Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Χοηφόροι (164-211)

ΗΛ. ἔχει μὲν ἤδη γαπότους χοὰς πατήρ·
νέου δὲ μύθου τοῦδε κοινωνήσατε.
ΧΟ. λέγοις ἄν· ὀρχεῖται δὲ καρδία φόβῳ·
ΗΛ. ὁρῶ τομαῖον τόνδε βόστρυχον τάφῳ.
ΧΟ. τίνος ποτ᾽ ἀνδρὸς ἢ βαθυζώνου κόρης;
170 ΗΛ. εὐξύμβολον τόδ᾽ ἐστὶ παντὶ δοξάσαι.
ΧΟ. πῶς οὖν παλαιὰ παρὰ νεωτέρας μάθω;
ΗΛ. οὐκ ἔστιν ὅστις πλὴν ἐμοῦ κείραιτό νιν.
ΧΟ. ἐχθροὶ γὰρ οἷς προσῆκε πενθῆσαι τριχί.
ΗΛ. καὶ μὴν ὅδ᾽ ἐστὶ κάρτ᾽ ἰδεῖν ὁμόπτερος—
175 ΧΟ. ποίαις ἐθείραις; τοῦτο γὰρ θέλω μαθεῖν.
ΗΛ. αὐτοῖσιν ἡμῖν κάρτα προσφερὴς ἰδεῖν.
ΧΟ. μῶν οὖν Ὀρέστου κρύβδα δῶρον ἦν τόδε;
ΗΛ. μάλιστ᾽ ἐκείνου βοστρύχοις προσείδεται.
ΧΟ. καὶ πῶς ἐκεῖνος δεῦρ᾽ ἐτόλμησεν μολεῖν;
180 ΗΛ. ἔπεμψε χαίτην κουρίμην χάριν πατρός.
ΧΟ. οὐχ ἧσσον εὐδάκρυτά μοι λέγεις τάδε,
εἰ τῆσδε χώρας μήποτε ψαύσει ποδί.
ΗΛ. κἀμοὶ προσέστη καρδίᾳ κλυδώνιον
χολῆς, ἐπαίθην δ᾽ ὡς διανταίῳ βέλει·
185 ἐξ ὀμμάτων δὲ δίψιοι πίπτουσί μοι
σταγόνες ἄφαρκτοι δυσχίμου πλημυρίδος,
πλόκαμον ἰδούσῃ τόνδε· πῶς γὰρ ἐλπίσω
ἀστῶν τιν᾽ ἄλλον τῆσδε δεσπόζειν φόβης;
ἀλλ᾽ οὐδὲ μήν νιν ἡ κτανοῦσ᾽ ἐκείρατο,
190 ἐμὴ δὲ μήτηρ, οὐδαμῶς ἐπώνυμον
φρόνημα παισὶ δύσθεον πεπαμένη.
ἐγὼ δ᾽ ὅπως μὲν ἄντικρυς τάδ᾽ αἰνέσω,
εἶναι τόδ᾽ ἀγλάισμά μοι τοῦ φιλτάτου
βροτῶν Ὀρέστου—σαίνομαι δ᾽ ὑπ᾽ ἐλπίδος.
φεῦ.
195 εἴθ᾽ εἶχε φωνὴν ἔμφρον᾽ ἀγγέλου δίκην,
ὅπως δίφροντις οὖσα μὴ ᾽κινυσσόμην,
ἀλλ᾽ ἢ σάφ᾽ ᾔνει τόνδ᾽ ἀποπτύσαι πλόκον,
εἴπερ γ᾽ ἀπ᾽ ἐχθροῦ κρατὸς ἦν τετμημένος,
ἢ ξυγγενὴς ὢν εἶχε συμπενθεῖν ἐμοί,
200 ἄγαλμα τύμβου τοῦδε καὶ τιμὴν πατρός.
ἀλλ᾽ εἰδότας μὲν τοὺς θεοὺς καλούμεθα,
οἵοισιν ἐν χειμῶσι ναυτίλων δίκην
στροβούμεθ᾽· εἰ δὲ χρὴ τυχεῖν σωτηρίας,
σμικροῦ γένοιτ᾽ ἂν σπέρματος μέγας πυθμήν.
205καὶ μὴν στίβοι γε, δεύτερον τεκμήριον,
ποδῶν ὅμοιοι τοῖς τ᾽ ἐμοῖσιν ἐμφερεῖς.
καὶ γὰρ δύ᾽ ἐστὸν τώδε περιγραφὰ ποδοῖν,
αὐτοῦ τ᾽ ἐκείνου καὶ συνεμπόρου τινός.
πτέρναι τενόντων θ᾽ ὑπογραφαὶ μετρούμεναι
210 εἰς ταὐτὸ συμβαίνουσι τοῖς ἐμοῖς στίβοις.
πάρεστι δ᾽ ὠδὶς καὶ φρενῶν καταφθορά.

***
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ήπιεν η γη, κι έχει ο πατέρας τις χοές μας·
μα κι ένα νέο παράξενο ν᾽ ακούστε τώρα.
ΧΟΡΟΣ
Λέγε μας· κι απ᾽ το φόβο μου πηδά η καρδιά μου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Βλέπω στον τάφο την κομμένη αυτή πλεξίδα —
ΧΟΡΟΣ
Σαν τίνος, άντρα λες, ή βαθύζωνης κόρης;
ΗΛΕΚΤΡΑ
170 Εύκολα να το φανταστεί μπορεί ο καθένας.
ΧΟΡΟΣ
Δε με διδάσκεις, αν κι είσαι πιο νέα, να μάθω;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Άλλος δεν είναι, εκτός εγώ, να την προσφέρει;
ΧΟΡΟΣ
Εχθροί ᾽ναι κείνοι, που είχαν χρέος να τον πενθήσουν.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Κι όμως στο χρώμα πολύ μοιάζει αυτή η πλεξίδα —
ΧΟΡΟΣ
Με ποιά μαλλιά; αυτό ᾽ναι που ήθελα να μάθω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Με τα δικά μου πάρα φέρνουνε στο χρώμα.
ΧΟΡΟΣ
Μη να είναι τάχα, λες, δώρο κρυφό του Ορέστη;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Με τις δικές μου ολότελα πλεξίδες μοιάζει.
ΧΟΡΟΣ
Και πώς εκείνος τόλμησε να ᾽ρθει εδώ πέρα;
ΗΛΕΚΤΡΑ
180 Το ᾽στειλε τάμα στου πατέρα μας τον τάφο.
ΧΟΡΟΣ
Όχι πιο λίγα αυτά που λες δάκρυα μου φέρνουν,
αν είναι να μη βάλει εδώ ποτέ πια πόδι.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και μένα στην καρδιά μου ανέβηκ᾽ ένα κύμα
χολής, σα να με πέρασε σπαθί για πέρα,
κι από τα μάτια μου καυτές μου πέφτουν στάλες,
αβάσταγες, σα χειμωνιάτικης πλημμύρας,
ότ᾽ είδα την πλεξίδ᾽ αυτή· γιατί ποιανού άλλου
να φανταστώ πως ημπορεί να ᾽ν᾽ αυτή η κόμη;
και βέβαια δεν την έκοψεν η φόνισσά του,
190 η μάνα μας! που ταιριαστή δεν έχει γνώμη
μ᾽ αυτό η κακούργα τ᾽ όνομα για τα παιδιά της.
Μα και πώς πάλι να παραδεχτώ πως είναι
του Ορέστη δώρο τ᾽ ακριβό στολίδι τούτο,
του φίλτατού μας; κι αχ πώς με χαϊδεύ᾽ η ελπίδα!
Αλίμονο,
δεν ήταν να ᾽χε μίλημα και κρίση ανθρώπου,
να μη δερνόμουν δίγωμη μες σε ναι κι όχι,
μα ή την πετούσα αδίσταχτα μακριά με φρίκη,
αν από εχθρού μας κεφαλή θα ᾽ταν κομμένη,
ή αν ήταν πάλι από δικό, να κλαίει μαζί μου,
200 στόλισμα και τιμή σ᾽ αυτόν τον τάφο επάνω.
Μα εσείς, θεοί, που ξέρετε, μάρτυρες είστε
μέσα σε ποιούς χειμώνες σα θαλασσομάχοι
παραδέρνομ᾽ εμείς· μ᾽ αν είναι να σωθούμε,
δέντρο τρανό κι από μικρό φουντώνει σπόρο.
Μα νά και πατησιές — δεύτερο αυτό σημάδι,
όμοιες και παραλλάζουνε με τις δικές μου.
κι είναι τα χνάρια δυο ποδιώ στη γης γραμμένα,
του ίδιου εκείνου αυτά και κάποιου σύντροφού του,
φτέρνες και γύροι των ποδιών να μετρηθούνε,
210 με τα σημάδια συμφωνούν των εδικών μου.
Ω πόνος που με παίρνει και το νου μου χάνω!

Η έννοια του θεού (θεῖον) στον ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

Για τους Ίωνες προσωκρατικούς, φυσικούς φιλοσόφους, ο Θεός ταυτιζόταν μάλλον με τη φύση, είναι αυτό που η νεότερη φιλοσοφία ονόμασε Πανθεϊσμό, μια ταύτιση δηλαδή του Θεού με τον κόσμο, όπου ο Θεός είναι η ψυχή ή η βούληση του Κόσμου, η ζωτική του αρχή (Spinoza). Για τον Θουκυδίδη όμως ισχύει μάλλον αυτό που οι νεότεροι ονόμασαν Ντεϊσμό (Deismus), που αρνείται κάθε επαφή του Θεού με τον Κόσμο· δεν ήταν δηλαδή θεϊστής (Theismus), που δέχεται όχι μόνο δημιουργό Θεό, αλλά και προσωπικό, κυβερνήτη του Κόσμου· δεν ήταν επίσης πανθεϊστής (Panentheismus), σύμφω­να με τον οποίο ο Κόσμος περιλαμβάνεται στο Θεό και είναι μάλιστα προϊ­όν της βούλησής του (Lessing)
 
Τελικά, δε θα ’λεγα ότι ο Θουκυδίδης ήταν άθεος, δεχόταν μια ανώτερη φυσική, συμπαντική δύναμη, που δεν επεμβαίνει όμως στα ανθρώπεια- ήταν αυτό που επιγραμματικά ο αρχαίος βιογράφος του Μαρκελλίνος περιέγραψε: «ἠρέμα ἄθεος».          
                           
Αλλά ας δούμε μερικές χαρακτηριστικές αναφορές από το έργο του Θουκυδίδη:
 
Στο δεύτερο βιβλίο και στην περιγραφή (§ 47-55) του φοβερού Λοιμού (τύφου) γράφει:
 
 «Ὑπερβιαζομένου γάρ τοῦ κακοῦ οί άνθρωποι, οὐκ ἔχοντες ὅ, τι γένωνται, ἐς ὀλιγωρίαν ἐτράποντο καί ἱερῶν καί ὁσίων ὁμοίως» (§ 52). (γιατί, καθώς το κακό τους είχε παραβασανίσει, οι άνθρωποι, μην ξέροντας τι θα γίνουν, το ’ριξαν στην αδιαφορία ίδια για τους θεϊκούς νόμους και τους ανθρώπινους.)

Και λίγο πιο κάτω:

«Θεῶν δε φόβος ἤ ἀνθρώπων νόμος οὐδείς ἀπεῖργε, τό μέν κρίνοντες ἐν ὁμοίῳ καί σέβειν καί μή ἐκ τοῦ πάντας ὁρᾶν ἐν ἴσῳ ἀπολλυμένους, ταῶν δέ ἁμαρτημάτων οὐδείς ἐλπίζων μέχρι τοῦ δίκην γενέσθαι βιούς ἄν τήν τιμωρίαν ἀντιδοῦναι...» (§ 53). (Φόβος των θεών ή νόμων των ανθρώπων κανένας δεν τους συγκρατούσε, απ’ τη μια γιατί έκριναν, με το να βλέπουν πως όλοι χάνονταν όμοια, ότι ήταν το ίδιο να δεί­χνουν σεβασμό ή όχι, απ’ την άλλη, γιατί κανένας δεν περίμενε ότι θα ζούσε ώσπου να γίνει δίκη και να τιμωρηθεί για τα ανομήματά του.)
 
Εδώ θυμόμαστε το «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου. Δηλαδή, η υπακοή ή μη στους θεούς είναι καθαρά ανταποδοτική (τιμωρία-αμοιβή) και δεν είναι ένας a priori καθολικός νόμος. Γιατί, αν ο Θεός δεν τηρεί το συμβόλαιό του, δεν έχει καμία αξία. Αυτό δεν είναι Ηθική!
 
