Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Εὐμενίδες (837-869)

ΧΟ. ἐμὲ παθεῖν τάδε, φεῦ, [στρ. β]
ἐμὲ παλαιόφρονα, κατά τε γᾶν οἰκεῖν,
ἀτίετον, φεῦ, μύσος.
840 πνέω τοι μένος ἅπαντά τε κότον.
οἰοῖ δᾶ, φεῦ.
τίς μ᾽ ὑποδύεται πλευράς, ‹τίς› ὀδύνα
θυμόν; ἄιε, μᾶτερ
845 Νύξ· ἀπὸ γὰρ τιμᾶν δαναιᾶν με θεῶν
δυσπάλαμοι παρ᾽ οὐδὲν ἦραν δόλοι.

ΑΘ. ὀργὰς ξυνοίσω σοι· γεραιτέρα γὰρ εἶ.
καὶ τῷ μὲν ‹εἶ› σὺ κάρτ᾽ ἐμοῦ σοφωτέρα,
850 φρονεῖν δὲ κἀμοὶ Ζεὺς ἔδωκεν οὐ κακῶς.
ὑμεῖς δ᾽ ἐς ἀλλόφυλον ἐλθοῦσαι χθόνα
γῆς τῆσδ᾽ ἐρασθήσεσθε· προυννέπω τάδε.
οὑπιρρέων γὰρ τιμιώτερος χρόνος
ἔσται πολίταις τοῖσδε. καὶ σὺ τιμίαν
855 ἕδραν ἔχουσα πρὸς δόμοις Ἐρεχθέως
τεύξῃ παρ᾽ ἀνδρῶν καὶ γυναικείων στόλων
ὅσ᾽ ἂν παρ᾽ ἄλλων οὔποτ᾽ ἂν σχέθοις βροτῶν.
σὺ δ᾽ ἐν τόποισι τοῖς ἐμοῖσι μὴ βάλῃς
μήθ᾽ αἱματηρὰς θηγάνας, σπλάγχνων βλάβας
860 νέων, ἀοίνοις ἐμμανεῖς θυμώμασιν,
μήτ᾽, ἐξελοῦσ᾽ ὡς καρδίαν ἀλεκτόρων,
ἐν τοῖς ἐμοῖς ἀστοῖσιν ἱδρύσῃς Ἄρη
ἐμφύλιόν τε καὶ πρὸς ἀλλήλους θρασύν.
θυραῖος ἔστω πόλεμος, οὐ μόλις παρών,
865 ἐν ᾧ τις ἔσται δεινὸς εὐκλείας ἔρως·
ἐνοικίου δ᾽ ὄρνιθος οὐ λέγω μάχην.
τοιαῦθ᾽ ἑλέσθαι σοι πάρεστιν ἐξ ἐμοῦ,
εὖ δρῶσαν, εὖ πάσχουσαν, εὖ τιμωμένην
χώρας μετασχεῖν τῆσδε θεοφιλεστάτης.

***
ΧΟΡΟΣ
Εγώ να πάθω αυτά, καημός!
κι εγώ η παλαιϊκιά να κατοικώ στη γης
σίχαμα καταφρονεμένο!
840 Λυσσάω απ᾽ την οργή, λυσσάω απ᾽ το κακό,
ω γης κι ουρανέ!
ποιός στα πλευρά περνά,
ποιός σφάχτης στην καρδιά;
άκουσε το θυμό μου, μάνα Νύχτα!
απ᾽ τις αρχαίες μου τις τιμές
μ᾽ άνομες πονηριές
με βγάλανε θεοί — κι είμαι τίποτα πια!

ΑΘΗΝΑ
Δε θα συνεριστώ την τόση οργή, γιατ᾽ είσαι
στα χρόνια μεγαλύτερη· μα όσο κι αν ξέρεις
από με βέβαια πιο πολλά, όμως και μένα
850 μου έδωσε ο Δίας να μπορώ σωστά να κρίνω.
Αν φύγετε σ᾽ αλλόφυλη να πάτε χώρα,
θα θυμηθείτε αυτής της γης, σας το προλέγω·
γιατί τα χρόνια που ᾽ν᾽ να ᾽ρθουν πιο δοξασμένα
θα ᾽ναι για το λαό μου αυτό, κι όταν συ θα ᾽χεις
σεβαστήν έδρα πλάι εδώ στον Ερεχθέα,
τόσα θα ᾽ναι να βρεις κι απ᾽ άντρες και γυναίκες
όσα πουθενά αλλού ποτέ σου απ᾽ άλλους θα ᾽χες.
Μα έτσι και συ μη σπείρεις σε δικούς μου τόπους
ζιζάνια φονικά, που τα σπλάχνα ρημάζουν
860 των νέων και με χωρίς κρασί τους ξεφρενώνουν,
μηδέ φωτιές μες στου λαού μου συδαυλίζεις,
σαν να ᾽ν᾽ κοκόρια, τις καρδιές κι αμάχη στήσεις,
που άγρια να πολεμούν αδέρφια με τ᾽ αδέρφια·
με τους απ᾽ έξω ας είν᾽ ο πόλεμος, που νά τος,
έρχετ᾽ ως που να πεις και τον τρανό της δόξας
έρωτ᾽ ανάβει, κι όχι να μου λες για μάχες
που στις αυλές τα σπιτικά τα ορνίθια στήνουν.
Λοιπόν τέτοια να βρεις, αν θες, μπορεί από μένα:
να ᾽χεις μαζί μου αυτή την άγια χώρα, μ᾽ όσες
θα σου πρέπουν τιμές για όσα καλά της κάμεις.

Μπορεί ένας ναρκισσιστής να νιώσει αγάπη για τον σύντροφό του;

Ένας άνθρωπος που αγαπά ένα ναρκισσιστή βασανίζεται διαρκώς από ένα επίμονο ερώτημα: «Με αγαπά;», «Με εκτιμά;». Νιώθει κομμένος στα δύο, ανάμεσα στην αγάπη και τον πόνο. Ανάμεσα στο «να μείνω» ή «να φύγω». Κάποιοι ορκίζονται ότι έχουν αγαπηθεί, και κάποιο άλλοι είναι πεπεισμένοι ότι δεν τα κατάφεραν. Είναι μία περίπλοκη κατάσταση, καθώς κάποιες φορές αισθάνονται ότι έχουν απέναντί τους ένα άτομο που τους νοιάζεται και του οποίου η παρέα είναι απολαυστική, ενώ κάποιες άλλες αυτό το άτομο δίνει τη θέση του σε έναν σύντροφο που τους κάνει να νιώθουν ασήμαντοι και ανεπαρκής. Οι ναρκισσιστές ισχυρίζονται ότι αγαπούν την οικογένειά τους και τους συντρόφους τους, λένε όμως την αλήθεια;

Πώς αγαπά ένας ναρκισσιστής;
Οι ναρκισσιστές είναι πιθανό να δείξουν πάθος στα πρώτα βήματα μίας σχέσης. Ωστόσο, σύμφωνα με τον αναλυτή Robert Johnson, είναι εκείνο το είδος του πάθους «που κατευθύνεται πάντοτε στις δικές τους προβολές, στις δικές τους  προσδοκίες και φαντασιώσεις. Δεν είναι η αγάπη προς ένα άλλο άτομο, αλλά προς τον εαυτού τους». Σκοπός του ναρκισσιστή είναι μέσα από αυτές τις σχέσεις να ενισχύσει το Εγώ του και την αυτοπεποίθησή του και να πάρει ευχαρίστηση χωρίς καμία δέσμευση. Επιπλέον, αξιολογούν αυτές τις σχέσεις ως μία μορφή συναλλαγής.

Είναι ενεργητικοί, παθιασμένοι ενώ έχουν υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη. Αυτά τα χαρακτηριστικά τους βοηθούν να γοητεύουν τους ανθρώπους γύρω τους και να κερδίζουν την αγάπη και τον θαυμασμό τους. Από την άλλη, η κοινωνικότητά τούς επιτρέπει να αφήσουν μία καλή πρώτη εντύπωση. Μπορούν επίσης να αποπλανήσουν το «θήραμά» τους με τη γενναιοδωρία, τις κολακείες, το σεξ, τον ρομαντισμό και τις υποσχέσεις παντοτινής αγάπης.

Ωστόσο, οι  ναρκισσιστές χάνουν το ενδιαφέρον τους, καθώς η προσδοκία της οικειότητας αυξάνεται ή όταν θεωρήσουν ότι έχουν κερδίσει το παιχνίδι που έστησαν. Οι περισσότεροι αδυνατούν να διατηρήσουν μία σχέση για διάστημα μεγαλύτερο των 6 μηνών. Θέτουν ως προτεραιότητα στην εξουσία έναντι της οικειότητας και δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να νιώσουν αδυναμία. Η προσέγγισή τούς επιτρέπει να λάβουν την επιβεβαίωση που επιζητούν, αλλά τους αφήνει ελεύθερους να φλερτάρουν και να παίξουν με πολλούς εραστές ή ερωμένες ταυτόχρονα.

Επιπλέον, οι ναρκισσιστές μπορούν να αναπτύξουν θετικά συναισθήματα προς τον σύντροφό τους, τα οποία όμως βασίζονται περισσότερο στη φιλία και τα κοινά ενδιαφέροντα. Αν κάποια στιγμή στη ζωή τους παντρευτούν, δεν έχουν καμία διάθεση να διατηρήσουν τη ρομαντική μάσκα που φορούσαν στην αρχή της σχέσης , ενώ αναπτύσσουν αμυντικές συμπεριφορές για να αποφύγουν την εγγύτητα. Γίνονται ψυχροί, επικριτικοί και άγριοι, ειδικά όταν αμφισβητούνται ή όταν δεν γίνεται το δικό τους. Είναι πιθανό να ανταποκριθούν στις ανάγκες και τα θέλω  του συντρόφου  τους μόνο όταν το Εγώ τους είναι ικανοποιημένο. Αφού υποτιμήσουν τον σύντροφό τους, θα αναζητήσουν αλλού την επιβεβαίωση.

Οι προκλήσεις για έναν ναρκισσιστή
Η πραγματική αγάπη δεν είναι ένα ειδύλλιο. Για τον Αριστοτέλη, είναι το «να θες το καλό του άλλου». Ο Nathaniel Branden υποστήριξε  ότι «για να αγαπήσεις  ένα ανθρώπινο ον, θα πρέπει να γνωρίσεις και να αγαπήσεις  το άτομο του». Είναι μια ένωση δύο ατόμων, η οποία προϋποθέτει ότι βλέπουμε τον άλλον ως κάτι ξεχωριστό από τους εαυτούς μας. Περαιτέρω, στο βιβλίο  «Η Τέχνη της Αγάπης», ο Erich Fromm τόνισε ότι η αγάπη συνεπάγεται γνώση, ευθύνη και δέσμευση. Πρέπει να έχουμε κίνητρα να γνωρίζουμε τις επιθυμίες, τις ανάγκες και τα συναισθήματα του άλλου και να παρέχουμε ενθάρρυνση και υποστήριξη. Παίρνουμε ευχαρίστηση από  ευτυχία του άλλου και προσπαθούμε να μην τον  βλάψουμε με κανέναν τρόπο.

