Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Βάκχαι (862-911)

ΧΟ. ἆρ᾽ ἐν παννυχίοις χοροῖς [στρ.]
θήσω ποτὲ λευκὸν
πόδ᾽ ἀναβακχεύουσα, δέραν
865 αἰθέρ᾽ ἐς δροσερὸν ῥίπτουσ᾽,
ὡς νεβρὸς χλοεραῖς ἐμπαί-
ζουσα λείμακος ἡδοναῖς,
ἁνίκ᾽ ἂν φοβερὰν φύγηι
θήραν ἔξω φυλακᾶς
870 εὐπλέκτων ὑπὲρ ἀρκύων,
θωύσσων δὲ κυναγέτας
συντείνηι δράμημα κυνῶν,
μόχθοις δ᾽ ὠκυδρόμοις ἀελ-
λὰς θρώισκηι πεδίον
παραποτάμιον, ἡδομένα
875 βροτῶν ἐρημίαις σκιαρο-
κόμοιό τ᾽ ἔρνεσιν ὕλας;

†τί τὸ σοφόν, ἢ τί τὸ κάλλιον†
παρὰ θεῶν γέρας ἐν βροτοῖς
ἢ χεῖρ᾽ ὑπὲρ κορυφᾶς
880 τῶν ἐχθρῶν κρείσσω κατέχειν;
ὅτι καλὸν φίλον αἰεί.

ὁρμᾶται μόλις, ἀλλ᾽ ὅμως [ἀντ.]
πιστόν ‹τι› τὸ θεῖον
σθένος· ἀπευθύνει δὲ βροτῶν
885 τούς τ᾽ ἀγνωμοσύναν τιμῶν-
τας καὶ μὴ τὰ θεῶν αὔξον-
τας σὺν μαινομέναι δόξαι.
κρυπτεύουσι δὲ ποικίλως
δαρὸν χρόνου πόδα καὶ
890 θηρῶσιν τὸν ἄσεπτον· οὐ
γὰρ κρεῖσσόν ποτε τῶν νόμων
γιγνώσκειν χρὴ καὶ μελετᾶν.
κούφα γὰρ δαπάνα νομί-
ζειν ἰσχὺν τόδ᾽ ἔχειν,
ὅτι ποτ᾽ ἄρα τὸ δαιμόνιον,
895 τό τ᾽ ἐν χρόνωι μακρῶι νόμιμον
ἀεὶ φύσει τε πεφυκός.

†τί τὸ σοφόν, ἢ τί τὸ κάλλιον†
παρὰ θεῶν γέρας ἐν βροτοῖς
ἢ χεῖρ᾽ ὑπὲρ κορυφᾶς
900 τῶν ἐχθρῶν κρείσσω κατέχειν;
ὅτι καλὸν φίλον αἰεί.

εὐδαίμων μὲν ὃς ἐκ θαλάσσας [ἐπῳδ.]
ἔφυγε χεῖμα, λιμένα δ᾽ ἔκιχεν·
εὐδαίμων δ᾽ ὃς ὕπερθε μόχθων
905 ἐγένεθ᾽· ἕτερα δ᾽ ἕτερος ἕτερον
ὄλβωι καὶ δυνάμει παρῆλθεν.
μυρίαι δ᾽ ἔτι μυρίοις
εἰσὶν ἐλπίδες· αἱ μὲν
τελευτῶσιν ἐν ὄλβωι
βροτοῖς, αἱ δ᾽ ἀπέβασαν·
910 τὸ δὲ κατ᾽ ἦμαρ ὅτωι βίοτος
εὐδαίμων, μακαρίζω.

***
ΧΟΡΟΣ
Άραγε σε ολονύχτιους χορούς
θα κινήσω κάποτε το λευκό μου πόδι βακχεύοντας,
865 τινάζοντας στο δροσερό αιθέρα το λαιμό,
όπως ελάφι τρυφερό που παίζει μέσα στις χλωρές ηδονές του λιβαδιού,
όταν ξεφύγει φοβερό κυνήγι,
870 έξω από τον κλοιό, πάνω από το άψογο δίχτυ,
και ο κυνηγός, με τις κραυγές, δυναμώνει την ορμή των σκύλων;
Κατάκοπο εκείνο από το γρήγορο τρέξιμο,
όπως η θύελλα πετιέται στο χέρσωμα πλάι στο ποτάμι
875 και χαίρεται την απόκοσμη ερημία
και τα βλαστάρια του πυκνόμαλλου δάσους.

Ποιό το σοφό;
Ποιό δώρο των θεών ωραιότερο για τον θνητό
880 από το να κρατάει το χέρι νικηφόρο
πάνω από το κεφάλι των εχθρών;
Ό,τι είναι ωραίο το αγαπάω πάντα.

Αργεί να ξεκινήσει,
αλλά δεν αστοχεί η θεία δύναμη.
885 Τιμωρεί τους θνητούς που τιμούν την αφροσύνη
και με σκέψη μαινόμενη δεν δοξάζουν τα θεία.
Κρύβουν οι θεοί με τρόπους πολλούς
το μακρό βήμα του χρόνου
890 και πιάνουν τον ασεβή.
Ποτέ δεν πρέπει να σκέφτεσαι και να πράττεις
ό,τι είναι πάνω από τους νόμους.
Δεν σου στοιχίζει να πιστεύεις ότι αυτό έχει δύναμη,
ό,τι κι αν είναι το θείο,
895 και πως ό,τι καθιερώθηκε μέσα στο χρόνο το μακρό
είναι ριζωμένο για πάντα στη φύση.

Ποιό το σοφό;
Ποιό δώρο των θεών ωραιότερο για τον θνητό
από το να κρατάει το χέρι νικηφόρο
900 πάνω από το κεφάλι των εχθρών;
Ό,τι είναι ωραίο το αγαπάω πάντα.

Ευτυχισμένος που ξέφυγε το κύμα της θαλάσσης και βρήκε λιμάνι.
Ευτυχισμένος που άφησε πίσω του τους μόχθους.
905 Με τρόπους και τρόπους ξεπερνά ο ένας τον άλλον σε πλούτο και δύναμη.
Μυριάδες άνθρωποι, και μυριάδες ελπίδες.
Άλλες τελειώνουν στην ευτυχία, και άλλες φεύγουν και πάνε.
910 Ο που κυλά η ζωή του ευτυχισμένη μέρα τη μέρα,
τον μακαρίζω.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΦΟΛΟΣ

ΦΟΛΟΣ
(αστερισμός)
 
Ο αστερισμός του Κενταύρου* (ή του Τοξότη**) θεωρείται ότι είναι ο Κένταυρος Χείρων. Ο Υγίνος όμως δίνει την πληροφορία ότι κάποιοι (δεν τους κατονομάζει) θεωρούν ότι ήταν ο Κένταυρος Φόλος που καταστερίστηκε ως ο αστερισμός του Κενταύρου από τον Δία, επειδή ήταν ικανότερος από τους άλλους Κενταύρους στην οιωνοσκοπία (Αστρ. 2.38). Παριστάνεται στον ουρανό να πλησιάζει τον Βωμό με ένα θύμα. Ο Απολλόδωρος παραδίδει ως εξής την ιστορία του Φόλου:
 
Τέταρτο άθλο του επέβαλε [ο Ευρυσθέας στον Ηρακλή] να φέρει ζωντανό τον Ερυμάνθιο κάπρο***· αυτό το θηρίο, έχοντας για ορμητήριο το βουνό που ονομάζεται Ερύμανθος [στην Αρκαδία], κατέβαινε και προκαλούσε πολλές καταστροφές στην Ψωφίδα. Καθώς διέσχιζε τη Φολόη, φιλοξενήθηκε από τον Κένταυρο Φόλο, γιο του Σειληνού και μιας Νύμφης των μελιών [των δέντρων]. Αυτός προσέφερε ψημένα τα κρέατα στον Ηρακλή, ενώ ο ίδιος τα έτρωγε ωμά.
 
Όταν ο Ηρακλής ζήτησε κρασί, απάντησε ότι φοβόταν να ανοίξει πιθάρι που ανήκε σε όλους τους Κενταύρους· με παρότρυνση του Ηρακλή να μην φοβάται, το άνοιξε. Αλλά οι Κένταυροι ένιωσαν τη μυρωδιά και μετά από λίγο έφτασαν στη σπηλιά του Φόλου, οπλισμένοι με πέτρες και έλατα. Τους πρώτους που τόλμησαν να μπουν μέσα, τον Άγχιο και τον Άγριο, ο Ηρακλής τους έτρεψε σε φυγή χτυπώντας τους με δαυλούς, ενώ τους υπόλοιπους τους κυνήγησε τοξεύοντάς τους μέχρι τον Μαλέα. Από εκεί κατέφυγαν στον Χείρωνα που, διωγμένος από τους Λαπίθες από το Πήλιο, κατοικούσε στον Μαλέα. Και καθώς οι Κένταυροι μαζεύτηκαν γύρω του, ο Ηρακλής τους σημάδεψε με το τόξο του και έριξε ένα βέλος που διαπέρασε το μπράτσο του Έλατου και σφηνώθηκε στο γόνατο του Χείρωνα.
 
