Πέμπτη 18 Μαΐου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 11. ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΕΝΑΝΤΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ


§11.67. Οι "εναντιωματικές" ή "παραχωρητικές" ή "ενδοτικές" εξαρτημένες επιρρηματικές προτάσεις είναι εκείνες που δηλώνουν μιαν αντίθεση προς το περιεχόμενο της κύριας πρότασης από την οποία εξαρτώνται.

§11.68. Εκφέρονται με την προσθήκη του καί στους υποθετικούς συνδέσμους εἰ, ἐάν, δηλαδή με το εἰ καί, ἐάν καί, ἂν καὶ ("αν και", "μολονότι", "παρόλο", "ενώ", σπανιότερα "ακόμη και αν") ή το καὶ εἰ, καὶ ἐάν, κἄν ("και αν", "και αν ακόμη", "έστω και αν"). Οι εναντιωματικές προτάσεις είναι, δηλαδή, στην πραγματικότητα υποθετικές προτάσεις και έχουν την ίδια σύνταξη και την ίδια άρνηση με αυτές (συνήθως μή). Έτσι οι προτάσεις αυτού του είδους, εκτός από αντίθεση προς το περιεχόμενο της κύριας πρότασης, μπορεί, μεταξύ άλλων, να εκφράζουν μια προϋπόθεση που κάποιος αναγνωρίζει και επομένως την "παραχωρεί" ή "ενδίδει" σε αυτήν, το προσδοκώμενο αποτέλεσμα της οποίας όμως δεν εκπληρώνεται, μια κατάσταση πραγμάτων της οποίας η προσδοκώμενη συνέπεια δεν εκδηλώνεται κτό., όπως π.χ.:

ΟΜ Ιλ 20.371 τοῦ δ' ἐγὼ ἀντίος εἶμι καὶ εἰ πυρὶ χεῖρας ἔοικεν εγώ θα βγω μπροστά του ακόμη και αν τα χέρια του μοιάζουν με φωτιά.

ΠΛ Αλκ1 109c εἰ γὰρ καὶ διανοεῖταί τις ὡς δεῖ πρὸς τοὺς τὰ δίκαια πράττοντες πολεμεῖν, οὐκ ἂν ὁμολογήσειέν γε || γιατί αν και περνάει από τον νου κάποιου πως πρέπει να πολεμήσει με εκείνους που πράττουν ό,τι είναι δίκαιο, ωστόσο δεν θα το ομολογούσε.

§11.69. Στα προηγούμενα παραδείγματα διαφαίνονται ήδη και ορισμένες διαφορετικές σημασιολογικές αποχρώσεις που συνδέονται με τις διαφορές στη μορφή των εναντιωματικών προτάσεων και στον τρόπο εισαγωγής τους. Ειδικότερα μπορούν να διακριθούν οι εξής περιπτώσεις:

§11.70. Το καὶ ενδέχεται να ακολουθεί το εἰ και το ἐάν.

Στην περίπτωση αυτήν, που εμφανίζεται μόνο μετά τον Όμηρο, η πραγματοποίηση της προϋπόθεσης που εισάγεται με το εἰ καί, ἐάν καί ("αν και", "μολονότι", "παρόλο") αναγνωρίζεται συνήθως ως πραγματική ή δυνατή. (Το ὅμως στο παράδειγμα από τον Σοφοκλή είναι ρητός δείκτης της εναντιωματικής σημασίας που έχει η κύρια πρόταση στις υπό συζήτηση προτάσεις):

ΣΟΦ ΟΤ 302-303 [ὦ Τειρεσία] πόλιν μέν, εἰ καὶ μὴ βλέπεις, φρονεῖς δ' ὅμως οἵᾳ νόσῳ σύνεστιν || αν και δε βλέπεις την πόλη Τειρεσία, καταλαβαίνεις όμως πόσο την χτύπησε η αρρώστια.

ΠΛ Αλκ1 109c εἰ γὰρ καὶ διανοεῖταί τις ὡς δεῖ πρὸς τοὺς τὰ δίκαια πράττοντες πολεμεῖν, οὐκ ἂν ὁμολογήσειέν γε || γιατί αν και περνάει από τον νου κάποιου πως πρέπει να πολεμήσει με εκείνους που πράττουν ό,τι είναι δίκαιο, ωστόσο δεν θα το ομολογούσε.

ΔΗΜ 16.24 τὰ μὲν δίκαια πάντες, ἐὰν καὶμὴ βούλωνται, μέχρι τού γ' αἰσχύνονται μὴ πράττειν || τα δίκαια όλοι, αν και δε θέλουν, ντρέπονται κάπως να μη τα πράττουν.

ΙΣΟΚΡ 7.11 οὐδὲν γὰρ οἷόν τε γίγνεσθαι κατὰ τρόπον τοῖς μὴ καλῶς περὶ ὅλης τῆς διοικήσεως βεβουλευμένοις, ἀλλ' ἂν καὶ κατορθώσωσι περί τινας τῶν πράξεων ἢ διὰ τύχην ἢ δι' ἀνδρὸς ἀρετήν, μικρὸν διαλιπόντες πάλιν εἰς τὰς αὐτὰς ἀπορίας κατέστησαν || γιατί τίποτα δεν μπορεί να κάνουν όπως πρέπει εκείνοι που δεν κρίνουν ορθά το σύνολο της διοίκησης, αλλά αν και μπορούν να πετύχουν σε ορισμένες ενέργειες είτε από τύχη είτε εξαιτίας της ικανότητας ενός μεμονωμένου άνδρα, ύστερα από λίγο χρονικό διάστημα καταλήγουν πάλι στα ίδια αδιέξοδα.

§11.71. Το καί ενδέχεται να προτάσσεται στο εἰ και το ἐάν και τότε έχει επιδοτική σημασία (καὶ εἰ, καὶ ἐάν, κἄν "και αν", "και αν ακόμη", "έστω και αν"). Η πραγματοποίηση της προϋπόθεσης παρουσιάζεται εδώ συνήθως ως κάτι αδύνατο ή απίθανο.

Στην περίπτωση αυτήν, και εφόσον η κύρια πρόταση είναι αποφατική, η άρνηση της κύριας και το μόριο καί της εξαρτημένης παραχωρητικής πρότασης συνδέονται στο οὐδέ (μηδέ), οὐδ' εἰ, έτσι ώστε οι εξαρτημένες προτάσεις να εισάγονται με το οὐδ' ἐάν (μηδ' εἰ, μηδ' ἐάν):

ΟΜ Οδ 13.291-292 κερδαλέος κ' εἴη καὶ ἐπίκλοπος, ὅς σε παρέλθοι ἐν πάντεσσι δόλοισι, καὶ εἰ θεὸς ἀντιάσειε || πονηρός και απατεώνας έμπειρος πρέπει να είναι όποιος θα ήθελε να τα βγάλει πέρα μαζί σου σε όλα τα κόλπα, ακόμη και αν βρισκόταν μπροστά σου ένας θεός.

ΣΟΦ ΟΚ 508-509 τοῖς τεκοῦσι γὰρ οὐδ' εἰ πονεῖ τις, δεῖ πόνου μνήμην ἔχειν || γιατί ακόμη και αν κοπιάζει κάποιος για τους γονείς, δεν πρέπει να υπολογίζει την κούραση.

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.1.11 [Βασιλεὺς] νομίζει δὲ καὶ ὑμᾶς ἑαυτοῦ εἶναι, ἔχων ἐν μέσῃ τῇ ἑαυτοῦ χώρᾳ καὶ ποταμῶν ἐντὸς ἀδιαβάτων καὶ πλῆθος ἀνθρώπων ἐφ' ὑμᾶς δυνάμενος ἀγαγεῖν, ὅσον οὐδ' εἰ παρέχοι ὑμῖν δύναισθε ἂν ἀποκτεῖναι || ο Βασιλιάς πιστεύει επίσης ότι και σεις ανήκετε σε αυτόν, αφού σας έχει στη μέση της χώρας του και ανάμεσα σε αδιάβατους ποταμούς, και ότι μπορεί να οδηγήσει εναντίον σας ένα τόσο πλήθος ανθρώπων που ακόμη και αν σας το παράδινε δεν θα μπορούσατε να τους σκοτώσετε.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 2.1.8 οὐδ' εἰ πάντες ἔλθοιεν Πέρσαι, πλήθει οὐχ ὑπερβαλοίμεθ' ἂν τοὺς πολεμίους || ακόμη και αν έρθουν όλοι οι Πέρσες, δεν θα μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τους εχθρούς στο πλήθος.

ΠΛ Μενεξ 248d νῦν δὲ ἴσμεν ὅτι, καὶ ἐὰν μὴ ἡμεῖς παρακελευώμεθα, [πόλις] ἱκανῶς ἐπιμελήσεται || τώρα όμως ξέρουμε ότι, και αν δεν την παρακαλέσουμε, η πολιτεία θα φροντίσει με τον τρόπο που πρέπει.

ΠΛ Πρωτ 319cἐὰν δέ τις ἄλλος ἐπιχειρῇ αὐτοῖς συμβουλεύειν ὃν ἐκεῖνοι μὴ οἴονται δημιουργὸν εἶναι, κἂν πάνυ καλὸς ᾖ καὶ πλούσιος καὶ τῶν γενναίων, οὐδέν τι μᾶλλον ἀποδέχονται || αν όμως δοκιμάσει να τους συμβουλέψει κάποιος άλλος που εκείνοι δεν πιστεύουν ότι είναι του σιναφιού, ακόμη και αν είναι πολύ όμορφος και πλούσιος και αριστοκράτης, δεν του δίνουν καμιά παραπάνω σημασία.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1: Μερικές φορές αντί για τη σύναψη εἰ καὶ μή χρησιμοποιείται η εἰ μὴ καί. π.χ.:

ΘΟΥΚ 2.11.6 χρὴ καὶ πάνυ ἐλπίζειν διὰ μάχης ἰέναι αὐτούς [Ἀθηναίους], εἰ μὴ καὶ νῦν ὥρμηνται || πρέπει κανείς να περιμένει με μεγάλη πιθανότητα ότι αυτοί θα βγούν να δώσουν μάχη, έστω και αν για την ώρα δεν έχουν βγει.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2: Πολύ συχνά εναντιωματική σημασία έχει και το απλό εἰ, όπως και το ἐάν τε … ἐάν τε, που μπορεί να αποδοθεί με το "είτε … είτε", καθώς και το εἴπερ [ἐάνπερ], κυρίως στον Όμηρο και, μεμονωμένα μόνο, στους Αττικούς. π.χ.:

ΕΥΡ Ελ 66-67 ὡς, εἰ καθ' Ἑλλάδ' ὄνομα δυσκλεὲς φέρω, μή μοι τὸ σῶμα γ' ἐνθάδ' αἰσχύνην ὄφλῃ || ώστε, και αν ακόμη στην Ελλάδα το όνομά μου δεν έχει καλή φήμη, εδώ πέρα το σώμα μου ντροπη να μη μου φέρει.

ΠΛ Συμπ 215c τὰ οὖν ἐκείνου ἐάντεἀγαθὸς αὐλητὴς αὐλῇ ἐάντεφαύλη αὐλητρίς, μόνα κατέχεσθαι ποιεῖ || οι σκοποί εκείνου λοιπόν, είτε τους παίζει δεξιοτέχνης αυλητής είτε ακόμη και μια κοινή αυλητρίδα, και μόνοι τους έχουν τη δύναμη να προκαλούν έκσταση.

ΟΜ Ιλ 10.225-226 μοῦνος δ' εἴ πέρ τε νοήσῃ, ἀλλά τέ οἱ βράσσων τε νόος, λεπτὴ δε τε μῆτις || ένας μόνος του, και αν ακόμη το καταλάβει, ο λογισμός του είναι παρόλα αυτά κοντόθωρος και η εξυπνάδα του λίγη.

ΠΛ Ευθυφ 4b τοῦτο μόνον δεῖν φυλάττειν, εἴτε ἐν δίκῃ ἔκτεινεν ὁ κτείνας εἴτε μή, καὶ εἰ μὲν ἐν δίκῃ, ἐᾶν, εἰ δὲ μή, ἐπεξιέναι, ἐάνπερ ὁ κτείνας συνέστιός σοι καὶ ὁμοτράπεζος ᾖ αυτό μόνο πρέπει να προσέχει κανείς, αν δηλαδή αυτός που σκότωσε το έκανε δίκαια ή όχι, και αν το έκανε δίκαια, πρέπει να τον αφήσεις ήσυχο, αν όμως δεν το έκανε δίκαια, τότε πρέπει να ασκήσεις ποινική δίωξη εναντίον του, ακόμη και αν αυτός που σκότωσε μοιράζεται την ίδια εστία και το ίδιο τραπέζι μαζί σου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 3: Μερικές φορές το καὶ στη σύναψη εἰ καὶ δεν ανήκει στο εἰ, αλλά στην επόμενη λέξη ή σε μια από τις επόμενες λέξεις, π.χ.:

ΣΟΦ Αι 1127 δεινὸν γ' εἶπας, εἰ καὶ ζῇς θανών || φοβερό λόγο είπες, αφού και πεθαμένος ζεις [το καί ανήκει στο θανών].

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 4: Η αρχική, πιο συχνή και συνεπτυγμένη εκφορά εναντιωματικών και παραχωρητικών σχέσεων στην ΑΕ είναι αυτή με εναντιωματική μετοχή, αρχικά χωρίς, αργότερα μαζί με το καί, περ ή καίπερ. Η εκφορά τους με εξαρτημένη επιρρηματική πρόταση είναι μεταγενέστερη και λιγότερο συχνή.

