Δευτέρα 18 Ιουλίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (7.1-7.77)

Ραψωδία η' Ὀδυσσέως εἴσοδος πρὸς Ἀλκίνουν


Ὣς ὁ μὲν ἔνθ᾽ ἠρᾶτο πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς,
κούρην δὲ προτὶ ἄστυ φέρεν μένος ἡμιόνοιϊν.
ἡ δ᾽ ὅτε δὴ οὗ πατρὸς ἀγακλυτὰ δώμαθ᾽ ἵκανε,
στῆσεν ἄρ᾽ ἐν προθύροισι, κασίγνητοι δέ μιν ἀμφὶς
5 ἵσταντ᾽ ἀθανάτοις ἐναλίγκιοι, οἵ ῥ᾽ ὑπ᾽ ἀπήνης
ἡμιόνους ἔλυον ἐσθῆτά τε ἔσφερον εἴσω.
αὐτὴ δ᾽ ἐς θάλαμον ἑὸν ἤϊε· δαῖε δέ οἱ πῦρ
γρηῢς Ἀπειραίη, θαλαμηπόλος Εὐρυμέδουσα,
τήν ποτ᾽ Ἀπείρηθεν νέες ἤγαγον ἀμφιέλισσαι·
10 Ἀλκινόῳ δ᾽ αὐτὴν γέρας ἔξελον, οὕνεκα πᾶσι
Φαιήκεσσιν ἄνασσε, θεοῦ δ᾽ ὣς δῆμος ἄκουεν·
ἣ τρέφε Ναυσικάαν λευκώλενον ἐν μεγάροισιν.
ἥ οἱ πῦρ ἀνέκαιε καὶ εἴσω δόρπον ἐκόσμει.
Καὶ τότ᾽ Ὀδυσσεὺς ὦρτο πόλινδ᾽ ἴμεν· ἀμφὶ δ᾽ Ἀθήνη
15 πολλὴν ἠέρα χεῦε φίλα φρονέουσ᾽ Ὀδυσῆϊ,
μή τις Φαιήκων μεγαθύμων ἀντιβολήσας
κερτομέοι ἐπέεσσι καὶ ἐξερέοιθ᾽ ὅτις εἴη.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ ἄρ᾽ ἔμελλε πόλιν δύσεσθαι ἐραννήν,
ἔνθα οἱ ἀντεβόλησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη
20 παρθενικῇ ἐϊκυῖα νεήνιδι, κάλπιν ἐχούσῃ.
στῆ δὲ πρόσθ᾽ αὐτοῦ· ὁ δ᾽ ἀνείρετο δῖος Ὀδυσσεύς·
«Ὦ τέκος, οὐκ ἄν μοι δόμον ἀνέρος ἡγήσαιο
Ἀλκινόου, ὃς τοῖσδε μετ᾽ ἀνθρώποισιν ἀνάσσει;
καὶ γὰρ ἐγὼ ξεῖνος ταλαπείριος ἐνθάδ᾽ ἱκάνω
25 τηλόθεν ἐξ ἀπίης γαίης· τῷ οὔ τινα οἶδα
ἀνθρώπων, οἳ τήνδε πόλιν καὶ ἔργα νέμονται.»
Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη·
«τοιγὰρ ἐγώ τοι, ξεῖνε πάτερ, δόμον ὅν με κελεύεις
δείξω, ἐπεί μοι πατρὸς ἀμύμονος ἐγγύθι ναίει.
30 ἀλλ᾽ ἴθι σιγῇ τοῖον, ἐγὼ δ᾽ ὁδὸν ἡγεμονεύσω,
μηδέ τιν᾽ ἀνθρώπων προτιόσσεο μηδ᾽ ἐρέεινε.
οὐ γὰρ ξείνους οἵδε μάλ᾽ ἀνθρώπους ἀνέχονται,
οὐδ᾽ ἀγαπαζόμενοι φιλέουσ᾽, ὅς κ᾽ ἄλλοθεν ἔλθῃ.
νηυσὶ θοῇσιν τοί γε πεποιθότες ὠκείῃσι
35 λαῖτμα μέγ᾽ ἐκπερόωσιν, ἐπεί σφισι δῶκ᾽ ἐνοσίχθων·
τῶν νέες ὠκεῖαι ὡς εἰ πτερὸν ἠὲ νόημα.»
Ὣς ἄρα φωνήσασ᾽ ἡγήσατο Παλλὰς Ἀθήνη
καρπαλίμως· ὁ δ᾽ ἔπειτα μετ᾽ ἴχνια βαῖνε θεοῖο.
τὸν δ᾽ ἄρα Φαίηκες ναυσικλυτοὶ οὐκ ἐνόησαν
40 ἐρχόμενον κατὰ ἄστυ διὰ σφέας· οὐ γὰρ Ἀθήνη
εἴα ἐϋπλόκαμος, δεινὴ θεός, ἥ ῥά οἱ ἀχλὺν
θεσπεσίην κατέχευε φίλα φρονέουσ᾽ ἐνὶ θυμῷ.
θαύμαζεν δ᾽ Ὀδυσεὺς λιμένας καὶ νῆας ἐΐσας,
αὐτῶν θ᾽ ἡρώων ἀγορὰς καὶ τείχεα μακρά,
45 ὑψηλά, σκολόπεσσιν ἀρηρότα, θαῦμα ἰδέσθαι.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ βασιλῆος ἀγακλυτὰ δώμαθ᾽ ἵκοντο,
τοῖσι δὲ μύθων ἄρχε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη·
«Οὗτος δή τοι, ξεῖνε πάτερ, δόμος, ὅν με κελεύεις
πεφραδέμεν· δήεις δὲ διοτρεφέας βασιλῆας
50 δαίτην δαινυμένους· σὺ δ᾽ ἔσω κίε μηδέ τι θυμῷ
τάρβει· θαρσαλέος γὰρ ἀνὴρ ἐν πᾶσιν ἀμείνων
ἔργοισιν τελέθει, εἰ καί ποθεν ἄλλοθεν ἔλθοι.
δέσποιναν μὲν πρῶτα κιχήσεαι ἐν μεγάροισιν·
Ἀρήτη δ᾽ ὄνομ᾽ ἐστὶν ἐπώνυμον, ἐκ δὲ τοκήων
55 τῶν αὐτῶν οἵ περ τέκον Ἀλκίνοον βασιλῆα.
Ναυσίθοον μὲν πρῶτα Ποσειδάων ἐνοσίχθων
γείνατο καὶ Περίβοια, γυναικῶν εἶδος ἀρίστη,
ὁπλοτάτη θυγάτηρ μεγαλήτορος Εὐρυμέδοντος,
ὅς ποθ᾽ ὑπερθύμοισι Γιγάντεσσιν βασίλευεν.
60 ἀλλ᾽ ὁ μὲν ὤλεσε λαὸν ἀτάσθαλον, ὤλετο δ᾽ αὐτός,
τῇ δὲ Ποσειδάων ἐμίγη, καὶ ἐγείνατο παῖδα
Ναυσίθοον μεγάθυμον, ὃς ἐν Φαίηξιν ἄνασσε·
Ναυσίθοος δ᾽ ἔτεκεν Ῥηξήνορά τ᾽ Ἀλκίνοόν τε.
τὸν μὲν ἄκουρον ἐόντα βάλ᾽ ἀργυρότοξος Ἀπόλλων
65 νυμφίον ἐν μεγάρῳ, μίαν οἴην παῖδα λιπόντα
Ἀρήτην· τὴν δ᾽ Ἀλκίνοος ποιήσατ᾽ ἄκοιτιν,
καί μιν ἔτισ᾽ ὡς οὔ τις ἐπὶ χθονὶ τίεται ἄλλη,
ὅσσαι νῦν γε γυναῖκες ὑπ᾽ ἀνδράσιν οἶκον ἔχουσιν.
ὣς κείνη περὶ κῆρι τετίμηταί τε καὶ ἔστιν
70 ἔκ τε φίλων παίδων ἔκ τ᾽ αὐτοῦ Ἀλκινόοιο
καὶ λαῶν, οἵ μίν ῥα θεὸν ὣς εἰσορόωντες
δειδέχαται μύθοισιν, ὅτε στείχῃσ᾽ ἀνὰ ἄστυ.
οὐ μὲν γάρ τι νόου γε καὶ αὐτὴ δεύεται ἐσθλοῦ·
οἷσί τ᾽ εὖ φρονέῃσι, καὶ ἀνδράσι νείκεα λύει.
75 εἴ κέν τοι κείνη γε φίλα φρονέῃσ᾽ ἐνὶ θυμῷ,
ἐλπωρή τοι ἔπειτα φίλους ἰδέειν καὶ ἱκέσθαι
οἶκον ἐς ὑψόροφον καὶ σὴν ἐς πατρίδα γαῖαν.»