Φαρμακωμένος ο Ηρακλής από το γεγονός, έτρεξε να τραβήξει το βέλος και έβαλε επάνω στην πληγή ένα φάρμακο που του έδωσε ο Χείρωνας. Επειδή όμως το τραύμα ήταν ανίατο, εκείνος αποτραβήχτηκε στο σπήλαιο. Και εκεί, μη μπορώντας να πεθάνει, επειδή ήταν αθάνατος, ο Προμηθέας [που παλιά ήταν θνητός] προσφέρθηκε στον Δία να τον κάνει αθάνατο στη θέση εκείνου· και έτσι πέθανε ο Χείρωνας. Οι υπόλοιποι Κένταυροι σκόρπισαν· κάποιοι έφτασαν στο όρος Μαλέα, ο Ευρυτίωνας στη Φολόη, ο Νέσσος στον ποταμό Εύηνο. Τους υπόλοιπους τους δέχθηκε ο Ποσειδώνας στην Ελευσίνα και τους σκέπασε με ένα βουνό. Όσο για τον Φόλο, καθώς τράβηξε από ένα σκοτωμένο Κένταυρο το βέλος, απορούσε πώς κάτι τόσο μικρό σκότωσε αυτούς που ήταν τόσο γιγαντόσωμοι· γλίστρησε όμως από το χέρι του, έπεσε στο πόδι του και τον σκότωσε αμέσως. Όταν ο Ηρακλής επέστρεψε στη Φολόη και αντίκρισε νεκρό τον Φόλο, τον έθαψε και στη συνέχεια καταπιάστηκε με το κυνήγι του αγριογούρουνου· (Απολλόδωρος 2.5.4)
---------------------------
*Αστερισμός του Κένταυρου
 
Οὗτος δοκεῖ Χείρων εἶναι ὁ ἐν τῷ Πηλίῳ οἰκήσαι, δικαιοσύνῃ δὲ ὑπερενέγκας πάντας ἀνθρώπους καὶ παιδεύσας Ἀσκληπιόν τε καὶ Ἀχιλλέα· ἐφ' ὃν Ἡρακλῆς δοκεῖ ἐλθεῖν δι' ἔρωτα, ᾧ καὶ συνεῖναι ἐν τῷ ἄντρῳ τιμῶν τὸν Πᾶνα. μόνον δὲ τῶν Κενταύρων οὐκ ἀνεῖλεν, ἀλλ' ἤκουεν αὐτοῦ, καθάπερ Ἀντισθένης φησὶν ὁ Σωκρατικὸς ἐν τῷ Ἡρακλεῖ. χρόνον δὲ ἱκανὸν ὁμιλούντων αὐτῶν ἐκ τῆς φαρέτρας αὐτοῦ βέλος ἐξέπεσεν εἰς τὸν πόδα τοῦ Χείρωνος καὶ οὕτως ἀποθανόντος αὐτοῦ ὁ Ζεὺς διὰ τὴν εὐσέβειαν καὶ τὸ σύμπτωμα ἐν τοῖς ἄστροις ἔθηκεν αὐτόν. ἔστι δὲ τὸ Θηρίον ἐν ταῖς χερσὶ πλησίον τοῦ Θυτηρίου· ὃ δοκεῖ προσφέρειν θύσων, ὅ ἐστι μέγιστον σημεῖον τῆς εὐσεβείας αὐτοῦ.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,40
 
**Αστερισμός του Τοξότη
 
Οὗτός ἐστιν ὁ Τοξότης, ὃν οἱ πλεῖστοι λέγουσι Κένταυρον εἶναι, ἕτεροι δ' οὔ φασι διὰ τὸ μὴ τετρασκελῆ αὐτὸν ὁρᾶσθαι, ἀλλ' ἑστηκότα καὶ τοξεύοντα· Κενταύρων δὲ οὐδεὶς τόξῳ κέχρηται· οὗτος δ' ἀνὴρ ὢν σκέλη ἔχει ἵππου καὶ κέρκον καθάπερ οἱ Σάτυροι· διόπερ αὐτοῖς ἀπίθανον ἐδόκει εἶναι, ἀλλὰ μᾶλλον Κρότον τὸν Εὐφήμης τῆς τῶν Μουσῶν τροφοῦ υἱόν· οἰκεῖν δ' αὐτὸν καὶ διαιτᾶσθαι ἐν τῷ ῾Ελικῶνι· ὃν καὶ αἱ Μοῦσαι τὴν τοξείαν εὑράμενον τὴν τροφὴν ἀπὸ τῶν ἀγρίων ἔχειν ἐποίησαν, καθάπερ φησὶ Σωσίθεος· συμμίσγοντα δὲ ταῖς Μούσαις καὶ ἀκούοντα αὐτῶν ἐπισημασίαις ἐπαινέσαι κρότον ποιοῦντα· τὸ γὰρ τῆς φωνῆς ἀσαφὲς ἦν ὑπὸ ἑνὸς κρότου σημαινόμενον, ὅθεν ὁρῶντες τοῦτον καὶ οἱ ἄλλοι ἔπραττον τὸ αὐτό· διόπερ αἱ Μοῦσαι δόξης χάριν τυχοῦσαι τῇ τούτου βουλήσει ἠξίωσαν τὸν Δία ἐπιφανῆ αὐτὸν ποιῆσαι ὅσιον ὄντα, καὶ οὕτως ἐν τοῖς ἄστροις ἐτέθη τῇ τῶν χειρῶν χρήσει, τὴν τοξείαν προσλαβὼν σύσσημον· ἐν δὲ τοῖς ἀνθρώποις ἔμεινεν ἡ ἐκείνου πρᾶξις· ὅ ἐστι καὶ <τὸ> πλοῖον αὐτοῦ μαρτύριον ὅτι ἔσται σαφὴς οὐ μόνον τοῖς ἐν χέρσῳ ἀλλὰ καὶ τοῖς ἐν πελάγει. διόπερ οἱ γράφοντες αὐτὸν Κένταυρον διαμαρτάνουσιν.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,28
 
***Ο μύθος του Ηρακλή, η μορφή και η δράση του ήρωα, διαμορφώθηκε σταδιακά και εξακολουθούσε να διαμορφώνεται και μέχρι τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους. Στην κρυστάλλωση και οργάνωση του μύθου του ήρωα συνέβαλλαν: α) αοιδοί, ποιητές, καλλιτέχνες, φιλόσοφοι, ιστορικοί και λοιποί γραμματικοί, β) τοπικές παραλλαγές και συσσωματώσεις, γ) «γενεαλόγοι» και μυθογράφο, δ) εικαστικοί καλλιτέχνες. Για πρώτη φορά κωδικοποιούνται οι άθλοι σε κανόνα στις μετόπες του ναού του Διός στην Ολυμπία, όμως τον κανόνα αυτόν δεν τον ακολουθούν όλοι. Έτσι, ενώ το κυνήγι του Ερυμάνθιου κάπρου στις μετόπες του ναού είναι ο τρίτος άθλος και το κυνήγι του ελαφιού του όρους Κερύνεια ο τέταρτος, στον Απολλόδωρο η σειρά αυτή αντιστρέφεται.

ΟΣΒΑΛΝΤ ΣΠΕΝΓΚΛΕΡ: Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΣΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΓΗΡΑΣΜΕΝΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ο Ερεβοκτόνος σας προτείνει: διαβάστε το παρακάτω κείμενο με προσοχή. Αφήστε την σκέψη σας να περιπλανηθεί σ' αυτά που γράφει και κάνετε τις αναγκαίες συσχετίσεις. Φιλοσοφήστε ελεύθερα. Μόνοι μας γεννιόμαστε και μόνοι μας πεθαίνουμε. Έχουμε αληθινό δεσμό με το αίμα και την γη μας ή θα εκλείψουμε κάποια μέρα χωρίς να αφήσουμε τίποτε πίσω μας;

Ο ΑΓΡΟΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΣΤΟΣ

Ο αγρότης είναι ανιστόρητος...ο αιώνιος άνθρωπος, ανεξάρτητα από κάθε πολιτισμό. Προηγείται κάθε πολιτισμού, επιβιώνει και μετά την παρακμή κάθε πολιτισμού, χωρίς συνείδηση, αναπαραγόμενος από γενιά σε γενιά....μια μυστική ψυχή, μια ξερή και πρακτικά προσανατολισμένη διάνοια...

Η πόλη είναι πνεύμα. Η μεγαλούπολη είναι το "ελεύθερο πνεύμα".

Η αστική τάξη, η τάξη του πνεύματος, αρχίζει με μια εξέγερση κατά των φεουδαρχικών δυνάμεων του αίματος και της παράδοσης, ανατρέπει θρόνους και περιορίζει δικαιώματα στο όνομα του Λόγου και προπάντων στο όνομα του "λαού", εννοώντας πλέον μόνο τον λαό των πόλεων. Η πόλη δεν σημαίνει μόνο πνεύμα αλλά και χρήμα.

Το έδαφος είναι κάτι πραγματικό και φυσικό, το χρήμα κάτι αφηρημένο και τεχνητό.

Η ΚΟΣΜΟΠΟΛΗ, Η ΠΟΛΙΣ - ΤΕΡΑΣ

Τελικά δημιουργείται το τεράστιο σύμβολο και "δοχείο" του εντελώς απελευθερωμένου πνεύματος, η κοσμόπολη, το κέντρο στο όποιο εστιάζεται απολύτως η πορεία της παγκόσμιας ιστορίας: εκείνες οι πολύ λίγες γιγαντιαίες πόλεις όλων των ώριμων τεχνικών πολιτισμών που προγράφουν και αχρηστεύουν ολόκληρη τη μητέρα γη του πολιτισμού τους αποκαλώντας την επαρχία.

Ο πέτρινος κολοσσός η "κοσμόπολη" σημαδεύει το τέλος της πορείας ζωής κάθε μεγάλου πολιτισμού. Ο πολιτισμένος άνθρωπος, που ψυχικά έχει διαμορφωθεί από την ύπαιθρο, κυριεύεται από την ίδια του τη δημιουργία, την πόλη, η οποία γίνεται έμμονη ιδέα του και τον κάνει εκτελεστικό της όργανο και τελικά θύμα της. Αυτή η πέτρινη μάζα είναι η απόλυτη πόλη. Η εικόνα της, όπως σχεδιάζεται με τη μεγαλόπρεπη ομορφιά της στον φωτεινό κόσμο του ανθρώπινου ματιού, περιέχει ολόκληρο τον υπέροχο συμβολισμό θανάτου ενός οριστικού "προϊόντος του γίγνεσθαι".

Όμως καμία αθλιότητα, κανένας εξαναγκασμός, ούτε καν η σαφής διάγνωση αυτής της τρελής εξέλιξης δεν μειώνουν την ελκυστικότητα αυτών των δαιμονικών μορφωμάτων. Ο τροχός του πεπρωμένου κυλάει προς το τέλος, η γέννηση της πόλης τραβάει προς το μέρος της τον θάνατο.

Η σχέση ανάμεσα στην αρχή και στο τέλος, ανάμεσα στο αγροτόσπιτο και το οικοδομικό τετράγωνο είναι ανάλογη με εκείνη μεταξύ της ψυχής και της ευφυΐας, μεταξύ του αίματος και της πέτρας.

Αλλά δεν είναι τυχαίο ότι ο χρόνος είναι μια λέξη που δηλώνει τη μη αντιστρεψιμότητα. Εδώ όλα τραβούν μπροστά, τίποτε δεν γυρίζει πίσω. Ο αγροτικός κόσμος γέννησε κάποτε την αγορά, την περιφερειακή πόλη και την έθρεψε με το αίμα του.

Τώρα η γιγαντιαία πόλη ξεζουμίζει την ύπαιθρο, αχόρταγη, απαιτώντας και καταπίνοντας συνεχώς νέα ρεύματα ανθρώπων, ώσπου θα αποκάμει και θα πεθάνει μέσα σε μια σχεδόν ακατοίκητη πια έρημο. Όποιος έχει υποκύψει μια φορά σε όλη την αμαρτωλή ομορφιά αυτού του τελευταίου θαύματος ολοκλήρωσης της ιστορίας δεν πρόκειται να απελευθερωθεί από αυτή. Πρωτογενείς λαοί μπορούν να αποδεσμευθούν από τη γη τους και να ξενιτευτούν. Οι πνευματικοί νομάδες δεν μπορούν να το κάνουν πια.