Όταν αγαπάμε, ενδιαφερόμαστε πραγματικά για τη ζωή και την εξέλιξη του συντρόφου μας. Προσπαθούμε να κατανοήσουμε τις εμπειρίες του και την άποψη του για τη ζωή, ακόμη κι αν διαφέρει από τη δική μας. Βέβαια, οι ναρκισσιστές δεν έχουν κίνητρο να γνωρίσουν και να κατανοήσουν τους άλλους.

Οι ναρκισσιστές δεν μπορούν να δείξουν συμπόνια . Είναι απρόθυμοι να αναγνωρίσουν ή να ταυτιστούν με τα συναισθήματα και τις ανάγκες των άλλων. Η έρευνα έχει δείξει ότι παρουσιάζουν δομικές  ανωμαλίες στις περιοχές του εγκεφάλου που συνδέονται με ενσυναίσθηση. Συνεπώς, η ικανότητά τους να κατανοούν, να φροντίζουν και να στέκονται δίπλα σε κάποιον που το έχει ανάγκη είναι εξαιρετικά ανεπαρκής.

Ανάμεσα στους ναρκισσιστές και την αγάπη μπαίνουν πολλά εμπόδια. Πρώτον, δεν μπορούν να δουν ούτε τον εαυτό τους ούτε τους γύρω τους καθαρά. Δεύτερον, αντιλαμβάνονται τους άλλους ανθρώπους ως προέκταση του εαυτού τους και όχι ως ξεχωριστά άτομα με διαφορετικές ανάγκες, επιθυμίες και αισθήματα. Τρίτον, υπερεκτιμούν τη δική τους ενσυναίσθηση. Τέταρτον, οι άμυνες τους στρεβλώνουν τις αντιλήψεις και τις αλληλεπιδράσεις τους με τους άλλους.

Θα απομακρυνθούν από τη σχέση όταν τα όρια της εγγύτητας ξεπερνιούνται, σύμφωνα με τα δικά τους δεδομένα, θα προβάλλουν στους άλλους τις ανεπιθύμητες και αρνητικές πτυχές του δικού τους εαυτού και θα χρησιμοποιήσουν την άρνηση  και τη ναρκισσιστική κακοποίηση, συμπεριλαμβανομένης της ενοχοποίησης, της περιφρόνησης, της επίκρισης, της επιθετικότητας. Οι τελειομανείς ναρκισσιστές χωρίς οίκτο θα υποτιμήσουν τους άλλους και θα προσπαθήσουν να τους καταστρέψουν με σκοπό να διατηρήσουν την ψευδαίσθηση της τελειότητάς τους.

Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά μειώνουν  την ικανότητα των ναρκισσιστών να μπουν και να κατανοήσουν την πραγματικότητα ενός άλλου ανθρώπου ή ακόμη και την αγάπη που μπορεί να δείξει αυτό το άτομο προς αυτούς. Στην πραγματικότητα, η ναρκισσιστική συναισθηματική νοημοσύνη τους βοηθά να χειραγωγούν και να εκμεταλλεύονται τους άλλους για να πάρουν αυτό που θέλουν, ενώ η μειωμένη συναισθηματική ενσυναίσθηση τους καθιστά ανίκανους να αντιληφθούν τον πόνο που προκαλούν.

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι…
Οι άνθρωποι που αγαπούν τους ναρκισσιστές είναι μάλλον αδύνατο να πάρουν αγάπη από εκείνους. Οι ναρκισσιστές δεν είναι ανίκανοι να αισθανθούν ή να κατανοήσουν τα συναισθήματα των άλλων. Το πρόβλημα τους τις περισσότερες φορές σχετίζεται με κάποιο παιδικό τραύμα ή κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα που τους εμποδίζει να νιώσουν στοργή για κάποιο άλλο άτομο.

Εξιδανίκευση και Υποτίμηση

Η επιθυμία των μικρών παιδιών, να πιστεύουν ότι τα άτομα που κυβερνούν τον κόσμο είναι από τη φύση τους πιο σοφά και πιο ισχυρά από τους συνηθισμένους ανθρώπους που πέφτουν σε σφάλματα, επιβιώνει στους περισσότερους από εμάς και σε μεγαλύτερη ηλικία.

Όλοι μας εξιδανικεύουμε. Κουβαλούμε υπολείμματα της ανάγκης μας να αποδώσουμε ιδιαίτερη αξία και δύναμη σε άτομα από τα οποία εξαρτιόμαστε συναισθηματικά.   

Η φυσιολογική εξιδανίκευση είναι ένα ουσιαστικό μέρος της ώριμης αγάπης.

Επιπλέον, η τάση μας, που αναπτύσσεται στην πορεία του χρόνου, για απόρριψη ή υποτίμηση των ανθρώπων με τους οποίους είχαμε συναισθηματική σχέση ως παιδιά φαίνεται ότι αποτελεί ένα φυσιολογικό και σημαντικό βήμα της διεργασίας αποχωρισμού-εξατομίκευσης.

Κανένας δεκαοκτάχρονος που εγκαταλείπει με τη θέλησή του το σπίτι του δεν αισθάνεται ότι το μέρος που αφήνει είναι καλύτερο από το μέρος στο οποίο σκοπεύει να πάει.

Σε μερικά άτομα όμως η ανάγκη της εξιδανίκευσης φαίνεται ότι δεν διαφοροποιείται και πολύ από τη μορφή που είχε στη βρεφική τους ηλικία. Μέσω της ψυχολογικής συγχώνευσης με αυτό το υπέροχο Άλλο θα είναι ασφαλείς.

Επιπλέον, ελπίζουν να απαλλαγούν από τη ντροπή. Απόρροια της εξιδανίκευσης και της πεποίθησης για την τελειότητα του άλλου είναι ότι το άτομο δεν ανέχεται τις δικές του ατέλειες.

Η λαχτάρα του βρέφους για την παντοδύναμη τροφό του συνήθως εμφανίζεται και στις θρησκευτικές πεποιθήσεις των ανθρώπων.

Με πιο προβληματικό τρόπο συναντάται στην επιμονή ενός ατόμου ότι ο ερωτικός του σύντροφος είναι τέλειος, ή στην πεποίθησή του ότι ο προσωπικός του γκουρού είναι αλάθητος, ότι το σχολείο του είναι το καλύτερο, ότι το γούστο του είναι ακαταμάχητο, ότι η κυβέρνηση της χώρας του δεν είναι δυνατόν να κάνει σφάλματα, καθώς και σε άλλες συναφείς αυταπάτες.

Σε γενικές γραμμές, όσο πιο εξαρτημένο είναι ή αισθάνεται ότι είναι ένα άτομο, τόσο πιο ισχυρός είναι ο πειρασμός της εξιδανίκευσης των άλλων.

Όσο περισσότερο εξιδανικεύεται ένα άτομο / αντικείμενο, τόσο πιο ραγδαία θα είναι η υποτίμηση η οποία τελικά θα του συμβεί.

Στην καθημερινή ζωή διαπιστώνουμε τέτοιες αναλογίες στο μίσος και στην οργή που στρέφονται ενάντια σε όσους φαίνονται να υπόσχονται πολλά και στη συνέχεια απέτυχαν να εκπληρώσουν τις προσδοκίες των γύρω τους.

Ερωτικός σύντροφος – Η ενσάρκωση ενός ασυνείδητου πόθου

Στις αρχές του 1907 ο Φρόιντ δημοσιεύει μία ανάλυση που έγραψε ο ίδιος πάνω στο μυθιστόρημα του Βίλχελμ Γιένσεν «Γκραντίβα – Μία Πομπηιανή Φαντασία» και, την οποία ονόμασε «Το Παραλήρημα και τα Όνειρα στην Γκραντίβα του Β. Γιένσεν».
 
Το μυθιστόρημα πραγματεύεται την ιστορία ενός νεαρού αρχαιολόγου, ο οποίος ερωτεύεται ένα αρχαίο αγαλματίδιο, το οποίο αναπαριστά μία νεαρή κοπέλα, μάλλον ελληνικής προέλευσης. Η φαντασία του φτάνει σε τέτοιο σημείο, όπου αρχίζει να πιστεύει πως η κοπέλα ήταν αληθινό πρόσωπο, ελληνικής καταγωγής, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, με πατέρα Πατρίκιο, η οποία έζησε στην Πομπηία και πέθανε μέσα στην πύρινη λέλαπα του ηφαιστείου Βεζούβιου, το οποίο εκρήγνηκε το 79 μχ. Συνεπαρμένος από την ιστορία αυτή, την οποία ο ίδιος δημιούργησε μέσα στο μυαλό του, χάνει κάθε ενδιαφέρον για την παρούσα ζωή του και αποφασίζει να ταξιδέψει στην Πομπηία, με σκοπό να ανακαλύψει κάποια σημάδια, τα οποία άφησε η Γκραντίβα στο πέρασμά της.
 
Έχουμε μεγαλώσει με την πεποίθηση, πως οι πράξεις, σκέψεις και συναισθήματά μας είναι προϊόντα της ελεύθερής μας βούλησης. Παρ’ όλ' αυτα, όπως ο ίδιος ο Φρόιντ μας διδάσκει – «είναι καθημερινό φαινόμενο, ακόμη και υγιή άτομα να απατώνται για τα κίνητρα των πράξεών τους και να το συνειδητοποιούν πολύ αργότερα, όταν η αντίφαση μεταξύ διαφορετικών συναισθημάτων μέσα τους, τούς δείξει την αιτιολογική σχέση του σφάλματός τους. Η απωθημένη παρόρμηση είναι αρκετά δυνατή για να μπορέσει να εκδικηθεί της κατασταλτικής της δυναμης, μέσω ενός συναισθήματος μη ικανοποίησης και ανημπορίας».
 
Ο Ρόμπιν Σκίννερ, στο βιβλίο του «Η οικογένεια και πώς να επιβιώσουμε μέσα σ’ αυτήν», παραθέτει ένα πείραμα (μελέτη των οικογενειακών συστημάτων), όπου μία ομάδα ατόμων, άγνωστων μεταξύ τους, επιλέγουν από ένα σύντροφο, ο οποίος είτε τους θυμίζει κάποιο μέλος της οικογένειάς τους, είτε τους εμπνέει τη σιγουριά πως θα μπορούσε να γεμίσει το «κενό» που βρίσκεται μέσα τους. Όταν μαζευτούν σε ζευγάρια, αρχίζουν να συζητούν μεταξύ τους, για το ποιοί θα μπορούσαν να είναι οι πιθανοί λόγοι και κίνητρα για αυτή την επιλογή και όχι για κάποια άλλη, συγκρίνοντας τις οικογένειές τους. Μετά το κάθε ζευγάρι επιλέγει κάποιο άλλο ζευγάρι και το κάθε μέλος της τετραμελούς ομάδας ταυτίζεται με ένα οικογενειακό ρόλο. Στο τέλος συζητάνε μεταξύ τους για τα κίνητρα του καθενός να επιλέξει τον οικογενειακό ρόλο που επέλεξε μέσα στην ομάδα, σε σχέση πάντοτε με τις δικές τους οικογένειες. Αυτό που ανακάλυψαν, ήταν πως υπήρχαν κάποια κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ των οικογενειών – είτε στον τρόπο έκφρασης κάποιων συναισθημάτων, είτε στη γενικότερη φύση των σχέσεων μεταξύ κάποιων μελών της οικογενείας, είτε στις προσδοκίες που είχαν οι γονείς τους προς αυτούς, είτε στη θέση που είχε το κάθε μέλος μέσα στην οικογένεια, είτε σε κάποια σημαντική απώλεια ή αλλαγή κτλ. Στο μεταξύ, ύπηρχαν μερικά άτομα, τα οποία δεν είχαν επιλεγεί ή επιλέξει κανένα. Όταν τους ζητήθηκε να μιλήσουν για τις δικές τους οικογένειες, ανακάλυψαν πως όλοι τους, είτε μεγάλωσαν σε ορφανοτροφεία, είτε σε ξένες οικογένειες, είτε ήταν υιοθετημένοι, είτε βίωσαν με έντονο τρόπο στην πρώιμη παιδική τους ηλικία την απόρριψη.
 
