Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι

6.4. Μπορεί να διδαχθεί η αρετή;

Διδάσκοντας την πολιτική τέχνη, οι σοφιστές ισχυρίζονται ότι διδάσκουν την αρετή: δηλώνουν ότι γνωρίζουν πώς να διαμορφώσουν καλύτερους και ικανότερους πολίτες. Η αξίωση αυτή δεν ήταν κάτι το συνηθισμένο. Κανείς ως τότε δεν είχε διεκδικήσει τον ρόλο του δασκάλου της αρετής. Δικαιολογημένα λοιπόν προκλήθηκε έντονη αντίδραση. Πολλοί θεώρησαν ότι η αρετή δεν είναι κάτι που διδάσκεται, αλλά κάτι που κληρονομείται ή δίνεται από τη φύση. Άλλοι πάλι, όπως ο Σωκράτης και ο Πλάτων, δεν αμφισβήτησαν ότι η αρετή είναι μια μορφή γνώσης, αλλά θέλησαν να δείξουν ότι οι σοφιστές είναι ανίκανοι να διδάξουν αυτή τη γνώση. Το βέβαιο είναι ότι η έννοια της αρετής βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο της φιλοσοφικής διαμάχης.

Τι είναι όμως η αρετή; Για τους παλαιότερους Έλληνες η αρετή συνδεόταν με την τιμή και την αναγνώριση, δεν ήταν όμως κάτι το ενιαίο. Η αρετή του πολεμιστή αναγόταν στη γενναιότητά του και η αρετή του τεχνίτη στη σωστή εκτέλεση της τέχνης του. Ακόμη και ένα άλογο μπορούσε να έχει τη δική του αρετή. Στο πολιτικό επίπεδο, η αρετή προσιδίαζε μόνο σε αυτούς που είχαν πρόσβαση στην εξουσία, στους γόνους των αριστοκρατικών οικογενειών, οι οποίοι είχαν αφομοιώσει ένα σύνολο σταθερών αξιών, όπως η ανδρεία στη μάχη, η αφιλοκέρδεια, η ηπιότητα προς τους φίλους και η αυστηρότητα προς τους εχθρούς - αυτοί ονομάζονταν καλοὶ κἀγαθοί. Ο όχλος δεν μπορούσε εξ ορισμού να είναι ενάρετος.

Όταν οι σοφιστές κάνουν λόγο για αρετή, έχουν στον νου τους ένα νέο παιδευτικό ιδεώδες καθολικής ισχύος. Στη δημοκρατική Αθήνα ενάρετος είναι ο εκπαιδευμένος πολίτης, αυτός που αποδεικνύει την αξιοσύνη του με την αποτελεσματική συμμετοχή του στα κοινά. Η ανάδειξη στον στίβο της πολιτικής δεν εξαρτάται από τις κληρονομημένες αξίες της αριστοκρατικής παράδοσης, αλλά από νέες δεξιότητες και γνώσεις - από τη ρητορική, νομική και ιστορική κατάρτιση του πολίτη. Οι σοφιστές ισχυρίζονται ότι αυτή η κατάρτιση είναι κάτι που διδάσκεται: η πολιτική αρετή είναι διδακτή.

Η νέα αντίληψη της αρετής ήταν απόλυτα εναρμονισμένη με την «ισονομία», η οποία είχε ήδη επιβληθεί στη δημοκρατική πολιτεία. Στο φιλοσοφικό ωστόσο επίπεδο σήμαινε κάτι περισσότερο, κάτι το επαναστατικό: σήμαινε ότι όλοι οι άνθρωποι ξεκινούν στη ζωή τους από την ίδια αφετηρία, ότι είναι εκ φύσεως ίσοι. Όταν ο Σωκράτης προκαλεί τον Πρωταγόρα να αποδείξει ότι η αρετή είναι διδακτή, ο μεγάλος σοφιστής απαντά με έναν μύθο. Το ανθρώπινο γένος θα ήταν αδύνατο να επιβιώσει, αν ο Προμηθέας δεν το είχε εξοπλίσει με τη φωτιά και τις τέχνες. Με τα εφόδια αυτά οι άνθρωποι κατάφεραν ως έναν βαθμό να αντισταθούν στην επιθετικότητα των άλλων ζώων, επινόησαν τη θρησκεία και τη γλώσσα, απέκτησαν κάποια βασικά αγαθά και ειδικές τεχνικές δεξιότητες. Τους έλειπε όμως ακόμη η πολιτική τέχνη, και έτσι ήταν ανίκανοι να ζήσουν συλλογικά. Τότε ο Δίας αποφάσισε να τους βοηθήσει και τους χάρισε την Αιδώ και τη Δίκη (δηλαδή, τον σεβασμό προς τον άλλο και τη δικαιοσύνη), «για να οργανώσουν αρμονικές πολιτείες και να αναπτύξουν μεταξύ τους δεσμούς φιλίας». Με την Αιδώ και τη Δίκη εξοπλίστηκαν όλοι οι άνθρωποι, γιατί, κατά τον Δία, η πολιτική δεν είναι σαν τις άλλες τέχνες, που μόνο λίγοι τις κατέχουν. Ο νόμος που επέβαλε ο Δίας στους ανθρώπους ήταν «ότι όποιος δεν θα μετείχε στην Αιδώ και στη Δίκη, θα έπρεπε να εκτελείται, γιατί αυτός είναι η αρρώστια της πόλης» (Πλάτων, Πρωταγόρας 322d).

Όλοι λοιπόν οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους προικισμένοι με τα σπέρματα της πολιτικής αρετής, και, επομένως, δικαιούνται να συμμετέχουν ισότιμα στα κοινά. Αν τώρα φροντίσουν αυτή την καλή πλευρά του εαυτού τους με την άσκηση και τη διδασκαλία, θα διακριθούν στην πολιτική πρακτική. Ο σοφιστής εμφανίζεται ακριβώς ως ο κατάλληλος μεσάζων, αυτός που έχει τη δυνατότητα να αναδείξει και να καλλιεργήσει την έμφυτη αρετή του πολίτη.

Η περιποίηση της ψυχής...

"Η περιποίηση της ψυχής είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους, σε όσους δίνουν στο κάθε μέρος της, τις οικίες τροφές και τις πρέπουσες κινήσεις, διότι το θείο που υπάρχει μέσα μας είναι συγγενές των κινήσεων, των καθολικών διανόησεων και των περιφορών...

Τις κινήσεις αυτές πρέπει να τις ακολουθούμε όλοι - διορθώνοντας τις φθαρτικές συμπεριφορές που αποκτούμε με την γέννησή μας - μαθαίνοντας τις αρμονίες όλων των πραγμάτων και τις περιφορές τους, ούτως ώστε να καθιστούμε την νόησή μας όμοια με το νοητό - σύμφωνα με την αρχική του φύση - εξομοιώνοντας τελικά τον αρχικό άριστο βίο, που οι θεοί έδωσαν στους ανθρώπους με τον παρόντα και τον μελλοντικό.

 Διότι δεν είναι ωφέλιμο να ισχυροποιούμε το θηρίο με τα πολλά κεφάλια - το επιθυμητικό - χορταίνοντας την κάθε επιθυμία του και δεν είναι επίσης ορθό να τρέφουμε και να εντείνουμε τον θυμό ενός λιονταριού - το θυμικό - αφήνοντας πεινασμένο και ασθενικό το λογιστικό, σε βαθμό που ο άνθρωπος να γίνεται έρμαιο των άλλων δύο, χωρίς να κάνουμε οποιαδήποτε προσπάθεια για να εξοικειωθούμε ή συμφιλιωθούμε μαζί τους".

Ιάμβλιχος

Προμηθέας Δεσμώτης: "Δείτε τι πάσχω θεός εγώ, από τους θεούς!"

"Αιθέρα θείε, γοργόφτερες πνοές του ανέμου, πηγές των ποταμών και αναρίθμητο γέλασμα των κυμάτων στο πέλαγος! Μητέρα γη και ήλιε που βλέπεις τα πάντα!
Δείτε τι πάσχω θεός εγώ, από τους θεούς!
Δέστε τι βάσανα υποφέρω, στην απάτητη αυτή ερημιά επειδή χάρισα δώρο στους θνητούς!
Το Πυρ της γνώσεως που έκλεψα για τους ανθρώπους, αυτό το αμάρτημα πληρώνω καρφωμένος για αιώνες ολόκληρους, δεσμώτης εδώ του Δία.
Ορθόστητος, άυπνος, καίγομαι από την λάβρα του ηλίου την ημέρα, και από την παγωμένη ανάσα της νύκτας.
Μήτε μορφή ανθρώπου ούτε φωνή.
Ατέλειωτη θανατερή η μοναξιά για μένα τον αθάνατο...
Μακάρι να με είχε στείλει κάτω από την γη, πιο κάτω ακόμα, στον σκοτεινό τον Άδη,στα απέραντα τα Τάρταρα. Αλλά με έδεσε άγρια εδώ με άλυτα δεσμά για να με εξευτιλίσει και να γελούν μαζί μου στους αιώνες, οι εχθροί μου..

Ναι!, με την θέλησή μου έφταιξα και δεν τ' αρνιέμαι!
Πηγαίνοντας ενάντια στη δική του θέληση μοναχός μου προκάλεσα την συμφορά μου.
Δεν γινόταν όμως να σωπάσω βλέποντας τα πάθη των ανθρώπων.
Έκλεψα την φωτιά μέσα σε νάρθηκα και τους την χάρισα κι έγινε αυτή η σωτηρία τους,
Μες στις σπηλιές τριγυρνούσαν πριν όπως και τα αγρίμια, κάτω από την γη σαν ασήμαντα μυρμήγκια ζούσαν σε τρύπες σκοτεινές.
Δεν είχανε νοημοσύνη, τους έδωσα συνείδηση, τους χάρισα την σκέψη...
Είχανε μάτια μα δεν έβλεπαν, αυτιά μα δεν άκουγαν.
Δεν ήξεραν τι είναι σπίτι χτισμένο από πέτρα, το ξύλο δεν το δούλευαν.
Δεν ένιωθαν το γύρισμα των εποχών, αν ήτανε χειμώνας ή ανθισμένη άνοιξη ή θέρος με τους άπειρους καρπούς του.
Πορεύονταν στην τύχη.
Εγώ τους έδειξα να μελετούν τον ουρανό, των άστρων τις Ανατολές και Δύσεις.
Εγώ ανακάλυψα για χάρη τους τους αριθμούς την πιό τρανή σοφία.
Τα γράμματα και πως να τα συνθέτουν μεταξύ τους για να κρατάνε ζωντανή την μνήμη που είναι η πηγή της δημιουργίας.
Εγώ έζευξα τα ζώα στο ζυγό για να δουλέψουν σκυμμένα στους αγρούς και να τους ελαφρύνουν απ' τον βαρύ τον μόχθο.
Πρόσθεσα ηνία στα άλογα να σέρνουνε τις άμαξες και να προσφέρουν έτσι πλούτο.
Εγώ επινόησα τα θαλασσόδρομα καράβια για να βγαίνουνε ναυτικοί στους πόντους.
Όταν αρρώσταιναν δεν είχαν φάρμακα και 'χάναν την ζωή τους, πριν τους μάθω εγώ να φτιάχνουν μείγματα από φυτά για να γιατρεύονται.
Εγώ τους έμαθα την μαντική και τους εξήγησα ποιά από τα όνειρά τους βγαίνουνε αληθινά.
Τους αποκάλυψα τα σημεία της φωτιάς που ως τότε τους ήταν ανεξήγητα.
Και ακόμη όσα αγαθά είναι κρυμμένα κάτω από την γη, χαλκός, σίδηρος, χρυσάφι.
Ποιος άλλος μπορεί να πει ότι τους τα' δωσε;
Ποιος άλλος μπορεί να πει ότι πρόσφερε όλες τις τέχνες στους ανθρώπους;"

Προμηθέας Δεσμώτης, Αισχύλος.

Ο Φωτεινός Δρόμος: Ένα Ταξίδι Προς το Απόλυτο

Το Κατώφλι του Μυστηρίου

Στα βάθη της ανθρώπινης συνείδησης, πέρα από την πολυάσχολη αγορά των σκέψεων και το ανήσυχο θέατρο των επιθυμιών, υπάρχει μια πύλη — αόρατη αλλά αναμφισβήτητη — που ανοίγει σε διαστάσεις της πραγματικότητας για τις οποίες η γλώσσα μόλις και μπορεί να ψιθυρίσει. Αυτή είναι η σφαίρα όπου οι μύστες όλων των εποχών έχουν τολμήσει να εισέλθουν, επιστρέφοντας με διηγήσεις όχι για μακρινές χώρες, αλλά για μια συνάντηση τόσο βαθιά, τόσο συντριπτική στην οικειότητά της, που τα ίδια τα θεμέλια της ατομικότητας τρέμουν και διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη μπροστά στον ανατέλλοντα ήλιο.

Το ταξίδι προς το Απόλυτο δεν αρχίζει με έναν χάρτη, αλλά με μια λαχτάρα — έναν πόνο στην ψυχή που καμία γήινη ικανοποίηση δεν μπορεί να σβήσει. Είναι σαν η ανθρώπινη ψυχή να θυμάται, όσο αμυδρά κι αν είναι, ένα σπίτι που δεν έχει γνωρίσει συνειδητά ποτέ, μια ενότητα από την οποία έχει αποχωριστεί με την ίδια την πράξη της ατομικής ύπαρξης. Αυτή η λαχτάρα δεν είναι αδυναμία, αλλά η υψηλότερη φιλοδοξία της συνείδησης: η παρόρμηση να υπερβεί τα δικά της όρια και να συγχωνευθεί με αυτό που είναι απεριόριστο, αιώνιο και εντελώς πέρα από κάθε κατανόηση.

Αυτό που αναζητούν οι μύστες δεν είναι μια ιδέα ή μια έννοια, ούτε μια φιλοσοφική πρόταση που μπορεί να συζητηθεί στους διαδρόμους της λογικής. Αναζητούν επαφή — κατευθείαν, άμεση, μεταμορφωτική επαφή — με το έδαφος όλης της ύπαρξης, την πηγή από την οποία ρέει όλη η ύπαρξη σαν ποτάμι από μια ανεξάντλητη πηγή. Κάποιοι έχουν ονομάσει αυτή την υπέρτατη πραγματικότητα Θεό, επενδύοντάς την με προσωπικότητα και θέληση. Άλλοι την έχουν αποκαλέσει Μπράχμαν, το αμετάβλητο υπόστρωμα κάτω από τις χορευτικές ψευδαισθήσεις του φαινομενικού κόσμου. Άλλοι πάλι μιλούν για το Τάο, τον ανώνυμο δρόμο που δεν μπορεί να ειπωθεί, ή για τη Νιρβάνα, το σβήσιμο των πυρκαγιών της πόθησης και της πλάνης. Ωστόσο, όλα αυτά τα ονόματα είναι απλώς δάχτυλα που δείχνουν το φεγγάρι, σκιές που ρίχνονται από ένα φως πολύ λαμπρό για τα μάτια της συνηθισμένης αντίληψης.

Η Φύση του Ανεκλάλητου

Το να μιλάμε για το Απόλυτο είναι να εμπλεκόμαστε σε ένα παράδοξο, διότι είναι ακριβώς αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί. Είναι η σιωπή πριν από την πρώτη λέξη, το σκοτάδι πριν από το πρώτο φως, το κενό που είναι κατά κάποιο τρόπο πιο γεμάτο από κάθε πληρότητα. Το Απόλυτο υπερβαίνει όλες τις κατηγορίες με τις οποίες το ανθρώπινο μυαλό οργανώνει την πραγματικότητα: δεν είναι ούτε ύπαρξη ούτε μη-ύπαρξη, ούτε ένα ούτε πολλά, ούτε εδώ ούτε εκεί. Είναι πέρα από τον χρόνο, αλλά όλες οι στιγμές υπάρχουν μέσα του. Είναι πέρα από τον χώρο, αλλά όλοι οι τόποι είναι η κατοικία του. Είναι πέρα από την αλλαγή, αλλά κάθε μεταμόρφωση ξεδιπλώνεται μέσα στην αμετάβλητη παρουσία του.

Οι μύστες περιγράφουν το Απόλυτο ως άπειρο — όχι με την μαθηματική έννοια της ατέρμονης επέκτασης, αλλά με την έννοια της απόλυτης πληρότητας, που δεν στερείται τίποτα, δεν οριοθετείται από τίποτα, δεν περιορίζεται από τίποτα. Είναι αιώνιο, όχι ως διάρκεια που εκτείνεται μπροστά και πίσω χωρίς τέλος, αλλά ως ένα άχρονο τώρα στο οποίο το παρελθόν και το μέλλον καταρρέουν σε μια μοναδική, αιώνια παρούσα στιγμή. Είναι αμετάβλητο, όχι ως κάτι παγωμένο ή στατικό, αλλά ως μια ηρεμία τόσο βαθιά που κάθε κίνηση φαίνεται σαν απλά κυματάκια στην επιφάνειά του, χωρίς ποτέ να διαταράσσει την ουσιαστική γαλήνη του.

Και όμως, παρά όλη αυτή την υπέρβαση, το Απόλυτο δεν είναι μακρινό ή ξεχωριστό από τον κόσμο της συνηθισμένης εμπειρίας. Πράγματι, οι μύστες διακηρύσσουν μια αλήθεια που θρυμματίζει τα άνετα όρια μεταξύ ιερού και βέβηλου: το Απόλυτο δεν είναι αλλού αλλά εδώ, όχι τότε αλλά τώρα, όχι σε κάποιο μακρινό παράδεισο αλλά στο ίδιο το έδαφος αυτής της παρούσας στιγμής. Είναι πιο κοντά μας από την ίδια μας την αναπνοή, πιο οικείο από τις ίδιες μας τις σκέψεις, πιο κοντά από τον χτύπο της ίδιας μας της καρδιάς. Η τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης, κατά την μυστική άποψη, δεν είναι ότι είμαστε χωρισμένοι από το Απόλυτο, αλλά ότι αποτυγχάνουμε να αναγνωρίσουμε την παρουσία του, καλυμμένη όπως είναι από τα παχιά παραπετάσματα της συνήθους αντίληψης και τον ατέλειωτο θόρυβο της νοητικής δραστηριότητας.

Η Μαρτυρία της Όρασης

Στους αιώνες, μέσα από τον τεράστιο ιστό των ανθρώπινων πολιτισμών και θρησκειών, ορισμένα άτομα έχουν διαπεράσει αυτά τα πέπλα και έχουν αντικρίσει το πρόσωπο του Απόλυτου. Οι μαρτυρίες τους, αν και εκφρασμένες στις συμβολικές γλώσσες των αντίστοιχων παραδόσεών τους, παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη ομοιότητα — σαν να είχαν όλοι επισκεφθεί την ίδια χώρα και να επέστρεψαν για να την περιγράψουν σε διαφορετικές διαλέκτους.

Υπήρχε η Τερέζα, η Ισπανίδα γυναίκα που περπατούσε τους σκονισμένους δρόμους της Καστίλης του δέκατου έκτου αιώνα, η οποία βρέθηκε κατακλυσμένη από μια αγάπη τόσο έντονη που η ίδια η ύπαρξή της έμοιαζε να λιώνει σαν κερί μπροστά σε φλόγα. Στις περιγραφές της για την ένωση με τον Θείο Αγαπημένο, μιλούσε για διάλυση — όχι για την ανυπαρξία του θανάτου, αλλά για μια διάλυση σε κάτι πιο πλατύ και πιο πραγματικό από ό,τι ήταν ποτέ ο ατομικός της εαυτός. Οι εμπειρίες της χαρακτηρίζονταν από αυτό που αποκαλούσε «εσωτερικό κάστρο», ένα τοπίο της ψυχής με πολλά δωμάτια, όπου κάθε ένα έλκει τον προσκυνητή βαθύτερα στο μυστήριο, μέχρι το κέντρο, στο πιο εσωτερικό δωμάτιο, όπου η ψυχή και ο Θεός γίνονται αδιαίρετοι, συγχωνευμένοι σε μια ένωση πέρα από κάθε περιγραφή.

