Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἰφιγένεια ἡ ἐν Αὐλίδι (1590-1629)

1590 κἀν τῷδε Κάλχας πῶς δοκεῖς χαίρων ἔφη·
Ὦ τοῦδ᾽ Ἀχαιῶν κοίρανοι κοινοῦ στρατοῦ,
ὁρᾶτε τήνδε θυσίαν, ἣν ἡ θεὸς
προύθηκε βωμίαν, ἔλαφον ὀρειδρόμον;
ταύτην μάλιστα τῆς κόρης ἀσπάζεται,
1595 ὡς μὴ μιάνῃ βωμὸν εὐγενεῖ φόνῳ.
ἡδέως τε τοῦτ᾽ ἐδέξατο, καὶ πλοῦν οὔριον
δίδωσιν ἡμῖν Ἰλίου τ᾽ ἐπιδρομάς.
πρὸς ταῦτα πᾶς τις θάρσος αἶρε ναυβάτης,
χώρει τε πρὸς ναῦν· ὡς ἡμέρᾳ τῇδε δεῖ
1600 λιπόντας ἡμᾶς Αὐλίδος κοίλους μυχοὺς
Αἴγαιον οἶδμα διαπερᾶν. ἐπεὶ δ᾽ ἅπαν
κατηνθρακώθη θῦμ᾽ ἐν Ἡφαίστου φλογί,
τὰ πρόσφορ᾽ ηὔξαθ᾽, ὡς τύχοι νόστου στρατός.
πέμπει δ᾽ Ἀγαμέμνων μ᾽ ὥστε σοι φράσαι τάδε,
1605 λέγειν θ᾽ ὁποίας ἐκ θεῶν μοίρας κυρεῖ
καὶ δόξαν ἔσχεν ἄφθιτον καθ᾽ Ἑλλάδα.
ἐγὼ παρὼν δὲ καὶ τὸ πρᾶγμ᾽ ὁρῶν λέγω·
ἡ παῖς σαφῶς σοι πρὸς θεοὺς ἀφίπτατο.
λύπης δ᾽ ἀφαίρει καὶ πόσει πάρες χόλον·
1610 ἀπροσδόκητα δὲ βροτοῖσι τὰ τῶν θεῶν,
σώζουσί θ᾽ οὓς φιλοῦσιν. ἦμαρ γὰρ τόδε
θανοῦσαν εἶδε καὶ βλέπουσαν παῖδα σήν.
ΧΟ. ὡς ἥδομαί τοι ταῦτ᾽ ἀκούσασ᾽ ἀγγέλου·
ζῶν δ᾽ ἐν θεοῖσι σὸν μένειν φράζει τέκος.

1615 ΚΛ. ὦ παῖ, θεῶν τοῦ κλέμμα γέγονας;
πῶς σε προσείπω; πῶς δ᾽ οὐ φῶ
παραμυθεῖσθαι τούσδε μάτην μύθους,
ὥς σου πένθους λυγροῦ παυσαίμαν;
ΧΟ. καὶ μὴν Ἀγαμέμνων ἄναξ στείχει,
τούσδ᾽ αὐτοὺς ἔχων σοι φράζειν μύθους.
1620 ΑΓΑ. γύναι, θυγατρὸς ἕνεκ᾽ ὄλβιοι γενοίμεθ᾽ ἄν·
ἔχει γὰρ ὄντως ἐν θεοῖς ὁμιλίαν.
χρὴ δέ σε λαβοῦσαν τόνδε μόσχον νεαγενῆ
στείχειν πρὸς οἴκους· ὡς στρατὸς πρὸς πλοῦν ὁρᾷ.
1625 καὶ χαῖρε· χρόνια γε τἀμά σοι προσφθέγματα
Τροίηθεν ἔσται. καὶ γένοιτό σοι καλῶς.

ΧΟ. χαίρων, Ἀτρείδη, γῆν ἱκοῦ Φρυγίαν,
χαίρων δ᾽ ἐπάνηκε,
1629 κάλλιστά μοι σκῦλ᾽ ἀπὸ Τροίας ἑλών.

***
1590 Και με χαρά μεγάλη λέει ο Κάλχας:
«Των Παναχαιών πολέμαρχοι, το θύμα
βλέπετε αυτό, το λάφι το βουνίσιο,
που το ᾽βαλε η θεά μπρος στο βωμό της;
Δέχεται κάλλιο αυτό παρά την κόρη,
μη μολυνθεί ο βωμός μ᾽ ανθρώπινο αίμα.
Το ᾽λαβε με χαρά και μας χαρίζει
καλό ταξίδι και εισβολή στην Τροία.
Θάρρος λοιπόν όλ᾽ οι άντρες, και τραβήξτε
για τα καράβια· σήμερα είν᾽ ανάγκη
1600 ν᾽ αφήσουμε τον κόρφο της Αυλίδας,
του Αιγαίου για να περάσουμε το κύμα.»
Κι όταν καλά μες στου Ήφαιστου τη φλόγα
κάηκε όλο το σφαχτό, για το ταξίδι
εδεήθη του στρατού, σαν που είναι η τάξη.
Εμένα ο Αγαμέμνονας με στέλνει
να τα ιστορήσω, να σου πω ποιά μοίρα
οι θεοί στην κόρη δίνουνε, ποιά δόξα,
που αμάραντη θα μείνει στην Ελλάδα.
Και λέω εκείνο που είδα: το κορίτσι
στους θεούς έχει πετάξει, δίχως άλλο.
Μη θλίβεσαι· το χόλιασμα παράτα
που για τον άντρα σου είχες· όσα κάνουν
1610 οι θεοί, αναπάντεχα είναι στους ανθρώπους,
κι εκείνους που αγαπούνε τους γλιτώνουν.
Η μέρα η σημερνή την κόρη σου είδε
και να πεθαίνει και να ζει όμως πάλι.
Ο αγγελιοφόρος φεύγει.
ΚΟΡ. Χαρά μού δίνει τούτο το μαντάτο·
η κόρη σου στα ουράνια λέει πως μένει.

ΚΛΥ. Ποιός να σ᾽ άρπαξε, κόρη μου, εσένα θεός;
Να ονομάσω σε πώς;
Αλλά πάλι μπορώ να μην πω
παρηγόριας πως κούφια είναι λόγια όλ᾽ αυτά,
το βαρύ για ν᾽ αφήσω αυτό πένθος για σε;
ΚΟΡ. Αλλά να, ο Αγαμέμνονας έρχετ᾽ εδώ ο βασιλιάς,
1620 που μπορεί να σου πει τί έχει γίνει.

ΑΓΑ. Η κόρη μας, γυναίκα μου, μας κάνει
καλότυχους, γιατί στων θεών τους κύκλους,
αλήθεια, μπήκε. Εσύ να πάρεις πρέπει
το τρυφερό μας βρέφος και στο σπίτι
πάλι να πας· γιατί ο στρατός το νου του
τον έχει στο ταξίδι. Τώρα χαίρε·
θα περάσει καιρός, ώσπου απ᾽ την Τροία
πίσω να ᾽ρθω, για να σου πω άλλο χαίρε.
Και σου εύχομαι καλά να ᾽ρθει για σένα.

ΚΟΡ. Γιε του Ατρέα, στη Φρυγία με χαρά και να πας
και ξανά με χαρά να γυρίσεις, αφού
πάρεις λάφυρα πλούσια απ᾽ την Τροία.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΣΤΑ ΝΕΟΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ: Κλασικισμός (18ος-19ος αιώνας)

12.3. Αρχαιοφιλία - Ελληνομανία

Η μεγάλη Γαλλική Επανάσταση του 1789 με τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου-Πολίτη αποτελεί την κορύφωση του Διαφωτισμού και είναι μια από τις πολλές επαναστάσεις που συγκλονίζουν τον κόσμο στην Ευρώπη και την Αμερική. Η αλλαγή που φέρνει γίνεται αισθητή στις βασικές έννοιες που εκφράζουν το πνεύμα της εποχής: social, society, ("κοινωνικός", "κοινωνία") κτλ.

Καθώς ισχυροποιείται η μεσαία τάξη, τον 18ο αιώνα δημιουργούνται οι εθνικές συνειδήσεις. Ο ρομαντισμός είναι μια νέα στάση, μια νέα νοοτροπία. Sturm und Drang εναντίον της λογικής. Επισημαίνει τις εθνικές ιδιοτυπίες, ενδιαφέρεται για πρωτόγονους, εξωτικούς λαούς. Το λαογραφικό ενδιαφέρον οδηγεί στην αναζήτηση, στον προσ­διορισμό της εθνικής ταυτότητας. Καθιερώνονται οι εθνικοί ύμνοι, οι εθνικές σημαίες, οι όροι nation, patrie, patriote ("έθνος", "πατρίδα", "φιλόπατρις").

Σε αυτό το κλίμα δεν είναι τυχαίο ότι αυξάνεται θεαματικά το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων για την Ελλάδα. Το gout grec "ελληνικό γούστο" κυριαρχεί παντού. Πορσελάνες (Sevres, Meissen, Tournai κτλ.), έπιπλα, άμαξες, ρολόγια, μικροαντικείμενα έχουν αναφορές στην τέχνη της Αρχαιότητας. Η όπερα ανοίγει σε θέματα της αρχαίας τραγωδίας, ο Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ ανεβάζει το 1767 την Άλκηστη, που θα επηρεάσει τον νεαρό Μότσαρτ όταν την ακούει στο Παρίσι και τον οδηγεί να γράψει το 1781 την πιο αρχαιοπρεπή του όπερα, Idomeneo, Re di Creta (Ιδομενεύς, βασιλιάς της Κρήτης). Τον 18ο αιώνα παίχθηκαν πάνω από 20 Αντιγόνες, πολλοί Οιδίποδες, Ηλέκτρες κ.ά. από συνθέτες που σήμερα ξεχάστηκαν. Το θέαμα όμως, τα σκηνικά και η μουσική έχουν πάντα μεγάλη επίδραση στη διαμόρφωση του γούστου του ευρύτερου κοινού.

Στα μέσα του 18ου αιώνα, εκτός από τις αρχαιότητες, οι περιηγητές ανακαλύπτουν για πρώτη φορά τον ελληνικό λαό, μελετούν την εθνική του παράδοση, καταγράφουν τα ήθη και έθιμα και γίνονται έτσι οι πρόδρομοι του φιλελληνισμού. Από την επανάσταση του Μωριά εμπνέεται ο Γερμανός ποιητής Χέλντερλιν το μυθιστόρημα Υπερίων και σε ολόκληρη την Ευρώπη παρατηρείται μια έξαρση μυθιστορημάτων με αρχαιοελληνικά θέματα και αναφορές στη σύγχρονη πραγματικότητα. Το πιο δημοφιλές ήταν αυτό του Αμπέ Μπαρτελεμί, Voyage du jeune Anacharsis en Grèce (1788), που έκανε 40 εκδόσεις, μεταφράστηκε επίσης στην ελληνική και προκάλεσε την έκδοση της περίφημης χάρτας του Ρήγα.

Οι δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα είναι η χρυσή εποχή του περιηγητισμού στην Ελλάδα. Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Γερμανοί κ.ά., τους οποίους οι Έλληνες αποκαλούσαν αδιακρίτως «μιλόρδους», ταξιδεύουν στον ελληνικό χώρο για διάφορους λόγους: από αρχαιοφιλία, για να λάβουν μέρος σε ανασκαφές, για κέρδος, λόγω συμφερόντων και για άλλους λόγους. Το grand tour (βλ. μια πρώιμη μορφή τουρισμού) εξακολουθεί να είναι της μόδας, μόνο που από την Ιταλία μεταφέρεται στην Ελλάδα και στην ανατολική Μεσόγειο, όπου προστίθεται η γοητεία του εξωτικού στοιχείου. Ο ελληνισμός αγγίζει τους ελληνολάτρες στο κίνημα του κλασικισμού. Αλλά αγγίζει και τους ρομαντικούς, ως Ανατολή και ως έθνος που αναζητά την ελευθερία του. Ο φιλελληνισμός, η υποστήριξη του αγώνα των Νεοελλήνων, είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές εκφάνσεις του ρομαντισμού. Σατομπριάν, Βύρων, Λαμαρτίν, Ροσίνι (Η Πολιορκία της Κορίνθου) θαυμάζουν την αρχαία και γίνονται υποστηρικτές της νέας Ελλάδας.

Στις αρχές του αιώνα ο Έλγιν μεταφέρει στο Λονδίνο τα παρθενώνεια γλυπτά, τα οποία θα ασκήσουν σημαντική επίδραση στην ευρωπαϊκή γλυπτική. Την εποχή αυτή όλοι οι λόγιοι φεύγουν από την Ελλάδα κουβαλώντας μαζί τους αρχαιολογικές συλλογές. Ο κόμης Marcellus (ακόλουθος στην Κωνσταντινούπολη το 1816) μεταφέρει το 1820 την Αφροδίτη της Μήλου στη Γαλλία. Το σπίτι του Γάλλου πρόξενου Φοβέλ στην Αθήνα είναι ένα πραγματικό αρχαιολογικό μουσείο.

Ο 19ος αιώνας είναι ο αιώνας της αρχαιολογίας, των ανασκαφών, της συνειδητοποίησης της έννοιας της «πολιτιστικής κληρονομιάς». Ξένες αποστολές κάνουν ανασκαφές στην Ελλάδα (Αίγινα, Ολυμπία, Βάσσες κ.α.). Το 1811 στις ανασκαφές της Αίγινας συμμετέχει ο Δανός γλύπτης Μπέρτελ Τόρβαλντσεν (1770-1844), ο οποίος εντυπωσιάζεται και αναλαμβάνει να συμπληρώσει το πρώτο μεγάλο γνωστό ως τότε σύνολο αρχαϊκής πλαστικής, τα γλυπτά από τα αετώματα του ναού της Αφαίας Αθηνάς, που σήμερα εκτίθενται στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου.

Η Ελληνική Αρχαιότητα: II ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ 3. Από τους Περσικούς Πολέμους στον Πελοποννησιακό

3.2. Πολλά δεινά άρχισαν και για τους Έλληνες και για τους βαρβάρους

Για να εξασφαλίσει τη νίκη του, ο Αρταφέρνης πήρε δύο πρωτοβουλίες. Πρώτον, υποχρέωσε τις ιωνικές πόλεις να συνάψουν συνθήκες μεταξύ τους, να λύνουν τις διαφορές τους με διαιτησία και να μη βλάπτουν η μία την άλλη. Δεύτερον, καθόρισε με σαφήνεια τους φόρους που έπρεπε να πληρώνει καθεμία, σε επίπεδα που δεν ήταν υψηλότερα από τα παλαιότερα. Έτσι, κάτω από τον περσικό ζυγό, οι Ίωνες ενώθηκαν με έναν τρόπο που δεν είχαν έως τότε πετύχει μόνοι τους. Σύντομα ο Πέρσης στρατηγός Μαρδόνιος, γαμπρός του Δαρείου, προχώρησε σε ριζοσπαστικότερες αλλαγές. Όπως ισχυρίζεται ο Ηρόδοτος, έπαυσε όλους τους διορισμένους από την Περσία τυράννους και κατέστησε τις ιωνικές πόλεις «δημοκρατίες» - ό,τι και αν μπορούσε να σημαίνει αυτός ο όρος σε συνθήκες ξένης κατοχής. Η πρόσφατη εμπειρία είχε δείξει ότι οι τύραννοι δεν αποτελούσαν εγγύηση για τα περσικά συμφέροντα. Ο Μαρδόνιος θα σκέφτηκε ότι, μονοιασμένοι και λαμβάνοντας τις αποφάσεις τους δημοκρατικά, οι Ίωνες είχαν κάθε λόγο να φροντίσουν για το συμφέρον τους και να δεχτούν την κυριαρχία των Περσών. Και αυτοί από την πλευρά τους ανέλαβαν να πληρώνουν τους φόρους τους και να συστρατεύονται με τους Πέρσες - ακόμη και όταν στρέφονταν εναντίον άλλων Ελλήνων.

Ο Δαρείος ήταν πλέον έτοιμος να συνεχίσει την επέκταση της αυτοκρατορίας του. Η συμμετοχή της Αθήνας και της Ερέτριας στην εξέγερση των Ιώνων τού υπέδειξε την κατεύθυνση προς την οποία έπρεπε να κινηθεί. Εάν πετύχαινε να τις υποτάξει, μοναδικό εμπόδιο θα απέμενε η Σπάρτη και η Πελοποννησιακή της Συμμαχία. Για τις επιχειρήσεις του διέθετε άλλωστε καλούς συμβούλους, εφόσον δεχόταν με μεγάλη προθυμία στην αυλή του Έλληνες ηγέτες που ζητούσαν την προστασία του. Ήδη στο περιβάλλον του βρίσκονταν ο έκπτωτος τύραννος της Αθήνας Ιππίας και ο έκπτωτος βασιλιάς της Σπάρτης Δημάρατος.

Για να ξεσηκώσει τους Ίωνες εναντίον των Περσών, ο Αρισταγόρας είχε θεωρήσει ότι μόνο μια επιχείρηση με ευρύτερη ελληνική συμμετοχή είχε ελπίδες επιτυχίας. Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες ελληνικές πόλεις είχαν ήδη είτε υποταχθεί στους Πέρσες είτε συνθηκολογήσει μαζί τους. Και από αυτές που παρέμεναν ανεξάρτητες, οι σημαντικότερες δεν είχαν πολλά περιθώρια να δράσουν, διότι ανταγωνίζονταν η μία την άλλη.

