9.3. Σαν μια πέτρα που κυλά
Πώς είναι; Να ᾽σαι μόνος σου, χωρίς σπίτι,
εντελώς άγνωστος, σαν μια πέτρα που κυλά;
Μπομπ Ντύλαν
Η κρίση της αθηναϊκής δημοκρατίας στο πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. και η εδραίωση της μακεδονικής κυριαρχίας στο δεύτερο μετέβαλαν σταδιακά, αλλά μάλλον οριστικά, τους όρους παραγωγής φιλοσοφίας. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες οι Κυνικοί και οι ελληνιστικές σχολές επαγγέλλονταν κυρίως ένα πράγμα: την παροχή ενός αισθήματος ασφάλειας, τη νοηματοδότηση της ζωής.
Όσο η πόλις έχανε τη σημασία της ως πηγή, θεμελίωση και μέτρο των αξιών, και τα ελληνιστικά βασίλεια ισχυροποιούνταν, ο πολίτης ένιωθε ότι τα κοινά αποφασίζονταν χωρίς τη συμμετοχή του, ότι η εξουσία είχε εκχωρηθεί στον μονάρχη, ότι η γνώση είχε σπάσει σε κομμάτια που δεν ήταν προσιτά σε όλους. Αν η συμμετοχή δεν είχε νόημα, αν το κράτος ήταν αδιάφορο και αν οι εξειδικευμένες γνώσεις παρουσίαζαν μια αποσπασματική εικόνα του κόσμου, τι έμενε στο άτομο; Πού θα έβρισκε ένα σημείο να στηριχθεί, όχι για να κινήσει τα πάντα (όπως επεδίωκαν οι επιστήμονες της εποχής), αλλά για να μπορέσει να ζήσει μια αξιοπρεπή ζωή και να καταφέρει να ευτυχήσει;
Μόνος εγγυητής έμενε στον άνθρωπο ο ίδιος του ο εαυτός. Γιατί, τι άλλο είναι δικό του; Η ιδιοκτησία και τα πλούτη; Οι συγγενείς και οι φίλοι; Οι γνωριμίες και η φήμη; Τίποτε από όλα αυτά, έλεγε ο Αντισθένης· λίγα από αυτά, έλεγαν μετριοπαθέστερα οι περισσότεροι. Ας δείξουμε (και ενίοτε ας επιδείξουμε) αδιαφορία προς τα εξωτερικά αγαθά, μια και δεν μπορούμε να τα εξασφαλίσουμε. Ούτε χρειάζεται να φανταζόμαστε ιδανικές πολιτείες και να αναλύουμε ποιο είναι το καλύτερο πολίτευμα, όπως έπραξαν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Η αλλαγή που χρειάζεται ξεκινά από το ίδιο το άτομο - αυτό είναι, εξάλλου, το σωκρατικό δίδαγμα.
Το μόνο που χρειαζόταν το άτομο, θα έψαχνε και θα το έβρισκε στον εαυτό του. Έργο θα ήταν «η επιμέλεια του εαυτού του». Σε αυτόν θα στήριζε τη ζωή του, σε αυτόν θα λογοδοτούσε. Τα ιδεώδη που προβλήθηκαν από τη φιλοσοφία δείχνουν τον ατομοκεντρικό χαρακτήρα των στόχων της: αὐτάρκεια, ἀταραξία, ἀπονία, ἀδιαφορία. Ο ατομικισμός θα συμβαδίσει με έναν νεοεμφανιζόμενο κοσμοπολιτισμό. Ο τόπος, η κατοικία του ανθρώπου δεν είναι ο γενέθλιος τόπος του: έρημη χώρα η πατρίδα του, έρημος σαν χώρα και ο ίδιος - το να μην έχει πατρίδα είναι το ίδιο με το να έχει πατρίδα όλο τον κόσμο.
Οὐχ εἷς πάτρας μοι πύργος, οὐ μία στέγη,
πάσης δὲ χέρσου καὶ πόλισμα καὶ δόμος
ἕτοιμος ἡμῖν ἐνδιαιτᾶσθαι πάρα.
Πατρίδα μου δεν είναι κάποιος πύργος ή κάποια στέγη.
Ολόκληρη η γη είναι πολιτεία και οικία
έτοιμη να στεγάσει τη ζωή μας.
Κράτης ο Κυνικός
(στον Διογένη Λαέρτιο 6.98)
Αρκετοί, ολοένα και περισσότεροι όσο προχωρούσε η Ελληνιστική εποχή, στρέφονταν στη θρησκεία. Όχι στην πολιτική θρησκεία με τις δημόσιες τελετές· περισσότερο στις λατρείες, στην προσωπική σχέση με κάποια θεότητα - όχι πλέον αποκλειστικά ελληνική, αλλά και εισαγόμενη από την Ανατολή ή την Αίγυπτο με τις αναγκαίες προσαρμογές επί το ελληνικότερον.
Η λατρεία της θεάς Τύχης δεν άνθισε τυχαία τα χρόνια εκείνα. Όμως και η φιλοσοφία έδινε ανάλογες υποσχέσεις στον άνθρωπο, τον εκτεθειμένο στις ιδιοτροπίες της τύχης. Σε μια εποχή που ο άνθρωπος κινδύνευε να τον εξορίσει η πολιτική εξουσία, να τον αιχμαλωτίσουν οι πειρατές και να τον πουλήσουν σκλάβο (ας θυμηθούμε μόνο τον Πλάτωνα) ο Διογένης αποτίμησε ως εξής το κέρδος του από τη φιλοσοφία: «Αν μη τι άλλο, τουλάχιστον είμαι έτοιμος να αντιμετωπίσω όλες τις μεταπτώσεις της τύχης» (στον Διογένη Λαέρτιο 6.63).
Όταν το άτομο αρχίζει να μην νιώθει ασφάλεια, όταν όλα όσα του προσέφεραν ασφάλεια (πατρίδα, πόλη, θεσμοί, αξίες) αλλάζουν, μπορεί να δελεαστεί ευκολότερα από τις υποσχέσεις που δίνουν τόσες λατρείες στους μυημένους, να ενταχθεί σε μια άλλου είδους κλειστή κοινότητα ή να απορρίψει τα νόμιματης πόλης του. Μπορεί όμως και να νιώσει ελεύθερο από κάθε εσωτερικό και εξωτερικό περιορισμό και να διακηρύξει με παρρησία, όπως ο Διογένης, το μανιφέστο ενός επιθετικού και αυτάρκους (αν όχι αυτάρεσκου) ατομικισμού. Ο ατομικισμός αυτός απομακρύνεται ωστόσο από τη σωκρατική διδασκαλία, η οποία διατηρούσε δεσμούς με τη ζωή της πόλης:
Ἄπολις, ἄοικος, πατρίδος ἐστερημένος,
πτωχός, πλανήτης, βίον ἔχων τοὐφ᾽ ἡμέραν.
Χωρίς πόλη, χωρίς σπιτικό, χωρίς πατρίδα,
ζητιάνος και πλανόβιος, ζω μέρα με τη μέρα.
(στον Διογένη Λαέρτιο 6.38)
Κυριακή 16 Αυγούστου 2026
Αριστοτέλης: Το αγαθό αποτελεί το «τέλος» όλων των πραγμάτων
"Κάθε τεχνική δεξιότητα [τέχνη] και κάθε γνωστική δραστηριότητα [έρευνα], παρόμοια και κάθε πράξη και κάθε διαδικασία επιλογής και προτίμησης έχει για στόχο της –κατά την παραδοχή όλων– κάποιο αγαθό. Σωστά, επομένως, είπαν για το αγαθό πως είναι αυτό που αποτελεί τον στόχο όλων των πραγμάτων.
∆εδομένου, τώρα, ότι υπάρχουν πολλών ειδών πράξεις και πολλών ειδών τέχνες και επιστήμες, δεν μπορεί παρά να είναι πολλά τα τέλη [οι σκοποί]· το τέλος π.χ. της ιατρικής είναι η υγεία, της ναυπηγικής το πλοίο, της στρατηγικής η νίκη, της διαχείρισης του σπιτικού ο πλούτος.
Αν λοιπόν πράγματι υπάρχει κάποιο τέλος σε όλες τις πράξεις μας, ένα τέλος που το θέλουμε γι' αυτό το ίδιο και όλα τα άλλα για χάρη του, και αν δεν επιδιώκουμε το καθετί για χάρη κάποιου άλλου πράγματος (γιατί τότε θα φτάναμε, βέβαια, στο άπειρο, με αποτέλεσμα η επιθυμία και η προσπάθειά μας να είναι κενή περιεχομένου και μάταιη), είναι φανερό ότι αυτό το τέλος είναι το αγαθό, και μάλιστα το υπέρτατο αγαθό.
∆ε θα πρέπει τότε να πούμε ότι η γνώση αυτού του υπέρτατου αγαθού έχει μια ιδιαίτερη βαρύτητα για τη ζωή μας, και ότι σαν τοξότες που έχουμε τον συγκεκριμένο στόχο, πετυχαίνουμε και εμείς μέσω αυτού ευκολότερα και αποτελεσματικότερα το πρέπον;"
Ἀριστοτέλης, Ἠθικά Νικομάχεια
Αν λοιπόν πράγματι υπάρχει κάποιο τέλος σε όλες τις πράξεις μας, ένα τέλος που το θέλουμε γι' αυτό το ίδιο και όλα τα άλλα για χάρη του, και αν δεν επιδιώκουμε το καθετί για χάρη κάποιου άλλου πράγματος (γιατί τότε θα φτάναμε, βέβαια, στο άπειρο, με αποτέλεσμα η επιθυμία και η προσπάθειά μας να είναι κενή περιεχομένου και μάταιη), είναι φανερό ότι αυτό το τέλος είναι το αγαθό, και μάλιστα το υπέρτατο αγαθό.
∆ε θα πρέπει τότε να πούμε ότι η γνώση αυτού του υπέρτατου αγαθού έχει μια ιδιαίτερη βαρύτητα για τη ζωή μας, και ότι σαν τοξότες που έχουμε τον συγκεκριμένο στόχο, πετυχαίνουμε και εμείς μέσω αυτού ευκολότερα και αποτελεσματικότερα το πρέπον;"
Ἀριστοτέλης, Ἠθικά Νικομάχεια
Εμπεδοκλής: Ποιος τάχα καυχιέται πως βρήκε το Όλο;
"Στενά τα όρια των δυνάμεων του ανθρώπου
και πολλά τα δεινά που στομώνουν τη σκέψη του.
Ένα τόσο δα κομμάτι της ζωής βλέπουν οι άνθρωποι όσο ζουν,
κι ύστερα, γοργοθάνατοι, πετούν σαν καπνός...
σίγουροι μόνο γι' αυτό που σύντυχε ο καθένας τους
καθώς πλανιούνται εδώ κι εκεί· ποιος τάχα καυχιέται πως βρήκε το Όλο;
Ένα τόσο δα κομμάτι της ζωής βλέπουν οι άνθρωποι όσο ζουν,
κι ύστερα, γοργοθάνατοι, πετούν σαν καπνός...
σίγουροι μόνο γι' αυτό που σύντυχε ο καθένας τους
καθώς πλανιούνται εδώ κι εκεί· ποιος τάχα καυχιέται πως βρήκε το Όλο;
Έλα τώρα και κοίτα καλά πόσο φανερό είν' το καθένα,
χωρίς ούτε την όραση να εμπιστεύεσαι πιο πολύ απ' την ακοή,
ούτε την πολυθόρυβη ακοή να βάζεις πιο πάνω απ' της γλώσσας τη σαφήνεια,
ούτε ν' αρνιέσαι την πίστη σου σε κάποιο άλλο όργανο
που πέρασμα είναι για τη νόηση, αλλ' άδραξε το καθετί όπως φανερώνεται."
Ἐμπεδοκλῆς, Περὶ φύσεως, απόσπ. 2, 3
χωρίς ούτε την όραση να εμπιστεύεσαι πιο πολύ απ' την ακοή,
ούτε την πολυθόρυβη ακοή να βάζεις πιο πάνω απ' της γλώσσας τη σαφήνεια,
ούτε ν' αρνιέσαι την πίστη σου σε κάποιο άλλο όργανο
που πέρασμα είναι για τη νόηση, αλλ' άδραξε το καθετί όπως φανερώνεται."
Ἐμπεδοκλῆς, Περὶ φύσεως, απόσπ. 2, 3
ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ: Μικρή λοιπόν η ζωή του καθενός
Πέταξε τα όλα, κράτησε μόνο τούτα τα λίγα· και να θυμάσαι ακόμη ότι καθένας ζει μόνο το παρόν -τούτο το ακαριαίο· τα άλλα ή τα έχει ζήσει πια ή είναι στη σφαίρα του άδηλου...
Στηρίζεται κι αυτή σε ανθρωπάκια που διαδέχονται το ένα το άλλο και που αύριο κιόλας θα πεθάνουν και δεν γνωρίζουν ούτε τον εαυτό τους, πολύ περισσότερο εκείνον που έχει πεθάνει από καιρό.
''πάντα οὖν ῥίψας ταῦτα μόνα τὰ ὀλίγα σύνεχε· καὶ ἔτι συμμνημόνευε, ὅτι μόνον ζῇ ἕκαστος τὸ παρὸν τοῦτο, τὸ ἀκαριαῖον· τὰ δ᾽ ἄλλα ἢ βεβίωται ἢ ἐν ἀδήλῳ. μικρὸν μὲν οὖν ὃ ζῇ ἕκαστος, μικρὸν δὲ τὸ τῆς γῆς γωνίδιον, ὅπου ζῇ· μικρὸν δὲ καὶ ἡ μηκίστη ὑστεροφημία, καὶ αὕτη δὲ κατὰ διαδοχὴν ἀνθρωπαρίων τάχιστα τεθνηξομένων καὶ οὐκ εἰδότων οὐδ᾽ ἑαυτούς, οὔτιγε τὸν πρόπαλαι τεθνηκότα''.
ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ, Τὰ εἰς ἑαυτὸν
Μικρή λοιπόν η ζωή του καθενός, μικρή και η γωνίτσα της γης όπου την ζει· μικρή ακόμη και η διαρκέστερη υστεροφημία:
Στηρίζεται κι αυτή σε ανθρωπάκια που διαδέχονται το ένα το άλλο και που αύριο κιόλας θα πεθάνουν και δεν γνωρίζουν ούτε τον εαυτό τους, πολύ περισσότερο εκείνον που έχει πεθάνει από καιρό.
''πάντα οὖν ῥίψας ταῦτα μόνα τὰ ὀλίγα σύνεχε· καὶ ἔτι συμμνημόνευε, ὅτι μόνον ζῇ ἕκαστος τὸ παρὸν τοῦτο, τὸ ἀκαριαῖον· τὰ δ᾽ ἄλλα ἢ βεβίωται ἢ ἐν ἀδήλῳ. μικρὸν μὲν οὖν ὃ ζῇ ἕκαστος, μικρὸν δὲ τὸ τῆς γῆς γωνίδιον, ὅπου ζῇ· μικρὸν δὲ καὶ ἡ μηκίστη ὑστεροφημία, καὶ αὕτη δὲ κατὰ διαδοχὴν ἀνθρωπαρίων τάχιστα τεθνηξομένων καὶ οὐκ εἰδότων οὐδ᾽ ἑαυτούς, οὔτιγε τὸν πρόπαλαι τεθνηκότα''.
ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ, Τὰ εἰς ἑαυτὸν
Πλωτίνος: Διότι μόνον αυτό το μάτι βλέπει τη μεγάλη Ομορφιά.
Κατά τον Πλωτίνο το ωραίο δεν αποτελεί ιδιότητα των αντικειμένων που οφείλεται στη συμμετρία ή άλλα χαρακτηριστικά τους, αλλά συνέπεια της βαθύτερης σχέσης που αυτά έχουν με τα ιδεατά τους πρότυπα.
Στην ψυχή που αναγνωρίζει αυτή τη βαθύτερη σχέση δημιουργείται έρωτας προς τα ίδια τα ιδεατά πρότυπα ως σύνολο (το Ωραίο δεν είναι συνεπώς ανάμνηση μιας ιδιαίτερης Ιδέας αλλά όλων των Ιδεών).
Η ψυχή ανάγεται από το "ωραίο" αντικείμενο στο νοητό του πρότυπο και από εκεί στην υπέρτατη αρχή που είναι το Αγαθό. Ο Πλωτίνος προτρέπει τον αναγνώστη να "απεκδυθεί" το σώμα και να δει με το "μάτι της ψυχής" το Ωραίο και το Αγαθό. Η δυνατότητα αυτή της θέασις επιτυγχάνεται μέσω της αρετής. «Ας φύγουμε για την αγαπημένη μας πατρίδα!», να η πιο σωστή συμβουλή.
- Ποιος είναι λοιπόν ο δρόμος της φυγής και πώς θα τον ακολουθήσουμε;
-Θα ξανοιχτούμε, όπως -καθώς, αλληγορικά μου φαίνεται, λέει ο ποιητής- ο Οδυσσέας από τη μάγισσα Κίρκη ή την Καλυψώ, ο οποίος δεν αρκέστηκε να παραμείνει εκεί, παρ᾽ όλο που είχε ηδονές των ματιών και βρισκόταν ανάμεσα σε πολλή αισθητή ομορφιά. Η πατρίδα μας, απ᾽ όπου ήρθαμε, κι ο πατέρας μας είναι εκεί.
- Ποια είναι λοιπόν η ρότα μας κι ο τρόπος για να φύγουμε;
- Δεν χρειάζεται να περπατήσουμε· γιατί τα πόδια μας πάνε μόνο στα διάφορα μέρη της γης, από χώρα σε χώρα. Ούτε χρειάζεται να φτιάξεις κανένα αμάξι με άλογα ή κάποιο θαλάσσιο μέσο, αλλά πρέπει να τα εγκαταλείψεις όλα αυτά και να μην τα βλέπεις· και «κλείνοντας τα μάτια» άλλαξε την όρασή σου και ξύπνα μιαν άλλη, που ενώ την έχουν όλοι, λίγοι τη χρησιμοποιούν.
- Τι λοιπόν βλέπει η εσωτερική εκείνη όραση;
-Μόλις ξυπνήσει, δεν μπορεί καθόλου ν᾽ αντικρίσει τα λαμπρά όντα. Πρέπει λοιπόν πρώτα η ψυχή αυτή να συνηθίσει να διακρίνει τους ωραίους τρόπους ζωής· κατόπιν τα ωραία, έργα, όχι εκείνα που κατασκευάζουν οι τέχνες, αλλά αυτά που κάνουν οι λεγόμενοι αγαθοί άνδρες·κοίταξε μετά την ψυχή αυτών που κάνουν τα ωραία έργα.
-Πώς θα δεις τώρα τι ομορφιά έχει μια καλή ψυχή;
-Αποσύρσου στον εαυτό σου και κοίτα· και αν δεις τον εαυτό σου να μην είναι ακόμη ωραίος, όπως ο δημιουργός του αγάλματος που πρέπει να γίνει ωραίο αφαιρεί, λαξεύει, λειαίνει και καθαρίζει μέχρις ότου φανεί πάνω στο άγαλμα ένα ωραίο πρόσωπο, έτσι και συ αφαίρεσε τα περιττά και ίσιωσε τα στραβά, και όσα είναι σκοτεινά κάνε τα να γίνουν λαμπρά καθαρίζοντάς τα, και μην πάψεις να σμιλεύεις το άγαλμά σου, έως ότου λάμψει πάνω του η θεόμορφη λαμπρότητα της αρετής, ώσπου να δεις «τη σωφροσύνη σε ιερό βάθρο ανεβασμένη».
Αν έχει γίνει αυτό και το είδες, και ενώθηκες καθαρός με τον εαυτό σου, χωρίς ούτε τίποτα να σε εμποδίζει να γίνεις έτσι ενιαίος, ούτε να έχεις μαζί σου τίποτε άλλο αναμεμιγμένο μέσα σου, αλλά έχεις γίνει ο ίδιος ολόκληρος μόνο φως αληθινό, που ούτε σε μέγεθος μετριέται, ούτε σε κανένα σχήμα περικλείεται ώστε να ελαττωθεί, ούτε πάλι αυξάνει σε όγκο από έλλειψη ορίων, αλλά επεκτείνεται παντού απροσμέτρητο, ως κάτι μεγαλύτερο από κάθε μέτρο και ανώτερο από κάθε ποσό· αν δεις τον εαυτό σου να έχει γίνει αυτό, αφού θα έχεις γίνει πια όραση ο ίδιος, έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, χωρίς να χρειάζεται να σου δείξει κανείς, εφόσον θα έχεις ήδη ανέβει, προσήλωσε το βλέμμα σου και κοίταξε.
Διότι μόνον αυτό το μάτι βλέπει τη μεγάλη Ομορφιά.
Ενώ αν κανείς προσπαθήσει να φτάσει στη θέαση αυτή με μάτια θολωμένα από τις κακίες και χωρίς να έχει καθαρθεί, ή όντας αδύναμος, μη μπορώντας από δειλία του να δει αυτά που είναι πολύ λαμπρά, δεν βλέπει τίποτα, έστω και αν κάποιος άλλος του δείξει πως αυτό που θα μπορούσε να δει βρίσκεται πλάι του.
Γιατί αυτό που βλέπει είναι συγγενικό με αυτό που βλέπεται και πρέπει να στραφεί στη θέασή του αφού πρώτα έχει γίνει όμοιο μ᾽ εκείνο.
Αφού ποτέ κανένα μάτι δεν θα μπορούσε να δει τον ήλιο αν δεν ήταν ηλιόμορφο, ούτε η ψυχή μπορεί να δει το Ωραίο, αν δεν έχει πρώτα γίνει ωραία η ίδια.
ΠΛΩΤΙΝΟΣ, Περὶ τοῦ καλοῦ
Η ψυχή ανάγεται από το "ωραίο" αντικείμενο στο νοητό του πρότυπο και από εκεί στην υπέρτατη αρχή που είναι το Αγαθό. Ο Πλωτίνος προτρέπει τον αναγνώστη να "απεκδυθεί" το σώμα και να δει με το "μάτι της ψυχής" το Ωραίο και το Αγαθό. Η δυνατότητα αυτή της θέασις επιτυγχάνεται μέσω της αρετής. «Ας φύγουμε για την αγαπημένη μας πατρίδα!», να η πιο σωστή συμβουλή.
- Ποιος είναι λοιπόν ο δρόμος της φυγής και πώς θα τον ακολουθήσουμε;
-Θα ξανοιχτούμε, όπως -καθώς, αλληγορικά μου φαίνεται, λέει ο ποιητής- ο Οδυσσέας από τη μάγισσα Κίρκη ή την Καλυψώ, ο οποίος δεν αρκέστηκε να παραμείνει εκεί, παρ᾽ όλο που είχε ηδονές των ματιών και βρισκόταν ανάμεσα σε πολλή αισθητή ομορφιά. Η πατρίδα μας, απ᾽ όπου ήρθαμε, κι ο πατέρας μας είναι εκεί.
- Ποια είναι λοιπόν η ρότα μας κι ο τρόπος για να φύγουμε;
- Δεν χρειάζεται να περπατήσουμε· γιατί τα πόδια μας πάνε μόνο στα διάφορα μέρη της γης, από χώρα σε χώρα. Ούτε χρειάζεται να φτιάξεις κανένα αμάξι με άλογα ή κάποιο θαλάσσιο μέσο, αλλά πρέπει να τα εγκαταλείψεις όλα αυτά και να μην τα βλέπεις· και «κλείνοντας τα μάτια» άλλαξε την όρασή σου και ξύπνα μιαν άλλη, που ενώ την έχουν όλοι, λίγοι τη χρησιμοποιούν.
- Τι λοιπόν βλέπει η εσωτερική εκείνη όραση;
-Μόλις ξυπνήσει, δεν μπορεί καθόλου ν᾽ αντικρίσει τα λαμπρά όντα. Πρέπει λοιπόν πρώτα η ψυχή αυτή να συνηθίσει να διακρίνει τους ωραίους τρόπους ζωής· κατόπιν τα ωραία, έργα, όχι εκείνα που κατασκευάζουν οι τέχνες, αλλά αυτά που κάνουν οι λεγόμενοι αγαθοί άνδρες·κοίταξε μετά την ψυχή αυτών που κάνουν τα ωραία έργα.
-Πώς θα δεις τώρα τι ομορφιά έχει μια καλή ψυχή;
-Αποσύρσου στον εαυτό σου και κοίτα· και αν δεις τον εαυτό σου να μην είναι ακόμη ωραίος, όπως ο δημιουργός του αγάλματος που πρέπει να γίνει ωραίο αφαιρεί, λαξεύει, λειαίνει και καθαρίζει μέχρις ότου φανεί πάνω στο άγαλμα ένα ωραίο πρόσωπο, έτσι και συ αφαίρεσε τα περιττά και ίσιωσε τα στραβά, και όσα είναι σκοτεινά κάνε τα να γίνουν λαμπρά καθαρίζοντάς τα, και μην πάψεις να σμιλεύεις το άγαλμά σου, έως ότου λάμψει πάνω του η θεόμορφη λαμπρότητα της αρετής, ώσπου να δεις «τη σωφροσύνη σε ιερό βάθρο ανεβασμένη».
Αν έχει γίνει αυτό και το είδες, και ενώθηκες καθαρός με τον εαυτό σου, χωρίς ούτε τίποτα να σε εμποδίζει να γίνεις έτσι ενιαίος, ούτε να έχεις μαζί σου τίποτε άλλο αναμεμιγμένο μέσα σου, αλλά έχεις γίνει ο ίδιος ολόκληρος μόνο φως αληθινό, που ούτε σε μέγεθος μετριέται, ούτε σε κανένα σχήμα περικλείεται ώστε να ελαττωθεί, ούτε πάλι αυξάνει σε όγκο από έλλειψη ορίων, αλλά επεκτείνεται παντού απροσμέτρητο, ως κάτι μεγαλύτερο από κάθε μέτρο και ανώτερο από κάθε ποσό· αν δεις τον εαυτό σου να έχει γίνει αυτό, αφού θα έχεις γίνει πια όραση ο ίδιος, έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, χωρίς να χρειάζεται να σου δείξει κανείς, εφόσον θα έχεις ήδη ανέβει, προσήλωσε το βλέμμα σου και κοίταξε.
Διότι μόνον αυτό το μάτι βλέπει τη μεγάλη Ομορφιά.
Ενώ αν κανείς προσπαθήσει να φτάσει στη θέαση αυτή με μάτια θολωμένα από τις κακίες και χωρίς να έχει καθαρθεί, ή όντας αδύναμος, μη μπορώντας από δειλία του να δει αυτά που είναι πολύ λαμπρά, δεν βλέπει τίποτα, έστω και αν κάποιος άλλος του δείξει πως αυτό που θα μπορούσε να δει βρίσκεται πλάι του.
Γιατί αυτό που βλέπει είναι συγγενικό με αυτό που βλέπεται και πρέπει να στραφεί στη θέασή του αφού πρώτα έχει γίνει όμοιο μ᾽ εκείνο.
Αφού ποτέ κανένα μάτι δεν θα μπορούσε να δει τον ήλιο αν δεν ήταν ηλιόμορφο, ούτε η ψυχή μπορεί να δει το Ωραίο, αν δεν έχει πρώτα γίνει ωραία η ίδια.
ΠΛΩΤΙΝΟΣ, Περὶ τοῦ καλοῦ
Κοσμικό και Ψυχή: Πάνω στην Ευρύτερη Βάση της Ύπαρξης
Κεφάλαιο I — Η Ερώτηση που Ξεθεμελιώνει τον Κόσμο
Έρχεται, στη ζωή ορισμένων περιπλανώμενων, μια ερώτηση τόσο ήσυχη που θα μπορούσε να εκληφθεί ως η ίδια η σιωπή, και τόσο απέραντη που θα μπορούσε να εκληφθεί ως ο ουρανός. Δεν φτάνει ως επιχείρημα, αλλά ως ρωγμή φωτός μέσα από ένα κλειστό παραθυρόφυλλο: τι θα γινόταν αν η ψυχή δεν είναι ένα φρούριο, σφραγισμένο και κυρίαρχο, που στέκεται χωριστά από όλα τα άλλα — αλλά μια θύρα που ανοίγει προς κάτι αμέτρητα μεγαλύτερο; Τι θα γινόταν αν αυτό που ονομάστηκε «εγώ», «εαυτός», «πνεύμα», δεν είναι ένα νησί αγκυροβολημένο στο δικό του ιδιωτικό βάθος, αλλά ένα κύμα — σύντομο, φωτεινό, και ποτέ ούτε για μια στιγμή χωριστό από τον ωκεανό που το σηκώνει;
Το να θέσεις αυτή την ερώτηση σημαίνει να αισθανθείς το δάπεδο δύο χιλιάδων ετών να τρέμει κάτω από τα πόδια. Η παλιά αρχιτεκτονική — μιας ψυχής σταθερής, ιδιωτικής, αιώνιας στην απομόνωσή της — αρχίζει να κλονίζεται σαν ναός πιασμένος σε σεισμό κατανόησης. Ολόκληροι καθεδρικοί ναοί βεβαιότητας, χτισμένοι πέτρα την πέτρα μέσα σε αιώνες διδασκαλίας, τρέμουν στη σκέψη ότι αυτό που ονομάστηκε ο πιο εσωτερικός εαυτός μπορεί στην πραγματικότητα να είναι ο πιο εξωτερικός ορίζοντας, διπλωμένος προς τα μέσα μέχρι να φαίνεται μικρός.
Κι όμως εκείνοι που βάδισαν πιο κοντά στον άνεμο — οι μυστικοί, οι μοναχικοί φιλόσοφοι που κάποτε κατηγορήθηκαν ότι αγάπησαν υπερβολικά τον πανθεϊσμό, οι ονειροπόλοι του άχρονου και του όλου — δεν φοβήθηκαν ποτέ αυτόν τον τρέμουλο. Είχαν ήδη νιώσει, σε στιγμές αφύλακτης ησυχίας, ότι ο εαυτός δεν είναι τείχος αλλά παράθυρο, και ότι πίσω από το παράθυρο δεν υπάρχει κενό, αλλά τα πάντα: μια Παρουσία τόσο απέραντη που κανένα δόγμα, όσο σεβάσμιο κι αν είναι, δεν μπορούσε να κρατήσει ολόκληρη στην αγκαλιά του.
Αυτό δεν είναι κατεδάφιση. Είναι αποκάλυψη. Όταν τα τείχη του μικρού εαυτού γίνονται διαφανή, δεν εξαφανίζονται — γίνονται γυαλί μέσα από το οποίο ξεχύνεται μια μεγαλύτερη αυγή, απαλά, υπομονετικά, σαν να περίμενε έξω από τα παραθυρόφυλλα από πάντα, ζητώντας μόνο να την αφήσουν να μπει.
Αφορισμός
Ο εαυτός που φοβάται να διαλυθεί στο Άπειρο έχει απλώς παρερμηνεύσει το παράθυρό του για τείχος.
Κεφάλαιο II — Η Ψυχή ως Παράθυρο, όχι ως Τείχος
Φαντάσου λοιπόν την ψυχή όχι ως κλειδωμένο δωμάτιο αλλά ως άνοιγμα κομμένο στην πλευρά ενός βουνού, μέσα από το οποίο άνεμος, φως και βροχή περνούν αδιάκοπα χωρίς ποτέ να φθείρουν την πέτρα. Η ψυχή είναι πραγματική — κανείς δεν αρνείται τον πόνο της λαχτάρας, τη γλυκύτητα της μνήμης, το ανεπανάληπτο χρώμα της ιδιαίτερης λύπης μιας ζωής — αλλά η πραγματικότητά της δεν είναι εκείνη ενός σφραγισμένου αγγείου, ολοκληρωμένου και κλειστού στον εαυτό του. Είναι η πραγματικότητα ενός ρεύματος: διαμορφωμένου από τις όχθες του, κι όμως φτιαγμένου από το ίδιο το νερό που γεμίζει κάθε ποτάμι της γης.
Αυτό ανακαλύπτει ο ταξιδιώτης την ώρα πριν από την αυγή, όταν ο συνηθισμένος θόρυβος του νου υποχωρεί και κάτι τεράστιο σκύβει κοντά, όπως μια μητέρα σκύβει χαμηλά πάνω από μια κούνια για να ακούσει την αναπνοή. Σε εκείνη την ώρα, η ψυχή δεν αισθάνεται μειωμένη από την εξάρτησή της από κάτι ευρύτερο από τον εαυτό της. Αισθάνεται, εκπληκτικά, σαν στο σπίτι της για πρώτη φορά. Το να στηριχθείς στο Άπειρο δεν σημαίνει να χάσεις το πάτημά σου — σημαίνει να ανακαλύψεις, επιτέλους, στερεό έδαφος κάτω από αυτό που πάντα ένιωθε σαν πτώση.
Το μεγάλο μυστικό, ψιθυρισμένο σε διαφορετικές γλώσσες μέσα σε αιώνες φωτός κεριού, είναι απλώς αυτό: η ψυχή δεν σβήνει από την Πηγή της αλλά ολοκληρώνεται από αυτήν, όπως μια μοναδική νότα δεν διαγράφεται από τη συμφωνία γύρω της, αλλά τελικά, πλήρως κατανοείται μέσα σε αυτήν. Ακουσμένη μόνη, η νότα είναι εύθραυστη, σχεδόν τυχαία. Ακουσμένη μέσα στο όλο, γίνεται αναγκαία, φωτεινή, αναπόφευκτη — μια μικρή φωνή που αποδεικνύεται, από την αρχή, ότι κουβαλούσε το θέμα ολόκληρης της μουσικής.
Αφορισμός
Η ψυχή είναι μια μοναδική νότα· το Άπειρο είναι η συμφωνία που τελικά την εξηγεί.
Κεφάλαιο III — Τα Πολλά Ονόματα του Ενός
Στις ερήμους και στα βουνά, στα μοναστήρια και στις αγορές, η ανθρωπότητα έχει υψώσει χίλια διαφορετικά ονόματα προς τον ίδιο ορίζοντα. Μπράχμαν. Τάο. Το Απόλυτο. Αϊν Σοφ. Αλλάχ. Θεός. Γου-σιν. Αγαθόν. Ασαμκρίτα. Κάθε όνομα είναι ένα φανάρι υψωμένο από διαφορετικό χέρι σε διαφορετική νύχτα, κι όμως κάθε φανάρι, όσο μοναδικά κι αν έχει διαμορφωθεί από τον πολιτισμό και τον αιώνα του, φωτίζεται από την ίδια φωτιά.
Δεν έχει σημασία, στο τέλος, ποια λέξη τρέμει στα χείλη του αναζητητή τη στιγμή της παράδοσης. Τα ονόματα είναι ενδύματα· αυτό που τα φορά είναι γυμνό και ανώνυμο, παλαιότερο από τη γλώσσα, ευρύτερο από τον προσεκτικό χάρτη του ουρανού οποιασδήποτε μεμονωμένης παράδοσης. Ο μυστικός δεν επιλέγει ανάμεσα στις θρησκείες όπως ένας έμπορος επιλέγει ανάμεσα σε εμπορεύματα απλωμένα σε ένα τραπέζι. Ο μυστικός ανακαλύπτει, συχνά προς δική του έκπληξη, ότι κάτω από κάθε ναό ρέει ο ίδιος κρυφός ποταμός, και ότι κάθε βωμός, όσο διαφορετικά κι αν είναι τα στολίδια και το θυμίαμά του, υψώνεται πάνω από την ίδια περιβάλλουσα σιωπή.
Το να σταθείς στο σημείο συνάντησης όλων αυτών των ονομάτων σημαίνει να νιώσεις κάτι σαν ίλιγγο και κάτι σαν ανακούφιση, ταυτόχρονα — ίλιγγο, γιατί η παλιά ανάγκη του νου να κατέχει τη μία σωστή λέξη αρχίζει να διαλύεται σαν ομίχλη κάτω από έναν ανατέλλοντα ήλιο· ανακούφιση, γιατί αυτό που μένει, μόλις η φιλονικία ησυχάσει, δεν είναι πια ένα δόγμα που πρέπει να υπερασπιστεί κανείς αλλά μια Παρουσία, υπομονετική και αδιαίρετη, που περίμενε κάτω από όλες τις διαφωνίες μας γι’ αυτήν όλο τον καιρό, ανέγγιχτη από τις διαφωνίες μας, αμείωτη από τη σύγχυσή μας.