Δεν μπορούμε ν’ αποφύγουμε τον πόνο

Ο πόνος είτε είναι σωματικός, είτε ψυχικός είναι μια επώδυνη εμπειρία- κανένας εξάλλου δεν απήλαυσε να πονά ποτέ. Στην πολύχρωμη πιατέλα της ζωής δεν είναι όλες οι γεύσεις δελεαστικές. Η χαρά, ο ενθουσιασμός, η ευτυχία, η αγάπη, ο πόθος, η ευημερία, η γαλήνη είναι από εκείνες τις γλυκιές, που δεν τις χορταίνουμε κι αυτές που κυνηγάμε περισσότερο. Υπάρχουν όμως κι οι άλλες: η θλίψη, η απώλεια, ο πόνος, ο φόβος, ο αποχωρισμός που μας βαραίνουν και μας «στραγγίζουν» κάθε φορά που αισθανόμαστε έστω και για λίγο το άγγιγμά τους, μας αφήνουν μια πικρή γεύση. Είναι η σταθερά στην εξίσωση που κάποιοι ονόμασαν ζωή, δε μεταλλάσσεται, δεν αλλάζει. Είναι ένας αέναος κύκλος που όλοι θα πρέπει να βιώσουμε -είτε μας αρέσει, είτε όχι- αν θέλουμε να λέμε πως ζήσαμε τα πάντα.

Ήρθαμε σ’ αυτόν τον κόσμο χωρίς να μας δοθεί το «βιβλίο οδηγιών χρήσης». Δε γνωρίζαμε τι θα συναντήσουμε, τι να αποφύγουμε, από τι να προστατευτούμε και κυρίως τι αξίζει να ζήσουμε όσο περισσότερο γίνεται γιατί θα κρατάει πάντα λίγο. Σαν παιδιά, κάθε φορά που χτυπούσαμε πάνω στο παιχνίδι, ακούγαμε το αείμνηστο: «μέχρι να παντρευτείς θα γιάνει» κι ευτυχισμένοι γυρνούσαμε ξανά στο γέλιο και τη διασκέδαση, γιατί ήταν πραγματικά τόσο εύκολο. Καθώς οι γνώσεις ήρθαν σταδιακά, αναπτυσσόμασταν και χάναμε την παιδική μας αθωότητα, -άλλοι πιο νωρίς, άλλοι πιο αργά- μεγαλώσαμε, εκτεθήκαμε, μάθαμε, βιώσαμε και επιβιώσαμε, καταλάβαμε ότι ο πόνος δεν περνά πάντα από μόνος του, ο γάμος δε θα φέρει την ίαση, ο χρόνος δεν είναι απαραίτητα ο καλύτερος γιατρός και δεν μπορούμε να τον αποφύγουμε κρατώντας μόνο το καλύτερο κομμάτι της ζωής. Έπεσε το πέπλο προστασίας που υπήρχε πάνω μας στα νεανικά μας χρόνια, αποκαλύπτοντας μια αλήθεια που δεν την επιλέξαμε κι όμως είδαμε.

Αν θέλουμε να είμαστε κι ειλικρινείς, εθιστήκαμε σε ό,τι μας πονάει και γυρνάμε συχνά σε αυτόν, γιατί ακόμα κι μας αν πληγώνει, ταυτόχρονα μας υπενθυμίζει ότι είμαστε ζωντανοί. Ο πόνος που αισθανόμαστε σήμερα, είναι η δύναμη που έχουμε γι’ αύριο. Όσο παραπατάμε σε λάθη, σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα και φαύλους κύκλους, σε ανθρώπους και σχέσεις που δεν προορίζονται για εμάς, σε συνήθειες που βλάπτουν την εξέλιξή μας, σε μη υγιείς σκέψεις για τον εαυτό μας και για τους γύρω μας, σε καταστάσεις που αντί να αντιμετωπίσουμε πρόσωπο με πρόσωπο, αποφύγαμε, ο πόνος θα έρχεται ξανά και ξανά μέχρι να γίνει μάθημα, γιατί το μάθημα προέρχεται από τη γνώση κι η γνώση είναι δύναμη.

Ο πόνος θα πρέπει να λαμβάνεται σαν προειδοποίηση ότι κάτι πρέπει οπωσδήποτε ν’ αλλάξει και συνεχώς θα επαναλαμβάνεται μέχρι να μεταδώσει το μήνυμά του. Πόσες φορές ζητήσαμε από μια ανώτερη δύναμη να μας δώσει το κουράγιο και την υπομονή να ξεπεράσουμε μια κατάσταση που νιώσαμε προς στιγμήν εγκλωβισμένοι κι αβοήθητοι εντός της; Ποντάρω αμέτρητες. Κανένας όμως δε θα έρθει μ’ ένα μαγικό πουγκί γεμάτο από θετικά συναισθήματα έτοιμα να μας χαριστούν, ούτε η λύση θα πέσει εξ ουρανού στην αγκαλιά μας- ας είμαστε ρεαλιστές. Θα έρθει μέσω των δοκιμασιών που θα περάσουμε, μέχρι να κατανοήσουμε την «αποστολή» μας και καθώς θα λάβουμε όσα επιθυμούσαμε, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι και πάλι ο κανόνας θα παραμένει ένας: «τα αγαθά κόποις κτώνται».

Δεν μπορούμε ν’ αποφύγουμε τον πόνο, μπορούμε μόνο ν’ αλλάξουμε το πώς αντιδράμε σε αυτόν και πώς τον αντιμετωπίζουμε. Γιατί γίναμε προκατειλημμένοι και πιστέψαμε ότι είναι ένα συναίσθημα αρνητικό; Από πού πηγάζει αυτή μας η σκέψη; Ας σταθούμε μια στιγμή. Ας αναρωτηθούμε: χωρίς αυτόν θα ήμασταν άραγε πιο ασφαλείς ή μήπως θα κινδυνεύαμε ακόμα περισσότερο; Η αλήθεια είναι ότι ο πόνος είναι αναγκαίος, μας ανοίγει την πόρτα προς την ευτυχία· αν επικεντρωνόμαστε συνεχώς στην αίσθηση που μας προκαλεί, το βέβαιο είναι πως θα υποφέρουμε συνεχώς, αν όμως επικεντρωθούμε στο μάθημα που έχει να προσφέρει, θα εξελισσόμαστε και θα είμαστε ένα βήμα πιο κοντά στη δύναμή μας.

Μια γεμάτη ζωή, είναι γεμάτη πόνο -είναι εξάλλου κι η κινητήριος δύναμή μας. Η μόνη εναλλακτική είναι μια ζωή άδεια, γιατί δε γίνεται να βλέπουμε μόνο τη μια πλευρά της ζωής -δε θα είχε και ενδιαφέρον άλλωστε. Το ερώτημα που γεννάται είναι το εξής: θα ζήσουμε μια ζωή γεμάτη με ό,τι αυτό συνεπάγεται ή δε θα ζούμε καθόλου κι απλώς θα υπάρχουμε;

Η επιλογή ανήκει στον κάθε ένα από μας ξεχωριστά. Ας έχουμε όμως υπόψιν ότι αν επιλέξουμε να προστατεύουμε συνεχώς τον εαυτό μας από κάθε είδους έκθεση στον πόνο, τότε επιλέγουμε και να ζούμε μια ζωή χλιαρή και μέτρια, μια ζωή τόσο εύκολη που δεν έχει τίποτα να μας μάθει και τίποτα να προσφέρει. Αν κάτι προορίζεται επιτέλους ν’ αλλάξει, είναι το πώς κοιτάμε τον πόνο. Δύναμη είναι κι όχι αδυναμία. Δεν υπάρχει κανείς που αγαπά τον πόνο αυτούσιο άλλωστε, που τον επιδιώκει και που θέλει να τον αποκτήσει, μόνο και μόνο επειδή είναι πόνος. Όλοι μας στη δύναμη στοχεύουμε. Ας γνωρίσουμε λοιπόν ότι χωρίς τον πόνο, δε θα γνωρίσουμε ούτε τη δύναμη γιατί είναι αλληλένδετα. Γνωρίζοντας αυτά λοιπόν, ποια θα είναι η δική σου επιλογή;

Ζωή χωρίς φόβο

Είμαστε ελεύθεροι να είμαστε ο εαυτός μας;

Η απάντηση είναι όχι. Η αληθινή ελευθερία έχει να κάνει με το ανθρώπινο πνεύμα – ισοδυναμεί με το να είναι κανείς ο εαυτός του.

Ποιος μας εμποδίζει να είμαστε ελεύθεροι;

Κατηγορούμε τους πάντες.

Ποιος, όμως, είναι ο πραγματικός ένοχος;

Μα ο εαυτός μας – εμείς εμποδίζουμε τον εαυτό μας.

Τι σημαίνει να είναι κανείς ελεύθερος;

Συχνά, όταν παντρευόμαστε, λέμε ότι χάσαμε την ελευθερία μας, όταν, όμως, παίρνουμε διαζύγιο, πάλι δεν είμαστε ελεύθεροι.

Τι μας εμποδίζει; Γιατί δεν μπορούμε να είμαστε ο εαυτός μας;

Φανταστείτε ότι σας έχει δοθεί η άδεια να είστε ευτυχισμένοι και να απολαμβάνετε την κάθε στιγμή.

Η ζωή σας δεν επιφυλάσσει πια την παραμικρή σύγκρουση με τον εαυτό σας ή με τους άλλους.

Φανταστείτε ότι ζείτε χωρίς να φοβάστε να εκφράσετε τις επιθυμίες σας.

Γνωρίζετε τι δεν θέλετε, γνωρίζετε τι θέλετε και πότε το θέλετε.

Είστε ελεύθεροι να αλλάξετε τη ζωή σας και να της δώσετε τη μορφή που πραγματικά επιθυμείτε.

Δεν φοβάστε να ζητήσετε αυτό που έχετε ανάγκη, δεν φοβάστε να πείτε ναι ή να πείτε όχι.

Φανταστείτε ότι ζείτε δίχως την αγωνία της κρίσης των άλλων.

Δεν προσαρμόζετε πια τη συμπεριφορά σας σύμφωνα με το τι πιθανόν να πιστεύουν οι άλλοι για σας.

Δεν αισθάνεστε πια υπεύθυνοι για τις γνώμες των άλλων.

Δεν νιώθετε την ανάγκη να ελέγξετε κανέναν, ούτε κανείς ελέγχει εσάς.

Φανταστείτε ότι ζείτε δίχως να κρίνετε τους ανθρώπους γύρω σας.

Μπορείτε εύκολα να συγχωρήσετε και να ξεχάσετε τις κρίσεις που κάνατε στο παρελθόν.

Δεν αισθάνεστε πια την ανάγκη να έχετε δίκιο, ούτε την ανάγκη να αποδεικνύετε ότι οι άλλοι κάνουν λάθος.

Σέβεστε τον εαυτό σας και τους άλλους και, σε αντάλλαγμα, σας σέβονται κι εκείνοι.

Φανταστείτε ότι ζείτε αγαπώντας ακόμα κι όταν δεν σας αγαπούν.

Δεν σας τρομάζει πια η απόρριψη και δεν νιώθετε την ανάγκη της αποδοχής.

Μπορείτε να πείτε «σ’ αγαπώ» χωρίς ντροπή και χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος.

Μπορείτε να προχωρήσετε μπροστά με την καρδιά ορθάνοιχτη, δίχως να φοβάστε μήπως πληγωθείτε.

Φανταστείτε ότι ζείτε χωρίς να φοβάστε να διακινδυνεύσετε ή να εξερευνήσετε τη ζωή.

Δεν έχετε την αγωνία της απώλειας.

Δεν φοβάστε να ζείτε μέσα στον κόσμο και δεν φοβάστε να πεθάνετε.

Φανταστείτε ότι αγαπάτε τον εαυτό σας ακριβώς όπως είναι.

Αγαπάτε το σώμα σας ακριβώς όπως είναι και το ίδιο αγαπάτε και τα συναισθήματά σας.

Ξέρετε ότι είστε τέλειος/α ακριβώς όπως είστε».

«Έχουμε αναμνήσεις από πολύ παλιά, από μια εποχή που υπήρξαμε ελεύθεροι και που απολαμβάναμε την ελευθερία μας, αλλά έχουμε ποια ξεχάσει τι σημαίνει στ’ αλήθεια ελευθερία.

Ας πάρουμε ένα παιδί δύο, τριών ή και τεσσάρων ετών – να ένας ελεύθερος άνθρωπος.

Γιατί είναι ελεύθερος αυτός ο άνθρωπος;

Επειδή εξακολουθεί να κάνει αυτό που επιθυμεί.

Το παιδί είναι ένα άγριο πλάσμα - ένα λουλούδι, ένα δέντρο ή ένα ζώο που δεν έχει ακόμα εξημερωθεί!

Κι αν παρατηρήσουμε ανθρώπους ηλικίας δύο χρόνων, θα προσέξουμε ότι τις περισσότερες φορές αυτοί οι άνθρωποι διασκεδάζουν κι έχουν ένα φωτεινό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη.

Εξερευνούν τον κόσμο.

Δεν φοβούνται να παίξουν.

Φοβούνται όταν πονούν, όταν πεινάνε, όταν κάποιες ανάγκες τους μένουν ανικανοποίητες, αλλά δεν ανησυχούν για το παρελθόν, δεν ενδιαφέρονται για το μέλλον – ζουν μονάχα στην παρούσα στιγμή.

Τα πολύ μικρά παιδιά δεν διστάζουν να εκφράσουν τα συναισθήματά τους.

Διαπνέονται από τόση αγάπη, ώστε όταν την αντιληφθούν γύρω τους, αφήνονται απόλυτα σε αυτήν.

Δεν φοβούνται ούτε για μια στιγμή να αγαπήσουν.

Αυτή είναι η περιγραφή ενός φυσιολογικού ανθρώπινου όντος.

Όταν είμαστε παιδιά, δεν φοβόμαστε το μέλλον ούτε ντρεπόμαστε για το παρελθόν.

Η φυσιολογική ανθρώπινη τάση είναι η ευχαρίστηση, το παιχνίδι, η εξερεύνηση, η ευτυχία και η αγάπη.