Πιο κάτω, στην πολιορκία της Πλάταιας (II, § 71-78), ο Αρχίδαμος, βασι­λιάς της Σπάρτης, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την άδικη συμπεριφορά του, λέει:
 
«Θεοί ὅσοι γῆν τήν Πλαταιΐδα ἔχετε καί ἥρωες, ξυνίστορες ἔστε ὅτι οὔτε τήν ἀρχήν ἀδίκως, ἐκλιπόντων δέ τῶνδε προτέρων τό ξυνώμοτον, ἐπί γῆν τῆνδε ἤλθομεν οὔτε νῦν, ἤν τί ποιῶμεν, ἀδικήσομεν προκαλεσάμενοι γάρ πολλά καί εἰκότα οὐ τυγχάνομεν. Ξυγγνώμονες δέ ἔστε τῆς μέν ἀδικίας κολάζεσθαι τοῖς ὑπάρχουσι προτέροις, τῆς δέ τιμωρίας τυγχάνειν τοῖς ἐπιφέρουσι νομίμως» (II. 74). (Θεοί και ήρωες, όσοι προστατεύετε την πλαταιική γη, να είστε μάρτυρες ότι κι απ’ την αρχή δεν ήρθαμε άδικα εναντίον της χώ­ρας αυτής και τώρα αν κάμουμε κάτι κακό, δε θα είμαστε άδικοι· γιατί, ενώ κάναμε πολλές και λογικές προτάσεις, δεν εισακουστήκαμε. Ευδοκήστε λοιπόν να τιμωρηθούν όσοι άρχισαν πρώτοι την αδικία και να πετύχουν την τιμωρία όσοι ζητούν να την επιβάλουν νόμιμα.) Νομίζουν δηλαδή ότι με μια νομικίστικη και νομιμοφανή δικαιολογία θα εξαπατήσουν τους θεούς και προπαντός θα εφησυχάσουν την άδικη συνείδησή τους.
 
Περιγράφοντας την ήττα των Αθηναίων στο Δήλιο (Βοιωτίας) ο Θουκυδί­δης, λέει:
 
«Πᾶν δ’ εἰκός εἶναι τό πολέμῳ καί δεινῷ τινι κατειργόμενον ξύγγνωμον τί γίγνεσθαι καί πρός τοῦ θεοῦ, καί γάρ τῶν ἀκουσίων ἁμαρτημάτων καταφυγήν εἶναι τούς βωμούς, παρανομίαν τέ ἐπί τοῖς μή ἀνάγκη κακοῖς ὀνομασθῆναι καί οὐκ ἐπί τοῖς ἀπό τῶν ξυμφορῶν τί τολμήσασιν  (IV. 98). (Και καθετί που γίνεται απ’ την ανάγκη του πολέμου ή άλλου δεινού, φυσι­κό είναι να κρίνεται με επιείκεια ακόμη κι από το θεό, αφού οι βωμοί είναι καταφύγιο για τα ακούσια εγκλήματα. Ανομίες θεωρούνται οι κακές πράξεις που αποτολμιούνται χωρίς λόγο, όχι εκείνες που γίνονται κάτω από την πίεση της ανάγκης.)
 
Τώρα, τι είναι ανάγκη και ποιος είναι υπεύθυνος γι’ αυτήν δε λέγεται κι ούτε έχει σημασία, όταν ο καθένας προσπαθεί να δικαιολογήσει τις όποιες πράξεις του και να καθησυχάσει τη συνείδησή του ζητώντας τη θεϊκή επιεί­κεια.
 
Επανέρχομαι στο διάλογο Αθηναίων και Μηλίων του πέμπτου βιβλίου, όπου οι Μήλιοι στην απελπισία τους επιστρατεύουν κάθε επιχείρημα για σωτηρία τους, λέγοντας στους Αθηναίους:
 
 «Ὅμως δέ πιστεύομεν ταῇ μέν τύχῃ ἐκ τοῦ θείου μή ἐλασσώσεσθαι, ὅτι ὅσοί πρός οὐ δικαίους ἱστάμεθα…» (V, 104). (Πιστεύουμε όμως ότι οι θεοί δε θα μας αξιώσουν τύχη χειρότερη απ’ τη δική σας, γιατί θεοφοβούμενοι εμείς, αντιστεκόμαστε σε αδίκους.)
 
Δύο παρατηρήσεις: Πράγματι, στο τέλος η τύχη των Αθηναίων θα είναι η ίδια μ’ αυτή των Μηλιών και δεύτερο, η πίστη των Μηλίων στους θεούς και ότι επειδή κατά τη γνώμη τους έχουν το δίκαιο με το μέρος τους, αυτοί θα πρέπει να τους σώσουν, αποδεικνύεται αβάσιμη. Εδώ μπαίνει για μία ακόμη φορά το πρόβλημα της Θεοδικίας, όρος του Λάιμπνιτς. σε σχέση με την επι­κράτηση του κακού στον Κόσμο και πώς αυτό συμβιβάζεται με την ιδέα του αγαθού και δίκαιου θεού. Διακρίνει κανείς μια ειρωνεία του Θουκυδίδη για την αφέλεια των ανθρώπων να πιστεύουν ότι το θείο επεμβαίνει υπέρ των ανθρώπων και όπως αυτοί θέλουν κάθε φορά. Οι Αθηναίοι όμως τους απα­ντούν:
 
«Τῆς μέν τοίνυν πρός τό θεῖον εὐμενείας οὐδ' ἠμεῖς οἰόμεθα λελείψεσθαι. Οὐδέ γάρ ἔξω της ἀνθρωπείας τῶν μέν ἔς τό θεῖον νομίσεως τῶν δ’ ἔς σφᾶς αὔτους βουλήσεως δικαιοϋμεν ἤ πράσσομεν. Ἡγούμεθα γάρ τό τέ θεῖον δόξη, τό ἀνθρώπειον τέ σαφῶς διά παντός ἀπό ψύσεως ἀναγκαίας, οὗ ἄν κράτη, ἄρχειν» (V, 105). (Αλλά κι εμείς νομίζουμε πως δε θα μας λείψει η εύ­νοια των θεών γιατί δε ζητούμε και δεν κάνουμε τίποτε που να ’ναι αντίθε­το με τις πεποιθήσεις των ανθρώπων για τους θεούς ή τις αρχές που ακο­λουθούν στις μεταξύ τους σχέσεις. Έχουμε τη γνώμη για τους θεούς και τη βεβαιότητα για τους ανθρώπους ότι κάποιος φυσικός νόμος τους αναγκάζει να επιβάλουν την εξουσία τους σε κάθε περίσταση που είναι πιο δυνατοί.)
 
Δε λέει τι κάνουν ή τι μπορούν να κάνουν οι θεοί, αλλά τι νομίζουν οι άνθρωποι ότι δήθεν κάνουν οι θεοί, ενώ είναι σίγουροι ότι το κάνουν οι άνθρω- ποι και πως αυτοί δρουν στις μεταξύ τους σχέσεις. Το να επιβάλλονται δε οι δυνατοί στους αδυνάτους, αυτό είναι φυσικός νόμος, που ούτε οι θεοί ούτε οι άνθρωποι μπορούν να αποτρέφουν. Άρα οι θεοί είναι ανίσχυροι απέναντι στους φυσικούς νόμους ή, αν θέλετε, το θείο και το φυσικό ταυτίζονται, ή ακόμη ότι το ένα δρα ανεξάρτητα από το άλλο, όπως άλλωστε και το ανθρώπειον. Θεός, Φύση, Άνθρωπος, στο τέλος «τριάδα ὁμοούσιος καί ἀχώριστος»; Τρεις ανεξάρτητες οντότητες, αλλά και ταυτόχρονα με μια ουσία!
 
Στο έκτο βιβλίο περιγράφονται διάφορες επιχειρήσεις και νίκες των Αθη­ναίων στη Σικελία. Σε μια απ’ αυτές, την ώρα της μάχης,
 
«γενομένης δ’ ἐν χερσί τῆς μάχης ἐπί πολύ ἀντεῖχον ἀλλήλοις, καί ξυνέβη βροντάς τέ ἅμα τινάς γενέσθαι καί ἀστραπάς καί ὕδωρ πολύ, ὥστε τοῖς μέν πρῶτον μαχομένοις καί ἐλάχιστα πολέμῳ ὡμιληκόσι καί τοῦτο ξυνεπιλαβέσθαι τοῦ φόβου, τοῖς δ’ ἐμπειροτέροις τά μέν γιγνόμενα καί ὥρα ἔτους περαίνεσθαι δοκεῖν, τούς δέ ἀνθεστώτας πολύ μείζω ἔκπληξιν μή νικωμένους παρέχει» (VI, 70). (Όταν ο αγώνας άρχισε να γίνεται σώμα με σώμα, για κάμποση ώρα κι οι δυο αντί­παλοι κρατούσαν τις θέσεις τους· συνέβηκε όμως. τη στιγμή κείνη, ν’ αρχίσει να βροντά, ν’ αστράφτει και να πέφτει δυνατή βροχή. Τα φαινόμενα αυτά με­γάλωσαν το φόβο κείνων που πολεμούσαν για πρώτη φορά κι είχαν ελάχιστη πολεμική πείρα, ενώ των άλλων, των έμπειρων, αυτά τους φαίνονταν φυσικά, εξαιτίας της εποχής του έτους, και πιο πολύ εκπλήσσονταν απ’ το γεγονός πως ο αντίπαλός τους αντιστεκόταν και δεν είχε ακόμη νικηθεί.)
 
Για άλλη μια φορά ο Θουκυδίδης εξηγεί τα πάντα σύμφωνα με τους φυ­σικούς νόμους, ως φυσικά δηλαδή φαινόμενα και όχι ως θεϊκή επέμβαση, μό­νο δηλαδή τον ορθό Λόγο δέχεται.
 
Τέλος, στο έβδομο βιβλίο περιγράφοντας την καταστροφή του αθηναϊκού στρατού και προσπαθώντας ο Νικίας να ενθαρρύνει τους στρατιώτες του, λέει:
 
«Ἱκανά γάρ τοῖς τέ πολεμίοις ηὐτύχηται, καί εἴ τῳ θεῶν ἐπίφθονοι ἐστρατεύσαμεν, ἀποχρώντως ἤδη τετιμωρήμεθα· ἦλθον γάρ που καί ἄλλοι τινές ἤδη ἔφ’ ἑτέρους, καί ἀνθρώπεια δράσαντες ἀνεκτά ἔπαθον. Καί ἠμᾶς εἰκός νῦν τά τέ ἀπό τοῦ θείου ἐλπίζειν ἠπιώτερα ἕξειν (οἴκτου γάρ ἄπ’ αὐτῶν ἀξιώτεροι ἤδη ἐσμέν ἤ φθόνου» (VII, 77). (γιατί κι οι εχθροί αρκετά έχουν ευνοηθεί από την τύχη, κι εμείς, αν με την εκστρατεία μας προκαλέσα- με το φθόνο κανενός θεού, αρκετά πια έχουμε τιμωρηθεί. Κι άλλοι, ξέρουμε, πήγαν να χτυπήσουν ξένες χώρες κι αφού έκαμαν όσα η ανθρώπινη φύση σπρώχνει να κάνουμε, έπαθαν όσα άνθρωποι μπορούν να υποφέρουν λογι­κό, λοιπόν, είναι κι εμείς τώρα να ελπίζουμε πως οι θεοί θα φανούν πιο μα­λακοί απέναντι μας [γιατί περισσότερο πια αξίζουμε τον οίκτο τους παρά το φθόνο τους.])
 
Βλέπουμε δηλαδή πώς οι άνθρωποι προσπαθούν να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους, ή αποδίδοντάς τες στους θεούς ή στη Φύση και τους Νόμους της ή στη φυσική ανθρώπινη συμπεριφορά. Ο Θουκυδίδης όμως όλα αυτά τα θεωρεί προφάσεις «ἐν ἁμαρτίαις» και αν και τις θεωρεί ανθρώπινες αδυνα­μίες, δεν τις δέχεται, και τις ερμηνεύει μόνο σύμφωνα με τον ορθό Λόγο. Εί­ναι σαν να μας λέγει: Η ευθύνη είναι απόλυτα δική μας! Αν και «οι Θεοί και οι Άνθρωποι ακολουθούν πάντα έναν απόλυτο νόμο της Φύσης» (Finley, Θουκυδίδης, σελ. 215 και «Στην Ιστορία οι Θεοί λάμπουν με την απουσία τους», στο ίδιο, σελ. 315).