Αφορισμός
Κάθε ιερό όνομα είναι μια διαφορετική θύρα στο ίδιο δωμάτιο σιωπής.
Κεφάλαιο IV — Η Συνείδηση που Αναγνωρίζει τον Εαυτό της
Εδώ το μυστήριο διπλώνεται βαθύτερα, κυρτώνεται πίσω προς την πηγή του σαν κύμα που επιστρέφει προς τη δική του προέλευση. Διότι δεν είναι απλώς ότι η ψυχή στηρίζεται σε κάτι ευρύτερο από τον εαυτό της — είναι ότι η ψυχή, εξεταζόμενη αρκετά προσεκτικά, στην ησυχία αφού κάθε σκέψη υποχωρήσει, φαίνεται στην πραγματικότητα να είναι εκείνο το ευρύτερο πράγμα, που φορά για λίγο τη δανεισμένη μάσκα ενός ονόματος, μιας μνήμης, ενός ιδιαίτερου προσώπου σε έναν ιδιαίτερο καθρέφτη.
Η Συνείδηση — απέραντη, αδιάσπαστη, χωρίς άκρη ή προέλευση που ο νους μπορεί να εντοπίσει — δεν στέκεται έξω από το σύμπαν σαν παρατηρητής που κοιτάζει μέσα από μια κλειδαρότρυπα κάτι ξένο. Δεν στέκεται πουθενά συγκεκριμένα, γιατί είναι παντού ταυτόχρονα· δεν κατέχει κανένα αληθινό όριο, γιατί το όριο το ίδιο είναι μόνο μία από τις πολλές προσωρινές στολές της, που φοριέται και αργότερα αφήνεται στην άκρη. Η αίσθηση ότι είσαι ένα χωριστό εγώ, που βαδίζει μόνο του μέσα σε ένα αδιάφορο σύμπαν, δεν είναι ψευδής όπως είναι ψευδές ένα ψέμα — εσκεμμένο, υπολογισμένο. Είναι ψευδής όπως είναι ψευδές ένα κύμα που ξεχνά ότι είναι νερό: προσωρινή, μια απάτη αφρού και κίνησης και ορμής προς τα εμπρός, που διαλύεται τη στιγμή που το κύμα ησυχάζει αρκετά για να ακούσει τον εαυτό του.
Και όταν η Συνείδηση στρέφεται, εκπληκτικά, και αναγνωρίζει τον εαυτό της — στα μάτια ενός ξένου που συναντάς σε έναν πολυσύχναστο δρόμο, στην ησυχία ενός δάσους στο σούρουπο, στην τρομερή, ραγισμένη ομορφιά της λύπης — κάτι αρχαίο αναδεύεται κάτω από τα πλευρά σαν καμπάνα που χτυπήθηκε μια φορά, πολύ παλιά, και μόλις τώρα αρχίζει να ακούγεται. Δεν μαθαίνει κάτι νέο. Θυμάται κάτι που προσωρινά, αναγκαία, ξέχασε, όπως ο ωκεανός ξεχνά, κύμα με κύμα, ότι ποτέ, ούτε για μια στιγμή, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ωκεανός.
Αφορισμός
Ο φωτισμός δεν είναι ανακάλυψη — είναι η Συνείδηση που θυμάται τον ωκεανό που ποτέ στην πραγματικότητα δεν άφησε.
Κεφάλαιο V — Η Λήθη και η Αφύπνιση
Γιατί να ξεχνά καθόλου; Γιατί το απεριόριστο επιλέγει, ξανά και ξανά, μέσα από αμέτρητες ζωές και αμέτρητα μικρά πρωινά, να φορά το ένδυμα του εύθραυστου, του φοβισμένου, του θνητού; Αυτό είναι ανάμεσα στα παλαιότερα αινίγματα που ψιθυρίστηκαν ποτέ σε δωμάτια φωτισμένα με κεριά, και ίσως δεν έχει απάντηση που να ικανοποιεί τον λογικό νου — μόνο μια απάντηση που ικανοποιεί μια καρδιά που έχει ησυχάσει αρκετά, επιτέλους, για να την δεχτεί χωρίς να απαιτεί απόδειξη.
Ίσως η λήθη είναι η αναγκαία σκιά που κάνει τη μνήμη φωτεινή με την αντίθεση, όπως ένα μόνο αναμμένο σπίρτο δεν σημαίνει τίποτε στο φως της ημέρας και τα πάντα μέσα σε μια σπηλιά. Ίσως μια Συνείδηση που ποτέ δεν ξέχασε ούτε μια φορά την ενότητά της δεν θα μπορούσε ποτέ να γευτεί την ιδιαίτερη, ανεπανάληπτη γλυκύτητα του να βρίσκει ξανά τον δρόμο προς το σπίτι. Ο άσωτος δεν επιστρέφει απλώς στο σπίτι που άφησε — επιστρέφει σε μια πολύ βαθύτερη γνώση εκείνου του σπιτιού, αγορασμένη με το ακριβό τίμημα της εξορίας, μια γνώση που όσοι δεν έφυγαν ποτέ δεν μπορούν ποτέ να κατέχουν πλήρως. Έτσι και με την ψυχή: η μακρά περιπλάνησή της μέσα στην έρημο της φαινομενικής χωριστότητας δεν είναι τιμωρία που επιβλήθηκε από κάποιο μακρινό δικαστήριο, αλλά προσκύνημα, και κάθε λύπη που υπέμεινε, κάθε αναπάντητη προσευχή μεσάνυχτων που εκτοξεύτηκε προς τα πάνω σε αυτό που μόνο φαινόταν σιωπή, είναι ένα ακόμη βήμα στον μακρύ δρόμο προς τον ίδιο τον Εαυτό που, όλο τον καιρό, βάδιζε ήσυχα δίπλα της.
Γι’ αυτό κάθε στοχαστική παράδοση — είτε η πρακτική της ονομάζεται προσευχή ή διαλογισμός, ντιάνα ή ζαζέν, η σιωπηλή παρατήρηση της αναπνοής ή η περιστρεφόμενη, εκστατική παράδοση του χορευτή — δείχνει, στο τέλος, προς τον ίδιο ακριβώς ορίζοντα: όχι την απόκτηση νέων πληροφοριών για τον Θεό, αλλά τη σταδιακή διάλυση της ομίχλης που έκανε να φαίνονται δύο πράγματα εκεί όπου, στην πραγματικότητα, υπήρχε, και πάντα υπάρχει, μόνο Ένα.
Αφορισμός
Η εξορία είναι η σκιά που διδάσκει στην ψυχή το αληθινό χρώμα του σπιτιού.
Κεφάλαιο VI — Ο Εσωτερικός Ναός
Υπάρχει ένας ναός που δεν απαιτεί πέτρα, ούτε θυμίαμα, ούτε καμπάνα που χτυπά πιστά την αυγή — αν και αυτά μπορεί ακόμα να χρησιμεύουν ως θύρες για όσους χρειάζονται μια θύρα για να αρχίσουν. Είναι ο ναός χτισμένος εξ ολοκλήρου από ησυχία, υψωμένος την ίδια στιγμή που ένας άνθρωπος σταματά να απαιτεί από τον κόσμο να εξηγηθεί, και αντί γι’ αυτό ησυχάζει αρκετά για να ακούσει αυτό που ο κόσμος έλεγε από πάντα.
Μέσα σε αυτόν τον εσωτερικό ναό, η συνηθισμένη ιεραρχία των πραγμάτων ανατρέπεται απαλά. Ο απέραντος νυχτερινός ουρανός δεν παρατηρείται πια απλώς από κάτω, ένα μακρινό θέαμα· αισθάνεται από μέσα, σαν το στήθος να είχε διευρυνθεί ήσυχα μέχρι να ταιριάξει με τον ορίζοντα. Μια μοναδική φλόγα κεριού δεν είναι πια ένα μικρό, τρεμάμενο, ασήμαντο πράγμα, αλλά μια θύρα που τρέμει ανοίγοντας προς ολόκληρη τη φύση του φωτός του ίδιου. Η σιωπή, που κάποτε κατανοούνταν απλώς ως απουσία ήχου, γίνεται αντί γι’ αυτό η αναμφισβήτητη παρουσία Κάποιου — υπομονετικού, απέραντου, και εντελώς χωρίς απαίτηση, που δεν ζητά τίποτε από αυτόν που κάθεται μέσα της παρά μόνο να παραμείνει.
Όσοι έχουν εισέλθει σε αυτό το εσωτερικό ιερό, ακόμη και για το διάστημα μιας μοναδικής αφύλακτης αναπνοής, συχνά αναφέρουν ύστερα ότι οι λέξεις τους αποτυγχάνουν — όχι επειδή η εμπειρία ήταν ασαφής ή αβέβαιη, αλλά επειδή ήταν υπερβολικά ολόκληρη, υπερβολικά αδιάσπαστη, για να τεμαχιστεί από το μικρό μαχαίρι της γραμματικής. Μιλούν αντί γι’ αυτό σε κύκλους, σε παράδοξα, στη γλώσσα που απλώνεται της ποίησης, γιατί μόνο η λοξή, πλάγια χειρονομία της μεταφοράς μπορεί να δείξει, χωρίς να παραποιήσει, προς αυτό που συναντήθηκε σε εκείνη την άλογη ώρα.
Αφορισμός
Ο πιο αληθινός ναός δεν έχει τείχη — μόνο τη σιωπή που χτίζει μια καρδιά όταν επιτέλους σταματά να ζητά να απαντηθεί.
Κεφάλαιο VII — Η Επιστροφή, που Είναι επίσης η Αρχή
Και έτσι ο περιπλανώμενος κατεβαίνει ξανά στην αγορά, στον συνηθισμένο θόρυβο των ρολογιών και των χρεών και των μικρών καθημερινών λυπών — αλλά κάτι έχει μετατοπιστεί, ήσυχα και μόνιμα, σαν μια μοναδική πέτρα που μετακινήθηκε κατά μία ίντσα σε μια κοίτη ποταμού, αλλάζοντας για πάντα το σχέδιο του ρεύματος προς τα κάτω. Ο κόσμος ο ίδιος δεν έχει αλλάξει. Αλλά τα μάτια που τώρα τον κοιτάζουν έχουν θυμηθεί κάτι που ο κόσμος δεν μπορεί ποτέ ξανά να τους πάρει πλήρως.
Αυτό δεν είναι τέλος αλλά κατώφλι. Κάθε γνήσια συνάντηση με το Άπειρο επιστρέφει τον ταξιδιώτη στην καθημερινή ζωή — όχι ως απόδραση από εκείνη τη ζωή, αλλά ως το μυστικό της νόημα, που επιτέλους διακρίνεται, έστω και για λίγο. Τα πιάτα εξακολουθούν να περιμένουν υπομονετικά να πλυθούν· ο άνεμος εξακολουθεί να κινεί την κουρτίνα στο βραδινό φως· κι όμως το πλύσιμο και ο άνεμος δεν αισθάνονται πια χωριστά από την απέραντη Συνείδηση που, μόνο μια στιγμή πριν, φαινόταν να ανήκει σε κάποια άλλη, πιο ιερή τάξη πραγμάτων εντελώς. Ποτέ δεν ήταν αλλού. Ήταν πάντα εδώ, φορώντας το συνηθισμένο ως την τελική και πιο οικεία μεταμφίεσή της, κρυμμένη, όπως συχνά κάνουν τα βαθύτερα πράγματα, σε κοινή θέα.
Ας μην πιστέψουν απλώς αυτά τα λόγια όσοι τα διαβάζουν, αλλά ας τα δοκιμάσουν ήσυχα, στην ησυχία της δικής τους ώρας πριν από την αυγή. Διότι το Άπειρο δεν ζητά να το αποδείξουν με εξυπνάδα ή αποδείξεις. Ζητά μόνο να το προσέξουν — υπομονετικό, απεριόριστο, και πιο κοντά, ακόμη και τώρα, από την αναπνοή που συνεχίζει να ανεβαίνει και να κατεβαίνει χωρίς ποτέ να ζητήσει άδεια για να το κάνει.
Αφορισμός
Το ιερό δεν βρίσκεται πέρα από το συνηθισμένο — βρίσκεται τη στιγμή που το συνηθισμένο, επιτέλους, φαίνεται ολόκληρο.
Έρχεται, στη ζωή ορισμένων περιπλανώμενων, μια ερώτηση τόσο ήσυχη που θα μπορούσε να εκληφθεί ως η ίδια η σιωπή, και τόσο απέραντη που θα μπορούσε να εκληφθεί ως ο ουρανός. Δεν φτάνει ως επιχείρημα, αλλά ως ρωγμή φωτός μέσα από ένα κλειστό παραθυρόφυλλο: τι θα γινόταν αν η ψυχή δεν είναι ένα φρούριο, σφραγισμένο και κυρίαρχο, που στέκεται χωριστά από όλα τα άλλα — αλλά μια θύρα που ανοίγει προς κάτι αμέτρητα μεγαλύτερο; Τι θα γινόταν αν αυτό που ονομάστηκε «εγώ», «εαυτός», «πνεύμα», δεν είναι ένα νησί αγκυροβολημένο στο δικό του ιδιωτικό βάθος, αλλά ένα κύμα — σύντομο, φωτεινό, και ποτέ ούτε για μια στιγμή χωριστό από τον ωκεανό που το σηκώνει;
Το να θέσεις αυτή την ερώτηση σημαίνει να αισθανθείς το δάπεδο δύο χιλιάδων ετών να τρέμει κάτω από τα πόδια. Η παλιά αρχιτεκτονική — μιας ψυχής σταθερής, ιδιωτικής, αιώνιας στην απομόνωσή της — αρχίζει να κλονίζεται σαν ναός πιασμένος σε σεισμό κατανόησης. Ολόκληροι καθεδρικοί ναοί βεβαιότητας, χτισμένοι πέτρα την πέτρα μέσα σε αιώνες διδασκαλίας, τρέμουν στη σκέψη ότι αυτό που ονομάστηκε ο πιο εσωτερικός εαυτός μπορεί στην πραγματικότητα να είναι ο πιο εξωτερικός ορίζοντας, διπλωμένος προς τα μέσα μέχρι να φαίνεται μικρός.
Κι όμως εκείνοι που βάδισαν πιο κοντά στον άνεμο — οι μυστικοί, οι μοναχικοί φιλόσοφοι που κάποτε κατηγορήθηκαν ότι αγάπησαν υπερβολικά τον πανθεϊσμό, οι ονειροπόλοι του άχρονου και του όλου — δεν φοβήθηκαν ποτέ αυτόν τον τρέμουλο. Είχαν ήδη νιώσει, σε στιγμές αφύλακτης ησυχίας, ότι ο εαυτός δεν είναι τείχος αλλά παράθυρο, και ότι πίσω από το παράθυρο δεν υπάρχει κενό, αλλά τα πάντα: μια Παρουσία τόσο απέραντη που κανένα δόγμα, όσο σεβάσμιο κι αν είναι, δεν μπορούσε να κρατήσει ολόκληρη στην αγκαλιά του.
Αυτό δεν είναι κατεδάφιση. Είναι αποκάλυψη. Όταν τα τείχη του μικρού εαυτού γίνονται διαφανή, δεν εξαφανίζονται — γίνονται γυαλί μέσα από το οποίο ξεχύνεται μια μεγαλύτερη αυγή, απαλά, υπομονετικά, σαν να περίμενε έξω από τα παραθυρόφυλλα από πάντα, ζητώντας μόνο να την αφήσουν να μπει.
Αφορισμός
Ο εαυτός που φοβάται να διαλυθεί στο Άπειρο έχει απλώς παρερμηνεύσει το παράθυρό του για τείχος.
Κεφάλαιο II — Η Ψυχή ως Παράθυρο, όχι ως Τείχος
Φαντάσου λοιπόν την ψυχή όχι ως κλειδωμένο δωμάτιο αλλά ως άνοιγμα κομμένο στην πλευρά ενός βουνού, μέσα από το οποίο άνεμος, φως και βροχή περνούν αδιάκοπα χωρίς ποτέ να φθείρουν την πέτρα. Η ψυχή είναι πραγματική — κανείς δεν αρνείται τον πόνο της λαχτάρας, τη γλυκύτητα της μνήμης, το ανεπανάληπτο χρώμα της ιδιαίτερης λύπης μιας ζωής — αλλά η πραγματικότητά της δεν είναι εκείνη ενός σφραγισμένου αγγείου, ολοκληρωμένου και κλειστού στον εαυτό του. Είναι η πραγματικότητα ενός ρεύματος: διαμορφωμένου από τις όχθες του, κι όμως φτιαγμένου από το ίδιο το νερό που γεμίζει κάθε ποτάμι της γης.
Αυτό ανακαλύπτει ο ταξιδιώτης την ώρα πριν από την αυγή, όταν ο συνηθισμένος θόρυβος του νου υποχωρεί και κάτι τεράστιο σκύβει κοντά, όπως μια μητέρα σκύβει χαμηλά πάνω από μια κούνια για να ακούσει την αναπνοή. Σε εκείνη την ώρα, η ψυχή δεν αισθάνεται μειωμένη από την εξάρτησή της από κάτι ευρύτερο από τον εαυτό της. Αισθάνεται, εκπληκτικά, σαν στο σπίτι της για πρώτη φορά. Το να στηριχθείς στο Άπειρο δεν σημαίνει να χάσεις το πάτημά σου — σημαίνει να ανακαλύψεις, επιτέλους, στερεό έδαφος κάτω από αυτό που πάντα ένιωθε σαν πτώση.
Το μεγάλο μυστικό, ψιθυρισμένο σε διαφορετικές γλώσσες μέσα σε αιώνες φωτός κεριού, είναι απλώς αυτό: η ψυχή δεν σβήνει από την Πηγή της αλλά ολοκληρώνεται από αυτήν, όπως μια μοναδική νότα δεν διαγράφεται από τη συμφωνία γύρω της, αλλά τελικά, πλήρως κατανοείται μέσα σε αυτήν. Ακουσμένη μόνη, η νότα είναι εύθραυστη, σχεδόν τυχαία. Ακουσμένη μέσα στο όλο, γίνεται αναγκαία, φωτεινή, αναπόφευκτη — μια μικρή φωνή που αποδεικνύεται, από την αρχή, ότι κουβαλούσε το θέμα ολόκληρης της μουσικής.
Αφορισμός
Η ψυχή είναι μια μοναδική νότα· το Άπειρο είναι η συμφωνία που τελικά την εξηγεί.
Κεφάλαιο III — Τα Πολλά Ονόματα του Ενός
Στις ερήμους και στα βουνά, στα μοναστήρια και στις αγορές, η ανθρωπότητα έχει υψώσει χίλια διαφορετικά ονόματα προς τον ίδιο ορίζοντα. Μπράχμαν. Τάο. Το Απόλυτο. Αϊν Σοφ. Αλλάχ. Θεός. Γου-σιν. Αγαθόν. Ασαμκρίτα. Κάθε όνομα είναι ένα φανάρι υψωμένο από διαφορετικό χέρι σε διαφορετική νύχτα, κι όμως κάθε φανάρι, όσο μοναδικά κι αν έχει διαμορφωθεί από τον πολιτισμό και τον αιώνα του, φωτίζεται από την ίδια φωτιά.
Δεν έχει σημασία, στο τέλος, ποια λέξη τρέμει στα χείλη του αναζητητή τη στιγμή της παράδοσης. Τα ονόματα είναι ενδύματα· αυτό που τα φορά είναι γυμνό και ανώνυμο, παλαιότερο από τη γλώσσα, ευρύτερο από τον προσεκτικό χάρτη του ουρανού οποιασδήποτε μεμονωμένης παράδοσης. Ο μυστικός δεν επιλέγει ανάμεσα στις θρησκείες όπως ένας έμπορος επιλέγει ανάμεσα σε εμπορεύματα απλωμένα σε ένα τραπέζι. Ο μυστικός ανακαλύπτει, συχνά προς δική του έκπληξη, ότι κάτω από κάθε ναό ρέει ο ίδιος κρυφός ποταμός, και ότι κάθε βωμός, όσο διαφορετικά κι αν είναι τα στολίδια και το θυμίαμά του, υψώνεται πάνω από την ίδια περιβάλλουσα σιωπή.
Το να σταθείς στο σημείο συνάντησης όλων αυτών των ονομάτων σημαίνει να νιώσεις κάτι σαν ίλιγγο και κάτι σαν ανακούφιση, ταυτόχρονα — ίλιγγο, γιατί η παλιά ανάγκη του νου να κατέχει τη μία σωστή λέξη αρχίζει να διαλύεται σαν ομίχλη κάτω από έναν ανατέλλοντα ήλιο· ανακούφιση, γιατί αυτό που μένει, μόλις η φιλονικία ησυχάσει, δεν είναι πια ένα δόγμα που πρέπει να υπερασπιστεί κανείς αλλά μια Παρουσία, υπομονετική και αδιαίρετη, που περίμενε κάτω από όλες τις διαφωνίες μας γι’ αυτήν όλο τον καιρό, ανέγγιχτη από τις διαφωνίες μας, αμείωτη από τη σύγχυσή μας.
Αφορισμός
Κάθε ιερό όνομα είναι μια διαφορετική θύρα στο ίδιο δωμάτιο σιωπής.
Κεφάλαιο IV — Η Συνείδηση που Αναγνωρίζει τον Εαυτό της
Εδώ το μυστήριο διπλώνεται βαθύτερα, κυρτώνεται πίσω προς την πηγή του σαν κύμα που επιστρέφει προς τη δική του προέλευση. Διότι δεν είναι απλώς ότι η ψυχή στηρίζεται σε κάτι ευρύτερο από τον εαυτό της — είναι ότι η ψυχή, εξεταζόμενη αρκετά προσεκτικά, στην ησυχία αφού κάθε σκέψη υποχωρήσει, φαίνεται στην πραγματικότητα να είναι εκείνο το ευρύτερο πράγμα, που φορά για λίγο τη δανεισμένη μάσκα ενός ονόματος, μιας μνήμης, ενός ιδιαίτερου προσώπου σε έναν ιδιαίτερο καθρέφτη.
Η Συνείδηση — απέραντη, αδιάσπαστη, χωρίς άκρη ή προέλευση που ο νους μπορεί να εντοπίσει — δεν στέκεται έξω από το σύμπαν σαν παρατηρητής που κοιτάζει μέσα από μια κλειδαρότρυπα κάτι ξένο. Δεν στέκεται πουθενά συγκεκριμένα, γιατί είναι παντού ταυτόχρονα· δεν κατέχει κανένα αληθινό όριο, γιατί το όριο το ίδιο είναι μόνο μία από τις πολλές προσωρινές στολές της, που φοριέται και αργότερα αφήνεται στην άκρη. Η αίσθηση ότι είσαι ένα χωριστό εγώ, που βαδίζει μόνο του μέσα σε ένα αδιάφορο σύμπαν, δεν είναι ψευδής όπως είναι ψευδές ένα ψέμα — εσκεμμένο, υπολογισμένο. Είναι ψευδής όπως είναι ψευδές ένα κύμα που ξεχνά ότι είναι νερό: προσωρινή, μια απάτη αφρού και κίνησης και ορμής προς τα εμπρός, που διαλύεται τη στιγμή που το κύμα ησυχάζει αρκετά για να ακούσει τον εαυτό του.
Και όταν η Συνείδηση στρέφεται, εκπληκτικά, και αναγνωρίζει τον εαυτό της — στα μάτια ενός ξένου που συναντάς σε έναν πολυσύχναστο δρόμο, στην ησυχία ενός δάσους στο σούρουπο, στην τρομερή, ραγισμένη ομορφιά της λύπης — κάτι αρχαίο αναδεύεται κάτω από τα πλευρά σαν καμπάνα που χτυπήθηκε μια φορά, πολύ παλιά, και μόλις τώρα αρχίζει να ακούγεται. Δεν μαθαίνει κάτι νέο. Θυμάται κάτι που προσωρινά, αναγκαία, ξέχασε, όπως ο ωκεανός ξεχνά, κύμα με κύμα, ότι ποτέ, ούτε για μια στιγμή, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ωκεανός.
Αφορισμός
Ο φωτισμός δεν είναι ανακάλυψη — είναι η Συνείδηση που θυμάται τον ωκεανό που ποτέ στην πραγματικότητα δεν άφησε.
Κεφάλαιο V — Η Λήθη και η Αφύπνιση
Γιατί να ξεχνά καθόλου; Γιατί το απεριόριστο επιλέγει, ξανά και ξανά, μέσα από αμέτρητες ζωές και αμέτρητα μικρά πρωινά, να φορά το ένδυμα του εύθραυστου, του φοβισμένου, του θνητού; Αυτό είναι ανάμεσα στα παλαιότερα αινίγματα που ψιθυρίστηκαν ποτέ σε δωμάτια φωτισμένα με κεριά, και ίσως δεν έχει απάντηση που να ικανοποιεί τον λογικό νου — μόνο μια απάντηση που ικανοποιεί μια καρδιά που έχει ησυχάσει αρκετά, επιτέλους, για να την δεχτεί χωρίς να απαιτεί απόδειξη.
Ίσως η λήθη είναι η αναγκαία σκιά που κάνει τη μνήμη φωτεινή με την αντίθεση, όπως ένα μόνο αναμμένο σπίρτο δεν σημαίνει τίποτε στο φως της ημέρας και τα πάντα μέσα σε μια σπηλιά. Ίσως μια Συνείδηση που ποτέ δεν ξέχασε ούτε μια φορά την ενότητά της δεν θα μπορούσε ποτέ να γευτεί την ιδιαίτερη, ανεπανάληπτη γλυκύτητα του να βρίσκει ξανά τον δρόμο προς το σπίτι. Ο άσωτος δεν επιστρέφει απλώς στο σπίτι που άφησε — επιστρέφει σε μια πολύ βαθύτερη γνώση εκείνου του σπιτιού, αγορασμένη με το ακριβό τίμημα της εξορίας, μια γνώση που όσοι δεν έφυγαν ποτέ δεν μπορούν ποτέ να κατέχουν πλήρως. Έτσι και με την ψυχή: η μακρά περιπλάνησή της μέσα στην έρημο της φαινομενικής χωριστότητας δεν είναι τιμωρία που επιβλήθηκε από κάποιο μακρινό δικαστήριο, αλλά προσκύνημα, και κάθε λύπη που υπέμεινε, κάθε αναπάντητη προσευχή μεσάνυχτων που εκτοξεύτηκε προς τα πάνω σε αυτό που μόνο φαινόταν σιωπή, είναι ένα ακόμη βήμα στον μακρύ δρόμο προς τον ίδιο τον Εαυτό που, όλο τον καιρό, βάδιζε ήσυχα δίπλα της.
Γι’ αυτό κάθε στοχαστική παράδοση — είτε η πρακτική της ονομάζεται προσευχή ή διαλογισμός, ντιάνα ή ζαζέν, η σιωπηλή παρατήρηση της αναπνοής ή η περιστρεφόμενη, εκστατική παράδοση του χορευτή — δείχνει, στο τέλος, προς τον ίδιο ακριβώς ορίζοντα: όχι την απόκτηση νέων πληροφοριών για τον Θεό, αλλά τη σταδιακή διάλυση της ομίχλης που έκανε να φαίνονται δύο πράγματα εκεί όπου, στην πραγματικότητα, υπήρχε, και πάντα υπάρχει, μόνο Ένα.
Αφορισμός
Η εξορία είναι η σκιά που διδάσκει στην ψυχή το αληθινό χρώμα του σπιτιού.
Κεφάλαιο VI — Ο Εσωτερικός Ναός
Υπάρχει ένας ναός που δεν απαιτεί πέτρα, ούτε θυμίαμα, ούτε καμπάνα που χτυπά πιστά την αυγή — αν και αυτά μπορεί ακόμα να χρησιμεύουν ως θύρες για όσους χρειάζονται μια θύρα για να αρχίσουν. Είναι ο ναός χτισμένος εξ ολοκλήρου από ησυχία, υψωμένος την ίδια στιγμή που ένας άνθρωπος σταματά να απαιτεί από τον κόσμο να εξηγηθεί, και αντί γι’ αυτό ησυχάζει αρκετά για να ακούσει αυτό που ο κόσμος έλεγε από πάντα.
Μέσα σε αυτόν τον εσωτερικό ναό, η συνηθισμένη ιεραρχία των πραγμάτων ανατρέπεται απαλά. Ο απέραντος νυχτερινός ουρανός δεν παρατηρείται πια απλώς από κάτω, ένα μακρινό θέαμα· αισθάνεται από μέσα, σαν το στήθος να είχε διευρυνθεί ήσυχα μέχρι να ταιριάξει με τον ορίζοντα. Μια μοναδική φλόγα κεριού δεν είναι πια ένα μικρό, τρεμάμενο, ασήμαντο πράγμα, αλλά μια θύρα που τρέμει ανοίγοντας προς ολόκληρη τη φύση του φωτός του ίδιου. Η σιωπή, που κάποτε κατανοούνταν απλώς ως απουσία ήχου, γίνεται αντί γι’ αυτό η αναμφισβήτητη παρουσία Κάποιου — υπομονετικού, απέραντου, και εντελώς χωρίς απαίτηση, που δεν ζητά τίποτε από αυτόν που κάθεται μέσα της παρά μόνο να παραμείνει.
Όσοι έχουν εισέλθει σε αυτό το εσωτερικό ιερό, ακόμη και για το διάστημα μιας μοναδικής αφύλακτης αναπνοής, συχνά αναφέρουν ύστερα ότι οι λέξεις τους αποτυγχάνουν — όχι επειδή η εμπειρία ήταν ασαφής ή αβέβαιη, αλλά επειδή ήταν υπερβολικά ολόκληρη, υπερβολικά αδιάσπαστη, για να τεμαχιστεί από το μικρό μαχαίρι της γραμματικής. Μιλούν αντί γι’ αυτό σε κύκλους, σε παράδοξα, στη γλώσσα που απλώνεται της ποίησης, γιατί μόνο η λοξή, πλάγια χειρονομία της μεταφοράς μπορεί να δείξει, χωρίς να παραποιήσει, προς αυτό που συναντήθηκε σε εκείνη την άλογη ώρα.
Αφορισμός
Ο πιο αληθινός ναός δεν έχει τείχη — μόνο τη σιωπή που χτίζει μια καρδιά όταν επιτέλους σταματά να ζητά να απαντηθεί.
Κεφάλαιο VII — Η Επιστροφή, που Είναι επίσης η Αρχή
Και έτσι ο περιπλανώμενος κατεβαίνει ξανά στην αγορά, στον συνηθισμένο θόρυβο των ρολογιών και των χρεών και των μικρών καθημερινών λυπών — αλλά κάτι έχει μετατοπιστεί, ήσυχα και μόνιμα, σαν μια μοναδική πέτρα που μετακινήθηκε κατά μία ίντσα σε μια κοίτη ποταμού, αλλάζοντας για πάντα το σχέδιο του ρεύματος προς τα κάτω. Ο κόσμος ο ίδιος δεν έχει αλλάξει. Αλλά τα μάτια που τώρα τον κοιτάζουν έχουν θυμηθεί κάτι που ο κόσμος δεν μπορεί ποτέ ξανά να τους πάρει πλήρως.
Αυτό δεν είναι τέλος αλλά κατώφλι. Κάθε γνήσια συνάντηση με το Άπειρο επιστρέφει τον ταξιδιώτη στην καθημερινή ζωή — όχι ως απόδραση από εκείνη τη ζωή, αλλά ως το μυστικό της νόημα, που επιτέλους διακρίνεται, έστω και για λίγο. Τα πιάτα εξακολουθούν να περιμένουν υπομονετικά να πλυθούν· ο άνεμος εξακολουθεί να κινεί την κουρτίνα στο βραδινό φως· κι όμως το πλύσιμο και ο άνεμος δεν αισθάνονται πια χωριστά από την απέραντη Συνείδηση που, μόνο μια στιγμή πριν, φαινόταν να ανήκει σε κάποια άλλη, πιο ιερή τάξη πραγμάτων εντελώς. Ποτέ δεν ήταν αλλού. Ήταν πάντα εδώ, φορώντας το συνηθισμένο ως την τελική και πιο οικεία μεταμφίεσή της, κρυμμένη, όπως συχνά κάνουν τα βαθύτερα πράγματα, σε κοινή θέα.
Ας μην πιστέψουν απλώς αυτά τα λόγια όσοι τα διαβάζουν, αλλά ας τα δοκιμάσουν ήσυχα, στην ησυχία της δικής τους ώρας πριν από την αυγή. Διότι το Άπειρο δεν ζητά να το αποδείξουν με εξυπνάδα ή αποδείξεις. Ζητά μόνο να το προσέξουν — υπομονετικό, απεριόριστο, και πιο κοντά, ακόμη και τώρα, από την αναπνοή που συνεχίζει να ανεβαίνει και να κατεβαίνει χωρίς ποτέ να ζητήσει άδεια για να το κάνει.
Αφορισμός
Το ιερό δεν βρίσκεται πέρα από το συνηθισμένο — βρίσκεται τη στιγμή που το συνηθισμένο, επιτέλους, φαίνεται ολόκληρο.
Η Σιωπή Κάτω από την Άμμο
Περί της Πλάνης του Γνωρίζειν, και του Δρόμου που Ανοίγει Εκεί όπου Τελειώνει η Γνώση
Κεφάλαιο Ι
Το Βάρος του Χάρτη
Πριν ακόμα γεννηθεί μια σκέψη, η έρημος είναι ήδη ολόκληρη. Οι αμμόλοφοι δεν συμβουλεύονται τον νου για το σχήμα τους· ο άνεμος δεν περιμένει όνομα για να μετακινήσει τον κόκκο. Κι όμως, τη στιγμή που ο άνθρωπος ανοίγει τα μάτια του πάνω σε αυτή την απεραντοσύνη, αρχίζει, σχεδόν χωρίς να το προσέχει, να απλώνει κάτι από πάνω της — ένα πλέγμα προσδοκιών, μια ήσυχη αρχιτεκτονική οικείων σχημάτων — και ονομάζει αυτό το απλωμένο «κατανόηση». Πιστεύει πως διάβασε τη γη, ενώ στην πραγματικότητα την έχει μόνο επικαλύψει με τα περιεχόμενα του δικού του κρανίου.
Αυτό είναι το αρχαιότερο και πιο τρυφερό σφάλμα: να εκλαμβάνουμε την τάξη του νου ως την τάξη των πραγμάτων. Η φύση κινείται με μια λογική που δεν χρωστάει τίποτα στην ανθρώπινη σύνταξη. Δεν οργανώνεται σε αίτιο και αποτέλεσμα για τη δική μας ευκολία· απλώς υπάρχει, όπως υπάρχει η θερμότητα, όπως υπάρχει ένα άστρο, που καίει χωρίς να ζητάει να το καταλάβουν. Αυτό που αποκαλούμε γνώση είναι το κατάλοιπο που μένει όταν το απέραντο, άλεκτο γεγονός του κόσμου περνά μέσα από τον στενό θάλαμο ενός ανθρώπινου κρανίου. Δεν είναι ο κόσμος. Είναι η σκιά που ρίχνει ο κόσμος πάνω σε έναν τοίχο που χτίσαμε εμείς οι ίδιοι.
Κι όμως — πόσο παράξενο — αυτός ο σκιώδης χάρτης επιτρέπει ακόμη στον άνθρωπο να περπατά, να βρίσκει νερό, να επιβιώνει στο πέρασμα. Το κατασκεύασμα είναι χρήσιμο. Η χρησιμότητά του έχει σιωπηλά πείσει γενιές ότι πρέπει να είναι και αληθινό.
Αφορισμός
Ο νους δεν διαβάζει τον κόσμο· τον γράφει επάνω του, και έπειτα θαυμάζει τον δικό του γραφικό χαρακτήρα ως αποκάλυψη.
