Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (71.1-75.1)

71. ΔΡΥΣ ΚΑΙ ΚΑΛΑΜΟΣ [71.1] δρῦς καὶ κάλαμος ἤριζον περὶ ἰσχύος. ἀνέμου δὲ σφοδροῦ γενομένου ὁ μὲν κάλαμος σαλευόμενος καὶ συγκλινόμενος ταῖς τούτου πνοαῖς τὴν ἐκρίζωσιν ἐξέφυγεν, ἡ δὲ δρῦς δι᾽ ὅλου ἀντιστᾶσα ἐκ ῥιζῶν κατηνέχθη.
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι οὐ δεῖ τοῖς κρείττοσιν ἐρίζειν.

72. ΑΝΗΡ ΔΕΙΛΟΣ ΛΕΟΝΤΑ ΧΡΥΣΟΥΝ ΕΥΡΩΝ
[72.1] δειλὸς φιλάργυρος λέοντα χρυσοῦν εὑρὼν ἑαυτὸν προσαγορεύει· «οὐκ οἶδα τίς γενήσομαι ἐπὶ τοῖς παροῦσιν. ἐγὼ ἐκβέβλημαι ἐκ τῶν φρενῶν καὶ τί πράττω οὐκ ἔχω. μερίζομαι φιλοχρηματίᾳ καὶ τῇ τῆς φρενὸς δειλίᾳ. ποία γὰρ τύχη ἢ ποῖος δαίμων εἰργάσατο χρυσοῦν λέοντα; ἡ μὲν γὰρ ἐμὴ ψυχὴ πρὸς τὰ παρόντα ἑαυτῇ πολεμεῖ. ἀγαπᾷ μὲν τὸν χρυσόν, δέδοικε δὲ τοῦ χρυσοῦ τὴν ἐργασίαν· ἅπτεσθαι μὲν τοῦ εὑρήματος ἐλαύνει ὁ πόθος, ἀπέχεσθαι δὲ ὁ τρόπος. ὦ τύχης διδούσης καὶ μὴ λαβεῖν συγχωρούσης! ὦ θησαυρὸς ἡδονὴν οὐκ ἔχων! ὦ χάρις δαιμόνων ἄχαρις γενομένη! τί οὖν; ποίῳ τρόπῳ χρήσωμαι; ἐπὶ ποίαν ἔλθω μηχανήν; ἄπειμι τοὺς οἰκέτας δεῦρο κομίσων λαβεῖν ὀφείλοντας τῇ πολυπληθεῖ συμμαχίᾳ κἀγὼ πόρρω ἔσομαι θεατής».
[ὁ λόγος ἁρμόζει πρός τινα πλούσιον μὴ τολμῶντα προσψαῦσαι καὶ χρήσασθαι τῷ πλούτῳ.]

73. ΔΕΛΦΙΝΕΣ ΚΑΙ ΚΩΒΙΟΣ
[73.1] δελφῖνες καὶ φάλαιναι πρὸς ἀλλήλους ἐμάχοντο. ἐπὶ πολὺ δὲ τῆς διαφορᾶς σφοδρυνομένης κωβιὸς ἀνέδυ [ἔστι δὲ οὗτος μικρὸς ἰχθύς] καὶ αὐτοὺς ἐπειρᾶτο διαλύειν. εἷς δέ τις τῶν δελφίνων ὑπολαβὼν ἔφη πρὸς αὐτόν· «ἀλλ᾽ ἡμῖν ἀνεκτότερον ἔσται μαχομένοις ὑπ᾽ ἀλλήλων διαφθαρῆναι ἢ σοῦ διαλλακτοῦ τυχεῖν».
οὕτως ἔνιοι τῶν ἀνθρώπων οὐδενὸς ἄξιοι ὄντες, ὅταν ταραχῆς λάβωνται, δοκοῦσί τινες.