Η Σπάρτη βρισκόταν από καιρό σε θανάσιμη αναμέτρηση με το Άργος, το οποίο κατάφερε να κατατροπώσει μόλις το 494. Στην αναμέτρηση εκείνη σκοτώθηκαν περίπου 6.000 Αργείοι. (Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ίσως σφαγή οπλιτών σε καθαρά ενδοελληνικό πόλεμο.) Η Αθήνα πάλι, που συμφώνησε να στείλει μια σχετικά μικρή δύναμη για να ενισχύσει τους Ίωνες, εγκατέλειψε τον αγώνα επειδή απειλήθηκε από την Αίγινα. Το 491 οι δύο πόλεις βρίσκονταν πλέον σε πόλεμο μεταξύ τους. Η Αθήνα είχε και άλλους εχθρούς. Αρκετά χρόνια νωρίτερα είχε συνδράμει με επιτυχία τη μικρή πόλη των Πλαταιών, που δεν επιθυμούσε να ενταχθεί στη μεγάλη βοιωτική συμμαχία των Θηβαίων. Η ενέργεια αυτή κατέστησε τη Θήβα φανατικό εχθρό της Αθήνας και σύμμαχο της Αίγινας. Η κατάσταση στον ελληνικό κόσμο ήταν μάλιστα ακόμη πιο περίπλοκη, καθώς όλες οι μεγάλες πόλεις είχαν επίσης ανοιχτά εσωτερικά μέτωπα.

Στη Σπάρτη καραδοκούσαν οι είλωτες της Μεσσηνίας, έτοιμοι να εξεγερθούν σχεδόν σε κάθε ευκαιρία. Οι δύο βασιλείς, που αντιδικούσαν με τους εφόρους γύρω από την εξωτερική πολιτική της πόλης, δεν ήταν καν σύμφωνοι μεταξύ τους. Ο Κλεομένης συγκρούστηκε επανειλημμένα με τον Δημάρατο και κατάφερε να τον ανατρέψει, οδηγώντας τον στην αυτοεξορία.

Στο Άργος επικρατούσε κοινωνική αναταραχή. Πολλοί κάτοικοι δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα και ονομάζονταν περίοικοι ή, δυσφημιστικότερα, δοῦλοι. Η στάση που κράτησαν στη σύγκρουση με τη Σπάρτη δεν είναι σαφής, αλλά ορισμένοι ενδέχεται να συνεργάστηκαν με τον εχθρό. Μετά την ήττα και την απώλεια μεγάλου μέρους του στρατού, ορισμένοι από αυτούς έγιναν αναγκαστικά δεκτοί στο σώμα των πολιτών και τη διακυβέρνηση της πόλης, αλλά η σύγκρουση δεν καταλάγιασε.

Στην Αθήνα οι φίλοι του Ιππία και των τυράννων ενεργούσαν πλέον μέσα από τους νεοσύστατους θεσμούς της δημοκρατίας, ακολουθώντας μια πολιτική ανοχής ή φιλίας προς την Περσία. Αλλά και οι εχθροί της Περσίας δεν ήταν όλοι σύμφωνοι για τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο. Ο Θεμιστοκλής είχε την άποψη ότι το μέλλον της πόλης βρισκόταν στη θάλασσα - προφανώς για να μπορεί να αντιπαρατεθεί στην Αίγινα. Αυτό θα σήμαινε ότι, εκτός από ισχυρό ναυτικό και κατάλληλο λιμάνι, η πόλη έπρεπε να στηρίζεται όλο και περισσότερο στους φτωχότερους πολίτες, κυρίως στους θήτες, που κωπηλατούσαν τα πολεμικά πλοία. Άλλοι πολιτικοί εξακολουθούσαν να έχουν σχεδόν αποκλειστικά εμπιστοσύνη στους βαριά οπλισμένους αγρότες, τους ζευγίτες.

Στην Αίγινα διεξαγόταν ένας οξύς κοινωνικός αγώνας. Οι πλούσιοι αντιστέκονταν με επιτυχία στις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες των δημοκρατικών. Ανταγωνίζονταν σκληρά την Αθήνα και στηρίζονταν στη Σπάρτη. Όταν όμως ο φόβος τους και η εχθρότητα προς την Αθήνα τούς οδήγησε να αποδεχθούν την υποταγή στην Περσία, βρήκαν αντιμέτωπους και τους Σπαρτιάτες. Οι δημοκρατικοί αναθάρρησαν και ζήτησαν τη βοήθεια των Αθηναίων. Όμως, η εξέγερση απέτυχε, και 700 δημοκρατικοί εκτελέστηκαν.

Η Ερέτρια ήταν επίσης διχασμένη. Τον έλεγχο είχε η μερίδα που ακολουθούσε σταθερά αντιπερσική πολιτική, και έτσι η πόλη έσπευσε να συνδράμει, όσο μπορούσε, τους Ίωνες, και μάλιστα τους Μιλήσιους, με τους οποίους διατηρούσε δεσμούς φιλίας. Η αντίπαλη μερίδα, πάλι, λογάριαζε ότι μπορούσε να ωφεληθεί από τους Πέρσες και σχεδίαζε να τους παραδώσει την πόλη την κρίσιμη στιγμή. Εσωτερικά προβλήματα που επηρέαζαν την εξωτερική τους πολιτική είχαν και πολλές άλλες πόλεις.

Αιφνιδιασμένοι και απροετοίμαστοι, οι Πέρσες είχαν χρειαστεί έξι ολόκληρα χρόνια για να καταστείλουν την εξέγερση των Ιώνων. Αλλά δεν σκόπευαν να επαναλάβουν τα ίδια λάθη. Γνώριζαν πλέον καλά τις αντιθέσεις του ελληνικού κόσμου και ήταν αποφασισμένοι να τις εκμεταλλευτούν. Άρχισαν λοιπόν να ζητούν με απεσταλμένους υποταγή και συνεργασία. Οι περισσότερες απαντήσεις που λάμβαναν ήταν θετικές. Για τις λίγες αρνητικές αντιδράσεις χρειάζονταν άλλου είδους ενέργειες.

Το 492 οι Πέρσες ετοιμάστηκαν για μια μεγάλη επιχείρηση. Αρχηγός του πολυπληθούς στρατού και του στόλου ανέλαβε ο Μαρδόνιος. Ο στόλος όμως, καθώς περιέπλεε τον Άθω, έπεσε σε τρικυμία και έπαθε απροσδόκητη καταστροφή, ενώ ο στρατός δέχτηκε αιφνιδιαστική επίθεση από θρακικά φύλα. Ο ίδιος ο Μαρδόνιος τραυματίστηκε σοβαρά, και έτσι η εκστρατεία ματαιώθηκε. Έπρεπε να γίνουν νέες προετοιμασίες προκειμένου να συγκεντρωθεί νέο αξιόμαχο στράτευμα.

Το 490 οι Πέρσες αποφάσισαν να διασχίσουν το Αιγαίο με ισχυρές δυνάμεις και να επιτεθούν εναντίον της Ερέτριας και της Αθήνας. Σε ειδικά καράβια επιβίβασαν πολλά πολεμικά άλογα. Νέοι αρχηγοί του στρατού και του στόλου ανέλαβαν ο Μήδος Δάτις και ο Αρταφέρνης, γιος του ομώνυμου σατράπη των Σάρδεων και ανεψιός του Δαρείου. Σύμβουλος στην επιχείρηση ήταν ο Ιππίας, που ήλπιζε ότι θα του δινόταν και πάλι η εξουσία στην Αθήνα. Στη διαδρομή κατέλαβαν τη Νάξο (που είχε αντισταθεί με επιτυχία εννέα χρόνια νωρίτερα), έκαψαν τους ναούς της και αιχμαλώτισαν όσους κατοίκους συνέλαβαν. Σεβάστηκαν όμως και τίμησαν το ιερό νησί της Δήλου, θέλοντας ασφαλώς να δείξουν ότι δεν εχθρεύονταν τους θεούς των Ελλήνων. Η Δήλος, όπου σύμφωνα με τον μύθο είχαν γεννηθεί ο Απόλλων και η Άρτεμη, ήταν πανελλήνιο κέντρο λατρείας και ιερός τόπος όλων των Ιώνων ήδη από τον 8ο αιώνα. Η περιστολή των Περσών είχε αναμφίβολα συμβολική σημασία.

Η Ερέτρια υπέκυψε εύκολα ύστερα από σύντομη πολιορκία και προδοτικές ενέργειες πολιτών της. Οι Πέρσες σύλησαν τους ναούς, για να εκδικηθούν την καταστροφή των δικών τους ναών, και υποδούλωσαν τους κατοίκους. (Πεντακόσια χρόνια αργότερα οι απόγονοί τους κατοικούσαν ακόμη, καθώς λεγόταν, κοντά στη Βαβυλώνα, εκεί όπου τους είχε εγκαταστήσει ο Δαρείος.) Σειρά είχε πλέον η Αθήνα.

Ο πολυάριθμος στρατός και το ιππικό αποβιβάστηκαν στον Μαραθώνα. Η ιδέα ήταν του Ιππία, που θυμήθηκε, καθώς φαίνεται, ότι από μια μάχη στον Μαραθώνα, στην οποία είχε πάρει μέρος και ο ίδιος, κρίθηκε η οριστική επικράτηση του πατέρα του στην τυραννία. Ο Μαραθώνας ήταν επίσης άριστη τοποθεσία για την ανάπτυξη του ιππικού. Οι Αθηναίοι έσπευσαν να παραταχθούν απέναντι από τους Πέρσες σε ένα ύψωμα. Όπως υπολόγισαν, είχαν να αντιμετωπίσουν δυνάμεις από 46 διαφορετικά έθνη.

Η αθηναϊκή δύναμη περιλάμβανε 10.000 οπλίτες. Οι Σπαρτιάτες, που είχαν ειδοποιηθεί, δεν έφτασαν εγκαίρως, διότι από θρησκευτική πρόληψη ανέμεναν την πανσέληνο πριν ξεκινήσουν. Ως μοναδική ενίσχυση κατέφθασαν μόνο οι Πλαταιείς με όλες τις δυνάμεις τους (πανδημεί), για να ανταποδώσουν στους Αθηναίους τη βοήθεια που είχαν λάβει στο παρελθόν. Είχαν συγκεντρώσει 1.000 άνδρες.

Αρχηγοί του αθηναϊκού στρατού ήταν ο Καλλίμαχος, που εκείνη τη χρονιά κατείχε το αξίωμα του πολέμαρχου, και δέκα στρατηγοί. Από αυτούς ξεχώριζε ο Μιλτιάδης, που γνώριζε καλά τους Πέρσες, εφόσον είχε διατελέσει τύραννος στη θρακική Χερσόνησο. Οι απόψεις των στρατηγών ήταν μοιρασμένες, αλλά ο Καλλίμαχος συντάχθηκε με τον Μιλτιάδη, και έτσι αποφασίστηκε να επιτεθούν πρώτοι οι Αθηναίοι εναντίον του εχθρού. Όπως πληροφορεί ο βυζαντινός λεξικογράφος της Σούδας, που συμπληρώνει στο σημείο αυτό μια σημαντική παράλειψη του Ηροδότου, ο Δάτις είχε ξαναφορτώσει κρυφά το ιππικό στα πλοία. Προφανώς, ο σκοπός του ήταν να κρατήσει με το πεζικό καθηλωμένους τους Αθηναίους οπλίτες στον Μαραθώνα και να επιτεθεί με το ιππικό στην αφύλακτη πόλη, περιπλέοντας το Σούνιο. Ωστόσο, οι Ίωνες, που συμμετείχαν στον περσικό στρατό, έδωσαν τη σημαντική αυτή πληροφορία στους Αθηναίους, και ο Μιλτιάδης έσπευσε να την εκμεταλλευτεί. Η επίθεση έπρεπε να γίνει γρήγορα, τη στιγμή που έλειπε το ιππικό και πριν οι περσικές δυνάμεις φτάσουν στο Φάληρο.

Μόλις έλαβαν την εντολή, οι Αθηναίοι οπλίτες όρμησαν τρέχοντας εναντίον των εισβολέων. Αυτό ήταν κάτι παρακινδυνευμένο, που γινόταν για πρώτη φορά. Ο οπλισμός των Ελλήνων ήταν βαρύς και το τρέξιμο τον έκανε ασφαλώς επαχθέστερο. Το πιο παράτολμο ήταν ωστόσο ότι η αθηναϊκή φάλαγγα, για να εξασφαλίσει το ίδιο εύρος με τις περσικές γραμμές, είχε μικρότερο βάθος στο κέντρο. Ένα ρήγμα στη φάλαγγα μπορούσε να αποβεί μοιραίο. Η νίκη όμως για τους Αθηναίους ήταν θριαμβευτική. Πολεμώντας χωρίς ιππικό και χωρίς τη συνοχή της φάλαγγας των οπλιτών, οι Πέρσες εγκλωβίστηκαν στο κέντρο του μετώπου και βρέθηκαν περικυκλωμένοι από τους Αθηναίους, που κατάφεραν να ανασυνταχθούν στα νώτα τους.

Οι Πέρσες επιβιβάστηκαν στα πλοία με βαριές απώλειες, κάνοντας μιαν ακόμη προσπάθεια να φτάσουν στο Φάληρο πριν από τους Αθηναίους οπλίτες. (Το ιππικό θα πρέπει να βρισκόταν εν πλω.) Αλλά διαψεύστηκαν, διότι οι Αθηναίοι οπλίτες πρόλαβαν και επέστρεψαν εγκαίρως πεζή. Ηττημένοι, αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Ασία. Είχαν αφήσει στο πεδίο της μάχης, καθώς λεγόταν, περίπου 6.300 νεκρούς, ενώ οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς μόνο 192.

Στον Μαραθώνα δεν κρίθηκε αποκλειστικά η ελευθερία των Αθηναίων αλλά και η δημοκρατία τους. Από τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη είχαν περάσει μόλις δεκαεπτά χρόνια. Οι νέοι θεσμοί λειτουργούσαν κανονικά, αλλά δεν είχαν δοκιμαστεί σε συνθήκες σκληρής πολεμικής αναμέτρησης. Κανένας δεν γνώριζε εκείνη την εποχή εάν ένας στρατός μπορούσε να διοικηθεί αποτελεσματικά με δημοκρατικές διαδικασίες. Η απάντηση δόθηκε για πρώτη φορά.

Τον αθηναϊκό στρατό διοικούσαν εκλεγμένοι άρχοντες: ο πολέμαρχος και οι στρατηγοί, με ετήσια θητεία και υποχρέωση να λογοδοτούν δημοσίως για τις πράξεις και τις παραλείψεις τους. Την απόφαση να παραταχθεί το αθηναϊκό στράτευμα στον Μαραθώνα την έλαβε η ίδια η Εκκλησία του Δήμου. Παρά την πίεση των γεγονότων, συνήλθε για να συζητήσει και να εγκρίνει σχετικό ψήφισμα που υπέβαλε ο Μιλτιάδης. Στο πεδίο της μάχης, πάλι, οι εκλεγμένοι στρατηγοί όφειλαν να ενεργούν ύστερα από συζήτηση και ψηφοφορία. Η κρίσιμη απόφαση πάρθηκε με μία ψήφο διαφορά. Έτσι, καθώς οι Αθηναίοι κατατρόπωναν τους Πέρσες, διαβεβαίωναν τους πάντες αλλά κυρίως τον εαυτό τους ότι η δημοκρατία ήταν ένα καλό πολίτευμα - ακόμη και στον πόλεμο.

Οι Πέρσες ήταν υποχρεωμένοι να επανέλθουν. Για την έκταση και τη δύναμη της αυτοκρατορίας τους μια μάχη όπως αυτή στον Μαραθώνα δεν ήταν κάτι άξιο λόγου. Είχε τρωθεί όμως το γόητρό τους, και αυτό δεν ήταν κάτι που μπορούσαν να ανεχθούν. Άρχισαν λοιπόν να προετοιμάζονται για μια νέα επιχείρηση, που θα είχε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα από κάθε προηγούμενη.

Για τρία χρόνια ολόκληρη η Ασία αναστατώθηκε από τη στρατολόγηση ανδρών. Τον τέταρτο, όταν πλέον οι προετοιμασίες πλησίαζαν στο τέλος τους, οι Αιγύπτιοι αποσκίρτησαν από την αυτοκρατορία και οι Βαβυλώνιοι εξεγέρθηκαν. Ο Μαραθώνας, όπως φαίνεται, είχε δείξει ότι οι Πέρσες δεν ήταν ανίκητοι. Μαζί με το γόητρο των Περσών έπρεπε να αποκατασταθεί η ακεραιότητα και η συνοχή της αυτοκρατορίας. Ο Δαρείος σχεδίασε πρώτα να καταπνίξει την εξέγερση και μετά να βαδίσει εναντίον των Ελλήνων. Αλλά τον επόμενο χρόνο πέθανε, ύστερα από τριάντα έξι χρόνια στην εξουσία. Την ολοκλήρωση των σχεδίων του ανέλαβε ο γιος του Ξέρξης (486-465).

Το 484 ο Ξέρξης υπέταξε την Αίγυπτο, που είχε για δύο περίπου χρόνια ανακτήσει την ανεξαρτησία της. Αμέσως μετά εισήλθε στη Βαβυλώνα. Ανάμεσα σε πολλά άλλα αφαίρεσε από τον ναό ένα ολόχρυσο λατρευτικό άγαλμα και σκότωσε τον ιερέα που του αντιστάθηκε. Μετά άρχισε πάλι τις ετοιμασίες εναντίον των Ελλήνων. Γνώριζε ότι αποτελούσαν το μόνο άξιο λόγου εμπόδιο στην πορεία του προς τη Δύση. Φαντάστηκε έτσι την περσική γη να αποκτά για σύνορα τον «αιθέρα του Δία».

Το 480, έχοντας οργανώσει τη μεγαλύτερη ίσως στρατιωτική επιχείρηση που γνώρισε ο αρχαίος κόσμος έως την εποχή του, γεφύρωσε τον Ελλήσποντο, άνοιξε διώρυγα στον Άθω, για να περάσουν χωρίς κίνδυνο τα καράβια του, και άρχισε να κατευθύνεται αργά προς την Αθήνα. Στον στρατό του συμμετείχαν άνδρες από τη μακρινή Ινδία έως τα ιωνικά παράλια. Ο Ηρόδοτος απαριθμεί 61 έθνη και 17 διαφορετικούς τύπους οπλισμού. Μεταφέροντας τις εκτιμήσεις της εποχής και προβαίνοντας σε δικούς του υπολογισμούς, ισχυρίστηκε ότι ο στρατός του Ξέρξη είχε 2.641.610 πολεμιστές (από τους οποίους βεβαίως αρκετοί ήταν Έλληνες) και περίπου άλλους τόσους υπηρέτες. Κοντά σε αυτούς πορεύονταν γυναίκες που ζύμωναν το ψωμί, παλλακίδες και ευνούχοι. Τα καράβια των Περσών τα ανεβάζει σε 1.207. Οι αριθμοί αυτοί είναι πέρα από κάθε λογική ή φαντασία, αλλά δείχνουν την εντύπωση (και τον τρόμο) που προκάλεσε ο στρατός στο πέρασμά του.