Κεφάλαιο ΙΙ
Ο Φιλάργυρος της Σκόνης
Σκέψου κάποιον που γονατίζει στην άμμο, μαζεύει μια χούφτα σκόνη, κλείνει τα δάχτυλά του γύρω της και δηλώνει: αυτό είναι δικό μου, αυτό έχει αξία, θα το ανταλλάξω, θα το φυλάξω μέσα στη νύχτα. Οι περαστικοί, βλέποντάς τον σκυμμένο και άγρυπνο πάνω από μια συνηθισμένη χούφτα του εδάφους της ερήμου, καταλαβαίνουν αμέσως ότι κάτι μέσα του έχει ξεκολλήσει. Η σκόνη δεν είναι σπάνια. Η σκόνη δεν είναι θησαυρός. Να την υπερασπίζεσαι είναι να υπερασπίζεσαι το τίποτα, με πάθος.
Η ανθρώπινη γνώση, όταν κρατιέται ως κατοχή, είναι αυτή η ίδια σκόνη σφιγμένη σε ένα τρεμάμενο χέρι. Μαζεύεται από το απέραντο αδιάφορο έδαφος της εμπειρίας, παίρνει για λίγο το σχήμα γροθιάς και εκλαμβάνεται ως πλούτος. Κάποιοι την αποθησαυρίζουν για να αισθάνονται μεγάλοι σε έναν κόσμο που τους καταπνίγει. Κάποιοι την ανταλλάσσουν σαν να ήταν σιτάρι ή χρυσάφι, ξεχνώντας ότι μια σκέψη, αντίθετα από το σιτάρι, δεν τρέφει κανέναν απλώς επειδή ανήκει σε κάποιον. Κάποιοι τη χρησιμοποιούν ως λουρί πάνω στους άλλους, εκλαμβάνοντας το μήκος του λουριού τους για το μέγεθος της κατανόησής τους.
Αλλά κάτσε αρκετή ώρα κάτω από ανοιχτό ουρανό, όπου τα άστρα κάνουν ακόμη και τα βουνά να φαίνονται στιγμιαία, και η γροθιά αρχίζει να πονάει. Η σκόνη δεν ήταν ποτέ το νόημα. Ήταν μόνο μια χούφτα από κάτι που ήδη δεν ανήκε σε κανέναν, περιμένοντας να αφεθεί πίσω στον άνεμο από τον οποίο προήλθε.
Αφορισμός
Να φυλάς τη γνώση ως θησαυρό είναι να στέκεσαι φρουρός πάνω από άμμο — άγρυπνος, εξαντλημένος, και πλούσιος σε τίποτα.
Κεφάλαιο ΙΙΙ
Τα Πρώτα Βήματα και ο Ανοιχτός Δρόμος
Κι όμως, το παιδί πρέπει να μάθει να περπατά πριν μπορέσει να διαλέξει πού θα πάει. Σε αυτό, η γνώση δεν είναι δίχως έλεος. Είναι το ραβδί που δίνεται στον ταξιδιώτη που είναι ακόμη πολύ νέος για τις αληθινές αποστάσεις της ερήμου — σταθεροποιεί τα πρώτα βήματα, ονομάζει τους κινδύνους πριν το σώμα μάθει να τους αισθάνεται, προσφέρει ένα σχήμα για να στηριχτεί όσο τα πόδια είναι ακόμη αδύναμα.
Ας υπηρετήσει αυτόν τον σκοπό ελεύθερα, χωρίς τίμημα, χωρίς τη γροθιά του φιλάργυρου κλειστή γύρω του. Ένα ραβδί που κρατιέται μακριά από ένα παιδί που μαθαίνει να διασχίζει ανώμαλο έδαφος δεν είναι σοφία· είναι σκληρότητα ντυμένη με πλούτο.
Αλλά το ραβδί δεν είναι προορισμός. Σε κάθε αληθινό ταξίδι έρχεται μια καμπή όπου ο δρόμος που χαρτογράφησε ο νους τελειώνει, όχι επειδή ο ταξιδιώτης απέτυχε, αλλά επειδή το έδαφος πέρα από αυτό απλώς υπερβαίνει ό,τι οποιοσδήποτε χάρτης κατασκευάστηκε να χωρέσει. Η έρημος συνεχίζει· το χαρτί όχι. Εδώ το ραβδί πρέπει να αφεθεί κάτω, όχι ως ήττα, αλλά ως η φυσική κατάληξη της χρησιμότητάς του — όπως ένα κέλυφος αφήνεται στην ακτή όταν αυτό που μεγάλωσε μέσα του έχει ξεπεράσει το κέλυφος.
Πέρα από αυτή την καμπή, κανείς δεν μπορεί να κουβαλήσει άλλον. Κάθε ταξιδιώτης πρέπει να ανοίξει τον αχαρτογράφητο δρόμο με τα ίδια του τα γυμνά πόδια, στη δική του μη επαναλήψιμη σιωπή, κάτω από έναν ουρανό που δεν προσφέρει άλλες οδηγίες.
Αφορισμός
Ας κουβαλάει η γνώση το παιδί· μην της ζητάς να κουβαλήσει τον προσκυνητή. Ο δρόμος πέρα από τον χάρτη πρέπει να ανοιχτεί από εκείνον που τον βαδίζει.
Κεφάλαιο ΙV
Το Κατώφλι όπου οι Λέξεις Αποτυγχάνουν
Υπάρχει μια ακινησία στην έρημο το μεσημέρι που δεν είναι απουσία κίνησης, αλλά η πιο ακραία της μορφή — η θερμότητα τρέμει τον αέρα μέχρι που η ίδια η απόσταση μοιάζει να αναπνέει. Στάσου μέσα σε αυτή και κάτι χαλαρώνει. Ο νους, τόσο συνηθισμένος να φτάνει σε συμπεράσματα, βρίσκει ότι εδώ δεν υπάρχει τίποτα να συμπεράνει. Υπάρχει μόνο το τεράστιο γεγονός του να είσαι παρών σε κάτι υπερβολικά μεγάλο για τα όργανά του.
Αυτό είναι το κατώφλι. Η γνώση, βαδίζοντας προς την αλήθεια, φτάνει τελικά σε ένα σημείο όπου τα ίδια της τα εργαλεία γίνονται το εμπόδιο. Η σκέψη προχωρά διαιρώντας — τούτο από εκείνο, εαυτό από κόσμο, στιγμή από στιγμή — και η αλήθεια, όποια κι αν είναι τελικά, δεν φαίνεται να είναι διαιρεμένη. Της ζητείται να περάσει από μια πόρτα φτιαγμένη για θραύσματα, και δεν θα συρρικνωθεί για να χωρέσει.
Έτσι ο ταξιδιώτης σταματά να συσσωρεύει και αρχίζει να αναπνέει. Μια ανάσα τραβηγμένη στο απέραντο μεσημεριανό φως κάνει αυτό που χίλιοι προσεκτικοί ορισμοί δεν μπόρεσαν: απλώς ανήκει στη σιωπή, χωρίς να την περιγράφει. Ακινησία και κίνηση παύουν να είναι αντίθετα εδώ — η άμμος μετακινείται αιώνια και δεν έχει μετακινηθεί σε χίλια χρόνια. Ο χρόνος και περνά και δεν περνά. Καμία πρόταση δεν λύνει αυτό. Δεν προορίζεται να λυθεί. Προορίζεται να σταθεί κανείς μέσα του.
Αφορισμός
Η αλήθεια δεν εισέρχεται από την πόρτα που έχτισε γι’ αυτήν η σκέψη· ήταν ήδη στο δωμάτιο πριν υπάρξει η πόρτα.
Κεφάλαιο V
Αυτό που Κρατά η Έρημος
Τέλος, κοντά στο βράδυ, όταν η ζέστη μαλακώνει και τα πρώτα άστρα αρχίζουν να τρυπούν έναν ουρανό που έχει πάρει το χρώμα μιας κτυπημένης καμπάνας, κάτι πέφτει ήσυχα που κανείς δεν αποφάσισε να αφήσει. Δεν είναι ανακάλυψη. Είναι περισσότερο σαν τη στιγμή που ένα κλειστό χέρι απλώς ανοίγει, έχοντας ξεχάσει για μια στιγμή ότι υπήρξε ποτέ γροθιά.
Τι μένει, όταν ακόμη και η τελευταία προσεκτική σκέψη αφήνεται στην άμμο σαν ραβδί που δεν χρειάζεται πια; Μόνο αυτό: η ανάσα που κινείται στον δροσερό αέρα, η τεράστια ησυχία των άστρων αδιάφορων στο να ονομαστούν, το σώμα ακόμη ζεστό από μια μέρα που δεν χρειάστηκε να καταλάβει για να τη ζήσει. Τίποτα δεν έχει λυθεί. Όλα, με κάποιον τρόπο, είναι πλήρη.
Αυτό είναι το παράξενο δώρο που κρύβεται μέσα στην απώλεια: ότι η συνηθισμένη στιγμή, ακατακύρωτη από οποιαδήποτε ιδέα γι’ αυτήν, δεν έλειπε ποτέ τίποτα. Η ελευθερία δεν βρέθηκε στο τέλος του δρόμου. Ήταν ο ίδιος ο δρόμος, βαδισμένος χωρίς τη γροθιά. Ο ουρανός δεν κρατά αρχεία. Η άμμος δεν θυμάται τίποτα και κρατά τα πάντα. Και ο ταξιδιώτης, επιτέλους με άδεια χέρια, ανακαλύπτει ότι ήταν ήδη σπίτι στο μέρος που νόμιζε ότι διέσχιζε.
Αφορισμός
Όταν η τελευταία σκέψη αφήνεται επιτέλους κάτω, τίποτα δεν χάνεται — μόνο το χέρι που έκρυβε τη στιγμή ανοίγει.
Κεφάλαιο Ι
Το Βάρος του Χάρτη
Πριν ακόμα γεννηθεί μια σκέψη, η έρημος είναι ήδη ολόκληρη. Οι αμμόλοφοι δεν συμβουλεύονται τον νου για το σχήμα τους· ο άνεμος δεν περιμένει όνομα για να μετακινήσει τον κόκκο. Κι όμως, τη στιγμή που ο άνθρωπος ανοίγει τα μάτια του πάνω σε αυτή την απεραντοσύνη, αρχίζει, σχεδόν χωρίς να το προσέχει, να απλώνει κάτι από πάνω της — ένα πλέγμα προσδοκιών, μια ήσυχη αρχιτεκτονική οικείων σχημάτων — και ονομάζει αυτό το απλωμένο «κατανόηση». Πιστεύει πως διάβασε τη γη, ενώ στην πραγματικότητα την έχει μόνο επικαλύψει με τα περιεχόμενα του δικού του κρανίου.
Αυτό είναι το αρχαιότερο και πιο τρυφερό σφάλμα: να εκλαμβάνουμε την τάξη του νου ως την τάξη των πραγμάτων. Η φύση κινείται με μια λογική που δεν χρωστάει τίποτα στην ανθρώπινη σύνταξη. Δεν οργανώνεται σε αίτιο και αποτέλεσμα για τη δική μας ευκολία· απλώς υπάρχει, όπως υπάρχει η θερμότητα, όπως υπάρχει ένα άστρο, που καίει χωρίς να ζητάει να το καταλάβουν. Αυτό που αποκαλούμε γνώση είναι το κατάλοιπο που μένει όταν το απέραντο, άλεκτο γεγονός του κόσμου περνά μέσα από τον στενό θάλαμο ενός ανθρώπινου κρανίου. Δεν είναι ο κόσμος. Είναι η σκιά που ρίχνει ο κόσμος πάνω σε έναν τοίχο που χτίσαμε εμείς οι ίδιοι.
Κι όμως — πόσο παράξενο — αυτός ο σκιώδης χάρτης επιτρέπει ακόμη στον άνθρωπο να περπατά, να βρίσκει νερό, να επιβιώνει στο πέρασμα. Το κατασκεύασμα είναι χρήσιμο. Η χρησιμότητά του έχει σιωπηλά πείσει γενιές ότι πρέπει να είναι και αληθινό.
Αφορισμός
Ο νους δεν διαβάζει τον κόσμο· τον γράφει επάνω του, και έπειτα θαυμάζει τον δικό του γραφικό χαρακτήρα ως αποκάλυψη.
Κεφάλαιο ΙΙ
Ο Φιλάργυρος της Σκόνης
Σκέψου κάποιον που γονατίζει στην άμμο, μαζεύει μια χούφτα σκόνη, κλείνει τα δάχτυλά του γύρω της και δηλώνει: αυτό είναι δικό μου, αυτό έχει αξία, θα το ανταλλάξω, θα το φυλάξω μέσα στη νύχτα. Οι περαστικοί, βλέποντάς τον σκυμμένο και άγρυπνο πάνω από μια συνηθισμένη χούφτα του εδάφους της ερήμου, καταλαβαίνουν αμέσως ότι κάτι μέσα του έχει ξεκολλήσει. Η σκόνη δεν είναι σπάνια. Η σκόνη δεν είναι θησαυρός. Να την υπερασπίζεσαι είναι να υπερασπίζεσαι το τίποτα, με πάθος.
Η ανθρώπινη γνώση, όταν κρατιέται ως κατοχή, είναι αυτή η ίδια σκόνη σφιγμένη σε ένα τρεμάμενο χέρι. Μαζεύεται από το απέραντο αδιάφορο έδαφος της εμπειρίας, παίρνει για λίγο το σχήμα γροθιάς και εκλαμβάνεται ως πλούτος. Κάποιοι την αποθησαυρίζουν για να αισθάνονται μεγάλοι σε έναν κόσμο που τους καταπνίγει. Κάποιοι την ανταλλάσσουν σαν να ήταν σιτάρι ή χρυσάφι, ξεχνώντας ότι μια σκέψη, αντίθετα από το σιτάρι, δεν τρέφει κανέναν απλώς επειδή ανήκει σε κάποιον. Κάποιοι τη χρησιμοποιούν ως λουρί πάνω στους άλλους, εκλαμβάνοντας το μήκος του λουριού τους για το μέγεθος της κατανόησής τους.
Αλλά κάτσε αρκετή ώρα κάτω από ανοιχτό ουρανό, όπου τα άστρα κάνουν ακόμη και τα βουνά να φαίνονται στιγμιαία, και η γροθιά αρχίζει να πονάει. Η σκόνη δεν ήταν ποτέ το νόημα. Ήταν μόνο μια χούφτα από κάτι που ήδη δεν ανήκε σε κανέναν, περιμένοντας να αφεθεί πίσω στον άνεμο από τον οποίο προήλθε.
Αφορισμός
Να φυλάς τη γνώση ως θησαυρό είναι να στέκεσαι φρουρός πάνω από άμμο — άγρυπνος, εξαντλημένος, και πλούσιος σε τίποτα.
Κεφάλαιο ΙΙΙ
Τα Πρώτα Βήματα και ο Ανοιχτός Δρόμος
Κι όμως, το παιδί πρέπει να μάθει να περπατά πριν μπορέσει να διαλέξει πού θα πάει. Σε αυτό, η γνώση δεν είναι δίχως έλεος. Είναι το ραβδί που δίνεται στον ταξιδιώτη που είναι ακόμη πολύ νέος για τις αληθινές αποστάσεις της ερήμου — σταθεροποιεί τα πρώτα βήματα, ονομάζει τους κινδύνους πριν το σώμα μάθει να τους αισθάνεται, προσφέρει ένα σχήμα για να στηριχτεί όσο τα πόδια είναι ακόμη αδύναμα.
Ας υπηρετήσει αυτόν τον σκοπό ελεύθερα, χωρίς τίμημα, χωρίς τη γροθιά του φιλάργυρου κλειστή γύρω του. Ένα ραβδί που κρατιέται μακριά από ένα παιδί που μαθαίνει να διασχίζει ανώμαλο έδαφος δεν είναι σοφία· είναι σκληρότητα ντυμένη με πλούτο.
Αλλά το ραβδί δεν είναι προορισμός. Σε κάθε αληθινό ταξίδι έρχεται μια καμπή όπου ο δρόμος που χαρτογράφησε ο νους τελειώνει, όχι επειδή ο ταξιδιώτης απέτυχε, αλλά επειδή το έδαφος πέρα από αυτό απλώς υπερβαίνει ό,τι οποιοσδήποτε χάρτης κατασκευάστηκε να χωρέσει. Η έρημος συνεχίζει· το χαρτί όχι. Εδώ το ραβδί πρέπει να αφεθεί κάτω, όχι ως ήττα, αλλά ως η φυσική κατάληξη της χρησιμότητάς του — όπως ένα κέλυφος αφήνεται στην ακτή όταν αυτό που μεγάλωσε μέσα του έχει ξεπεράσει το κέλυφος.
Πέρα από αυτή την καμπή, κανείς δεν μπορεί να κουβαλήσει άλλον. Κάθε ταξιδιώτης πρέπει να ανοίξει τον αχαρτογράφητο δρόμο με τα ίδια του τα γυμνά πόδια, στη δική του μη επαναλήψιμη σιωπή, κάτω από έναν ουρανό που δεν προσφέρει άλλες οδηγίες.
Αφορισμός
Ας κουβαλάει η γνώση το παιδί· μην της ζητάς να κουβαλήσει τον προσκυνητή. Ο δρόμος πέρα από τον χάρτη πρέπει να ανοιχτεί από εκείνον που τον βαδίζει.
Κεφάλαιο ΙV
Το Κατώφλι όπου οι Λέξεις Αποτυγχάνουν
Υπάρχει μια ακινησία στην έρημο το μεσημέρι που δεν είναι απουσία κίνησης, αλλά η πιο ακραία της μορφή — η θερμότητα τρέμει τον αέρα μέχρι που η ίδια η απόσταση μοιάζει να αναπνέει. Στάσου μέσα σε αυτή και κάτι χαλαρώνει. Ο νους, τόσο συνηθισμένος να φτάνει σε συμπεράσματα, βρίσκει ότι εδώ δεν υπάρχει τίποτα να συμπεράνει. Υπάρχει μόνο το τεράστιο γεγονός του να είσαι παρών σε κάτι υπερβολικά μεγάλο για τα όργανά του.
Αυτό είναι το κατώφλι. Η γνώση, βαδίζοντας προς την αλήθεια, φτάνει τελικά σε ένα σημείο όπου τα ίδια της τα εργαλεία γίνονται το εμπόδιο. Η σκέψη προχωρά διαιρώντας — τούτο από εκείνο, εαυτό από κόσμο, στιγμή από στιγμή — και η αλήθεια, όποια κι αν είναι τελικά, δεν φαίνεται να είναι διαιρεμένη. Της ζητείται να περάσει από μια πόρτα φτιαγμένη για θραύσματα, και δεν θα συρρικνωθεί για να χωρέσει.
Έτσι ο ταξιδιώτης σταματά να συσσωρεύει και αρχίζει να αναπνέει. Μια ανάσα τραβηγμένη στο απέραντο μεσημεριανό φως κάνει αυτό που χίλιοι προσεκτικοί ορισμοί δεν μπόρεσαν: απλώς ανήκει στη σιωπή, χωρίς να την περιγράφει. Ακινησία και κίνηση παύουν να είναι αντίθετα εδώ — η άμμος μετακινείται αιώνια και δεν έχει μετακινηθεί σε χίλια χρόνια. Ο χρόνος και περνά και δεν περνά. Καμία πρόταση δεν λύνει αυτό. Δεν προορίζεται να λυθεί. Προορίζεται να σταθεί κανείς μέσα του.
Αφορισμός
Η αλήθεια δεν εισέρχεται από την πόρτα που έχτισε γι’ αυτήν η σκέψη· ήταν ήδη στο δωμάτιο πριν υπάρξει η πόρτα.
Κεφάλαιο V
Αυτό που Κρατά η Έρημος
Τέλος, κοντά στο βράδυ, όταν η ζέστη μαλακώνει και τα πρώτα άστρα αρχίζουν να τρυπούν έναν ουρανό που έχει πάρει το χρώμα μιας κτυπημένης καμπάνας, κάτι πέφτει ήσυχα που κανείς δεν αποφάσισε να αφήσει. Δεν είναι ανακάλυψη. Είναι περισσότερο σαν τη στιγμή που ένα κλειστό χέρι απλώς ανοίγει, έχοντας ξεχάσει για μια στιγμή ότι υπήρξε ποτέ γροθιά.
Τι μένει, όταν ακόμη και η τελευταία προσεκτική σκέψη αφήνεται στην άμμο σαν ραβδί που δεν χρειάζεται πια; Μόνο αυτό: η ανάσα που κινείται στον δροσερό αέρα, η τεράστια ησυχία των άστρων αδιάφορων στο να ονομαστούν, το σώμα ακόμη ζεστό από μια μέρα που δεν χρειάστηκε να καταλάβει για να τη ζήσει. Τίποτα δεν έχει λυθεί. Όλα, με κάποιον τρόπο, είναι πλήρη.
Αυτό είναι το παράξενο δώρο που κρύβεται μέσα στην απώλεια: ότι η συνηθισμένη στιγμή, ακατακύρωτη από οποιαδήποτε ιδέα γι’ αυτήν, δεν έλειπε ποτέ τίποτα. Η ελευθερία δεν βρέθηκε στο τέλος του δρόμου. Ήταν ο ίδιος ο δρόμος, βαδισμένος χωρίς τη γροθιά. Ο ουρανός δεν κρατά αρχεία. Η άμμος δεν θυμάται τίποτα και κρατά τα πάντα. Και ο ταξιδιώτης, επιτέλους με άδεια χέρια, ανακαλύπτει ότι ήταν ήδη σπίτι στο μέρος που νόμιζε ότι διέσχιζε.
Αφορισμός
Όταν η τελευταία σκέψη αφήνεται επιτέλους κάτω, τίποτα δεν χάνεται — μόνο το χέρι που έκρυβε τη στιγμή ανοίγει.
Ο Αληθινός Θεός
Ο Θεός Πέρα από Όλες τις Έννοιες
— Για τον Ωκεανό που Κανένα Κύπελλο Δεν Μπορεί να Κρατήσει —
Ι. Το Είδωλο του Νου
Πριν ανατείλει ο ήλιος, πριν εμφανιστούν οι λέξεις, υπάρχει μόνο αυτό: η ανάσα που κινείται στη σιωπή, ο ουρανός που γυρίζει από χλωμό γκρι σε χρυσό. Σε αυτή την ήσυχη ώρα, ρώτησε τι πραγματικά έχεις αναζητήσει. Όχι τον θεό των ναών, όχι τον θεό που σκάλισε η μνήμη και ο φόβος — εκείνος ο θεός είναι μικρός. Φοράει το πρόσωπο που του έδωσαν οι άνθρωποι: το πρόσωπο της δικής τους λαχτάρας, του δικού τους θυμού, της δικής τους ελπίδας για ανταμοιβή. Είναι ένα είδωλο χτισμένο από τη σκέψη, και η σκέψη, όσο λεπτή κι αν είναι, παραμένει τοίχος.
Κάθισε για μια στιγμή δίπλα σε ένα ανοιχτό παράθυρο την αυγή. Παρακολούθησε το φως να φτάνει χωρίς να ζητά άδεια, χωρίς όνομα, χωρίς μορφή. Αυτό είναι πιο κοντά στην αλήθεια από οποιαδήποτε διδασκαλία. Το Πραγματικό δεν χρειάζεται να πιστευτεί — μόνο να συναντηθεί, όπως το πρωινό συναντά τα μάτια χωρίς τελετή. Ό,τι μπορεί να απεικονιστεί είναι ήδη πολύ μικρό για να είναι αληθινό. Ο Αληθινός Θεός δεν είναι ο θεός των ανθρώπων· ο θεός των ανθρώπων είναι απλώς ένα είδωλο που συλλαμβάνουν με τις δικές τους σκέψεις, και έπειτα γονατίζουν μπροστά του σαν να ήταν ο ουρανός.
Αφορισμός
Ο θεός που μπορείς να απεικονίσεις δεν είναι ο Θεός. Εκείνος που δεν μπορείς να απεικονίσεις δεν έχει φύγει ποτέ.
ΙΙ. Ο Ωκεανός και το Κύπελλο
Πήγαινε να σταθείς κοντά σε νερό αν μπορείς — ένα ποτάμι, μια λίμνη, ακόμη και ένα μπολ αφημένο έξω όλη τη νύχτα, που μαζεύει τον ουρανό. Πρόσεξε: το κύπελλο κρατάει νερό, αλλά δεν κρατάει τον ωκεανό. Ρίξε τον ωκεανό σε ένα κύπελλο και φτάνει μόνο όσο χωράει το κύπελλο· το υπόλοιπο μένει έξω, αχώριστο, αμέτρητο, ολόκληρο. Έτσι είναι με το Άπειρο. Οι άνθρωποι χτίζουν κύπελλα σκέψης — έννοιες, αισθήματα, ιερούς χώρους, προσεκτικές τελετουργίες — και χύνουν μέσα τους την ιδέα τους για τον Θεό, πιστεύοντας πως το κύπελλο περιέχει πια τη θάλασσα.
Αλλά η θάλασσα δεν ήταν ποτέ μέσα· απλώς επισκεπτόταν, φορώντας για λίγο το σχήμα του δοχείου. Κάθισε στη σιωπή και νιώσε πώς η ίδια σου η ανάσα είναι έτσι — έρχεται, φεύγει, ποτέ δεν ανήκει, ποτέ δεν κρατιέται για πάντα. Ο Θεός δεν χωράει πουθενά σε ανθρώπινη έννοια, όπως ο Ωκεανός δεν χωράει σε ανθρώπινο κύπελλο. Το Άπειρο απλώς είναι, όπως ο ουρανός απλώς είναι, αδιάφορο για τα μικρά σχήματα που οι άνθρωποι υψώνουν από κάτω του.
Αφορισμός
Ο Ωκεανός δεν χωράει σε κύπελλο. Απλώς δανείζει στο κύπελλο τη γεύση του αλατιού.
ΙΙΙ. Η Ρίζα και το Φύλλο
Περπάτα ξυπόλυτος αν μπορείς, σε χορτάρι ακόμη βρεγμένο από τη νύχτα. Νιώσε τη γη να απαντά σε κάθε βήμα πριν προλάβει η σκέψη να το ονομάσει «γη». Αυτή είναι η αρχή του μονοπατιού — όχι μακριά από τη γη, αλλά βαθιά μέσα της, όπως οι ρίζες κατεβαίνουν πριν το δέντρο μπορέσει να υψωθεί. Δεν χρειάζεται περίπλοκη πρακτική, δεν χρειάζεται να ταξιδέψεις μακριά. Η αλήθεια δεν κρύβεται σε κάποιο μακρινό βουνό· είναι εδώ, στη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος, στον μικρό πόνο του να στέκεσαι ακίνητος, στο συνηθισμένο βάρος ενός σώματος που αναπνέει.
Παρακολούθησε ένα φύλλο να πέφτει. Δεν αντιστέκεται στη γη. Δεν μαλώνει με τον άνεμο που το κουβαλά. Σε αυτή την απλή παράδοση υπάρχει μια διδασκαλία βαθύτερη από οποιαδήποτε γραφή: να σταματήσεις να προσθέτεις, να σταματήσεις να επιμένεις, και να αφήσεις αυτό που είναι να είναι. Η επίγνωση δεν χρειάζεται βελτίωση. Χρειάζεται μόνο αρκετό χώρο για να παρατηρήσει τον εαυτό της, όπως η σιωπή δεν χρειάζεται γέμισμα για να είναι πλήρης.
Αφορισμός
Η ρίζα δεν απλώνεται προς τον ουρανό. Κατεβαίνει ήσυχα, και ο ουρανός έρχεται σε αυτήν.
ΙV. Πέρα από τον Θεό του Ανθρώπου
Κανένας ιερέας δεν κρατάει το κλειδί. Κανένα βιβλίο, όσο παλιό κι αν είναι, όσο χρυσό κι αν έχει το εξώφυλλό του, δεν μπορεί να σου παραδώσει το Άπειρο — ποτέ δεν ήταν αρκετά μικρό για να παραδοθεί. Αυτή είναι η παράξενη ελευθερία στην καρδιά του πράγματος: τίποτα δεν στέκεται ανάμεσα σε σένα και το Πραγματικό εκτός από την πίστη ότι κάτι πρέπει να υπάρχει. Ο καθένας μπορεί να είναι ελεύθερος· ο καθένας μπορεί να αναδυθεί ως το Άπειρο, εγκαταλείποντας τους δικούς του περιορισμούς. Δεν χρειάζεται ούτε δασκάλους, ούτε διδασκαλίες, ούτε καν προσπάθεια — μόνο να είναι πραγματική η επιθυμία.
Όχι η επιθυμία για άνεση, όχι η επιθυμία για απαντήσεις, αλλά η απλή, αστόλιστη επιθυμία να σταματήσεις να ζεις μέσα σε μια δανεική ιδέα του ιερού. Κάθισε τώρα, ακριβώς όπως είσαι. Μην απλώνεσαι. Μην υποδύεσαι την ακινησία. Άσε τον θόρυβο της προσπάθειας να ησυχάσει μόνος του, όπως τα κυματάκια ηρεμούν μόνα τους μόλις το χέρι σταματήσει να ανακατεύει το νερό. Αυτό που μένει, όταν σταματήσει η προσπάθεια, ήταν εδώ πριν αρχίσει ποτέ η προσπάθεια.
Αφορισμός
Η πόρτα δεν ήταν ποτέ κλειδωμένη. Μόνο το χέρι που χτυπούσε πίστευε ότι ήταν.
V. Διαλύοντας στο Πραγματικό
Ποτέ δεν είναι ο Θεός που κατεβαίνει στον άνθρωπο, όσο άγιος κι αν πιστεύει τον εαυτό του ο άνθρωπος. Τίποτα άπειρο δεν ταξιδεύει προς τα κάτω σε κάτι πεπερασμένο και παραμένει άπειρο. Αντίθετα, είναι ο άνθρωπος που χαλαρώνει, που αφήνει τα μικρά τείχη που έχτισε — της σκέψης, του φόβου, του τακτοποιημένου μικρού θεού που κάποτε χρειαζόταν — να πέσουν ήσυχα μακριά, όπως ο παγετός διαλύεται μόλις τον βρει ο πρωινός ήλιος: χωρίς αγώνα, χωρίς ανακοίνωση.
Δεν υπάρχει άφιξη, γιατί τίποτα δεν ταξίδεψε. Υπάρχει μόνο αναγνώριση: αυτή η ανάσα ήταν πάντα χωρίς αιτία, αυτή η σιωπή ήταν πάντα ολόκληρη, αυτό το συνηθισμένο λιβάδι από χορτάρι και φως δεν ήταν ποτέ χωρισμένο από αυτό που οι άνθρωποι ονόμαζαν θεϊκό. Στάσου ακίνητος στο σούρουπο και παρακολούθησε το χρώμα να φεύγει από τον ουρανό χωρίς παράπονο, χωρίς να κρατιέται. Άσε τον εαυτό σου να κάνει το ίδιο — όχι να γίνεις κάτι καινούργιο, μόνο να σταματήσεις να επιμένεις να είσαι κάτι μικρό. Αυτό που μένει, όταν τελειώσει η επιμονή, δεν ήταν ποτέ αλλού. Ήταν εκείνος που κοίταζε, από την αρχή.
Αφορισμός
Ο Θεός δεν κατεβαίνει στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος απλώς σταματά να στέκεται χώρια — και βρίσκει ότι δεν υπήρχε ποτέ αλλού.
— Για τον Ωκεανό που Κανένα Κύπελλο Δεν Μπορεί να Κρατήσει —
Ι. Το Είδωλο του Νου
Πριν ανατείλει ο ήλιος, πριν εμφανιστούν οι λέξεις, υπάρχει μόνο αυτό: η ανάσα που κινείται στη σιωπή, ο ουρανός που γυρίζει από χλωμό γκρι σε χρυσό. Σε αυτή την ήσυχη ώρα, ρώτησε τι πραγματικά έχεις αναζητήσει. Όχι τον θεό των ναών, όχι τον θεό που σκάλισε η μνήμη και ο φόβος — εκείνος ο θεός είναι μικρός. Φοράει το πρόσωπο που του έδωσαν οι άνθρωποι: το πρόσωπο της δικής τους λαχτάρας, του δικού τους θυμού, της δικής τους ελπίδας για ανταμοιβή. Είναι ένα είδωλο χτισμένο από τη σκέψη, και η σκέψη, όσο λεπτή κι αν είναι, παραμένει τοίχος.
Κάθισε για μια στιγμή δίπλα σε ένα ανοιχτό παράθυρο την αυγή. Παρακολούθησε το φως να φτάνει χωρίς να ζητά άδεια, χωρίς όνομα, χωρίς μορφή. Αυτό είναι πιο κοντά στην αλήθεια από οποιαδήποτε διδασκαλία. Το Πραγματικό δεν χρειάζεται να πιστευτεί — μόνο να συναντηθεί, όπως το πρωινό συναντά τα μάτια χωρίς τελετή. Ό,τι μπορεί να απεικονιστεί είναι ήδη πολύ μικρό για να είναι αληθινό. Ο Αληθινός Θεός δεν είναι ο θεός των ανθρώπων· ο θεός των ανθρώπων είναι απλώς ένα είδωλο που συλλαμβάνουν με τις δικές τους σκέψεις, και έπειτα γονατίζουν μπροστά του σαν να ήταν ο ουρανός.
Αφορισμός
Ο θεός που μπορείς να απεικονίσεις δεν είναι ο Θεός. Εκείνος που δεν μπορείς να απεικονίσεις δεν έχει φύγει ποτέ.
ΙΙ. Ο Ωκεανός και το Κύπελλο
Πήγαινε να σταθείς κοντά σε νερό αν μπορείς — ένα ποτάμι, μια λίμνη, ακόμη και ένα μπολ αφημένο έξω όλη τη νύχτα, που μαζεύει τον ουρανό. Πρόσεξε: το κύπελλο κρατάει νερό, αλλά δεν κρατάει τον ωκεανό. Ρίξε τον ωκεανό σε ένα κύπελλο και φτάνει μόνο όσο χωράει το κύπελλο· το υπόλοιπο μένει έξω, αχώριστο, αμέτρητο, ολόκληρο. Έτσι είναι με το Άπειρο. Οι άνθρωποι χτίζουν κύπελλα σκέψης — έννοιες, αισθήματα, ιερούς χώρους, προσεκτικές τελετουργίες — και χύνουν μέσα τους την ιδέα τους για τον Θεό, πιστεύοντας πως το κύπελλο περιέχει πια τη θάλασσα.
Αλλά η θάλασσα δεν ήταν ποτέ μέσα· απλώς επισκεπτόταν, φορώντας για λίγο το σχήμα του δοχείου. Κάθισε στη σιωπή και νιώσε πώς η ίδια σου η ανάσα είναι έτσι — έρχεται, φεύγει, ποτέ δεν ανήκει, ποτέ δεν κρατιέται για πάντα. Ο Θεός δεν χωράει πουθενά σε ανθρώπινη έννοια, όπως ο Ωκεανός δεν χωράει σε ανθρώπινο κύπελλο. Το Άπειρο απλώς είναι, όπως ο ουρανός απλώς είναι, αδιάφορο για τα μικρά σχήματα που οι άνθρωποι υψώνουν από κάτω του.
Αφορισμός
Ο Ωκεανός δεν χωράει σε κύπελλο. Απλώς δανείζει στο κύπελλο τη γεύση του αλατιού.
ΙΙΙ. Η Ρίζα και το Φύλλο
Περπάτα ξυπόλυτος αν μπορείς, σε χορτάρι ακόμη βρεγμένο από τη νύχτα. Νιώσε τη γη να απαντά σε κάθε βήμα πριν προλάβει η σκέψη να το ονομάσει «γη». Αυτή είναι η αρχή του μονοπατιού — όχι μακριά από τη γη, αλλά βαθιά μέσα της, όπως οι ρίζες κατεβαίνουν πριν το δέντρο μπορέσει να υψωθεί. Δεν χρειάζεται περίπλοκη πρακτική, δεν χρειάζεται να ταξιδέψεις μακριά. Η αλήθεια δεν κρύβεται σε κάποιο μακρινό βουνό· είναι εδώ, στη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος, στον μικρό πόνο του να στέκεσαι ακίνητος, στο συνηθισμένο βάρος ενός σώματος που αναπνέει.
Παρακολούθησε ένα φύλλο να πέφτει. Δεν αντιστέκεται στη γη. Δεν μαλώνει με τον άνεμο που το κουβαλά. Σε αυτή την απλή παράδοση υπάρχει μια διδασκαλία βαθύτερη από οποιαδήποτε γραφή: να σταματήσεις να προσθέτεις, να σταματήσεις να επιμένεις, και να αφήσεις αυτό που είναι να είναι. Η επίγνωση δεν χρειάζεται βελτίωση. Χρειάζεται μόνο αρκετό χώρο για να παρατηρήσει τον εαυτό της, όπως η σιωπή δεν χρειάζεται γέμισμα για να είναι πλήρης.
