνώση της αρετής

Εξαρχής, το «γνώθι σαυτόν» της δελφικής προσταγής ο Σωκράτης το ερμήνευσε ως το έναυσμα για μια πορεία αναζήτησης που ένας σκεπτόμενος άνθρωπος θα μπορούσε να ακολουθήσει προκειμένου να επιτύχει την αρετή. Ως αρετή εννοούσε ο Σωκράτης την επιλογή του αγαθού, το «ευ πράττειν», ύστερα από κριτική ανάλυση και στοχασμό. Συνέδεσε έτσι με τρόπο μοναδικό και αξεδιάλυτο την αρετή με τη γνώση, τη γνώση εκείνου που είναι πραγματικά και όχι φαινομενικά καλό και χρήσιμο στον άνθρωπο.

Η λογική θεμελίωση της ηθικής συνίστατο επομένως στη στοχαστική διερεύνηση και αναζήτηση της αρετής. Υπ’ αυτήν την έννοια, η «αρετή είναι γνώση» και έως ότου αποκτήσει ο άνθρωπος τη γνώση δεν μπορεί να είναι ενάρετος. Όπως μαρτυρά ο Αριστοτέλης (Ηθικά Νικομάχεια, 1144 b, 28-29), ο Σωκράτης θεωρούσε ότι οι αρετές ήταν μορφές λόγου («λόγους τας αρετάς ώετο είναι/επιστήμας γαρ είναι πάσας») διότι ήταν αδιάλυτα συνδεδεμένες με τη γνώση. Με συνέπεια ούτε η επίτευξη του αγαθού να είναι δυνατή άνευ φρονήσεως, «ουδέ φρόνιμον άνευ της ηθικής».

Έδειξε, επιπλέον, ότι μόνο με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με τον ασίγαστο στοχασμό περί της αρετής, μπορεί να κερδίσει κανείς την αληθινή και διαρκή ευδαιμονία. H μαρτυρία του προσωπικού του παραδείγματος ήταν αδιάψευστη: πέθανε δίχως θλίψη, φόβο ή ταραχή, αλλά με εσωτερική γαλήνη και ηρεμία – ίσως και με ευδαιμονία, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν εκείνος που θέλησε ή επέλεξε τον θάνατό του.

Ο Σωκράτης συνέβαλε επίσης όσο κανείς έως τότε στον «εκδημοκρατισμό» της ηθικής θεωρίας, εφόσον κατέστησε την πρόσβαση σε αυτήν ανοικτή και διαθέσιμη στον καθένα που ήταν πρόθυμος να τη γνωρίσει. Τούτο το έπραττε με την προσφιλή του όσο και ιδιαίτερα αποτελεσματική μέθοδο της διαλογικής ανάλυσης (όπως φανερώνουν οι πλατωνικοί διάλογοι) μέσω της οποίας μπορούσε να εξετάζει και να ελέγχει τις απόψεις και τις ιδέες των συμπολιτών του με διαρκείς ερωταποκρίσεις αποκαλύπτοντας έτσι όχι μόνο την άγνοιά τους αλλά και την αληθινή φύση της αρετής. Ηταν προφανώς πεπεισμένος ότι μόνο αυτό το είδος της διαλογικής αυτοεξέτασης και του αναστοχασμού κάνει τους ανθρώπους καλύτερους από ηθικής σκοπιάς. Και τούτο διότι υποβάλλεται έτσι κανείς σε διαρκή κριτικό έλεγχο σχετικά με το τι να κάνει ή να αποφύγει επί τη βάσει ηθικών κριτηρίων.

Τόσο ο Πλάτων όσο και ο Αριστοτέλης, εξάλλου, θεωρούσαν την ηθική ως μέρος της πολιτικής, της οποίας η πρωτεύουσα λειτουργία ήταν να διαμορφώνει το πλαίσιο και τις συνθήκες ώστε τα μέλη της πολιτείας να μπορούσαν να κατακτήσουν την αληθινή ευδαιμονία. Ετσι, η επίτευξη της γνώσης και της αληθινής ευδαιμονίας καθίσταται η ουσία της επιστήμης του αγαθού, δηλαδή της ηθικής.

Η πράξη της αρετής

Κατά τους αρχαίους Έλληνες η ηθική δεν περιοριζόταν στη θεωρητική μόνο ενασχόληση με το ζήτημα της αρετής αλλά κατ’ εξοχήν ενδιαφερόταν για την άσκησή της στην πράξη: όχι μόνο να στοχάζεται και να διερευνά κανείς το αγαθό, αλλά κυρίως να το πράττει στη ζωή του.

Συναφώς, η έννοια της «επιστήμης» περιλάμβανε όχι μόνο την αφηρημένη γνώση ενός τομέα της σκέψης και της εμπειρίας, αλλά και την έντεχνη και επιδέξια εφαρμογή του στην πράξη. Δεν εκπλήσσει, επομένως, ότι μια ισχυρή κανονιστική διάσταση χαρακτήριζε την όλη επιστημονική δραστηριότητα, υπό την έννοια ότι συγκεκριμένες αξίες και κανονιστικά κριτήρια κατευθύνουν τη δράση των ανθρώπων και εκφράζονται σε ανάλογες έμπρακτες συμπεριφορές.

«Η αρετή από μόνη της δεν εξαρκεί», δίδασκε ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του (1. 325 b, 12-13), «πρέπει επίσης να υπάρχει η δύναμη να μετατραπεί σε πράξη». Πράγμα που σημαίνει ότι εφόσον έχει ληφθεί μια απόφαση με ηθικά κριτήρια πρέπει κατόπιν να εφαρμοσθεί με συνέπεια.

Βέβαια, ο μετασχηματισμός της αξίας σε πράξη και η σύμπτωση των απώτερων σκοπών και επιδιώξεων με τα συγκεκριμένα ενεργήματα συνιστά μείζον πρόβλημα που θέτει σε δοκιμασία την ηθική αντοχή και την ακεραιότητα του δρώντος υποκειμένου. «Φυσικά, η πράξη σε πολύ μικρότερο βαθμό προσεγγίζει την αλήθεια από ό,τι η σκέψη», επεσήμαινε ο Πλάτων στην Πολιτεία του (473 a, 1-2).

Εν τούτοις ο Σωκράτης έδειξε ο ίδιος με το παράδειγμά του τη δύναμη και την ετοιμότητα του ανθρώπου με ήθος να ζήσει σύμφωνα με τα κριτήρια και τις αξίες του. «Σφάλλεις αν νομίζεις πως κάποιος που έχει την παραμικρή αξία», υποστήριζε στην Απολογία του (28b, 5-9), «θα υπολόγιζε τον κίνδυνο της ζωής ή του θανάτου ή οτιδήποτε άλλο αντί να εξετάζει τούτο μόνο: Εάν η πράξη του είναι δίκαιη ή άδικη, και εάν αρμόζει στα έργα ενός καλού ή κακού ανθρώπου».

Ανεξέταστος βίος είναι αβίωτος

Από ηθικής σκοπιάς, λοιπόν, η σύμπτωση θεωρίας και πράξης είναι αναγκαία, εφόσον η ηθική οντολογία δεν αφορά μόνο τις προθέσεις αλλά εξίσου την πραγμάτωση και την εκπλήρωσή τους. Θεωρία και πράξη συναπαρτίζουν ισότιμα μέρη της ζωής και της συγκρότησης του υποκειμένου, και δεν υπάρχει λόγος να υποθέτει κανείς ότι το ένα προηγείται και υπερέχει του άλλου.

Μπορούμε, επομένως, να συμπεράνουμε ότι για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και βέβαια για τον Σωκράτη η ηθική συνίστατο στη γνώση και την επιλογή των καλών πραγμάτων στη ζωή. Επιπλέον, ο λόγος περί των αξιών που όφειλαν να εμπνέουν και να κατευθύνουν τη ζωή αποτελούσε μια αξία καθ’ εαυτήν, που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ευδαιμονία εάν επιδιώκετο με συνεπή και συστηματικό τρόπο.

Κατά τον Αριστοτέλη, μάλιστα, το ήθος δεν ήταν παρά «η συνήθεια του αγαθού» («η δ’ ηθική εξ έθους περιγίνεται», Ηθικά Νικομάχεια, 1103 a, 17) και η ηθική στάση απορρέει από την ελεύθερη επιλογή του αγαθού που γίνεται κατόπιν συνήθης πρακτική («η ηθική αρετή έξις προαιρετική», Ηθικ. Νικ., 1139 a, 22-23). Μια απώτερη συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι ότι η ηθική επιλογή δεν αποτελεί τόσο ζήτημα επιβράβευσης ή τιμωρίας, αλλά ελεύθερη προτίμηση του αγαθού δίχως να υπεισέρχεται το δέλεαρ της ανταμοιβής ή το φόβητρο της ποινής.

Δεν ξενίζει, επομένως, ότι το πρωτεύον κριτήριο και η επιδίωξη της καλής διακυβέρνησης ήταν κατά τον Αριστοτέλη ο εθισμός των πολιτικών στην άσκηση της αρετής. Τούτο επιβεβαιώνεται, έγραψε στα Ηθικά Νικομάχεια (1103 b, 4-7), από αυτό που συμβαίνει στις πολιτείες? γιατί οι νομοθέτες κάνουν τους πολίτες αγαθούς με τον σχηματισμό ανάλογων συνηθειών σε αυτούς («τους πολίτες εθίζοντες ποιούσιν αγαθούς»).