Η νοσταλγία για τη μεγάλη πόλη είναι ίσως πιο έντονη από κάθε άλλη. Πατρίδα είναι για αυτούς κάθε Μεγαλόπολη, ξενιτειά είναι ήδη το επόμενο χωριό.

Προτιμούν να πεθάνουν στο οδόστρωμα παρά να επιστρέψουν στην ύπαιθρο.

Ακόμα και η αηδία από αυτό το μεγαλείο, η κούραση από τα πολύχρωμα φώτα, το taedium vitae (σιχασιά της ζωής) που στο τέλος καταλαμβάνει μερικούς, δεν μπορεί να τους απελευθερώσει. Κουβαλούν μαζί τους την πόλη στα βουνά και στη θάλασσα. Έχασαν μέσα τους την ύπαιθρο και έξω δε μπορούν να τη βρουν.

Η διανοητική ένταση γνωρίζει μόνο μια, τη χαρακτηριστική για τη μεγαλούπολη μορφή αναψυχής: τη χαλάρωση, τη "διασκέδαση". Το γνήσιο παιχνίδι, η χαρά της ζωής, η ευχαρίστηση, η μέθη γεννήθηκαν από τον κοσμικό ρυθμό και η ουσία τους δεν είναι πλέον κατανοητή. Αλλά η αντικατάσταση της πιο εντατικής πρακτικής σκέψης από το αντίθετό της, το συνειδητό χάζεμα, η αντικατάσταση της πνευματικής έντασης των δυνάμεων από τη σωματική ένταση του αθλητισμού, της σωματικής έντασης από την αισθησιακή της ψυχαγωγίας και την πνευματική ένταση της "διέγερσης" του παιχνιδιού και του στοιχήματος, η αντικατάσταση της καθαρής λογικής της καθημερινής εργασίας από τον συνειδητά απολαμβανόμενο μυστικισμό- όλα αυτά επαναλαμβάνονται σε όλες τις κοσμοπόλεις των τεχνικών πολιτισμών.

Κινηματογράφος, εξπρεσιονισμός, θεοσοφία, αγώνες πυγμαχίας, χοροί νέγρων, πόκερ και στοιχήματα στον ιππόδρομο- όλα αυτά τα ξαναβρίσκουμε στη Ρώμη, και ένας γνώστης θα έπρεπε κάποτε να επεκτείνει την έρευνα στις ινδικές, κινέζικες και αραβικές κοσμοπόλεις.

Και τώρα από το γεγονός ότι η ύπαρξη χάνει όλο και πιο πολύ τις ρίζες της και η εγρήγορση γίνεται όλο και πιο τεταμένη προκύπτει τελικά το φαινόμενο που αθόρυβα προετοιμαζόταν από καιρό για να αναδυθεί ξαφνικά στο άπλετο φως της ιστορίας και να θέσει τέρμα σε όλο αυτό το δράμα: η στειρότητα του τεχνικά πολιτισμένου ανθρώπου.

Εδώ δεν πρόκειται για κάτι που θα μπορούσε να κατανοηθεί με καθημερινούς αιτιώδεις συλλογισμούς, λόγου χάρη φυσιολογικά, όπως προσπάθησε να κάνει η επιστήμη. Εδώ έχουμε οπωσδήποτε μια μεταφυσική στροφή προς τον θάνατο. Ο τελευταίος άνθρωπος των κοσμοπόλεων δεν θέλει πια να ζήσει: ως άτομο θέλει ασφαλώς αλλά όχι ως τύπος, ως πλήθος. Σε αυτόν τον συνολικό χαρακτήρα σβήνει ο φόβος του θανάτου.

Ο ΒΑΘΥΣ ΔΕΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΝΗΣΙΟΥ ΑΓΡΟΤΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΓΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΙΩΝΙΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ

Εκείνο που καταλαμβάνει τον γνήσιο αγρότη με μια βαθιά κι ανεξήγητη αγωνία, η σκέψη ότι μπορεί να εκλείψει η οικογένεια και το όνομα, έχει χάσει το νόημά του.

Την επιβίωση του συγγενικού αίματος μέσα στον ορατό κόσμο ο άνθρωπος της Μεγαλόπολης δεν την αισθάνεται πια ως καθήκον του αίματος, τη μοίρα του να είναι ο τελευταίος δεν την αισθάνεται πια ως μοιραία καταστροφή.

Τα παιδιά δεν εκλείπουν μόνον επειδή έγινε αδύνατο να τα έχει κανείς, αλλά προπάντων επειδή η οξυμμένη στο έπακρο ευφυΐα δεν βρίσκει πλέον λόγους για την ύπαρξή τους.

Ας συγκεντρώσουμε την προσοχή μας στην ψυχή ενός αγρότη που είναι ριζωμένος επί αμέτρητες γενιές στο πάτριο έδαφός του ή που κατέλαβε αυτή τη γη για να "κολλήσει" εκεί με το αίμα του. Έχει ριζώσει ως εγγονός προγόνων και ως πρόγονος μελλοντικών εγγονών. Το σπίτι του, η ιδιοκτησία του: αυτά δεν σημαίνουν μια φευγαλέα συνύπαρξη σώματος και κτήματος για λίγα χρόνια, αλλά έναν διαρκή και βαθύ δεσμό μεταξύ της αιώνιας γης και του αιώνιου αίματος.

Μόνον έτσι, μόνον από την εδραιωμένη εγκατάσταση υπό μια μυστικιστική έννοια, λαμβάνουν οι μεγάλες εποχές των κύκλων, η τεκνοποιία, η γέννηση και ο θάνατος, εκείνη τη μεταφυσική μαγεία που αποτυπώνεται συμβολικά στα ήθη και τη θρησκεία όλων των εδραίων αγροτικών πληθυσμών (παγανισμός).

Όλα αυτά δεν υπάρχουν για τον "τελευταίο άνθρωπο".

Η μεγάλη στροφή γίνεται όταν στην καθημερινή σκέψη ενός εξαιρετικά πολιτισμένου πληθυσμού υφίστανται "λόγοι" για την ύπαρξη παιδιών.
.
Η φύση δεν γνωρίζει λόγους. Όπου υπάρχει πραγματική ζωή, κυριαρχεί μια εσωτερική οργανική λογική, ένα απρόσωπο στοιχείο, μια ορμή, που είναι εντελώς ανεξάρτητη από την εγρήγορση και τις αιτιώδεις σχέσεις της και δεν παρατηρούνται διόλου από αυτή. Ο πλούτος των γεννήσεων στους πρωτογενείς πληθυσμούς είναι ένα φυσικό φαινόμενο, για την ύπαρξη του οποίου κανένας δεν κάνει σκέψεις, πόσο μάλλον για τον ωφέλιμο η βλαβερό χαρακτήρα του. Όταν για ζητήματα της ζωής γενικά εμφανίζονται στη συνείδηση λόγοι, η ζωή έχει γίνει ήδη αμφίβολη.

Το πρωτογενές θηλυκό, η αγρότισσα, είναι μητέρα.

Αυτή η λέξη περικλείει ολόκληρο τον προορισμό της, που τον λαχταράει από τα παιδικά της χρόνια. Τώρα όμως εμφανίζεται η ιψενική γυναίκα, η συντρόφισσα, η ηρωίδα μιας ολόκληρης κοσμοπολιτικής λογοτεχνίας, από το βορειοευρωπαικό δράμα μέχρι το παρισινό μυθιστόρημα.

Αντί για παιδιά έχει ψυχικές συγκρούσεις, ο γάμος είναι ένα πρόβλημα καλλιτεχνικής βιοτεχνίας και το ζητούμενο είναι η "αμοιβαία κατανόηση". Είναι εντελώς αδιάφορο αν μια Αμερικανίδα δεν βρίσκει επαρκείς λόγους για τα παιδιά της, επειδή δεν θέλει να χάσει καμία εποχή του έτους, η μια Παριζιάνα, επειδή φοβάται μήπως την εγκαταλείψει ο εραστής της, η μια ηρωίδα του Ιψεν, επειδή "ανήκει στον εαυτό της".

Όλες ανήκουν στον εαυτό τους και όλες είναι στείρες.

Το ίδιο γεγονός συνδεδεμένο με τους ίδιους "λόγους" το ξαναβρίσκουμε στην αλεξανδρινή και τη ρωμαϊκή και με αυτονόητο τρόπο σε κάθε άλλη τεχνικά πολιτισμένη κοινωνία.

Η πολυτεκνία, την αξιοσέβαστη εικόνα της οποίας μπορούσε ακόμη να συνθέσει ο Γκαίτε στον Βέρθερο, γίνεται κάτι επαρχιακό. Στις πόλεις ο πολύτεκνος πατέρας είναι μια γελοιογραφία-ο Ιψεν δεν την ξέχασε, τη συναντούμε στην Κωμωδία της αγάπης του.

Ο τελευταίος άνθρωπος των κοσμοπόλεων δεν θέλει πια να ζήσει: ως άτομο θέλει ασφαλώς, αλλά όχι ως τύπος, ως πλήθος.

Η Δύση είναι θνήσκουσα, γερασμένη, εκφυλισμένη μέσα στην ανωτερότητα του τεχνικού πολιτισμού της και απανθρωποποιημένη μέσα στην εκλεπτυσμένη παρακμή της.

Κανείς δεν αναρωτιόταν μέχρι πριν λίγα χρόνια για το αν πρέπει να κάνει παιδιά.

Είναι σαν ο τεχνικά πολιτισμένος άνθρωπος να αντιλαμβάνεται τη ματαιότητα των πάντων, την ματαιότητα της Ύπαρξης.

Είναι τυχαίος όλος αυτός ο μηδενισμός, η πεποίθηση ότι δεν αξίζει τίποτα να θυσιαστείς για αυτό, η σιωπηλή κι αδιατάρακτη πορεία μας προς τον θάνατο, η κατάφαση του αφανισμού μας, η σχεδόν μηδενική αντίσταση απέναντι σε αυτούς που σκοτώνουν μαζικά και αδίστακτα εμάς, τους γέροντες και τα παιδιά;

Η Πόλη σκότωσε την ανθρώπινη επαφή.