Οι περισσότεροι Έλληνες, όσοι δεν είχαν ήδη υποταχθεί, έσπευσαν να αποδεχθούν την κυριαρχία των Περσών - άλλοι από φόβο, άλλοι από υπολογισμό και κάποιοι από πεποίθηση. Πρώτοι και καλύτεροι ανάμεσά τους οι Αλευάδες, οι τοπικοί άρχοντες της Θεσσαλίας. Ήδη από καιρό προσκαλούσαν τους Πέρσες και τους υπόσχονταν κάθε δυνατή βοήθεια. Το ίδιο έκαναν και άλλοι.

Οι Έλληνες που αποφάσισαν να αντισταθούν στους Πέρσες πήραν δύο πολύ σημαντικές αποφάσεις. Πρώτον, να σταματήσουν τις έχθρες και τους πολέμους μεταξύ τους και, δεύτερον, να ζητήσουν τη συνεργασία ισχυρών πόλεων που, χωρίς να έχουν υποταχθεί στους Πέρσες, δεν συμμετείχαν έως εκείνη τη στιγμή στις προετοιμασίες. Έστειλαν για τον σκοπό αυτό αντιπροσωπείες στο Άργος, τη Σικελία, την Κέρκυρα και την Κρήτη. Ο πρώτος στόχος επιτεύχθηκε, αλλά ο δεύτερος όχι. Για διάφορους λόγους οι απαντήσεις που έλαβαν από ισχυρές ελληνικές πόλεις ήταν αρνητικές. Έτσι, οι Σπαρτιάτες, οι Αθηναίοι και όσοι συμμάχησαν μαζί τους υποχρεώθηκαν να ενεργήσουν μόνοι.

Οι Αθηναίοι συσκέφθηκαν και συναποφάσισαν με τους δημοκρατικούς τρόπους που είχαν καθιερώσει. Όπως συνηθιζόταν, ξεκίνησαν τις προετοιμασίες ζητώντας χρησμό από το μαντείο των Δελφών. Ύστερα συνήλθαν για να εκτιμήσουν την απάντηση και να πάρουν τις αποφάσεις τους. Στη συζήτηση που έγινε στην Εκκλησία του Δήμου διαφώνησαν μεταξύ τους, όπως ήταν φυσικό σε μια δημοκρατία. Άλλοι εκτιμούσαν ότι έπρεπε να οχυρωθούν στην Ακρόπολη και άλλοι στα καράβια τους. Το μόνο βέβαιο ήταν ότι θα αντιστέκονταν στους Πέρσες με όλες τους τις δυνάμεις. Εάν ήταν αναγκαίο θα έκαναν όποια υποχώρηση χρειαζόταν για να συνεργαστούν με τους συμμάχους τους. Στη συζήτηση παρενέβη ο Θεμιστοκλής, που στο πρόσφατο παρελθόν είχε πείσει τους Αθηναίους να κατασκευάσουν ισχυρό στόλο, και τους έπεισε ξανά να ρίξουν το βάρος στη θάλασσα.

Ένας ελληνικός στρατός 6.000 ή 7.000 ανδρών από διάφορες πόλεις, με αρχηγό τον βασιλιά της Σπάρτης Λεωνίδα (490-480), αδελφό του Κλεομένη, αντιμετώπισε τους εισβολείς στις Θερμοπύλες. Ταυτοχρόνως, ένας στόλος 270 πολεμικών πλοίων, με αρχηγό τον Σπαρτιάτη στρατηγό Ευρυβιάδη, συγκεντρώθηκε στο Αρτεμίσιο. Ακόμη και για τα ελληνικά δεδομένα, οι δυνάμεις αυτές ήταν πολύ μικρές. Στόχο τους δεν είχαν τη νίκη αλλά μάλλον την καθυστέρηση των Περσών, ώστε να γίνουν οι κατάλληλες προετοιμασίες. Ενώ ο στρατός του Ξέρξη παρέμενε καθηλωμένος για λίγες μέρες στις Θερμοπύλες, το ελληνικό ναυτικό αναζητούσε ευκαιρίες για να επιφέρει πλήγματα στα περσικά καράβια. Στις πρώτες θαλάσσιες αναμετρήσεις με τους Πέρσες οι Έλληνες σημείωσαν κάποιες επιτυχίες, αλλά τίποτε δεν είχε κριθεί.

Όταν έγινε φανερό ότι οι Έλληνες δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν άλλο τον περσικό στρατό, ο Λεωνίδας κράτησε στο πεδίο της μάχης 300 Σπαρτιάτες, 700 Θεσπιείς και 300 Θηβαίους, που δεν είχαν συνταχθεί με τη φιλοπερσική τους ηγεσία. Στο πεδίο της μάχης παρέμειναν επίσης οι πολυάριθμοι είλωτες που συνόδευαν τους Σπαρτιάτες στη μάχη. Σύμφωνα με μια εκδοχή, ο Λεωνίδας σχεδίασε μια νυχτερινή επίθεση για να σκοτώσει τον Ξέρξη, που αν πετύχαινε θα έδινε ίσως τέλος στην αναμέτρηση. Αλλά παρά τις επιτυχίες των Σπαρτιατών, το σχέδιο απέτυχε, και έτσι, πολεμώντας όλοι τους έως τον τελευταίο (για την ακρίβεια, τον διακοσιοστό ενενηκοστό όγδοο, αφού δύο σώθηκαν), έδωσαν τη δυνατότητα στον υπόλοιπο στρατό να υποχωρήσει συντεταγμένα, χωρίς να κινδυνεύει από το περσικό ιππικό. Η ήττα τους πάντως αποδόθηκε και σε προδοσία, που επέτρεψε στους Πέρσες να επιτεθούν στους Έλληνες από τα νώτα και να εκμεταλλευτούν τη βασική αδυναμία της φάλαγγας των οπλιτών. Οι 300 Λακεδαιμόνιοι ήταν όλοι ήδη πατέρες. Οι άτεκνοι υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν στη Σπάρτη, για να αποκτήσουν απογόνους. Ο θάνατός τους θα ήταν υπερβολικά σκληρό πλήγμα, αν δεν υπήρχαν παιδιά για να διατηρούν ζωντανή την ένδοξη μνήμη της θυσίας τους. Η ήττα του Λεωνίδα υποχρέωσε επίσης το ναυτικό να εγκαταλείψει τη θέση του.

Η πρώτη αυτή μάχη μεταξύ Ελλήνων και Περσών στην εκστρατεία του Ξέρξη δεν είχε μεγάλη στρατηγική σημασία. Είχε όμως μεγάλη επίπτωση στο ηθικό των δύο πλευρών. Η ελληνική πλευρά βίωσε εκείνη την εποχή την ήττα ως τραυματικό γεγονός, ενώ η περσική αναθάρρησε. Ύστερα από κατάλληλες σκηνοθετικές προετοιμασίες, ο Ξέρξης έδωσε άδεια στους στρατιώτες του να επιθεωρήσουν το πεδίο της μάχης και να δουν από κοντά τους νεκρούς Σπαρτιάτες. Η μαζική προσέλευση βεβαιώνει ότι ο περσικός στρατός, παρά τον όγκο του, αισθανόταν ένα δέος έναντι των Ελλήνων πολεμιστών. Πεντακόσια χρόνια αργότερα οι ντόπιοι επιδείκνυαν στους επισκέπτες το μνημείο του Λεωνίδα και το ακριβές σημείο όπου είχαν αναμετρηθεί οι δύο στρατοί.

Στο μεταξύ, καθώς τελείωνε η μάχη των Θερμοπυλών, οι Έλληνες, όπως κάθε τέσσερα χρόνια, γιόρταζαν τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Ο ελληνικός στόλος που έφυγε από το Αρτεμίσιο συγκεντρώθηκε στη Σαλαμίνα. Τον αποτελούσαν 380 πλοία, από τα οποία τα μισά τουλάχιστον ήταν αθηναϊκά, αλλά γενικός αρχηγός ανέλαβε και πάλι ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης. Η ανάγκη να καταστρωθούν νέα σχέδια ήταν πλέον προφανής.

Καθώς οι Σπαρτιάτες με τους συμμάχους τους τείχιζαν τον Ισθμό για να υπερασπιστούν την Πελοπόννησο, οι υπόλοιπες πόλεις απέμειναν παντελώς απροστάτευτες. Αρκετοί Έλληνες, ανάμεσα τους οι Αθηναίοι, μάζεψαν τα γυναικόπαιδα και τους δούλους τους και τους φυγάδεψαν όπως μπορούσαν. Στο μεταξύ ο Ξέρξης κατέστρεφε κάθε πόλη που του αντιστεκόταν αλλά και αυτές που είχαν εγκαταλειφθεί. Πυρπόλησε έτσι τη χώρα των Θεσπιέων και των Πλαταιέων, καθώς επίσης την Αθήνα - μαζί και τον ναό της Αθηνάς. Ένας από τους αντικειμενικούς στόχους της εκστρατείας του είχε πλέον επιτευχθεί. Μόνο τους ιερούς Δελφούς, που έτσι κι αλλιώς είχαν συνταχθεί με το μέρος του, άφησε απείραχτους.

Στο συμβούλιο των Ελλήνων στρατηγών τέθηκε το ζήτημα εάν θα κατευθυνόταν και ο στόλος στον Ισθμό για να συνεργαστεί καλύτερα με το πεζικό. Υπερίσχυσε η γνώμη του Θεμιστοκλή, και η ναυμαχία δόθηκε στα στενά της Σαλαμίνας. Από τη μια πλευρά παρατάχθηκαν οι Αθηναίοι απέναντι από τους Φοίνικες, και οι Λακεδαιμόνιοι απέναντι από τους Ίωνες· από την άλλη πλευρά οι Αιγινήτες και οι Μεγαρείς· στο κέντρο συγκεντρώθηκαν οι υπόλοιποι Έλληνες. Η ναυμαχία ήταν δύσκολη και τα προγνωστικά αμφίβολα. Αλλά στο περσικό ναυτικό ο συντονισμός δεν ήταν επιτυχής, ενώ οι ελιγμοί των πλοίων στα στενά αποδείχτηκαν δυσχερείς. Μέσα στη σύγχυση που επικράτησε οι Έλληνες έδειξαν όλη την τέχνη και την ανδρεία τους, κατατροπώνοντας τους εισβολείς. Έχασαν 40 πλοία και βύθισαν περισσότερα από 200, πέρα από αυτά που αιχμαλώτισαν. Επιπλέον, καθώς οι ναυαγοί του εχθρού πνίγονταν μαζικά, οι δικοί τους ναυαγοί, έμπειροι στα θαλασσινά, κολυμπούσαν έως τις πλησιέστερες στεριές.

Ο Ξέρξης, που παρακολουθούσε προσεκτικά την έκβαση της αναμέτρησης από τους πρόποδες του Αιγάλεω, κρατούσε σημειώσεις για να επιβραβεύσει τους θαρραλέους και να τιμωρήσει τους υπεύθυνους της ήττας. Όταν είδε το αποτέλεσμα επέστρεψε βιαστικά στην Περσία με το ναυτικό του που είχε σωθεί. Φοβόταν πλέον ότι οι Έλληνες θα έσπευδαν πρώτοι να καταστρέψουν τη γέφυρα στον Ελλήσποντο, αποκόβοντας τον στρατό του από την Ασία.

Ο Ηρόδοτος έγραψε πολλά για να επαινέσει τους Αθηναίους, το θάρρος και την αποφασιστικότητά τους. Ο χαρακτηρισμός που τους δίνει, «σωτήρες της Ελλάδας», τα συμπυκνώνει όλα. Τη δόξα για τη νίκη είχε πάρει άλλωστε ο Θεμιστοκλής.

Η ήττα των Περσών ήταν πολύ σοβαρή. Ο στόλος που είχαν συγκεντρώσει με μεγάλη φροντίδα δοκιμάστηκε ενώπιον του βασιλιά του και αποδείχθηκε ανίκανος να αντιμετωπίσει τους Έλληνες. Οι υψηλές φιλοδοξίες των Περσών να κυριαρχήσουν στη θάλασσα διαψεύδονταν. Επιπλέον, άρχισαν και τριγμοί στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Οι αποστασίες στη Χαλκιδική ήταν το προμήνυμα. Πολλές ιωνικές πόλεις ήταν επίσης ανήσυχες και ζητούσαν πάλι τη συνδρομή των Σπαρτιατών για να ελευθερωθούν. Στη Βαβυλώνα ξέσπασε εξέγερση. Ωστόσο, οι πιο αξιόμαχες δυνάμεις των Περσών παρέμεναν ανίκητες. Με αρχηγό τον Μαρδόνιο, συγκεντρώθηκαν στη Θεσσαλία για να ξεχειμάσουν και να συνεχίσουν την κατάκτηση της Ελλάδας την άνοιξη.

Εντωμεταξύ στη Δύση εξελισσόταν μια άλλη μεγάλη αναμέτρηση. Η αυξανόμενη δύναμη των Καρχηδονίων στη βόρεια Αφρική και η πίεση των Ετρούσκων στην Ιταλία ήταν η κύρια αιτία που οι Έλληνες της Δύσης δεν είχαν συνδράμει τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες στον αγώνα τους εναντίον των Περσών. Άλλωστε, και οι ίδιοι βρίσκονταν σε διαρκείς αντιπαραθέσεις μεταξύ τους. Όταν ο έκπτωτος τύραννος μιας σικελικής πόλης ζήτησε τη συνδρομή των Καρχηδονίων, αυτοί έσπευσαν να ανταποκριθούν.

Την ίδια εποχή που γινόταν η ναυμαχία στη Σαλαμίνα, ο τύραννος των Συρακουσών Γέλων κατατρόπωσε τους Καρχηδόνιους στην Ιμέρα και εξασφάλισε την κυριαρχία του σε μεγάλο τμήμα της Σικελίας. Λίγα χρόνια αργότερα, το 474, ο αδελφός του και διάδοχος στη τυραννία Ιέρων νίκησε τους Ετρούσκους σε μια ναυμαχία έξω από την Κύμη. Οι Έλληνες της Δύσης εξασφάλισαν έτσι και αυτοί την ανεξαρτησία τους. Ασφαλώς δεν είχαν ακόμη αντιληφθεί ότι, παρά τη συντριπτική τους ήττα, οι Καρχηδόνιοι έμελλε να γίνουν πολύ ισχυρότεροι, ενώ αντίθετα οι ηττημένοι Ετρούσκοι άφηναν ανοιχτό το πεδίο για τη ραγδαία ανάπτυξη της Ρώμης.

Η αποφασιστική μάχη ανάμεσα στους Έλληνες και τους Πέρσες δόθηκε στις Πλαταιές το 479. Ο Μαρδόνιος διέθετε πλέον έναν στρατό πολύ μικρότερο από αυτόν που είχε αρχικά κινητοποιηθεί, αλλά πάντα αξιόμαχο. Ο Ηρόδοτος, δίνοντας για μια ακόμη φορά έναν υπερβολικό αριθμό, αναφέρεται σε 300.000 άνδρες πεζούς και ιππικό. Με αυτούς άλλωστε συμπαρατάχτηκαν και πάρα πολλοί Έλληνες - ίσως και 50.000 άνδρες, όπως υπολόγισε ο ιστορικός.

Οι Έλληνες που ήταν αποφασισμένοι να αντισταθούν γνώριζαν καλά ότι τα πάντα θα κρίνονταν πλέον στην ξηρά. Για πρώτη και τελευταία φορά στην αρχαία ελληνική ιστορία τόσοι Έλληνες, από τόσες πόλεις, παρατάχθηκαν μαζί για να πετύχουν έναν κοινό σκοπό. Ο Ηρόδοτος υπολόγισε ότι το σύνολο των οπλιτών ήταν 40.500 και το σύνολο των ελαφρά οπλισμένων 69.500, μαζί και οι είλωτες. Όλοι αυτοί προέρχονταν από 25 διαφορετικές πόλεις, πολλές από τις οποίες είχαν ασφαλώς στείλει το σύνολο των ανδρών που μπορούσαν να στρατευτούν (πανστρατιά). Δύο ακόμη πόλεις έστειλαν τον στρατό τους με καθυστέρηση και δεν πρόλαβαν τη μάχη. Αρχηγός των συνασπισμένων δυνάμεων ήταν ο Παυσανίας, επίτροπος του ανήλικου γιου του Λεωνίδα.

Η μάχη των Πλαταιών κράτησε συνολικά πολλές μέρες, με μεγάλα στάδια αναμονής και αναδιάταξης. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, οι Έλληνες παρατάχθηκαν όλοι μαζί, στη δεξιά πτέρυγα οι Σπαρτιάτες και στην αριστερή οι Αθηναίοι. Ανάμεσά τους οι υπόλοιποι. Ωστόσο, την κρισιμότερη στιγμή το βάρος το μοιράστηκαν αποκλειστικά οι Σπαρτιάτες, που υποχρεώθηκαν μαζί με τους Τεγεάτες να αντιμετωπίσουν το περσικό πεζικό, οι Αθηναίοι, που αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν το ιππικό των Θεσσαλών και των Βοιωτών, καθώς και οι οπλίτες της Θήβας. Το αποτέλεσμα παρέμενε αμφίρροπο, καθώς και οι δύο πλευρές πολεμούσαν με αποφασιστικότητα. Όταν όμως ο Μαρδόνιος σκοτώθηκε πολεμώντας, η μάχη κρίθηκε σχετικά γρήγορα. Οι Πέρσες, που ήταν αποτελεσματικοί στην επίθεση, και μάλιστα με το ιππικό τους, αποδείχθηκαν πολύ κακοί στην υποχώρηση. Η αμφίρροπη αναμέτρηση εξελίχθηκε έτσι σε σφαγή. Οι Σπαρτιάτες, οι Αθηναίοι και οι Τεγεάτες μετρούσαν τους νεκρούς της τελικής μάχης σε δεκάδες άνδρες, ενώ οι Πέρσες σε δεκάδες χιλιάδες. Το ένα δέκατο από τα πλουσιότατα λάφυρα οι Έλληνες νικητές το αφιέρωσαν στους πανελλήνιους θεούς των Δελφών, της Ολυμπίας και σε άλλα ιερά.