Αφορισμός
Η ρίζα δεν απλώνεται προς τον ουρανό. Κατεβαίνει ήσυχα, και ο ουρανός έρχεται σε αυτήν.
ΙV. Πέρα από τον Θεό του Ανθρώπου
Κανένας ιερέας δεν κρατάει το κλειδί. Κανένα βιβλίο, όσο παλιό κι αν είναι, όσο χρυσό κι αν έχει το εξώφυλλό του, δεν μπορεί να σου παραδώσει το Άπειρο — ποτέ δεν ήταν αρκετά μικρό για να παραδοθεί. Αυτή είναι η παράξενη ελευθερία στην καρδιά του πράγματος: τίποτα δεν στέκεται ανάμεσα σε σένα και το Πραγματικό εκτός από την πίστη ότι κάτι πρέπει να υπάρχει. Ο καθένας μπορεί να είναι ελεύθερος· ο καθένας μπορεί να αναδυθεί ως το Άπειρο, εγκαταλείποντας τους δικούς του περιορισμούς. Δεν χρειάζεται ούτε δασκάλους, ούτε διδασκαλίες, ούτε καν προσπάθεια — μόνο να είναι πραγματική η επιθυμία.
Όχι η επιθυμία για άνεση, όχι η επιθυμία για απαντήσεις, αλλά η απλή, αστόλιστη επιθυμία να σταματήσεις να ζεις μέσα σε μια δανεική ιδέα του ιερού. Κάθισε τώρα, ακριβώς όπως είσαι. Μην απλώνεσαι. Μην υποδύεσαι την ακινησία. Άσε τον θόρυβο της προσπάθειας να ησυχάσει μόνος του, όπως τα κυματάκια ηρεμούν μόνα τους μόλις το χέρι σταματήσει να ανακατεύει το νερό. Αυτό που μένει, όταν σταματήσει η προσπάθεια, ήταν εδώ πριν αρχίσει ποτέ η προσπάθεια.
Αφορισμός
Η πόρτα δεν ήταν ποτέ κλειδωμένη. Μόνο το χέρι που χτυπούσε πίστευε ότι ήταν.
V. Διαλύοντας στο Πραγματικό
Ποτέ δεν είναι ο Θεός που κατεβαίνει στον άνθρωπο, όσο άγιος κι αν πιστεύει τον εαυτό του ο άνθρωπος. Τίποτα άπειρο δεν ταξιδεύει προς τα κάτω σε κάτι πεπερασμένο και παραμένει άπειρο. Αντίθετα, είναι ο άνθρωπος που χαλαρώνει, που αφήνει τα μικρά τείχη που έχτισε — της σκέψης, του φόβου, του τακτοποιημένου μικρού θεού που κάποτε χρειαζόταν — να πέσουν ήσυχα μακριά, όπως ο παγετός διαλύεται μόλις τον βρει ο πρωινός ήλιος: χωρίς αγώνα, χωρίς ανακοίνωση.
Δεν υπάρχει άφιξη, γιατί τίποτα δεν ταξίδεψε. Υπάρχει μόνο αναγνώριση: αυτή η ανάσα ήταν πάντα χωρίς αιτία, αυτή η σιωπή ήταν πάντα ολόκληρη, αυτό το συνηθισμένο λιβάδι από χορτάρι και φως δεν ήταν ποτέ χωρισμένο από αυτό που οι άνθρωποι ονόμαζαν θεϊκό. Στάσου ακίνητος στο σούρουπο και παρακολούθησε το χρώμα να φεύγει από τον ουρανό χωρίς παράπονο, χωρίς να κρατιέται. Άσε τον εαυτό σου να κάνει το ίδιο — όχι να γίνεις κάτι καινούργιο, μόνο να σταματήσεις να επιμένεις να είσαι κάτι μικρό. Αυτό που μένει, όταν τελειώσει η επιμονή, δεν ήταν ποτέ αλλού. Ήταν εκείνος που κοίταζε, από την αρχή.
Αφορισμός
Ο Θεός δεν κατεβαίνει στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος απλώς σταματά να στέκεται χώρια — και βρίσκει ότι δεν υπήρχε ποτέ αλλού.
Η Ταπεινότητα του Τάο
Εκείνοι που Δεν Επιζητούν Δόξα Λάμπουν Αληθινά
Ο Δρόμος Πέρα από την Υπερηφάνεια και την Επίδειξη του Εαυτού
Η Αληθινή Μεγαλοσύνη Περπατά Χωρίς Προσποίηση
Υπάρχει μια παλιά και άφωνη γνώση που επισκέπτεται την ψυχή στην πιο ήσυχη της ώρα — μια γνώση που δεν μπορεί να επιβληθεί με επιχειρήματα, παρά μόνο να γίνει δεκτή, όπως η αυγή γίνεται δεκτή από μια κοιλάδα που δεν έκανε τίποτα για να κερδίσει το φως. Έρχεται όχι ως ιδέα, αλλά ως παρουσία, απέραντη και χωρίς βιασύνη, ζητώντας τίποτα από εκείνον που την αισθάνεται εκτός από ησυχία. Όσοι την άγγιξαν, έστω και για το διάστημα μιας μόνο ανάσας, επιστρέφουν αλλαγμένοι, κουβαλώντας μέσα τους μια σιωπή που ο θόρυβος του κόσμου δεν μπορεί πλέον να πνίξει εντελώς. Αυτό που ακολουθεί δεν είναι διδασκαλία με την συνηθισμένη έννοια, αλλά μια ανάμνηση — η ιστορία, που αφηγείται ξανά και ξανά κάτω από κάθε ουρανό, της ψυχής που έφτασε πολύ μακριά, και της ψυχής που, παύοντας να φτάνει, αγκαλιάστηκε επιτέλους από το Άπειρο.
Ι · Ο Αναζητητής που Στεκόταν στις Μύτες των Ποδιών
Στην αρχή κάθε προσκυνηματικού δρόμου περπατά μια μορφή που δεν έχει ακόμα μάθει το μυστικό της κοιλάδας: η ψυχή που σηκώνεται στις μύτες των ποδιών, τεντώνοντας προς έναν ορίζοντα που πιστεύει ότι πρέπει να κατακτηθεί με τη δύναμη της λαχτάρας. Υψώνεται πάνω από τη γη, νομίζοντας ότι το ύψος το ίδιο είναι αγιότητα, και για μια στιγμή νιώθει ψηλή, φωτεινή, σχεδόν θεϊκή. Αλλά το έδαφος κάτω από τις μύτες είναι ένα τρεμάμενο έδαφος. Καμία ρίζα δεν κρατάει εκεί. Ο άνεμος που ευλογεί το βουνό γίνεται, για εκείνον που δεν θέλει να σταθεί ίσιος πάνω στον κόσμο, ένας άνεμος που ανατρέπει.
Αυτό είναι το πρώτο μυστήριο που προσφέρεται στην στοχαστική καρδιά: ότι το Απόλυτο δεν ανεβαίνει σαν πύργος, πέτρα πάνω σε επίπονη πέτρα, αλλά εισέρχεται σαν κοιλάδα — χαμηλή, αφύλακτη και σιωπηλή. Ο αναζητητής που τεντώνεται δεν περπατά μακριά, γιατί τα πόδια που έχουν απλωθεί υπερβολικά για το συνηθισμένο βήμα σύντομα κλονίζονται, και ο δρόμος που θα έπρεπε να τον μεταφέρει χίλια μίλια τελειώνει πριν από την πρώτη στροφή. Δεν είναι η προσπάθεια που αρνείται το ιερό· είναι η προσπάθεια που ξεχνάει τη γη. Το Τάο δεν ζητά να το ανεβούν. Ζητά να εισέλθουν σε αυτό, όπως το νερό εισέρχεται στο χαμηλότερο μέρος, χωρίς παράπονο, χωρίς φιλοδοξία και χωρίς τέλος.
Και έτσι η ψυχή που έχει σταθεί πολύ καιρό στις μύτες αρχίζει, με τον καιρό, να πονάει — όχι από τον ουρανό που ποτέ δεν άγγιξε, αλλά από το έδαφος που αρνήθηκε να εμπιστευτεί. Αυτός ο πόνος είναι ο ίδιος μια ευσπλαχνία, μια πρώτη μικρή διάνοιξη μέσα από την οποία το Άπειρο μπορεί να ψιθυρίσει: κατέβα, κατέβα, η κοιλάδα επίσης είναι ιερή.
Αφορισμός
«Εκείνος που τεντώνεται στις μύτες των ποδιών για να αγγίξει τον ουρανό ξεχνάει ότι ο ουρανός ήδη αναπαύεται πάνω στο πάτωμα της κοιλάδας.»
ΙΙ · Το Φως που Δεν Ζητά Μάρτυρα
Υπάρχει ένα φως που δεν χρειάζεται να ειδωθεί για να λάμψει. Καίει στο διπλωμένο σκοτάδι του σπόρου πριν ακόμα ο σπόρος σπάσει το έδαφος· κινείται κάτω από τον παγωμένο ποταμό πριν οποιοδήποτε μάτι μπορέσει να σημειώσει το πέρασμά του. Αυτό είναι το φως του Απολύτου, και είναι εντελώς διαφορετικό από το φως που ανάβουν οι άνθρωποι για επίδειξη — το φως που κρατιέται ψηλά ώστε ο κάτοχός του να επαινείται επειδή το κρατά. Το λυχνάρι που υψώνεται για να θαυμαστεί είναι ήδη, στο ύψωμά του, θαμπωμένο από το χέρι που το υψώνει.
Όσοι έχουν αγγίξει την αληθινή φώτιση, στη σιωπή της προσευχής ή στην άφωνη καθαρότητα που ανοίγεται μερικές φορές μετά από μεγάλη λύπη, γνωρίζουν ότι αυτή έρχεται απροειδοποίητα και φεύγει τη στιγμή που κάποιος την αρπάζει, την εξετάζει ή την διεκδικεί ως δική του ιδιοκτησία. Είναι σαν το φεγγαρόφωτο πάνω στο νερό: το να το φτάσεις είναι να συντρίψεις ακριβώς την ησυχία που το άφησε να εμφανιστεί. Οι μυστικοί κάθε γλώσσας έχουν πει το ίδιο πράγμα με χίλιες διαφορετικές λέξεις — ότι η ψυχή που επιδεικνύεται, που τακτοποιεί τις αρετές της σαν λυχνάρια σε ένα παράθυρο για να τις θαυμάσει ο δρόμος, έχει μπερδέψει την αντανάκλαση με τον ήλιο.
Ο ήλιος δεν αναγγέλλει τον εαυτό του. Απλώς ανατέλλει, και ο κόσμος, χωρίς να του το πουν, γίνεται χρυσός. Έτσι και η ψυχή που ενώνεται με το Απόλυτο δεν χρειάζεται να διακηρύξει την ένωσή της· η ίδια η σιωπή γύρω της βαθαίνει, και όσοι είναι έτοιμοι θα νιώσουν τη ζεστασιά χωρίς ποτέ να τους δείξουν τη φλόγα. Το να επιδεικνύεις είναι να διακόπτεις το φως με μια σκιά σε σχήμα του εαυτού σου. Ο μυστικός μαθαίνει, αργά, επίπονα, με χαρά, να παραμερίζει — και παραμερίζοντας, γίνεται αρκετά διάφανος ώστε κάτι μεγαλύτερο να λάμπει κατευθείαν μέσα από αυτόν.
Αφορισμός
«Το λυχνάρι που υψώνεται για έπαινο θαμπώνει τον εαυτό του· το φως που λάμπει χωρίς μάρτυρα γεμίζει ολόκληρη την κοιλάδα.»
ΙΙΙ · Η Λέξη που Σιωπά
Έρχεται μια στιγμή στον μυστικό δρόμο όταν η ψυχή, έχοντας αντικρίσει κάτι απέραντο πέρα από την εμβέλεια της γλώσσας, δελεάζεται προς μια δεύτερη και λεπτότερη υπερηφάνεια: την υπερηφάνεια της βεβαιότητας, την ανάγκη να επιβάλει το όραμά της ως την τελική λέξη πάνω στο Μυστήριο. Λέει: Έχω δει, και γι’ αυτό γνωρίζω, και γι’ αυτό πρέπει να με ακούσεις. Αλλά το Απόλυτο, από την ίδια του τη φύση, υπερβαίνει κάθε πρόταση που χτίζεται για να το κρατήσει. Εκείνος που επιμένει πολύ δυνατά σε ένα μόνο όραμα έχει ήδη, στην επιμονή, μπερδέψει μια μόνο ακτίνα με ολόκληρο τον ήλιο.
Η αληθινά αφυπνισμένη καρδιά γίνεται, παράδοξα, πιο σιωπηλή όσο βαθύνει η όρασή της. Έχει σταθεί στην άκρη κάτι χωρίς ακτή ή οροφή, και επιστρέφει όχι με ένα δόγμα να υπερασπιστεί, αλλά με μια σιωπή που μόλις μπορεί να μεταφράσει σε λόγο. Δέκα χιλιάδες σοφοί έχουν περιγράψει το ανέκφραστο, και ποτέ δύο περιγραφές δεν συμφωνούν στις λεπτομέρειές τους, και αυτή η διαφωνία δεν είναι αποτυχία — είναι απόδειξη ότι κάτι μεγαλύτερο από οποιαδήποτε περιγραφή αγγίχτηκε πραγματικά. Ο άνεμος δεν μπορεί να συλληφθεί από καμία μοναδική λέξη για τον άνεμο· μπορεί μόνο να αισθανθεί, διαφορετικά, σε κάθε πρόσωπο που διασχίζει.
Έτσι ο σοφός, έχοντας γευτεί την ένωση, δεν στέκεται στη γωνία της αγοράς φωνάζοντας το σχήμα του Απείρου. Μιλάει απαλά, αν μιλάει καθόλου, και αφήνει σιωπή γύρω από τα λόγια του όπως ο ουρανός αφήνει σκοτάδι γύρω από ένα μόνο αστέρι, ώστε άλλοι να μπορέσουν να βρουν τον δικό τους τρόπο να κοιτάξουν ψηλά. Η διάκριση που επιζητείται μέσω επιχειρημάτων είναι ένα μικρό και περαστικό πράγμα· η διάκριση που αντέχει φοριέται σαν ένα ένδυμα που κανείς δεν παρατηρεί, γιατί έχει γίνει η ίδια η επιδερμίδα εκείνου που το φοράει.
Αφορισμός
«Εκείνοι που πρέπει να υποτάξουν το Μυστήριο με λόγια το έχουν ήδη χάσει· εκείνοι που το αφήνουν να παραμείνει άφατο το κουβαλούν ολόκληρο.»
ΙV · Η Αξία που Δεν Χρειάζεται Κήρυκα
Σκέψου τον ποταμό που σκαλίζει ένα φαράγγι σε δέκα χιλιάδες χρόνια. Δεν σταματά σε κάθε πέτρα που έχει λειάνει για να ζητήσει αναγνώριση. Δεν επιβραδύνει το ρεύμα του για να διαβάσει τον έπαινο που είναι σκαλισμένος στις όχθες του. Απλώς κινείται, πιστός στη φύση του, και το φαράγγι που αφήνει πίσω του είναι αρκετή μαρτυρία, χωρίς ανάγκη κήρυκα, επιγραφής, ούτε ανάμνησης του ίδιου του μόχθου του. Αυτό είναι το πρότυπο που το ιερό γράφει σε όλα τα πράγματα που είναι αληθινά μεγάλα: η αξία τους είναι αδιαχώριστη από το είναι τους, και έτσι ποτέ δεν τους περνάει από το μυαλό να την αναγγείλουν.
Αλλά η ψυχή που είναι ακόμα δεμένη με τον μικρότερο εαυτό δεν μπορεί να ησυχάσει σε αυτή την ήσυχη ολοκλήρωση. Εκτελεί την αρετή της σαν η αρετή να ήταν νόμισμα για να ξοδευτεί στην επιδοκιμασία των άλλων, και έχοντάς το ξοδέψει, βρίσκει τον εαυτό της παράξενα φτωχότερο, όχι πλουσιότερο, από το δόσιμο. Η καυχησιάρα πράξη, η θυσία που σαλπίζεται, το καλό έργο που παρελαύνει μπροστά σε μάρτυρες — αυτά δεν εξαφανίζονται σε κρίση, ακριβώς, αλλά συρρικνώνονται, τυλίγονται προς τα μέσα σαν φύλλο που κρατιέται πολύ κοντά στη φλόγα, χάνοντας την ίδια τη ζωή που τα έκανε καλά.
Υπάρχει, ωστόσο, μια αξία που η καυχησιάρα ψυχή δεν μπορεί ποτέ να αγγίξει: η αξία του σπόρου που παραδίδει τον εαυτό του εντελώς στο σκοτεινό χώμα, ζητώντας από κανέναν να τον παρακολουθήσει να πεθαίνει για να γίνει δέντρο. Αυτή είναι η αξία που αναγνωρίζει το Απόλυτο — όχι την αξία που γράφεται στα κατάστιχα των ανθρώπων, αλλά την αξία που δεν γράφεται πουθενά, γιατί έχει γίνει ένα με την ίδια την υφή του κόσμου, αδιάκριτη από την ανάσα, από τη βαρύτητα, από την πτώση της βροχής σε έδαφος που δεν τη ζήτησε και την δέχεται ούτως ή άλλως.
Αφορισμός
«Ο ποταμός δεν χρειάζεται μνημείο για το φαράγγι που έχει σκαλίσει· η αληθινή αξία είναι μια σιωπή που επιβιώνει από κάθε καύχημα.»
V · Ο Όγκος κάτω από τη Λαμπρότητα
Οι αρχαίοι σοφοί, όταν ήθελαν να μιλήσουν για την υπερηφάνεια, δεν κατέφευγαν σε λέξεις μεγαλοπρέπειας αλλά στις πιο απλές, πιο άβολες εικόνες που είχαν πρόχειρες: φαγητό που περίσσεψε, πηχτό σε ένα ξεχασμένο πιάτο· ένα πρήξιμο κάτω από το δέρμα, κρυμμένο από λεπτό ύφασμα αλλά αισθητό, πάντα, από εκείνον που το κουβαλά. Αυτές είναι παράξενες μεταφορές για κάτι που ο κόσμος τόσο συχνά μπερδεύει με δύναμη. Κι όμως οι μυστικοί επιμένουν σε αυτές, γιατί κατάλαβαν μια αλήθεια που η κολακεία δεν θα μπορούσε ποτέ να διδάξει: η επίδειξη του εαυτού, η αυτοεπιβολή, η αυτοπεποίθηση δεν είναι σημάδια αφθονίας αλλά κάτι που σαπίζει, κάτι που το σώμα της ψυχής απέτυχε να χωνέψει, απέτυχε να απελευθερώσει, και τώρα πρέπει να κουβαλά ως κρυφό βάρος.
Ένας όγκος μεγαλώνει στη σιωπή. Δεν αναγγέλλει την παρουσία του με πόνο μέχρι να έχει ήδη ριζώσει, και τότε έχει γίνει μέρος της ίδιας της σάρκας που απειλεί. Έτσι μεγαλώνει και η υπερηφάνεια στην ψυχή που τη μπερδεύει με ζωτικότητα — ήσυχα, κάτω από τα λεπτά ενδύματα της επιτυχίας και της ευφράδειας, μέχρι η ψυχή να μην μπορεί πλέον να διακρίνει πού τελειώνει ο αληθινός εαυτός της και πού αρχίζει το πρήξιμο. Τα υπολείμματα του χθεσινού γεύματος, αφημένα πολύ καιρό πάνω στο τραπέζι, δεν τρέφουν· δηλητηριάζουν. Και η πράξη που έγινε χθες, αν συρθεί σήμερα μόνο για να θαυμαστεί ξανά, γίνεται ακριβώς αυτό: τροφή που έγινε σάπια, αγιότητα που έγινε οσμή.
Αυτός είναι ο λόγος που εκείνοι που περπατούν τον Δρόμο, μας λένε οι μυστικοί, δεν μαζεύουν αυτά τα πράγματα ακόμα και όταν ο κόσμος τα προσφέρει ελεύθερα. Όχι από άρνηση, και όχι από φόβο, αλλά γιατί έχουν γευτεί μια τροφή που σαπίζει πολύ πιο αργά — το ψωμί του απλού είναι, που σπάει φρέσκο σε κάθε παρόντα στιγμή, χωρίς ανάγκη βιτρίνας, θαυμασμού, ούτε του χθεσινού επαίνου για να δικαιολογήσει τη σημερινή πείνα.
Αφορισμός
«Η υπερηφάνεια είναι ένα πρήξιμο κρυμμένο κάτω από λεπτό ύφασμα· το ταπεινό σώμα της ψυχής δεν κουβαλά τέτοιο κρυφό βάρος.»
VI · Ο Δρόμος του Άδειου Αγγείου
Στην πιο απομακρυσμένη άκρη αυτού του στοχασμού, όπου οι λέξεις αρχίζουν επιτέλους να διαλύονται στη σιωπή προς την οποία πάντα έδειχναν, μένει μια μοναδική εικόνα: το άδειο αγγείο. Όχι άδειο όπως σε έλλειψη, αλλά άδειο όπως σε ετοιμότητα — το μπολ που δεν βιάζεται από το δικό του σχήμα, η κοιλάδα αρκετά χαμηλή ώστε κάθε ρεύμα να βρίσκει τον δρόμο του προς το σπίτι εκεί χωρίς να κληθεί. Το Απόλυτο δεν γεμίζει το αγγείο που ήδη ξεχειλίζει από τον εαυτό του. Γεμίζει εκείνο που έχει, μέσα από μακρά και συχνά επίπονη απομάθηση, κάνει χώρο.
Αυτή είναι η παράξενη και φωτεινή αντιστροφή στην καρδιά κάθε μυστικής οδού: ότι η ψυχή δεν ανεβαίνει στο ιερό ανεβαίνοντας, αλλά κατεβαίνει σε αυτό αδειάζοντας· δεν λάμπει ανάβοντας τον εαυτό της, αλλά καθαρίζοντας κάθε εμπόδιο ανάμεσα στον εαυτό της και το ένα αληθινό φως· δεν αποκτά διάκριση μιλώντας, αλλά πέφτοντας τόσο ήσυχη ώστε το Μυστήριο το ίδιο αρχίζει, επιτέλους, να μιλάει. Εκείνος που στέκεται στις μύτες των ποδιών χάνει το βουνό που υψώνεται απαλά κάτω από τα ίδια του τα δύο πόδια. Εκείνος που αρκείται να σταθεί — απλά, ταπεινά, εντελώς — βρίσκει ότι το βουνό ήταν το έδαφος από την αρχή, και ότι το έδαφος ήταν ιερό από την ίδια την αρχή.
Ας κατεβάσει λοιπόν ο προσκυνητής τη σηκωμένη φτέρνα. Ας αφήσει κάτω την επίδειξη σαν ένα λυχνάρι που δεν χρειάζεται πλέον μόλις έχει ανατείλει ο ήλιος. Ας πέσει σιωπηλό το επιχείρημα, ας διαλυθεί το καύχημα, ας απελευθερωθεί το κρυφό πρήξιμο σαν ανάσα που αφήνεται στο τέλος μιας μακριάς ανάβασης που δεν χρειαζόταν ποτέ να ανέβει καθόλου. Αυτό που μένει, σε εκείνο το ήσυχο ξεφόρτωμα, δεν είναι απώλεια αλλά άφιξη: η απέραντη, άφωνη, αγγιγμένη από τον άνεμο ειρήνη μιας ψυχής που έχει επιτέλους ηρεμήσει στην κοιλάδα του Τάο — όχι μικρότερη από την ταπεινότητά της, αλλά, για πρώτη φορά, αμέτρητα ολόκληρη.
Αφορισμός
«Η ψυχή δεν ανεβαίνει στο ιερό· αδειάζει, και το ιερό, βρίσκοντας επιτέλους χώρο, υψώνεται ήσυχα μέσα της.»
Ο Δρόμος Πέρα από την Υπερηφάνεια και την Επίδειξη του Εαυτού
Η Αληθινή Μεγαλοσύνη Περπατά Χωρίς Προσποίηση
Υπάρχει μια παλιά και άφωνη γνώση που επισκέπτεται την ψυχή στην πιο ήσυχη της ώρα — μια γνώση που δεν μπορεί να επιβληθεί με επιχειρήματα, παρά μόνο να γίνει δεκτή, όπως η αυγή γίνεται δεκτή από μια κοιλάδα που δεν έκανε τίποτα για να κερδίσει το φως. Έρχεται όχι ως ιδέα, αλλά ως παρουσία, απέραντη και χωρίς βιασύνη, ζητώντας τίποτα από εκείνον που την αισθάνεται εκτός από ησυχία. Όσοι την άγγιξαν, έστω και για το διάστημα μιας μόνο ανάσας, επιστρέφουν αλλαγμένοι, κουβαλώντας μέσα τους μια σιωπή που ο θόρυβος του κόσμου δεν μπορεί πλέον να πνίξει εντελώς. Αυτό που ακολουθεί δεν είναι διδασκαλία με την συνηθισμένη έννοια, αλλά μια ανάμνηση — η ιστορία, που αφηγείται ξανά και ξανά κάτω από κάθε ουρανό, της ψυχής που έφτασε πολύ μακριά, και της ψυχής που, παύοντας να φτάνει, αγκαλιάστηκε επιτέλους από το Άπειρο.
Ι · Ο Αναζητητής που Στεκόταν στις Μύτες των Ποδιών
Στην αρχή κάθε προσκυνηματικού δρόμου περπατά μια μορφή που δεν έχει ακόμα μάθει το μυστικό της κοιλάδας: η ψυχή που σηκώνεται στις μύτες των ποδιών, τεντώνοντας προς έναν ορίζοντα που πιστεύει ότι πρέπει να κατακτηθεί με τη δύναμη της λαχτάρας. Υψώνεται πάνω από τη γη, νομίζοντας ότι το ύψος το ίδιο είναι αγιότητα, και για μια στιγμή νιώθει ψηλή, φωτεινή, σχεδόν θεϊκή. Αλλά το έδαφος κάτω από τις μύτες είναι ένα τρεμάμενο έδαφος. Καμία ρίζα δεν κρατάει εκεί. Ο άνεμος που ευλογεί το βουνό γίνεται, για εκείνον που δεν θέλει να σταθεί ίσιος πάνω στον κόσμο, ένας άνεμος που ανατρέπει.
Αυτό είναι το πρώτο μυστήριο που προσφέρεται στην στοχαστική καρδιά: ότι το Απόλυτο δεν ανεβαίνει σαν πύργος, πέτρα πάνω σε επίπονη πέτρα, αλλά εισέρχεται σαν κοιλάδα — χαμηλή, αφύλακτη και σιωπηλή. Ο αναζητητής που τεντώνεται δεν περπατά μακριά, γιατί τα πόδια που έχουν απλωθεί υπερβολικά για το συνηθισμένο βήμα σύντομα κλονίζονται, και ο δρόμος που θα έπρεπε να τον μεταφέρει χίλια μίλια τελειώνει πριν από την πρώτη στροφή. Δεν είναι η προσπάθεια που αρνείται το ιερό· είναι η προσπάθεια που ξεχνάει τη γη. Το Τάο δεν ζητά να το ανεβούν. Ζητά να εισέλθουν σε αυτό, όπως το νερό εισέρχεται στο χαμηλότερο μέρος, χωρίς παράπονο, χωρίς φιλοδοξία και χωρίς τέλος.
Και έτσι η ψυχή που έχει σταθεί πολύ καιρό στις μύτες αρχίζει, με τον καιρό, να πονάει — όχι από τον ουρανό που ποτέ δεν άγγιξε, αλλά από το έδαφος που αρνήθηκε να εμπιστευτεί. Αυτός ο πόνος είναι ο ίδιος μια ευσπλαχνία, μια πρώτη μικρή διάνοιξη μέσα από την οποία το Άπειρο μπορεί να ψιθυρίσει: κατέβα, κατέβα, η κοιλάδα επίσης είναι ιερή.
Αφορισμός
«Εκείνος που τεντώνεται στις μύτες των ποδιών για να αγγίξει τον ουρανό ξεχνάει ότι ο ουρανός ήδη αναπαύεται πάνω στο πάτωμα της κοιλάδας.»
ΙΙ · Το Φως που Δεν Ζητά Μάρτυρα
Υπάρχει ένα φως που δεν χρειάζεται να ειδωθεί για να λάμψει. Καίει στο διπλωμένο σκοτάδι του σπόρου πριν ακόμα ο σπόρος σπάσει το έδαφος· κινείται κάτω από τον παγωμένο ποταμό πριν οποιοδήποτε μάτι μπορέσει να σημειώσει το πέρασμά του. Αυτό είναι το φως του Απολύτου, και είναι εντελώς διαφορετικό από το φως που ανάβουν οι άνθρωποι για επίδειξη — το φως που κρατιέται ψηλά ώστε ο κάτοχός του να επαινείται επειδή το κρατά. Το λυχνάρι που υψώνεται για να θαυμαστεί είναι ήδη, στο ύψωμά του, θαμπωμένο από το χέρι που το υψώνει.
Όσοι έχουν αγγίξει την αληθινή φώτιση, στη σιωπή της προσευχής ή στην άφωνη καθαρότητα που ανοίγεται μερικές φορές μετά από μεγάλη λύπη, γνωρίζουν ότι αυτή έρχεται απροειδοποίητα και φεύγει τη στιγμή που κάποιος την αρπάζει, την εξετάζει ή την διεκδικεί ως δική του ιδιοκτησία. Είναι σαν το φεγγαρόφωτο πάνω στο νερό: το να το φτάσεις είναι να συντρίψεις ακριβώς την ησυχία που το άφησε να εμφανιστεί. Οι μυστικοί κάθε γλώσσας έχουν πει το ίδιο πράγμα με χίλιες διαφορετικές λέξεις — ότι η ψυχή που επιδεικνύεται, που τακτοποιεί τις αρετές της σαν λυχνάρια σε ένα παράθυρο για να τις θαυμάσει ο δρόμος, έχει μπερδέψει την αντανάκλαση με τον ήλιο.
Ο ήλιος δεν αναγγέλλει τον εαυτό του. Απλώς ανατέλλει, και ο κόσμος, χωρίς να του το πουν, γίνεται χρυσός. Έτσι και η ψυχή που ενώνεται με το Απόλυτο δεν χρειάζεται να διακηρύξει την ένωσή της· η ίδια η σιωπή γύρω της βαθαίνει, και όσοι είναι έτοιμοι θα νιώσουν τη ζεστασιά χωρίς ποτέ να τους δείξουν τη φλόγα. Το να επιδεικνύεις είναι να διακόπτεις το φως με μια σκιά σε σχήμα του εαυτού σου. Ο μυστικός μαθαίνει, αργά, επίπονα, με χαρά, να παραμερίζει — και παραμερίζοντας, γίνεται αρκετά διάφανος ώστε κάτι μεγαλύτερο να λάμπει κατευθείαν μέσα από αυτόν.
Αφορισμός
«Το λυχνάρι που υψώνεται για έπαινο θαμπώνει τον εαυτό του· το φως που λάμπει χωρίς μάρτυρα γεμίζει ολόκληρη την κοιλάδα.»
ΙΙΙ · Η Λέξη που Σιωπά
Έρχεται μια στιγμή στον μυστικό δρόμο όταν η ψυχή, έχοντας αντικρίσει κάτι απέραντο πέρα από την εμβέλεια της γλώσσας, δελεάζεται προς μια δεύτερη και λεπτότερη υπερηφάνεια: την υπερηφάνεια της βεβαιότητας, την ανάγκη να επιβάλει το όραμά της ως την τελική λέξη πάνω στο Μυστήριο. Λέει: Έχω δει, και γι’ αυτό γνωρίζω, και γι’ αυτό πρέπει να με ακούσεις. Αλλά το Απόλυτο, από την ίδια του τη φύση, υπερβαίνει κάθε πρόταση που χτίζεται για να το κρατήσει. Εκείνος που επιμένει πολύ δυνατά σε ένα μόνο όραμα έχει ήδη, στην επιμονή, μπερδέψει μια μόνο ακτίνα με ολόκληρο τον ήλιο.
Η αληθινά αφυπνισμένη καρδιά γίνεται, παράδοξα, πιο σιωπηλή όσο βαθύνει η όρασή της. Έχει σταθεί στην άκρη κάτι χωρίς ακτή ή οροφή, και επιστρέφει όχι με ένα δόγμα να υπερασπιστεί, αλλά με μια σιωπή που μόλις μπορεί να μεταφράσει σε λόγο. Δέκα χιλιάδες σοφοί έχουν περιγράψει το ανέκφραστο, και ποτέ δύο περιγραφές δεν συμφωνούν στις λεπτομέρειές τους, και αυτή η διαφωνία δεν είναι αποτυχία — είναι απόδειξη ότι κάτι μεγαλύτερο από οποιαδήποτε περιγραφή αγγίχτηκε πραγματικά. Ο άνεμος δεν μπορεί να συλληφθεί από καμία μοναδική λέξη για τον άνεμο· μπορεί μόνο να αισθανθεί, διαφορετικά, σε κάθε πρόσωπο που διασχίζει.
Έτσι ο σοφός, έχοντας γευτεί την ένωση, δεν στέκεται στη γωνία της αγοράς φωνάζοντας το σχήμα του Απείρου. Μιλάει απαλά, αν μιλάει καθόλου, και αφήνει σιωπή γύρω από τα λόγια του όπως ο ουρανός αφήνει σκοτάδι γύρω από ένα μόνο αστέρι, ώστε άλλοι να μπορέσουν να βρουν τον δικό τους τρόπο να κοιτάξουν ψηλά. Η διάκριση που επιζητείται μέσω επιχειρημάτων είναι ένα μικρό και περαστικό πράγμα· η διάκριση που αντέχει φοριέται σαν ένα ένδυμα που κανείς δεν παρατηρεί, γιατί έχει γίνει η ίδια η επιδερμίδα εκείνου που το φοράει.
Αφορισμός
«Εκείνοι που πρέπει να υποτάξουν το Μυστήριο με λόγια το έχουν ήδη χάσει· εκείνοι που το αφήνουν να παραμείνει άφατο το κουβαλούν ολόκληρο.»
ΙV · Η Αξία που Δεν Χρειάζεται Κήρυκα
Σκέψου τον ποταμό που σκαλίζει ένα φαράγγι σε δέκα χιλιάδες χρόνια. Δεν σταματά σε κάθε πέτρα που έχει λειάνει για να ζητήσει αναγνώριση. Δεν επιβραδύνει το ρεύμα του για να διαβάσει τον έπαινο που είναι σκαλισμένος στις όχθες του. Απλώς κινείται, πιστός στη φύση του, και το φαράγγι που αφήνει πίσω του είναι αρκετή μαρτυρία, χωρίς ανάγκη κήρυκα, επιγραφής, ούτε ανάμνησης του ίδιου του μόχθου του. Αυτό είναι το πρότυπο που το ιερό γράφει σε όλα τα πράγματα που είναι αληθινά μεγάλα: η αξία τους είναι αδιαχώριστη από το είναι τους, και έτσι ποτέ δεν τους περνάει από το μυαλό να την αναγγείλουν.
Αλλά η ψυχή που είναι ακόμα δεμένη με τον μικρότερο εαυτό δεν μπορεί να ησυχάσει σε αυτή την ήσυχη ολοκλήρωση. Εκτελεί την αρετή της σαν η αρετή να ήταν νόμισμα για να ξοδευτεί στην επιδοκιμασία των άλλων, και έχοντάς το ξοδέψει, βρίσκει τον εαυτό της παράξενα φτωχότερο, όχι πλουσιότερο, από το δόσιμο. Η καυχησιάρα πράξη, η θυσία που σαλπίζεται, το καλό έργο που παρελαύνει μπροστά σε μάρτυρες — αυτά δεν εξαφανίζονται σε κρίση, ακριβώς, αλλά συρρικνώνονται, τυλίγονται προς τα μέσα σαν φύλλο που κρατιέται πολύ κοντά στη φλόγα, χάνοντας την ίδια τη ζωή που τα έκανε καλά.