Για να προσθέσει ότι «τούτη είναι η επιθυμία κάθε νομοθέτη, και αυτοί που δεν το καταφέρνουν χάνουν τον στόχο, και σε τούτο διαφέρει μια καλή από μια κακή πολιτεία».

Εφόσον ηθική συνιστά μια πρωτεύουσα λειτουργία της πολιτικής προκύπτει ότι η κύρια αποστολή των πολιτικών είναι να μεριμνούν για την ηθική καλλιέργεια και τελείωση των πολιτών.

Προκειμένου όμως να το επιτύχουν αυτό χρειάζονται και οι ίδιοι γνώση, τη γνώση της αρετής, πράγμα που αποκτάται με τη διαρκή διερεύνηση και τον αυστηρό και ασίγαστο έλεγχο των πραγμάτων και των καταστάσεων.

Στο τέλος τέλος, η ηθική συνοχή δεν αποκτάται παρά μόνο μέσα από τη διαρκή αναζήτησή της. Και τούτο είναι το μέγα προνόμιο των ανθρώπινων όντων, διαφορετικά η ζωή δεν έχει αξία. Βίος ανεξέταστος δεν είναι αποδεκτός από τον άνθρωπο («ο δε ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπω»), κατέληξε ο Σωκράτης στην εκπληκτική Απολογία του (28, 12). Κοντολογίς, η ηθική στάση ως αποτέλεσμα μιας ξεχωριστής για τον καθένα πορείας και αναζήτησης είναι αυτό που κάνει τη ζωή, την «τέχνη της ζωής», μια τόσο δημιουργική και ενδιαφέρουσα υπόθεση.

Όταν βαρεθείτε μια γυναίκα, λοιπόν...

Ας διηγηθούμε την απλή και τετριμμένη ιστορία όλων των κοσμικών ερώτων. Η ψυχολογία τους είναι πάντα η ίδια. Η γυναικεία καρδιά διαφέρει πέρα για πέρα από την ανδρική. Εμείς, οι αληθινοί εραστές του ωραίου, λατρεύουμε τη γυναίκα · κι όποτε επιλέγουμε προσωρινά μία γυναίκα, αποτίνουμε φόρο τιμής στο φύλο τους εν γένει. Υπάρχει κανένας πότης, είτε μπεκρής, είτε γνώστης, που να πίνει αιωνίως από την ίδια σοδειά; Αγαπάει γενικά το κρασί, όχι ένα οποιοδήποτε κρασί· το Μπορντώ γιατί είναι Μπορντώ, το Βουργουνδίας γιατί είναι Βουργουνδίας. Εμείς εξιδανικεύουμε τις μελαχρινές, γιατί είναι μελαχρινές και τις ξανθιές, γιατί είναι ξανθιές · μία για το διαπεραστικό της βλέμμα, που φθάνει κατευθείαν στην καρδιά, άλλη για τη φωνή της που κάνει τα νεύρα μας να πάλλονται · άλλη για τα κόκκινα χείλη της, άλλη για τη λυγερή μέση της · και καθώς δεν μπορούμε να κόψουμε όλα αυτά τα λουλούδια μαζί, η φύση έχει βάλει μέσα μας την παρόρμηση της στιγμής, το τρελό καπρίτσιο που μας κάνει να τις επιθυμούμε πότε τη μία και πότε την άλλη, αυξάνοντας έτσι την αξία της καθεμιάς τους τη στιγμή της παραζάλης.

Όμως, η παραζάλη στον άντρα δεν διαρκεί πολύ · είναι η περίοδος της αναμονής. Η ικανοποίηση της επιθυμίας μετατρέπει τον έρωτα σε καλοσυνάτη αναγνώριση. Εμπρός, ιδεαλιστές, αγανακτήστε!

Κάποιοι καλύπτουν αυτήν τη διαδρομή από το ένα πάθος στο άλλο σε μία εβδομάδα, άλλοι σ’ ένα μήνα, άλλοι σ’ έξι μήνες, άλλοι σ’ ένα χρόνο. Είναι απλώς θέμα χρόνου, ραθυμίας της καρδιάς και συνήθειας.

Αλλά η γυναίκα… Αχ! Η γυναίκα ακολουθεί εκ διαμέτρου αντίθετη πορεία. Και εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος.

Όταν ο ερωτευμένος πολιορκεί, όταν οι επιθυμίες του έχουν ξυπνήσει και τον κάνουν να πιστεύει πως αγαπάει με πάθος, είναι ετοιμόλογος, πιεστικός, πειστικός. Τάζει τον ουρανό με τ’ άστρα, υφίσταται τις πιο υπεράνθρωπες θυσίες. Η γυναίκα, από την πλευρά της, είναι ανήσυχη ταραγμένη, χαρούμενη που κάποιος ασχολείται μαζί της, αλλά ούτε κατά διάνοια ερωτευμένη. Σκέφτεται: «Καημένο παιδί, τελικά μ’ αγαπάει τρελά» · και συγκινείται από αυτή την αγάπη από καλοσύνη και ικανοποιημένη ματαιοδοξία. Όμως έχει τους φόβους της, δεν θέλει να πολυμπλέξει και κάνει λόγο για ένα καπρίτσιο πρόσκαιρο. Είναι τόσο γοητευτικό ένα καπρίτσιο! Αφήνει στην καρδιά μια ανάμνηση γλυκιά και καθόλου πικρή. Είναι μία σελίδα στο βιβλίο της ζωής.

Όσο για εκείνον, καπρίτσιο ξεκαπρίτσιο, δεν πτοείται, αρκεί να φτάσει στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Και όντως, το αποτέλεσμα τον δικαιώνει. Οπότε θριαμβεύει. Ο πολιορκητής κυριεύει την πόλη. Μα όταν πια γίνει αφέντης και κυρίαρχος, σιγά – σιγά αντιλαμβάνεται ότι αυτή η κατάκτηση, που από μακριά του φαινόταν απαράμιλλη, τελικά δεν αξίζει ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από τις προηγούμενες. Όμως, η κατακτημένη αρχίζει να ερωτεύεται τον κατακτητή της – αδύναμα στην αρχή, είναι αλήθεια: όσο μπορεί να αγαπήσει ένας τοκογλύφος τον μπον βιβέρ στον οποίο μόλις έχει δανείσει πεντακόσια λουδοβίκια. Δίνει μετρητά μπροστά και θέλει να τα πάρει πίσω με τόκο.

«Πώς», θα μου πείτε. «Μα έχει ρισκάρει τη φήμη της, την ηρεμία της, την τάξη στη ζωή της». Και επιπλέον, κάθε γυναίκα παίρνει πάντα στα σοβαρά την περίφημη λέξη του κυρίου Δουμά: «κεφάλαιο».

Ω! Βεβαίως, τροποποιώντας κάπως το νόημα της, αφού θεωρεί ανεξάντλητο αυτό το κεφάλαιο που ο κύριος Δουμάς κρίνει πως χάνεται τόσο γρήγορα.

Κι έτσι ξεκινάει η αλυσίδα.

Εκείνος μέρα με τη μέρα κοιτάζει όλο και περισσότερο τις άλλες γυναίκες · μέρα με τη μέρα νιώθει να ανατέλλουν στην καρδιά του υποψίες για νέες επιθυμίες, να τον γαργαλούν πάθη που τώρα γεννιούνται. Μέρα με τη μέρα καταλαβαίνει όλο και καλύτερα πως η ψυχή δεν ικανοποιείται ποτέ, πως η ομορφιά έχει αναρίθμητες εκφάνσεις, πως η γοητεία της ζωής βρίσκεται στην αλλαγή και την ποικιλία.

Εκείνη, όμως, μέρα με τη μέρα δένεται και πιο πολύ, σαν φυτό που βλασταίνει σε καινούριο χώμα. Τα φιλιά της είναι ρίζες που βυθίζονται στο χώμα όλο και περισσότερο. Αγαπάει! Δίνεται ολόκληρη, κλειδώνεται, κλείνεται στα τείχη του νέου της έρωτα. Η ύπαρξη της δεν έχει πια άλλον ορίζοντα, ούτε η σκέψη της άλλη επιθυμία, ούτε ολόκληρο το είναι της άλλη ανάγκη από το ν’ αγαπιέται!

Κι αρχίζει το κάτεργο, η αθέλητη σκλαβιά. Μια λιτανεία από τρυφερά, γελοία και παιδιάστικα γλυκόλογα: «Ποντικάκι μου, γατούλη μου, λυκάκι μου, λατρεμένε μου». Ο διωγμός μέσω της στοργής. Από εκείνη που μιλούσε για καπρίτσιο! Κι όμως…

Εκείνος θέλει να διακόψει, και δειλά δειλά το προσπαθεί. Για δοκιμάστε όμως να χωρίσετε μία γυναίκα που σας λατρεύει, που σας βασανίζει με την προσοχή της, που σας ταλαιπωρεί με τις φροντίδες της, μια γυναίκα που μόνη της έγνοια είναι να σας αρέσει. Να χωρίσετε! Μια κουβέντα είναι! Η αλυσίδα είναι γερή · δεν τη σπας έτσι εύκολα, τη σέρνεις. Καθώς η αγάπη της μιας πλευράς όλο και θεριεύει και της άλλης μειώνεται αδιάκοπα, στο τέλος κάνουν σαν δύο μουσικοί που παίζουν μεν μαζί, αλλά ο ένας παίζει όλο και πιο γρήγορα και ο άλλος όλο και πιο αργά.

