Δευτέρα 14 Μαρτίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (17.366-17.422)

Ὣς οἱ μὲν μάρναντο δέμας πυρός, οὐδέ κε φαίης
οὔτε ποτ᾽ ἠέλιον σῶν ἔμμεναι οὔτε σελήνην·
ἠέρι γὰρ κατέχοντο μάχης ἐπί θ᾽ ὅσσον ἄριστοι
ἕστασαν ἀμφὶ Μενοιτιάδῃ κατατεθνηῶτι.
370 οἱ δ᾽ ἄλλοι Τρῶες καὶ ἐϋκνήμιδες Ἀχαιοὶ
εὔκηλοι πολέμιζον ὑπ᾽ αἰθέρι, πέπτατο δ᾽ αὐγὴ
ἠελίου ὀξεῖα, νέφος δ᾽ οὐ φαίνετο πάσης
γαίης οὐδ᾽ ὀρέων· μεταπαυόμενοι δὲ μάχοντο,
ἀλλήλων ἀλεείνοντες βέλεα στονόεντα,
375 πολλὸν ἀφεσταότες. τοὶ δ᾽ ἐν μέσῳ ἄλγε᾽ ἔπασχον
ἠέρι καὶ πολέμῳ, τείροντο δὲ νηλέϊ χαλκῷ
ὅσσοι ἄριστοι ἔσαν· δύο δ᾽ οὔ πω φῶτε πεπύσθην,
ἀνέρε κυδαλίμω, Θρασυμήδης Ἀντίλοχός τε,
Πατρόκλοιο θανόντος ἀμύμονος, ἀλλ᾽ ἔτ᾽ ἔφαντο
380 ζωὸν ἐνὶ πρώτῳ ὁμάδῳ Τρώεσσι μάχεσθαι.
τὼ δ᾽ ἐπιοσσομένω θάνατον καὶ φύζαν ἑταίρων
νόσφιν ἐμαρνάσθην, ἐπεὶ ὣς ἐπετέλλετο Νέστωρ,
ὀτρύνων πόλεμόνδε μελαινάων ἀπὸ νηῶν.
Τοῖς δὲ πανημερίοις ἔριδος μέγα νεῖκος ὀρώρει
385 ἀργαλέης· καμάτῳ δὲ καὶ ἱδρῷ νωλεμὲς αἰεὶ
γούνατά τε κνῆμαί τε πόδες θ᾽ ὑπένερθεν ἑκάστου
χεῖρές τ᾽ ὀφθαλμοί τε παλάσσετο μαρναμένοιιν
ἀμφ᾽ ἀγαθὸν θεράποντα ποδώκεος Αἰακίδαο.
ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἀνὴρ ταύροιο βοὸς μεγάλοιο βοείην
390 λαοῖσιν δώῃ τανύειν, μεθύουσαν ἀλοιφῇ·
δεξάμενοι δ᾽ ἄρα τοί γε διαστάντες τανύουσι
κυκλόσ᾽, ἄφαρ δέ τε ἰκμὰς ἔβη, δύνει δέ τ᾽ ἀλοιφὴ
πολλῶν ἑλκόντων, τάνυται δέ τε πᾶσα διαπρό·
ὣς οἵ γ᾽ ἔνθα καὶ ἔνθα νέκυν ὀλίγῃ ἐνὶ χώρῃ
395 εἵλκεον ἀμφότεροι· μάλα δέ σφισιν ἔλπετο θυμός,
Τρωσὶν μὲν ἐρύειν προτὶ Ἴλιον, αὐτὰρ Ἀχαιοῖς
νῆας ἔπι γλαφυράς· περὶ δ᾽ αὐτοῦ μῶλος ὀρώρει
ἄγριος· οὐδέ κ᾽ Ἄρης λαοσσόος οὐδέ κ᾽ Ἀθήνη
τόν γε ἰδοῦσ᾽ ὀνόσαιτ᾽, οὐδ᾽ εἰ μάλα μιν χόλος ἵκοι·
400 τοῖον Ζεὺς ἐπὶ Πατρόκλῳ ἀνδρῶν τε καὶ ἵππων
ἤματι τῷ ἐτάνυσσε κακὸν πόνον· οὐδ᾽ ἄρα πώ τι
ᾔδεε Πάτροκλον τεθνηότα δῖος Ἀχιλλεύς·
πολλὸν γὰρ ῥ᾽ ἀπάνευθε νεῶν μάρναντο θοάων,
τείχει ὕπο Τρώων· τό μιν οὔ ποτε ἔλπετο θυμῷ
405 τεθνάμεν, ἀλλὰ ζωὸν ἐνιχριμφθέντα πύλῃσιν
ἂψ ἀπονοστήσειν, ἐπεὶ οὐδὲ τὸ ἔλπετο πάμπαν,
ἐκπέρσειν πτολίεθρον ἄνευ ἕθεν, οὐδὲ σὺν αὐτῷ·
πολλάκι γὰρ τό γε μητρὸς ἐπεύθετο νόσφιν ἀκούων,
ἥ οἱ ἀπαγγέλλεσκε Διὸς μεγάλοιο νόημα.
410 δὴ τότε γ᾽ οὔ οἱ ἔειπε κακὸν τόσον ὅσσον ἐτύχθη
μήτηρ, ὅττι ῥά οἱ πολὺ φίλτατος ὤλεθ᾽ ἑταῖρος.
Οἱ δ᾽ αἰεὶ περὶ νεκρὸν ἀκαχμένα δούρατ᾽ ἔχοντες
νωλεμὲς ἐγχρίμπτοντο καὶ ἀλλήλους ἐνάριζον·
ὧδε δέ τις εἴπεσκεν Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων·
415 «ὦ φίλοι, οὐ μὰν ἧμιν ἐϋκλεὲς ἀπονέεσθαι
νῆας ἔπι γλαφυράς, ἀλλ᾽ αὐτοῦ γαῖα μέλαινα
πᾶσι χάνοι· τό κεν ἧμιν ἄφαρ πολὺ κέρδιον εἴη,
εἰ τοῦτον Τρώεσσι μεθήσομεν ἱπποδάμοισιν
ἄστυ πότι σφέτερον ἐρύσαι καὶ κῦδος ἀρέσθαι.»
420 Ὣς δέ τις αὖ Τρώων μεγαθύμων αὐδήσασκεν·
«ὦ φίλοι, εἰ καὶ μοῖρα παρ᾽ ἀνέρι τῷδε δαμῆναι
πάντας ὁμῶς, μή πώ τις ἐρωείτω πολέμοιο.»

***
Έτσι ωσάν φλόγα εμάχοντο και θα ᾽λεγες πως μήτε
ο ήλιος εσώζονταν μήτε η σελήνη πλέον·
ότι σκοτάδι εσκέπαζε τους πολεμάρχους όλους
που εστέκονταν κι εμάχοντο στον Πάτροκλον τριγύρω·
370 ως οι άλλοι Τρώες και Αχαιοί με ανάσα επολεμούσαν
εις τον αέρα ολόλαμπρον από το φως του ηλίου,
και νέφος δεν εφαίνονταν στην γην μηδέ στα όρη,
κι είχαν και ξανασάματα μακρόθεν πολεμώντας
κι εξέφευγαν, ως έπεφταν, τα πικροφόρ᾽ ακόντια·
375 ενώ στην μέσην φοβερά πεθαίναν απ᾽ το σκότος
και από τες λόγχες των εχθρών οι πολεμάρχοι πρώτοι.
Κι ήρωες δύο δοξαστοί δεν είχαν μάθει ακόμη,
ο Αντίλοχος και, αυτάδελφος εκείνου, ο Θρασυμήδης,
πόπεσ᾽ ο θείος Πάτροκλος, κι ενόμιζαν που εκείνος
380 στην σειράν πρώτων ζωντανός τους Τρώας πολεμούσε.
Και ως των συντρόφων την φυγήν φοβούνται και τον φόνον,
ξεχωρισμένοι εμάχονταν, ως είχε παραγγείλει
ο Νέστωρ που τους έστειλε στην μάχην απ᾽ τα πλοία.
Κι είχαν με πείσμα ολήμερον δεινού πολέμου αγώνα
385 και απ᾽ τον κόπον ίδρωτας δεν έπαυε να ραίνει
τες κνήμες των, τα γόνατα, τα πόδια και τα χέρια,
πατόκορφα ως τα βλέφαρα, καθώς αγωνιζόνταν
για τον λαμπρόν ακόλουθον του θείου Αχιλλέως.
Και ως άνθρωπος των νέων του να του τανύσουν δίνει
390μεγάλου ταύρου τόμαρο με πάχος ποτισμένο
και χωρισμένοι γύρωθεν εκείνοι το τεντώνουν
και ως φεύγ᾽ η νότια μέσα του ρουφά το πάχος όλο,
και ωσάν τραβιέται από πολλούς τεντώνεται ως την άκρα·
όμοια σ᾽ αυτήν την σπιθαμήν εκείνοι αντιτραβούσαν
395εδώθ᾽ εκείθε τον νεκρόν, κι οι Τρώες να τον σύρουν
άνω στην Ίλιον έλπιζαν κι οι Δαναοί στα πλοία.
Και γύρω του άγριος μάνιζεν ο πόλεμος, πως μήτε
εάν τους έβλεπ᾽ η Αθηνά μήτ᾽ ο ανδρεγέρτης Άρης
ποσώς δεν θα τους έλεγαν, όσον και αν τους μισούσε.
400 Τέτοιον ο Ζευς στον Πάτροκλον επάνω ανδρών και ίππων
σκληρόν αγώνα ετέντωσεν εκείνην την ημέραν.
Και που ᾽χε πέσει ο Πάτροκλος δεν γνώριζε ο Πηλείδης
ότι απ᾽ τα πλοία ξέμακρα, στα τείχη εμπρός της Τροίας
επολεμούσαν. Ώστε αυτός δεν το ᾽λπιζε να πέσει,
405 θαρρώντας ότι ζωντανός, αφού στες πύλες φθάσει
θενά γυρίσει. Ότι ποσώς δεν έλπιζε ότι εκείνος
χωρίς αυτόν, ή και μ᾽ αυτόν, την πόλιν θα πορθήσει,
ότι πολλές το άκουσε φορές απ᾽ την μητέρα
πως του εφανέρωνε κρυφά το νου του υψίστου Δία.
410 Αλλά δεν του ᾽πε το κακόν, όσο κατόπι εγίνη,
η μάνα του, ότι ο σύντροφος εχάθη ο ποθητός του.
Και άπαντα γύρ᾽ απ᾽ τον νεκρόν τ᾽ ακονητά κοντάρια
έσμιγαν κείνοι αντίστηθα κι επλήθαιναν οι φόνοι.
Και των ανδρείων Αχαιών, κάποιος ευρέθη κι είπε:
415 «Ω φίλοι, δε θα ᾽ν᾽ ένδοξο για μας προς τα καράβια
να γύρομε· αλλ᾽ η μαύρη γη στα πόδια μας ν᾽ ανοίξει
θα ήταν ποθητότερο και να χαθούμεν όλοι,
εάν τούτον θ᾽ αφήσομεν στους ιπποδάμους Τρώας,
να σύρουν εις την πόλιν τους και δόξαν ν᾽ αποκτήσουν».
420 Και κάποιος πάλιν έλεγε των γενναιοψύχων Τρώων:
«Στο πλάγι, ω φίλοι, αυτού του ανδρός να πέσομε όλοι αντάμα
η μοίρ᾽ αν θέλει, ασάλευτοι σταθείτε στον αγώνα».

Η Θαυματουργή Δύναμη του Υποσυνειδήτου σας

Η δύναμη του υποσυνειδήτου σας είναι τεράστια. Σας εμπνέει, σας καθοδηγεί και σας αποκαλύπτει ονόματα, γεγονότα και σκηνές από την αποθήκη της μνήμης σας.

Το υποσυνείδητό σας ελέγχει όλες τις ζωτικές διεργασίες και λειτουργίες του οργανισμού σας και ξέρει τη λύση όλων των προβλημάτων.

Το υποσυνείδητό σας ποτέ δεν κοιμάται, ποτέ δεν ησυχάζει. Δουλεύει διαρκώς. Μπορείτε να ανακαλύψετε τη θαυματουργή δύναμη του υποσυνειδήτου σας λέγοντάς του απλά και καθαρά πριν από τον ύπνο ότι θέλετε να γίνει κάποιο συγκεκριμένο πράγμα. Θα χαρείτε πολύ όταν διαπιστώσετε ότι μέσα σας απελευθερώνονται δυνάμεις που οδηγούν στην πραγματοποίηση αυτού που επιθυμείτε.

Το υποσυνείδητό σας είναι η πηγή των ιδανικών σας, των φιλοδοξιών και των αλτρουιστικών σας τάσεων.