Αριστοτέλης: Ο χαρακτήρας των νέων ανθρώπων

Τα ἤθη που προσιδιάζουν στους ανθρώπους κάθε ηλικιακής ομάδας.
 
Επιθυμώντας να προσφέρει στους ρήτορες τις γνώσεις που τους είναι απαραίτητες για την επίκληση και διέγερση των συναισθημάτων του ακροατηρίου τους, μετά την αναλυτική έκθεση καθενός από τα πάθη, ο Αριστοτέλης εξετάζει στο σημείο αυτό τα ἤθη που προσιδιάζουν στους ανθρώπους κάθε ηλικιακής ομάδας.
 
Ύστερα από αυτά ας πραγματευθούμε τώρα το θέμα «Τι λογής είναι οι άνθρωποι από πλευράς χαρακτήρα ενσχέσει με τα πάθη, τις έξεις, την ηλικία και τις τύχες της ζωής». Πάθη ονομάζω την οργή, την επιθυμία και τα παρόμοια (έχουμε ήδη μιλήσει γι’ αυτά), ενώ έξεις ονομάζω τις αρετές και τις κακίες (κάναμε και γι’ αυτές λόγο, κάνοντας επίσης αναφορά στα πράγματα που το κάθε επιμέρους άτομο επιλέγει και προτιμάει, καθώς και σ’ αυτά που πράττει). Οι ηλικίες είναι η νεανική, η ώριμη και η γεροντική. Τύχες της ζωής ονομάζω την ευγενική καταγωγή, τον πλούτο, την ισχύ στις διάφορες μορφές της, καθώς και τα αντίθετά τους ― γενικά τις καλές και τις κακές τύχες.
 
Οι νέοι λοιπόν ―για να μιλήσουμε για τα επιμέρους στοιχεία του χαρακτήρα τους― έχουν έντονες επιθυμίες και είναι άξιοι να κάνουν αυτά που επιθυμούν. Από τις επιθυμίες που σχετίζονται με το σώμα κυνηγούν κατά κύριο λόγο την ερωτική, και δεν έχουν τη δύναμη να ελέγξουν τον εαυτό τους ενσχέσει με αυτήν. Αλλάζουν εύκολα επιθυμίες και τις χορταίνουν γρήγορα: οι επιθυμίες τους είναι σφοδρές, ξεθυμαίνουν όμως γρήγορα γιατί η όρεξή τους για κάτι είναι έντονη, διαρκεί όμως λίγο, όπως ακριβώς η δίψα και η πείνα ―κάθε λίγο και λιγάκι― των αρρώστων. Παραφέρονται εύκολα, είναι ευέξαπτοι και ρέπουν στο να αφήνονται να παρασυρθούν από το θυμό τους. Δεν έχουν τη δύναμη να αντισταθούν στις παρορμήσεις τους· γιατί η αγάπη τους για την τιμή τούς κάνει να μη μπορούν να ανεχθούν την περιφρόνηση, αλλά αγανακτούν όταν πιστεύουν ότι αδικούνται. Αγαπούν τις τιμές, πιο πολύ όμως αγαπούν τη νίκη· γιατί οι νέοι θέλουν να υπερέχουν, και η νίκη είναι μια περίπτωση υπεροχής. Η αγάπη τους για τα δύο αυτά είναι μεγαλύτερη από την αγάπη τους για το χρήμα: η αγάπη τους για το χρήμα είναι πολύ μικρή, επειδή δεν έχουν ακόμη δοκιμάσει στέρηση και φτώχεια, όπως λέει και ο λόγος του Πιττακού για τον Αμφιάραο.
 
Ο χαρακτήρας τους είναι τέτοιος που να μη βλέπουν την κακή όψη των πραγμάτων, αλλά την καλή· ο λόγος είναι ότι τα μάτια τους δεν έχουν ακόμη δει πολλές κακίες. Είναι, επίσης, ευκολόπιστοι, γιατί δεν ήταν πολλές ως τώρα οι φορές που έπεσαν θύματα απάτης. Αντιμετωπίζουν, επίσης, τη ζωή με αισιοδοξία· γιατί όπως αυτοί που έχουν πιει πολύ κρασί, έτσι ακριβώς και οι νέοι έχουν μέσα τους, από την ίδια τους τη φύση, μια θέρμη ― την ίδια, βέβαια, στιγμή και γιατί δεν έχουν ακόμη γνωρίσει πολλές αποτυχίες. Ζουν κυρίως με την ελπίδα· ο λόγος είναι ότι η ελπίδα σχετίζεται με το μέλλον, ενώ η μνήμη με το παρελθόν, και για τους νέους το μέλλον είναι μεγάλο, ενώ το παρελθόν μικρό· στην αρχή, πράγματι, της ζωής του δεν έχει κανείς να θυμάται τίποτε, έχει όμως περιθώριο να ελπίζει τα πάντα. Για τον λόγο αυτό είναι και ευεξαπάτητοι, επειδή εύκολα δημιουργούν μέσα τους ελπίδες. Έχουν, επίσης, θάρρος ― περισσότερο αυτοί από τους άλλους· ο λόγος είναι ότι παραφέρονται εύκολα και είναι γεμάτοι από ελπίδες· η πρώτη από τις ιδιότητες αυτές τους κάνει να μη φοβούνται, ενώ η δεύτερη τους κάνει θαρραλέους: κανένας δεν αισθάνεται φόβο όσο κατέχεται από οργή, και η ελπίδα για κάτι καλό δίνει στον άνθρωπο θάρρος. Είναι, επίσης, συνεσταλμένοι και ντροπαλοί: έχοντας ανατραφεί αποκλειστικά με βάση τους καθιερωμένους κανόνες του κοινωνικού τους περιβάλλοντος δεν φαντάζονται ακόμη ότι υπάρχουν και άλλα όμορφα πράγματα. Είναι, επίσης, μεγαλόψυχοι· γιατί η ζωή δεν τους ταπείνωσε ακόμη, ούτε και δοκίμασαν τη δύναμη της ανάγκης, και το να θεωρεί κανείς τον εαυτό του άξιο μεγάλων πραγμάτων είναι μεγαλοψυχία ― αυτό πάλι χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που είναι γεμάτος μέσα του από ελπίδες. Προτιμούν, επίσης, να κάνουν όμορφα μάλλον πράγματα παρά πράγματα που τους συμφέρουν· ο λόγος είναι ότι τη ζωή τους τη ρυθμίζουν πιο πολύ οι κανόνες του ηθικού χαρακτήρα παρά ο υπολογισμός: ο υπολογισμός σχετίζεται με το συμφέρον, ενώ η αρετή με το ωραίο. Αγαπούν, επίσης, τους φίλους τους και τους συντρόφους τους περισσότερο [1389b] από ό,τι αυτοί που βρίσκονται σε άλλες ηλικίες, για τον λόγο ότι είναι μια ευχαρίστηση γι’ αυτούς να ζουν συντροφιά με άλλους, αλλά και γιατί δεν υπάρχει ακόμη τίποτε που να το κρίνουν με βάση το συμφέρον ― άρα ούτε και τους φίλους τους. Όλα τους τα σφάλματα έχουν την αρχή τους στην υπερβολή και στη σφοδρότητά τους ― κατά παράβαση, βέβαια, του λόγου του Χίλωνα· πραγματικά, ό,τι κάνουν, το κάνουν σε υπερβολικό βαθμό: αγαπούν σε υπερβολικό βαθμό, μισούν σε υπερβολικό βαθμό, το ίδιο και όλα τα άλλα.
 
Πιστεύουν ότι τα ξέρουν όλα, και είναι βέβαιοι για όλα πεισματικά αυτό είναι και η αιτία που ό,τι κάνουν το κάνουν σε βαθμό υπερβολικό. Και οι αδικίες που κάνουν έχουν σχέση με τη διάθεσή τους να προσβάλουν, όχι με τη διάθεσή τους να κάνουν κακό. Αισθάνονται, επίσης, εύκολα οίκτο, για τον λόγο ότι θεωρούν όλους τους ανθρώπους καλούς ή καλύτερους από αυτό που πράγματι είναι: μετρώντας τους πλησίον τους με μέτρο τη δική τους α–κακία καταλήγουν να θεωρήσουν πως ό,τι παθαίνει ο άλλος, το παθαίνει δίχως να το αξίζει. Τους αρέσουν επίσης τα γέλια και οι χαρές, γι’ αυτό και είναι πειραχτήρια· γιατί ο αστεϊσμός είναι μια εξευγενισμένη μορφή προσβολής.
 
ΑΡΙΣΤ: Ρητ. 1388b31–1390b13

Η ζωή δεν σου δίνει τίποτα που να μην μπορείς να χειριστείς και να αντέξεις

Σκοτάδι. Σκοτάδια ατελείωτα, δρόμοι τόσο κουραστικοί, γεμάτοι αδιεξόδους, μονόδρομους, ψυχολογικά τέλματα. Εσύ, κατά κανόνα, ουραγός σε μία πορεία με άγνωστη εκκίνηση μα κυρίως έναν άγνωστο, αβέβαιο προορισμό. Όλα ένα πλέγμα, ένα κουβάρι ερωτηματικών, ένα μπέρδεμα που λειτουργεί ως μια εμφανή πρόκληση των αντοχών και των δυνάμεών σου.

Τόσες οι μπόρες, άλλες τόσες οι ευκαιρίες να σε ψάξεις ενδελεχέστερα. Δεν ήταν, φαίνεται, αρκετά τα χαστούκια ως τώρα. Έπρεπε. Έπρεπε να το ζήσεις κι αυτό μπας και μπολιαστείς αυτή τη φορά ισχυρά με την επιθυμητή για την ψυχή σου, ισχύ. Η ζωή όμως, ξέρει. Ανέκαθεν, ήξερε. Μέσα στο συνονθύλευμα αγανάκτησης και απελπισίας ξεχνάς πως τίποτα δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα.

Ακόμα και τούτα τα σκοτάδια τα τρομακτικά, οι μέρες και οι νύκτες που πια αδυνατείς να ξεχωρίσεις, τα γελοκλάματα που έχασαν για λίγο το νόημα της υπόστασής τους, όλα υπάρχουν μόνο για να ξεθωριάσουν. Όλα κάποια στιγμή ξεθυμαίνουν, κουράζονται βλέπεις κι αυτά κι αποφασίζουν σαν αυτοάνοσα να αλλάξουν πορεία.

Έτσι ή αλλιώς, η ζωή σου προχωρά, τρέχει, χάνεται, φεύγει και αποδεικνύει κάθε μέρα όλο και πιο ισχυρά πως οι αναμνήσεις υπάρχουν μόνο για να αντικαθίστανται. Όλα εκείνα τα τραγούδια τα μόνο δικά σου, όλα εκείνα τα μέρη τα αυστηρώς στιγματισμένα με τη σφραγίδα σου, όλα εκείνα τα σημάδια, οι συμπτώσεις, όλα αυτά να τα επιδιώκεις να τα αλλάξεις, να τα αντικαταστήσεις με κάτι καινούριο. Βλέπεις, μόνο το μέλλον μπορεί να σου προσφέρει αλήθειες, μόνο το μέλλον μπορεί να κατορθώσει να επουλώσει τα τραύματα που τσούζουν υπερήφανα.

Άπαξ και η λογική ξεμπλοκάρει, όλα γίνονται αυτόματα λίγο πιο απλά. Στην τελική, όλα τούτα τα όνειρα, οι στόχοι, οι αυτοθυσίες, αξίζει, λες να αναιρεθούν για ένα ακόμα συναισθηματικό κατρακύλισμα; Τα έκτισες, τα γκρέμισες και τα ξαναέκτισες όλα τόσο αρμονικά, τόσο μεθοδικά που ποτέ δεν θα είναι πλέον αργά να θυμηθείς το λόγο ύπαρξής τους και να τα κυνηγήσεις πιο πεισματικά από ποτέ.

Λύγισε και ξαναλύγισε όσες φορές χρειαστεί μα κοίτα, κάθε φορά η άνοδος να γίνεται όλο και πιο αθόρυβα, γρήγορα, απλά και τυπικά διαδικαστικά. Ο χρόνος γνωρίζει. Ανέκαθεν γνώριζε. Μα κάποτε τον εμποδίζεις να δράσει όπως αυτός ξέρει καλύτερα.

Κι αν είχα να διαλέξω σε τούτο το παιγνίδι να είχα μόνο χρώματα, θα ήταν ό,τι πιο πληκτικό αποφάσιζα να προσφέρω στον εαυτό μου εκείνη τη στιγμή. Τα επιζητώ τα μαυρόασπρα γιατί, βλέπεις, κρύβουν διαμάντια δύναμης και υποσχέσεις που κάποτε ήμουν πεπεισμένη πως δεν υπήρχαν καν. Στα εύκολα, στα δύσκολα, στα πιο δύσκολα, λοιπόν.