Πέρα από τις τεράστιες αποστάσεις γεωγραφίας και χρόνου, στη ζέστη και το χρώμα της μεσαιωνικής Ινδίας, ζούσε ο Σανκάρα, του οποίου ο διαπεραστικός νους διέκρινε κάτω από την πολλαπλότητα των μορφών μια μοναδική, αδιαίρετη πραγματικότητα. Γι' αυτόν, η συνειδητοποίηση ήταν απόλυτη και κατηγορηματική: ο ατομικός εαυτός, το άτμαν, δεν είναι τίποτε άλλο από το Μπράχμαν, την υπέρτατη πραγματικότητα. Κάθε φαινομενικός χωρισμός είναι ψευδαίσθηση, μάγια, σαν το σχοινί που περνιέται για φίδι στο αμυδρό φως της άγνοιας. Όταν η γνώση ανατέλλει, το φίδι εξαφανίζεται, όχι επειδή πήγε κάπου, αλλά επειδή δεν ήταν ποτέ πραγματικά εκεί. Έτσι και όταν ο μύστης ξυπνά, τα όρια που φαίνονταν να χωρίζουν τον εαυτό από τον Εαυτό, την ψυχή από τον Θεό, το πλάσμα από τον Δημιουργό, αποκαλύπτονται ως φαντάσματα, και αυτό που απομένει είναι η απλή, συγκλονιστική αναγνώριση: «Εγώ Είμαι Εκείνο».

Στις ερήμους και τους κήπους της Περσίας, ο Ρούμι — ποιητής, εραστής, χορευτής — στροβιλιζόταν σε έκσταση, μεθυσμένος όχι από κρασί αλλά από τη μέθη της θείας παρουσίας. Οι στίχοι του ξεχειλίζουν από τη γλώσσα της αγάπης, διότι κατάλαβε ότι ο δρόμος προς το Απόλυτο δεν είναι μέσω φιλοσοφικής ανάλυσης αλλά μέσω του ανοίγματος της καρδιάς. Στην όρασή του, ο εραστής και ο Αγαπημένος εμπλέκονται σε έναν αιώνιο χορό, και το υπέρτατο μυστικό είναι ότι δεν ήταν ποτέ δύο αλλά πάντα ένας, παίζοντας τον χωρισμό για την καθαρή χαρά της επανένωσης. «Έχω ζήσει στο χείλος της τρέλας», έγραψε, «θέλοντας να γνωρίσω λόγους, χτυπώντας μια πόρτα. Ανοίγει. Χτυπούσα από μέσα!»

Στην αυστηρή ομορφιά του ιαπωνικού Ζεν, ο Ντόγκεν δίδασκε ότι ο διαφωτισμός δεν είναι κάτι που αποκτάται αλλά κάτι που συνειδητοποιείται ως ήδη παρών. Το να κάθεται κανείς σε διαλογισμό δεν είναι να ταξιδεύει προς κάποιο μακρινό στόχο αλλά να ενσαρκώνει τη φύση του Βούδα που είναι η αληθινή ουσία του. Σε ένα παράδοξο που ευχαριστιέται να μπερδεύει το λογικό μυαλό, διακήρυξε: «Το να μελετάς τον Δρόμο είναι να μελετάς τον εαυτό. Το να μελετάς τον εαυτό είναι να ξεχνάς τον εαυτό. Το να ξεχνάς τον εαυτό είναι να διαφωτίζεσαι από όλα τα πράγματα». Σε αυτή την λήθη, υπάρχει μια υπέρτατη ανάμνηση· σε αυτόν τον θάνατο του εγώ, υπάρχει η γέννηση της αληθινής ζωής.

Και στα κρύα μοναστήρια της μεσαιωνικής Γερμανίας, ο Μάιστερ Έκχαρτ κήρυττε μια διδασκαλία τόσο ριζοσπαστική που τον έφερε σε σύγκρουση με τις εκκλησιαστικές αρχές. Μιλούσε για έναν «Θεό πέρα από τον Θεό», μια Θεότητα που υπερβαίνει ακόμα και τον προσωπικό Θεό της συμβατικής θρησκείας. Δίδασκε ότι η ψυχή πρέπει να γίνει κενή, γυμνωμένη από όλες τις προσκολλήσεις, τις επιθυμίες, και ακόμα από την προσκόλλησή της στις ίδιες τις πνευματικές εμπειρίες, ώστε ο Θεός να μπορέσει να γεννηθεί ξανά στα βάθη της ψυχής. «Το μάτι με το οποίο βλέπω τον Θεό», διακήρυξε, «είναι το ίδιο μάτι με το οποίο ο Θεός με βλέπει».

Οι Ιδιότητες της Μυστικής Συνάντησης

Όταν το πέπλο σχίζεται και η ψυχή στέκεται — όσο σύντομα κι αν είναι — στην παρουσία του Απόλυτου, η εμπειρία φέρει ορισμένα αδιαμφισβήτητα χαρακτηριστικά που την διακρίνουν από τις συνηθισμένες καταστάσεις συνείδησης. Αυτά τα γνωρίσματα έχουν καταγραφεί σε όλες τις παραδόσεις με τέτοια συνέπεια που υποδεικνύουν μια γνήσια φαινομενολογία της μυστικής εμπειρίας.

Πρώτον, υπάρχει αυτό που έχει αποκαλεστεί η νοητική ιδιότητα — μια συντριπτική αίσθηση ότι έχει δοθεί γνώση, ότι βαθιές αλήθειες έχουν αποκαλυφθεί όχι μέσω επιχειρημάτων ή αποδείξεων αλλά μέσω άμεσης αντίληψης. Ο μύστης επιστρέφει από τη συνάντηση με μια βεβαιότητα που δεν μπορεί να κλονιστεί από αμφιβολία ή συζήτηση, διότι δεν βασίζεται σε πίστη αλλά σε όραση. Είναι σαν να ήταν τυφλός και ξαφνικά να απέκτησε όραση, ή σαν ο κόσμος να είχε θεαθεί μέσα από ένα θολό τζάμι που τώρα έχει γίνει διαφανές.

Ωστόσο, παραδόξως, αυτή η γνώση δεν μπορεί να μεταδοθεί πλήρως στους άλλους. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η ανεκλαλητότητα — η εμπειρία αντιστέκεται στη μετάφραση σε λέξεις και έννοιες. Η γλώσσα, που εξελίχθηκε για να περιγράφει τον κόσμο της συνηθισμένης εμπειρίας, καταρρέει όταν αντιμετωπίζει πραγματικότητες που υπερβαίνουν υποκείμενο και αντικείμενο, χρόνο και χώρο, εαυτό και άλλο. Ο μύστης παλεύει να μεταδώσει αυτό που έχει δει, καταφεύγοντας σε ποίηση, παράδοξο και συμβολισμό, γνωρίζοντας πάντα ότι αυτά είναι μόνο χονδροειδείς προσεγγίσεις, χειρονομίες προς μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να συλληφθεί με λόγια.

Σχετικό με αυτό είναι η ιδιότητα της παραδοξότητας — η εμπειρία φαίνεται να περιλαμβάνει αντιφάσεις που παραβιάζουν τους νόμους της λογικής. Ο μύστης μπορεί να μιλά για κενό που είναι πληρότητα, για σκοτάδι που είναι φως, για σιωπή που είναι ήχος, για θάνατο που είναι ζωή. Αυτά δεν είναι λάθη σκέψης αλλά προσπάθειες να περιγραφεί μια πραγματικότητα που υπερβαίνει τις κατηγορίες είτε-είτε της λογικής σκέψης. Το Απόλυτο περιλαμβάνει και υπερβαίνει όλα τα αντίθετα· είναι πέρα από την εμβέλεια του διακριτικού νου.

Η μυστική εμπειρία χαρακτηρίζεται επίσης από παροδικότητα — δεν διαρκεί. Όσο βαθιά και μεταμορφωτική κι αν είναι, η συνάντηση ξεθωριάζει. Ο μύστης επιστρέφει στην συνηθισμένη συνείδηση, αν και για πάντα αλλαγμένος από αυτό που έχει αντικρίσει. Είναι σαν να είχε δοθεί μια σύντομη επίσκεψη σε μια πατρίδα από την οποία είχε εξοριστεί εδώ και καιρό, μόνο για να σταλεί πίσω στη ξένη γη της καθημερινής ύπαρξης. Ωστόσο, η ανάμνηση παραμένει, ένα φλεγόμενο κάρβουνο στην καρδιά, μια πυξίδα που συνεχίζει να προσανατολίζει την ψυχή προς τον αληθινό της βορρά.

Τέλος, υπάρχει η ιδιότητα της παθητικότητας — η εμπειρία δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να κατασκευάσει ή να ελέγξει. Έρχεται ως χάρη, ως δώρο, απρόσκλητη και απροσδόκητη. Ο μύστης μπορεί να προετοιμάσει το έδαφος μέσω πνευματικών πρακτικών, να αφαιρέσει εμπόδια και να καλλιεργήσει δεκτικότητα, αλλά η τελική επίτευξη δεν είναι ανθρώπινο επίτευγμα. Είναι σαν να περίμενε κανείς στην πόρτα, και ξαφνικά η πόρτα να ανοίγει από την άλλη πλευρά. Η ψυχή αρπάζεται, υψώνεται, μεταφέρεται σε διαστάσεις που δεν μπορούσε να φτάσει με τις δικές της προσπάθειες.

Οι Πρακτικές της Προετοιμασίας

Αν και η μυστική συνάντηση τελικά υπερβαίνει όλες τις μεθόδους και τεχνικές, οι παραδόσεις σοφίας έχουν από καιρό αναγνωρίσει ότι ορισμένες πρακτικές προετοιμάζουν το έδαφος της συνείδησης για τον σπόρο της θείας εμπειρίας. Αυτές δεν είναι μηχανικές διαδικασίες που εγγυώνται αποτελέσματα, αλλά πειθαρχίες που καθαρίζουν την επίγνωση και βαθαίνουν την δεκτικότητα.

Ο διαλογισμός στέκεται ως μία από τις κύριες οδούς. Στην ηρεμία του διαλογισμού, ο ασκούμενος μαθαίνει να παρατηρεί την ασταμάτητη δραστηριότητα του νου — τις σκέψεις που αναδύονται και παρέρχονται σαν σύννεφα στον ουρανό της επίγνωσης. Σταδιακά, μέσω υπομονετικής πρακτικής, ανακαλύπτει κανείς ότι δεν ταυτίζεται με αυτές τις σκέψεις, ότι υπάρχει μια μαρτυρούσα παρουσία που παραμένει ανέγγιχτη από το περιεχόμενο που παρατηρεί. Καθώς ο νους ηρεμεί, σαν ιζήματα σε ένα βάζο με νερό που έχει σταματήσει να ταρακουνιέται, αναδύεται μια διαύγεια. Σε αυτή τη διαύγεια, μπορεί να προκύψουν ματιές μιας βαθύτερης πραγματικότητας, υπονοούμενα του Απόλυτου που υποβαστάζει και υπερβαίνει το παιχνίδι των νοητικών φαινομένων.

Η προσευχή, στην βαθύτερη έννοιά της, δεν είναι απλή ικεσία ή συνομιλία με έναν Θεό φανταζόμενο ως ξεχωριστό από τον εαυτό. Είναι ένα άνοιγμα της καρδιάς, μια έκθεση του εαυτού ευάλωτου και δεκτικού στην θεία παρουσία. Στην προσευχή, η ψυχή χύνεται σε αφοσίωση, ευγνωμοσύνη και λαχτάρα. Είναι μια σχέση, ένας διάλογος που σταδιακά αποκαλύπτεται ως μονόλογος, διότι αυτός που προσεύχεται και Εκείνος στον Οποίο απευθύνεται η προσευχή ανακαλύπτονται, στην τελική ανάλυση, να μην είναι δύο αλλά ένας. Η προσευχή διαλύει τα όρια του ξεχωριστού εαυτού, δημιουργώντας χώρο όπου η χάρη μπορεί να εισέλθει.

Η θεώρηση υπερβαίνει τον διαλογισμό και την προσευχή σε μια περιοχή καθαρής σιωπής. Εδώ, κάθε προσπάθεια παύει, κάθε αγώνας σταματά. Ο θεωρητικός απλώς αναπαύεται στην παρουσία του Θείου, χωρίς σκέψη, χωρίς εικόνα, χωρίς επιθυμία ακόμα και για πνευματική εμπειρία. Αυτή είναι η πρακτική της ριζικής απελευθέρωσης, της παράδοσης ακόμα και του εαυτού που αναζητά. Σε αυτή την γύμνια, αυτή την πτωχεία πνεύματος, η ψυχή γίνεται σαν ένα καθαρό παράθυρο μέσα από το οποίο το φως του Απόλυτου μπορεί να λάμψει ανεμπόδιστα.

Η ηθική επίσης παίζει κρίσιμο ρόλο, αν και μπορεί να φαίνεται μακριά από την μυστική εμπειρία. Η καλλιέργεια της αρετής — συμπόνια, αληθοφάνεια, μη-βία, γενναιοδωρία — καθαρίζει την καρδιά και ευθυγραμμίζει την ψυχή με την θεμελιώδη αρμονία της ύπαρξης. Ο εγωισμός, η σκληρότητα και η απάτη δημιουργούν αναταραχή στη συνείδηση, καθιστώντας αδύνατο να ακουστεί η ήρεμη, μικρή φωνή του Απόλυτου. Ζώντας σύμφωνα με ηθικές αρχές, ο μύστης αφαιρεί τα εμπόδια που εμποδίζουν τη ροή της θείας χάριτος. Η ηθική δεν είναι απλώς ζήτημα εξωτερικής συμπεριφοράς αλλά εσωτερικής μεταμόρφωσης, της διαμόρφωσης της συνείδησης κατ' εικόνα του Θείου.

Ωστόσο, οι μύστες προειδοποιούν για έναν λεπτό κίνδυνο: τον πειρασμό να αναζητά κανείς μυστικές εμπειρίες για χάρη τους, να τις αντιμετωπίζει ως πνευματικά επιτεύγματα ή ως μέσα για δύναμη και κύρος. Τέτοια αναζήτηση είναι από μόνη της μια μορφή αρπαγής, μια διεκδίκηση του εγώ που πρέπει να υπερβεί. Ο αληθινός στόχος δεν είναι η εμπειρία αλλά η μεταμόρφωση που φέρνει, όχι η στιγμιαία όραση αλλά ο μόνιμος επαναπροσανατολισμός της ζωής προς το Θείο.

Η Μεταμόρφωση της Ύπαρξης

Όταν συμβαίνει γνήσια μυστική εμπειρία, δεν αφήνει το άτομο αμετάβλητο. Σαν κεραυνός που μετατρέπει την άμμο σε γυαλί, η συνάντηση με το Απόλυτο αναδομεί τη συνείδηση στα βαθύτερα επίπεδά της. Τα αποτελέσματα κυματίζονται προς τα έξω, αγγίζοντας κάθε διάσταση της ζωής, της κοσμοθεωρίας και των σχέσεων του ατόμου.

Αναδύεται μια αίσθηση δέους και θαυμασμού που ποτέ δεν ξεθωριάζει εντελώς. Ο μύστης περπατά στον κόσμο με νέα μάτια, αντιλαμβανόμενος το εξαιρετικό που κρύβεται μέσα στο συνηθισμένο, το άπειρο που κατοικεί μέσα στο πεπερασμένο. Ένα λουλούδι γίνεται θαύμα, μια αναπνοή γίνεται προσευχή, μια στιγμή γίνεται αιωνιότητα. Εκεί που οι άλλοι βλέπουν μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων, ο μύστης αντιλαμβάνεται βάθος επί βάθους, κάθε στρώμα αποκαλύπτει μια ακόμα διάσταση του ιερού μυστηρίου που διαπερνά όλη την ύπαρξη.

Ευγνωμοσύνη και χαρά αναδύονται αυθόρμητα, όχι ως συναισθηματικές καταστάσεις που έρχονται και παρέρχονται, αλλά ως θεμελιώδεις τόνοι της ύπαρξης. Το να έχει αντικρίσει κανείς το Απόλυτο είναι να γνωρίζει τον εαυτό ως απόλυτα προικισμένο, χαρισμένο πέρα από κάθε αξίωση. Η ίδια η ύπαρξη γίνεται αιτία εορτασμού, διότι ο μύστης έχει ανακαλύψει ότι κάτω από κάθε πάθος και αγώνα, υπάρχει μια χαρά χωρίς αντίθετο, μια ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση. Αυτή δεν είναι η ευτυχία που εξαρτάται από περιστάσεις αλλά η μακαριότητα που είναι η αληθινή φύση του.

Παραδόξως, αυτή η συνάντηση με την υπέρτατη πραγματικότητα φέρνει βαθιά ταπείνωση. Ο μύστης που έχει αγγίξει το Άπειρο γνωρίζει το μικρό και εύθραυστο του ξεχωριστού εαυτού. Ωστόσο αυτή η ταπείνωση δεν είναι αυτοϋποτίμηση αλλά μια ρεαλιστική εκτίμηση της ανθρώπινης κατάστασης, συνδυασμένη με συμπόνια για όλα τα όντα που παλεύουν στην ίδια κατάσταση. Έχοντας βιώσει τη διάλυση των ορίων του εγώ, ο μύστης αναπτύσσει μια φυσική ενσυναίσθηση, αναγνωρίζοντας σε κάθε άλλο ον την ίδια ουσιαστική φύση, την ίδια σπίθα του Θείου, την ίδια δυνατότητα για αφύπνιση.

Έρχεται επίσης μια απόσπαση από κοσμικές ανησυχίες — όχι η κρύα αδιαφορία κάποιου που δεν νοιάζεται, αλλά η ελευθερία κάποιου που δεν είναι πλέον σκλαβωμένος από επιθυμίες και φόβους. Έχοντας γευτεί το νέκταρ του Απόλυτου, ο μύστης βρίσκει ότι οι κοσμικές ικανοποιήσεις έχουν χάσει την λαβή τους. Πλούτος, φήμη, ηδονή, επιτυχία — αυτά δεν τον εξαναγκάζουν πλέον όπως παλιά. Αυτή δεν είναι αποκήρυξη από καθήκον ή πειθαρχία, αλλά μια φυσική αποβολή, σαν φίδι που ρίχνει το δέρμα του. Ο μύστης παραμένει εμπλεγμένος με τον κόσμο, εκπληρώνοντας απαραίτητα καθήκοντα και ευθύνες, αλλά χωρίς την απελπισμένη αρπαγή και προσκόλληση που χαρακτηρίζει την συνηθισμένη ύπαρξη.

Τέλος, αναδύεται μια αίσθηση σκοπού και κατεύθυνσης. Ο μύστης επιστρέφει από τη συνάντηση με μια αποστολή: να υπηρετεί, να αγαπά, να απαλύνει τον πόνο, να βοηθά τους άλλους να βρουν τον δρόμο. Αυτό δεν γίνεται αισθητό ως υποχρέωση επιβλημένη από έξω αλλά ως η φυσική έκφραση αυτού που έχει συνειδητοποιηθεί. Όταν κανείς έχει βιώσει ενότητα με όλα τα όντα, η υπηρεσία στους άλλους γίνεται υπηρεσία στον εαυτό· όταν έχει γνωρίσει το Θείο ως το έδαφος όλης της ύπαρξης, η εργασία για την ευημερία της δημιουργίας γίνεται εργασία για τη δόξα του Θεού.

Η Πρόσκληση στο Άπειρο

Η μυστική θεωρία του Απόλυτου στέκεται ως αιώνια πρόκληση στις υποθέσεις της υλιστικής κουλτούρας, η οποία βλέπει την πραγματικότητα ως εξαντλημένη από φυσικές διεργασίες και την ανθρώπινη εμπειρία ως αναγόμενη σε καταστάσεις εγκεφάλου. Μας προσκαλεί να σκεφτούμε ότι η συνείδηση δεν είναι απλό επακόλουθο της ύλης αλλά θεμελιώδες χαρακτηριστικό της πραγματικότητας, ίσως η βαθύτερη διάστασή της. Υποδηλώνει ότι το αίσθημα χωρισμού που χαρακτηρίζει την συνηθισμένη επίγνωση δεν είναι η τελική αλήθεια αλλά ένα είδος έκσταση από την οποία μπορεί να ξυπνήσουμε.