Ο παραλογισμός και η σχέση του με τον υπαρξισμό και τον μηδενισμό

Και οι τρεις έχουν την καταγωγή τους από τον φιλόσοφο Soren Kierkegaard, ο οποίος προσπάθησε να ανακαλύψει πώς μπορεί κανείς να ζήσει ως άτομο. Ο Καμύ, ο Νίτσε και ο Σαρτρ επηρεάστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τον Κίρκεγκωρ.

Ο παραλογισμός προήλθε από τη συνέχιση των κινημάτων του υπαρξισμού και του μηδενισμού στον 20ο αιώνα. Μοιράζεται μαζί τους κάποια εμφανή βασικά σημεία, αλλά επίσης φθάνει σε συμπεράσματα που είναι ξεχωριστά και μοναδικά.

Και οι τρεις σχολές προέκυψαν από την ανθρώπινη εμπειρία της αγωνίας και της σύγχυσης που απορρέει από το Παράλογο: τη φαινομενική έλλειψη νοήματος σε ένα κόσμο που οι άνθρωποι, παρ ‘ όλα αυτά, είναι υποχρεωμένοι να βρουν ή να δημιουργήσουν το δικό τους νόημα.

Από εκεί και πέρα, οι τρεις σχολές σκέψης αποκλίνουν.

Ο Υπαρξισμός γενικά υποστήριξε την δημιουργία νοήματος της ζωής από το κάθε άτομο ξεχωριστά, καθώς και την ύπαρξη της ελεύθερης βούλησης του ατόμου. Έτσι, οι υπαρξιστές είναι άτομα με την πεποίθηση ότι μέσω ενός συνδυασμού συνειδητοποίησης, ελεύθερης βούλησης και προσωπικής ευθύνης, μπορεί κανείς να οικοδομήσει το δικό του νόημα μέσα σε έναν κόσμο που εγγενώς δεν έχει κανένα δικό του.

Ο Μηδενισμός, αντίθετα, υποστηρίζει ότι “είναι μάταιο να αναζητάμε ή να δηλώνουμε ότι υπάρχει νόημα εκεί που δεν μπορεί να βρεθεί.” Με λίγα λόγια μηδενισμός είναι η πεποίθηση ότι όχι μόνο δεν υπάρχει εγγενές νόημα στον κόσμο, αλλά ότι είναι άσκοπο να προσπαθήσουμε να κατασκευάσουμε το δικό μας ως υποκατάστατο. Εδώ τα άτομα υποφέρουν όταν συνειδητοποιούν ότι το αντικειμενικό νόημα της ζωής που πίστευαν ότι υπήρχε δεν υπάρχει. Επειδή ο μηδενισμός ουσιαστικά αποστραγγίζει τον κόσμο από κάθε νόημα, το άτομο αναγκάζεται να δημιουργήσει νόημα μέσω της υιοθέτησης δική του ηθική.

Ωστόσο, οι μηδενιστές απορρίπτουν αυτή την ηθική ως στερούμενη αντικειμενικής σημασίας καθώς είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης δημιουργίας, και επομένως είναι απλώς υποκειμενική. Ο υπαρξισμός υποστηρίζει ότι η ουσία του ατόμου είναι συγκεκριμένη επειδή καθορίζεται από τις επιλογές που κάνει κάποιος. Επειδή το νόημα της ζωής δεν πηγάζει από μια μεγαλύτερη ανώτερη δύναμη αλλά από το άτομο, το άτομο βιώνει το άγχος ως αποτέλεσμα της γνώσης ότι έχει απόλυτη ελευθερία να ασκήσει τη δική του ελεύθερη βούληση. Επειδή όλο το νόημα πηγάζει από το άτομο και επομένως είναι υποκειμενικό, οι Υπαρξιστές έρχονται αντιμέτωποι με το Παράλογο. Ωστόσο, οι υπαρξιστές πιστεύουν ότι η ηθική κάποιου μπορεί να τον μεταφέρει μέσα από συναντήσεις με το παράλογο.

Ο Παραλογισμός, όπως σχηματίστηκε από τον Καμύ, αποδέχεται, αν και διστακτικά, την πιθανότητα ύπαρξης νόηματος ή αξίας στη ζωή. Πιστεύει ότι η αναζήτηση νοήματος είναι εγγενώς σε σύγκρουση με την πραγματικότητα, διστάζει όμως να αποδεχτεί τόσο την αξία του προσωπικά κατασκευασμένου νοήματος, όπως διδάσκει ο Υπαρξισμός, όσο και την ολοκληρωτική αδυναμία εύρεσης νοήματος που υποστηρίζει ο Μηδενισμός.

Ο Παραλογισμός του Καμύ, επίσης, απαξιώνει ή κατάφορα απορρίπτει την ελεύθερη βούληση, ενθαρρύνοντας απλώς το άτομο να ζει επαναστατικά και αυθεντικά , παρά την ψυχολογική ένταση του Παραλόγου.

Ο καθένας μας έχει τρεις τρόπους για να ξεφύγει από τον παραλογισμό:

– Την αυτοκτονία

– Μια πίστη σε μια ανώτερη δύναμη που επιτρέπει τη διαφυγή σε μια ανώτερη κατάσταση του να είναι ελεύθερος από το παράλογο

– Την αποδοχή του παραλόγου

Στον μηδενισμό, το άτομο παρουσιάζεται κρίση όταν συνειδητοποιούν ότι το αντικειμενικό νόημα της ζωής που πίστευαν ότι υπήρχε δεν υπάρχει. Στον μηδενισμό το άτομο αναγκάζεται να δημιουργήσει ένα νόημα μέσω της υιοθέτησης δικής του ηθικής αρχής. Ωστόσο, οι μηδενιστές απορρίπτουν αυτή την ηθική ως στερούμενη αντικειμενικής σημασίας καθώς είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης δημιουργίας, και επομένως είναι απλώς υποκειμενική. Ο υπαρξισμός υποστηρίζει ότι η ουσία του ατόμου είναι συγκεκριμένη επειδή καθορίζεται από τις επιλογές που κάνει κάποιος. Επειδή το νόημα της ζωής δεν πηγάζει από μια μεγαλύτερη ανώτερη δύναμη αλλά από το άτομο, το άτομο βιώνει το άγχος ως αποτέλεσμα της γνώσης ότι έχει απόλυτη ελευθερία να ασκήσει τη δική του ελεύθερη βούληση. Επειδή όλο το νόημα πηγάζει από το άτομο και επομένως είναι υποκειμενικό, οι Υπαρξιστές έρχονται αντιμέτωποι με το Παράλογο. Ωστόσο, οι υπαρξιστές πιστεύουν ότι η ηθική κάποιου μπορεί να τον μεταφέρει μέσα από συναντήσεις με το παράλογο.

Τι λέει ο Υπαρξιστής

«Δεν υπάρχει εγγενές νόημα σε αυτόν τον κόσμο. Φροντίζουμε μόνοι μας και δημιουργούμε τους δικούς μας ορισμούς του νοήματος». Για εσάς, ας πούμε, μπορεί να είναι να αγαπάτε τη γάτα σας.

Τι λέει ο Μηδενιστής

«Δεν υπάρχει εγγενές νόημα σε αυτόν τον κόσμο. Δεν υπάρχει κανένα νόημα σε αυτόν τον κόσμο ούτε υπάρχει καμία αξία. Ας μην νοιαζόμαστε λοιπόν για τις γάτες ή οτιδήποτε άλλο και απλώς ας πεθάνουμε.

Τι λέει ο Παράλογος

«Δεν υπάρχει εγγενές νόημα σε αυτόν τον κόσμο. Ξέρω ότι μπορούμε να διαλέξουμε τις ιδέες και τις απόψεις μας, με τόση ελευθερία. Ελευθερία να κάνεις, να μην κάνεις, τι να κάνεις! Αυτός ο κόσμος είναι παράλογος».

Αυτό που σε βασανίζει δεν είναι το γεγονός αλλά η ερμηνεία που του δίνεις

Ο περίφημος Στωικός φιλόσοφος Επίκτητος, περίπου 2000 χρόνια πριν είπε το εξής σημαντικό:

Οι άνθρωποι ταράζονται όχι από αυτά που συμβαίνουν αλλά από την άποψή τους για αυτά που συμβαίνουν. Με λίγα λόγια πράγματα που συμβαίνουν γύρω μας σε σχέση με γεγονότα και αλληλοεπιδράσεις με άλλους ανθρώπους ερμηνεύονται με βάση εμπειρίες του παρελθόντος, υποθέσεις και κρίσεις.

Αυτό που σε βασανίζει δεν είναι το γεγονός αλλά η ερμηνεία που του δίνεις. Η σκέψη βασικά που βασίζεται σε προηγούμενες εμπειρίες. Παρατηρώντας αυτήν την σκέψη και ξεχωρίζοντας το γεγονός με την ερμηνεία μπορείς να απελευθερωθείς από αυτήν γρήγορα και να δράσεις αναλόγως με την βούλησή σου προς την ευτυχία σου.

Ο κάθε άνθρωπος έχει ξεχωριστή σκέψη και ερμηνεία σε γεγονότα και πολλές φορές αυτά γίνονται συλλογική συνείδηση ανεξαρτήτως με την αλήθεια.

Αποστασιοποιόμενος από την σκέψη και όντως παρατηρητής αυτής της πραγματικότητας σε βοηθάει να είσαι ελεύθερος ανεξάρτητα από τα γεγονότα γύρω σου.

Ρεμπώ: Μην πανηγυρίζετε νομίζοντας πως με νικήσατε, γιατί «εγώ, είμαι ένας άλλος»

Η τέχνη, για να δικαιωθεί, χρειάζεται πρωτίστως να είναι όμορφη –όμορφη στους κόλπους μιας κοινωνίας βουτηγμένης, δυστυχώς, στο χυδαίο, μιας κοινωνίας η οποία δεν ανέχεται τους υπηρέτες της τέχνης που υπερασπίζονται την ομορφιά ενάντια στην ευτέλειά της. Οι υπέρμαχοι του ωραίου στέκονται μπροστά στο πλήθος που ζητάει την καταδίκη τους αντιμετωπίζοντάς το ψυχρά, υπεροπτικά, προκλητικά.

Η στάση τους δεν είναι αποσπασματική, ανεξάρτητη του ενός από του άλλου. Διαμορφώθηκε κατά τον 19ο αιώνα σε οργανωμένο τρόπο συμπεριφοράς, που έλαβε την ονομασία «δανδισμός», χαρακτηριστικό του οποίου είναι η υπέρμετρη επιμέλεια της εμφάνισης των οπαδών του –η σχολαστική φροντίδα για την καθαριότητα, το χτένισμα και τα ρούχα τους.

Η εμμονή αυτή των οπαδών του δανδισμού στην εμφάνισή τους παρεξηγήθηκε, με αποτέλεσμα να διαστρεβλωθεί η εικόνα τους, και δανδής, πλέον, στην δημώδη, στην τρέχουσα σημασία του, να σημαίνει ένα πρόσωπο χωρίς κανένα βάθος, κενό, ένα πρόσωπο που, στερούμενο οποιουδήποτε –πνευματικού, ηθικού, καλλιτεχνικού ή άλλου ανάλογου– χαρίσματος, ενδιαφέρεται αποκλειστικώς για την εμφάνισή του, την οποία μεταχειρίζεται σαν όχημα για να επιπλεύσει στην κοινωνία.

Στην πραγματικότητα, όμως, η αδιάλειπτη επιμονή του δανδή στην κομψότητα δεν αποσκοπεί στην ικανοποίηση της ματαιοδοξίας του. Είναι ένα στρατήγημα διάσωσής του. Κατασκευάζοντας ο δανδής το άψογο παρουσιαστικό του, επινοεί μιαν εικόνα κάτω από την οποία υφίσταται ο πραγματικός εαυτός του. Υπάρχει διττώς: ως ένα επιτηδευμένο, επινοημένο πρόσωπο, που το πλήθος βάζει στο στόχαστρό του, και ως ένα ανεπιτήδευτο πρόσωπο, που ο ίδιος το τυλίγει επιμελώς και το συγκαλύπτει με την επιτηδευμένη προβολή του. Προκαλώντας την καταδίκη του βάσει των πλαστών στοιχείων που ο ίδιος προβάλλει, επιτρέπει στον εαυτό του να μένει αλώβητος, δίνοντας απλώς την ψευδαίσθηση στους άλλους ότι τον έχουν εξουθενώσει. Εξ ου και η υπεροψία του απέναντι στις χυδαίες επιθέσεις του πλήθους. Σαν να λέει στο έξαλλο πλήθος την ώρα που τον σπρώχνει στα τάρταρα: μην πανηγυρίζετε, γιατί «εγώ», όπως διακηρύσσει ο Ρεμπώ, «είμαι ένας άλλος»!

Πλούταρχος: Μέτρο της ζωής είναι η σπουδαιότητα και όχι η χρονική διάρκειά της

ΠΑΡΑΜΥΘΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΝ (απόσπασμα)

Γενικά, ο καθένας θα έπρεπε να έχει την πεποίθηση, αν εξετάσει σοβαρά τα πράγματα και από μόνος του και μαζί με άλλον, ότι η άριστη ζωή δεν είναι η πιο μακροχρόνια αλλά η πιο σπουδαία.

Δεν επαινείται άλλωστε εκείνος που έπαιξε περισσότερη μουσική ή εκφώνησε περισσότερους λόγους ή κυβέρνησε περισσότερα πλοία αλλά εκείνος που έχει κάνει τα παραπάνω με εξαιρετικό τρόπο. Δεν πρέπει, δηλαδή, να υπολογίζουμε τη σπουδαιότητα με τη χρονική διάρκεια αλλά με την αξία και την κατάλληλη συμμετρία.