Η ψυχολογία και σε μεγαλύτερο βαθμό η ψυχανάλυση, δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην υποκειμενική πραγματικότητα, παρά στην αντικειμενική. Οι ερωτικές σχέσεις υπάρχουν ως κοινωνικό φαινομένο, το οποίο λίγο ή πολύ όλοι μας έχουμε βιώσει. Εντούτοις, αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο απ΄ οτιδήποτε άλλο, είναι ο τρόπος με τον οποίο το κάθε συγκεκριμένο άτομο βιώνει το αίσθημα του έρωτα. Αντικείμενο της έρευνάς μας είναι οι προσδοκίες, πόθοι, επιθυμίες, φαντασιώσεις, όλοι εκείνοι οι παράγοντες οι οποίοι διαμορφώνουν και χαρακτηρίζουν την ατομικότητα του καθενός μέσα στις σχέσεις του με τους άλλους και οι οποίοι είναι προϊόντα της πρoσωπικής του ιστορίας.
 
Η προσωπική αλήθεια του καθενός, διαμορφώνεται μέσα από τις προσωπικές του εμπειρίες. Η α-λήθεια, δηλαδή η αλησμόνητη λήθη, απαιτεί την αναγνώρισή της. Επιζητεί κάποιο δυνατό τρόπο έκφρασής της, μέσω της ανάδυσής της στο συνειδητό πεδίο του μυαλού μας. Παρ’ όλα αυτά, λόγω του ότι η αλήθεια είναι πάντοτε φορτισμένη με έντονα συναισθήματα, τα οποία το άτομο πολλές φορές δεν μπορεί να χειριστεί, η συνείδηση τα απωθεί στο ασυνείδητο πεδίο του ψυχισμού του. Ο ψυχισμός, όμως, στην ολότητά του, έχει τη δική του δυναμική, ό,τι προϋπάρχει ή εισχωρεί μέσα του, συνεχίζει να λειτουργεί, ανεξαρτήτως αν βρίσκεται στο συνειδητό ή ασυνείδητο πεδίο του. Το γεγονός αυτό, παρουσιάζεται ως πρόβλημα για το συνειδητό, το οποίο στην προσπάθειά του  να κρατήσει την αλήθεια στο χώρο του ασυνειδήτου, καταναλώνει μεγάλες ποσότητες ψυχικής ενέργειας. Γι΄ αυτόν τον λόγο, τα δύο πεδία «βρίσκουν» μία συμβιβαστική λύση, χρησιμοποιόντας δύο βασικούς μηχανισμούς: την μετάθεση και την συμπύκνωση.
 
Μετάθεση, είναι η διοχέτευση του ασυνείδητου υλικού σε διαφορετική, από την πρωταρχική του κατεύθυνση, ή σε διαφορετικό από το πρωταρχικό του αντικείμενο. Η μετάθεση πραγματοποιείται μέσω αντικατάστασης ενός στοιχείου με κάποιο άλλο, ή μέσω ανταλλαγής των λεκτικών μορφών των δύο στοιχείων. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, οι άνθρωποι τείνουν να κοινωνικοποιούνται με άτομα, τα οποία φέρουν κάποια κοινά ή αντίθετα χαρακτηριστικά με οικία τους πρόσωπα. Ο λόγος έγκειται στο εξής γεγονός – αφού δεν μπορώ να έχω το άτομο που τόσο πολύ αγάπησα, τότε θα βρώ κάποιο που να του μοιάζει. Από την άλλη όμως, αν ο ψυχικός πόνος ήταν τόσο δυνατός που η αγάπη μετατράπηκε σε μίσος, τότε μπορεί να ψάχνω κάποιο άτομο με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από το προηγούμενο, λές και με αυτό τον τρόπο θα αποτρέψω κάποια παρόμοια, μελλοντική κατάληξη της σχέσης μου.
 
Συμπύκνωση, είναι η χρησιμοποίηση ενός αντικειμένου, με διττή η πολλαπλή σημασία. Μία παράσταση ή ένα αντικείμενο, μπορούν να συμπυκνωθούν με διάφορους τρόπους, όπως για παράδειγμα μέσω παράληψης κάποιου στοιχείου τους, μέσω συγχώνευσής τους με άλλες παραστάσεις ή αντικείμενα ή μέσω κάποιου νεολογισμού.
 
Στην ψυχανάλυση υπάρχει επίσης ο όρος μετουσίωση. Η μετουσίωση είναι η μετατροπή της ουσίας ενός πράγματος σε κάτι άλλο. Πιο συγκεκριμένα, γίνεται λόγος για ασυνείδητο υλικό, το οποίο πολλές φορές λόγω του περιεχομένου και της φύσης του, αναγκαζόμαστε να το διοχετεύσουμε σε κοινωνικά αποδεκτές ενασχολήσεις, ακριβώς λόγω των περιορισμών που η ίδια η κοινωνία μας επιβάλλει.
 
Στόχος και των τριών μηχανισμών είναι η ικανοποίηση του ασυνείδητου υλικού, έστω και με κάποιο υποκατάστατο αντικείμενο ή έμμεσο τρόπο.
 
Η τέχνη είναι η προσωποποίηση της μετουσίωσης. Είναι ο χώρος όπου μεταθέτουμε όλες μας τις επιθυμίες, δίνοντας τους καλλιτεχνική μορφή. Τα όνειρα είναι ένας άλλος τρόπος ικανοποίησης των ασυνείδητων επιθυμιών μας. Οι μηχανισμοί που χρησιμοποιούνται όπως στην τέχνη, έτσι και στα όνειρα, με σκοπό την ικανοποίηση του ασυνείδητου υλικού, είναι η μετάθεση και η συμπύκνωση. Απ΄ αυτή την άποψη, ένα έργο τέχνης, δεν είναι λιγότερο αληθινό, από μία πραγματική ιστορία πάθους, ακριβώς γι΄ αυτό τον λόγο. Ο καλλιτέχνης, προβάλλει πάνω στο έργο του τον εσωτερικό του κόσμο και μας δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε τον τρόπο, με τον οποίο ο ίδιος αντιλαμβάνεται και βιώνει το ερωτικό πάθος.
 
Η ερωτική συνάντηση, είτε αυτή είναι μυθιστορηματική, είτε είναι πραγματική, πραγματοποιείται στη σφαίρα του φαντασιακού. Ο ένας ταυτίζεται με τις προσδοκίες του άλλου. Αυτό που τους ενώνει είναι οι προσδοκίες που έχει ο ένας για τον άλλο. Δηλαδή, υπάρχει μία αμφίδρομη σχέση φαντασιακής προβολής, ή αν θέλετε αμφίδρομης προβολικής ταύτισης, όπου και τα δύο άτομα φέρουν μέσα τους από τη μιά μεριά τις προσδοκίες τους και, από την άλλη κάποια προδιάθεση να ταυτιστούν με τις προσδοκίες του άλλου. Όταν το μυστήριο που κρύβεται πίσω από το πρόσωπο του ερωτικού συντρόφου και, το οποίο τροφοδοτεί τη φαντασία και τις προσδοκίες, διαλευκανθεί, τότε ξαφνικά βρισκόμαστε ενώπιον κάποιου άγνωστου, ακόμη και ανεπιθύμητου προσώπου. Αυτό που ερωτευόμαστε δεν είναι το άτομο, αλλά την εικόνα που προβάλλουμε πάνω σ’ αυτό, βάσει των δικών μας προσωπικών βιωμάτων και εν συνεχεία προσδοκιών. «Μία επιτυχημένη και ευτυχής σχέση, λέει η Μέλανι Κλάιν, έγκειται στο βαθμό σύγκλισης μεταξύ του ασυνειδήτου των δύο συντρόφων».
 
Όπως γράφει ο Έριχ Φρόμ, στο βιβλίο του «Η Τέχνη της Αγάπης», «ο έρωτας είναι εκείνη η έλξη που βιώνουμε μέσα μας προς πλήρη συγχώνευση με κάποιο άλλο άτομο. Αυτό το εκρηκτικό βίωμα ερωτικού πάθους με κάποιο άτομο οδηγεί προς μια ξαφνική κατεδάφιση των υφιστάμενων φραγμών που υπάρχουν μεταξύ των δύο συντρόφων, ξένων μέχρι τώρα ο ένας για τον άλλο. Όταν όλοι οι φραγμοί μεταξύ των δύο συντρόφων κατεδαφιστούν, τότε χάνεται η κάθε πιθανή δυνατότητα για την επίτευξη κάποιας άλλης ξαφνικής εγγύτητας με τον ερωτικό σύντροφο.»
 
Ο Χοσέ Ορτέγκα Υ Γκασέτ, στο βιβλίο του «Μελέτες για τον έρωτα», γράφει «ο έρωτας είναι μία παθιασμένη συγκέντρωση της προσοχής μας πάνω σε κάποιο συγκεκριμένο άτομο. Όλος ο υπόλοιπος κόσμος και πράγματα σταδιακά αντικαθιστούνται μέσα στη συνείδηση του ερωτευμένου μόνο από ένα άτομο. Όπου κι αν βρίσκεται ο ερωτευμένος, ό,τι κι αν βρίσκεται μπροστά στο πεδίο όρασής του, η προσοχή του θα έλκεται συνεχώς από το ερωτικό του αντικείμενο. Η κάθε του προσπάθεια να μετατοπίσει την προσοχή του σε κάθε τι άλλο, θα αποβαίνει μοιραία. Τα όρια της συνείδησης στενεύουν σε τέτοιο βαθμό, που πλέον δεν υπάρχουν περιθώρια για περισσότερα από ένα αντικείμενα. Ο Πλάτωνας ονομάζει αυτή την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση, «Θεία Μανία».

Sex: O φόβος της συναισθηµατικής εγγύτητας

Ποιος είναι ο λόγος που πολλοί άνθρωποι συναντούν δυσκολίες στη σεξουαλική τους ζωή; «Γιατί δεν μπορώ να νιώσω ευχαρίστηση;», «Γιατί δεν έχω επιθυμία πιο συχνά;», «Γιατί δεν απολαμβάνω τη σεξουαλική πράξη;», «Γιατί οι άλλοι χαίρονται περισσότερο το σεξ;»... Αυτά είναι κάποια από τα πολλά ερωτήματα που απασχολούν σημαντικό ποσοστό ανθρώπων και τα οποία επηρεάζουν σημαντικά την αυτοεκτίμηση και την ποιότητα ζωής τους.