Μια παροιμία λέει: «Η γυναίκα είναι σαν τη σκιά σου. Όταν την ακολουθείς φεύγει, κι όταν φεύγεις σ’ ακολουθεί». Η αλήθεια αυτής της παροιμίας είναι αιώνια. Εκείνη, με το ένστικτο της ερωτευμένης, μαντεύει ότι την εγκαταλείπεις, και με λύσσα ολοένα γαντζώνεται πάνω σου. Κάθε μέρα επαναλαμβάνονται οι ενοχλητικές και άκαιρες ερωτήσεις, στις οποίες είναι αδύνατο να απαντήσει κανείς:

-Μ’ αγαπάς ακόμα, έτσι δεν είναι;

-Μα και βέβαια.

-Πες το μου, θέλω να τ’ ακούσω!

-Μ’ αφού σου το λέω!

-Πες, αλήθεια λες πως μ’ αγαπάς ακόμα λιγάκι, κακέ;

-Ναι.

-Μου υπόσχεσαι πως δεν μ’ απατάς;

-Όχι.

-Τι όχι;

-Δε σ’ απατώ.

-Ορκίζεσαι;

Ε, διάβολε, ναι, ορκίζεται. Τι θέλετε να κάνει; Ακόμα και οι πιο έξυπνες γυναίκες, όταν φτάνουν ψυχολογικά σ’ αυτό το σημείο, επαναλαμβάνουν κατά γράμμα αυτή την αλληλουχία των τόσο ανώφελων, όσο και αδέξιων ερωτήσεων. Ο γόρδιος δεσμός παραμένει εκεί, άλυτος. Και εμφανίζονται δύο λύσεις, πάντα οι ίδιες.

Η μία είναι να φτάσουν από σκηνή σε σκηνή, στην τελική μάχη, την αληθινή μάχη· στα απεχθέστατα χαστούκια, στα χτυπήματα που δεν περιποιούν τιμή σε κανέναν άντρα, αφού όποιος σηκώνει χέρι σε γυναίκα, αδιακρίτως αφορμής και περίστασης, δεν είναι παρά ένας άνανδρος, ένας τιποτένιος, ένα κτήνος.

Η δεύτερη είναι εκείνος να εξαφανιστεί, να χαθεί από προσώπου γης, να γίνει καπνός. Όμως τότε, εκείνη τον αναζητά, λυσσασμένη, οργισμένη, κι όταν τον τσακώνει να λατρεύει μιαν άλλη με όλον τον φανατισμό του καινούριου πάθους, του στήνει ενέδρα στη γωνία του δρόμου, κραδαίνοντας το φιαλίδιο με το βιτριόλι… (Η μάστιγα της εποχής που περιγράφει ο Μωπασάν είναι οι επιθέσεις με βιτριόλι).

Ιδού γιατί, αντί να γράφετε δοκίμια περί ηθικής που δεν χρησιμεύουν σε κανέναν, ή να μεταφράζετε Οράτιο σε γαλλικούς στίχους, θα ήταν απείρως πιο πρακτικό να μας προσφέρετε ένα εγχειρίδιο για την τέχνη του χωρισμού. Αν είναι αλήθεια (και κατά τη γνώμη μου είναι) πως η λαιμαργία και ο έρωτας είναι οι δύο πιο απολαυστικές μορφές ψυχαγωγίας που μας χάρισε η φύση, δε βλέπω τον λόγο για να μη μας προσφέρει κάποιος οξυδερκής φιλόσοφος την πραγματεία που ζητάω, με τον ίδιο τρόπο που μας έχουν παρουσιαστεί συλλογές εκλεπτυσμένων γευμάτων και παντός είδους συνταγές για την ικανοποίηση του ουρανίσκου μας.

Κάνω έκκληση σε όλους όσοι θεωρούν τον έρωτα την πιο γλυκιά ασχολία της ζωής τους. Δεν είναι ο χωρισμός το πιο τρομερό πρόβλημα που έχει αντιμετωπίσει ποτέ το μυαλό τους και πάντα το πιο δυσεπίλυτο για έναν εραστή; Μέχρι στιγμής, βλέπω μόνο μία λύση, την οποία και παραθέτω δειλά δειλά, αφού ίσως να μην είναι εφικτή για όλους. Όταν βαρεθείτε μια γυναίκα, λοιπόν… λοιπόν, κρατήστε τη. «Να την κρατήσω», θα μου πείτε, «αλλά η επόμενη;». Κρατήστε τες όλες, κύριέ μου.

Guy de Maupassant, Η τέχνη του χωρισμού

Ο Πλούταρχος μας καθοδηγεί, ο Σενέκας μας σπρώχνει

Όσο για τα άλλα μου διαβάσματα (όπου κάπως περισσότερο όφελος αναμιγνύεται με την ευχαρίστηση και με τα οποία μαθαίνω να ρυθμίζω τις διαθέσεις και το χαρακτήρα μου), οι συγγραφείς που βρίσκω πιο χρήσιμους [υπό αυτή την έννοια] είναι ο Πλούταρχος και ο Σενέκας.

Έχουν και οι δύο αυτό το αξιοσημείωτο για τις διαθέσεις μου πλεονέκτημα, ότι δηλαδή τη γνώση που ζητώ στα βιβλία τους, την πραγματεύονται σε κομμάτια ασύνδετα (που δεν προϋποθέτουν την υποχρέωση εκ μέρους μου να υποβληθώ σε μακρόχρονο μόχθο, πράγμα για το οποίο είμαι ανίκανος), όπως είναι τα Ηθικά του Πλούταρχου και οι Επιστολές του Σενέκα, το ωραιότερο μέρος των κειμένων του είναι το πλέον επωφελές. Δεν χρειάζεται μεγάλη διαδικασία για να καταπιαστώ με αυτά τα έργα και τα παρατάω όποτε μου αρέσει, γιατί το ένα τους κομμάτι δεν οδηγεί υποχρεωτικά στο άλλο.

Αυτοί οι δύο συγγραφείς συμφωνούν στις περισσότερες γνώμες που είναι χρήσιμες και αληθινές· και οι δύο είχαν την κοινή τύχη να γεννηθούν την ίδια περίπου εποχή, υπήρξαν και οι δύο δάσκαλοι δύο Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ήρθαν και οι δύο στη Ρώμη από ξένες χώρες, υπήρξαν και οι δύο πλούσιοι και ισχυροί. Η διδασκαλία τους είναι η αφρόκρεμα της Φιλοσοφίας και παρουσιάζεται με τρόπο απλό και καταληπτό.

Ο Πλούταρχος είναι περισσότερο ενιαίος και πιο σταθερός· ο Σενέκας, πιο κυματώδης και ποικιλόμορφος. Μοχθεί, τσιτώνεται και τεντώνεται για να οπλίσει την αρετή κατά της αδυναμίας, του φόβου, των φαύλων ορέξεων.

Ο Πλούταρχος μοιάζει να μη δίνει τόση σημασία στην ισχύ αυτών των ελαττωμάτων και δεν καταδέχεται να συγκατατεθεί να ταχύνει το βήμα του και να φυλαχτεί. Ο Πλούταρχος έχει γνώμες πλατωνικές, ήπιες και ευπροσάρμοστες σε κοινωνία πολιτών· οι γνώμες του Σενέκα είναι στωικές και επικούρειες, πιο απομακρυσμένες από την κοινή πρακτική, αλλά, κατά την άποψή μου, πιο ταιριαστές σε άτομα και πιο άκαμπτες. Ο Σενέκας δίνει την εντύπωση ότι ενδίδει κάπως στην τυραννία των αυτοκρατόρων της εποχής του, γιατί θεωρώ βέβαιο πως με βεβιασμένη κρίση καταδικάζει την υπόθεση εκείνων των υψηλόφρονων δολοφόνων του Καίσαρα· ο Πλούταρχος είναι ένας ελεύθερος άνθρωπος από την μιαν άκρη ως την άλλη. Ο Σενέκας είναι γεμάτος νεύρο και ξεσπάσματα· ο Πλούταρχος γεμάτος καθέκαστα. Ο Σενέκας σάς εξάπτει και σας ξεσηκώνει· ο Πλούταρχος σας ικανοποιεί περισσότερο και σας ανταμείβει καλύτερα.

Ο Πλούταρχος μας καθοδηγεί, ο Σενέκας μας σπρώχνει.