***
Ύψωνε εκείνος την ευχή του, βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος,
ενώ την κόρη προς την πόλη οι μούλες πρόθυμες την οδηγούσαν.
Κι όταν σε λίγο στο λαμπρό παλάτι φτάνει του πατέρα της,
στα πρόθυρά του τις σταμάτησε, κι ευθύς τα αδέλφια της,
ωραίοι στην όψη σαν αθάνατοι, βγήκαν να της παρασταθούν·
λύνουν τις μούλες απ᾽ το αμάξι κι έφεραν μέσα τις φορεσιές.
Τότε κι εκείνη βάδιζε στην κάμαρή της, όπου της είχε ανάψει
η Ευρυμέδουσα φωτιά· γερόντισσα θαλαμηπόλος, φερμένη
με καράβια ευέλικτα από την Απείρη, όταν τη διάλεξαν
10 για να τιμήσουν τον Αλκίνοο, όλης της χώρας των Φαιάκων
βασιλιά, που ο κόσμος τον υπάκουε, τον είχε σαν θεό.
Αυτή μεγάλωσε τη Ναυσικά, άσπιλη και λευκή, μες στο παλάτι,
αυτή της άναψε φωτιά, και τώρα της ετοίμαζε το δείπνο.
Στο μεταξύ κι ο Οδυσσέας κίνησε να πάει στην πόλη· τότε
επεμβαίνει η Αθηνά γύρω του χύνοντας, από φροντίδα φιλική, σύννεφο
ομίχλης, μήπως, περήφανοι όπως είναι οι Φαίακες, κάποιος τον απαντήσει
και τον προσβάλει με τα λόγια του τον Οδυσσέα,
επίμονα ρωτώντας τον ποιος είναι.
Κι όπως πια κόντευε να μπει στην τρισχαριτωμένη πόλη,
βγήκε, τα μάτια λάμποντας, στον δρόμο του η θεά Αθηνά,
20 την όψη παίρνοντας κόρης παρθενικής μ᾽ ένα σταμνί στο χέρι.
Κι όταν σταμάτησε μπροστά του, ο θείος Οδυσσέας τη ρωτούσε:
«Κόρη μου, αν ήθελες εσύ να γίνεις οδηγός μου, το σπίτι
να μου δείξεις του Αλκινόου που βασιλεύει ανάμεσά σας;
Γιατί, πολύπαθος εγώ και ξένος, φτασμένος από χώρα μακρινή,
εδώ δεν ξέρω άνθρωπο κανένα, από όσους νέμονται την πόλη αυτή
και τα αγαθά της.»
Αμέσως, λάμποντας τα μάτια, ανταποκρίθηκε η θεά Αθηνά:
«Μετά χαράς, πατέρα ξένε, θα σου δείξω το σπίτι εκείνο που γυρεύεις·
είναι γειτονικό στο τιμημένο πατρικό μου.
30 Μόνο ξοπίσω μου να προχωρείς αμίλητος, εγώ θα προπορεύομαι,
το μάτι σου μην πέσει σε περαστικό, μήτε και να ρωτήσεις πια
άλλον κανένα. Να ξέρεις πως στα μέρη αυτά δεν υποφέρουν
οι άνθρωποι τους ξένους, δεν καταδέχονται να χαιρετήσουν φιλικά,
αν κάποιος φτάσει από αλλού.
Καμάρι τους τα γρήγορα καράβια· ταχύπλοα, μ᾽ αυτά περνούν
το μέγα κύμα· έχουν του Κοσμοσείστη χάρισμα να τρέχουν
με τα πλεούμενά τους σαν πουλιά κι όπως πετά του ανθρώπου η σκέψη.»
Έτσι μιλώντας η Αθηνά Παλλάδα, κίνησε πρώτη με σπουδή
κι ακολουθούσε εκείνος της θεάς τα χνάρια.
Δεν πήραν είδηση τον ερχομό του οι Φαίακες, θαλασσινοί με φήμη,
40 που βάδιζε στην πόλη ανάμεσά τους, γιατί δεν άφησε η καλλιπλόκαμη
Αθηνά να τον γνωρίσουν· δαιμονική θεά, τον τύλιγε
μ᾽ αχλύ θεσπέσια, δείχνοντας την αγάπη της καρδιάς της.
Κι ο Οδυσσέας θαύμαζε: λιμάνια και καράβια καλοζυγισμένα,
τις αγορές που συναθροίζονται οι σπουδαίοι, τείχη μακρά,
ψηλά, προσαρμοσμένα με πασσάλους ορθωμένους —
θαύμα και χάρμα των ματιών.
Κι όταν πολύ κοντά στο τιμημένο βρέθηκαν βασιλικό παλάτι,
πήρε τον λόγο πάλι, λάμποντας τα μάτια, η θεά Αθηνά:
«Να το, πατέρα ξένε, το αρχοντικό που γύρευες να μάθεις·
εδώ θα βρεις τους βασιλείς, θεών βλαστάρια,
50 στο βραδινό τραπέζι καθισμένους· μέσα προχώρησε κι εσύ,
δίχως να σ᾽ εμποδίζει ο φόβος· το ξέρεις, κερδισμένος βγαίνει
παντού και πάντα ο θαρραλέος σ᾽ ό,τι ανέλαβε, ακόμη κι όταν
ξένος φτάνει κι από ξένα μέρη.
Ωστόσο μέσα στο παλάτι, φρόνιμο είναι ν᾽ απαντήσεις
πρώτη τη βασίλισσα.
Αρήτη το όνομά της και την προσφωνούν Αρήτη, από το ίδιο γένος
με τη γενιά που ανάστησε τον βασιλιά Αλκίνοο.
Αρχή αρχή, γέννησε τον Ναυσίθοο ο κοσμοσείστης Ποσειδών
με την Περίβοια, γυναίκα ασυναγώνιστη στην ομορφιά,
κόρη στερνή του τολμηρού Ευρυμέδοντα, που υπήρξε ο βασιλιάς
των υπερήφανων Γιγάντων, ωσότου αφάνισε τον αλαζονικό λαό του,
60 κι εξαφανίστηκε τότε κι αυτός.
Με την Περίβοια σμίγοντας ο Ποσειδών, γέννησε τον Ναυσίθοο,
γενναίο γιο, που έγινε ο πρώτος των Φαιάκων βασιλιάς.
Γέννησε κι ο Ναυσίθοος δυο γιους, Ρηξήνορα κι Αλκίνοο·
τον πρώτο, προτού προλάβει να χαρεί κι αυτός αγόρια,
νιόγαμπρο μέσα στο παλάτι,
με το αργυρό δοξάρι του τον τόξευσε ο Απόλλων,
κι έμεινε μόνη της η Αρήτη, μονάκριβή του θυγατέρα.
Αυτήν ο Αλκίνοος την πήρε νόμιμη γυναίκα του και την ετίμησε,
όπως καμιά στον κόσμο άλλη δεν τιμήθηκε, όσες γυναίκες κυβερνούν
το σπιτικό τους, κυβερνημένες απ᾽ τους άντρες τους.
Τόσο μεγάλη της Αρήτης η τιμή, που την τιμούν εγκάρδια
70 τα παιδιά της, ο βασιλιάς Αλκίνοος αλλά και σύμπας ο λαός.
Όταν στην τειχισμένη πόλη περπατεί, όλοι τη χαιρετούν μ᾽ αγάπη,
τη βλέπουν και την έχουν σαν θεά.
Γιατί σε νου και γνώση κανενός δεν υπολείπεται,
σ᾽ όποιους την αγαθή της γνώμη φανερώνει· και των αντρών ακόμη
λύνει τις διαφορές.
Μόνο αν εκείνη με συμπάθεια σε δεχτεί, υπάρχει ελπίδα
ν᾽ απαντήσεις τους δικούς σου, να φτάσεις στο αψηλό σου σπίτι,
και να πατήσεις της πατρίδας σου το χώμα.»

Κατηγόρησε!

Κατηγόρησε τις αρνητικές σου σκέψεις.

Κατηγόρησε τα συναισθήματά σου.

Κατηγόρησε τη συμπεριφορά σου.

Κατηγόρησε τις πράξεις σου και την απραξία σου.

Κατηγόρησε τις επιθυμίες σου.

Κατηγόρησε τον εαυτό σου.

Κατηγόρησέ τα όλα και δεν θα έχεις τίποτα. Μετά θα σου φταίνε οι πάντες και τα πάντα. Ό,τι κι αν πιάνεις θα μεταμορφώνεται σε πίκρα.

Ο απόλυτος παραλογισμός, που συνεχίζεται για το μόνο λόγο πως όλα παραμένουν κρυμμένα, καλά κλειδωμένα μέσα στο νου και στην καρδιά σου.

Στην επιφάνεια η ειρωνεία....

Σου λένε πως έχεις απέραντη δύναμη, πως μπορείς να θεραπεύσεις τα πάντα, να γίνεις τα πάντα, να έχεις τα πάντα, φτάνει να το θελήσεις. Φτάνει να σκέφτεσαι θετικά, φτάνει να κάνεις παρέα με τους σωστούς ανθρώπους, φτάνει να αποφεύγεις τα "ενεργειακά βαμπίρ", φτάνει να επαναλαμβάνεις θετικές επιβεβαιώσεις γεμάτες "φως και αγάπη".

Και εσύ συνεχίζεις να κυνηγάς, να κρίνεις, να απογοητεύεσαι, να περιμένεις, ενώ προσπαθείς να αλλάξεις τις σκέψεις σου, να μεταμορφώσεις τα συναισθήματά σου, να απαρνηθείς τις ανάγκες σου... Σε μια μάταιη επανάληψη, που δεν αντιλαμβάνεσαι φυσικά όσο βρίσκεσαι μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα της πλάνης, που μαστίζει τη συνείδηση.