Στην Πόλη όμως δεν είσαι ποτέ μόνος, πάντα φωνές, κορναρίσματα, μηχανήματα, πάντα αυτή η ακανόνιστη και δυσαρμονική στο νυχτερινό αυτί παρηγοριά να έγινε το απαραίτητό μας νανούρισμα, στην ύπαιθρο θα αισθανθείς την απόλυτη σιωπή, για αυτό και πολλοί σήμερα λένε ότι δυσκολεύονται να κοιμηθούν χωρίς θόρυβο.

Στην Πόλη απλά μιλάμε, μιλάμε για να μην ακούμε τον άλλον, μιλάμε για να μη νιώθουμε μοναξιά.

Οι απαγορεύσεις από τα παλιότερα Καθεστώτα, ενίσχυαν την Επιθυμία.

Το σημερινό Καθεστώς αντιλήφθητε ότι αν αφεθεί ελεύθερη η Επιθυμία δίχως περιορισμούς και συντηρητισμούς, τότε πεθαίνει κι έτσι ο Άνθρωπος δίχως Επιθυμία, είναι ευκολότερο να ελεγχτεί.

Τα απολιθωμένα συνθήματά μας, τα επαναστατικά τραγούδια μας, παρόντα σε οποιαδήποτε εκδήλωση, δεν είναι παρά μια τελετουργία απώθησης του θανάτου, είναι πιο νεκρά κι απ' τον θάνατο.

Ο Ευρωπαϊκός Πολιτισμός είναι νεκρός, κι αυτή τη στιγμή δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να διαχειρίζεται τις μεταθανάτιες στιγμές του.

Η κατάληξη του τεχνικού ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι ο άθεος ηδονοθήρας, ο κυνηγός του Στιγμιαίου Τίποτα, ο ανήσυχος Αισθητιστής που διαπερνάει και διαπερνιέται από τα εξής στάδια:

Μπορώ να έχω ό,τι θέλω.
Γιατί να μη μπορώ να έχω ο,τι θέλω;
Αν δε μπορώ να έχω ό,τι θέλω, θέλω να πεθάνω.

Οι Πολιτισμοί και οι Αυτοκρατορίες που κατέρρευσαν ανά τους αιώνες, κατέρρευσαν πρώτα από μέσα κι ύστερα εμφανίστηκε ο εξωτερικός εχθρός για να τους αποτελειώσει.

ΔΕΣ:

Μαζάνθρωποι: Μηχανές Ευτυχίας

M. Heidegger: άνθρωπος ή μαζάνθρωπος;

Ortega y Gasset: ο μαζάνθρωπος χτες και σήμερα

Η ζωή δεν μπαίνει σε αναμονή

Έχεις δει ζωές σε αναμονή; Ζωές που κοιμούνται και ξυπνούν καρδιοχτυπώντας για κάτι, για κάποιον, για κάπου; Ζωές που μπορούν να λυτρωθούν συγκεκριμένες φορές, για συγκεκριμένους λόγους και κυρίως από συγκεκριμένους ανθρώπους; Έχεις δει ζωές να «σβήνουν» μέρες, να διαγράφουν την ημερομηνία και να προσμένουν, συνεχώς κάτι να προσμένουν; Ζωές που δε γνωρίζουν τι πάει να πει ζωή -όσο σκληρό κι αν ακούγεται αυτό; Ζωές που πατάνε το pause πιο συχνά απ’ το play, έχεις δει; Μακάρι να μην έχεις δει.

«Άξιζε η αναμονή», λένε κάθε φορά που ζουν κάτι όμορφο και γελούν υπονοώντας πως άξιζε η στασιμότητα, η αδράνεια και η ρουτίνα που κατάντησε να μαυρίζει τα πάντα γύρω τους, να τα κάνει όλα ανιαρά και σκοτεινά. Μία αναμονή που τους έδινε λόγο να ξυπνούν κάθε πρωί, αλλά όχι να βγαίνουν απ’ την πόρτα του σπιτιού τους αισιόδοξοι, που τους έδινε λόγο να κοιμούνται το βράδυ ήσυχα αλλά ανούσια. Ξεφυσούν από ανακούφιση και θαυμάζουν τον εαυτό τους που άντεξε, όχι, όμως, που έζησε. Χαμογελούν περιστασιακά, για λίγο, μέχρι το επόμενο «ξανά». Κι επιστρέφουν πάλι πίσω συνεχίζοντας να διαγράφουν μέρες χωρίς να φοβούνται το χρόνο, τον οποίο έχουν στοιβάξει με περίσσια αδιαφορία στη γωνία με τα δεδομένα. Στα δεδομένα τους το πιο αβέβαιο πράγμα του κόσμου. Δε βαριέσαι, όμως, έχουν -λένε- έναν λόγο, έστω και μία αφορμή για να συνεχίζουν, να προχωράνε, να «ζουν». Είναι παιχνιδάκι για εκείνους η αναμονή, δεν τη φοβούνται, τη γνωρίζουν καλά. Επιμένουν ακίνητοι και περιμένουν πεισματικά να συμβεί το ονειρεμένο τους, δεν τους νοιάζει το ενδιάμεσο, δεν ενδιαφέρονται για το ταξίδι. Ο προορισμός είναι η λαχτάρα τους.

Μα εγώ ξέρω ανθρώπους εκατό φορές πιο φωτεινούς που δε δίνουν δεκάρα για το αν θα φτάσουν στο τέρμα ή όχι. Ξέρω ανθρώπους που αγαπούν το ενδιάμεσο, που γουστάρουν το ταξίδι όσο κι αν αυτό διαρκεί. Ξέρω κάτι ταξίδια μακρινά που δεν αγκυροβόλησαν πουθενά, μα βρήκαν ευτυχία σε αυτό χωρίς να σβήνουν καμία απολύτως μέρα, χωρίς να περιμένουν κάτι ή κάποιον, χωρίς να πιέζουν το χρόνο να κυλήσει. Ξέρω ανθρώπους που δε γουστάρουν να πατούν το pause ούτε στα τραγούδια που ακούν ούτε στις ταινίες που βλέπουν. Επιπόλαιοι; Βιαστικοί; Με τις καύλες τους; Δεν τους πιάνεις, δεν τους ξέρεις ουσιαστικά, δεν τους προφταίνεις -εκτός κι αν είσαι ίδιος με αυτούς. Δεν έχουν ημερολόγια αυτοί οι τύποι, αγαπούν τον ουρανό ή τη θάλασσα -αναλόγως το ταξίδι που επιλέγουν- και καρτερούν μονάχα να ζήσουν μ’ έναν τρόπο μη αναμενόμενο, φευγάτο και, ίσως, τελικά αξέχαστο. Χάνουν την μπάλα, το παραδέχονται αλλά δεν τους νοιάζει. Μπορεί να μην έχουν κάτι να περιμένουν στη ζωή, όμως, αν το καλοσκεφτείς πάντα κάποιος περιμένει τους ίδιους. Πάντα κάποιος -διακριτικά και σιωπηλά- τους αγαπά.

Εν τέλει ας μη γίνεται τίποτα -ή σχεδόν τίποτα- αυτοσκοπός. Ούτε καν τα πολυτιμότερα και τα πιο ξεχωριστά αυτού του κόσμου για τον καθένα μας. Ας μην είναι μόνο αυτά και τίποτα άλλο. Ας είναι κι άλλα! Κι ας μην είναι προγραμματισμένα, κι ας μην τα είχαμε ποτέ σκεφτεί, κι ας είναι αποτέλεσμα χρόνιων κόπων ή όχι, κι ας είναι τα πάντα ή ας μην είναι τίποτα. Μόνο να μην είναι αυτοσκοπός. Απ’ όλα και για όλα. Ναι, ας υπάρχει κι ένα ημερολόγιο κάπου μέσα μας αλλά όχι για να σβήνουμε τις ρημαδομέρες, όχι για να τις κοκκινίζουμε και να χαιρόμαστε κι από πάνω.

Όταν συνειδητοποιήσεις πόσο χρόνο χάνουμε με αυτό το pause που όλοι κατά καιρούς πατάμε, θα τρομάξεις. Γιατί να είναι όλη μας η ζωή ένα «και μετά, τι;»; Και μετά, τίποτα. Τώρα να σε δω, τώρα δείξε μου, τώρα κι όχι μετά ούτε αύριο. Οι αναβολές είναι για τους δειλούς. Οι δειλοί αρκούνται στο να περνούν οι στιγμές μπροστά απ’ τα μάτια τους κι εκείνοι να μην προλαβαίνουν καν να τις δουν. Οι δειλοί διαγράφουν μέρες και ξεχνούν πίσω τα υπόλοιπα κομμάτια τους. Οι δειλοί έχουν απωθημένα. Κι εμείς δεν είμαστε δειλοί. Ή μήπως είμαστε;

Είναι όμορφο να έχεις μακροπρόθεσμους λόγους για να ζεις. Αρκεί να υπάρχει κι άλλη ζωή έως ότου αυτοί οι λόγοι πάρουν σάρκα κι οστά. Αρκεί να μην πατάμε pause συνεχώς. Αν χαλάσει το κουμπί αυτό δεν υπάρχει γυρισμός. Κι εσύ φαντάζομαι κάποια στιγμή -αργά ή γρήγορα- θα θελήσεις να γυρίσεις.

Χαλίλ Γκιμπράν: Να λυπάσαι το έθνος

Να λυπάσαι το έθνος με το πλήθος τα δόγματα και την κούφια θρησκεία.

Να λυπάσαι το έθνος οπού ρούχα φορεί που δεν ύφανε το ίδιο
ψωμοτρώει από στάρι που εκείνο δε θέρισε
το κρασί του δεν γίνηκε απ’ τις δικές του πατούσες.

Να λυπάσαι το έθνος που δοξάζει μ’ εγκώμια
τον τραμπούκο σαν ήρωα
και τον κατακτητή του με την κίβδηλη λάμψη
θεωρεί ευεργέτη.

Να λυπάσαι το έθνος που αψηφά τους κινδύνους
μοναχά στα ονείρατα
μα και πάλι κιοτεύει το πρωί σαν ξυπνήσει.

Να λυπάσαι το έθνος που υψώνει φωνή
σε κηδείες μονάχα
και φουσκώνει σα διάνος σε ερείπια αρχαία.
Και που δεν ξεσηκώνεται παρά μόνο ανίσως
ο λαιμός του βρεθεί ανάμεσα σε σπαθί και κουτσούρι.

Να λυπάσαι το έθνος που έχει πολιτικό την αλεπού
τον σαλτιμπάγκο για φιλόσοφό του
και που η τέχνη του είναι τέχνη
πιθηκισμού και μπαλωμάτων.