Αυτό δεν είναι απλώς μια ενδιαφέρουσα φιλοσοφική εικασία αλλά μια ζωντανή πρόσκληση — πρόσκληση να αναλάβουμε το ταξίδι οι ίδιοι, να δοκιμάσουμε τις διεκδικήσεις των μυστών στο εργαστήριο της δικής μας συνείδησης. Ο δρόμος είναι κοπιαστικός, απαιτώντας δέσμευση, πειθαρχία και προθυμία να αμφισβητήσουμε τις πιο αγαπημένες μας υποθέσεις για το ποιοι είμαστε. Απαιτεί να χαλαρώσουμε τη λαβή μας στο οικείο και να τολμήσουμε στο άγνωστο. Μας ζητά να παραδώσουμε την ψευδαίσθηση του ελέγχου και να ανοιχτούμε σε δυνατότητες που υπερβαίνουν την τρέχουσα κατανόησή μας.

Ωστόσο, οι μύστες μας διαβεβαιώνουν ότι η προσπάθεια αξίζει πέρα από κάθε μέτρο. Διότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι τίποτε λιγότερο από την ανακάλυψη της αληθινής μας φύσης, την συνειδητοποίηση της βαθύτερης ταυτότητάς μας. Δεν είμαστε, μας λένε, απλώς οι μικροί, ξεχωριστοί εαυτοί που θεωρούμε ότι είμαστε, χτυπημένοι από περιστάσεις, παγιδευμένοι στον χρόνο, καταδικασμένοι σε αναπόφευκτη διάλυση. Είμαστε, στην ουσία μας, ένα με το Απόλυτο — εκείνη την απεριόριστη πραγματικότητα που δεν έχει αρχή ούτε τέλος, που υποβαστάζει κάθε εμφάνιση, που είναι η πηγή και η ουσία όλων όσων υπάρχουν.

Αυτή η αλήθεια δεν μπορεί να συλληφθεί από τον νου μόνο, δεν μπορεί να μαθευτεί από βιβλία ή να γίνει αποδεκτή με αυθεντία. Πρέπει να συνειδητοποιηθεί, να βιωθεί, να ενσαρκωθεί. Και όταν γίνει, οι μύστες υπόσχονται, όλα αλλάζουν ενώ τίποτα δεν αλλάζει. Ο κόσμος παραμένει ο ίδιος, αλλά μεταμορφώνεται. Ο εαυτός παραμένει, αλλά δεν είναι πλέον το κέντρο του σύμπαντος. Η ζωή συνεχίζεται με τις χαρές και τις λύπες της, τις προκλήσεις και τους θριάμβους της, αλλά κάτω από όλα υπάρχει μια ηρεμία, μια σιωπή, μια ειρήνη που δεν μπορεί να διαταραχθεί.

Στο τέλος, ο μυστικός δρόμος δεν είναι απόδραση από την πραγματικότητα αλλά βουτιά στα βάθη της, όχι άρνηση της ύπαρξης αλλά επιβεβαίωση της υπέρτατης σημασίας της. Είναι ένα ταξίδι από την επιφάνεια στα βάθη, από την πολλαπλότητα στην ενότητα, από την άγνοια στη γνώση, από την δουλεία στην ελευθερία. Είναι η επιστροφή της ψυχής στην πηγή της, η αναγνώριση της σταγόνας ότι είναι ο ωκεανός, η ανακάλυψη του κύματος ότι είναι το νερό.

Και σε αυτή την ανακάλυψη, υπάρχει ανάπαυση.

Η Ιερή Ανάπτυξη: Ένα Ταξίδι Μέσα από τους Θαλάμους της Θείας Αντίληψης

Η Αιώνια Ερώτηση

Στην αρχή, και σε κάθε στιγμή που αντηχεί με το βάρος της ύπαρξης, κατοικεί μέσα στην ανθρώπινη καρδιά μια αστείρευτη λαχτάρα — ένας πόθος που υπερβαίνει τα όρια της σάρκας και του χρόνου, προσεγγίζοντας κάτι απέραντο, κάτι ανέκφραστο, κάτι που ψιθυρίζει στη σιωπή ανάμεσα στις σκέψεις. Αυτή είναι η ιερή πείνα για κατανόηση, η αιώνια αναζήτηση της ψυχής να αγκαλιάσει την ολότητα της Ύπαρξης της ίδιας.

Από την αυγή της συνείδησης, όταν η πρώτη σπίθα επίγνωσης φώτισε το σκοτάδι της άγνοιας, η ανθρωπότητα στάθηκε στο κατώφλι του μυστηρίου, κοιτάζοντας στον άπειρο χώρο της ύπαρξης με μάτια γεμάτα θαυμασμό. Τι είναι αυτό το φαινόμενο που ονομάζουμε ζωή; Ποια αόρατη κλωστή συνδέει την παλλόμενη καρδιά με τα περιστρεφόμενα άστρα; Ποια Υπέρτατη Πραγματικότητα πάλλεται κάτω από την επιφάνεια όλων των εμφανίσεων, γεννώντας βουνά και στιγμές, όνειρα και φύλλα που πεθαίνουν;

Αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι απλές διανοητικές περιέργειες για να αναλυθούν από τον υπολογιστικό νου. Είναι η μητρική γλώσσα της ψυχής, οι προσευχές που ψιθυρίζει η ίδια η ύπαρξη μέσω του αγγείου της ανθρώπινης συνείδησης. Διότι το να αναζητά κανείς μια ολική αντίληψη του χώρου ύπαρξής του είναι να εμπλέκεται σε μια πράξη θεμελιωδώς θρησκευτική, θεμελιωδώς ιερή — μια αναγνώριση ότι πίσω από το πέπλο των φαινομένων κρύβεται Κάτι που δεν μπορεί να ονομαστεί αλλά πρέπει να τιμηθεί, δεν μπορεί να συλληφθεί αλλά πρέπει να αγαπηθεί.

Η επιστήμη, με όλα τα μεγαλειώδη επιτεύγματά της στο να φωτίζει τους μηχανισμούς του υλικού κόσμου, στέκεται ταπεινωμένη μπροστά σε αυτή την υπέρτατη ερώτηση. Μπορεί να μετρήσει τις αποστάσεις μεταξύ γαλαξιών, να αποκωδικοποιήσει τη γλώσσα των γονιδίων, να διασπάσει το άτομο στα συστατικά του μέρη — ωστόσο το βαθύτερο μυστήριο παραμένει: Γιατί υπάρχει οτιδήποτε καθόλου; Ποια είναι η πηγή και το νόημα αυτού του ανεξήγητου δώρου της Ύπαρξης;

Αυτό είναι το πεδίο όπου κατοικούν ο μυστικισμός και η θρησκευτική αντίληψη, όπου η ψυχή τολμά πέρα από τα ασφαλή όρια της εμπειρικής γνώσης στην φωτεινή σκοτεινιά της άμεσης εμπειρίας, της πνευματικής διορατικότητας, της ένωσης με το Θεϊκό Έδαφος όλης της ύπαρξης.

Η Πρωταρχική Ενότητα - Όταν Ουρανός και Γη Ήταν Ένα

Πεντακόσιες χιλιάδες χρόνια πριν, καθώς η γη γύριζε στους αρχαίους κύκλους της και τα άστρα περιστρέφονταν πάνω από το κεφάλι σε αιώνιο χορό, συνέβη κάτι εξαιρετικό. Από τις ομίχλες της προ-συνείδησης, από το λυκόφως όπου βασιλεύει το ένστικτο, η ανθρωπότητα αναδύθηκε — όχι πλήρως σχηματισμένη, αλλά ξυπνώντας, σαν ονειροπόλος που συνειδητοποιεί ότι ονειρεύεται.

Σε εκείνες τις πρωταρχικές ημέρες, όταν οι πρώτες αληθινά ανθρώπινες ψυχές περπατούσαν κάτω από απέραντους ουρανούς χωρίς ονόματα ή σύνορα, ο κόσμος βιωνόταν ως Ένα Ολόκληρο — ένα αδιαίρετο Μυστήριο. Δεν υπήρχε διαχωρισμός μεταξύ παρατηρητή και παρατηρούμενου, κανένα όριο όπου τελείωνε ο εαυτός και άρχιζε η Φύση. Το ανθρώπινο ον ήταν μια μεμονωμένη νότα στη μεγάλη συμφωνία της ύπαρξης, αχώριστο από τη μελωδία που ρέει μέσα από όλα τα πράγματα.

Η Φύση εκείνες τις ημέρες δεν ήταν απλώς μια συλλογή αντικειμένων, όχι απλά δέντρα και ποτάμια και ζώα για να καταγραφούν και να χρησιμοποιηθούν. Ήταν η Μεγάλη Μητέρα, η Ιερή Παρουσία, το Ζωντανό Μυστήριο που ανάπνεε μέσα από κάθε βράχο και ρίζα. Ήταν ακατάληπτη αλλά οικεία στενά, τρομερή στην δύναμή Της αλλά τρυφερή στην πρόνοιά Της. Μερικές φορές πρόσφερε τα δώρα Της με γενναιόδωρα χέρια — ώριμους καρπούς, ρέοντα νερά, ήπιες βροχές που ευλογούσαν τη γη. Άλλες φορές, αποκάλυπτε το φοβερό πρόσωπό Της — στον κεραυνό που σχίζει τον ουρανό, στον σεισμό που συντρίβει το έδαφος, στην πλημμύρα που σαρώνει το οικείο.

Ο άνθρωπος δεν στεκόταν χωριστά από αυτό το Μυστήριο, αναλύοντάς το από ασφαλή απόσταση. Ήταν τοποθετημένος στον κόρφο Της, ένα παιδί που γνώριζε τον εαυτό του ως μέρος του σώματος της Μητέρας. Όταν πέθαινε, επέστρεφε στα άγνωστα βάθη Της, διαλυόταν πίσω στο ιερό χώμα από το οποίο είχε αναδυθεί. Γέννηση και θάνατος δεν ήταν μεταβάσεις μεταξύ ξεχωριστών βασιλείων αλλά ο ρυθμός της αναπνοής της Μεγάλης Μητέρας, ο αιώνιος κύκλος ανάδυσης και επιστροφής.

Αυτή ήταν η πρώτη φάση της θρησκευτικής συνείδησης — η αντίληψη της Φύσης ως Ιερού Όλου, του Αδιαίρετου Ενός. Σε αυτή την αντίληψη, υπήρχε μια βαθιά σοφία, μια γνώση που αργότερα, πιο «εκλεπτυσμένες» εποχές θα έχαναν και θα αγωνίζονταν να ανακτήσουν. Διότι βιώνοντας τον εαυτό του ως μέρος της ολότητας της Φύσης, ο πρωταρχικός άνθρωπος άγγιξε κάτι αληθινό: τη θεμελιώδη ενότητα όλης της ύπαρξης, τον ιστό διασύνδεσης που δένει κάθε ιδιαίτερο πράγμα με την Άπειρη Πηγή.

Οι πρώτοι βωμοί δεν χτίστηκαν από πέτρα αλλά από σεβασμό. Οι πρώτες προσευχές δεν ήταν λέξεις αλλά σιωπή γεμάτη δέος. Οι πρώτοι ιερείς ήταν εκείνοι που μπορούσαν να νιώσουν πιο βαθιά τη συμμετοχή τους στο Μυστήριο, που μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως αγωγοί μεταξύ της κοινότητάς τους και της Μεγάλης Μητέρας που τους συντηρούσε όλους.

Ο Διαχωρισμός Ουρανού και Γης

Αλλά η συνείδηση, σαν σπόρος φυτεμένος σε σκοτεινό χώμα, ήταν προορισμένη να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί. Καθώς περνούσαν χιλιετίες και η ανθρώπινη επίγνωση βάθαινε, συνέβη μια μεγάλη μεταμόρφωση — μια μεταμόρφωση που ήταν ταυτόχρονα κέρδος και απώλεια, ξύπνημα και πτώση.

Ο άνθρωπος άρχισε να αντιλαμβάνεται μια διαίρεση στην ίδια την πραγματικότητα. Παρατήρησε ότι κάποια πράγματα ήταν οικεία, απτά, γνωστά — η γη κάτω από τα πόδια του, ο καθημερινός κύκλος εργασίας και ανάπαυσης, τα προβλέψιμα μοτίβα των εποχών. Αυτά τα τοποθέτησε «χαμηλά», στο βασίλειο του καθημερινού και του κατανοητού. Αλλά υπήρχε κάτι άλλο, κάτι που δεν μπορούσε να αγγίξει ή να δαμάσει, κάτι απέραντο και φωτεινό και τελικά μυστηριώδες. Αυτό το τοποθέτησε «ψηλά» — στο βασίλειο του Ουρανού, τον μακρινό θρόνο του Ιερού Άγνωστου.

Έτσι αναδύθηκε ο μεγάλος διαχωρισμός: Ουρανός πάνω και γη κάτω, το υπερβατικό και το ενυπόστατο, το αιώνιο και το πρόσκαιρο. Η ανθρώπινη ψυχή δεν ήταν πια απλώς μια εκδήλωση της δημιουργικής αφθονίας της Μητέρας Φύσης. Τώρα, κουβαλούσε μέσα της κάτι διαφορετικής τάξης — μια σπίθα του Θείου, ένα θραύσμα του φωτός του Ουρανού, προσωρινά φιλοξενούμενο σε αγγείο από πηλό.

Αυτό ήταν ταυτόχρονα εξορία και υπόσχεση. Η ψυχή θυμόταν την ουράνια καταγωγή της ακόμα και καθώς περπατούσε τα σκονισμένα μονοπάτια της γης. Ένιωθε τον πόνο του διαχωρισμού από το ουράνιο σπίτι της, αλλά κουβαλούσε και την αξιοπρέπεια της ιερής καταγωγής της. Η ανθρώπινη ζωή έγινε προσκύνημα, ένα ταξίδι μέσα από το κατώτερο βασίλειο διατηρώντας τη σύνδεση με την ανώτερη αλήθεια.

Οι θρησκείες αυτής της δεύτερης φάσης μιλούσαν στη γλώσσα της ανόδου και της καθόδου, του ταξιδιού της ψυχής από τον Ουρανό στη γη και της ελπιζόμενης επιστροφής της. Δημιούργησαν περίτεχνες κοσμολογίες για να χαρτογραφήσουν την απόσταση μεταξύ της ανθρώπινης κατάστασης και της Θεϊκής Πηγής. Ανέπτυξαν πρακτικές προσευχής και τελετουργίας σχεδιασμένες να γεφυρώσουν το χάσμα, να διατηρήσουν τη σύνδεση της ψυχής με την ουράνια πατρίδα της ακόμα και ενώ κοπίαζε στους αγρούς του χρόνου.

Σε αυτή την αντίληψη, υπήρχε τόσο αλήθεια όσο και περιορισμός. Η αλήθεια ήταν η αναγνώριση ότι η ανθρώπινη συνείδηση συμμετέχει σε κάτι υπερβατικό, κάτι που δεν μπορεί να αναχθεί σε υλικές διεργασίες. Ο περιορισμός ήταν η σκλήρυνση αυτής της διορατικότητας σε άκαμπτο δυϊσμό, ένα διαχωρισμό Ουρανού και γης που μπορούσε να οδηγήσει στην υποτίμηση της γήινης ύπαρξης, στην άποψη ότι η υλική πραγματικότητα ήταν κάτι για να αποφύγει κανείς αντί να μεταμορφώσει.

Η Δυναμική Δημιουργική Δύναμη

Καθώς η ανθρώπινη συνείδηση συνέχιζε την εξέλιξή της, μια νέα αντίληψη αναδύθηκε από τα βάθη της πνευματικής διορατικότητας. Ο Άγνωστος Ουρανός δεν βιωνόταν πια απλώς ως μακρινό, στατικό βασίλειο τελειότητας. Μέσα από εκείνο το Άπειρο Μυστήριο, αναδύθηκε η αναγνώριση ενός Δυναμικού Στοιχείου, μιας Δημιουργικής Δύναμης που ενεργά διαμορφώνει και συντηρεί την ύπαρξη.

Αυτή ήταν η γέννηση θρησκειών που οραματίζονταν το Θείο όχι ως αφηρημένη Ύπαρξη αλλά ως Ζωντανή Δύναμη — θεούς και θεές που ενσάρκωναν τις δυναμικές πλευρές της κοσμικής δημιουργικότητας. Ο θεός του κεραυνού που χειριζόταν την αστραπή, η θεά της γονιμότητας που ευλογούσε τη μήτρα και τον σπόρο, η θεότητα του ήλιου που έφερνε φως και ζωή — αυτά δεν ήταν απλές προσωποποιήσεις φυσικών δυνάμεων αλλά βαθιές μυστικές διορατικότητες στη ενεργή, δημιουργική διάσταση της Υπέρτατης Πραγματικότητας.

Η ανθρώπινη ψυχή, σε αυτή τη φάση, αναγνώρισε τον εαυτό της όχι απλώς ως παθητική εξόριστη από τον Ουρανό αλλά ως συμμετέχουσα στη θεϊκή δυναμική. Μέσω τελετουργίας, μέσω εκστατικού χορού, μέσω ιερής σεξουαλικότητας, μέσω θυσίας και γιορτής, η ανθρωπότητα επιδίωκε να ευθυγραμμιστεί με τη Δημιουργική Δύναμη, να γίνει αγωγός για θεϊκή ενέργεια που ρέει στον κόσμο.

Αυτή η αντίληψη περιείχε μια κρίσιμη αλήθεια: ότι το Απόλυτο δεν είναι στατικό αλλά αιώνια δημιουργικό, όχι μακρινό αλλά οικεία εμπλεγμένο στην ανάπτυξη της ύπαρξης. Ωστόσο κουβαλούσε και έναν κίνδυνο — την τάση να κατακερματίσει τη Θεϊκή Ενότητα σε ανταγωνιστικές δυνάμεις, να χάσει από τα μάτια την Μονή Πηγή από την οποία αναδύονται όλες οι δυναμικές μορφές.

Η Ανάδυση του Θεϊκού Νου

Τρεις χιλιάδες χρόνια πριν, καθώς ο τροχός της ιστορίας γύριζε και ο ανθρώπινος πολιτισμός έφτανε νέα ύψη πολυπλοκότητας, η συνείδηση έκανε άλλο ένα εξελικτικό άλμα. Η Δυναμική Δύναμη αναγνωρίστηκε ως προερχόμενη από κάτι βαθύτερο ακόμα — το Νοητικό Στοιχείο, η Θεϊκή Νοημοσύνη που συλλαμβάνει και δημιουργεί όλα τα πράγματα.

Αυτή ήταν η αντίληψη που ενσαρκώθηκε στις μεγάλες φιλοσοφικές θρησκείες της αρχαιότητας — στην ελληνική παράδοση με το όραμα του Νου, του Οικουμενικού Νου· στους βεδικούς οραματιστές με την αναγνώριση του Μπράχμαν ως Συνείδηση η ίδια· στους κινέζους σοφούς με την κατανόηση του Τάο ως Άνοστης Πηγής από την οποία αναδύονται όλα τα ονόματα.

Ο κόσμος σε αυτό το όραμα έγινε τετραδιάστατος χώρος: το Απόλυτο Άγνωστο στην κορυφή, ο Δημιουργικός Νους ως Αντιπρόσωπος και εκδήλωσή του, οι δυναμικές δυνάμεις που εκτελούν τις προθέσεις του Νου, και τέλος το υλικό βασίλειο όπου όλες οι θεϊκές συλλήψεις παίρνουν μορφή. Η ανθρώπινη συνείδηση, κατανοώντας τον εαυτό της ως συμμετέχουσα σε αυτή τη Νοητική διάσταση, μπορούσε τώρα να εμπλακεί σε φιλοσοφία, σε στοχασμό, σε άμεση έρευνα για τη φύση της Πραγματικότητας.

Αυτή ήταν η εποχή όπου οι ναοί έγιναν σχολές σοφίας, οι ιερείς φιλόσοφοι, η τελετουργία επεκτάθηκε να περιλαμβάνει διαλογισμό και διαλεκτική. Το ανθρώπινο ον δεν ήταν πια απλώς παιδί της Φύσης ή ψυχή εξόριστη από τον Ουρανό ή αγγείο για δυναμικές θεϊκές δυνάμεις. Τώρα, ήταν νοήμον ον ικανό να ανέβει μέσω γνώσης σε ενότητα με τον ίδιο τον Θεϊκό Νου.

