Σάββατο, 31 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (1470-1493)

1470 ΧΟ. πολλὰ δὴ καὶ καινὰ καὶ θαυ- [στρ.]
μάστ᾽ ἐπεπτόμεσθα καὶ
δεινὰ πράγματ᾽ εἴδομεν.
ἔστι γὰρ δένδρον πεφυκὸς
ἔκτοπόν τι, Καρδίας ἀ-
1475 πωτέρω, Κλεώνυμος,
χρήσιμον μὲν οὐδέν, ἄλ-
λως δὲ δειλὸν καὶ μέγα.
τοῦτο ‹τοῦ› μὲν ἦρος ἀεὶ
βλαστάνει καὶ συκοφαντεῖ,
1480 τοῦ δὲ χειμῶνος πάλιν τὰς
ἀσπίδας φυλλορροεῖ.

ἔστι δ᾽ αὖ χώρα πρὸς αὐτῷ [ἀντ.]
τῷ σκότῳ πόρρω τις ἐν
τῇ λύχνων ἐρημίᾳ,
1485 ἔνθα τοῖς ἥρωσιν ἄνθρω-
ποι ξυναριστῶσι καὶ ξύν-
εισι πλὴν τῆς ἑσπέρας.
τηνικαῦτα δ᾽ οὐκέτ᾽ ἦν
ἀσφαλὲς ξυντυγχάνειν.
1490 εἰ γὰρ ἐντύχοι τις ἥρῳ
τῶν βροτῶν νύκτωρ Ὀρέστῃ,
γυμνὸς ἦν πληγεὶς ὑπ᾽ αὐτοῦ
πάντα τἀπὶ δεξιά.

***
ΧΟΡ. Καθώς πετούμε εδώ κι εκεί,
1470 καινούρια πράματα είδαμε,
παράξενα κι απίστευτα.
Είν᾽ ένα δέντρο αλλόκοτο
απ᾽ την Καρδιά πολύ μακριά
και τ᾽ όνομά του Κλεώνυμος·
δεν ωφελεί σε τίποτα
κι είναι ψηλό κι είναι δειλό.
Πάντα την άνοιξη πετά
βλαστάρια συκοφαντικά
1480 και, σαν πλακώσει η χειμωνιά,
οι ασπίδες του φυλλορροούν.

Κι είναι μια χώρα μακρινή
στα σύνορα της σκοτεινιάς,
γυμνή από φέγγος λυχναριού·
άνθρωποι κι ήρωες τρων εκεί
μαζί και συντροφεύονται,
μα την ημέρα μοναχά·
το βράδυ τέτοιο αντάμωμα
είναι πολύ επικίνδυνο·
1490 τη νύχτα, αν σμίξει ένας θνητός
με τον Ορέστη, ο ήρωας
αυτός τον κάνει τ᾽ αλατιού
και τον αφήνει ολόγυμνο.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΕΛΙΚΗ

Σχετική εικόναΕΛΙΚΗ
(αστερισμός)
 
Ο Ερατοσθένης μεταφέρει την πληροφορία του Άρατου ότι μία από τις τροφούς του Δία, η κρητική Νύμφη Ελίκη, τιμήθηκε από τον θεό να στολίζει τον ουρανό σαν αστερισμός -της Μικρής Άρκτου*.
 
Άλλες πληροφορίες θέλουν τον Κρόνο να κυνηγά τις δύο τροφούς του Δία για να τις τιμωρήσει, επειδή είχαν αναθρέψει το παιδί. Και ο Δίας τις μεταμόρφωσε σε αστερισμούς, τη Μικρή και τη Μεγάλη Άρκτο. Ενίοτε, η Ελίκη ταυτίζεται με την Καλλιστώ, η οποία έγινε από τον Δία ο αστερισμός της Μεγάλης Άρκτου
-----------------------
*Αστερισμός της Μικρής Άρκτου
 
Αὕτη ἐστὶν ἡ μικρὰ καλουμένη· προσηγορεύθη δὲ ὑπὸ τῶν πλείστων Φοινίκη· ἐτιμήθη δὲ ὑπὸ τῆς Ἀρτέμιδος· γνοῦσα δὲ ὅτι ὁ Ζεὺς αὐτὴν ἔφθειρεν, ἠγρίωσεν αὐτήν· ὕστερον δὲ σεσωσμένῃ λέγεται δόξαν αὐτῇ περιθεῖναι ἀντιθεῖσαν ἕτερον εἴδωλον ἐν τοῖς ἄστροις, ὥστε δισσὰς ἔχειν τιμάς. Ἀγλαοσθένης δὲ ἐν τοῖς Ναξικοῖς φησι τροφὸν γενέσθαι τοῦ Διὸς Κυνόσουραν, εἶναι δὲ μίαν τῶν ᾿Ιδαίων νυμφῶν· ἀφ' ἧς ἐν μὲν τῇ πόλει τῇ καλουμένῃ ῾Ιστοῖς, τοὔνομα τοῦτο ἦν, ἣν οἱ περὶ Νικόστρατον ἔκτισαν, καὶ τὸν ἐν αὐτῇ [δὲ] λιμένα καὶ τὸν ἐπ' αὐτῷ τόπον Κυνόσουραν κληθῆναι. Ἂρατος δὲ αὐτὴν καλεῖ Ἑλίκην ἐκ Κρήτης οὖσαν· γενέσθαι δὲ Διὸς τροφὸν καὶ διὰ τοῦτο ἐν οὐρανοῖς τιμῆς ἀξιωθῆναι.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,2

Οι ερωτήσεις "γιατί"

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ ελπίζωΓιατί ο κόσμος είναι έτσι όπως είναι; ρωτάνε τα νέα παιδιά.
Γιατί δεν υπάρχει αγάπη, κατανόηση, αλληλεγγύη;
Όμως οι ερωτήσεις "γιατί" σπάνια μας οδηγούν κάπου διαφορετικά απ' όπου βρισκόμαστε ήδη.

Βοηθούν μόνο στο να τεθεί το πρώτο ερώτημα, να δημιουργηθεί η πρώτη απορία, να γίνει συνειδητό το πρώτο ρήγμα με τον πλαστό κόσμο της υποκειμενικής αντίληψης. Τίποτα άλλο! Ο ίδιος νους που ρωτάει δεν έχει απαντήσεις αληθινές, δημιουργικές. Έχει όμως επιπλέον ψευδαισθήσεις, συνηθισμένες κατηγορίες, υποθετικές θεωρίες. Εξαρτάται τι πραγματικά ψάχνεις.

Γιατί οι ερωτήσεις είναι άλλες και ο δρόμος να βρεις τις απαντήσεις διαφορετικός. Πώς βρίσκομαι εγώ μέσα στον κόσμο; Πώς τιμώ τη ζωή, τον Εαυτό μου; Πώς βλέπω εγώ τους άλλους, το τοπίο, το μέλλον; Η δική μου όραση πώς διαμορφώνεται; Πώς συμμετέχω σε όλο αυτό που βλέπω; Ποια είναι η δική μου ευθύνη;

Ο άλλος κόσμος που ψάχνεις υπάρχει και βρίσκεται ακριβώς δίπλα σου, όμως δεν τον βλέπεις. Είναι αδύνατον να τον δεις ενόσω δεν συμμετέχεις σε αυτόν, ενόσω δεν ανήκεις, επιλεκτικά, σε αυτόν. Και αυτό δεν είναι απλό...είναι όμως επιλογή!

Πιο εύκολο είναι να αφήνεις τον άλλον κόσμο να σε παρασύρει, να σε πείθει για τη μονιμότητα και την αποκλειστικότητα του. Και έχει ισχύ, μην τον υποτιμάς, γιατί παίζει στα νούμερα, εξαρτάται από τα ποσοστά. Είναι θέμα στατιστικής και ισορροπίας. Και αυτή ακριβώς είναι και η επιλογή σου, η ελεύθερη βούλησή σου. Να αντιλαμβάνεσαι τα πάντα, να τα βλέπεις όλα, αλλά να επιλέγεις συνειδητά πού θέλεις να ανήκεις, σε τι θέλεις να συμμετέχεις, τι επιτρέπεις να διατηρείται στο νοητικό-ψυχικό-συναισθηματικό-οπτικό σου πεδίο.

Δική σου είναι η ενέργεια και εσύ την ορίζεις. Δεν τη βλέπεις, οι αισθήσεις σε ξεγελούν, κι όμως την ορίζεις. Σημαντικό είναι πρώτα να μάθεις πώς. Πώς λειτουργεί όλο αυτό; Πώς διαμορφώνεται, μοιράζεται, διαρρέει, διοχετεύεται η ενέργεια;

Είναι όλα όσα έχεις (η ενέργεια σου). Δεν κατέχεις πραγματικά τίποτ' άλλο. Όλα τα άλλα είναι εργαλεία, προσωρινά, που χρησιμοποιείς στο δρόμο σου: πτυχία, σχέσεις, χρήματα, χρόνος, πράγματα... με σύνεση ή ασυνείδητα.

Μεγαλώνοντας ψάχναμε όλοι την αλήθεια γύρω μας, σε πρότυπα, σε βιβλία, στο παρελθόν, σε ό,τι επιλέξαμε να πιστέψουμε. Αλλά διαπιστώνουμε, όλο και περισσότερο, πως δεν βρίσκεται η αλήθεια πουθενά. Δεν γεμίζει το εσωτερικό κενό με όσες ποσότητες μελέτης, συμβιβασμού ή πειθαρχίας στις προσταγές των θεωριών που μάς δόθηκαν κι εμείς πιστέψαμε.

Κι όμως, αυτό που ψάχνουμε, το αληθινό, το διαχρονικό, το δημιουργικό και απελευθερωτικό βρίσκεται πολύ πιο κοντά απ' ότι υποθέσαμε αρχικά...

Χθες καθόμασταν σε ένα μεγάλο παιδότοπο όπου βρίσκονταν πολλοί άνθρωποι, πολλά παιδιά. Ένας κόσμος, μια πραγματικότητα; Όχι, πολλοί κόσμοι, και ένας συνειδητός παρατηρητής που παρακολουθούσε ατάραχος, τα όσα διαδραματίζονταν. Την κάθε πραγματικότητα, τον κάθε υποκειμενικό κόσμο, τα κρυμμένα μυστικά που φανερώνονται τόσο απλά, όταν βρίσκεσαι απ' έξω να παρατηρείς. Όχι κριτής, όχι κατήγορος, μα με κατανόηση, με συμπάθεια, με την καθαρότητα της άφοβης θέασης.

Όμως τότε, θα πρέπει να μετακινηθείς. Θα πρέπει εσύ να επιλέξεις σε ποιον κόσμο θέλεις να ανήκεις ή να συμμετέχεις για όσο βρίσκεσαι εδώ. Και γιατί! Και εκεί ξεκινά, αναγκαστικά, ένα άλλο, διαφορετικό ταξίδι, με πολύ διαφορετικό τρόπο σκέψης, με άλλες επιλογές, με περισσότερη ευθύνη. Γιατί ανακαλύπτεις πως ΕΙΣΑΙ, πως συμβάλλεις, πως ενισχύεις τις όποιες ψευδαισθήσεις αντιπαθείς και κατηγορείς. Πως διατηρείς αυτό που φοβάσαι, πως αποφεύγεις αυτό που μπορείς και θέλεις να είσαι, επίσης από φόβο και άπειρες ψεύτικες πεποιθήσεις περί αυτού.

Δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές και αυτόματες αλλαγές. Υπάρχει η ατομική βούληση που ισχυροποιείται με την δέσμευση, την αυτο-πειθαρχία, την αφοσίωση... ξεχασμένες ιδιότητες σε έναν κόσμο που τρέχει προς το πουθενά, ενώ παράλληλα υπάρχει και ένας άλλος κόσμος...ακριβώς δίπλα, ορατός και πραγματικός... Όταν βρίσκεσαι ΜΕΣΑ σε αυτόν!

Κοιμήσου ήσυχα, όλα καταστρέφονται ακριβώς όπως τα επέλεξες

Ας κοιμηθούμε λίγο ακόμα ήρεμοι πως όλα είναι καλά.
Η γη γυρίζει και πετάει σπίθες από τη μια άκρη της στην άλλη. Σπίθες που δημιουργήσαμε εμείς.
Ο κόσμος ματώνει, χάνεται, εξατμίζεται και εμείς είμαστε απλοί παρατηρητές του.
Έτσι αποχαυνωμένοι στα τετράγωνα κουτιά μας κοιτώντας έναν ψεύτικο κόσμο από πλαστικό, δημιουργώντας ένα κόσμο από πλαστικό.
Φυτεύουμε γόπες στη γη αντί για καρπούς, ανάβουμε φωτιές αντί να ρίχνουμε νερό για να τη δροσίσουμε.
Και μετά από όλα αυτά;
Μετά περιμένουμε να μας δώσει αέρα για να ζήσουμε.
Όταν το μόνο οξυγόνο που έχει απομείνει το κάναμε μπετό και σίδερο.
Όταν σκοτώνουμε, κάθε ημέρα που περνάει, κάθε τι μικρό που γεννιέται και προσπαθεί να μεγαλώσει πάνω σε ετούτη την έρμη γη.
Κάνουμε άμβλωση σε ότι πάει να γεννήσει γιατί τάχα μας πειράζει. Δεν μπορούμε αλλιώς γιατί πως θα γεμίσουμε με ακόμα πιο πολλά άψυχα κτίρια τον κόσμο; Πως θα φτιάξουμε ακόμα πιο πολλά άψυχα κουτιά;
Μάλλον δεν έχουμε καταλάβει ακόμα πως τα χρόνια περνάνε και η γη αρχίζει να μας εκδικείται.
Μέχρι πόσο αδελφέ θα πατάς επάνω της, θα της παίρνεις τα παιδιά που γεννάει και εκείνη θα σου δίνει απλόχερα όλα εκείνα που ζητάς για να ζήσεις.
Μα σου τα έδινε δίχως να ζητήσει και εσύ τη βίαζες μέρα με την ημέρα λες και την τιμωρούσες για το δώρο που σου έδινε, το δώρο που λέγεται ζωή.
Για το οξυγόνο που σου δίνει δίχως να ζητήσει τίποτα παρά μόνο λίγο νερό.
Για τους καρπούς που γεννάει για να φας εσύ ώστε να ζήσεις.
Για το νερό που σου δίνει για να ξεδιψάσεις.
Μα υπάρχει τίποτα ομορφότερο από τα αγαθά που σου δίνει η φύση;
Σου τα δίνει απλόχερα και εσύ το μόνο που κάνεις είναι να την τιμωρείς.
Έφτασε η ώρα της! Η ώρα που θα πάρει το νεογέννητο και απάτητο χώμα της πίσω.
Σεισμοί, θάνατοι, καμένα δάση, εξαφάνιση μοναδικών ζώων, αλλαγή κλιματική. Είναι σαν να προσπαθεί κάτι να μας πει αλλά εμείς εκεί με τα αυτιά μας κλειστά, το χαβά μας ώστε να τα καταστρέψουμε όλα.
Θα θελήσουμε κάποια στιγμή να γυρίσουμε πίσω τη φύση αλλά θα είναι πολύ αργά.
Θα τα έχει καταστρέψει όλα η απληστία μας και η γη δεν θα μας δίνει πια τίποτα παρά μόνο θα μας τιμωρεί.
Ήδη το κάνει.
Ας ξυπνήσουμε όσο είναι καιρός μπας και σώσουμε τους εαυτούς μας από ετούτο το μεγάλο πανήγυρι.
Η γη ακόμα θα προσπαθεί μαζί μας εάν εμείς το θελήσουμε…
Ας κοιμηθούμε ήσυχα, όλα χάνονται όπως ακριβώς το θελήσαμε.
Καληνύχτα κόσμε.
Ραντεβού στην αντίπερα όχθη της φαντασίας μας.

Ποιο είναι το δικό μας μερίδιο ευθύνης στο παγκόσμιο καλό

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ ελπίζωΣήμερα, η παγκόσμια οικονομία ελέγχεται από επιχειρήσεις, όχι χώρες. Πρέπει όμως όλοι να αναλάβουμε την ευθύνη για την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Εμείς είμαστε οι επιχειρήσεις. Πολλοί από εμάς δουλεύουμε για αυτές και σχεδόν όλοι μας αγοράζουμε από αυτές.

Μέχρι τώρα, έχουμε στείλει ηχηρά το μήνυμα ότι θέλουμε μπλούζες και τζιν παντελόνια φτηνά και υψηλής ποιότητας και πως αν αυτά κατασκευάζονται σε κάτεργα στην Ασία ή τη Λατινική Αμερική, θα κάνουμε τα στραβά μάτια και θα το αγνοήσουμε. Στέλνουμε το μήνυμα ότι θέλουμε φτηνότερα καύσιμα για τα αυτοκίνητά μας, κι αν αυτό σημαίνει την καταστροφή του τροπικού δάσους του Αμαζονίου, θα κάνουμε τα στραβά μάτια και θα το αγνοήσουμε.

Αυτό πρέπει να αλλάξει. Πρέπει να αναλάβουμε τις ευθύνες μας ως καταναλωτές. Πρέπει εμείς να αλλάξουμε αυτή την κατάσταση. Ένας από τους μεγαλύτερους συντελεστές της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε σήμερα είναι ότι στη δεκαετία του εβδομήντα τέθηκε ένας νέος στόχος για τις επιχειρήσεις και τις εταιρείες, του οποίου καλύτερος εκφραστής ήταν ίσως ο Μίλτον Φρίντμαν, της Οικονομικής Σχολής του Σικάγο.