Άγιος Αντώνιος ο Μέγας: Ο πρώτος ασκητής – Ο θεμελιωτής του «υγιούς» μοναχισμού που εξύψωσε την απλυσιά και την αγραμματοσύνη

Το προσκύνημα σε πρόσωπα που ζούσαν ακόμη συνέβαινε κατά μίμηση παγανιστικών εθίμων. Παντού στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία προσείλκυαν το πλήθος άνθρωποι κατειλημμένοι από τον «θεό», κήρυκες και θαυματοποιοί, σοφοί, μάντεις, εξάγγελοι της σωτηρίας, μυσταγωγοί, θεόπνευστοι. Και αυτοί οι ζωντανοί «divi», άνθρωποι προικισμένοι, για τους οποίους πίστευαν ότι ήταν πλήρεις θείου πνεύματος και θείας δύναμης, τους οποίους θεωρούσαν απεσταλμένους του Θεού, κινητοποίησαν ολόκληρα πλήθη. Διότι κατά την ελληνιστική περίοδο του θρησκευτικού συγκρητισμού, οι λαϊκές μάζες αγαπούσαν τους «επίγειους» θεούς, τους «επίγειους» αρωγούς, αυτούς θαύμαζαν οι «divi» ήρθαν να αντικαταστήσουν, ούτως ειπείν, τους φιλοσόφους και τους ποιητές της κλασικής περιόδου.

Στους πιο περίφημους από αυτούς τους ειδωλολάτρες συγκαταλέγεται ένας σύγχρονος της εποχής του Ιησού, ο Απολλώνιος ο Τυανέας, η βιογραφία του οποίου, γραμμένη από τον Φιλόστρατο, έχει τόσο εκπληκτικές ομοιότητες με τη βιβλική εικόνα του Ιησού, ώστε σε πολλά κομμάτια της διαβάζεται σαν ευαγγελικό κείμενο. Κι ένας ακόμη πιο σκοτεινός εκπρόσωπος αυτού του θεϊκού σιναφιού είναι ο Περεγρίνος ο Πρωτεύς, ένας κυνικός, ο οποίος αυτοπυρπολείται το 176 μ.Χ. σε μια θεαματική επίδειξη στην Ολυμπία μπροστά στα μάτια πολλών περίεργων περαστικών, αφού προηγουμένως, στη φυλακή, ομολογεί πίστη στον Χριστιανισμό -σύμφωνα με τον Λουκιανό, μόνο και μόνο για να αρπάξει πλούσια δώρα.

Σύμφωνα με τους απολογητές, υπάρχει ωστόσο μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο προσκύνημα σε ζώντες ειδωλολάτρες κι εκείνο σε ζώντες χριστιανούς, μεγάλη διαφορά γενικά ανάμεσα σε κάθε ειδωλολατρικό και χριστιανικό προσκύνημα. Παραδέχονται μεν μια εκπληκτική ομοιότητα όσον αφορά τα εξωτερικά γνωρίσματα, ακόμη και ταυτότητα των προσώπων, αλλά ο ειδωλολάτρης αρωγός ενεργούσε από μόνος του, ο χριστιανός όμως μέσω του Θεού -ο ένας είναι η πηγή, ο άλλος το εργαλείο, η μια βοήθεια έχει μαγικές επιρροές, είναι θεουργική πρακτική, η άλλη είναι γνήσια και πραγματικά θρησκευτική. Ωστόσο λένε ότι ο Χριστός είναι πηγή, όπως ο ειδωλολάτρης ήρωας, αλλά ο Χριστός «αποτελεί εδώ εξαίρεση και δεν συγκρίνεται με άλλους» (Kotting).

Βέβαια, αυτά τα ξέρουμε και δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε με τέτοιου είδους εξυπνάδες, με παπαδίστικα ψέματα, μπορούμε να αγνοήσουμε τέτοιες δήθεν λόγιες διαφοροποιήσεις, που δεν είναι παρά χονδροειδείς απάτες και διδάσκονται για αιώνες. Όπως και να έχει το πράγμα, από τη μια πλευρά έχουμε να κάνουμε με την επιθυμία να βοηθηθούν, την ικανοποίηση της περιέργειας, την πίστη σε θαύματα· και από την άλλη με την κομπορρήμονα εκκεντρικότητα των επιδειξιών, όπως και με την επιδίωξη να βγάλουν κέρδος από τη δυστυχία, την αποβλάκωση· με λίγα λόγια κάθε φορά το θέμα είναι η ανθρώπινη φτώχεια, η μανία για τα θαύματα και η μπίζνα.

Οι ασκητές διέθεταν μεγάλη δύναμη έλξης. Υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να γίνουν αντικείμενα της περιέργειας των πιστών. Κάθε φορά που πλησίαζε κάποιο δίποδο, αυτοί κρύβονταν σαν αγρίμια μέσα στη σπηλιά τους, χώνονταν στη γη σαν τυφλοπόντικες, ώστε μιλούσαν και για «άγιους τυφλοπόντικες». Για πολλούς αρκούσε «η μυρωδιά των ανθρώπων», για να το βάλουν στα πόδια. Και πολλές ασκητείες δεν δημιουργήθηκαν για θαυμαστές, όπως βεβαίως οι «έγκλειστοι» ή οι «βοσκοί».

Άλλοι ασκητές όμως αγαπούσαν τη «δημοσιότητα» και περιβάλλονταν από πλήθος μαθητών. Ο άγιος Απολλώνιος είχε περισσότερους από πεντακόσιους, όπως πιστοποιεί ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Ρουφίνος. Άλλοι πάλι έμοιαζαν μάλλον με επιδειξίες της πιο ακραίας μορφής. Ναι μεν κάλυπταν το «αμαρτωλό» μέλος τους, είτε με μακριά μαλλιά, με μακριές γενειάδες, με φύλλα, είτε απλά κλείνοντας γρήγορα σφιχτά τα πόδια, αλλά κατά τα άλλα επιδείκνυαν τον ηρωισμό τους, την ηρωική αυτοθυσία τους στις υπηρεσίες του άγιου εγωισμού, για την επίτευξη του ουράνιου βασιλείου, επιδείκνυαν ανενδοίαστα την ασκητεία τους και κάθε είδος τρέλας που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. Ύστερα, σε αυτούς τους έρημους τόπους διαδραματίστηκε «ένα πρωτόγνωρο θέατρο, ένα θέατρο στο οποίο ο καθένας δίνει την εντύπωση ότι παίζει έναν αιώνιο ρόλο με ζήλο και οδυνηρή σχολαστικότητα», και το έκαναν με τέτοιο τρόπο, ώστε θα ήταν πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, «να διακρίνεις εδώ τους πραγματικούς τρελούς από τους δήθεν, τους αληθινούς αγίους από τους ψεύτικους» (Lacarriere).

Όλη αυτή η χριστιανική βλακεία στις έρημους της Αιγύπτου, της Αραβίας, της Συρίας προκαλούσε την περιέργεια των πιστών. Είχε δημιουργηθεί ένα αντίγραφο των «Αγίων Τόπων» (Raymond Ruyer), οιονεί κομμουνιστικές κοινότητες και εκκεντρικοί όλων των ειδών. Κι έτσι άρχισαν να πηγαίνουν προσκυνητές και σε αυτά τα μέρη, καθώς μάλιστα, για πολλούς που ταξίδευαν στους «Αγίους Τόπους», η χώρα των Φαραώ ήταν μια μικρή εκδρομή. Ήδη από το δεύτερο ήμισυ του 4ου αιώνα επισκέπτονται αναρίθμητοι πιστοί, με οποιαδήποτε κίνητρα, αλλού τους πιο γνωστούς αναχωρητές, αλλού τα σημαντικότερα μοναστικά κέντρα, τα μοναστήρια, στο Πίσπιρ, την Αρσινόη, την Οξύρρυγχο, την Αφροδιτόπολη, τη Βαβυλώνα, τη Μέμφιδα κ.ά. Έτσι, πήγαιναν απλοί άνθρωποι, όπως και «άνθρωποι του κόσμου». Ευγενείς, αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας, πλούσιες κυρίες, όπως η πλούσια φίλη του Ιερώνυμου, Παύλα. Και η προσκυνήτρια Αιθερία ήταν ανάμεσα τους, και κατόπιν λαμπρές προσωπικότητες της εκκλησιαστικής ιστορίας από Ανατολή και Δύση, ο Παλλάδιος, ο Ιωάννης, ο Κασσιανός ή ο Ρουφίνος της Ακουιληίας. Και φυσικά, μεγάλα ξενοδοχεία κοντά στα μοναστήρια φρόντιζαν κι εδώ για την παρατεταμένη παραμονή των προσκυνητών.

Ο Άγιος Αντώνιος γεννήθηκε λοιπόν περί το 250 στην Κομά, κώμη της Αιγύπτου κοντά στην Μέμφιδα, από γονείς εύπορους. Από παιδί ήταν ολιγαρκής και αυτάρκης, ουδεμία όμως έτρεφε κλίση προς τα γράμματα, τα οποία «μαθείν ουκ ηνέσχετο». Αγνοούσε ακόμα και αυτή την γραφή και την ανάγνωση της μητρικής του γλώσσας που ήταν η κοπτική. Την ελληνική γλώσσα την αγνοούσε εντελώς.

Μέχρις εδώ πληροφορούμαστε ότι για να κερδίσει κανείς τον τίτλο «Μέγας», πρέπει να είναι εντελώς αγράμματος. Έτσι εξηγείται η αγραμματοσύνη των καλόγερων ανά τους αιώνες. Κι αν δεν προέκυπτε αργότερα η ανάγκη της ανάγνωσης, για λόγους που εξυπηρετούσαν τις χριστιανικές λειτουργίες, μάλλον θα παρέμενε η τάξη αυτή των μοναχών βουτηγμένη εντελώς στα σκοτάδια της παντελούς αγραμματοσύνης. Καθ’ όλον τον ερημικό βίο του ο Αντώνιος ουδέποτε άλλαξε ένδυμα και ουδέποτε ένιψε το σώμα του ή καν τα πόδια του με νερό! (Βίος κεφ. 47 και 95).