Οι λύσεις που επιδιώκονται στις περισσότερες περιπτώσεις είναι συνήθως βιαστικές ή κινούνται στα πλαίσια στερεοτύπων, όπως είναι, για παράδειγμα, η βελτίωση της εξωτερικής εμφάνισης, η χρήση διαφόρων μεθόδων αναζωογόνησης κατά τη σεξουαλική πράξη, η συχνή εναλλαγή ερωτικών συντρόφων...

Σε αυτό το άρθρο παρουσιάζεται η άποψη ότι ένας βασικός λόγος που συμβαίνει αυτό είναι ότι οι άμεσα εμπλεκόμενοι φοβούνται να έρθουν πιο κοντά σε συναισθηματικό επίπεδο και αυτή η αδυναμία εγγύτητας «χαλάει» και επηρεάζει άμεσα και με σημαντικό τρόπο την ποιότητα της ερωτικής πράξης.

Ο φόβος της συναισθηματικής εγγύτητας αφορά επίσης τον τρόπο με τον οποίο κάθε άνθρωπος «αφήνεται» γενικότερα σε πολλά πράγματα στη ζωή του, και αφορά επίσης και τον τρόπο με τον οποίο κανείς σχετίζεται με το σώμα του και αφήνεται στα αισθητηριακά ερεθίσματα. Ο τρόπος με τον οποίο κάθε άνθρωπος δίνεται και δίνει συναισθηματικά αποτελεί μια διαφορετική τοποθέτηση ζωής και έναν διαφορετικό τρόπο σεξουαλικής έκφρασης.

Ας εξετάσουμε όμως τους τρόπους με τους οποίους μπορεί κανείς να δημιουργήσει μια «συναισθηματική απόσταση» κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής και πώς αυτή εκδηλώνεται:

-ξαφνική αίσθηση «παγώματος»
-απώλεια ερωτικής επιθυμίας
-αίσθηση ότι «δεν είμαι εκεί» ή ότι «δεν είμαι ολόκληρος/ η εκεί»
-προσποίηση συμμετοχής
-τάση φυγής από τη σεξουαλική επαφή
-επιθετικότητα προς το/ τη σύντροφο
-παρατήρηση/ παρατηρητής της σεξουαλικής πράξης
-μη ολοκλήρωση της σεξουαλικής πράξης
-αίσθηση ανικανοποίητου
-σεξουαλική αποστροφή

Εκδήλωση σεξουαλικής δυσλειτουργίας
Ο φόβος της συναισθηματικής εγγύτητας μπορεί εν δυνάμει να οδηγήσει και στην εκδήλωση σεξουαλικής δυσλειτουργίας κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής. Για να το κατανοήσουμε αυτό καλύτερα, μπορούμε να φανταστούμε την εικόνα ενός ανθρώπου που ενώ ετοιμάζεται να μπει στην κατάσταση διέγερσης της σεξουαλικής επαφής, η οποία αποτελεί αναμφισβήτητα ένα άνοιγμα σε συναισθηματικό και σωματικό επίπεδο, εκείνος μπαίνει εξαιρετικά φοβισμένος με σκοπό να αμυνθεί σε μια απειλή. Η αντιφατική αυτή συναισθηματική κατάσταση είναι φυσικό να δημιουργήσει προβλήματα και, τελικά, την εκδήλωση σεξουαλικής δυσλειτουργίας.

«Ήταν μόνο σεξ...»
Πολλές φορές οι άνθρωποι καταλήγουν να εκλογικεύουν το φόβο τους αντί να προσπαθούν να επιλύουν τα πραγματικά αίτια στις δυσκολίες που συναντούν. Έτσι, λοιπόν, στο πλαίσιο αυτό, θα ακούσουμε συχνά ανθρώπους να λένε για μια ερωτική τους εμπειρία ότι «ήταν μόνο σεξ...», σαν να μπορεί πραγματικά να διαχωριστεί το σεξ από το συναίσθημα. Η τοποθέτηση αυτή αποτελεί πράγματι μια άμυνα στο μπλοκάρισμα που το ίδιο το άτομο νιώθει στη σύνδεση συναισθήματος και σεξουαλικής δραστηριότητας.

Η ανθρώπινη σεξουαλικότητα και η έκφρασή της αποτελούν τη βασικότερη διάσταση της προσωπικότητας του ανθρώπου. Όταν όμως όλα αυτά μας φοβίζουν, αρχίζουμε αμυντικά να τα διασπούμε σε κομμάτια και να θεωρούμε ότι μπορεί η σεξουαλική δραστηριότητα να είναι μια απλή μηχανική πράξη στην οποία κανείς εκτονώνεται σωματικά και τίποτα περισσότερο. Σε αυτή την περίπτωση λοιπόν δεν θα ταίριαζε τόσο η φράση «ήταν μόνο σεξ...», όσο «ήταν μόνο μια άμυνα...».

Η συναισθηματική εγγύτητα

Με τον όρο «συναισθηματική εγγύτητα» εννοούμε περισσότερο την ικανότητα ενός ατόμου να επικοινωνεί συναισθηματικά με τους άλλους ανθρώπους.

Από τη στιγμή που ερχόμαστε στον κόσμο αναπτύσσουμε αυτή την ικανότητα μέσα από τον τρόπο που τη γνωρίσαμε στις πρώτες βασικές σχέσεις της ζωής μας. Αν αυτές δεν αποδειχθούν ικανοποιητικές, εγείρονται άμυνες οι οποίες διαμορφώνουν τη συναισθηματική μας έκφραση. Οι άμυνες αυτές, στη συνέχεια της ζωής μας, όταν ξαναπροσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε μια οικεία σχέση «εγείρονται» εμποδίζοντάς μας να προσεγγίσουμε συναισθηματικά τους άλλους.

Παράλληλα, οι άμυνες στη συναισθηματική έκφραση προσδίδουν και σημαντικά αρνητικά στοιχεία στην εικόνα που διαμορφώνουμε για τον εαυτό μας, για το σώμα μας. Ο φόβος της μοναξιάς, της εγκατάλειψης, της απόρριψης μας επηρεάζουν σημαντικά. Τα συναισθήματα που μπορεί να νιώθουμε συνοδεύονται και από όλους αυτούς τους φόβους που μπορούν εύκολα να μπλοκάρουν τη σεξουαλική μας έκφραση και επικοινωνία. Η σεξουαλική επαφή αποτελεί βέβαια το «πιο κοντά» που μπορεί να βρεθεί κανείς με έναν άλλο άνθρωπο και γι' αυτό οι δυσκολίες εκεί μεγεθύνονται.

Στις σημερινές κοινωνίες παράλληλα επικρατεί έντονα μια τάση επικέντρωσης στον «εαυτό», το ναρκισσισμό. Ασχολούμαστε περισσότερο με τον εαυτό μας με αποτέλεσμα να μην αλληλοεπιδρούμε ουσιαστικά με το άλλο φύλο. Η τάση αυτή φυσικά αντανακλάται άμεσα και στη σεξουαλική επαφή, η οποία έτσι μοιάζει να είναι περισσότερο μια αναμέτρηση με τον ίδιο μας τον εαυτό και την εικόνα μας.

Η σεξουαλική επαφή που γίνεται για ναρκισσιστικούς λόγους μοιάζει σαν να έχουμε τοποθετήσει έναν καθρέφτη μπροστά μας και παρατηρούμε και θαυμάζουμε τον εαυτό μας σχετικά με τις αποδόσεις του. Με άλλα λόγια, σε μια τέτοια σεξουαλική συνεύρεση δεν εμπεριέχουμε τον άλλον, δεν επικοινωνούμε και, ουσιαστικά, δεν ενδιαφερόμαστε για τον άλλον. Είμαστε απλώς εκεί για τον εαυτό μας και τις σεξουαλικές αποδόσεις μας.

Σε ένα τέτοιο κοινωνικό και ψυχολογικό πλαίσιο δεν θα μπορούσε παρά να προκύψει και αυτή η τόσο αμυντική συμπεριφορά που έχει επικρατήσει, αυτή της αναζήτησης συντρόφου μέσω διαδικτύου, η οποία τείνει να θεωρείται και πολύ φυσική. Η συμπεριφορά αυτή όμως πράγματι ταιριάζει στην αδυναμία ή το φόβο που υπάρχει στους ανθρώπους για συναισθηματική εγγύτητα. Πράγματι, οι γνωριμίες μέσω διαδικτύου προσφέρουν τη δυνατότητα συναισθηματικής αποστασιοποίησης.

Με άλλα λόγια δίνουν τη δυνατότητα σε κάποιον να συνομιλεί με άλλους ανθρώπους τοποθετώντας ένα διαχωριστικό ασφαλείας ανάμεσα σε εκείνον και τον άλλον. Συχνά ακούγεται ότι αυτή η διαδικασία δεν διαφέρει από το να γνωρίζει κανείς κάποιον από κοντά. Αυτό βέβαια δεν ισχύει, το πρόβλημα όμως έγκειται όταν κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί τη διαφορά...


Πώς θα μπορούσαμε λοιπόν να τοποθετηθούμε πιο ορθά απέναντι σε αυτά τα ζητήματα;

Ένα βασικό στοιχείο στο οποίο πρέπει να σταθούμε είναι το να μη θεωρούμε το σεξ ως κάτι ξεχωριστό, ένα διαφορετικό τομέα της ζωής στον οποίο μπορούμε να συμμετέχουμε χωρίς συναίσθημα, με άλλο πρόσωπο. Αυτό που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής και οι δυσκολίες που προκύπτουν αντανακλούν τις δυσκολίες και τις άμυνες που έχουμε σε ψυχικό επίπεδο και για αυτό θα πρέπει να τους δώσουμε και ιδιαίτερη σημασία.

Τέλος, είναι πολύ σημαντικό -και φαίνεται να μην υπάρχει και άλλη λύση μάλλον- να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας. Μόνο έτσι μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τους φόβους και τις αναστολές μας και να μπορέσουμε να τους αλλάξουμε. Μια τέτοια διαδικασία μάς οδηγεί σε μια καλύτερη επικοινωνία με τον εαυτό μας και τους άλλους ανθρώπους γύρω μας, άρα και σε μια καλύτερη σεξουαλική ζωή.

Συμφιλιώνομαι με το παρελθόν, το αποδέχομαι και προχωράω μπροστά

Ακούμε συχνά τη φράση «ξέχασε το παρελθόν και πήγαινε παρακάτω». Το παρελθόν χρησιμοποιείται σε αυτή την περίπτωση ώστε να περιγράψει ένα άσχημο βίωμα ή πληγή που έχει παρέλθει, το οποίο όμως έχει μείνει μέσα μας και συνεχίζει τη βλαπτική του δράση στη ζωή που προσπαθούμε να χτίσουμε τώρα. Κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και έχει διαφορετικές αντοχές και άμυνες, οπότε μία στενάχωρη κατάσταση μπορεί να διαφοροποιείται στο να ξεπεραστεί από τον κάθε άνθρωπο.