Υπάρχει, ωστόσο, μια αξία που η καυχησιάρα ψυχή δεν μπορεί ποτέ να αγγίξει: η αξία του σπόρου που παραδίδει τον εαυτό του εντελώς στο σκοτεινό χώμα, ζητώντας από κανέναν να τον παρακολουθήσει να πεθαίνει για να γίνει δέντρο. Αυτή είναι η αξία που αναγνωρίζει το Απόλυτο — όχι την αξία που γράφεται στα κατάστιχα των ανθρώπων, αλλά την αξία που δεν γράφεται πουθενά, γιατί έχει γίνει ένα με την ίδια την υφή του κόσμου, αδιάκριτη από την ανάσα, από τη βαρύτητα, από την πτώση της βροχής σε έδαφος που δεν τη ζήτησε και την δέχεται ούτως ή άλλως.
Αφορισμός
«Ο ποταμός δεν χρειάζεται μνημείο για το φαράγγι που έχει σκαλίσει· η αληθινή αξία είναι μια σιωπή που επιβιώνει από κάθε καύχημα.»
V · Ο Όγκος κάτω από τη Λαμπρότητα
Οι αρχαίοι σοφοί, όταν ήθελαν να μιλήσουν για την υπερηφάνεια, δεν κατέφευγαν σε λέξεις μεγαλοπρέπειας αλλά στις πιο απλές, πιο άβολες εικόνες που είχαν πρόχειρες: φαγητό που περίσσεψε, πηχτό σε ένα ξεχασμένο πιάτο· ένα πρήξιμο κάτω από το δέρμα, κρυμμένο από λεπτό ύφασμα αλλά αισθητό, πάντα, από εκείνον που το κουβαλά. Αυτές είναι παράξενες μεταφορές για κάτι που ο κόσμος τόσο συχνά μπερδεύει με δύναμη. Κι όμως οι μυστικοί επιμένουν σε αυτές, γιατί κατάλαβαν μια αλήθεια που η κολακεία δεν θα μπορούσε ποτέ να διδάξει: η επίδειξη του εαυτού, η αυτοεπιβολή, η αυτοπεποίθηση δεν είναι σημάδια αφθονίας αλλά κάτι που σαπίζει, κάτι που το σώμα της ψυχής απέτυχε να χωνέψει, απέτυχε να απελευθερώσει, και τώρα πρέπει να κουβαλά ως κρυφό βάρος.
Ένας όγκος μεγαλώνει στη σιωπή. Δεν αναγγέλλει την παρουσία του με πόνο μέχρι να έχει ήδη ριζώσει, και τότε έχει γίνει μέρος της ίδιας της σάρκας που απειλεί. Έτσι μεγαλώνει και η υπερηφάνεια στην ψυχή που τη μπερδεύει με ζωτικότητα — ήσυχα, κάτω από τα λεπτά ενδύματα της επιτυχίας και της ευφράδειας, μέχρι η ψυχή να μην μπορεί πλέον να διακρίνει πού τελειώνει ο αληθινός εαυτός της και πού αρχίζει το πρήξιμο. Τα υπολείμματα του χθεσινού γεύματος, αφημένα πολύ καιρό πάνω στο τραπέζι, δεν τρέφουν· δηλητηριάζουν. Και η πράξη που έγινε χθες, αν συρθεί σήμερα μόνο για να θαυμαστεί ξανά, γίνεται ακριβώς αυτό: τροφή που έγινε σάπια, αγιότητα που έγινε οσμή.
Αυτός είναι ο λόγος που εκείνοι που περπατούν τον Δρόμο, μας λένε οι μυστικοί, δεν μαζεύουν αυτά τα πράγματα ακόμα και όταν ο κόσμος τα προσφέρει ελεύθερα. Όχι από άρνηση, και όχι από φόβο, αλλά γιατί έχουν γευτεί μια τροφή που σαπίζει πολύ πιο αργά — το ψωμί του απλού είναι, που σπάει φρέσκο σε κάθε παρόντα στιγμή, χωρίς ανάγκη βιτρίνας, θαυμασμού, ούτε του χθεσινού επαίνου για να δικαιολογήσει τη σημερινή πείνα.
Αφορισμός
«Η υπερηφάνεια είναι ένα πρήξιμο κρυμμένο κάτω από λεπτό ύφασμα· το ταπεινό σώμα της ψυχής δεν κουβαλά τέτοιο κρυφό βάρος.»
VI · Ο Δρόμος του Άδειου Αγγείου
Στην πιο απομακρυσμένη άκρη αυτού του στοχασμού, όπου οι λέξεις αρχίζουν επιτέλους να διαλύονται στη σιωπή προς την οποία πάντα έδειχναν, μένει μια μοναδική εικόνα: το άδειο αγγείο. Όχι άδειο όπως σε έλλειψη, αλλά άδειο όπως σε ετοιμότητα — το μπολ που δεν βιάζεται από το δικό του σχήμα, η κοιλάδα αρκετά χαμηλή ώστε κάθε ρεύμα να βρίσκει τον δρόμο του προς το σπίτι εκεί χωρίς να κληθεί. Το Απόλυτο δεν γεμίζει το αγγείο που ήδη ξεχειλίζει από τον εαυτό του. Γεμίζει εκείνο που έχει, μέσα από μακρά και συχνά επίπονη απομάθηση, κάνει χώρο.
Αυτή είναι η παράξενη και φωτεινή αντιστροφή στην καρδιά κάθε μυστικής οδού: ότι η ψυχή δεν ανεβαίνει στο ιερό ανεβαίνοντας, αλλά κατεβαίνει σε αυτό αδειάζοντας· δεν λάμπει ανάβοντας τον εαυτό της, αλλά καθαρίζοντας κάθε εμπόδιο ανάμεσα στον εαυτό της και το ένα αληθινό φως· δεν αποκτά διάκριση μιλώντας, αλλά πέφτοντας τόσο ήσυχη ώστε το Μυστήριο το ίδιο αρχίζει, επιτέλους, να μιλάει. Εκείνος που στέκεται στις μύτες των ποδιών χάνει το βουνό που υψώνεται απαλά κάτω από τα ίδια του τα δύο πόδια. Εκείνος που αρκείται να σταθεί — απλά, ταπεινά, εντελώς — βρίσκει ότι το βουνό ήταν το έδαφος από την αρχή, και ότι το έδαφος ήταν ιερό από την ίδια την αρχή.
Ας κατεβάσει λοιπόν ο προσκυνητής τη σηκωμένη φτέρνα. Ας αφήσει κάτω την επίδειξη σαν ένα λυχνάρι που δεν χρειάζεται πλέον μόλις έχει ανατείλει ο ήλιος. Ας πέσει σιωπηλό το επιχείρημα, ας διαλυθεί το καύχημα, ας απελευθερωθεί το κρυφό πρήξιμο σαν ανάσα που αφήνεται στο τέλος μιας μακριάς ανάβασης που δεν χρειαζόταν ποτέ να ανέβει καθόλου. Αυτό που μένει, σε εκείνο το ήσυχο ξεφόρτωμα, δεν είναι απώλεια αλλά άφιξη: η απέραντη, άφωνη, αγγιγμένη από τον άνεμο ειρήνη μιας ψυχής που έχει επιτέλους ηρεμήσει στην κοιλάδα του Τάο — όχι μικρότερη από την ταπεινότητά της, αλλά, για πρώτη φορά, αμέτρητα ολόκληρη.
Αφορισμός
«Η ψυχή δεν ανεβαίνει στο ιερό· αδειάζει, και το ιερό, βρίσκοντας επιτέλους χώρο, υψώνεται ήσυχα μέσα της.»
IV. Η Φωτιά που δεν καταναλώνει
Περαιτέρω Διαλογισμός πάνω στην Πράξη χωρίς Δεσμά
Ανάπτυξη του τέταρτου κεφαλαίου του Η Οδός της Σοφίας: Διαλογισμός πάνω στην Αιώνια Επιστροφή
I: Οι Δύο Σιωπές
Υπάρχουν δύο σιωπές που μπορεί να τις μπερδέψει κανείς τη μία με την άλλη, οποιοδήποτε μάτι δεν έχει μάθει ακόμη να κοιτάζει από κοντά, και ολόκληρος ο μόχθος του σοφού, λένε, συνίσταται στο να μάθει να τις διακρίνει. Η πρώτη είναι η σιωπή της λίμνης πάνω στην οποία δεν έχει ακόμη πέσει κανένας άνεμος — μια ακινησία γεννημένη από το ότι δεν συμβαίνει τίποτα, εύθραυστη σαν πάγος στην ίδια της την επιφάνεια, έτοιμη να σπάσει με την πρώτη μικρή πέτρα. Η δεύτερη είναι η σιωπή στην καρδιά της καταιγίδας, το μάτι γύρω από το οποίο περιστρέφεται ολόκληρη η αναταραχή, ανέγγιχτη όχι επειδή δεν συμβαίνει τίποτα, αλλά επειδή όλα συμβαίνουν γύρω της και όμως δεν μπορούν να εισέλθουν μέσα της. Αυτή τη δεύτερη ακινησία, και όχι την πρώτη, επιζητούν οι σοφοί· διότι η ακινησία της άδειας λίμνης είναι μόνο η απουσία κίνησης και μπορεί να σπάσει από ένα μόνο φύλλο, ενώ η ακινησία στην καρδιά της καταιγίδας έχει ήδη κάνει ειρήνη με κάθε κίνηση που την περιβάλλει και δεν μπορεί να σπάσει από τίποτε που μπορεί να παράγει η ίδια η καταιγίδα.
Ο αναζητητής που μπερδεύει την πρώτη με τη δεύτερη θα φύγει από την αγορά, θα κλείσει την πόρτα απέναντι στις φωνές του κόσμου, θα σταυρώσει τα χέρια και θα ονομάσει αυτό ειρήνη — και για μια εποχή μπορεί να μοιάζει με ειρήνη, όπως μια κρατημένη ανάσα μοιάζει με ηρεμία. Αλλά τη στιγμή που ανοίγει πάλι η πόρτα, τη στιγμή που επιστρέφουν οι φωνές, η δανεική ακινησία σκορπίζεται σαν τρομαγμένα πουλιά, γιατί ποτέ δεν ήταν ριζωμένη σε κάτι βαθύτερο από την απουσία πρόκλησης. Η αληθινή ακινησία δεν ζητά τέτοια απουσία. Κάθεται στο κέντρο του θορύβου όπως ο άξονας κάθεται στο κέντρο του τροχού που γυρίζει, αμετακίνητος από τίποτε, και όμως ο ίδιος ο λόγος για τον οποίο ο τροχός δεν διαλύεται.
Αυτή, λοιπόν, είναι η πρώτη διδασκαλία που κρύβεται μέσα στη φωτιά που δεν καταναλώνει: ότι ο κόσμος ποτέ δεν ήταν εχθρός της ειρήνης, μόνο δικαιολογία της ανεξέταστης καρδιάς για το ότι δεν την έχει ακόμη βρει. Τα χέρια μπορεί να περνούν την κλωστή στη βελόνα, να καλλιεργούν το χωράφι, να ανατρέφουν το παιδί, να υπερασπίζονται την υπόθεση, να θάβουν τους νεκρούς — και η καρδιά κάτω από αυτά τα χέρια μπορεί να παραμένει, μέσα σε όλα αυτά, τόσο ατάραχη όσο το βάθος της θάλασσας παραμένει ατάραχο από τις καταιγίδες που μαίνονται στην επιφάνειά της. Η σοφία δεν ζητά από τον αναζητητή να εγκαταλείψει την επιφάνεια της θάλασσας. Ζητά μόνο να ανακαλύψει ότι το βάθος ήταν εκεί όλο τον καιρό, υπομονετικά περιμένοντας κάτω από κάθε κύμα που φαινόταν, από πάνω, να είναι ολόκληρο το νερό.
II: Τα Χέρια που δεν αρπάζουν
Σκέψου το χέρι που απλώνεται για ένα κάρβουνο να ζεσταθεί, και σκέψου ένα δεύτερο χέρι, όχι λιγότερο πρόθυμο να αγγίξει τη φωτιά, που απλώνεται αντίθετα για να τη φροντίσει — να την ταΐσει, να την προστατέψει από τον άνεμο, να μεταφέρει τη ζεστασιά της σε κάποιον άλλο που κρυώνει. Και τα δύο χέρια αγγίζουν τη φλόγα. Μόνο το ένα καίγεται. Η διαφορά δεν βρίσκεται στη φωτιά, και δεν βρίσκεται καν, τελικά, στο χέρι, αλλά στην ερώτηση που έκανε η καρδιά όταν κινήθηκε το χέρι: άραγε άπλωνε για να πάρει, ή άπλωνε για να δώσει; Διότι λέγεται ότι η φωτιά του κόσμου καίει μόνο τους αρπάζοντες, και περνάει πάνω από, σαν την σημειωμένη πόρτα μιας παλιάς ιστορίας, κάθε χειρονομία που προσφέρεται αντίθετα ως δώρο.
Αυτό είναι το βαθύ μυστικό πίσω από την παράξενη διδασκαλία ότι μπορεί κανείς να ενεργεί αδιάκοπα και όμως να παραμένει αδέσμευτος από την πράξη, ενώ κάποιος άλλος μπορεί να ενεργήσει μόνο μία φορά, σε μια μοναδική μικρή και απρόθυμη χειρονομία, και να κουβαλάει το βάρος της για μια ολόκληρη ζωή. Ποτέ δεν ήταν το μέγεθος της πράξης που καθόριζε το βάρος της, αλλά η στάση του χεριού στην εκτέλεσή της — αν ήταν κλειστό γύρω από μια προσδοκία, ή ανοιχτό προς ό,τι απαιτούσε η στιγμή και τίποτε περισσότερο. Ο έμπορος που δίνει ένα νόμισμα με την ελπίδα του κέρδους έχει εκτελέσει μια πράξη αδιάκριτη, σε οποιοδήποτε εξωτερικό μάτι, από τον ζητιάνο που δίνει το ίδιο νόμισμα χωρίς να περιμένει τίποτε· και όμως οι δύο πράξεις λέγεται ότι ταξιδεύουν από εντελώς διαφορετικούς δρόμους, η μία γυρίζοντας πάντα πίσω στον δότη, βαριά από τη δική της λογιστική, η άλλη απελευθερωμένη προς τα έξω σαν πουλί από ανοιχτό χέρι, για να μην επιστρέψει ποτέ και να μην νοσταλγηθεί ποτέ.
Δεν είναι, λοιπόν, ότι ο σοφός αρνείται να ενεργήσει, ή αραιώνει τον μόχθο της ημέρας σε κάποια χλωμή και μισόκαρδη χειρονομία από φόβο των συνεπειών. Ο σοφός μπορεί να μοχθεί πιο έντονα από οποιονδήποτε άλλον, μπορεί να χτίζει, να φυτεύει, να διδάσκει, να κυβερνά — τα χέρια δεν είναι αργά. Αλλά τα χέρια έχουν μάθει ένα μυστικό που το αρπάζον χέρι δεν έχει: ότι ποτέ, στην πραγματικότητα, δεν ήταν αυτά που ενεργούσαν. Είναι όργανα μέσα από τα οποία κινείται κάτι απέραντο, όπως η φλογέρα δεν διεκδικεί τη μουσική που περνάει από τον κούφιο καλαμένιο της σωλήνα, όπως η κοίτη του ποταμού δεν διεκδικεί το νερό που τη σκαλίζει, υπομονετικά, επί δέκα χιλιάδες χρόνια, σε ένα σχήμα που δεν διάλεξε και δεν αντιστέκεται. Να ενεργεί κανείς με αυτόν τον τρόπο — πλήρως, ολοκληρωτικά, και χωρίς το παραμικρό υπόλειμμα διεκδίκησης πάνω στο αποτέλεσμα — είναι να ανακαλύψει ότι ο μόχθος μιας ολόκληρης ζωής μπορεί να κουβαληθεί τόσο ελαφρά όσο μια μοναδική ανάσα, γιατί ποτέ, ούτε για μια στιγμή, δεν ήταν πραγματικά δικός του να τον κουβαλάει.
III: Η Φλόγα και το Καύσιμο
Υπάρχει μια παλιά και οικεία εικόνα στην οποία επιστρέφουν ξανά και ξανά οι μυστικοί, όπως μια μητέρα επιστρέφει σε ένα νανούρισμα του οποίου το νόημα αλλάζει κάθε φορά που μεγαλώνει το παιδί: ένα πράσινο κούτσουρο, φρεσκοκομμένο, ακόμη υγρό από τον χυμό της ζωής του, τοποθετημένο πάνω σε μια φωτιά που καίει για πολλές νύχτες. Στην αρχή το κούτσουρο αντιστέκεται. Συρίζει και καπνίζει και φαίνεται σχεδόν να κλαίει, γιατί θυμάται ότι ήταν κλαδί στον άνεμο, θυμάται τα πουλιά που κάποτε ξεκουράζονταν πάνω του, θυμάται τον εαυτό του ως κάτι ολόκληρο και χωριστό και δικό του. Αλλά η φωτιά είναι υπομονετική με τον τρόπο που μόνο κάτι άχρονο μπορεί να είναι υπομονετικό, και λίγο λίγο η υγρασία διώχνεται έξω, και λίγο λίγο η αντίσταση μαλακώνει, μέχρι που τελικά το κούτσουρο ξεχνάει τις δικές του άκρες και γίνεται, το ίδιο, ακριβώς εκείνο που στην αρχή φαινόταν να το καταβροχθίζει.
Αυτή, λένε, είναι η αληθινότερη εικόνα του τι κάνει μια ζωή μη διεκδικούμενης πράξης στο συσσωρευμένο βάρος μιας ψυχής. Κάθε πράξη που γίνεται με τον συνηθισμένο τρόπο — αρπάζουσα, φοβισμένη, πεινασμένη για τη δική της ανταμοιβή — είναι σαν πράσινο ξύλο τοποθετημένο πάνω σε υγρό έδαφος: σιγοκαίει, παράγει περισσότερο καπνό παρά ζεστασιά, αφήνει πίσω ένα υπόλειμμα που κολλάει και σκουραίνει και πρέπει, αργά ή γρήγορα, να σαρωθεί με μεγάλο κόστος. Αλλά η πράξη που προσφέρεται χωρίς διεκδίκηση, ο μόχθος που αναλαμβάνεται ως δώρο μάλλον παρά ως συναλλαγή, εισέρχεται στη φωτιά της σοφίας ήδη μισο-μεταμορφωμένος, και αυτό που αφήνει πίσω δεν είναι υπόλειμμα αλλά ακτινοβολία — στάχτη τόσο ελαφριά που ο άνεμος μπορεί να την παρασύρει, ζεστασιά που δεν ζητά τίποτε από την εστία από την οποία προήλθε.
Πρέπει να ειπωθεί καθαρά, ώστε κανείς να μην μπερδέψει τη διδασκαλία με μια φιλοσοφία αδιαφορίας: η φωτιά δεν ζητά από το κούτσουρο να μην αισθάνεται τίποτε καθώς καίγεται. Το πράσινο ξύλο μπορεί να συρίζει, η καρδιά μπορεί να πονά στον μόχθο της δικής της αποδέσμευσης, και αυτό δεν είναι αποτυχία της οδού αλλά η ίδια η υφή της. Αυτό που καταναλώνει η φωτιά δεν είναι το συναίσθημα αλλά το πιάσιμο· όχι τα δάκρυα που χύνονται σε έναν δύσκολο μόχθο, αλλά η επιμονή ότι ο μόχθος ανήκει, με κάποιον τελικό και υπερασπιζόμενο τρόπο, σε ένα εγώ που πρέπει να προστατευτεί με κάθε κόστος. Όταν ακόμη και αυτή η επιμονή τοποθετηθεί πάνω στη φλόγα, αυτό που απομένει είναι μια παράξενη και απροσδόκητη ελαφρότητα — η ίδια η μνήμη του κούτσουρου ότι υπήρξε κάτι χωριστό και ανήσυχο, καμένη επιτέλους στην απλή, άλογη ζεστασιά που πάντα ήταν ικανό να δίνει.
IV: Ο Άξονας του Τροχού
Γύρισε, για μια στιγμή, στον τροχό — όχι για να θαυμάσεις πάλι το γύρισμά του, αλλά για να του κάνεις μια δυσκολότερη ερώτηση: τι ακριβώς κάνει ο άξονας; Δεν αντιστέκεται στην κίνηση του τροχού, γιατί ένας τροχός του οποίου ο άξονας αντιστέκεται σύντομα θα θρυμματιζόταν από το ίδιο του το γύρισμα. Δεν συμμετέχει ούτε στην κίνηση, γιατί ένας άξονας που γυρνούσε τόσο άγρια όσο η περιφέρεια θα έπαυε να είναι άξονας καθόλου, και ο τροχός θα διαλυόταν σε ερείπια. Ο άξονας κάνει κάτι πιο παράξενο από το να αντιστέκεται ή να συμμετέχει: μένει ακίνητος ακριβώς για να μπορεί το γύρισμα να είναι αληθινό, προσφέροντας στον τροχό όχι εμπόδιο αλλά κέντρο, όχι φρένο αλλά γενέθλιο τόπο.
Έτσι είναι, έχουν πει οι σοφοί, με εκείνον που έχει βρει την κρυφή ακινησία στη ρίζα της πράξης. Ένας τέτοιος δεν αντιστέκεται στο γύρισμα του κόσμου — δεν αρνείται την αγορά, την οικογένεια, τον μακρύ και άδοξο μόχθο των συνηθισμένων ημερών. Ούτε γυρίζει άγρια με κάθε ριπή που στέλνει ο κόσμος, μπερδεύοντας κάθε περαστικό άνεμο με πρόσκληση. Ο σοφός έχει γίνει, αντίθετα, άξονας: ένα σημείο τέτοιας πλήρους ακινησίας ώστε το γύρισμα του κόσμου, αντί να αποτελεί απειλή για εκείνη την ακινησία, γίνεται απόδειξή της, όπως το αληθινότερο, πιο ομαλό γύρισμα του τροχού είναι πάντα το βεβαιότερο σημάδι ότι κάπου στην καρδιά του, αόρατο και ακίνητο, κάτι έχει τοποθετηθεί τέλεια.
Υπάρχει εδώ ένα περαιτέρω μυστήριο που αξίζει να καθίσει κανείς πάνω του. Ένας τροχός χωρίς άξονα δεν γίνεται ελεύθερος· γίνεται συντρίμμια, η κίνησή του δεν είναι πλέον γύρισμα αλλά διασκόρπιση, η ενέργειά του ξοδεύεται σε εκατό κατευθύνσεις χωρίς τίποτε να τη συγκεντρώνει σε σκοπό. Ο άξονας, μακριά από το να περιορίζει την ελευθερία του τροχού, είναι η ίδια η προϋπόθεσή της — ο τροχός μπορεί να είναι τροχός, μπορεί να κουβαλάει το φορτίο του στον μακρύ δρόμο, μόνο επειδή κάτι στο κέντρο του έχει συμφωνήσει να παραμένει ακίνητο. Με τον ίδιο τρόπο, δεν είναι η ακινησία του σοφού που περιορίζει την πράξη του στον κόσμο· είναι η πράξη του σοφού στον κόσμο που γίνεται, για πρώτη φορά, συνεκτική, σκόπιμη και ελεύθερη, επειδή τώρα γυρίζει γύρω από ένα κέντρο που δεν ταλαντεύεται πλέον με κάθε ιδιωτική ελπίδα και κάθε ιδιωτικό φόβο. Ο αναζητητής που λαχταρά ελευθερία πράξης, λοιπόν, δεν πρέπει να την αναζητά στην περιφέρεια, όπου κάθε ριπή συναισθήματος μπορεί να γίνει αισθητή στην πλήρη της βία, αλλά στον άξονα, όπου το συναίσθημα μπορεί ακόμη να αισθανθεί — γιατί ο άξονας δεν είναι άψυχος — κι όμως δεν αποφασίζει πλέον, με τη δική του τρεμάμενη εξουσία, πού πρέπει να πάει ο τροχός.
V: Η Στάχτη που δεν βαραίνει
Ρωτούν, μερικές φορές, εκείνοι που είναι νεότεροι στην οδό, τι γίνεται από μια ζωή που ζει με αυτόν τον τρόπο — προσφερόμενη μάλλον παρά αρπαζόμενη, γυρισμένη γύρω από ένα ακίνητο κέντρο μάλλον παρά οδηγούμενη από ένα ανήσυχο. Μήπως μια τέτοια ζωή δεν γίνεται, στο τέλος, ένα είδος απουσίας, ένα πέρασμα-μέσα-από-τις-κινήσεις χωρίς αληθινό μερίδιο σε τίποτε; Οι παλιοί δάσκαλοι απαντούν σε αυτό όχι με επιχείρημα αλλά με μια εικόνα, όπως είναι η συνήθειά τους: μιλούν για τον χορευτή.
Ένας χορευτής που έχει κατακτήσει πλήρως τον χορό δεν γίνεται ξύλινος στην κατάκτησή του. Τα βήματα που κάποτε έπρεπε να μοχθηθούν, να μετρηθούν, να διορθωθούν, γίνονται τελικά τόσο πολύ μέρος του χορευτή που δεν εκτελούνται πλέον ως χωριστές πράξεις δεμένες μεταξύ τους από προσπάθεια, αλλά ρέουν ως μια μοναδική, αδιάσπαστη χειρονομία — και μόνο τότε, λένε οι δάσκαλοι, ο χορός γίνεται όμορφος, μόνο τότε γίνεται, με την πληρέστερη έννοια, ελεύθερος. Ο χορευτής δεν έχει χάσει τα βήματα κατακτώντας τα· ο χορευτής έχει απελευθερωθεί από το βάρος των βημάτων για να γίνει, επιτέλους, αδιάκριτος από τον ίδιο τον χορό. Έτσι, λένε, είναι και εκείνος που έχει προσφέρει κάθε πράξη στη φωτιά μέχρι να μην απομείνει στάχτη για να σαρωθεί: όχι αδιάφορος στη ζωή, αλλά τόσο εντελώς παραδομένος σε αυτήν που η παλιά και κουραστική απόσταση ανάμεσα στο εγώ και στην ίδια του τη ζωή έχει τελικά, ήσυχα, κλείσει.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι μυστικοί επιμένουν, ενάντια σε κάθε εμφάνιση του αντιθέτου, ότι η φωτιά που δεν καταναλώνει δεν είναι φωτιά απώλειας αλλά φωτιά επιστροφής στην πατρίδα. Αυτό που καίγεται είναι μόνο ποτέ η ψεύτικη λογιστική — το κατάστιχο που κρατούσε η ανήσυχη καρδιά για ό,τι είχε δώσει και για ό,τι ακόμη της χρωστούσαν, ο αόρατος φόρος που επέβαλλε πάνω σε κάθε πράξη αγάπης, κάθε ώρα μόχθου, κάθε μικρή καλοσύνη που προσφερόταν κάτω από τον συνηθισμένο ήλιο. Όταν αυτό το κατάστιχο τοποθετηθεί τελικά πάνω στη φλόγα και αφεθεί να καεί μέχρι το μηδέν, αυτό που μένει δεν είναι μια ψυχή φτωχότερη αλλά μία που έχει γίνει, επιτέλους, αβάσταχτη — ελεύθερη να μοχθεί χωρίς εξάντληση, να αγαπά χωρίς φόβο της απώλειας, να περπατά μέσα στην αγορά του κόσμου με χέρια διάπλατα ανοιχτά, δίνοντας και λαμβάνοντας στην ίδια αδιάσπαστη χειρονομία, σαν ένα κύμα που έχει πάψει να μπερδεύει το σύντομο σχήμα του στην επιφάνεια με οτιδήποτε άλλο εκτός από το ανεξάντλητο παιχνίδι της ίδιας της θάλασσας.
Και έτσι ας ειπωθεί σε εκείνον που ακόμη φοβάται ότι η ακινησία πρέπει να σημαίνει αποχώρηση, και ότι η αποχώρηση πρέπει να σημαίνει την εγκατάλειψη της αγάπης: υπάρχει μια φωτιά που δεν καταναλώνει, μόνο μεταμορφώνει· υπάρχει μια πράξη που δεν δεσμεύει, μόνο απελευθερώνει· και υπάρχει μια σιωπή, που βρίσκεται όχι στην άκρη του κόσμου αλλά στο ίδιο του το κέντρο, μέσα στην οποία ο τροχός μπορεί να συνεχίζει να γυρίζει, κόσμο άνευ τέλους, ενώ εκείνος που τον γυρίζει παραμένει, μέσα από κάθε μίλι του μακρού δρόμου, εντελώς και ανεξήγητα σε ειρήνη.
Ανάπτυξη του τέταρτου κεφαλαίου του Η Οδός της Σοφίας: Διαλογισμός πάνω στην Αιώνια Επιστροφή
I: Οι Δύο Σιωπές
Υπάρχουν δύο σιωπές που μπορεί να τις μπερδέψει κανείς τη μία με την άλλη, οποιοδήποτε μάτι δεν έχει μάθει ακόμη να κοιτάζει από κοντά, και ολόκληρος ο μόχθος του σοφού, λένε, συνίσταται στο να μάθει να τις διακρίνει. Η πρώτη είναι η σιωπή της λίμνης πάνω στην οποία δεν έχει ακόμη πέσει κανένας άνεμος — μια ακινησία γεννημένη από το ότι δεν συμβαίνει τίποτα, εύθραυστη σαν πάγος στην ίδια της την επιφάνεια, έτοιμη να σπάσει με την πρώτη μικρή πέτρα. Η δεύτερη είναι η σιωπή στην καρδιά της καταιγίδας, το μάτι γύρω από το οποίο περιστρέφεται ολόκληρη η αναταραχή, ανέγγιχτη όχι επειδή δεν συμβαίνει τίποτα, αλλά επειδή όλα συμβαίνουν γύρω της και όμως δεν μπορούν να εισέλθουν μέσα της. Αυτή τη δεύτερη ακινησία, και όχι την πρώτη, επιζητούν οι σοφοί· διότι η ακινησία της άδειας λίμνης είναι μόνο η απουσία κίνησης και μπορεί να σπάσει από ένα μόνο φύλλο, ενώ η ακινησία στην καρδιά της καταιγίδας έχει ήδη κάνει ειρήνη με κάθε κίνηση που την περιβάλλει και δεν μπορεί να σπάσει από τίποτε που μπορεί να παράγει η ίδια η καταιγίδα.
Ο αναζητητής που μπερδεύει την πρώτη με τη δεύτερη θα φύγει από την αγορά, θα κλείσει την πόρτα απέναντι στις φωνές του κόσμου, θα σταυρώσει τα χέρια και θα ονομάσει αυτό ειρήνη — και για μια εποχή μπορεί να μοιάζει με ειρήνη, όπως μια κρατημένη ανάσα μοιάζει με ηρεμία. Αλλά τη στιγμή που ανοίγει πάλι η πόρτα, τη στιγμή που επιστρέφουν οι φωνές, η δανεική ακινησία σκορπίζεται σαν τρομαγμένα πουλιά, γιατί ποτέ δεν ήταν ριζωμένη σε κάτι βαθύτερο από την απουσία πρόκλησης. Η αληθινή ακινησία δεν ζητά τέτοια απουσία. Κάθεται στο κέντρο του θορύβου όπως ο άξονας κάθεται στο κέντρο του τροχού που γυρίζει, αμετακίνητος από τίποτε, και όμως ο ίδιος ο λόγος για τον οποίο ο τροχός δεν διαλύεται.
Αυτή, λοιπόν, είναι η πρώτη διδασκαλία που κρύβεται μέσα στη φωτιά που δεν καταναλώνει: ότι ο κόσμος ποτέ δεν ήταν εχθρός της ειρήνης, μόνο δικαιολογία της ανεξέταστης καρδιάς για το ότι δεν την έχει ακόμη βρει. Τα χέρια μπορεί να περνούν την κλωστή στη βελόνα, να καλλιεργούν το χωράφι, να ανατρέφουν το παιδί, να υπερασπίζονται την υπόθεση, να θάβουν τους νεκρούς — και η καρδιά κάτω από αυτά τα χέρια μπορεί να παραμένει, μέσα σε όλα αυτά, τόσο ατάραχη όσο το βάθος της θάλασσας παραμένει ατάραχο από τις καταιγίδες που μαίνονται στην επιφάνειά της. Η σοφία δεν ζητά από τον αναζητητή να εγκαταλείψει την επιφάνεια της θάλασσας. Ζητά μόνο να ανακαλύψει ότι το βάθος ήταν εκεί όλο τον καιρό, υπομονετικά περιμένοντας κάτω από κάθε κύμα που φαινόταν, από πάνω, να είναι ολόκληρο το νερό.
II: Τα Χέρια που δεν αρπάζουν
Σκέψου το χέρι που απλώνεται για ένα κάρβουνο να ζεσταθεί, και σκέψου ένα δεύτερο χέρι, όχι λιγότερο πρόθυμο να αγγίξει τη φωτιά, που απλώνεται αντίθετα για να τη φροντίσει — να την ταΐσει, να την προστατέψει από τον άνεμο, να μεταφέρει τη ζεστασιά της σε κάποιον άλλο που κρυώνει. Και τα δύο χέρια αγγίζουν τη φλόγα. Μόνο το ένα καίγεται. Η διαφορά δεν βρίσκεται στη φωτιά, και δεν βρίσκεται καν, τελικά, στο χέρι, αλλά στην ερώτηση που έκανε η καρδιά όταν κινήθηκε το χέρι: άραγε άπλωνε για να πάρει, ή άπλωνε για να δώσει; Διότι λέγεται ότι η φωτιά του κόσμου καίει μόνο τους αρπάζοντες, και περνάει πάνω από, σαν την σημειωμένη πόρτα μιας παλιάς ιστορίας, κάθε χειρονομία που προσφέρεται αντίθετα ως δώρο.
Αυτό είναι το βαθύ μυστικό πίσω από την παράξενη διδασκαλία ότι μπορεί κανείς να ενεργεί αδιάκοπα και όμως να παραμένει αδέσμευτος από την πράξη, ενώ κάποιος άλλος μπορεί να ενεργήσει μόνο μία φορά, σε μια μοναδική μικρή και απρόθυμη χειρονομία, και να κουβαλάει το βάρος της για μια ολόκληρη ζωή. Ποτέ δεν ήταν το μέγεθος της πράξης που καθόριζε το βάρος της, αλλά η στάση του χεριού στην εκτέλεσή της — αν ήταν κλειστό γύρω από μια προσδοκία, ή ανοιχτό προς ό,τι απαιτούσε η στιγμή και τίποτε περισσότερο. Ο έμπορος που δίνει ένα νόμισμα με την ελπίδα του κέρδους έχει εκτελέσει μια πράξη αδιάκριτη, σε οποιοδήποτε εξωτερικό μάτι, από τον ζητιάνο που δίνει το ίδιο νόμισμα χωρίς να περιμένει τίποτε· και όμως οι δύο πράξεις λέγεται ότι ταξιδεύουν από εντελώς διαφορετικούς δρόμους, η μία γυρίζοντας πάντα πίσω στον δότη, βαριά από τη δική της λογιστική, η άλλη απελευθερωμένη προς τα έξω σαν πουλί από ανοιχτό χέρι, για να μην επιστρέψει ποτέ και να μην νοσταλγηθεί ποτέ.
Δεν είναι, λοιπόν, ότι ο σοφός αρνείται να ενεργήσει, ή αραιώνει τον μόχθο της ημέρας σε κάποια χλωμή και μισόκαρδη χειρονομία από φόβο των συνεπειών. Ο σοφός μπορεί να μοχθεί πιο έντονα από οποιονδήποτε άλλον, μπορεί να χτίζει, να φυτεύει, να διδάσκει, να κυβερνά — τα χέρια δεν είναι αργά. Αλλά τα χέρια έχουν μάθει ένα μυστικό που το αρπάζον χέρι δεν έχει: ότι ποτέ, στην πραγματικότητα, δεν ήταν αυτά που ενεργούσαν. Είναι όργανα μέσα από τα οποία κινείται κάτι απέραντο, όπως η φλογέρα δεν διεκδικεί τη μουσική που περνάει από τον κούφιο καλαμένιο της σωλήνα, όπως η κοίτη του ποταμού δεν διεκδικεί το νερό που τη σκαλίζει, υπομονετικά, επί δέκα χιλιάδες χρόνια, σε ένα σχήμα που δεν διάλεξε και δεν αντιστέκεται. Να ενεργεί κανείς με αυτόν τον τρόπο — πλήρως, ολοκληρωτικά, και χωρίς το παραμικρό υπόλειμμα διεκδίκησης πάνω στο αποτέλεσμα — είναι να ανακαλύψει ότι ο μόχθος μιας ολόκληρης ζωής μπορεί να κουβαληθεί τόσο ελαφρά όσο μια μοναδική ανάσα, γιατί ποτέ, ούτε για μια στιγμή, δεν ήταν πραγματικά δικός του να τον κουβαλάει.