Να λυπάσαι το έθνος που δέχεται
κάθε νέο αφέντη με σάλπιγγες
και τον διώχνει πνιγμένο στα «γιούχα»
για να φέρει μετά τον επόμενο με σαλπίσματα πάλι.

Να λυπάσαι το έθνος που οι σοφοί του από χρόνια βουβάθηκαν
κι οι σπουδαίοι του άντρες είν’ ακόμα στην κούνια.

Να λυπάσαι το έθνος που έχει γίνει κομμάτια
και που κάθε κομμάτι του παριστάνει το έθνος

Χαλίλ Γκιμπράν, από τον “Κήπο του Προφήτη” 1933

LAO TZU: ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΕΣ ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ

Οι σοφοί των αρχαίων καιρών
ήταν αινιγματικά εκφραστικοί και μυστηριωδώς διεισδυτικοί.
Απύθμενο το βάθος της γνώσης τους, ακατανόητο για τους άλλους.
Κι επειδή δεν μπορούμε να τους κατανοήσουμε,
αγκαζόμαστε να τους περιγράφουμε με επινοήματα.
Προσεχτικοί, σαν να διαβαίνουν χείμαρρο το χειμώνα.
Επιφυλακτικοί, σαν να παραμονεύουν τον κίνδυνο.
Ευγενείς, σαν φιλοξενούμενοι σε ξένο σπίτι,
Ενδοτικοί, σαν πάγος έτοιμος να λιώσει.
Ανεπιτήδευτοι, σαν ξύλο αχάρακτο.
Γενναιόδωροι, σαν τις ποτισμένες κοιλάδες.
Δυσνόητοι, σαν τα θολά νερά.
Μέσα στη λάσπη, ποιος περιμένει την κάθαρση με υπομονή;
Μέσα στην αταραξία, ποιος ετοιμάζεται για τη στιγμή της δράσης;
Όσοι εξασφαλίζουν για τον εαυτό τους αυτό το δρόμο,
δε ζητούν εκπλήρωση.
Κι επειδή δε ζητούν εκπλήρωση,
δεν παρασύρονται από τα καθιερωμένα.

ΛΑΟ ΤΣΕ, ΛΑΟ ΤΕ ΚΙΝΓ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ

Όποιος ψάχνει δε βρίσκει, αλλά όποιον δεν ψάχνει τον βρίσκουν

Ο Άλεξ Ροβίρα λέει ότι η καλή τύχη δεν έρχεται συμπτωματικά, είναι στάση ζωής. Όταν δουλεύουμε, δρέπουμε τους καρπούς με φυσικό τρόπο, ως συνέπεια του κόπου μας.

Ο Κάφκα, ωστόσο, στον αφορισμό αυτό μιλάει για τα τυχαία εκείνα γεγονότα που περιέχουν κάποιο μήνυμα και που διεισδύουν στην καθημερινότητά μας και «μας βρίσκουν» όταν έχουμε τις κεραίες μας ανοιχτές.

Ο Καρλ Γκούσταβ Γιούνγκ ορίζει τη συγχρονικότητα ως μια νοήμονα σύμπτωση δύο ή περισσότερων συμβάντων στην οποία εμπλέκεται κάτι περισσότερο από την τυχαία πιθανότητα. Ο Ελβετός αυτός νευρολόγος έζησε πολλές τέτοιες καταστάσεις τόσο στην προσωπική του ζωή όσο και ψυχαναλύοντας τους ασθενείς του.

Σε ποιον δεν έχει συμβεί να σκέφτεται έναν παλιό του φίλο – κάποιον που δεν τον έχει θυμηθεί για χρόνια – και ξαφνικά να χτυπάει το τηλέφωνο και να είναι εκείνος;

Αυτό κατονομάζει ο Γιούνγκ ως «νοήμονα σύμπτωση».

Οι συγχρονικότητες δεν είναι απλές συμπτώσεις, αλλά περιέχουν βαθιά μηνύματα που δεν είμαστε πάντα ικανοί να τα αποκρυπτογραφήσουμε.

Το ακόλουθο παράδειγμα είναι προγενέστερο ακόμα και του Γιούνγκ. Το 1900 ο βασιλιάς Ουμβέρτος Α’ της Ιταλίας δειπνούσε σε ένα εστιατόριο και εξεπλάγη βλέποντας ότι ο σερβιτόρος ήταν πράγματι σωσίας του, του έμοιαζε σαν κλώνος. Έπιασαν την κουβέντα και ανακάλυψαν ότι και οι δύο είχαν παντρευτεί την ίδια μέρα με γυναίκες που είχαν το ίδιο όνομα. Ονομάζονταν και οι δύο Ουμβέρτοι και είχαν γεννηθεί την ίδια μέρα στην ίδια πόλη.

Ο εστιάτορας είχε εγκαινιάσει την επιχείρησή του την ίδια μέρα που στέφθηκε βασιλιάς ο Ουμβέρτος Α’. Την επόμενη μέρα, ο μονάρχης, ο οποίος προΐστατο σε κάποια δημόσια τελετή, πληροφορήθηκε ότι ο καινούριος φίλος του δολοφονήθηκε με πυροβόλο το ίδιο εκείνο πρωί. Λίγες ώρες αργότερα ο βασιλιάς Ουμβέρτος πυροβολήθηκε μέχρι θανάτου από κάποιον αναρχικό
Καταπίεση είναι το να ζεις τη ζωή που δεν λογάριαζες να ζήσεις. Καταπίεση είναι το να κάνεις πράγματα που ποτέ δεν ήθελες να κάνεις. Καταπίεση είναι το να υποκρίνεσαι πως είσαι αυτός που δεν είσαι. Η καταπίεση είναι ένας τρόπος για να καταστρέψεις τον εαυτό σου. Η καταπίεση είναι ένας τρόπος για να καταστρέψεις τον εαυτό σου. Η καταπίεση είναι αυτοκτονία – πολύ αργή ασφαλώς, αλλά είναι ένα πολύ σίγουρο, αργό δηλητήριο.

Η έκφραση είναι ζωή. Η καταπίεση είναι αυτοκτονία.

Γιατί; Γιατί ο άνθρωπος καταπιέζεται τόσο πολύ, που γίνεται άρρωστος; Επειδή η κοινωνία σε διδάσκει να ελέγχεις, όχι να μεταμορφώνεις. Και η μεταμόρφωση είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Όχι μόνο δεν έχει καμία σχέση με τον έλεγχο, αλλά είναι το ακριβώς αντίθετο.

Μέσα από την καταπίεση, ο νους διχάζεται. Το κομμάτι που αποδέχεσαι γίνεται το συνειδητό και το κομμάτι που αρνείσαι γίνεται το ασυνείδητο. Αυτός ο διαχωρισμός δεν είναι φυσικός. Αυτός ο διαχωρισμός συμβαίνει εξαιτίας της καταπίεσης, Και μέσα στο ασυνείδητο πετάς όλα τα σκουπίδια που απορρίπτει η κοινωνία. Να θυμάσαι όμως, πως οτιδήποτε πετάς εκεί μέσα, γίνεται ολοένα και περισσότερο ένα κομμάτι από σένα. Πηγαίνει στα χέρια σου, μπαίνει μέσα στα κόκαλά σου, στο αίμα σου, στον χτύπο της καρδιάς σου.

Τώρα οι ψυχολόγοι λένε ότι σχεδόν οι ογδόντα στις εκατό αρρώστιες προκαλούνται από τα καταπιεσμένα συναισθήματα. Τα τόσα πολλά εμφράγματα σημαίνουν ότι έχει καταπιεστεί πάρα πολύ θυμός στην καρδιά, τόσο πολύ μίσος, που η καρδιά έχει δηλητηριαστεί.

JEAN JACQUES ROUSSEAU: Η υπομονή είναι μια ρίζα πικρή, αλλά οι καρποί της είναι γλυκύτατοι

Ο Γάλλος φιλόσοφος Ρουσσό δήλωνε ότι «Ο άνθρωπος είναι καλός εκ φύσεως». Τότε, γιατί πράττουμε άσχημα; Κατά τον Ζαν-Ζακ Ρουσσό, η κοινωνία είναι αυτή που μας διαφθείρει και μας κάνει να πράττουμε άσχημα. Την τόλμη του να υποστηρίξει μια τέτοια θεωρία στο απόγειο της εποχής του Διαφωτισμού την πλήρωσε με πολλούς εχθρούς και πολλές πικρίες. Η εποχή του υποστήριζε την πρόοδο κι εκείνος τη θεωρούσε αιτία όλων των δεινών.

Μπορεί η καταγωγή του και η ταραγμένη του ζωή να τον είχαν επηρεάσει στη διαμόρφωση της θεωρίας του.

Γιος ενός ωρολογοποιού και ορφανός από μητέρα, μεγάλωσε χωρίς να λάβει εκπαίδευση. Από πολύ μικρός, άρχισε να δουλεύει ως μαθητευόμενος ενός συμβολαιογράφου κι έπειτα ενός χαράκτη, ο οποίος του φερόταν κτηνωδώς. Εγκατέλειψε τη Γενεύη και κατέφυγε στην προστασία κάποιας βαρόνης η οποία, εκτός του ότι τον έκανε εραστή της, τον έπεισε να προσηλυτιστεί και στον καλβινισμό. Κι έτσι άρχισε μια εποχή αυτομόρφωσης.

Κατέληξε να παντρευτεί μια υπηρέτρια εντελώς αναλφάβητη με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά. Αυτό δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει να έχει ερωμένες και ν’ αλλάζει χώρες, διαμονή και θρησκεία, καταλαμβανόμενος, με το πέρασμα των χρόνων, από μανία καταδίωξης. Στην Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, ο Ρουσσό συγκρούεται με την ιδέα του Διαφωτισμού περί προόδου, θεωρώντας ότι οι άνθρωποι σε φυσική κατάσταση είναι εξ ορισμού αθώοι κι ευτυχισμένοι κι ότι ο πολιτισμός και η κουλτούρα είναι αυτά που τους επιβάλλουν τη μεταξύ τους ανισότητα, ιδιαίτερα μετά την καθιέρωση του θεσμού της ιδιοκτησίας, κι έτσι τους φέρνουν τη δυστυχία.

Για να ξανακερδίσουμε τον χαμένο παράδεισο, ιδού κάποιες προτάσεις του μεγάλου αυτού ουμανιστή:
  • Να μην απομονώνεσαι μπρος στις ωμότητες του κόσμου, αλλά να μοιράζεσαι τα αισθήματά σου με τους ομοίους σου.
  • Είναι καλύτερα να αντιμετωπίσεις έναν έντονο πόνο παρά μια μακρά θλίψη.
  • Τα πάθη είναι καλά όσο είμαστε κυρίαρχοί τους και δε μας κάνουν σκλάβους τους.
  • Η χαμένη ελευθερία σπανίως ανακτάται.