74. ΜΕΛΙΤΤΟΥΡΓΟΣ
[74.1] εἰς μελισσουργοῦ τις εἰσελθὼν ἐκείνου ἀπόντος τό τε μέλι καὶ τὰ κηρία ἀφείλετο. ὁ δὲ ἐπανελθὼν ἐπειδὴ ἐθεάσατο ἐρήμους τὰς κυψέλας, εἱστήκει ταύτας διερευνῶν. αἱ δὲ μέλισσαι ἐπανελθοῦσαι ἀπὸ τῆς νομῆς ὡς κατέλαβον αὐτόν, παίουσαι τοῖς κέντροις τὰ πάνδεινα διετίθεσαν. κἀκεῖνος ἔφη πρὸς αὐτάς· «ὦ κάκιστα ζῷα, ὑμεῖς τὸν μὲν κλέψαντα ὑμῶν τὰ κηρία ἀθῷον ἀφήκατε, ἐμὲ δὲ τὸν ἐπιμελούμενον ὑμῶν τύπτετε;»
οὕτως ἔνιοι τῶν ἀνθρώπων δι᾽ ἄγνοιαν τοὺς ἐχθροὺς μὴ φυλαττόμενοι τοὺς φίλους ὡς ἐπιβούλους ἀπωθοῦνται.

75. ΔΕΛΦΙΣ ΚΑΙ ΠΙΘΗΚΟΣ
[75.1] ἔθος ἐστὶ τοῖς πλέουσιν ἐπάγεσθαι κύνας Μελιταίους καὶ πιθήκους πρὸς παραμυθίαν τοῦ πλοῦ. καὶ δή τις πλεῖν μέλλων πίθηκον συνανήνεγκε. γενομένων δὲ αὐτῶν κατὰ τὸ Σούνιον (ἐστὶ δὲ τοῦτο Ἀθηναίων ἀκρωτήριον) συνέβη χειμῶνα σφοδρὸν γενέσθαι. περιτραπείσης δὲ τῆς νηὸς καὶ πάντων διακολυμβώντων καὶ ὁ πίθηκος ἐνήχετο. δελφὶς δὲ θεασάμενος αὐτὸν καὶ οἰόμενος ἄνθρωπον εἶναι ὑπεξελθὼν διεκόμιζεν. ὡς δὲ ἐγένετο κατὰ τὸν Πειραιᾶ, τὸν τῶν Ἀθηναίων λιμένα, ἐπυνθάνετο τοῦ πιθήκου, εἰ τὸ γένος Ἀθηναῖός ἐστι. τοῦ δὲ εἰπόντος καὶ λαμπρῶν γε ἐνταῦθα τετυχηκέναι γονέων, ἐκ δευτέρου ἠρώτα αὐτόν, εἰ ἐπίσταται τὸν Πειραιᾶ. καὶ ὃς ὑπολαβὼν αὐτὸν ἄνθρωπον λέγειν ἔφασκε καὶ φίλον αὐτοῦ εἶναι καὶ συνήθη. καὶ ὁ δελφὶς ἀγανακτήσας κατὰ τῆς αὐτοῦ ψευδολογίας βαπτίζων αὐτὸν ἀπέπνιξεν.
πρὸς ἄνδρα ψευδολόγον.

***
71. Η βελανιδιά και η καλαμιά.
[71.1] Μια φορά μάλωναν η βελανιδιά και η καλαμιά ποιά είναι η πιο δυνατή, όταν ξάφνου σηκώθηκε σφοδρός άνεμος. Η καλαμιά τότε άρχισε να ταλαντεύεται και να λυγίζει μπροστά στις ριπές του ανέμου, και έτσι γλίτωσε και δεν ξεριζώθηκε. Η βελανιδιά όμως πρόβαλε αντίσταση με όλον της τον όγκο και τελικά σωριάστηκε κάτω ξεθεμελιωμένη από τις ρίζες της.
Το δίδαγμα του μύθου: Δεν πρέπει κανείς να τα βάζει με τους δυνατότερους.