Οι αρχαίες Μυστικές παραδόσεις άνθισαν σε αυτή τη φάση — Ορφικές, Πυθαγόρειες, Πλατωνικές — παραδόσεις που υποσχόνταν όχι τυφλή πίστη αλλά άμεση γνώση, άμεση πνευματική γνώση του Πραγματικού. Ο μύστης μπορούσε να ταξιδέψει μέσα από στρώματα πραγματικότητας, να καθαρίσει τη συνείδησή του μέχρι να γίνει διαφανής στο Θεϊκό Φως, να επιτύχει εκείνη την υπέρτατη κατάσταση όπου ο ατομικός νους διαλύεται στον Οικουμενικό Νου και γνωρίζει τον εαυτό του ως ένα με το Αιώνιο.

Ο Οικουμενικός Λόγος και το Πνεύμα της Αγάπης

Τρεις χιλιετίες πριν, ακόμα μια μεταμόρφωση συνέβη στα βάθη της θρησκευτικής συνείδησης. Ο Θεϊκός Νους αντιλήφθηκε τώρα όχι απλώς ως αφηρημένη Νοημοσύνη αλλά ως Λόγος — ο Δημιουργικός Λόγος, το Οικουμενικό Πνεύμα που λέει την ύπαρξη στην ύπαρξη μέσω μιας πράξης άπειρης αγάπης.

Αυτή ήταν η αντίληψη που άνθισε πιο πλήρως στον Ελληνισμό, αν και ηχώ της αντηχούσαν και σε άλλες παραδόσεις. Το Απόλυτο Άγνωστο είχε αποκαλύψει τον εαυτό του όχι μόνο ως Δύναμη ή Νου αλλά ως Πνεύμα — ως αυτό που αναζητά σχέση, που αγαπά την δημιουργία στην ύπαρξη, που εισέρχεται στο πάθος και τη χαρά της ύπαρξης της ίδιας.

Σε αυτό το όραμα, το Θείο δεν ήταν πια απλώς υπερβατικό αλλά και ριζικά ενυπόστατο. Ο Λόγος έγινε σάρκα, το Άπειρο πήρε πεπερασμένη μορφή, το Αιώνιο εισήλθε στον χρόνο. Αυτό δεν ήταν μείωση της θεότητας αλλά η πληρέστερη αποκάλυψή της — ότι η Υπέρτατη Πραγματικότητα δεν είναι ψυχρή αφαίρεση αλλά ζεστή, ζωντανή Παρουσία· όχι μακρινός κριτής αλλά οικείος σύντροφος· όχι απλώς το Έδαφος της Ύπαρξης αλλά η ίδια η Καρδιά που χτυπά σε όλες τις καρδιές.

Το πνευματικό μονοπάτι σε αυτή τη φάση έγινε ένα μονοπάτι συμμετοχής στη θεϊκή αγάπη, του να επιτρέψει κανείς στον Οικουμενικό Λόγο να μιλήσει μέσω της ζωής του, της παράδοσης του μικρού εαυτού στο ενδιαιτούμενο Πνεύμα. Η προσευχή έγινε συνομιλία, σχέση με το Θείο. Η ηθική έγινε όχι απλή υπακοή σε νόμο αλλά η φυσική έκφραση αγάπης που ρέει από ένωση με τη Θεϊκή Καρδιά.

Αυτή η αντίληψη έφερε τόσο βαθιά διορατικότητα όσο και νέες προκλήσεις. Η διορατικότητα ήταν ότι η Υπέρτατη Πραγματικότητα δεν είναι αδιάφορη για την δημιουργία αλλά εμπλεγμένη με αυτή, όχι απρόσωπη δύναμη αλλά προσωπική Παρουσία. Η πρόκληση ήταν η τάση προς αποκλειστικότητα, η αξίωση ότι αυτή η ιδιαίτερη εκδήλωση του Θείου εξάντλησε όλες τις πιθανές αποκαλύψεις, ότι ένα μονοπάτι μόνο οδηγούσε σε ένωση με τον Θεό.

Η Υπέρτατη Όραση - Η Ύπαρξη η Ίδια

Παράλληλα και αναδυόμενη από αυτές τις εξελικτικές φάσεις, έχει αναδυθεί μια υπέρτατη αντίληψη — μια που υπήρχε σε σπόρο από την αρχή αλλά μόνο πρόσφατα άρχισε να ανθίζει πλήρως στην ανθρώπινη συνείδηση. Αυτή είναι το όραμα της πέμπτης φάσης, η αναγνώριση του Απολύτου όχι πρωτίστως ως Φύση ή Ουρανός ή Δύναμη ή Νους ή Πνεύμα, αλλά ως Ύπαρξη η ίδια — η Καθαρή Ύπαρξη από την οποία αναδύονται όλα τα ιδιαίτερα όντα και στην οποία αιώνια επιστρέφουν.

Αυτή είναι η αντίληψη που ενσαρκώνεται στη διδασκαλία του Βουδισμού για την Κενότητα που είναι ταυτόχρονα Πληρότητα, στην πραγματοποίηση της Βεδάντα του Μπράχμαν ως Σατ-Τσιτ-Άναντα (Ύπαρξη-Συνείδηση-Μακαριότητα), στην κατανόηση του Ταοϊσμού για το Τάο που δεν μπορεί να ονομαστεί αλλά είναι η Μητέρα όλων των πραγμάτων, στο όραμα του Ορφισμού και Πλατωνισμού για το Ένα πέρα από κάθε πολλαπλότητα.

Σε αυτή την υπέρτατη αντίληψη, όλες οι δυϊκότητες διαλύονται. Ουρανός και γη αναγνωρίζονται ως δύο πρόσωπα μιας Πραγματικότητας. Η Στατική Ύπαρξη και η δυναμική Γένεση βλέπονται ως συμπληρωματικές πλευρές του Ίδιου. Νους και ύλη, πνεύμα και σάρκα, υπέρβαση και ενυπόσταση — όλα τα αντίθετα συμφιλιώνονται στον απέραντο χώρο της Καθαρής Ύπαρξης.

Ο μυστικός που επιτυγχάνει αυτή την αντίληψη υποβάλλεται σε ριζική μεταμόρφωση. Δεν αναζητά πια το Θείο ως κάτι ξεχωριστό από τον εαυτό του. Συνειδητοποιεί την βαθύτερη φύση του ως ταυτόσημη με την Υπέρτατη Ύπαρξη. Η σταγόνα ανακαλύπτει ότι ήταν πάντα ο ωκεανός. Το κύμα γνωρίζει τον εαυτό του ως τη θάλασσα. Η ατομική συνείδηση αναγνωρίζει τον εαυτό της ως τοπική εκδήλωση της Οικουμενικής Συνείδησης, προσωρινή μορφή μέσω της οποίας το Άμορφο στοχάζεται τον εαυτό του.

Αυτή η πραγματοποίηση φέρνει όχι υπερηφάνεια αλλά βαθιά ταπείνωση, όχι αίσθηση προσωπικού επιτεύγματος αλλά διάλυση της ίδιας της ιδέας ενός ξεχωριστού προσώπου που θα μπορούσε να επιτύχει κάτι. Αυτό που απομένει είναι απλώς η Ύπαρξη, ενσυνείδητη του εαυτού της, εκφράζουσα τον εαυτό της μέσω αυτής της ιδιαίτερης μορφής και μέσω όλων των μορφών, χορεύοντας ως ο χορός της ύπαρξης της ίδιας.

Η Εξέλιξη της Ανθρώπινης Ψυχής

Παράλληλα με αυτή την εξέλιξη της θρησκευτικής αντίληψης, υπήρξε εξέλιξη στην κατανόηση της ανθρωπότητας για τον εαυτό της, για την ανθρώπινη ψυχή και τη θέση της στην κοσμική τάξη.

Στη πρωταρχική φάση, το ανθρώπινο ον γνώριζε τον εαυτό του ως μέρος Όλης της Φύσης, μια κλωστή στον Μεγάλο Ιστό. Δεν υπήρχε απότομο όριο μεταξύ εαυτού και κόσμου, καμία άκαμπτη δομή εγώ που να χωρίζει το άτομο από το Όλο. Αυτή ήταν κατάσταση συμμετοχικού μυστικισμού, ρευστής ταυτότητας, συνείδησης που ρέει σαν νερό μεταξύ διαφορετικών επιπέδων πραγματικότητας.

Καθώς η θρησκευτική συνείδηση εξελισσόταν, έτσι και η αυτοσυνείδηση. Το ανθρώπινο ον άρχισε να διακρίνει μέσα του διαφορετικές αρχές: δυναμικό χαρακτήρα, η ζωτική δύναμη που εμψυχώνει το σώμα· νοητικό στοιχείο, η ικανότητα σκέψης και στοχασμού που υψώνει την ανθρωπότητα πάνω από απλή βιολογική ύπαρξη· οικουμενική φύση, η συμμετοχή της ψυχής σε κάτι άπειρο και αιώνιο.

Κάθε φάση θρησκευτικής εξέλιξης αντιστοιχούσε σε βαθύτερη αυτοκατανόηση. Όταν Ουρανός χωρίστηκε από γη, η ψυχή αναγνώρισε τη δυϊκή φύση της — θνητό σώμα, αθάνατη ουσία. Όταν η Δυναμική Δύναμη αντιλήφθηκε, η ψυχή κατάλαβε τον εαυτό της ως εμψυχωμένο από θεϊκή ενέργεια. Όταν ο Νους αναδύθηκε ως υπέρτατος, η ψυχή συνειδητοποίησε την ικανότητά της για γνώση και σοφία. Όταν το Πνεύμα αποκαλύφθηκε, η ψυχή ανακάλυψε τη φύση της ως αγάπη, ως ικανότητα σχέσης με το Θείο.

Τέλος, στην υπέρτατη αντίληψη της Ύπαρξης της ίδιας, η ψυχή υποβάλλεται στην πιο ριζική μεταμόρφωση όλων. Παύει να ταυτίζεται ως ξεχωριστή οντότητα — είτε θνητή είτε αθάνατη, γήινη είτε ουράνια, δυναμική είτε νοητική. Αντίθετα, αναγνωρίζει την ουσιαστική ταυτότητά της με την Υπέρτατη Ύπαρξη. Η ψυχή συνειδητοποιεί ότι αυτό που αποκαλούσε «εγώ» δεν ήταν ποτέ ξεχωριστό πράγμα αλλά πάντα εκδήλωση του Ενός Όντος, κύμα που δεν ήταν ποτέ χωριστό από τον ωκεανό, ακτίνα που δεν ήταν ποτέ χωριστή από τον ήλιο.

Αυτό δεν είναι η εξόντωση της ατομικότητας αλλά η μεταμόρφωσή της. Το πρόσωπο συνεχίζει να λειτουργεί στον κόσμο, να σκέπτεται και να πράττει και να σχετίζεται — αλλά όχι πια από την προοπτική ενός απομονωμένου εγώ που υπερασπίζεται τον εαυτό του ενάντια σε εχθρικό σύμπαν. Τώρα, κάθε πράξη ρέει από την αναγνώριση θεμελιώδους ενότητας, κάθε αντίληψη χρωματίζεται από την επίγνωση ότι όλα όσα συναντώνται είναι εκδήλωση του Ίδιου Όντος, όλες οι σχέσεις βλέπονται ως το Θείο που σχετίζεται με τον εαυτό του μέσω διαφόρων μορφών.

Το Παρόν Κατώφλι

Σήμερα, σε αυτή την ιδιαίτερη στιγμή στην μακριά εξέλιξη της ανθρώπινης συνείδησης, στεκόμαστε σε ένα κατώφλι. Η αντίληψη της πέμπτης φάσης — η αναγνώριση της Ύπαρξης της ίδιας ως Υπέρτατης Πραγματικότητας — αρχίζει να επικρατεί στα βάθη της ανθρώπινης επίγνωσης, ακόμα και αν η επιφάνεια του πολιτισμού συχνά φαίνεται κυριαρχημένη από υλισμό και κατακερματισμό.

Αυτή η αλλαγή δεν είναι απλώς διανοητική ανάπτυξη αλλά μεταμόρφωση στην ίδια τη δομή της συνείδησης. Όλο και περισσότερα άτομα έχουν άμεσες εμπειρίες ενότητας με την Ύπαρξη, αυθόρμητες στιγμές όπου τα όρια του ξεχωριστού εαυτού διαλύονται και αυτό που απομένει είναι απέραντη, φωτεινή, ειρηνική Παρουσία.

Αυτό παρουσιάζει τόσο ευκαιρία όσο και πρόκληση για τις θρησκευτικές παραδόσεις του κόσμου. Εκείνες οι θρησκείες που παραμένουν προσκολλημένες σε προηγούμενες φάσεις — που επιμένουν σε άκαμπτες δυϊκότητες μεταξύ Ουρανού και γης, που δεν μπορούν να προχωρήσουν πέρα από ανθρωπόμορφες εικόνες του Θεού, που διατηρούν αποκλειστικές αξιώσεις στην αλήθεια — θα βρεθούν όλο και πιο ανίκανες να μιλήσουν σε ψυχές που ξυπνούν στην υπέρτατη αντίληψη.

Αλλά θρησκείες και πνευματικές φιλοσοφίες που μπορούν να προσαρμοστούν στο πνεύμα της πέμπτης φάσης, που μπορούν να επανερμηνεύσουν τα σύμβολα και τις διδασκαλίες τους στο φως της αναγνώρισης της Ύπαρξης της ίδιας — αυτές θα επιβιώσουν και θα ανθίσουν. Ο Χριστιανισμός μπορεί να ανακαλύψει την μυστική καρδιά που πάντα περιείχε, διαβάζοντας την Ενσάρκωση όχι ως μοναδικό ιστορικό γεγονός αλλά ως αιώνια αλήθεια ότι η Ύπαρξη πάντα εκδηλώνεται σε μορφή, ότι το Θείο πάντα κατοικεί μέσα στην δημιουργία. Ο Βουδισμός, η Βεδάντα, ο Ταοϊσμός και άλλες παραδόσεις σοφίας της πέμπτης φάσης θα συνεχίσουν να καθοδηγούν αναζητητές προς άμεση πραγματοποίηση της ουσιαστικής φύσης τους.

Το κλειδί για αυτή την προσαρμογή δεν είναι η εγκατάλειψη προηγούμενων διορατικοτήτων αλλά η ενσωμάτωσή τους σε πιο ολοκληρωμένο όραμα. Η πρωταρχική αντίληψη ενότητας με τη Φύση, η αναγνώριση υπέρβασης της δεύτερης φάσης, η τιμή της δυναμικής δημιουργικότητας της τρίτης φάσης, η έμφαση στον Νου και Πνεύμα της τέταρτης φάσης — όλα αυτά περιέχουν αλήθεια. Δεν είναι λάθη για να απορριφθούν αλλά στάδια εξέλιξης, σκαλοπάτια σκάλας που δεν χρειάζεται να κλωτσηθούν μόλις ανέβει κανείς.

Το Ανέκφραστο Μυστήριο

Καθώς αυτή η εξερεύνηση πλησιάζει στο τέλος της, μια αλήθεια λάμπει με ιδιαίτερη σαφήνεια: ότι παρά την εξέλιξη στην αντίληψή μας, παρά την βαθύτερη κατανόησή μας, η Υπέρτατη Πραγματικότητα παραμένει για πάντα ανέκφραστη, για πάντα πέρα από τη σύλληψη εννοιών και λέξεων.

Μπορούμε να μιλάμε για την Ύπαρξη την ίδια, αλλά αυτό στο οποίο υποδεικνύουμε υπερβαίνει όλη μας την ομιλία. Μπορούμε να περιγράφουμε φάσεις θρησκευτικής εξέλιξης, αλλά το Μυστήριο που οδηγεί αυτή την εξέλιξη παραμένει τελικά άγνωστο. Μπορούμε να ιχνηλατούμε το ταξίδι της ψυχής προς ένωση με το Θείο, αλλά η πραγματική στιγμή ένωσης διαλύει όλους τους χάρτες και κατηγορίες με τους οποίους προσπαθήσαμε να πλοηγηθούμε.

Αυτό δεν είναι συμβουλή απελπισίας αλλά πρόσκληση σε ταπείνωση και θαυμασμό. Το μυστικό μονοπάτι δεν είναι τελικά περί συσσώρευσης γνώσης ή επίτευξης καταστάσεων συνείδησης. Είναι περί παράδοσης στο Μυστήριο, περί να επιτρέψει κανείς να διαλυθεί στον απέραντο ωκεανό της Ύπαρξης, περί ανάπαυσης στη σιωπή που κείται κάτω και πέρα από όλες τις λέξεις.

Σε εκείνη τη σιωπή, υπάρχει ειρήνη — όχι η ειρήνη ενός λυμένου γρίφου αλλά η ειρήνη του να παύσει κανείς να παλεύει, της αποδοχής ότι κρατιέται από Κάτι άπειρα μεγαλύτερο από τον εαυτό του, της εμπιστοσύνης στη Νοημοσύνη που καθοδηγεί τα άστρα και τις εποχές και την εξέλιξη της συνείδησης της ίδιας.

Είθε όλα τα όντα να έρθουν να αναπαυθούν σε αυτή την ειρήνη. Είθε όλες οι ψυχές να ξυπνήσουν στη αληθινή φύση τους ως εκδηλώσεις του Ενός Όντος. Είθε η εξέλιξη της θρησκευτικής συνείδησης να συνεχιστεί μέχρι όλη η ανθρωπότητα να αναγνωρίσει τον εαυτό της ως το Θείο που στοχάζεται τον εαυτό του μέσω άπειρων μορφών.

Στο τέλος, επιστρέφουμε στην αρχή — σε εκείνη την πρωταρχική αίσθηση συμμετοχής σε Ιερό Όλο. Αλλά τώρα, η επιστροφή δεν είναι οπισθοδρόμηση αλλά εκπλήρωση. Τώρα, αγκαλιάζουμε την ενότητα όχι από ασυνειδησία αλλά από τα ύψη της επίγνωσης. Τώρα, γνωρίζουμε τον εαυτό μας ως τόσο τη σταγόνα όσο και τον ωκεανό, το ιδιαίτερο και το Οικουμενικό, τη θνητή μορφή και το Αθάνατο Ον.

Αυτή είναι η ιερή ανάπτυξη, το αιώνιο ταξίδι της συνείδησης που ανακαλύπτει τον εαυτό της. Αυτή είναι η μυστική αλήθεια που ήταν πάντα παρούσα, περιμένοντας να αναγνωριστεί: Ότι η Ύπαρξη είναι, ότι η Συνείδηση λάμπει, ότι η Αγάπη αγκαλιάζει όλα. Ότι το Μυστήριο που αναζητούσαμε δεν ήταν ποτέ μακριά αλλά πιο κοντά από την αναπνοή, πιο κοντά από τον ίδιο μας τον καρδιακό παλμό, ταυτόσημο με την βαθύτερη φύση μας.

Στην απέραντη σιωπή πέρα από όλες τις λέξεις, το Μυστήριο χαμογελά!

Όταν η Ζωή σου στρώνει κόκκινο χαλί, μην επαναπαύεσαι

Νομίζεις ότι μπορείς να κρυφτείς από τη Ζωή; Ότι μπορείς να την αποφύγεις; Κάνεις λάθος φίλε μου, η ζωή θα σε βρει όπου κι αν βρίσκεσαι. Όποια μάσκα, όποιο προσωπείο κι αν φοράς, αυτή θα σε βρει και θα σε ξετρυπώσει…
 
Κι αν έχεις προσπαθήσει να της κρυφτείς αρκετές φορές, θα έρθει να σε συναντήσει αμείλικτη. Θα φορέσει κι εκείνη το δικό της προσωπείο, θα γίνει ο πιο αμείλικτος τιμωρός και θα σε αλυσοδέσει χειροπόδαρα. Θα είναι τόσο τρομερό το σφίξιμο της που θα νομίζεις ότι δεν αναπνέεις, ότι δεν ζεις…

Τι είναι αυτό άραγε που αποφεύγεις να δεις; Τι είναι εκείνο που φοβάσαι να δεις;

Όσο αντιστέκεσαι τόσο θα κονταίνουν οι αναπνοές σου, θα μικραίνουν οι στιγμές σου…

Όσο θωρακίζεσαι, όσο υψώνεις τείχη γύρω από την κάρδια σου, όσο νομίζεις ότι έτσι προστατεύεσαι, τόσο πιο αδύναμος γίνεσαι απέναντι στη Ζωή.