III: Η Φλόγα και το Καύσιμο
Υπάρχει μια παλιά και οικεία εικόνα στην οποία επιστρέφουν ξανά και ξανά οι μυστικοί, όπως μια μητέρα επιστρέφει σε ένα νανούρισμα του οποίου το νόημα αλλάζει κάθε φορά που μεγαλώνει το παιδί: ένα πράσινο κούτσουρο, φρεσκοκομμένο, ακόμη υγρό από τον χυμό της ζωής του, τοποθετημένο πάνω σε μια φωτιά που καίει για πολλές νύχτες. Στην αρχή το κούτσουρο αντιστέκεται. Συρίζει και καπνίζει και φαίνεται σχεδόν να κλαίει, γιατί θυμάται ότι ήταν κλαδί στον άνεμο, θυμάται τα πουλιά που κάποτε ξεκουράζονταν πάνω του, θυμάται τον εαυτό του ως κάτι ολόκληρο και χωριστό και δικό του. Αλλά η φωτιά είναι υπομονετική με τον τρόπο που μόνο κάτι άχρονο μπορεί να είναι υπομονετικό, και λίγο λίγο η υγρασία διώχνεται έξω, και λίγο λίγο η αντίσταση μαλακώνει, μέχρι που τελικά το κούτσουρο ξεχνάει τις δικές του άκρες και γίνεται, το ίδιο, ακριβώς εκείνο που στην αρχή φαινόταν να το καταβροχθίζει.
Αυτή, λένε, είναι η αληθινότερη εικόνα του τι κάνει μια ζωή μη διεκδικούμενης πράξης στο συσσωρευμένο βάρος μιας ψυχής. Κάθε πράξη που γίνεται με τον συνηθισμένο τρόπο — αρπάζουσα, φοβισμένη, πεινασμένη για τη δική της ανταμοιβή — είναι σαν πράσινο ξύλο τοποθετημένο πάνω σε υγρό έδαφος: σιγοκαίει, παράγει περισσότερο καπνό παρά ζεστασιά, αφήνει πίσω ένα υπόλειμμα που κολλάει και σκουραίνει και πρέπει, αργά ή γρήγορα, να σαρωθεί με μεγάλο κόστος. Αλλά η πράξη που προσφέρεται χωρίς διεκδίκηση, ο μόχθος που αναλαμβάνεται ως δώρο μάλλον παρά ως συναλλαγή, εισέρχεται στη φωτιά της σοφίας ήδη μισο-μεταμορφωμένος, και αυτό που αφήνει πίσω δεν είναι υπόλειμμα αλλά ακτινοβολία — στάχτη τόσο ελαφριά που ο άνεμος μπορεί να την παρασύρει, ζεστασιά που δεν ζητά τίποτε από την εστία από την οποία προήλθε.
Πρέπει να ειπωθεί καθαρά, ώστε κανείς να μην μπερδέψει τη διδασκαλία με μια φιλοσοφία αδιαφορίας: η φωτιά δεν ζητά από το κούτσουρο να μην αισθάνεται τίποτε καθώς καίγεται. Το πράσινο ξύλο μπορεί να συρίζει, η καρδιά μπορεί να πονά στον μόχθο της δικής της αποδέσμευσης, και αυτό δεν είναι αποτυχία της οδού αλλά η ίδια η υφή της. Αυτό που καταναλώνει η φωτιά δεν είναι το συναίσθημα αλλά το πιάσιμο· όχι τα δάκρυα που χύνονται σε έναν δύσκολο μόχθο, αλλά η επιμονή ότι ο μόχθος ανήκει, με κάποιον τελικό και υπερασπιζόμενο τρόπο, σε ένα εγώ που πρέπει να προστατευτεί με κάθε κόστος. Όταν ακόμη και αυτή η επιμονή τοποθετηθεί πάνω στη φλόγα, αυτό που απομένει είναι μια παράξενη και απροσδόκητη ελαφρότητα — η ίδια η μνήμη του κούτσουρου ότι υπήρξε κάτι χωριστό και ανήσυχο, καμένη επιτέλους στην απλή, άλογη ζεστασιά που πάντα ήταν ικανό να δίνει.
IV: Ο Άξονας του Τροχού
Γύρισε, για μια στιγμή, στον τροχό — όχι για να θαυμάσεις πάλι το γύρισμά του, αλλά για να του κάνεις μια δυσκολότερη ερώτηση: τι ακριβώς κάνει ο άξονας; Δεν αντιστέκεται στην κίνηση του τροχού, γιατί ένας τροχός του οποίου ο άξονας αντιστέκεται σύντομα θα θρυμματιζόταν από το ίδιο του το γύρισμα. Δεν συμμετέχει ούτε στην κίνηση, γιατί ένας άξονας που γυρνούσε τόσο άγρια όσο η περιφέρεια θα έπαυε να είναι άξονας καθόλου, και ο τροχός θα διαλυόταν σε ερείπια. Ο άξονας κάνει κάτι πιο παράξενο από το να αντιστέκεται ή να συμμετέχει: μένει ακίνητος ακριβώς για να μπορεί το γύρισμα να είναι αληθινό, προσφέροντας στον τροχό όχι εμπόδιο αλλά κέντρο, όχι φρένο αλλά γενέθλιο τόπο.
Έτσι είναι, έχουν πει οι σοφοί, με εκείνον που έχει βρει την κρυφή ακινησία στη ρίζα της πράξης. Ένας τέτοιος δεν αντιστέκεται στο γύρισμα του κόσμου — δεν αρνείται την αγορά, την οικογένεια, τον μακρύ και άδοξο μόχθο των συνηθισμένων ημερών. Ούτε γυρίζει άγρια με κάθε ριπή που στέλνει ο κόσμος, μπερδεύοντας κάθε περαστικό άνεμο με πρόσκληση. Ο σοφός έχει γίνει, αντίθετα, άξονας: ένα σημείο τέτοιας πλήρους ακινησίας ώστε το γύρισμα του κόσμου, αντί να αποτελεί απειλή για εκείνη την ακινησία, γίνεται απόδειξή της, όπως το αληθινότερο, πιο ομαλό γύρισμα του τροχού είναι πάντα το βεβαιότερο σημάδι ότι κάπου στην καρδιά του, αόρατο και ακίνητο, κάτι έχει τοποθετηθεί τέλεια.
Υπάρχει εδώ ένα περαιτέρω μυστήριο που αξίζει να καθίσει κανείς πάνω του. Ένας τροχός χωρίς άξονα δεν γίνεται ελεύθερος· γίνεται συντρίμμια, η κίνησή του δεν είναι πλέον γύρισμα αλλά διασκόρπιση, η ενέργειά του ξοδεύεται σε εκατό κατευθύνσεις χωρίς τίποτε να τη συγκεντρώνει σε σκοπό. Ο άξονας, μακριά από το να περιορίζει την ελευθερία του τροχού, είναι η ίδια η προϋπόθεσή της — ο τροχός μπορεί να είναι τροχός, μπορεί να κουβαλάει το φορτίο του στον μακρύ δρόμο, μόνο επειδή κάτι στο κέντρο του έχει συμφωνήσει να παραμένει ακίνητο. Με τον ίδιο τρόπο, δεν είναι η ακινησία του σοφού που περιορίζει την πράξη του στον κόσμο· είναι η πράξη του σοφού στον κόσμο που γίνεται, για πρώτη φορά, συνεκτική, σκόπιμη και ελεύθερη, επειδή τώρα γυρίζει γύρω από ένα κέντρο που δεν ταλαντεύεται πλέον με κάθε ιδιωτική ελπίδα και κάθε ιδιωτικό φόβο. Ο αναζητητής που λαχταρά ελευθερία πράξης, λοιπόν, δεν πρέπει να την αναζητά στην περιφέρεια, όπου κάθε ριπή συναισθήματος μπορεί να γίνει αισθητή στην πλήρη της βία, αλλά στον άξονα, όπου το συναίσθημα μπορεί ακόμη να αισθανθεί — γιατί ο άξονας δεν είναι άψυχος — κι όμως δεν αποφασίζει πλέον, με τη δική του τρεμάμενη εξουσία, πού πρέπει να πάει ο τροχός.
V: Η Στάχτη που δεν βαραίνει
Ρωτούν, μερικές φορές, εκείνοι που είναι νεότεροι στην οδό, τι γίνεται από μια ζωή που ζει με αυτόν τον τρόπο — προσφερόμενη μάλλον παρά αρπαζόμενη, γυρισμένη γύρω από ένα ακίνητο κέντρο μάλλον παρά οδηγούμενη από ένα ανήσυχο. Μήπως μια τέτοια ζωή δεν γίνεται, στο τέλος, ένα είδος απουσίας, ένα πέρασμα-μέσα-από-τις-κινήσεις χωρίς αληθινό μερίδιο σε τίποτε; Οι παλιοί δάσκαλοι απαντούν σε αυτό όχι με επιχείρημα αλλά με μια εικόνα, όπως είναι η συνήθειά τους: μιλούν για τον χορευτή.
Ένας χορευτής που έχει κατακτήσει πλήρως τον χορό δεν γίνεται ξύλινος στην κατάκτησή του. Τα βήματα που κάποτε έπρεπε να μοχθηθούν, να μετρηθούν, να διορθωθούν, γίνονται τελικά τόσο πολύ μέρος του χορευτή που δεν εκτελούνται πλέον ως χωριστές πράξεις δεμένες μεταξύ τους από προσπάθεια, αλλά ρέουν ως μια μοναδική, αδιάσπαστη χειρονομία — και μόνο τότε, λένε οι δάσκαλοι, ο χορός γίνεται όμορφος, μόνο τότε γίνεται, με την πληρέστερη έννοια, ελεύθερος. Ο χορευτής δεν έχει χάσει τα βήματα κατακτώντας τα· ο χορευτής έχει απελευθερωθεί από το βάρος των βημάτων για να γίνει, επιτέλους, αδιάκριτος από τον ίδιο τον χορό. Έτσι, λένε, είναι και εκείνος που έχει προσφέρει κάθε πράξη στη φωτιά μέχρι να μην απομείνει στάχτη για να σαρωθεί: όχι αδιάφορος στη ζωή, αλλά τόσο εντελώς παραδομένος σε αυτήν που η παλιά και κουραστική απόσταση ανάμεσα στο εγώ και στην ίδια του τη ζωή έχει τελικά, ήσυχα, κλείσει.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι μυστικοί επιμένουν, ενάντια σε κάθε εμφάνιση του αντιθέτου, ότι η φωτιά που δεν καταναλώνει δεν είναι φωτιά απώλειας αλλά φωτιά επιστροφής στην πατρίδα. Αυτό που καίγεται είναι μόνο ποτέ η ψεύτικη λογιστική — το κατάστιχο που κρατούσε η ανήσυχη καρδιά για ό,τι είχε δώσει και για ό,τι ακόμη της χρωστούσαν, ο αόρατος φόρος που επέβαλλε πάνω σε κάθε πράξη αγάπης, κάθε ώρα μόχθου, κάθε μικρή καλοσύνη που προσφερόταν κάτω από τον συνηθισμένο ήλιο. Όταν αυτό το κατάστιχο τοποθετηθεί τελικά πάνω στη φλόγα και αφεθεί να καεί μέχρι το μηδέν, αυτό που μένει δεν είναι μια ψυχή φτωχότερη αλλά μία που έχει γίνει, επιτέλους, αβάσταχτη — ελεύθερη να μοχθεί χωρίς εξάντληση, να αγαπά χωρίς φόβο της απώλειας, να περπατά μέσα στην αγορά του κόσμου με χέρια διάπλατα ανοιχτά, δίνοντας και λαμβάνοντας στην ίδια αδιάσπαστη χειρονομία, σαν ένα κύμα που έχει πάψει να μπερδεύει το σύντομο σχήμα του στην επιφάνεια με οτιδήποτε άλλο εκτός από το ανεξάντλητο παιχνίδι της ίδιας της θάλασσας.
Και έτσι ας ειπωθεί σε εκείνον που ακόμη φοβάται ότι η ακινησία πρέπει να σημαίνει αποχώρηση, και ότι η αποχώρηση πρέπει να σημαίνει την εγκατάλειψη της αγάπης: υπάρχει μια φωτιά που δεν καταναλώνει, μόνο μεταμορφώνει· υπάρχει μια πράξη που δεν δεσμεύει, μόνο απελευθερώνει· και υπάρχει μια σιωπή, που βρίσκεται όχι στην άκρη του κόσμου αλλά στο ίδιο του το κέντρο, μέσα στην οποία ο τροχός μπορεί να συνεχίζει να γυρίζει, κόσμο άνευ τέλους, ενώ εκείνος που τον γυρίζει παραμένει, μέσα από κάθε μίλι του μακρού δρόμου, εντελώς και ανεξήγητα σε ειρήνη.
Η ισορροπία της αρσενικής και της θηλυκής ενέργειας είναι το ζητούμενο για τον καθένα μας
Όταν συναντιούνται δύο άνθρωποι συναντιούνται δύο κόσμοι. Αυτό δεν είναι κάτι απλό, είναι το πιο σύνθετο πράγμα. Μέσα του, ο κάθε άνθρωπος είναι ένας ολόκληρος κόσμος, ένα μυστήριο με συνυφασμένο το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του. Η αρσενική και η θηλυκή ενέργεια βρίσκεται μέσα στον καθένα μας και αποτελεί μέρος του μυστηρίου της εσωτερικής μας πραγματικότητας.
Η αρμονική τους σχέση, η ισορροπία του γιν και του γιανγκ είναι η αφετηρία για μια χαρούμενη και ολοκληρωμένη ζωή γιατί μόνο τότε μπορούμε να διαμορφώσουμε μια σχέση αγάπης με τον εαυτό μας. Διαφορετικά θα βρισκόμαστε σε σύγχυση, βιώνοντας έναν διαχωρισμό, μια εσωτερική εμπόλεμη κατάσταση, που τις περισσότερες φορές δεν μπορούμε καν να ερμηνεύσουμε και μας οδηγεί σε μια καθημερινότητα που μας απομακρύνει από τη Χαρά και την Αγάπη.
Ας δούμε όμως πως μας κάνουν και ενεργούμε αυτές οι δυο ενέργειες πιο αναλυτικά.
Η αρσενική ενέργεια μέσα μας, αν δεν είναι εγκλωβισμένη, μας επιτρέπει να λειτουργούμε με ευθύ και άμεσο τρόπο γεμάτο αυτοπεποίθηση. Να λέμε την αλήθεια μας και να έχουμε τη θέληση και την αποφασιστικότητα να ξεπερνάμε με διαύγεια και σοφία, κάθε εμπόδιο. Μας κάνει να ζούμε και να αντιλαμβανόμαστε τη ζωή με έναν τρόπο που γίνεται φως και έμπνευση για όσους είναι γύρω μας.
Αν όμως με κάποιο τρόπο έχουμε μπλοκάρει την αρσενική μας ενέργεια τότε στηριζόμαστε μόνο στη λογική και αποκλείουμε την καρδιά. Προσπαθούμε να έχουμε τον έλεγχο των καταστάσεων αλλά και των ανθρώπων που συναναστρεφόμαστε. Μας ενδιαφέρει μόνο να έχουμε δίκιο και γινόμαστε επικριτικοί όταν αμφισβητούν το αλάθητο μας. Αποφεύγουμε τις ευθύνες και τις απαιτήσεις φοβούμενοι την κριτική των άλλων στην περίπτωση που κάνουμε κάποιο λάθος. Δείχνουμε υπερβολικά σίγουροι για τον εαυτό μας και ο φόβος της δέσμευσης κυριαρχεί στα συναισθήματά μας γιατί στην ουσία φοβόμαστε μήπως χάσουμε την ελευθερία μας.
Αν η θηλυκή μας ενέργεια είναι ισορροπημένη τότε είμαστε ανοικτοί στις εμπειρίες. Δεν θέλουμε να κατευθύνουμε τα πράγματα ή να έχουμε κάποιον συγκεκριμένο στόχο και αφηνόμαστε στη ροή γεμάτοι εμπιστοσύνη, διαίσθηση και δεκτικότητα. Είμαστε σε επαφή με το συναίσθημά μας καθοδηγούμενοι από τη διαίσθησή μας και βιώνουμε με ολοκληρωτική παρουσία οτιδήποτε συμβαίνει στη ζωή μας. Τα συναισθήματα μας είναι βαθιά και η αγάπη μας είναι θεραπευτική για τους γύρω μας.
Αντίθετα αν η θηλυκή μας ενέργεια είναι σε ανισορροπία τότε τα προβλήματα μας κατακλύζουν. Παραδίνουμε την ταυτότητά μας και την δύναμή μας σε άλλους. Χαμένοι μέσα στη πολυπλοκότητα δεν μπορούμε να εστιάσουμε σε κάτι συγκεκριμένο με αποτέλεσμα να χάνουμε την ουσία ή το στόχο. Συγχυζόμαστε και αυτή η σύγχυση, μας δυσκολεύει να πάρουμε αποφάσεις και να κάνουμε επιλογές. Κλεινόμαστε στο δικό μας εσωτερικό χάος και η υπερβολική ευαισθησία μας κάνει συναισθηματικά ευάλωτους σε καταστάσεις και ανθρώπους.
Αν όμως η αρσενική και η θηλυκή ενέργεια μέσα μας βρίσκονται σε ισορροπία τότε τα βήματά μας στη ζωή καθοδηγούνται με διαύγεια και διαίσθηση και είμαστε άμεσα συνδεδεμένοι με την πηγή της ζωτικής, δημιουργικής και ερωτικής μας συναισθηματικής ενέργειας.
Το αποτέλεσμα αυτής της ισορροπίας είναι η εσωτερική ειρήνη.
Σε καμιά περίπτωση όταν αυτές οι δυο ποιότητές μας ενωθούν και ισορροπήσουν δεν μας κάνουν να συμπεριφερόμαστε σαν ανδρόγυνα πλάσματα χωρίς ταυτότητα. Αντίθετα είναι σαν αλληλοεξουδετερώνονται σχηματίζοντας ένα ενοποιημένο Όλον, το οποίο θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ενοποιημένο Εαυτό που μας οδηγεί να βιώνουμε με πληρότητα τη ζωή μας.
Η αρμονική τους σχέση, η ισορροπία του γιν και του γιανγκ είναι η αφετηρία για μια χαρούμενη και ολοκληρωμένη ζωή γιατί μόνο τότε μπορούμε να διαμορφώσουμε μια σχέση αγάπης με τον εαυτό μας. Διαφορετικά θα βρισκόμαστε σε σύγχυση, βιώνοντας έναν διαχωρισμό, μια εσωτερική εμπόλεμη κατάσταση, που τις περισσότερες φορές δεν μπορούμε καν να ερμηνεύσουμε και μας οδηγεί σε μια καθημερινότητα που μας απομακρύνει από τη Χαρά και την Αγάπη.
Ας δούμε όμως πως μας κάνουν και ενεργούμε αυτές οι δυο ενέργειες πιο αναλυτικά.
Η αρσενική ενέργεια μέσα μας, αν δεν είναι εγκλωβισμένη, μας επιτρέπει να λειτουργούμε με ευθύ και άμεσο τρόπο γεμάτο αυτοπεποίθηση. Να λέμε την αλήθεια μας και να έχουμε τη θέληση και την αποφασιστικότητα να ξεπερνάμε με διαύγεια και σοφία, κάθε εμπόδιο. Μας κάνει να ζούμε και να αντιλαμβανόμαστε τη ζωή με έναν τρόπο που γίνεται φως και έμπνευση για όσους είναι γύρω μας.
Αν όμως με κάποιο τρόπο έχουμε μπλοκάρει την αρσενική μας ενέργεια τότε στηριζόμαστε μόνο στη λογική και αποκλείουμε την καρδιά. Προσπαθούμε να έχουμε τον έλεγχο των καταστάσεων αλλά και των ανθρώπων που συναναστρεφόμαστε. Μας ενδιαφέρει μόνο να έχουμε δίκιο και γινόμαστε επικριτικοί όταν αμφισβητούν το αλάθητο μας. Αποφεύγουμε τις ευθύνες και τις απαιτήσεις φοβούμενοι την κριτική των άλλων στην περίπτωση που κάνουμε κάποιο λάθος. Δείχνουμε υπερβολικά σίγουροι για τον εαυτό μας και ο φόβος της δέσμευσης κυριαρχεί στα συναισθήματά μας γιατί στην ουσία φοβόμαστε μήπως χάσουμε την ελευθερία μας.
Αν η θηλυκή μας ενέργεια είναι ισορροπημένη τότε είμαστε ανοικτοί στις εμπειρίες. Δεν θέλουμε να κατευθύνουμε τα πράγματα ή να έχουμε κάποιον συγκεκριμένο στόχο και αφηνόμαστε στη ροή γεμάτοι εμπιστοσύνη, διαίσθηση και δεκτικότητα. Είμαστε σε επαφή με το συναίσθημά μας καθοδηγούμενοι από τη διαίσθησή μας και βιώνουμε με ολοκληρωτική παρουσία οτιδήποτε συμβαίνει στη ζωή μας. Τα συναισθήματα μας είναι βαθιά και η αγάπη μας είναι θεραπευτική για τους γύρω μας.
Αντίθετα αν η θηλυκή μας ενέργεια είναι σε ανισορροπία τότε τα προβλήματα μας κατακλύζουν. Παραδίνουμε την ταυτότητά μας και την δύναμή μας σε άλλους. Χαμένοι μέσα στη πολυπλοκότητα δεν μπορούμε να εστιάσουμε σε κάτι συγκεκριμένο με αποτέλεσμα να χάνουμε την ουσία ή το στόχο. Συγχυζόμαστε και αυτή η σύγχυση, μας δυσκολεύει να πάρουμε αποφάσεις και να κάνουμε επιλογές. Κλεινόμαστε στο δικό μας εσωτερικό χάος και η υπερβολική ευαισθησία μας κάνει συναισθηματικά ευάλωτους σε καταστάσεις και ανθρώπους.
Αν όμως η αρσενική και η θηλυκή ενέργεια μέσα μας βρίσκονται σε ισορροπία τότε τα βήματά μας στη ζωή καθοδηγούνται με διαύγεια και διαίσθηση και είμαστε άμεσα συνδεδεμένοι με την πηγή της ζωτικής, δημιουργικής και ερωτικής μας συναισθηματικής ενέργειας.
Το αποτέλεσμα αυτής της ισορροπίας είναι η εσωτερική ειρήνη.
Σε καμιά περίπτωση όταν αυτές οι δυο ποιότητές μας ενωθούν και ισορροπήσουν δεν μας κάνουν να συμπεριφερόμαστε σαν ανδρόγυνα πλάσματα χωρίς ταυτότητα. Αντίθετα είναι σαν αλληλοεξουδετερώνονται σχηματίζοντας ένα ενοποιημένο Όλον, το οποίο θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ενοποιημένο Εαυτό που μας οδηγεί να βιώνουμε με πληρότητα τη ζωή μας.
Οι λόγοι για να γελάς τουλάχιστον 100 φορές τη μέρα
Στιγμές από την καθημερινότητα… ένα… δυναμωτικό κείμενο για το γέλιο, που αξίζει να διαβάσεις και να του δώσεις την πρέπουσα σημασία. Αν όχι, εσύ θα χάσεις!
Ένα πρωινό μέσα στο τρένο: πρόσωπα νυσταγμένα, κουρασμένα, σοβαρά. Ένας μεσήλικος κύριος διαβάζει εφημερίδα, ένας άλλος ψευτοκοιμάται, μια γυναίκα με μπλε φόρεμα φαίνεται χαμένη στις σκέψεις της, όπως και ο διπλανός της και ο μπροστινός της. Ένας άντρας γύρω στα τριάντα μιλάει εκνευρισμένος στο τηλέφωνο και μια νεαρή κοπέλα, μάλλον φοιτήτρια, διαβάζει ένα παχύ βιβλίο, οικονομική θεωρία ή κάτι αντίστοιχο, νομίζω. Στην επόμενη στάση οι πρώτοι επιβάτες που εισέρχονται τρέχουν να προλάβουν την τελευταία άδεια θέση. Ακούγεται ένα «μην σπρώχνετε» και κάποια επιφωνήματα ανυπομονησίας. Ακούγεται το σφύριγμα που προειδοποιεί ότι οι πόρτες θα κλείσουν καθώς και το τελικό σφάλισμά τους. Ακούγεται ο ήχος του τρένου καθώς κυλάει πάνω στις ράγες αλλά και ο απόηχος από τα ακουστικά της διπλανής κοπέλας, η οποία μάλλον έχει τη μουσική στο τέρμα. Ήχοι καθημερινοί, τόσο συνηθισμένοι, που σπάνια τους δίνεις σημασία. Κι όμως σήμερα τη μονοτονία τους αναστατώνει ένας άλλος ήχος, όχι τόσο επειδή είναι ασυνήθιστος, αλλά επειδή κάθε φορά που ακούγεται, χαρακτηρίζεται από μια δύναμη πρωτόγνωρη: να σου μεταδώσει τη διάθεσή του. Είναι ήχος χαρωπός, δυναμικός, ξεσηκωτικός, γεμάτος ζωτικότητα.
Έρχεται από το βάθος του βαγονιού και ανήκει σε ένα νεαρό κορίτσι. Γελάει δυνατά, με ένταση και πάθος πρωτόγνωρα για τα νυσταγμένα πρωινά του τρένου. Ο φίλος της την κρατά από το χέρι και αρχίζει να γελάει μαζί της, αν και το γέλιο του είναι σαφώς πιο αθόρυβο. Το σπαρταριστό γέλιο του κοριτσιού με κάνει να χαμογελάσω, ξυπνάει τον κύριο που ψευτοκοιμόταν (δε φαίνεται ιδιαίτερα ικανοποιημένος με αυτό) και παρακινεί την κυρία με το μπλε φόρεμα που κάθεται απέναντί μου να με κοιτάξει και να μου χαμογελάσει με νόημα. Το γέλιο του κοριτσιού δημιουργεί ένα κύμα επικοινωνίας κι αυθόρμητης ευθυμίας.
Αναρωτιέμαι, πόσες φορές την ημέρα να γελάμε άραγε; Λένε λοιπόν ότι ο μέσος ενήλικος γελάει 20 φορές την ημέρα και το μέσο μικρό παιδί 300! Φαίνεται πως η διαδικασία της ενηλικίωσης μάς στερεί από 280 στιγμές γέλιου.
Όμως, όσο περισσότερο γελάμε, τόσο περισσότερα πράγματα κερδίζουμε.
Αν παρατηρήσεις ότι παρασοβάρεψες, θυμήσου ότι:
1. Όταν γελάς, το σώμα σου χαλαρώνει. Συγκεκριμένα το από καρδιάς, έντονο γέλιο χαλαρώνει τους μυς του σώματος και βοηθά την κυκλοφορία του αίματος, με αποτέλεσμα να μας ανακουφίζει από εντάσεις.
2. Το γέλιο αυξάνει την εισπνοή οξυγόνου, διεγείρει την καρδιά, τους πνεύμονες και τους μυς. Επίσης προκαλεί την έκκριση ενδορφινών, ουσιών που έχουν αναλγητικές ιδιότητες και δημιουργούν ευφορία.
3. Μακροπρόθεσμα το γέλιο δυναμώνει το ανοσοποιητικό σύστημα μειώνοντας τις ορμόνες που σχετίζονται με το στρες και αυξάνοντας τα αντισώματα που όλοι χρειαζόμαστε για να αντιμετωπίζουμε μολύνσεις και αρρώστιες.
4. Με το γέλιο τα δυσάρεστα συναισθήματα ανακουφίζονται. Δεν είναι δυνατόν να νιώθεις θλίψη, άγχος ή θυμό, όταν γελάς. Άρα το γέλιο είναι ένα μοναδικό φάρμακο, που βελτιώνει τη διάθεση, απαλύνει το άγχος και προσθέτει ζωτικότητα και ενθουσιασμό στη ζωή σου.
5. Το γέλιο σε αλλάζει με θετικό τρόπο. Όταν γελάμε, νιώθουμε μεγαλύτερη αισιοδοξία, είμαστε πιο φιλικοί, πιο λαμπεροί και σίγουρα πιο ελκυστικοί. Μάλιστα υπάρχουν έρευνες που δείχνουν ότι στους άνδρες αρέσουν οι γυναίκες, οι οποίες (χαμο)γελούν από καρδιάς.
6. Όταν μοιράζεσαι στιγμές γέλιου με τους ανθρώπους του περιβάλλοντός σου, ενδυναμώνεις τον δεσμό μεταξύ σας. Φυσικά το να μοιράζεσαι οποιαδήποτε συναισθήματά σου με τους αγαπημένους σου ανθρώπους σας φέρνει πιο κοντά, αλλά το να μοιράζεσαι στιγμές γέλιου και χιούμορ όχι μόνο χαρίζει χαρά, ζωτικότητα και αντοχή στη σχέση σου, αλλά είναι κι ένας τρόπος για να γιατρέψεις πληγές και διαφωνίες.
Γι’ αυτό άφησε τον εαυτό σου ελεύθερο να γελάσει με την ψυχή του, όσο και όπως θέλει.
Ξέχασε τους περιορισμούς που άθελά σου μπορεί να βάζεις στον εαυτό σου, οι οποίοι σε αποτρέπουν από το να δεις τη φωτεινή, αστεία πλευρά των πραγμάτων.
Ξέχασε τους περιορισμούς που μπορεί να σε αποτρέπουν από το να εκφραστείς γελώντας.
Θυμήσου το παιδί μέσα σου, που είναι γεμάτο ενθουσιασμό, περιέργεια κι ενεργητικότητα.
Θυμήσου πως κι εσύ, όπως όλοι μας, έχεις δικαίωμα στην παιχνιδιάρικη διάθεση, την ανοησία, το αστείο.
Όσο πιο πολύ γέλιο βάζεις στη ζωή σου, τόσο η αμυντικότητα, οι κρίσεις και οι αμφιβολίες θα υποχωρούν.
Χαμογέλασε και θυμήσου ότι τα θετικά κύματα είναι μεταδοτικά.
Τέλος, όταν ακούς γέλιο, τρέξε πάντα προς την κατεύθυνσή του! Ίσως είναι μια ευκαιρία και για σένα να γελάσεις, να γνωρίσεις ανθρώπους καλύτερα, να μοιραστείς συναισθήματα.
Ένα πρωινό μέσα στο τρένο: πρόσωπα νυσταγμένα, κουρασμένα, σοβαρά. Ένας μεσήλικος κύριος διαβάζει εφημερίδα, ένας άλλος ψευτοκοιμάται, μια γυναίκα με μπλε φόρεμα φαίνεται χαμένη στις σκέψεις της, όπως και ο διπλανός της και ο μπροστινός της. Ένας άντρας γύρω στα τριάντα μιλάει εκνευρισμένος στο τηλέφωνο και μια νεαρή κοπέλα, μάλλον φοιτήτρια, διαβάζει ένα παχύ βιβλίο, οικονομική θεωρία ή κάτι αντίστοιχο, νομίζω. Στην επόμενη στάση οι πρώτοι επιβάτες που εισέρχονται τρέχουν να προλάβουν την τελευταία άδεια θέση. Ακούγεται ένα «μην σπρώχνετε» και κάποια επιφωνήματα ανυπομονησίας. Ακούγεται το σφύριγμα που προειδοποιεί ότι οι πόρτες θα κλείσουν καθώς και το τελικό σφάλισμά τους. Ακούγεται ο ήχος του τρένου καθώς κυλάει πάνω στις ράγες αλλά και ο απόηχος από τα ακουστικά της διπλανής κοπέλας, η οποία μάλλον έχει τη μουσική στο τέρμα. Ήχοι καθημερινοί, τόσο συνηθισμένοι, που σπάνια τους δίνεις σημασία. Κι όμως σήμερα τη μονοτονία τους αναστατώνει ένας άλλος ήχος, όχι τόσο επειδή είναι ασυνήθιστος, αλλά επειδή κάθε φορά που ακούγεται, χαρακτηρίζεται από μια δύναμη πρωτόγνωρη: να σου μεταδώσει τη διάθεσή του. Είναι ήχος χαρωπός, δυναμικός, ξεσηκωτικός, γεμάτος ζωτικότητα.
Έρχεται από το βάθος του βαγονιού και ανήκει σε ένα νεαρό κορίτσι. Γελάει δυνατά, με ένταση και πάθος πρωτόγνωρα για τα νυσταγμένα πρωινά του τρένου. Ο φίλος της την κρατά από το χέρι και αρχίζει να γελάει μαζί της, αν και το γέλιο του είναι σαφώς πιο αθόρυβο. Το σπαρταριστό γέλιο του κοριτσιού με κάνει να χαμογελάσω, ξυπνάει τον κύριο που ψευτοκοιμόταν (δε φαίνεται ιδιαίτερα ικανοποιημένος με αυτό) και παρακινεί την κυρία με το μπλε φόρεμα που κάθεται απέναντί μου να με κοιτάξει και να μου χαμογελάσει με νόημα. Το γέλιο του κοριτσιού δημιουργεί ένα κύμα επικοινωνίας κι αυθόρμητης ευθυμίας.
Αναρωτιέμαι, πόσες φορές την ημέρα να γελάμε άραγε; Λένε λοιπόν ότι ο μέσος ενήλικος γελάει 20 φορές την ημέρα και το μέσο μικρό παιδί 300! Φαίνεται πως η διαδικασία της ενηλικίωσης μάς στερεί από 280 στιγμές γέλιου.
Όμως, όσο περισσότερο γελάμε, τόσο περισσότερα πράγματα κερδίζουμε.
Αν παρατηρήσεις ότι παρασοβάρεψες, θυμήσου ότι:
1. Όταν γελάς, το σώμα σου χαλαρώνει. Συγκεκριμένα το από καρδιάς, έντονο γέλιο χαλαρώνει τους μυς του σώματος και βοηθά την κυκλοφορία του αίματος, με αποτέλεσμα να μας ανακουφίζει από εντάσεις.
2. Το γέλιο αυξάνει την εισπνοή οξυγόνου, διεγείρει την καρδιά, τους πνεύμονες και τους μυς. Επίσης προκαλεί την έκκριση ενδορφινών, ουσιών που έχουν αναλγητικές ιδιότητες και δημιουργούν ευφορία.
3. Μακροπρόθεσμα το γέλιο δυναμώνει το ανοσοποιητικό σύστημα μειώνοντας τις ορμόνες που σχετίζονται με το στρες και αυξάνοντας τα αντισώματα που όλοι χρειαζόμαστε για να αντιμετωπίζουμε μολύνσεις και αρρώστιες.
4. Με το γέλιο τα δυσάρεστα συναισθήματα ανακουφίζονται. Δεν είναι δυνατόν να νιώθεις θλίψη, άγχος ή θυμό, όταν γελάς. Άρα το γέλιο είναι ένα μοναδικό φάρμακο, που βελτιώνει τη διάθεση, απαλύνει το άγχος και προσθέτει ζωτικότητα και ενθουσιασμό στη ζωή σου.
5. Το γέλιο σε αλλάζει με θετικό τρόπο. Όταν γελάμε, νιώθουμε μεγαλύτερη αισιοδοξία, είμαστε πιο φιλικοί, πιο λαμπεροί και σίγουρα πιο ελκυστικοί. Μάλιστα υπάρχουν έρευνες που δείχνουν ότι στους άνδρες αρέσουν οι γυναίκες, οι οποίες (χαμο)γελούν από καρδιάς.