72. Ο δειλός που βρήκε το χρυσό λιοντάρι.
[72.1] Ήταν κάποτε ένας τύπος φιλάργυρος και πολύ φοβητσιάρης. Αυτός, που λέτε, βρήκε μπροστά του ένα χρυσό λιοντάρι και βάλθηκε να διαλογίζεται μέσα του: «Τώρα, σε τέτοιες περιστάσεις δεν ξέρω τί λογής χαρακτήρα να δείξω. Στα αλήθεια, αισθάνομαι εκτός εαυτού και δεν ξέρω τί να κάνω. Με έχουν χωρίσει στα δύο, από τη μία η φιλαργυρία μου και από την άλλη η δειλία της καρδιάς μου. Τί τύχη είναι αυτή, τί σόι δαιμόνιο έφτιαξε τούτο το χρυσό λιοντάρι; Η ψυχή μου κάνει πόλεμο με τον εαυτό της αντιμέτωπη με όσα αντικρίζει. Λατρεύει το χρυσάφι, ναι, βέβαια, έλα όμως που φοβάται τη μορφή που έχει πάρει αυτός ο χρυσός! Λαχτάρα έντονη με κεντρίζει να αδράξω τούτο το τυχερό· αλλά τί να κάνω που ο χαρακτήρας μου με κρατάει μακριά του; Καταραμένη τύχη, από τη μία μού χαρίζεις και από την άλλη δεν με αφήνεις να τα πιάσω! Διάβολε, κοίτα παράδοξο: ο θησαυρός δεν φέρνει καμία ευχαρίστηση! Άχαρο μου βγήκε το χάρισμα των θεών! Τί θα γίνει, λοιπόν; Τί στάση να κρατήσω; Τί λογής τέχνασμα να μεταχειριστώ; Το βρήκα: θα πάω να κουβαλήσω εδώ πέρα τους υπηρέτες μου. Αυτοί θα επιφορτιστούν με το καθήκον να μεταφέρουν το πράγμα, συμπράττοντας όλοι μαζί, έτσι πολυάριθμοι που είναι. Όσο για μένα, θα κάθομαι να κοιτάζω από μακριά».
Ο μύθος αυτός ταιριάζει για κανέναν πλούσιο που δεν έχει το κουράγιο να απλώσει χέρι στα πλούτη του και να τα εκμεταλλευτεί.

73. Τα δελφίνια και ο κωβιός.
[73.1] Μια φορά και έναν καιρό τα δελφίνια και οι φάλαινες πολεμούσαν μεταξύ τους. Η μάχη τους, που λέτε, βαστούσε για πολύ και γινόταν όλο και πιο άγρια, όταν ξάφνου ξεμύτισε ανάμεσά τους ένας κωβιός (αυτό, ξέρετε, είναι ένα μικρό τοσοδούλικο ψαράκι) και βάλθηκε να τους λύσει τις διαφορές. Τότε όμως ένα από τα δελφίνια τού έκοψε τη φόρα λέγοντας: «Καλά ρε, δεν το καταλαβαίνεις ότι για μας είναι προτιμότερο να σκοτωθούμε αναμεταξύ μας στον πόλεμο, παρά να ανεχτούμε εσένα για διαιτητή;».
Έτσι συμβαίνει και με μερικούς ανθρώπους: Ενώ είναι εντελώς τιποτένιοι, άμα βρουν ευκαιρία να αναδειχτούν σε καμιά αναταραχή, θαρρούν πως έγιναν σπουδαίοι.

74. Ο μελισσοκόμος.
[74.1] Ήταν κάποτε ένας κλέφτης που τρύπωσε κρυφά στο κτήμα κάποιου μελισσοκόμου, όσο έλειπε το αφεντικό, και βούτηξε όλο το μέλι και τις κερήθρες. Μετά από λίγο γύρισε ο μελισσοκόμος και βρήκε τις κυψέλες του άδειες και έρημες. Κοντοστάθηκε λοιπόν και τις εξέταζε, όταν ξαφνικά άρχισαν να καταφτάνουν οι μέλισσες, επιστρέφοντας από τη βοσκή. Βρίσκοντας τον άνθρωπό μας εκεί, βάλθηκαν να τον τσιμπούν με τα κεντριά τους και τον έκαναν να τραβήξει τα πάνδεινα. Ο μελισσοκόμος τότε τους έβαλε τις φωνές: «Βρε απαίσια πλάσματα, τον κλέφτη που βούτηξε τις κερήθρες σας τον αφήσατε να φύγει ατιμώρητος, και ριχτήκατε να χτυπάτε εμένα που σας φροντίζω;»
Έτσι συμβαίνει και με ορισμένους ανθρώπους: Από καθαρή άγνοια δεν φυλάγονται από τους εχθρούς τους, ενώ αντίθετα διώχνουν μακριά τους φίλους τους, περνώντας τους για προδότες.