Προτιμώ να παραμείνω άνθρωπος

Ναι, αυτό θέλω. Να αναμένω απ’ τους ανθρώπους το καλό μονάχα. Να κοιτάζω μέσα στα μάτια τους και να αναμένω την αλήθεια. Θέλω να παραμείνω άνθρωπος και να βοηθώ τον συνάνθρωπό μου.

Να είμαι αυθόρμητος, να μη φοβάμαι να ανταλλάξω μια κουβέντα μαζί του γιατί είναι ένας “άγνωστος”. Προτιμώ να παραμείνω άνθρωπος και να μην ξεχνάω ότι δεν είμαι τίποτα περισσότερο ή λιγότερο απ’ τον άλλον.

Προτιμώ να παραμείνω άνθρωπος. Να συνεχίζω να πιστεύω στην αγάπη. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι είμαι της “παλιάς σχολής”. Της σχολής εκείνης, της οποίας, το όνομα ακούει στην αληθινή φιλία και όχι στην εκμετάλλευση και την κοροϊδία.

Προτιμώ να παραμείνω άνθρωπος και να πιστεύω στην ένωση δύο ανθρώπων. Προτιμώ να παραμείνω άνθρωπος και να λέω “Kαλημέρα, καλησπέρα και καληνύχτα”. Να εκτιμώ την ευλογία και την ουσία των λέξεων αυτών.

Θέλω να παραμείνω άνθρωπος και να θυμάμαι πάντοτε ότι αποτελούμαι από πνεύμα και ψυχή, εκτός από σώμα. Προτιμώ να παραμείνω άνθρωπος και να μην “χάνομαι” στην ύλη.  Να έχω υπόψιν μου, την κάθε μέρα που έρχεται, πως ό,τι κάνω έχει αντίκτυπο στον διπλανό μου και ακόμα παραπέρα.

Να συνεχίσω ακόμα να ονειρεύομαι και να ελπίζω. Να μην φοβάμαι να εκφραστώ και να ερωτευτώ. Θέλω να παραμείνω άνθρωπος και να συνδεθώ με την αληθινή μου φύση. Τον αληθινό μου εαυτό. Θέλω και θα συνεχίσω να θέλω να παραμείνω άνθρωπος. Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό.

Τα μεγαλύτερα προβλήματα του ανθρώπου χωρούν στο ανυπόφορο κενό που η γνώση δεν κατάφερε να γεμίσει

Τα περισσότερα πράγματα είναι «μέσα για κάτι άλλο». Το χρήμα είναι μέσο για… Η φυσική ομορφιά είναι μέσο για… Μερικές φορές ως κι η αγάπη είναι μέσο για κάτι άλλο… Εκτός από τη γνώση. Ο σκοπός της γνώσης θα έπρεπε να είναι μόνο η γνώση.

Εγώ θα κατέτασσα στους πιο σοφούς μόνο εκείνους που απολαμβάνουν την εσωτερική γαλήνη που δίνει η βεβαιότητα μιας σωστής πορείας σ’ ένα σωστό δρόμο. Μόνο αυτούς που είναι αληθινά πεπεισμένοι ότι το διαπροσωπικό υπερτερεί τον ατομικού. Και μόνο όσους έχουν αναπτύξει ένα υψηλότατο επίπεδο συνείδησης της αξίας του προφανούς. Μόνο αυτοί μπορούν να αξιωθούν μια ζωή μέσα στη γνώση -όπου η γνώση δεν θα είναι φορτίο αλλά καταφανής χαρά.

Ορισμένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα (τα ναρκωτικά, η εγκληματικότητα, η κατάχρηση εξουσίας, η βία, η χειραγώγηση και, προπαντός, ο κάθε είδους αυταρχισμός) όλα χωρούν μες στη λίστα της αποσύνθεσης. Αλλά πριν απ’ αυτή τη λίστα, χώρεσαν στο ανυπόφορο κενό που η γνώση δεν κατάφερε να γεμίσει.

Δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι το κενά αυτό δεν θα καταληφθεί από πράγματα χειροπιαστά και υλικά.

Εγώ δεν είμαι σοφός και μάλλον ποτέ δεν θα γίνω, αφιερώνω, όμως, το χρόνο και την ενέργειά μου για να βοηθήσω άλλους να νιώσουν την επιθυμία και να βρουν τη δύναμη που απαιτεί η αναζήτηση της σοφίας.

Είμαι, όπως έχω ξαναπεί, ένας επαγγελματίας βοηθός· κάποιος που αποφάσισε πριν από καιρό να μοιραστεί τις γνώσεις του με άλλους, με στόχο να διευκολύνει το έργο όσων θα ακολουθήσουν το ίδιο δρόμο. Το κάνω όσο καλύτερα μπορώ -και μάλλον δεν είναι το καλύτερο που μπορεί να γίνει-, ζητώ, όμως, κάποιον σεβασμό απ’ όποιον επιχειρεί να με κρίνει, διότι είναι προφανές ότι εργάζομαι με τους προσωπικούς μου περιορισμούς- που δεν είναι λίγοι.

Η Τέχνη της Αγάπης: Τι σημαίνει να δίνεις

Αλλά τι σημαίνει να δίνεις; Όσο και αν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα φαίνεται αρχικά απλή, στην πραγματικότητα είναι γεμάτη αμφισημίες και πολυπλοκότητες. Η πιο διαδεδομένη παρανόηση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία όταν δίνεις σημαίνει «ότι παραιτείσαι» εσύ από κάτι, ότι στερείσαι κάτι, ότι το θυσιάζεις. Το άτομο, του οποίου ο χαρακτήρας δεν αναπτύχθηκε πέρα από το στάδιο τού να προσανατολίζεται στο πώς θα επωφεληθεί, θα εκμεταλλευτεί και θα αποθησαυρίσει και μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να νιώσει το δόσιμο. Ο εμπορικός αυτός ανθρώπινος τύπος είναι πρόθυμος να δώσει, αλλά μόνο με το αντάλλαγμα ότι θα λάβει κάτι` το να δώσει χωρίς να πάρει είναι για αυτόν ισοδύναμο με εξαπάτηση. Οι άνθρωποι, των οποίων ο κύριος προσανατολισμός είναι μη δημιουργικός, νιώθουν το δόσιμο σαν κάτι που τους κάνει πιο φτωχούς. Για αυτό ακριβώς οι περισσότεροι άνθρωποι αυτού του τύπου είναι τόσο αρνητικοί στο να δίνουν. Μερικοί ανάγουν το δόσιμο σε θυσία και το αποκαλούν αρετή. Νιώθουν ότι απλώς και μόνο επειδή το να δίνεις είναι οδυνηρό, ο άνθρωπος πρέπει να δίνει` η αρετή τού να δίνεις έγκειται για αυτούς ακριβώς στην αποδοχή της θυσίας. Για αυτούς δηλαδή, το στερεότυπο ότι είναι προτιμότερο να δίνεις παρά να παίρνεις σημαίνει ότι είναι προτιμότερο να υποφέρεις από τη στέρηση παρά να βιώνεις χαρά.

Για τον δημιουργικό χαρακτήρα, το να δίνεις αποκτά μία εντελώς διαφορετική σημασία. Το να δίνεις είναι η υψηλότερη έκφραση της ανθρώπινης δυνατότητας. Στην ίδια την πράξη της προσφοράς βιώνω τη δύναμή μου, τον πλούτο μου, την ικανότητά μου. Αυτή η εμπειρία της αυξημένης ζωτικότητας και δυνατότητας με γεμίζει ευδαιμονία. Αισθάνομαι τον εαυτό μου να πλημμυρίζει, να προσφέρει, είμαι γεμάτος ζωή και επομένως ευτυχισμένος. Το να δίνω με γεμίζει με περισσότερη χαρά από ό, τι το να παίρνω όχι επειδή είναι μία πράξη με την οποία στερούμαι κάτι, αλλά επειδή μέσα στην ίδια την πράξη του δοσίματος έγκειται η εκδήλωση της ζωντάνιάς μου.

Στη σφαίρα των υλικών πραγμάτων, το να δίνει κανείς σημαίνει και ότι είναι πλούσιος. Δεν είναι πλούσιος αυτός ο οποίος έχει πολλά, αλλά αυτός ο οποίος δίνει πολλά. Ο άνθρωπος ο οποίος απλώς αποθησαυρίζει γεμάτος άγχος μήπως χάσει και το παραμικρό, είναι από ψυχολογικής άποψης φτωχός, εξαθλιωμένος, ανεξάρτητα από το πόσα πολλά έχει. Πλούσιος είναι όποιος είναι ταυτόχρονα ικανός να δίνει κάτι από τον εαυτό του. Αυτός νιώθει τον εαυτό του ως κάποιον που μπορεί να προσφέρει στους άλλους κάτι από αυτόν ακριβώς τον εαυτό. Μόνο ο άνθρωπος που είναι στερημένος ακόμη και των βασικών μέσων για να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες επιβίωσης θα ήταν ανίκανος να απολαύσει την πράξη τού να δίνει υλικά πράγματα. Όμως, η καθημερινή εμπειρία μας δείχνει ότι αυτό το οποίο ο κάθε άνθρωπος θεωρεί και αντιλαμβάνεται ως στοιχειώδεις ανάγκες εξαρτάται τόσο από το τι έχει πραγματικά στην κατοχή του όσο και από το χαρακτήρα του. Είναι ευρέως γνωστό ότι οι φτωχοί είναι πολύ περισσότερο πρόθυμοι από τους πλούσιους να δώσουν. Ωστόσο, η φτώχεια η οποία υπερβαίνει κάποιο όριο, μπορεί να καταστήσει αδύνατη την πράξη της προσφοράς, και είναι τόσο ταπεινωτική όχι μόνο εξαιτίας των βασάνων που άμεσα προκαλεί αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι στερεί από τον άνθρωπο τη χαρά της προσφοράς.

Όμως ο πιο σημαντικός τομέας της προσφοράς δεν αφορά τα υλικά πράγματα, αλλά την πολύ ιδιαίτερη επικράτεια του ανθρώπου. Τι δίνει λοιπόν ένας άνθρωπος σ’ έναν άλλο άνθρωπο; Του δίνει κάτι από τον εαυτό του, από το πιο πολύτιμο που έχει, από τη ζωή του. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θυσιάζει τη ζωή του για τον άλλο – αλλά ότι του δίνει από ό, τι πιο ζωντανό υπάρχει μέσα του` του δίνει από τη χαρά του, από το ενδιαφέρον, από την κατανόησή του, από τη γνώση του, από το χιούμορ του, από τη θλίψη του – από όλες τις εκφάνσεις και εκδηλώσεις του ζωντανού πυρήνα της ύπαρξής του. Και με αυτού του είδους την προσφορά από την ίδια του τη ζωή εμπλουτίζει τους άλλους, ενδυναμώνει μέσα τους την επίγνωσή τους ότι είναι ζωντανοί, ενδυναμώνοντας έτσι και μέσα στον εαυτό του την ίδια αυτή επίγνωση. Δεν δίνει με σκοπό να πάρει` η προσφορά του είναι από μόνη της μία πηγαία χαρά. Παρ’ όλα αυτά, δίνοντας δεν μπορεί παρά να κάνει να γεννηθεί κάτι μέσα στον άλλο άνθρωπο, και αυτό το οποίο γεννιέται αντανακλάται πάλι σε αυτόν. Το να δίνεις αληθινά σημαίνει και πως δεν μπορεί παρά να λάβεις αυτό που θα σου ξαναδοθεί. Το να δίνεις σημαίνει με άλλα λόγια ότι θα κάνεις και τον άλλο άνθρωπο να δώσει, κι έτσι δύο άτομα πια θα μοιράζονται τη χαρά για αυτό που έκαναν να γεννηθεί. Μέσα στην ίδια την πράξη της προσφοράς, πάντοτε κάτι γεννιέται ώστε και οι δύο άνθρωποι που εμπλέκονται να νιώθουν ευγνωμοσύνη για τη νέα αυτή ζωντανή κατάσταση η οποία γεννήθηκε και για τους δυο τους. Ειδικότερα όσον αφορά την αγάπη, αυτό σημαίνει: η αγάπη είναι μία δύναμη που παράγει αγάπη` η αδυναμία είναι η ανικανότητα να γεννήσεις αγάπη.

ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΑΠΗ: ΕΡΩΤΑΣ, ΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ

Τους αρχαίους Έλληνες, των οποίων οι ανακαλύψεις και οι εξελίξεις στα μαθηματικά, τη λογική, την ηθική, τις τέχνες και σε πολλά άλλα θέματα συνεχίζουν να ασκούν εξέχουσα επιρροή στον δυτικό πολιτισμό, και επομένως και στο παγκόσμιο χωριό, τους απασχολούσε ζωτικά το θέμα της αγάπης και της σχέσης της με την ανθρώπινη ψυχή. Σε αυτή την προχριστιανική περίοδο, οι Έλληνες ήταν παγανιστές και η άποψή τους για την ψυχή δεν ήταν θρησκευτική, που έχει να κάνει με πνεύματα ή φαντάσματα. Ο Πλάτωνας και οι άλλοι αντιλαμβάνονταν την αγάπη σαν να κατοικεί στην ψυχή και την ψυχή την ίδια (και επομένως την αγάπη) σαν να έχει τρία μέρη ή διαστάσεις. Αυτές οι διαστάσεις αντιστοιχούν στα σπλάχνα, το μυαλό και την καρδιά. Οι Έλληνες ονόμαζαν αυτούς τους τρεις διαφορετικούς τύπους αγάπης έρωτα, φιλία και αγάπη.

Αν και σήμερα χρησιμοποιούμε τη λέξη “ερωτικό” για να εννοήσουμε σεξουαλικό, η ελληνική αντίληψη του έρωτα στην πραγματικότητα αναφερόταν σε όλες τις ανθρώπινες φυσικές επιθυμίες. Η επιθυμία για φαγητό και ποτό ήταν ερωτική (καθώς ανήκαν στον τομέα των σπλάχνων) όσο και η επιθυμία για σεξ. Από αυτή τη σκοπιά, το σεξ είναι άλλη μια από τις ορέξεις, χωρίς να έχει περισσότερη αξία κρίσης συνδεδεμένη με αυτό από ότι το φαγητό. Μόνο όταν οι θρησκείες άρχισαν να ελέγχουν την ανθρώπινη κοινωνική συμπεριφορά είδαμε τη σεξουαλικότητα να τη διαχειρίζονται σαν κάτι διαφορετικό από τις υπόλοιπες σωματικές επιθυμίες, που οδήγησε στο περιορισμένο (και σημερινό) νόημα του έρωτα. “Ερωτική αγάπη”, επομένως, στη σημερινή γλώσσα, σημαίνει σεξουαλική αγάπη και κουβαλάει μαζί της υπονοούμενη έλξης, σαγήνης, ατμόσφαιρα μυστηρίου, χημείας και ζωώδους μαγνητισμού. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε τη σημαντικότητά της, αλλά επίσης να επιβεβαιώσουμε τις υψηλότερες πλευρές της αγάπης.

“Φιλία” σημαίνει μια διανοητική έλξη από κάποιον ή κάτι που εξελίσσεται σε κάποιο είδος αγάπης. Η φιλοσοφία η ίδια, που σημαίνει “αγάπη της σοφίας”, συμβαίνει να είναι ένα καλό παράδειγμα.

Φιλία σημαίνει να αγαπάς ανθρώπους, πράγματα ή ιδέες με μη σεξουαλικούς τρόπους. Η σχέση μεταξύ ενός μαθητή και ενός δασκάλου μπορεί να είναι φιλική αγάπη, όπως μπορεί να είναι η έλξη προς ένα φίλο, ένα ποίημα, ένα τοπίο, ένα μαθηματικό θεώρημα, μια ηθική θεωρία, το θέμα μιας μελέτης, ένα επάγγελμα ή έναν κοινωνικό σκοπό. Οι άνθρωποι που αγαπούν τη δουλειά τους έχουν φιλικές σχέσεις με την καριέρα τους. Αγαπάτε και υμνείτε τη ζωή την ίδια; Αυτό είναι επίσης φιλία. Μια από τις πιο ισχυρές εκφράσεις της φιλίας είναι η σχέση που ενώνει δύο φίλους.

Στη φιλία το εγώ δεν διαλύεται μέσα στον άλλο· αντιθέτως, εξελίσσεται. Διαφορετικά από την αγάπη, η φιλία δεν κηρύττει ότι ένα κι ένα κάνουν ένα· αλλά ότι ένα κι ένα κάνουν δύο. Καθένας από τους δύο εμπλουτίζεται από και για τον άλλο. – ΕΛΙ ΓΟΥΙΖΕΛ

Η τρίτη, και πιο υψηλή μορφή αγάπης για τους Έλληνες, είναι η αγάπη – αγάπη που δεν ζητά τίποτα σε αντάλλαγμα.

Είναι η πιο σπάνια και η πιο πολύτιμη μορφή αγάπης. Αυτοί που εκδηλώνουν αγάπη ενεργούν πέρα από τα αγνά ατομικά κίνητρα: Ο κόσμος είναι γεμάτος από πλάσματα που χρειάζονται να αγαπηθούν από μια καλή καρδιά και η αγάπη είναι αγάπη που πηγάζει από μια τέτοια καρδιά. Η αγάπη καθιστά ικανούς τους ανθρώπους να βιώσουν θεϊκή αγάπη οι ίδιοι και να εκπέμψουν συμπόνια για τους άλλους. Επειδή η αγάπη είναι ανιδιοτελής, η έκφρασή της πάντα βοηθά και ποτέ δεν βλάπτει τους άλλους. Εκεί όπου ο έρωτας καθιστά δυνατούς τους ερωτικούς δεσμούς και τη δημιουργία οικογένειας και ο φίλος καθιστά τη φιλία και την κοινωνία δυνατές, η αγάπη καθιστά τη λατρεία και την ανθρωπιά δυνατές. Η αγάπη μπορεί επίσης να επικυρώσει και να δυναμώσει τόσο τη φιλία όσο και τον έρωτα.

Αυτό που κάνει την αγάπη διαφορετική από τον έρωτα και τη φιλία είναι η ανιδιοτέλειά της. Ο έρωτας κάνει τους ανθρώπους να πολεμούν να χάσουν ή να βρουν τους εαυτούς τους μέσα σε άλλους. Η φιλία τούς κάνει να θέλουν να ταυτιστούν με κάποιον άλλο. Η αγάπη εκδηλώνεται χωρίς να μπαίνουν στο δρόμο της το εγώ και τα κίνητρα. Το να δέχεστε αγάπη είναι σαν να νιώθετε τον ακτινοβόλο ήλιο να λάμπει πάνω σας. Δεν σας πειράζει που λάμπει πάνω και σε άλλους επίσης· αντίθετα, θέλετε και οι άλλοι να το νιώθουν. Το να δίνετε αγαπητική αγάπη είναι σαν να παράγετε το ακτινοβόλο φως το ίδιο.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να βιώσετε την αγάπη σαν όφελος και μετά να τη δώσετε και σε άλλους. Μερικοί το κάνουν αυτό μέσω της προσευχής· μερικοί μέσω του διαλογισμού· άλλοι μέσα από τα σκληρά μαθήματα της ζωής και τη βαθμιαία απόκτηση της σοφίας· ακόμη άλλοι μέσα από μυστικιστικές αναζητήσεις. Όπως κι αν έρχεται στη ζωή σας, το κλειδί είναι να απαλείψετε το εγώ από την εξίσωση.

Αυτό ήταν ένα πρόβλημα για τον Φρόιντ – και μια αδυναμία στις θεωρίες του για την αγάπη. Ο Φρόιντ είχε διαβάσει λιγάκι για το “μυστικισμό” και τις υπαρξιακές καταστάσεις που μπορούν να επιτευχθούν μέσω τεχνικών που καταφέρνουν να ηρεμήσουν την απαιτητική, ερωτική ψυχή. Είχε ακούσει μαρτυρίες από ανθρώπους που είχαν βιώσει ταύτιση με το σύμπαν ή ενότητα με τα πράγματα, κατά τη διάρκεια των οποίων το εγώ προσωρινά διαλύεται. Οι άνθρωποι παρομοιάζουν αυτή την εμπειρία με το αίσθημα της σταγόνας που επιστρέφει στον ωκεανό, που συχνά συνοδεύεται από οπτικές εντυπώσεις θεϊκού φωτός ή ακουστικές εντυπώσεις θεϊκής μουσικής ή γευστικές εντυπώσεις θεϊκού νέκταρ ή απτικές εντυπώσεις του το να είναι λουσμένοι σε θεϊκή αγάπη. “Είμαι ανίκανος να ανακαλύψω αυτό το ωκεάνιο αίσθημα στον εαυτό μου”, ομολόγησε ο Φρόιντ, με κάμποση πικρία.

Και είχε δίκιο, γιατί η αγάπη δεν κατοικεί ή απορρέει από το εγώ ούτε από κάποια “κομμάτια” του εαυτού στον ψυχαναλυτικό του χάρτη. Ούτε το Εγώ ούτε το Υπερ-εγώ ούτε το Αυτό μπορεί να δώσει και να δεχθεί αγάπη, όχι περισσότερο από ό,τι μπορούν να μαυρίσουν στον ήλιο.

Είναι αναμφισβήτητα ένα καλό πράγμα να βιώνετε και έρωτα και φιλία, γιατί τότε θα ανακαλύψετε τα προτερήματα, τα ελαττώματα και τους περιορισμούς του εαυτού σας.

Και όταν είστε έτοιμοι για αυτή, η αγάπη θα σας περιμένει.

Φτάνει κανείς στην αρετή. Δεν καλλιεργείται η αρετή, όπως δεν μπορεί κανείς να καλλιεργήσει την αγάπη ή την ταπεινότητα

Εμείς δημιουργούμε την κοινωνία και η κοινωνία μάς διαμορφώνει. Ο νους μας βασανίζεται και διαμορφώνεται βαθιά από μια ηθική που δεν είναι ηθική. Η ηθική της κοινωνίας είναι ανηθικότητα, γιατί η κοινωνία δέχεται κι ενθαρρύνει τη βία, την απληστία, τον ανταγωνισμό, τη φιλοδοξία, κ.ο.κ., πράγματα που είναι ουσιαστικά ανήθικα. Δεν υπάρχει αγάπη, εκτίμηση, στοργή, τρυφερότητα, και η «ηθική υπευθυνότητα» της κοινωνίας είναι εντελώς χαοτική. Ένας νους που γυμνάστηκε χιλιάδες χρόνια ν’ αποδέχεται, να υπακούει και να συμμορφώνεται, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να είναι υπερευαίσθητος και συνεπώς εξαιρετικά ενάρετος. Έχουμε πιαστεί σ’ αυτή την παγίδα. Τι είναι λοιπόν αρετή; Πρέπει να το δούμε επειδή η αρετή είναι απαραίτητη.

Χωρίς σωστές βάσεις ένας μαθηματικός δεν μπορεί να πάει πολύ μακριά. Με τον ίδιο τρόπο, προκειμένου κανείς να καταλάβει και να πάει πιο πέρα, σε κάτι που είναι μιας εντελώς διαφορετικής διάστασης, πρέπει να έχει σωστές οάσεις και η σωστή βάση είναι η αρετή, που είναι τάξη -όχι η τάξη της κοινωνίας, που είναι αταξία. Χωρίς τάξη πώς μπορεί ο νους να είναι ευαίσθητος, ζωντανός, ελεύθερος;

Προφανώς, αρετή δεν είναι η γεμάτη επαναλήψεις συμπεριφορά της συμμόρφωσης σ’ ένα πρότυπο που έχει γίνει σεβαστό σ’ ένα πρότυπο που το κατεστημένο, σ’ αυτή τη χωρά ή οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, δέχεται σαν Ηθική. Πρέπει κανείς να είναι ξεκάθαρος σχετικά με το τι είναι αρετή. Φτάνει κανείς στην αρετή: Δεν καλλιεργείται η αρετή, όπως δεν μπορεί κανείς να καλλιεργήσει την αγάπη ή την ταπεινότητα. Φτάνει κανείς σ’ αυτήν -στη φύση της αρετής, στην ομορφιά της, στην τάξη της- όταν ξέρει τι δεν είναι αρετή· μέσα από την άρνηση βρίσκει κανείς το θετικό. Δεν έρχεται κανείς στην αρετή ορίζοντας το θετικό και προσπαθώντας στη συνέχεια να το μιμηθεί -αυτό δεν είναι καθόλου αρετή. Δεν έχει κανένα νόημα να καλλιεργείς διάφορες μορφές «εκείνου που θα έπρεπε να είσαι», μορφές που ονομάζονται αρετή -όπως μη βία- ασκώντας τις καθημερινά μέχρι να γίνουν μηχανικές.