Η αλήθεια είναι πως η έκφραση «ξεχνώ το παρελθόν» είναι λανθασμένη. Δεν πρέπει να ξεχάσω κάτι που είναι κομμάτι της ζωής μου, έχει συνδεθεί έστω και παρελθοντικά με εμένα και αποτελεί ένα κεφάλαιο της ιστορίας μου. Πολλές φορές μάλιστα ένα δυσάρεστο βίωμα είναι εκείνο που μας ωθεί να θέλουμε να πετύχουμε και να γίνουμε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας. Η εξέλιξή μας μέσα σε αυτή τη ζωή έρχεται, κυρίως, από δυσάρεστες καταστάσεις, αποτυχίες και συναισθηματικές πληγές, οπότε ένα κομμάτι μας πρέπει να αισθάνεται και ευγνωμοσύνη διότι ξεπέρασε τα όποια εμπόδια που παρουσιάστηκαν στο διάβα του.

Αυτό που πρέπει να λέμε και είναι το σωστό, είναι «πως το παρελθόν είναι ένα κομμάτι της ζωής μου, αλλά δεν θα του επιτρέψω να δηλητηριάσει το τώρα μου, το σήμερα και αυτό που θέλω να γίνω». Αποδέχομαι το παρελθόν μου, αλλά παράλληλα το ακινητοποιώ και του αφαιρώ τη δύναμη να επεμβαίνει στην ευτυχία που προσπαθώ να χτίσω σήμερα.

Δεν είναι επιτρεπτό αλλά ούτε και σωστό να διαγράφουμε κομμάτια της ζωής μας. Και δε μας επιτρέπεται κιόλας. Τα αποδεχόμαστε και αυτό που κρατάμε για να μας τα θυμίζει είναι το αποτύπωμά τους. Αν μάλιστα κάποιος τα έχει ξεπεράσει και έχει συμφιλιωθεί με αυτό δηλαδή έχει περάσει στο στάδιο της αποδοχής, δεν έχει πρόβλημα να μιλάει για ένα παρελθοντικό γεγονός και να το θυμάται.

Το πρόβλημα εμφανίζεται μόνο σε εκείνον ο οποίος δεν έχει αποδεχτεί μία κακή κατάσταση ή τραυματική εμπειρία και εξακολουθεί να πονάει εξαιτίας της. Συμφιλιώνομαι με το παρελθόν, το αποδέχομαι, κρατάω το αποτύπωμα και προχωράω μπροστά δημιουργώντας την ευτυχία μου απροσπέλαστα και άφοβα. Αυτό είναι το πραγματικά σωστό και υγιές.

Η μοναξιά είναι ο δρόμος από τον οποίο το πεπρωμένο θέλει να οδηγήσει τον άνθρωπο στον εαυτό του

Ο Νίτσε έλεγε ότι το περπάτημα μας βοηθάει να κατεβάσουμε ιδέες, να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας. Το να χαρίζουμε στον εαυτό μας μια στιγμή μοναξιάς μας επιτρέπει να βάζουμε σε τάξη τις σκέψεις μας, να διερωτόμαστε για τη ζωή, για το τι στ’ αλήθεια θέλουμε. Είναι δική μας στιγμή περισυλλογής, ο δικός μας χώρος για να γινόμαστε δημιουργικοί.

Είναι σημαντικό να φυλάμε ένα τμήμα της μέρας για τον εαυτό μας, όχι απλώς για χουζούρεμα, αλλά για να είμαστε παρόντες εδώ και τώρα, να χαλαρώνουμε και να μη μας βαραίνουν τα γεγονότα. Έχουμε ανάγκη από έναν προσωπικό χώρο για να ξεφεύγουμε από τον θόρυβο και να σκεφτόμαστε, ή για το εντελώς αντίθετο: για να αδειάζουμε το μυαλό μας από τα καθημερινά προβλήματα.

Ο Έκχαρτ Τόλλε μας μιλάει για το πόσο προβληματικός μπορεί να γίνει ο διανοητικός θόρυβος, το να σκεφτόμαστε διαρκώς. Αν ο εγκέφαλος μας βρίσκεται πάντα σε διέγερση, δε θα μπορέσουμε να απολαύσουμε ούτε μια στιγμή ησυχίας ούτε να ζήσουμε εδώ και τώρα. Γι’ αυτό είναι καλό να αποσυνδεόμαστε. Να κάνουμε switch off. Όλα τα άλλα μπορούν να περιμένουν για λίγα λεπτά.

Η απομάκρυνση από τον θόρυβο, έστω και για λίγο, μας ξαναδίνει την ηρεμία και το νόημα της ύπαρξης. Μας δίνει μία κατεύθυνση για να αποσαφηνίσουμε τα σχέδια μας και να ενεργήσουμε με σιγουριά.

Μπορούμε να αναπνέουμε το οξυγόνο της μοναξιάς έξω στη φύση ή σε ένα δωμάτιο του σπιτιού, σε ένα καφέ, οπουδήποτε μπορούμε να σκεφτούμε.

Αυτή είναι η σημασία του να αποσυνδέεσαι για μερικές στιγμές από τον κόσμο και να συνδέεσαι με τον εαυτό σου. Ανακαλύπτεις ότι η μοναξιά είναι θεραπευτική, δημιουργική και απελευθερωτική. Αν κρατάς ένα μικρό κομμάτι της μέρας για σένα, θα πάψεις να νιώθεις χαμένος.

Στη ζήλια, όπως νομίζουν, υπάρχει ακούσιο στοιχείο

Οι άνθρωποι ομολογούν άλλες από τις συμφορές τους εύκολα και άλλες δύσκολα. Έτσι κανείς δεν ομολογεί πως είναι τρελός ή ανόητος, αλλά, αντίθετα, θ’ ακούσεις όλους να λένε “Μακάρι όσο νου έχω τόση τύχη να είχα”. Εύκολα ομολογούν την ντροπαλότητά τους και λένε: “Είμαι λίγο ντροπαλός, τ’ ομολογώ, στα άλλα, όμως, δεν θα βρεις να είμαι μωρός”. Κάποιος δεν ομολογεί εύκολα πως είναι οξύθυμος, δεν ομολογεί καθόλου πως είναι άδικος, φθονερός επίσης καθόλου, όπως και αδιάκριτος· οι περισσότεροι ομολογούν πως είναι ελεήμονες. Ποια είναι, λοιπόν, η αιτία;

Η κυριότερη είναι η απροθυμία για παραδοχή και η σύγχυση σε όλα όσα αφορούν το καλό και το κακό· για άλλους ανθρώπους, όμως, υπάρχουν και άλλες αιτίες, και μπορούμε, να πούμε ότι όλα όσα θεωρούν αισχρά δεν τα ομολογούν καθόλου· φαντάζονται ότι η ντροπαλότητα είναι στοιχείο καλού χαρακτήρα, όπως και ο οίκτος, ενώ η ηλιθιότητα αρμόζει σε δούλους· τα κοινωνικά σφάλματα, επίσης, δεν ομολογούνται καθόλου.

Ο κύριος λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι ομολογούν τα περισσότερα σφάλματα είναι ότι φαντάζονται πως γίνονται ακούσια, όπως η ντροπαλότητα και ο οίκτος. Αν, μάλιστα, κάποιος ομολογεί πως είναι γενικά ακρατής, προσθέτει ως αιτία τον έρωτα, για να συγχωρηθεί, επειδή το σφάλμα του είναι ακούσιο. Την αδικία, όμως, κανείς δεν την θεωρεί ακούσια. Στη ζήλια, όπως νομίζουν, υπάρχει ακούσιο στοιχείο. Γι’ αυτό και την ομολογούν.

Επίκτητος, Διατριβαί Β (Περί ἀνομολογίας)

Καμιά υπόθεση των ανθρώπων δεν αξίζει το ακραίο άγχος

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που συναντάμε σήμερα είναι ότι δεν ξέρουμε να κατεβάζουμε το επίπεδο του στρες και της υπερδραστηριότητας που βιώνουμε. Και, αν καταφέρουμε να έχουμε στη διάθεσή μας μια στιγμή παύσης για μας τους ίδιους, δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε, γιατί δεν είμαστε συνηθισμένοι να έχουμε μια στιγμή χαλάρωσης.
Οι μελέτες αποδεικνύουν ότι το υπερβολικό στρες επηρεάζει βαθιά το σώμα, μια και τροφοδοτεί σοβαρές ασθένειες και μειώνει το προσδόκιμο της ζωής.
Γι’ αυτό έφτασε η στιγμή να σταματήσουμε για λίγο, ώστε να ξεκουράσουμε όχι μόνο το σώμα αλλά και το μυαλό.
Πρέπει να μάθουμε ν’ αφήνουμε για λίγο τα προβλήματα και το άγχος, έστω και για μια στιγμή καθημερινά, και να έχουμε έτσι χρόνο για μας τους ίδιους και για τα πρόσωπα που μας ενδιαφέρουν αληθινά.
Και πώς θα το πετύχω; Πώς θα αποσυνδεθώ όταν έχω τόσα πράγματα να κάνω; Και τόσο δύσκολα που είναι όλα;
Ναι, είναι εύκολο να πέσεις στην παγίδα του άγχους.
Κοίτα το ημερολόγιο, κοίτα μακροπρόθεσμα. Κι έπειτα κοίτα πίσω. Συνειδητοποίησε ότι, όσο κι αν μπορείς να προβλέψεις το μέλλον, στο τέλος πάντα συμβαίνουν πράγματα ανέλπιστα, που δεν είσαι σε θέση να ελέγξεις.
Και, παρ’ όλα αυτά, καταφέρνεις να τα ξεπερνάς.
Γι’ αυτό μην ανησυχείς τόσο πολύ για το μέλλον και ζήσε το παρόν, για το οποίο έχεις τη δυνατότητα να αποφασίζεις.
Απόλαυσε τον κόσμο. Παρατήρησε τα μικρά πράγματα, όπως η ηλιαχτίδα που μπαίνει από το παράθυρο, η ριπή του ανέμου που σου ανακατεύει τα μαλλιά αλλά σε κάνει να νιώθεις λίγο πιο ζωντανός.
Συνειδητοποίησε ότι είμαστε μικρές υπάρξεις σ’ έναν πολύ μεγάλο κόσμο.
Και θα δεις πως τα προβλήματά σου, συγκρινόμενα με το αχανές του σύμπαντος, φαίνονται πιο ασήμαντα.
Όπως έγραψε ο ποιητής Ραλφ Ουάλντο Έμερσον στην κοπέλα που αγωνιούσε για την φοίτησή της στο πανεπιστήμιο:
Τελείωνε την κάθε μέρα δίχως να την τριβελίζεις άλλο.
Για να ζεις σοφά, το να θυμάσαι είναι ελάττωμα. Κάποιες αστοχίες και παραλογισμοί σίγουρα θα έχουν τρυπώσει στη μέρα σου.
Αλλά ξέχνα τα όσο πιο γρήγορα μπορείς, γιατί αύριο είναι μια καινούργια μέρα.
Ξεκίνα την καλά και γαλήνια, με το πνεύμα ανεβασμένο τόσο που να μην το επηρεάζουν οι παλιές σου ανοησίες.