Το υποσυνείδητό σας είναι το Βιβλίο της Ζωής σας

Όποιες σκέψεις, πεποιθήσεις, απόψεις, θεωρίες, ή δόγματα εντυπώνετε ή χαράζετε στο υποσυνείδητό σας θα τις βιώσετε ως αντικειμενική εκδήλωση συνθηκών, καταστάσεων και γεγονότων. Αυτά που εγγράφετε εσωτερικά θα τα βιώσετε εξωτερικά. Η ζωή σας έχει δυο πλευρές, την αντικειμενική και την υποκειμενική, την ορατή και την αόρατη, τη σκέψη και την εκδήλωσή της.

Η σκέψη γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας από τον εγκέφαλο, το όργανο του συνειδητού, λογικού σας νου. Όταν το συνειδητό ή ο αντικειμενικός σας νους αποδεχτεί τη σκέψη ολοκληρωτικά, τότε αυτή στέλνεται στο ηλιακό πλέγμα που ονομάζεται εγκέφαλος του νου, όπου αποκτά σάρκα και εκδηλώνεται στη ζωή σας.

Όπως τονίστηκε πριν, το υποσυνείδητό σας δεν προβάλλει αντιρρήσεις. Απλώς ενεργεί με βάση ότι εγγράφεται σ’ αυτό. Δέχεται την ετυμηγορία σας ή τα συμπεράσματα του συνειδητού σας σαν τελεσίδικα. Έτσι θα μπορούσαμε να πούμε ότι γράφετε αδιάκοπα στο βιβλίο της ζωής, αφού οι σκέψεις σας γίνονται εμπειρίες.

Αυτό που εντυπώνεται στο υποσυνείδητο εξωτερικεύεται

Ο William James, ο πατέρας της αμερικανικής ψυχολογίας, είπε ότι η δύναμη που κινεί τον κόσμο βρίσκεται στο υποσυνείδητο. Το υποσυνείδητο χαρακτηρίζεται από άπειρη ευφυΐα και απεριόριστη σοφία. Τροφοδοτείται από κρυφές πηγές και αποκαλείται νόμος της ζωής. Οτιδήποτε χαράξετε επάνω του, το υποσυνείδητό σας θα κινήσει γη και ουρανό για να το κάνει πραγματικότητα. Γι’ αυτό πρέπει να το τροφοδοτείτε με τις κατάλληλες ιδέες και με εποικοδομητικές σκέψεις.

Ο λόγος που υπάρχει τόσο χάος και δυστυχία στον κόσμο είναι ότι οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται την αλληλεπίδραση μεταξύ του συνειδητού και του υποσυνειδήτου τους. Όταν αυτές οι δύο δυνάμεις λειτουργούν αρμονικά και συγχρονισμένα έχουμε υγεία, ευτυχία, γαλήνη και χαρά. Δεν υπάρχει αρρώστια ή διαταραχή όταν συνειδητό και υποσυνείδητο συνεργάζονται αρμονικά και ειρηνικά.

Αυτός είναι ο μεγάλος νόμος της ζωής.

Θα παρατηρήσετε παντού στη φύση το νόμο της δράσης και της αντίδρασης, της αδράνειας και της κίνησης. Αυτά τα δυο πράγματα πρέπει να εξισορροπούνται για να υπάρχει αρμονία και ισορροπία. Πρέπει να αφήνουμε την αρχή της ζωής να ρέει μέσα μας ρυθμικά και αρμονικά. Η εισροή και η εκροή πρέπει να είναι ίσες. Όλη σας η απογοήτευση οφείλεται σε ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Αν σκέφτεστε αρνητικά, καταστρεπτικά και με κακία, οι σκέψεις σας θα παράγουν καταστρεπτικά συναισθήματα που πρέπει να εκφραστούν και βρουν διέξοδο. Καθώς τα συναισθήματα αυτά είναι αρνητικής φύσης, εκδηλώνονται συνήθως σαν έλκη, καρδιακές παθήσεις, υπέρταση και άγχος.

Πληγώνουμε τον εαυτό μας με τις αρνητικές ιδέες που ενστερνιζόμαστε. Πόσες φορές δεν πλήγωσες τον εαυτό σου με την οργή σου, τους φόβους, τη ζήλια ή τη μανία σου για εκδίκηση; Αυτά είναι τα δηλητήρια που μπαίνουν στο υποσυνείδητό σου. Δεν γεννήθηκες μ’ αυτές τις αρνητικές διαθέσεις μέσα σου. Τροφοδότησε το υποσυνείδητό σου με ζωοδότρες σκέψεις και θα αποδιώξεις όλες τις αρνητικές καταστάσεις που έχεις μέσα σου. Με την πάροδο του χρόνου, εφόσον το κάνεις αυτό, όλο το παρελθόν θα σβηστεί και δεν θα το θυμάσαι πια.

Πώς να μην τρελαθείς στην εποχή του «τι άλλο θα ζήσουμε»

Η ζωή είναι απρόβλεπτη και μας το υπενθυμίζει καθημερινά. Πολλά είναι εκείνα τα οποία μπορούν να ξεκινήσουν, να σταματήσουν προσωρινά ή για πάντα ακόμη και ν’ αλλάξουν για κάποιο λόγο, που ίσως στο παρόν να μην καταλάβουμε. Σίγουρα όμως ο χρόνος θα μας δώσει την απάντηση που θέλουμε και θα μας λύσει κάθε απορία. Κάποιες φορές, όσα πλάνα κι αν σχεδιάσουμε για το παρόν ή το μέλλον, κανένα απ’ αυτά δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί να συμβεί.

Όλα κυλάνε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και πριν προλάβουμε να το αντιληφθούμε, οι στιγμές μας γίνονται αναμνήσεις. Μας κατασπαράζει ο φόβος για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στο μέλλον και ζούμε μόνιμα την κάθε μας ημέρα μ’ ένα «τι θα γίνει». Και τελικά, αυτό που γίνεται είναι να χάνουμε αυτά που αξίζουν την αφοσίωση, τον χρόνο και την αγάπη μας. Το άγχος κι ο φόβος για το άγνωστο μας κάνει αλλόκοτους, τόσο που ούτε εμείς οι ίδιοι δεν αναγνωρίζουμε πλέον τον εαυτό μας.

Όταν η τυραννία του «αργότερα» γίνεται τρόπος ζωής, δημιουργεί ακόμη περισσότερες φοβίες αλλά κι αλλαγή 360 μοιρών στη συμπεριφορά μας, βλέποντας τα πάντα γύρω με το στρες μιας σωστής πρόβλεψης. Ο ψυχικός μας κόσμος αρχίζει να διαλύεται καθώς εμείς αναλογιζόμαστε τι μπορεί και τι δεν μπορεί να συμβεί στα μελλοντικά μας σχέδια. Άραγε θα φθάσουμε εκεί που θέλουμε; Κι αν δε φθάσουμε τελικά; Ζούμε με τον φόβο για πράγματα τα οποία δεν έχουν έρθει κι ίσως να μην έρθουν και ποτέ.

Ζούμε με τον πόνο στο στομάχι, τις ταχυκαρδίες, τα αυτό άνοσα προβλήματα, τα σημάδια που μας δείχνουν ότι κάτι δεν πάει καλά. Κι ανησυχούμε. Και πονάμε. Και δεν κοιμόμαστε. Κι ανησυχούμε ξανά. Και σε έναν κόσμο που φαίνεται όλο και πιο απαισιόδοξα να μας χτυπάει την πόρτα, μοιάζει με έναν φαύλο κύκλο η ζωή μας, στον οποίο είμαστε καταδικασμένοι να ανησυχούμε για πράγματα που πρακτικά δε συμβαίνουν τώρα.

Οτιδήποτε κι αν έρθει λοιπόν γι’ αυτό το μέλλον που τρομάζει, ας έρθει. Γιατί πρέπει πάντα να έχουμε στο μυαλό μας πως όσα πλάνα κι αν κάνουμε, όσο τρομαγμένοι κι αν νιώθουμε στο τώρα, αυτό που είναι να συμβεί στο τέλος θα συμβεί, είτε καλό είτε όχι. Με το να σκεφτόμαστε και να αναλώνουμε όλη μας την ενέργεια σε σενάρια, μόνο περισσότερα προβλήματα μπορούμε να δημιουργήσουμε, μεγαλύτερους φόβους κι αξεπέραστες ανασφάλειες. Κι είναι ίσως στα πολύ σκοτεινά της ζωής που αξίζει, ή μάλλον χρειάζεται, να αφήνεσαι σε μια ελπιδοφόρα νέα συνθήκη.

Σίγουρα κάποια στιγμή θα τα καταφέρουμε, γιατί η ζωή έχει την τάση να επιστρέφει και ν’ ανταμείβει εκείνους που πιστεύουν σ’ αυτή. Από το να καλλιεργείς φοβίες, καλύτερα να καλλιεργήσεις όλο σου το είναι για να γίνεις το μέλλον που θέλεις να είσαι. Αναγνώρισε τους φόβους και τις ανησυχίες. Σίγουρα μέσα σου θα βρεις την απάντηση.

Δεν είμαστε προετοιμασμένοι για το άγνωστο και δε μας αρέσει το κλίμα αλλαγής εκ φύσεως. Σίγουρα όμως έχουμε την αντίληψη και την ικανότητα της προσαρμογής σε όλα, για όλα. Βρίσκοντας λοιπόν την αιτία και τον προσδιορισμό αυτής. Να εκπαιδεύσουμε τους εαυτούς μας ώστε να τη δέχεται να ζει με φαντασία που αφορά ένα δυστοπικό αύριο. Να παίρνουμε ρίσκα, βγαίνοντας από τη ζώνη ασφαλείας μας, διότι κάτι το οποίο θεωρούμε ριψοκίνδυνο μπορεί να αλλάξει ολόκληρη τη ζωή μας προς το καλύτερο.

Πόσο πιο χαρούμενοι θα ήμασταν, αν ρεαλιστικά φέρναμε τις καταστάσεις στο παρόν. Αν η αλλαγή στη ζωή μας χωρίς να μένουμε στάσιμος, ήταν η μόνη κανονικότητά μας. Άλλωστε τίποτα δεν είναι σταθερό και τίποτα δεν κρατάει για πάντα- κι είναι η αντίσταση σ’ αυτό που φέρνει τα προβλήματα. Ας το φιλοσοφήσουμε και λιγάκι για να μην τρελαθούμε, λέγοντας πως ευτυχώς που η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις και δεν πλήττουμε, ειδάλλως δε θα είχαμε κανέναν απολύτως λόγο ύπαρξης. Ευτυχώς που όλα τρέχουν κι έχουμε να αναδιαμορφώνουμε τις συνθήκες, για να τις κάνουμε καλύτερες. Το μέλλον σίγουρα είναι άγνωστο, αλλά μια στιγμή παραπάνω. Μέχρι να έρθει, ας ασχοληθούμε με αυτή που έχουμε στα χέρια μας· τι λέτε;

Από τη νοοτροπία του θύματος στην ανάληψη ευθύνης

Πάρε την ευθύνη του εαυτού σου και των συναισθημάτων σου! Αυτή την άποψη τη βρίσκουμε σε κάθε συμβουλή που μας δίνουν. Η ανάληψη της ευθύνης του εαυτού μας είναι το σημαντικότερο καθήκον μας και το θεμέλιο για την προσωπική μας εξέλιξη.

Ζώντας μέσα στο ρόλο του θύματος

Τα τελευταία χρόνια παρατήρησα επανειλημμένως ότι πολλοί άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται ότι περνούν τη ζωή τους στον ρόλο του θύματος. Ακόμη κι εγώ, χρειάζομαι μερικές φορές λίγο περισσότερο χρόνο για να μπορέσω να καταλήξω στο συγκεκριμένο συμπέρασμα για κάποιους από τους φίλους μου.

Οι άνθρωποι αυτοί είναι εργατικοί και αφοσιωμένοι. Και παρ' όλα αυτά δεν μετακινούνται. Εξηγούν ότι: «Θεωρητικά μου είναι σαφές, ωστόσο δεν μπορώ να το αλλάξω!»

Και συμπληρώνουν: «Δεν μπορώ να κόψω από τον τάδε ή τον δείνα, παρόλο που ξέρω ότι δεν μου κάνει καλό».

Ή: «Δεν μπορώ να κάνω το άλφα ή το βήτα, φοβάμαι πάρα πολύ».

Ο πυρήνας αυτών και άλλων παρόμοιων δηλώσεων είναι ο εξής: Δεν ξέρω πώς να βοηθήσω τον εαυτό μου. Σώσε με! Είτε διαβάζω ένα βιβλίο, μπορώ να κάνω ό,τι με συμβουλεύουν να κάνω, να εκτελώ κάθε πράξη και ταυτόχρονα να είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι είμαι εκτεθειμένος στα συναισθήματά μου και στις σκέψεις μου. Πρέπει να με βοηθήσεις.