Την ίδια μέρα που ο συνασπισμένος στρατός των Ελλήνων νικούσε στις Πλαταιές, ο στόλος καταδίωκε τους Πέρσες στη Μυκάλη. Οι Πέρσες δεν τόλμησαν να αντισταθούν στη θάλασσα και η μάχη κρίθηκε πάλι στη στεριά. Καθώς η νίκη έγερνε προς την πλευρά των Ελλήνων, οι Ίωνες που πολεμούσαν στο πλευρό των Περσών άλλαξαν στρατόπεδο και στράφηκαν εναντίον τους - πρώτοι και καλύτεροι οι Σάμιοι και οι Μιλήσιοι. Έτσι, είκοσι ακριβώς χρόνια μετά την εξέγερσή τους εναντίον του Δαρείου, οι Ίωνες απελευθερώθηκαν για δεύτερη φορά.

Μετά τον Μαραθώνα, τη Σαλαμίνα και τις Πλαταιές τίποτε πια δεν ήταν ίδιο στον κόσμο των Ελλήνων - ούτε άλλωστε στον κόσμο των Περσών. Οι Έλληνες που είχαν αντισταθεί με επιτυχία στις εισβολές αποκτούσαν συνείδηση υπεροχής και ανωτερότητας. Στο ελληνικό λεξιλόγιο η λέξη βάρβαρος, με την οποία αποκαλούνταν ως αλλοεθνείς και αλλόγλωσσοι οι Πέρσες και οι λαοί που κυβερνούσαν, σήμαινε πλέον αυτόν που από την ίδια του τη φύση ήταν κατώτερος. Με την αυτοπεποίθηση και την υπεροψία που απέκτησαν, οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες δεν έβλεπαν πλέον τον λόγο να συμμαχούν μεταξύ τους. Ο μεγάλος κίνδυνος από την Ανατολή είχε αποσοβηθεί, και έτσι οι παλαιοί τους ανταγωνισμοί μπορούσαν να εκδηλωθούν και πάλι ελεύθερα.

Στον μισό αιώνα που ακολούθησε μετά το τέλος των Περσικών Πολέμων (περίοδος γνωστή ήδη από την αρχαιότητα ως Πεντηκονταετία) οι ισορροπίες στον ελληνικό κόσμο άλλαξαν. Παρά το κύρος που απέκτησε σε όλο τον ελληνικό κόσμο, η Σπάρτη έσπευσε να κλειστεί γρήγορα στα σύνορά της. Ο μεγάλος αγώνας εναντίον των Περσών, στον οποίο ηγήθηκε με απόλυτη επιτυχία, την είχε οδηγήσει στα όριά της. Η απουσία του στρατού της από την πόλη για μεγάλο διάστημα ανέδειξε τη μόνιμη και εγγενή αδυναμία της, καθώς οι είλωτες ήταν έτοιμοι να εκμεταλλευτούν κάθε ευκαιρία. Άλλωστε, σύντομα έμελλε να ξεσηκωθούν ανοιχτά.

Η Αθήνα είχε την ευχέρεια να ακολουθήσει μια τελείως διαφορετική πολιτική. Αμέσως μετά τις μεγάλες αναμετρήσεις με τους Πέρσες, ανέλαβε την ηγεσία του αγώνα για την απελευθέρωση των Ιώνων και την αντιμετώπιση ενδεχόμενης νέας απειλής. Με δική της πρωτοβουλία συγκροτήθηκε μια συμμαχία εκατοντάδων ελληνικών πόλεων, που είχε ως κέντρο το ιερό νησί της Δήλου. Η στροφή στη θάλασσα, την οποία είχε εισηγηθεί ο Θεμιστοκλής, ολοκληρώθηκε. Την πόλη προστάτευαν πλέον ένα πανίσχυρο ναυτικό και τα Μακρά Τείχη, που σταδιακά ένωσαν το άστυ με τον Πειραιά.

Η Συμμαχία της Δήλου βασιζόταν πρώτα και καλύτερα στο ναυτικό της Αθήνας, της Χίου, της Σάμου και της Λέσβου. Οι υπόλοιπες πόλεις συνεισέφεραν οικονομικά, με ποσά σαφώς μικρότερα από αυτά που παλαιότερα ήταν υποχρεωμένες να καταβάλλουν στους Πέρσες. Η έκβαση των αγώνων είχε πείσει τους Έλληνες των μικρασιατικών παραλίων και πολλών νησιών του Αιγαίου ότι μια μόνιμη συμμαχία δεν ήταν μόνο επιθυμητή αλλά και εφικτή. Όταν η Συμμαχία έφτασε τη μέγιστη ακμή της, συμμετείχαν σε αυτήν περισσότερες από 400 ανεξάρτητες ελληνικές πόλεις.

Η ισχύς της Αθήνας και η προθυμία της να συνεχίσει τις πολεμικές προετοιμασίες την κατέστησαν αδιαφιλονίκητο ηγεμόνα της κοινής προσπάθειας. Νέες αναμετρήσεις με τους Πέρσες υπενθύμιζαν άλλωστε διαρκώς ότι ο κίνδυνος δεν είχε εκλείψει. Με στρατηγό τον Κίμωνα, τον γιο του Μιλτιάδη, οι Αθηναίοι συνέτριψαν ταυτοχρόνως το περσικό (δηλαδή το φοινικικό) ναυτικό και το πεζικό στις εκβολές του ποταμού Ευρυμέδοντα της Παμφυλίας. Όταν όμως οι Αθηναίοι προσπάθησαν να αναμειχθούν στις περσικές επιχειρήσεις στην Αίγυπτο, υπέστησαν μια μεγάλη ήττα. Το 454 το κοινό ταμείο της Συμμαχίας μεταφέρθηκε για ασφάλεια από τη Δήλο στην Αθήνα και η ίδια η συμμαχία μετατράπηκε σε αθηναϊκή ηγεμονία.

Οι διαδοχικές νίκες της Αθήνας δυνάμωσαν και τη δημοκρατία της. Είκοσι περίπου χρόνια μετά τη Σαλαμίνα, ακόμη και ο μεγάλος της πρωταγωνιστής, ο Θεμιστοκλής, ανακάλυψε ότι δεν είχε πλέον θέση στην πόλη. Με τη διαδικασία του οστρακισμού υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την πόλη του και, ύστερα από μεγάλες περιπέτειες, να αναζητήσει καταφύγιο στην περσική αυλή. Ο Ξέρξης είχε δολοφονηθεί, και ο γιος του, ο νέος βασιλιάς Αρταξέρξης Α' (465-424), έσπευσε να υποδεχθεί πρόθυμα τον άνδρα που ταπείνωσε την αυτοκρατορία του. Για ένα σύντομο διάστημα στην Αθήνα άσκησε την επιρροή του ο συντηρητικός πολιτικός Κίμων. Αλλά οι δημοκρατικοί, με επικεφαλής τον Εφιάλτη, ήταν αποφασισμένοι να προχωρήσουν σε νέες, ριζικές μεταρρυθμίσεις. Δέκα χρόνια μετά την πτώση του Θεμιστοκλή, οστρακίστηκε και ο Κίμων. Με τη δολοφονία του Εφιάλτη το 461, η αθηναϊκή δημοκρατία βρήκε στο πρόσωπο του Περικλή τον επιφανέστερο ηγέτη της. Με τη δική του καθοδήγηση η αθηναϊκή δημοκρατία έφτασε στη μεγαλύτερή της ακμή.

Στη Σπάρτη ο εσωτερικός αγώνας διεξαγόταν με ακόμη μεγαλύτερη βιαιότητα. Ο μεγάλος νικητής των Πλαταιών, ο Παυσανίας, άρχισε να δρα στο Αιγαίο αυτόνομα, χωρίς την έγκριση της πόλης του. Ορισμένοι τον κατηγόρησαν για συνεργασία με τους Πέρσες και τον ανακάλεσαν να λογοδοτήσει. Στο τέλος μια επώδυνης διαδικασίας οδηγήθηκε σε έναν βασανιστικό θάνατο από ασιτία. Τα ηνία της πόλης έπαιρναν όλο και περισσότερο οι αιρετοί έφοροι, που περιόριζαν την εξουσία των βασιλέων και των στρατηγών. Σύντομα, ωστόσο, ένας καταστροφικός σεισμός έδωσε την ευκαιρία στους είλωτες να ξεσηκωθούν για μια ακόμη φορά. Στον λεγόμενο Γ' Μεσσηνιακό Πόλεμο, που κράτησε πολλά χρόνια, συμμετείχαν μάλιστα με το μέρος των ειλώτων και περίοικοι. Οι Σπαρτιάτες επέβαλαν με μεγάλο κόπο και κόστος την κυριαρχία τους.

Η Πεντηκονταετία ήταν επίσης πολύ σημαντική για τους Έλληνες που κατοικούσαν στη Σικελία και την Κάτω Ιταλία. Η τυραννία, που είχε επιβληθεί στις περισσότερες πόλεις της περιοχής, αποδείχθηκε κατάλληλο πολίτευμα για τους αγώνες εναντίον των Καρχηδονίων και των Ετρούσκων. Εκτός των άλλων επέτρεπε τη σύναψη συμμαχιών, που σφραγίζονταν με επιγαμίες των τυράννων. Οι πληροφορίες που δίνει ο Θουκυδίδης δεν είναι πολλές, συμπληρώνονται όμως θαυμάσια από έναν αρκετά μεταγενέστερο ιστορικό. Αντιγράφοντας από παλαιότερους συγγραφείς, ο Διόδωρος Σικελιώτης συγκέντρωσε άφθονες ειδήσεις για τον τόπο της καταγωγής του.

Οι τύραννοι της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας, ενισχυμένοι από τις στρατιωτικές τους επιτυχίες, επιδόθηκαν σε ειρηνικά έργα. Η μεγάλη τους νίκη εναντίον των Καρχηδονίων δεν τους εξασφάλισε μόνο την ασφάλεια που χρειάζονταν αλλά και υπερβολικά μεγάλο πλήθος αιχμαλώτων. Μοιρασμένοι στις διάφορες πόλεις ως δούλοι, οι αιχμάλωτοι αξιοποιήθηκαν για την κατασκευή περίλαμπρων κτιρίων, υπονόμων αλλά και ιχθυοτροφείων. Πολλοί κατέληξαν στην ιδιοκτησία ιδιωτών και εργάστηκαν για τον εξωραϊσμό της υπαίθρου. Λέγεται ότι ορισμένοι δεσπότες είχαν στην ιδιοκτησία τους περίπου 500 δούλους ο καθένας. Τα αμπέλια και τα δέντρα που φυτεύτηκαν απέδωσαν μεγάλα εισοδήματα στον Ακράγαντα και τις άλλες πόλεις. Στις συνθήκες ευημερίας που επικράτησαν οι τύραννοι της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας προώθησαν ιδιαιτέρως τις τέχνες και τα γράμματα. Διάσημοι ποιητές προσκλήθηκαν από τις μητροπόλεις να δοξάσουν τους αθλητές των πόλεών τους και να διασκεδάσουν τους πολίτες.

Όπως όμως είχε ήδη συμβεί σε άλλες ελληνικές πόλεις, οι τύραννοι έπεσαν θύματα των επιτυχιών τους. Σε συνθήκες ευημερίας και σχετικής ασφάλειας οι πολίτες επιδόθηκαν στην αύξηση της παραγωγής τους και το εμπόριο. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού ανακάλυπτε έτσι ότι η τυραννία δεν ήταν το πολίτευμα της αρεσκείας του. Όλο και περισσότεροι πολίτες στις Συρακούσες, τον Ακράγαντα και άλλες πόλεις επιθυμούσαν και διεκδικούσαν συμμετοχή στην πολιτική διακυβέρνηση. Οι περισσότερες τυραννίες ανατράπηκαν και αντικαταστάθηκαν από δημοκρατίες. Πρότυπο ορισμένων ήταν ασφαλώς η Αθήνα.

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι Έλληνες της Σικελίας ήταν η αυξανόμενη δυσαρέσκεια τοπικών πληθυσμών, τους οποίους από την εποχή του μεγάλου αποικισμού είχαν υποτάξει ή απωθήσει στο εσωτερικά του νησιού. Μια μεγάλη εξέγερση σημείωσε αξιόλογες επιτυχίες. Οι Σικελοί ανέδειξαν δικό τους βασιλιά και συγκρότησαν ένα κοινόν, στο οποίο συμμετείχαν πολλές πολιτείες. Στο πλευρό τους βρέθηκαν και ορισμένοι Έλληνες. Το 451 ο βασιλιάς τους, που τον έλεγαν Δουκέτιο, κατάφερε να νικήσει ακόμη και τον ενωμένο στρατό των Συρακούσιων και των Ακραγαντίνων. Αλλά οι επιτυχίες του αποδείχθηκαν βραχύβιες, καθώς οι Συρακούσιοι πέτυχαν τελικά να επιβληθούν.

Οι Έλληνες της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας είχαν διαρκείς και σταθερές σχέσεις με τις μητροπόλεις τους και τους άλλους Έλληνες. Δραστήριοι στην περιοχή τους ήταν τόσο οι Σπαρτιάτες όσο και οι Αθηναίοι. Οι Σπαρτιάτες διατηρούσαν ισχυρούς δεσμούς με την αποικία τους, τον Τάραντα, από όπου παρακολουθούσαν τις τοπικές εξελίξεις και συμμετείχαν σε αυτές. Οι Αθηναίοι, πάλι, όποτε έβρισκαν ευκαιρία, προχωρούσαν σε συμμαχίες με διάφορες πόλεις, ακόμη και μη ελληνικές. Ο ανταγωνισμός των δύο μεγάλων ελληνικών πόλεων επεκτάθηκε στη Σικελία πολύ πριν ξεσπάσει μεταξύ τους ανοιχτός πόλεμος.

Η Κάθοδος των Μυρίων

Το 404π.Χ. πέθανε ο βασιλιάς της Περσίας Δαρείος Β΄. Η σύζυγός του Παρύσατις, που ήταν γυναίκα ικανότατη και ραδιούργα, δεν αγαπούσε τον πρωτότοκο γιο της τον Αρταξέρξη, αλλά το νεώτερο τον Κύρο, που τον είδαμε να διορίζεται στα τελευταία χρόνια του πελοποννησιακού πολέμου ηγεμόνας στις δυτικές παραλίες της Μικράς Ασίας και να συντελεί με την πιστή του συμμαχία προς τους Σπαρτιάτες στον οριστικό τους θρίαμβο.

Σ’ αυτό τον Κύρο ήθελε η Παρύσατις να μεταβιβάσει το θρόνο αλλά ο Δαρείος Β’ πέθανε πριν τον διορίσει διάδοχο και έτσι κατέλαβε την εξουσία ο Αρταξέρξης Β’ που ονομάστηκε Μνήμων. Ο Κύρος όμως δεν παραιτήθηκε από τις αξιώσεις του.

Προπαντός στηριζόταν στην αρχή που ίσχυε πολλές φορές στους Πέρσες, και στην οποία είχε στηριχτεί και άλλοτε ο Ξέρξης, ότι δηλαδή αυτός που γεννήθηκε ενώ βασίλευε ο πατέρας του προτιμάται από εκείνον που γεννήθηκε πριν.

Έπειτα είχε βοηθό τη μητέρα του Παρύσατι και έλπιζε να τον βοηθήσουν και οι παλιοί του σύμμαχοι οι Λακεδαιμόνιοι. Για να πετύχει πιο σίγουρα, φανέρωσε τις αξιώσεις του μόνο αφού συγκέντρωσε στη σατραπεία του σοβαρή δύναμη.

Αλλά τα σχέδια του δε διέφυγαν την προσοχή του Αλκιβιάδη που μετά τη νίκη στους Αιγός ποταμούς, επειδή δεν ένοιωθε ασφαλής στη Θρακική χερσόνησο, είχε καταφύγει στη Φρυγία κοντά στον Φαρνάβαζο και από εκεί παρατηρώντας από κοντά τα γεγονότα, κατάλαβε τι σκέφτεται ο Κύρος και ανακοίνωσε τις υπόνοιες του στο Φαρνάβαζο και θέλησε μάλιστα να πάει και στα Σούσα, στον Αρταξέρξη, για να αναμιχθεί πάλι στα πράγματα.

Αλλά δεν πρόφτασε να το κάνει, γιατί η Σπάρτη, που πληροφορήθηκε τους σκοπούς του, απαίτησε από το Φαρνάβαζο να τον θανατώσει.

Ο Φαρνάβαζος αν και συνδεόταν με αυτόν με το δεσμό της φιλοξενίας, φοβήθηκε να παρακούσει τους Λακεδαιμόνιους, που ήταν τότε παντοδύναμοι, και έστειλε δολοφόνους στο σπίτι του Αλκιβιάδη, οι οποίοι αφού τον περικύκλωσαν τον σκότωσαν.

Ώστε, ο Αλκιβιάδης πέθανε με τον τρόπο που του άξιζε, γιατί κάνοντας τόσες προδοσίες στη ζωή του, την τέλειωσε με προδοσία του τελευταίου του προστάτη. Ο Κύρος παρ’ όλα αυτά συμπλήρωσε τις ετοιμασίες του.

Ιδιαίτερα όταν έφτασε κοντά του, ο Κλέαρχος ο αρμοστής του Βυζαντίου βοήθησε όσο μπορούσε να συγκεντρωθεί κρυφά στράτευμα, γιατί η αποκατάσταση της ειρήνης στην κύρια Ελλάδα άφησε χωρίς δουλειά πολλούς άντρες που αγαπούσαν τον κίνδυνο και ο Κύρος είχε χρήματα και οι πολλές ανωμαλίες που συνέβαιναν στις πόλεις της Ασίας δικαιολογούσαν τη συγκέντρωση στρατευμάτων.