6. Όταν μοιράζεσαι στιγμές γέλιου με τους ανθρώπους του περιβάλλοντός σου, ενδυναμώνεις τον δεσμό μεταξύ σας. Φυσικά το να μοιράζεσαι οποιαδήποτε συναισθήματά σου με τους αγαπημένους σου ανθρώπους σας φέρνει πιο κοντά, αλλά το να μοιράζεσαι στιγμές γέλιου και χιούμορ όχι μόνο χαρίζει χαρά, ζωτικότητα και αντοχή στη σχέση σου, αλλά είναι κι ένας τρόπος για να γιατρέψεις πληγές και διαφωνίες.
Γι’ αυτό άφησε τον εαυτό σου ελεύθερο να γελάσει με την ψυχή του, όσο και όπως θέλει.
Ξέχασε τους περιορισμούς που άθελά σου μπορεί να βάζεις στον εαυτό σου, οι οποίοι σε αποτρέπουν από το να δεις τη φωτεινή, αστεία πλευρά των πραγμάτων.
Ξέχασε τους περιορισμούς που μπορεί να σε αποτρέπουν από το να εκφραστείς γελώντας.
Θυμήσου το παιδί μέσα σου, που είναι γεμάτο ενθουσιασμό, περιέργεια κι ενεργητικότητα.
Θυμήσου πως κι εσύ, όπως όλοι μας, έχεις δικαίωμα στην παιχνιδιάρικη διάθεση, την ανοησία, το αστείο.
Όσο πιο πολύ γέλιο βάζεις στη ζωή σου, τόσο η αμυντικότητα, οι κρίσεις και οι αμφιβολίες θα υποχωρούν.
Χαμογέλασε και θυμήσου ότι τα θετικά κύματα είναι μεταδοτικά.
Τέλος, όταν ακούς γέλιο, τρέξε πάντα προς την κατεύθυνσή του! Ίσως είναι μια ευκαιρία και για σένα να γελάσεις, να γνωρίσεις ανθρώπους καλύτερα, να μοιραστείς συναισθήματα.
Νίτσε: Η αμαρτία επινοήθηκε για να κάνει αδύνατη την επιστήμη, την πνευματική καλλιέργεια, κάθε ανύψωση και ευγένεια του ανθρώπου
Η αρχή της Βίβλου περιέχει ολόκληρη την ψυχολογία του ιερέα.
Ο ιερέας ξέρει μόνο έναν μεγάλο κίνδυνο: Την επιστήμη, την υγιή σύλληψη του αιτίου και του αποτελέσματος.
Η επιστήμη όμως δεν ευδοκιμεί γενικά παρά μόνο κάτω από συνθήκες ευτυχίας· πρέπει να υπάρχει ένα πλεόνασμα χρόνου και πνεύματος, για γίνει εφικτή η «γνώση».
«Επομένως, ο άνθρωπος πρέπει να γίνει δυστυχισμένος» -αυτή ήταν η λογική του ιερέα σε όλες τις εποχές.
Μαντεύει κανείς τώρα τί εισήχθηκε, σύμφωνα μ’ αυτή τη λογική, για πρώτη φορά στον κόσμο: Η «αμαρτία»…
Η έννοια της ενοχής και της τιμωρίας, ολόκληρη η «ηθική τάξη», επινοήθηκε εναντίον της επιστήμης, ενάντιον της απελευθέρωσης του ανθρώπου από τον ιερέα.
Ο άνθρωπος δεν πρέπει να κοιτά έξω, δεν πρέπει να κοιτά μέσα στον εαυτό του· δεν πρέπει να κοιτά τα πράγματα με εξυπνάδα και προσοχή, για να μάθει, δεν πρέπει να κοιτά καθόλου· πρέπει να υπόφερει….
Και πρέπει να υποφέρει με τέτοιο τρόπο ώστε να χρειάζεται πάντα τον ιερέα.
Κάτω οι γιατροί! Ένας «σωτήρας» χρειάζεται.
Η έννοια της ενοχής και της τιμωρίας, μαζί με το δόγμα της «χάρης», της «λύτρωσης», της «άφεσης» -ψέματα πέρα για πέρα, χωρίς καμιά ψυχολογική πραγματικότητα- επινοήθηκαν για να καταστρέψουν στον άνθρωπο την έννοια των αιτίων· είναι απόπειρα δολοφονίας κατά του αιτίου και του αποτελέσματος!
Και δεν είναι μια απόπειρα δολοφονίας με το χέρι, με το μαχαίρι, με την ειλικρίνεια στο μίσος και στην αγάπη!
Έχουν γεννηθεί από τα πιο δειλά, τα πιο πονηρά, τα πιο ταπεινά ένστικτα.
Απόπειρες ιερέων! Απόπειρες παρασίτων! Βαμπιρισμός ωχρών, υποχθόνιων αιματορουφηχτρών!
Όταν οι φυσικές συνέπειες μιας πράξης δεν είναι πια «φυσικές», αλλά θεωρούνται ότι προκαλούνται από τα εννοιακά φαντάσματα της δεισιδαιμονίας, από τον «Θεό», από τα «πνεύματα», από τις «ψυχές», σαν να ήταν απλώς «ηθικές» συνέπειες, σαν να ήταν ανταμοιβή, τιμωρία, νύξη, μέσα εκπαίδευσης, τότε έχει καταστραφεί η προϋπόθεση της γνώσης, τότε έχει διαπραχθεί το μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.
Για να το πούμε μια φορά ακόμη, η αμαρτία, αυτή η κατ’ εξοχήν μορφή αυτοβεβήλωσης του ανθρώπου, επινοήθηκε για να κάνει αδύνατη την επιστήμη, την πνευματική καλλιέργεια, κάθε ανύψωση και ευγένεια του ανθρώπου· ο ιερέας κυριαρχεί μέσω της επινόησης της αμαρτίας…
Φρίντριχ Νίτσε, Ο Αντίχριστος
Ο ιερέας ξέρει μόνο έναν μεγάλο κίνδυνο: Την επιστήμη, την υγιή σύλληψη του αιτίου και του αποτελέσματος.
Η επιστήμη όμως δεν ευδοκιμεί γενικά παρά μόνο κάτω από συνθήκες ευτυχίας· πρέπει να υπάρχει ένα πλεόνασμα χρόνου και πνεύματος, για γίνει εφικτή η «γνώση».
«Επομένως, ο άνθρωπος πρέπει να γίνει δυστυχισμένος» -αυτή ήταν η λογική του ιερέα σε όλες τις εποχές.
Μαντεύει κανείς τώρα τί εισήχθηκε, σύμφωνα μ’ αυτή τη λογική, για πρώτη φορά στον κόσμο: Η «αμαρτία»…
Η έννοια της ενοχής και της τιμωρίας, ολόκληρη η «ηθική τάξη», επινοήθηκε εναντίον της επιστήμης, ενάντιον της απελευθέρωσης του ανθρώπου από τον ιερέα.
Ο άνθρωπος δεν πρέπει να κοιτά έξω, δεν πρέπει να κοιτά μέσα στον εαυτό του· δεν πρέπει να κοιτά τα πράγματα με εξυπνάδα και προσοχή, για να μάθει, δεν πρέπει να κοιτά καθόλου· πρέπει να υπόφερει….
Και πρέπει να υποφέρει με τέτοιο τρόπο ώστε να χρειάζεται πάντα τον ιερέα.
Κάτω οι γιατροί! Ένας «σωτήρας» χρειάζεται.
Η έννοια της ενοχής και της τιμωρίας, μαζί με το δόγμα της «χάρης», της «λύτρωσης», της «άφεσης» -ψέματα πέρα για πέρα, χωρίς καμιά ψυχολογική πραγματικότητα- επινοήθηκαν για να καταστρέψουν στον άνθρωπο την έννοια των αιτίων· είναι απόπειρα δολοφονίας κατά του αιτίου και του αποτελέσματος!
Και δεν είναι μια απόπειρα δολοφονίας με το χέρι, με το μαχαίρι, με την ειλικρίνεια στο μίσος και στην αγάπη!
Έχουν γεννηθεί από τα πιο δειλά, τα πιο πονηρά, τα πιο ταπεινά ένστικτα.
Απόπειρες ιερέων! Απόπειρες παρασίτων! Βαμπιρισμός ωχρών, υποχθόνιων αιματορουφηχτρών!
Όταν οι φυσικές συνέπειες μιας πράξης δεν είναι πια «φυσικές», αλλά θεωρούνται ότι προκαλούνται από τα εννοιακά φαντάσματα της δεισιδαιμονίας, από τον «Θεό», από τα «πνεύματα», από τις «ψυχές», σαν να ήταν απλώς «ηθικές» συνέπειες, σαν να ήταν ανταμοιβή, τιμωρία, νύξη, μέσα εκπαίδευσης, τότε έχει καταστραφεί η προϋπόθεση της γνώσης, τότε έχει διαπραχθεί το μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.
Για να το πούμε μια φορά ακόμη, η αμαρτία, αυτή η κατ’ εξοχήν μορφή αυτοβεβήλωσης του ανθρώπου, επινοήθηκε για να κάνει αδύνατη την επιστήμη, την πνευματική καλλιέργεια, κάθε ανύψωση και ευγένεια του ανθρώπου· ο ιερέας κυριαρχεί μέσω της επινόησης της αμαρτίας…
Φρίντριχ Νίτσε, Ο Αντίχριστος
Το Δικαστήριο της ψυχής
Είδα να γίνεται μπροστά μου μια δίκη, στην οποία ήμουν παρατηρητής, δικαστής, κατηγορούμενος, μάρτυρας κατηγορίας και μάρτυρας υπεράσπισης. Είδα να με κατηγορεί και να με υπερασπίζεται ο ίδιος μου ο εαυτός.
Μάρτυρας Κατηγορίας:
Σαν πολίτης του κόσμου που αισθάνομαι τον εαυτό μου, είμαι υποχρεωμένος να πω την αλήθεια για όσα αδικήματα διέπραξε ο κατηγορούμενος σε βάρος των συνανθρώπων του και τα οποία υπέπεσαν στην αντίληψή μου.
Δεν ακολούθησε τους κανόνες της μικρής κοινωνίας όπου γεννήθηκε και ανατράφηκε με αποτέλεσμα να παραβιάσει φυσικούς και ηθικούς νόμους που στηρίζουν την ισορροπία στις κοινωνίες του υλικού κόσμου όπου ζει. Για να γίνω σαφής, πρέπει να αναφέρω ότι δεν σεβάστηκε την έμφυτη τάση του ίδιου του εαυτού να διαιωνίσει το είδος του, αποφεύγοντας τις ευθύνες του, που είναι ευθύνες κάθε ανθρώπου που σέβεται τον τον Δημιουργό του.
Δεν σεβάστηκε και θεώρησε τον εαυτό του ανώτερο ακόμη κι από την ίδια την φύση, προβαίνοντας σε άνευ προηγουμένου πράξεις αλαζονείας και εγωισμού. Θεώρησε “ικανότητα” το να παίρνει υλική βοήθεια από συνανθρώπους του εργατικού και ευσεβείς και να την προσφέρει σε άλλους που κατά τη δική του κρίση είχαν ανάγκη βοήθειας, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο την εντύπωση ότι η φύση έκανε λάθος. Θα ήθελα να ξέρω αν θα έκανε το ίδιο πράγμα και με τη δική του περιουσία, αν είχε. Εφόσον όμως ο κατηγορούμενος δεν είχε κανενός είδους ιδιοκτησία, τίποτε δεν τον εμπόδιζε να διαμοιράζει την περιουσία των άλλων.
Μπορεί να μας πει ο κατηγορούμενος, αν πριν προβεί σε αυτές τις δηλώσεις, είχε κάποιο στοιχείο που να επιβεβαίωνε ότι οι δικές του οφειλές αποπληρώθηκαν; Επίσης θα πρέπει να μας πει ποιος του έδωσε αυτήν την αντικοινωνική πληροφορία. Ή μήπως δεν γνώριζε ότι η ανθρώπινη συνειδητότητα με τον τρόπο που θέλει να καταλαβαίνει τα πράγματα, εκμεταλλεύεται το παρόν και αδιαφορεί για το μέλλον, ότι μάλιστα πρόκειται για πράξεις που τις θεωρεί ζωτικής σημασίας σε ό,τι καταλαβαίνει στο παρόν; Μ’ αυτό θέλω να πω πως κάλυπτε τις δικές του εσωτερικές ανάγκες, αδιαφορώντας για το μπορεί να συμβεί στο άγνωστο για μας μέλλον.
Αυτό που κατάφερε ο κατηγορούμενος με τέτοιες αντικοινωνικές απόψεις, ήταν να δημιουργήσει θύματα αυτής της ουτοπικής θεωρίας και κυρίως, ανάμεσα σε άτομα που από αδυναμία και άγνοια δέχτηκαν αυτές τις αβάσιμες πληροφορίες.
Υποστήριξε ότι το καλό είναι σχετικό, ανατρέποντας όσα οι διδάσκαλοι μας δίδαξαν μέχρι τώρα. Και ρωτάω τον κατηγορούμενο, αν το καλό είναι σχετικό, τότε πως αυτός δρούσε πιστεύοντας ότι κάνει το καλό; Θα γνωρίζει ασφαλώς ο κατηγορούμενος ότι τα ευχάριστα συναισθήματα εμπεριέχονται στον κατάλογο του καλού. Τότες, ας μας πει πότε η κλοπή θεωρείται καλή και πότε κακή πράξη, αφού πρώτα μας προσδιορίσει τι είναι “κλοπή”.
Και τον ρωτώ: πως μπορούμε να χαρακτηρίσουμε μια πράξη θετική ή αρνητική, αν εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε συγκεκριμενοποιημένη επίγνωση του καλού και του κακού; Έχουμε κάνει μια καλή ή μια κακή πράξη αν πείσουμε ένα ηλίθιο άτομο να μας δώσει αυτό που κρατά στο χέρι του; Η γενική αντίληψη μας βεβαιώνει ότι αυτό είναι κλοπή. Το ερώτημα είναι αν αυτή η αντίληψη αλλάζει στην περίπτωση που αυτό που παίρνουμε από τον ηλίθιο το προσφέρουμε σε κάποιον που έχει ανάγκη, κατά τη δική μας προσωπική άποψη. Και για τη συγκεκριμένη περίπτωση γεννιέται το ερώτημα: τι εννοεί ο κατηγορούμενος “ηλιθιότητα” και τι “ανάγκη”;
Απέφυγε να ακολουθήσει πολλές από τις συνήθειες του τόπου όπου μεγάλωσε και παράλληλα προσπάθησε να μεταδώσει στους άλλους αυτό που εκείνος διάλεξε για τον εαυτό του σαν σωστό, χωρίς να σεβαστεί τη γνώμη των προγόνων του. Γνωρίσαμε την αλήθεια ενσωματωμένη στις διδασκαλίες της κοινωνίας μας και ήταν αυτό που οι πρόγονοί μας ήξεραν σαν αλήθεια. Ο κατηγορούμενος υπήρξε βλάσφημος λέγοντας ότι τίποτε δεν είναι πάνω από την αλήθεια και ότι τίποτα δεν μπορεί να μας διδάξει την αλήθεια εκτός από τον ίδιο μας τον εαυτό. Είπε ότι η αλήθεια είναι γραμμένη μέσα μας κι όχι σε χειρόγραφα, προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να ανατρέψει τη σοφία των αγίων μας προγόνων, που με τόση επιμέλεια κι αγάπη έγραψαν βιβλία χρήσιμα για την πνευματική μας εξέλιξη. Εάν όντως ίσχυε αυτό, τότε δεν θα αναφερόμασταν στις γραπτές διδασκαλίες τους και δεν θα χρειαζόταν κανενός είδους μαθητεία για μα διδαχτούμε αυτά που γνωρίζουμε. Ό,τι ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, ανήκει στη σφαίρα των υποθέσεων και δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.
Είπε, επίσης ότι η σκέψη μπορεί να γίνει επικίνδυνη, αν δεν την ελέγχουμε και ότι οι πράξεις είναι γεννήματα της σκέψης. Μπορεί να μας πει “ποιο είναι το μέτρο που ορίζει το σωστό και το λάθος σ’ ότι αφορά τις σκέψεις, αφού οι σκέψεις είναι καθαρά προσωπική υπόθεση του του καθενός”, απ’ ότι λέει ο ίδιος.
Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να σκεφτεί κάποιος πολύ για να κατανοήσει ότι οι σκέψεις μας είναι αποτέλεσμα αντίληψης του τρόπου με τον οποίο διδαχτήκαμε να βλέπουμε και να καταλαβαίνουμε το περιβάλλον. Εφόσον λοιπόν η σκέψη μας επηρεάζεται από το περιβάλλον, είναι παράλογο να λέμε ότι οι σκέψεις μπορούν να ελέγχονται από μας, τη στιγμή μάλιστα που η αντικειμενική συνειδητότητα χρησιμοποιεί αυθόρμητα τη σκέψη για να αντεπεξέλθει σε δύσκολες στιγμές. Κι ανάλογα πάντα με τις ανάγκες της στιγμής, ο αυθορμητισμός πηγάζει από ωκεανό συναισθημάτων δημιουργημένο πάλι από την αντίληψη, τη σκέψη και το περιβάλλον. Μ’ αυτήν την έννοια, δεν μπορούμε να ελέγχουμε τις σκέψεις μας, με τρόπο τέτοιο που να οδηγηθούμε σε πράξεις ανάλογες της απόλυτα δικής μας προσωπικής αντίληψης.
Διακήρυξε κι όλα ότι ο κόσμος που ζούμε, είναι κόσμος ψευδαισθήσεων και ότι δεν έχει καμία πραγματική υπόσταση. Ελλιπείς επίσης αποκάλεσε τις πέντε αντικειμενικές αισθήσεις, προσπαθώντας έτσι να μας πείσει ότι ο κόσμος που βλέπουμε κι αγγίζουμε δεν είναι αληθινός, με σκοπό να μας οδηγήσει στο χάος. Έχετε σκεφτεί, αν όλοι εμείς αποδεχόμασταν σαν αληθινές αυτές τις θεωρίες, τι θα μπορούσε να είχε συμβεί; Θα σπάζαμε τα κεφάλια μας στους τοίχους προσπαθώντας να τους διαπεράσουμε. Κι όμως, όλοι γνωρίζουμε ότι αντλούμε την ευτυχία που απολαμβάνουμε στον κόσμο της ύλης από τις αντικειμενικές αισθήσεις. Εξ άλλου είναι γνωστό ότι τα εξωτερικά ερεθίσματα είναι βασικός παράγοντας για τις διεργασίες της υποκειμενικής συνειδητότητγας. Τον προκαλώ, ωστόσο, να μας παραθέσει αυτός έναν κόσμο που να είναι αληθινότερος του αντικειμενικού που γνωρίζουμε.
Ανέφερε επιπλέον ότι αυτό που αποδεικνύεται σήμερα σαν αλήθεια, υπάρχει περίπτωση σε ένα ανώτερο επίπεδο κατανόησης να ανατρέπεται και να μην αντιπροσωπεύει την αλήθεια, προσπαθώντας να μας πείσει πως τίποτα δεν είναι σταθερό. Αν ο κατηγορούμενος πιστεύει αυτά που λέει, τότε δεν πρέπει να αγωνίζεται περί της λεγόμενης καλής συμπεριφοράς προς του άλλους, αφού αυτό που κατά τη γνώμη του είναι αλήθεια σήμερα, μπορεί αύριο να μην ισχύει.
Είπε κιόλας πως το σώμα που αντιλαμβανόμαστε με τις αντικειμενικές αισθήσεις δεν είναι ο άνθρωπος, ότι ο άνθρωπος δεν είναι υλικό ον και ότι αυτός που εκείνος αποκάλεσε “άνθρωπο”, δεν πεθαίνει ποτέ.
Προσπάθησε να καταλύσει κάθε θεσμός οικογένειας, λέγοντας ότι οι πραγματικοί συγγενείς του ανθρώπου δεν είναι οι υλικοί, αλλά οι ψυχικοί συγγενείς. Φαντάζεσθε αν όλες οι μητέρες εγκατέλειπαν τα παιδιά τους αποδεχόμενες τέτοιες απόψεις, τι θα συνέβαινε τότε;
Κατηγορείται, επίσης, γιατί είπε ότι προϋπήρχαμε της γέννησης, την οποία και προκαλούμε. Είπε πως μια τέτοια απόφαση παίρνεται χωρίς καμιά εξωτερική πίεση και ότι τα δεινά που αντιμετωπίζουμε στη ζωή, είναι δικές μας επιλογές. Θα πρέπει να είναι κανείς ηλίθιος για να πιστέψει μια τέτοια παραπλανητική άποψη. Έχει μήπως φανταστεί τι θα συνέβαινε εάν ίσχυε αυτό; Οι φτωχοί θα έμεναν άτεκνοι, αν τα ίδια τα παιδιά αποφάσιζαν από ποιους γονείς θα έπρεπε να γεννηθούν!
Εκτός αυτών, είπε ότι δεν υπάρχει ”διάβολος” και ότι μόνο εμείς τον φέρνουμε σε ύπαρξη, προσπαθώντας έτσι να προκαλέσει σύγχυση και να καταλύσει κάθε έννοια πίστης. Διακήρυξε ότι καταλαβαίνει ο καθένας μας, αυτός είναι και ο θεός που πιστεύει και ότι δεν μπορεί η πίστη με κανέναν τρόπο να αντικαταστήσει τη γνώση. Είπε επίσης ότι η αμφιβολία είναι προτιμότερη της πίστης, γιατί – λέει – η αμφιβολία οδηγεί στη γνώση. Φαντάζεστε τι θα συνέβαινε αν όλοι αμφιβάλλαμε για ό,τι σήμερα πιστεύουμε; Σκεφτείτε μόνο ότι ο κόσμος βρίσκεται σε μια κατάσταση ακυβερνησίας και τώρα ακόμη, τη στιγμή μάλιστα που υπάρχει η πίστη.
Τους δίδαξε τρόπους να αφήνουν τη συνειδητότητά τους δεκτική σε αντιλήψεις που οι ίδιοι δεν μπορούσαν να συλλάβουν φυσιολογικά και αυτό το ονόμασε “διαλογισμό”.
Τους είπε ότι η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο από μαθητεία, οδηγώντας τους σε έναν δρόμο σκέψης που τους απομακρύνει από την φυσιολογική ζωή και τους οδηγεί στο δρόμο της οκνηρίας και της ανευθυνότητας.
Και κλείνω τη μαρτυρία μου με το χειρότερο από όσα άκουσα από το στόμα αυτού του αμαρτωλού. Είπε ότι ο καθένας μας μπορεί να γίνει ένας μικρός Θεός!!!
Μάρτυρας Υπεράσπισης:
Γνωρίζω αυτόν που σήμερα ονομάζουμε “κατηγορούμενο”, από τότε που πήρε την πρώτη του πνοή και είμαι σε θέση να σας πω ότι τον ξέρω πολύ καλά, γιατί ήμουν αυτός που κατέγραφε και τις πιο μύχιες σκέψεις του σε βιβλία που κράτησα κρυφά και στα οποία ο μάρτυρας κατηγορίας δεν είχε πρόσβαση. Γι’ αυτά που θα πω παίρνω και την ευθύνη, όσον αφορά τη γνησιότητά τους.
Θα προσπαθήσω με κάθε εφικτό τρόπο να αναλύσω τις απαντήσεις μου σε όσα διατύπωσε ο μάρτυρας κατηγορίας, οι οποίες θα στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα, που σχετίζονται με την υπευθυνότητα, τη πρόθεση και τη δράση του κατηγορουμένου.
Για τις εκδηλωμένες οντότητες που διαθέτουν διάνοια, η διαιώνιση του είδους είναι μόνο ένα κομμάτι του σκοπού για τον οποίον ενσαρκώνονται στον υλικό κόσμο. Γίνεται ας πούμε ένα είδος καταμερισμού της εργασίας, που πρέπει να κάνει καθεμία ατομικότητα για να επιτευχθεί ένα ανώτερο έργο. Γι’ αυτό το λόγο, δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε ένα κτηνοτρόφο που δεν ασχολήθηκε ποτέ με τη γεωργία, και δεν δημιούργησε οικογένεια. Αυτή η κατηγορία στερείται βάσης, γιατί ο μάρτυρας κατηγορίας μίλησε με δεδομένα που καταλαβαίνει μέσα σε στενά όρια.
“Πρόνοια” δεν μπορεί να θεωρηθεί με κανέναν τρόπο αυτό που είπε ο μάρτυρας. Όλοι γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένος να συνυπάρχει με άλλους. Η φύση, που δομεί τις μορφές ενσωματώνοντας μέσα τους τάσεις, οι οποίες έχουν σαν σημείο αναφοράς τις δυνατότητες της κάθε ατομικής ανθρώπινης προσωπικότητας ξεχωριστά, δεν το κάνει αυθαίρετα, αλλά στηρίζεται σε δεδομένα που αντλεί από ‘μας τους ίδιους και σε καμία περίπτωση δεν είναι τυχαία. Γνωρίζουμε, μέσω της μνήμης του παρελθόντος και των εμπειριών, ότι χρειαζόμαστε τη βοήθεια των άλλων, και αυτό είναι δική μας επιλογή, γιατί η φύση δεν έφτιαξε έναν κόσμο στον οποίον το ανθρώπινο είδος δεν θα είχε καμία συμμετοχή. Αυτό θα ήταν ανιαρό και χωρίς ουσία για τις εκδηλωμένες οντότητες. Εξάλλου, αυτή τη δυσαρμονία που υπάρχει, δεν μπορεί να την προκάλεσε το ανώτατο ον που αποκαλούμε “Θεό”, γιατί τότε δεν θα το ονομάζαμε “Θεό”.
Όσο για την βοήθεια που προσέφερε ο κατηγορούμενος, μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι παρόμοιες ενέργειες βοηθούν στην εξέλιξη κι εξισορροπούν την αρνητικότητα που δημιουργούν αυτοί που ο μάρτυρας κατηγορίας αποκάλεσε “εργατικούς κι ευσεβείς”. Με βεβαιότητα επίσης μπορώ να πω ότι αν ο κατηγορούμενος είχε περιουσία, θα τη διέθετε στην υπηρεσία των αδυνάτων. Αυτό εξάλλου το βεβαιώνει κι ο τρόπος που θυσίασε τη πολύτιμη ζωή του, βοηθώντας αυτούς που πράγματι χρειάζονταν βοήθεια, χωρίς να αποβλέπει σε κανενός είδους όφελος. Η ευθύνη και η αγάπη προς τον συνάνθρωπο, έννοιες που κατανόησε ο κατηγορούμενος μέσω της μακρόχρονης μαθητείας του, ήταν που τον έπεισαν ότι έπρεπε να προβεί σε ενέργειες με σκοπό να αφυπνίσουν στους ανάλογα δεκτικούς συνανθρώπους του αισθήματα που είχαν ξεχάσει. Η πράξη της βοήθειας προς τον συνάνθρωπο είναι αναγκαία για την εξισορρόπηση του ψυχικού κόσμου και τη βαθύτερη κατανόηση των κοσμικών νόμων.
Η τιμωρία είναι δική μας επινόηση για να πιέσουμε κατά κάποιο τρόπο τα παιδιά μας να μάθουν πράγματα που θα τους βοηθήσουν να έχουν ένα καλύτερο μέλλον – έτσι όπως εμείς σε στενά πλαίσια το εννοούμε – ή για όσους από ‘μας δεν αποδέχονται τους νόμους που επικρατούν στις εκάστοτε κοινωνίες, με σκοπό να διατηρείται η τάξη και η αρμονία στη συμβίωσή μας με τα άλλα μέλη της ομάδας όπου ζούμε. Αυτό που θεωρεί λάθος ο κατηγορούμενος, είναι η αντίληψη ότι η τιμωρία προέρχεται από τον Δημιουργό. Δεν είναι με κανέναν τρόπο αληθινό ότι ο Θεός θα μας τιμωρήσει γι' αυτό που κάναμε ή δεν κάναμε. Αυτός ο τρόπος σκέψης είναι κάτι περισσότερο από άγνοια, είναι ημιμάθεια. Είναι έκδηλο παντού ότι η πρόθεση της φύσης για τη Δημιουργία της είναι άπειρα αγαθή. Αυτό εξάλλου φαίνεται από τον ελεύθερο τρόπο με τον οποίος μπορούμε να εκφραζόμαστε. Αν ο Δημιουργός ήθελες τα δημιουργήματά του να είναι αλάνθαστα, τότε θα μας είχε φτιάξει τέλειους σαν κι εκείνον. Δεν μπορώ με κανέναν τρόπο να δεχτώ ότι του ξέφυγε ο έλεγχος από τα χέρια ή ότι ικανοποιείται όταν μας τιμωρεί, γιατί τότε δεν μιλάμε για Θεό. Το χρέος είναι δική μας επινόηση και είναι σωστό στο μέτρο που μπορεί να το κατανοήσει ο καθένας μας, και οι ανάλογοι προσαρμοζόμενοι νόμοι εξυπηρετούν τον εκάστοτε τρόπο σκέψης του ανθρωπίνου γένους, επηρεάζοντας άμεσα το νόημά του.
Το καλό και το κακό είναι έννοιες καταγραμμένες μέσα μας από καταβολής κόσμου, όμως το τι είναι καλό και κακό, αποτελεί καθαρά δική μας επιλογή. Υπήρξαν φορές που για την ίδια πράξη ένας άνθρωπος τιμήθηκε και ένας άλλος φυλακίστηκε. Το ζητούμενο στο ανθρώπινο γένος είναι να κατανοήσει τι είναι καλό για την ανθρωπότητα γενικά και όχι τι συμφέρει ένα μόνο άτομο σε μια δεδομένη στιγμή. Παραδέχομαι ότι οι συνθήκες είναι αυτές που προσδιορίζουν την έννοια του καλού και του κακού, αλλά γνωρίζω επίσης ότι τις συνθήκες τις δημιουργεί ο δικός μας τρόπο σκέψης. Αν λοιπόν θεωρούμε καλό τη βοήθεια των άλλων προς εμάς σε μια στιγμή της ζωής μας που πράγματι τη χρειαζόμαστε, δεν βλέπω γιατί αυτήν την έννοια να μην τη χρησιμοποιήσει ο νους μας και σε στιγμές δικής μας ευημερίας για τους άλλους που βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης;
Όσο για την αλήθεια, δεν είναι κάτι που μπορούμε να γνωρίσουμε χωρίς εμπειρίες. Αυτό που αποδεχόμαστε σαν αλήθεια, βγαίνει από τα γεγονότα που διαδραματίζονται γύρω μας και από τη σωστή παρατήρηση. Επομένως, η αλήθεια που καταλαβαίνουμε σήμερα, δεν μπορεί υποχρεωτικά να είναι η αλήθεια του αύριο, εφόσον στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στη δική μας παρατήρηση. Και φυσικά, αυτό που θα προκύψει σαν αλήθεια, θα είναι ανάλογο των γνώσεών μας. Άρα, η αλήθεια αυτή δεν μπορεί να είναι σταθερή, αφού εμείς δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την έννοια της σταθερότητας. Εκείνο που πρέπει πάντως να παραδεχτούμε είναι ότι η αλήθεια του χθες, αποτελεί τον γονέας της σημερινής αλήθειας. Άρα, η αλήθεια βρίσκεται στη μνήμη μας και είναι ανάλογη της κατανόησης μας.
Ο τρόπος που σκεφτόμαστε είναι αυτός που καθορίζει και τον τρόπο που δρούμε, γιατί μέσα από τις διεργασίες της σκέψης γεννιούνται όλα όσα συμβαίνουν. Είπε ο μάρτυρας κατηγορίας ότι οι σκέψεις μας επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από το περιβάλλον, αυτό είναι αληθινό, μόνο που δεν θυμήθηκε να πει ότι “περιβάλλον” για τους άλλους είμαστε πάλι εμείς. Ο κατηγορούμενος πολύ σωστά έχει κατανοήσει ότι η σκέψη είναι ο μετατροπέας που αντλεί στοιχεία από τον κοσμικό ωκεανό και τα συνθέτει, δημιουργώντας κόσμους. Ποιος από μας δεν θαύμασε ή δεν αηδίασε έργα που έφτιαξε το ανθρώπινο χέρι; όλοι γνωρίζουμε ότι το χέρι απλά δούλεψε για να εκφράσει μια σύνθεση που ήδη είχε δημιουργήσει η σκέψη.
Αυτός που σκέπτεται, προκαλεί ανάλογα τη κοσμική σκέψη και μεταφέρει από τον κόσμος των ιδεών ενέργεια, που τη μεταφράζει ανάλογα με το επίπεδο εξέλιξής του, μορφοποιώντας τη σύμφωνα με την κατανόηση της αντικειμενικής του συνειδητότητας. Το περιβάλλον μας δίνει ευκαιρίες να σκεφτούμε και να επηρεαστούμε, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε δυνατότητα επιλογών και συγκρίσεων.
Αν δεχτούμε ότι αυτό που δημιουργεί την αρνητικότητα, είναι ο διάβολος και όχι η δική μας σκέψη, τότε εθελοτυφλούμε. Δεν μπορώ να παραβλέψω ότι ο διάβολος είναι μια δικής μας έξυπνη ανακάλυψη ενάντια στους αδύναμους συνανθρώπους μας. Εμείς φτιάξαμε την κατάλληλη σκεπτομορφή για να καταπιέσουμε τους συνανθρώπους μας ή για να δικαιολογήσουμε αυτά που δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Όμως, όπως και να το δούμε, η πραγματικότητα είναι ότι αυτό δείχνει την επινοητικότητα της ανθρώπινης φαντασίας και τη δυνατότητα που υπάρχει στο καθένα μας να καταλαβαίνει αυτά που παρατηρεί με έναν δικό του ιδιαίτερο τρόπο. Μόνο με την έρευνα και την παρατήρηση μπορούμε να οδηγηθούμε σε μια ανώτερη κατανόηση που φαίνεται ν είναι και ο σκοπός της ύπαρξής μας, αφού η τάση για ασταμάτητη έρευνα είναι έντονα έκδηλη στο είδος μας. Αντί λοιπόν να υποφέρουμε και να καταφερόμαστε εναντίον κάποιας άγνωστης οντότητας, που τη δημιουργήσαμε στο μυαλό μας για να αποδεικνύουμε κάθε φορά που κάνουμε λάθος ότι δεν φταίμε εμείς αλλά ο διάβολος, είναι προτιμότερο να διδαχτούμε από τα λάθη μας. Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο, θα πρέπει να αναλάβουμε και τις ευθύνες όσων μας συμβαίνουν.
Όλοι αισθανόμαστε ότι εκτός από το υλικό μας σώμα, νιώθουμε και κάτι άλλο πιο εσωτερικό και άυλο, που δεν χάνει ευκαιρία ν μας θυμίζει συνεχώς ότι υπάρχει και δεν είναι ξένο προς εμάς. Τίποτα δεν μπορεί να πείσει ένα νεκρό σώμα ότι υπάρχει, αν δεν εμπεριέχει μέσα του την άυλη εκείνη ουσία, που κατανοεί αυτό που δεν μπορούν να κατανοήσουν οι αντικειμενικές αισθήσεις από μόνες τους. Για παράδειγμα αυτό που αποκαλούμε “αξιοπρέπεια”, είναι μια έννοια που έχει τις πηγές της στα άυλα μάλλον στοιχεία του εαυτού μας παρά στα υλικά.
Φαίνεται ότι η άυλο οντότητα χρησιμοποιεί την ύλη με τον τρόπο που καταλαβαίνει κάθε φορά για να τονίσει αυτά τα άυλα στοιχεία, τα οποία πηγάζουν από έναν αόρατο ωκεανό αισθημάτων και τα οποία σίγουρα δεν προέρχονται από το υλικό μας σώμα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε το υλικό μας σώμα. Εφόσον λοιπόν το υλικό σώμα – όπως εύκολα μπορούμε όλοι να καταλάβουμε μέσω της παρατήρησης – είναι φθαρτό και αλλάζει συνεχώς, φαίνεται ότι η πραγματική μας υπόσταση είναι η άυλη, άρα και η πραγματική μας συγγένεια βρίσκεται στο άυλο πεδίο. Όσο για τη μητέρα που ανέφερε ο μάρτυρας κατηγορίας, είναι βέβαιο ότι ο χείμαρρος αγάπης που ξεχύνεται προς τα έξω, έχει την πηγή του στον αόρατο για μας ΄κοσμικό ωκεανό. Τίποτε δεν εμποδίζει τη συνειδητότητα να κατανοήσει την πιο βαθιά έννοια αυτής της πηγής και να εκφράσει επιλεκτικά ή μη την ίδια αγάπη σε άτομα με τα οποία δεν έχει φυσική συγγένεια. Όπως μπορούμε να καταλαβαίνουμε ποιοι είναι οι φυσικοί μας συγγενείς, αντίστοιχα και σε ένα ανώτερο πεδίο κατανόησης, αναγνωρίζουμε τους ψυχικούς μας συγγενείς. Ποια φυσιολογική μητέρα δεν θέλει οι άλλοι να αγαπούν το παιδί της με τον ίδιο τρόπο που το αγαπάει και η ίδια; Αν αυτό το τηρούσαν όλες οι μητέρες, τότε δεν θα υπήρχαν δικά μας και ξένα παιδιά.