75. Το δελφίνι και ο πίθηκος.
[75.1] Οι ναυτικοί, ως γνωστόν, το έχουν συνήθειο να παίρνουν μαζί τους μικρά σκυλάκια Μάλτας ή πιθήκους, για να έχουν κάποια διασκέδαση στο θαλασσινό τους ταξίδι. Μια φορά, λοιπόν, κάποιος που ήταν έτοιμος να μπαρκάρει έφερε μαζί του έναν πίθηκο. Καθώς περιέπλεαν το Σούνιο (αυτό είναι ακρωτήριο της Αττικής, το ξέρετε), έτυχε να ξεσπάσει σφοδρή θύελλα. Το καράβι αναποδογύρισε και όλοι ρίχτηκαν να κολυμπούν προς τη στεριά· μαζί τους πλατσούριζε και ο πίθηκος. Σε κάποια στιγμή, που λέτε, τον πρόσεξε ένα δελφίνι και τον πέρασε για άνθρωπο, οπότε χώθηκε από κάτω του και τον πήρε να τον κουβαλήσει στη ράχη του. Όταν με το καλό έφτασαν στον Πειραιά, το περίφημο λιμάνι της Αθήνας, το δελφίνι ρώτησε τον πίθηκο αν είναι η καταγωγή του από την πόλη αυτή. «Μα βεβαίως», είπε αυτός, «και μάλιστα οι γονείς μου είναι σπουδαίοι άρχοντες εδώ πέρα». Έλα όμως που ύστερα το δελφίνι τού έκανε και άλλη ερώτηση, αν γνωρίζει τον Πειραιά. Ο πίθηκος τότε νόμισε ότι εννοούσε κάποιον άνθρωπο και δήλωσε ότι ασφαλώς τον ξέρει και μάλιστα είναι φίλος του πολύ στενός. Αποτέλεσμα: το δελφίνι αγανάκτησε με τις ψευτιές του κατεργάρη, και γι᾽ αυτό τον βούτηξε μέσα στο νερό και τον έπνιξε.
Μύθος κατάλληλος για ψεύτες.

ΠΟΛΥΚΡΑΤΗΣ Ο ΣΑΜΙΟΣ: Ο «τυχερός» τύραννος

Πολυκράτης ο Σάμιος: ; – 522 π.X
 
Ο Πολυκράτης ήταν γιος του τυράννου της Σάμου, Αιάκη. Κατά τον Ηρόδοτο ο Αιάκης μοίρασε τη Σάμο σε τρία μέρη και έδωσε από ένα στους τρεις γιους του, τον Παντάγνωτο, τον Πολυκράτη και τον Συλοσώντα. Ο Πολυκράτης όμως, αφού σκότωσε πάνω σε καβγά τον αδελφό του Παντάγνωτο και εξόρισε τον Συλοσώντα, έγινε ο μόνος τύραννος του νησιού, γύρω στο 538 π.X.
 
Ακολουθώντας τη συνηθισμένη τακτική των τυράννων ο Πολυκράτης προσπάθησε πρώτα απ’ όλα να εδραιώσει την εξουσία του. Σκότωσε ή εξόρισε όσο μπορούσε περισσότερους γεωμόρους, δηλαδή μεγαλογαιοκτήμονες, και αριστοκρατικούς, οι οποίοι επιθυμούσαν να εγκαταστήσουν στη Σάμο ολιγαρχικό πολίτευμα. Οσους απέμειναν, τους φορολογούσε πολύ βαριά. Ο φιλόσοφος Πυθαγόρας, ο οποίος ανήκε στην αριστοκρατική τάξη, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του Σάμο εξαιτίας των μέτρων του Πολυκράτη. Επίσης ο Πολυκράτης, για να αποφύγει τον κίνδυνο των εναντίον του συνωμοσιών, απαγόρευσε κάθε είδους συναθροίσεις πολιτών, ακόμη και στα γυμναστήρια. Από την άλλη όμως ο Πολυκράτης έδωσε δουλειά στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις με τα περίφημα δημόσια έργα του.