Αν είσαι ευτυχισμένος όμως, οι άνθρωποι σε ζηλεύουν

Κοίταξε τη δυστυχία σου και θα βρεις μερικά βασικά πράματα. Σου δίνει σεβασμό. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται πιο φιλικά απέναντί σου, πιο συμπαθητικά.

Αν είσαι δυστυχισμένος, θα έχεις περισσότερους φίλους. Αυτός είναι ένας πολύ παράξενος κόσμος. Κάτι είναι θεμελιωδώς λάθος μ’ αυτόν. Δεν θα έπρεπε να είναι έτσι.

Ο ευτυχισμένος άνθρωπος είναι αυτός που θα έπρεπε να έχει περισσότερους φίλους. Αν είσαι ευτυχισμένος όμως, οι άνθρωποι σε ζηλεύουν, δεν είναι πια φιλικοί. Νιώθουν εξαπατημένοι. Εσύ έχεις κάτι, που δεν είναι διαθέσιμο σ’ εκείνους. Εσύ γιατί είσαι ευτυχισμένος; ‘Έτσι, έχουμε μάθει εδώ και αιώνες έναν αδιόρατο μηχανισμό: Να καταπιέζουμε την ευτυχία και να εκφράζουμε τη δυστυχία. Αυτό έχει γίνει δεύτερη φύση.

Πρέπει να εγκαταλείψεις αυτό το μηχανισμό. Μάθε πώς να είσαι ευτυχισμένος και μάθε να σέβεσαι τους ευτυχισμένους ανθρώπους και να δίνεις περισσότερη προσοχή στους ευτυχισμένους ανθρώπους. Αυτό θα είναι μεγάλη υπηρεσία προς την ανθρωπότητα. Μη δείχνεις τόσο πολλή συμπάθεια στους ανθρώπους που είναι στενοχωρημένοι και δυστυχισμένοι.

Αν κάποιος είναι δυστυχισμένος, βοήθησέ τον, αλλά μην του δείχνεις συμπάθεια. Μην του δίνεις την ιδέα ότι η δυστυχία είναι κάτι που αξίζει να την έχει. Άφησέ τον να ξέρει πολύ καλά ότι τον βοηθάς, αλλά «αυτό δεν είναι από σεβασμό, απλώς επειδή το έχει ανάγκη.» Και άφησέ τον να αισθανθεί ότι η στενοχώρια, η δυστυχία και η μιζέρια είναι άσχημα πράγματα, ότι με το να είναι στενοχωρημένος, δεν κάνει καμία ενάρετη πράξη, ότι δεν προσφέρει καμία υπηρεσία στην ανθρωπότητα.

Να είσαι χαρούμενος κι ευτυχισμένος, να σέβεσαι τη χαρά και την ευτυχία και να βοηθάς τους ανθρώπους να καταλάβουν ότι η χαρά και η ευτυχία είναι ο σκοπός τής ζωής. Όποτε βλέπεις έναν ευδαιμονικό άνθρωπο, σεβάσου τον, είναι άγιος. Και όποτε αισθάνεσαι ότι μια συντροφιά είναι χαρούμενη, ευδαιμονική, γιορτινή, βλέπε την σαν κάτι το ιερό.

Πρέπει να μάθουμε μια εντελώς καινούρια γλώσσα. Μόνο τότε θα αλλάξει αυτή η παλιά, σαθρή ανθρωπότητα. Πρέπει να μάθουμε τη γλώσσα της υγείας, της ολότητας, της ευτυχίας. Αυτό πρόκειται να είναι δύσκολο, επειδή έχουμε κάνει μεγάλες επενδύσεις στη στενοχώρια, τη μιζέρια και τη δυστυχία.

Γιατί δεν εγκαταλείπουμε τη στενοχώρια, τη μιζέρια μας, την άγνοιά μας και τη δυστυχία μας; Πώς μπορούν οι άνθρωποι να είναι ευτυχισμένοι και ευδαιμονικοί; Αυτή είναι μία από τις πιο θεμελιώδεις ερωτήσεις που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος. Είναι παράξενο, επειδή θα έπρεπε να είναι εύκολο το να εγκαταλείψουμε τα βάσανα, την ανησυχία, τη στενοχώρια, τη δυστυχία, τη μιζέρια. Δεν θέλεις να είσαι στενοχωρημένος, οπότε πρέπει να υπάρχει ένα βαθύ μπέρδεμα πίσω απ’ αυτό.

Το μπέρδεμα είναι ότι από την παιδική σου ηλικία, δεν σου επιτρεπόταν να είσαι ευτυχισμένος, να είσαι χαρούμενος, να είσαι ευδαιμονικός. Ήσουν αναγκασμένος να είσαι σοβαρός και η σοβαρότητα υπονοεί στενοχώρια.

Ήσουν αναγκασμένος να κάνεις πράγματα που ποτέ δεν ήθελες να κάνεις. Ήσουν αδύναμος, εξαρτιόσουν από τους άλλους και φυσικά έπρεπε να κάνεις αυτό που σου έλεγαν. Εσύ έκανες εκείνα τα πράγματα απρόθυμα, με βαθιά αντίσταση κι αυτό σε στενοχωρούσε και σ’ έκανε να νιώθεις δυστυχισμένος και μίζερος.

Ήσουν αναγκασμένος να κάνεις τόσο πολλά πράγματα που εναντιωνόταν στον εαυτό σου, που σιγά-σιγά, σου έγινε σαφές ότι το να κάνεις αυτό που σου προκαλεί χαρά και ευχαρίστηση είναι λάθος και πως οτιδήποτε εναντιώνεται στον εαυτό σου, είναι το σωστό. Και όλος αυτός ο τρόπος που μεγάλωνες, σε γέμιζε συνεχώς με στενοχώρια, πράγμα που δεν είναι φυσικό.

Το φυσικό είναι να είσαι χαρούμενος, όπως το φυσικό είναι το να είσαι υγιής. Μεγάλωσες μέσα σε μια άρρωστη κοινωνία, όπου το να είσαι ευδαιμονικός χωρίς λόγο, σημαίνει ότι είσαι τρελός. Αν απλώς χαμογελάς χωρίς λόγο, οι άνθρωποι θα σκεφτούν ότι κάτι έχει λασκάρει μέσα στο κεφάλι σου: Εσύ γιατί χαμογελάς; Γιατί φαίνεσαι τόσο ευτυχισμένος;

Κι αν πεις, «δεν ξέρω, απλώς είμαι ευτυχισμένος,» το μόνο που θα κάνει η απάντησή σου, θα είναι το να δυναμώσει την ιδέα τους ότι κάτι πάει στραβά μ’ εσένα.

Αν όμως είσαι στενοχωρημένος, κανένας δεν πρόκειται να σε ρωτήσει γιατί είσαι στενοχωρημένος. Το να είσαι στενοχωρημένος και δυστυχισμένος μοιάζει κάτι φυσικό – οι πάντες αυτό είναι.

Ασυνείδητα, αυτή η ιδέα εδραιώνεται μέσα σου, ότι η στενοχώρια και η δυστυχία είναι φυσικά πράγματα κι ότι η ευτυχία είναι κάτι αφύσικο. Η ευδαιμονία πρέπει να αποδειχθεί.

Η στενοχώρια, η δυστυχία και η μιζέρια δεν χρειάζονται καμία απόδειξη. Αυτό, σιγά-σιγά βυθίζεται μέσα σου – μέσα στο αίμα σου, μέσα στα κόκαλά σου, μέσα στο μεδούλι σου – αν και φυσικά εναντιώνεται στην ίδια σου τη φύση.

Έτσι, έχεις αναγκαστεί να συμπεριφέρεσαι με έναν τρόπο που εναντιώνεται στην ίδια σου τη φύση. Έχεις απομακρυνθεί από τον εαυτό σου κι έχεις γίνει κάτι που δεν είσαι.

Σπάνιο φαινόμενο έκρηξης κατά τη διάρκεια σχηματισμού άστρου

Επιστήμονες, είχαν την ευκαιρία εντοπίσουν και να παρακολουθήσουν ένα αρκετά σπάνιο αστρικό φαινόμενο, το οποίο έχει παρατηρηθεί μέχρι τώρα μόνο τρεις φορές.

Το σπάνιο φαινόμενο της έκρηξης σχηματισμού άστρου, το οποίο έχει παρατηρηθεί μόλις τρεις φορές στην ιστορία, κατάφεραν να εντοπίσουν και να καταγράψουν αστρονόμοι.

Το συγκεκριμένο φαινόμενο, λαμβάνει χώρα όταν ένα άστρο καταναλώνει μεγάλες ποσότητες ύλης κατά τον σχηματισμό του.

Σε άρθρο στην ιστοσελίδα Space.com, ο καθηγητής Τζέιμς Οκβε Τσιμπουέζε, από το Πανεπιστήμιο North-West, υπενθύμισε πως η πρώτη έκρηξη εντοπίστηκε το 2016.

Έτσι, ερευνητές από την Ιαπωνία, την Πολωνία, την Ιταλία, την Κίνα, τη Ρωσία, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και τη Νότια Αφρική ένωσαν τις δυνάμεις τους και δημιούργησαν τον Οργανισμό Maser Monitoring.

Χρησιμοποιώντας ραδιοτηλεσκόπια σε διάφορα μέρη του πλανήτη, είχαν την ικανότητα να ψάξουν για τέτοιες εκρήξεις. Αυτές οι εκλάμψεις ενεργοποιούνται από τη συσσώρευση ύλης σε νεογέννητα άστρα, τα οποία καταναλώνουν την ύλη και δημιουργούν τη λάμψη.

Τέτοια φαινόμενα εντοπίστηκαν από το Πανεπιστήμιο Ιμπαράκι της Ιαπωνίας τον Ιανουάριο του 2019 στο πρωτοάστρο, γνωστό ως G358-MM1.

Όπως διαπίστωσαν συνάδελφοι τους στην Αυστραλία, αυτό ήταν ένα φαινόμενο που δεν είχε παρατηρηθεί στο παρελθόν, μια έκρηξη θερμότητας από ένα γιγαντιαίο υπό δημιουργία άστρο.

Όπως εξηγεί ο καθηγητής, αυτό ήταν το τρίτο φαινόμενο τέτοιου είδους που έχει παρατηρηθεί από τους επιστήμονες, αν και τα δυο προηγούμενα δεν ήταν ακριβώς παρόμοια.