Σε ό,τι έχει σχέση με την προσευχή, θα πρέπει να αναφερθώ στον τρόπο με τον οποίο καταλαβαίνει η εκδηλωμένη συνειδητότητα. Είναι γνωστό ότι ο καθένας μας έχει ένα μοναδικά ιδιαίτερο τρόπο να καταλαβαίνει το σωστό και το ωφέλιμο, επομένως, πρέπει να προσεύχεται όπως ο ίδιος ξέρει. Ο διαλογισμός δεν είναι τρόπος προσευχής, είναι μια κατάσταση, ένας ιερός χώρος αντίστοιχος του αντικειμενικού, στον οποίον μπορούμε να πάμε και να κατανοούμε, με τις σκέψεις μας να είναι υπεύθυνες για το πως θα είναι αυτός ο χώρος. Βέβαιο είναι ότι όποιος φτάνει στην κατάσταση του διαλογισμού, αντλεί δημιουργική ενέργεια από τον κοσμικό ωκεανό, και είναι αυτό που κερδίζει εκείνος που προσπαθώντας άοκνα, κατάφερε να πετύχει μια τέτοια ανώτερη επαφή, αφήνοντας την συνειδητότητά του δεκτική σε αυτήν την ενέργεια, που είναι χρήσιμοι για τις δημιουργικές διεργασίες της σκέψης και κατ’ επέκταση, για την εξέλιξή μας.
Η ολιγάρκεια δεν είναι οκνηρία ούτε ανευθυνότητα. Αντίθετα, η πλεονεξία σπέρνει πόνο και δημιουργεί δεινά στους ανθρώπους. Η ίδια η φύση μας διδάσκει ότι η σπατάλη είναι φθοροποιός δύναμη, φαντάζεστε λοιπόν τι θα συνέβαινε αν τα σαρκοφάγα ζώα κατασπάραζαν περισσότερα ζώα από αυτά που όντως χρειάζονται για τη τροφή τους; Και τελειώνω, με το τι εννοούσε ο κατηγορούμενος, λέγοντας ότι “είμαστε Θεοί”.
Κάθε στιγμή που ζούμε στον υλικό κόσμο είναι και μια ευκαιρία για να παρατηρήσουμε ότι συνεχώς εξελισσόμαστε κι επιτυγχάνουμε πράγματα που για τους μακρινούς μας προγόνους θα ήταν ικανά να μας καταστήσουν Θεούς. Το ίδιο θα κάναμε κι εμείς για τους απογόνους μας, αν μπορούσαμε να τους παρατηρήσουμε. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούμε να δούμε το μέλλον. “Θεός” για τη πεπερασμένη συνειδητότητά μας θα είναι πάντα το άπειρο άγνωστο και ό,τι από αυτό το άγνωστο ο καθένας μας κατανοεί σαν Θεό.
Εσείς λοιπόν βγάλτε την ετυμηγορία…
Μάρτυρας Κατηγορίας:
Σαν πολίτης του κόσμου που αισθάνομαι τον εαυτό μου, είμαι υποχρεωμένος να πω την αλήθεια για όσα αδικήματα διέπραξε ο κατηγορούμενος σε βάρος των συνανθρώπων του και τα οποία υπέπεσαν στην αντίληψή μου.
Δεν ακολούθησε τους κανόνες της μικρής κοινωνίας όπου γεννήθηκε και ανατράφηκε με αποτέλεσμα να παραβιάσει φυσικούς και ηθικούς νόμους που στηρίζουν την ισορροπία στις κοινωνίες του υλικού κόσμου όπου ζει. Για να γίνω σαφής, πρέπει να αναφέρω ότι δεν σεβάστηκε την έμφυτη τάση του ίδιου του εαυτού να διαιωνίσει το είδος του, αποφεύγοντας τις ευθύνες του, που είναι ευθύνες κάθε ανθρώπου που σέβεται τον τον Δημιουργό του.
Δεν σεβάστηκε και θεώρησε τον εαυτό του ανώτερο ακόμη κι από την ίδια την φύση, προβαίνοντας σε άνευ προηγουμένου πράξεις αλαζονείας και εγωισμού. Θεώρησε “ικανότητα” το να παίρνει υλική βοήθεια από συνανθρώπους του εργατικού και ευσεβείς και να την προσφέρει σε άλλους που κατά τη δική του κρίση είχαν ανάγκη βοήθειας, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο την εντύπωση ότι η φύση έκανε λάθος. Θα ήθελα να ξέρω αν θα έκανε το ίδιο πράγμα και με τη δική του περιουσία, αν είχε. Εφόσον όμως ο κατηγορούμενος δεν είχε κανενός είδους ιδιοκτησία, τίποτε δεν τον εμπόδιζε να διαμοιράζει την περιουσία των άλλων.
Με αυτήν την έννοια, μπορούσε να πάρει αυτό που εκείνος ονόμαζε “βοήθεια προς τον συνάνθρωπο” από άτομα που τα χαρακτήριζε η αφέλεια, η εργατικότητα. Είναι γνωστό ότι ο φόβος της αντικειμενικής συνειδητότητας για την κόλαση, είναι ο καλύτερος τρόπος για να πάρει κάποιος αυτού του είδους την βοήθεια από ανθρώπους που διακατέχονται από τέτοιες φοβίες.
Διακήρυξε στους συνανθρώπους του πως δεν υπάρχει καμιά τιμωρία για ό,τι έχουν κάνει, φτάνει μόνο να κατανοήσουν το κακό που έκαναν να μην επαναλάβουν πράξεις που είναι αρνητικές και να προσπαθήσουν να ξεπληρώσουν το χρέος που δημιούργησαν με καλές πράξεις. Όταν κάποτε τον ρώτησα τι συμβαίνει μ’ έναν άνθρωπο που κατάλαβε ότι είναι κακός στα βαθιά του γεράματα, η απάντησή του ήταν ότι κανένα χρέος δεν μένει απλήρωτο και πως η εξόφληση ενός χρέους δεν είναι τιμωρία, αλλά δικαιοσύνη!
Διακήρυξε στους συνανθρώπους του πως δεν υπάρχει καμιά τιμωρία για ό,τι έχουν κάνει, φτάνει μόνο να κατανοήσουν το κακό που έκαναν να μην επαναλάβουν πράξεις που είναι αρνητικές και να προσπαθήσουν να ξεπληρώσουν το χρέος που δημιούργησαν με καλές πράξεις. Όταν κάποτε τον ρώτησα τι συμβαίνει μ’ έναν άνθρωπο που κατάλαβε ότι είναι κακός στα βαθιά του γεράματα, η απάντησή του ήταν ότι κανένα χρέος δεν μένει απλήρωτο και πως η εξόφληση ενός χρέους δεν είναι τιμωρία, αλλά δικαιοσύνη!
Μπορεί να μας πει ο κατηγορούμενος, αν πριν προβεί σε αυτές τις δηλώσεις, είχε κάποιο στοιχείο που να επιβεβαίωνε ότι οι δικές του οφειλές αποπληρώθηκαν; Επίσης θα πρέπει να μας πει ποιος του έδωσε αυτήν την αντικοινωνική πληροφορία. Ή μήπως δεν γνώριζε ότι η ανθρώπινη συνειδητότητα με τον τρόπο που θέλει να καταλαβαίνει τα πράγματα, εκμεταλλεύεται το παρόν και αδιαφορεί για το μέλλον, ότι μάλιστα πρόκειται για πράξεις που τις θεωρεί ζωτικής σημασίας σε ό,τι καταλαβαίνει στο παρόν; Μ’ αυτό θέλω να πω πως κάλυπτε τις δικές του εσωτερικές ανάγκες, αδιαφορώντας για το μπορεί να συμβεί στο άγνωστο για μας μέλλον.
Αυτό που κατάφερε ο κατηγορούμενος με τέτοιες αντικοινωνικές απόψεις, ήταν να δημιουργήσει θύματα αυτής της ουτοπικής θεωρίας και κυρίως, ανάμεσα σε άτομα που από αδυναμία και άγνοια δέχτηκαν αυτές τις αβάσιμες πληροφορίες.
Υποστήριξε ότι το καλό είναι σχετικό, ανατρέποντας όσα οι διδάσκαλοι μας δίδαξαν μέχρι τώρα. Και ρωτάω τον κατηγορούμενο, αν το καλό είναι σχετικό, τότε πως αυτός δρούσε πιστεύοντας ότι κάνει το καλό; Θα γνωρίζει ασφαλώς ο κατηγορούμενος ότι τα ευχάριστα συναισθήματα εμπεριέχονται στον κατάλογο του καλού. Τότες, ας μας πει πότε η κλοπή θεωρείται καλή και πότε κακή πράξη, αφού πρώτα μας προσδιορίσει τι είναι “κλοπή”.
Και τον ρωτώ: πως μπορούμε να χαρακτηρίσουμε μια πράξη θετική ή αρνητική, αν εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε συγκεκριμενοποιημένη επίγνωση του καλού και του κακού; Έχουμε κάνει μια καλή ή μια κακή πράξη αν πείσουμε ένα ηλίθιο άτομο να μας δώσει αυτό που κρατά στο χέρι του; Η γενική αντίληψη μας βεβαιώνει ότι αυτό είναι κλοπή. Το ερώτημα είναι αν αυτή η αντίληψη αλλάζει στην περίπτωση που αυτό που παίρνουμε από τον ηλίθιο το προσφέρουμε σε κάποιον που έχει ανάγκη, κατά τη δική μας προσωπική άποψη. Και για τη συγκεκριμένη περίπτωση γεννιέται το ερώτημα: τι εννοεί ο κατηγορούμενος “ηλιθιότητα” και τι “ανάγκη”;
Απέφυγε να ακολουθήσει πολλές από τις συνήθειες του τόπου όπου μεγάλωσε και παράλληλα προσπάθησε να μεταδώσει στους άλλους αυτό που εκείνος διάλεξε για τον εαυτό του σαν σωστό, χωρίς να σεβαστεί τη γνώμη των προγόνων του. Γνωρίσαμε την αλήθεια ενσωματωμένη στις διδασκαλίες της κοινωνίας μας και ήταν αυτό που οι πρόγονοί μας ήξεραν σαν αλήθεια. Ο κατηγορούμενος υπήρξε βλάσφημος λέγοντας ότι τίποτε δεν είναι πάνω από την αλήθεια και ότι τίποτα δεν μπορεί να μας διδάξει την αλήθεια εκτός από τον ίδιο μας τον εαυτό. Είπε ότι η αλήθεια είναι γραμμένη μέσα μας κι όχι σε χειρόγραφα, προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να ανατρέψει τη σοφία των αγίων μας προγόνων, που με τόση επιμέλεια κι αγάπη έγραψαν βιβλία χρήσιμα για την πνευματική μας εξέλιξη. Εάν όντως ίσχυε αυτό, τότε δεν θα αναφερόμασταν στις γραπτές διδασκαλίες τους και δεν θα χρειαζόταν κανενός είδους μαθητεία για μα διδαχτούμε αυτά που γνωρίζουμε. Ό,τι ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, ανήκει στη σφαίρα των υποθέσεων και δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.
Είπε, επίσης ότι η σκέψη μπορεί να γίνει επικίνδυνη, αν δεν την ελέγχουμε και ότι οι πράξεις είναι γεννήματα της σκέψης. Μπορεί να μας πει “ποιο είναι το μέτρο που ορίζει το σωστό και το λάθος σ’ ότι αφορά τις σκέψεις, αφού οι σκέψεις είναι καθαρά προσωπική υπόθεση του του καθενός”, απ’ ότι λέει ο ίδιος.
Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να σκεφτεί κάποιος πολύ για να κατανοήσει ότι οι σκέψεις μας είναι αποτέλεσμα αντίληψης του τρόπου με τον οποίο διδαχτήκαμε να βλέπουμε και να καταλαβαίνουμε το περιβάλλον. Εφόσον λοιπόν η σκέψη μας επηρεάζεται από το περιβάλλον, είναι παράλογο να λέμε ότι οι σκέψεις μπορούν να ελέγχονται από μας, τη στιγμή μάλιστα που η αντικειμενική συνειδητότητα χρησιμοποιεί αυθόρμητα τη σκέψη για να αντεπεξέλθει σε δύσκολες στιγμές. Κι ανάλογα πάντα με τις ανάγκες της στιγμής, ο αυθορμητισμός πηγάζει από ωκεανό συναισθημάτων δημιουργημένο πάλι από την αντίληψη, τη σκέψη και το περιβάλλον. Μ’ αυτήν την έννοια, δεν μπορούμε να ελέγχουμε τις σκέψεις μας, με τρόπο τέτοιο που να οδηγηθούμε σε πράξεις ανάλογες της απόλυτα δικής μας προσωπικής αντίληψης.
Διακήρυξε κι όλα ότι ο κόσμος που ζούμε, είναι κόσμος ψευδαισθήσεων και ότι δεν έχει καμία πραγματική υπόσταση. Ελλιπείς επίσης αποκάλεσε τις πέντε αντικειμενικές αισθήσεις, προσπαθώντας έτσι να μας πείσει ότι ο κόσμος που βλέπουμε κι αγγίζουμε δεν είναι αληθινός, με σκοπό να μας οδηγήσει στο χάος. Έχετε σκεφτεί, αν όλοι εμείς αποδεχόμασταν σαν αληθινές αυτές τις θεωρίες, τι θα μπορούσε να είχε συμβεί; Θα σπάζαμε τα κεφάλια μας στους τοίχους προσπαθώντας να τους διαπεράσουμε. Κι όμως, όλοι γνωρίζουμε ότι αντλούμε την ευτυχία που απολαμβάνουμε στον κόσμο της ύλης από τις αντικειμενικές αισθήσεις. Εξ άλλου είναι γνωστό ότι τα εξωτερικά ερεθίσματα είναι βασικός παράγοντας για τις διεργασίες της υποκειμενικής συνειδητότητγας. Τον προκαλώ, ωστόσο, να μας παραθέσει αυτός έναν κόσμο που να είναι αληθινότερος του αντικειμενικού που γνωρίζουμε.
Ανέφερε επιπλέον ότι αυτό που αποδεικνύεται σήμερα σαν αλήθεια, υπάρχει περίπτωση σε ένα ανώτερο επίπεδο κατανόησης να ανατρέπεται και να μην αντιπροσωπεύει την αλήθεια, προσπαθώντας να μας πείσει πως τίποτα δεν είναι σταθερό. Αν ο κατηγορούμενος πιστεύει αυτά που λέει, τότε δεν πρέπει να αγωνίζεται περί της λεγόμενης καλής συμπεριφοράς προς του άλλους, αφού αυτό που κατά τη γνώμη του είναι αλήθεια σήμερα, μπορεί αύριο να μην ισχύει.
Είπε κιόλας πως το σώμα που αντιλαμβανόμαστε με τις αντικειμενικές αισθήσεις δεν είναι ο άνθρωπος, ότι ο άνθρωπος δεν είναι υλικό ον και ότι αυτός που εκείνος αποκάλεσε “άνθρωπο”, δεν πεθαίνει ποτέ.
Προσπάθησε να καταλύσει κάθε θεσμός οικογένειας, λέγοντας ότι οι πραγματικοί συγγενείς του ανθρώπου δεν είναι οι υλικοί, αλλά οι ψυχικοί συγγενείς. Φαντάζεσθε αν όλες οι μητέρες εγκατέλειπαν τα παιδιά τους αποδεχόμενες τέτοιες απόψεις, τι θα συνέβαινε τότε;
Κατηγορείται, επίσης, γιατί είπε ότι προϋπήρχαμε της γέννησης, την οποία και προκαλούμε. Είπε πως μια τέτοια απόφαση παίρνεται χωρίς καμιά εξωτερική πίεση και ότι τα δεινά που αντιμετωπίζουμε στη ζωή, είναι δικές μας επιλογές. Θα πρέπει να είναι κανείς ηλίθιος για να πιστέψει μια τέτοια παραπλανητική άποψη. Έχει μήπως φανταστεί τι θα συνέβαινε εάν ίσχυε αυτό; Οι φτωχοί θα έμεναν άτεκνοι, αν τα ίδια τα παιδιά αποφάσιζαν από ποιους γονείς θα έπρεπε να γεννηθούν!
Εκτός αυτών, είπε ότι δεν υπάρχει ”διάβολος” και ότι μόνο εμείς τον φέρνουμε σε ύπαρξη, προσπαθώντας έτσι να προκαλέσει σύγχυση και να καταλύσει κάθε έννοια πίστης. Διακήρυξε ότι καταλαβαίνει ο καθένας μας, αυτός είναι και ο θεός που πιστεύει και ότι δεν μπορεί η πίστη με κανέναν τρόπο να αντικαταστήσει τη γνώση. Είπε επίσης ότι η αμφιβολία είναι προτιμότερη της πίστης, γιατί – λέει – η αμφιβολία οδηγεί στη γνώση. Φαντάζεστε τι θα συνέβαινε αν όλοι αμφιβάλλαμε για ό,τι σήμερα πιστεύουμε; Σκεφτείτε μόνο ότι ο κόσμος βρίσκεται σε μια κατάσταση ακυβερνησίας και τώρα ακόμη, τη στιγμή μάλιστα που υπάρχει η πίστη.
Τους δίδαξε τρόπους να αφήνουν τη συνειδητότητά τους δεκτική σε αντιλήψεις που οι ίδιοι δεν μπορούσαν να συλλάβουν φυσιολογικά και αυτό το ονόμασε “διαλογισμό”.
Τους είπε ότι η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο από μαθητεία, οδηγώντας τους σε έναν δρόμο σκέψης που τους απομακρύνει από την φυσιολογική ζωή και τους οδηγεί στο δρόμο της οκνηρίας και της ανευθυνότητας.
Και κλείνω τη μαρτυρία μου με το χειρότερο από όσα άκουσα από το στόμα αυτού του αμαρτωλού. Είπε ότι ο καθένας μας μπορεί να γίνει ένας μικρός Θεός!!!
Μάρτυρας Υπεράσπισης:
Γνωρίζω αυτόν που σήμερα ονομάζουμε “κατηγορούμενο”, από τότε που πήρε την πρώτη του πνοή και είμαι σε θέση να σας πω ότι τον ξέρω πολύ καλά, γιατί ήμουν αυτός που κατέγραφε και τις πιο μύχιες σκέψεις του σε βιβλία που κράτησα κρυφά και στα οποία ο μάρτυρας κατηγορίας δεν είχε πρόσβαση. Γι’ αυτά που θα πω παίρνω και την ευθύνη, όσον αφορά τη γνησιότητά τους.
Θα προσπαθήσω με κάθε εφικτό τρόπο να αναλύσω τις απαντήσεις μου σε όσα διατύπωσε ο μάρτυρας κατηγορίας, οι οποίες θα στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα, που σχετίζονται με την υπευθυνότητα, τη πρόθεση και τη δράση του κατηγορουμένου.
Για τις εκδηλωμένες οντότητες που διαθέτουν διάνοια, η διαιώνιση του είδους είναι μόνο ένα κομμάτι του σκοπού για τον οποίον ενσαρκώνονται στον υλικό κόσμο. Γίνεται ας πούμε ένα είδος καταμερισμού της εργασίας, που πρέπει να κάνει καθεμία ατομικότητα για να επιτευχθεί ένα ανώτερο έργο. Γι’ αυτό το λόγο, δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε ένα κτηνοτρόφο που δεν ασχολήθηκε ποτέ με τη γεωργία, και δεν δημιούργησε οικογένεια. Αυτή η κατηγορία στερείται βάσης, γιατί ο μάρτυρας κατηγορίας μίλησε με δεδομένα που καταλαβαίνει μέσα σε στενά όρια.
“Πρόνοια” δεν μπορεί να θεωρηθεί με κανέναν τρόπο αυτό που είπε ο μάρτυρας. Όλοι γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένος να συνυπάρχει με άλλους. Η φύση, που δομεί τις μορφές ενσωματώνοντας μέσα τους τάσεις, οι οποίες έχουν σαν σημείο αναφοράς τις δυνατότητες της κάθε ατομικής ανθρώπινης προσωπικότητας ξεχωριστά, δεν το κάνει αυθαίρετα, αλλά στηρίζεται σε δεδομένα που αντλεί από ‘μας τους ίδιους και σε καμία περίπτωση δεν είναι τυχαία. Γνωρίζουμε, μέσω της μνήμης του παρελθόντος και των εμπειριών, ότι χρειαζόμαστε τη βοήθεια των άλλων, και αυτό είναι δική μας επιλογή, γιατί η φύση δεν έφτιαξε έναν κόσμο στον οποίον το ανθρώπινο είδος δεν θα είχε καμία συμμετοχή. Αυτό θα ήταν ανιαρό και χωρίς ουσία για τις εκδηλωμένες οντότητες. Εξάλλου, αυτή τη δυσαρμονία που υπάρχει, δεν μπορεί να την προκάλεσε το ανώτατο ον που αποκαλούμε “Θεό”, γιατί τότε δεν θα το ονομάζαμε “Θεό”.
Όσο για την βοήθεια που προσέφερε ο κατηγορούμενος, μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι παρόμοιες ενέργειες βοηθούν στην εξέλιξη κι εξισορροπούν την αρνητικότητα που δημιουργούν αυτοί που ο μάρτυρας κατηγορίας αποκάλεσε “εργατικούς κι ευσεβείς”. Με βεβαιότητα επίσης μπορώ να πω ότι αν ο κατηγορούμενος είχε περιουσία, θα τη διέθετε στην υπηρεσία των αδυνάτων. Αυτό εξάλλου το βεβαιώνει κι ο τρόπος που θυσίασε τη πολύτιμη ζωή του, βοηθώντας αυτούς που πράγματι χρειάζονταν βοήθεια, χωρίς να αποβλέπει σε κανενός είδους όφελος. Η ευθύνη και η αγάπη προς τον συνάνθρωπο, έννοιες που κατανόησε ο κατηγορούμενος μέσω της μακρόχρονης μαθητείας του, ήταν που τον έπεισαν ότι έπρεπε να προβεί σε ενέργειες με σκοπό να αφυπνίσουν στους ανάλογα δεκτικούς συνανθρώπους του αισθήματα που είχαν ξεχάσει. Η πράξη της βοήθειας προς τον συνάνθρωπο είναι αναγκαία για την εξισορρόπηση του ψυχικού κόσμου και τη βαθύτερη κατανόηση των κοσμικών νόμων.
Η τιμωρία είναι δική μας επινόηση για να πιέσουμε κατά κάποιο τρόπο τα παιδιά μας να μάθουν πράγματα που θα τους βοηθήσουν να έχουν ένα καλύτερο μέλλον – έτσι όπως εμείς σε στενά πλαίσια το εννοούμε – ή για όσους από ‘μας δεν αποδέχονται τους νόμους που επικρατούν στις εκάστοτε κοινωνίες, με σκοπό να διατηρείται η τάξη και η αρμονία στη συμβίωσή μας με τα άλλα μέλη της ομάδας όπου ζούμε. Αυτό που θεωρεί λάθος ο κατηγορούμενος, είναι η αντίληψη ότι η τιμωρία προέρχεται από τον Δημιουργό. Δεν είναι με κανέναν τρόπο αληθινό ότι ο Θεός θα μας τιμωρήσει γι' αυτό που κάναμε ή δεν κάναμε. Αυτός ο τρόπος σκέψης είναι κάτι περισσότερο από άγνοια, είναι ημιμάθεια. Είναι έκδηλο παντού ότι η πρόθεση της φύσης για τη Δημιουργία της είναι άπειρα αγαθή. Αυτό εξάλλου φαίνεται από τον ελεύθερο τρόπο με τον οποίος μπορούμε να εκφραζόμαστε. Αν ο Δημιουργός ήθελες τα δημιουργήματά του να είναι αλάνθαστα, τότε θα μας είχε φτιάξει τέλειους σαν κι εκείνον. Δεν μπορώ με κανέναν τρόπο να δεχτώ ότι του ξέφυγε ο έλεγχος από τα χέρια ή ότι ικανοποιείται όταν μας τιμωρεί, γιατί τότε δεν μιλάμε για Θεό. Το χρέος είναι δική μας επινόηση και είναι σωστό στο μέτρο που μπορεί να το κατανοήσει ο καθένας μας, και οι ανάλογοι προσαρμοζόμενοι νόμοι εξυπηρετούν τον εκάστοτε τρόπο σκέψης του ανθρωπίνου γένους, επηρεάζοντας άμεσα το νόημά του.
Το καλό και το κακό είναι έννοιες καταγραμμένες μέσα μας από καταβολής κόσμου, όμως το τι είναι καλό και κακό, αποτελεί καθαρά δική μας επιλογή. Υπήρξαν φορές που για την ίδια πράξη ένας άνθρωπος τιμήθηκε και ένας άλλος φυλακίστηκε. Το ζητούμενο στο ανθρώπινο γένος είναι να κατανοήσει τι είναι καλό για την ανθρωπότητα γενικά και όχι τι συμφέρει ένα μόνο άτομο σε μια δεδομένη στιγμή. Παραδέχομαι ότι οι συνθήκες είναι αυτές που προσδιορίζουν την έννοια του καλού και του κακού, αλλά γνωρίζω επίσης ότι τις συνθήκες τις δημιουργεί ο δικός μας τρόπο σκέψης. Αν λοιπόν θεωρούμε καλό τη βοήθεια των άλλων προς εμάς σε μια στιγμή της ζωής μας που πράγματι τη χρειαζόμαστε, δεν βλέπω γιατί αυτήν την έννοια να μην τη χρησιμοποιήσει ο νους μας και σε στιγμές δικής μας ευημερίας για τους άλλους που βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης;
Όσο για την αλήθεια, δεν είναι κάτι που μπορούμε να γνωρίσουμε χωρίς εμπειρίες. Αυτό που αποδεχόμαστε σαν αλήθεια, βγαίνει από τα γεγονότα που διαδραματίζονται γύρω μας και από τη σωστή παρατήρηση. Επομένως, η αλήθεια που καταλαβαίνουμε σήμερα, δεν μπορεί υποχρεωτικά να είναι η αλήθεια του αύριο, εφόσον στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στη δική μας παρατήρηση. Και φυσικά, αυτό που θα προκύψει σαν αλήθεια, θα είναι ανάλογο των γνώσεών μας. Άρα, η αλήθεια αυτή δεν μπορεί να είναι σταθερή, αφού εμείς δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την έννοια της σταθερότητας. Εκείνο που πρέπει πάντως να παραδεχτούμε είναι ότι η αλήθεια του χθες, αποτελεί τον γονέας της σημερινής αλήθειας. Άρα, η αλήθεια βρίσκεται στη μνήμη μας και είναι ανάλογη της κατανόησης μας.
Ο τρόπος που σκεφτόμαστε είναι αυτός που καθορίζει και τον τρόπο που δρούμε, γιατί μέσα από τις διεργασίες της σκέψης γεννιούνται όλα όσα συμβαίνουν. Είπε ο μάρτυρας κατηγορίας ότι οι σκέψεις μας επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από το περιβάλλον, αυτό είναι αληθινό, μόνο που δεν θυμήθηκε να πει ότι “περιβάλλον” για τους άλλους είμαστε πάλι εμείς. Ο κατηγορούμενος πολύ σωστά έχει κατανοήσει ότι η σκέψη είναι ο μετατροπέας που αντλεί στοιχεία από τον κοσμικό ωκεανό και τα συνθέτει, δημιουργώντας κόσμους. Ποιος από μας δεν θαύμασε ή δεν αηδίασε έργα που έφτιαξε το ανθρώπινο χέρι; όλοι γνωρίζουμε ότι το χέρι απλά δούλεψε για να εκφράσει μια σύνθεση που ήδη είχε δημιουργήσει η σκέψη.
Αυτός που σκέπτεται, προκαλεί ανάλογα τη κοσμική σκέψη και μεταφέρει από τον κόσμος των ιδεών ενέργεια, που τη μεταφράζει ανάλογα με το επίπεδο εξέλιξής του, μορφοποιώντας τη σύμφωνα με την κατανόηση της αντικειμενικής του συνειδητότητας. Το περιβάλλον μας δίνει ευκαιρίες να σκεφτούμε και να επηρεαστούμε, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε δυνατότητα επιλογών και συγκρίσεων.
Αν δεχτούμε ότι αυτό που δημιουργεί την αρνητικότητα, είναι ο διάβολος και όχι η δική μας σκέψη, τότε εθελοτυφλούμε. Δεν μπορώ να παραβλέψω ότι ο διάβολος είναι μια δικής μας έξυπνη ανακάλυψη ενάντια στους αδύναμους συνανθρώπους μας. Εμείς φτιάξαμε την κατάλληλη σκεπτομορφή για να καταπιέσουμε τους συνανθρώπους μας ή για να δικαιολογήσουμε αυτά που δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Όμως, όπως και να το δούμε, η πραγματικότητα είναι ότι αυτό δείχνει την επινοητικότητα της ανθρώπινης φαντασίας και τη δυνατότητα που υπάρχει στο καθένα μας να καταλαβαίνει αυτά που παρατηρεί με έναν δικό του ιδιαίτερο τρόπο. Μόνο με την έρευνα και την παρατήρηση μπορούμε να οδηγηθούμε σε μια ανώτερη κατανόηση που φαίνεται ν είναι και ο σκοπός της ύπαρξής μας, αφού η τάση για ασταμάτητη έρευνα είναι έντονα έκδηλη στο είδος μας. Αντί λοιπόν να υποφέρουμε και να καταφερόμαστε εναντίον κάποιας άγνωστης οντότητας, που τη δημιουργήσαμε στο μυαλό μας για να αποδεικνύουμε κάθε φορά που κάνουμε λάθος ότι δεν φταίμε εμείς αλλά ο διάβολος, είναι προτιμότερο να διδαχτούμε από τα λάθη μας. Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο, θα πρέπει να αναλάβουμε και τις ευθύνες όσων μας συμβαίνουν.
Όλοι αισθανόμαστε ότι εκτός από το υλικό μας σώμα, νιώθουμε και κάτι άλλο πιο εσωτερικό και άυλο, που δεν χάνει ευκαιρία ν μας θυμίζει συνεχώς ότι υπάρχει και δεν είναι ξένο προς εμάς. Τίποτα δεν μπορεί να πείσει ένα νεκρό σώμα ότι υπάρχει, αν δεν εμπεριέχει μέσα του την άυλη εκείνη ουσία, που κατανοεί αυτό που δεν μπορούν να κατανοήσουν οι αντικειμενικές αισθήσεις από μόνες τους. Για παράδειγμα αυτό που αποκαλούμε “αξιοπρέπεια”, είναι μια έννοια που έχει τις πηγές της στα άυλα μάλλον στοιχεία του εαυτού μας παρά στα υλικά.
Φαίνεται ότι η άυλο οντότητα χρησιμοποιεί την ύλη με τον τρόπο που καταλαβαίνει κάθε φορά για να τονίσει αυτά τα άυλα στοιχεία, τα οποία πηγάζουν από έναν αόρατο ωκεανό αισθημάτων και τα οποία σίγουρα δεν προέρχονται από το υλικό μας σώμα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε το υλικό μας σώμα. Εφόσον λοιπόν το υλικό σώμα – όπως εύκολα μπορούμε όλοι να καταλάβουμε μέσω της παρατήρησης – είναι φθαρτό και αλλάζει συνεχώς, φαίνεται ότι η πραγματική μας υπόσταση είναι η άυλη, άρα και η πραγματική μας συγγένεια βρίσκεται στο άυλο πεδίο. Όσο για τη μητέρα που ανέφερε ο μάρτυρας κατηγορίας, είναι βέβαιο ότι ο χείμαρρος αγάπης που ξεχύνεται προς τα έξω, έχει την πηγή του στον αόρατο για μας ΄κοσμικό ωκεανό. Τίποτε δεν εμποδίζει τη συνειδητότητα να κατανοήσει την πιο βαθιά έννοια αυτής της πηγής και να εκφράσει επιλεκτικά ή μη την ίδια αγάπη σε άτομα με τα οποία δεν έχει φυσική συγγένεια. Όπως μπορούμε να καταλαβαίνουμε ποιοι είναι οι φυσικοί μας συγγενείς, αντίστοιχα και σε ένα ανώτερο πεδίο κατανόησης, αναγνωρίζουμε τους ψυχικούς μας συγγενείς. Ποια φυσιολογική μητέρα δεν θέλει οι άλλοι να αγαπούν το παιδί της με τον ίδιο τρόπο που το αγαπάει και η ίδια; Αν αυτό το τηρούσαν όλες οι μητέρες, τότε δεν θα υπήρχαν δικά μας και ξένα παιδιά.
Σε ό,τι έχει σχέση με την προσευχή, θα πρέπει να αναφερθώ στον τρόπο με τον οποίο καταλαβαίνει η εκδηλωμένη συνειδητότητα. Είναι γνωστό ότι ο καθένας μας έχει ένα μοναδικά ιδιαίτερο τρόπο να καταλαβαίνει το σωστό και το ωφέλιμο, επομένως, πρέπει να προσεύχεται όπως ο ίδιος ξέρει. Ο διαλογισμός δεν είναι τρόπος προσευχής, είναι μια κατάσταση, ένας ιερός χώρος αντίστοιχος του αντικειμενικού, στον οποίον μπορούμε να πάμε και να κατανοούμε, με τις σκέψεις μας να είναι υπεύθυνες για το πως θα είναι αυτός ο χώρος. Βέβαιο είναι ότι όποιος φτάνει στην κατάσταση του διαλογισμού, αντλεί δημιουργική ενέργεια από τον κοσμικό ωκεανό, και είναι αυτό που κερδίζει εκείνος που προσπαθώντας άοκνα, κατάφερε να πετύχει μια τέτοια ανώτερη επαφή, αφήνοντας την συνειδητότητά του δεκτική σε αυτήν την ενέργεια, που είναι χρήσιμοι για τις δημιουργικές διεργασίες της σκέψης και κατ’ επέκταση, για την εξέλιξή μας.
Η ολιγάρκεια δεν είναι οκνηρία ούτε ανευθυνότητα. Αντίθετα, η πλεονεξία σπέρνει πόνο και δημιουργεί δεινά στους ανθρώπους. Η ίδια η φύση μας διδάσκει ότι η σπατάλη είναι φθοροποιός δύναμη, φαντάζεστε λοιπόν τι θα συνέβαινε αν τα σαρκοφάγα ζώα κατασπάραζαν περισσότερα ζώα από αυτά που όντως χρειάζονται για τη τροφή τους; Και τελειώνω, με το τι εννοούσε ο κατηγορούμενος, λέγοντας ότι “είμαστε Θεοί”.
Κάθε στιγμή που ζούμε στον υλικό κόσμο είναι και μια ευκαιρία για να παρατηρήσουμε ότι συνεχώς εξελισσόμαστε κι επιτυγχάνουμε πράγματα που για τους μακρινούς μας προγόνους θα ήταν ικανά να μας καταστήσουν Θεούς. Το ίδιο θα κάναμε κι εμείς για τους απογόνους μας, αν μπορούσαμε να τους παρατηρήσουμε. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούμε να δούμε το μέλλον. “Θεός” για τη πεπερασμένη συνειδητότητά μας θα είναι πάντα το άπειρο άγνωστο και ό,τι από αυτό το άγνωστο ο καθένας μας κατανοεί σαν Θεό.
Εσείς λοιπόν βγάλτε την ετυμηγορία…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)