Δεύτερο λοιπόν χάρισμα για να αποκαλεστεί κανείς μέγας είναι η παντελής έλλειψη καθαριότητας! Τόσο δε θαύμασαν οι κατοπινοί άγιοι πατέρες την αρετή αυτή της απλυσιάς του Αντωνίου, ώστε φρόντισαν να την καθιερώσουν δια των θείων διδασκαλιών τους και κυρίως δια του επιχειρήματος ότι είναι κάκιστη χειρονομία το «μπανίζεσθαι τον μοναχόν» ένεκα τη διεγέρσεως του σεξουαλικού ενστίκτου, το οποίον τούτο κατηραμένον ένστικτο «εξανίσταται δια της αφής των χειρών επί του σώματος».

Ο Αντώνιος όχι μόνον ήταν αγράμματος αλλά υποστήριζε και θεωρητικά την αγραμματοσύνη. Διέθετε μάλιστα επιχείρημα ατράνταχτο και αδιάσειστο. Όταν λοιπόν προσήλθαν κάποιοι προς αυτόν και θέλησαν να τον πειράξουν για την αγραμματοσύνη του, τους αποστόμωσε λέγων: «Τι λέγετε, τι είναι πρώτον ο νους ή τα γράμματα και ο νους είναι αίτιον των γραμμάτων ή τα γράμματα του νου;». Όταν δε αυτοί του απάντησαν ότι προηγείται ο νους κι ότι αυτός είναι εφευρέτης των γραμμάτων, απάντησε: «Εκείνος λοιπόν όστις έχει υγιή νουν δεν έχει ανάγκη των γραμμάτων» (κ. 73).

Σε κάποιον σοφό που ρώτησε πάλι τον Αντώνιο πώς αντέχει την στέρηση της ευχαρίστησης από την ανάγνωση βιβλίων απάντησε: «Το δικό μου βιβλίο, ω φιλόσοφε, είναι η φύση των γεγονότων και μπορώ όταν θέλω να αναγινώσκω τους λόγους του Θεού».

Για να δούμε όμως τι είδους ανθρώπους παράγουν τέτοιες σκοταδιστικές διδασκαλίες. Ένα συνηθισμένο θέμα των ζωγράφων του Μεσαίωνα ήταν οι πειρασμοί του αγίου Αντωνίου. Με τον Αντώνιο εικονίζονταν συνήθως γυναίκες, ως σύμβολο των σαρκικών πειρασμών, και χοίροι, ως προσωποποίηση των δαιμόνων, τους οποίους υπερνίκησε. Από παρεξήγηση λοιπόν του συμβολισμού αυτού ο Αντώνιος θεωρήθηκε προστάτης των χοίρων και γενικώς των ζώων. Επίσης θεωρήθηκε και ως προστάτης κατά διαφόρων επιδημιών, τις οποίες νόμιζαν ότι προκαλούσαν διαβολικές επιδράσεις και μάλιστα της φοβερής πανωλικής επιδημίας, η οποία ονομάζονταν συνήθως «Αντωνιανόν Πυρ», διότι πιστεύονταν ότι θεραπεύονταν δια της επικλήσεως του ονόματος του αγίου αυτού, και εκ εξ αυτού προέκυψε το τάγμα των Αντωνιανών. Ο πρωτοπόρος τώρα της προώθησης του βρόμικου και άπλυτου σώματος Αντώνιος, γίνεται, αυτός ο ίδιος, το αντίδοτο κατά της επιδημίας που προκάλεσε. Ως προς την ανακήρυξη του αγίου ως προστάτη των χοίρων, τελικά, φαίνεται ότι αποδόθηκε μια φυσική δικαιοσύνη. Ποιος άραγε θα μπορούσε να καταλάβει δικαιότερα την θέση αυτή από έναν άνθρωπο που δεν είχε πλυθεί στη ζωή του ούτε μία φορά.

Ο άγιος ζούσε σχεδόν όλη τη ζωή του μέσα σ’ ένα πηγάδι, τρώγοντας αποκλειστικά μουχλιασμένα παξιμάδια. Μέσα εκεί ο Διάβολος του «έστελνε» διάφορους πειρασμούς για να τον δοκιμάσει όπως θηρία, πόρνες, δαίμονες, πουλιά, σκουλήκια, φίδια κ.ά. Ο άγιος όμως κατάφερνε κι «αντιστεκόταν». Απ’ την πείνα και την κακουχία πολλά είναι αυτά που μπορεί κανείς να δει… Τα πάντα όλα που λέει και ο γνωστός μας Αλέφαντος…

Οράματα σαν μελίσσια και χριστιανική παραζάλη θαυμάτων

Στους ασκητές έρχονται τα οράματα, όπως οι μέλισσες στην κυψέλη. Η παράφρων ασκητεία με την οποία κακομεταχειρίζονται σώμα και πνεύμα, η διαρκής νηστεία, οι αγρυπνίες, μια υποβόσκουσα μανία φαντασμάτων, μέσα σε συχνά τρομακτική μοναξιά, τους καθιστούν εκ των προτέρων επιρρεπείς σε «οπτασίες». Όσο περισσότερο αυτοτιμωρούνται, όσο περισσότερο παλεύουν με δαιμόνια, τόσες περισσότερες παραισθήσεις, οπτασίες, ακροάσεις έχουν και τόσο λιγότερη επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο.

Ο άγιος Αντώνιος έχει τόσο συχνά επαφή με υπέργειες ή και υπόγειες δυνάμεις, ώστε ακούει την περίφημη φωνή «άνωθεν», όπως εμείς ακούμε ραδιόφωνο, χωρίς οποιοδήποτε παράσιτο, καθώς, βλέπετε, «έχει συνηθίσει να του μιλάνε έτσι». Και στις ακροάσεις έρχονται να προστεθούν τα οράματα. Κάποτε απειλείται η ίδια του η ανάληψη στους ουρανούς από όλων των ειδών τις αισχρές λάμψεις του αέρα. Μία άλλη φορά βλέπει πώς ένας τρομακτικός δαίμονας που φτάνει μέχρι τα σύννεφα προσπαθεί να σταματήσει άλλες (φτερωτές) ψυχές που ανεβαίνουν αλλά ο Διάβολος δεν κατορθώνει «να νικήσει εκείνους οι οποίοι δεν τον υπάκουσαν».

Ο Αντώνιος «θεράπευσε» εκατοντάδες ανίατους ασθενείς. Κάποτε σε μία θεραπεία παρθένας έβγαιναν διαβολικές εκκρίσεις απ’ τα μάτια, τη μύτη και τ’ αυτιά και μεταμορφώνονταν σε σκουλήκια. Μια άλλη φορά ένας τρομακτικός δαίμονας, που έφθανε μέχρι τα σύννεφα προσπαθούσε να σταματήσει τις ευσεβείς ψυχές πεθαμένων χριστιανών να πηγαίνουν στον Παράδεισο. Ο Αντώνιος προσευχήθηκε και ο δαίμονας διαλύθηκε ως εκ θαύματος. Ο βίος του αγίου Αντωνίου είναι απ’ τους πιο εξωπραγματικούς, γεμάτος από διαβολικές περιπέτειες και οράματα! Φυσικά ο συγγραφέας του βίου του ήταν ο μαθητής του και μεγάλος πλαστογράφος της ιστορίας, ο άγιος Αθανάσιος. «Μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις», λέει μια λαϊκή παροιμία.

Πάρα πολλά στοιχεία της περίφημης κακόφημης βιογραφίας του αγίου Αντωνίου που όπως προαναφέρθηκε γράφτηκε από την πέννα του αγίου πλαστογράφου Αθανάσιου –«ένα έργο παγκόσμιας λογοτεχνίας» (Staats), «ένα βιβλίο με τη μεγαλύτερη επιρροή όλων των εποχών» (Momigliano), όπως εικάζεται, γενικά το πιο επιτυχημένο παραμύθι με αγίους- επαναλαμβάνονται και σε άλλους βίους αγίων, ανάμεσα τους και πολλά οπτασιακά. Όπως π.χ. ο Αντώνιος βλέπει κατά τον θάνατο του μοναχού Αμμούν (Άμμωνα) να ανεβαίνει η ψυχή του στους ουρανούς, έτσι βλέπει και ο άγιος ηγούμενος Βενέδικτος την ψυχή της αδελφής του, κατά τον θάνατό της, να αιωρείται και να ανεβαίνει στους ουρανούς με τη μορφή περιστεριού. Το κατασκεύασμα του Αλεξανδρινού πατριάρχη έγινε το χριστιανικό μπεστ σέλερ του 4ου αιώνα και αποβλάκωσε την ανθρωπότητα, όπως λίγα άλλα του είδους του, έως και σήμερα.