Πρωταγόρας: Δεν ξέρω αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν οι θεοί

Πρωταγόρας: 490–420 π.Χ

Τι ξέρουμε για τους θεούς;

§1: Ο λόγος του Πρωταγόρα για τους θεούς αποκαλύπτει μια προσέγγιση του θρησκευτικού φαινομένου, η οποία σημαδεύει όλο σχεδόν το σοφιστικό κίνημα της αρχαίας Ελλάδας. Για το κίνημα αυτό είναι εδραία η άποψη, από την αρχαία ακόμη εποχή, πως στρέφεται ενάντια στη θρησκεία, στο όνομα μάλιστα μιας πιο ορθολογιστικής, πιο ανθρωπιστικής θεώρησης του κόσμου. Σε μια παρόμοια αναλογία, ο Πρωταγόρας θεωρείται ως ο κατ’ εξοχήν άθεος σοφιστής. Στην βαθύτερη αλήθεια τους, βέβαια, τα πράγματα περί αθεϊσμού δεν είναι τόσο απλοϊκά. Τι συμβαίνει στ’ αλήθεια; Πρώτα-πρώτα, κάθε συζήτηση για τους θεούς, από την περίοδο των Προσωκρατικών και ακολούθως, γινόταν σε ένα άκρως στοχαστικό επίπεδο, που δεν άφηνε περιθώρια για αντιθρησκευτικές θεωρήσεις και πρακτικές με χαρακτήρα καταστροφολογίας, ακόμη κι αν κάποιες επιπόλαιες συμπεριφορές της κοινής γνώμης ενίσχυαν τη διάδοση μιας τέτοιας καταστροφολογίας. Κατά δεύτερον, η ελληνική θρησκεία δεν ήταν μια τέτοιας υφής μονοσήμαντη και εξ αποκαλύψεως δογματική διδασκαλία, ώστε να εχθρεύεται a priori τη φιλοσοφική παρατήρηση και την ορθολογική σκέψη. Απεναντίας, αυτή η θρησκεία συνδυάζει μια πλούσια ανάπτυξη σε ιδέες, νοο-τροπίες, συναισθήματα, τελετές κ.λπ., στοιχεία που υπακούουν σχεδόν πάντα στις μεταβολές του κόσμου και συμπορεύονται με κάθε νέα προοπτική του.

§2: Ό,τι επομένως συζητούσαν οι φιλόσοφοι και οι ποιητές για τη θρησκεία και τους θεούς δεν ήταν κάτι το σκανδαλώδες παρά ακολουθούσε μια πορεία εξέλιξης της ίδιας της σκέψης και της βιοτικής συνθήκης των ανθρώπων. Στο πλαίσιο αυτής της πορείας, το σοφιστικό κίνημα, όπως και ο ισχυρός νους του, ο Πρωταγόρας, συνέχισαν ουσιαστικά τη συζήτηση των Προσωκρατικών για τους θεούς και το θείο. Αλλά τι πρέσβευε πιο συγκεκριμένα ο Πρωταγόρας για τους θεούς; Σύμφωνα με το διασωθέν απόσπασμα (DK 80B4) δήλωνε πως:

«σε ό,τι αφορά τους θεούς δεν μπορώ να ξέρω εάν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν· γιατί υπάρχουν πολλά πράγματα που εμποδίζουν μια τέτοια γνώση, το δυσνόητο του θέματος, δηλαδή ο απόκρυφος χαρακτήρας των θεών, όπως και η βραχύτητα του ανθρώπινου βίου».

Αυτή η περίφημη ρήση και η γενικότερη επιχειρηματολογία του στο έργο του: περί θεών έδωσε πολλές αφορμές, στο πλαίσιο της αρχαίας παράδοσης, για να αποκτήσει ο Πρωταγόρας τη φήμη του αθεϊστή και να δικαστεί στην Αθήνα επί ασεβεία. Αλλά τι θέλει να μας πει πραγματικά ο μεγάλος σοφιστής με την παρούσα ρήση του; Κατά κύριο λόγο πως το πρόβλημα της θεότητας δεν εμπίπτει στη γνώμη, ήτοι γνώση, των ανθρώπων, γιατί δεν μπορεί να απαντηθεί οριστικά στα όρια του θνητού βίου, ο οποίος συμβαίνει να είναι σύντομος και βραχύς. Ωστόσο, εάν λάβουμε υπόψη την άλλη σημαντική ρήση του Πρωταγόρα, όπου αποφαίνεται πως μέτρο για όλα τα πράγματα αποτελεί ο άνθρωπος, τότε βλέπουμε πως ο Έλληνας σοφιστής δεν κηρύσσει οπωσδήποτε κάποιο είδος αγνωστικισμού, όσο κι αν εκ πρώτης όψεως φαίνεται κάτι τέτοιο.                                                                        
§3: Σύμφωνα με την αρχή του «μέτρον – άνθρωπος», μια αρχή που ισχύει εξίσου και για τον ίδιο, ο Πρωταγόρας δεν αρνείται την ύπαρξη των θεών, αλλά ούτε δύναται να την καταφάσκει. Τι δύναται όμως; Δύναται να κρίνει με βάση τη γνωσιο-οντο-λογική συνθήκη του ανθρώπου: να κρίνει δηλαδή κατά πόσο η γνώση και η ορθολογική σκέψη του θνητού όντος, που λέγεται άνθρωπος, μπορεί να αποφανθεί τελειωτικά, απόλυτα εντός των φυσικών ορίων του Είναι του, δηλαδή ως πεπερασμένο ον για κάτι που φαντάζει μετα-φυσικό, άπειρο, απέραντο. Όσοι επιχείρησαν να σκεφτούν μετα-φυσικά, δηλαδή να βρεθούν πέραν των φυσικών τους ορίων, δεν κατόρθωσαν παρά να απεικονίζουν τους θεούς ως κλέφτες, απατεώνες, φιλήδονους, μοιχούς, αποπλανητές κ.λπ., δηλαδή να λειτουργούν με μύθους, τους οποίους κατακεραύνωναν ανελέητα οι Προσωκρατικοί, αλλά και αργότερα ο Πλάτων. Επομένως, ο Πρωταγόρας τονίζει ρητά πως η πιο πάνω αρχή «μέτρον – άνθρωπος», ως καθοδηγητική δύναμη του βίου, μας υπομιμνήσκει το πολύ σύντομο/πεπερασμένο της ζωής και το περιορισμένο βεληνεκές του οπτικού μας πεδίου –π.χ. δεν μπορεί κανείς να δει τους θεούς– και των γνωμών μας: της εμπειρικής μας γνώσης, της κατ’ αίσθηση γνώσης, ώστε να μην μπορούμε να βεβαιώνουμε ή να αρνούμαστε την ύπαρξη των θεών. Συγχρόνως μας επιτρέπει να αναπτύσσουμε μια τολμηρή-δυναμική προβληματική, η οποία θα βρίσκεται πάντοτε σε διεύρυνση, σε εμβάθυνση, έτσι που να εναντιωνόμαστε στις μυθολογικές εξηγήσεις του περιβάλλοντος κόσμου και να αναβάλλουμε την οριστική [=αναπόδεικτη και απόλυτη] κρίση μας –θετική ή αρνητική– για τους θεούς που δεν έχουμε δει. Μια τέτοια αναβολή, τότε και τώρα, δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά να εκτίθεται κανείς στη δίνη του σκέπτεσθαι, κατά Heidegger να μαθαίνει να σκέπτεται, και να μην παραδίδεται ά-κριτα στα κατασκευασμένα δόγματα –πολιτικά, θρησκευτικά, ιδεολογικά κ.α.– της συστημικής περικύκλωσής του. Έτσι μόνο απελευθερώνεται από τη δικτατορία τόσο της γυμνής υποκειμενικότητας του ατομικιστικού του Εγώ όσο και εκείνης των παραπλανητικών και φαιδρών συλλογικοτήτων. Πολύ διεισδυτικά ανέγνωσαν τις ως άνω θέσεις του Πρωταγόρα ο Χέγκελ και ο Νίτσε: για μεν τον πρώτο ο Πρωταγόρας συνέβαλε τα μέγιστα στην καθίδρυση της ενσυνείδητης, της σκεπτόμενης υποκειμενικότητας: το αντικειμενικό στοιχείο τίθεται πάντοτε σε σχέση με τη συνείδηση, έτσι ώστε κι ο θεός, το απόλυτο, να γίνεται αντι-κείμενο της σκεπτόμενης υποκειμενικότητας και συγχρόνως καθορισμένη πτυχή της στοχαστικής διεργασίας του υποκειμένου. Για τον Νίτσε ενσαρκώνει τον ισχυρό λόγο, που επανακαθορίζει τις αξίες: αμφισβητεί και ανατρέπει καθετί που εισέρχεται στη ζωή μας ως θέσφατο, απόλυτο, ως έξωθεν εισαγόμενο ιερό, ως κατασκευασμένο και παραπλανητικό σύστημα αξιών.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1371a-1372a)

Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ τὰ διὰ χρόνου ἡδέα ἐστίν, καὶ ἄνθρωποι καὶ πράγματα· μεταβολὴ γὰρ ἐκ τοῦ παρόντος ἐστίν, ἅμα δὲ καὶ σπάνιον τὸ διὰ χρόνου. καὶ τὸ μανθάνειν καὶ τὸ θαυμάζειν ἡδὺ ὡς ἐπὶ τὸ πολύ· ἐν μὲν γὰρ τῷ θαυμάζειν τὸ ἐπιθυμεῖν μαθεῖν ἐστιν, ὥστε τὸ θαυμαστὸν ἐπιθυμητόν, ἐν δὲ τῷ μανθάνειν ‹τὸ› εἰς τὸ κατὰ φύσιν καθίστασθαι. καὶ τὸ εὖ ποιεῖν καὶ τὸ εὖ πάσχειν τῶν ἡδέων· τὸ μὲν γὰρ εὖ πάσχειν τυγχάνειν

[1371b] ὧν ἐπιθυμοῦσι, τὸ δὲ εὖ ποιεῖν ἔχειν καὶ ὑπερέχειν, ὧν ἀμφοτέρων ἐφίενται. διὰ δὲ τὸ ἡδὺ εἶναι τὸ εὐποιητικόν, καὶ τὸ ἐπανορθοῦν ἡδὺ τοῖς ἀνθρώποις ἐστὶν τοὺς πλησίον, καὶ τὸ τὰ ἐλλιπῆ ἐπιτελεῖν. ἐπεὶ δὲ τὸ μανθάνειν τε ἡδὺ καὶ τὸ θαυμάζειν, καὶ τὰ τοιάδε ἀνάγκη ἡδέα εἶναι, οἷον τό τε μιμούμενον, ὥσπερ γραφικὴ καὶ ἀνδριαντοποιία καὶ ποιητική, καὶ πᾶν ὃ ἂν εὖ μεμιμημένον ᾖ, κἂν ᾖ μὴ ἡδὺ αὐτὸ τὸ μεμιμημένον· οὐ γὰρ ἐπὶ τούτῳ χαίρει, ἀλλὰ συλλογισμὸς ἔστιν ὅτι τοῦτο ἐκεῖνο, ὥστε μανθάνειν τι συμβαίνει. καὶ αἱ περιπέτειαι καὶ τὸ παρὰ μικρὸν σώζεσθαι ἐκ τῶν κινδύνων· πάντα γὰρ θαυμαστὰ ταῦτα. καὶ ἐπεὶ τὸ κατὰ φύσιν ἡδύ, τὰ συγγενῆ δὲ κατὰ φύσιν ἀλλήλοις ἐστίν, πάντα τὰ συγγενῆ καὶ ὅμοια ἡδέα ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, οἷον ἄνθρωπος ἀνθρώπῳ καὶ ἵππος ἵππῳ καὶ νέος νέῳ, ὅθεν καὶ αἱ παροιμίαι εἴρηνται, [ὡς]

ἧλιξ ἥλικα τέρπει,
καὶ
ὡς αἰεὶ τὸν ὁμοῖον,
καὶ
ἔγνω δὲ θὴρ θῆρα,
καὶ γὰρ κολοιὸς παρὰ κολοιόν,


καὶ ὅσα ἄλλα τοιαῦτα.