Διογκωμένη καρδία όσοι ζουν σε πόλεις - Η επίδραση των ρύπων

Οι ρύποι των πόλεων δεν προκαλούν μόνο αναπνευστικά αλλά και καρδιολογικά προβλήματα σύμφωνα με νέα μελέτη.

Η συχνή έκθεση των ανθρώπων ακόμη και σε χαμηλά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης μπορεί να προκαλέσει επιβαρυντικές αλλαγές στην καρδιά τους, παρόμοιες με αυτές που παρατηρούνται στα αρχικά στάδια της καρδιακής ανεπάρκειας, σύμφωνα με μια νέα βρετανική επιστημονική έρευνα.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρα Νάι Ονγκ του Πανεπιστημίου Queen Mary του Λονδίνου, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό καρδιολογικό περιοδικό "Circulation", σύμφωνα με το BBC, μελέτησαν στοιχεία για περίπου 4.000 ανθρώπους.

Διαπιστώθηκε ότι όσοι ζούσαν κοντά σε θορυβώδεις, πολυσύχναστους και ρυπογόνους δρόμους, είχαν κατά μέσο όρο μεγαλύτερη καρδιά σε σχέση με τους ανθρώπους που ζούσαν σε περιοχές με μικρή ρύπανση. Αυτό ίσχυε ακόμη και για όσους εκτίθεντο σε επίπεδα ρύπανσης εντός των ορίων ασφαλείας.

Για κάθε παραπάνω μικρογραμμάριο σωματιδίων ΡΜ2,5 ανά κυβικό μέτρο αέρα και για κάθε δέκα παραπάνω μικρογραμμάρια διοξειδίου του αζώτου ανά κυβικό μέτρο αέρα, η καρδιά ενός ανθρώπου είχε 1% μεγαλύτερο μέγεθος.

Αυτή η επιβάρυνση της καρδιάς είναι περίπου ανάλογη με εκείνη που παρατηρείται σε περίπτωση παρατεταμένης σωματικής αδράνειας ή υπέρτασης.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, τα μικροσκοπικά σωματίδια ΡΜ2,5 δεν πρέπει να ξεπερνούν τα δέκα μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο αέρα, ενώ το διοξείδιο του αζώτου τα 40 μικρογραμμάρια. Τα σωματίδια αυτά είναι επικίνδυνα, επειδή μπορούν να διεισδύσουν βαθιά στους πνεύμονες και στο καρδιαγγειακό σύστημα.

Οι επιστήμονες δήλωσαν ότι είναι αδύνατο να προβλεφθεί πόσοι άνθρωποι με διογκωμένη καρδιά τελικά θα εμφανίσουν καρδιοπάθεια.

Δημιούργησαν πνεύμονες σε εργαστήριο και τους μεταμόσχευσαν με επιτυχία σε πειραματόζωα

Πρόκειται για μια ενθαρρυντική πρόοδο στο πεδίο της δημιουργίας και μεταμόσχευσης οργάνων και ιστών. Είναι η πρώτη φορά που ένα εργαστηριακό όργανο μεταμοσχεύθηκε σε μεγάλο ζώο και αυτό επιβίωσε. Όλα τα πειραματόζωα που έλαβαν τον βιο-τεχνητό πνεύμονα, παρέμειναν υγιή για διάστημα έως δύο μηνών.

Ήδη δύο εβδομάδες μετά την μεταμόσχευση ο εργαστηριακός πνεύμονας είχε δημιουργήσει το αναγκαίο δίκτυο αιμοφόρων αγγείων που του επέτρεψε να επιβιώσει στο σώμα, γεγονός που απέτρεψε τον κίνδυνο πνευμονικού οιδήματος. Κανένα μόσχευμα δεν απορρίφθηκε, παρόλο που τα πειραματόζωα δεν είχαν πάρει ανοσοκατασταλτικά φάρμακα.

Οι ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Γκάλβεστον, με επικεφαλής την καθηγήτρια Τζόαν Νίκολς, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό ιατρικό περιοδικό Science Translational Medicine.
«Ο αριθμός των ανθρώπων που έχουν σοβαρά προβλήματα πνευμόνων, έχει αυξηθεί παγκοσμίως, ενώ ο αριθμός των διαθέσιμων οργάνων προς μεταμόσχευση έχει αντίθετα μειωθεί. Ο απώτερος στόχος μας είναι τελικά να παρέχουμε νέες επιλογές για τους πολλούς ανθρώπους που περιμένουν ένα μόσχευμα» δήλωσε η Νίκολς.

Χρειάζονται 5-10 χρόνια για να πραγματοποιηθεί σε άνθρωπο
Η ίδια ερευνητική ομάδα ήταν η πρώτη που το 2014 είχε επιτυχώς δημιουργήσει ανθρώπινους πνεύμονες στο εργαστήριο μέσω βιοϊατρικής τεχνολογίας. Τώρα, οι Αμερικανοί επιστήμονες πήγαν ένα βήμα παραπέρα, προχωρώντας σε μεταμόσχευση εργαστηριακών πνευμόνων.

Πάνω σε ένα «ικρίωμα» (σκελετό) πνεύμονα στο εργαστήριο τοποθετήθηκαν τα κατάλληλα κύτταρα, τα οποία, μετά από καλλιέργεια 30 ημερών, δημιούργησαν ένα νέο πνεύμονα.

Όμως ακόμη και μετά από δύο μήνες ο εργαστηριακός πνεύμονας δεν ήταν αρκετά ώριμος για να τροφοδοτεί με οξυγόνο το πειραματόζωο. Μελλοντικές μελέτες θα εξετάσουν σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου τη δυνατότητα επιβίωσης των ζώων.

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι, αν εξασφαλίσουν επαρκή χρηματοδότηση των ερευνών τους, θα έχουν καταφέρει να μεταμοσχεύσουν εργαστηριακούς πνεύμονες σε ανθρώπους σε πέντε έως δέκα χρόνια από σήμερα.

Η μεταμόσχευση πνεύμονα χρησιμοποιείται για τη θεραπεία διαφόρων παθήσεων όπως η κυστική ίνωση και το εμφύσημα. Συχνά, εκτός από τη μακρά αναμονή για εύρεση μοσχεύματος, ο πνεύμονας του δωρητή πρέπει να προσαρμοσθεί στο μέγεθος του ασθενούς και ο τελευταίος είναι ανάγκη να παίρνει ανοσοκατασταλτικά φάρμακα για να μειώσει τον κίνδυνο αποβολής του ξένου οργάνου.

Οι εργαστηριακοί πνεύμονες που θα έχουν δημιουργηθεί από κύτταρα του ίδιου του ασθενούς, θα επιτρέψουν στους γιατρούς να αποφύγουν πολλά από αυτά τα εμπόδια στο μέλλον.

Η σκόνη της Σαχάρας αποτρέπει τους τυφώνες

Η σκόνη από τη Σαχάρα δεν ταλαιπωρεί μόνο εμάς εδώ στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της NASA, 158.000 τόνοι σκόνης σηκώνονται με τον αέρα κάθε χρόνο από την έρημο και ταξιδεύουν προς όλες τις κατευθύνσεις, καλύπτοντας αποστάσεις χιλιάδων χιλιομέτρων και φθάνοντας ως και την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ειδικά φέτος μεγάλο μέρος των νότιων Ηνωμένων Πολιτειών, και κυρίως το Τέξας, υποφέρουν από αυτήν εδώ και εβδομάδες. Όπως ωστόσο ανακάλυψε μια ομάδα επιστημόνων, έχει και την καλή της πλευρά, καθώς φαίνεται ότι εμποδίζει τον σχηματισμό καταιγίδων.

Οι ερευνητές από το Τμήμα Ατμοσφαιρικών Επιστημών του Πανεπιστημίου A&M του Τέξας μελέτησαν πρόσφατες δορυφορικές εικόνες της NASA και υπολογιστικά μοντέλα προκειμένου να δουν πώς η εξάπλωση της σκόνης φθάνει μέχρι την αμερικανική ήπειρο και κατά πόσον επιδρά στα κλιματικά φαινόμενα. Όπως είδαν, το «σύννεφο» που έρχεται από την αφρικανική έρημο αποτελείται από σωματίδια άμμου και άλλων ανόργανων συστατικών τα οποία μεταφέρονται με τα ρεύματα του αέρα, περνούν επάνω από τον Ατλαντικό Ωκεανό και φθάνουν ως τον Κόλπο του Μεξικού και τις γύρω περιοχές.

Καθώς ο φορτωμένος με σκόνη αέρας κινείται στην ατμόσφαιρα επιδρά στην ακτινοβολία, στη μεταφορά της θερμότητας και στον σχηματισμό των νεφών σε όλη τη Δυτική Αφρική και στις τροπικές περιοχές του Ατλαντικού. Συγκεκριμένα, μειώνει ελαφρά τη θερμοκρασία με αποτέλεσμα να αποτρέπει να σχηματιστούν σύννεφα και κατ’ επέκταση να εμποδίζει σε έναν βαθμό τη δημιουργία συνθηκών ευνοϊκών για τις καταιγίδες. Στη μελέτη τους, η οποία δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Journal of Climate», οι επιστήμονες  καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι όταν η σκόνη είναι παρούσα επάνω από τον Ατλαντικό – όπως συμβαίνει τον τελευταίο καιρό – οι πιθανότητες να σημειωθούν έντονες καταιγίδες ή ακόμη και τυφώνες είναι μικρότερες.

Πώς δημιουργείται ένα κύμα καύσωνα

Λίγοι τρόποι αντιμετώπισης υπάρχουν απέναντι σε ένα κύμα καύσωνα, κι αυτό γιατί συνήθως καλύπτουν μια ευρεία γεωγραφική περιοχή. Αν τύχαινε ολόκληρος ο κόσμος βέβαια να βιώσει κάποια στιγμή ένα κύμα καύσωνα, οι επιλογές για την αντιμετώπισή του θα ήταν ανύπαρκτες.

Η επιστημονική εξήγηση για τα κύματα καύσωνα

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι για τα κύματα καύσωνα δεν υπάρχει επίσημος ορισμός. Γενικά, ένα κύμα καύσωνα συμβαίνει όταν υπάρχουν πολλές ημέρες ή εβδομάδες με υψηλότερες από τις συνηθισμένες θερμοκρασίες για μια περιοχή, κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου του έτους.

Για μια περιοχή, όπως για την Οτάβα των ΗΠΑ μπορεί οι 35 βαθμοί Κελσίου τον Ιούλιο να θεωρηθούν ως κύμα καύσωνα, αλλά για το Τέξας να είναι μια μέση θερμοκρασία των καλοκαιρινών μηνών.