Δήλωσε πως «Η μόνη ευθύνη μιας επιχείρησης είναι να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της», ανεξαρτήτως του κοινωνικού ή περιβαλλοντικού κόστους. Όταν παρακολουθούσα τη σχολή διοίκησης επιχειρήσεων στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, διδάχτηκα πως οι επιχειρήσεις θα πρέπει να αποφέρουν κέρδη στους επενδυτές τους, αλλά και πως ένας καλός Διευθύνων Σύμβουλος εταιρείας πρέπει να φροντίζει για τους εργαζομένους του, να τους παρέχει καλή υγειονομική περίθαλψη και όρους συνταξιοδότησης, και να δεχθεί μείωση στον δικό του μισθό, προτού αρχίζει να απολύει υφισταμένους του.

Θα πρέπει να είναι υπεύθυνος απέναντι στους πελάτες και τους προμηθευτές του, να είναι έντιμο μέλος της κοινωνίας, να πληρώνει τους φόρους του, ακόμη και να προβαίνει σε ενέργειες που δεν του ζητήθηκαν, και να κάνει χρηματικές δωρεές σε σχολεία και κέντρα αναψυχής. Όλα αυτά άλλαξαν τη δεκαετία του εβδομήντα, όταν ο Μίλτον Φρίντμαν όρισε τον νέο αυτό στόχο και από τότε κάθε σημαντικός ηγέτης στον κόσμο τον υιοθέτησε.

Είναι ένας τρομερός στόχος. Οι επιχειρήσεις πρέπει να υπηρετούν το κοινωνικό σύνολο και να είναι υπεύθυνες για τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου για εμάς, για τα παιδιά μας και για τα εγγόνια μας. Ο νέος στόχος θα πρέπει να είναι: οι επιχειρήσεις μπορούν να αποφέρουν κέρδος στους επενδυτές τους, αλλά μόνο αν είναι κοινωνικά και περιβαλλοντικά υπεύθυνες.

Το κλειδί για τη δημιουργία μιας νέας οικονομίας, μιας οικονομίας ζωής, είναι να επανακαθορίσουν οι επιχειρήσεις τους στόχους τους και να πουν: «Ο σκοπός και η πρόθεσή μας είναι να έχουμε ένα αξιοπρεπές ποσοστό απόδοσης στις επενδύσεις μας και την ίδια στιγμή να δημιουργήσουμε έναν δίκαιο, φιλικό στο περιβάλλον, ειρηνικό κόσμο για κάθε ζωντανό ον».

Η αλλαγή είναι απλή. Όχι εύκολη

Αν κάποιος σας είπε πως είναι εύκολο να αλλάξουμε στη ζωή μας κάποια πράγματα που μας ταλαιπωρούν ή που μας τραβάνε πίσω για χρόνια, σας είπε ψέματα. Εύκολος δρόμος για την αλλαγή, σε όποια μορφή και αν την επιθυμήσουμε, δεν υπάρχει.

Η εσωτερική αλλαγή είναι μια μακροχρόνια διαδικασία που απαιτεί κόπο και αποφασιστικότητα. Η αλλαγή του εσωτερικού μας κόσμου απαιτεί υπομονή, σαν ένα βαρύ σώμα που χρειάζεται πολύ δουλειά και επιμονή για να μεταμορφωθεί σε ένα σώμα υγιές και λειτουργικό.

Η συμβουλή για να αποκτήσεις ένα σώμα είναι απλή: απλώς απομακρύνσου από λιπαρές τροφές και βάλε την κίνηση στην καθημερινότητά σου. Όσο και απλή να είναι η συμβουλή άλλο τόσο δύσκολη είναι να την τηρήσουν οι άνθρωποι.

Έτσι και στην εσωτερική αλλαγή τα πράγματα είναι πολύ απλά αλλά όχι εύκολα. Πρέπει σιγά σιγά να αλλάξουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε και αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα και τα πράγματα που δεν επιθυμούμε στην ζωή μας.

Πρέπει σιγά σιγά να εκπαιδεύσουμε το μυαλό μας και τη συνείδησή μας να πειθαρχεί και να απομακρύνει ανθρώπους και σκέψεις που μας τραβάνε πίσω. Δύσκολος ο δρόμος, αλλά αξίζει.

Η λέξη-κλειδί είναι η αποδοχή

Πολλές φορές η συνειδητοποίηση κάποιων πραγμάτων είναι αρκετά επώδυνη και αρνούμαστε να τα δεχτούμε. Ο εγκέφαλός μας είναι περισσότερο εξοπλισμένος για την αποφυγή του πόνου παρά για την αντιστάθμισή του οπότε, όταν νιώθουμε ότι θα υποφέρουμε, σταματάμε απότομα και αμέσως αρχίζουμε να τρέχουμε.

Παρασυρόμενοι από το συναίσθημα, δύσκολα θα απαλλαγούμε από αυτό, αν δεν κατανοήσουμε τη ρίζα του συμβάντος. Oπότε, η λέξη-κλειδί είναι η αποδοχή, δηλαδή η συμφιλίωση με την πραγματικότητα. Θα ήθελα να επισημάνω ότι η αποδοχή δεν έχει καμία σχέση με την παραίτηση, μεταξύ άλλων διότι η παραίτηση ωθεί στην επώδυνη αδράνεια, σαν να νιώθουμε πως δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να αλλάξουμε την κατάσταση.

Η αποδοχή κατορθώνει εκείνο που δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτύχει η παραίτηση, αφού προτρέπει σε δράση, στην ανάληψη ευθύνης, στην απόλυτη επίγνωση πως μπορούμε να αντιδράσουμε στο συμβάν. Στην αποδοχή, η δράση δεν είναι επανάσταση ενάντια στο συμβάν, αλλά στην ιδέα πως δεν υπάρχει επιλογή αντίδρασης.

Καθώς ανοίγομαι στη δυνατότητα να αποδεχτώ κάτι, συμφωνώ και με τη σκέψη ότι μπορεί να υπάρχει μια κρυφή ευκαιρία στην κατάσταση που βιώνω και ότι μπορώ να αναζητήσω και την άλλη πλευρά του νομίσματος.

Αποδέξου και βρες ξανά τον εαυτό σου!

Το Τάο είναι το άγνωστο και αθέατο βασίλειο

Ο παράδοξος τρόπος σκέψης είναι ενσωματωμένος σε ανατολίτικες έννοιες -όπως το γιν και το γιανγκ, δηλαδή το θηλυκό και το αρσενικό- και τα πράγματα περιγράφονται με άνεση ως αυτό και εκείνο – ταυτόχρονα. Αντίθετα, εμείς στη Δύση τείνουμε να θεωρούμε τα αντίθετα ως ασύμβατες έννοιες, που ανατίθενται η μια στην άλλη. Αυτό το βιβλίο (το Τάο) μάς ζητά να αλλάξουμε τον παγιωμένο τρόπο σκέψης μας – πράγμα που θα έχει ως αποτέλεσμα να δούμε και την ίδια τη ζωή μας να αλλάζει.

Το Τάο είναι το άγνωστο, αθέατο βασίλειο από όπου εκπορεύονται τα πάντα· ταυτόχρονα, το Τάο ενυπάρχει αόρατο μέσα στο κάθε τι. Όταν επιθυμούμε να δούμε αυτό το αόρατο μυστήριο, επιχειρούμε να το περιγράφουμε με όρους μορφών του εξωτερικού κόσμου – είναι αυτό που ο Λάο Τσε αποκαλεί «τα 10.000 πράγματα». Μας συμβουλεύει πως, για να δούμε πραγματικά το μυστήριο, θα πρέπει να πάψουμε να προσπαθούμε να το δούμε. Ή, όπως μ’ αρέσει να το σκέφτομαι εγώ, «Άσε τα πάντα στα χέρια της φύσης». Πώς όμως μπορούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο; Ένας τρόπος είναι να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ασκηθεί λίγο περισσότερο στην παράδοξη συλλογιστική σύμφωνα με την οποία η επιθυμία (το να θέλουμε κάτι) και η έλλειψη επιθυμίας (να επιτρέπουμε ή να αποδεχόμαστε τις καταστάσεις) είναι έννοιες διαφορετικές μα και ίδιες, κάτι σαν τους δυο μυστηριώδεις και αντίθετους πόλους ενός συνεχούς.

Η επιθυμία είναι η φυσική έκφραση της δημιουργίας των συνθηκών οι οποίες θα μας επιτρέψουν να γίνουμε δεκτικοί. Ουσιαστικά, δηλαδή εγκόσμια προετοιμασία για να λάβουμε. Σύμφωνα με τον Λάο Τσε, η λαχτάρα να γνωρίσουμε ή να δούμε το μυστήριο του Τάο θα μας αποκαλύψει στοιχεία του σε μια ποικιλία εκδηλώσεων, αλλά δεν θα μας φανερώσει το ίδιο μυστήριο· Όμως, δεν πρόκειται για αδιέξοδο! Από το πεδίο της επιθυμίας είναι που ανθίζει το μυστηριώδες Τάο. Είναι λες και η επιθυμία μετουσιώνεται σε αβίαστη αποδοχή. Επιθυμώντας, κάποιος βλέπει τις εκδηλώσεις- σταματώντας να επιθυμεί, μπορεί κάποιος να αντικρίσει το ίδιο το μυστήριο.

Αν συντονιστούμε με όσα μάς λέει ο Λάο Τσε, γίνεται προφανές πως ο κόσμος μας προσφέρει άφθονα παραδείγματα αυτής της παράδοξης διαδικασίας. Σκεφτείτε την κηπουρική και τη λαχτάρα κάποιων για τις ζουμερές σπιτικές τομάτες ή τους ανοιξιάτικους ασφόδελους. Τελικά, αυτό που συμβαίνει είναι πως τους επιτρέπουμε να αναπτυχθούν με την ησυχία τους. Τώρα, σκεφτείτε πόσα πράγματα στη ζωή αφορούν την επιθυμία και πόσο διαφέρει αυτή από το να αφήσουμε κάτι να συμβεί. Να θέλουμε να κοιμηθούμε, για παράδειγμα, αντί να αφήνουμε τον εαυτό μας να κοιμηθεί. Να θέλουμε να κάνουμε δίαιτα αντί να κάνουμε δίαιτα. Να θέλουμε να αγαπήσουμε αντί να αγαπάμε. Σε αυτό το πλαίσιο του Τάο, η έλλειψη επιθυμίας σημαίνει πως εμπιστευόμαστε, επιτρέπουμε, αποδεχόμαστε. Η επιθυμία είναι η αρχή και το πεδίο για την κατάσταση της μη επιθυμίας, μα είναι ταυτόχρονα και η αρχή και το πεδίο της αποδοχής. Είναι το ίδιο, αλλά και διαφορετικό.

Δώστε προσοχή στις στιγμές που μπορείτε να αισθανθείτε μέσα στο σώμα σας τη γέφυρα ανάμεσα στην επιθυμία και στην αποδοχή (ή ανάμεσα στην προσπάθεια και στην ίδια την πράξη). Η προσπάθεια να παίξετε πιάνο, να οδηγήσετε ένα αυτοκίνητο ή να κάνετε ποδήλατο είναι το ίδιο μα ταυτόχρονα και διαφορετικό από το να παίζεις πράγματι πιάνο, να οδηγείς αυτοκίνητο ή να κάνεις ποδήλατο. Από τη στιγμή που κάποιος θελήσει να μάθει αυτές τις καθημερινές δραστηριότητες, έρχεται στιγμή που απλώς τους επιτρέπει να συμβούν. Η ουσία είναι να αναγνωρίσετε μέσα στο σώμα σας τη διαφορά ανάμεσα στο να προσπαθείτε και να επιτρέπετε, και στη συνέχεια να αντιληφθείτε πόσο χαλαρωτική είναι η αίσθηση της δεύτερης κατάστασης. Αυτή η πρακτική θα σας βοηθήσει επίσης να κατανοήσετε καλύτερα το αόρατο μυστήριο των δέκα χιλιάδων πραγμάτων, που περιλαμβάνουν όλα τα ορατά φαινόμενα του κόσμου μας.

Τα 10.000 πράγματα στα οποία αναφέρεται ο Λάο Τσε συμβολίζουν τα ταξινομημένα και επιστημονικά κατονομασμένα αντικείμενα της γης, τα οποία μάς βοηθούν να επικοινωνούμε και να αναγνωρίζουμε για ποιο πράγμα μιλάμε ή τι σκεφτόμαστε. Ωστόσο, παρ’ όλη την τεχνολογική εξειδίκευση και επιστημονική κατηγοριοποίηση, ποτέ δεν θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε ένα πραγματικό ανθρώπινο μάτι ή συκώτι, ή ακόμα κι έναν κόκκο σταριού. Το καθένα απ’αυτά- μαζί με όλα τα υπόλοιπα που αποτελούν τον γνωστό ή κατονομασμένο κόσμο- προέρχεται από το μυστήριο, το αιώνιο Τάο. Ακριβώς όπως ο κόσμος δεν είναι τα κατονομασμένα του μέρη, έτσι κι εμείς δεν είμαστε αποκλειστικά το δέρμα, τα κόκκαλα και οι ποταμοί των υγρών από τα οποία αποτελείται το σώμα μας. Είμαστε κι εμείς το αιώνιο Τάο, το οποίο αόρατα ζωντανεύει τη γλώσσα μας για να μιλάμε, τα αυτιά μας για να ακούμε, τα μάτια μας για να βλέπουμε τις εκδηλώσεις του μυστηρίου. Αν επιτρέψουμε συνειδητά σε αυτό το ακατανόμαστο μυστήριο να συμβεί, τότε μόνο έχουμε πετύχει να πραγματώσουμε το Τάο.

Αυτό σημαίνει πως θα πρέπει και να διακινδυνεύουμε αλόγιστα; Ασφαλώς όχι. Σημαίνει πως πρέπει να αποδεχόμαστε το μυστήριο τη στιγμή που μας ληστεύουν ή μας κακομεταχειρίζονται; Πιθανώς όχι. Αυτό σημαίνει πως δεν πρέπει ποτέ να προσπαθούμε να αλλάξουμε τα πράγματα; Όχι. Σημαίνει όμως πως πρέπει να ασκηθούμε στο να ζούμε μέσα στο μυστήριο και να του επιτρέπουμε να κυλάει μέσα μας ανεμπόδιστα. Σημαίνει πως αποδεχόμαστε την παραδοξότητα να παραμένουμε συγκροτημένοι, καθώς επιτρέπουμε ταυτόχρονα το ξεδίπλωμα του μυστηρίου.

Εξασκήστε το Τάο· βρείτε τους προσωπικούς σας τρόπους για να ζείτε μέσα στο μυστήριο. Όπως λέει και ο Λάο Τσε στην πρώτη στροφή: «Και το ίδιο το μυστήριο είναι το κλειδί για την απόλυτη κατανόηση».

Ιδού η συμβουλή μου για το πώς μπορείτε να μετατρέψετε το κείμενο αυτό σε καθημερινή πρακτική κατά τον 21ο αιώνα:

Πρώτον και κυριότερο, απολαύστε το μυστήριο!

Κάθε τι πρόκειται να συμβεί σύμφωνα με Θεϊκή τάξη. Μην προσπαθείτε πολύ σκληρά να κάνετε κάτι να συμβεί – απλώς επιτρέψτε του να γίνει.

Καστοριάδης: Τι μου επιτρέπεται να ελπίζω;

Ας πάρουμε τα τρία περίφημα καντιανά ερωτήματα σχετικά με τα ανθρώπινα ενδιαφέροντα:
 
«Τι μπορώ να γνωρίσω; Τι πρέπει να κάνω; Τι μου επιτρέπεται να ελπίζω;».

Για τα δύο πρώτα δεν έχω έτοιμη απάντηση. Σας θυμίζω απλώς ότι η σχετική συζήτηση ξεκίνησε από τους Έλληνες. Στο τρίτο όμως ερώτημα έχω την απάντηση: τίποτα. Και ισχυρίζομαι πως η απάντηση αυτή βρίσκεται στη βάση της ελληνικής σύλληψης του κόσμου. Πρέπει βέβαια να διευκρινίσουμε τον όρο ελπίδα. Η ελπίδα ή προσδοκία έχει δύο έννοιες.

Αφενός, μια έννοια τρέχουσα, εμπειρική, που παραπέμπει στο γεγονός ότι στην καθημερινή μας ζωή έχουμε απέναντι στην πραγματικότητα ορισμένες καθορισμένες – περιορισμένες προσδοκίες σε σχέση με δραστηριότητες μας. Περιμένουμε την επόμενη να ανατείλει και πάλι ο ήλιος, να βρούμε ψάρια στη θάλασσα … Η ελπίδα αυτή παραπέμπει άλλωστε σε σειρά πολύ σημαντικών προβλημάτων κοσμολογικής και ταυτόχρονα ψυχολογικής τάξεως …

Αυτό που διακυβεύεται εδώ είναι η εικασία μιας κάποιας κανονικότητας των πραγμάτων και κυρίως των φαινομένων των οποίων η κανονικότητα τα καθιστά θετικά για τους ανθρώπους ή τουλάχιστον σχετικά «εύχρηστα». Αντιθέτως, κανένας δεν θα έλεγε ότι ελπίζουμε στο θάνατό μας, παρά το ότι το γεγονός είναι εξίσου πιθανό με την ανατολή του ήλιου … τουλάχιστον ως γεγονός.

Η προσδοκία ή η ελπίδα όμως έχουν όμως και μια άλλη έννοια, «destinal» (της μοίρας): δηλαδή την ιδέα μια θεμελιακής, έσχατης συμφωνίας, πέραν όλων των δυνατών αντιθέσεων και αντιφάσεων, μεταξύ των βαθύτερων φιλοδοξιών μας και αυτού που θα συμβεί. Την ιδέα μιας κάποιας αρμονίας μεταξύ του κόσμου και της ύπαρξης μας, που περιλαμβάνει βέβαια, κατά προνομιακό τρόπο και αυτό που επιθυμούμε. Η ελπίδα αυτή συνεπάγεται, επομένως, ότι η τάξη του κόσμου, περιέχει την απάντηση στις δικές μας προσδοκίες. Μια τέτοια αναπαράσταση συναντάται σε πολλές αν όχι σε όλες τις κοινωνίες. Πρόκειται άλλωστε κατά τη γνώμη μου, για τη θεμελιακή θέση του μονοθεϊσμού. Ωστόσο, απουσιάζει παντελώς από την πρωταρχική ελληνική στάση, τουλάχιστον μέχρι τον 5ο αιώνα, πράγμα που φαίνεται στο μύθο της Πανδώρας στον Ησίοδο.