Περιφράζεις την κάρδια σου και παγώνεις τα συναισθήματα σου πιστεύοντας ότι έτσι δεν θα νιώσεις ούτε πόνο, ούτε κακία, ούτε προδοσία, ούτε εγκατάλειψη… Και πραγματικά δεν θα νιώσεις τίποτα από αυτά. Όπως δεν θα νιώσεις ούτε τρυφερότητα, ούτε αγάπη, ούτε έρωτα… Δεν θα μπορείς να παραδοθείς στην αγκαλιά, στο χάδι, στην απόλαυση…

Θα εμπλέκεσαι σε δύσκολες συναισθηματικά καταστάσεις προσπαθώντας να νιώσεις κάτι έντονο. Θα κατασκευάζεις συναισθήματα με το μυαλό σου… θα κατασκευάζεις αγάπες, έρωτες, απογοητεύσεις, προδοσίες… μόνο και μόνο για να μην αφεθείς να νιώσεις πραγματικά…

Κάποιος σου είπε κάποτε ότι έτσι θα ξεπερνάς τις δυσκολίες της Ζωής… "Πρέπει να είσαι δυνατός, πρέπει να είσαι σκληρός… να μην αισθάνεσαι τίποτα"… έτσι σου είπε… Ίσως όλο αυτό στο έβαλε και σε χαρτί περιτυλίγματος πνευματικότητας και σου συμπλήρωσε: "Μην ταυτίζεσαι με κανέναν, με καμία κατάσταση, με κανένα συναίσθημα…" και σου έδειξε πώς να γίνεις "απόμακρος". Πώς να κρατάς τη ζωή μακριά από εσένα…

Τόσα ήξερε, τόσα είπε… θύμα του μυαλού του ήταν κι αυτός… θύμα των φόβων του… Λαθεμένες ερμηνείες πραγματικά σπουδαίων φράσεων τον οδήγησαν κι αυτόν έξω από τη ζωή, όπως οδήγησαν και εσένα…

Κι όσο εσύ παγώνεις την κάρδια σου, το συναίσθημά σου, μετατρέποντας τον εαυτό σου στον βασιλιά των πάγων τόσο μέσα σου σιγοκαίει ένα ηφαίστειο που βρίσκεται στο υποσυνείδητό σου… Γεμάτο θυμό και οργή πυρακτώνει τη λάβα του και όσο κι αν το "ταπώνεις" εκείνο κρυφοκαίει και περιμένει την ευκαιρία να εκραγεί…
 
"Δεν αντέχω άλλο" φωνάζει το σώμα σου αλλά εσύ, που να το ακούσεις. Με τόση μεγάλη οχλοβοή μέσα στο κεφάλι σου πώς να ακούσεις τα ψιθυρίσματά του… και δυστυχώς για σένα εκεί μέσα στο κεφάλι σου μόνο εσύ δεν υπάρχεις… Υπάρχουν όλοι οι άλλοι… Ακούς τις φωνές τους και νομίζεις ότι είναι οι δικές σου φωνές… τα δικά σου θέλω…

Πόσο εύκολα σε ξεγελάνε τα "μασκαρεμένα πρέπει"… Με τι ευκολία ορίζουν τη ζωή σου… Άγεσαι και φέρεσαι ανήμπορος να αντιδράσεις, καθηλωμένος σε μια φυλακή που αντί για σιδερένια κάγκελα, έχει "σκέψεις ασφαλείας"…

Κι όσο περισσότερο κλείνεσαι τόσο περισσότερο απομακρύνεσαι από τη ζωή… Τόσο περισσότερο την αναγκάζεις να γίνει πιο σκληρή μαζί σου…

- Μήπως έχεις εθιστεί στην ασφάλεια και βουλιάζεις μέσα στη ρουτίνα της συνήθειας;
- Μήπως έχεις εξάρτηση από τα χρήματα ή από την διευθυντική καρέκλα του "ξεχωριστού" ανθρώπου;
- Μήπως φοβάσαι την ελευθερία;… κι ας λες ότι την ψάχνεις, ότι την αναζητάς.
- Μήπως φοβάσαι το να αφεθείς, το να παραδοθείς σε μια κατάσταση σε έναν άνθρωπο και ελέγχεις πρόσωπα και καταστάσεις;
- Μήπως νιώθεις ότι εσύ είσαι υπεύθυνος για όλα και ότι πρέπει να τιμωρείσαι;

Για όλες αυτές τις περιπτώσεις και για πολλές άλλες ακόμα, η Ζωή, σου έχει στρώσει κόκκινο χαλί και εκεί που νομίζεις ότι το έχεις κάνει δικό σου, μόλις έρθει η κατάλληλη στιγμή, εκείνη, να είσαι σίγουρος, θα στο τραβήξει τόσο δυνατά που θα βρεθείς μετέωρος στο κενό, ανήμπορος να διαχειριστείς τον εαυτό σου…

Τότε, θα ξεσπάσει η οργή σου, οι φόβοι σου θα χορεύουν κλακέτες μέσα στο μυαλό σου και η υποτιθέμενη δύναμη σου θα έχει πάει περίπατο αγκαλιά με την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο…

Κι εκεί όπως είσαι μετέωρος στο κενό, θέλοντας και μη, θα στραφείς προς τα μέσα και θα αρχίσεις να Σε συναντάς. Η οργή σου θα αρχίσει να γκρεμίζει τα κάστρα γύρω από την κάρδια σου και τα πρώτα μη κροκοδείλια δάκρυα θα βγουν στην επιφάνεια…
 
Και όσο περισσότερο αληθινά γίνονται τα δάκρυά σου τόσο περισσότερο θα μαλακώνει ο πόνος σου και θα προετοιμάζει το έδαφος για να έρθει εκείνη η μαγική στιγμή που θα συναντήσεις εσένα. Που θα συναντήσεις πραγματικά εσένα κι όχι ένα έξυπνα κατασκευασμένο ανδρείκελο που θα σου δίνει την ψευδαίσθηση της εσωτερικής αναζήτησης…

Και τότε, αγκαλιά με τον εαυτό σου, θα γιατρέψεις όλες τις στιγμές που έφυγαν και θα ελευθερώσεις όλες τις όμορφες στιγμές που πρόκειται να έρθουν. Γιατί, αυτό θέλει η Ζωή από εσένα… να ζεις όμορφα, χαμογελαστά, όπως σου ταιριάζει…

Επίκουρος, Ωφελιμιστές και Onfray: Μια Σύνθεση Ηδονισμού

Η φιλοσοφία του ηδονισμού, με τις ρίζες της στην αρχαία Ελλάδα, έχει διαχρονικά απασχολήσει στοχαστές και φιλοσόφους, οι οποίοι αναζητούν την κατανόηση της ευτυχίας και της ηθικής. Στο επίκεντρο αυτής της αναζήτησης βρίσκεται ο Επίκουρος, ο Μισέλ Ονφρέ και οι ωφελιμιστές Τζέρεμι Μπένθαμ και Τζων Στιούαρτ Μιλλ, οι οποίοι, αν και προέρχονται από διαφορετικές εποχές και πολιτισμικά δρώμενα, μοιράζονται κοινές αρχές γύρω από την αξία της ηδονής και της ευτυχίας.

Ο Επίκουρος, με την έμφαση στην ποιότητα της ηδονής, τη σημασία της φρόνησης, της φιλίας και της αρετής, προσφέρει μια ηθική προσέγγιση που διαφέρει από την ποσοτικοποιημένη θεώρηση του Μπένθαμ και την πιο εξελιγμένη, αλλά και πιο σύνθετη, προσέγγιση του Μιλλ. Στον σύγχρονο διάλογο, ο Γάλλος φιλόσοφος Michel Onfray αναδεικνύει την επικούρεια σκέψη και την ενσωματώνει σε μια σύγχρονη ηθική φιλοσοφία, προτείνοντας μια προσέγγιση που συνδυάζει την ατομική ευδαιμονία με την κοινωνική ευημερία.

Αυτή η σύνθεση των ιδεών δημιουργεί ένα ενδιαφέρον πλαίσιο για τη μελέτη της ηδονιστικής ηθικής και των συνεπειών της στη ζωή μας. Μέσα από την ανάλυση αυτών των σκέψεων, αναδύονται σημαντικά ερωτήματα σχετικά με την κατανόηση και την επιδίωξη της ευτυχίας, την ατομικότητα ή τη συλλογικότητά της, τη διαμόρφωση της ηθικής μέσω των επιθυμιών και των αναγκών μας, την προσπάθεια μέτρησης της ηδονής σε ποσότητα ή ποιότητα, καθώς και την ικανότητα των νεότερων φιλοσόφων να εκφράσουν νέες ιδέες για την εξέλιξη της φιλοσοφίας του Επίκουρου.

Ωφελιμισμός

Ο Τζέρεμι Μπένθαμ (1748-1832), Άγγλος φιλόσοφος και νομικός, είναι ο θεμελιωτής του νεότερου ωφελιμισμού. Κεντρική αρχή του είναι η ωφελιμότητα, όπως περιγράφεται στο έργο του «Εισαγωγή στις Αρχές της Ηθικής και της Νομοθεσίας» (1789), όπου επισημαίνει ότι η σωστή δράση είναι αυτή που προάγει τη μέγιστη ευτυχία για τον μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων.

Η αρχή της ωφελιμότητας[i] θεωρείται ριζοσπαστική για την εποχή της κι αυτό γιατί, αν και διατυπώθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία κυριαρχούσε στον δυτικό κόσμο ο χριστιανισμός, με αυτήν αποκλείονταν όλες οι αναφορές στον Θεό ή σε αφηρημένους ηθικούς κανόνες που είναι ‘εγγεγραμμένοι στους ουρανούς’. Η ηθική δεν έπρεπε πλέον να γίνεται αντιληπτή σαν αφοσίωση σε κάποιον θεϊκής προέλευσης κώδικα ή σαν ένα σύνολο από ανελαστικούς κανόνες.

Η Ευτυχία του Μπένθαμ

Ο Μπένθαμ υποστηρίζει ότι οι πράξεις αξιολογούνται με βάση τις συνέπειές τους, εισάγοντας την έννοια της «ευχαρίστησης», η οποία, στον ωφελιμισμό του, ισοδυναμεί με την ευτυχία. Η επιδίωξη της ευτυχίας συνδέεται με την επιδίωξη της ευχαρίστησης.

Επισημαίνει, ότι η φύση κυβερνάται από τον πόνο και την ευχαρίστηση, καθορίζοντας τη δράση μας. Η ευχαρίστηση και η αποφυγή του πόνου είναι οι μόνοι επιθυμητοί στόχοι. Επίσης, για τον Μπένθαμ, η ευχαρίστηση αποτελεί κεντρικό κριτήριο για την ηθική αξιολόγηση.

Εισάγει την «ηδονιστική αριθμητική» για να ποσοτικοποιήσει την ευτυχία, εστιάζοντας στην ποσότητα των ευχαριστήσεων[ii]. Στόχος είναι η μέγιστη συνολική ηδονή, κάτι που θυμίζει Πλάτωνα και διαφέρει από την αντίληψη του Επίκουρου για την ποιότητα της ηδονής.

Μεγάλη έμφαση δίνει στη συλλογική ευτυχία ή δυστυχία που θεωρεί ότι είναι το άθροισμα των ατομικών ευτυχιών ή δυστυχιών. Κάτι πρωτοποριακό για την εποχή του είναι, ότι όταν μιλάει για μέγιστη ευτυχία συμπεριλαμβάνει την ευτυχία και των ζώων[iii].

Δυο μεγάλες ενστάσεις εγείρονται κατά του μπενθαμιανού ωφελιμισμού. Η παράβλεψη της ποιότητας των ηδονών και η αγνόηση των ατομικών δικαιωμάτων[iv]. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι: «Η πιο κραυγαλέα αδυναμία του ωφελιμισμού είναι ότι δε σέβεται τα ατομικά δικαιώματα. Καθώς νοιάζεται μόνο για το συνολικό άθροισμα της ικανοποίησης, μπορεί να καταπιέσει επιμέρους άτομα».

Εξέλιξη του Ωφελιμισμού

Ο Τζων Στιούαρτ Μιλλ[v] (1806-1873) αναδιατυπώνει[vi] την ωφελιμιστική θεωρία, για να αντιμετωπίσει τις βασικότερες αντιρρήσεις εναντίον της: ότι δεν αναγνωρίζει ποιοτικά ανώτερες ηδονές[vii] και ότι δε σέβεται τα ατομικά δικαιώματα[viii]. Στο έργο του «Ο Ωφελιμισμός» (1863), υποστηρίζει ότι οι πνευματικές ηδονές είναι ανώτερες από τις σωματικές. Θεωρεί ότι το κριτήριο είναι η ωφέλεια, αλλά πρέπει να προάγει την πρόοδο του ανθρώπου[ix].

Εστιάζει στην ατομική και κοινωνική ελευθερία, τονίζοντας ότι η ελευθερία του ατόμου πρέπει να προστατεύεται, εκτός αν βλάπτει τους άλλους[x]. Υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν για τη ζωή τους[xi], συμπεριλαμβανομένων των ζητημάτων αυτοβλάβης και ευθανασίας[xii]. Σύμφωνα με τις απόψεις του, «οι νόμοι που ποινικοποιούν την ευθανασία όχι μόνο αντιβαίνουν στη γενική ευημερία, αλλά περιορίζουν αδικαιολόγητα και την ικανότητα των ανθρώπων να ελέγχουν την ίδια τους τη ζωή». Βέβαια ως ζητούμενο θέτει την ευτυχία του συνόλου, όχι μόνο την ευτυχία του ατόμου.

Η Ευτυχία του Μιλλ

Θεωρεί ότι η ευτυχία κάθε ατόμου είναι επιθυμητή και ότι η συλλογική ευτυχία είναι το άθροισμα των ατομικών ευτυχιών. Διαχωρίζει τις ανώτερες από τις κατώτερες ηδονές, σε μια προσέγγιση που παρουσιάζει τεράστια ομοιότητα με την αντίστοιχη διαβάθμιση των ηδονών του Επίκουρου, εν μέρη και του Αριστοτέλη, υποστηρίζοντας ότι η ποιότητα της ηδονής είναι σημαντική.

Επισημαίνει την ανάγκη προστασίας από την «τυραννία της εξουσίας και την τυραννία της πλειοψηφίας[xiii]», προτείνοντας ότι η εξουσία μπορεί να ασκηθεί μόνο για να προληφθεί η βλάβη στους άλλους.

Ο Επίκουρος μαζί με τον «πρωταγορικό» Σωκράτη και τον Μπένθαμ αποτελούν τους μοναδικούς φιλοσόφους που ο Μιλλ κρίνει σκόπιμο να κατονομάσει ως χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της ωφελιμιστικής παράδοσης.

Επικούρεια φιλοσοφία

Ο Υλιστικός Ηδονισμός του Επίκουρου

Ο Επίκουρος (341-270 π.κ.χ.) θεωρεί την ηδονή ως το ύψιστο αγαθό και τον πόνο ως το κακό. Ωστόσο, ο επικούρειος ηδονισμός δεν ταυτίζεται με τον άκρατο εγωισμό ή τον αχαλίνωτο υλισμό. Αντίθετα, ο Επίκουρος υποστηρίζει μια ηθική που βασίζεται στη «σύνεση» και στην «αυτάρκεια».

Η Αληθινή Ηδονή

Η αληθινή ηδονή, σύμφωνα με τον Επίκουρο, προέρχεται από την απουσία πόνου[xiv], τόσο σωματικού όσο και ψυχικού. Η ευδαιμονία επιτυγχάνεται μέσω της αρετής, της φιλίας και της γνώσης, που αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την επίτευξή της.

Αντιπαραβάλλει την ηδονή με τον πόνο, όχι με τη λύπη, όπως ο Πλάτωνας. Για τον Επίκουρο, η ηδονή είναι «η αιτία και ο σκοπός της ζωής». Στην Επιστολή προς Μενοικέα, αναφέρει: «Θεωρούμε την ηδονή και αρχή και τέλος της μακάριας ζωής[xv]».

Η Ηθική του Επίκουρου

Όπως είπαμε, ο Μιλλ τον εντάσσει στους φιλοσόφους που υποστηρίζουν τη θεωρία της ωφέλειας, λόγω της έμφασης που αποδίδει στην ηδονή. Ο Γκυγιώ[xvi] τον θεωρεί θεμελιωτή του ωφελιμισμού, αναφέροντας ότι: «η ηθική της ωφέλειας δεν είναι κάτι καινούργιο, αλλά έχει τις ρίζες της στην επικούρεια φιλοσοφία».

Η ηθική του Επίκουρου έχει αμιγώς αυτοαναφορικό[xvii] χαρακτήρα. Ακόμα και η πράξη να πεθάνει κανείς για έναν φίλο θεωρείται αναγκαία μόνο για την αποφυγή μελλοντικών ταραχών στη ζωή του. Έτσι, η ηθική του εστιάζει στα συναισθήματα του δρώντος και όχι στα συναισθήματα τρίτων[xviii].

Η Φύση της Ηδονής

Ο Επίκουρος εμβαθύνοντας στην καθαυτό φύση της ηδονής, που την εκλαμβάνει ως τελικό σκοπό της ζωής, την ορίζει ως κατάσταση ηρεμίας του σώματος και της ψυχής, μια φυσική ισορροπία και πνευματική αταραξία. Συνεπώς το ιδεώδες για κάθε ον είναι η κατάκτηση μιας εσωτερικής γαλήνιας/ηδονικής κατάστασης που να μένει ανεπηρέαστη/ατάραχη από εξωτερικούς παράγοντες[xix].

Διακρίνει τις ηδονές σε ανώτερες και κατώτερες, αξιολογώντας την ποιότητά τους. Αντίθετα, οι Πλάτωνας και Μπένθαμ επικεντρώνονται αποκλειστικά στην ποσότητα των ηδονών.

Ηδονή με Φρόνηση

Στην Επιστολή προς Μενοικέα, ο Επίκουρος αναφέρει ότι η ηδονή δεν είναι οι άσωτες απολαύσεις[xx], αλλά η απουσία πόνου. Η φρόνηση καθοδηγεί την ηθική ζωή και είναι αναγκαία για να ζήσει κανείς ευχάριστα[xxi].

Η φρόνηση είναι το μέγιστο αγαθό και η βάση όλων των άλλων αρετών. Επισημαίνει ότι «δεν επιδιώκουμε κάθε ηδονή» και ότι μερικές φορές οι πόνοι μπορεί να είναι ανώτεροι από πολλές ηδονές[xxii], καθώς μπορεί να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη ηδονή στο μέλλον.

Η Ζυγαριά του Επίκουρου και η ποσοτικοποίηση

Είναι γνωστό ότι ο Επίκουρος συμβούλευε, πριν από κάθε μας πράξη, να «ζυγίζουμε» τον πόνο και την ηδονή που θα επακολουθήσει και βάσει αυτού του κριτηρίου να αποφασίζουμε αν θα προχωρήσουμε ή όχι. Αυτή η «ζυγαριά», η επικούρεια συμμέτρηση, μπορεί να φαντάζει σαν μια μορφή ποσοτικοποίησης, αλλά υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις.

Η Προσέγγιση του Επίκουρου

Ο Επίκουρος δεν προτείνει μια απλοϊκή μαθηματική φόρμουλα για τη «ζύγιση» πόνου και ηδονής. Διακρίνει την «καταστηματική», από τις «κατά κίνησιν» ηδονές, θεωρώντας την ανώτερη.

Εστιάζει στην επιλογή ηδονών που οδηγούν στην απουσία πόνου και στην ψυχική γαλήνη. Η «σύνεση» και η «αυτάρκεια» αποτελούν κλειδιά για την επίτευξη της ευδαιμονίας, όχι η μέγιστη ποσότητα ηδονής.

Συνοψίζοντας

Η ηδονή για τον Επίκουρο είναι το πρώτο αγαθό, ενώ η φρόνηση είναι το εργαλείο που επιτρέπει την επίτευξή της. Η επικούρεια φιλοσοφία τονίζει την ποιότητα των ηδονών χωρίς να προάγει έναν αχαλίνωτο ηδονισμό. Αντίθετα, οδηγεί σε μια ζωή ισορροπίας και ψυχικής γαλήνης, με τη φρόνηση να αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για την επίτευξη της ευδαιμονίας. Παράλληλα προσφέρει μια διαχρονική προσέγγιση για την ευδαιμονία, που παραμένει επίκαιρη και χρήσιμη για την ατομική και συλλογική ευημερία.