Βία και οικονομική άνθηση
Ο Πολυκράτης υπήρξε αντιφατική προσωπικότητα. Οι ιστορικοί τον κατηγορούν για τη βαναυσότητα με την οποία αντιμετώπισε τους αντιπάλους του και για το ότι στέρησε από τους υπηκόους του τις δημοκρατικές ελευθερίες. Του αναγνωρίζουν ωστόσο ότι επέδειξε σπάνια διοικητικά προσόντα και ότι στα χρόνια της τυραννίδας του η Σάμος γνώρισε μεγάλη οικονομική και πολιτισμική άνθηση.
 
Στα 17 περίπου χρόνια της τυραννίδος του ο Πολυκράτης τόνωσε με τα μέτρα που πήρε τη γεωργία, την κτηνοτροφία, τη βιοτεχνία και το εμπόριο. Κατασκεύασε μεγάλα για την εποχή του έργα καλώντας στη Σάμο μηχανικούς και τεχνίτες από άλλες ελληνικές πόλεις. Ο μηχανικός Ευπαλίνος ο Μεγαρεύς κατασκεύασε το περίφημο υδραγωγείο της Σάμου σκάβοντας μέσα στο βουνό σήραγγα μήκους 1.045 μέτρων, επίτευγμα αδιανόητο για τα μέσα της εποχής. Επίσης ο Πολυκράτης κατασκεύασε μεγάλα λιμενικά έργα με εγκαταστάσεις για τη ναυπήγηση και την προστασία πλοίων, έχτισε τείχη περιβάλλοντάς τα με βαθιά τάφρο και ανοικοδόμησε το περίλαμπρο Ηραίο, προς τιμήν της προστάτιδος του νησιού θεάς Ηρας, στη θέση ενός παλαιότερου, το οποίο είχε πυρπολήσει ο βασιλιάς των Περσών Κύρος κατά την αποτυχημένη απόπειρά του να καταλάβει το νησί.
 
Πειρατεία και φόροι διοδίων
Τα πλούτη του ο Πολυκράτης τα εξασφάλισε κυρίως από τη ναυτική δύναμη που κατόρθωσε να αποκτήσει. Λέγεται ότι ο Πολυκράτης είχε ναυπηγήσει 100 πεντηκοντόρους, πλοία εφοδιασμένα με πενήντα κουπιά σε ένα επίπεδο, καθώς και 40 διήρεις, τις περίφημες σάμαινες, που ήταν πλοία κατάφρακτα, δηλαδή σκεπασμένα ώστε να προστατεύονται οι κωπηλάτες, και με μεγαλύτερης χωρητικότητας αμπάρια. Χάρη στον στόλο του ο Πολυκράτης έτρεψε σε φυγή τον Κύρο όταν αυτός επιχείρησε να καταλάβει τη Σάμο.
 
Ο στόλος του Πολυκράτη τού έδωσε τη δυνατότητα να επιβάλει ένα είδος φόρου στα ξένα πλοία που περνούσαν από τις δικές του θάλασσες, να πουλάει προστασία σε διάφορους γείτονές του, να ασκεί πειρατεία σε εχθρούς και φίλους και να διεξάγει νικηφόρες επιδρομές σε γειτονικά νησιά και στα παράλια της Ιωνίας.
 
Έτσι τα σαμιώτικα πλοία έπλεαν ατρόμητα σε όλη τη Μεσόγειο, και μάλιστα λέγεται ότι ο πρώτος που πέρασε με το πλοίο του έξω από τις Ηράκλειες Στήλες (το Γιβραλτάρ) και βγήκε στον ωκεανό ήταν ένας Σαμιώτης που τον έλεγαν Κωλαίο.
 