Γνωρίζετε ότι η Πανδώρα ήρθε στους ανθρώπους ως δώρο των θεών. Το δώρο όμως αυτό ήταν παγίδα και θα όφειλαν να το είχαν αποποιηθεί. Η Πανδώρα θα ανοίξει το περίφημο αγγείο από το οποίο θα ξεπηδήσουν όλα τα δεινά της ανθρωπότητας. Όταν θα το ξανακλείσει, θα κλείσει μέσα και την ελπίδα. Ιδού λοιπόν η ελληνική θεώρηση της ανθρώπινης ζωής: πληθώρα κάθε λογής κακών και απουσία ελπίδας – η ελπίδα κλείστηκε σ’ ένα κουτί που κανείς πλέον δεν μπορεί να ανοίξει.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1107a-1108b)

[VII] Δεῖ δὲ τοῦτο μὴ μόνον καθόλου λέγεσθαι, ἀλλὰ καὶ τοῖς καθ᾽ ἕκαστα ἐφαρμόττειν. ἐν γὰρ τοῖς περὶ τὰς πράξεις λόγοις οἱ μὲν καθόλου κοινότεροί εἰσιν, οἱ δ᾽ ἐπὶ μέρους ἀληθινώτεροι· περὶ γὰρ τὰ καθ᾽ ἕκαστα αἱ πράξεις, δέον δ᾽ ἐπὶ τούτων συμφωνεῖν. ληπτέον οὖν ταῦτα ἐκ τῆς διαγραφῆς.
Περὶ μὲν οὖν φόβους καὶ θάρρη ἀνδρεία μεσότης·

[1107b] τῶν δ᾽ ὑπερβαλλόντων ὁ μὲν τῇ ἀφοβίᾳ ἀνώνυμος (πολλὰ δ᾽ ἐστὶν ἀνώνυμα), ὁ δ᾽ ἐν τῷ θαρρεῖν ὑπερβάλλων θρασύς, ὁ δ᾽ ἐν τῷ μὲν φοβεῖσθαι ὑπερβάλλων τῷ δὲ θαρρεῖν ἐλλείπων δειλός. περὶ ἡδονὰς δὲ καὶ λύπας —οὐ πάσας, ἧττον δὲ καὶ περὶ τὰς λύπας— μεσότης μὲν σωφροσύνη, ὑπερβολὴ δὲ ἀκολασία. ἐλλείποντες δὲ περὶ τὰς ἡδονὰς οὐ πάνυ γίνονται· διόπερ οὐδ᾽ ὀνόματος τετυχήκασιν οὐδ᾽ οἱ τοιοῦτοι, ἔστωσαν δὲ ἀναίσθητοι. περὶ δὲ δόσιν χρημάτων καὶ λῆψιν μεσότης μὲν ἐλευθεριότης, ὑπερβολὴ δὲ καὶ ἔλλειψις ἀσωτία καὶ ἀνελευθερία. ἐναντίως δ᾽ ἐν αὐταῖς ὑπερβάλλουσι καὶ ἐλλείπουσιν· ὁ μὲν γὰρ ἄσωτος ἐν μὲν προέσει ὑπερβάλλει ἐν δὲ λήψει ἐλλείπει, ὁ δ᾽ ἀνελεύθερος ἐν μὲν λήψει ὑπερβάλλει ἐν δὲ προέσει ἐλλείπει. νῦν μὲν οὖν τύπῳ καὶ ἐπὶ κεφαλαίου λέγομεν, ἀρκούμενοι αὐτῷ τούτῳ· ὕστερον δὲ ἀκριβέστερον περὶ αὐτῶν διορισθήσεται. περὶ δὲ χρήματα καὶ ἄλλαι διαθέσεις εἰσί, μεσότης μὲν μεγαλοπρέπεια (ὁ γὰρ μεγαλοπρεπὴς διαφέρει ἐλευθερίου· ὃ μὲν γὰρ περὶ μεγάλα, ὃ δὲ περὶ μικρά), ὑπερβολὴ δὲ ἀπειροκαλία καὶ βαναυσία, ἔλλειψις δὲ μικροπρέπεια· διαφέρουσι δ᾽ αὗται τῶν περὶ τὴν ἐλευθεριότητα, πῇ δὲ διαφέρουσιν, ὕστερον ῥηθήσεται. περὶ δὲ τιμὴν καὶ ἀτιμίαν μεσότης μὲν μεγαλοψυχία, ὑπερβολὴ δὲ χαυνότης τις λεγομένη, ἔλλειψις δὲ μικροψυχία· ὡς δ᾽ ἐλέγομεν ἔχειν πρὸς τὴν μεγαλοπρέπειαν τὴν ἐλευθεριότητα, ‹τῷ› περὶ μικρὰ διαφέρουσαν, οὕτως ἔχει τις καὶ πρὸς τὴν μεγαλοψυχίαν, περὶ τιμὴν οὖσαν μεγάλην, αὐτὴ περὶ μικρὰν οὖσα· ἔστι γὰρ ὡς δεῖ ὀρέγεσθαι τιμῆς καὶ μᾶλλον ἢ δεῖ καὶ ἧττον, λέγεται δ᾽ ὁ μὲν ὑπερβάλλων ταῖς ὀρέξεσι φιλότιμος, ὁ δ᾽ ἐλλείπων ἀφιλότιμος, ὁ δὲ μέσος ἀνώνυμος. ἀνώνυμοι δὲ καὶ αἱ διαθέσεις, πλὴν ἡ τοῦ φιλοτίμου φιλοτιμία. ὅθεν ἐπιδικάζονται οἱ ἄκροι τῆς μέσης χώρας· καὶ ἡμεῖς δὲ ἔστι μὲν ὅτε τὸν μέσον φιλότιμον καλοῦμεν ἔστι δ᾽ ὅτε ἀφιλότιμον, καὶ ἔστι μὲν ὅτε

[1108a] ἐπαινοῦμεν τὸν φιλότιμον ἔστι δ᾽ ὅτε τὸν ἀφιλότιμον. διὰ τίνα δ᾽ αἰτίαν τοῦτο ποιοῦμεν, ἐν τοῖς ἑξῆς ῥηθήσεται· νῦν δὲ περὶ τῶν λοιπῶν λέγωμεν κατὰ τὸν ὑφηγημένον τρόπον. ἔστι δὲ καὶ περὶ τὴν ὀργὴν ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις καὶ μεσότης, σχεδὸν δὲ ἀνωνύμων ὄντων αὐτῶν τὸν μέσον πρᾶον λέγοντες τὴν μεσότητα πραότητα καλέσωμεν· τῶν δ᾽ ἄκρων ὁ μὲν ὑπερβάλλων ὀργίλος ἔστω, ἡ δὲ κακία ὀργιλότης, ὁ δ᾽ ἐλλείπων ἀόργητός τις, ἡ δ᾽ ἔλλειψις ἀοργησία. εἰσὶ δὲ καὶ ἄλλαι τρεῖς μεσότητες, ἔχουσαι μέν τινα ὁμοιότητα πρὸς ἀλλήλας, διαφέρουσαι δ᾽ ἀλλήλων· πᾶσαι μὲν γάρ εἰσι περὶ λόγων καὶ πράξεων κοινωνίαν, διαφέρουσι δὲ ὅτι ἣ μέν ἐστι περὶ τἀληθὲς τὸ ἐν αὐτοῖς, αἳ δὲ περὶ τὸ ἡδύ· τούτου δὲ τὸ μὲν ἐν παιδιᾷ τὸ δ᾽ ἐν πᾶσι τοῖς κατὰ τὸν βίον. ῥητέον οὖν καὶ περὶ τούτων, ἵνα μᾶλλον κατίδωμεν ὅτι ἐν πᾶσιν ἡ μεσότης ἐπαινετόν, τὰ δ᾽ ἄκρα οὔτ᾽ ἐπαινετὰ οὔτ᾽ ὀρθὰ ἀλλὰ ψεκτά. εἰσὶ μὲν οὖν καὶ τούτων τὰ πλείω ἀνώνυμα, πειρατέον δ᾽, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων, αὐτοὺς ὀνοματοποιεῖν σαφηνείας ἕνεκα καὶ τοῦ εὐπαρακολουθήτου. περὶ μὲν οὖν τὸ ἀληθὲς ὁ μὲν μέσος ἀληθής τις καὶ ἡ μεσότης ἀλήθεια λεγέσθω, ἡ δὲ προσποίησις ἡ μὲν ἐπὶ τὸ μεῖζον ἀλαζονεία καὶ ὁ ἔχων αὐτὴν ἀλαζών, ἡ δ᾽ ἐπὶ τὸ ἔλαττον εἰρωνεία καὶ εἴρων ‹ὁ ἔχων›. περὶ δὲ τὸ ἡδὺ τὸ μὲν ἐν παιδιᾷ ὁ μὲν μέσος εὐτράπελος καὶ ἡ διάθεσις εὐτραπελία, ἡ δ᾽ ὑπερβολὴ βωμολοχία καὶ ὁ ἔχων αὐτὴν βωμολόχος, ὁ δ᾽ ἐλλείπων ἄγροικός τις καὶ ἡ ἕξις ἀγροικία· περὶ δὲ τὸ λοιπὸν ἡδὺ τὸ ἐν τῷ βίῳ ὁ μὲν ὡς δεῖ ἡδὺς ὢν φίλος καὶ ἡ μεσότης φιλία, ὁ δ᾽ ὑπερβάλλων, εἰ μὲν οὐδενὸς ἕνεκα, ἄρεσκος, εἰ δ᾽ ὠφελείας τῆς αὑτοῦ, κόλαξ, ὁ δ᾽ ἐλλείπων καὶ ἐν πᾶσιν ἀηδὴς δύσερίς τις καὶ δύσκολος. εἰσὶ δὲ καὶ ἐν τοῖς παθήμασι καὶ περὶ τὰ πάθη μεσότητες· ἡ γὰρ αἰδὼς ἀρετὴ μὲν οὐκ ἔστιν, ἐπαινεῖται δὲ καὶ ὁ αἰδήμων. καὶ γὰρ ἐν τούτοις ὃ μὲν λέγεται μέσος, ὃ δ᾽ ὑπερβάλλων, ὡς ὁ καταπλὴξ ὁ πάντα αἰδούμενος· ὁ δ᾽ ἐλλείπων ἢ μηδὲν ὅλως ἀναίσχυντος, ὁ δὲ μέσος αἰδήμων. νέμεσις

[1108b] δὲ μεσότης φθόνου καὶ ἐπιχαιρεκακίας, εἰσὶ δὲ περὶ λύπην καὶ ἡδονὴν τὰς ἐπὶ τοῖς συμβαίνουσι τοῖς πέλας γινομένας· ὁ μὲν γὰρ νεμεσητικὸς λυπεῖται ἐπὶ τοῖς ἀναξίως εὖ πράττουσιν, ὁ δὲ φθονερὸς ὑπερβάλλων τοῦτον ἐπὶ πᾶσι λυπεῖται, ὁ δ᾽ ἐπιχαιρέκακος τοσοῦτον ἐλλείπει τοῦ λυπεῖσθαι ὥστε καὶ χαίρειν. ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων καὶ ἄλλοθι καιρὸς ἔσται· περὶ δὲ δικαιοσύνης, ἐπεὶ οὐχ ἁπλῶς λέγεται, μετὰ ταῦτα διελόμενοι περὶ ἑκατέρας ἐροῦμεν πῶς μεσότητές εἰσιν· ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τῶν λογικῶν ἀρετῶν.

***
[7] Η γενική όμως αυτή διαπίστωση δεν μπορεί να είναι αρκετή· χρειάζεται να βρίσκει εφαρμογή και στις επιμέρους περιπτώσεις. Γιατί στην πρακτική φιλοσοφία οι καθολικές αρχές έχουν, βέβαια, πλατύτερη εφαρμογή, οι αρχές όμως που καλύπτουν μερικότερες περιπτώσεις έχουν μέσα τους μεγαλύτερο ποσοστό αλήθειας: η συμπεριφορά μας αποτελείται από επιμέρους πράξεις, και ο θεωρητικός μας λόγος πρέπει να βρίσκεται σε συμφωνία με αυτές. Ας μιλήσουμε λοιπόν για τις επιμέρους αυτές περιπτώσεις με τη βοήθεια του διαγράμματός μας.

Στην περιοχή του φόβου και του θάρρους μεσότητα είναι η ανδρεία·

[1107b] από την πλευρά της υπερβολής: τον άνθρωπο που δεν αισθάνεται κανέναν απολύτως φόβο, η γλώσσα μας δεν έχει λέξη που να τον δηλώνει (σε πολλές, όπως θα δούμε, περιπτώσεις η γλώσσα μας δεν διαθέτει τις σχετικές λέξεις)· ο υπερβολικός στο θάρρος δηλώνεται με τη λέξη θρασύς, ενώ ο υπερβολικός στον φόβο αλλά ελλιπής στο θάρρος δηλώνεται με τη λέξη δειλός.

Στις ηδονές και στις λύπες —όχι σε όλες, και πάντως κάτι που πρέπει να το σκεφτόμαστε έτσι σε μικρότερο βαθμό όταν λέμε «και στις λύπες»— μεσότητα είναι η σωφροσύνη, υπερβολή η ακολασία· ελλιπείς ως προς τις ηδονές δεν φαίνεται να υπάρχουν· γι᾽ αυτό και οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν στη γλώσσα μας λέξη που να τους δηλώνει — εμείς ας τους πούμε αναίσθητους.

Στη δόση και τη λήψη χρημάτων μεσότητα είναι η ελευθεριότητα, υπερβολή και έλλειψη η ασωτία και η ανελευθερία. Σ᾽ αυτές τις δύο οι άνθρωποι υπερβάλλουν και ελλείπουν με ακριβώς αντίθετο τρόπο: ο άσωτος υπερβάλλει στο ξόδεμα και ελλείπει στη λήψη, ενώ ο ανελεύθερος υπερβάλλει στη λήψη και ελλείπει στο ξόδεμα των χρημάτων — προς το παρόν ο λόγος μας για όλα αυτά είναι σχηματικός και περιληπτικός και αρκούμαστε σ᾽ αυτό, αργότερα όμως η πραγμάτευσή μας θα γίνει πολύ ακριβέστερη και πιο λεπτομερειακή.

Η σχέση μας με τα χρήματα μπορεί, βέβαια, να έχει και άλλες μορφές: μεσότητα η μεγαλοπρέπεια (διαφέρει, πράγματι, ο μεγαλοπρεπής από τον ελευθέριο: στην πρώτη περίπτωση ο λόγος είναι για μεγάλα ποσά, στη δεύτερη για μικρά), υπερβολή η μεγαλομανία και η κακογουστιά, και έλλειψη η κακομοιριά· στην περίπτωση αυτή οι αντίθετες προς τη μεσότητα ιδιότητες διαφέρουν από τις ιδιότητες που αναφέραμε πρωτύτερα ως αντίθετες προς την ελευθεριότητα, περισσότερα όμως για τη διαφορά αυτή παρακάτω.

Σχετικά με την τιμή και την ατιμία μεσότητα είναι η μεγαλοψυχία, υπερβολή αυτό που θα μπορούσε κανείς να το ονομάσει ένα είδος κενοδοξίας, έλλειψη η μικροψυχία. Σε όποια σχέση λέγαμε ότι βρίσκεται η ελευθεριότητα προς τη μεγαλοπρέπεια (η διαφορά τους βρίσκεται, λέγαμε, στο ότι η ελευθεριότητα έχει να κάνει με μικρά χρηματικά ποσά), στην ίδια σχέση προς τη μεγαλοψυχία (που αναφέρεται στη μεγάλη τιμή) βρίσκεται μια άλλη ιδιότητα, η οποία αναφέρεται στη μικρή τιμή. Γιατί την τιμή μπορεί κανείς να την επιθυμεί και να την επιδιώκει με τον τρόπο που πρέπει, περισσότερο από ό,τι πρέπει ή λιγότερο από ό,τι πρέπει: ο υπερβολικός στην επιδίωξη της τιμής λέγεται φιλόδοξος, ο ελλιπής αφιλόδοξος, ενώ για τον μέσο δεν υπάρχει λέξη. Δεν υπάρχουν επίσης λέξεις με τις οποίες να δηλώνονται οι αντίστοιχες αφηρημένες έννοιες, και μόνο για τον φιλόδοξο υπάρχει αντίστοιχα το ουσιαστικό φιλοδοξία. Αυτός είναι και ο λόγος που όσοι συμπεριφέρονται με τους ακραίους τρόπους διεκδικούν για τον εαυτό τους τη μέση θέση. Και εμείς οι ίδιοι, άλλωστε, τον μέσο άλλοτε τον ονομάζουμε φιλόδοξο και άλλοτε αφιλόδοξο, και επαινούμε τη μια φορά

[1108a] τον φιλόδοξο και την άλλη τον αφιλόδοξο. Για ποιόν λόγο το κάνουμε αυτό, θα το πούμε παρακάτω. Προς το παρόν ας συνεχίσουμε, με τον τρόπο που εφαρμόσαμε ως τώρα, τον λόγο μας για τις υπόλοιπες περιπτώσεις του διαγράμματός μας.