Έτσι με την πρόφαση ότι εκστρατεύει εναντίον των Πισιδών πειρατών, συγκέντρωσε όλα του τα στρατεύματα στις Σάρδεις και από εκεί ξεκινώντας το 401, πέρασε στο Ικόνιο, στην Ταρσό και την Ισσό, όπου βρήκε το ναύαρχο Πυθαγόρα που είχε σταλεί από τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι αποφάσισαν να υποστηρίξουν την επιχείρηση του Κύρου, ελπίζοντας ότι, αν υπερισχύσει, θα τους βοηθήσει περισσότερο από πριν.

Ο ελληνικός αυτός στόλος και άλλος αιγυπτιακός, που ήλθε επίσης για να βοηθήσει τον Κύρο, εμπόδισαν ο πρώτος το σατράπη της Κιλικίας και ο δεύτερος το σατράπη της Συρίας να αντισταθούν από την αρχή στην εκστρατεία του Κύρου.

Επίσης προστέθηκαν 700 οπλίτες Λακεδαιμόνιοι με επικεφαλής το Χειρίσοφο στον πεζικό στρατό του Κύρου, που έφτασε χωρίς εμπόδια μέχρι τον Εύφράτη, πέρασε στην αριστερή του όχθη και έφτασε στην πεδιάδα Κούναξα, όπου τον περίμενε ο Αρταξέρξης.

Ο βασιλιάς, που είχε μάθει έγκαιρα τον κίνδυνο που τον απειλούσε, είχε προετοιμάσει στρατό, που αν δεν είναι υπερβολικά όσα λέγονται, ξεπερνούσε το 1.000.000 άντρες.

Ο Κύρος μπορούσε να αντιπαρατάξει μόνο 10.400 οπλίτες και 2.500 πελταστές, συνολικά 12.900 Έλληνες απ’ όλα τα μέρη, Λάκωνες, Αρκάδες, Αθηναίους, Θεσσαλούς και άλλους, και 100.000 Ασιάτες.

Στη μάχη που έγινε στά Κούναξα το Σεπτέμβρη του 401 π.Χ., έπεσε ο Κύρος και τα ασιατικά στρατεύματά του τράπηκαν σε φυγή.


Adrien Guignet – Battle of Cunaxa | Retreat of the ten thousand

Μόνο οι Έλληνες νίκησαν στη θέση που παρατάχτηκαν και αφού απέκρουσαν την απαίτηση του βασιλιά να παραδώσουν τα όπλα, αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, όπως ήταν συνταγμένοι σώζόντας τα όπλα και την τιμή τους:

Αυτή είναι η αείμνηστη κάθοδος των μυρίων, που την περίγραψε ο στρατηγός της Ξενοφών στη συγγραφή του, πού επιγράφεται «Κύρου ανάβασις».

Οι Έλληνες δεν επέστρεψαν από τον ίδιο δρόμο που πήγαν με τον Κύρο, αλλά βάδισαν μέσα από τη Μεσοποταμία, τη Μηδία, την Αρμενία προς τα νότια παράλια του Εύξεινου πόντου, για να πάνε από κει στη Θράκη.

Οι Πέρσες, που δεν τολμούσαν να τους επιτεθούν, προσποιήθηκαν στην αρχή ότι είναι πρόθυμοι να διευκολύνουν την επιστροφή τους, μέχρι που προσείλκυσαν με απάτη τον Κλέαρχο και όλους σχεδόν τους ανώτερους αξιωματικούς στο στρατόπεδό τους και τους θανάτωσαν.

Πίστεψαν ότι αν στερηθεί ο στρατός τους ηγεμόνες του, θα απελπιστεί και θα παραδώσει τα όπλα ή τoυλάχιστον θά διαλυθεί. Δεν ήξεραν όμως από τι ευγενικά στοιχεία απoτελoύνταν συνήθως τα ελληνικά τάγματα καί από τι θαυμαστή πειθαρχία διέπονταν.

Οι μύριοι για μια στιγμή μόνο τα έχασαν, αμέσως συνήλθαν και εκλέξαν νέους στρατηγούς ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Ξενοφών, που ως τότε παρακολουθούσε το στρατό σαν απλός εθελοντής, αλλά τώρα ανέλαβε ουσιαστικά την αρχηγία που τυπικά μόνο είχε ο Χειρίσοφος.

Και πράγματι κατόρθωσε με εξαιρετική υπομονή και με τακτική κατάλληλα προσαρμοσμένη στις διάφορες περιστάσεις και χώρες να οδηγήσει τους Έλληνες μέσα σε τέσσερις μήνες, στην Τραπεζούντα, στη μέση του χειμώνα, μέσα σε άγριους τόπους, άγνωστους και χιονοσκέπαστους, ανάμεσα σε εχθρικούς λαούς, μέσα σε αδιάκοπες προδοσίες των επιτρόπων της περσικής κυβερνήσεως, χωρίς γεωγραφικό χάρτη, χωρίς μηχανικούς για την κατασκευή γεφυρών, με ένα λόγο χωρίς κανένα βοήθημα απ’ αυτά που έχουν οι νεώτεροι στρατοί.

Αξίζει να σημειωθεί και το βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα από το οποίο εμπνέονταν τα ελληνικά αυτά τάγματα.

Το αίσθημα αυτό που εκδηλωνόταν με ευλάβεια από τον Ξενοφώντα, υπήρξε ένα από τα κυριότερα στηρίγματα του στρατού στις μεγάλες δοκιμασίες που πέρασε. Γιατί από την Τραπεζούντα έφτασε στη Θράκη, μέσω της Βιθυνίας, σε άλλους τέσσερους μήνες.

Το πιο θαυμαστό απ’ όλα σ’ αυτή τη δωδεκάμηνη πορεία από τα παράλια της Μικράς Ασίας στα Κούναξα, από τα Κούναξα στην Τραπεζούντα και από την Τραπεζούντα στη Θράκη, είναι ότι ο στρατός έχασε μόνο τη μισή από την αρχική του δύναμη.



Ο Ξενοφών που επέστρεψε μετά από λίγο στην Ελλάδα και παρακολούθησε το φίλο του βασιλιά της Σπάρτης Αγησίλαο στην εκστρατεία του εναντίον των Περσών, εξορίστηκε από τους Αθηναίους, που έγιναν τότε φίλοι του Πέρση βασιλιά.

Αργότερα εγκαταστάθηκε σ’ ένα κτήμα κοντά στην Ολυμπία που ή το αγόρασε ή του το έκαναν δώρο οι Σπαρτιάτες και εδώ και στην Κόρινθο που έζησε αργότερα και όπου πέθανε το 455 σε ηλικία 90 χρονών, έγραψε το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφής του. Αλλά εκείνο που τον έκανε αθάνατο είναι η ηγεμονία του στην κάθοδο των μυρίων.

Μια μικρή ομάδα ανθρώπων στα βάθη της Ασίας, περιστοιχισμένη από χιλιάδες βαρβάρους, χωρίς να έχει να ελπίζει βοήθεια από πουθενά και χωρίς ηγεμόνες, κατόρθωσε πολεμώντας αδιάκοπα μέσα σε οκτώ μήνες να επιστρέψει στην πατρίδα με τα όπλα στα χέρια, πόσο καταπληκτικό θέαμα!

Τι λοιπόν έλειπε από το έθνος, που είχε τέτοιους στρατιώτες, τέτοιους στρατηγούς, τέτοια πειθαρχία, τέτοια ηθική υπεροχή, για να κυριαρχήσει και υλικά στον κόσμο πάνω στον οποίο κυριάρχησε ηθικά;

Έλειπε η πολιτική ενότητα, που χωρίς αυτή, στον πολιτικό βίο των εθνών, χάνονται τα πιο θαυμαστά προτερήματα, η πολιτική ενότητα που δεν έπαψαν να την επιδιώκουν οι πρόγονοί μας, αλλά δεν την απόκτησαν ούτε στην πρώτη περίοδο της ιστορίας τους, ούτε με την ηγεμονία της Σπάρτης, ούτε με την ηγεμονία των Θηβαίων.

Φιλοσοφία: Η Γέννηση του Φιλοσοφικού Στοχασμού

Η αρχή της φιλοσοφίας μοιάζει σαν την αρχή του κόσμου, γι' αυτό και η πρώτη φιλοσοφική σκέψη είναι ένα είδος μήτρας της φιλοσοφίας. Η απεριόριστη επιθυμία για απαντήσεις σε βαθιά ερωτήματα οδήγησαν σε μια καλλιέργεια του πνεύματος που έγινε ο σπόρος του φιλοσοφικού στοχασμού. Ερωτήματα για το πού ξεκίνησε ο κόσμος, πώς έφτασε στην παρούσα φάση του, πώς λειτουργεί, αν υπάρχει κάποια νομοτέλεια που τον διέπει, πώς άρχισαν οι πρώτες κοινωνίες κ.α. Η ελεύθερη και άφοβη έρευνα για την ερμηνεία του κόσμου, ως σύνολο, οδήγησε στη γέννηση του φιλοσοφικού στοχασμού.

Η φιλοσοφία, όπως παρουσιάζεται στην ιστορία του ελληνικού και του δυτικού πολιτισμού, δεν ήρθε στον κόσμο ως ένα ξαφνικό ξέσπασμα της ανθρώπινης σκέψης, ως μια επαναστατική καινοτομία ή ως μια ριζοσπαστική ξαφνική αλλαγή. Η φιλοσοφία ήταν αποτέλεσμα μιας βαθμιαίας ανάπτυξης που άρχισε από πολύ παλιά. Μοιάζει σαν να προηγήθηκε μια περίοδος κύησης που οδήγησε στη γέννησή της, και έτσι ξεπήδησε σαν ένας καινούργιος ζωντανός οργανισμός γεμάτος δίψα για ζωή και ανάπτυξη.

Ντύθηκε με τις αρχές του μύθου και της θρησκείας και βαθμιαία αναδύθηκε ο φωτεινός λόγος, η λαμπρότητα, η ευκινησία και η πλαστικότητα του ελληνικού πνεύματος στα ευρύτερα πλαίσια της όλης ανάπτυξης και εξέλιξης του ανθρώπου.

Το σταθερό χαρακτηριστικό της φιλοσοφικής πορείας είναι μία συνεχής ανοιχτή διαδικασία μετασχηματισμού των μύθων και των στοιχείων του, σε τάξεις εννοιών και σε ορθολογικά σχήματα ερμηνείας του κόσμου. Έχει σημαντικό νόημα γιατί η πρώτη φιλοσοφική σκέψη είναι μοναδικά σημαντική, όχι μόνο ως αρχή αλλά και ως μήτρα της φιλοσοφίας.

Με την εμφάνιση των πρώτων οργανωμένων ομάδων, με στοιχειώδη κοινωνική και οικονομική οργάνωση εμφανίζεται και ο πρώτος «φυσικός επιστήμονας», ο Μάγος της ομάδας και αργότερα του χωριού χωρίς κάποια εξειδίκευση. Ο Μάγος με βάση την προφορική και προσωπική μεταφορά γνώσης επιφορτίζεται το ρόλο του γιατρού, του ιερέα, του προφήτη, του καλλιτέχνη, του επιστήμονα. Αποστολή του η επιβίωση της ομάδας. Ουσιαστικά οι δεισιδαιμονικές αντιλήψεις του Μάγου για τα φυσικά φαινόμενα και η θεοποίηση των περισσοτέρων φορέων τους (ήλιος, ουρανός, σύννεφο, βροχή, βροντή, κεραυνός, κ.α.) αποτελούν τις πρώτες φυσικές θεωρίες για τον κόσμο.

Με τους πρώτους στοχαστές αρχίζουν και οι σκέψεις για το πρόβλημα της αρχής του κόσμου. Ο όρος αρχή δεν είναι προσωκρατικός φιλοσοφικός όρος, παρά τεχνικός όρος της Περιπατητικής φιλοσοφίας του Αριστοτέλη. Βασικά σημαίνει χρονική αρχή και αιτία, όχι μόνο με χρονικό αλλά και με λογικό νόημα. Η πρώτη αρχή ταυτίζεται με την αρχή του κόσμου ή θεωρείται μαζί και ως διαρκώς παρούσα και ενεργούσα πρώτη αιτία όλων όσων συμβαίνουν στον κόσμο.

Η πρώτη φιλοσοφική σκέψη έρχεται στο φως καθώς ορισμένοι άνθρωποι βρέθηκαν σε θέση να δώσουν ορθολογικές απαντήσεις σε γενικά ερωτήματα για τον κόσμο και την τρέχουσα ζωή. Ερωτήματα για το πού ξεκίνησε ο κόσμος και πώς έφτασε στην παρούσα φάση του, πώς λειτουργεί, αν υπάρχει κάποια νομοτέλεια που τον διέπει, πώς οι άνθρωποι άρχισαν να συγκροτούν κοινωνίες κ.α. Σε αυτά τα ερωτήματα, που υπήρχαν ήδη από νωρίτερα, απέδιδαν απαντήσεις μέσα από τη θρησκεία και την τέχνη, κυρίως με κοσμογονικά και θεογονικά ποιητικά έργα, αλλά και μέσα από το μύθο. Όλες αυτές οι απαντήσεις δεν ανήκαν στη φιλοσοφία αφού δεν έδιναν λογικές εξηγήσεις στα ερωτήματα του κόσμου.

Γενικότερα, η φιλοσοφία, η επιστήμη, η θρησκεία και η τέχνη είναι μορφές με τις οποίες μια κοινωνία ή μια εποχή δίνει έκφραση στις ανησυχίες, στα ενδιαφέροντα και στα ιδανικά των ανθρώπων για τον κόσμο, εκφράζοντας τους ποικίλους τρόπους αντιμετώπισης των ανθρώπινων προβλημάτων και τους ποικίλους φωτισμούς της πραγματικότητας.

Το πιο ουσιαστικό γνώρισμα, που θεμελιώνει τη νομιμότητα της φιλοσοφικής σκέψης στα πρώτα βήματά της, δεν είναι τόσο το είδος των προβλημάτων που αντιμετώπισαν οι δημιουργοί της, όσο ο τρόπος αντιμετώπισής τους. Η χρήση της λογικής και η επιχειρηματολογία είναι δύο όψεις που νομιμοποιούν από τη αρχή τον φιλοσοφικό στοχασμό διαχωρίζοντάς τον από την κοινή σκέψη, τον ποιητικό στοχασμό, τη μυθική και θρησκευτική κοσμοθεωρία.

Γιατί, Φιλοσοφία, είναι η επιστήμη που ασχολείται με ερωτήματα, προβλήματα ή απορίες που μπορούμε να αποκαλέσουμε οριακά, θεμελιώδη, ή έσχατα, όπως αυτά της ύπαρξης, της γνώσης, της αξίας, της αιτίας, της γλώσσας και του νου. Ξεχωρίζει από άλλους τρόπους αντιμετώπισης των παραπάνω προβλημάτων, από την κριτική και γενικώς συστηματική προσέγγιση των θεμάτων και την οικοδόμησή της πάνω σε λογικές εξηγήσεις. Ξεκίνησε από την πίστη ότι κάτω από αυτό το προφανές χάος κρύβεται μια μονιμότητα και ενότητα, προσιτή αν όχι στις αισθήσεις, οπωσδήποτε στο νου.

Η λέξη φιλοσοφία ετυμολογικά είναι σύνθετη και προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό φιλείν που σημαίνει αγαπώ και το δεύτερο συνθετικό τη λέξη σοφία, δηλαδή, αγάπη για τη σοφία. Η φιλοσοφία δεν είναι παρά η προπαρασκευαστική άσκηση για τη σοφία. Η φιλοσοφία μάς ανοίγει νέους δρόμους και αναζητά απαντήσεις σε ερωτήματα που πιθανώς ξεπερνούν τις ανθρώπινες γνωστικές δυνατότητες, βοηθώντας στη διερεύνηση των ορίων της ανθρώπινης σκέψης, ακόμα και όταν δεν φτάνει σε κάποιο αποτέλεσμα ο επαγωγικός της προβληματισμός. Δεν θα ήταν λάθος να πούμε ότι, φιλοσοφία είναι σκέψη πάνω στην ίδια τη σκέψη και τις δυνατότητές της.

Γενικότερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι φιλοσοφική σκέψη είναι η διανοητική διερεύνηση βαθέων ερωτημάτων για τη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο και τη θέση του σε αυτόν. Είναι οι στιγμές του φιλοσοφικού στοχασμού που έχουν να κάνουν με την ισχύ των πεποιθήσεών μας και την αξία των πράξεών μας ανιχνεύοντας έναν απώτερο ορίζοντα. Σημασία δεν έχουν τόσο οι απαντήσεις αλλά τα ίδια τα ερωτήματα και η προσπάθεια για να συλλάβουμε τις δυνατές απαντήσεις, τις πλησιέστερες στην αλήθεια.

Η φιλοσοφία δεν αρκείται στην ανάλυση της πραγματικότητας του εμπειρικού κόσμου, αλλά διατυπώνει προτάσεις για την αλλαγή του. Ένας φιλόσοφος δεν ικανοποιείται στο να διατυπώσει πώς έχουν τα πράγματα, αλλά προχωρά και σε συγκεκριμένες προτάσεις για το πώς θα μπορούσαν να είναι.

Βέβαια, είναι σημαντικό να διευκρινίσουμε ότι, η ίδια η διάκριση της φιλοσοφίας σε διαφορετικές περιοχές αλλάζει από τη μία περίοδο στην άλλη και από τον έναν φιλόσοφο στον άλλο. Οι εκάστοτε φιλόσοφοι, σύμφωνα με το εννοιολογικό περιεχόμενο που προέβαλλαν στη φιλοσοφία, δημιουργούσαν και το ανάλογο φιλοσοφικό ρεύμα της εποχής.