Πολιτισμική χλιδή
Ο Πολυκράτης ήταν ικανότατος διπλωμάτης. Ανέπτυξε φιλικές σχέσεις με τον τύραννο της Νάξου Λύγδαμη, τον τύραννο της Αθήνας Πεισίστρατο, τον βασιλιά των Περσών Καμβύση, διάδοχο του Κύρου, και με τον φαραώ της Αιγύπτου Αμαση.
 
Με όλον αυτόν τον πλούτο που είχε σωρεύσει ο Πολυκράτης στη Σάμο, το νησί ευημερούσε και ο ίδιος ζούσε σε ανατολίτικη χλιδή. Το πολυτελές ανάκτορό του, πάνω στην ακρόπολη, το φρουρούσαν 1.000 μισθοφόροι τοξότες Κάρες και Νάξιοι, ενώ στην Αυλή του ο Πολυκράτης περιβαλλόταν από τους πλέον φημισμένους εκπροσώπους των τεχνών και των επιστημών, από τον Ευπαλίνο και τον γιατρό Δημοκήδη τον Κροτωνιάτη ως τους ποιητές Ανακρέοντα και Ιβυκο. Επίσης ο Πολυκράτης έκοψε δικό του νόμισμα με την απεικόνιση της σάμαινας.
 
Με άλλα λόγια ο Πολυκράτης, παρά τις βιαιότητές του, έφερε ευημερία στο νησί, αλλά ακόμη περισσότερη στον ίδιο τον εαυτό του. H κάθε του ενέργεια στεφόταν από επιτυχία. Αναμφισβήτητα ο Πολυκράτης είχε την τύχη με το μέρος του. H τόσο μεγάλη ευτυχία όμως άρχισε να τον φοβίζει και ο Πολυκράτης σκέφτηκε να συμβουλευτεί τον φίλο του τον φαραώ. Αυτός του υπέδειξε να βρει τρόπο να λυπηθεί λιγάκι μήπως τον φθονήσουν οι θεοί. Ετσι ο Πολυκράτης σκέφτηκε να πετάξει στη θάλασσα το αγαπημένο του δαχτυλίδι, έναν πολύτιμο σφραγιδόλιθο που του τον είχε φτιάξει κάποιος σπουδαίος τεχνίτης. Πράγματι ο Πολυκράτης πέταξε το δαχτυλίδι στη θάλασσα και επιτέλους άρχισε να στενοχωριέται που το έχασε. Δεν πέρασε όμως ούτε εβδομάδα και ένας ψαράς έφερε στο παλάτι για πούλημα ένα μεγάλο ψάρι. Οταν ο μάγειρας άνοιξε την κοιλιά του ψαριού για να το καθαρίσει, βρήκε μέσα το δαχτυλίδι και το παρέδωσε στον κύριό του. H τύχη συνέχιζε να ευνοεί τον Πολυκράτη. Οχι όμως μέχρι τέλους.
 
Τα όρια της τύχης
Το 525 π.X. ο Πολυκράτης, έχοντας προφανώς πληροφορίες ότι ο βασιλιάς των Περσών Καμβύσης ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον της Αιγύπτου, διέκοψε τις σχέσεις του με τον Αμαση και πρότεινε μάλιστα στον Καμβύση να τον βοηθήσει στην εκστρατεία του. Του έστειλε λοιπόν 40 τριήρεις επανδρωμένες με πολιτικούς αντιπάλους του μαζί με το μήνυμα να φροντίσει ο Καμβύσης ώστε τα πληρώματα να μην επιστρέψουν ποτέ στη Σάμο. Τα πληρώματα όμως στασίασαν και αντί για την Αίγυπτο επέστρεψαν στη Σάμο με σκοπό να ανατρέψουν την τυραννίδα. Ο Πολυκράτης στάθηκε πάλι τυχερός. Οι στασιαστές νικήθηκαν παρά τη βοήθεια που τους πρόσφεραν οι Σπαρτιάτες μαζί με τους Κορίνθιους, των οποίων το εμπόριο είχε πολύ ζημιωθεί από τη σαμιώτικη θαλασσοκρατορία.
 