Πολλά λέγονται/γράφονται για το φόβο. Έχει κατηγορηθεί για τα πάντα και παρουσιάζεται ως ο υπέρτατος εχθρός της αγάπης. Για την ενοχή τίποτα....

Και δώσ' του η ανάγκη για "συγχώρεση"...η αλαζονεία του κατήγορου και του κατηγορούμενου εξίσου. Αλλά εσωτερικά, πολύ βαθιά μέσα σου, η κατηγορία συνεχίζεται, ακόμα κι αν το αρνείσαι. Φαίνεται αυτό!

Όταν έχεις μάθει να βλέπεις αληθινά, καθαρά, αγνά, μπορείς να το δεις κι εσύ: στα λόγια σου, στο ύφος σου, στη στάση σου, φαίνεται... Σε όλη την κοσμοθεωρία σου, την πολιτική σου αντίληψη, τον καταμερισμό της κοινωνίας, την βολική διάσπαση των πάντων, για να μη βλέπεις την αλήθεια κατάματα.

Μόνο αν απαλλαγείς από τις θεωρίες/δογματισμούς, αν αναγνωρίσεις τις πεποιθήσεις σου, αν αναλάβεις την ευθύνη για τις απόψεις σου, αν αμφισβητήσεις τη σιγουριά της θέασής σου, τις κατατάξεις του δυαδικού νου σου, την εκλογίκευση των φοβιών σου, τη μετάλλαξη του εαυτού σου...

Είναι πιο δύσκολο και σίγουρα όχι τόσο ανώδυνο όσο θα το 'θελες.

Αγγίζω, σημαίνει υπάρχω

Τη στιγμή που κανείς δεν θέλει να είναι μόνος, τη στιγμή που ο καθένας μας αισθάνεται την ανάγκη να συντροφεύεται, κάτι που μπορεί να μας φέρει κοντά μοιάζει ώρες ώρες απειλητικό.

Το άγγιγμα. Αυτή η κίνηση εγγύτητας και συντροφιάς, η σιωπηλή δήλωση συγκατάβασης, νοιαξίματος και φροντίδας φαίνεται να είναι ριψοκίνδυνη ακόμα και για τους πιο τολμηρούς.

Κάποτε μου είπε μια νεαρή κοπέλα, πως όταν αγκαλιάζω τη μητέρα μου ή το σύντροφό μου αισθάνομαι κάτι να συμβαίνει μέσα μου. Σαν κάτι να κινείται. Απροσδιόριστο, άπιαστο αλλά ονειρικό.

Τη στιγμή που βλέπουμε πως οι λέξεις που λέμε δεν συμβαδίζουν με τα μη λεκτικά μηνύματα που στέλνουμε, αντιλαμβανόμαστε ωστόσο πως το άγγιγμα συνηγορεί στο ευ ζην, μεταδίδει μηνύματα, ασκεί ουσιαστική επίδραση στην επικοινωνία και στις σχέσεις.

Το άγγιγμα, από τη στιγμή που γεννιόμαστε αποτελεί τη μοναδική ευκαιρία επικοινωνίας και έκφρασης. Έρευνες αποδεικνύουν πια χωρίς αντίρρηση πως το άγγιγμα μεταξύ του βρέφους και της μητέρας του δεν αποτελεί μόνο μια απαραίτητη συνθήκη εδραίωσης ενός ασφαλούς δεσμού, αλλά πολύ περισσότερο το άγγιγμα από μόνο του είναι θεραπευτικό. Ναι με τη στενή σημασία του όρου.

Άλλωστε θεραπεία τι σημαίνει; Η θεραπεία προκύπτει από το θερμός και το άπτω, συνεπώς δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ζεστό άγγιγμα. Και όσο συνδέουμε τη θεραπεία με την ιατρική τόσο ανακαλούμε εικόνες γιατρών να φορούν γάντια, μάσκες και οτιδήποτε άλλο προστατεύει από την επικινδυνότητα του αγγίγματος. Θα σκεφτεί κανείς πως η προστασία είναι ζητούμενο, αλλά τη στιγμή της οδύνης, του πόνου, της μοναξιάς τι είναι αυτό που θα κάνει ανακουφίσει;

Τα χέρια μπλέκονται, τα ακροδάχτυλα παιχνιδίζουν, οι παλάμες παλεύουν για το ποια θα επικρατήσει. Κρύβονται σε μια διάσταση τόσο προσωπική που αν τολμήσεις να την ψηλαφίσεις, έχασες. Κορμιά που λαχταρούν να αγγιχτούν, σάρκες που εκλιπαρούν να τις δαμάσεις. Χείλη διψασμένα για ένα άλλο ζευγάρι, αυτό που όταν το γευτείς, δεν θα' ναι ξένο, θα 'ναι γνώριμο, ή θα επιτρέψει να συστηθείτε μαζί σε μια καινούργια εμπειρία, αυτή της απόλυτης προσμονής. Της προσμονής για την ιδέα της απελευθέρωσης από κάθε τι που σε κρατάει πίσω, βάζοντας όρια που μόνο ο νους ελέγχει.

Αγγίζω σημαίνει έρχομαι κοντά. Σημαίνει γνωρίζω κάτι νέο, από μια άλλη διάσταση στην οποία ο φόβος ξεμακραίνει. Αγγίζω σημαίνει, σταματώ να βάζω όρια σε αυτό που γινόμαστε μαζί. Αγγίζω σημαίνει παρατάω τις ανησυχίες και γυμνός από κάθε αμφιβολία αφήνομαι. Όχι μόνο αφήνομαι σε σένα, αλλά αφήνομαι να με γνωρίσω καλύτερα. Αφήνομαι να μάθω πως μονάχος μου στερώ τη δύναμη της εγγύτητας. Αφήνομαι να ζήσω πλάι σου, έστω για μια στιγμή, δίχως ενοχές.

Άλλωστε, σχεδόν αντανακλαστικά έρχονται οι δεύτερες σκέψεις, που σαν δαιμόνια στέκουν έτοιμες να υψώσουν το δάχτυλο και σαν τη δασκάλα στο δημοτικό να σε μαλώσουν, γιατί επέτρεψες στον εαυτό σου να νιώσει πως είναι να μην είσαι μόνος.

Αγγίζω ένα βιβλίο και πριν το ξεφυλλίσω, νιώθω να διάβασα ήδη τον πρόλογό του. Κλείνω τα μάτια και αγγίζω ένα ρούχο και αισθάνομαι σαν να είναι έτοιμο να μου καλύψει μια ανάγκη που ποτέ πριν δεν είχα σκεφτεί, αλλά μόλις τη συνειδητοποίησα, κατάλαβα πως το κενό της ήταν ήδη εκεί.

Αγγίζω το σημείο που πονάω, για να επικοινωνήσω τη δυσφορία μου. Αγγίζω για να δηλώσω τη συμπαράστασή μου, τη συμπόνοια μου. Αγγίζω για να δείξω πως είμαι παρών. Αγγίζω σαν να μην χρειάζεται να συλλαβίσω ούτε μια λέξη ή αγγίζω επειδή δεν έχω λέξη να πω. Αγγίζω γιατί φοβάμαι να μιλήσω και έτσι σιγουρεύομαι πως θα καταλάβεις το μήνυμά μου. Αγγίζω γιατί διστάζω να σε κοιτάξω στα μάτια.

Σε αγγίζω και όσο πιο δυνατό είναι το άγγιγμά μου, τόσο δυνατότερο είναι αυτό που νιώθω για σένα. Έτσι θέλω να καταλάβεις.

Όχι το άγγιγμα δεν υποκαθιστά τις λέξεις, ούτε είναι εκεί να υπονοήσει αυτά που θέλω να σου πω. Δεν είναι εκεί για να δώσει ήχο στα λόγια μου. Κάνει όμως θόρυβο. Εκκωφαντικό, όχι δυσάρεστο, αλλά δυνατό. Τόσο που δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του. Μου επιτρέπει να γίνω σαφής, όσο σαφής νομίζω πως είμαι.

Σε αγγίζω και μαγικά το σώμα μου συνηγορεί στην ευεργετική διάσταση αυτής της στιγμής. Οι καρδιακοί παλμοί πέφτουν, εκκρίνεται ωκυτοκίνη, και οι ορμόνες του στρες μειώνονται.

Μια αγκαλιά από μόνη της είναι ευεργετική. Και αυτός που αγκαλιάζεται βιώνει ακριβώς τις ίδιες ευεργετικές ιδιότητες από αυτόν που αγκαλιάζει. Σαν να γίνεται δίκαιη μοιρασιά στο παιχνίδι. Δεν θα χάσεις, γιατί νικητής δεν υπάρχει. Και όσο το σκέφτομαι καλύτερα, δεν υπάρχει καν παιχνίδι. Όχι, δεν είναι παιχνίδι. Είναι ευκαιρία.

Και αν σκεφτεί κανείς, πως όσο είμαστε παιδιά αγγίζουμε και μας αγγίζουν περισσότερο, μάλλον κάτι πάει στραβά όσο μεγαλώνουμε.