Υπερβολή, έλλειψη και μεσότητα υπάρχει και στην οργή. Ιδιαίτερες λέξεις για τις τρεις αυτές περιπτώσεις στην πραγματικότητα δεν έχουμε, λέγοντας όμως πράο τον μέσο, ας ονομάσουμε πραότητα τη μεσότητα. Γι᾽ αυτόν που κατέχει την άκρη της υπερβολής ας χρησιμοποιήσουμε τη λέξη οργίλος (η αντίστοιχη κακία θα έχει, τότε, το όνομα οργιλότητα), ενώ γι᾽ αυτόν που κατέχει την άκρη της έλλειψης ας χρησιμοποιήσουμε κάτι σαν τη λέξη αόργητος (η έλλειψη θα έχει, τότε, το όνομα αοργησία).

Υπάρχουν και άλλες τρεις μεσότητες, οι οποίες παρουσιάζουν βέβαια μια κάποια ομοιότητα μεταξύ τους, στην πραγματικότητα όμως διαφέρουν η μια από την άλλη: όλες τους αναφέρονται στη σχέση που αναπτύσσουμε με τους άλλους με τα λόγια και τις πράξεις μας· η διαφορά τους βρίσκεται στο ότι η μία από αυτές έχει να κάνει με την αλήθεια που υπάρχει στα λόγια και στις πράξεις μας, ενώ οι άλλες δύο με την ευχαρίστηση που υπάρχει μέσα σ᾽ αυτά· η ευχαρίστηση πάλι αυτή διακρίνεται α) σ᾽ εκείνην που βιώνεται στις κοινωνικές μας διασκεδάσεις και β) σ᾽ εκείνην που ενυπάρχει σε όλες γενικά τις περιστάσεις της ζωής μας. Ας μιλήσουμε λοιπόν και γι᾽ αυτές τις περιπτώσεις, για να διακρίνουμε ακόμη καλύτερα ότι η μεσότητα είναι σε όλες τις περιπτώσεις επαινετή, ενώ τα άκρα δεν είναι ούτε επαινετά ούτε ορθά, αλλά ψεκτά. Στις περισσότερες από τις περιπτώσεις για τις οποίες ερχόμαστε να μιλήσουμε η γλώσσα μας δεν διαθέτει λέξεις που να τις δηλώνουν· πρέπει λοιπόν να δοκιμάσουμε —το κάναμε και στις άλλες περιπτώσεις— να πλάσουμε οι ίδιοι λέξεις, αφού ο στόχος μας είναι η σαφήνεια και η παροχή στους άλλους της δυνατότητας να μας παρακολουθήσουν ευκολότερα.

Ενσχέσει με την αλήθεια: Ας συμφωνήσουμε να λέμε ειλικρινή τον μέσο και ειλικρίνεια τη μεσότητα. Η προσποίηση προς το μεγαλύτερο από το πραγματικό είναι η καυχησιά και ο άνθρωπος που έχει την ιδιότητα αυτή είναι ο καυχησιάρης. Η προσποίηση προς το μικρότερο από το πραγματικό είναι η υποκριτική κρυψίνοια και ο άνθρωπος που έχει την ιδιότητα αυτή είναι ο κρυψίνους και ο υποκριτής.

Ενσχέσει τώρα με την ευχαρίστηση στις κοινωνικές μας διασκεδάσεις: Ο μέσος λέγεται χαριτολόγος (το αντίστοιχο αφηρημένο ουσιαστικό είναι χαριτολογία), η υπερβολή είναι το «καραγκιοζλίκι» και ο άνθρωπος που έχει την ιδιότητα αυτή είναι ο «καραγκιόζης», ενώ ο ελλιπής είναι ο «χωριάτης» και η ιδιότητα είναι η «χωριατιά».

Ενσχέσει προς την ευχαρίστηση που ενυπάρχει σε όλες γενικά τις περιστάσεις της ζωής μας: Ο ευχάριστος με τον τρόπο που πρέπει είναι ο φιλικός, ο αξιαγάπητος (μεσότητα είναι, τότε, η φιλικότητα)· ο υπερβολικός λέγεται α) αρεσιάρης, αν το κάνει χωρίς να αποβλέπει σε τίποτε, και β) κόλακας, αν το κάνει αποβλέποντας στο προσωπικό του συμφέρον· ο ελλιπής, αυτός δηλαδή που είναι αντιπαθητικός στα πάντα, είναι ο άνθρωπος που θα μπορούσε κανείς να τον πει καβγατζή και δύστροπο.

Μεσότητες υπάρχουν και στα πάθη, στον χώρο, θέλω να πω, των παθών· το να ντρέπεται π.χ. κανείς δεν είναι βέβαια αρετή, ο ντροπαλός ωστόσο άνθρωπος επαινείται. Και σ᾽ αυτές πράγματι τις περιπτώσεις λέει κανείς για έναν άνθρωπο ότι τηρεί τη μεσότητα ή ότι ξεπερνάει το μέτρο, όπως π.χ. ο άνθρωπος που ντρέπεται τα πάντα, ο άνθρωπος που τα χάνει από ντροπή· ο ελλιπής, αυτός που δεν αισθάνεται την παραμικρή ντροπή, είναι ο αναίσχυντος, ενώ ο μέσος είναι ο ντροπαλός.

Η νέμεση,

[1108b] η ιερή αγανάκτηση, είναι η μεσότητα μεταξύ φθόνου και επιχαιρεκακίας — και οι τρεις τους αναφέρονται στη χαρά και στη λύπη που αισθάνεται κανείς για όσα συμβαίνουν στους άλλους: ο νεμεσητικός λυπάται όταν βλέπει ανθρώπους που ευτυχούν ενώ δεν το αξίζουν· ο φθονερός, ξεπερνώντας τον νεμεσητικό, λυπάται για κάθε επιτυχία του άλλου· τέλος, ο επιχαιρέκακος όχι μόνο δεν λυπάται για το κακό που συμβαίνει στον άλλον, αλλά επιπλέον χαίρεται κιόλας.

Για όλα όμως αυτά θα έχουμε και αλλού την ευκαιρία να μιλήσουμε. Όσο για τη δικαιοσύνη, δεδομένου ότι ο όρος δεν χρησιμοποιείται με ένα μόνο νόημα, αφού μιλήσουμε διεξοδικά για όλα αυτά, θα κάνουμε λόγο για τα δύο της είδη και θα δείξουμε με ποιόν τρόπο είναι μεσότητα το καθένα από αυτά. Παρόμοια θα κάνουμε λόγο και για τις λογικές αρετές.

Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (1410-1469)

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ
1410 ὄρνιθες τίνες οἵδ᾽ οὐδὲν ἔχοντες πτεροποίκιλοι,
τανυσίπτερε ποικίλα χελιδοῖ;
ΠΙ. τουτὶ τὸ κακὸν οὐ φαῦλον ἐξεγρήγορεν.
ὅδ᾽ αὖ μινυρίζων δεῦρό τις προσέρχεται.
1415 ΣΥ. τανυσίπτερε ποικίλα μάλ᾽ αὖθις.
ΠΙ. εἰς θοἰμάτιον τὸ σκόλιον ᾄδειν μοι δοκεῖ,
δεῖσθαι δ᾽ ἔοικεν οὐκ ὀλίγων χελιδόνων.
ΣΥ. τίς ὁ πτερῶν δεῦρ᾽ ἐστὶ τοὺς ἀφικνουμένους;
ΠΙ. ὁδὶ πάρεστιν· ἀλλ᾽ ὅτου δεῖ χρὴ λέγειν.
1420 ΣΥ. πτερῶν, πτερῶν δεῖ· μὴ πύθῃ τὸ δεύτερον.
ΠΙ. μῶν εὐθὺ Πελλήνης πέτεσθαι διανοεῖ;
ΣΥ. μὰ Δί᾽, ἀλλὰ κλητήρ εἰμι νησιωτικὸς
καὶ συκοφάντης— ΠΙ. ὦ μακάριε τῆς τέχνης.
ΣΥ. καὶ πραγματοδίφης. εἶτα δέομαι πτερὰ λαβὼν
1425 κύκλῳ περισοβεῖν τὰς πόλεις καλούμενος.
ΠΙ. ὑπὸ πτερύγων τι προσκαλεῖ σοφώτερον;
ΣΥ. μὰ Δί᾽, ἀλλ᾽ ἵν᾽ οἱ λῃσταί τε μὴ λυπῶσί με,
μετὰ τῶν γεράνων τ᾽ ἐκεῖθεν ἀναχωρῶ πάλιν,
ἀνθ᾽ ἕρματος πολλὰς καταπεπωκὼς δίκας.
1430 ΠΙ. τουτὶ γὰρ ἐργάζει σὺ τοὔργον; εἰπέ μοι,
νεανίας ὢν συκοφαντεῖς τοὺς ξένους;
ΣΥ. τί γὰρ πάθω; σκάπτειν γὰρ οὐκ ἐπίσταμαι.
ΠΙ. ἀλλ᾽ ἔστιν ἕτερα νὴ Δί᾽ ἔργα σώφρονα,
ἀφ᾽ ὧν διαζῆν ἄνδρα χρῆν τοσουτονὶ
1435 ἐκ τοῦ δικαίου μᾶλλον ἢ δικορραφεῖν.
ΣΥ. ὦ δαιμόνιε, μὴ νουθέτει μ᾽, ἀλλὰ πτέρου.
ΠΙ. νῦν τοι λέγων πτερῶ σε. ΣΥ. καὶ πῶς ἂν λόγοις
ἄνδρα πτερώσειας σύ; ΠΙ. πάντες τοι λόγοις
ἀναπτεροῦνται. ΣΥ. πάντες; ΠΙ. οὐκ ἀκήκοας,
1440 ὅταν λέγωσιν οἱ πατέρες ἑκάστοτε
τὸ μειράκιον ἐν τοῖσι κουρείοις ταδί;
«δεινῶς γέ μου τὸ μειράκιον Διειτρέφης
λέγων ἀνεπτέρωκεν ὥσθ᾽ ἱππηλατεῖν.»
ὁ δέ τις τὸν αὑτοῦ φησιν ἐπὶ τραγῳδίᾳ
1445 ἀνεπτερῶσθαι καὶ πεποτῆσθαι τὰς φρένας.
ΣΥ. λόγοισι τἄρα καὶ πτεροῦνται; ΠΙ. φήμ᾽ ἐγώ.
ὑπὸ γὰρ λόγων ὁ νοῦς ‹τε› μετεωρίζεται
ἐπαίρεταί τ᾽ ἄνθρωπος. οὕτω καὶ σ᾽ ἐγὼ
ἀναπτερώσας βούλομαι χρηστοῖς λόγοις
1450 τρέψαι πρὸς ἔργον νόμιμον. ΣΥ. ἀλλ᾽ οὐ βούλομαι.
ΠΙ. τί δαὶ ποήσεις; ΣΥ. τὸ γένος οὐ καταισχυνῶ.
παππῷος ὁ βίος συκοφαντεῖν ἐστί μοι.
ἀλλὰ πτέρου με ταχέσι καὶ κούφοις πτεροῖς
ἱέρακος ἢ κερχνῇδος, ὡς ἂν τοὺς ξένους
1455 καλεσάμενος κᾆτ᾽ ἐγκεκληκὼς ἐνθαδὶ
κατ᾽ αὖ πέτωμαι πάλιν ἐκεῖσε. ΠΙ. μανθάνω.
ὡδὶ λέγεις· ὅπως ἂν ὠφλήκῃ δίκην
ἐνθάδε πρὶν ἥκειν ὁ ξένος. ΣΥ. πάνυ μανθάνεις.
ΠΙ. κἄπειθ᾽ ὁ μὲν πλεῖ δεῦρο, σὺ δ᾽ ἐκεῖσ᾽ αὖ πέτει
1460 ἁρπασόμενος τὰ χρήματ᾽ αὐτοῦ. ΣΥ. πάντ᾽ ἔχεις.
βέμβικος οὐδὲν διαφέρειν δεῖ. ΠΙ. μανθάνω
βέμβικα. καὶ μὴν ἔστι μοι νὴ τὸν Δία
κάλλιστα Κορκυραῖα τοιαυτὶ πτερά.
ΣΥ. οἴμοι τάλας, μάστιγ᾽ ἔχεις. ΠΙ. πτερὼ μὲν οὖν,
1465 οἷσί σε ποήσω τήμερον βεμβικιᾶν.
ΣΥ. οἴμοι τάλας. ΠΙ. οὐ πτερυγιεῖς ἐντευθενί;
οὐκ ἀπολιβάξεις, ὦ κάκιστ᾽ ἀπολούμενος;
πικρὰν τάχ᾽ ὄψει στρεψοδικοπανουργίαν.
ἀπίωμεν ἡμεῖς ξυλλαβόντες τὰ πτερά.

***
Ο ΚΑΤΑΔΟΤΗΣ
Ω, τί πουλιά να ᾽ναι αυτά τα φτωχά,
1410 τα παρδαλόφτερα;
Πες, χελιδόνι μου εσύ, παρδαλό μακροφτέρουγο.
ΠΙΣ., παρακολουθώντας με το βλέμμα τον Κινησία που φεύγει.
Κακός μπελάς μάς έχει ξεφυτρώσει.
Βλέπει τον καταδότη.
Νά κι άλλος· μουρμουρίζοντας ζυγώνει.
ΚΑΤ. Το ξαναλέω: Παρδαλό μακροφτέρουγο.
ΠΙΣ. Για τη στολή του αυτός θα τραγουδάει·
πολλά θα του χρειαστούνε χελιδόνια.
ΚΑΤ. Ποιός δίνει εδώ φτερά στους επισκέπτες;
ΠΙΣ. Εγώ· μονάχα λέγε τί σου λείπει.
1420 ΚΑΤ. Φτερά, φτερά· και μη ρωτήσεις άλλο.
ΠΙΣ. Λες να πετάξεις ίσια στην Πελλήνη;
ΚΑΤ. Όχι, καλέ· σπιουνάρω τους νησιώτες
και τους κάνω μηνύσεις... ΠΙΣ. Μωρέ μπράβο
επάγγελμα! ΚΑΤ. και δίκες ξεψαχνίζω.
Θέλω λοιπόν φτερά, να τρέχω γύρω
στις πόλεις και να κάνω τις μηνύσεις.
ΠΙΣ. Τη μήνυση την κάνεις πιο επιδέξια
με τα φτερά; ΚΑΤ. Καλέ όχι, μα ξεφεύγω
τους πειρατές· και πίσω θα γυρίζω
παρέα με γερανούς, με το στομάχι
γεμάτο πλήθος δίκες για σαβούρα.
1430 ΠΙΣ. Αυτή λοιπόν είν᾽ η δουλειά σου; Πες μου,
σπιουνάρεις τους συμμάχους; Τόσο νέος!
ΚΑΤ. Τί να κάνω; Δεν έμαθα να σκάβω.
ΠΙΣ. Υπάρχουν δουλειές τίμιες για ένα νέο
να βγάζει το ψωμί του, μ᾽ έναν τρόπο
πιο δίκιο, αντί να υφαίνει τέτοιες δίκες.
ΚΑΤ. Άσε τις συμβουλές και φτέρωνέ με.
ΠΙΣ. Μα σε φτερώνω με όσα τώρα λέω.
ΚΑΤ. Με λόγια εσύ φτερώνεις τους ανθρώπους;
ΠΙΣ. Ναι, με τα λόγια αναφτερώνονται όλοι.
1440ΚΑΤ. Όλοι; ΠΙΣ. Μα ναι. Οι πατέρες στα κουρεία
δεν ακούς πώς μιλούν για τα παιδιά τους;
«Το νου του γιου μου ο τάδε με τα λόγια
τον έχει αναφτερώσει για ιππασία.»
Και κάποιος άλλος λέει για το δικό του:
«Ο νους του αναφτερώθηκε, πετάει
στη σύνθεση δραμάτων.» ΚΑΤ. Με τα λόγια
λοιπόν αναφτερώνονται; ΠΙΣ. Και βέβαια·
τα λόγια ξεσηκώνουνε τη σκέψη
κι εξυψώνουν τον άνθρωπο· με λόγια
καλά θέλω κι εγώ να σε φτερώσω
1450 προς ένα τίμιο επάγγελμα. ΚΑΤ. Δε θέλω.
ΠΙΣ. Τί θες λοιπόν; ΚΑΤ. Το σόι μου δεν ντροπιάζω.
Πάππου προς πάππου απ᾽ τη σπιουνιά εμείς ζούμε.
Με αψιές λαφριές φτερούγες φτέρωσέ με
πετρίτη ή γερακιού, να καταγγέλλω
συμμάχους, να πετώ να υποστηρίζω
τη μήνυσή μου εδώ, και να πετάω
ξανά για κει. ΠΙΣ. Μπαίνω στο νόημα· θέλεις,
πριν ο νησιώτης φτάσει στην Αθήνα,
να καταδικαστεί. ΚΑΤ. Στο νόημα μπήκες.
ΠΙΣ. Αυτός για δω αρμενίζει, στο νησί του
πετάς εσύ κι αρπάζεις τα λεφτά του.
1460ΚΑΤ. Αυτό ειναι· πρέπει να ᾽μαι τέλεια σβούρα.
ΠΙΣ. Σε νιώθω, σβούρα. Κι έχω, αλήθεια, κάτι
πανέμορφες της Κέρκυρας φτερούγες.
Βγάζει ένα μαστίγιο με δυο λουριά.
ΚΑΤ. Οχ, βούρδουλας! ΠΙΣ. Καθόλου· είναι φτερούγες·
μ᾽ αυτές αμέσως θα σε κάμω σβούρα.
ΚΑΤ. Οχ οχ. ΠΙΣ. Κάμε φτερά και στρίβε· χάσου,
γκρεμίσου. Θα σου βγει ξινή, κι αμέσως,
αυτή σου η στρεψοδικοπανουργία.
Στους δούλους, αφού ο καταδότης έφυγε δαρμένος.
Μαζεύτε τα φτερά και πάμε μέσα.
Φεύγουν.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΕΛΑΪΔΑ

ΕΛΑΪΔΑ
(λευκό περιστέρι)
 
Ο βασιλιάς της Δήλου Άνιος, δισέγγονος του Διόνυσου παντρεύτηκε τη Δωρίππη, με την οποία απέκτησε πολλά παιδιά. Μεταξύ των παιδιών του αναφέρονται οι τρεις Νύμφες της Δήλου, επονομαζόμενες Οινοτρόποι ή Οινοτρόφοι.
 