Αυτά θεωρούνται αποδείξεις καλοτυχίας και θεϊκής εύνοιας. Για τον λόγο αυτό, πάντως, οι ποιητές μας παραδίδουν για τους μεγαλύτερους και θεϊκής καταγωγής ήρωες ότι αφήνουν αυτή τη ζωή προτού γεράσουν, όπως για εκείνον,

που ο ασπιδοφόρος Δίας και ο Απόλλων
πολύ τον αγαπούσαν
με κάθε λογής αγάπη· αυτός δεν έφτασε στων γηρατειών
το κατώφλι (ΟΜΗΡΟΣ)

Σε όλες τις περιπτώσεις δηλαδή θεωρούμε ανώτερη την καλή χρήση του χρόνου παρά τα καλά γεράματα.

Και από τα φυτά, εξάλλου, καλύτερα είναι εκείνα που σε μικρό χρονικό διάστημα δίνουν τις περισσότερες σοδειές, και από τα ζώα εκείνα που σε μικρό χρονικό διάστημα μας δίνουν τη μεγαλύτερη ωφέλεια για τη ζωή μας. Οι όροι “πολύ” και “λίγο” σε σχέση με τον χρόνο φαίνεται να μην έχουν διαφορά, αν στρέψουμε το βλέμμα μας προς την αιωνιότητα.

Μια χιλιετία ή και δέκα χιλιετίες, σύμφωνα με τον Σιμωνίδη, δεν είναι παρά μια ανεπαίσθητη στιγμή του χρόνου ή μάλλον ένα ελάχιστο μόριο της στιγμής.

Υπάρχουν όπως λένε στις ακτές του Πόντου κάποια πλάσματα που ζουν μόνο μια μέρα· γεννιούνται το πρωί, φτάνουν στην ακμή τους το μεσημέρι και κατά το βράδυ γερνούν και η ζωή τους τελειώνει. Αν λοιπόν κι αυτά τα πλάσματα είχαν μέσα τους ανθρώπινη ψυχή και σκέψη, δεν θα είχαν και κείνα το ίδιο συναίσθημα που κυριαρχεί και σε μας και δεν θα τους συνέβαινε το ίδιο, προφανώς, ώστε όσα πεθαίνουν πριν από το μεσημέρι να προκαλούν θρήνους και δάκρυα, ενώ εκείνα που ζουν ολόκληρη τη μέρα θα μακαρίζονταν;

Μέτρο της ζωής είναι η σπουδαιότητα και όχι η χρονική διάρκειά της.

Πρέπει να θεωρούμε μάταιες και ανόητες τις αναφωνήσεις του είδους: “Μα δεν θα έπρεπε να τον πάρει τόσο νέο!”

Ποιος μπορεί να πει τι έπρεπε; Πολλά μάλιστα άλλα πράγματα, για τα οποία θα μπορούσε να πει κάποιος ότι “δεν έπρεπε να γίνουν”, έγιναν, γίνονται και θα συνεχίσουν να γίνονται.

Δεν είμαστε στον κόσμο τούτο για να θέσουμε νόμους, αλλά για να υπακούμε στις εντολές των θεών που κυβερνούν τα πάντα και στους ορισμούς της ειμαρμένης και της πρόνοιας.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ

Η Φιλοσοφία του Διαφωτισμού

Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού, στην ώριμη διατύπωσή της στη σκέψη του δέκατου όγδοου αιώνα, εξέφρασε τη χειραφέτηση του ευρωπαϊκού πνεύματος από τα δεσμά της μεσαιωνικής κοσμοθεωρίας. Ο Διαφωτισμός στηρίχτηκε στην ελπίδα της απαλλαγής της ανθρώπινης σκέψης από το σκότος της πλάνης, της άγνοιας και της προκατάληψης. Οι πηγές του ήταν η Καρτεσιανή ριζική αμφιβολία απέναντι στις καθιερωμένες αυθεντίες, καθώς και ο αδυσώπητος πόλεμος που είχαν κηρύξει ο Hobbes και ο Spinoza εναντίον της δεισιδαιμονίας που εξευτέλιζε το ανθρώπινο πνεύμα.

Ο δρόμος προς τον Διαφωτισμό άνοιξε με τον γενναίο προβληματισμό γύρω από τη φύση, τις πηγές και τα όρια της γνώσης, που είχε εισαγάγει ο John Locke στο έργο του Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση. Καθορίζοντας τις γνωστικές δυνατότητες του ανθρώπινου πνεύματος και καταστρέφοντας έτσι τα θεμέλια της πλάνης, ο Locke δίκαια μπορεί να θεωρηθεί ως ο «πατέρας του Διαφωτισμού». Η σκέψη του στάθηκε η αφετηρία του επίμοχθου ταξιδιού του Διαφωτισμού, που έφτασε στην κορύφωσή του με τη διατύπωση του πιο χαρακτηριστικού του αιτήματος με την προτροπή του Kant: sapere aude, «τόλμα να γνωρίζεις».

Η απόρριψη της αυθεντίας, η αναγνώριση της εμπειρικής βάσης των γνωστικών δυνάμεων της ανθρώπινης νόησης και η οικουμενική πρόσκληση για γνώση είχαν σαφείς πολιτικές συνέπειες. Η νέα γνωσιολογία είχε εξισωτικό χαρακτήρα. Οι άνθρωποι αναγνωρίζονται από τον Διαφωτισμό ως ανεξάρτητες μονάδες, που διαθέτουν δυνάμει ίσες γνωστικές ικανότητες και ισοδύναμες δυνατότητες λογικής κρίσης, που θα μπορούσε να καλλιεργηθεί και να βελτιωθεί με κατάλληλη αγωγή. Κατά συνέπεια, ο καθένας θα μπορούσε να διεκδικήσει ίσα πολιτικά δικαιώματα και ίσες δυνατότητες λόγου. Έτσι, ο πολιτικός φιλελευθερισμός, που αναγνώριζε την αυτονομία και τα δικαιώματα του ατόμου, αποτέλεσε τη φυσική πολιτική έκφραση της νέας φιλοσοφίας. 

Ο φιλελευθερισμός του Διαφωτισμού ενισχύθηκε από την εκκοσμικευμένη θεωρία του φυσικού δικαίου, η οποία καθιέρωνε την αρχή των αναπαλλοτρίωτων ανθρώπινων δικαιωμάτων, ως ουσιαστικό περιεχόμενο της ιδέας της ελευθερίας. Ως πολιτική στάση, ο Διαφωτισμός αντιπροσώπευε την κατάφαση προς όλες τις πρακτικές συνέπειες της χειραφέτησης της ανθρώπινης νόησης από την κηδεμονία της αυθεντίας: διεκήρυσσε τα δικαιώματα του ατόμου, αντιμαχόταν το δεσποτισμό, το φανατισμό, τη μισαλλοδοξία και την κοινωνική αδικία. Τέλος, σε μια ιστορική στιγμή επαναστατικής έξαρσης, ενστερνίστηκε, ως τη φυσική ιδεολογική του κορύφωση, τα ιδεώδη της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης των ανθρώπων και των λαών, τα οποία συνέθεταν τη νέα «θρησκεία της ανθρωπότητας».

Κούραση χωρίς αιτία

Αυτή η κούραση είναι «χωρίς αιτία». Δεν έχει καμία σχέση με την μυϊκή και ενεργειακή κούραση. Δεν προέρχεται από σωματικό ξόδεμα. Μιλούνε βέβαια αυθόρμητα για «νευρικό ξόδεμα», για «κατάθλιψη» και για ψυχοσωματική μεταστροφή. Αυτού του τύπου η εξήγηση αποτελεί τώρα μέρος της μαζικής κουλτούρας: υπάρχει σε όλες τις εφημερίδες (και σε όλα τα συνέδρια). Ο καθένας μπορεί να οχυρωθεί πίσω της σαν πίσω από μια καινούρια προδηλότητα, με την κατηφή χαρά ότι τον πρόδωσαν τα νεύρα του. Βέβαια, αυτή η κούραση σημαίνει τουλάχιστον ένα πράγμα (ίδια λειτουργία αποκαλυπτική όπως η βία και η μη βία): ότι αυτή η κοινωνία που προβάλλεται και βλέπει τον εαυτό της πάντα σε συνεχή πρόοδο προς την κατάργηση της προσπάθειας, τη λύση των εντάσεων, προς μεγαλύτερη ευκολία και αυτοματισμό, είναι στην πραγματικότητα μια κοινωνία του stress, της έντασης, του doping, στην οποία ο συνολικός ισολογισμός ικανοποίησης δίνει ένα ολοένα μεγαλύτερο έλλειμμα, στην οποία η ατομική και συλλογική ισορροπία καταστρέφεται ολοένα περισσότερο όσο πολλαπλασιάζονται οι τεχνικές προϋποθέσεις της πραγματοποίησής της.

Οι ήρωες της κατανάλωσης είναι κουρασμένοι. Μπορούμε να προβάλλουμε διάφορες ερμηνείες στο ψυχο-κοινωνιολογικό επίπεδο. Αντί να εξισώνει τις ευκαιρίες και να ειρηνεύει τον κοινωνικό (οικονομικό, κύρους) ανταγωνισμό, η καταναλωτική διαδικασία κάνει πιο βίαιο, πιο οξύ τον ανταγωνισμό σε όλες του τις μορφές. Με την κατανάλωση, είμαστε επιτέλους μόνο μέσα σε μια κοινωνία γενικευμένου,ολοκληρωτικούανταγωνισμού, που παίζει σε όλα τα επίπεδα, οικονομικό, γνώση, πόθο, σώμα, σημεία και ενορμήσεις, και όλα τα πράγματα στο εξήςπαράγονταιως ανταλλακτική αξία σε μιαν ακατάπαυστη διαδικασία διαφοροποίησης και υπερ-διαφοροποίησης.

Μαζί με τον Chobart de Lawe, μπορούμε να δεχτούμε και ότι, αντί να συνταιριάζει, όπως προσποιείται πως κάνει, «τις βλέψεις, τις ανάγκες και τις ικανοποιήσεις», η κοινωνία αυτή δημιουργεί ολοένα μεγαλύτερες διαστρεβλώσεις, στα άτομα καθώς και στις κοινωνικές κατηγορίες, που διαφωνούν με την επιταγή του ανταγωνισμού και της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας, και συγχρόνως με την στο εξής σφόδρα εσωτερικευμένη επιταγή να μεγιστοποιήσουν τις απολαύσεις.

Με τόσους αντίθετους καταναγκασμούς, το άτομο διαλύεται. Η κοινωνική διαστρέβλωση των ανισοτήτων προστίθεται στην εσωτερική διαστρέβλωση ανάμεσα σε ανάγκες και βλέψεις, για να κάνει αυτήν την κοινωνία μια κοινωνία ολοένα περισσότερο ασυμφιλίωτη, αποσυντεθειμένη, σε κατάσταση «δυσφορίας». Η κούραση (ή «ασθένεια») θα ερμηνευτεί τότε σαν απάντηση, με μορφή παθητικής άρνησης, του σύγχρονου ανθρώπου σ’ αυτές τις συνθήκες ύπαρξης. Αλλά θα πρέπει να καταλάβουμε καλά ότι αυτή η «παθητική άρνηση» είναι στην πραγματικότηταλανθάνουσα βία, και ως τέτοια, είναι μια μόνον από τις εφικτές απαντήσεις, που οι άλλες μορφές της είναι της ανοιχτής βίας. Και εδώ πάλι, πρέπει να ανασυστήσουμε την αρχή της αμφισημαντότητας. Κούραση, κατάθλιψη, νεύρωση μπορούν πάντα να μετατραπούν σε ανοιχτή βία, και αντιστρόφως. Η κούραση του πολίτη της μετα-βιομηχανικής κοινωνίας δεν απέχει πολύ από την καλυμμένη απεργία, το φρενάρισμα, το «slowing down» των εργατών στα εργοστάσια, ούτε από την «ανία» του σχολείου. Όλα αυτά είναι μορφές παθητικής αντίστασης, «εσωστρεφούς» με την έννοια που μιλούμε για «εσωστρεφές νύχι», που αναπτύσσεται μέσα στην σάρκα, προς το εσωτερικό.

Πράγματι, θα πρέπει να αντιστρέψουμε όλους τους όρους της αυθόρμητης όρασης: η κούραση δεν είναι η παθητικότητα ως αντίθεση στην εξωτερική κοινωνική υπερκινητικότητα· είναι, απεναντίας,η μοναδική μορφή δραστηριότηταςπου μπορεί να εναντιωθεί, σε ορισμένες συνθήκες, στον καταναγκασμό της γενικής παθητικότητας που είναι ο καταναγκασμός των παρουσών κοινωνικών σχέσεων. Ο κουρασμένος μαθητής είναι εκείνος που υφίσταται παθητικά τον λόγο του καθηγητή. Ο κουρασμένος εργάτης, ο κουρασμένος γραφειοκράτης είναι εκείνοι που από τη δουλειά τους έχει αφαιρεθεί κάθε υπευθυνότητα. Η πολιτική «αδιαφορία», αυτή η κατατονία του σύγχρονου πολίτη, είναι η αδιαφορία του ανθρώπου που δεν λαμβάνει καμία απόφαση και διατηρεί μόνο την κοροϊδία του καθολικού δικαιώματος ψήφου. Και η αλήθεια είναι ότι αυτό συμβαίνει σήμερα με την σωματική και ψυχική μονοτονία της δουλειάς στον ιμάντα μεταφοράς και στο γραφείο, με την μυική, αγγειακή, φυσιολογική καταληψία των επιβεβλημένων όρθιων ή καθιστών στάσεων, των στερεότυπων κινήσεων, όλης της χρόνιας αδράνειας και υποαπασχόλησης του σώματος στις κοινωνίες μας. Αλλά δεν είναι αυτό η ουσία, γι’ αυτό και ποτέ δεν θα γιατρέψουν την «παθολογική» κούραση με την άθληση και την μυική άσκηση, όπως λένε οι απλοϊκοί ειδήμονες (ούτε με τα ηρεμιστικά ή τα διεγερτικά). Γιατί η κούραση είναι μια καλυμμένη αμφισβήτηση, που στρέφεται εναντίον του εαυτού της και «εσωστρέφεται» στο σώμα της επειδή, σε ορισμένες συνθήκες, είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να κάνει το στερημένο άτομο. Όπως οι Μαύροι που εξεγείρονται στις πόλεις της Αμερικής ξεκινούν καίγοντας τις δικές τους συνοικίες.