Τα θερμικά αυτά κύματα συμβαίνουν επομένως, όπου αναπτύσσεται ένα σύστημα υψηλής πίεσης σε μια περιοχή. Αυτό το σύστημα υψηλής πίεσης σχηματίζει ένα «καπάκι» πάνω από την πληγείσα περιοχή, παγιδεύοντας τη θερμότητα που διαφορετικά θα ανέβαινε ψηλότερα στον αέρα και θα κρύωνε. Αυτό το φαινόμενο μειώνει επομένως την πιθανότητα σχηματισμού βροχοπτώσεων και παράλληλα συνεχίζει να «κρατά» τη θερμότητα που έχει αναπτυχθεί πάνω από μια περιοχή.

Αυτά τα συστήματα υψηλής πίεσης κινούνται με πιο αργούς ρυθμούς και αλλάζουν δυσκολότερα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Αυτό σημαίνει ότι η θερμότητα μπορεί να παραμένει για μέρες πάνω από μια περιοχή.

Για παράδειγμα, το κύμα καύσωνα που έπληξε τις ΗΠΑ το 2012, κατά τη διάρκεια του οποίου είχαν καταγραφεί πάνω από 8.000 θερμοκρασίες-ρεκόρ, παρέμεινε στη μέση της χώρας, επειδή οι άνεμοι ήταν αδύναμοι στα τέλη Ιουνίου και στις αρχές Ιουλίου, για να μετακινήσουν αυτά τα κύματα. Η μετακίνηση ενός τέτοιου συστήματος υψηλής πίεσης και άρα η πτώση της θερμοκρασίας συντελείται επομένως, μόνο όταν υπάρχουν ισχυρά ρεύματα αέρα.

Ο ανθρώπινος παράγοντας

Το παγκόσμιο κύμα καύσωνα που πλήττει την Ευρώπη και την Αμερική αυτό το καλοκαίρι μπορεί να αποδοθεί επομένως σε ένα συνδυασμό παραγόντων. Αφενός, στην έλλειψη τέτοιων δυνατών ανέμων και αφετέρου στον αντίκτυπο της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Πέρα από την επιστημονική λοιπόν εξήγηση, που συνοδεύει την ύπαρξη ενός κύματος καύσωνα, η γενικότερη τάση των υψηλότερων θερμοκρασιών που διαρκούν μεγαλύτερες περιόδους αποδίδεται και σε διάφορα αέρια που παράγονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα.

Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη του Μαρτίου του 2018, που δημοσιεύτηκε στο «Nature Climate Change», οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η αλλαγή του κλίματος που προκαλείται από τον ανθρώπινο παράγονται θα ξεπεράσει τις φυσικές αιτίες ως κύρια πηγή της έντονης θερμότητας μέσα στο 2020 με 2030.

Ρητορεία και ρητορική: Τα τμήματα του λόγου

(μέρη τοῦ λόγου, partes orationis)
 
Ο λόγος, ανεξάρτητα από το γένος του, χωρίζεται στα ακόλουθα τμήματα: αρχή (προοίμιον, exordium), διήγηση (πρόθεσις/διήγησις, narratio), επιχειρηματολογία (πίστις, ἀπόδειξις, argumentatio), επίλογος (ἐπίλογος, peroratio). Η μετάβαση από το ένα τμήμα του λόγου στο άλλο και οι τεχνικές της απαιτούν την προσοχή του συντάκτη του λόγου. Είναι πιθανότατα η ρητορική σχολή του Ισοκράτη που έδωσε για πρώτη φορά ιδιαίτερο βάρος στα θέματα δομής του λόγου και διάρθρωσης των τμημάτων του. Ούτε όμως ο Αριστοτέλης παραλείπει να αναφερθεί σε αυτά (Ῥητορική 3.13-19).
 
Προοίμιο
 
(προοίμιον, exordium)
 
Δύο είναι οι βασικοί, γενικοί στόχοι του πρώτου μέρους του λόγου, της εισαγωγής του:
 
1. να δώσει στον ακροατή μια εικόνα της θέσης του ομιλητή εισάγοντάς τον στο θέμα με τρόπο που προκαλεί την προσοχή και το ενδιαφέρον,
2. να τον προδιαθέσει να παρακολουθήσει με ευνοϊκή διάθεση τον λόγο.
 
Ειδικότερα, ο ομιλητής θα πρέπει κιόλας από το προοίμιο να κερδίσει την προσοχή του ακροατή (attentum parare), να προκαλέσει το ενδιαφέρον και τη διάθεσή του να ακούσει και να μάθει (docilem parare), κι ακόμη να κερδίσει την εύνοιά του (captatio benevolentiae). Βεβαίως, οι συγκεκριμένοι στόχοι αφορούν και τα υπόλοιπα τμήματα του λόγου. Για την επίτευξή τους ο ομιλητής θα πρέπει να καταφύγει στη χρήση συγκεκριμένων κάθε φορά ρητορικών τόπων. Κερδίζει, για παράδειγμα, κανείς την προσοχή του κοινού, όταν υπόσχεται πως θα είναι σύντομος και περιεκτικός ή όταν δίνει την εντύπωση στο ακροατήριο ότι συζητείται ένα θέμα που αφορά άμεσα αυτούς τους ίδιους τους ακροατές. Όταν επίσης αρχίζει τον λόγο του με τρόπο ανέλπιστο, που εντυπωσιάζει ακριβώς εξαιτίας της παραδοξότητάς του· ο Λυσίας, για παράδειγμα, τόσο στον λόγο του Ὑπὲρ τοῦ Ἀδυνάτου όσο και στον λόγο του Ὑπὲρ Μαντιθέου ξεκινά σχεδόν με ευχαριστίες προς τους κατηγόρους του. Ο ομιλητής κερδίζει εξάλλου την εύνοια των ακροατών του, όταν δίνει μια θετική εικόνα για τον εαυτό του και την παράταξή του ή επαινεί τους ακροατές του· υπενθυμίζει, για παράδειγμα, στους δικαστές πόσο ακριβοδίκαιοι ήταν σε παλαιότερες περιπτώσεις. Ανάλογο είναι το αποτέλεσμα της προβολής από τον ίδιο τον ομιλητή της αδυναμίας του να συντάξει έναν ευχάριστο λόγο - αφού το πλήθος, κατά την κοινή αντίληψη, εκδηλώνει μεγαλύτερη συμπάθεια προς τους μετριοπαθείς, ταπεινούς και αδύναμους.
 
Το προοίμιο θα πρέπει να είναι ανάλογο προς την ανάπτυξη, όπως στις κατοικίες και τους ναούς οι προθάλαμοι και οι είσοδοι βρίσκονται σε σωστή αναλογία προς το οικοδόμημα (Κικέρων, De oratore 2.320). Γενικά η έκτασή του θα πρέπει να είναι περιορισμένη, ενώ η διάκρισή του από τη διήγηση σαφής και ευκρινής.
 
Έχουμε τους εξής τύπους προοιμίου: την απλή, άμεση εισαγωγή (principium) και το έμμεσο προοίμιο (insinuatio). Ο πρώτος τύπος συνιστάται στις ακόλουθες περιπτώσεις: στο genus honestum (στην περίπτωση ενός καθαρού, αξιοπρεπούς και έντιμου θέματος που προσφέρει αίγλη), όπου μάλιστα η εισαγωγή μπορεί να παραλειφθεί, στο genus dubium (αν η υπόθεση γεννά αμφιβολίες, το άμεσο προοίμιο αποβλέπει να προκαλέσει την εύνοια και τη συμπάθεια), στο genus humile (στην περίπτωση ενός ταπεινού θέματος το προοίμιο επιδιώκει να προκαλέσει την προσοχή), στο genus obscurum (όταν το θέμα είναι δύσκολο και σκοτεινό, το άμεσο προοίμιο θα βοηθήσει το ακροατήριο να δεχτεί και να προσλάβει ευκολότερα όσα έχει να του πει ο ομιλητής). Αν όμως ο λόγος είναι πιθανό να προκαλέσει με κάποια στοιχεία του την αποστροφή του ακροατή -σε αυτή την περίπτωση ο λόγος ανήκει στο genus turpe (στο αισχρόν, εν ευρεία εννοία, γένος)-, θα πρέπει η εισαγωγή να είναι έμμεση (insinuatio), θα πρέπει δηλαδή ο ομιλητής να αποπροσανατολίσει κατά βάσιν και να παραπλανήσει κατά κάποιον τρόπο το ακροατήριο, ώστε να κερδίσει με πλάγιο τρόπο τη συμπάθεια και την εύνοιά του για το θέμα που θα αναπτύξει.
 
Το προοίμιο του λόγου Περὶ τῆς Ῥοδίων ἐλευθερίας (§§1-2) του Δημοσθένη προσφέρει ένα παράδειγμα έμμεσης εισαγωγής. Εδώ ο ρήτορας δεν αναφέρεται παρά εμμέσως στο θέμα του, που είναι η υποστήριξη του αιτήματος των Ροδίων, να στείλουν οι Αθηναίοι στρατιωτική βοήθεια στο νησί, προκειμένου οι Ρόδιοι να αποτινάξουν την καρική επικυριαρχία, κάνοντας κιόλας σε αυτό το πρώιμο στάδιο υπαινικτική αλλά σαφή αναφορά στις θετικές διαστάσεις που θα έχει μια τέτοια απόφαση για την Αθήνα. Πώς εξηγείται αυτή η τακτική; Ο ρήτορας γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν είναι εύκολο να πείσει τους συμπολίτες του να αναλάβουν αυτή τη δράση, για τον λόγο ότι μόλις πριν από τέσσερα περίπου χρόνια (357-355 π.Χ.) οι Ρόδιοι είχαν οδηγήσει την Αθήνα με τη στάση τους στον ατυχή για εκείνη «συμμαχικό πόλεμο», που κατέληξε στην εγκατάσταση φρουράς στη Ρόδο από τον Μαύσωλο, σατράπη της Καρίας. Αντί λοιπόν να αναφερθεί άμεσα και με σαφήνεια στην ανάγκη συνδρομής των Αθηναίων -αυτή η αναφορά θα μπορούσε να προκαλέσει εξαρχής τη δυσαρέσκεια και την αρνητική διάθεση του ακροατηρίου- στρέφει καταρχάς την προσοχή των ακροατών του σε μια ιστορικά αποδεδειγμένη αδυναμία τους, την αναβλητικότητα στην εφαρμογή των σχεδίων τους, χαρακτηριστικό των Αθηναίων που δεν φαίνεται -προς το παρόν τουλάχιστον- να σχετίζεται άμεσα με το θέμα του λόγου, και ύστερα στην ευλογημένη από τους θεούς, όπως την παρουσιάζει, τύχη τους, να εξαρτάται πια η σωτηρία εκείνων που συμπεριφέρθηκαν πριν από λίγο σχετικά χρόνο υβριστικά προς την Αθήνα, από τη στάση των ίδιων των Αθηναίων. Με αυτόν τον τρόπο μια δυσάρεστη και δύσκολη κατά βάσιν απόφαση παρουσιάζεται εξαρχής, αν και συνοπτικά, ως ιδανική τιμωρία των παλαιών αντιπάλων και ευκαιρία για την πόλη να κερδίσει θετικές εντυπώσεις. Είναι προφανές ότι με αυτή τη μέθοδο ο ομιλητής κινεί την προσοχή αλλά και το ενδιαφέρον του κοινού, που προδιατίθεται να ακούσει με ευνοϊκή διάθεση τη συνέχεια του λόγου, από την οποία βεβαίως δικαιούται να περιμένει εξηγήσεις για τις αρχικές εκτιμήσεις του ομιλητή.
 