Τα ονόματά τους, Σπερμώ, Οινώ, Ελαΐς, παραπέμπουν στα βασικά στοιχεία της διατροφής, το κρασί, το λάδι, το σιτάρι· από τον προ-προπάππου τους Διόνυσο πήραν το χάρισμα να τα κάνουν όλα να αναπηδούν από τη γη.
 
Ο Άνιος, χάρη στις μαντικές ικανότητες που διέθετε από τον πατέρα του Απόλλωνα, ήξερε ότι ο πόλεμος στην Τροία θα διαρκούσε δέκα χρόνια, γι' αυτό έθεσε στη διάθεση των Ελλήνων τις ικανότητες των θυγατέρων του.
 
Οι Έλληνες δεν πίστεψαν τις προφητείες του Άνιου και αρνήθηκαν την προσφορά του· όμως αργότερα, καθώς ο πόλεμος τραβούσε σε μάκρος, έστειλαν πρεσβεία στη Δήλο, αποτελούμενη από τον Μενέλαο και τον Οδυσσέα, για να ζητήσουν από τις κόρες τον ανεφοδιασμό του στρατού.
 
Οι τρεις κοπέλες πήγαν στην Τροία αλλά γρήγορα βαρέθηκαν, οι Έλληνες τις καταδίωξαν και εκείνες ζήτησαν από τον Διόνυσο να τις μεταμορφώσει σε λευκά περιστέρια. Γι' αυτό στη Δήλο απαγορευόταν να σκοτώνουν περιστέρια.

Ενοχές: όπλο στα χέρια των χειριστικών ανθρώπων

Η ενοχή δεν είναι μια πραγματικότητα. Την έχουν επινοήσει οι χειριστικοί άνθρωποι, ως έναν εύκολο τρόπο για να μπορούν να κρίνουν, να κατακρίνουν και να θέτουν τους δικούς τους νόμους, μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής συμβίωσης. Με αυτόν τον τρόπο καταφέρνουν να εξουσιάζουν τους άλλους.

Η ενοχή, λοιπόν, ως ένα συναίσθημα, μπορεί να βοηθήσει έτσι ώστε να μην επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη. Μετά από μια επιλήψιμη πράξη (που είναι απόλυτα φυσιολογικό στη διάρκεια της ζωής μας να διαπράξουμε), η θετική χροιά της ενοχής βοηθάει ώστε να αποτρέψουμε στο μέλλον την επανάληψή της.

Στην προσπάθεια να ‘ναι όλοι ευχαριστημένοι από εμάς, να ‘μαστε συνεπείς παντού, να μην απογοητεύσουμε κανέναν, γεννιούνται οι ενοχές. Συνήθως, στο άτομο που θέλει να συντηρήσει τον τίτλο του «καλού παιδιού», εντοπίζεται μια έντονη τάση ενοχικής συμπεριφοράς. Είναι άτομο που έχει (συνήθως) χαμηλή αυτοεκτίμηση και δεν έχει καλή εικόνα του εαυτού του. Ο ενοχικός άνθρωπος είναι εξαιρετικά ευάλωτος και δεκτικός στις διαθέσεις κι επιθυμίες των γύρω του (άτομα απ’ το άμεσο περιβάλλον του που τον εκμεταλλεύονται) με αποτέλεσμα να γίνεται αντικείμενο στα χέρια τους.

Το «πρέπει» έχει κεντρική θέση στη ζωή του, ενώ το «θέλω» είναι δαιμονοποιημένο σαν κάτι κακό και παραβατικό. Δεν μπορεί το ενοχικό άτομο να ‘χει αληθινές σχέσεις. Στην εξουθενωτική προσπάθεια να ικανοποιήσει όλους όσοι είναι γύρω του, φοβάται μην αποτύχει και χάσει την εκτίμηση και την αποδοχή. Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος που είναι πατέρας και φέρει τον τίτλο του «καλού πατέρα», θεωρεί πως θα πρέπει να κάνει τα πάντα προκειμένου να συντηρήσει τον τίτλο αυτό. Με την πρώτη ευκαιρία που δε θα πληροί τα προαπαιτούμενα, που έχουν θέσει οι γύρω του ώστε να συντηρηθεί αυτή η φωτεινή επιγραφή, τότε αυτός θα νιώθει ενοχές, που θα προκύπτουν απ’ τον φόβο της απόρριψης. Δηλαδή, μια χειριστική σύζυγος (νυν ή και πρώην), μια χειριστική μητέρα, μπορούν κάλλιστα να οδηγήσουν στη δημιουργία ενός ενοχικού ανθρώπου, με απίστευτη επιτυχία.

Το πιο δύσκολο απ’ όλα είναι πως όλη αυτή η κακοποιητική κατάσταση γίνεται δίχως το θύμα να την αντιλαμβάνεται, αφού θεωρεί πως όλη αυτή η συμπεριφορά προέρχεται απ’ τον ίδιο και κινείται στη σφαίρα του σωστού!

Η ενοχή φέρνει ψυχικό βάρος, αρνητικά συναισθήματα, θυμό κι άγχος. Η πηγή της βρίσκεται στην πρώιμη παιδική ηλικία, στο πώς μεγαλώσαμε, στις ελλειμματικές συναισθηματικές σχέσεις με τη μητέρα. Με τον χρόνο, οι εμπειρίες μας βιώνονται κάτω απ’ τον φόβο του να μην πάψουν οι άλλοι να μας αγαπούν. Ο ενοχικός άνθρωπος τρέχει για όλους, κάνει τα πάντα για να διευκολύνει τη ζωή των άλλων. Οι «άλλοι», όμως, γίνονται ακόρεστοι, δεν ικανοποιούνται και διαρκώς επικρίνουν. Κάπου εκεί εμφανίζονται οι ψυχοσωματικές ασθένειες.

Είναι πολλές οι περιγραφές για το προφίλ του ενοχικού ατόμου. Το ζητούμενο είναι να μιλήσουμε για τρόπους –έστω κι ενδεικτικούς– αντιμετώπισης και βοήθειας των ατόμων που τους έχουν ποτίσει με ενοχές. Πώς μπορούν να ξεφύγουν από αυτή την κατάσταση;

Αρχικά, λοιπόν, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να δούμε από πού πηγάζει αυτό το συναίσθημα. Χωρίς ωραιοποίηση καταστάσεων ή επιπόλαιη προσέγγιση. Μέσα από ένα ταξίδι αυτογνωσίας να ενδυναμώσουμε την αυτοεκτίμησή μας και να επεξεργαστούμε, αναλύοντας, τα αρνητικά βιώματα. Να αποβάλουμε τον φόβο της απόρριψης, να δούμε τα λάθη μας και να ‘χουμε θετική σκέψη με ειλικρίνεια.

Είναι σημαντικό να προχωράμε σε πράξεις κι ενέργειες δίχως να θεωρούμε πως εμείς είμαστε για τα πάντα υποχρεωμένοι. Πρέπει να μάθουμε να εκφραζόμαστε, να πλαισιώνουμε και να οριοθετούμε. «Σε αγαπώ, θέλω να ‘σαι καλά, αλλά κι εσύ πρέπει να σέβεσαι τα δικά μου “θέλω”, για να ‘μαστε όλοι καλά. Όχι, δεν είμαι κακός, αν κάτι δεν το κάνω όπως μου ορίζουν έμμεσα ή άμεσα οι γύρω μου. Απλά σέβομαι τον εαυτό μου κι αρνούμαι να ‘μαι ενοχικός κι εξαρτώμενος.»

Αυτό στο οποίο αντιστέκεστε, επιμένει

«Αυτό στο οποίο αντιστέκεστε, επιμένει» – Carl Jung

Τις περισσότερες φορές αυτό το οποίο παλεύουμε να μειώσουμε, μεγεθύνεται. Αυτό το οποίο προσπαθούμε να καταπολεμήσουμε, το κάνουμε πιο δυνατό. Γιατί μέσα μας εμείς οι ίδιοι του δίνουμε περισσότερη δύναμη, γιατί μας αγχώνει, γιατί μας φοβίζει, γιατί μας προκαλεί αρνητικά συναισθήματα.

Να το αφήσουμε; Η απάντηση είναι αρνητική. Να μην το αφήσουμε, αλλά να του δείξουμε ότι μπορούμε να συνυπάρξουμε μαζί του.

Τι υπέροχη λέξη: Συνύπαρξη. Γιατί μέσα της κρύβει την αποδοχή έμμεσα του ίδιου μας του εαυτού και των αδυναμιών μας. Μπορεί αυτό που παλεύουμε, να είναι ένα αγχογόνο ερέθισμα.

Μπορεί να είναι μία σχέση την οποία θέλει κάποιος να τελειώσει. Μπορεί να είναι μία κρίση πανικού. Μπορεί να είναι κάτι που μας φοβίζει. Όσο παλεύεις όμως συνέχεια, προκαλείς εξάντληση στο σώμα και στον ψυχισμό σου, ένα αίσθημα μόνιμης κόπωσης.

Καταλήγεις να αμφισβητείς τον εαυτό σου και να νιώθεις ότι δεν τα κατάφερες. Και αυτό πλήττει την αυτο-εικόνα σου. Προσπάθησε λοιπόν. Προσπάθησε να καθιερώσεις όμορφες συνήθειες. Προσπάθησε να χτίσεις μία όμορφη καθημερινότητα.

Μην αφήσεις το αίσθημα των ωραίων στιγμών της ζωής σου να εξασθενεί τόσο γρήγορα. Κράτα τις όμορφες εικόνες και προσπάθησε να χτίσεις μικρές στιγμές ευτυχίας, οι οποίες θα σε ανακουφίζουν καθημερινά.

Οι ρυθμοί μας είναι φρενήρεις, οπότε η πρόκληση είναι μπροστά μας. Καθιέρωσε τις όμορφες στιγμές. Μην αφήνεις τις διακοπές να συμβαίνουν μόνο μία φορά το χρόνο και εσύ να νιώθεις τρομερή εξάντληση μέχρι να έρθουν και να νιώθεις ότι τελείωσαν τόσο γρήγορα.

Αποδέξου ότι είναι δύσκολη η καθημερινότητα, αλλά ότι είναι στο χέρι μας να αλλάξουμε την οπτική μας και να προσφέρουμε στον εαυτό μας μικρές βοήθειες, που θα μας βοηθήσουν να εξελιχθούμε, να νιώθουμε πιο ήρεμα, να ανακουφιστούμε. Κι αν δεν μπορείς μόνος σου, μόνη σου, μην φοβάσαι να ζητήσεις βοήθεια.. Οι σύμμαχοι είναι πολύτιμοι, όπως και η ίδια μας η ζωή.

Γιατί έχει σημασία ποιους ανθρώπους επιλέγουμε να έχουμε δίπλα μας

Λένε ότι είμαστε το μέσο όρο από τους πέντε ανθρώπους με τους οποίους περνάμε τον περισσότερό μας χρόνο. Είναι μια εκπληκτικά δυνατή και αγχωτική συνάμα σκέψη: μας κάνει να σκεφτόμαστε ποιοι είναι οι άνθρωποι που έχουμε γύρω μας και πώς μας επηρεάζουν.

Αυτό που δεν εκτιμούν οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ο βαθμός στον οποίο οι άνθρωποι μας επηρεάζουν συναισθηματικά. Αυτό εξαπλώνεται σε όλους τους τομείς της ζωής μας, οικογένεια, φίλους, συναδέλφους. Αυτοί που δομούν το περιβάλλον μας επηρεάζουν πέρα από συμπεριφορές και συνήθειες – μπορεί να επηρεάσει σωματικά ακόμα και το πώς νιώθουμε.

Σκεφτείτε το: Έχετε ποτέ κάνει παρέα με ένα ενθουσιώδες και εμπνευστικό άτομο; Με ένα άτομο που πάντα γκρινιάζει και παραπονιέται για τα πάντα; Νιώσατε ότι αρχίζετε να γίνεστε ευερέθιστοι και έτοιμοι να γκρινιάξετε κι εσείς; Μήπως είχατε σχέση με κάποιον οκνηρό τύπο ανθρώπου, αλλά αγαπητού που σας τράβηξε σε μέρες, μήνες, ακόμα και χρόνια οκνηρίας, απραξίας και αναβλητικότητας;

Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται «συναισθηματική μεταδοτικότητα» και σχεδόν 30 χρόνια έρευνας έχουν αποδείξει την εγκυρότητά του. Η μετάδοση συναισθημάτων είναι σοβαρό ζήτημα, ειδικά αν μας αρέσει να χτίζουμε σχέσεις και να βοηθάμε τους άλλους.

Η επιστήμη της συναισθηματικής μεταδοτικότητας

Η Elaine Hatfield, πρωτοπόρος στον τομέα των Επιστημών των σχέσεων, ορίζει την συναισθηματική μεταδοτικότητα ως: «Την τάση να μιμούμαστε αυτόματα και να συγχρονίζουμε εκφράσεις, εκφορά λόγου, στάση του σώματος και κινήσεις του άλλου και συνεπώς να αλλάζουμε συναισθηματικά».

Μια επαναστατική έρευνα που διεξήχθη το 1992 από τον Guacomo Rizzolatti ανακάλυψε ότι τα εγκεφαλικά κύτταρα ανταποκρίνονταν το ίδιο όταν εκτελούσαμε μια πράξη και όταν γινόμαστε μάρτυρες της ίδιας πράξης. Στην νευροεπιστήμη, αυτά τα κύτταρα λέγονται «κατοπτρικοί νευρώνες» και αποτελούν βασικό στοιχείο της μελέτης των συναισθημάτων. Σύμφωνα με την έρευνα, η διαδικασία της συναισθηματικής μεταδοτικότητας επηρεάζει αυτούς τους νευρώνες μέσα από τρία στάδια:

– Μίμηση: Οι άνθρωποι τείνουν να μιμούνται τις εκφράσεις του προσώπου, τη φωνή, τη στάση του σώματος, ακόμα και τις τελετουργικές συμπεριφορές των ανθρώπων γύρω μας.

– Feedback (ανατροφοδότηση): Οι άνθρωποι νιώθουν μια απαλή αντανάκλαση των συναισθημάτων των άλλων ως συνέπειας της ανατροφοδότησης.

– Μεταδοτικότητα: Το αποτέλεσμα είναι ότι οι άνθρωποι τείνουν να βιώνουν τα συναισθήματα των άλλων.

Όταν σκεφτόμαστε τα παραπάνω στοιχεία, γίνεται φανερό πόσο σημαντικό είναι να προσέχουμε από ποιους ανθρώπους πλαισιωνόμαστε στη ζωή και φυσικά στην καθημερινότητά μας. Η επιλογή είναι δική σας.

Να έρθει ένας «άνθρωπος»

Οι άνθρωποι φεύγουν. Σαν ένας άγραφος νόμος μιας άλλης φυσικής που ορίζει τη λογική αυτού του νόμου το μυαλό μας. Οι άνθρωποι φεύγουν όταν σταματούν να νιώθουν την ευτυχία. Όταν σταματούν να βρίσκουν τροφή για το μυαλό και την καρδιά τους. Φεύγουν όταν μονόπλευρα προσπαθούν και παλεύουν για ένα άλλο άνθρωπο και μια κατάσταση αδιέξοδη.

Μάθαμε να γενικεύουμε τα πάντα. Να λέμε “παραμύθι” τον έρωτα και “λόγια εφήμερα” όσα διψούσε η καρδιά να ακούσει. Λούσαμε με λογική το πιο παράλογο συναίσθημα που λαχταρούμε να νιώσουμε. Κι εκείνα τα βράδια που σιγάει η βουή κι ζωή, αναρωτιόμαστε μέσα μας και λέμε «Να έρθει ένας άνθρωπος».

Να έρθει ένας συνοδοιπόρος σε αυτή τη μονοτονία που θα σηκώσει λίγο απ’ το βάρος της ωμότητας της ζωής μας. Να έρθει μια ανάσα σε ό,τι επιβάλαμε τον εαυτό μας.

Να έρθει ένας άνθρωπος να κάνει όλα τα κομμάτια μας ολόκληρα. Να βρει από μόνη της τη λογική η καρδιά να καταλάβει γιατί δεν ήταν σωστό τίποτα πριν από αυτό που ζει Να σφίγγει ένα χέρι και να το νιώθει δικό της. Να μη φοβάται άλλο τη μοναξιά και τα σκοτάδια.

Αν έρθει ένας άνθρωπος, αμήχανα θυμάσαι τη μορφή που είχε ο έρωτας. Το καρδιοχτύπι της συνάντησης, την γλυκιά αναμονή. Τη μυρωδιά που έχει η επιθυμία του «μαζί». Όσο κι αν νόμιζες πως ξέχασες, να έρθει αυτός ο άνθρωπος να στα θυμίσει.

Μα αν δεν έρθει ένας άνθρωπος, να είσαι πάλι ευγνώμων που έζησες ότι ένιωσες. Να έχεις το κεφάλι ψηλά και να έχεις το θάρρος να απλώνεις το χέρι το βράδυ στα αστέρια και να κλείνεις το μάτι για να τα φέρνεις πιο κοντά σου.

Η ζωή δεν σηκώνει αναβολές. Κι αν δεν έρθει ένας άνθρωπος, όσο κτυπά αυτή η τσακισμένη καρδιά στα πνευμόνια μας, θα είναι πάντα πιο πλούσια από το καθετί. Γιατί η ζωή είναι όμορφη όταν τη μοιράζεσαι, μα είναι ακόμα πιο όμορφη σαν δεν τη χαραμίζεις πίσω από κλειστά δωμάτια, λουσμένη μέσα στην αναβολή και τη μιζέρια.