Διαφόρων ειδών άγιοι του Χριστιανισμού (άγιοι της ερήμου, των σπηλαίων, των πηγαδιών, των κελιών, των τσουβαλιών, των στύλων και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί ένας τελείως άρρωστος νους) κάνουνε θαύματα, που θα τα ζήλευαν ακόμα και οι μεγαλύτεροι μάγοι και ταχυδακτυλουργοί όλων των εποχών, ακόμα και ο Κόπερφιλντ, ή ο Χουντίνι, ξεπερνώντας κατά πολύ τον διδάξαντα διδάσκαλό τους Ιησού. Περπατάνε χιλιόμετρα πάνω σε νερά ποταμών, λιμνών, θαλασσών, ή τα διασχίζουν πάνω στην πλάτη κροκοδείλων, δελφινιών ακόμα και φαλαινών, ανασταίνουν νεκρούς, κάνουν καλά ασθενείς και παράλυτους ακόμα και από χιλιόμετρα μακρυά, στείρες γυναίκες μένουν έγκυες μέσω επιφοίτησης, άγγελοι με σάρκα και οστά τρέφουν τους ασκητές της ερήμου, δαίμονες ουρλιάζουν και χτυπιούνται, σύννεφα από ακρίδες εξαφανίζονται με αγιασμό, ο Ήλιος σταματά την πορεία του κατόπιν διαταγής των αγίων, άγια λείψανα μυρίζουν αρώματα και ευωδίες και άλλα απίστευτα και τραγελαφικά. Με μία προσευχή κάνουν το θαλασσινό νερό γλυκό και πόσιμο, με μία κίνησή τους, που θα ζήλευαν ακόμα και οι πιο εκπαιδευμένοι νίντζα, ρίχνουν κάτω ληστές ακινητοποιώντας τους.

Η νέα αυτή τρέλα των θαυμάτων διαδίδεται παντού με αυξανόμενη μανία. Οι ταπεινόφρονες ταχυδακτυλουργοί άγιοι-μοναχοί λατρεύονται σαν οι επί γης θεοί, ή παρομοιάζονται σαν επουράνιοι άγγελοι, οι πιστοί τούς φιλούν τα πόδια, τούς παρακαλούν να τούς βοηθήσουν, ζητούν την συμβουλή τους σε κάθε θέμα και σε θέματα πίστης. Ακόμα και οι χριστιανοί αυτοκράτορες θεωρούσαν τον εαυτό τους τυχερό, να μπορούσαν να τούς είχαν στο τραπέζι τους. Σε αρκετούς έφτιαχναν εκκλησίες εν ζωή ακόμη, ενώ άλλους τους προόριζαν στο να αποκτήσουν τα λείψανά τους μετά θάνατον.

Οι αρχαίοι αυτοί αμόρφωτοι μοναχοί ήταν σε θέση να κάνουν τα πάντα. Με καθαγιασμένο ύδωρ και λάδι θεράπευαν ζώα και ανθρώπους. Έκαναν εξορκισμούς, θεράπευαν σεληνιασμένους, δαιμονισμένους, βασκανίες, παχυσαρκία, υδρωπικία, ουρολοιμώξεις, αιμορροΐδες, τύφλωση, αναπηρία, όλα αυτά με μία απάλειψη, με μία προσευχή, με ένα άγγιγμα. Φρέσκο ψωμί εξ ουρανού πήγαινε μόνο του (delivery) κάθε Κυριακή στην έρημο, πάνω στους στύλους, ή μέσα στα πηγάδια και στις σπηλιές, όπου ζούσαν οι ασκητές για να τους θρέψουν. Εξ ουρανού «delivery» διέθεταν ο όσιος Συμεών ο Θαυμαστορείτης (24 Μαΐου), ο όσιος ιερομάρτυς Έρασμος («ελάμβανε τροφήν δια των κοράκων», 2 Ιουνίου), πολλοί άλλοι, αλλά και η ίδια η Παναγία, την οποία έτρεφε «ξενοπρεπώς» ο Αρχάγγελος («Η Παρθένος διέμεινε χρόνους δώδεκα, τρεφομένη μεν ξενοπρεπώς από τον Aρχάγγελον Γαβριήλ με τροφήν ουράνιον», Συναξαριστής Εισοδίων της Θεοτόκου).

Οι επιφανέστεροι πατέρες της Εκκλησίας Αθανάσιος, Αμβρόσιος, Ιερώνυμος, Χρυσόστομος υποστήριζαν, ότι όποιος δεν πίστευε στα θαύματα αυτά ήταν πνευματικά διεστραμμένος. Οι πιο γνωστοί πατέρες της εκκλησίας υπερασπίζονταν τέτοια κείμενα ως μαρτυρίες και οι περισσότεροι αρχαίοι θεολόγοι τα θεωρούσαν εντελώς αληθινά. Ποτέ να μην ξεχνάμε επίσης, ότι και με τέτοια σκουπίδια προπαγάνδιζαν τον Χριστιανισμό και με τέτοια σκουπίδια εξαπλώθηκε και εδραιώθηκε η πνευματική και σωματική βαρβαρότητά του.

Με όλα αυτά είμαστε από ώρα χωμένοι βαθιά στο κεφάλαιο του ενός ξεχωριστού είδος μύθου: Το ψεύδος με φωτοστέφανο, την ηθοπλαστική λογοτεχνία, προ πάντων οι ιστορίες των αγίων, οι βίοι των αγίων.

Αυτό το κηφηναριό ο Χριστιανισμός προβάλλει ως πρότυπο στους νέους, ενώ θα έπρεπε να τους προβάλλει ως παραδείγματα προς αποστροφή και αποφυγή. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος γράφει: «Και τώ όντι, μήπως δεν είδομεν πολλάκις εν τοις προηγουμένοις βιβλίοις τους μοναχούς εγκαταλείποντας τον ερημικόν βίον, πληρούντας τάς οδούς και τάς οικίας των πόλεων, αναμιγνυομένους εις τα πολιτικά πράγματα και άλλως ραδιουργούντας, ακολασταίνοντας; Έν γένει προϊόντος του χρόνου ο θεμελιώδης ασκητικός του βίου τούτου χαρακτήρ κατήντησεν εξαίρεσις. Συνήθως οι μοναχοί διήγον ήδη βίον άνετον και ευπαθή εις μοναστήρια πλούσια γενόμενα διά των πολλών κινητών και ακινήτων αναθημάτων, τα οποία αφιέρωνεν είς αυτά η των ανθρώπων ευλάβεια… Το δεινόν, το μέγα δεινόν, ενέκειτο είς τα κοινώς λεγόμενα μοναστήρια, διότι μυριάδες νέων συνέρρεον κατ’ έτος είς τα ενδιαιτήματα ταύτα της απραγμοσύνης, και ενίοτε της ακολασίας, οι πλείστοι ουχί υπό ζέοντος θρησκευτικού αισθήματος ή άλλης ανάγκης φερόμενοι αλλ’ ελαυνόμενοι υπό της είς την αργίαν και την τρυφήν ροπής» (4ο τόμος, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ»).

Ο καθείς από εμάς θα πρέπει ν’ αποβάλλει όλη αυτή την θρησκευτική παραφροσύνη απ’ την ψυχή του. Μετά θ’ ακολουθήσουν και οι Ρωμιοί ταγοί μας, αν κάποτε μπορέσουν κι αυτοί και ξεφύγουν απ’ την δαγκάνα της θρησκείας. Ζούμε σε μία τριτοκοσμική χώρα, που στραγγαλίζει οτιδήποτε Ελληνικό ή άλλο πολιτισμικό στοιχείο και μας βυθίζει συνεχώς στο απόλυτο σκότος… Ας τελειώσουμε με μία σοφή φράση του φιλόσοφου Επίκουρου: «Είναι αισχρό να ζητάμε από θεούς αυτά, που μπορούμε να δώσουμε μόνοι μας στον εαυτό μας».

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

3.3.13. Μαρμάρινα και πώρινα αετώματα από την Ακρόπολη της Αθήνας


Το πιο σημαντικό σύνολο αρχιτεκτονικών γλυπτών της αρχαϊκής εποχής προέρχεται όμως από την Ακρόπολη της Αθήνας. Πολλά από τα αρχαϊκά γλυπτά της Ακρόπολης διατηρήθηκαν επειδή οι Αθηναίοι, μετά την καταστροφή της από τον στρατό του Ξέρξη το 480 π.Χ., τα έθαψαν σε λάκκους μέσα στον χώρο του ιερού, γιατί ήταν αφιερώματα στους θεούς που δεν επιτρεπόταν να απομακρυνθούν. Οι λάκκοι αυτοί, που οι αρχαιολόγοι τους έχουν δώσει το όνομα «αποθέτης των Περσών», ανασκάφηκαν στη δεκαετία του 1880 και μας πρόσφεραν το σημαντικότερο σύνολο αρχαϊκών γλυπτών που γνωρίζουμε ως σήμερα. Δεν έχουμε καμία ένδειξη για το πού ήταν αρχικά στημένα τα γλυπτά που βρέθηκαν στον «αποθέτη των Περσών». Η αδυναμία να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό έχει συνέπειες κυρίως για τη μελέτη των αρχιτεκτονικών γλυπτών, τα οποία δεν μπορούμε να αποδώσουμε με ασφάλεια σε συγκεκριμένα κτήρια, αφού το ιερό της Ακρόπολης αναδιαμορφώθηκε εντελώς μετά τους Περσικούς Πολέμους και έτσι δεν σώζονται τα θεμέλια των παλαιότερων οικοδομημάτων. Μόνη εξαίρεση είναι ο αρχαϊκός ναός της Αθηνάς, που ήταν χτισμένος ανάμεσα στον Παρθενώνα και το Ερέχθειο. Είναι όμως σαφές ότι τον 6ο αιώνα π.Χ. υπήρχαν στην Ακρόπολη, εκτός από τον ναό της Αθηνάς και ενδεχομένως έναν ακόμη ναό, και άλλα μικρότερα οικήματα, που ήταν ίσως θησαυροί για τη φύλαξη πολύτιμων αναθημάτων, όπως αυτοί που γνωρίζουμε από τα μεγάλα πανελλήνια ιερά.