Ασφαλώς η αρετή υπάρχει κάθε στιγμή, όπως η ομορφιά, όπως η αγάπη -δεν είναι κάτι που το έχετε συσσωρεύσει και μέσα απ’ αυτό δράτε. Αυτό δεν είναι μια απλή λεκτική διαπίστωση που είτε τη δέχεσαι είτε όχι. Υπάρχει αταξία -όχι μόνο στην κοινωνία αλλά και μέσα μας, πλήρης αταξία- αλλά δεν είναι ότι κάπου μέσα μας υπάρχει τάξη και το υπόλοιπο πεδίο είναι σε αταξία: αυτός είναι ένας ακόμα δυϊσμός και συνεπώς αντίφαση, μπέρδεμα και πάλη. Όπου υπάρχει αταξία πρέπει να υπάρχει επιλογή και σύγκρουση. Μόνον ο μπερδεμένος νους επιλέγει. Για το νου που βλέπει τα πάντα ολοκάθαρα, δεν υπάρχει επιλογή. Αν είμαι μπερδεμένος, οι πράξεις μου θα ‘ναι κι αυτές μπερδεμένες.

Ένας νους που βλέπει τα πράγματα πολύ καθαρά, χωρίς διαστρέβλωση, χωρίς προσωπική προκατάληψη, που έχει καταλάβει την αταξία και είναι ελεύθερος απ’ αυτήν ένας τέτοιος νους είναι ενάρετος, είναι σε τάξη, όχι σε τάξη σύμφωνα με κάποια εκκλησία, αλλά σε τάξη επειδή έχει καταλάβει όλο το μέγεθος της αταξίας μέσα του. Η τάξη, εσωτερικά, είναι παρόμοια με την απόλυτη τάξη των μαθηματικών. Εσωτερικά η ύψιστη τάξη είναι κάτι απόλυτο και δεν μπορεί να βγει μέσα από την καλλιέργεια, ούτε μέσα από την άσκηση, την καταπίεση, τον έλεγχο, την υπακοή και τη συμμόρφωση. Μόνον ένας νους που έχει εξαιρετική τάξη μπορεί να είναι ευαίσθητος, νοήμων.

Πρέπει κανείς να έχει επίγνωση της αταξίας μέσα του, επίγνωση των αντιφάσεων, της δυϊστικής διαμάχης των αντίθετων επιθυμιών, να έχει επίγνωση των ιδεολογικών κυνηγητών και του εξωπραγματικού χαρακτήρα τους. Πρέπει να παρατηρεί «αυτό που είναι» χωρίς καταδίκη, χωρίς κριτική, χωρίς κανένα ζύγισμα. Βλέπω το μικρόφωνο σαν μικρόφωνο -όχι σαν κάτι που μου αρέσει ή δε μου αρέσει, θεωρώντας το καλό ή κακό-το βλέπω όπως είναι. Με τον ίδιον τρόπο, πρέπει να δει κανείς τον εαυτό του όπως είναι, χωρίς αυτό που βλέπει να το ονομάζει «κακό» ή «καλό» -χωρίς να υπολογίζετε τίποτα (πράγμα που δεν σημαίνει να κάνει ο καθένας ό,τι του αρέσει). Η αρετή είναι τάξη. Δεν μπορείς να έχεις το αντίγραφό της. Αν έχεις το αντίγραφο της αρετής και το ακολουθείς, έχεις γίνει ανήθικος, είσαι σε αταξία.

Οι έρευνες δείχνουν ότι για την επιτυχία στη ζωή απαιτείται κάτι περισσότερο από την ευφυΐα

Έρευνα που διεξήχθη στο Πανεπιστήμιο της Αδελαΐδας και στο Πανεπιστήμιο του Bristol έχει εξετάσει τη μακροχρόνια διαμορφωμένη αντίληψη-πεποίθηση ότι η επιτυχία σε σχολείο και καριέρα οφείλεται σε κάτι περισσότερο από την υψηλή ευφυΐα. Φαίνεται πως επίσης είναι σημαντικές και οι μη-γνωστικές δεξιότητες[1]. Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Human Behaviour είναι η πρώτη που συστηματικά επανεξετάζει όλη την βιβλιο(αρθρο)γραφία για τις επιδράσεις των μη-γνωστικών δεξιοτήτων σε παιδιά ηλικίας μέχρι 12 ετών, σε μεταγενέστερα αποτελέσματα στη ζωή τους, όπως τα ακαδημαϊκά επιτεύγματα και οι γνωστικές και γλωσσικές τους δυνατότητες.

«Ερευνήθηκαν, από ψυχολόγους, οικονομολόγους και επιδημιολόγους, χαρακτηριστικά όπως η προσοχή, ο αυτοέλεγχος και η επιμονή στην παιδική ηλικία και ορισμένες [έρευνες] έχουν δείξει να επηρεάζουν τα αποτελέσματα στη μεταγενέστερη ζωή [των υποκειμένων των ερευνών]», αναφέρει ο Καθηγητής John Lynch της Σχολής Δημόσιας Υγείας, του Πανεπιστημίου της Αδελαΐδας και κύριος συγγραφέας της μελέτης. «Υπάρχει μια ευρεία γκάμα από υπάρχοντα στοιχεία που υποστηρίζουν το ρόλο των μη-γνωστικών δεξιοτήτων και τον τρόπο με τον οποίο αυτές επηρεάζουν την επιτυχία στη μεταγενέστερη ζωή, όμως απέχει από το να είναι συνεπής».

«Υπάρχουν στοιχεία από δημοσιευμένες μελέτες ότι μη-γνωστικές δεξιότητες συνδέονται με ακαδημαϊκά επιτεύγματα, ψυχοκοινωνικά και γνωστικά και γλωσσικά αποτελέσματα, όμως οι γνωστικές δεξιότητες είναι ακόμη σημαντικές», αναφέρει η Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στην ίδια Σχολή, Lisa Smithers. Ένα από τα ισχυρότερα ευρήματα της συστηματικής ανασκόπησης των ερευνητών ήταν ότι η ποιότητα των στοιχείων σε αυτό το πεδίο είναι χαμηλότερη από την επιθυμητή. Από τις πάνω από 550 μελέτες που επελέγησαν, μόνο περίπου 40% κρίθηκε ότι είναι επαρκούς ποιότητας.

«Έτσι, ενώ οι παρεμβάσεις για να οικοδομηθούν μη-γνωστικές δεξιότητες μπορεί να είναι σημαντικές, ιδιαίτερα για τα παιδιά που μειονεκτούν, η υπάρχουσα βάση στοιχείων που υποστηρίζει το πεδίο αυτό επιτρέπει την περίπτωση για προκατειλημμένη δημοσίευση και χρειάζεται να έχουμε ευρύτερες μελέτες που είναι πιο αυστηρά σχεδιασμένες», αναφέρει ο Καθηγητής Lynch.
--------------------------
[1] Σημείωση: Ως «μη γνωστικές δεξιότητες» εννοούνται οι «κοινωνικές» δεξιότητες, ορισμένα στοιχεία της προσωπικότητας, οι έμφυτες ικανότητες, καθώς και οι κοινωνικοσυναισθηματικές δεξιότητες ενός ατόμου. Σε γενικές γραμμές, οι μη γνωστικές δεξιότητες αντανακλούν τις σκέψεις, τα συναισθήματα και την συμπεριφορά και, κατά τον Bloom, περιλαμβάνουν στοιχεία που επηρεάζουν τη διαμόρφωση των καθημερινών επιλογών των ανθρώπων.

Ως «μη γνωστικές δεξιότητες» αναφέρονται χαρακτηριστικά, όπως οι δεξιότητες στη κριτική σκέψη, η ικανότητα επίλυσης προβλημάτων, οι κοινωνικές δεξιότητες, η επιμονή, η δημιουργικότητα και ο αυτο-έλεγχος. Αυτά τα χαρακτηριστικά επιτρέπουν στα άτομα να συμβάλλουν θετικά στην ποιότητα της κοινωνικής ζωής να επιτύχουν στο δημόσιο βίο, στους χώρους εργασίας, στην οικογενειακή ζωή και σε μια σειρά από άλλες κοινωνικές δράσεις και είναι συνδεδεμένα με την έννοια του «μορφωμένου» ανθρώπου.

Εικονοσειρά [timelapse] παρουσιάζει εικοσιπενταετή πορεία της ζωής του πιο μελετημένου αντικειμένου στην αστρονομία: του υπερκαινοφανούς 1987a

Από τότε που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον νότιο νυχτερινό ουρανό, την 24η Φεβρουαρίου 1987, ο υπερκαινοφανής 1987Α έχει υπάρξει ένα από τα αντικείμενα που έχουν μελετηθεί περισσότερο στην ιστορία της αστρονομίας. Ο υπερκαινοφανής ήταν ο κατακλυσμιαίος θάνατος ενός μπλε υπεργιγάντιου αστέρα, κάπου 168000 έτη φωτός μακριά από τη Γη, στο Μεγάλο Μαγγελανικό Νέφος, έναν δορυφόρο γαλαξία του δικού μας Γαλαξία. Ήταν η φωτεινότερη υπερκαινοφανής (έκρηξη) που εμφανίστηκε στους ουρανούς μας από την υπερκαινοφανή που παρατήρησε ο Kepler το 1604 και η πρώτη από την ανακάλυψη του τηλεσκοπίου.

Το λαμπερό νέο άστρο εντοπίστηκε πρώτα από δυο αστρονόμους που εργάζονταν στο Παρατηρητήριο Las Campanas, στη βόρεια Χιλή τη νύχτα της 24ης: τον Ian Shelton από το Πανεπιστήμιο του Τορόντο και τον Oscar Duhalde, χειριστή του τηλεσκοπίου στο Παρατηρητήριο [και μέσα στο ίδιο 24ωρο από τον ερασιτέχνη αστρονόμο Albert Francis Arthur Lofley Jones, στη Νέα Ζηλανδία].

Η Yvette Cendes, τώρα, με το Πανεπιστήμιο του Τορόντο και το Παρατηρητήριο Leiden, έχουν δημιουργήσει μια time-lapse παρουσίαση του απόηχου της υπερκαινοφανούς [έκρηξης] κατά τη διάρκεια μιας 25-ετούς περιόδου, από το 1992 μέχρι το 2017. Οι εικόνες δείχνουν το ωστικό κύμα που εξαπλώνεται προς τα έξω και την ορμητική πρόσπτωσή του στα συντρίμμια που περικύκλωναν το αρχικό άστρο πριν το θάνατό του.

Σε συνοδευτική μελέτη, που δημοσιεύθηκε 31 Οκτωβρίου στο Astrophysical Journal, η Cendes και οι συνάδελφοί της προσθέτουν στοιχεία ότι τα επεκτεινόμενα συντρίμμια διαμορφώθηκαν – όχι ως δακτύλιοι όπως αυτοί του Κρόνου – αλλά σαν ντόνατ, μια μορφή γνωστή ως «τόρος». Επίσης επιβεβαιώνουν ότι το ωστικό κύμα έχει τώρα πιάσει μια ταχύτητα κάπου χίλια χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο. Η επιτάχυνση έχει συμβεί λόγω του ότι ο διαστελλόμενος τόρος διαπερνά το δακτύλιο των συντριμμιών.

Η Γη έχει δύο επιπλέον, κρυμμένα ‘φεγγάρια’

Ένα άρθρο του National Geographic που δημοσιεύθηκε στις 6 Νοεμβρίου έφερε έναν εκπληκτικό τίτλο: Η Γη έχει δύο επιπλέον, κρυμμένα ‘φεγγάρια’  Όπως έγραψε:
Το φεγγάρι της γης μπορεί να μην είναι μόνο του. Μετά από περισσότερο από μισό αιώνα εικασίας και διαμάχης, αστρονόμοι και φυσικοί λένε ότι επιβεβαίωσαν τελικά την ύπαρξη δύο «φεγγαριών» που περιστρέφονται γύρω από τη Γη, κατασκευασμένα εξ ολοκλήρου από σκόνη.
Δεν είναι δίκαιο όμως να ονομάζουμε ένα σύννεφο σκόνης ως «φεγγάρι» επειδή είναι σημαντικό να χρησιμοποιούμε λέξεις των οποίων η σημασία πρέπει να συμφωνείται από όλους. 

Αυτό ακούγεται παράξενο, διότι τα τελευταία χρόνια δεν υπήρξαν νέα γεγονότα για αυτά τα φεγγάρια σκόνης. Δεν πραγματοποιούνται σημαντικές ανακαλύψεις σε μια στιγμή και συχνά μπορούμε να αναμένουμε πολλά χρόνια για να προχωρήσουν με συζητήσεις μεταξύ των επιστημόνων.
 