Μολονότι ο Πολυκράτης είχε νικήσει για μία ακόμη φορά τους αντιπάλους του, τούτη η στάση τον είχε αποδυναμώσει αρκετά. Επιπλέον ακόμη και οι σύμμαχοί του άρχισαν να τον θεωρούν επικίνδυνο. Οι Πέρσες αποφάσισαν να τον σκοτώσουν, πράγμα όχι και τόσο εύκολο με τη φρουρά που είχε γύρω του ο Πολυκράτης. Ετσι κατέφυγαν στο εξής τέχνασμα. Ο σατράπης Οροίτης, γνωρίζοντας την πλεονεξία του Πολυκράτη, του μήνυσε ότι έχει στα χέρια του τον θησαυρό του βασιλιά των Περσών και ότι ήταν διατεθειμένος να τον μοιραστεί μαζί του. Ο Πολυκράτης τον πίστεψε και πέρασε απέναντι στη μικρασιατική ακτή. Ο Οροίτης τον συνέλαβε και τον σταύρωσε πάνω σε έναν λόφο στη Μυκάλη, απέναντι από τη Σάμο.

Να ξεχωρίσουμε επιτέλους από την μάζα

Γιατί ακολουθείς την μάζα; Περίεργη η έννοια της λέξης άνθρωπος.

Περίεργες οι σχέσεις μεταξύ αυτών που ονομάζονται άνθρωποι. Κρυμμένες πίσω από την ασφάλεια του διαδικτύου. Πίσω από περίεργες, ένοχες σιωπές, φόβο, ανασφάλεια, αμφισβήτηση.

Αυτοί που έχουν γεννηθεί για να ξεχωρίζουν, τρέχουν να γίνουν ένα με την μάζα στα πλαίσια της ένταξης τους σε έναν κόσμο που δεν συγχωρεί, στην σκιά του φόβου της απόρριψης και του χλευασμού!

Πως σκοτώνουμε έτσι τις ζωές μας; Πως αφεθήκαμε να μας παρασύρει η μάζα;

Τι κερδίζουμε όταν γινόμαστε πιστά αντίγραφα μιας ιδέας που σκοπό έχει να πνίξει την διαφορετικότητα μας;

Αν σταθούμε σε μια γωνιά παρατηρώντας τον εαυτό μας να ζει, να υπάρχει, να κινείται θα μείνουμε με το στόμα ανοιχτό!

Ίδιο ντύσιμο, ίδια συμπεριφορά, ίδιος τρόπος σκέψης…

Φόβος πώς αν αναδείξουμε τον πραγματικό μας εαυτό, θα μπούμε αυτόματα στο περιθώριο.

Μάθαμε να αναζητούμε την αποδοχή στα μάτια των γύρω μας, βάση της εξωτερικής μας εικόνας, της διαχείρισης των συναισθημάτων μας, της μάχης μας για την επικράτηση μας ενάντια στους άλλους.

Κάπου χάσαμε τον δρόμο… Αξίες, συναισθήματα, ανθρωπιά δεν μας αγγίζουν.

Το χειρότερο όλων;

Παρακολουθούμε αμέτοχοι τα παιδιά μας να βαδίζουν στον ίδιο δρόμο!

Δε μπορεί.. Κάπου έχει απομείνει μια σπίθα ικανή να αναζωπυρώσει την φλόγα. Χρειάζονται τεράστια ψυχικά αποθέματα μα αξίζει τον κόπο να τολμήσουμε.

Αρκεί η σκέψη πως αν αυτή η μικρή σπίθα μεταφερθεί στον δίπλα και στον δίπλα και στον δίπλα, η φλόγα θα είναι αρκετή να κάνει στάχτη την λάθος νοοτροπία μας και να μας δώσει την δύναμη να θεμελιώσουμε την ζωή μας από την αρχή ,όποια δεκαετία της και αν διανύουμε.

Να ξεχωρίσουμε από την μάζα, να διαφοροποιηθούμε, να εκφραστούμε, να βοηθήσουμε όσους μας έχουν ανάγκη!

Να υψώσουμε την σημαία του αγαπώ, μπορώ, θέλω, τολμώ, υπάρχω, αλλάζω..