Αυτή η ασυνείδητη άρνηση να αναλάβει κανείς την ευθύνη της ζωής του μποϊκοτάρει όλες τις προσπάθειες να βοηθηθεί που έρχονται απέξω.

Δεν είναι σπάνιες οι φορές που οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται σε κατάσταση αναμονής. Συχνά έχουν τραυματικές εμπειρίες από την παιδική τους ηλικία και σε ό,τι αφορά το συναίσθημα είναι «παγωμένοι».

Έχει τεθεί σε εφαρμογή ένα είδος «προγράμματος λειτουργίας», με τη βοήθεια του οποίου λειτουργούν.

Πίσω από αυτό όμως κρύβεται ο βαθύτατος φόβος ότι θα τους συντρίψουν τρομακτικά συναισθήματα.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να βάλετε το χέρι στην καρδιά και να νιώσετε βαθιά μέσα σας ποιος κατά τη γνώμη σας πρέπει να φροντίσει να νιώσετε καλύτερα. Αφουγκραστείτε τον εαυτό σας πολύ ειλικρινά και αφήστε την απάντηση να βγει από την ψυχή σας. Είναι ο σύντροφός σας, η μαμά ή ο μπαμπάς, το σύμπαν; Ποιος θα σας σώσει;

Σε περίπτωση που έπειτα από αυτόν τον ειλικρινή έλεγχο πιάσατε τον εαυτό σας να ελπίζει στη λύτρωση απέξω, τότε χτυπήστε με αναγνώριση τον εαυτό σας στην πλάτη γι' αυτό το θαρραλέο βήμα αυτογνωσίας.

Θα ήθελα τώρα να προχωρήσουμε άλλο ένα βήμα προσπαθώντας να μάθουμε ποια προστατευτική λειτουργία μπορεί να αναλάβει αυτή η αντίληψη.

Αιτίες για τις οποίες μένετε στο ρόλο του θύματος

Στρέψτε την προσοχή σας πάλι στην περιοχή του στήθους και της κοιλιάς, στην έδρα των συναισθημάτων δηλαδή, και νιώστε ποια φαινομενικά πλεονεκτήματα θα μπορούσε να έχει το να παραδώσετε την ευθύνη για τη ζωή σας σε κάποιο άλλο άτομο ή σε κάποια άλλη αρχή.

Πολύ συχνές αιτίες είναι:
  • Φοβάμαι ότι δεν θα τα καταφέρω, έτσι δεν το προσπαθώ καν. Αυτό με προστατεύει από μια ακόμα αποτυχία.
  • Μπορώ να τα αφήσω όλα όπως ήταν παλιά. Η παλιά μου ζωή έχει μεν τα μειονεκτήματά της, όμως μου προσφέρει ασφάλεια: Εκεί ξέρω τα κατατόπια.
  • Δείχνω στον κόσμο (και στους γονείς μου) ότι έχω υποστεί μεγάλη αδικία και ότι κανείς και τίποτα δεν είναι σε θέση να επανορθώσει. Αυτό μου προκαλεί μια κάποια ικανοποίηση.
  • Μπορώ να αποδώσω την ευθύνη της κατάστασής μου σε άλλους. Εγώ ο ίδιος δεν κάνω κανένα λάθος όσο δεν κινούμαι.
  • Νιώθω μέσα μου μια ασυγκράτητη, συσσωρευμένη και απωθημένη οργή. Όσο πιο άσχημα νιώθω, τόσο περισσότερο μπορώ να πάρω εκδίκηση από άλλους ανθρώπους (σύντροφο, παιδιά, γονείς), που παρακολουθούν τα βάσανά μου αμέτοχοι.
  • Θα ήθελα να αλλάξω, είμαι όμως πολύ νωθρός για να το εφαρμόσω στην πράξη. Ελπίζω ότι κάποια μέρα θα έχω περισσότερη ενέργεια ώστε να το πραγματοποιήσω.
Αν αναγνωρίσατε γιατί αποτελεί πλεονέκτημα να παραμένετε στον ρόλο του θύματος, τότε κοιτάξτε πάλι βαθιά μέσα σας και αναρωτηθείτε αν πράγματι είναι πλεονέκτημα. Μπορείτε ανά πάσα στιγμή να αποφασίσετε ελεύθερα αν θέλετε να συνεχίσετε να παίζετε τον ρόλο του θύματος ή αν θέλετε να βγείτε από αυτόν.

Για ένα πράγμα μπορώ να σας διαβεβαιώσω: Όταν αποφασίσετε να αναλάβετε την ευθύνη για τα συναισθήματά σας και τις αποφάσεις, θα αλλάξετε τη ζωή σας.

Ας λέμε ανοιχτά αυτό που νιώθουμε

Η σωστή επικοινωνία είναι το κλειδί για τις επιτυχημένες ανθρώπινες σχέσεις.

Μίλα. Έχουμε ξεχάσει πως είναι να εκφραζόμαστε. Να λέμε ανοιχτά αυτό που νιώθουμε, αυτό που μας ενοχλεί, που μας βασανίζει, που αναμοχλεύουμε ξανά και ξανά στο κεφάλι μας.

Δεν μιλάμε, δεν επικοινωνούμε ουσιαστικά. Συνήθως κρυβόμαστε. Αποφεύγουμε να μιλήσουμε και να εκφραστούμε ακόμα και στον ίδιο τον εαυτό μας.

Προτιμάμε να κάνουμε υποθέσεις, να φτιάχνουμε ολόκληρα σενάρια στο κεφάλι μας, να ταλαιπωρούμε τον εαυτό μας αναλύοντας καταστάσεις και γεγονότα και σε μια ερώτηση τύπου “τί έχεις;”, “πώς είσαι;”, “σε ενόχλησε κάτι;”, οι απαντήσεις θα είναι “τίποτα”, “όλα καλά”, “όχι, δεν με πείραξε κάτι”. Συχνά, «αθώα» ψέματα της καθημερινότητας. Ψέματα που λέμε πρώτα στον εαυτό μας και μετά στους άλλους.

Είναι που πολλές φορές φοβόμαστε να μιλήσουμε. Πώς θα αντιδράσει άραγε ο άλλος σε αυτό που θα πω; Και τι θα μου απαντήσει; Κι άμα παρεξηγηθεί και τσακωθούμε; Κάποιες άλλες φορές δεν μιλάμε γιατί δεν θέλουμε να στενοχωρήσουμε κάποιον είτε επειδή υποθέτουμε και φανταζόμαστε την αντίδρασή του είτε επειδή όντως ξέρουμε τον τρόπο που θα εισπράξει και θα επεξεργαστεί τα λεγόμενά μας και δεν θέλουμε να τον πληγώσουμε.

Κι ας έκανε “φάουλ”. Και καταλήγουμε να πληγώνουμε τον εαυτό μας στην προσπάθειά μας να “προστατεύσουμε” κάποιον άλλο, γιατί αυτό που έχουμε το κρατάμε μέσα μας. Κι όσο κι αν προσπαθούμε να το πνίξουμε όλο αυτό και να το αφήσουμε πίσω μας, πάντα κάτι θα μένει μέσα μας που θα μας τρώει και κάποια στιγμή θα επανέλθει στο προσκήνιο και το χειρότερο είναι πως θα εκφραστεί με μεγαλύτερη ένταση από την πρέπουσα. Συναισθήματα που καταπιέζονται και απωθούνται, που “θάβονται” αντί να εκφραστούν στο σωστό τόπο και χρόνο, με τον ανάλογο τρόπο, ξεσπούν κάποια στιγμή με μεγαλύτερη ορμή.

Μια τέτοια κατάσταση, λανθάνουσας στενοχώριας ή θυμού κ.λ.π δεν αξίζει σε κανέναν. Είναι άδικη και απέναντι στον εαυτό μας και απέναντι στους άλλους, γιατί δεν είμαστε ειλικρινείς. Εάν συνέβη ή ειπώθηκε κάτι που μας ενόχλησε, στενοχώρησε, προσέβαλε ή εκνεύρισε με κάποιον τρόπο, οφείλουμε πρώτα απ' όλα στον εαυτό μας να το εξωτερικεύσουμε στον άμεσα εμπλεκόμενο υπό τις κατάλληλες συνθήκες (δηλ. στον σωστό τόπο και χρόνο, με τον κατάλληλο τρόπο, χωρίς εντάσεις, περιττές κουβέντες και εκδραμάτιση της κατάστασης).

Ο άλλος δεν μπορεί να διαβάσει τη σκέψη μας, να μαντέψει εάν κάτι μας ενόχλησε στη συμπεριφορά του και τι θα μπορούσε να ήταν αυτό. Κι άμα δεν εκφράσεις καθαρά αυτό που σε ενόχλησε είτε ήταν λόγια είτε πράξεις, το πιο πιθανό είναι να επαναληφθεί κάτι ανάλογο. Κι όσο το αφήνεις να επαναλαμβάνεται, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να βρεις το θάρρος ή την άνεση να το πεις μετά.

Και τόσο πιο πολύ θα συσσωρεύεται η ένταση μέσα σου, μέχρι που δεν θα αντέχεις άλλο και θα γίνει το μπαμ. Κάπως έτσι έρχονται οι εκρήξεις και οι έντονοι καυγάδες στις ανθρώπινες σχέσεις γενικά είτε είναι ερωτικές είτε είναι φιλικές, οικογενειακές, επαγγελματικές κ.λ.π. Κι ο άλλος ξαφνικά θα δεχτεί μια “αδικαιολόγητη” επίθεση από το πουθενά, γιατί χωρίς να έχεις αντιδράσει ή εκφραστεί σε παρόμοιες περιπτώσεις, σε βλέπει να αντιδράς έντονα επειδή φέρεις μέσα σου συσσωρευμένη ένταση που ξεσπά.

Ο άλλος λοιπόν, θα μπει σε θέση αμυνόμενου για την επίθεση που θα εισπράξει από τη συμπεριφορά σου, την οποία θα δυσκολευτεί να κατανοήσει, κι εσύ εν τέλει θα χάσεις το δίκιο σου, γιατί δεν μίλησες όταν έπρεπε...

Συχνά λέμε “δώσε τόπο στην οργή”. Η οργή όμως, όπως η φωτιά, φουντώνει εύκολα. Όσο της δίνεις χώρο, τόσο μεγαλώνει. Καλό είναι τις φωτιές να τις προλαβαίνουμε όσο το δυνατόν νωρίτερα, προτού η σπίθα γίνει πυρκαγιά. Αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να είμαστε αντιδραστικοί σε όλα και να μη “σηκώνουμε μύγα στο σπαθί μας”. Καλό είναι να μπορούμε να ζυγίζουμε τις καταστάσεις και τα πρόσωπα που εμπλέκονται σε αυτές για να είμαστε σε θέση να προστατέψουμε και τον εαυτό μας και τη σχέση μας με τον άλλο.

Ο άλλος πρέπει να είναι και έτοιμος αν ακούσει αυτό που έχουμε να του πούμε και αδιαμφισβήτητα δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι για να εκφραστούμε με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Κάποιοι είναι πιο ευαίσθητοι, κάποιοι πιο ευερέθιστοι. Ενίοτε, χρειάζεται να πάρουμε κι εμείς κι εκείνοι το χρόνο μας να ηρεμήσουμε, για να μην ειπωθούν πράγματα πάνω στην ένταση της στιγμής που θα τα μετανιώσουμε μετά. Γι αυτό έχει μεγάλη σημασία η στιγμή που θα διαλέξεις να μιλήσεις σε κάποιον, όπως και το πόσο έτοιμη και συζητήσιμη είναι και η “άλλη πλευρά”.

Οι προσπάθειές μας μπορεί να μην είναι πάντα επιτυχημένες και να μη φέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Τουλάχιστον όμως θα ξέρουμε ότι προσπαθήσαμε, ότι κάναμε το καλύτερο που μπορούσαμε για να διευθετήσουμε/επιλύσουμε ένα πρόβλημα, μια παρεξήγηση, μια δυσάρεστη κατάσταση κ.λ.π. Από εκεί και πέρα, εάν το πρόβλημα εμμένει, ζυγίζεις τις επιλογές σου. Τι οφέλη και τι κόστος έχει η κατάσταση και η σχέση σου με τον τάδε άνθρωπο, αναλόγως και πόσο σημαντικός είναι αυτός ο άνθρωπος για σένα.

Εάν δεν μπορείς να αποδεχτείς και να υπομείνεις μια κατάσταση ως έχει, για τους όποιους λόγους που είναι σημαντικοί για σένα και τη ψυχοσωματική σου υγεία και ευεξία, τότε φεύγεις, αποστασιοποιείσαι όσο μπορείς από την κατάσταση ή τους ανθρώπους που μπορεί να σε πληγώνουν με κάποιον τρόπο ή απλώς δεν “τα βρίσκετε” πια... Θα ξέρεις όμως ότι δεν έμεινες/ έφυγες από κάπου χωρίς προσπάθεια, επειδή δεν μίλησες. Επειδή δίστασες ή φοβήθηκες και δεν τόλμησες.