Τα «σκονισμένα φεγγάρια» του National Geographic αναφέρουν ότι είναι στην πραγματικότητα τα σύννεφα σκόνης Kordylewski. Στα τέλη του περασμένου μήνα, μια ομάδα Ούγγρων αστρονόμων επιβεβαίωσε την παρουσία αυτών των σύννεφων, που βρίσκονται σε δύο διαφορετικές κατευθύνσεις περίπου στην ίδια απόσταση που είναι η Σελήνη από τη Γη.
 
Οι αστρονόμοι συζητούν την ύπαρξη αυτών των σύννεφων σκόνης από τη δεκαετία του 1950. Τη δεκαετία αυτή, ένας αστρονόμος, που ονομάζεται Kazimierz Kordylewski, ανέβηκε σε ένα βουνό και φωτογράφησε τμήματα του νυχτερινού ουρανού, όπου αυτά τα νέφη είχαν προβλεφθεί από άλλους αστρονόμους πριν από αυτόν. Τα σύννεφα της σκόνης έχουν ονομαστεί από τότε νέφη Kordylewski προς τιμήν του.
 
Ωστόσο, η επιβεβαίωση της παρουσίας τους πήρε πολύ χρόνο, παρόλο που είναι τόσο κοντά στη Γη λόγω της φωτεινότητας τους – ή της έλλειψής της. Είναι πολύ αχνά για να εντοπιστούν, επειδή τα αστέρια στο background τους τα επισκιάζουν πολύ, ακόμα και σε αυτή την απόσταση. Αλλά δεν αποκρύπτονται εντελώς: αντικατοπτρίζουν το φως του ήλιου με ασθενή ποσά, αφήνοντας σχεδόν αθέατα στον επίμονο παρατηρητή.
 
Παρόλο που ο Kazimierz Kordylewski βρήκε τα νέφη της σκόνης με αυτό τον τρόπο, η ουγγρική ομάδα αστρονόμων ήταν πιο εξελιγμένη. Σύμφωνα με τα δύο δημοσιευμένα έντυπα ( εδώ και εδώ ), επωφελήθηκαν από την ικανότητα της σκόνης να πολώνει το φως. Τα κύματα του φωτός είναι στην πραγματικότητα κύματα ηλεκτρικών και μαγνητικών πεδίων που κυματίζουν διαμέσου του χώρου σε ορθή γωνία μεταξύ τους.
 
Τα ηλεκτρικά πεδία διαφορετικών κυμάτων δείχνουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Αλλά όταν αυτά χτυπήσουν ένα σωματίδιο σκόνης, τα πολώνουν: και όλα τα ηλεκτρικά πεδία ευθυγραμμίζονται. Έτσι λειτουργούν τα γυαλιά ηλίου: οι φακοί είναι φίλτρα που δεν αφήνουν να περάσει φως ορισμένης πόλωσης, κόβοντας την αντανάκλαση.
 
Όπως όλες οι αστρονομικές ανακαλύψεις, τα ευρήματά τους θα πρέπει να επικυρωθούν από ανεξάρτητους παρατηρητές πριν επιτευχθεί συναίνεση από την κοινότητα. Εν τω μεταξύ, η διεκδίκηση της ανακάλυψης είναι θέμα ανησυχίας λόγω του τόπου όπου βρίσκονται τα νέφη Kordylewski: είναι σε δύο σημεία Lagrange.
 
Τα σημεία Lagrange είναι τοποθεσίες στο χώρο όπου τα βαρυτικά πεδία του Ήλιου, της Σελήνης και της Γης έλκουν το ένα το άλλο έτσι ώστε ένα αντικείμενο στο σημείο αυτό να βρίσκεται σε μια σύγχρονη τροχιά με τη Γη γύρω από τον Ήλιο.
 
Οι επιστήμονες τοποθετούν δορυφόρους σε αυτά τα σημεία, επειδή μπορούν να παραμείνουν σε τροχιά με πολύ λιγότερα καύσιμα  απ' ό,τι αν είχαν τοποθετηθεί αλλού. Ωστόσο, τώρα (ίσως) γνωρίζουμε ότι τα νέφη Kordylewski βρίσκονται στα σημεία που χαρακτηρίζονται στα σημεία L4 και L5. Αυτό σημαίνει ότι οι δορυφόροι που βρίσκονται εκεί θα πρέπει να φέρουν προστατευτική θωράκιση. Διαφορετικά, τα σωματίδια σκόνης θα μπορούσαν να βλάψουν τα ευαίσθητα όργανα και να τερματίσουν μια αποστολή πριν από την ώρα της.
 
Ωστόσο, τα νέφη Kordylewski δεν μπορούν να ταξινομηθούν ως φεγγάρια, αν και μπορούν να είναι φυσικοί δορυφόροι. Ο Judit Slíz-Balogh, συν-συγγραφέας της τρέχουσας μελέτης και ένας αστρονόμος στο Πανεπιστήμιο Eötvös Loránd, τους αποκαλεί «ψευδο-δορυφόρους». Η διάκριση είναι σημαντική διότι, η ετικέτα του φεγγαριού δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε ένα νέφος σκόνης.
 
Η Διεθνής Αστρονομική Ένωση (IAU), η οποία αποφασίζει την έννοια των αστρονομικών όρων όπως ο πλανήτης, ο αστέρας κ.λπ., ορίζει μια σελήνη μόνο ως φυσικό δορυφόρο του πλανήτη .Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε φυσικός δορυφόρος είναι ένα φεγγάρι. (Στην πραγματικότητα, ένας από τους ορισμούς ενός πλανήτη θα έκανε τη Σελήνη μας πλανήτη επίσης.)
 
Αλλά ένα παράδειγμα βασισμένο στο μέγεθος θα σήμαινε ότι ένα αντικείμενο πολύ μικρότερο από το φεγγάρι θα έπρεπε να ονομάζεται φεγγάρι. Για παράδειγμα: το φεγγάρι Παν του Κρόνου, το οποίο έχει πλάτος 35 χιλιόμετρα.. Κάτι ακόμα μικρότερο θα πρέπει να έχει να κάνει με «σωματίδια». Και πάλι, το παράδειγμα παρακμάζει με τη συνολική μορφή του δορυφόρου. Για ένα άλλο παράδειγμα: η σκόνη, ο πάγος και τα βράχια που σχηματίζουν δακτυλίους του Κρόνου ονομάζονται «σωματίδια δακτυλίου», αν και μερικά από αυτά ζυγίζουν μερικά εκατόκιλα.
 
Η Carolyn Collins Petersen, πρώην μέλος της ομάδας οργάνων του διαστημικού τηλεσκοπίου Hubble έγραψε νωρίτερα φέτος, «Δεν υπάρχει επίσημος ορισμός του» φεγγαριού «και του» σωματιδίου δακτυλίου «από την IAU. Οι πλανητικοί επιστήμονες πρέπει να χρησιμοποιούν την κοινή λογική για να διακρίνουν μεταξύ αυτών των αντικειμένων. »
 
Είναι σημαντικό ότι θα ήταν αντιπαραγωγικό να υποστηρίζουμε ότι τίποτα δεν συμβαίνει επειδή δεν υπάρχει τεχνικός ορισμός. Αντίθετα, ειδικά με την επιστημονική επικοινωνία, είναι σημαντικό να χρησιμοποιούμε λέξεις των οποίων οι γενικές σημασίες συμφωνούνται γενικά. Έτσι «Φυσικοί δορυφόροι σκόνης» θα είχαν βοηθήσει αυτό το αίτιο καλύτερα από ό, τι «Φεγγάρια» από σκόνη ».

Ο Αριστοτέλης, ο Hegel και η διαλεκτική

Χέγκελ: Η διαλεκτική στον Αριστοτέλη και η επίκαιρη σημασία της

     §1. Ο κορυφαίος διαλεκτικός φιλόσοφος της νεωτερικής εποχής, ο Χέγκελ, αποτιμώντας την ιστορική δυναμική του φιλοσοφικού στοχασμού του Αριστοτέλη, αποφαίνεται ως εξής: ο Αριστοτέλης ανήκει στα πιο βαθυστόχαστα μυαλά της ανθρωπότητας και απέναντί του καμιά εποχή δεν έχει να αντιτάξει παρόμοιο ανάστημα. Αυτός και ο Πλάτων δικαίως αναγνωρίζονται ως δάσκαλοι του ανθρώπινου γένους[1]. Ο Αριστοτέλης συνέχισε και προήγαγε περαιτέρω ό,τι άρχισε ο Πλάτων, τόσο στο βάθος των ιδεών, δηλαδή κατά την ποιότητα, όσο και στην εξάπλωσή τους, δηλαδή κατά την ποσότητα. Την ίδια στιγμή που απλωνόταν στην έρευνα των πιο διαφορετικών πτυχών του επιστητού, ολοκλήρωνε αυτή την αναλυτική έρευνα στην ολότητα, στον ενιαίο χαρακτήρα της έννοιας:

«Ο Αριστοτέλης έχει εισδύσει σε ολόκληρη τη μάζα και σε όλες τις πλευρές του πραγματικού σύμπαντος και υπέταξε τον πλούτο και τη διασπορά, τον πολύπτυχο χαρακτήρα του στην έννοια»[2].

     §2. Μια γενικότερη αντίληψη που ισχύει για την αριστοτελική φιλοσοφία, κατά τον Γερμανό φιλόσοφο, είναι ότι ο Αριστοτέλης έχει αναγάγει σε απαρχή (Anfang) και όχι σε αξιωματική αρχή (Prinzipp) της θεωρητικής γνώσης την εμπειρία, τουτέστι την εξωτερική εποπτεία, θεώρηση[3], ως προϋπόθεση για να παραχθεί συγκεκριμένη σκέψη[4]. Πιο ειδικά, τούτο σημαίνει πως λαμβάνει ως αφετηρία της φιλοσοφικής σκέψης ή, με όρους του Χέγκελ, της θεωρησιακής σκέψης, δηλαδή της θεωρίας ή του καθολικού θεωρείν, την εκάστοτε δεδομένη περιοχή της εμπειρικής σκέψης, ας πούμε τις μορφές της αφηρημένης κατ’ αρχήν νόησης και τη δραστηριότητα αυτών των μορφών· από εδώ ανέρχεται σε πιο μεστά περιεχομένου υψώματα στοχαστικής συλλογιστικής, επεξεργαζόμενος μια συλλογιστική, εμπειρικά, εξωτερικά εκτυλισσόμενη, σε εσωτερική ανταπόκριση με μια εξόχως θεωρητική διεργασία[5]. Πρόκειται για εκείνο τον συνδυασμό, που αποτελεί, ούτως ειπείν, ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αριστοτελικής θεωρίας περί διαλεκτικής.

     §3. Το έργο, στο οποίο ο Αριστοτέλης αναπτύσσει κυρίως την εν λόγω θεωρία του, είναι τα Τοπικά, χωρίς να παραγνωρίζεται ορισμένως και το άλλο έργο του: Σοφιστικοί Έλεγχοι, όπου συζητά περισσότερο τη λειτουργική σχέση και αντίθεση σοφιστικής και διαλεκτικής υπό το πρίσμα μιας θεωρίας της αντίφασης. Στα Τοπικά πραγματεύεται τους τόπους, οι οποίοι είναι:

«οι επόψεις, τα [επ]οπτικά σημεία, με βάση τα οποία μπορεί να εξεταστεί ένα πράγμα […]. Κάθε πρόβλημα μπορεί άμεσα να αναχθεί σ’ αυτές τις διάφορες επόψεις, που η παρουσία τους είναι παντού αναγκαία»[6].

Έτσι, μας λέει ο Χέγκελ, οι τόποι αποτελούν, υπό ένα ευρύ πνεύμα, σχήματα εξέτασης και έρευνας ενός αντι-κειμένου· σχήματα με βάση τον Λόγο, που επιτρέπουν μια σφαιρική κάτοψη του αντι-κειμένου (Gegenstand) και μια αντίστοιχη εκδίπλωση επιχειρημάτων, εναρμονισμένων με τις διάφορες όψεις αυτού του αντι-κειμένου[7]. Συσχετιζόμαστε λοιπόν με ένα είδος διαλεκτικής, που χαρακτηρίζεται από εξωτερικούς προσδιορισμούς ανασκόπησης ή ανασκοπικής επιστροφής[8], κάτι δηλαδή σαν την ανασκοπικής επιστροφής δραστηριότητα της σκέψης στην εγελιανή θεωρία της ουσίας[9].