Και να θυμάσαι: Η ευτυχία δεν έρχεται ποτέ στο διάβα μας κατά παραγγελία. Έρχεται απρόσκλητη, λαμπερή, γεμάτη ζεστασιά έτοιμη να την σκορπίσει γύρω σου. Μα μην ξεχάσεις ποτέ το θόρυβο που κάνει φεύγοντας. Γι’ αυτό ας ζήσουμε τη κάθε στιγμή χωρίς αναβολές και πρέπει. Μας το χρωστάμε.

Το μυαλό μας έχει την τάση να εντοπίζει ό,τι μπορεί να αποτελεί απειλή, ενώ δύσκολα συλλαμβάνει πως όλα πάνε καλά

Το μυαλό μας είναι ένα μηχάνημα που κατασκευάστηκε, δοκιμάστηκε και (κυρίως) ολοκληρώθηκε εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια πριν, σε ένα πολύ διαφορετικό περιβάλλον, με πολύ διαφορετικές απαιτήσεις. Στοιχεία που κάποτε ήταν ωφέλιμα τώρα μας εμποδίζουν να είμαστε ευτυχισμένοι. Λόγω των απαρχών του, ο κόσμος τον οποίο αντιμετωπίζει το μυαλό σας είναι αρχαίος, θολός και τρομακτικός. Το ίδιο και οι στρατηγικές του. Αν θέλουμε να χρησιμοποιούμε σωστά αυτό το μηχάνημα, πρέπει να προσαρμόσουμε το πρόγραμμά του στο νέο του περιβάλλον. Πρώτα, όμως, ας δούμε πώς ξεκίνησαν όλα.

Στις απαρχές των τυφλών σημείων

Ένα κλαδί ίου θάμνου λίγο πιο πέρα από τον πρωτόγονο κυνηγό κουνιέται ελαφρά. Ο ήχος τραβάει την προσοχή του επιδέξιου κυνηγού. Κουνάει το χέρι στην ομάδα του, τους δείχνει ότι πρέπει να σκύψουν και να μη μιλάνε μέχρι να ερευνήσει την πηγή του θορύβου. Μισοκλείνει τα μάτια, οξύνει την ακοή του και αγνοεί οτιδήποτε άλλο εντοπίζουν οι αισθήσεις του. Αυτός ο θάμνος έχει την αμέριστη προσοχή του. Όλα τα υπόλοιπα χάνονται στο φόντο.

Ο άνεμος φυσάει από πίσω του με κατεύθυνση τον θάμνο. Συνειδητοποιεί ότι αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορεί να μυρίσει το θηρίο που φοβάται. Αυτό το σχέδιο ακολουθούν τα θηρία όταν επιτίθενται. Προφανώς είναι ένας έξυπνος θηρευτής, μια τίγρη ίσως, και από το ύψος του κλαδιού που κουνήθηκε συμπεραίνει πως πρέπει να είναι μεγάλη.

Μέσα στη σιωπή, οι κυνηγοί κρατούν την ανάσα τους. 0 θάμνος σταματάει να κουνιέται, ένδειξη πως το θηρίο ξέρει ότι το αντιλήφθηκαν. Στο μυαλό του, ο κυνηγός της Εποχής του Λίθου προβλέπει μια επικείμενη μάχη. Φαντάζεται με ακρίβεια τη γωνία και την ταχύτητα της επίθεσης. Η επίθεση απέχει μόλις μερικά δευτερόλεπτα, είναι σίγουρος, έτσι κάνει νόημα στους φίλους του να κάνουν μερικά βήματα πίσω.

Η επιφυλακτικότητά του βασίζεται σε προηγούμενες επώδυνες εμπειρίες. Από την πρώτη φορά που βγήκε στη ζούγκλα να κυνηγήσει μαζί με τον πατέρα του, πολλοί καλοί κυνηγοί έπεσαν θύματα κάποιου άγριου θηρίου σε στιγμές που δεν πρόσεχαν ιδιαίτερα. Αν και έχουν περάσει πολλά φεγγάρια από τότε, θυμάται πώς επιτέθηκε το θηρίο, πώς έριξε τα θύματά του στο έδαφος και ξέσκισε τους μυς από τα κόκαλά τους. Ζει την ανάμνηση σαν να συμβαίνει μπροστά στα μάτια του και η καρδιά του αρχίζει να χτυπάει δυνατά.

Δεν υπάρχει λεπτό για χάσιμο. Η επεξεργασία της παραμικρής λεπτομέρειας για να αναλύσει περαιτέρω την κατάσταση θα του στερήσει την ευκαιρία να το σκάσει. Ο κίνδυνος είναι πολύ μεγάλος. Πρέπει να πάρει μια απόφαση γρήγορα, έτσι ορίζει την κατάσταση ως ξεκάθαρο και άμεσο κίνδυνο. Όταν εξαρτάται η ζωή του από κάτι τέτοιο, η ταχύτητα έχει μεγαλύτερη σημασία κι από την πιο ενδελεχή έρευνα.

Νιώθει ένα αίσθημα πανικού να τον πνίγει. Το μυαλό του επιβάλλει αυτή την κατάσταση πλημμυρίζοντας το σώμα του με αδρεναλίνη που θα τον προετοιμάσει να αντιδράσει.

Καθώς τον κυριεύει ο πανικός, το μυαλό του υπερβάλλει, βλέποντας κάθε πιθανό σενάριο ως πιο επικίνδυνο απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Μπορεί να είναι ολόκληρη αγέλη, σκέφτεται. Μπορεί να είμαστε περικυκλωμένοι. Δεν υπάρχει λόγος να προσπαθήσουμε να το σκάσουμε. Θα πεθάνουμε όλοι. Περισσότερα κλαδιά κινούνται βίαια. Μέσα σε μια στιγμή, στρέφει ενστικτωδώς την πλάτη στον θάμνο και ετοιμάζεται να τρέξει – ήταν απλώς δυο πουλιά που πέταξαν μακριά. Ο κυνηγός κοιτάζει με αφέλεια τον ουρανό και συνειδητοποιεί ότι η τίγρη δεν είναι παρά ένα σμήνος πουλιών. Ποιος νοιάζεται αν τα προηγούμενα λεπτά ήταν γεμάτα αγωνία, σκέφτεται το μυαλό του. Τουλάχιστον είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Για χιλιετίες, οι εγκέφαλοί μας εξοπλίστηκαν με τα επτά απίστευτα στοιχεία που μόλις σας επισήμανα: φίλτρα, εικασίες, προβλέψεις, αναμνήσεις, ταμπέλες, συναισθήματα και υπερβολές. Ναι, αυτές οι τάσεις έχουν εξασφαλίσει την επιβίωση του είδους μας εδώ και χρόνια. Και οι πρόγονοί μας δεν γκρίνιαζαν για τα δυσάρεστα αυτά στοιχεία, γιατί ζούσαν σε ένα πολύ εχθρικό περιβάλλον. Γι’ αυτούς, είχε νόημα να φαντάζονται το χειρότερο, γιατί το χειρότερο συνέβαινε πολύ συχνά.

Καθώς αναπτύχθηκε ο πολιτισμός μας και διώξαμε τις τίγρεις από τις πόλεις μας, ανταλλάξαμε τη ζούγκλα με τον εργασιακό μας χώρο, με κλαμπ και εμπορικά κέντρα, συνεχίσαμε να βασιζόμαστε – τη επτά χαρακτηριστικά. Κι όμως, σπάνια σταματάμε για να αναρωτηθούμε πόσο αποτελεσματικά είναι σε αυτό το “ξένο” περιβάλλον. Ακριβώς όπως ένα κατσαβίδι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να σφίξει μια βίδα αλλά και για να μας βγάλει το μάτι, αυτά τα στοιχεία που μας βοηθούν να επιβιώνουμε μπορούν να μετατραπούν σε τυφλά σημεία που λειτουργούν εις βάρος μας και μας κάνουν δυστυχισμένους, ειδικά όταν συνδυάζονται με κάποια άλλη αρχαία τάση που είναι το βασικό χαρακτηριστικό του εγκεφάλου μας.

Ένα πρόσωπο για τον πρόγονο της Lucy – Το πρόσωπο του αρχαιότερου συγγενή του ανθρώπου;

Διεθνής ομάδα ερευνητών ανακάλυψε στην Αιθιοπία το κρανίο ενός ανθρωποειδούς η ηλικία του οποίου καθορίστηκε στα 3,8 εκατομμύρια έτη. Ανήκει σε ένα αυστραλοπίθηκο, τον Australopithecus anamensis, το αρχαιότερο είδος αυστραλοπιθήκων που πιστεύεται ότι είναι απευθείας πρόγονος της περίφημης «Λούσι», του αρχαιότερου μέλους που έχει εντοπιστεί από τον αυστραλοπίθηκο Australopithecus afarensis ο οποίος θεωρείται ο κρισιμότερος κρίκος στην αλυσίδα της εξέλιξης του ανθρώπου. Πιστεύεται ότι ο τελευταίος ήταν το πρώτο είδος που πέρασε από το περπάτημα στα τέσσερα πόδια στην όρθια στάση.

Έχουν εντοπιστεί στο παρελθόν και ορισμένα ακόμη απολιθώματα του Australopithecus anamensis που ζούσε στην ίδια περιοχή με τον Α.afarensis. Ωστόσο, το κρανίο που βρέθηκε όχι μόνο είναι το αρχαιότερο αλλά βρέθηκε σε τόσο καλή κατάσταση ώστε κατέστη εφικτή η ανασύνθεση του προσώπου του κατόχου του δίνοντας μας έτσι μια εικόνα από τον πιθανότατα αρχαιότερο πρόγονο μας. Το κρανίο ανήκει σε ένα ενήλικο αρσενικό το οποίο οι επιστήμονες δεν έχουν ακόμη… βαφτίσει και του έχουν δώσει το κωδικό όνομα MRD. «Είναι πολύ καλό που ο κάτοχος του κρανίου εκτός από όνομα απέκτησε και ένα πρόσωπο» δήλωσε η Στέφανι Μελίλο (Stephanie Melillo), του Ινστιτούτου Εξελικτικής Ανθρωπολογίας του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ που ήταν μέλος της ερευνητικής ομάδας.

Ο MRD είχε μικρό εγκέφαλο, περίπου 75% μικρότερο από τον δικό μας, αλλά είχε ήδη αρχίσει να χάνει ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των πιθήκων. Πολύ σημαντικό εύρημα από την μελέτη του κρανίου είναι ότι φαίνεται πως για ένα διάστημα περίπου 100 χιλιάδων ετών ο Australopithecus anamensis συνυπήρξε με τον Australopithecus afarensis γεγονός που αλλάζει τα δεδομένα στην κρατούσα θεωρία ότι κατά την διαδικασία της εξέλιξης ένα νέο είδος αντικαθιστά το προηγούμενο που έχει εξαφανιστεί. Εικάζεται ότι τα δύο είδη βρίσκονταν συχνά αντιμέτωπα και ανταγωνίζονταν για την τροφή και τα εδάφη διαμονής.

«Η ανακάλυψη αυτή μεταβάλλει δραστικά τα όσα πιστεύαμε για την εξέλιξη του ανθρώπου στο τέλος του Πλειόκαινου» δηλώνει ο Γιοχάνες Χάιλε Σελασιέ (Yohannes Haile-Selassie), του Μουσείου Φυσικής Ιστορία του Κλίβελαντ και του Πανεπιστημίου Case Western Reserve University, εκ των επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας. Ο Σελασιέ θεωρείται από τις μεγαλύτερες αυθεντίες στον τομέα της παλαιοανθρωπολογίας και πραγματοποιεί εδώ και περίπου τρεις δεκαετίες ανασκαφές και έρευνες κυρίως στην περιοχή Αφάρ της Αιθιοπίας όπου έχουν εντοπιστεί πολύ σημαντικά ευρήματα τα οποία αποτελούν κομμάτια του παζλ της εξέλιξης του ανθρώπου.

Πρέπει να σημειωθεί ότι έχουν εντοπιστεί και απολιθώματα από κάποια αρχαιότερα ακόμη είδη ανθρωποειδών, όπως το είδος Ardipithecus [*], αλλά οι επιστήμονες διαφωνούν αν αυτά τα είδη τοποθετούνται στο δέντρο της εξέλιξης του ανθρώπου ή ήταν αρχαία είδη πιθήκων. Οπότε, προς το παρόν τουλάχιστον, ο MRD καταχωρείται ως ο αρχαιότερος πρόγονος μας.
----------------------
* Οικογένεια: Hominidae (Ανθρωπίναι), Φυλή: Hominini (Ανθρωπίνοι)

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1106a-1107a)

[VI] Δεῖ δὲ μὴ μόνον οὕτως εἰπεῖν, ὅτι ἕξις, ἀλλὰ καὶ ποία τις. ῥητέον οὖν ὅτι πᾶσα ἀρετή, οὗ ἂν ᾖ ἀρετή, αὐτό τε εὖ ἔχον ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ εὖ ἀποδίδωσιν, οἷον ἡ τοῦ ὀφθαλμοῦ ἀρετὴ τόν τε ὀφθαλμὸν σπουδαῖον ποιεῖ καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ· τῇ γὰρ τοῦ ὀφθαλμοῦ ἀρετῇ εὖ ὁρῶμεν. ὁμοίως ἡ τοῦ ἵππου ἀρετὴ ἵππον τε σπουδαῖον ποιεῖ καὶ ἀγαθὸν δραμεῖν καὶ ἐνεγκεῖν τὸν ἐπιβάτην καὶ μεῖναι τοὺς πολεμίους. εἰ δὴ τοῦτ᾽ ἐπὶ πάντων οὕτως ἔχει, καὶ ἡ τοῦ ἀνθρώπου ἀρετὴ εἴη ἂν ἡ ἕξις ἀφ᾽ ἧς ἀγαθὸς ἄνθρωπος γίνεται καὶ ἀφ᾽ ἧς εὖ τὸ ἑαυτοῦ ἔργον ἀποδώσει. πῶς δὲ τοῦτ᾽ ἔσται, ἤδη μὲν εἰρήκαμεν, ἔτι δὲ καὶ ὧδ᾽ ἔσται φανερόν, ἐὰν θεωρήσωμεν ποία τίς ἐστιν ἡ φύσις αὐτῆς. ἐν παντὶ δὴ συνεχεῖ καὶ διαιρετῷ ἔστι λαβεῖν τὸ μὲν πλεῖον τὸ δ᾽ ἔλαττον τὸ δ᾽ ἴσον, καὶ ταῦτα ἢ κατ᾽ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἢ πρὸς ἡμᾶς· τὸ δ᾽ ἴσον μέσον τι ὑπερβολῆς καὶ ἐλλείψεως. λέγω δὲ τοῦ μὲν πράγματος μέσον τὸ ἴσον ἀπέχον ἀφ᾽ ἑκατέρου τῶν ἄκρων, ὅπερ ἐστὶν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πᾶσιν, πρὸς ἡμᾶς δὲ ὃ μήτε πλεονάζει μήτε ἐλλείπει· τοῦτο δ᾽ οὐχ ἕν, οὐδὲ ταὐτὸν πᾶσιν. οἷον εἰ τὰ δέκα πολλὰ τὰ δὲ δύο ὀλίγα, τὰ ἓξ μέσα λαμβάνουσι κατὰ τὸ πρᾶγμα· ἴσῳ γὰρ ὑπερέχει τε καὶ ὑπερέχεται· τοῦτο δὲ μέσον ἐστὶ κατὰ τὴν ἀριθμητικὴν ἀναλογίαν. τὸ δὲ πρὸς ἡμᾶς οὐχ οὕτω ληπτέον· οὐ γὰρ

[1106b] εἴ τῳ δέκα μναῖ φαγεῖν πολὺ δύο δὲ ὀλίγον, ὁ ἀλείπτης ἓξ μνᾶς προστάξει· ἔστι γὰρ ἴσως καὶ τοῦτο πολὺ τῷ ληψομένῳ ἢ ὀλίγον· Μίλωνι μὲν γὰρ ὀλίγον, τῷ δὲ ἀρχομένῳ τῶν γυμνασίων πολύ. ὁμοίως ἐπὶ δρόμου καὶ πάλης. οὕτω δὴ πᾶς ἐπιστήμων τὴν ὑπερβολὴν μὲν καὶ τὴν ἔλλειψιν φεύγει, τὸ δὲ μέσον ζητεῖ καὶ τοῦθ᾽ αἱρεῖται, μέσον δὲ οὐ τὸ τοῦ πράγματος ἀλλὰ τὸ πρὸς ἡμᾶς. εἰ δὴ πᾶσα ἐπιστήμη οὕτω τὸ ἔργον εὖ ἐπιτελεῖ, πρὸς τὸ μέσον βλέπουσα καὶ εἰς τοῦτο ἄγουσα τὰ ἔργα (ὅθεν εἰώθασιν ἐπιλέγειν τοῖς εὖ ἔχουσιν ἔργοις ὅτι οὔτ᾽ ἀφελεῖν ἔστιν οὔτε προσθεῖναι, ὡς τῆς μὲν ὑπερβολῆς καὶ τῆς ἐλλείψεως φθειρούσης τὸ εὖ, τῆς δὲ μεσότητος σῳζούσης, οἱ δ᾽ ἀγαθοὶ τεχνῖται, ὡς λέγομεν, πρὸς τοῦτο βλέποντες ἐργάζονται)· ἡ δ᾽ ἀρετὴ πάσης τέχνης ἀκριβεστέρα καὶ ἀμείνων ἐστὶν ὥσπερ καὶ ἡ φύσις, τοῦ μέσου ἂν εἴη στοχαστική. λέγω δὲ τὴν ἠθικήν· αὕτη γάρ ἐστι περὶ πάθη καὶ πράξεις, ἐν δὲ τούτοις ἔστιν ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις καὶ τὸ μέσον. οἷον καὶ φοβηθῆναι καὶ θαρρῆσαι καὶ ἐπιθυμῆσαι καὶ ὀργισθῆναι καὶ ἐλεῆσαι καὶ ὅλως ἡσθῆναι καὶ λυπηθῆναι ἔστι καὶ μᾶλλον καὶ ἧττον, καὶ ἀμφότερα οὐκ εὖ· τὸ δ᾽ ὅτε δεῖ καὶ ἐφ᾽ οἷς καὶ πρὸς οὓς καὶ οὗ ἕνεκα καὶ ὡς δεῖ, μέσον τε καὶ ἄριστον, ὅπερ ἐστὶ τῆς ἀρετῆς. ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τὰς πράξεις ἔστιν ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις καὶ τὸ μέσον. ἡ δ᾽ ἀρετὴ περὶ πάθη καὶ πράξεις ἐστίν, ἐν οἷς ἡ μὲν ὑπερβολὴ ἁμαρτάνεται καὶ ψέγεται καὶ ἡ ἔλλειψις, τὸ δὲ μέσον ἐπαινεῖται καὶ κατορθοῦται· ταῦτα δ᾽ ἄμφω τῆς ἀρετῆς. μεσότης τις ἄρα ἐστὶν ἡ ἀρετή, στοχαστική γε οὖσα τοῦ μέσου. ἔτι τὸ μὲν ἁμαρτάνειν πολλαχῶς ἔστιν (τὸ γὰρ κακὸν τοῦ ἀπείρου, ὡς οἱ Πυθαγόρειοι εἴκαζον, τὸ δ᾽ ἀγαθὸν τοῦ πεπερασμένου), τὸ δὲ κατορθοῦν μοναχῶς (διὸ καὶ τὸ μὲν ῥᾴδιον τὸ δὲ χαλεπόν, ῥᾴδιον μὲν τὸ ἀποτυχεῖν τοῦ σκοποῦ, χαλεπὸν δὲ τὸ ἐπιτυχεῖν)· καὶ διὰ ταῦτ᾽ οὖν τῆς μὲν κακίας ἡ ὑπερβολὴ καὶ ἡ ἔλλειψις, τῆς δ᾽ ἀρετῆς ἡ μεσότης·
ἐσθλοὶ μὲν γὰρ ἁπλῶς, παντοδαπῶς δὲ κακοί.

Ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετὴ ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα

[1107a] τῇ πρὸς ἡμᾶς, ὡρισμένῃ λόγῳ καὶ ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν. μεσότης δὲ δύο κακιῶν, τῆς μὲν καθ᾽ ὑπερβολὴν τῆς δὲ κατ᾽ ἔλλειψιν· καὶ ἔτι τῷ τὰς μὲν ἐλλείπειν τὰς δ᾽ ὑπερβάλλειν τοῦ δέοντος ἔν τε τοῖς πάθεσι καὶ ἐν ταῖς πράξεσι, τὴν δ᾽ ἀρετὴν τὸ μέσον καὶ εὑρίσκειν καὶ αἱρεῖσθαι. διὸ κατὰ μὲν τὴν οὐσίαν καὶ τὸν λόγον τὸν τὸ τί ἦν εἶναι λέγοντα μεσότης ἐστὶν ἡ ἀρετή, κατὰ δὲ τὸ ἄριστον καὶ τὸ εὖ ἀκρότης. οὐ πᾶσα δ᾽ ἐπιδέχεται πρᾶξις οὐδὲ πᾶν πάθος τὴν μεσότητα· ἔνια γὰρ εὐθὺς ὠνόμασται συνειλημμένα μετὰ τῆς φαυλότητος, οἷον ἐπιχαιρεκακία ἀναισχυντία φθόνος, καὶ ἐπὶ τῶν πράξεων μοιχεία κλοπὴ ἀνδροφονία· πάντα γὰρ ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα λέγεται τῷ αὐτὰ φαῦλα εἶναι, ἀλλ᾽ οὐχ αἱ ὑπερβολαὶ αὐτῶν οὐδ᾽ αἱ ἐλλείψεις. οὐκ ἔστιν οὖν οὐδέποτε περὶ αὐτὰ κατορθοῦν, ἀλλ᾽ ἀεὶ ἁμαρτάνειν· οὐδ᾽ ἔστι τὸ εὖ ἢ μὴ εὖ περὶ τὰ τοιαῦτα ἐν τῷ ἣν δεῖ καὶ ὅτε καὶ ὡς μοιχεύειν, ἀλλ᾽ ἁπλῶς τὸ ποιεῖν ὁτιοῦν τούτων ἁμαρτάνειν ἐστίν. ὅμοιον οὖν τὸ ἀξιοῦν καὶ περὶ τὸ ἀδικεῖν καὶ δειλαίνειν καὶ ἀκολασταίνειν εἶναι μεσότητα καὶ ὑπερβολὴν καὶ ἔλλειψιν· ἔσται γὰρ οὕτω γε ὑπερβολῆς καὶ ἐλλείψεως μεσότης καὶ ὑπερβολῆς ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις ἐλλείψεως. ὥσπερ δὲ σωφροσύνης καὶ ἀνδρείας οὐκ ἔστιν ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις διὰ τὸ τὸ μέσον εἶναί πως ἄκρον, οὕτως οὐδ᾽ ἐκείνων μεσότης οὐδ᾽ ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις, ἀλλ᾽ ὡς ἂν πράττηται ἁμαρτάνεται· ὅλως γὰρ οὔθ᾽ ὑπερβολῆς καὶ ἐλλείψεως μεσότης ἔστιν, οὔτε μεσότητος ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις.

***
[6] Δεν πρέπει όμως να το πούμε μόνο έτσι, ότι η αρετή είναι έξη· πρέπει να πούμε και τί λογής έξη είναι. Ας κάνουμε λοιπόν την παρατήρηση πως κάθε αρετή κάνει το πράγμα του οποίου είναι αρετή α) να βρίσκεται στην τελειότερη κατάστασή του, και β) να εκτελεί καλά το έργο του· π.χ. η αρετή του ματιού: και το ίδιο το μάτι το κάνει τέλειο, αλλά επίσης και το έργο του, αφού η αρετή του ματιού είναι που κάνει να βλέπουμε καλά. Όμοια η αρετή του αλόγου: α) κάνει το ίδιο το άλογο τέλειο, και β) το κάνει ικανό να τρέξει, να κρατήσει τον αναβάτη και να σταθεί αντιμέτωπο με τον εχθρό. Αν λοιπόν έτσι έχει το πράγμα σε κάθε περίπτωση, τότε και του ανθρώπου η αρετή θα είναι, λέω, η έξη από την οποία ξεκινά και το ότι ο άνθρωπος γίνεται καλός και το ότι θα μπορέσει να εκτελέσει καλά το έργο που του ανήκει.

Πώς θα γίνει αυτό, ήδη το έχουμε πει, μπορεί όμως και με τον ακόλουθο τρόπο να γίνει φανερό, αν εξετάσουμε δηλαδή να δούμε την ιδιαίτερη φύση της. Διαιρώντας κάτι που έχει για γνωρίσματά του τη συνέχεια και τη διαιρετότητα μπορούμε να έχουμε ή δύο άνισα μεταξύ τους μέρη (ένα μικρότερο και ένα μεγαλύτερο) ή δύο ίσα μέρη, και αυτό είτε σε σχέση προς το ίδιο το πράγμα είτε σε σχέση προς εμάς. Ίσο θα πει: κάτι που βρίσκεται ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη. Όταν λέω «μέσον σε σχέση προς το πράγμα», εννοώ «αυτό που απέχει εξίσου από καθένα από τα δύο άκρα»· αυτό, φυσικά, είναι ένα, και το ίδιο για όλους· όταν, πάλι, λέω «μέσον σε σχέση προς εμάς», εννοώ «αυτό που δεν είναι ούτε πάρα πολύ ούτε πολύ λίγο», κάτι που, βέβαια, δεν είναι ούτε ένα ούτε το ίδιο για όλους. Παράδειγμα: Αν τα δέκα είναι πολλά και τα δύο λίγα, μέσον σε σχέση προς το πράγμα λέμε πως είναι το έξι, αφού αυτό υπερέχει και υπερέχεται κατά τον ίδιο αριθμό μονάδων. Αυτό βέβαια είναι το μέσον όπως το διδάσκει η αριθμητική. Το μέσον όμως το σε σχέση προς εμάς δεν θα το ορίσουμε έτσι· γιατί

[1106b] αν για ένα άτομο είναι πολύ το να φάει δέκα «μερίδες» και λίγο το να φάει δύο, δεν θα πει πως ο προπονητής θα ορίσει έξι «μερίδες», γιατί και αυτή η ποσότητα μπορεί να είναι πολλή γι᾽ αυτόν που θα τη φάει ή λίγη: λίγη για έναν Μίλωνα, πολλή για τον αρχάριο στη γύμναση. Το ίδιο ισχύει και στο τρέξιμο ή την πάλη. Συμπέρασμα: Ο ειδήμονας αποφεύγει την υπερβολή ή την έλλειψη και ψάχνει να βρει το μέσον· αυτό είναι η τελική του προτίμηση — φυσικά όχι το μέσον το σε σχέση προς το πράγμα, αλλά το σε σχέση προς εμάς.

Αν λοιπόν η κάθε τέχνη επιτελεί σωστά το έργο της με αυτόν τον τρόπο, έχοντας στραμμένο το βλέμμα της προς το μέσον και κατευθύνοντας προς αυτό όλα τα έργα της (εξού και ο λόγος που συνοδεύει όλα τα πετυχημένα έργα, πως τίποτε δεν έχουμε να προσθέσουμε σ᾽ αυτά ή να τους αφαιρέσουμε, δεδομένου ότι η υπερβολή και η έλλειψη φθείρουν το σωστό, ενώ η μεσότητα το διασώζει — και οι καλοί τεχνίτες εργάζονται, όπως λέμε, με το βλέμμα τους στραμμένο προς αυτό) και αν η αρετή είναι, όπως και η φύση, ακριβέστερη και ανώτερη από κάθε τέχνη, τότε η αρετή έχει, λέω, ως στόχο της το μέσον. Φυσικά, μιλώ για την ηθική αρετή, γιατί αυτή είναι που αναφέρεται στα πάθη και στις πράξεις: σ᾽ αυτά υπάρχει υπερβολή, έλλειψη και το μέσον. Παραδείγματος χάριν μπορεί κανείς να φοβηθεί ή να δείξει θάρρος, να επιθυμήσει, να οργισθεί ή να σπλαχνισθεί, γενικά να νιώσει ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια, και σε μεγαλύτερο και σε μικρότερο βαθμό, και ούτε το ένα ούτε το άλλο από τα δύο αυτά είναι καλό· να τα αισθανθεί όμως όλα αυτά τη στιγμή που πρέπει, ενσχέσει με τα πράγματα που πρέπει, ενσχέσει με τους ανθρώπους που πρέπει, για τον λόγο που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει, αυτό είναι, κατά κάποιον τρόπο, το μέσον και το άριστο — αυτό το δεύτερο έχει, βέβαια, άμεση σχέση με την αρετή. Όμοια και στις πράξεις υπάρχει υπερβολή, έλλειψη και το μέσον — η αρετή αναφέρεται στα πάθη και στις πράξεις: σ᾽ αυτά η υπερβολή αποτελεί λάθος και ψέγεται, το ίδιο και η έλλειψη, ενώ το μέσον επαινείται και είναι το ορθό· φυσικά, τα δύο αυτά, ο έπαινος και η επιτυχία του ορθού, πάνε μαζί μαζί με την αρετή. Ένα είδος μεσότητας είναι λοιπόν η αρετή, έτσι που έχει για στόχο της το μέσον.

Κάτι ακόμη: Το λάθος γίνεται με πολλούς τρόπους (γιατί το κακό και το άπειρο πάνε μαζί, όπως δίδασκαν οι Πυθαγόρειοι, ενώ το καλό πάει μαζί με το πεπερασμένο), το σωστό όμως γίνεται με έναν μόνο τρόπο (γι᾽ αυτό και το πρώτο είναι εύκολο, ενώ το άλλο είναι δύσκολο: είναι εύκολο, πράγματι, να αποτύχεις στον στόχο σου και είναι δύσκολο να τον πετύχεις)· νά γιατί η υπερβολή και η έλλειψη είναι χαρακτηριστικά της κακίας και η μεσότητα της αρετής:

 «καλοί με έναν μόνο τρόπο, κακοί με χίλιους τόσους τρόπους».

Η αρετή λοιπόν είναι μια έξη, που α) επιλέγεται ελεύθερα από το άτομο, β) βρίσκεται στο μέσον,

[1107a] στο μέσον όμως το «σε σχέση προς εμάς»· το μέσον αυτό καθορίζεται από τη λογική — πιο συγκεκριμένα, από τη λογική, πιστεύω, που καθορίζει ο φρόνιμος άνθρωπος· είναι μεσότητα μεταξύ δύο κακιών, που η μία βρίσκεται από την πλευρά της υπερβολής και η άλλη από την πλευρά της έλλειψης· και ακόμη, με το νόημα ότι ορισμένες κακίες αποτελούν έλλειψη και άλλες πάλι υπερβολή σε σχέση με αυτό που πρέπει, είτε στα πάθη είτε στις πράξεις, ενώ η αρετή και βρίσκει και επιλέγει το μέσον. Από την άποψη λοιπόν της ουσίας της, και όσο μας ενδιαφέρει ο ορισμός της φύσης της, η αρετή είναι μεσότητα, από την άποψη όμως του σωστού και του άριστου είναι, ασφαλώς, κάτι που βρίσκεται στο ψηλότερο σκαλί.

Εν πάση περιπτώσει η θεωρία αυτή της μεσότητας δεν βρίσκει εφαρμογή σε κάθε πράξη και σε κάθε πάθος· υπάρχουν, πράγματι, πάθη που ήδη η λέξη που τα δηλώνει φέρνει στο μυαλό μας κάτι αρνητικό και τιποτένιο, π.χ. επιχαιρεκακία, αδιαντροπιά, φθόνος, και στην περίπτωση πράξεων: μοιχεία, κλεψιά, φόνος· γιατί όλα αυτά —και όσα άλλα τέτοια— τα λέμε με τη βεβαιότητα ότι είναι αρνητικά και τιποτένια τα ίδια και όχι η υπερβολή ή η έλλειψή τους. Δεν υπάρχει λοιπόν περίπτωση να κάνει ποτέ κανείς το σωστό ενσχέσει με αυτά· αυτά είναι πάντοτε λάθος. Ούτε υπάρχει περίπτωση να συμπεριφέρεται κανείς ενσχέσει με αυτά καλά ή κακά με το να κάνει τη μοιχεία του με τη γυναίκα με την οποία πρέπει να την κάνει, τη στιγμή που πρέπει να την κάνει και με τον τρόπο που πρέπει να την κάνει· και μόνο το ότι κάνει οτιδήποτε από αυτά είναι λάθος. Παρόμοιο επομένως είναι και το να περιμένουμε να υπάρχει μεσότητα, υπερβολή και έλλειψη στην αδικία, τη δειλία και την ακολασία, αφού τότε θα υπάρχει μεσότητα στην υπερβολή και στην έλλειψη, υπερβολή στην υπερβολή, έλλειψη στην έλλειψη. Όπως όμως δεν υπάρχει υπερβολή και έλλειψη στις περιπτώσεις της σωφροσύνης και της ανδρείας επειδή το μέσον στις περιπτώσεις αυτές είναι κατά κάποιον τρόπο άκρον, έτσι ακριβώς δεν υπάρχει μέσον, ούτε υπερβολή ή έλλειψη, και στις περιπτώσεις που αναφέραμε πρωτύτερα: με όποιον τρόπο και αν ενεργήσει κανείς στις περιπτώσεις αυτές, πρόκειται πάντοτε για λανθασμένη, για όχι σωστή συμπεριφορά. Γενικά δεν υπάρχει μέσον στην υπερβολή και στην έλλειψη, ούτε υπερβολή και έλλειψη στο μέσον.

Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (1372-1409)

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
ἀναπέτομαι δὴ πρὸς Ὄλυμπον πτερύγεσσι κούφαις·
πέτομαι δ᾽ ὁδὸν ἄλλοτ᾽ ἐπ᾽ ἄλλαν μελέων—
1375 ΠΙ. τουτὶ τὸ πρᾶγμα φορτίου δεῖται πτερῶν.
ΚΙ. ἀφόβῳ φρενὶ σώματί τε νέαν ἐφέπων.
ΠΙ. ἀσπαζόμεσθα φιλύρινον Κινησίαν.
τί δεῦρο πόδα σὺ κυλλὸν ἀνὰ κύκλον κυκλεῖς;
1380 ΚΙ. ὄρνις γενέσθαι βούλομαι λιγύφθογγος ἀηδών.
ΠΙ. παῦσαι μελῳδῶν, ἀλλ᾽ ὅ τι λέγεις εἰπέ μοι.
ΚΙ. ὑπὸ σοῦ πτερωθεὶς βούλομαι μετάρσιος
ἀναπτόμενος ἐκ τῶν νεφελῶν καινὰς λαβεῖν
1385 ἀεροδονήτους καὶ νιφοβόλους ἀναβολάς.
ΠΙ. ἐκ τῶν νεφελῶν γὰρ ἄν τις ἀναβολὰς λάβοι;
ΚΙ. κρέμαται μὲν οὖν ἐντεῦθεν ἡμῶν ἡ τέχνη.
τῶν διθυράμβων γὰρ τὰ λαμπρὰ γίγνεται
ἀέρια καὶ σκοτεινὰ καὶ κυαναυγέα
1390 καὶ πτεροδόνητα· σὺ δὲ κλύων εἴσει τάχα.
ΠΙ. οὐ δῆτ᾽ ἔγωγε. ΚΙ. νὴ τὸν Ἡρακλέα σύ γε.
ἅπαντα γὰρ δίειμί σοι τὸν ἀέρα.
εἴδωλα πετηνῶν
αἰθεροδρόμων
οἰωνῶν ταναοδείρων—
ΠΙ. ὠόπ.
1395 ΚΙ. τὸν ἀλαδρόμον ἀλάμενος
ἅμ᾽ ἀνέμων πνοαῖσι βαίην—
ΠΙ. νὴ τὸν Δί᾽ ἦ ᾽γώ σου καταπαύσω τὰς πνοὰς.
ΚΙ. τοτὲ μὲν νοτίαν στείχων πρὸς ὁδόν,
τοτὲ δ᾽ αὖ βορέᾳ σῶμα πελάζων
1400 ἀλίμενον αἰθέρος αὔλακα τέμνων.
χαρίεντά γ᾽, ὦ πρεσβῦτ᾽, ἐσοφίσω καὶ σοφά.
ΠΙ. οὐ γὰρ σὺ χαίρεις πτεροδόνητος γενόμενος;
ΚΙ. ταυτὶ πεπόηκας τὸν κυκλιοδιδάσκαλον,
ὃς ταῖσι φυλαῖς περιμάχητός εἰμ᾽ ἀεί;
1405 ΠΙ. βούλει διδάσκειν καὶ παρ᾽ ἡμῖν οὖν μένων
Λεωτροφίδῃ χορὸν πετομένων ὀρνέων
Κεκροπίδα φυλήν; ΚΙ. καταγελᾷς μου, δῆλος εἶ.
ἀλλ᾽ οὖν ἔγωγ᾽ οὐ παύσομαι, τοῦτ᾽ ἴσθ᾽ ὅτι,
πρὶν ἂν πτερωθεὶς διαδράμω τὸν ἀέρα.