Η σωστή επικοινωνία είναι το κλειδί για τις επιτυχημένες ανθρώπινες σχέσεις. Και οι επιτυχημένες διαπροσωπικές σχέσεις έχουν τις εντάσεις τους, όμως ο τρόπος με τον οποίο θα χειριστούν μια “κρίσιμη κατάσταση” και οι δυο πλευρές είναι το μυστικό για να μην υπάρξει κάποια ανεπανόρθωτη ρήξη στη σχέση.

Επίκουρος και Dawkins: Περί Θανάτου

Μη σε στεναχωρεί ο θάνατος. Όσο είσαι ζωντανός δεν έχεις σχέση μ’ αυτόν, μα κι όταν πεθάνεις, πάλι δεν έχεις να κάνεις μ’ αυτόν, διότι τότε δεν θα ’χεις να κάνεις με τίποτα.

«Ένα τίποτα είναι για μας ο θάνατος» λέει ο Επίκουρος, γιατί «όταν υπάρχουμε εμείς, ο θάνατος είναι απών, και όταν ο θάνατος είναι παρών, δεν υπάρχουμε εμείς».

Ο θάνατος είναι πάντοτε άσχετος μ’ εμάς αν και προκαλεί μεγάλη στενοχώρια σε πολλούς ανθρώπους για μεγάλο διάστημα της ζωής τους.

Η έγνοια του θανάτου καλύπτει σαν πέπλο την εμπειρία της ζωής, είτε γιατί οι άνθρωποι προσβλέπουν σε μετά θάνατο ζωή και τρομοκρατούνται και εξευτελίζονται προκειμένου να κερδίσουν την εύνοια του Θεού, που θα μπορούσε κάλλιστα να τους τιμωρήσει για τις κακές τους πράξεις, είτε γιατί λυπούνται και τρομάζουν με την ιδέα ότι δεν θα υπάρχουν μετά το θάνατό τους.

Όμως δεν υπάρχουν θεοί που να μας απειλούν, μα ακόμα και να υπήρχαν, εμείς δεν θα είμασταν παρόντες για να μας τιμωρήσουν.

Η ψυχή μας είναι ένα λεπτό πράγμα που διαλύεται όταν πεθαίνουμε, μα ακόμα κι αν το υλικό της ήταν τέτοιο που να επιβιώνει άθικτο, αυτό για μας πάλι δεν θα σήμαινε τίποτα, γιατί ό,τι έχει σημασία είναι η συνέχεια του βιώματος, η οποία όμως διαρρηγνύεται με τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα.

Είναι παράλογο να φοβάσαι την μη ύπαρξή σου, τη στιγμή που ήδη ξέρεις πώς είναι το να μην υπάρχεις, σκέψου την εποχή που δεν είχες ακόμα γεννηθεί: ήταν τόσο απαράδεκτη η ανυπαρξία σου;

Είναι μεγάλο μπέρδεμα το να στεναχωριέσαι για τη θνητότητά σου, κι είναι αχαριστία να αγανακτάς με τους περιορισμούς της ζωής, σαν άπληστος συνδαιτυμόνας που έχει την απαίτηση να του σερβίρουν πιάτα επ’ αόριστον και αρνείται να σηκωθεί από το τραπέζι. (1)

Όλοι μας θα πεθάνουμε κι αυτό μας κάνει πολύ τυχερούς. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα πεθάνουν ποτέ, διότι δεν πρόκειται ποτέ να γεννηθούν.

Ο αριθμός των ανθρώπων που θα μπορούσαν δυνητικά να βρίσκονται στη θέση μου, αλλά που στην πραγματικότητα δεν θα δουν ποτέ το φως της μέρας, είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των κόκκων της άμμου της Αραβίας.

Προφανώς σ’ αυτές τις αγέννητες ψυχές συγκαταλέγονται ποιητές μεγαλύτεροι από τον Κιτς και επιστήμονες σημαντικότεροι από το Νεύτωνα. Αυτό το γνωρίζουμε διότι ο συνδυασμός πιθανών ανθρώπων, των οποίων την ύπαρξη επιτρέπει το DNA μας, υπερβαίνει μαζικά τον αριθμό των πραγματικών ανθρώπων. Εσείς κι εγώ βρισκόμαστε εδώ ως κοινοί θνητοί στα δόντια τέτοιων εκπληκτικών αριθμών.

Η κλωστή των ιστορικών γεγονότων από τα οποία κρέμεται η ύπαρξή μας είναι απίστευτα λεπτή.

«Αν συγκριθεί με την άγνωστη σε μας χρονική διάρκεια, ω Βασιλιά, η τωρινή ζωή των ανθρώπων στη γη μοιάζει με το πέταγμα ενός σπουργιτιού μέσα στην αίθουσα όπου κάθεστε το χειμώνα με τους λοχαγούς και τους υπουργούς σας. Μπαίνοντας από μια πόρτα και βγαίνοντας από μια άλλη προστατεύεται από τη χειμωνιάτικη θύελλα όσο βρίσκεται εντός. Αλλά αυτό το σύντομο διάστημα ηρεμίας τελειώνει σε μια στιγμή και το σπουργίτι επιστρέφει στο χειμώνα απ’ όπου ήρθε, και χάνεται απ’ τα μάτια σας. η ζωή του ανθρώπου είναι παρόμοια, το τί έπεται ή το τί προηγήθηκε, δεν το γνωρίζουμε καθόλου...» (The Venerable Bede, A History of the English Church and People)

Μετά από ύπνο εκατομμυρίων αιώνων ανοίξαμε τα μάτια μας σε ένα λαμπρό πλανήτη με λαμπερά χρώματα, που σφύζει από ζωή.

Μέσα σε λίγες δεκαετίες πρέπει να κλείσουμε τα μάτια μας και πάλι.

Δεν είναι άραγε ευγενής και φωτισμένος τρόπος να περνάμε το λίγο χρόνο μας κάτω από τον ήλιο στο να εργαζόμαστε για την κατανόηση του σύμπαντος και του πώς έτυχε να ξυπνήσουμε μέσα του;

Αυτή είναι η απάντησή μου όταν με ρωτούν-πράγμα που συμβαίνει εκπληκτικά συχνά- γιατί κάνω τον κόπο να ξυπνήσω το πρωί. Ας το θέσω διαφορετικά: δεν είναι λυπηρό να καταλήξεις στον τάφο σου χωρίς ποτέ να αναρωτηθείς γιατί γεννήθηκες;

Σ’ αυτή τη σκέψη ποιός δεν θα πεταγόταν απ’ το κρεβάτι πρόθυμος να συνεχίσει την ανακάλυψη του κόσμου και χαρούμενος που αποτελεί μέρος του;

Η Κάθλιν Ρέιν ποιήτρια και καθηγήτρια φυσικών επιστημών στο Κέμπριτζ, ειδικευμένη στη Βιολογία βρήκε σχετική παρηγοριά σαν νέα γυναίκα δυστυχισμένη στον έρωτα και ψάχνοντας απεγνωσμένα για ανακούφιση από τη λύπη:

Τότε ο ουρανός μου μίλησε με καθαρή λαλιά,
γνώριμη στην καρδιά, σαν την αγάπη κοντινά.
Ο ουρανός είπε στην ψυχή μου: «Έχεις εκείνο που ποθείς!»

Να ξέρεις πως γεννήθηκες μαζί,
με σύννεφα ανέμους, άστρα και αεικίνητες θάλασσες,
και κατοίκους των δασών. Η φύση σου είναι αυτή...

Ύψωσε την καρδιά σου άφοβη ξανά,
κοιμήσου στον τάφο ή ανάπνευσε το ζωντανό αέρα,
μοιράζεσαι τον κόσμο αυτόν με το άνθος και την τίγρη
...
Passion (1943)
--------------------------
(1) Επίκουρος – Κείμενα πηγές της επικούρειας φιλοσοφίας και τέχνης του ζην

(2) Richard Dawkins – Υφαίνοντας το Ουράνιο Τόξο

Τι είμαι; Είμαι αυτό που βλέπω, αυτό που σκέφτομαι, αυτό που αισθάνομαι;

Ο νους συγχέει τις ανάγκες του σώματος με τις δικές του γιατί έχει ανάγκη να ξέρει: Τι είμαι; Ζούμε σε αυτόν τον κόσμο της ψευδαίσθησης και δεν έχουμε ιδέα τι είμαστε. Έτσι, ο νους μας δημιουργεί όλες αυτές τις ερωτήσεις. Το ερώτημα «Τι είμαι;» γίνεται το μεγαλύτερο μυστήριο και οποιαδήποτε απάντηση ικανοποιεί την ανάγκη μας για ασφάλεια. Ο νους λέει: «Είμαι το σώμα. Είμαι αυτό που βλέπω, αυτό που σκέφτομαι, αυτό που αισθάνομαι. Πονάω- αιμορραγώ».

Η συνάφεια μεταξύ νου και σώματος είναι τόσο στενή που ο νους πιστεύει ότι είναι το σώμα. Το σώμα έχει ανάγκη και είναι ο νους που λέει «Έχω ανάγκη». Ο νους παίρνει τα του σώματος προσωπικά γιατί προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα «Τι είμαι;». Έτσι, είναι εντελώς φυσιολογικό από ένα σημείο και μετά ο νους να παίρνει τον έλεγχο του σώματος. Και ζείτε έτσι, μέχρι που συμβαίνει κάτι που σας ταρακουνά και σας δείχνει τι δεν είστε. Και όταν δείτε τι δεν είστε, όταν ο νους σας αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι δεν είναι το σώμα σας, αρχίζετε να αποκτάτε επίγνωση. Ο νους λέει: «Τότε, τι είμαι; Είμαι το χέρι; Αν κόψω το χέρι μου, είμαι ακόμη εγώ. Τότε, δεν είμαι το χέρι μου». Αφαιρείτε όλα όσα δεν είστε, μέχρι που στο τέλος το μόνο που απομένει είναι αυτό που είστε πραγματικά. Για να βρει ο νους την ταυτότητά του, απαιτείται μια μακρά διαδικασία, κατά τη διάρκεια της οποίας αφήνετε πίσω σας την προσωπική σας ιστορία, όσα σας δημιουργούν ασφάλεια, μέχρι που τελικά κατανοείτε ποιοι είστε πραγματικά.

Διαπιστώνετε ότι δεν είστε αυτοί που πιστεύατε, γιατί δεν επιλέξατε ποτέ τις πεποιθήσεις σας. Αυτές οι πεποιθήσεις υπήρχαν πριν γεννηθείτε. Διαπιστώνετε ότι δεν είστε ούτε το σώμα σας, γιατί αρχίζετε να λειτουργείτε χωρίς το σώμα σας. Αρχίζετε να παρατηρείτε ότι δεν είστε το όνειρο, ότι δεν είστε ο νους. Αν πάτε βαθύτερα, αρχίζετε να παρατηρείτε ότι δεν είστε ούτε η ψυχή. Αυτό που ανακαλύπτετε έπειτα είναι εκπληκτικό. Ανακαλύπτετε ότι στην πραγματικότητα είστε μια δύναμη – μια δύναμη που δίνει ζωή στο σώμα σας, που δίνει τη δυνατότητα στον νου σας να ονειρεύεται.

Χωρίς εσάς, χωρίς αυτή τη δύναμη, το σώμα σας θα κατέρρεε. Χωρίς εσάς, το όνειρό σας θα έσβηνε. Αυτό που πραγματικά είστε είναι η δύναμη της Ζωής. Αν κοιτάξετε στα μάτια κάποιου, θα δείτε την αυτεπίγνωσή του, την εκδήλωση της Ζωής, να λάμπει στα μάτια του. Η Ζωή δεν είναι το σώμα, δεν είναι ο νους, δεν είναι η ψυχή. Είναι η δύναμη. Μέσω της δύναμης ένα νεογέννητο μωρό γίνεται παιδί, έφηβος, ενήλικας· αναπαράγεται και γερνά. Όταν η Ζωή αφήνει το σώμα, το σώμα αποσυντίθεται και γίνεται σκόνη.

Είστε Ζωή που δίνει πνοή στο σώμα, τον νου και την ψυχή σας. Μόλις το διαπιστώσετε αυτό, όχι με τη λογική, όχι με την ευφυΐα σας, αλλά επειδή νιώθετε τη Ζωή, διαπιστώνετε ότι είστε η δύναμη που κάνει τα λουλούδια να ανοίγουν και να κλείνουν, που κάνει το κολιμπρί να πετά από λουλούδι σε λουλούδι. Διαπιστώνετε ότι είστε σε κάθε δέντρο, σε κάθε ζώο, σε κάθε φυτό, σε κάθε βράχο. Είστε η δύναμη που κινεί τον άνεμο και διαποτίζει το σώμα σας. Όλο το σύμπαν είναι ένα ζωντανό ον που κινείται από αυτή τη δύναμη και αυτό είστε κι εσείς. Είστε Ζωή.