Η σύνδεση της φιλοσοφίας του με τον ωφελιμισμό είναι εμφανής, ωστόσο υπάρχουν και σημαντικές διαφορές, κυρίως ως προς την εστίαση στην ατομική ευδαιμονία. Ο ωφελιμισμός εισάγει νέες έννοιες όπως η ποσοτικοποίηση της ευτυχίας και η αυστηρή ιεράρχηση των ηδονών. Μετατοπίζει το βάρος από την ατομική στη συλλογική ευτυχία, προσφέροντας ένα πιο πρακτικό πλαίσιο για ηθική λήψη αποφάσεων.

Η σχέση μεταξύ των δύο φιλοσοφιών δεν είναι γραμμική ή άμεση. Ο ωφελιμισμός, αντλώντας έμπνευση από τον Επίκουρο, προσπαθεί να εμπλουτίσει τη φιλοσοφία του και να την προσαρμόσει στις ανάγκες μιας διαφορετικής εποχής.

Συνθέτοντας τον Ηδονισμό

Ο Michel Onfray, σύγχρονος Γάλλος φιλόσοφος, εμπνέεται από τον Επίκουρο και υιοθετεί στοιχεία από τον ωφελιμισμό για να διαμορφώσει μια σύγχρονη ηθική φιλοσοφία με επίκεντρο τον ηδονισμό ως βάση για την ατομική και συλλογική ευημερία.

Ο Ηδονισμός του Onfray

Ο ηδονισμός του Onfray είναι μια σύνθεση ιδεών από Επίκουρου, Ωφελιμιστές, Κυρηναϊκούς και Ινδουιστές. Για την επιτυχημένη υλοποίηση αυτών των ιδεών θέτει ως απαραίτητη προϋπόθεση την αποχριστιανοποίηση.

Onfray και Επίκουρος

Ο Onfray αναγνωρίζει την επικούρεια παράδοση[xxiii] ως θεωρητικό υπόβαθρο και πρακτικό οδηγό για την επίτευξη της ευδαιμονίας. Επισημαίνει ότι οι επικούρειοι δαιμονοποιήθηκαν επειδή τόλμησαν να προτείνουν μια ηθική βασισμένη στον «υλιστικό ηδονισμό», αντίθετα με την κυρίαρχη θρησκευτική ιδεολογία.

Τολμάει όμως να κάνει το ίδιο αδιαφορώντας για τις συνέπειες[xxiv]. Ταυτίζεται, δηλαδή, με τον τρόπο προσέγγισης του Επίκουρου και στο βιβλίο του «Η δύναμη της ύπαρξης: Ηδονιστικό μανιφέστο» (2009) προσπαθεί να επαναφέρει την επικούρεια σκέψη στο προσκήνιο μιας και τη θεωρεί πηγή έμπνευσης για την υλιστική[xxv], ηδονιστική και ωφελιμιστική του στάση.

Αντιτίθεται, στην ελιτίστικη προσέγγιση της φιλοσοφίας, όπως αυτή του Πλάτωνα και υποστηρίζει μια πρακτική φιλοσοφία με πιο δημοκρατική προσέγγιση[xxvi]. Επικροτεί το μοντέλο του Επικούρειου Κήπου, που ήταν ανοιχτός σε όλους ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσης, φύλου, ηλικίας ή μόρφωσης[xxvii].

Τονίζει τη σημασία της πρακτικής εφαρμογής της φιλοσοφίας στην καθημερινή ζωή[xxviii], σε αντίθεση με την καθαρά θεωρητική προσέγγιση[xxix].

Συμφωνεί στον υπολογισμό των ηδονών, με τη ζυγαριά του Επίκουρου, πριν από κάθε μας πράξη και θεωρεί ότι η επιλογή ηδονών που δεν οδηγούν σε πόνο παραμένει επίκαιρη και χρήσιμη στη σύγχρονη εποχή[xxx].

Ηδονισμός ως Βάση Ηθικής

Η ηδονή θεωρείται ως η κινητήρια δύναμη πίσω από κάθε ανθρώπινη δράση. Ο Ονφρέ δε διστάζει να υπερασπιστεί τον υλιστικό ηδονισμό παρά τις επικρίσεις που τον συνδέουν με τον χυδαίο ατομικισμό και τον υπερκαταναλωτισμό. Θεωρεί ότι η απόλαυση, βιωμένη με μέτρο και σύνεση, δεν είναι μόνο θεμιτή, αλλά βάση κάθε ηθικού συστήματος και απαραίτητη για μια ολοκληρωμένη ζωή[xxxi].

Αντιτίθεται στον χριστιανικό ασκητισμό[xxxii] και υποστηρίζει την αναζήτηση του ευ ζην εδώ και τώρα[xxxiii], όχι σε άλλες πιθανές, αιώνιες ζωές που μπορεί να επακολουθήσουν. Αντιπαραθέτει την ηθική του ηδονισμού[xxxiv] με την ασκητική ηθική του πλατωνισμού και του χριστιανισμού, η οποία δαιμονοποιεί το σώμα και την απόλαυση.

Ο ηδονισμός του Ονφρέ δεν ταυτίζεται με τον εγωισμό. Αντιθέτως, η ευχαρίστηση του άλλου[xxxv] είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ατομική ευδαιμονία. Η ηδονιστική ηθική του απαιτεί σεβασμό και ενδιαφέρον για την ευημερία των άλλων. Βασίζεται στην ιδέα της «αμοιβαίας ωφέλειας».

Η ατομική ευχαρίστηση επιτυγχάνεται μέσω της συνεργασίας και της αλληλοβοήθειας. Η αναζήτηση της ευτυχίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ευχαρίστηση, αλλά να περιλαμβάνει και την προσωπική ανάπτυξη[xxxvi] και την κοινωνική δικαιοσύνη.

Ωφελιμισμός και Επίκουρος ως δύο όψεις του ιδίου νομίσματος

Ο Onfray συνδέει άμεσα τον ωφελιμισμό με τον ηδονισμό. Υποστηρίζει ότι η αρχή της ωφέλειας, δηλαδή «η μεγαλύτερη ευτυχία για τον μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων», συνδέεται άμεσα με την επιδίωξη της ηδονής και την αποφυγή του πόνου.

Ηθική της ευγένειας με στόχο την αμοιβαία ωφέλεια

Ο Onfray προτείνει την ευγένεια και τον σεβασμό προς τον άλλον, ως βασικά στοιχεία της ηθικής συμπεριφοράς[xxxviii] για την αμοιβαία ευχαρίστηση. Η ευγένεια[xxxix], η πραότητα, η ευπρέπεια, η διακριτικότητα, η φροντίδα, η προσφορά, η συνεισφορά, η φιλοφροσύνη αποτελούν παραλλαγές στο θέμα της ηδονιστικής ηθικής.

Για τον Ονφρέ, η πολιτική, η ηθική, η αισθητική και όλες οι πτυχές της ανθρώπινης δραστηριότητας πρέπει να υπόκεινται στην αρχή της ηδονής και να αποσκοπούν στη δημιουργία μιας ευτυχισμένης κοινωνίας.

Διαφοροποίηση από τον Bentham σε σημεία

Παρόλο που αναγνωρίζει τη σημασία της «ποσότητας» των ηδονών για την ευτυχία, δεν αγνοεί την ποιότητα τους, όπως κάνει ο Bentham. Αποδέχεται την αντίληψη του Μιλλ ότι πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη και την «ποιότητα», χωρίς όμως να καταφεύγει σε μια αυστηρή ιεράρχηση – συμφωνώντας περισσότερο με την Επικούρεια προσέγγιση[xl].

Επίσης, και η θέση του για την ποσοτικοποίηση είναι λιγότερο αυστηρή, αναγνωρίζοντας ότι η έννοια της ηδονής είναι πολύπλευρη και υποκειμενική μιας κι έχει να κάνει με την ανθρώπινη εμπειρία.

Συμπεράσματα

Ο Onfray, έχοντας ως υπόβαθρο τον Επίκουρο και τους ωφελιμιστές, προτείνει έναν αισθησιακό διαφωτισμό[xli], διαμορφώνει μια σύγχρονη «ηθική του ηδονισμού», που δίνει έμφαση στην απόλαυση ως βάση ηθικής συμπεριφοράς, ενσωματώνοντας την ευγένεια και την αμοιβαία ωφέλεια ως κεντρικά στοιχεία. Η φιλοσοφία του ναι μεν εστιάζει στην ηδονή ως κινητήρια δύναμη, αλλά όχι με αχαλίνωτο ή εγωιστικό τρόπο. Προτείνει μια ισορροπημένη προσέγγιση όπου η ατομική ευδαιμονία συνδέεται άρρηκτα με την ευχαρίστηση και την ευημερία των άλλων. Η προσέγγισή του είναι πραγματιστική και υλιστική, χωρίς να αγνοεί την ποιότητα των ηδονών ή τη σημασία της ατομικής ελευθερίας.

Συχνά προβάλλει ένα απόφθεγμα του Νικολά Σαμφόρ (Nicolas Chamfort) το οποίο θεωρεί ότι λειτουργεί ως ηδονιστική κατηγορική προσταγή:

«Να απολαμβάνεις και να προσφέρεις απόλαυση/ηδονή, χωρίς να κάνεις κακό ούτε στον εαυτό σου ούτε σε οποιονδήποτε άλλον, αυτό είναι ηθική[xlii]».

Ομοιότητες και διαφορές

Έμφαση στην Ηδονή

Και οι τρεις πλευρές συμφωνούν ότι η ηδονή αποτελεί κεντρικό στοιχείο της ανθρώπινης εμπειρίας και της ευτυχίας. Ο Επίκουρος ορίζει την ηδονή αρνητικά, ως απουσία πόνου.

Ποιότητα και Ποσότητα Ηδονών

Ο Μπένθαμ την προσεγγίζει με βάση την ποσότητα. Ο Μιλλ, εισάγει την έννοια της ποιότητας των ηδονών, κάτι που συναντήσαμε στον Επίκουρο ο οποίος μίλησε για ανώτερες και κατώτερες ηδονές. Ο Ονφρέ επισημαίνει ότι η ηθική πρέπει να βασίζεται στην αμοιβαία ωφέλεια και την ευχαρίστηση, χωρίς να περιορίζεται σε αυστηρές ποσοτικοποιήσεις. Αναγνωρίζει τη σημασία της ποιότητας των ηδονών, αλλά κι εδώ, χωρίς να υιοθετεί μια αυστηρή ιεράρχηση τους.

Αυτάρκεια και Συλλογικότητα

Ο Επίκουρος προτείνει μια αυτοδύναμη προσέγγιση για την ευτυχία, εστιάζοντας στην αυτάρκεια και τις φιλικές σχέσεις. Ο Ονφρέ τονίζει τη σημασία της συλλογικότητας και της συνεργασίας για την επίτευξη της ατομικής ευδαιμονίας.

Αντίθεση στον Ασκητισμό

Ο Ονφρέ αντιτίθεται στον χριστιανικό ασκητισμό και τον πλατωνισμό, προβάλλοντας τον ηδονισμό ως θεμελιώδη για την ανθρώπινη ύπαρξη. Συμφωνεί και εδώ με τον Επίκουρο, ο οποίος επίσης απορρίπτει τις πλατωνικές πρακτικές (ο χριστιανικός ασκητισμός δεν τον πρόλαβε αλλά τον απέρριψαν οι μαθητές του…).

Σύγχρονη Εφαρμογή του Επικουρισμού που υπερβαίνει την απλή έμπνευση

Ο Ονφρέ επαναφέρει την επικούρεια σκέψη στο προσκήνιο, συνδέοντας την έννοια της ευτυχίας με την ελευθερία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτή η προσέγγιση ενσωματώνει στοιχεία από τον Επίκουρο και τον ωφελιμισμό, προτείνοντας μια πιο ολοκληρωμένη και σύγχρονη ηθική.

Ηθική της Ευγένειας

Ο Ονφρέ προτείνει μια "ηθική της ευγένειας", όπου η ηθική συμπεριφορά βασίζεται στην αμοιβαία ευχαρίστηση και τον σεβασμό προς τους άλλους, κάτι που συνάδει με την επικούρεια αντίληψη της φιλίας και της κοινότητας.
---------------------------------------
Σημειώσεις - Βιβλιογραφία

[i] Ο Μπένθαμ, στην Εισαγωγή στις Αρχές της Ηθικής και της Νομοθεσίας γράφει χαρακτηριστικά: «Η φύση έχει θέσει την ανθρωπότητα υπό την εξουσία δύο κυρίαρχων αφεντικών: του πόνου και της ευχαρίστησης. Αυτοί οι δύο μόνοι τους είναι που καθορίζουν τι οφείλουμε να πράξουμε, καθώς και τι πράγματι θα πράξουμε. Στον θρόνο τους είναι προσδεδεμένα από τη μια το κριτήριο του ορθού και του λάθους και από την άλλη η αλυσίδα των αιτίων και των αποτελεσμάτων. Μας κυβερνούν σε οτιδήποτε κάνουμε, σε οτιδήποτε λέμε, σε οτιδήποτε σκεπτόμαστε· κάθε προσπάθεια που μπορούμε να κάνουμε για να ξεφύγουμε από την υποβολή μας δε θα μας χρησιμεύσει παρά για να την αποδείξουμε και να την επιβεβαιώσουμε. Στα λόγια μπορεί κανείς να προσποιείται ότι αποκηρύσσει την αυτοκρατορία τους· αλλά στην πραγματικότητα θα παραμένει υποκείμενος σε αυτή όλη την ώρα. Η αρχή της ωφελιμότητας αναγνωρίζει αυτήν την υποβολή και την προϋποθέτει για την θεμελίωση εκείνου του συστήματος, το αντικείμενο του οποίου είναι να υψώσει το οικοδόμημα της ευτυχίας με τα χέρια της λογικής και του νόμου.»

[ii] Δέχεται τις προτιμήσεις των ανθρώπων όπως είναι […]. Όλες οι προτιμήσεις έχουν ίση αξία. Ο Μπένθαμ θεωρεί ότι είναι αλαζονικό να υποστηρίζουμε ότι ορισμένες ηδονές είναι εγγενώς καλύτερες από άλλες. Σε άλλον αρέσουν οι κοινωνικές εκδηλώσεις και σε άλλον η μοναχικότητα. Άλλοι διαβάζουν Επίκουρο και άλλοι Άρλεκιν. Ποιος μπορεί να πει, θα ρωτούσε ο Μπένθαμ, ότι ορισμένες ηδονές είναι ανώτερες ή πιο αξιόλογες ή ευγενέστερες από άλλες;
Σε αυτό το σημείο του μπενθαμιανού ωφελιμισμού διατυπώνεται από πολλούς μια σημαντική ένσταση εναντίον του. Σύμφωνα με αυτήν, δεν πρέπει να αξιολογούμε την ηθικότητα των πράξεων αποκλειστικά βάσει της ποσότητας της ευτυχίας που παράγουν. Σημασία έχει και η ποιότητα της ηδονής που αποκομίζουμε από κάθε συμπεριφορά. Αν μερικές ηδονές είναι αξιόλογες ενώ άλλες ευτελείς, η κοινωνία δεν πρέπει να αποδίδει το ίδιο βάρος σε όλες. Είναι ανεπίτρεπτο να αξιολογείται με τον ίδιο τρόπο η ευχαρίστηση που αποκομίζει κανείς βλέποντας ταυρομαχίες, καπνίζοντας μαριχουάνα, παρακολουθώντας σαπουνόπερες ή διαβάζοντας Επίκουρο.

[iii] Στην Εισαγωγή στις Αρχές της Ηθικής και της Νομοθεσίας διαβάζουμε τα εξής: «Θα έρθει ο καιρός που και η υπόλοιπη ζωική δημιουργία θα αποκτήσει δικαιώματα που δε θα μπορούν να της αφαιρεθούν παρά από ένα τυραννικό χέρι. Οι Γάλλοι έχουν ήδη ανακαλύψει ότι η μελανότητα του δέρματος δεν αποτελεί λόγο για να αφεθεί μια ανθρώπινη ύπαρξη χωρίς επανόρθωση στις ορέξεις ενός βασανιστή. […] Υπάρχει κάποιο άλλο σημείο όπου πρέπει να σύρουμε μια αμετάκλητη γραμμή; Μήπως αυτό είναι το στοιχείο του λόγου ή, ίσως, της ομιλίας; Αλλά ένα αναπτυγμένο άλογο ή ένας σκύλος είναι ασύγκριτα πιο έλλογα και πιο συζητήσιμα ζώα από ένα μωρό μίας ημέρας, μίας εβδομάδας ή ενός μήνα. Αλλά, ακόμα κι αν δεν ήταν έτσι, τι θα άλλαζε; Το ζήτημα δεν είναι εάν μπορούν να συλλογίζονται ή να ομιλούν, αλλά εάν μπορούν να υποφέρουν.»
Άρα, η αρχή της ωφέλειας και επομένως οι ηθικές υποχρεώσεις μας δε σταματούν στους ανθρώπους, αλλά αφορούν όλα τα πλάσματα που μπορούν να αισθανθούν ηδονή και πόνο.

[iv] Εξετάζοντας την αρχή της ωφελιμότητας όσον αφορά την κοινωνία, διαπιστώνουμε ότι, για την κατάφαση της ηθικότητας μιας πράξης, για τον Μπένθαμ αρκεί αυτή να αυξάνει την συνολική ευτυχία της κοινωνίας, την στάθμη της γενικής ευτυχίας.
Ως παράδειγμα μπορούμε να σκεφτούμε τη συνήθεια των αρχαίων Ρωμαίων να ρίχνουν ανθρώπους στην αρένα του Κολοσσαίου για τη διασκέδαση του πλήθους. Αν ο Μπένθαμ εφάρμοζε τη θεωρία του κατά γράμμα, θα ήταν αναγκασμένος να δεχτεί την ηθικότητα αυτής της πρακτικής. Ο αθροιστικός πόνος των μονομάχων είναι σαφώς μικρότερος από το άθροισμα της ηδονής του πλήθους.
Σε πολλές περιπτώσεις, όπως στο ανωτέρω παράδειγμα, η επιλογή της πλειοψηφίας όχι μόνο καταργεί την ευτυχία της μειοψηφίας, αλλά ταυτόχρονα προωθεί χαμηλής ποιότητας ηδονές· στο παράδειγμά μας, μια ακραία σαδιστική ευχαρίστηση.
Σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, η αρχή της ωφελιμότητας του Μπένθαμ βρίσκεται έκθετη απέναντι και στις δύο προαναφερθείσες ενστάσεις ταυτόχρονα, τόσο δηλαδή στην ένσταση της προαγωγής μη ποιοτικών ηδονών, όσο και σε εκείνη της παραβίασης των ατομικών δικαιωμάτων.

[v] Ο σημαντικός Βρετανός φιλόσοφος Τζων Στιούαρτ Μιλλ (1806-1873) γεννήθηκε στο Λονδίνο όταν ο Μπένθαμ ήταν 58 ετών και ήταν γιος του Τζέημς Μιλλ, ενός ωφελιμιστή φιλοσόφου και ιστορικού που ήταν φίλος και οπαδός του Μπένθαμ.

[vi] «Σύμφωνα με την αρχή της μέγιστης ευτυχίας, ο ύπατος σκοπός, σε σχέση με τον οποίον και για τον οποίον κάθε τι αποτελεί αντικείμενο επιθυμίας (είτε αναλογιζόμαστε το δικό μας καλό είτε των άλλων), είναι ένας τρόπος ύπαρξης που θα είναι απαλλαγμένος στο μέτρο του εφικτού από τον πόνο και πλούσιος σε απολαύσεις, τόσο από πλευράς ποιότητας όσο και από πλευράς ποσότητας. […] Έτσι, σύμφωνα με την άποψη των ωφελιμιστών, καθώς ο εν λόγω τρόπος ύπαρξης αποτελεί τον σκοπό του ανθρώπινου πράττειν, αποτελεί αναγκαστικά και το πρότυπο της ηθικής.»

[vii] Σύμφωνα με όσα γράφει στον Ωφελιμισμό, «εάν μεταξύ δύο ηδονών υπάρχει μία την οποία σταθερά προτιμούν όλοι ή σχεδόν όλοι όσοι είχαν εμπειρία και των δύο, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε αίσθημα υποχρέωσης προτίμησής της, αυτή είναι η πλέον επιθυμητή ηδονή».