Ἐπεὶ δὲ τὸ ὅμοιον καὶ τὸ συγγενὲς ἑαυτῷ ἡδὺ ἅπαν, μάλιστα δὲ αὐτὸς πρὸς ἑαυτὸν ἕκαστος τοῦτο πέπονθεν, ἀνάγκη πάντας φιλαύτους εἶναι ἢ μᾶλλον ἢ ἧττον· πάντα γὰρ τὰ τοιαῦτα ὑπάρχει πρὸς αὑτὸν μάλιστα. ἐπεὶ δὲ φίλαυτοι πάντες, καὶ τὰ αὑτῶν ἀνάγκη ἡδέα εἶναι πᾶσιν, οἷον ἔργα καὶ λόγους· διὸ καὶ φιλοκόλακες ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καὶ φιλερασταὶ καὶ φιλόμαιμοι καὶ φιλότεκνοι· αὐτῶν γὰρ ἔργον τὰ τέκνα. καὶ τὸ τὰ ἐλλιπῆ ἐπιτελεῖν ἡδύ· αὐτῶν γὰρ ἔργον ἤδη γίγνεται. καὶ ἐπεὶ τὸ ἄρχειν ἥδιστον, καὶ τὸ σοφὸν δοκεῖν εἶναι ἡδύ· ἀρχικὸν γὰρ τὸ φρονεῖν, ἔστιν δ᾽ ἡ σοφία πολλῶν καὶ θαυμαστῶν ἐπιστήμη. ἔτι ἐπεὶ φιλότιμοι ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ἀνάγκη καὶ τὸ ἐπιτιμᾶν τοῖς πέλας ἡδὺ εἶναι καὶ τὸ ἄρχειν, καὶ τὸ ἐν ᾧ δοκεῖ βέλτιστος αὐτὸς αὑτοῦ εἶναι, ἐνταῦθα διατρίβειν, ὥσπερ καὶ ὁ ποιητής φησι

κἀπὶ τοῦτ᾽ ἐπείγεται,
νέμων ἑκάστης ἡμέρας πλεῖστον μέρος,
ἵν᾽ αὐτὸς αὑτοῦ τυγχάνει βέλτιστος ὤν.


Ὁμοίως δὲ καὶ ἐπεὶ ἡ παιδιὰ τῶν ἡδέων καὶ πᾶσα ἄνεσις, καὶ ὁ γέλως τῶν ἡδέων, ἀνάγκη καὶ τὰ γελοῖα ἡδέα εἶναι, καὶ

[1372a] ἀνθρώπους καὶ λόγους καὶ ἔργα· διώρισται δὲ περὶ γελοίων χωρὶς ἐν τοῖς περὶ ποιητικῆς. περὶ μὲν οὖν ἡδέων εἰρήσθω ταῦτα, τὰ δὲ λυπηρὰ ἐκ τῶν ἐναντίων τούτοις φανερά.

***
Αυτός είναι και ο λόγος που μας προκαλούν ευχαρίστηση όλα αυτά —πρόσωπα ή πράγματα— που τα βλέπουμε περιστασιακά: είναι μια αλλαγή ενσχέσει με το παρόν και, την ίδια στιγμή, ό,τι έρχεται με απόσταση χρόνου ανάμεσα στη μια και την άλλη φορά είναι κάτι το σπάνιο. Αλλά και το να μαθαίνουμε και να στεκόμαστε μπροστά σε κάτι με έκπληξη και απορία είναι, επίσης, πολλές φορές ευχάριστο· ο λόγος είναι ότι μέσα στην έκπληξη και την απορία περιέχεται η επιθυμία να μάθει κανείς (άρα αυτό μπροστά στο οποίο στεκόμαστε με έκπληξη και απορία είναι επιθυμητό), και από την άλλη «μαθαίνω» θα πει «επανέρχομαι στη φυσική μου κατάσταση». Ανάμεσα στα ευχάριστα πράγματα είναι, επίσης, και το να ευεργετούμε και να ευεργετούμαστε: «ευεργετούμαστε» θα πει

[1371b] «πετυχαίνουμε αυτά που επιθυμούμε», ενώ «ευεργετούμε» θα πει «έχουμε τα μέσα γι᾽ αυτό και υπερέχουμε από άλλους», δυο πράγματα που οι άνθρωποι τα επιθυμούν και τα δύο. Αφού το να ευεργετούμε είναι ευχάριστο, είναι ευχάριστο για τους ανθρώπους και το να στηρίζουν και να αποκαθιστούν τους πλησίον τους, καθώς και το να αναπληρώνουν τις ελλείψεις τους. Και αφού το να μαθαίνουμε και να στεκόμαστε μπροστά σε κάτι με έκπληξη και απορία είναι ευχάριστο, ευχάριστα είναι τότε και τα ακόλουθα, π.χ. καθετί που μιμείται κάτι άλλο (παράδειγμα η ζωγραφική, η γλυπτική, η ποίηση), καθώς και καθετί που είναι προϊόν πετυχημένης μίμησης, έστω και αν δεν είναι ευχάριστο το ίδιο το πρωτότυπο· γιατί δεν είναι αυτό που προκαλεί την ευχαρίστηση, αλλά η σκέψη: «αυτό είναι εκείνο», με αποτέλεσμα να μαθαίνει κανείς κάτι. Επίσης οι ξαφνικές μετατροπές της πορείας των πραγμάτων και η σωτηρία μόλις την τελευταία στιγμή από τους κινδύνους· γιατί όλα αυτά κινούν την έκπληξη και τον θαυμασμό. Και αφού ό,τι είναι σύμφωνο με τη φύση είναι ευχάριστο και τα συγγενή πράγματα είναι συγγενή μεταξύ τους κατά τους κανόνες της φύσης, όλα τα συγγενή και όμοια πράγματα είναι τις περισσότερες φορές ευχάριστα το ένα στο άλλο, π.χ. ο άνθρωπος στον άνθρωπο, το άλογο στο άλογο, ο νέος στον νέο· εξού και οι παροιμίες:

 ο συνομήλικος είναι ευχάριστος στον συνομήλικό του
και
πάντα αναζητεί κανείς τον όμοιό του
και
το κάθε ζώο γνωρίζει το όμοιό του
και
η καλιακούδα στην καλιακούδα

 και όσα άλλα παρόμοια.

Και επειδή το όμοιο και το συγγενές προκαλεί σε κάθε περίπτωση ευχαρίστηση στον καθένα και αυτό το συναίσθημα το δοκιμάζει ο καθένας κατά κύριο λόγο ενσχέσει με τον ίδιο του τον εαυτό, δεν μπορεί παρά όλοι οι άνθρωποι να είναι, ο ένας περισσότερο και ο άλλος λιγότερο, φίλαυτοι· γιατί όλες αυτές οι σχέσεις υπάρχουν κατά κύριο λόγο εν αναφορά προς τον εαυτό μας. Με δεδομένο, τώρα, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι φίλαυτοι, αναγκαστικά είναι ευχάριστο σε όλους τους ανθρώπους και ό,τι είναι δικό τους, τα έργα τους π.χ. και τα λόγια τους. Αυτός είναι και ο λόγος που οι άνθρωποι αγαπούν συνήθως τους κόλακές τους, τους εραστές τους, τις τιμές, τα παιδιά τους (τα παιδιά τους είναι δικό τους έργο). Ευχάριστο είναι επίσης και το να αποτελειώνουμε τα μισοτελειωμένα· γιατί έτσι γίνονται πια δικό μας έργο. Και αφού η άσκηση εξουσίας είναι πολύ ευχάριστο πράγμα, ευχάριστο είναι και το να θεωρείται κανείς σοφός: η φρόνηση προσιδιάζει στην εξουσία, η σοφία είναι γνώση πολλών και θαυμαστών πραγμάτων. Ακόμη, αφού οι άνθρωποι αγαπούν γενικά τις τιμές, δεν μπορεί παρά να τους είναι ευχάριστο και το να ασκούν έλεγχο στους άλλους και να τους επιβάλλονται. Ευχάριστο είναι επίσης να ασχολείται κανείς συνεχώς με αυτό στο οποίο πιστεύει ότι είναι πάρα πολύ καλός, όπως το λέει και ο ποιητής:

προς τα εκεί σπεύδει,
εκεί αφιερώνοντας τις περισσότερες της μέρας του ώρες:
στη δουλειά που συμβαίνει να είναι εξαιρετικά καλός.

Παρόμοια, αφού οι διασκεδάσεις και κάθε μορφή ξεκούρασης και χαλάρωσης είναι ευχάριστα πράγματα, και αφού το γέλιο είναι ευχάριστο πράγμα, δεν μπορεί παρά να είναι ευχάριστα και όλα όσα προκαλούν το γέλιο:

[1372a] άνθρωποι, λόγια, πράξεις — για τα πράγματα που προκαλούν το γέλιο κάναμε ξεχωριστό λόγο στην Ποιητική μας.

Ας θεωρηθούν αρκετά αυτά που είπαμε για τα ευχάριστα πράγματα. Όσο για τα δυσάρεστα, αυτά γίνονται φανερά από τα αντίθετά τους.