Ναι, τα ξέρω αυτά για τους κοινωνικούς κανόνες, ή τις οδηγίες περί καλής συμπεριφοράς. Ξέρω επίσης πως το πολιτισμικό πλαίσιο μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποθαρρυντικό για το άγγιγμα. Το άγγιγμα όμως μπορεί να γίνει ο κοινωνός σου, αυτό που θα βοηθήσει να μεταδώσεις ενσυναίσθηση, συμπόνια, παρηγοριά, ενθάρρυνση, υποστήριξη, φροντίδα, αγάπη. Και δεν φτάνει μόνο να τα νιώθεις, χρειάζεται να τα επικοινωνείς.

Σοπενχάουερ: Η απόλαυση

Είναι κοινός τόπος να θεωρούνται τα νιάτα ευτυχισμένα και τα γηρατειά θλιβερά. Αυτό θα μπορούσε να ισχύει αν τα πάθη έκαναν τον άνθρωπο ευτυχισμένο.

Η νεολαία ωστόσο άγεται και φέρεται απ’ αυτά, κι ας της προκαλούν μεγάλο πόνο και ελάχιστη χαρά.

Σε μεγάλη ηλικία, τα πάθη καταλαγιάζουν κι αφήνουν τον άνθρωπο ήσυχο, οπότε αμέσως το μυαλό του παίρνει στοχαστική χροιά: η γνώση απελευθερώνεται και παίρνει το πάνω χέρι.

Και καθώς η γνώση βρίσκεται πέρα από τα όρια του πόνου, όσο περισσότερο κυριαρχεί στη συνείδησή του, τόσο πιο ευτυχισμένος νιώθει ο άνθρωπος.

Στα γηρατειά, ο άνθρωπος ξέρει πώς να αποτρέπει τις αναποδιές, σε μικρή ηλικία, αντίθετα, τις υπομένει.

Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε ότι όλες οι ηδονές είναι αρνητικές, κι ότι ο πόνος είναι από τη φύση του θετικός, για να καταλάβουμε ότι τα πάθη δεν μπορούν ποτέ ν’ αποτελέσουν πηγή ευτυχίας, και ότι είναι λάθος να οικτίρουμε τις προχωρημένες ηλικίες επειδή στερούνται κάποιες απολαύσεις.

Γιατί η κάθε απόλαυση δεν είναι παρά ο κατευνασμός μιας ανάγκης: το ότι η απόλαυση θα πάρει τέλος μόλις εξαφανιστεί η ανάγκη θεωρείται αυτονόητο, όσο αυτονόητο είναι ότι μετά από ένα γεύμα δε συνεχίζουμε να τρώμε, και ότι μετά από μια νύχτα χορταστικού ύπνου παραμένουμε ξυπνητοί.

Πολύ πιο σωστή είναι η άποψη που εκφράζει ο Πλάτωνας στην αρχή της Πολιτείας, ότι η προχωρημένη ηλικία είναι πιο ευτυχισμένη, γιατί έχει επιτέλους απελευθερωθεί από το σαρκικό πάθος που μας καταδυναστεύει αδιάκοπα.

Θα μπορούσαμε μάλιστα να ισχυριστούμε, ότι οι ατέλειωτες και πολλαπλές εναλλαγές συναισθημάτων που προκαλεί αυτό το πάθος, και τα συναισθήματα που ξεπηδούν απ’ αυτό, προκαλούν μια κατάσταση ελαφριάς τρέλας, για όσο καιρό ο άνθρωπος βρίσκεται υπό την επήρεια του σεξουαλικού ενστίκτου ή μάλλον του δαίμονα που έχει καταλάβει το είναι του, ώστε να μην μπορεί να ανακτήσει το λογικό του, παρά μόνο όταν εξαλειφθεί το ένστικτο αυτό. (Πάρεργα και παραλειπόμενα)

Άδικα, λοιπόν, θεωρείται η μεγάλη ηλικία άχαρη, με αιτιολογικό ότι στερείται κάποιες απολαύσεις.

Η απόλαυση είναι κάτι σχετικό, και συγκεκριμένα μπορεί να σημαίνει είτε καθαρή ικανοποίηση, είτε κατευνασμό κάποιας ανάγκης· το ότι με την εξαφάνιση της ανάγκης εξαφανίζεται και η απόλαυση δεν είναι καθόλου θλιβερό, αφού το ίδιο συμβαίνει με τον άνθρωπο που δε θέλει να φάει μετά το φαί ή δε θέλει να κοιμηθεί μετά από έναν χορταστικό, νυχτερινό ύπνο.

Πολύ πιο σωστά εκτιμάει ο Πλάτωνας (Πολιτεία, I) ότι τα βαθιά γηρατειά είναι σ’ αυτόν τον τομέα πιο ευτυχισμένα, αφού το πάθος για τις γυναίκες έχει πια εξαφανιστεί.

Η άνεση και η σιγουριά είναι οι βασικές ανάγκες της μεγάλης ηλικίας: γι’ αυτό και όταν γερνάμε αγαπάμε κυρίως το χρήμα -σαν υποκατάστατο των δυνάμεων που έχουν παρακμάσει.

Τις χαρές του έρωτα τις αντικαθιστούν οι χαρές του φαγητού.

Στη θέση της ανάγκης για καινούργια πράγματα, για ταξίδια και για μάθηση εμφανίζεται η ανάγκη για διδασκαλία και για κουβέντα.

Κι αποτελεί μεγάλη ευτυχία, όταν ο ηλικιωμένος έχει διατηρήσει την αγάπη του για τη μελέτη, τη μουσική, ακόμα και για το θέατρο. (Η τέχνη του να είσαι ευτυχισμένος)

Άρθουρ Σοπενχάουερ, Η τέχνη να επιβιώνεις

Να μη φοβάστε τη μοναξιά αλλά τις αδιάφορες σχέσεις

Το να ανοίγετε κάθε βράδυ την πόρτα σ’ ένα σπίτι στο οποίο δε σας περιμένει κανείς, τουλάχιστον άνθρωπος, δεν είναι και τόσο τρομαχτικό τελικά. Για σκεφτείτε το λίγο. Πιο τρομαχτικό θα ήταν αν σας περίμενε ένας άνθρωπος τον οποίο πια δεν αντέχετε ή κάποιος που θα σας έλεγε ένα αδιάφορο “καλησπέρα” χωρίς καν να σας κοιτάξει.

Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι επιλέγουν στις μέρες μας να μείνουν σε μία σχέση που πια δεν τους γεμίζει είτε για οικονομικούς λόγους, είτε για τα παιδιά τους, είτε γιατί φοβούνται να μείνουν μόνοι, είτε γιατί βαριούνται τη διαδικασία του χωρισμού και τις κριτικές των άλλων. Για να χωρίζεις όταν πια είσαι δυστυχισμένος, χρειάζεται αρχικά να αποδεχθείς την αποτυχία της σχέσης και κατά δεύτερον να βρεις την ψυχική δύναμη που χρειάζεται για να προχωρήσεις μόνος.

Είναι, όμως, πραγματικά μόνος όποιος ζει single; Ακόμη πιο μόνοι νιώθουν και πολλοί άνθρωποι που συζούν ή έχουν μια σχέση. Εξάλλου, υπάρχει ζωή και για τους single ανθρώπους. Υπάρχουν οι φίλοι, η οικογένεια και τα χόμπι τους.

Το να είστε σε μία σχέση που σας πληγώνει ή που δε σας γεμίζει ή χειρότερα που σας κάνει να νιώθετε άσχημα με τον εαυτό σας, είναι σίγουρα χειρότερο από το να επιλέξετε τη μοναχικότητα. Εξάλλου, πώς θα γνωρίσετε την πραγματική αγάπη αν συνεχώς επιλέγετε να μένετε δίπλα από ανθρώπους που σας ρουφάνε το αίμα αργά, σιωπηλά και οδυνηρά.

Ο χρόνος περνάει και κανέναν δεν περιμένει. Κι όταν επιτέλους αποφασίσετε ν’ αγαπήσετε τον εαυτό σας και να του δώσετε όσα αξίζει, ίσως να είναι πια αργά. Για να δώσετε στον εαυτό σας, λοιπόν, αυτό που πραγματικά θα τον κάνει ευτυχισμένο, απαντήστε σε αυτές τις ερωτήσεις:

– Τι φοβάστε περισσότερο; Να είστε κύριοι του εαυτού σας ή να είστε με κάποιον που δε σας αφήνει να είστε ο εαυτός σας;

– Τι προτιμάτε; Να περνάτε κάποιο χρόνο μόνοι ή να περνάτε το χρόνο σας με τη λάθος, βαρετή ή εκνευριστική παρέα;

– Φοβάστε να κάνετε οι ίδιοι λάθη ή να είστε με τον λάθος άνθρωπο;

– Φοβάστε περισσότερο να μην κάνετε έρωτα ή να κάνετε έρωτα κάθε βράδυ ενώ δε νιώθετε τίποτα;

– Φοβάστε το ότι δε θα έχετε κάποιον για να μιλήσετε ή να μιλάτε σε κάποιον που δε σας καταλαβαίνει ή δε σας ακούει καν πραγματικά;

– Φοβάστε ότι κάποια βράδια θα κλαίτε επειδή είστε μόνοι ή φοβάστε περισσότερο να κλαίτε επειδή σας πληγώνουν;

– Και τέλος, φοβάστε πιο πολύ να είστε μόνοι ή να είστε σε μία αδιάφορη σχέση;

Ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι οι άνθρωποι που βρίσκονται σε μία υγιή σχέση όπου νιώθουν ασφαλείς, γεμάτοι και αγαπιούνται όπως είναι. Ένας άνθρωπος που δεν έχει όρεξη ή χρόνο να κάνει έρωτα μαζί σας αντί για σεξ, που δεν έχει χρόνο να σας ακούσει, να παίξει μαζί σας, να χαρεί με τα επιτεύγματά σας και γενικά να σας αγαπήσει, δεν είναι ο άνθρωπός σας. Γι’ αυτό, μη φοβάστε να είστε μόνοι αν δεν έχετε βρει τον άνθρωπό σας. Θα είστε σίγουρα καλύτερα με τον εαυτό σας παρά με τον λάθος άνθρωπο.