***
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Ω, με φτερούγες ανάλαφρες πάω για τον Όλυμπο,
κι όπως πετώ, μουσικόδρομους πάντα καινούριους...
ΠΙΣ. Φορτίο φτερά χρειαζόμαστε για τούτον.
ΚΙΝ. ακολουθώ με μυαλό και κορμί που ποτέ δε δειλιάζουν.
ΠΙΣ. Ω, χαίρε, Κινησία, κουφόξυλό μου.
Πώς το κουτσό εδώ πόδι κυκλοφέρνεις;
ΚΙΝ., τραγουδιστά ακόμη.
1380 Θέλω πουλί, θέλω αηδόνι να γίνω γλυκόλαλο.
ΠΙΣ. Κόψε τις μελωδίες και πες τί θέλεις.
ΚΙΝ. Θέλω να με φτερώσεις, να πετάξω
στους αιθέρες ψηλά, κι από τα νέφη
πρωτόφαντους διθύραμβους ν᾽ αρπάξω,
χιονοδαρμένους κι αεροσαλεμένους.
ΠΙΣ. Οι διθύραμβοι πιάνονται απ᾽ τα νέφη;
ΚΙΝ. Ναι, κρέμεται από κει η δική μας τέχνη.
Των διθυράμβων είναι αιθέρια η λάμψη,
σκοτεινή, μαυρογάλαζο ένα φέγγος,
1390 φτεροσάλευτη· γιά άκου, να το νιώσεις.
ΠΙΣ. Δεν είναι ανάγκη. ΚΙΝ. Θες δε θες, θ᾽ ακούσεις.
Για σε όλον θα ιστορήσω τον αέρα.
Τραγουδά.
Ω εσείς μορφές των πετούμενων,
των αιθερόδρομων,
των μακρολαίμικων,...
ΠΙΣ. Οοοόπ!
ΚΙΝ., συνεχίζοντας το τραγούδι.
όπως πηδώ μες στο πλάνο μου τρέξιμο, να ᾽τανε
με των ανέμων να πάω τις πνοές...
ΠΙΣ. Θα κόψω τις πνοές σου, μά το Δία.
Κυνηγά τον Κινησία και προσπαθεί να του κλείσει το στόμα με φτερά, ενώ αυτός τρέχει από δω κι από κει, για να ξεφύγει, αλλά συνεχίζοντας το τραγούδι.
ΚΙΝ. μια προς το νότο ακλουθώντας το δρόμο,
μια στο βοριά το κορμί μου ζυγώνοντας,
1400 την αυλακιά τ᾽ ουρανού την αλίμενη σκίζοντας.
Κουβεντιαστά.
Γέρο, σοφή κι ωραία η σκέψη σου ήταν.
ΠΙΣ. Σε κάνω φτεροσάλευτο· δε θέλεις;
ΚΙΝ. Πώς φέρνεσαι έτσι στον ποιητή, που κύκλιους
χορούς γυμνάζει κι οι φυλές μαλώνουν
ποιά να τον πρωτοπάρει; ΠΙΣ. Θες να μείνεις
κοντά μας και Χορό να προγυμνάσεις
από πετούμενα όρνια; Κεκροπίδα
φυλή, και χορηγός ο Λεωτροφίδης.
ΚΙΝ. Το βλέπω, με γελάς, μα εγώ, να ξέρεις,
με πείσμα θα επιμείνω, ώσπου να πάρω
φτερά και να πετάω μες στον αέρα.
Φεύγει· έρχεται τραγουδώντας ένας καταδότης, που ο Πισθέταιρος δεν τον προσέχει αμέσως, επειδή κοιτάζει τον Κινησία που φεύγει.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΕΚΑΒΗ

ΕΚΑΒΗ
(ζώο, σκυλί)

Καταγωγή

Υπάρχουν δύο παραδόσεις για την καταγωγή της Εκάβης. Η μία, επική, τη θέλει να κατάγεται από τη Φρυγία ως κόρη του Δύμαντα με απώτερη καταγωγή από τον ποταμό Σαγγάριο -ενίοτε θεωρούνταν και πατέρας της· η άλλη, των τραγικών, τη θέλει κόρη του βασιλιά των Θρακών Κισσέα. Ως κόρη του Κισσέα μητέρα της θεωρείται η Τηλέκλεια, ως κόρη του Σαγγάριου η Νύμφη Ευαγόρα, ως κόρη του Δύμαντα η Νύμφη Ευνόη, ενώ τον τίτλο διεκδικεί και η Γλαυκίππη, κόρη του Ξάνθου. Μέχρι και τον 6ο αι. μ.Χ. το γενεαλογικό δέντρο της Εκάβης προκαλούσε συζητήσεις ανάμεσα στους γραμματικούς της εποχής.

Γάμος - Απόγονοι

Η υδάτινη καταγωγή της Εκάβης, από τον Σαγγάριο, αιτιολογεί τη γονιμότητά της, μια και ως (δεύτερη) σύζυγος του Πριάμου απέκτησε δεκαεννέα παιδιά.

Πρωτότοκος γιος ήταν ο Έκτορας, όμως όνειρο σημάδεψε τη γέννηση του δεύτερου παιδιού τους, του Πάρη:

… όταν ήταν να γεννήσει το δεύτερο παιδί η Εκάβη, είδε στον ύπνο της ότι γέννησε ένα δαυλό αναμμένο που διαμοιραζόταν σε ολόκληρη την πόλη και την έκαιγε. Όταν ο Πρίαμος έμαθε από την Εκάβη το όνειρό της, κάλεσε τον γιο του Αίσακο· γιατί ήξερε να εξηγεί τα όνειρα, τέχνη που έμαθε από τον Μέροπα, παππού του, από την πλευρά της μάνας του. Αυτός είπε ότι το παιδί θα γινόταν η καταστροφή της πατρίδας του και τον συμβούλευσε να το αφήσει έκθετο. Και ο Πρίαμος, όταν γεννήθηκε το παιδί, το έδωσε σε έναν δούλο, που ονομαζόταν Αγέλαος, να το μεταφέρει στην Ίδη και να το αφήσει εκεί. Για πέντε μέρες το βρέφος, που εκείνος είχε εγκαταλείψει, τράφηκε από μιαν αρκούδα. Κι όταν το βρήκε σώο, το μάζεψε, το έφερε στους αγρούς και το ανέθρεψε σαν να ήταν δικό του παιδί, αφού το ονόμασε Πάρι. Έφηβος πια και ασύγκριτος σε ομορφιά και δύναμη, επονομάστηκε και Αλέξανδρος, επειδή κυνηγούσε τους ληστές και προστάτευε τα κοπάδια. Και ύστερα από όχι μεγάλο χρονικό διάστημα, βρήκε τους γονείς του. (Απολλόδωρος 3.12)

Ο Πίνδαρος παραλλάσσει το όνειρο της Εκάβης. Είδε, λέει, πως είχε γεννήσει τέρας με εκατό χέρια. Σε καθένα κρατούσε από ένα δαυλό αναμμένο και σώριαζε την Τροία σε ερείπια.

Άλλη εκδοχή αναφέρει πως οι μάντεις, κυρίως ο Αίσακος, δήλωσαν πως το παιδί που θα γεννιόταν μια ορισμένη μέρα θα προκαλούσε την καταστροφή της Τροίας και ότι όφειλαν να σκοτώσουν μητέρα και παιδί. Όμως την ορισμένη μέρα, εκτός από την Εκάβη, γέννησε και η Κίλλα τον Μούνιππο από τον Θυμοίτη, αδελφό ή κουνιάδο του Πριάμου. Αυτούς θανάτωσε ο Πρίαμος.

Μετά από αυτόν [τον Πάρη] η Εκάβη γέννησε κόρες, την Κρέουσα, τη Λαοδίκη, την Πολυξένη, την Κασάνδρα, στην οποία ο Απόλλωνας υποσχέθηκε να διδάξει την τέχνη της μαντείας, επειδή ήθελε να σμίξει μαζί της. […] Στη συνέχεια γέννησε πάλι αγόρια, τον Δηίφοβο, τον Έλενο, τον Πάμμονα, τον Πολίτη, τον Άντιφο, τον Ιππόνοο, τον Πολύδωρο, τον Τρωίλο· γι' αυτόν λένε ότι τον απέκτησε με τον Απόλλωνα. (Απολλόδωρος 3.12)

Το τέλος του πολέμου - Θάνατος Εκάβης

Στην Ιλιάδα η Εκάβη δεν παίζει ιδιαίτερο ρόλο, κυρίως θρηνεί τον Έκτορα και τότε εκφράζεται με πάθος εναντίον του Αχιλλέα: «Αχ! καρφωμένη επάνω του το σκώτι πέρα πέρα / θα του 'τρωγα να πλερωθούν τα πάθια του παιδιού μου.» (Ω 212-213). Όμως από τους τραγικούς αναδεικνύεται ως η μάνα* στην οποία συσσωρεύονται όλα τα δεινά.

Στον πόλεμο έχασε τα αρσενικά παιδιά της και μετά την άλωση την Κασσάνδρα, που την είδε να φεύγει αιχμάλωτη και παλλακίδα του Αγαμέμνονα, την Πολυξένη, που θυσιάστηκε πάνω στον τάφο του Αχιλλέα, και τον Πολύδωρο, τον πιο μικρό της γιο που ο Πρίαμος είχε εμπιστευτεί στον θράκα βασιλιά Πολυμήστορα. Τον θάνατο του αδικοχαμένου γιου εκδικήθηκε** η αιχμάλωτη Εκάβη με τρόπο σκληρό -τύφλωσε τον φονιά του Πολυμήστορα, ενώ άλλες αιχμάλωτες Τρωαδίτισσες σκότωσαν τα παιδιά του Θράκα βασιλιά.

Για την πράξη της αυτή οι Έλληνες τη λιθοβόλησαν, όμως κάτω από τις πέτρες βρήκαν αντί για το σώμα της το πτώμα μιας σκύλας με πύρινα μάτια. Άλλοι παραδίδουν ότι μεταμορφώθηκε σε σκύλα την ώρα που την κυνηγούσαν οι σύντροφοι του Πολυμήστορα ή πάνω στο καράβι που τη μετέφερε αιχμάλωτη στην Ελλάδα, οπότε και ρίχτηκε στη θάλασσα. Άλλη παράδοση τη θέλει να φεύγει από την Τροία μαζί με τον Έλενο, την Κασσάνδρα και την Ανδρομάχη προς τη Χερσόνησο της Θράκης, προκειμένου να εγκατασταθούν εκεί. Εκεί μεταμορφώθηκε σε σκύλα και πέθανε. Θάφτηκε από τον Έλενο σε τάφο που ονομάστηκε κυνός σῆμα (ο τάφος της σκύλας). Στην τραγωδία Τρωάδες η Εκάβη δίνεται σαν δούλα στον Οδυσσέα, στον άνδρα που προκάλεσε με το τέχνασμά του την άλωση της Τροίας.
---------------------------
*Εκάβη
 
Η μαύρη κι άραχλη, να σύρω μεγάλη φωνή;
να σύρω μοιρολόι κι οδυρμό;
σκοτεινά γηρατειά, θεοσκότεινα,
σκλαβιά μου αφόρητη,
ασήκωτη σκλαβιά μου,
πού να ζητήσω καταφύγιο, σε ποιο παιδί μου;
σε ποια χώρα; ο γέροντάς μου χάθηκε
και τα παιδιά μου χάθηκαν·
ποιο μονοπάτι να πάρω,
αυτό ή εκείνο;
ποιος δαίμονας και ποιος θεός θα τρέξει να με σώσει; […]
Δύσκολο πόδι μου πάγαινε,
πάγαινε τη γριά σε κείνο το πλατύσκαλο.
[…]
Είμαι γερόντισσα,
ένας κηφήνας,
αξιοθρήνητη,
σκιάς είδωλο,
προσωπείο θανάτου.
[…]
Γέρνω στη γη το κορμί μου,
γονατίζω τα γηρατειά μου
και με τα δυο μου χέρια
χτυπάω το χώμα.
(Ευρ., Εκ. 155-164· Τρωάδες, 190-193, 1305-1306)
 
**Η τύφλωση του Πολυμήστορα και ο φόνος των παιδιών του
 
[…] ήταν
κάποιος Πολύδωρος, γιος της Εκάβης,
ο πιο μικρός· αυτόν από την Τροία
τον έστειλε ο πατέρας του σε μένα
σπίτι μου να τον θρέψω, τι φοβόταν
ο Πρίαμος το πάρσιμο της πόλης.
Αυτόν τον σκότωσα· άκου για ποιο λόγο,
πόσο καλά και φρόνιμα έχω πράξει.
Φοβήθηκα ο εχθρός σου, αυτό τ' αγόρι,
μη μείνει ζωντανό και ξαναχτίσει,
μαζεύοντας λαό, πάλι την Τροία
και μήπως οι Αχαιοί μαθαίνοντας το,
πως κάποιο ζει απ' του Πρίαμου τα τέκνα,
ξανάρχονταν στη χώρα της Φρυγίας
με στόλο αρματωμένο, και τους κάμπους
ερήμαζαν κουρσεύοντας της Θράκης.
Και τότε εμείς οι γείτονες της Τροίας
θα πάσχουμε, όπως τώρα, βασιλιά μου.
Η Εκάβη, μόλις έμαθε του γιου της
την τύχη τη θανάσιμη, εδωπέρα
μ' αυτήν την αφορμή μ' έχει ξεσύρει,
για να μου πει πως τάχα μες στην Τροία
του Πρίαμου χρυσάφι ήταν κρυμμένο
σε θήκες· μοναχό με τα παιδιά μου
με μπάζει μες στις τέντες, να μη μάθει
γι' αυτά κανένας άλλος. Στο κρεβάτι
καθίζω· Τρωαδίτισσες κοντά μου,
δεξιά κι αριστερά, κάθισαν πλήθος
σα να 'μουν φίλος· παίνευαν της Θράκης
τον αργαλειό τα ρούχα μου κοιτώντας·
άλλες τα δυο θρακιώτικα κοντάρια
βλέποντας, απ' αυτά με ξαρματώσαν.
Όσες ήταν μανάδες, τα παιδιά μου
θαυμάζοντας τα παίζανε στα χέρια
κι η μια στην άλλη τα 'δινε, ώσπου φτάσαν
να βρίσκονται μακριά από το γονιό τους.
Κι ύστερα από τις ήσυχες κουβέντες
βγάλανε -πώς σου φαίνεται;- μαχαίρια
που τα 'χαν μες στα πέπλα τους κρυμμένα.
Κι άλλες τους γιους μου αμέσως μαχαιρώνουν,
άλλες, θαρρείς κι ήταν εχθροί, μου πιάνουν
χέρια και πόδια και μου τα βαστάνε·
ζητώντας να συντρέξω τα παιδιά μου,
αν προσπαθούσα να σηκώσω το κεφάλι,
μου πιάναν τα μαλλιά και με κρατούσαν·
κι αν πάσκιζα τα χέρια να κουνήσω,
από το πλήθος τους ο δόλιος δεν μπορούσα
να καταφέρω τίποτα. Στο τέλος,
η πιο μεγάλη συμφορά μου απ' όλες,
φριχτό κακό μου κάναν με περόνες
τις κόρες διατρυπάνε των ματιών μου
και τα ματώνουν· ύστερα το σκάσαν
απ' τις σκηνές. Εγώ πηδώντας πάνω
σαν το θεριό τις σκύλες κυνηγάω
τις φόνισσες, γκρεμίζοντας, χτυπώντας.
Αυτά έχω πάθει, θέλοντας να κάνω
καλό, Αγαμέμνονα, σε σε, δικό σου
σκοτώνοντας εχθρό. Για να μην πάνε
τα λόγια μου σε μάκρος, αν κανένας
ή πριν, ή τώρα, ή αύριο τις γυναίκες
κακολογήσει, εγώ με δυο κουβέντες
μόνο θα πω όλα αυτά. Μια τέτοια φύτρα
ούτε στεριά ούτε θάλασσα έχει θρέψει·
όποιος μαζί μ' αυτές είχε να κάνει,
πολύ καλά θα το γνωρίζει ετούτο.
(Ευρ., Εκάβη 1113-1161)