Εύστοχα ο Βρετανός φιλόσοφος, μαθηματικός και ειρηνιστής Μπέρτραντ Ράσελ (Bertrand Russell) διατυπώνει πως: «φιλοσοφία, είναι μια δεξαμενή γνώσεων που ακόμα είναι ανέτοιμες προς εξειδικευμένη επιστημονική διαπραγμάτευση. Επομένως, όπως έχει ιστορικά αποδειχθεί άλλωστε, η φιλοσοφία είναι η επιστήμη των επιστημών, ο κορμός της διεπιστημονικής γνώσης, ο άσβεστος πόθος αναζήτησης του ανθρώπου. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι σύγχρονες θετικές επιστήμες (Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία, Ιατρική, Αστρονομία κ.α.) αλλά και οι μεταγενέστερες θεωρητικές (Ψυχολογία, Κοινωνιολογία κ.α.) ξεπήδησαν μέσα από το φιλοσοφικό στοχασμό».

Η Φιλοσοφία έχει δύο κύριες πλευρές και καθώς ωριμάζει αναπτύσσεται και μια τρίτη: α) Θεωρητική ή Επιστημονική που είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να εξηγήσει τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει, τον μακρόκοσμο. β) Η Πρακτική που περιλαμβάνει την Ηθική και την Πολιτική, που έχει να κάνει με τη γνώση του ίδιου του ανθρώπου, του μικρόκοσμού του, της φύσης του και της θέσης του στον κόσμο καθώς και τους συνανθρώπους του. Δημιουργήθηκε και μια τρίτη πλευρά που είναι η Κριτική Φιλοσοφία που περιλαμβάνει τη Λογική και την Επιστημολογία ή Θεωρία της Γνώσης που έχει να κάνει με τη μαρτυρία των αισθήσεων. Οι αισθήσεις που συνήθως μας εξαπατούν και πρέπει να τις ελέγχουμε και να τις αναλύουμε. Έτσι δημιουργείται και το πέρασμα στην αυτοσυνείδηση της φιλοσοφίας.

Η Απαρχή

Ο φιλοσοφικός στοχασμός άρχισε να ξετυλίγεται απλοϊκά, μέσα από το ενδιαφέρον των πρωτόγονων ανθρώπων ξεκινώντας την ενατένιση του ουρανού, με το πλήθος των εντυπωσιακών φαινομένων αλλά και των αλλαγών των εποχών που άρχισε να εκδηλώνεται σαν σκέψη, δημιουργώντας τα πρώτα εξελικτικά βήματα προς την επιστήμη. Η πρώτη αυτή αντίληψη και η ενστικτώδης αντιμετώπιση των φυσικών φαινομένων με τη διαδοχική επανάληψη μεταβλήθηκε σε εμπειρική γνώση που αποτέλεσε το πρώτο είδος γνώσης του φυσικού περιβάλλοντος. Κύρια αφορμή στάθηκε η παρατήρηση των δύο θεμελιωδών φαινομένων, αφενός μεν της ημερήσιας περιστροφής της ουράνιας σφαίρας και όλων των παρατηρούμενων αστρικών αντικειμένων και αφετέρου της ετήσιας μεταφορικής κίνησης του Ήλιου.

Για πολλούς αιώνες ο άνθρωπος αγωνίσθηκε να κατανοήσει και να αποδείξει πώς δημιουργούνται αυτά τα δύο φαινόμενα, εάν δηλαδή οφείλονται στην περιφορά του συνόλου των αστέρων γύρω από την ακίνητη Γη, ή αν οφείλονται στην περιστροφή της Γης γύρω από τον άξονά της, βεβαίως, καθώς η Γη περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο, το ακίνητο έως τότε κέντρο του κόσμου. Ως φυσιολογικό αποτέλεσμα επήλθε η διαίρεση των σοφών της αρχαιότητας σε δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις, δηλαδή, στους οπαδούς της ηλιοκεντρικής θεώρησης του κόσμου και στους οπαδούς της γεωκεντρικής θεώρησης. Οι οπαδοί της γεωκεντρικής θεώρησης του κόσμου, αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία.

Αυτή η απαραβίαστη πίστη στο γεωκεντρικό σύστημα εκείνης της εποχής είχε καθαρά θρησκευτική προέλευση και βασιζόταν στην ακλόνητη πεποίθηση ότι η Γη, ως κατοικία των θεών, αποτελεί το ακίνητο κέντρο του Σύμπαντος. Είμαστε το Κέντρο του Σύμπαντος.

Παρόλο που η αστρονομική μελέτη των αρχαίων διενεργείτο κύρια από το ιερατείο, τα αποτελέσματά της είχαν εφαρμογή στη γεωργία, τη ναυσιπλοΐα κ.ά. ενώ μας αποκαλύπτεται το γεγονός πως, οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν πως το ουράνιο Σύμπαν υπήρχε για να τους «υπηρετεί». Πραγματικά, με βάση, τη φυσική περιέργειά τους για μάθηση και ερμηνεία της αρχής του κόσμου, δηλαδή για φυσικό διαλογισμό και διατύπωση κοσμολογικών «πιστεύω», προσπάθησαν να αναλύσουν τη φυσική δομή των ουράνιων σωμάτων και τη δυναμική σχέση μεταξύ τους. Σε αυτή τους την προσπάθεια επινόησαν όργανα όπως ο Αστρολάβος, ο Γνώμων, το Ηλιακό Ρολόι, η Ουράνια Σφαίρα, ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων κ.ά., τα οποία θεωρούνται πρόδρομοι των σημερινών ρολογιών και υπολογιστικών μηχανών για τη χρήση των αστερισμών στα θαλασσινά ταξίδια αλλά και για εφαρμογές στη μέτρηση του χρόνου και αλλού.

Για την κατασκευή τέτοιων πολύπλοκων οργάνων απαιτείτο ανεπτυγμένη γεωμετρική αίσθηση, που χαρακτήριζε αρκετούς παραποτάμιους πολιτισμούς, αλλά και λεπτές έννοιες, υψηλής διανόησης, αφηρημένης επιστημονικής σκέψης και μαθηματικής δεξιότητας.

Μπορούμε επίσης να μιλήσουμε για φιλοσοφία πριν από τη φιλοσοφία ορμώμενοι από ένα ρεύμα όπου οι πρακτικές και οι θεωρίες έχουν άμεση σχέση με μια θεμελιώδη απαίτηση της ελληνικής νοοτροπίας. Τη βαθιά επιθυμία για μόρφωση και διαπαιδαγώγηση του πνεύματος, που αντιστοιχεί στη διαμόρφωση του ανθρώπου μέσω της κουλτούρας-καλλιέργειας έτσι όπως θα έπρεπε να είναι σύμφωνα με τη φιλοσοφία, αυτό που οι Έλληνες ονόμαζαν παιδεία.

Σε μια εποχή όπου τα όρια ανάμεσα στην επιστημονική και τη φιλοσοφική θεώρηση του κόσμου ήταν ακόμη ασαφή, οι πρώτοι φιλόσοφοι και επιστήμονες, πέραν του έντονου ενδιαφέροντός τους για το φυσικό κόσμο και το σύμπαν, ασχολήθηκαν και με προβλήματα βιολογίας, φυσιολογίας, ιατρικής, ζωογονίας και ανθρωπογονίας. Οι απαντήσεις τους στα φιλοσοφικά ερωτήματα για τη ζωή, τον θάνατο, την ψυχή κ.ά., συχνά ιδιότυπες, ασκούν γοητεία έως και σήμερα. Τα ερωτήματά τους για το πεπερασμένο του ανθρώπου και η αγωνία για τον θάνατο ήταν ήδη κεντρικά θέματα της ποίησης και δεν έμεναν αναπάντητα. Τους απασχόλησαν ακόμη και ζητήματα ηθικής και πολιτικής φιλοσοφίας, χωρίς ωστόσο αυτά να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των ενδιαφερόντων τους.

Η Ανάπτυξη

Η εξέλιξη που οδήγησε στη γένεση της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας τον 6ο αιώνα π.Χ. έχει χαρακτηριστεί, πολύ εκφραστικά, ως πέρασμα από τον μύθο στο λόγο. Ο μύθος υπήρξε ο πρώτος φορέας γνώσης για την ανθρωπότητα, υπήρξε το θεμέλιο πάνω στο οποίο η ανθρωπότητα άρχισε να αναπτύσσει τη δική της σκέψη. Μέσα από την παράδοση των μύθων υπήρχε η ερμηνεία για τη δημιουργία του κόσμου ή ορισμένων φυσικών φαινομένων που εμφανίζονταν σαν θεωρίες διατυπωμένες από συγκεκριμένους στοχαστές. Επίσης, η αυθεντία της παράδοσης που από μόνη της εγγυάται την ορθότητα των ερμηνειών, οδήγησε σε ενδείξεις και επιχειρήματα που διατυπώνονταν με λογική και συνέπεια.

Εξάλλου, η απρόσωπη και απομυθοποιημένη έκφραση είναι το αποφασιστικό βήμα για τη διατύπωση αφηρημένων εννοιών και γενικών κανόνων. Από την άλλη πλευρά, η παραστατική απεικόνιση της πραγματικότητας και ο μύθος δεν έλειψαν από τη φιλοσοφία ούτε στα πρώτα της ούτε στα προχωρημένα της στάδια. Οι μύθοι στον Πλάτωνα είναι ένα κλασικό παράδειγμα όπου συχνά, ιδίως στην πρώιμη ελληνική φιλοσοφία, δυσκολευόμαστε να ξεχωρίσουμε τη μεταφορική από την κυριολεκτική χρήση της γλώσσας και ιδιαίτερα στον ποιητικό στοχασμό που χρησιμοποιείται σαν μανδύας του μύθου. Η απομυθοποιημένη έκφραση, άλλωστε, δεν ήταν πάντοτε εγγύηση ορθολογικότητας και μη δογματισμού.

Από την εποχή της εμφάνισης των Ελλήνων φιλοσόφων πριν από 2,5 χιλιετίες στην αρχαία Ιωνία, στην ευρύτερη περιοχή μας, μεταξύ 600 π.Χ. και 450 μ.Χ., η έρευνα του ουρανού αλλάζει μορφή, λαμβάνει επιστημονικό χαρακτήρα και η μυθολογική ερμηνεία των ουράνιων φαινομένων αντικαθίσταται από την επιστημονική επανάσταση. Ακριβώς στην Ιωνία, αναπτύχθηκε η νέα αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το Σύμπαν είναι κατανοητό διότι έχει εσωτερική τάξη, διότι στη Φύση υπάρχουν κανονικότητες που επιτρέπουν την αποκάλυψη των μυστικών της και της λειτουργίας της.

Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτή η επανάσταση συνέβη στην Ιωνία και όχι σε κάποια από τις μεγάλες πόλεις της Ινδίας, Αιγύπτου, Βαβυλωνίας, Κίνας ή Μεσοαμερικής. Ίσως επειδή η Ιωνία είχε κάποια πλεονεκτήματα σαν νησιωτικό βασίλειο. Η απομόνωσή της, έστω και ατελής, βοήθησε στο να δημιουργηθεί μια ποικιλομορφία. Λόγω των πολλών νησιών της, χαρακτηριζόταν από μια ποικιλία πολιτικών συστημάτων. Δεν υπήρχε μία δύναμη που θα μπορούσε να επιβάλει κοινωνική και πνευματική ομοιομορφία σε όλα της τα νησιά. Αυτό είχε ως συνέπεια την ανάπτυξη της ελεύθερης έρευνας και της αναζήτησης, έτσι ώστε η τάση για τη δεισιδαιμονία της εποχής να μην αποτελεί πλέον πολιτική ανάγκη.

Σε αντίθεση με άλλους λαούς, οι Ίωνες βρίσκονταν στο σταυροδρόμι πολιτισμών και όχι στο κέντρο ενός πολιτισμού. Ήταν ακριβώς η Ανατολική Μεσόγειος, όπου οι μεγάλοι πολιτισμοί της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας, αλλά και της Αφρικής, Ασίας και Αιγύπτου συναντήθηκαν και αλληλοεπηρεάστηκαν μέσα σε ένα πνεύμα έντονης αντιπαράθεσης προκαταλήψεων, διαφορετικών γλωσσών, ιδεών και θεοτήτων. Έτσι, λοιπόν, εμφανίσθηκε η μεγάλη ιδέα. 'Aρχισε η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι μπορεί να υπάρξει η γνώση του κόσμου, χωρίς την εκ των προτέρων παραδοχή της ύπαρξης των πολλών θεών. Πως πρέπει να υπάρχουν αρχές, δυνάμεις και φυσικοί νόμοι που μπορούν να κατανοηθούν, χωρίς να είναι απαραίτητη η ερμηνεία της πτώσης ενός πουλιού, στην απευθείας παρέμβαση του Δία. Στην Ιωνία, λοιπόν, γεννήθηκε η επιστήμη που οδήγησε στην μεγάλη επανάσταση της ανθρώπινης σκέψης. Οι Ίωνες απέρριψαν εκείνες τις σκέψεις που στήριζαν την ερμηνεία γεγονότων πάνω στη δεισιδαιμονία και απελευθερώνοντας τη δύναμη της ίδιας της σκέψης έκαναν θαύματα.

Το γνωστό Ηραίο στη Σάμο είναι η πιο τρανή απόδειξη. Από τα αναθήματα που έχουν βρεθεί φαίνεται ότι η θρησκευτική επιρροή του ναού απλωνόταν σε όλη την Ελλάδα, τη Μικρά Ασία, μέχρι και την Αίγυπτο, συγκρίσιμη με την επιρροή του Μαντείου των Δελφών. Εκτός από τα αφιερώματα των Σαμίων και των άλλων Ελλήνων προς τη μεγάλη θεά, βρέθηκαν και αφιερώματα από την Κύπρο, την Αίγυπτο, ακόμη και από χώρες της Μ. Ασίας και της Μ. Ανατολής.

Μπορούμε να πούμε πως η απαρχή για την μεταστροφή - επανάσταση της σκέψης ήταν πως, ο άνθρωπος άρχισε να «σκέφτεται» με τα χέρια του, φτιάχνοντας τα πρώτα λίθινα εργαλεία του. Βελτιώνοντας τη διανοητική-ορθολογική του σκέψη, μέσα από την χειρωνακτική εργασία, το πείραμα, την παρατήρηση, άρχισε να οργανώνεται και να αναπτύσσεται φτιάχνοντας εργαλεία από κόκαλα, ξύλο, μέταλλα κ.α. με αποτέλεσμα την οργάνωση στην γεωργία, την κτηνοτροφία και την αγγειοπλαστική. Κάποιοι από τους λαμπρούς Ίωνες στοχαστές ήταν παιδιά ναυτικών, αγροτών, υφαντών, συνηθισμένα στη χειρωνακτική εργασία, σε αντίθεση με τους ιερείς και γραφείς των άλλων εθνών, οι οποίοι είχαν μεγαλώσει μέσα στην πολυτέλεια και ήταν απρόθυμοι να πειραματιστούν λερώνοντας τα χέρια τους.

Η περιοχή της Μιλήτου υπήρξε μια από τις πλέον ευημερούσες πόλεις της Μικράς Ασίας, καθώς και το λίκνο μιας πολύ μεγάλης φιλοσοφικής σχολής. Συχνά ερχόταν σε ρήξη με τους γειτονικούς Λυδούς, όμως, στα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα, ο τύραννος Θρασύβουλος, πέτυχε τη σύναψη μιας συνθήκης με τον Λυδό βασιλιά Αλυάττη. Όταν αργότερα ο Κροίσος, συνεχίζοντας την πολιτική του πατέρα του, κατέλαβε την Έφεσο, η Μίλητος διατήρησε τις παλιές καλές της σχέσεις με τους Λυδούς και έτσι δεν έγινε ποτέ υποτελής τους. Η Λυδία αποτελούσε κατά κάποιον τρόπο ένα προκεχωρημένο φυλάκιο του βαβυλωνιακού πολιτισμού κι επιπλέον ο Κροίσος είχε αναπτύξει σημαντικές σχέσεις με την Αίγυπτο.

Η Ιωνική ή Μιλησιακή Σχολή αντιπροσωπεύεται με τα ονόματα των Θαλή, Αναξίμανδρου και Αναξιμένη γεννημένοι και οι τρεις στην ιωνική πόλη της Μιλήτου, έχοντας σχέσεις δασκάλου προς μαθητή. Στο ερώτημα «Από τί έγινε ο Κόσμος;» ο Θαλής είπε ότι έγινε από νερό, υδρατμούς, από την ουσία του Σύμπαντος, πίστευε πως ο κόσμος είναι κατά κάποιον τρόπο ζωντανός και έμψυχος. Ο Αναξίμανδρος, αναζήτησε μιαν άλλη αρχή του κόσμου, ποιοτικά και ποσοτικά απροσδιόριστη, το άπειρο. Είδε τον παράγοντα κόσμο ως συμπλοκή μεταξύ αντίθετων ιδιοτήτων, με τις εξής τέσσερις ως πρωταρχικές –θερμό, ψυχρό, υγρό και ξηρό, σαν μια κυκλική πορεία του κόσμου. Ο Αναξιμένης, αναφέρθηκε στην «πρώτη ουσία» τον αέρα και εξήγησε όλες τις αλλαγές στον φυσικό κόσμο με την αραίωση και την πύκνωση του αέρα, τον οποίο θεωρούσε και ουσία της ανθρώπινης ψυχής. Εκεί τελούνται οι μεταβολές της πρωταρχικής ουσίας και δημιουργείται έτσι ο πολλαπλός μας κόσμος.

Οι Μιλήσιοι φιλόσοφοι ονομάστηκαν αργότερα φυσικοί ή φυσιολόγοι, που σημαίνει την πράξη του φύναι, δηλαδή τη γένεση και ανάπτυξη των πραγμάτων. Ενδιαφέρθηκαν να ερευνήσουν το πρόβλημα της φυσικής πορείας των πραγμάτων, της γένεσης και της ανάπτυξής τους καθώς και άλλα επιμέρους επιστημονικά προβλήματα από τη περιοχή της αστρονομίας και μετεωρολογίας, της βιολογίας και φυσιολογίας, της ζωογονίας και ανθρωπογονίας, της γεωργίας και ιστορίας.