Ζω μία καλή ζωή

Η ζωή που αξίζει να ζήσουμε είναι αυτή που εμείς θέλουμε να ζήσουμε, ώστε όταν φτάσουμε στο τέλος να μην αισθανόμαστε μια πίκρα ανεκπλήρωτων ονείρων και ότι ζήσαμε μια αβίωτη ζωή. Αντίθετα, το ιδανικό για τον καθέναν μας είναι να ζήσουμε τη ζωή μας με τέτοιον τρόπο που, αν ήταν να ξαναζήσουμε μια δεύτερη φορά, να θέλαμε να επαναλάβουμε την ίδια ζωή. Αυτό ασφαλώς απαιτεί καλή γνώση του εαυτού μας, διαρκή κατανόηση των αναγκών και των αξιών μας, προσδιορισμό του νοήματος και των ονείρων της ζωής μας, των θέλω, των επιθυμητών ηδονών, ικανοποιήσεων και απολαύσεών μας. Απαιτεί να συνειδητοποιήσουμε ότι, από τη στιγμή που εξασφαλίζουμε μια αξιοπρεπή διαβίωση, δηλαδή την ικανοποίηση των βασικών μας αναγκών – όπως τροφή, στέγη, υγεία, ένδυση κλπ.- η ευημερία, ευδαιμονία και η ευτυχία δεν εξαρτώνται από την απόκτηση και κατανάλωση υλικών αγαθών. Η «καλή ζωή» μας (σύμφωνα με τη φιλοσοφική έννοια) σημαίνει ψυχική ηρεμία και γαλήνη, χαρά, δημιουργία, περιπέτεια. παιχνίδι, άθληση, πνευματικότητα πάνω απ’ όλα σημαίνει αυτοσεβασμό, αυτοεκτίμηση και αγάπη του εαυτού μας, την αποδοχή του ως άνθρωπο με τα θετικά και τα αρνητικά του, καθώς και την αποδοχή των όσων έχουμε πράξει ή ζήσει στο παρελθόν.

Η «καλή ζωή» πηγάζει επίσης από τις σχέσεις μας με τους άλλους, όπως η δυνατότητα να δίνουμε και να παίρνουμε αγάπη, τρυφερότητα, έρωτα, στοργή, συμπάθεια, συμπόνια, χαρά, συντροφιά, γνήσια και βαθιά φιλία, γενναιοδωρία, συνεργασία, υποστήριξη, εκτίμηση, αναγνώριση και ευγνωμοσύνη. «Καλή ζωή» σημαίνει να ζούμε με όνειρα, σκοπό και στόχους που μας συνεπαίρνουν, δίνουν νόημα στην καθημερινότητά μας και την ευκαιρία να ταξιδέψουμε σε γοητευτικές και απολαυστικές διαδρομές για να τα φτάσουμε. «Καλή ζωή» σημαίνει ακόμη ανεξαρτησία, αυτονομία και ελευθερία από προσταγές, επιταγές, επιθυμίες, πιστεύω, φόβους και απαιτήσεις των άλλων, που μας εμποδίζουν να είμαστε ξεχωριστοί, μοναδικοί, δηλαδή να είμαστε ο εαυτός μας και να αξιολογούμε με βάση τις δικές μας αξίες και τα στάνταρντ. «Καλή ζωή» σημαίνει συνεχή προσωπική καλλιέργεια, ανάπτυξη του πνεύματός μας, των ικανοτήτων και των δυνατοτήτων μας να δημιουργούμε, να αξιοποιούμε ευκαιρίες, να αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά τις προκλήσεις, τα προβλήματα, τις δύσκολες καταστάσεις, τις αβεβαιότητες και τις απειλές του περιβάλλοντος και της ζωής μας. «Καλή και επιτυχημένη ζωή», τέλος, σημαίνει να ζούμε με πάθος (όχι με πάθη) και με έρωτα για τη ζωή.

Τι είναι όμως αυτό που αναγκάζει κάποιον να φοβάται τον γείτονα, να σκέφτεται και να πράττει αγεληδόν;

Καμιά φορά μας απογοητεύει «αυτό που είμαστε». Ποθούμε να γίνουμε καλύτεροι απ’ όσο είμαστε. Αλλά δεν ξέρουμε τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Ο Νίτσε κατανοεί την ανησυχία μας. Δε μας επιπλήττει λέγοντάς μας πως θα έπρεπε να νιώθουμε ευλογημένοι και να θυμόμαστε πως τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ χειρότερα˙ ή να λέμε πως με βάση τη γενική κατάσταση του κόσμου είμαστε πολύ τυχεροί και άρα θα πρέπει να νιώθουμε βολεμένοι. Απεναντίας, μας καλεί να ενδιαφερθούμε για το τι συμβαίνει όταν δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τον εαυτό μας. Αυτό το θεωρεί σημάδι καλής ψυχικής υγείας. Ο Νίτσε θέλει να γνωρίσουμε αυτή τη δυσαρέσκεια, να την λάβουμε σοβαρά υπόψη και να κάνουμε κάτι γι’ αυτήν.

Μερικές πρώτες ιδέες για το πώς θα ήταν μια καλύτερη εκδοχή του καθενός από μας είναι ίσως οι εξής: να βγάζουμε περισσότερα χρήματα, να κάνουμε πιο συναρπαστικά πράγματα, να έχουμε μια δουλειά που να μας αρέσει, να μετακομίσουμε, να φύγουμε από μια απογοητευτική σχέση, να βρούμε καινούριους φίλους, να κάνουμε ένα μεταπτυχιακό. Αυτοί θα ήταν πολύ καλοί στόχοι. Προσέξτε όμως πως είναι όλοι τους εξωτερικοί. Αφορούν πράγματα που θα μπορούσαμε να κάνουμε ή να έχουμε. Τι συμβαίνει όμως με τον εαυτό μας; Ποιοι είμαστε πραγματικά, αυτοί καθ’ εαυτοί; Και γιατί δε στοχεύουμε προς τα εκεί; Γιατί δε γινόμαστε οι άνθρωποι που θέλουμε να είμαστε; Μήπως είμαστε πολύ τεμπέληδες;

Αυτό το ερώτημα θέτει ο Νίτσε σε ένα δοκίμιο με τίτλο «Ο Σοπενχάουερ ως παιδαγωγός»:

«Ο ταξιδευτής εκείνος, που είχε δει πολλές χώρες και λαούς και κάμποσες ηπείρους, και τον ρώτησαν ποια ιδιότητα των ανθρώπων συνάντησε παντού, έλεγε: «έχουν μια κλίση στην οκνηρία». Σε μερικούς θα φανεί ότι θα μιλούσε σωστότερα και πιο έγκυρα αν έλεγε: «είναι όλοι δειλοί». Κρύβονται κάτω από ήθη και απόψεις. Κατά βάθος, κάθε άνθρωπος ξέρει καλά πως βρίσκεται στον κόσμο για μία φορά και μόνο, ως κάτι μοναδικό, και πως καμιά άλλη τόσο παράξενη σύμπτωση δε θα συνταιριάξει, για δεύτερη φορά, μια τόσο θαυμάσια πολλαπλότητα σε ενότητα, όπως είναι αυτός: το ξέρει αυτό, αλλά το κρύβει σαν μια κακή συνείδηση – για ποιο λόγο; Από φόβο μπρος στον γείτονα ο οποίος απαιτεί τη σύμβαση, τη στιγμή που και ο ίδιος καλύπτεται με αυτή. Τι είναι όμως αυτό που αναγκάζει κάποιον να φοβάται τον γείτονα, να σκέφτεται και να πράττει αγεληδόν, και να μην είναι ευχαριστημένος με τον ίδιο του τον εαυτό; Η ντροπαλοσύνη, ίσως, για λίγους και σπάνιους. Για τους περισσότερους, όμως, είναι η νωθρότητα, η φυγοπονία, δηλαδή εκείνη η ροπή στην οκνηρία, για την οποία μίλησε ο ταξιδιώτης.

Έχει δίκιο: οι άνθρωποι είναι περισσότερο οκνηροί απ’ ότι δειλοί και φοβούνται περισσότερο τους κόπους που θα τους επέβαλε μια απόλυτη εντιμότητα και γύμνια. Μόνο οι καλλιτέχνες μισούν αυτή την αμέριμνη πορεία, με τα ιδανικά φερσίματα και τις αταίριαστες γνώμες , και φανερώνουν το μυστικό, την κακή συνείδηση του καθενός, την πρόταση πως κάθε άνθρωπος είναι ένα μοναδικό θαύμα. Τολμούν να μας δείξουν τον άνθρωπο˙ πως αυτός, ως και στην κάθε κίνηση των μυών, είναι μόνος του˙ ακόμα περισσότερο πως αυτός, με την αυστηρή συνέπεια της μοναδικότητάς του, είναι όμορφος και αξιοθαύμαστος, καινοφανής και απίστευτος, όπως κάθε έργο της φύσης, και βέβαια καθόλου βαρετός. Όταν ένας μεγάλος στοχαστής περιφρονεί τους ανθρώπους, περιφρονεί την οκνηρία τους˙ διότι εξαιτίας της οι άνθρωποι εμφανίζονται ως βιομηχανικά προϊόντα, ως αδιάφοροι, ανάξιοι για συναναστροφή και νουθεσία. Ο άνθρωπος που δε θέλει να ανήκει στη μάζα χρειάζεται μόνο να πάψει να είναι νωθρός απέναντι στον εαυτό του και θα πρέπει να ακολουθεί τη συνείδησή του η οποία του φωνάζει: «να είσαι ο εαυτός σου! Όλα αυτά δεν είσαι εσύ, αυτά που τώρα κάνεις, σκέφτεσαι και λαχταράς».

Κάθε νεανική ψυχή ακούει αυτή τη φωνή μέρα νύχτα και τρέμει˙ γιατί νιώθει αιωνίως σίγουρη την επιτυχία, όταν συλλογίζεται την πραγματική της απελευθέρωση˙ για τούτη την ευτυχία όμως όσο καιρό βρίσκεται στις αλυσίδες των γνωμών και του φόβου, κανείς και με κανένα τρόπο δεν μπορεί να τη βοηθήσει. Και δίχως την απελευθέρωση εκείνη, πόσο απελπισμένη και παράλογη μπορεί να γίνει η ζωή! Δεν υπάρχει πιο βαρετό και αντιπαθητικό πλάσμα από τον άνθρωπο που παραμερίζει το πνεύμα του δεξιά και αριστερά, πίσω και παντού. Σε έναν τέτοιο άνθρωπο δεν πρέπει τελικά να εναντιωνόμαστε, γιατί είναι φλοιός δίχως πυρήνα, ένα σάπιο, ζωγραφιστό, διογκωμένο ένδυμα, ένα καλλωπισμένο φάντασμα το οποίο δεν μπορεί να προκαλέσει φόβο, ούτε ασφαλώς συμπόνια. Και αν δικαίως λέμε πως ο τεμπέλης σκοτώνει το χρόνο, τότε πρέπει να ανησυχούμε σοβαρά, μήπως μια εποχή που στηρίζει την ευτυχία της στις κοινές γνώμες, δηλαδή στις ατομικές νωθρότητες, σκοτωθεί στ’ αλήθεια: εννοώ ότι θα σβηστεί από την ιστορία της πραγματικής απελευθέρωσης της ζωής.

Πόσο μεγάλη πρέπει να είναι η απέχθεια κατοπινών γενεών που θα ασχολούνται με την κληρονομιά εκείνης της εποχής, στην οποία βασίλευαν όχι οι ζωντανοί άνθρωποι αλλά ανθρωποειδή της κοινής γνώμης. Γι’ αυτό τον λόγο, η εποχή μας, για κάποιους μακρινούς απογόνους μπορεί να είναι η πιο σκοτεινή και πιο άγνωστη, καθότι πιο απάνθρωπη, περίοδος της ιστορίας. Διασχίζω τις καινούριες οδούς των πόλεων μας σκέφτομαι πως από όλα τα φριχτά σπίτια, που έχτισε για λογαριασμό της η γενιά της κοινής γνώμης, δε θα υπάρχει τίποτα σε μια εκατονταετία και πως επίσης, τότε, οι γνώμες αυτών των οικοδόμων πιθανώς θα έχουν διαλυθεί. Πόσο γεμάτοι ελπίδα πρέπει απεναντίας να είναι όλοι εκείνοι που δε νιώθουν πολίτες εκείνης της εποχής. Γιατί, αν ήταν κάτι τέτοιο, τότε θα συνεργάζονταν για να σκοτώσουν την εποχή τους και μαζί με την εποχή τους να βουλιάξουν – ενώ αυτοί, μάλλον, θέλουν να χαρίσουν στην εποχή τους ζωή για να εξακολουθήσουν, οι ίδιοι, να ζουν σε αυτή τη ζωή. Αλλά ακόμα κι αν το μέλλον δε μας επιτρέπει να ελπίζουμε τίποτα, η αλλόκοτη ύπαρξή μας ακριβώς σε αυτό το Τώρα μας ενθαρρύνει πειστικότατα να ζήσουμε σύμφωνα με έναν ιδιαίτερο νόμο και μέτρο: είναι αυτό το ανεξήγητο, το ότι ζούμε ακριβώς σήμερα, ενώ είχαμε άπειρο χρόνο για να υπάρξουμε, το ότι δεν κατέχουμε τίποτε άλλο από μια σπιθαμή σήμερα και πρέπει να δείξουμε γιατί και προς τι γεννηθήκαμε τώρα ακριβώς.»