     §4. Η διαλεκτική κατανοείται, ως εκ τούτου στον Αριστοτέλη, ως η μέθοδος εκείνη, που μας δίνει τη δυνατότητα να συλλογιζόμαστε για κάθε πρόβλημα και να υποβάλλουμε τη σκέψη μας σε έλεγχο, χωρίς να πέφτουμε σε αντιφάσεις, ακολουθώντας τους εν λόγω τόπους, που γενικώς συνοψίζονται ως εξής:

«α) διαφορετικότητα· β) ομοιότητα· γ) αντίθεσηˑ δ) σχέση/ αναλογίαˑ ε) σύγκριση. Τόποι κατάλληλοι, για να αποδείξουν ότι κάτι είναι καλύτερο ή προτιμότερο, είναι: α) διάρκεια του χρόνου· β) αυθεντία εκείνων που θα το επιλέξουν· γ) το γένος έναντι του είδους· δ) το επιθυμητό διεαυτό·[10] ε) επειδή αυτό είναι καλύτερο [από τα άλλα]· ζ) σκοπός· η) σύγκριση του σκοπού και της συνέπειας· θ) το πιο ωραίο και το περισσότερο άξιο επαίνου κ.ο.κ»[11].


§5. Ο κατά περίπτωση αριθμός ή ποσότητα τόπων συνιστά τις κατευθυντήριες εννοιολογικές μορφές, δυνάμει των οποίων η διαλεκτική μορφοποιείται σε ερμηνευτική μέθοδο. Ο ερμηνευτικός της χαρακτήρας έγκειται κυρίως στην εξωτερική επιχειρηματολογία, στην εξωτερική λογική επιχειρημάτων. Ο Αριστοτέλης μελετά κάθε ιδέα, κάθε μεμονωμένο διανόημα· το παραθέτει δίπλα στα άλλα και συσχετίζει εξωτερικά συγκεκριμένες, προσδιορισμένες εκάστοτε έννοιες, που αποτελούν χαρακτηριστικές πτυχές του πνεύματος. Αναφέρει συγκεκριμένα ο Χέγκελ:

 «Ο Αριστοτέλης δεν έχει αφήσει περιθώρια για να αναζητούμε ένα σύστημα της φιλοσοφίας. Ωστόσο επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον κύκλο των ανθρώπινων ιδεών και τον υπέταξε στα διανοήματά του· η φιλοσοφία του είναι πολύ εκτενής. Στα ιδιαίτερα μέρη του όλου δεν συνάγει, δεν επάγει· απεναντίας φαίνεται να λαμβάνει μια εμπειρική απαρχή, επί πλέον αναπτύσσει εξωτερική επιχειρηματολογία, μιλάει για εμπειρίες. Ο χαρακτηριστικός του τρόπος είναι συχνά εκείνος της κοινής επιχειρηματολογίας, αλλά το αξιοπρόσεκτο είναι πως κοντά σ’ αυτή τη διαδικασία είναι και πολύ βαθιά θεωρησιακός»[12].

     §6. Ο Αριστοτέλης δεν έφτασε να αναπτύξει ένα διαλεκτικό σύστημα φιλοσοφίας υπό την έννοια της εσωτερικής διαφοροποίησης των εννοιών κατά τις επιτακτικές εκδιπλώσεις του εγελιανώς διαλεκτικού Λόγου· ωστόσο καλλιέργησε τη θεωρησιακή σκέψη [=την καθαρή θεωρία] κατά τρόπο, που από την εσωτερική διαφοροποίηση της μιας και της άλλης έννοιας να περνά στον προσδιορισμό της καθολικής έννοιας και εντός αυτής-εδώ να καταφάσκει το αληθές ως την ενότητα του υποκειμενικού και του αντικειμενικού στοιχείου[13]. Αυτή η εννοιολογική ενότητα δεν συνιστά μια αφηρημένη ταυτότητα, αλλά την ενεργό ταυτότητα μέσα στη διαφορά.
---------------------------
[1] Hegel: Werke 19, σ.132
[2] Ό.π.
[3] Ό.π., σ. 237.
[4] Ό.π.
[5] Ό.π.
[6] Ό.π., σ. 235.
[7] Ό.π., σ. 236.
[8] Ό.π.
[9] Χέγκελ: Επιστήμη της Λογικής-η Διδασκαλία περί της Ουσίας
[10] Δηλαδή κάτι, που είναι αυτοσκοπός, όπως π.χ. η υγεία και όχι όπως η γυμναστική ή ο πλούτος, που προτιμώνται για κάτι άλλο και όχι για τον εαυτό τους.
[11] Hegel: Werke 19, σ. 236.
[12] Ό.π., σ. 145.
[13] Ό.π., σ. 163.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: ΤΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΕΠΗ - Εισαγωγή στα ομηρικά έπη - Η γλώσσα των ομηρικών επών

Η γλώσσα των ομηρικών επών είναι κράμα λέξεων, δομών και διαλεκτικών τύπων από διαφορετικές περιοχές και βαθμίδες μακραίωνης εξέλιξης της Ελληνικής, από τη μυκηναϊκή εποχή μέχρι περίπου το 700 π.Χ. Στον κορμό της η γλώσσα των επών είναι ιωνική, περιέχει όμως και αιολικούς τύπους. Συντηρεί επίσης πολλούς αρχαϊσμούς (λ.χ. λέξεις της αρκαδο-κυπριακής ή λείψανα της μυκηναϊκής διαλέκτου) με τις τεχνητές τους προσαρμογές. Πρόκειται, επομένως, για μείγμα τύπων από διαφορετικές διαλέκτους ή διαφορετικές βαθμίδες της εξέλιξης των διαλέκτων αυτών, το οποίο δεν δημιουργήθηκε ξαφνικά και διαμιάς, αλλά καλλιεργήθηκε στο πλαίσιο μακραίωνης προφορικής παράδοσης.
 
Ο έντονα πολυδιαλεκτικός χαρακτήρας της ομηρικής γλώσσας την καθιστά, λίγο πολύ, τεχνητή, ώστε δύσκολα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως γλώσσα πρακτικής επικοινωνίας σε δεδομένο τόπο και συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Ήταν, βέβαια, οικεία στον ποιητή και στο ακροατήριό του, την ίδια στιγμή όμως διαφοροποιούνταν σημαντικά από την τρέχουσα γλώσσα της εποχής σύνθεσης των επών. Παρά ταύτα, πλάι στο παραδοσιακό ηρωικό ύφος συχνά κάνουν την εμφάνισή τους λέξεις και εκφράσεις της καθημερινής ζωής. Σε κάθε περίπτωση, η γλώσσα των δύο ομηρικών επών είναι ειδικού τύπου, με δικό της, αναμφισβήτητα, κώδικα, η οποία όμως μπορούσε να εκσυγχρονίζεται και να εξελίσσεται, ενσωματώνοντας τύπους από σύγχρονες διαλέκτους και παρακολουθώντας τους μηχανισμούς της λογοτεχνικής γλώσσας της εποχής. Σε μεταγενέστερα χρόνια, εξαιτίας της ακτινοβολίας που απέκτησαν τα έπη, η γλώσσα τους καθιερώθηκε ως "λογοτεχνική διάλεκτος", που επηρέασε πολλούς συγγραφείς του ελλαδικού χώρου, αλλά και έξω από αυτόν.
 
Οι παραδοσιακοί λογότυποι και τα θέματα
 
Η μακραίωνη καλλιέργεια της γλώσσας των δύο επών στο πλαίσιο της προφορικής επικής παράδοσης της προσδίδει χαρακτήρα τυπικό. Ο τυπικός χαρακτήρας στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρεται σε στερεότυπα μερίδια λόγου (λέξεις-φράσεις-στίχους και θέματα), που παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία της σύνθεσης. Στη σχηματική τους διαίρεση δύο είναι οι βασικοί τύποι της γλώσσας των επών: ο εκφραστικός και ο θεματικός. Ο πρώτος, ο εκφραστικός τύπος ή "λογότυπος", περιλαμβάνει επαναλαμβανόμενες, ονοματικές ή ρηματικές, φράσεις (λ.χ. θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη= η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας· ὣς φάτο= έτσι μίλησε), ακόμη και ολόκληρους στίχους (τὸν δ' ἠμείβετ' ἔπειτα θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη= αμέσως ανταπάντησε, τα μάτια λάμποντας, η θεά Αθηνά). Ο δεύτερος τύπος, ο θεματικός, αποδίδει τον παραδοσιακό όρο "θέμα" και περιλαμβάνει: (α) επαναλαμβανόμενες, με σχετικώς μικρή έκταση, δραστηριότητες, όπως η ικεσία ή η αριστεία ενός πολεμιστή, τις επονομαζόμενες και "τυπικές σκηνές"· (β) ιστορίες με έναν παραδοσιακό θεματικό πυρήνα (λ.χ. το θέμα της αρπαγής μιας γυναίκας)· (γ) τις δομές εκτενών παραδοσιακών ιστοριών (λ.χ. ένας ήρωας εξαφανίζεται, προκαλώντας οδύνη στους οικείους του, και τελικά επιστρέφει)· (δ) "μεγαθέματα", όπως ο "πόλεμος" και η "ομιλία", που συνέχουν την πλοκή εκτενών παραδοσιακών ιστοριών στο σύνολό τους.
 
Οι στερεότυπες φράσεις εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο τις ανάγκες της προφορικής έμμετρης σύνθεσης. Το επικό μέτρο ήταν προσωδιακό, στηριζόταν δηλαδή στη διαδοχή μακρών και βραχειών συλλαβών. Ρυθμική μονάδα του αρχαϊκού έπους υπολογίζεται ο στίχος ο οποίος ονομάζεται δακτυλικός εξάμετρος. Εξαιτίας των ποικίλων διαλεκτικών τους χαρακτηριστικών, οι κάθε είδους λογοτυπικές εκφράσεις προσαρμόζονται σε συγκεκριμένες μετρικές υποδοχές, και αποδεικνύονται έτσι χρήσιμες και άκρως λειτουργικές στη διαδικασία της σύνθεσης. Για παράδειγμα, από μια ευρεία γκάμα λογοτυπικών εκφράσεων του τύπου "επίθετο + όνομα" για τον Αχιλλέα (λ.χ. ὠκὺς Ἀχιλλεύς, πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς), καθένας από τους οποίους έχει διαφορετική μετρική αξία, ο ποιητής μπορεί να επιλέξει κάθε φορά τον πιο κατάλληλο για να συμπληρώσει τον στίχο.
 
Ωστόσο, εκτός από τη μετρική τους χρησιμότητα, που διευκολύνει, αναμφισβήτητα, το έργο της σύνθεσης, οι παραδοσιακοί λογότυποι διαθέτουν ποιητικό νόημα και σημασία ανάλογα με τα εκάστοτε συμφραζόμενα. Όταν, για παράδειγμα, ο γέροντας Πρίαμος γονυπετής φιλάει τα αντροφόνα χέρια του Αχιλλέα, η φράση χεῖρας …/ ἀνδροφόνους (Ω 478-479) στην προκειμένη αφηγηματική περίσταση δεν είναι μόνο μετρικά χρήσιμη και τυπική. Επιπλέον, ρυθμιστικός παράγοντας στη χρήση των λογοτύπων είναι και το παραδοσιακό τους νόημα, που έρχεται από τη μακρά προφορική παράδοση. Για παράδειγμα, οι τυπικές ονοματικές φράσεις πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύςκαι πολύμητις Ὀδυσσεύς έχουν την ίδια μετρική αξία. Παρά ταύτα, τα δύο ονόματα δεν ανταλλάσσουν ποτέ τους οικείους προσδιορισμούς τους, το πολύμητιςδηλαδή δεν εμφανίζεται ποτέ δίπλα στον Αχιλλέα, ούτε το πόδας ὠκύς ως συνοδευτικό χαρακτηριστικό του Οδυσσέα.
 
Την ίδια, τέλος, αντιστοιχία και ευελιξία προς το περιεχόμενο παρουσιάζουν και οι θεματικοί τύποι (σκηνές και θέματα) που χρησιμεύουν στη σύνθεση των επών στο σύνολό τους. Παρατηρείται δηλαδή ότι, ανάλογα με τα εκάστοτε συμφραζόμενα, οι τυπικές σκηνές, μαζί με τα μερίδιά τους, και τα θέματα μπορεί να παραλλάσσονται, να συμπτύσσονται ή να επεκτείνονται, ενώ απόμακρες τυπικές δραστηριότητες μπορεί να συνδέονται μεταξύ τους με ποικίλους τρόπους. Γενικότερα, μορφή και νόημα στα ομηρικά έπη βρίσκονται σε στενή σχέση και συνεχή επικοινωνία.