Η καθαυτή προσωκρατική φιλοσοφική σκέψη αρχίζει στην Ιωνία και ο πρώτος στοχαστής και επιστήμονας που θεμελιώνει την ιωνική σκέψη είναι ο Αναξίμανδρος και αυτό γιατί ο Θαλής, θεωρείται ο πρώτος φιλόσοφος και συγκαταλέγεται μέσα στους σοφούς. Ακολουθεί η Έφεσος, όπου το ιωνικό πνεύμα πλουτίζεται από τη δαιμόνια σκέψη του Ηράκλειτου με διαφορετικό προσανατολισμό. Περνώντας προς τα δυτικά του ελληνικού κόσμου στη Νότια Ιταλία και τη Σικελία ο Πυθαγόρας εκφράζει μια αλλαγή στον προσανατολισμό και στο περιεχόμενο του ελληνικού στοχασμού. Παρόλο που ο Ηράκλειτος εναντιώθηκε στον Πυθαγόρα, το πυθαγόρειο πνεύμα επέδρασε πάνω του αλλά και στον Ξενοφάνη, τον Παρμενίδη, τον Εμπεδοκλή και τον Αναξαγόρα. Ακολουθούν τα 'Aβδηρα στη Θράκη με τον Δημόκριτο και τον Πρωταγόρα, καθώς και οι πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας με τους Ελεάτες και τον Εμπεδοκλή.

Με την ανάπτυξη και το εύρος που απέκτησε η Φιλοσοφία ακολούθησε η διαίρεσή της στους ακόλουθους κλάδους:

Ηθική, ο τομέας της Φιλοσοφίας που διερευνά αρχικά ποιός είναι ο καλύτερος τρόπος να ζει ο άνθρωπος, και δευτερευόντως, διερευνά το κατά πόσον μια τέτοια ερώτηση μπορεί πράγματι να απαντηθεί.

Αισθητική, ο τομέας που ασχολείται με τη μελέτη και αντίληψη της ομορφιάς, της Τέχνης, της αναψυχής, θεμάτων γούστου και αισθημάτων, γενικώς με τον ορισμό του ωραίου, του αρμονικού και των αντιστρόφων τους.

Γνωσιολογία, ο κλάδος που διερευνά τα όρια, την προέλευση και την ποιότητα της ανθρώπινης γνώσης.

Μεταφυσική, ο τομέας που ασχολείται με το επέκεινα, με εκείνο που η εμπειρία δεν μας αποκαλύπτει. Μελετά τη φύση της πραγματικότητας, περιλαμβάνοντας τη σχέση μεταξύ νου και σώματος, ουσίας, γεγονότος και αιτίας. Δεν πρέπει να την συγχέουμε με εξω-επιστημονικούς κλάδους όπως η Παραφυσική.

Επιστημολογία, ο τομέας που ασχολείται με τη φύση και το σκοπό της γνώσης, καθώς και αν η γνώση είναι δυνατή. Μεταξύ των κεντρικών προβληματισμών της είναι και οι φιλοσοφικές προκλήσεις που θέτει ο Σκεπτικισμός και οι σχέσεις μεταξύ αλήθειας, πίστης και αιτιολόγησης.

Πολιτική Φιλοσοφία, είναι η μελέτη των θεσμών διακυβέρνησης και των σχέσεων ατόμων καθώς και οικογενειών και φατριών με κοινότητες, όπως το κράτος. Περιλαμβάνει ερωτήματα για τη δικαιοσύνη, το νόμο, την περιουσία, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. Η Πολιτική Φιλοσοφία και η Ηθική αποτελούν παραδοσιακά αλληλένδετους τομείς, καθώς και οι δύο περιστρέφονται γύρω από το ερώτημα του τί είναι καλό και πώς πρέπει να διαβιούν οι άνθρωποι με σκοπό τη συνεχή προαγωγή των ανθρώπινων κοινωνιών.

Λογική, είναι η μελέτη των έγκυρων διαλεκτικών φορμών. Ξεκινώντας στα τέλη του 19ου αιώνα, μαθηματικοί όπως ο Γκότλομπ Φρέγκε εστίασαν στη μαθηματική προσέγγιση της Λογικής, η οποία σήμερα χωρίζεται σε περισσότερους κλάδους.

Φιλοσοφία της Γλώσσας, είναι αυτή που ερευνά θέματα της φύσης, καταγωγής και χρήσης της γλώσσας.

Φιλοσοφία της Θρησκείας, ο κλάδος της Φιλοσοφίας που ασχολείται με τη μελέτη προβλημάτων της θρησκείας.

Όλοι οι παραπάνω κλάδοι διαιρούνται σε αρκετές υποενότητες, καλύπτοντας έτσι μια τεράστια θεματική που απλώνεται σε όλο το εύρος του σύγχρονου επιστημονικού κόσμου, είτε πρόκειται για Θετικές, είτε για Θεωρητικές, είτε για Τεχνολογικές επιστήμες.

Μπορούμε να δεχθούμε πως η προσωκρατική σκέψη προσέφερε τα πρώτα πηγαία φιλοσοφικά και επιστημονικά αγαθά με τα οποία τράφηκε και αναπτύχθηκε το δυτικό πνεύμα ως τα τέλη τουλάχιστον του 19ου αιώνα. Ουσιαστική σημασία έχει η λειτουργία του φιλοσοφείν, η ένταση και η παρωθητική δύναμη μιας φιλοσοφίας με ένα πνεύμα πηγαίο, κινητικό και πλαστικό. Η προσωκρατική σκέψη έχει καταρχήν τη γοητεία του πρωτόφαντου και του θεμελιακού. Ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι κάποια στιγμή θα μετασχηματιστούν ριζικά οι βασικές μας θεωρήσεις για τον κόσμο, οι πρώτες καταβολές του φιλοσοφείν θα διατηρήσουν τη σημασία τους.

Οι προσωκρατικοί προσπάθησαν πρώτοι να εξηγήσουν τον κόσμο όχι με μύθους και όρους παράδοσης, αλλά με θεωρίες και επιχειρήματα. Οικοδόμησαν ταυτόχρονα τη φιλοσοφική γλώσσα, την επιστημονική ορολογία και τον κριτικό λόγο. Κοινό χαρακτηριστικό των στοχαστών που ακολουθούν είναι η επιδίωξη εναρμόνισης της πραγματικότητας και των κοσμικών μεταβολών που καθορίζουν την κοσμική κίνηση και εξέλιξη.

Μέσα από όλες τις διαφορές των φιλοσοφικών ρευμάτων και την εφαρμογή τους, υπήρχε ένα κοινό μοναδικό στοιχείο, η αναζήτηση, η αναζήτηση της αλήθειας για την αρχή, την απαρχή του όλου. Μέσα από έναν πλούτο πνεύματος, μέσα από τη δημιουργική φαντασία και την κοσμική δικαιοσύνη βρήκαν ευνοϊκές συνθήκες ανάπτυξης σε χώρο ελεύθερου διαλόγου, ελεύθερου συναγωνισμού ιδεών, θεμελιώνοντας την ορθολογική εξήγηση του κόσμου. Ήταν ό,τι πιο ξεχωριστό, αποφασιστικό και εκπληκτικό συνέβη στην ιστορία της ευρωπαϊκής σκέψης που οδήγησε στην υποδομή της δικής μας σκέψης.

Το να είναι κανείς φιλόσοφος έχει πάνω από όλα να κάνει με το να γίνει καλύτερος, γιατί ο λόγος είναι φιλοσοφικός μόνο στο βαθμό που μετασχηματίζεται σε τρόπο ζωής γεμάτος από πνευματική έκφραση που οδηγεί στην αλλαγή της ψυχής. Το να ζει σύμφωνα με τις φιλοσοφικές του πεποιθήσεις ήταν μέρος της φιλοσοφίας του. Μια μορφή άσκησης του φιλοσοφικού τρόπου ζωής ήταν και ο διαλογισμός, που κατά κάποιο τρόπο είναι ένας διάλογος του φιλόσοφου μόνου απέναντι στον εαυτό του. Είναι μια πνευματική πρακτική άσκηση όπου μαρτυρά την προσωπική πορεία συνειδητοποίησης του φιλοσόφου που είναι για αυτόν ένα μέσο για να αλλάξει και να επηρεάσει ο ίδιος τον εαυτό του, συνυφασμένη πάντα με την φιλοσοφική ζωή.

Ένας φιλόσοφος δεν λειτουργεί μαζεύοντας βιβλία στη βιβλιοθήκη του, ο φιλόσοφος, μαζεύει «γιατί». Αυτά είναι η περιουσία του. Καταλαβαίνει ότι είναι στο σωστό δρόμο όταν συνειδητοποιεί ότι οι ερωτήσεις που θέτει είναι σημαντικότερες από τις απαντήσεις. Αυτές είναι το καύσιμο της ύπαρξής του, και κάθε απάντηση είναι ένα μικρό τέλος και μια καινούργια αρχή.

Έρως και Πάθος: Τα Όρια της Αγάπης και του Πόνου

Aπό την πείρα μου, έμαθα ότι η κατάσταση της μόνιμης ανάγκης, το αίσθημα της έλλειψης που μας ωθεί στην αναζήτηση του άλλου για την αποκατάσταση της ολότητας, αντιπροσωπεύει για τον άνθρωπο μια συνεχή υπόσχεση για διαφοροποίηση και αλλαγή. Όλοι όσοι έχουν την τύχη να ερωτευτούν, συνειδητοποιούν τη μεταμόρφωση που έχει συντελεστεί όταν βγουν από τη συγκεκριμένη ερωτική εμπειρία, ενώ όσο διαρκεί απλώς τη διαισθάνονται.

Πρέπει να πούμε όμως ότι χρειάζεται και λίγο θάρρος, γιατί η υπόσχεση για πλήρωση κρύβει και τον κίνδυνο της αποτυχίας. Μπορεί τη δεδομένη στιγμή να προκύψει κάτι που θα παρεμποδίσει τη μεταμόρφωσή μου και τότε ο άλλος, από «ζωντανή υπόσχεση» γίνεται ζωντανή μαρτυρία της αδυναμίας μου να μεταμορφωθώ. Αυτό είναι και το πιο ανησυχητικό σημείο, γιατί η διάψευση της στιγμιαίας, έστω, ελπίδας για αλλαγή, είναι βαριά κληρονομιά. Πρέπει λοιπόν να μάθουμε να αντέχουμε τη στέρηση.

Πιστεύω πως η αποδοχή της έλλειψης είναι ένα άλλο δομικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Όλη μας η ζωή είναι ένας αγώνας για να συλλάβουμε εκείνο το κάτι που μας διαφεύγει και για να μπορέσουμε να αγωνιστούμε πρέπει να μάθουμε να κουβαλάμε στις πλάτες μας το βάρος της απουσίας του άλλου.

Πιστεύω πως καμιά θεραπεία, καμιά εμπειρία δεν βοηθάει να απαλλαγούμε από το βάρος του κενού που ο έρωτας υπόσχεται να γεμίσει. Όταν πιστέψουμε ότι το κενό έχει απαλειφθεί, το πιο πιθανό είναι ότι ξεγελούμε τον εαυτό μας.

Πραγματικά, όσο κι αν ο άλλος ανταποκρίνεται στην επιθυμία μας, η ανάγκη για ολότητα είναι τόσο μεγάλη που τίποτε δεν μπορεί να την ικανοποιήσει πραγματικά. Το πεπρωμένο πάνω στο οποίο δομείται η ζωή μας, είναι να μάθουμε να υπομένουμε τη στέρηση και την απογοήτευση για τον άνθρωπο που έχουμε κοντά μας. Όποιος κι αν είναι αυτός, ό,τι κι αν αντιπροσωπεύει ή έχει αντιπροσωπεύσει για μας, εκφράζει μια απουσία.

Μπορούμε να πούμε ότι κάθε ερωτική διάσταση φέρνει επί σκηνής ένα μύθο. Κάθε φορά που βιώνουμε μια τέτοια εμπειρία, «σκηνοθετούμε» κάτι: τη χαμένη ολότητα που παραπέμπει σε πρώιμες στιγμές της ύπαρξής μας ή τη λεγόμενη επιθυμία πλήρωσης και –γεγονός ακόμη πιο οδυνηρό-την ετοιμότητά μας να ανανεώσουμε αυτήν την αίσθηση του κενού.

Αν η επιθυμία είναι εξ ορισμού ανικανοποίητη, όταν αγαπούμε ξανανιώθουμε έντονα το αίσθημα της μοναξιάς. Μέσα μας υπάρχει μια τάση προς την ολότητα, προς την τελειότητα, σε σημείο που για κάποιους ανθρώπους, για τους μυστικιστές λόγου χάρη, η ιδανική αγάπη στρέφεται προς το φαντασιακό Θεό και όχι προς τα επίγεια πλάσματα. Με λύπη φτάνουμε σε τέτοια συμπεράσματα, γιατί είναι σαφές ότι μοιραία προσπαθούμε να έχουμε αυταπάτες. Εκ των πραγμάτων όμως η ερωτική διάσταση είναι μια εμπειρία απουσίας και η απουσία συνδέεται με τη νοσταλγία.

Νομίζω ότι η νοσταλγία και το αίσθημα απουσίας του άλλου συμπίπτουν με το νόημα της ζωή μας. Είναι σαν να νιώθουμε διαρκώς ανικανοποίητοι, ανεξάρτητα από το τι έχουμε επιτύχει. Ενώ αυτό που μας κινητοποιεί είναι το αίσθημα του απεριόριστου, εκείνα που αποκτάμε είναι πεπερασμένα κι έτσι, ακόμη και τη στιγμή που κοιταζόμαστε στα μάτια με τον άνθρωπο που αγαπούμε, διαβάζουμε στα βλέμματά μας τη νοσταλγία.

Και στη ζωή και στην ερωτική διάσταση, η ανάγκη μάς σπρώχνει μπροστά, αλλά η αναζήτηση δεν τελειώνει ποτέ, γιατί όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, δεν μπορεί να εκπληρώσει τις προσδοκίες μας. Ο άνθρωπος στην αδιάκοπη περιπλάνησή του, όμοια με του Οδυσσέα, παραμένει αιωνίως πικραμένος από την εμπειρία του, αλλά το ανικανοποίητο είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει για να ωριμάσει. Ξέρουμε πως η προσωπικότητά μας αναπτύσσεται μόνο υπό την ώθηση αυτού που μας λείπει. Η ενηλικίωση συνδέεται και με την τεράστια επιθυμία να αποκτήσουμε αυτό που όταν ήμαστε παιδιά μάς ήταν απαγορευμένο.

Θα έλεγα ότι, από μια άποψη, είμαστε τυχεροί που η διάσταση της παιδικότητας δεν εξαλείφεται εντελώς. Αυτό το αιώνιο, το παιδικό ανικανοποίητο μας επιτρέπει, ή μάλλον μας «αναγκάζει» να είμαστε διαφορετικοί.

Αυτό που, μ’ άλλα λόγια, εκφράζεται με την ετοιμότητα να δεχτούμε καινούργιες ιδέες κι απρόβλεπτες καταστάσεις, μας δίνει και τη δυνατότητα για νέες ανακαλύψεις.

Όταν δεν μπορούμε να δεχτούμε την απουσία του άλλου, τότε ενεργοποιείται η φαντασία μας. Αρχίζουμε να νιώθουμε την ανθρώπινη διάστασή μας, βλέπουμε ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε εντελώς καινούργια πράγματα που δεν θα είχαμε υποψιαστεί καν ότι υπήρχαν, αν είχαμε μείνει με την αυταπάτη ότι η ανάγκη είχε εκπληρωθεί.

Να γιατί οι ερωτικές σχέσεις είναι τόσο επώδυνες. Να γιατί δεν υπάρχει σχέση που να μην μας εμποδίζει να νιώσουμε ότι μπορούμε να ωριμάζουμε και δεν υπάρχει ερωτική σχέση που να μην είναι φορτισμένη με πόνο.

Ακόμη κι όταν νομίζουμε πως είμαστε ικανοποιημένοι, κατά βάθος ξέρουμε πως αυτό είναι αυταπάτη. Κάτι υπάρχει που διαψεύδει τις προσδοκίες μας, νιώθουμε αόριστα ότι η απατηλή εκείνη ικανοποίηση μας εμποδίζει να μεγαλώσουμε πραγματικά. Ο έρωτας που προσφέρουμε και ο έρωτας που αρνούμαστε είναι επώδυνη όσο και γόνιμη πηγή δυσαρέσκειας.

Ο Νοβάλις έλεγε ότι η πλάνη είναι κάτι θεμελιώδες για την ψυχή μας. Πρέπει να μπορούμε να έχουμε αυταπάτες, γιατί μόνο μέσα από τα λάθη βαδίζουμε προς εκείνο που ονομάζουμε «αλήθεια».

Αν δεν ονειρευόμαστε καθώς βιώνουμε την ερωτική μας διάσταση, η πραγματικότητά μας ως όντα που παίρνουν υποκειμενική θέση απέναντι στον άλλο δε θα μπορέσει να βγει στην επιφάνεια, γιατί θα νομίζουμε για αληθινό και πραγματικό κάτι που δεν είναι. Η μόνη περιοχή στην οποία μπορούμε να αναγνωρίζουμε με αυθεντικό τρόπο τον εαυτό μας είναι η ψυχική μας ατομικότητα που δημιουργεί την πραγματικότητα του έρωτα.

Το χάρισμα και το προνόμιο του ποιητή είναι να δέχεται τις αντιφάσεις της ζωής και του εαυτού του, ενώ ο άνθρωπος της επιστήμης, ως γνωστόν, δεν επιτρέπει στον εαυτό του τέτοια πολυτέλεια. Όσο για μας που έχουμε επιλέξει τη διερεύνηση της ψυχικής ζωής, η αντίφαση είναι ένα σταθερό και βαθιά ριζωμένο στοιχείο στο ίδιο το αντικείμενο της μελέτης μας, την πραγματικότητα της ψυχικής ζωής.