THOMAS HOBBES: Περί των παθών του νου – Η ΔΟΞΑ

Η ΔΟΞΑ (glory), ή μύχια υπερηφάνεια ή θρίαμβος του πνεύματος, είναι το πάθος το οποίο απορρέει από τη φαντασίωση ή την αντίληψη ότι η προσωπική μας ισχύς είναι μεγαλύτερη από εκείνη του ανταγωνιστή μας. Οι ενδείξεις αυτής της μεγαλύτερης ισχύος, πέραν των σωματικών εκδηλώσεών της που δεν μπορούν να περιγραφούν, είναι η επιδεικτικότητα στα λόγια και η θρασύτητα στα έργα. Το πάθος αυτό ονομάζεται υπερηφάνεια από εκείνους τους οποίους δυσαρεστεί. Εκείνοι τους οποίους ευχαριστεί το αποκαλούν δίκαιη αυτοεκτίμηση. Αυτή η φαντασίωση της προσωπικής δύναμης ή αξίας μας μπορεί να βασίζεται στη βεβαιότητα μιας πείρας προερχόμενης από τις ίδιες μας τις πράξεις- τότε η δόξα είναι δίκαιη και θεμελιωμένη, και δημιουργεί την άποψη ότι μπορεί να επαυξηθεί από νέες πράξεις. 

Σε αυτό συνίσταται η επιθυμία την οποία αποκαλούμε ΦΙΛΟΔΟΞΙΑ (aspiring) ή επιθυμία αναβάθμισης της ισχύος. Το ίδιο πάθος μπορεί να προέρχεται όχι απ’ την όποια συνείδηση των πράξεών μας, αλλά από το γεγονός ότι οι άλλοι άνθρωποι μας εξυμνούν και μας εμπιστεύονται. Εξ αυτών μπορεί κάποιος να έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, και όμως να αυταπατάται. Αυτό ονομάζεται ΨΕΥΔΗΣ ΔΟΞΑ (false glory), και η φιλοδοξία που πηγάζει από αυτήν οδηγεί σε αποτυχία. Επιπλέον, η φαντασίωση κατορθωμάτων που στην πραγματικότητα ποτέ δεν επιτελέσαμε είναι τρόπος αυτοπροβολής, καθώς όμως δεν εμπνέει καμία επιθυμία ή προσπάθεια για κάτι ουσιαστικό, είναι κούφια και ανώφελη. Όπως όταν κάποιος φαντάζεται ότι είναι ο ίδιος πρωταγωνιστής ενός ρομάντζου που διαβάζει ότι μοιάζει σε κάποιον άλλο, τις πράξεις του οποίου θαυμάζει. Αυτό ονομάζεται ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ (vain glory). 

Ένα παράδειγμα βρίσκουμε στο μύθο με τη μύγα που κάθεται στον άξονα της άμαξας και σκέφτεται: «Πόση σκόνη σηκώνω!». Η έκφραση της ματαιοδοξίας είναι αυτό που ονομάζουμε ευσεβή πόθο, τον οποίο κάποιες Σχολές εξέλαβαν λανθασμένα ως μια διακριτή επιθυμία και την ονόμασαν «ψευδή προδιάθεση», δημιουργώντας έναν νέο όρο, και άρα ένα νέο πάθος που δεν υπήρχε πριν. Ενδείξεις έκδηλης ματαιοδοξίας ορισμένων ανθρώπων είναι η μίμηση των άλλων, η προσποιητή προσήλωση σε πράγματα που δεν κατανοούν καν, οι επιτηδευμένοι τρόποι, η προσπάθεια καταξίωσης απ’ τα όνειρά τους και τις μικρές ιστορίες της ζωής τους ή από τη χώρα τους, το όνομά τους κλπ.

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ: Ο Χρεμύλος συμβουλεύεται τον θεό Απόλλωνα, πώς να αναθρέψει τον γιο του: τίμια ή ως απατεώνα;

Ο Πλούτος του Αριστοφάνη.

Υπόθεση.

Ο γερο – αγρότης Χρεμύλος πνιγμένος στα χρέη, μηχανεύεται τρόπους για να εξαπατήσει τους δανειστές του, όνομα επινόηση του Αριστοφάνη (από τις λέξεις χρέος + αιμύλω = απατώ), απογοητευμένος από την φτώχεια του, αναχωρεί για το Μαντείο των Δελφών για να συμβουλευτεί τον θεό Απόλλωνα πώς να αναθρέψει τον γιο του: τίμια για να πεθάνει φτωχός ή ως κλέφτης και απατεώνας για να πνιγεί στα πλούτη. Η Πυθία με τον χρησμό της του απαντά : “Να παραλάβεις στην οικία σου τον πρώτο άνθρωπο που θα συναντήσεις αναχωρώντας από το ναό μου”.

Ο Χρεμύλος, συνοδευόμενος από τον… δούλο του Καρίωνα (το όνομα Καρίωνας, είναι λόγω της καταγωγής του, από την Καρία της Μ. Ασίας), συναντούν ένα τυφλό ρακένδυτο και εριστικό γέροντα χωρίς να αναφέρει ποιος είναι και όπως διατείνεται. Αρχίζουν να τον χλευάζουν και να τον υποτιμούν, τον λένε παλιόγερο και ζητιάνο, και αρχίζουν να τον ρωτούν το όνομα του. Είναι ο θεός Πλούτος, τον οποίο κατά τον Αριστοφάνη τον έχει τυφλώσει ο Δίας, για να μην βλέπει που μοιράζει τα πλούτη του. Ο θεός Πλούτος φοβάται πως αν γιατρευτεί και αρχίσει να βλέπει ο κορυφαίος των θεών Δίας θα θυμώσει και θα προξενήσει καταστροφές στην ανθρωπότητα. Ο Αριστοφάνης που θέλει προστάτη όλων των αδικιών τον Δία, ίσως θέλει να σαρκάσει το επίσημο ιερατείο για τους συμβιβασμούς του. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την συνέχεια του έργου, όπου η απουσία του Δία είναι εμφανής.

Μόλις μαθαίνουν ποιος είναι αυτός ο ρακένδυτος τυφλός ζητιάνος τον οποίο προηγουμένως χλεύαζαν αρχίζουν τις κολακείες (Το γλείψιμο λαϊκά) και διατείθεται να τον πάρει σπίτι του ο Χρεμύλος με σκοπό να τον πάει στην συνέχεια για γιατρειά να βρεί το φως του ώστε να τον κάνει πλούσιο. Ο Χρεμύλος δεν διστάζει να του προσφέρει ακόμα και την γυναίκα του.Ο φιλοξενούμενος θεός μεταπείθεται και ο Χρεμύλος αποφασίζει να τον γιατρέψει για να πλουτίζουν οι καλοί άνθρωποι και όχι όπως τώρα οι άτιμοι, οι πονηροί, οι ρήτορες και διάφοροι θρησκειοκάπηλοι. Ο θεός Πλούτος αποκαλύπτει την πραγματική του ιδιότητα. Ο Χρεμύλος και ο Καρίωνας του ανοίγουν με όλη την δύναμή τους τα βλέφαρά του και σύμφωνα με τις θρησκευτικές συνήθειες τον παραδίδουν για μία νύχτα στο ιερό του Ασκληπιού για να επανέλθει το φως των ματιών του. Αυτό το ιαματικό προσκύνημα στο Ασκληπιείο μας το ζωγραφίζει ο Αριστοφάνης με τα λόγια του δούλου Καρίωνα. Είναι μια σπάνια περιγραφή, ασυναγώνιστη σε σαρκασμό για τις λαϊκές προλήψεις.

Ο Πλούτος θεραπεύεται. Εδώ όμως παρεμβαίνει η θεά Πενία (Η πείνα) η οποία προσπαθεί με διάφορα επιχειρήματα να πείσει τους φτωχούς πως αν γιατρευτεί ο Πλούτος θα γίνουν οκνηροί, δεν θα έχουν ζήλο για εργασία. Η σύγκρουση στην κωμωδία είναι ανάμεσα στον χωρικό Χρεμύλο και την Πενία, μία αποκρουστική γριά που εισβάλλει έξαλλη στην κωμωδία και αντιδρά για την αποκατάσταση του Πλούτου. Ο γερο – αγρότης της Αττικής την καθησυχάζει με την δική του επιχειρηματολογία. Έπειτα από την γιατρειά του ο Πλούτος επιστρέφει στους ανθρώπους.

Τώρα όμως οι διάφοροι επιτήδειοι καταχραστές, ιερείς και θεοί οδύρονται επειδή χάνουν την απασχόλησή τους. Χαριτωμένα επεισόδια ακολουθούν με τους «αδικημένους» της νέας κατάστασης, τα οποία κορυφώνονται με την κατάπτωση του ψυχοπομπού Ερμή που παραπονείται σφόδρα επειδή τώρα οι πολίτες δεν του προσφέρουν θυσίες γιατί όλοι έγιναν πλούσιοι και δεν παρακαλούν τους θεούς για κέρδη. Ανάμεσα στα δύο πρόσωπα, τον ξεπεσμένο θεό Ερμή και τον δούλο Καρίωνα γίνεται μια στιχομυθία, όπου εκείνος που ήταν κάποτε φοβερός και απρόσιτος να εκλιπαρεί αυτόν που τώρα έχει την εύνοια του θεού Πλούτου. Ο Ερμής τελικά τακτοποιείται, σαν κοινός θνητός απασχολούμενος στην κατοικία του Χρεμύλου. Στο τέλος ο Πλούτος οδηγείται πανηγυρικά στο ταμείο της πολιτείας, όνειρα θερινής αττικής νύκτας σε μια χρεοκοπημένη Αθήνα.

Το μόνο που ήταν δυνατόν να προσφέρει ο κωμικός στους συμπατριώτες του, σαν ένα προβληματισμό στην άδικη κατανομή του πλούτου και την έκρηξη της διαφθοράς. Πάντως ο Αριστοφάνης είναι πάντα επίκαιρος απολαυστικός και με μηνύματα για τον σύγχρονο θεατή. Εκτός του Ερμή που αποκαθηλώνεται απότομα στην κωμωδία, συντρίβονται από την πένα του Αριστοφάνη η γριά τεκνατζού, που την απορρίπτει ο αγαπημένος της ζιγκολό, αφού εφ’ όσον ο Πλούτος μοιράστηκε πια, δεν την έχει ανάγκη, ο κλασσικός τύπος του λαμόγιου – μιζαδόρου. Ακόμα και ο ιερέας του ναού του Δία θα συντριβεί και θα έρθει εκλιπαρών για λίγο φαγητό!!! Σύμμαχοι και συνοδοιπόροι του φτωχού Χρεμύλου, θα υπάρξουν ο πονηρός πλην τίμιος Βλεψίδημος, ο αγαθιάρης και η ταλαιπωρημένη γυναίκα του Φυσικά δεν είναι δυνατόν, από μιας Αριστοφανική κωμωδία να λείπει ο Χορός επικουρώντας τους ήρωες στη νίκη τους εναντίον της Πενίας αλλά και όλων των “κακών” που καταφθάνουν διαμαρτυρόμενοι για τη νέα αυτή κατάσταση.

Ζωτικά ψεύδη, απλές αλήθειες

Ο Νορβηγός θεατρικός συγγραφέας Ερρίκος Ίψεν εφηύρε τον όρο «ζωτικό ψεύδος», εννοώντας την καθησυχαστική ιστορία που λέμε στους εαυτούς μας για να κρύψουμε μια πιο οδυνηρή αλήθεια. Όσον αφορά το πλήρες κόστος της οικολογικής άγνοιας στην αγορά, υποστηρίζουμε το ζωτικό ψεύδος: ότι δεν ξέρουμε ή δεν βλέπουμε δεν έχει σημασία. Στην πραγματικότητα, η συλλογική μας άγνοια έχει τεράστιες συνέπειες. Η αδιαφορία μας για τις συνέπειες όλων όσα αγοράζουμε και κάνουμε -οι άπειρες καταναλωτικές μας συνήθειες- δημιουργεί έναν τεράστιο αριθμό απειλών για το περιβάλλον και την υγεία.