Η αληθινή παθητικότητα υπάρχει στη χαρούμενη συμμόρφωση στο σύστημα, στο «δυναμικό» στέλεχος, με το ζωηρό μάτι και τους φαρδιούς ώμους, που είναι τέλεια προσαρμοσμένο στην συνεχή του δραστηριότητα. Η κούραση είναι μια δραστηριότητα, μια λανθάνουσα, ενδημική, χωρίς αυτοσυνειδησία εξέγερση. Έτσι διασαφηνίζεται η λειτουργία της: το «slowing down» σε όλες του τις μορφές είναι (όπως η νεύρωση) η μοναδική διέξοδος για ν’ αποφύγουμε την πλήρη και γνήσια «break down». Και επειδή ακριβώς είναι μια (λανθάνουσα) δραστηριότητα μπορεί ξαφνικά να μετατραπεί σε ανοιχτή εξέγερση, όπως έδειξαν παντού τα γεγονότα του Μάη [του 1968]. Η αυθόρμητη, ολική μόλυνση, η «έκρηξη» του κινήματος του Μάη γίνεται κατανοητή μόνο με την ακόλουθη υπόθεση: αυτό που εκλαμβάναμε για ατονία, για απόλυτη αδράνεια, για γενικευμένη παθητικότητα ήταν στην πραγματικότητα ένα δυναμικό δυνάμεωνενεργώνως και μες στην παραίτησή τους, στην κούρασή τους, στην αμπωτίδα τους και άρα αμέσως διαθέσιμων δυνάμεων. Δεν έγινε θαύμα. Και η αμπωτίδα από τον Μάη και μετά δεν είναι, ούτε αυτή, μια ανεξήγητη «αντιστροφή» της διαδικασίας, είναι η μεταστροφή μιας μορφής ανοιχτής εξέγερσης σ’ έναν τρόπο λανθάνουσας αμφισβήτησης (και άλλωστε ο όρος «αμφισβήτηση» θα ίσχυε αυστηρά μόνο για τούτη την τελευταία μορφή: ορίζει τις πολλαπλές μορφές άρνησης που στιγμιαία διακόπτονται από μια πρακτική ριζικής αλλαγής).

Οπότε, για να συλλάβουμε το νόημα της κούρασης πρέπει, πέρα από τις ψυχο-κοινωνιολογικές ερμηνείες, να την ξανατοποθετήσουμε μέσα στη γενική δομή των καταθλιπτικών καταστάσεων. Αϋπνίες, ημικρανίες, κεφαλαλγίες, παθολογική βουλιμία ή ανορεξία, ατονία ή καταναγκαστική υπερδραστηριότητα: τυπικά διαφορετικά ή αντίθετα, τα συμπτώματα αυτά μπορούν στην πραγματικότητα να εναλλαγούν, να αντικαταστήσουν τα μεν τα δε –καθώς η σωματική «μεταστροφή» συνοδεύεται πάντα, και φτάνει μάλιστα να ορίζεται από την δυνητική «μετατρεψιμότητα» όλων των συμπτωμάτων. Ε λοιπόν –κι αυτό ακριβώς είναι το κεφαλαιώδες– αυτή η λογική της κατάθλιψης (δηλαδή, το ότι τα συμπτώματα «περιφέρονται», καθώς πια δεν συνδέονται με οργανικές βλάβες ή με πραγματικές δυσλειτουργίες) απηχεί τη λογική της κατανάλωσης (δηλαδή, το ότι, καθώς πια δεν συνδέονται με την αντικειμενική λειτουργία των αντικειμένων, ανάγκες και ικανοποιήσεις διαδέχονται άλληλες, παραπέμπουν οι μεν στις δε, αντικαθιστούν οι μεν τις δε σε συνάρτηση με μια θεμελιώδη ανικανοποίηση). Ο ίδιος ασύλληπτος, απεριόριστος χαρακτήρας, η ίδια συστηματική μετατρεψιμότητα διέπει την πλημμυρίδα των αναγκών και την «ρευστότητα» των συμπτωμάτων κατάθλιψης. Θα επανέλθουμε εδώ στην αρχή της αμφισημαντότητας, για να συνοψίσουμε την ολική, δομική εμπλοκή του συστήματος της κατανάλωσης και του συστήματος της σωματοποίησης (που μόνο μια πτυχή του αποτελεί η κούραση). Όλες οι διαδικασίες των κοινωνιών μας πηγαίνουν προς την κατεύθυνση μιας αποδόμησης, μιας διάλυσης της αμφισημαντότητας του πόθου. Καθώς ολοκληρώνεται στην ηδονή και στη συμβολική λειτουργία, η αμφισημαντότητα αυτή ξεφορτώνεται, αλλά με την ίδια λογική στις δυο έννοιες: όλη η θετικότητα του πόθου περνά μέσα στην αλυσίδα των αναγκών και των ικανοποιήσεων, όπου μεταβάλλεται σύμφωνα με έναν κατευθυνόμενο στόχο –όλη η αρνητικότητα του πόθου περνά στην ανεξέλεγκτη σωματοποίηση ή στην acting out της βίας. Έτσι φωτίζεται η βαθιά ενότητα όλης της διαδικασίας: καμία άλλη υπόθεση δεν μπορεί να εξηγήσει την πολλαπλότητα ξεκάρφωτων φαινομένων (αφθονία, βία, ευφορία, κατάθλιψη) που χαρακτηρίζουν όλα μαζί την «καταναλωτική κοινωνία» και που τα νιώθουμε πως όλα αναγκαστικά συνδέονται, αλλά που η λογική τους μένει ανεξήγητη στην οπτική μιας κλασικής ανθρωπολογίας.

Θα έπρεπε –αλλά δεν είναι εδώ το κατάλληλο μέρος– να προχωρήσουμε ακόμα περισσότερο την ανάλυση:

1.Της κατανάλωσης ως συνολικής διαδικασίας «μετατροπής», δηλαδή «συμβολικής» μεταβίβασης μιας έλλειψης σε μιαν ολόκληρη αλυσίδα σημαινόντων/αντικειμένων, που επενδύονται διαδοχικά ως επιμέρους αντικείμενα.

2.Να γενικεύσουμε τη θεωρία του επιμέρους αντικειμένου στις διαδικασίες σωματοποίησης –κι εδώ συμβολική μετατόπιση και επένδυση– πάνω στη βάση μιας θεωρίας του σώματος και της θέσης που αυτό κατέχει ως αντικείμενο στο σύστημα της νεοτερικότητας. Έχουμε δει ότι αυτή η θεωρία του σώματος είναι ουσιώδης για τη θεωρία της κατανάλωσης –αφού το σώμα είναι μια συνόψιση όλων αυτών των αμφισήμαντων διαδικασιών: επενδύεται ναρκισσιστικά ως αντικείμενο εξερωτισμένης μέριμνας και συγχρόνως επενδύεται «σωματικά» ως αντικείμενο ανησυχίας και επιθετικότητας.

«Είναι εντελώς κλασικό, σχολιάζει ένας ψυχο-σωματολόγος: βρίσκετε καταφύγιο στην κεφαλαλγία σας. Θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο: λόγου χάρη μια κολίτιδα, αϋπνίες, διάφορα εξανθήματα ή εκζέματα, σεξουαλικές διαταραχές, βουλιμία, διαταραχές αναπνευστικές, πεπτικές, καρδιοαγγειακές…ή απλούστατα και το πιο συχνό: μια ακαταμάχητη κούραση».

Η κατάθλιψη ξεπροβάλλει, και έχει σημασία αυτό, εκεί που παύουν οι εργασιακοί καταναγκασμοί και αρχίζει (θα έπρεπε να αρχίζει) ο χρόνος της ικανοποίησης (ημικρανίες των γενικών διευθυντών από την Παρασκευή το βράδυ μέχρι τη Δευτέρα το πρωί, αυτοκτονίες ή γρήγορος θάνατος «συνταξιούχων» κτλ.). Είναι διαβοήτο και ότι ο «χρόνος της σχόλης» βλέπει να αναπτύσσεται, πίσω από την θεσμική, τελετουργική σήμερα ζήτηση ελεύθερου χρόνου, μια αύξουσα ζήτηση για εργασία, για δραστηριότητα, μια καταναγκαστική ανάγκη να «κάνουμε», να «πράξουμε», πράγμα που έκαμε τους ευσεβείς ηθικολόγους μας να δουν σ’ αυτό μιαν απόδειξη ότι η εργασία είναι μια «φυσική τάση» του ανθρώπου. Πρέπει μάλλον να πιστέψουμε ότι σ’ αυτήν την μη οικονομική ζήτηση για εργασία εκφράζεται όλη η επιθετικότητα που μένει ανικανοποίητη στην ικανοποίηση και τη σχόλη. Αλλά δεν θα μπορούσε να λυθεί μ’ αυτό, αφού, καθώς έρχεται από το βάθος της αμφισημαντότητας του πόθου, αναδιατυπώνεται μ’ αυτό σε απαίτηση, σε «ανάγκη» για εργασία, και συνεπώς επανολοκληρώνει τον κύκλο των αναγκών, που ως γνωστόν είναι αδιέξοδος για τον πόθο.

Όπως η βία μπορεί να γίνει οικιακής χρήσεως, για να εξυμνήσει την ασφάλεια, έτσι και η κούραση καθώς και η νεύρωση μπορούν να ξαναγίνουν πολιτισμικό γνώρισμα διάκρισης. Κινητοποιείται τότε όλο το τελετουργικό της κούρασης και της ικανοποίησης, κατά προτίμηση στους καλλιεργημένους και τους προνομιούχους (μα η διάχυση αυτού του πολιτισμικού «άλλοθι» γίνεται πολύ γρήγορα). Στο στάδιο αυτό, η κούραση δεν είναι πια καθόλου ανομική, και τίποτε από τα όσα έχουμε πει δεν ισχύει γι’ αυτήν την «υποχρεωτική» κούραση: είναι κούραση «καταναλωνόμενη» και επιστρέφει στο κοινωνικό τελετουργικό ανταλλαγής ή standing.

Ο Αριστοτέλης, το διανεμητικό και το επανορθωτικό δίκαιο

Μετά το ξεκαθάρισμα ότι η δικαιοσύνη της ολικής αρετής αφορά το σύνολο της δίκαιης συμπεριφοράς (όπως υποδεικνύεται από το ευρύτερο πλαίσιο αξιών της κοινωνίας με την τρέχουσα αντίληψη της ηθικής και τους άγραφους νόμους), ενώ της μερικής αναφέρεται αυστηρά στις υποδείξεις του νόμου (που ενδέχεται να μην προβλέπει ποινές για πράξεις που από τους άγραφους νόμους είναι κατακριτέες), ο Αριστοτέλης διευκρινίζει ότι σ’ αυτό το σημείο της έρευνάς του θα ασχοληθεί με τη μερική δικαιοσύνη εστιάζοντας στον τρόπο που οι νομοθετικές ρυθμίσεις αποσκοπούν στη μεσότητα: «Ας αφήσουμε λοιπόν καταμέρος τη δικαιοσύνη που αντιστοιχεί στην ολική αρετή· ας αφήσουμε επίσης καταμέρος και την αντίστοιχη αδικία (η πρώτη αποτελεί πραγμάτωση της ολικής αρετής, η δεύτερη της κακίας, ενσχέσει με τον άλλον)» (1130b 2, 21-24).

Η διευκρίνιση ότι η ολική αρετή και η ολική αδικία είναι «ενσχέσει με τον άλλον» δεν υπονοεί ότι η μερική δικαιοσύνη των νομοθετικών αρχών είναι άσχετη με τους άλλους. Κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο, αφού οι νόμοι δεν είναι παρά οι κανόνες της συνύπαρξης, δηλαδή το πλαίσιο που ορίζει το επιτρεπτό ή μη επιτρεπτό μιας πράξης σε σχέση με τις ελευθερίες του άλλου. Γι’ αυτό και οι νόμοι αφορούν τις οργανωμένες κοινωνίες. Κι αυτός είναι ο λόγος που η δικαιοσύνη των νόμων (μερική αρετή) δεν μπορεί να τεθεί με τρόπο αναπόσπαστο από τη δικαιοσύνη της άγραφης ηθικής (ολική αρετή), που υιοθετείται στην καθημερινότητα των σχέσεων.

Ο Αριστοτέλης διευκρινίζει αμέσως: «… στην πραγματικότητα οι πιο πολλές από τις σύμφωνες με τους νόμους πράξεις συμπίπτουν με αυτά που προστάζει η ολική αρετή· πραγματικά, ο νόμος μάς προστάζει να ζούμε σύμφωνα με την κάθε επιμέρους αρετή και μας κρατάει μακριά από την κάθε επιμέρους κακία. Αλλά και οι πράξεις που πραγματώνουν την ολική αρετή συμπίπτουν με όσα προνοούν οι νόμοι που έχουν νομοθετηθεί για την παιδεία που μας προετοιμάζει για τη ζωή και την κοινωνία» (1130b 2, 25-30).

Κι εδώ ξεκαθαρίζεται το πρώτο είδος της μερικής δικαιοσύνης, το διανεμητικό, που έχει να κάνει κυρίως με τον τρόπο που θα μοιραστούν τα κάθε λογής αγαθά: «Της μερικής δικαιοσύνης και του αντίστοιχου σ’ αυτήν μερικού δικαίου ένα είδος είναι αυτό που έχει σχέση με τις διανομές τιμητικών διακρίσεων, χρημάτων ή γενικά αγαθών που μοιράζονται σε όσους ζουν σε ένα συγκεκριμένο πολιτειακό καθεστώς – από όλα αυτά μπορεί, πράγματι, κανείς να λάβει άνισο ή ίσο μερτικό ενσχέσει προς το μερτικό κάποιου άλλου» (1139b 2, 34-38 και 1131a 2, 1).