Ο άνθρωπος έρχεται διαρκώς αντιμέτωπος με την «αμφιθυμία», δηλαδή την αντιφατικότητα των αισθημάτων. Εκφράσεις όπως «θέλω και δεν θέλω», «σε μισώ και σ’ αγαπώ», «με έλκεις και με απωθείς», είναι οι μόνες που μπορούν να περιγράψουν σωστά μεγάλο μέρος της συναισθηματικής μας ζωής.

Η ιδανική κατάσταση για να καταλάβουμε καλύτερα έναν άνθρωπο, να γνωρίσουμε βαθύτερα την ψυχολογία του, δεν είναι τόσο το πώς αντιδρά σε ακραίες καταστάσεις έντασης και άγχους που συντελούν στο να «πέσουν οι μάσκες», όσο το πώς δέχεται το γεγονός ότι ο έρωτας τον καθιστά τρωτό.

Η περιοχή των αισθημάτων είναι η πιο δύσκολη και το πρόβλημα που περισσότερο μας ανησυχεί είναι η σοβαρή εμπλοκή μας. Εμπλοκή που σημαίνει συμμετοχή στην εσωτερική ζωή ενός άλλου ανθρώπου, τη στιγμή που ακριβώς μια παρόμοια εμπειρία από το μακρινό παρελθόν μας, ξεχασμένη ίσως, άφησε το στίγμα της, μας «εμβολίασε», μας κατέστησε κατά κάποιο τρόπο απρόσβλητους, μη διαθέσιμους.

Μια αποτύπωση στο χώρο των συναισθημάτων μάς έσπρωξε να ζούμε κάτω από τον αστερισμό του πανικού όλες τις επόμενες αισθηματικές εμπειρίες και μας έμαθε μια για πάντα ότι η μόνη σωτηρία –ακριβώς όπως εκείνη της πρώτης φοράς- είναι να αποκτήσουμε «ψυχολογική αυτονομία».

Κάθε φορά που παρασυρόμαστε σοβαρά σε μια βαθιά σχέση, γευόμαστε το δίχως άλλο τη μοναξιά και διαβλέπουμε πως η μόνη σωτηρία μας είναι μια περαιτέρω ψυχική εξέλιξη που οδηγεί ακριβώς στην ψυχική ανεξαρτησία.

Που όσο κι αν η τελευταία είναι επιθυμητή, έχει πολύ υψηλό τίμημα, αφού προϋποθέτει την απώλεια κάθε αυταπάτης για την ίδια τη σχέση. Όταν φτάσει κανείς σ’ αυτήν τη μορφή ωριμότητας, ξέρει ότι δεν πρέπει να περιμένει τίποτε πλέον από τους άλλους.

Μπροστά το υπαρξιακό αδιέξοδο μόνο μία στάση υπάρχει: εκείνη που μας επιτρέπει να δημιουργούμε διαρκώς τη ζωή μας. Στην πραγματικότητα είμαστε ελεύθεροι μόνο όταν δεχτούμε την πιθανότητα να παραμείνουμε για πάντα ανικανοποίητοι.

Όταν, ενήλικες πλέον, κάνουμε το «γύρο του κόσμου» για να ξαναβρούμε την καρδιά μας και να δώσουμε περιεχόμενο στην ψυχική μας ζωή, αυτό που μας περιμένει δεν είναι η Εδέμ, αλλά οι αντιφάσεις και οι δυσκολίες της επίγειας ζωής.

Θα έλεγα ότι προσεγγίζουμε το «παράδοξο», την ικανότητα να καταλάβουμε πράγματα που πριν μας ήταν αδιανόητα. Πρόκειται για μια οριακή κατάσταση όπου ο κόσμος γίνεται πιο διάφανος.

Γι’ αυτό οι σοφοί προς το τέλος της ζωής τους αποτραβιούνται στη μοναξιά. Δεν έχει όμως νόημα να αποτραβηχτούμε στα βουνά, αν δεν έχουμε περάσει πρώτα από τα παράδοξα και τις αντιφάσεις αυτού του κόσμου.

Το σημαντικό στη διάρκεια του ταξιδιού είναι ο τρόπος με τον οποίο καταφέρνουμε να δώσουμε νόημα σε όλα αυτά, μέσα από έναν ευανάγνωστο κώδικα και μια κατανοητή γλώσσα. Τότε το «παράδοξο» γίνεται κυρίαρχος παράγοντας και φορέας της ίδιας της ζωής.

Η αναγνώριση των γνωστικών διαστρεβλώσεων

Η Γνωστική Θεραπεία αναπτύχθηκε από τον Aaron T. Beck στο πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια στις αρχές του 1960 ως μια δομημένη βραχεία και προσανατολισμένη στο παρόν ψυχοθεραπεία για την κατάθλιψη, με στόχο την επίλυση των τρεχόντων προβλημάτων και την τροποποίηση του δυσλειτουργικού τρόπου σκέψης και συμπεριφοράς. Έκτοτε ο Beck καθώς και πολλοί άλλοι έχουν προσαρμόσει με επιτυχία τη θεωρία αυτή σε έναν πολύ μεγάλο αριθμό ψυχιατρικών διαταραχών και πληθυσμών.

Οι προσαρμογές αυτές έχουν αλλάξει την εστίαση, τις τεχνικές και τη διάρκεια της θεραπεία, αλλά οι θεωρητικές βάσεις για την εφαρμογή της γνωστικής θεραπείας έχουν παραμείνει σταθερές. Εν συντομία, το γνωστικό μοντέλο προτείνει ότι οι διαστρεβλωμένες ή δυσλειτουργικές σκέψεις (οι οποίες επηρεάζουν τη διάθεση και τη συμπεριφορά του ασθενούς) είναι κοινές σε όλα τα ψυχολογικά προβλήματα. Η ρεαλιστική αξιολόγηση και η τροποποίηση των σκέψεων αυτών έχουν ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της διάθεσης και της συμπεριφοράς. Τέλος, η σταθερή βελτίωση προκύπτει από την τροποποίηση των υποκειμένων δυσλειτουργικών πεποιθήσεων.

Χαρακτηριστικά λάθη στη σκέψη περιλαμβάνουν:

  • Σκέψη του όλα ή τίποτα (ή σκέψεις μαύρου-άσπρου ή πολωμένος ή διχοτόμος τρόπος σκέψης ) Βλέπεις μια κατάσταση σε δυο μόνο κατηγορίες και όχι ως ένα συνεχές.
  • Καταστροφολογία (ή πρόβλεψη του μέλλοντος) Προβλέπεις το μέλλον αρνητικά, χωρίς να λαμβάνεις υπόψη άλλα, πιο πιθανά αποτελέσματα.
  • Απόρριψη (ή ακύρωση) του θετικού. Πιστεύεις αδικαιολόγητα, ότι οι θετικές εμπειρίες, πράξεις και ικανότητες δε μετράνε.
  • Συναισθηματική λογική: Σκέφτεσαι ότι κάτι πρέπει να είναι αληθινό επειδή το ¨νοιώθεις¨ (στην πραγματικότητα το πιστεύεις) τόσο έντονα, αγνοώντας ή ακυρώνοντας τις ενδείξεις που υποστηρίζουν το αντίθετο.
  • Ετικετοποίηση: Βάζεις απόλυτες και γενικές ετικέτες στον εαυτό σου ή στους άλλους, χωρίς να υπολογίζεις πως οι ενδείξεις μπορεί λογικά να οδηγούν σε λιγότερο καταστροφικά συμπεράσματα.
  • Μεγέθυνση/σμίκρυνση: Όταν αξιολογείς τον εαυτό σου, κάποιο άλλο άτομο ή μια κατάσταση, μεγεθύνεις αδικαιολόγητα τα αρνητικά και /ή σμικρύνεις τα θετικά.
  • Ψυχικό φίλτρο ( ή επιλεκτική αφαίρεση ): Δίνεις υπερβολική σημασία σε μια αρνητική λεπτομέρεια, αγνοώντας τη συνολική εικόνα.
  • Το διάβασμα της σκέψης: Πιστεύεις ότι γνωρίζεις τι σκέφτονται οι άλλοι, αποτυγχάνοντας να δεις άλλες, περισσότερο πιθανές εναλλακτικές υποθέσεις.
  • Υπεργενίκευση: Καταλήγεις σε ένα αρνητικό συμπέρασμα που πηγαίνει πολύ πέρα από τη συγκεκριμένη κατάσταση.
  • Προσωποποίηση: Πιστεύεις ότι οι άλλοι συμπεριφέρονται αρνητικά εξαιτίας σου, χωρίς να σκέφτεσαι περισσότερο εύλογες εξηγήσεις για τη συμπεριφορά τους.
  • Προτάσεις του ¨πρέπει¨ (ή προστακτικές). Έχεις μια συγκεκριμένη και άκαμπτη ιδέα για το πώς πρέπει εσύ ή οι άλλοι να φέρονται και υπερεκτιμάς το πόσο κακό είναι να μην εκπληρώνονται αυτές οι προσδοκίες.
  • Σωληνοειδής όραση: Βλέπεις μόνο τις αρνητικές πλευρές μιας κατάστασης.

Το γνωστικό μοντέλο δηλώνει ότι η ερμηνεία μιας κατάστασης (παρά η κατάσταση καθαυτή), που συχνά εκφράζεται με αυτόματες σκέψεις, επηρεάζει τα συνακόλουθα συναισθήματά μας, τη συμπεριφορά μας και τη σωματικής μας απάντηση. Φυσικά, κάποια συγκεκριμένα γεγονότα μπορούν να αναστατώσουν σχεδόν τον καθένα , π.χ. μια προσωπική επίθεση, απόρριψη ή αποτυχία. Άνθρωποι με ψυχολογικές διαταραχές όμως συχνά παρερμηνεύουν ουδέτερες ή ακόμη και θετικές καταστάσεις και με αυτό τον τρόπο οι αυτόματες σκέψεις τους είναι μεροληπτικές (προκατειλημμένες). Η κριτική εξέταση των σκέψεών τους και η διόρθωση των σφαλμάτων στον τρόπο που σκέφτονται έχει συχνά σαν αποτέλεσμα να νοιώσουν καλύτερα. Ο θεραπευτής προσπαθεί μέσα από διάφορους τρόπους να επιτύχει μια γνωστική αλλαγή, αλλαγή του τρόπου σκέψης του ασθενούς, καθώς κα του συστήματος πεποιθήσεών του, έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια μόνιμη συναισθηματική και συμπεριφορική αλλαγή.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ: Εν Δυνάμει Πραγματικότητα

Βιώνουμε, σαν Συνείδηση, μία «Εν Δυνάμει Πραγματικότητα», όπου τα συμβάντα θα μπορούσαν να πάρουν οποιαδήποτε κατεύθυνση κι όχι μία αυστηρά καθορισμένη πορεία…

Η Συνείδηση, χωρίς αρχή και τέλος, είναι «Χώρος Ανοιχτός», σε κάθε αντιληπτική κατάσταση, και σε κάθε δυνατή εξέλιξη. Βιώνουμε, σαν Συνείδηση, μία «Εν Δυνάμει Πραγματικότητα», όπου τα συμβάντα θα μπορούσαν να πάρουν οποιαδήποτε κατεύθυνση κι όχι μία αυστηρά καθορισμένη πορεία. Δεν γνωρίζουμε πως και γιατί και πότε θα συμβούν έτσι ή αλλιώς τα πράγματα, αλλά όλες οι δυνατότητες υπάρχουν εξ’ αρχής.

Έτσι, όποια κατεύθυνση κι αν πάρουν τα «πράγματα» η νόηση μπορεί να δικαιολογήσει μέσα από τις λογική αρχή της αιτίας και του αποτελέσματος την εξέλιξη. Έτσι λοιπόν, η αιτιότητα δεν αναφέρεται στην πραγματικότητα που βιώνουμε, στην «Εν Δυνάμει Πραγματικότητα», αλλά στην ερμηνεία, στην δόμηση της εικόνας της πραγματικότητας, (στην εικόνα που σχηματίζουμε για την πραγματικότητα).

Η Συνείδηση είναι Ελεύθερη να πάει οπουδήποτε, να αντιδράσει προς όλες τις κατευθύνσεις, να απορροφηθεί σε συμβάντα, η να αναδυθεί προς το Είναι, προς την Υπερβατική Πραγματικότητα, δεν υπόκειται στο νόμο της αιτίας-αποτελέσματος. Η ερμηνεία όμως της πραγματικότητας μπορεί να δομηθεί με βάση την αρχή του νόμου της αιτίας και του αποτελέσματος.

Η αιτιότητα δεν μπορεί στην πραγματικότητα να εφαρμοσθεί ούτε σε άλλα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας, ή στην φυσική πραγματικότητα (στα έσχατα όριά της, στον μικρόκοσμο).

Ασφαλώς η Συνείδηση, για την Μεταφυσική, αποτελεί ένα «Ενιαίο Χώρο», όπου τα πάντα διαπλέκονται και σχετίζονται και αλληλεπιδρούν. Όμως μπορούν να εξελιχθούν «ελεύθερα», όχι σύμφωνα με ένα αυστηρό, τυφλό, ντετερμινισμό, (το ίδιο συμβαίνει και με την φυσική πραγματικότητα).

Η Συνείδηση είναι Αυτεξούσια, Αυτόνομη, και πέρα από την αιτιότητα, όσον αφορά την διάθεση της ύπαρξης της, έξω ή μέσα στον κόσμο, (όχι στην δράση της μέσα στον κόσμο)…

Η Συνείδηση είναι η Αρχή της Ύπαρξης, είναι το Κέντρο Αναφοράς της Ύπαρξης, κι ο Χώρος της Ύπαρξης (Εντός της Συνείδησης εκδηλώνονται όλα... ακόμα και η «ύλη»...)... Δεν υπάρχει τίποτα έξω. Συνεπώς η Συνείδηση είναι Αυτεξούσια, δεν καθορίζεται από τίποτα άλλο.

Η Συνείδηση βιώνει πολλές καταστάσεις ύπαρξης. Όταν παραμένει στον Χώρο της «Ιδίας Ύπαρξης», βιώνει το Άπειρο, το Άμορφο, το Απόλυτο... Όταν «παράγει» την «σκέψη» και τα παράγωγά της κι απορροφιέται σε αυτό το δημιούργημά της, έτσι που να αντιλαμβάνεται ότι είναι εντός του αντικειμενικού κόσμου, βιώνει μία άλλη κατάσταση ύπαρξης, την ατομική ύπαρξη εντός των αντικειμενικών κόσμων (κι εδώ συμπεριλαμβάνονται και οι μεταφυσικοί κόσμοι και ο φυσικός κόσμος)... Η Συνείδηση στην προκειμένη περίπτωση περιορίζεται αφ’ εαυτής κι όχι από κάποιο εξωτερικό παράγοντα...

Όταν η Συνείδηση στρέφεται προς τα έξω, προς τους αντικειμενικούς κόσμους, βιώνει την ύπαρξη μέσα στους αντικειμενικούς κόσμους, λειτουργεί σύμφωνα με κάποιους νόμους, και καθορίζει την δράση της με κάποια δεδομένα που επιβάλλονται από την φύση της σχέσης Συνείδησης-σώματος, αλλά και από την φύση του αντικειμενικού κόσμου και σώματος και εξασφαλίζουν την επιβίωσή της... Αυτός είναι φυσικός αυτοκαθορισμός κι όχι εξωτερικός περιορισμός...

Μέσα σε αυτό το δεδομένο πλαίσιο ύπαρξης, το Αυτεξούσιο (η Αυτονομία), νοείται σαν η Ελεύθερη Διάθεση της ύπαρξής μας. Βέβαια η Συνείδηση δεν μπορεί να μην λαβαίνει υπόψη της και το περιβάλλον (και τις συνθήκες) σε όλες τις διαστάσεις της, μέσα στα οποίο βρίσκεται μία συγκεκριμένη στιγμή. Συχνά, η «αδυναμία» της Συνείδησης, η σύγχυση, και το πιεστικό περιβάλλον, καθορίζει την δράση μας.

Καταρχήν η «αντίληψή μας για την πραγματικότητα», που αποτελεί το σύστημα αναφοράς και τον φορέα της δράσης μας, αν δεν εκτρέπεται της «αντικειμενικότητας» λόγω φυσικών δυσκολιών, συχνά παραμορφώνεται από «κοινωνικές» σκοπιμότητες. Οι ιδεολογίες, οι θρησκείες, οι προκαταλήψεις, οι πολιτικές συγκυρίες δυστυχώς συχνά καθορίζουν την δράση μας. Μετά κοινωνικές πραγματικότητες, οικονομικές σχέσεις, υλικές καταστάσεις, καθορίζουν επίσης την εξωτερική δράση μας. Συνεπώς η Αυτονομία γίνεται σχετική, εντός πλαισίου κι εντός συνθηκών και ορίων..

Από την άλλη μεριά βέβαια, δεν υπάρχει αυστηρός ντετερμινισμός που να προσδιορίζει τα πράγματα... Όλα είναι σχετικά, γιατί πάντα υπάρχουν επιλογές...

Η Συνείδηση είναι Αυτεξούσια, Αυτόνομη, και πέρα από την αιτιότητα, όσον αφορά την διάθεση της ύπαρξης της, έξω ή μέσα στον κόσμο, (όχι στην δράση της μέσα στον κόσμο). Οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να απορρίψει όλες τις κοσμικές διαδικασίες και να αναδυθεί στο Άπειρο... Όσο παραμένει απορροφημένη μέσα στην ατομική ύπαρξη εντός των κόσμων, του φυσικού κόσμου, θα λειτουργεί υπό όρους κι η δράση της θα καθορίζεται κι από άλλους παράγοντες...

Από όλα αυτά προκύπτει η αναγκαιότητα κι η χρησιμότητα της Αυτογνωσίας, όχι σαν «αυτογνωσία της παρούσας ύπαρξης», αλλά σαν κατανόηση των άπειρων δυνατοτήτων που πηγάζουν από την Φύση της Συνείδησης, και σαν «μεταμορφωτική πορεία» που μπορεί να μας οδηγήσει από την παρούσα ύπαρξη ως την Ολότητα...