Η ζωή μου είναι οι σκέψεις μου, τίποτα δεν γίνεται στην τύχη

Η ζωή είναι πολύ απλή. Ό, τι δίνουμε- αυτό και λαμβάνουμε.

Εμείς είμαστε υπεύθυνοι 100% για όλα τα γεγονότα, που συμβαίνουν στην ζωή μας- τα πιο ευχάριστα και τα πιο άσχημα. Η κάθε μας σκέψη δημιουργεί το μέλλον μας.

Όλα τα γεγονότα δημιουργούνται από εμάς τους ίδιους με την βοήθεια των σκέψεων και των αισθημάτων μας. Το νόημα, που εμείς βάζουμε στις σκέψεις μας και τα λόγια μας φέρουν αυτό, που εμείς βιώνουμε στην ζωή μας.

Εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε τις συγκεκριμένες καταστάσεις στην ζωή μας και μετά καταναλώνουμε τις δυνάμεις μας, βρίζοντας τους άλλους ανθρώπους η στέλνοντας τις κατάρες στις συνθήκες, που μας εμποδίζουν.

Η αιτία όλων των δεινών μας και της πραγματικότητάς μας είμαστε εμείς οι ίδιοι.

Μπορούμε να πούμε, ότι:

ΕΓΩ = ΕΓΩ + ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΜΟΥ

Εάν ο νους μας είναι αρμονικός και ισορροπημένος, τότε στην ζωή μας εμείς θα βρίσκουμε ακριβώς το ίδιο.

Προσπαθήστε να εντοπίσετε, ποιο χαρακτηριστικό με το πλέον παραστατικό τρόπο σας περιγράφει;

1. «Οι άνθρωποι κοιτούν να μου κάνουν κακό».

2. «Όλοι θέλουν το καλό μου και προσπαθούν να βοηθήσουν στην λύση των προβλημάτων μου».

Αυτό, που εμείς πιστεύουμε- γίνεται η πραγματικότητά μας.

Το υποσυνείδητό μας υλοποιεί τις σκέψεις μας, τις ορμές, τις επιθυμίες, στην ουσία λέγοντάς μας, ότι εμείς οι ίδιοι επιλέγουμε τις σκέψεις μας.

Έχουμε πολύ μεγάλη δυνατότητα της επιλογής.

Οι Δυνάμεις της Ζωής ποτέ δεν μας κρίνουν, ούτε μας κατακρίνουν. Μας αποδέχονται έτσι, όπως είμαστε. Μετά οι Δυνάμεις Αυτές αντανακλούν τις πεποιθήσεις μας αυτόματα.

Εάν εσείς προτιμάτε να θεωρείτε, ότι στην ζωή σας είσαστε μόνοι και δεν σας αγαπάει κανείς, τότε ακριβώς αυτό θα λάβετε στην ζωή σας.

Αν όμως θα αρχίσετε να συγκεντρώνεστε στις θετικές σκέψεις, τότε θα φανεί το ανάλογο αποτέλεσμα. Θα μεταμορφωθεί όλη η ζωή, η ύπαρξη σας θα γεμίσει με το καινούριο νόημα, που θα φέρει την χαρά της ύπαρξης.

Αλλά ας δούμε, από πού προέρχονται οι σκέψεις μας, που αυτές σχηματίζονται, ποια είναι η πηγή τους;

Βέβαια, είναι κατανοητό, ότι ο λόγος γίνεται για την παιδική ηλικία.

Στην παιδική ηλικία μας ανοίγεται η ζωή, στην παιδική ηλικία εμείς μαθαίνουμε για την ζωή από τις αντιδράσεις των ενηλίκων.

Εάν σας έτυχε να ζήσετε με ανθρώπους, που δεν ήσαν ευτυχισμένοι, ήσαν κακιωμένοι η ένιωθαν ένοχοι, τότε εσείς μάθατε πολλά αρνητικά πράγματα στην ζωή ως προς τον εαυτόν σας και προς τον γύρω κόσμο.

Συνηθίσατε να σκέφτεστε για τον εαυτό σας αρνητικά, να τοποθετείτε τον εαυτό σας στο αρνητικό πεδίο ενέργειας των σκέψεών σας:

«Είμαι συνεχώς ένοχος», «Ποτέ μου δεν κάνω τίποτε το σωστό», «Με θεωρούν κακό άνθρωπο».

Είναι πολύ φυσικό οι σκέψεις αυτές να σας δημιουργήσουν μια ζωή, γεμάτη απογοητεύσεις.

ΟΤΑΝ ΕΜΕΙΣ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΜΕ, ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ Η ΤΑΣΗ ΝΑ ΑΝΑΠΑΡΑΓΟΥΜΕ ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΠΕΡΙΓΥΡΟ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΜΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ.

Πρόκειται για τον φυσικό νόμο της εξέλιξης και είτε το θέλουμε, είτε όχι, αυτός ο νόμος λειτουργεί.

Στις προσωπικές μας σχέσεις, στις σχέσεις με τους προϊσταμένους και τους συναδέλφους εμείς αναπαράγουμε τις σχέσεις, που έχουν δημιουργηθεί με τους γονείς μας.

Φερόμαστε με την ακρίβεια έτσι, όπως μας φέρονταν οι γονείς μας. Βρίζουμε και τιμωρούμε τους εαυτούς μας έτσι, όπως μας έβριζαν και μας τιμωρούσαν οι γονείς μας.

Επίσης αγαπάμε τους εαυτούς μας έτσι, όπως μας αγαπούσαν, όταν ήμασταν παιδιά.

ΑΛΛΑ ΕΓΩ ΔΕΝ ΒΡΙΖΩ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΜΟΥ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ.

Όλοι μας είμαστε τα θύματα των θυμάτων και αυτοί (οι γονείς μας) δεν μπορούσαν να μας μάθουν κάτι, που οι ίδιοι δεν γνώριζαν.

Εάν η μητέρα σας δεν ήξερε πώς να αγαπάει τον εαυτό της η ο πατέρας σας δεν ήξερε πώς να αγαπάει τον εαυτό του, τότε είναι απολύτως φυσικό αυτοί να μην ήξεραν να σας μάθουν να αγαπάτε τον εαυτό σας.

Ρωτήστε τους γονείς σας για τα παιδικά τους χρόνια και θα τους καταλάβετε καλλίτερα και αν θα τους ακούτε με συμπόνια, εσείς θα καταλάβετε την πηγή του φόβου τους και την στάση τους προς την ζωή.

Οι άνθρωποι, που σας «προκάλεσαν τον πόνο», ήσαν οι ίδιοι τρομοκρατημένοι, όπως είσαστε εσείς τώρα.

Εμείς σχηματίζουμε τις πεποιθήσεις μας στην παιδική ηλικία και μετά πορευόμαστε στην ζωή, αναπαράγοντας τις καταστάσεις, που ταιριάζουν στις πεποιθήσεις μας.

Κοιτάξτε πίσω την ζωή σας και θα δείτε, ότι ουσιαστικά εσείς δημιουργείτε την ίδια πάλι κατάσταση με διαφορετικές αποχρώσεις και εκδοχές.

Και η κατάσταση αυτή είναι η υλοποίηση των δικών σας υποσυνείδητων ροπών.

Γι’ αυτό, πρέπει να ξέρετε καλά, ότι

ΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ – ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΤΙΓΜΗ.

Τα πάντα ανεξαιρέτως γεγονότα στην ζωή σας μέχρις αυτής της στιγμής ήσαν δημιουργημένα από σας τους ίδιους με την βοήθεια των πεποιθήσεών σας, πάνω στην εμπειρία σας.

Τα γεγονότα δημιουργούνταν από τις σκέψεις σας και τα λόγια σας, που χρησιμοποιούσατε χθες, την προηγούμενη εβδομάδα, τον προηγούμενο μήνα, τον προηγούμενο χρόνο, 10, 20, 30, 40 χρόνια πριν, αναλόγως της ηλικίας σας.

Όμως όλα αυτά ήταν στο παρελθόν. Το σημαντικό τώρα είναι η επιλογή σας, η επιλογή των σκέψεων, των λέξεων, της πίστης. Να θυμάστε, ότι ακριβώς και πριν απ’ όλα οι σκέψεις σας και τα λόγια σας δημιουργούν το μέλλον σας.

Η παρούσα στιγμή είναι εκείνη η αφετηρία, από την οποία εσείς κάνετε το άλμα προς το δικό σας αύριο.

Σημειώστε τι σκέφτεστε αυτήν την στιγμή, όταν διαβάζετε αυτά τα λόγια.

ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΡΑΓΜΑ, ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΟΥΛΕΨΕΤΕ- ΕΙΝΑΙ Η ΣΚΕΨΗ ΣΑΣ. Η ΣΚΕΨΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΜΕ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΡΟΠΟ.

Δεν έχει σημασία η φύση του προβλήματός σας, το πρόβλημά σας είναι η αντανάκλαση της πορείας των σκέψεών σας.

Π.χ. σας εμφανίζεται η σκέψη:

«Είμαι ένας άχρηστος άνθρωπος».

Η σκέψη αυτή προκαλεί αμέσως ως απάντηση το αίσθημα, που επιδρά ενδόμυχα, αλλά πολύ κυριαρχικά πάνω σε όλη την ύπαρξή σας και η προσωπικότητά σας αυθόρμητα αναπτύσσεται ειδικά προς αυτήν την κατεύθυνση.

Αλλά είναι στο χέρι σας εδώ και τώρα, αυτήν την στιγμή να απορρίψετε αυτήν την σκέψη και η μοίρα σας θα κινηθεί προς άλλη κατεύθυνση.

Γι’ αυτό ελάτε από δω και τώρα να απελευθερωνόμαστε από τις αρνητικές μας σκέψεις, διότι η βασική πηγή των προβλημάτων μας και των δεινών μας- είναι το μίσος προς τον εαυτό μας και το αίσθημα της ενοχής ποικίλου βαθμού.

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ

Θεωρείται πως οι συναισθηματικές μας αντιδράσεις προέρχονται από τα γεγονότα. Όταν βιώνουμε ένα δυσάρεστο γεγονός, νομίζουμε πως δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να το δεχτούμε και να προχωρήσουμε με τα αρνητικά συναισθήματα που προκαλούνται όπως ο θυμός, το άγχος, η κατάθλιψη κτλ.

Όμως, δεν ισχύει πάντοτε αυτό. Υπάρχει μία παράμετρος που δεν υπολογίζεται, αυτή της Επιλογής. Γίνεται να επιλέξουμε να μην αναστατωθούμε για κάτι που έχει συμβεί, ενώ “κανονικά” θα μας αναστάτωνε!

Αναλογιστείτε το. Βρίσκεστε στο συγκεκριμένο σημείο στη ζωή σας λόγω των επιλογών που έχετε κάνει μέχρι σήμερα. Μερικές επιλογές οι οποίες επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά οδηγούν σε αποτυχία, ενώ ενώ σοφές επιλογές που επαναλαμβάνονται οδηγούν στην επιτυχία.

Έτσι, εάν έχετε κάνει κάποιο λάθος πρόσφατα και αναρωτιέστε πώς μπορείτε να επιτύχετε, μη χάνετε χρόνο αυτό-μειώνοντας τον εαυτό σας. Αντ ‘αυτού, μάθετε από τα λάθη και κάνετε ό,τι θα έκανε ένας επιτυχημένος άνθρωπος. Χρησιμοποιήστε τη δύναμη της επιλογής! Αναρωτηθείτε:

Τι πραγματικά συνέβη;

Τι θα μπορούσα να είχα κάνει διαφορετικά;

Την επόμενη φορά που θα αντιμετωπίσω μια παρόμοια κατάσταση, πώς μπορώ με θετικότητα να χρησιμοποιήσω τη δύναμη της επιλογής;

Η ζωή σας είναι το αποτέλεσμα των επιλογών που κάνετε. Εάν δε σας αρέσουν τα αποτελέσματα που βιώνεται, ξεκινήστε με μία απλή αλλαγή και η μία θα φέρει και την επόμενη. Στοχεύστε σε σοφότερες επιλογές και θα παραχθούν καλύτερα αποτελέσματα!

Αριστοτέλης: ποιες είναι οι φυσικές αιτίες που φθείρουν ή διατηρούν τη μοναρχία

Τώρα απομένει να ερευνήσουμε ποιες είναι οι φυσικές αιτίες που φθείρουν ή διατηρούν τη μοναρχία. Ό,τι λοιπόν συμβαίνει στα πολιτεύματα, για τα οποία μιλήσαμε, ανάλογα πράγματα συμβαίνουν και στις βασιλείες και τις τυραννίδες. Η βασιλεία κλίνει προς την αριστοκρατία και η τυραννίδα περιέχει στοιχεία του χειρότερου τύπου και της ολιγαρχίας και της δημοκρατίας.

Γι’ αυτό και βλάπτει ιδιαίτερα τους αρχόμενους, αφού δημιουργείται από δυο κακά πολιτεύματα και περιλαμβάνει τόσο τις παρεκβάσεις όσο και τα ελαττωματικά στοιχεία των δυο κακών τούτων πολιτευμάτων.

Τα δυο τούτα πολιτεύματα είναι αντίθετα από τη στιγμή της δημιουργίας τους. Γιατί η βασιλεία δημιουργήθηκε για να βοηθά ο λαός τους επιφανείς πολίτες, και βασιλιάς αναδεικνύεται ένας από τους επιφανείς, από εξέχουσα οικογένεια, με βάση την υπεροχή της αρετής του ή τις ενάρετες πράξεις του ή την εξέχουσα καταγωγή του. Αντίθετα ο τύραννος προέρχεται από τον λαό και το πλήθος κι έχει σκοπό να προστατέψει τον λαό από τους προνομιούχους, για να μην τον αδικούν. Και τούτο αποδεικνύεται από τα γεγονότα. Μπορούμε να ισχυριστούμε πως οι περισσότεροι τύραννοι προήλθαν από τους δημαγωγούς, αφού κέρδισαν την εμπιστοσύνη του λαού, κατηγορώντας τους προνομιούχους. Έτσι ορισμένες τυραννίδες επικράτησαν όταν οι πόλεις έγιναν πιο πολυάνθρωπες, ενώ άλλες νωρίτερα, επειδή οι βασιλείς παρέβησαν τους παραδοσιακούς νόμους και επιδίωξαν μεγαλύτερη απολυταρχία.

Αλλες δημιουργήθηκαν από άτομα που πήραν αξιώματα με εκλογή (αφού τα χρόνια τα παλιά τα δημοκρατικά πολιτεύματα έκαναν μακρόχρονες τις θητείες των θρησκευτικών και πολιτικών αρχόντων). Άλλες πάλι γεννήθηκαν μέσα από τα ολιγαρχικά πολιτεύματα, αφού τα τελευταία αναδείκνυαν ένα μόνο ανώτατο άρχοντα. Με όλες τούτες τις συνθήκες εύκολα γινόταν κάποιος τύραννος, φτάνει να το ήθελε, αφού η βασιλεία και τα αξιώματα του έδιναν τη δυνατότητα.

Έτσι από βασιλιάς ο Φείδων έγινε τύραννος στο Αργός και άλλοι αλλού. Στην Ιωνία ο Φάλαρης, που κατείχε υψηλά αξιώματα. Στους Λεοντίνους της Σικελίας ο Παναίτιος, στην Κόρινθο ο Κύψελος, στην Αθήνα ο Πεισίστρατος και στις Συρακούσες ο Διονύσιος, κι άλλοι από δημαγωγοί έγιναν βασιλείς. Είπαμε λοιπόν ότι η βασιλεία κλίνει προς την αριστοκρατία, γιατί η βασιλική εξουσία βασίζεται στην αξία καθενός ή στην ευγενική καταγωγή ή στις υπηρεσίες που προσφέρει ή σε όλα μαζί και στη δύναμη. Γιατί το αξίωμα τούτο το πήραν όσοι πρόσφεραν υπηρεσίες στην πόλη ή στο έθνος, ενώ άλλοι, όπως για παράδειγμα ο Κόδρος, επειδή ελευθέρωσαν τον λαό με πόλεμο, ή όπως ο Κύρος, άλλοι πάλι, επειδή ίδρυσαν πόλεις ή κατέκτησαν εδάφη, όπως οι βασιλείς των Σπαρτιατών, των Μακεδόνων και των Μολοσσών.

Ο βασιλιάς έχει χρέος να φροντίζει να μην βλάπτονται όσοι έχουν περιουσίες και να μην προσβάλλεται ο λαός. Όπως έχουμε ξαναπεί, η τυραννία δεν έχει κανένα καλό σκοπό για το σύνολο, αλλά επιδιώκει μόνο το δικό της συμφέρον. Ο τύραννος επιδιώκει τις απολαύσεις, ενώ ο βασιλιάς να κάνει καλό. Γι’ αυτό χαρακτηριστικό πλεονέκτημα του τυράννου είναι τα χρήματα, ενώ του βασιλιά οι τιμές. Αλλά και τη φρουρά του βασιλιά την αποτελούν πολίτες, ενώ του τυράννου μισθοφόροι.