Ο Αριστοτέλης αναπτύσσει τη διανεμητική δικαιοσύνη, με γνώμονα την ισότητα σε πολιτειακό επίπεδο. Είτε σε διενέξεις που μπορεί να έχει κάποιος με το κράτος είτε σε περιπτώσεις που αδικείται από άλλους (σε επίπεδο επαίνου ή και χρηματικά) θα πρέπει να μπορεί να διεκδικεί το δίκιο του –και να αποζημιώνεται– ανεξάρτητα από τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Από αυτή την άποψη, είναι φανερό ότι ο νόμος ενδιαφέρεται να έχουν όλοι το ίσο (από οτιδήποτε διανέμεται) σε καθεστώς ισοπολιτείας ή, αν πρέπει να ειπωθεί αλλιώς, να παρέχει ίσες ευκαιρίες σε όλους, χωρίς να αποκλείει ή να υπονομεύει μερικούς ευνοώντας άλλους.

Αυτού του είδους οι αποκλεισμοί από αξιώματα ή επαίνους συνιστούν ανισότητα, που δεν μπορεί παρά να σηματοδοτεί την αδικία: «Με δεδομένο α) ότι ο άδικος άνθρωπος δεν τηρεί την ισότητα και β) ότι “άδικη πράξη” θα πει ανισότητα, γίνεται φανερό ότι υπάρχει επίσης ένα μέσον ανάμεσα στα δύο άκρα της ανισότητας. Αυτό είναι το ίσον. Γιατί σε κάθε πράξη όπου υπάρχει το περισσότερο και το λιγότερο, υπάρχει και το ίσον. Αν λοιπόν το άδικο είναι το άνισο, τότε το δίκαιο είναι το ίσον – κάτι που γίνεται δεκτό από όλους τους ανθρώπους, χωρίς μάλιστα να χρειάζεται γι’ αυτό καμιά αποδεικτική διαδικασία. Από τη στιγμή όμως που το ίσον είναι μέσον, το δίκαιο δεν μπορεί, λέω, παρά να είναι κάποιο μέσον» (1131a 3, 12-17).

Όμως, η ισότητα που διεκδικείται στο μοίρασμα ενός αγαθού (οποιασδήποτε φύσης) δεν περιλαμβάνει μόνο τα δύο άτομα που αντιδικούν, αλλά και τις αξιώσεις τους. Περιλαμβάνει δηλαδή τέσσερις όρους, καθώς πέρα από τα δύο άτομα έχουμε άλλους δύο όρους, τις απαιτήσεις τους, οι οποίες δεν εκφράζουν μόνο την υποκειμενικότητα σχετικά με τη διανομή, αλλά τις αντιμαχόμενες οπτικές πάνω στο θέμα της δικαιοσύνης, που πρέπει να αποδώσει ακριβώς το ίσο σε οτιδήποτε μοιράζεται: «Άρα το δίκαιο προϋποθέτει αναγκαστικά τέσσερις τουλάχιστον όρους, αφού τα πρόσωπα για τα οποία είναι δίκαιο είναι δύο και αυτά στα οποία το δίκαιο εκδηλώνεται και συγκεκριμενοποιείται (τα διανεμόμενα δηλαδή πράγματα) είναι δύο» (1131a 3, 21-24).

Κι αυτό ακριβώς είναι το καθήκον της ισονομίας και της ισοπολιτείας, που οφείλει να αποδώσει σε όλους αυτά που πράγματι αξίζουν. Ο νόμος πρέπει να λειτουργήσει εξισορροπητικά και για τους τέσσερις όρους (τα δύο αντιμαχόμενα πρόσωπα και τις διεκδικήσεις τους – που βέβαια είναι επίσης δύο), που παρουσιάζουν το δικό τους υποκειμενικό δίκιο.

Θα έλεγε κανείς ότι αυτή είναι και μια βασική διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό το πρώτο είδος του μερικού δίκαιου (το διανεμητικό) και το ολικό δίκαιο των ευρύτερων ηθικών αρχών, καθώς η ολική δικαιοσύνη, που σχετίζεται με καθολικές κι όχι διεκδικούμενες αξίες, στην ουσία έχει να κάνει μόνο με δύο όρους: τον άνθρωπο και το ηθικό του παράπτωμα. Καμία αξία και κανένα κύρος δεν μπορούν να συνυπολογιστούν προς όφελος αυτού που παραβαίνει τις αρχές της ολικής δικαιοσύνης.

Κι αυτό γιατί η καθολικότητα κάνει το ολικό δίκαιο να λειτουργεί κάθετα. Είναι καθολικά κατακριτέο να φέρεται κανείς αλαζονικά, όπως και το να δείχνει αχαριστία σ’ αυτούς που τον ευεργέτησαν. Ακόμη κι ο πιο επιφανής, αν προβεί σε τέτοιες συμπεριφορές, θα δεχτεί επικριτικά σχόλια. Το ότι υπάρχουν διαβαθμίσεις στην αλαζονεία ή την αχαριστία δεν αλλάζει την ουσία των πραγμάτων. Απλώς μπορεί να αμβλύνει ή να οξύνει τη δριμύτητα των χαρακτηρισμών.

Στη διανεμητική μερική δικαιοσύνη όμως, επειδή ακριβώς πρέπει να ληφθούν υπόψη τέσσερεις παράγοντες, η απονομή του ίσου δεν αφορά απλώς την απόλυτη ισότητα των μεριδίων αυτού που μοιράζεται (κάτι τέτοιο θα ήταν απλώς μια αριθμητική πράξη), αλλά το συνυπολογισμό της αξίας των διεκδικητών. Με άλλα λόγια, για να είναι τα μερίδια απόλυτα ίσα πρέπει και οι άνθρωποι που τα διεκδικούν να είναι απόλυτα ίσοι, δηλαδή να έχουν προσφέρει το ίδιο για τη δημιουργία του διεκδικούμενου αγαθού.

Αν κάποιος έχει προσφέρει πολλά περισσότερα, τότε το δίκιο υπαγορεύει να πάρει και πολλά περισσότερα. Κι αυτή είναι η αριστοτελική εκδοχή της ισότητας που προϋποθέτει την αξία του καθενός: «Και θα πρέπει να υπάρχει η ίδια ισότητα ανάμεσα στα πρόσωπα και ανάμεσα στα πράγματα· η σχέση δηλαδή που υπάρχει ανάμεσα στα μεν, πρέπει να υπάρχει και ανάμεσα στα δε» (1131a 3, 24-25).

Για τον Αριστοτέλη η ισότητα νοηματοδοτείται μόνο σε σχέση με την αξία. Το να θεωρούνται ίσοι ο άξιος με τον ανάξιο δεν είναι ισότητα αλλά ισοπέδωση, δηλαδή αδικία σε βάρος του άξιου. Και φυσικά δεν υπάρχει άνθρωπος που να εκφράζει την απόλυτη αξία σε όλα τα θέματα. Άλλος είναι άξιος σε κάτι κι άλλος σε κάτι άλλο. Το ζήτημα του νόμου είναι να αποδοθεί επακριβώς η ισότητα σε σχέση με την αξία των αντιδίκων πάνω στο απολύτως συγκεκριμένο ζήτημα που γίνεται ο δικαστικός αγώνας: «Αυτό θα πει ότι, αν τα πρόσωπα δεν είναι ίσα μεταξύ τους, δε θα λάβουν ίσα μερτικά – από εδώ, ίσα ίσα, ξεκινούν όλες οι διαμάχες και όλα τα παράπονα: όταν τα άτομα που είναι ίσα μεταξύ τους δε λαμβάνουν και δεν έχουν ίσα μερτικά, ή άτομα που δεν είναι ίσα μεταξύ τους λαμβάνουν και έχουν ίσα μερτικά» (1131a 3, 26-28).

Τον παράγοντα της αξίας που τελικά θα κρίνει την ισότητα των διεκδικητών ο Αριστοτέλης θα τον θέσει ευθέως: «Το πράγμα γίνεται φανερό και από την αρχή της διανομής σύμφωνα με την αξία. Όλοι, πράγματι, οι άνθρωποι συμφωνούν ότι στις διανομές το δίκαιο πρέπει να προσδιορίζεται από κάποια αξία, μόνο που όλοι οι άνθρωποι, λέγοντας “αξία”, δεν εννοούν το ίδιο πράγμα: για τους δημοκρατικούς “αξία” είναι η ελευθερία, για τους ολιγαρχικούς ο πλούτος (για μερικούς από αυτούς η ευγενική καταγωγή), ενώ για τους αριστοκρατικούς η αρετή» (1131a 3, 28-33).

Η πολιτική διάσταση που δίνεται στην έννοια της αξίας όχι μόνο καταδεικνύει ότι το δίκαιο –ως απονομή αξίας– έχει και ξεκάθαρες πολιτικές διαστάσεις προϋποθέτοντας ισονομία και ισοπολιτεία, αλλά κι ότι τα κριτήρια καθορισμού της αξίας είναι πολλές φορές τόσο υποκειμενικά και δυσδιάκριτα, ώστε να μην μπορούν να αποδοθούν από τους πολίτες στις μεταξύ τους καθημερινές συναλλαγές. Κι αυτός είναι ο ρόλος της διανεμητικής δικαιοσύνης (με την έννοια της μερικής αρετής) που καλείται να διευθετήσει όλες τις υποθέσεις που οι πολίτες αδυνατούν να επιλύσουν μόνοι τους. Με άλλα λόγια, ο νόμος και ο δικαστής είναι οι θεσμοί που θα αποτιμήσουν με ακρίβεια την αξία του καθενός σε οτιδήποτε διεκδικεί και κατ’ επέκταση θα του απονείμουν το ανάλογο μερίδιο.

Το τελικό συμπέρασμα του Αριστοτέλη είναι απολύτως ξεκάθαρο: «Το δίκαιο είναι ένα είδος αναλογίας (η αναλογία δεν είναι, βέβαια, χαρακτηριστικό γνώρισμα μόνο του αριθμού που αποτελείται από αφηρημένες μονάδες, αλλά γενικά του αριθμού). Γιατί η αναλογία είναι ισότητα λόγων, και χρειάζονται τέσσερις τουλάχιστον όροι» (1131a 3, 34-37).

Κι αν πρέπει να διατυπωθεί κι αλλιώς, ο Αριστοτέλης θα το επαναδιατυπώσει: «Η σύζευξη του όρου α με τον όρο γ» (δηλαδή του πρώτου προσώπου με το μερίδιο που διεκδικεί) «και του όρου β με τον όρο δ» (δηλαδή του δεύτερου προσώπου και του αντίστοιχου μεριδίου) «είναι το δίκαιο στη διανομή, και αυτό το δίκαιο είναι μέσον, οπότε το άδικο δεν είναι παρά αυτό που βιάζει την αναλογία· γιατί η αναλογία είναι μέσον, και το δίκαιο είναι αναλογία» (1131b 3, 12-15). Και το κριτήριο που καθορίζει την ορθότητα της αναλογίας είναι η αξία των προσώπων που διεκδικούν.

Και αυτή την άποψη θα την επαναλάβει: «Αυτό είναι λοιπόν το δίκαιο: αυτό που τηρεί την αναλογία. Το άδικο, πάλι, είναι αυτό που βιάζει την αναλογία. Ο ένας, επομένως, όρος της αναλογίας γίνεται μεγαλύτερος, ο άλλος μικρότερος – όπως συμβαίνει και στην πράξη: ο άνθρωπος που διαπράττει αδικία έχει μεγαλύτερο μέρος του αγαθού» (εννοείται από αυτό που αξίζει), «ενώ αυτός που αδικείται έχει μικρότερο μέρος» (1131b 3, 20-24).

Και ισχύει ακριβώς το ίδιο, αν η κατάσταση παρουσιάζεται αντιστρόφως, όπου το διεκδικούμενο δεν είναι μερίδιο σε όφελος, αλλά αποφυγή βάρους σε περίπτωση ζημιάς: «Στην περίπτωση, πάλι, του κακού συμβαίνει το αντίθετο· γιατί το λιγότερο κακό καταντάει να λογαριάζεται αγαθό σε σύγκριση με το περισσότερο κακό, αφού το λιγότερο κακό προτιμάται κι επιλέγεται πιο πολύ από το περισσότερο κακό, και αυτό που προτιμάται και επιλέγεται είναι αγαθό – και, φυσικά, καθετί που προτιμάται και επιλέγεται περισσότερο είναι μεγαλύτερο αγαθό» (1131b 3, 24-28).

Κι αν κάποιος αναρωτιέται πώς μπορεί να απονεμηθεί το αναλογικό δίκαιο σε περίπτωση δολοφονίας ή κακοποίησης ή εξύβρισης ή σε οποιαδήποτε δικαστική υπόθεση όπου δεν υπάρχει μερίδιο που πρέπει να μοιραστεί, ο Αριστοτέλης θα αναφερθεί στο δεύτερο είδος της μερικής δικαιοσύνης που αφορά κυρίως τις σχέσεις των πολιτών μεταξύ τους και που το ονομάζει διορθωτικό: «Ένα δεύτερο είδος είναι αυτό που παίζει έναν διορθωτικό ρόλο στις μεταξύ των ατόμων σχέσεις. Το δεύτερο αυτό είδος περιλαμβάνει δύο μέρη, δεδομένου ότι άλλες από τις μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις αναπτύσσονται με τη θέληση των ανθρώπων και άλλες χωρίς τη θέλησή τους» (1131a 2, 1-3).