[viii] Ο Μιλλ επιχείρησε να αντιμετωπίσει αυτήν την κατηγορία εντάσσοντας την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων στο βεληνεκές της αρχής της ωφέλειας. Για τον σκοπό αυτόν έγραψε την διάσημη πραγματεία με τίτλο Περί Ελευθερίας (1859), η οποία «αποτελεί την κλασική υπεράσπιση της ατομικής ελευθερίας στον αγγλόφωνο κόσμο» και περιέχει την λεγόμενη αρχή της ελευθερίας. Γράφει λοιπόν: «γενικότερα στον κόσμο μια αυξανόμενη τάση αδικαιολόγητης επέκτασης της κοινωνικής εξουσίας επί του ατόμου, τόσο μέσω της κοινής γνώμης όσο ακόμα και μέσω της νομοθεσίας». «Πλέον στις πολιτικές θεωρίες η ‘τυραννία της πλειοψηφίας’ συμπεριλαμβάνεται γενικά στα δεινά προς τα οποία η κοινωνία οφείλει να βρίσκεται σε επιφυλακή.»

[ix] «Θεωρώ την ωφέλεια ως το ύστατο κριτήριο σε κάθε ηθικό ζήτημα, αλλά πρέπει να είναι ωφέλεια με την ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου, θεμελιωμένη στα πάγια συμφέροντα του ανθρώπου ως προοδευτικού όντος.»

[x] Η λύση που προτείνει ο Μιλλ στο πρόβλημα της «τυραννίας της πλειοψηφίας» δίνεται από την αρχή που έμεινε γνωστή ως αρχή της ελευθερίας, η οποία διατυπώνεται ήδη στο «Προοίμιο» του έργου του: «Ο μοναδικός σκοπός για τον οποίον δύναται να ασκηθεί δικαιωματικά η εξουσία πάνω σε οποιοδήποτε μέλος μιας πολιτισμένης κοινότητας ενάντια στην θέλησή του είναι να προληφθεί η βλάβη στους άλλους.»
Επίσης, είναι φανερή στο συγκεκριμένο σημείο η επικούρεια επιρροή αφού ο Επίκουρος έχει διατυπώσει πρώτος κάτι παρόμοιο στις Κύριες Δόξες: XXXIII.(33) «Η δικαιοσύνη δεν υπάρχει ως κάτι αυθύπαρκτο, αλλά αποτελεί κάποια συνθήκη, σύμφωνα με την οποίαν στις αμοιβαίες επαφές των ανθρώπων, όπου και όποτε αυτές λαμβάνουν χώρα, κανένας δε θα βλάπτει τον άλλον και κανένας δε θα βλάπτεται.».

[xi] Η θέση του αυτή επικρίθηκε από κάποιους που πίστευαν ότι «η εξύμνηση της ατομικότητας στο Περί Ελευθερίας συνιστά και ένα είδος αίρεσης. Καθώς επικαλείται ηθικά ιδεώδη πέρα από την ωφέλεια, δεν αποτελεί, στην πραγματικότητα, μια επεξεργασία της αρχής του Μπένθαμ, αλλά μια απάρνησή της, παρά τους ισχυρισμούς του Μιλλ περί του αντιθέτου»

[xii] Στην κατηγορία των συμπεριφορών που προκαλούν ευτυχία στους ανθρώπους μέσω της αυτοβλάβης και λόγω της αυτοβλάβης τους υπάγονται πάρα πολλές πράξεις, όπως είναι η ευθανασία, η χρήση μπούρκας, η εθελοδουλεία, η χρήση μαριχουάνας, η χαρτοπαιξία και η ενασχόληση με βιντεοπαιχνίδια. Αυτές οι συμπεριφορές θεωρούνται από την πλειοψηφία των ανθρώπων είτε άδικες είτε μη ηθικές είτε λανθασμένες είτε κάποια από τα ανωτέρω είτε όλα μαζί. Αλλά γιατί συμβαίνει αυτό; Για τους περισσότερους ανθρώπους, για το σημερινό κοινό περί δικαίου αίσθημα, τουλάχιστον του δυτικού κόσμου, οι πράξεις αυτές βλάπτουν διαφορετικές θεμελιώδεις αξίες που καταλαμβάνουν και τους ίδιους τους βλαπτόμενους. Στον δυτικό κόσμο επιδρά ο χριστιανισμός που υποστηρίζει ότι η ζωή είναι δώρο από τον Θεό και ότι μόνο ο Θεός μπορεί να αποφασίσει πότε θα τελειώσει η ζωή μας. «μεταξύ των δυτικών εθνών, η ευθανασία είναι νόμιμη μόνο σε ελάχιστες χώρες», ενώ κατά το άρθρο 300 του ελληνικού ποινικού κώδικα, «όποιος αποφάσισε και εκτέλεσε ανθρωποκτονία ύστερα από σπουδαία και επίμονη απαίτηση του θύματος και από οίκτο γι’ αυτόν που έπασχε από ανίατη ασθένεια τιμωρείται με φυλάκιση.»
Πώς αντιμετωπίζουν, όμως, οι ωφελιμιστές τις παραπάνω πράξεις; Σίγουρα βάσει της αρχής της μέγιστης ευτυχίας. Και επειδή οι πράξεις αυτές δεν επηρεάζουν τους άλλους ανθρώπους, ή, εν πάση περιπτώσει, όσο δεν τους επηρεάζουν, και οι συνέπειές τους αφορούν αποκλειστικά τους ίδιους τους δρώντες, τις θεωρούν ηθικές και συνεπώς δίκαιες και νόμιμες (αν και όχι αγαθές). Η ευθανασία σίγουρα λυτρώνει τον ασθενή που υποφέρει από την ασθένειά του και δεν μπορεί να απαλλαγεί από αυτήν και τον μεταφέρει σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχουν συναισθήματα, τον κόσμο των νεκρών, εκμηδενίζοντας έτσι την φοβερή δυστυχία του. Ταυτόχρονα, οι φίλοι και οι συγγενείς του υποβληθέντος σε ευθανασία συνήθως λυπούνται λιγότερο για τον χαμό του, αφού, παρά το βάρος της απώλειάς του, κατά βάθος αναγνωρίζουν ότι λυτρώθηκε.

[xiii] Στο πρώτο κεφάλαιο του Περί Ελευθερίας, υπό τον τίτλο «Προοίμιο», περιέχονται τα θεμέλια των ιδεών του Μιλλ. Στην αρχή ο φιλόσοφος περιγράφει το κατά τον ίδιο μεγάλο πρόβλημα της εποχής του, το οποίο δεν είναι άλλο από την επονομαζόμενη «τυραννία της πλειοψηφίας». «[…] η λαϊκή βούληση», γράφει, «πρακτικά σημαίνει τη βούληση των περισσότερων ή των ενεργητικότερων· της πλειοψηφίας ή εκείνων που πετυχαίνουν να γίνουν αποδεκτοί ως πλειοψηφία. Ο λαός, κατά συνέπεια, μπορεί να επιθυμήσει να καταπιέσει ένα μέρος του, έτσι ώστε οι προφυλάξεις να καθίστανται αναγκαίες ως προς αυτό το ενδεχόμενο, όσο ενάντια σε κάθε άλλη κατάχρηση εξουσίας». «[…] υφίσταται, γενικότερα στον κόσμο, μια αυξανόμενη τάση αδικαιολόγητης επέκτασης της κοινωνικής εξουσίας επί του ατόμου, τόσο μέσω της κοινής γνώμης όσο ακόμα και μέσω της νομοθεσίας». «Πλέον στις πολιτικές θεωρίες η ‘τυραννία της πλειοψηφίας’ συμπεριλαμβάνεται γενικά στα δεινά προς τα οποία η κοινωνία οφείλει να βρίσκεται σε επιφυλακή.» Η εν λόγω τυραννία έχει κατά τον φιλόσοφο δύο υποκείμενα, τόσο το Κράτος, όσο και την κοινωνία: «η προστασία από την τυραννία των αρχόντων δεν επαρκεί· απαιτείται επίσης προστασία ενάντια στην τυραννία της επικρατούσας γνώμης· ενάντια στην τάση της κοινωνίας να επιβάλλει τις ιδέες και τις πρακτικές της ως κανόνες συμπεριφοράς στους διαφωνούντες χρησιμοποιώντας άλλα μέσα εκτός από τις αστικές ποινές· ενάντια στην τάση της να εμποδίζει την ανάπτυξη και, εάν είναι δυνατόν, ν’ αποτρέπει τον σχηματισμό κάθε ατομικότητας που δεν είναι σε αρμονία με τους τρόπους της, αναγκάζοντας όλους τους χαρακτήρες να διαμορφωθούν με βάση το πρότυπό της».

[xiv] Ο Επίκουρος ορίζει την έννοια της ηδονής αρνητικά, ως απουσία πόνου. Κατ’ αυτόν, «η ηδονή δεν αποτελεί (θέση) απόλαυση, […] αλλά (άρνηση) απαλλαγή από τον πόνο, πράγμα το οποίο μερικοί φιλόσοφοι δε θεωρούσαν ως ηδονή, αλλά ως ουδέτερη ή αδιάφορη κατάσταση».

[xv] «Θεωρούμε την ηδονή και αρχή και τέλος της μακάριας ζωής. Γιατί αυτήν αναγνωρίζουμε σαν πρώτο αγαθό, σύμφυτο μ’ εμάς, και από αυτήν ξεκινά κάθε προτίμηση και αποφυγή και σ’ αυτήν καταλήγουμε, έχοντας το συναίσθημα σαν κανόνα για να κρίνουμε κάθε αγαθό.»

[xvi] Στο ίδιο πνεύμα με τον Μιλλ κινείται ο Γκυγιώ, ο οποίος θεωρεί τον Επίκουρο θεμελιωτή του ωφελιμισμού. Όπως γράφει χαρακτηριστικά: «Η ηθική της ωφέλειας, που διακηρύσσεται εδώ και έναν αιώνα από τόσους Γάλλους στοχαστές και στις μέρες μας από τους κυριότερους φιλοσόφους της Αγγλίας, δεν είναι κάτι καινούργιο στην ιστορία. Γνωρίζουμε ότι μια παρόμοια θεωρία, με το όνομα της επικούρειας φιλοσοφίας, γοήτευσε την αρχαιότητα: ήταν η πιο δημοφιλής φιλοσοφία στην Ελλάδα και στη Ρώμη.» Και λίγο παρακάτω: «Ο Επίκουρος και ο Λουκρήτιος έχουν ήδη το επιστημονικό και θετικιστικό πνεύμα των σύγχρονων ωφελιμιστών, και αυτή είναι η δύναμή τους».

[xvii] «Η επικούρεια ηθική φιλοσοφία έχει έναν αμιγώς αυτοαναφορικό χαρακτήρα. Στην Επικούρου προσφώνησις 56-57, παρότι διακρίνουμε στην αρχή μια μορφή ενσυναίσθησης, παρακάτω διαβάζουμε την προτροπή του Επίκουρου για το προσωπικό συμφέρον: «Ἀλγεῖ μὲν ὁ σοφὸς οὐ μᾶλλον στρεβλούμενος < ἡ στρεβλουμένου τοῦ φίλου, καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ τεθνήξεται εἰ γὰρ προήσεται> τὸν φίλον ὁ βίος αὐτοῦ πᾶς δι ἀπιστίαν συγχυθήσεται καὶ ἀνακεχαιτισμένος ἔσται. - Ο σοφός, όταν βασανίζεται, δε νιώθει μεγαλύτερο πόνο απ’ όσο όταν βασανίζεται ο φίλος του, και είναι ικανός ακόμα και να πεθάνει γι’ αυτόν. Γιατί, εάν προδώσει τον φίλο του, όλη του η ζωή θα ταραχθεί και θα ανατραπούν τα πάντα από την απιστία του.» Η επικούρεια ηθική, για να κρίνει εάν μια πράξη προκαλεί περισσότερη ηδονή ή περισσότερο πόνο, λαμβάνει υπόψη της τα συναισθήματα του ίδιου του πράττοντος και όχι τα συναισθήματα τρίτων προσώπων, όπως είναι, λ.χ., οι συγγενείς και οι φίλοι του, στους οποίους ο θάνατός του θα προκαλούσε αναμφίβολα μεγάλο πόνο.

[xviii] Τη σύνδεση της ηδονής του Επίκουρου με το ατομικό συμφέρον επιβεβαιώνει και ο Γκυγιώ, εξηγώντας την κατά τον εξής τρόπο: «ο Επίκουρος και οι συνεχιστές του συμπεραίνουν ότι, αφού η ηδονή είναι ο μόνος τελικός σκοπός των όντων, η ηθική πρέπει να είναι για κάθε άτομο η τέχνη να προξενεί στον εαυτό του τον μεγαλύτερο αριθμό ατομικών ηδονών. […] η επικούρεια ηθική δεν είναι παρά η αναζήτηση του ατομικού συμφέροντος. Βασίζεται στην τολμηρή σύγχυση της πράξης και του καθήκοντος. Στην πράξη, πιστεύει ότι το άτομο δεν επιδιώκει παρά τη δική του ηδονή. Στο δικαίωμα, πρέπει επίσης να επιδιώκει την ηδονή […].»

[xix] XXXIV.(34) Δεν έχουμε τόσο ανάγκη τη βοήθεια των φίλων μας, όσο την πεποίθηση ότι θα μας βοηθήσουν.

[xx] Επίκουρου προσφώνησις 20. Για τη σάρκα δεν υπάρχουν όρια στην ηδονή, κι έτσι είναι άπειρος ο χρόνος που χρειάζεται για να την απολαύσει κανείς. Ο νους, όμως, που κατανόησε με τη λογική το σκοπό και τα όρια του σώματος, και διέλυσε τους φόβους σχετικά με την αιωνιότητα, έχει προετοιμάσει την τέλεια ζωή, και καμιά ανάγκη δεν έχει πλέον τον άπειρο χρόνο. Και ούτε αποφεύγει την ηδονή, ούτε, όταν έρθει η ώρα να εγκαταλείψει τη ζωή, κάνει σαν να του έλειψε κάτι από τον άριστο βίο.
51. (Μητρόδωρος) Με πληροφορείς ότι η σάρκα σου σε οδηγεί πολύ συχνά στις σεξουαλικές ηδονές. Εάν ούτε τους νόμους παραβαίνεις ούτε τα καλά ήθη διαταράσσεις, ούτε κάποιον από τους συνανθρώπους σου στενοχωρείς, ούτε το σώμα σου βλάπτεις, ούτε τα πράγματα που έχεις ανάγκη σπαταλάς, τότε να διαθέτεις όπως θέλεις τον εαυτό σου σε σχέση μ’ αυτή την επιθυμία σου. Όμως δεν υπάρχει τρόπος να μη συμβεί κάτι από τα παραπάνω. Γιατί οι σεξουαλικές ηδονές ποτέ δεν ωφέλησαν, καλό θα ήταν και να μην έβλαπταν.

[xxi] Το αγαθό της φρόνησης περιγράφεται στην Επιστολή προς Μενοικέα ως το μέγιστο αγαθό με τον εξής τρόπο: «Όταν, λοιπόν, λέμε ότι η ηδονή είναι σκοπός της ζωής, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων ή αυτές των απολαύσεων, όπως μερικοί που αγνοούν ή δεν παραδέχονται ή (είναι) κακώς πληροφορημένοι θεωρούν, αλλά το να μην πονάει κανείς στο σώμα ούτε να ταράσσεται στην ψυχή. Γιατί δεν είναι τα μεθύσια και οι αδιάκοπες διασκεδάσεις, ούτε οι απολαύσεις αγοριών και γυναικών, ούτε ψαριών και των άλλων όσα προσφέρει ένα πολυτελές τραπέζι, εκείνα που γεννούν την ευχάριστη ζωή, αλλά ο νηφάλιος λογισμός που ερευνά στο βάθος τις αιτίες για κάθε προτίμηση ή αποφυγή […]. Αρχή όλων αυτών και το μέγιστο αγαθό είναι η φρόνηση· […] διότι απ’ αυτήν όλες οι υπόλοιπες αρετές έχουν βγει και επειδή διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς ευχάριστα χωρίς να ζει φρόνιμα και ηθικά και δίκαια, ούτε είναι δυνατόν να ζει κανείς φρόνιμα και ηθικά και δίκαια χωρίς να ζει ευχάριστα.».

[xxii] Οι κακές ηδονές και οι καλοί πόνοι (Επιστολή προς Μενοικέα, 129-130)
«δεν επιδιώκουμε κάθε ηδονή, αλλά μερικές φορές πολλές ηδονές τις ξεπερνούμε, όταν από αυτές μας προκύπτουν μεγαλύτερες ενοχλήσεις. Κατά τον ίδιο τρόπο, πολλούς πόνους τους θεωρούμε ανώτερους από πολλές ηδονές, εφόσον ακολουθεί μεγαλύτερη ηδονή όταν υπομείνουμε πολύ χρόνο τους πόνους.
Τέλος, η επικούρεια ποιοτική διαβάθμιση των ηδονών σε ανώτερες και κατώτερες (οι οποίες στην ουσία δεν είναι ηδονές αλλά πόνοι) θυμίζει Αριστοτέλη για τις καλές και τις κακές ηδονές και παρουσιάζει τεράστια ομοιότητα με την αντίστοιχη διαβάθμιση των ηδονών του Μιλλ. Συνεχίζοντας την απαρίθμηση των στοιχείων της επικούρειας φιλοσοφίας που προσεγγίζουν τον νεότερο ωφελιμισμό: Οι ‘κατώτερες’ ηδονές δεν οδηγούν στον ηδονικό βίο, αλλά για την επίτευξή του απαιτούνται ανώτερες λειτουργίες, όπως ο νηφάλιος λογισμός και η φρόνηση (Επιστολή προς Μενοικέα 132). Μολονότι οι αρετές θεωρούνται μέσα για την απόκτηση της ηδονής, υπάρχει μια αναγκαστική σχέση μεταξύ του ηδονικού και του ηθικού βίου. Το ηδέως ζην δε νοείται χωρίς το φρονίμως και καλώς και δικαίως ζην και αντιστρόφως (Κύριαι δόξαι V).» Αντίθετα, οι Πλάτωνας και Μπένθαμ αξιολογούν τις ηδονές αποκλειστικά βάσει του κριτηρίου της ποσότητας και όχι της ποιότητάς τους.

[xxiii] "Τάσσομαι υπέρ της επανενεργοποίησης αυτού του πνεύματος της αρχαίας υπαρξιακής φιλοσοφίας."
"Υποστηρίζω μια ωφελιμιστική και πραγματιστική φιλοσοφία και όχι την αντίπαλο αδελφή της: την ιδεαλιστική και εννοιολογική. Μόνο η πρώτη επιτρέπει το υπαρξιακό σχέδιο."

[xxiv] "Η υποδοχή της φιλοσοφικής μου πρότασης εδώ και περίπου δεκαπέντε χρόνια θέτει προβλήματα παρόμοια με εκείνα που αντιμετώπισαν οι υποστηρικτές του αρχαίου ηδονισμού: την άρνηση να μελετηθούν νηφάλια οι λεπτομέρειες των λεγομένων στο όνομα της υστερικής ταραχής που προκαλεί το άκουσμα και μόνο της λέξης ηδονή. Έκτοτε ο καθένας τα βγάζει πέρα με τον εαυτό του και την απόλαυσή του κι έπειτα πολύ συχνά αποδίδει στον άλλον, με την απλούστατη μέθοδο της μεταβίβασης, την εντύπωση που έχει σχηματίσει ο ίδιος για την ηδονή.
Έτσι, πολύ συχνά αναγκάστηκα να αντικρούσω ομιλίες που εξομοίωναν ηδονισμό και φασισμό, ηδονισμό και ναζισμό, ηδονισμό και αμοραλισμό, με την υποψία, δεδομένου ότι έχω παραδεχτεί πως είμαι νιτσεϊστής, μιας κρυφής συμπάθειας για ολοκληρωτικά, δικτατορικά και παρόμοια καθεστώτα! Να απολαμβάνεις χωρίς να προσφέρεις απόλαυση στους άλλους, μ’ αυτήν τη φράση πρέπει πραγματικά να εξομοιωθεί αυτή η φιλοσοφική θεωρία και η χειρότερη απάρνηση κάθε φιλοσοφίας· αλλά να απολαμβάνεις "και" να προσφέρεις απόλαυση στους άλλους: τι έχουν να πουν για το "και" οι υποστηρικτές αυτού του σκανδαλώδους, αλλά τόσο συχνού ολισθήματος;"

[xxv] "Ο υλιστής, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, είναι ο στοχαστής που ισχυρίζεται ότι ο κόσμος ανάγεται σε μια απλή και ξεκάθαρη διάταξη της ύλης· όμως, για τους κοινούς θνητούς, είναι το άτομο που έχει εμμονή με τη συσσώρευση υλικών αγαθών και πλούτου."