Μερικά από τα παλαιότερα γλυπτά είναι μαρμάρινα και προέρχονται από έναν μεγάλο ναό, αλλά διατηρούνται πολύ αποσπασματικά: σώζεται το κεφάλι και τμήματα από το σώμα μιας Γοργούς, τμήματα από ένα ανάγλυφο με δύο ξαπλωμένα αιλουροειδή, καθώς και ένα κεφάλι θηρίου, πιθανότατα λιονταριού. Τα γλυπτά αυτά μπορούν να συγκριθούν με εκείνα του δυτικού αετώματος του ναού της Άρτεμης στην Κέρκυρα, από τα οποία φαίνεται ότι είναι λίγο νεότερα, αλλά δεν είναι εύκολο να τοποθετηθούν σε μία ενιαία σύνθεση. Η Γοργώ ήταν ίσως ακρωτήριο, ενώ τα αιλουροειδή μπορεί να προέρχονται από μια ζωφόρο. Το μόνο εύλογο συμπέρασμα είναι ότι στο δεύτερο τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ. ιδρύθηκε στην Ακρόπολη ένας ναός που είχε εν μέρει μαρμάρινο γλυπτό διάκοσμο.


Ορισμένα πώρινα γλυπτά, που σώζονται αποσπασματικά, μπορούν να τοποθετηθούν σε έναν τουλάχιστον, ίσως και σε δύο μεγάλους ναούς των χρόνων 580-560 π.Χ. Μεγάλη ένταση έχει μια σύνθεση δύο λιονταριών που σπαράσσουν ένα βόδι, η οποία κοσμούσε το κέντρο του αετώματος ενός μεγάλου ναού. Ένα άλλο πώρινο γλυπτό, που βρισκόταν, όπως όλα δείχνουν, στη βόρεια γωνία του ίδιου αετώματος, εικονίζει τον Ηρακλή να παλεύει με τον Τρίτωνα, ένα μυθικό ον με σώμα ανθρώπου και ουρά ψαριού. Την άλλη γωνία του αετώματος την καταλάμβανε ένας παράξενος δαίμονας με τρία σώματα που απολήγουν σε ουρές φιδιών. Δεν μπορούμε να ονοματίσουμε με βεβαιότητα τον δαίμονα αυτόν, είναι όμως εντυπωσιακός γιατί σώζονται αρκετά καλά τα έντονα χρώματά του· στα μαλλιά και τα γένια του έχει χρησιμοποιηθεί πολύ σκούρο γαλάζιο χρώμα και γι᾽ αυτό είναι γνωστός ως «Κυανοπώγων». Μια ανάγλυφη λέαινα που έχει ρίξει στο έδαφος ένα μοσχάρι κοσμούσε, από κοινού με ένα όμοιο αντωπό σύμπλεγμα, το κέντρο ενός άλλου αετώματος, το οποίο ανήκε ενδεχομένως σε έναν διαφορετικό ναό. Τέλος, δύο μεγάλα πώρινα φίδια πρέπει να τοποθετηθούν στις άκρες ενός μεγάλου αετώματος.

Ο ένας από τους ναούς ήταν αναμφισβήτητα ο πρώτος μνημειακός ναός της Αθηνάς. Τη θεμελίωση του ναού αυτού, που αποκαλύφθηκε το 1885 και είναι ως σήμερα ορατή ανάμεσα στον Παρθενώνα και το Ερέχθειο, τη μελέτησε πρώτος ο Γερμανός αρχαιολόγος και αρχιτέκτονας Wilhelm Dörpfeld, ενώ τμήματα από την ανωδομή και τον γλυπτό του διάκοσμο βρέθηκαν στον «αποθέτη των Περσών». Μετά την καταστροφή του ναού από τους Πέρσες το 480 π.Χ. το δυτικό τμήμα του επισκευάστηκε πρόχειρα για να στεγάσει το παλιό άγαλμα της Αθηνάς και διατηρήθηκε ως το 406 π.Χ., οπότε κάηκε. Ο ναός ήταν περίπτερος με έξι κίονες στις στενές πλευρές και δώδεκα στις μακρές, ενώ ο σηκός του ήταν χωρισμένος σε πολλούς μικρούς χώρους· είναι προφανές ότι εκτός από το αρχαϊκό άγαλμα της Αθηνάς, το ξόανον από ξύλο ελιάς, ο ναός στέγαζε τα αγάλματα και άλλων θεών και ηρώων. Η εσωτερική διάταξη του παλαιότερου ναού της Αθηνάς επαναλήφθηκε πιθανότατα στο Ερέχθειο, που χτίστηκε λίγο βορειότερα ανάμεσα στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ. και στο οποίο μεταφέρθηκαν τα αγάλματα και τα κειμήλια που φυλάσσονταν στον ναό του 6ου αιώνα. Ο δεύτερος μεγάλος ναός θα πρέπει να βρισκόταν περίπου στη θέση του Παρθενώνα και γι᾽ αυτό δεν σώθηκε κανένα ίχνος από τη θεμελίωσή του.

Στα χρόνια του Πεισιστράτου, λίγο μετά τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., ο μεγάλος «πώρινος ναός» της Αθηνάς στην Ακρόπολη της Αθήνας φαίνεται ότι ανακαινίστηκε εντελώς. Μετά τον θάνατο του Πεισιστράτου, η εξουσία πέρασε στους γιους του, τον Ιππία, τον Ίππαρχο και τον Θεσσαλό, που τους ονομάζουμε Πεισιστρατίδες· ανάμεσα στους τρεις τη μεγαλύτερη δύναμη και επιρροή την είχε ο Ιππίας. Οι Πεισιστρατίδες κυβέρνησαν την Αθήνα από το 527 ως το 509 π.Χ., συνεχίζοντας σε γενικές γραμμές την πολιτική του πατέρα τους και κόσμησαν την πόλη με νέα δημόσια κτήρια. Στα χρόνια των Πεισιστρατιδών ο αρχαϊκός ναός της Αθηνάς απέκτησε, όπως θα δούμε πιο κάτω, μαρμάρινα αετωματικά γλυπτά.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν διάφορες πώρινες γλυπτές συνθέσεις που προέρχονται με βεβαιότητα από αετώματα μικρών σχετικά κτηρίων. Η παλαιότερη από αυτές, που χρονολογείται γύρω στο 580 π.Χ., εικονίζει τη μάχη του Ηρακλή με τη Λερναία Ύδρα, το τέρας με τα εννέα κεφάλια φιδιού που κατοικούσε στο έλος της Λέρνας, στον μυχό του Αργολικού κόλπου. Πίσω από τον Ηρακλή βρίσκεται το άρμα που οδηγεί ο φίλος του Ιόλαος. Στο αριστερό μέρος της παράστασης διακρίνεται ένα μεγάλο καβούρι· είναι το ζώο που έστειλε η Ήρα για να ενοχλεί τον Ηρακλή.

Ένα άλλο αέτωμα εικονίζει την εισαγωγή του Ηρακλή στον Όλυμπο, όπου τον οδηγεί η Αθηνά και τον υποδέχεται ο Δίας καθισμένος στον θρόνο του. Η απεικόνιση αυτής της σκηνής σε μια εναέτια σύνθεση που χρονολογείται γύρω στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. είναι αξιοσημείωτη και δεν αποκλείεται να οφείλεται σε πρωτοβουλία του τυράννου Πεισιστράτου. Ξέρουμε ότι ο Πεισίστρατος κυβέρνησε την Αθήνα από το 560 ως το 527 π.Χ. με δύο διακοπές· κατέλαβε για πρώτη φορά την εξουσία με τη βοήθεια τριακοσίων σωματοφυλάκων οπλισμένων όχι με δόρατα, αλλά με ρόπαλα όπως ο Ηρακλής. Την πρώτη φορά που οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον ανάγκασαν να φύγει ο Πεισίστρατος επέστρεψε χρησιμοποιώντας το εξής τέχνασμα, όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος (1.60):