Και για να γίνει απολύτως σαφής, ο Αριστοτέλης θα αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα για το τι εννοεί σχέσεις «με τη θέληση των ανθρώπων» και «άλλες χωρίς τη θέλησή τους»: «Σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων με τη θέλησή τους είναι π.χ. η πώληση, η αγορά, ο δανεισμός, η εγγύηση, η παραχώρηση για χρήση, η παρακαταθήκη, η μίσθωση (μιλούμε στην περίπτωση αυτή για “εκούσιες σχέσεις”, επειδή όλες τους έχουν την αρχή τους στη θέληση των ανθρώπων). Από τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων χωρίς τη θέλησή τους άλλες ενεργούνται κρυφά (π.χ. η κλοπή, η μοιχεία, η δηλητηρίαση, η μαστροπεία, η εξαπάτηση και παραπλάνηση δούλων, η δολοφονία, η ψευδομαρτυρία) και άλλες με τη χρήση βίας (π.χ. οι επιθέσεις και τα χτυπήματα, η φυλάκιση, η θανάτωση, η ληστεία, η πρόκληση αναπηρίας, η δυσφήμιση, ο προπηλακισμός)» (1131a 2, 4-11).

Αυτό το δεύτερο είδος μερικής δικαιοσύνης, το διορθωτικό δίκαιο, έχει βέβαια τις ίδιες αρχές με το διανεμητικό (που αφορούσε τη διανομή οποιουδήποτε πράγματος σύμφωνα με την αξία των διεκδικητών κατοχυρώνοντας ισοπολιτεία και ισονομία σε όλους τους πολίτες), αλλά δεν μπορεί να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο: «Αυτό το δίκαιο έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από το προηγούμενο. Γιατί το δίκαιο που διανέμει κοινά αγαθά είναι πάντοτε σύμφωνο με την αναλογία για την οποία μιλήσαμε» (1131b 4, 32-34).

Και προσθέτει: «Το δίκαιο όμως που σχετίζεται με τις σχέσεις που αναπτύσσουν μεταξύ τους οι άνθρωποι είναι, βέβαια, ένα είδος ισότητας –και το αντίστοιχο άδικο ένα είδος ανισότητας–, όμως δεν ορίζεται σύμφωνα με εκείνο το είδος αναλογίας, αλλά σύμφωνα με την αριθμητική αναλογία» (1131b 4, 38-39 και 1132a 4, 1-2).

Με άλλα λόγια, αυτή η δικαιοσύνη δεν έχει να κάνει ούτε με την αξία ούτε με κανένα χαρακτηριστικό των ανθρώπων παρά μόνο με τη διερεύνηση του αδικήματος, αν πράγματι έχει γίνει ή όχι. Φυσικά, η ποιότητα του ανθρώπου που δικάζεται (πρότερος έντιμος βίος, προσφορά στην πόλη ή αντίθετα βεβαρημένο παρελθόν, παλιές καταδίκες κλπ) θα παίξει ρόλο στο μέγεθος της ποινής, αν κριθεί ένοχος. Αλλά το δίκαιο εδώ δεν κινείται με τον ίδιο αναλογικό τρόπο όπως πριν: «Πραγματικά, δεν υπάρχει καμιά διαφορά αν ο καλός ξεγέλασε τον κακό ή ο κακός τον καλό, ούτε αν είναι καλός ή κακός άνθρωπος αυτός που διέπραξε μοιχεία· ο νόμος κοιτάζει μόνο τον ακριβή χαρακτήρα της βλάβης, και αντιμετωπίζει τα δύο μέρη ως ίσα· το μόνο για το οποίο ενδιαφέρεται είναι αν ο ένας έχει διαπράξει αδικία και ο άλλος έχει υποστεί αδικία, αν ο ένας έβλαψε και ο άλλος υπέστη βλάβη» (1132a 4, 2-7).

Η ισότητα εδώ ορίζεται με τρόπο απόλυτο. Αυτό που μένει είναι η αποκατάσταση της ισότητας, δηλαδή η αποτίμηση της βλάβης που πρέπει να ξεπληρωθεί: «Καθώς, επομένως, αυτή η μορφή της αδικίας είναι μια καταστρατήγηση της ισότητας, ο δικαστής προσπαθεί να αποκαταστήσει την ισότητα. Στην περίπτωση, πράγματι, που ένας δέχτηκε ένα χτύπημα από κάποιον που τον χτύπησε, ή ένας σκοτώθηκε από κάποιον που τον σκότωσε, το πάθημα και η πράξη έχουν “μοιρασθεί” άνισα· ο δικαστής λοιπόν προσπαθεί να εξισώσει την κερδισμένη πλευρά με τη χαμένη πλευρά, αφαιρώντας κάτι από το κέρδος αυτού που έκανε την άδικη πράξη» (1131a 4, 7-11).

Κι αυτός είναι ο ρόλος του δικαστή: «“πηγαίνω στο δικαστή” θα πει “πηγαίνω στο δίκαιο”· γιατί ο δικαστής είναι, στο τέλος τέλος, κάτι σαν το δίκαιο προσωποποιημένο· και ψάχνουν να βρουν το δικαστή σαν να ψάχνουν να βρουν τον άνθρωπο που βρίσκεται στο μέσον –κάποιοι τους λένε μεσιδίους–, πιστεύοντας πως, αν πετύχουν το μέσον, θα πετύχουν το δίκαιο. Είναι λοιπόν το δίκαιο, κατά κάποιον τρόπο, μέσον, αφού είναι μέσον και ο δικαστής. Ο δικαστής αποκαθιστά την ισότητα» (1131a 4, 23-28).

Από αυτή την άποψη, θα έλεγε κανείς ότι το δεύτερο είδος της μερικής δικαιοσύνης, το διορθωτικό δίκαιο, προσομοιάζει με την ολική δικαιοσύνη, χωρίς όμως να ταυτίζεται. Προσομοιάζει στον κάθετο τρόπο που εκδηλώνεται (ή έκλεψε ή δεν έκλεψε κανείς), όπως και στην ολική δικαιοσύνη που εξετάζεται αν κάποιος είναι ή δεν είναι αχάριστος. Όμως, εκείνος που παραβαίνει τον κώδικα των αξιών της ολικής δικαιοσύνης σχολιάζεται αναντίρρητα δυσμενώς, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις της μερικής δικαιοσύνης, όπου ακόμη και ο αποδεδειγμένα κλέφτης μπορεί να βρει ανθρώπους να τον υποστηρίξουν. Κι εδώ φαίνεται μια μικρή διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στη μερική και την ολική δικαιοσύνη, η οποία μπορεί να τις φέρει ακόμη και σε αντιπαράθεση.

Αυτό που μένει είναι να ξεκαθαριστούν οι έννοιες του κέρδος και της ζημίας: «Χρησιμοποιούνται, πράγματι, γενικά στις περιπτώσεις αυτές α) η λέξη “κέρδος” –έστω και αν σε κάποιες περιπτώσεις η λέξη αυτή δεν ταιριάζει, π.χ. γι’ αυτόν που έδωσε τα χτυπήματα, και β) η λέξη “ζημιά” γι’ αυτόν που δέχτηκε τα χτυπήματα· εν πάση περιπτώσει, όταν αποτιμηθεί αυτό που έπαθε το θύμα, στη μια περίπτωση ο λόγος είναι για “ζημιά” και στην άλλη για “κέρδος”» (1132a 4, 12-15).

Κατόπιν αυτού ο Αριστοτέλης θα προχωρήσει στον ακριβή ορισμό των όρων που σχετίζονται, βέβαια, πρωτίστως με τις ανθρώπινες συναλλαγές: «Οι δύο αυτές λέξεις, “ζημιά” και “κέρδος”, έχουν την αρχή τους στις συναλλαγές των ανθρώπων που γίνονται με τη θέλησή τους: “κερδίζω” θα πει “έχω πιο πολλά από αυτά που είχα”, και “ζημιώνω” θα πει “έχω λιγότερα από αυτά που είχα αρχικά”. Έτσι π.χ. συμβαίνει στις αγορές και στις πωλήσεις, και γενικά σε όλες τις περιπτώσεις που ο νόμος δίνει στον κόσμο το ελεύθερο να κανονίζουν μόνοι τους όρους των συναλλαγών τους. Όταν όμως δεν έχουν ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα, αλλά αυτά ακριβώς που είχαν εξαρχής, τότε λένε ότι “έχουν τα δικά τους” και ότι ούτε ζημιώνουν ούτε κερδίζουν» (1132b 4, 13-21).

Κι αυτή ακριβώς η ισορροπία ανάμεσα στο κέρδος και τη ζημιά, όπως διαμορφώνεται μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις είναι το έργο της δικαιοσύνης. Γιατί το κέρδος όταν συμβαίνει σε βάρος του άλλου, κυρίως σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει συγκατάθεση, είναι η απαρχή της αδικίας: «Το δίκαιο, επομένως, είναι το μέσον ανάμεσα σ’ αυτά που μπορεί κανείς να ονομάσει “κέρδος” και “ζημία”, και μάλιστα στις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων χωρίς τη θέλησή τους· που πάει να πει ότι αυτό που έχει κανείς μετά από τη σχέση/συναλλαγή είναι ίσο με αυτό που είχε πριν από αυτήν» (1132b 4, 21-23).

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΞΕΝ Ελλ 3.4.20–3.4.29

Η μάχη στον Πακτωλό ποταμό

Ο Τισσαφέρνης παραβίασε την ανακωχή με τους Σπαρτιάτες, μόλις έλαβε ενισχύσεις από τον Πέρση βασιλιά. Ο Αγησίλαος, όμως, τον παραπλάνησε και, αντί για την Καρία, εισέβαλε στη Μικρή Φρυγία, τη σατραπεία του Φαρνάβαζου. Μετά την αμφίρροπη αναμέτρηση με τις δυνάμεις του τελευταίου, ο Αγησίλαος αποσύρθηκε στα παράλια της Μ. Ασίας, προσπαθώντας να αυξήσει τη μαχητική ικανότητα του στρατεύματός του και να οργανώσει αξιόλογο ιππικό.


[3.4.20] Ἐν δὲ τούτῳ τῷ χρόνῳ καὶ ὁ ἐνιαυτὸς ἤδη ἀφ’ οὗ
ἐξέπλευσεν ὁ Ἀγησίλαος διεληλύθει, ὥστε οἱ μὲν περὶ
Λύσανδρον τριάκοντα οἴκαδε ἀπέπλεον, διάδοχοι δ’ αὐτοῖς
οἱ περὶ Ἡριππίδαν παρῆσαν. τούτων Ξενοκλέα μὲν καὶ
ἄλλον ἔταξεν ἐπὶ τοὺς ἱππέας, Σκύθην δὲ ἐπὶ τοὺς νεοδα-
μώδεις ὁπλίτας, Ἡριππίδαν δ’ ἐπὶ τοὺς Κυρείους, Μύγδωνα
δὲ ἐπὶ τοὺς ἀπὸ τῶν πόλεων στρατιώτας, καὶ προεῖπεν
αὐτοῖς ὡς εὐθὺς ἡγήσοιτο τὴν συντομωτάτην ἐπὶ τὰ κράτιστα
τῆς χώρας, ὅπως αὐτόθεν οὕτω τὰ σώματα καὶ τὴν γνώμην
παρασκευάζοιντο ὡς ἀγωνιούμενοι. [3.4.21] ὁ μέντοι Τισσαφέρνης
ταῦτα μὲν ἐνόμισε λέγειν αὐτὸν πάλιν βουλόμενον ἐξαπα-
τῆσαι, εἰς Καρίαν δὲ νῦν τῷ ὄντι ἐμβαλεῖν, καὶ τό τε
πεζὸν καθάπερ τὸ πρόσθεν εἰς Καρίαν διεβίβασε καὶ τὸ
ἱππικὸν εἰς τὸ Μαιάνδρου πεδίον κατέστησεν. ὁ δ’ Ἀγη-
σίλαος οὐκ ἐψεύσατο, ἀλλ’ ὥσπερ προεῖπεν εὐθὺς εἰς τὸν
Σαρδιανὸν τόπον ἐνέβαλε. καὶ τρεῖς μὲν ἡμέρας δι’ ἐρημίας
πολεμίων πορευόμενος πολλὰ τὰ ἐπιτήδεια τῇ στρατιᾷ εἶχε,
τῇ δὲ τετάρτῃ ἧκον οἱ τῶν πολεμίων ἱππεῖς. [3.4.22] καὶ τῷ μὲν
ἄρχοντι τῶν σκευοφόρων εἶπε διαβάντι τὸν Πακτωλὸν
ποταμὸν στρατοπεδεύεσθαι, αὐτοὶ δὲ κατιδόντες τοὺς τῶν
Ἑλλήνων ἀκολούθους ἐσπαρμένους εἰς ἁρπαγὴν πολλοὺς
αὐτῶν ἀπέκτειναν. αἰσθόμενος δὲ Ἀγησίλαος, βοηθεῖν
ἐκέλευσε τοὺς ἱππέας. οἱ δ’ αὖ Πέρσαι ὡς εἶδον τὴν
βοήθειαν, ἡθροίσθησαν καὶ ἀντιπαρετάξαντο παμπλήθεσι
τῶν ἱππέων τάξεσιν. [3.4.23] ἔνθα δὴ ὁ Ἀγησίλαος γιγνώσκων
ὅτι τοῖς μὲν πολεμίοις οὔπω παρείη τὸ πεζόν, αὐτῷ δὲ
οὐδὲν ἀπείη τῶν παρεσκευασμένων, καιρὸν ἡγήσατο μάχην
συνάψαι, εἰ δύναιτο. σφαγιασάμενος οὖν τὴν μὲν φάλαγγα
εὐθὺς ἦγεν ἐπὶ τοὺς παρατεταγμένους ἱππέας, ἐκ δὲ τῶν
ὁπλιτῶν ἐκέλευσε τὰ δέκα ἀφ’ ἥβης θεῖν ὁμόσε αὐτοῖς,
τοῖς δὲ πελτασταῖς εἶπε δρόμῳ ὑφηγεῖσθαι. παρήγγειλε
δὲ καὶ τοῖς ἱππεῦσιν ἐμβάλλειν, ὡς αὐτοῦ τε καὶ παντὸς
τοῦ στρατεύματος ἑπομένου. [3.4.24] τοὺς μὲν δὴ ἱππέας ἐδέξαντο
οἱ Πέρσαι· ἐπεὶ δ’ ἅμα πάντα τὰ δεινὰ παρῆν, ἐνέκλιναν,
καὶ οἱ μὲν αὐτῶν εὐθὺς ἐν τῷ ποταμῷ ἔπεσον, οἱ δ’ ἄλλοι
ἔφευγον. οἱ δ’ Ἕλληνες ἐπακολουθοῦντες αἱροῦσι καὶ τὸ
στρατόπεδον αὐτῶν. καὶ οἱ μὲν πελτασταί, ὥσπερ εἰκός,
εἰς ἁρπαγὴν ἐτράποντο· ὁ δ’ Ἀγησίλαος κύκλῳ πάντα καὶ
φίλια καὶ πολέμια περιεστρατοπεδεύσατο. καὶ ἄλλα τε
πολλὰ χρήματα ἐλήφθη, ἃ ηὗρε πλέον ἢ ἑβδομήκοντα τά-
λαντα, καὶ αἱ κάμηλοι δὲ τότε ἐλήφθησαν, ἃς Ἀγησίλαος
εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπήγαγεν.