Είναι φανερό ότι η τυραννίδα περιέχει όλα τα κακά της δημοκρατίας και της ολιγαρχίας. Από την ολιγαρχία έχει την επιδίωξη του πλούτου (γιατί έτσι μόνο εξασφαλίζει τη διατήρηση και την τρυφηλότητα) και την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον λαό (γι’ αυτό του παίρνει τα όπλα, φέρεται άσχημα στο πλήθος, βασανίζει τους πολίτες, εξαναγκάζοντάς τους να φεύγουν για άλλους τόπους). Τούτα είναι ελαττώματα τόσο της τυραννίδας όσο και της ολιγαρχίας. Κι από την ακραία όμως δημοκρατία η τυραννίδα έχει πάρει τη δίωξη των επιφανών και την κρυφή και φανερή εξόντωσή τους και την εξόριση τους, αφού τους θεωρεί αντιπάλους και εμπόδιο στην εξουσία. Γιατί σ’ αυτούς οφείλονται συνήθως οι προσπάθειες ανατροπής, αφού υπάρχουν άλλοι που θέλουν να ανεβούν στην εξουσία κι άλλοι που δεν ανέχονται να είναι δούλοι. Σε τούτο οφείλεται και η παραίνεση του Περιάνδρου στον Θρασύβουλο να κόψει τις κορφές από τα ψηλότερα στάχυα, με την έννοια ότι πρέπει να αποκεφαλίζονται όσοι θέλουν να είναι ανώτεροι από τους άλλους.

Είπαμε λοιπόν ότι πρέπει να πιστέψουμε πως ίδιες αιτίες μεταβολής του πολιτεύματος υπάρχουν τόσο στις πολιτείες, όσο και στις μοναρχίες. Ενάντια στη μοναρχία επιτίθενται οι πολίτες εξαιτίας της αδικίας, του φόβου και της προσβολής (και περισσότερο εξαιτίας της αδικίας που συνιστά προσβολή), και κάποτε και της δήμευσης της περιουσίας. Γι’ αυτό λοιπόν γίνονται οι επαναστάσεις ενάντια στις τυραννίδες και τις βασιλείες’ γιατί όλοι θέλουν να αποκτήσουν τα πλούτη και τις τιμές που έχει ο μονάρχης. Αλλοτε οι επιθέσεις στοχεύουν στη ζωή κι άλλοτε στην εξουσία τους. Οι επιθέσεις που στοχεύουν στη ζωή οφείλονται στην αλαζονεία τους· κι επειδή η αλαζονεία έχει πολλές μορφές, όλες οι μορφές προκαλούν οργή.

Έτσι οι περισσότεροι απ’ όσους οργίζονται, επιτίθενται με σκοπό την εκδίκηση και όχι την κατάληψη της εξουσίας. Η συνωμοσία εναντίον των γιων του Πεισιστράτου έγινε γιατί πρόσβαλαν την αδερφή του Αρμοδίου και τον έκαναν να θυμώσει (η συνωμοσία έγινε και εξαιτίας της προσβολής της αδελφής του Αρμοδίου, αλλά κι από τον Αριστογείτονα εξαιτίας της προσβολής εναντίον του Αρμοδίου). Παρόμοια συνωμοσία έγινε και εναντίον του τυράννου της Αμβρακίας Περιάνδρου, επειδή ρώτησε τον ερωμένο του, που έπινε μαζί του, αν είχε μείνει έγκυος.

Ο Παυσανίας επιτέθηκε στον Φίλιππο επειδή ο Φίλιππος δεν τιμώρησε τους φίλους του Αττάλου που τον είχαν προσβάλει. Και ο Δέρδας επιτέθηκε στον Αμύντα τον μικρό, επειδή καυχήθηκε ότι τον είχε ερωμένο, όταν ήταν νέος. Και ο ευνούχος που επιτέθηκε στον Ευαγόρα τον Κύπριο, το έκανε επειδή ένας γιος του Ευαγόρα απήγαγε τη γυναίκα του. Σκότωσε τον Ευαγόρα, γιατί θεώρησε ότι είχε προσβληθεί. Πολλές επιθέσεις σε μονάρχες έγιναν επειδή ασέλγησαν σε βάρος υπηκόων τους, όπως για παράδειγμα ο Κραταιός επιτέθηκε στον βασιλιά Αρχέλαο. Ο Κραταιός δυσανασχετούσε πάντα για τη σχέση του με τον Αρχέλαο, οπότε ένα ασήμαντο γεγονός αποτέλεσε πρόσχημα για την επίθεση. Ο Αρχέλαος δηλαδή, αν και υποσχέθηκε να του δώσει γυναίκα μια κόρη του, παραβίασε την υπόσχεση και πάντρεψε τη μεγαλύτερη με τον βασιλιά της Ελίμειας, κάτω από την πίεση του πολέμου εναντίον του Σίρρα και του Αρραβαίου. Έδωσε τη μικρότερη στον γιο του Αμύντα, πιστεύοντας πως με τον τρόπο τούτο θα έλυνε τις διαφορές με τον αδελφό του από την Κλεοπάτρα. Αλλά η εχθρότητα του Κραταιού οφειλόταν στο ότι τον ενοχλούσε η σωματική σχέση με τον Αρχέλαο. Για τον ίδιο λόγο, μαζί με τον Κραταίο, επιτέθηκε στον Αρχέλαο και ο Ελλανοκράτης ο Λαρισαίος. Ο Αρχέλαος χαιρόταν το σώμα του δίνοντας την υπόσχεση ότι θα τον επαναπάτριζε” αθέτησε όμως την υπόχεσή του με συνέπεια ο Ελλανοκράτης να πιστεύει ότι η σχέση δεν οφειλόταν στο ότι τον είχε ερωτευτεί ο βασιλιάς, αλλά στο ότι ήθελε να τον προσβάλει. Τον Κότυ τον σκότωσαν ο ΙΙύθων και ο Ηρακλείδης από την Αίνη της Θράκης, για να πάρουν εκδίκηση για τον πατέρα τους· και ο Αδάμας προσπάθησε να εξεγερθεί ενάντια στον Κότυ, επειδή εκείνος τον είχε ευνουχίσει όταν ήταν μικρός και πίστευε πως τον είχε προσβάλει.

Πολλοί άλλοι πάλι ταλαιπωρήθηκαν σωματικά και οργίστηκαν, κι άλλοι σκότωσαν, άλλοι προσπάθησαν να σκοτώσουν άρχοντες και βασιλικές οικογένειες, με τον ισχυρισμό ότι είχαν εξευτελιστεί. Στη Μυτιλήνη ο Μεγακλής και οι οπαδοί του επιτέθηκαν στους Πενθιλίδες, που τριγύριζαν στην πόλη και χτυπούσαν τους πολίτες. Αργότερα ο Σμέρδης σκότωσε τον Πένθιλο, γιατί η γυναίκα του τον ξυλοκόπησε και τον πέταξε έξω σέρνοντάς τον. Ο Δεκάμινχος τάχθηκε επικεφαλής της επίθεσης εναντίον τού Αρχελάου, ενθαρρύνοντας πρώτος τους επιτιθέμενους’ θύμωσε επειδή τον παρέδωσε στον ποιητή Ευριπίδη να τον μαστιγώσει. Ο Ευριπίδης είχε οργιστεί, επειδή τον είχε κοροϊδέψει που μύριζε το στόμα του. Κι άλλοι πολλοί σκοτώθηκαν ή έγιναν στόχος συνωμοσιών για παρόμοιες αιτίες. Τέτοιες πράξεις οφείλονταν στον φόβο. Γιατί ο φόβος είναι ένας από τους λόγους που προκαλούν επιθέσεις στα πλαίσια των μοναρχιών και των άλλων πολιτευμάτων. Ο Αρταπάνης σκότωσε τον Ξέρξη γιατί φοβήθηκε τις κατηγορίες του Δαρείου, αφού είχε απαγχονίσει άτομα χωρίς εντολή του Ξέρξη, νομίζοντας ότι θα τον συγχο^ρούσε, γιατί θα είχε ξεχάσει την εντολή που είχε δώσει στο συμπόσιο.

Άλλες επαναστάσεις προκάλεσε η περιφρόνηση, όπως έγινε με τον Σαρδανάπαλο που τον σκότωσε κάποιος όταν τον είδε να ξαίνει μαλλιά μαζί με τις γυναίκες (αν είναι αλήθεια όσα λένε οι μυθοποιοί” αν όμως δεν συνέβη σ’ αυτόν, θα συνέβη σε κάποιον άλλο). Ο Δίων επιτέθηκε στον Διονύσιο τον νεότερο επειδή τον περιφρονούσε, γιατί οι πολίτες περιφρονούσαν τον ίδιο, που ήταν συνέχεια μεθυσμένος. Κάποτε στον τύραννο επιτίθενται και οι οπαδοί του, επειδή τον περιφρονούν.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ Ε'

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΡΕΣΒΕΙΑΣ

ΔΗΜ 19.182–186

Τα καθήκοντα των πρεσβευτών

Ο ρήτορας επανήλθε στο θέμα της καθυστέρησης επικύρωσης με όρκο της "ειρήνης του Φιλοκράτη" από την πλευρά του Φιλίππου, γεγονός που έδωσε στον Μακεδόνα βασιλιά την ευκαιρία για δημιουργία τετελεσμένων σε Θράκη και Ελλήσποντο. Κατά τη γνώμη του Δημοσθένη, όλα αυτά θα είχαν αποφευχθεί, αν οι συμπρεσβευτές του είχαν ακολουθήσει τη συμβουλή του να μεταβούν κατευθείαν στο θέατρο επιχειρήσεων του Φιλίππου και όχι στην Πέλλα. Μετά την ανακεφαλαίωση όσων αποδείκνυαν την προδοτική συμπεριφορά του Αισχίνη (βλ. σχετικά ΔΗΜ 19.64–66), και την προτροπή για καταδίκη του σε θάνατο συνεχίζει:

[182] Ἀγανακτήσει τοίνυν αὐτίκα δὴ μάλα, ὡς ἐγὼ πυνθάνομαι,
εἰ μόνος τῶν ἐν τῷ δήμῳ λεγόντων λόγων εὐθύνας ὑφέξει.
ἐγὼ δ’ ὅτι μὲν πάντες ἂν εἰκότως ὧν λέγουσι δίκην ὑπέχοιεν,
εἴπερ ἐπ’ ἀργυρίῳ τι λέγοιεν, παραλείψω, ἀλλ’ ἐκεῖνο λέγω·
εἰ μὲν Αἰσχίνης ἰδιώτης ὢν ἀπελήρησέ τι καὶ διήμαρτε, μὴ
σφόδρ’ ἀκριβολογήσησθε, ἐάσατε, συγγνώμην ἔχετε· εἰ δὲ
πρεσβευτὴς ὢν ἐπὶ χρήμασιν ἐπίτηδες ἐξηπάτηκεν ὑμᾶς, μὴ
ἀφῆτε, μηδ’ ἀνάσχησθ’ ὡς οὐ δεῖ δίκην ὧν εἶπεν ὑποσχεῖν.
[183] τίνος γὰρ ἄλλου δεῖ δίκην παρὰ πρέσβεων ἢ λόγων λαμ-
βάνειν; εἰσὶ γὰρ οἱ πρέσβεις οὐ τριήρων οὐδὲ τόπων οὐδ’
ὁπλιτῶν οὐδ’ ἀκροπόλεων κύριοι (οὐδεὶς γὰρ πρέσβεσι ταῦτ’
ἐγχειρίζει), ἀλλὰ λόγων καὶ χρόνων. τοὺς μὲν τοίνυν χρόνους
εἰ μὲν μὴ προανεῖλε τῆς πόλεως, οὐκ ἀδικεῖ, εἰ δ’ ἀνεῖλεν,
ἠδίκηκε· τοὺς δὲ λόγους εἰ μὲν ἀληθεῖς ἀπήγγελκεν ἢ
συμφέροντας, ἀποφευγέτω, εἰ δὲ καὶ ψευδεῖς καὶ μισθοῦ καὶ
ἀσυμφόρους, ἁλισκέσθω. [184] οὐδὲν γὰρ ἔσθ’ ὅ τι μεῖζον ἂν ὑμᾶς
ἀδικήσειέ τις ἢ ψευδῆ λέγων. οἷς γάρ ἐστ’ ἐν λόγοις ἡ
πολιτεία, πῶς, ἂν οὗτοι μὴ ἀληθεῖς ὦσιν, ἀσφαλῶς ἔστι
πολιτεύεσθαι; ἂν δὲ δὴ καὶ πρὸς ἃ τοῖς ἐχθροῖς συμφέρει
δῶρά τις λαμβάνων λέγῃ, πῶς οὐχὶ καὶ κινδυνεύσετε; οὐδέ
γε τοὺς χρόνους ἴσον ἔστ’ ἀδίκημ’ ὀλιγαρχίας ἢ τυράννου
παρελέσθαι καὶ ὑμῶν· [185] οὐδ’ ὀλίγου δεῖ. ἐν ἐκείναις μὲν γάρ,
οἶμαι, ταῖς πολιτείαις πάντ’ ἐξ ἐπιτάγματος ὀξέως γίγνεται·
ὑμῖν δὲ πρῶτον μὲν τὴν βουλὴν ἀκοῦσαι περὶ πάντων καὶ
προβουλεῦσαι δεῖ, καὶ τοῦθ’ ὅταν ᾖ κήρυξι καὶ πρεσβείαις
προγεγραμμένον, οὐκ ἀεί· εἶτ’ ἐκκλησίαν ποιῆσαι, καὶ ταύτην
ὅταν ἐκ τῶν νόμων καθήκῃ. εἶτα κρατῆσαι καὶ περιγενέσθαι
δεῖ τοὺς τὰ βέλτιστα λέγοντας τῶν ἢ δι’ ἄγνοιαν ἢ διὰ
μοχθηρίαν ἀντιλεγόντων. [186] ἐφ’ ἅπασι δὲ τούτοις, ἐπειδὰν
καὶ δεδογμένον ᾖ καὶ συμφέρον ἤδη φαίνηται, χρόνον δεῖ
δοθῆναι τῇ τῶν πολλῶν ἀδυναμίᾳ, ἐν ᾧ καὶ ποριοῦνται ταῦθ’
ὧν ἂν δέωνται, ὅπως τὰ δόξαντα καὶ δυνηθῶσι ποιῆσαι. ὁ δὴ
τοὺς χρόνους τούτους ἀναιρῶν τῆς οἵα παρ’ ἡμῖν ἐστι πολι-
τείας, οὐ χρόνους ἀνῄρηκεν οὗτος, οὔ, ἀλλὰ τὰ πράγμαθ’
ἁπλῶς ἀφῄρηται.

***
[182] Θα αγανακτήση δε πάρα πολύ τώρα αμέσως, διότι από όλους όσοι ομιλούν προς τον λαόν, αυτός θα τιμωρηθή μόνον. Εγώ δε, ότι μεν όλοι ευλόγως ήθελον υπέχει ευθύνην διά τους λόγους των, τους οποίους λέγουν λαμβάνοντες χρήματα, θα παραλείψω, αλλά λέγω το εξής· εάν ο Αισχίνης ως απλούς ιδιώτης εφλυάρησε κάτι και διέπραξε κάποιο σφάλμα, μη δείξετε μεγάλην αυστηρότητα, μη εξετάσετε αυτό λεπτομερώς, αλλά αθωώσετέ τον· εάν δε πρεσβευτής ων σας εξηπάτησεν επίτηδες λαβών χρήματα, μη τον αθωώσετε και να μη ανεχθήτε το επιχείρημά του, ότι δεν πρέπει να τιμωρηθή δι' όσα είπεν. [183] Διότι διά ποίον άλλο πρέπει κανείς να ζητή λόγον από τους πρεσβευτάς παρά διά τους λόγους των; Διότι οι πρεσβευταί δεν είναι κύριοι ούτε πλοίων, ούτε τόπων, ούτε οπλιτών, ούτε ακροπόλεων (διότι κανείς δεν παραδίδει αυτά εις τους πρέσβεις), αλλά είναι κύριοι του χρόνου και του λόγου. Τους μεν λοιπόν χρόνους εάν δεν αφήκε να χαθούν διά την πόλιν, δεν διαπράττει αδίκημα, εάν δε αφήκε να περάσουν ανεκμετάλλευτοι, έχει διαπράξει αδίκημα· εάν δε οι λόγοι, τους οποίους απήγγειλεν εδώ εις σας, είναι αληθείς ή συμφέροντες, να αθωωθή, εάν δε και ψευδείς και ασύμφοροι και ελέχθησαν, αντί χρημάτων, να καταδικασθή. [184] Διότι δεν υπάρχει μεγαλύτερον αδίκημα από το να σας αδικήση κανείς λέγων ψέματα· διότι εκείνοι, εις τους οποίους η πολιτεία εξαρτάται από τους λόγους, εάν οι λόγοι ούτοι είναι ψευδείς, πώς δύνανται να ζουν ασφαλώς ως πολίται; Αν δε προς τούτοις και όσα συμφέρουν εις τους εχθρούς υποστηρίζη κανείς λαμβάνων δώρα, πώς τότε δεν θα κινδυνεύσετε; Ουδέ είναι βεβαίως το ίδιον αδίκημα διά την ολιγαρχίαν ή την τυραννίαν και σας το να σας αφαιρέσουν τας καταλλήλους περιστάσεις· [185] είναι πολύ μεγάλη η διαφορά. Διότι εις εκείνας μεν τας πολιτείας νομίζω, ότι όλα γίνονται αμέσως κατόπιν μιας διαταγής· εις σας δε δι' όλας τας υποθέσεις πρώτον μεν πρέπει να διαφωτισθή η βουλή και να καταρτίση το νομοσχέδιον, και τούτο το σώμα δεν συνέρχεται εκτάκτως παρά μόνον όταν έχη να απαντήση εις αγγελιαφόρους ή πρεσβείας· πρέπει κατόπιν να συναθροισθή ο λαός και μόνον την ωρισμένην υπό του νόμου ημέραν. Έπειτα πρέπει να υπερισχύσουν και επικρατήσουν οι ρήτορες, οι συμβουλεύοντες τα άριστα, εκείνων οι οποίοι από άγνοιαν ή από μοχθηρίαν έχουν αντίθετον γνώμην. [186] Έπειτα δε από όλα αυτά, όταν ληφθή κάποια απόφασις, η οποία φαίνεται ότι είναι συμφέρουσα να εκτελεσθή, πρέπει να δοθή χρόνος εις την αδυναμίαν των πολιτών, κατά τον οποίον θα προμηθευθούν αυτά, διά των οποίων θα δυνηθούν να εκπληρώσουν τας ληφθείσας αποφάσεις. Εκείνος λοιπόν, ο οποίος καταστρέφει τας προθεσμίας ταύτας τοιαύτης πολιτείας, οποία είναι η ιδική μας, δεν καταστρέφει απλώς αυτάς, όχι, της αφαιρεί πάσαν ευκολίαν ενεργείας.