Διήγηση
 
(πρόθεσις, propositio / διήγησις, narratio, expositio)
 
Στη διήγηση παρουσιάζεται η κρίσιμη για την υπόθεση που εκδικάζεται ή συζητιέται δράση (κατάσταση ή διαδικασία), που μπορεί πράγματι να έχει λάβει χώρα ή μπορεί απλώς να παρουσιάζεται σα να έχει λάβει χώρα (Κοϊντιλιανός, Institutio oratoria 4.2.31). Από αυτή την άποψη το συγκεκριμένο τμήμα αποτελεί ουσιαστικά την πηγή ολόκληρης της υπόλοιπης ομιλίας. Μάλιστα στη διήγηση μπορεί κανείς να αμφισβητήσει κάποια στοιχεία της υπόθεσης, να προσθέσει άλλα, να αλλάξει ορισμένα, ενώ δεν αποκλείεται -ανάλογα με το συμφέρον της πλευράς που εκπροσωπεί ο ομιλητής- κάποια στοιχεία ή πλευρές της υπόθεσης να αποσιωπηθούν.
 
Πιο συγκεκριμένα, στόχος της διήγησης είναι να ενημερώσει το κοινό για τον πυρήνα της υπόθεσης, να διαφωτίσει, να κατατοπίσει τον ακροατή με τρόπο επωφελή για την πλευρά που εκπροσωπείται, να τον προετοιμάσει για την απόδειξη που ακολουθεί, προκαλώντας του παράλληλα το ενδιαφέρον να παρακολουθήσει την ανάπτυξη του θέματος. Ορισμένα βασικά στοιχεία της απόδειξης διασπείρονται στη διήγηση. Με αυτή τη μέθοδο, που ονομάζεται προκατασκευή (praeparatio), προετοιμάζεται καλύτερα το κοινό για το κατεξοχήν απoδεικτικό μέρος του λόγου.
 
Ο αρχικός χαρακτηρισμός της διήγησης ήταν πρόθεσις (Αριστοτέλης, Ῥητορική 3.13.1414b8-9). Ωστόσο, ο συγκεκριμένος όρος κατέληξε να σημαίνει απλώς την περιληπτική, συνοπτική και ταυτόχρονα εποπτική παρουσίαση του θέματος (propositio): αν το θέμα παρουσιάζει διάφορες πτυχές, απαριθμούνται εδώ εν συντομία τα μέρη του· οι οπτικές που προσφέρει διαχωρίζονται και γίνεται ξεχωριστή αναφορά σε αυτές, έτσι ώστε ο ακροατής να έχει σαφή εικόνα των ζητημάτων που τίθενται και να μπορεί να παρακολουθήσει την ανάπτυξή τους ή/και την ανάπτυξη των αποδείξεων. Με αυτή τη στενή έννοια η πρόθεσις μεσολαβεί μεταξύ του προοιμίου και της διήγησης ή μεταξύ της διήγησης και της πίστεως (του αποδεικτικού μέρους του λόγου). Η διάκριση μεταξύ των συγκεκριμένων τμημάτων του λόγου δεν είναι πάντοτε ευκρινής. Έτσι στον λόγο Ὑπὲρ Μαντιθέου του Λυσία η τελευταία περίοδος του προοιμίου (ό.π. 3: πρῶτον δὲ ἀποδείξω ὡς οὐκ ἵππευον [οὔτ᾽ ἐπεδήμουν] ἐπὶ τῶν τριάκοντα, οὐδὲ μετέσχον τῆς τότε πολιτείας, «καταρχάς θα αποδείξω ότι δεν ανήκα στους ιππείς κατά την περίοδο των Τριάκοντα κι ούτε είχα κάποια ανάμειξη στο πολίτευμα εκείνης της περιόδου») λειτουργεί ως πρόθεση, αφού ο Μαντίθεος παρουσιάζει εδώ τα βασικά θέματα της απόδειξης του λόγου του. Η μετάβαση από τη διήγηση στην πίστιν μπορεί να γίνει και μέσω μιας παρέκβασης, μιας αφηγηματικής εξόδου από το βασικό θέμα με στόχο κυρίως τη διέγερση των παθών. Με την παρέκβαση αποφεύγεται εξάλλου μια μακρά διήγηση, που θα μπορούσε να προκαλέσει την κόπωση και τον κορεσμό και, κατά συνέπεια, την απώλεια του ενδιαφέροντος των ακροατών.
 
Η αποτελεσματική, δηλαδή ενδιαφέρουσα και πειστική, διήγηση διακρίνεται από συγκεκριμένα θετικά χαρακτηριστικά (ἀρεταί τῆς διηγήσεως, virtutes narrationis): θα πρέπει να είναι σύντομη (brevis / brevitas), σαφής (aperta, dilucida / perspicuitas) και αληθοφανής (credibilis, veri similis). Επιπλέον να είναι, όπου αυτό ενδείκνυται, μεγαλοπρεπής (magnifica / magnificentia), να προκαλεί την αίσθηση του ωραίου, ώστε να γοητεύει τον ακροατή (Κοϊντιλιανός, Institutio oratoria 4.2.31, 36, 40, 52, 61-62).
 
Πώς και από πού ξεκινά η διήγηση; Αρχίζουμε με την προϊστορία της ιστορίας που αποτελεί τον πυρήνα της υπόθεσης; Συχνά κάποια στοιχεία αυτής της προϊστορίας καθίστανται σαφή καθώς προχωρεί η διήγηση. Από αυτήν την άποψη η λεπτομερής αναφορά σε ό,τι έχει προηγηθεί δεν είναι πάντοτε σκόπιμη. Άλλωστε η έναρξη του συγκεκριμένου τμήματος του λόγου μπορεί να εξαρτηθεί ακόμη και από τον τρόπο με τον οποίο έχει παρουσιάσει την ιστορία ο αντίπαλος. Δεν υπάρχει λόγος να επαναληφθεί κάτι, αν έχει ήδη ειπωθεί από εκείνον, εκτός βεβαίως κι αν είναι απαραίτητη η ανασκευή του.
 
Απόδειξη
 
(πίστις, argumentatio, probatio)
 
Πρόκειται για το σημαντικότερο τμήμα του λόγου, αφού φέρει το κύριο βάρος της απόδειξης της θέσης που υποστηρίζεται· άλλωστε η εὕρεσις αφορά κυρίως αυτό το τμήμα. Στο πλαίσιο της πίστεως η θέση της πλευράς που εκφωνεί τον λόγο υποστηρίζεται με τα άτεχνα μέσα πειθούς (ἄτεχνοι πίστεις: νόμοι, όρκοι, αρχεία, μαρτυρίες κ.λπ.) και με τα έντεχνα (ἔντεχνοι πίστεις: ήθος, πάθος, σημεία, ενθυμήματα-συλλογισμοί, παραδείγματα, γνώμες).
 
Ένα μέρος της πίστεως αφιερώνεται καταρχήν στην κατασκευήν (probatio, confirmatio) της θέσης που υποστηρίζεται, την πειστική προβολή της, ένα άλλο στην ἀνασκευήν (refutatio) των θέσεων του αντιπάλου, την πειστική αμφισβήτηση και εν τέλει την άρνησή τους. Ωστόσο είναι προφανές ότι οι δύο αυτές διαδικασίες συνδέονται στενά μεταξύ τους και ότι εν τέλει η σαφής διάκρισή τους δεν είναι πάντοτε ευχερής, αφού δεν μπορεί κανείς να ανασκευάσει τα επιχειρήματα του αντιπάλου χωρίς να ενισχύσει τα δικά του ούτε βεβαίως να ενισχύσει τα δικά του επιχειρήματα χωρίς να ανατρέψει εκείνα του αντιπάλου (Κικέρων, De oratore 2.331).
 
Στόχος της πίστεως είναι να διαφωτίσει τον ακροατή και να τον πείσει για το δίκαιο της θέσης που υποστηρίζεται. Είναι επομένως σαφές ότι μεταξύ των αρετών της πίστεως συγκαταλέγεται η σαφήνεια και η καθαρότητα τόσο ως προς τις ιδέες όσο και ως προς το ύφος, όπως και το πρέπον (aptum), η αντιστοιχία των αποδεικτικών μέσων που χρησιμοποιούνται προς τα δεδομένα της ίδιας της υπόθεσης.
 
Όσο πιο πλατύ είναι το φάσμα των γνώσεων και των εμπειριών του ομιλητή, τόσο μεγαλύτερη είναι η ευχέρειά του να διακρίνει σωστά το ειδικό βάρος των αποδεικτικών μέσων που διαθέτει και να χρησιμοποιεί το καθένα από αυτά στην κατάλληλη θέση και την κατάλληλη στιγμή, ώστε να πετύχει το αποτέλεσμα που επιδιώκει κάθε φορά (Κοϊντιλιανός, Institutio οratoria 5.10.15).
 
Στην περίπτωση μιας ιδιαίτερα πολύπλοκης υπόθεσης (genus obscurum) είναι σκόπιμη, αν και όχι αδιαφιλονίκητη ως προς αυτή τη σκοπιμότητα, η απαρίθμηση των στόχων του λόγου κοντά στην αρχή του (πρόθεσις, προκατασκευή- propositio, praeparatio, divisio, partitio). Ο ακροατής κερδίζει έτσι μια σαφή, απτή και κατανοητή βάση για τον λόγο που ακολουθεί. Ωστόσο, δεν αποκλείεται αυτή η απαρίθμηση να έχει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα: για παράδειγμα, η δυσκολία του εγχειρήματος, που προβάλλει πια με σαφήνεια, μπορεί να προκαταλάβει αρνητικά τον ακροατή προκαλώντας του δυσφορία και δυσαρέσκεια, ακόμη και αποστροφή.
 
Επίλογος
 
(ἐπίλογος, peroratio)
 
Το τελευταίο τμήμα του λόγου πρέπει να είναι σύντομο και περιεκτικό. Ο σκοπός του είναι διττός: από τη μια ο ομιλητής θα συνοψίσει εδώ τα δεδομένα και τις βασικές θέσεις του λόγου του, ώστε ο ακροατής να τα εντυπώσει στη μνήμη του· από την άλλη θα δώσει με σύντομες φράσεις εμφατικά την κεντρική ιδέα της ομιλίας του, ώστε επηρεάζοντας συναισθηματικά τον ακροατή του να κερδίσει απολύτως την επιδοκιμασία του για τη θέση που υποστηρίχθηκε και, αντίστροφα, την αποδοκιμασία του για τη θέση του αντιπάλου. Επομένως, αυτό είναι το τμήμα του λόγου όπου κατεξοχήν έχουν θέση οι κοινοί τόποι με τους οποίους προκαλείται η συγκίνηση του κοινού. Ο επίλογος θα πρέπει φυσικά να βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τον υπόλοιπο λόγο, ώστε να είναι δυνατό να αντλεί το περιεχόμενό του τόσο από τη διήγηση όσο και από την απόδειξη.