[3.4.25] Ὅτε δ’ αὕτη ἡ μάχη ἐγένετο, Τισσαφέρνης ἐν Σάρδεσιν
ἔτυχεν ὤν· ὥστε ᾐτιῶντο οἱ Πέρσαι προδεδόσθαι ὑπ’ αὐτοῦ.
γνοὺς δὲ καὶ αὐτὸς ὁ Περσῶν βασιλεὺς Τισσαφέρνην αἴτιον
εἶναι τοῦ κακῶς φέρεσθαι τὰ ἑαυτοῦ, Τιθραύστην κατα-
πέμψας ἀποτέμνει αὐτοῦ τὴν κεφαλήν. τοῦτο δὲ ποιήσας
ὁ Τιθραύστης πέμπει πρὸς τὸν Ἀγησίλαον πρέσβεις λέ-
γοντας· Ὦ Ἀγησίλαε, ὁ μὲν αἴτιος τῶν πραγμάτων καὶ
ὑμῖν καὶ ἡμῖν ἔχει τὴν δίκην· βασιλεὺς δὲ ἀξιοῖ σὲ μὲν
ἀποπλεῖν οἴκαδε, τὰς δ’ ἐν τῇ Ἀσίᾳ πόλεις αὐτονόμους
οὔσας τὸν ἀρχαῖον δασμὸν αὐτῷ ἀποφέρειν. [3.4.26] ἀποκριναμένου
δὲ τοῦ Ἀγησιλάου ὅτι οὐκ ἂν ποιήσειε ταῦτα ἄνευ τῶν οἴκοι
τελῶν, Σὺ δ’ ἀλλά, ἕως ἂν πύθῃ τὰ παρὰ τῆς πόλεως, μετα-
χώρησον, ἔφη, εἰς τὴν Φαρναβάζου, ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ τὸν σὸν
ἐχθρὸν τετιμώρημαι. Ἕως ἂν τοίνυν, ἔφη ὁ Ἀγησίλαος,
ἐκεῖσε πορεύωμαι, δίδου δὴ τῇ στρατιᾷ τὰ ἐπιτήδεια. ἐκείνῳ
μὲν δὴ ὁ Τιθραύστης δίδωσι τριάκοντα τάλαντα· ὁ δὲ λαβὼν
ᾔει ἐπὶ τὴν Φαρναβάζου Φρυγίαν. [3.4.27] ὄντι δ’ αὐτῷ ἐν τῷ πεδίῳ
τῷ ὑπὲρ Κύμης ἔρχεται ἀπὸ τῶν οἴκοι τελῶν ἄρχειν καὶ τοῦ
ναυτικοῦ ὅπως γιγνώσκοι καὶ καταστήσασθαι ναύαρχον ὅντινα
αὐτὸς βούλοιτο. τοῦτο δ’ ἐποίησαν οἱ Λακεδαιμόνιοι τοιῷδε
λογισμῷ, ὡς, εἰ ὁ αὐτὸς ἀμφοτέρων ἄρχοι, τό τε πεζὸν πολὺ
ἂν ἰσχυρότερον εἶναι, καθ’ ἓν οὔσης τῆς ἰσχύος ἀμφοτέροις,
τό τε ναυτικόν, ἐπιφαινομένου τοῦ πεζοῦ ἔνθα δέοι. [3.4.28] ἀκούσας
δὲ ταῦτα ὁ Ἀγησίλαος, πρῶτον μὲν ταῖς πόλεσι παρήγγειλε
ταῖς ἐν ταῖς νήσοις καὶ ταῖς ἐπιθαλαττιδίοις τριήρεις ποιεῖσθαι
ὁπόσας ἑκάστη βούλοιτο τῶν πόλεων. καὶ ἐγένοντο καιναί,
ἐξ ὧν αἵ τε πόλεις ἐπηγγείλαντο καὶ οἱ ἰδιῶται ἐποιοῦντο
χαρίζεσθαι βουλόμενοι, εἰς εἴκοσι καὶ ἑκατόν. [3.4.29] Πείσανδρον
δὲ τὸν τῆς γυναικὸς ἀδελφὸν ναύαρχον κατέστησε, φιλότιμον
μὲν καὶ ἐρρωμένον τὴν ψυχήν, ἀπειρότερον δὲ τοῦ παρα-
σκευάζεσθαι ὡς δεῖ. καὶ Πείσανδρος μὲν ἀπελθὼν τὰ ναυτικὰ
ἔπραττεν· ὁ δ’ Ἀγησίλαος, ὥσπερ ὥρμησεν, ἐπὶ τὴν Φρυγίαν
ἐπορεύετο.

***
Στο μεταξύ είχε συμπληρωθεί ένας χρόνος από τότε που ξεκίνησε ο Αγησίλαος· ο Λύσανδρος με τους τριάντα Σπαρτιάτες γύρισαν πίσω στην πατρίδα τους και στη θέση τους ήρθε ο Ηριππίδας με άλλους. Από τούτους διόρισε τον Ξενοκλή κι έναν άλλο διοικητές του ιππικού, τον Σκύθη διοικητή των νεοδαμώδων οπλιτών, τον Ηριππίδα διοικητή των αλλοτινών μισθοφόρων του Κύρου και τον Μύγδωνα διοικητή των τμημάτων των ασιατικών πόλεων, και τους ανήγγειλε ότι σκόπευε να τους οδηγήσει αμέσως, από τον συντομότερο δρόμο, μέσα στην καρδιά της χώρας ― ώστε ν' αρχίσουν από κείνη τη στιγμή να ετοιμάζονται σωματικά και ψυχικά για τη σύγκρουση.

Ο Τισσαφέρνης ωστόσο νόμισε ότι ο Αγησίλαος τα 'λεγε αυτά θέλοντας ξανά να τον ξεγελάσει, ενώ τούτη τη φορά θα εισέβαλλε πραγματικά στην Καρία· έστειλε λοιπόν εκεί το πεζικό, όπως και την προηγούμενη φορά, και τοποθέτησε το ιππικό στην πεδιάδα του Μαιάνδρου. Ο Αγησίλαος όμως δεν είχε πει ψέματα: όπως ακριβώς είχε προαναγγείλει, εισέβαλε αμέσως στην περιοχή των Σάρδεων. Τρεις μέρες προχώρησε δίχως να συναντήσει εχθρούς, κι έβρισκε άφθονα εφόδια για τον στρατό. Την τέταρτη μέρα παρουσιάστηκε το εχθρικό ιππικό. Ο διοικητής του πρόσταξε τον αρχηγό των σκευοφόρων να περάσει τον Πακτωλό και να στήσει στρατόπεδο, ενώ οι άνδρες του, βλέποντας τους υπηρέτες των Ελλήνων σκορπισμένους για πλιάτσικο, σκότωσαν πολλούς απ' αυτούς. Όταν το 'μαθε ο Αγησίλαος, διέταξε το ιππικό να σπεύσει σ' ενίσχυση. Οι Πέρσες πάλι, βλέποντας τις ενισχύσεις, συγκέντρωσαν και παράταξαν αντίκρυ τους πολλές μονάδες ιππικού.

Τότε ο Αγησίλαος, καταλαβαίνοντας ότι οι εχθροί δεν είχαν ακόμα μαζί το πεζικό τους, ενώ ο ίδιος είχε όλες του τις δυνάμεις, έκρινε τη στιγμή κατάλληλη για να δώσει μάχη, αν μπορούσε. Έκανε λοιπόν θυσία κι αμέσως οδήγησε τη φάλαγγα καταπάνω στο παραταγμένο ιππικό, ενώ ταυτόχρονα πρόσταζε τις δέκα νεότερες κλάσεις των οπλιτών να ορμήσουν εναντίον του και τους πελταστές να τρέξουν μπροστά τους· είπε και στο ιππικό να επιτεθεί, βεβαιώνοντας ότι ο ίδιος θ' ακολουθούσε μ' όλο τον υπόλοιπο στρατό.

Οι Πέρσες αντιστάθηκαν στο ιππικό, όταν όμως τους εφόρμησαν όλα τ' άλλα τμήματα ταυτοχρόνως υποχώρησαν· άλλοι απ' αυτούς έπεσαν στο ποτάμι κι άλλοι το 'βαλαν στα πόδια. Οι Έλληνες τους ακολούθησαν και κατέλαβαν το στρατόπεδό τους. Οι πελταστές, όπως ήταν φυσικό, άρχισαν να λεηλατούν· ο Αγησίλαος όμως στρατοπέδευσε με τέτοιο τρόπο, ώστε να τους περικυκλώσει όλους μαζί, φίλους κι εχθρούς. Εκεί έπεσαν στα χέρια του, ανάμεσα σ' άλλη λεία που πουλήθηκε για περισσότερα από εβδομήντα τάλαντα, κι οι καμήλες που πήρε μαζί του στην Ελλάδα.

Ενώ γινόταν αυτή η μάχη, ο Τισσαφέρνης έτυχε να βρίσκεται στις Σάρδεις, γι' αυτό κι οι Πέρσες τον κατηγόρησαν ότι τους πρόδιδε. Ο Βασιλεύς των Περσών κατέληξε κι ο ίδιος στο συμπέρασμα ότι ο Τισσαφέρνης έφταιγε για την κακή τροπή των υποθέσεών του κι έστειλε τον Τιθραύστη να του κόψει το κεφάλι. Ο Τιθραύστης εξετέλεσε τη διαταγή και κατόπιν έστειλε πρέσβεις στον Αγησίλαο με το ακόλουθο μήνυμα: «Αγησίλαε, ο υπαίτιος για τις δυσκολίες μας, και τις δικές σας και τις δικές μας, τιμωρήθηκε. Τώρα ο Βασιλεύς σού ζητάει να γυρίσεις πίσω στην πατρίδα σου, κι οι πόλεις να 'χουν ανεξαρτησία, αλλά να του πληρώνουν τον πατροπαράδοτο φόρο». Όταν ο Αγησίλαος αποκρίθηκε πως δεν μπορούσε να τα δεχτεί αυτά χωρίς τη συγκατάθεση των αρχών της πατρίδας του, ο Τιθραύστης του είπε: «Ώσπου να μάθεις την απόφαση της πόλης σου, πήγαινε τουλάχιστον στην περιοχή του Φαρναβάζου, μια και εγώ τιμώρησα τον εχθρό σου». «Τότε λοιπόν», απάντησε ο Αγησίλαος, «δώσε μου εφόδια για τον στρατό ώσπου να φτάσω εκεί». Ο Τιθραύστης του 'δωσε τριάντα τάλαντα, κι ο Αγησίλαος τα πήρε και ξεκίνησε για τη Φρυγία που ανήκε στον Φαρνάβαζο.

Καθώς βρισκόταν στην πεδιάδα πάνω από την Κύμη, έλαβε εντολή από τη Λακεδαίμονα ν' αναλάβει και την ανώτατη διοίκηση του ναυτικού, διορίζοντας ναύαρχο όποιον ήθελε ο ίδιος. Τούτο το 'καναν οι Λακεδαιμόνιοι με τη σκέψη ότι αν ο αρχηγός και των δύο είναι το ίδιο πρόσωπο, και το πεζικό θα 'ναι πολύ πιο δυνατό ―μια και οι δυνάμεις και των δύο θα 'ναι ενωμένες― αλλά και το ναυτικό, αφού θα του ερχόταν ενίσχυση το πεζικό όποτε χρειαζόταν. Σαν τ' άκουσε αυτά ο Αγησίλαος, πρώτ' απ' όλα παρήγγειλε στις πόλεις των νησιών και των παραλίων να κατασκευάσουν όσα πολεμικά ήθελε η καθεμιά. Μ' αυτόν τον τρόπο συγκεντρώθηκαν συνολικά κάπου εκατόν είκοσι καινούργια πολεμικά ― άλλα που 'χαν αναλάβει οι πόλεις κι άλλα που αρμάτωσαν ιδιώτες, θέλοντας να του φανούν ευχάριστοι. Κατόπιν διόρισε ναύαρχο τον κουνιάδο του Πείσανδρο, άνθρωπο φιλόδοξο και ψυχωμένο αλλά δίχως την απαιτούμενη πείρα του τι θα πει σωστή προετοιμασία. Ο Πείσανδρος λοιπόν έφυγε κι άρχισε να ασχολείται με τα ζητήματα του ναυτικού, ενώ ο Αγησίλαος συνέχισε την πορεία του προς τη Φρυγία.