Κάθε ζωτικό ψεύδος απαιτεί ιστορίες συγκάλυψης που αποκρύπτουν την απλή αλήθεια. Ας πάρουμε την ανακύκλωση. Λέμε στους εαυτούς μας: «Εντάξει, ανακυκλώνω τις εφημερίδες και τα μπουκάλια μου. Επιπλέον παίρνω τις δικές μου σακούλες στα ψώνια», και νιώθουμε λίγο καλύτερα, αφού κάνουμε αυτό που πρέπει. Όσο ενάρετη κι αν είναι αυτή η ανακύκλωση -και ασφαλώς είναι καλύτερη από το τίποτα- δεν είναι ούτε κατά διάνοια αρκετή για να διορθώσει τα πράγματα. Εκτός αυτού η ανακύκλωση μπορεί να ενισχύσει την αυταπάτη μας δημιουργώντας προς στιγμήν μια πράσινη φούσκα που προσφέρει την ψευδαίσθηση ότι οι ατομικές μας προσπάθειες λύνουν το πρόβλημα.

«Η ανακύκλωση», όπως το θέτει ο βιομηχανικός σχεδιαστής William McDonough, «σημαίνει απλά ότι θα ανακυκλώσουμε τις τοξίνες μας». Ο λόγος: κάποια από τα χημικά που χρησιμοποιούνται συνήθως στην κατασκευή των πραγμάτων που χρησιμοποιούμε αποδεικνύονται καταστροφικά όταν εκλύονται στο περιβάλλον. Όταν στέλνουμε τα απορρίμματά μας στον σκουπιδότοπο, κάνουμε ότι μπορούμε για να γίνει ο τοπικός χώρος υγειονομικής ταφής ένας δευτέρας διαλογής χώρος ταφής τοξικών. Όπως λέει το ρητό: «Όταν πετάς κάτι, δεν το πετάς αλλού». Μένει εδώ, στον πλανήτη Γη.

Όσον αφορά την ανακύκλωση, μπορούμε να κάνουμε πολύ περισσότερα. Κάποια μέρα, όπως το θέτει ο McDonough στο ρηξικέλευθο βιβλίο του Cradle to Cradle, θα έχουμε ολική ανακύκλωση, όπου όλα τα τμήματα ενός προϊόντος θα μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν εξολοκλήρου σε νέα προϊόντα ή να διασπαστούν ολοσχερώς σε μόρια που η φύση θα μπορεί να απορροφήσει θετικά. Προς το παρόν όμως κάνουμε μια επιλογή που φαίνεται αρκετά καλή δεδομένων των διαθέσιμων επιλογών – ενώ παράλληλα αδυνατούμε να καταλάβουμε ότι το ίδιο το φάσμα των επιλογών που μας προσφέρονται είναι αυθαίρετο και πολύ περιορισμένο.

Με αυτή την έννοια, η ανακύκλωση συμβάλλει στο ζωτικά ψεύδος ότι ήδη κάνουμε αυτό που χρειάζεται, ενώ στην πραγματικότητα αυτό που κάνουμε μόλις που αγγίζει το τεράστιο παλιρροϊκό κύμα παράπλευρης ζημιάς που πλήττει τους ανθρώπους και τον πλανήτη από τα πράγματα που αγοράζουμε και χρησιμοποιούμε. Από αυτή την άποψη, οι «πράσινες» ετικέτες και τα προγράμματα ανακύκλωσης μπορεί να κάνουν περισσότερο κακό παρά καλό- μας εφησυχάζουν με την ψευδαίσθηση ότι κάνουμε αρκετά, ενώ αγνοούμε τις υπόλοιπες παρενέργειες όσων αγοράζουμε και πράττουμε. Η ανθρωπότητα δεν έχει πια την πολυτέλεια για τέτοιες καθησυχαστικές ιστοριούλες.

Οι Vikram Soni και Sanjay Parikh καταγγέλλουν πώς στην πατρίδα τους την Ινδία, και σε άλλες περιοχές του αναπτυσσόμενου κόσμου, ο ίδιος ο όρος «ανάπτυξη» μπορεί να κρύψει την εξαφάνιση απέραντων εκτάσεων γης από τεράστια φράγματα ή πελώρια κατασκευαστικά έργα. Μια προσεκτική επιλογή λέξεων κρύβει μια πιο ζοφερή πραγματικότητα- για παράδειγμα, οι κατασκευαστές ακινήτων χρησιμοποιούν τον όρο «αξιοποίηση νερού» για να δηλώσουν ότι αντλούν υπερβολικές ποσότητες από ένα υδροφόρο πέτρωμα ή τσιμεντοστρώνουν μια κοίτη πλημμυρών. Κατά την ίδια έννοια, οι Soni και Parikh αμφισβητούν τον όρο «βιώσιμη δασοπονία», όταν η λέξη αυτή κρύβει την αντικατάσταση του διατηρητέου φυσικού δάσους από μονοκαλλιέργεια- ακόμα κι αν φυτεύουμε δύο δέντρα για καθένα που χάνεται σε ένα δάσος αυθεντικής πρωτοανάπτυξης, το γεγονός αυτό δεν μπορεί ποτέ να αντικαταστήσει τον πλούτο εκείνης της χαμένης βιοποικιλίας.

Τέτοια ζωτικά ψεύδη δημιουργούν ουσιαστικά μια συμπαιγνία μεταξύ μας ώστε να μην κοιτάμε κατάματα τις κρυφές παρενέργειες των επιλογών μας. Υπάρχουν τέσσερις κανόνες για την προσοχή κάθε ομάδας, από μια οικογένεια μέχρι μια εταιρεία, και την κοινωνία στο σύνολό της. Αυτοί διέπουν τον λόγο πληροφόρησης/άγνοιας που διαθέτουμε, και άρα έχουν σοβαρές συνέπειες.

Οι δυο πρώτοι προσδιορίζουν τις πληροφορίες που έχουμε από κοινού. Ο πρώτος είναι τι παρατηρούμε. Όταν πρόκειται για ένα προϊόν, αυτό που παρατηρούμε είναι εν πολλοίς και αυτό που μας συμφέρει. Για μια εταιρεία είναι το καθαρό κέρδος, για τον καταναλωτή η τιμή και η αξία. Ο δεύτερος κανόνας είναι πώς το ονομάζουμε. Με οικονομικούς όρους, για μια εταιρεία η τιμή ενός προϊόντος μπορεί να είναι «ανταγωνιστικό πλεονέκτημα», για έναν καταναλωτή, «ευκαιρία».

Το δεύτερο ζεύγος κανόνων προσδιορίζουν το επίπεδο της άγνοιάς μας. Ο τρίτος κανόνας είναι τι δεν παρατηρούμε. Για την ελεύθερη αγορά όσα δεν έχουμε παρατηρήσει ήταν τα κρυφά κόστη των πραγμάτων που κατασκευάζουμε, πουλάμε και αγοράζουμε για τον πλανήτη μας και τους ανθρώπους του. Ο τέταρτος κανόνας είναι πώς μιλάμε γι’ αυτό -τι λέμε για να διατηρήσουμε τη ρωγμή κρυμμένη. Από εμπορική άποψη, αυτό σημαίνει λίγο πολύ ότι μόνο η τιμή μετρά και τα υπόλοιπα έχουν ελάχιστη σημασία.

Οι τέσσερις κανόνες της άρνησης μπορούν να επαναδιατυπωθούν με όρους οικονομικής θεωρίας: στην αγορά, αυτό που βλέπουμε και ονομάζουμε αντιστοιχεί στην πληροφόρηση που έχουμε για ένα προϊόν. Οι πτυχές του εν λόγω προϊόντος που παραμένουν ανίδωτες και άρα ανώνυμες ισούνται με την άγνοιά μας. Αυτοί οι κανόνες παρατήρησης εξηγούν γιατί, δυστυχώς, οι επιβλαβείς επιπτώσεις κάποιων προϊόντων μένουν ατιμώρητες από τους αγοραστές, ενώ οι ευεργετικές δεν γνωρίζουν ανταμοιβή.

Διά της συσσωρευτικής επίδρασης όσων αγοράζουμε και πράττουμε, όλοι μας αποτελούμε τη μηχανή που επιφέρει την καταστροφή του κτήματος της φύσης. Στην παράδοση των Ανώνυμων Αλκοολικών, η συμπαιγνία φίλων και συγγενών για να αγνοηθεί το γεγονός ότι κάποιος έχει γίνει αλκοολικός ονομάζεται ο «ελέφαντας στο δωμάτιο». Αγνοούμε όμως κι ένα άλλος είδος ελέφαντα στο δωμάτιο: το ίδιο το δωμάτιο και τις μη αναγνωρισμένες επιπτώσεις όλων των πραγμάτων που βρίσκονται μέσα σ’ αυτό.

Μεγάλο μέρος του βάρους που δίνει ο κόσμος στις οικολογικές βελτιώσεις έχει επικεντρωθεί στο τι κάνουν τα άτομα – στην αλλαγή των επιπτώσεων που έχουν οι συνήθειές μας, όπως η οδήγηση, η χρήση οικιακής ενέργειας κ.ο.κ. Ωστόσο, από τη σκοπιά μιας Ανάλυσης Κύκλου Ζωής, το τι κάνουμε με τα πράγματα που μας ανήκουν αποτελεί μόνο ένα στάδιο στον κύκλο ζωής των προϊόντων. Και το στάδιο αυτό μπορεί να έχει ελάχιστη έως ανύπαρκτη σχέση με τις χειρότερες οικολογικές παρενέργειες ενός δεδομένου προϊόντος. Με το να επικεντρώνουμε αποκλειστικά στο πώς φερόμαστε εμείς, αγνοούμε ένα τεράστιο και ελπιδοφόρο πεδίο που προσφέρεται για αλλαγή.

Μια συγκεκριμένη ρητορική θεωρεί ότι είμαστε όλοι αβοήθητα θύματα μιας κατ’ ουσίαν συνωμοσίας. Στα μάτια κάποιων, οι απρόσωπες εταιρείες είναι οι πρόσφοροι κακοί που πρέπει να θεωρήσουμε ενόχους για την κατάστασή μας, ένας βολικός Κακός Άλλος. Από τη σκοπιά κάποιων εταιρειών, οι δυνάμεις του παραλογισμού εκπροσωπούνται από ακτιβιστές που πιέζουν για αλλαγές οι οποίες δεν έχουν καμία επιχειρηματική λογική. Στις εταιρείες, αυτή η ίδια νοοτροπία παίρνει τη μορφή της μετάθεσης του βάρους, που ρίχνει τις ευθύνες για δύσκολες αποφάσεις σε κάποιον άλλο – ένα μηχανικό, ειδικό, σύμβουλο, ή και την κυβέρνηση. Το να βρίσκεις άλλους για να ρίχνεις το φταίξιμο υπήρξε ανέκαθεν προσφιλές τέχνασμα του ανθρώπινου ψυχισμού. Οι ψυχαναλυτές το ονομάζουν «προβολή», άρνηση των δικών μας λαθών και απόδοσή τους σε κάποιον -ή κάτι-έξω από μας.

Αυτή η τακτική δημιουργίας αποδιοπομπαίων τράγων μπορεί απλώς να αντανακλά το πώς η αυτοεξαπάτησή μας εκφράζει την αίσθηση ότι είμαστε αβοήθητοι. Η ανακάλυψη αποδιοπομπαίων τράγων προσφέρει μια υπερβολικά εύκολη διέξοδο: ο καθένας μας είναι και θύμα και θύτης. Ως άτομα, οι συνήθειες και η κατανάλωσή μας -αυτά που ο καθένας μας αγοράζει και πράττει- επιφέρουν τις ίδιες αυτές συνέπειες για τις οποίες θρηνούμε. Όταν πατώ ένα διακόπτη ή ανάβω το φούρνο μικροκυμάτων που παίρνει ενέργεια από ένα εργοστάσιο λιθάνθρακα, προσθέτω μία μικρή ποσότητα αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα. Παρομοίως και όταν εσείς κάνετε το ίδιο. Όταν δεκάδες εκατομμύρια ή δισεκατομμύρια κάνουν το ίδιο κάθε μέρα στη διάρκεια δεκαετιών ή αιώνων, έχουμε υπερθέρμανση του πλανήτη.

Η θλιβερή αλήθεια είναι ότι όλοι μας είμαστε θύματα και θύτες λόγω των συλλογικών μας συνηθειών και τεχνολογιών που έχουμε κληρονομήσει από μια αθωότερη εποχή, τότε που μπορούσαμε να ζήσουμε τη ζωή ευκολότερα, χωρίς έγνοια για τις οικολογικές επιπτώσεις της δραστηριότητάς μας. Με το να φανταζόμαστε κάποια αόρατη δύναμη που μας έχει θυματοποιήσει -π.χ. «αυτές τις άπληστες εταιρείες»- αποφεύγουμε την υποχρέωση να εξετάσουμε τις συνέπειες όσων κάνουμε εμείς.