[xxvi] "Η πλατωνική θεώρηση είναι θεωρητική και ελιτίστικη· η επικούρεια πρόταση πρακτική και υπαρξιακή. Η ιστορία της φιλοσοφίας διαρθρώνεται συνολικά γύρω από τους δύο αυτούς τροπισμούς: μια μυστική θεωρητική πρακτική, μια υπαρξιακή δέσμευση στην καθημερινή ζωή.
Εξ ου και οι σχετικοί χώροι: ο Πλάτων διδάσκει σ’ ένα απομονωμένο μέρος, μυστικό, κλειστό, περιφραγμένο, ανάμεσα σε ομοίους που διακρίνονται από τους πολλούς και προορίζονται να κυβερνήσουν πιο πολύ τους άλλους παρά τον εαυτό τους."

[xxvii] "Ως αντίδοτο, και σ’ αυτό το σημείο, της πλατωνικής φιλοσοφικής πρακτικής, ο Επίκουρος και οι οπαδοί του ενεργούν διαφορετικά: ο Κήπος είναι ανοιχτός για όλους και όλες, αδιακρίτως ηλικίας, φύλου, κοινωνικής θέσης, πνευματικής καλλιέργειας, καταγωγής, χωρίς την επιδίωξη δημιουργίας μιας αριστοκρατίας προορισμένης να καταλάβει υψηλές θέσεις στην κοινωνία - ουσιαστικά με στόχο την αναπαραγωγή του κοινωνικού συστήματος..."

[xxviii] "Η απόδειξη του φιλοσόφου; Η ίδια του η ζωή. Ένα γραπτό έργο που δε συνοδεύεται από μια φιλοσοφική ζωή δεν αξίζει ούτε δευτερόλεπτο προσοχής. Το αρχαίο πνεύμα σήμερα προσφέρει ακόμα μια ευκαιρία να βγούμε από το αδιέξοδο στο οποίο συχνότατα βυθίζεται η θεωρητική φιλοσοφία - η κυρίαρχη στο Πανεπιστήμιο και στους επίσημους χώρους της φιλοσοφίας. Τάσσομαι υπέρ της επανενεργοποίησης αυτού του πνεύματος της αρχαίας υπαρξιακής φιλοσοφίας."

[xxix] "Προφανώς ο στωικισμός, ο επικουρισμός, ο κυνισμός ή ο κυρηναϊσμός προϋποθέτουν υπαρξιακές πρακτικές, εκεί οδηγούν εξάλλου οι θεωρίες τους. Απεναντίας, η θεωρητική φιλοσοφία δεν καταλήγει απαραίτητα στον ευδαιμονισμό για όλους τους αρχαίους φιλοσόφους."

[xxx] "Ο ηδονισμός προϋποθέτει έναν διαρκή υπολογισμό προκειμένου να προβλέψουμε, σε μια δεδομένη περίσταση, τις αναμενόμενες ηδονές αλλά και τις πιθανές δυσαρέσκειες. Ας φτιάξουμε μια λίστα με το τι μπορεί να συμβεί, χαρμόσυνο ή λυπηρό, ευχάριστο ή δυσάρεστο, κι έπειτα να κρίνουμε, να ζυγώσουμε, να υπολογίσουμε πριν πράξουμε. Ο Επίκουρος εξηγεί αυτό τον μαθηματικό κανόνα: να μη συναινείς σε μια ευχαρίστηση εδώ και τώρα αν πρέπει να την πληρώσεις με δυσαρέσκεια αργότερα. Να την αποφύγεις. Ακόμα καλύτερα: να προτιμήσεις τη δυσαρέσκεια σε μια δεδομένη στιγμή, αν οδηγεί αργότερα στη δημιουργία μιας ευχαρίστησης. Να αποφεύγουμε, επομένως. την καθαρή αγαλλίαση της στιγμής. Διότι αυτό που καταστρέφει την ψυχή είναι η απόλαυση χωρίς συνείδηση...
Το σύνολο των απολαύσεων πρέπει πάντα να υπερισχύει του συνόλου των δυσαρεσκειών. Ο πόνος, σε κάθε ηδονιστική ηθική, ενσαρκώνει το απόλυτο κακό..."

[xxxi] "Ο πραγματιστικός ωφελιμισμός που προτείνω παραπέμπει στη φιλοσοφική συνεπειοκρατία: δεν υπάρχουν απόλυτες αλήθειες, ούτε καλό, κακό, αληθινό, ωραίο, δίκαιο καθ’ εαυτά, αλλά σε σχέση με ένα σαφές και ξεκάθαρο σχέδιο. Πρόκειται γι’ αυτό που, με μια ιδιαίτερη οπτική -τον ηδονισμό στην προκειμένη περίπτωση- μας επιτρέπει να προχωρήσουμε στην κατεύθυνση του σχεδίου πετυχαίνοντας ηδονιστικά αποτελέσματα. Η ιδέα υπάρχει ήδη στο έργο του Μπένθαμ: να σκεφτόμαστε ανάλογα με την πράξη και να την έχουμε ως στόχο σε σχέση με τα αποτελέσματά της.
Ένα ηδονιστικό σύστημα. Συνοψίζοντας: υποστηρίζω λοιπόν μια αντι-ιστορία της φιλοσοφίας ως εναλλακτική λύση αντί της κυρίαρχης ιδεαλιστικής ιστοριογραφίας· μια σωματική λογική και το αντίστοιχο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα με μια καθαρά ενδοκοσμική οπτική· μια φιλοσοφία που νοείται ως εγωδικία προς δημιουργία και αποκωδικοποίηση· μια φιλοσοφική ζωή ως αποκάλυψη του λόγου· μια υπαρξιακή οπτική με έναν ωφελιμιστικό και πραγματιστικό στόχο.
Όλα αυτά συγκλίνουν σε ένα εστιακό σημείο: τον ηδονισμό. Συχνά προβάλλω αυτό το απόφθεγμα του Σαμφόρ, καθώς λειτουργεί ως ηδονιστική κατηγορική προσταγή: να απολαμβάνεις και να προσφέρεις απόλαυση, χωρίς να κάνεις κακό ούτε στον εαυτό σου ούτε σε οποιονδήποτε άλλον, αυτό είναι ηθική."

[xxxii] "Στην πρώτη σελίδα της ‘Αναζήτησης των Ηδονών’ συναντάμε δυο αποσπάσματα του Νίτσε:
‘Μόνο ο χριστιανισμός, με τη μνησικακία του εναντίον της ζωής, μετέτρεψε τη σεξουαλικότητα σε κάτι μιαρό: έριξε λάσπη στην απαρχή, στην αρχική συνθήκη της ζωής μας.’
'Ο χριστιανισμός έδωσε στον έρωτα να πιει δηλητήριο: δεν πέθανε, αλλά έγινε έκφυλος.’"

[xxxiii] "Ο Πίνδαρος, ο οποίος είχε ήδη διατυπώσει την ύψιστη προτροπή «γίνε αυτό που είσαι», προσέθεσε στο ίδιο ποίημα, τους Πυθιόνικους. «Μην επιδιώκεις, ω ψυχή μου, την αιώνια ζωή, αλλά εξάντλησε το πεδίο του δυνατού»."

[xxxiv] "Επιμένω στη θεωρητική και υπαρξιακή μου θέση: ο ηδονισμός παρά τις παρεξηγήσεις, προσδιορίζει αυτήν τη θεώρηση του κόσμου που προτείνω στα τριάντα μου βιβλία. Μια ανάγνωση της πραγματικότητας, βέβαια -βλέπε τους τόμους του Ηδονιστικού ημερολογίου- αλλά και μια πρόταση ζωής. Κι αυτό γιατί υπερασπίζομαι επίσης μια έννοια που έχει παρέλθει από τη μόδα της φιλοσοφίας: την έννοια της ολοκληρωμένης σκέψης, την έννοια του συστήματος.
Υπερασπίζομαι δηλαδή μια σκέψη δυνατή, στέρεα, δομημένη, συνεπή, και προσπαθώ να εξετάσω το σύνολο των δυνατών γνώσεων. Ο ηδονισμός παρέχει το κεντρικό θέμα και τα διάφορα έργα μου τις παραλλαγές. Έτσι, έχω προτείνει μια ηθική (Η σμίλευση του εαυτού), μια ερωτική θεωρία (Θεωρία του ερωτικού σώματος) μια πολιτική (Πολιτική του επαναστάτη), μια αισθητική (Αρχαιολογία του παρόντος), μια επιστημολογία (Ανατομικές φαντασίες), μια μεταφυσική (Πραγματεία περί αθεολογίας). Αντιστοίχως: μια αισθητική ηθική, έναν ηλιακό ερωτισμό, μια ελευθεριακή πολιτική, μια κυνική αισθητική, μια τεχνόφιλη βιοηθική και έναν μεταμοντέρνο αθεϊσμό, προϋπόθεση δυνατότητας του συνόλου."

[xxxv] "Όλα αυτά συγκλίνουν σε ένα εστιακό σημείο: τον ηδονισμό. Συχνά προβάλλω αυτό το απόφθεγμα του Σαμφόρ, καθώς λειτουργεί ως ηδονιστική κατηγορική προσταγή: να απολαμβάνεις και να προσφέρεις απόλαυση, χωρίς να κάνεις κακό ούτε στον εαυτό σου ούτε σε οποιονδήποτε άλλον, αυτό είναι ηθική.
Αυτή η φράση τα λέει όλα: προσωπική απόλαυση, οπωσδήποτε, αλλά κυρίως απόλαυση του άλλου, καθώς χωρίς αυτή δε νοείται καμία ηθική, αφού μόνο η υπόσταση του άλλου τής δίνει αυτές τις ιδιότητες. Αν δεν υπάρχει ο άλλος -όπως στο έργο του Μαρκήσιου ντε Σαντ- δεν υπάρχει ηθική... Το ειδικό βάρος αυτού του αποφθέγματος του Σαμφόρ στον χώρο της συνεπειοκρατίας επιδέχεται άπειρες προεκτάσεις."

[xxxvi] "Τι πρέπει να θέλει κανείς να δημιουργήσει; Ένα πρώτο πρόσωπο, ένα Εγώ, μια ριζική Υποκειμενικότητα. Μια μοναδική ταυτότητα. Μια ατομική πραγματικότητα. Ένα ευθύ άτομο. Ένα αξιόλογο ύφος. Μια απαράμιλλη δύναμη. Μια καταπληκτική ισχύ. Έναν κομήτη που διανύει μια πρωτόγνωρη πορεία. Μια ενέργεια που χαράζει ένα φωτεινό πέρασμα στο χάος του σύμπαντος. Μια ωραία ατομικότητα, μια ιδιοσυγκρασία, έναν χαρακτήρα. Χωρίς να επιδιώκει το αριστούργημα, χωρίς να στοχεύει στην τελειότητα -τη μεγαλοφυΐα, τον ήρωα ή τον άγιο- πρέπει να τείνει στην αποκάλυψη μιας πρωτόγνωρης ανωτερότητας.
Τάσσομαι υπέρ μιας αναγκαίας θεωρητικής αναθεώρησης και μιας συνεχούς υπαρξιακής αυτοανάλυσης, η οποία, κατά την άποψή μου, επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα από πού προέρχεται μια ιδέα, τι ακριβώς είναι, πού θα καταλήξει.
Δεν μπορεί να δημιουργηθεί μια σχέση με τον άλλον αν δεν υπάρχει υγιής σχέση ανάμεσα στον εαυτό μας και το εγώ που διαμορφώνει το πρώτο πρόσωπο. Μια ατελής ή απούσα από τον εαυτό της ταυτότητα αποκλείει την ηθική. Μόνο η δύναμη ενός πρώτου προσώπου επιτρέπει την ανάπτυξη μιας ηθικής.
Κάθε πρώτο πρόσωπο που δεν είναι ηθελημένο, διαμορφωμένο από μια δύναμη, λαξευμένο από μια ενέργεια, συγκροτείται ερήμην του, με όλους τους ντετερμινισμούς που παρεμβαίνουν. Πολλοί είναι οι ντετερμινισμοί, ο γενετικός, ο κοινωνικός, ο οικογενειακός, ο ιστορικός, ο ψυχικός, ο γεωγραφικός, ο κοινωνιολογικός, οι οποίοι διαμορφώνουν έξωθεν ένα Εγώ που δέχεται βάναυσα όλες τις δυνάμεις που απορρέουν από την κτηνωδία του κόσμου. Η κληρονομικότητα, οι γονείς, το ασυνείδητο, η εποχή, ο τόπος όπου βλέπει κανείς το φως, η μόρφωση, οι ευκαιρίες, οι κοινωνικές αντιξοότητες, όλα αυτά πλάθουν μια μαλακή, εξαιρετικά εύπλαστη ύλη, με προορισμό... το χάος. Οι φυλακές, τα ψυχιατρεία, οι συμβουλές των ψυχολόγων, οι αίθουσες αναμονής των ψυχαναλυτών, τα γραφεία των σωφρολόγων, των συμβούλων γάμου, των ρεφλεξολόγων, των ραβδοσκόπων, των υπνωτιστών και άλλων οραματιστών του μέλλοντος, οι συμβουλές των σεξολόγων, οι ουρές στα φαρμακεία που διανέμουν ψυχοτρόπα φάρμακα, και τόσοι άλλοι μεταμοντέρνοι μάγοι χορεύουν γύρω από αυτά τα ανίσχυρα Εγώ, τις θρυμματισμένες ατομικότητες, όλες αυτές τις ατελείς ταυτότητες.

[xxxvii] "Η ευχαρίστηση δε δικαιολογείται ποτέ αν έχει ως τίμημα τη δυσαρέσκεια του άλλου."

[xxxviii] "Η ευγένεια παρέχει τον δρόμο πρόσβασης στις ηθικές πραγματώσεις. Σαν μια μικρή πόρτα ενός μεγάλου κάστρου, οδηγεί κατευθείαν στον άλλον. Τι λέει; Δηλώνει στον άλλον ότι τον έχουμε προσέξει. Ότι, επομένως, υπάρχει. Να έχουμε μια πόρτα ανοιχτή, να κρατάμε τους τύπους, να εφαρμόζουμε τη λογική των καλών τρόπων, να μάθουμε να ευχαριστούμε, να υποδεχόμαστε, να δίνουμε, να επιδιώκουμε μια απαραίτητη ευθυμία στην απλούστερη κοινότητα -των δύο...- αυτός είναι ο τρόπος για να παραγάγουμε ηθική, να διαμορφώσουμε ήθος, να ενσαρκώσουμε αξίες."

[xxxix] "Η ευγένεια προς τους άλλους ανθρώπους λειτουργεί όπως η θερμότητα για το κερί. Τους υποχρεώνει να υποχωρήσουν…" (Άρθουρ Σοπενάουερ)

[xl] "Ο ηδονισμός προϋποθέτει έναν διαρκή υπολογισμό προκειμένου να προβλέψουμε, σε μια δεδομένη περίσταση, τις αναμενόμενες ηδονές αλλά και τις πιθανές δυσαρέσκειες. Ας φτιάξουμε μια λίστα με το τι μπορεί να συμβεί, χαρμόσυνο ή λυπηρό, ευχάριστο ή δυσάρεστο, κι έπειτα να κρίνουμε, να ζυγώσουμε, να υπολογίσουμε πριν πράξουμε. Ο Επίκουρος εξηγεί αυτό τον μαθηματικό κανόνα: να μη συναινείς σε μια ευχαρίστηση εδώ και τώρα αν πρέπει να την πληρώσεις με δυσαρέσκεια αργότερα. Να την αποφύγεις. Ακόμα καλύτερα: να προτιμήσεις τη δυσαρέσκεια σε μια δεδομένη στιγμή, αν οδηγεί αργότερα στη δημιουργία μιας ευχαρίστησης. Να αποφεύγουμε, επομένως. την καθαρή αγαλλίαση της στιγμής. Διότι αυτό που καταστρέφει την ψυχή είναι η απόλαυση χωρίς συνείδηση...
Το σύνολο των απολαύσεων πρέπει πάντα να υπερισχύει του συνόλου των δυσαρεσκειών. Ο πόνος, σε κάθε ηδονιστική ηθική, ενσαρκώνει το απόλυτο κακό...

[xli] "Η Αναζήτηση των ηδονών μιλά για τον χριστιανικό σκοταδισμό της σάρκας και προτείνει τη φιλοσοφία ενός αισθησιακού Διαφωτισμού.
Οι είκοσι αιώνες χριστιανισμού έχουν δημιουργήσει ένα σώμα αξιοθρήνητο και μια σεξουαλικότητα καταστροφική. Από τον μύθο του Υιού του Θεού που ενσαρκώνεται ως Υιός του Ανθρώπου, ένας μύθος με το όνομα Ιησούς χρησιμεύει ως πρωταρχικό παράδειγμα προς μίμηση: ένα σώμα που δεν πίνει, δεν τρώει, δε γελά, δεν έχει σεξουαλικότητα, με άλλα λόγια, ένα αντίσωμα. Η νεύρωση του Παύλου από την Ταρσό, ενός σεξουαλικά ανίκανου που επιδιώκει να επεκτείνει την ολέθρια μοίρα του σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, καταλήγει στην πρόταση της μίμησης ενός δεύτερου προτύπου: του σώματος του Χριστού, δηλαδή ενός πτώματος. Με βάση την αρχή της διπλής αυτής μίμησης, δηλαδή ένα αγγελικό αντίσωμα το οποίο μπορεί κανείς να επιτύχει θανατώνοντας το σώμα του επί γης, οι Πατέρες της Εκκλησίας, ένας από τους οποίους είναι και ο Άγιος Αυγουστίνος, αναπτύσσουν μια θεολογία του χριστιανικού έρωτα που συνιστά έναν μηδενισμό της σάρκας. Πρότυπο της αγαλλίασης γίνεται ο μάρτυρας που απολαμβάνει τον πόνο και τον θάνατο για να κερδίσει μια θέση στον παράδεισο.
Μια δεύτερη θεολογία του χριστιανικού έρωτα περνά από τον Σαντ και τον Μπατάιγ, δυο απρόσμενους υποστηρικτές του χριστιανικού νυχτερινού έρωτα: ταύτιση του πόνου με την απόλαυση, περιφρόνηση για τις γυναίκες, μίσος για τη σάρκα, αποστροφή για το σώμα, ηδονή στον θάνατο..."
Προτείνει: "μια φιλοσοφία ενός αισθησιακού Διαφωτισμού σε έναν κόσμο όπου επικρατεί ακόμα ο χριστιανικός μηδενισμός της σάρκας. Αυτή η φιλοσοφία εκφράζει έναν έρωτα ηλιακό και ανάλαφρο, ελευθεριάζοντα και φεμινιστικό, συναινετικό και εύχαρι, που οικοδομείται με βάση νέες αξίες: γλυκύτητα, τρυφερότητα, φιλοφροσύνη, λεπτότητα, γενναιοδωρία, προσφορά, μοίρασμα, ελευθεριότητα, απλοχεριά, στοργή, κομψότητα, ό,τι συνιστά την ευγένεια των σωμάτων, την ευμένεια των σαρκών, την αισθησιακή ηδονή των υλικών ψυχών, όλα όσα ελευθερώνουν το σώμα από τα δεσμό της μονογαμίας, του γάμου, της πίστης, της συμβίωσης, της γενιάς."

[xlii] "Αυτή η φράση τα λέει όλα: προσωπική απόλαυση, οπωσδήποτε, αλλά κυρίως απόλαυση του άλλου, καθώς χωρίς αυτή δε νοείται καμία ηθική, αφού μόνο η υπόσταση του άλλου της δίνει αυτές τις ιδιότητες.
Και στη συγκεκριμένη φράση συναντάμε πάλι επιρροή από τον Επίκουρο: Κύρια Δόξα XXXIII.(33) Η δικαιοσύνη δεν υπάρχει ως κάτι αυθύπαρκτο, αλλά αποτελεί κάποια συνθήκη, σύμφωνα με την οποίαν στις αμοιβαίες επαφές των ανθρώπων, όπου και όποτε αυτές λαμβάνουν χώρα, κανένας δε θα βλάπτει τον άλλον και κανένας δε θα βλάπτεται."