«Καθώς ο Πεισίστρατος δέχτηκε την πρόταση [του Μεγακλή] και συμφώνησε με τους όρους, για να πετύχει την επιστροφή του στην Αθήνα μηχανεύτηκε ένα σχέδιο, που εγώ το βρίσκω αφελές (όταν μάλιστα είναι γνωστό ότι οι Έλληνες από παλιότερα ξεχώρισαν από τους βαρβάρους, έτσι που και ευφυέστεροι ήσαν και απαλλαγμένοι από ανόητες αφέλειες) — αν πραγματικά αυτοί τότε μηχανεύτηκαν να κάνουν κάτι τέτοιο στους Αθηναίους, που είχαν τη φήμη πως ήσαν πρώτοι στη σοφία ανάμεσα στους Έλληνες: Στο δήμο της Παιανίας ζούσε μια γυναίκα που το όνομά της ήταν Φύη, ψηλή τέσσερις πήχες παρά τρία δάχτυλα και επιπλέον ωραία. Αυτής της γυναίκας της φόρεσαν πανοπλία, την ανέβασαν σε άρμα και αφού τη δασκάλεψαν πώς να στέκεται, ώστε να φαίνεται όσο γινόταν πιο μεγαλόπρεπη, την οδηγούσαν στέλνοντας μπροστά κήρυκες, που έφτασαν στην πόλη και φώναζαν ό,τι τους είχαν προστάξει, λέγοντας αυτά: «Αθηναίοι, δεχθείτε με αγαθή ψυχή τον Πεισίστρατο, που η Αθηνά, τιμώντας τον πάνω από κάθε άλλον άνθρωπο η ίδια τον φέρνει πίσω στην ακρόπολή της.» Οι κήρυκες λοιπόν σκόρπισαν παντού και αυτά φώναζαν, και αμέσως στις συνοικίες απλώθηκε η φήμη πως η Αθηνά φέρνει πίσω τον Πεισίστρατο· οι άνθρωποι της πόλης, πιστεύοντας πως η γυναίκα αυτή ήταν θεά, προσκύνησαν τούτη την ύπαρξη και δέχονταν τον Πεισίστρατο.»

Με το προπαγανδιστικό αυτό τέχνασμα ο Πεισίστρατος εξομοίωσε τον εαυτό του με τον πιο γνωστό προστατευόμενο της Αθηνάς, τον Ηρακλή, τον οποίο η θεά οδήγησε στον Όλυμπο και έπεισε τον Δία να τον δεχτεί ανάμεσα στους θεούς. Δεν αποκλείεται λοιπόν το θέμα της εισαγωγής του Ηρακλή στον Όλυμπο με τη συνοδεία της Αθηνάς, που γίνεται πολύ δημοφιλές στην αττική αγγειογραφία μετά τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., να επιλέχθηκε με πρωτοβουλία του Πεισιστράτου για να θυμίζει την επιστροφή του στην Αθήνα και την άνοδό του στην Ακρόπολη.

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: ΙI. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΣΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

11.2. «Μ᾽ όποιον δάσκαλο καθίσεις…»


Αν πραγματικά ο Ζήνων επιδίωξε να έρθει σε ρήξη με τη συμβατικότητα της καθημερινής ζωής, τότε επέλεξε και τον καλύτερο δάσκαλο γι᾽ αυτό, έναν Κυνικό σαν τον Κράτη. Ήταν ένας πλούσιος Θηβαίος που είχε απαρνηθεί την περιουσία του και κατέβηκε στην Αθήνα. Είχε πατήσει τα πενήντα, αλλά ακόμη τριγυρνούσε στους δρόμους και στα στέκια της πόλης, αμφισβητώντας και χλευάζοντας με την παράδοξη συμπεριφορά του και τα περιπαικτικά λόγια του τις συνήθειες και τις αντιλήψεις των Αθηναίων.

Ο Ζήνων κάθισε αρκετά χρόνια κοντά στον Κράτη και κέρδισε πολλά. Κάτι όμως δεν του ταίριαζε απόλυτα, κάτι τον απωθούσε και τον απέτρεπε από το να υιοθετήσει πλήρως τον κυνισμό ως υπόδειγμα φιλοσοφικού βίου.

Είχε σεμνότητα ο Ζήνων, που δεν τον άφηνε να νιώθει άνετα με τη συμπεριφορά του Κράτη· τη θεωρούσε αισχρή. Και όσο ο δάσκαλός του τον έβλεπε συνεσταλμένο τόσο του έκανε καψώνια, για να τον θεραπεύσει, όπως έλεγε, από τις ντροπές. Μια φορά του έδωσε ένα τσουκάλι γεμάτο φακές (μαγειρεμένες άραγε;) να το περάσει μέσα από τον Κεραμικό. Ο Ζήνων φυσικά δείλιαζε. Το μέρος είχε ως συνήθως πολύ κόσμο: συγγενείς μαζεμένοι στους τάφους, μάστορες στα εργαστήρια, πελάτες πέρα δώθε… Προσπάθησε να κρύψει το τσουκάλι στα ρούχα του και τότε ο Κράτης το χτύπησε με το ραβδί του και το έσπασε. Διπλά ντροπιασμένος ο Ζήνων, με τις φακές να χύνονται πάνω του, το ᾽βαλε στα πόδια κι άκουγε από πίσω του τον Κράτη να τον κοροϊδεύει: «Μικρέ Φοίνικα, τι φεύγεις; Δεν έπαθες και τίποτε!»

Δεν άντεχε ο Ζήνων αυτό τον κυνικό τρόπο θεραπείας: να ξεπερνάς μια αδυναμία σου μέσα από την υπερβολή. Είπαμε (σκεφτόταν) να αψηφούμε την κοινή γνώμη, να ειρωνευόμαστε τις συνήθειες των πολλών, ακόμη και να τους σκανδαλίζουμε· φιλόσοφοι είμαστε, θα κλονίζουμε τις βεβαιότητες του απλού ανθρώπου, για να τον ταρακουνήσουμε, να τον κάνουμε να υποψιαστεί ότι μπορεί να ζήσει καλύτερα και διαφορετικά, να του δείξουμε το δικό μας παράδειγμα. Αλλά για να το πετύχουμε αυτό και για να ζήσουμε κι εμείς μια ευτυχισμένη ζωή, είναι ανάγκη να φτάνουμε σε τέτοιες ακρότητες; Μπορεί να ζούμε διαφορετικά από τον κόσμο, αλλά δεν παύουμε να ζούμε μέσα στον κόσμο.

Λίγο οι σκέψεις αυτές, λίγο ο συγκρατημένος του χαρακτήρας, λίγο η φιλομάθειά του, και ο Ζήνων ξέκοψε από τον Κράτη. Το μέγιστο μάθημα που πήρε ήταν ότι η φιλοσοφία δεν είναι μόνο βιβλία και γράμματα, αλλά κυρίως ένας τρόπος ζωής. Υιοθέτησε για πάντα τη σωκρατική άποψη ότι ο φιλόσοφος έχει ουσιαστικό ρόλο στην κοινωνία, να προτρέπει και να διαπαιδαγωγεί (ἔργῳ καὶ λόγῳ) τους ανθρώπους, και όχι μόνο τους νέους.

Από τον Κράτη κράτησε και κάτι άλλο: να δίνει τσουχτερές απαντήσεις σε αυτούς που τις αξίζουν. Και πρώτα απ᾽ όλα στον παλιό του δάσκαλο. Όταν ο Ζήνων πήγε να μαθητεύσει στον Στίλπωνα, κατέφθασε ο Κράτης και, που λέει ο λόγος, τον τραβούσε από τα ρούχα, για να τον αποσπάσει από τον καινούργιο του δάσκαλο. Ο Ζήνων δεν του χαρίστηκε, παρά τον πρέποντα σεβασμό: «Η επιδέξια λαβή για τον φιλόσοφο είναι από τα αφτιά (λαβὴ φιλοσόφων ἐστὶν ἐπιδέξιος ἡ διὰ τῶν ὤτων). Πείσε με, και θα με τραβάς από αυτά. Αν με πάρεις με το ζόρι, το σώμα μου θα ᾽ναι με σένα, η καρδιά μου όμως με τον Στίλπωνα (τὸ μὲν σῶμα παρὰ σοὶ ἔσται, ἡ δὲ ψυχὴ παρὰ Στίλπωνι)» (Διογένης Λαέρτιος 7.24).

Ο Ζήνων δίπλα στον Στίλπωνα και στον Διόδωρο (της Μεγαρικής Σχολής κι οι δυο) ασκήθηκε καλά στη λογική, και την ικανότητα αυτή την αξιοποίησε αργότερα. Δεν πήγε όμως μόνο σε εκπροσώπους των λεγόμενων Σωκρατικών σχολών. Προχωρημένος στις φιλοσοφικές σπουδές, αλλά πάντα μετριόφρων, πήγε και στην Ακαδημία και μάλιστα παρακολουθούσε τα μαθήματα με μεγάλη προσοχή. Δεν δυσανασχέτησε (ούτε βέβαια και οι γονείς του) που πλησίαζε τα τριάντα και ακόμη σπούδαζε. Ίσως είχε κι αυτός μια ιδέα για τη διά βίου εκπαίδευση. Πάντως, ο σχολάρχης Πολέμων τον πείραζε: «Δεν μου ξεφεύγεις, Ζήνωνα, που τρυπώνεις από τις πόρτες του κήπου και κλέβεις τις ιδέες, ντύνοντάς τες στα φοινικικά.» Η αλήθεια είναι ότι τουλάχιστον τις πλατωνικές ιδέες δεν τις έκλεψε· τις άφησε στον υπερουράνιο τόπο τους να ξεχαστούν. Εντυπωσιάστηκε όμως από τη συνοχή και τη στιβαρότητα της φιλοσοφίας του Πλάτωνα - στοιχεία που θα τα ήθελε και στη δική του φιλοσοφία.