Είναι μια βολική τακτική που μας επιτρέπει να αποφύγουμε τη δυσάρεστη αίσθηση να αντιμετωπίζουμε τους τρόπους με τους οποίους εμείς οι ίδιοι συμπράττουμε στην επίθεση ενάντια στον φυσικό κόσμο. Όμως στην τρέχουσα κρίση δεν υπάρχουν κρυμμένοι κακοί, δεν υπάρχει μυστική συνωμοσία σατανικών δολοπλόκων, είμαστε όλοι μας μπλεγμένοι σε συστήματα εμπορίου και κατασκευής που διαιωνίζουν τα προβλήματά μας. Οι επιχειρήσεις ανταποκρίνονται στις επιθυμίες των καταναλωτών η ελεύθερη αγορά -θεωρητικά τουλάχιστον- μας παρέχει ότι θέλουμε να αγοράσουμε.

Όμως αυτό σημαίνει ότι όλοι μας, σε κάθε βήμα, μπορούμε να δραστηριοποιηθούμε χάριν των εκτεταμένων, ευρείας κλίμακας βελτιώσεων που χρειαζόμαστε απελπισμένα. Η νοημοσύνη που μπορεί να μας σώσει από τους εαυτούς μας απαιτεί κοινή συνειδητοποίηση και οργανωμένες προσπάθειες από όλους μας, αγοραστές, επιχειρηματίες, πολίτες.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

7.3.2. Οινοχόη [χοῦς] του «ζωγράφου της Πομπής»


Η οινοχόη του «ζωγράφου της Πομπής» είναι σύγχρονη με το προηγούμενο αγγείο (360- 350 π.Χ.) και σχετίζεται, όπως δείχνει το σχήμα της, με μια μεγάλη διονυσιακή γιορτή, τα Ανθεστήρια, που γίνονταν στο τέλος του χειμώνα και κρατούσαν τρεις μέρες. Τη δεύτερη μέρα όλοι οι Αθηναίοι, ακόμη και τα μικρά παιδιά, έπιναν το καινούργιο κρασί από τέτοιες οινοχόες, που ονομάζονταν χόες, όπως και η ημέρα της γιορτής. 

Στο δεξιό μέρος της παράστασης βλέπουμε τον Διόνυσο, αγένειο και με μακριά μαλλιά, στεφανωμένο με κισσό και με θύρσο στο αριστερό χέρι, να κάθεται σε ένα κάθισμα με ερεισίνωτο (κλισμό), φορώντας μακρύ ιμάτιο, και να κοιτάζει μια επιβλητική γυναίκα που στέκεται δεξιά του, ντυμένη με έναν διάφανο χιτώνα και ένα ιμάτιο που καλύπτει την πλάτη και το δεξιό της σκέλος και είναι στεφανωμένη με κλαδί δάφνης. Η γυναίκα αυτή είναι μια προσωποποίηση, η Πομπή, όπως μας πληροφορεί μια επιγραφή· ετοιμάζεται να στολίσει ένα τελετουργικό καλάθι (κανοῦν), στρέφει όμως το κεφάλι προς τον Διόνυσο. 

Στην αριστερή πλευρά της παράστασης ένας φτερωτός Έρωτας δένει το αριστερό σανδάλι του, πατώντας σε ένα έξαρμα του εδάφους. Είναι πολύ πιθανόν ότι ο Έρωτας εμφανίζεται για να δηλώσει ότι η Πομπή είναι ακόλουθος της Αφροδίτης. Ωστόσο, από τη μορφή του αγγείου και από την παρουσία του Διονύσου μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η παράσταση αναφέρεται στη διονυσιακή πομπή των Ανθεστηρίων, κατά την οποία περιέφεραν το άγαλμα του θεού στους δρόμους της Αθήνας επάνω σε πλοίο με τροχούς. 

Η εικόνα του αγγείου συνδέει με συμβολικό τρόπο τη χαρά μιας διονυσιακής τελετής με το ερωτικό στοιχείο που πάντοτε υπάρχει όταν οι άνθρωποι πίνουν και γλεντούν. Γνωρίζουμε από τις γραπτές πηγές, αλλά και από τα σωζόμενα μνημεία, ότι προσωποποιήσεις και αλληγορικές παραστάσεις δεν ήταν σπάνιες στην τέχνη και ειδικά τη ζωγραφική του 4ου αιώνα π.Χ., και έγιναν ακόμη συχνότερες στην ελληνιστική εποχή. Η μορφή της Πομπής θυμίζει γυναικεία αγάλματα του Πραξιτέλη, ενώ η μορφή του Έρωτα μοιάζει να έχει και αυτή αγαλματικά πρότυπα.

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: ΙI. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΣΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

15.13. Πλωτίνος και Ωριγένης: βίοι παράλληλοι και φιλόσοφοι;


Ο Πορφύριος, όπως είδαμε, ήταν ο πρώτος που συνέδεσε τον Ωριγένη με τον Πλωτίνο. Είναι τόσο ενδιαφέροντα τα παράλληλα της ζωής και του έργου τους, που το λιγότερο που θα μας ξάφνιαζε θα ήταν αν βεβαιωνόμασταν ότι πράγματι κάθισαν κοντά στον ίδιο δάσκαλο, όπως θέλει η αρχαία παράδοση. Αλλά και να μην ισχύει αυτό, δεν αλλάζει κάτι στη γενική εικόνα μας.

Οι δυο τους είναι ό,τι καλύτερο είχαν να επιδείξουν στον χώρο της φιλοσοφίας οι εθνικοί και οι χριστιανοί του 3ου αιώνα. Ανανέωσαν τον φιλοσοφικό λόγο και πρωτοτύπησαν. Οι ίδιοι, βέβαια, δεν διεκδίκησαν καμία πρωτοτυπία - η επίκληση της καινοτομίας τότε ήταν ο ασφαλής τρόπος για να σε κατηγορήσουν όλοι. Το αντίθετο: επέμεναν (και πίστευαν) ότι ακολουθούν την «παλαιά παράδοση» και ότι απλώς ερμηνεύουν τη σκέψη και το βαθύτερο μήνυμα του ιδρυτή της «σχολής», του Πλάτωνα ή του Ιησού.

Οι δυο τους είχαν τον «επίσημο» βιογράφο τους. Ο Βίος του Πλωτίνου έχει γραφεί από έναν ικανό μαθητή του, τον Πορφύριο, που δεν γνώρισε μόνο τα της ζωής του αλλά θέλησε να δώσει και μια εισαγωγή στη φιλοσοφία του. Και για τον Ωριγένη διαθέτουμε βιογραφικά στοιχεία, χάρη στον μαθητή του Γρηγόριο και τον ιστορικό Ευσέβιο, που γεννήθηκε μετά τον θάνατό του, αλλά έζησε την ατμόσφαιρα της σχολής του Ωριγένη.

Από την Αίγυπτο και οι δύο και από εύπορες οικογένειες, έζησαν λίγο ή πολύ στην Αλεξάνδρεια. Η τύχη του Ωριγένη άλλαξε: έχασε πατέρα και περιουσία, και από μικρός εργάστηκε με τον τρόπο που ήξερε καλύτερα - διδάσκοντας δεκάδες μαθητές και γράφοντας ακατάπαυστα χιλιάδες σελίδες, ή μάλλον υπαγορεύοντάς τες σε ταχογράφους. Δεν προλάβαινε σχεδόν να ξαναδιαβάσει τα βιβλία του, για να τα ελέγξει και να βελτιώσει τουλάχιστον το ατημέλητο ύφος τους. Όχι επειδή βιαζόταν να τα υποβάλει προς κρίση σε κάποια πανεπιστημιακή θέση. Αλλά επειδή σαν να βιαζόταν (ἐξαγοραζόμενος τὸν καιρόν) να καλύψει τα πάντα, να εξηγήσει ολόκληρη την Αγία Γραφή και να συγκροτήσει μια αυτόνομη χριστιανική σκέψη.

Αντίθετα, ο Πλωτίνος, άνετος οικονομικά, άρχισε να σπουδάζει αργά και για μεγάλο διάστημα. Απόλαυσε τη σχόλη του, κάποια στιγμή ίδρυσε τη σχολή του - δεν ένιωσε την ανάγκη να γράψει, παρά στα πενήντα, κι αυτό μετά από πίεση. Έκανε λάθη στον λόγο του, το αιγυπτιακό του αίσθημα δεν χυνόταν πάντα σωστά στην ξένη (;) γλώσσα. Είχε όμως την τύχη το έργο του να εκδοθεί επιμελημένα από τον Πορφύριο.

Ταξίδεψαν και οι δύο, πιο πολύ προς τα δυτικά ο Πλωτίνος, πιο πολύ στα ανατολικά ο Ωριγένης. Ο Ωριγένης πέρασε νεαρός από τη Ρώμη, αλλά έμεινε πιστός στην Ανατολή και στην πόλη του. Ξέφυγε από διωγμούς, έφυγε σε πολλές αποστολές για να διδάξει (τη μητέρα του αυτοκράτορα, έναν ηγεμόνα της Αραβίας, χριστιανικές κοινότητες) - αλλά κάθε φορά επέστρεφε εις τας συνήθεις ασχολίας του. Εγκατέλειψε την Αλεξάνδρεια μόνο όταν τον έδιωξε ο ηγέτης της τοπικής εκκλησίας, για να κάνει δεύτερη πατρίδα του την Παλαιστίνη.

Ο Πλωτίνος άφησε την Ανατολή στα σαράντα, λίγο μετά το τέλος των σπουδών του, για να εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα της Δύσης (και της τότε οικουμένης), τη Ρώμη. Πήρε ό,τι πήρε από την Αλεξάνδρεια, αλλά θέλησε να μείνει στο κέντρο των εξελίξεων. Εκεί δημιούργησε τον δικό του κύκλο και επηρέασε φιλοσόφους και σημαντικά δημόσια πρόσωπα.

Ο χριστιανός μεγάλωσε φιλοσοφικά στο περιβάλλον του στωικισμού και του μέσου πλατωνισμού· σύντομα κατηγορήθηκε (και ακόμη κατηγορείται) ότι έφερε μόνιμα και διαβρωτικά τον πλατωνισμό μέσα στον χριστιανισμό. Ο εθνικός αναζωογόνησε τον πλατωνισμό· ο νεοπλατωνισμός, η δική του (και των επιγόνων του) ερμηνεία του Πλάτωνα κληροδοτήθηκε στον χριστιανικό Μεσαίωνα, ανατολικό και δυτικό.

Ο φυσικός δάσκαλος του Πλωτίνου, ο Αμμώνιος, δεν έγραψε τίποτε· το ίδιο και ο πνευματικός δάσκαλος του Ωριγένη, ο Ιησούς. Οι Αλεξανδρινοί, εθνικοί και χριστιανοί, είχαν την τάση να μιλούν για απόκρυφα δόγματα, ότι «δεν είναι όλα γραμμένα» και φανερά σε όλους. Συνέπεια μιας τέτοιας αντίληψης ήταν η αριστοκρατική ιδέα ότι η αληθινή σοφία και η αληθινή ζωή είναι προσιτές μόνο στους λίγους και εκλεκτούς, τους μυημένους. Αντίθετα από ό,τι θα περιμέναμε από κάποιον που χαρακτηρίστηκε (μάλλον όχι εύστοχα) «πλατωνικός», ο Ωριγένης απέρριπτε αυτή την ιδέα. Στο κάτω κάτω, αν οι τρεις μαθητές του Πλωτίνου συμφώνησαν να μην αποκαλύψουν τα δόγματα του δασκάλου τους, οι δώδεκα μαθητές του Ιησού πήραν εντολή να διαδώσουν το μήνυμα του δικού τους δασκάλου σε όλο τον κόσμο. Ταυτόχρονα απέρριπτε ο Ωριγένης και τις κατηγορίες των εθνικών ότι ο χριστιανισμός είναι για τους απαίδευτους και τους πολλούς.

Ωριγένης και Πλωτίνος μοιάζουν σε μικρές λεπτομέρειες, όπως στην κοινή τους αντίθεση στον εορτασμό των γενεθλίων - των δικών του ο Πλωτίνος, όλων των χριστιανών ο Ωριγένης. Δεν λείπουν από το έργο τους τα κοινά θέματα: το πρόβλημα του κακού, η ηθική κάθαρση, η αθανασία, η αποστροφή προς τον υλικό κόσμο (αλλά και η επίθεσή τους εναντίον των ακραίων Γνωστικών)· το ξεπέρασμα της φθοράς και η επιστροφή του κόσμου (και του ανθρώπου) στην αρχική πηγή και αιτία του, τον Θεό. Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές απαντήσεις που έδωσαν, και οι δύο με την ασκητική ζωή τους αποτέλεσαν πρότυπο φιλοσόφου βίου - ο καθένας στον δικό του κόσμο.