Να αναλάβουμε την ευθύνη των πράξεων μας σταματώντας να κρυβόμαστε πίσω από τις λέξεις.

Να δώσουμε αξία στην ζωή που τρέχει, αναδεικνύοντας την διαφορετικότητα μας, τιμώντας τον τίτλο που αποκτήσαμε με την γέννηση μας: ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Να ξεχωρίσουμε επιτέλους από την μάζα!

Μύθος και φιλοσοφία

Ο ελληνικός όρος μύθος έχει μεταφερθεί σε πολλές άλλες γλώσσες: mito στα ιταλικά. mythe στα γαλλικά, myth στα αγγλικά. mythos στα γερμανικά, και ούτε καθεξής. Μπορούμε όμως να είμαστε βέβαιοι ότι, αν καθόμασταν όλοι μαζί να συζητήσουμε τη σημασία αυτής της λέξης, θα προέκυπταν αμέσως σημαντικές διαφορές.
 
Με τη λέξη μύθος οι Έλληνες αναφέρονταν στη «λέξη», τον «λόγο», τη «διήγηση». Οποίος, λοιπόν, περιμένει ότι ο μύθος αναφέρεται αποκλειστικά σε θρησκευτικές ή μυθικές διηγήσεις, ή απλούστατα σε ιστορίες που δεν φαίνονται πιστευτές, θα απογοητευτεί: οι σημασίες αυτές αποδόθηκαν εκ των υστέρων εξαιτίας της μοίρας αυτού του όρου.
 
Στις απαρχές της ελληνικής λογοτεχνίας, δηλαδή στον Όμηρο και τον Ησίοδο, ο μύθος δηλώνει διαλόγους ή διηγήσεις, αλλά όχι αυτούς που είναι απίστευτοι ή βρίθουν υπερφυσικών στοιχείων.
 
Αντιθέτως, στη γλώσσα των επών χαρακτηρίζονται ως μύθος διηγήσεις οι οποίες είναι οπωσδήποτε αξιόπιστες Στον Όμηρο χαρακτηρίζεται μύθος ο ορμητικός λόγος των αντρών πολεμιστών στο πεδίο της μάχης-και όταν ο Ποσειδώνας αψηφά την εντολή ταυ Δία να εγκαταλείψει τη μάχη, η απάντηση του «σκληρή και δυνατή» χαρακτηρίστηκε μύθος (Όμηρος, Ιλιαδα Χν. στ. 202) Στο ίδιο μοτίβο, στις συνελεύσεις χαρακτηρίζονται μύθος οι προφορικές δεήσεις των ηρώων που έχουν το απαραίτητο κύρος.
 
Ο μύθος της επικής γραφής αναφέρεται σε λόγο δυναμικό, που ζητά κατά κάποιον τρόπο να παίξει ηγετικό ρόλο; απόδειξη το γεγονός ότι ποτέ δεν ακούγεται από στόμα γυναικών, οι οποίες, άλλωστε, δεν έχουν εξουσία, παρά μόνο από άντρες, και μάλιστα δεν ταιριάζει σε άντρες πολύ νέους. Ο μύθος επομένως εκφράζει πρώτο απ' όλα κύρος .
 
Μόνο στη μετέπειτα πορεία του ελληνικού πολιτισμού, με τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη, πέραν του Πλάτωνα, ο όρος αυτός θα αρχίσει να περιγράφει τον μυθικό λόγο, στον οποίο εμφανίζονται στοιχείο θαυμαστό ή, εν πόση περιπτώσει, στοιχεία που θέτουν υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία του. Ακριβώς γύρω από την αξιοπιστία του μύθου θα αναπτυχθεί μεγάλο μέρος της ελληνικής σκέψης πάνω σε τέτοιου είδους διηγήσεις, καταφεύγοντας σε ερμηνευτικές στρατηγικές που -όπως στην αλληγορία- θα προσπαθήσουν να διασώσουν τη σπουδαιότητα της μυθολογίας χωρίς να αποδεχτούν τις ντροπιαστικές, μερικές φορές σκανδαλώδεις, κυριολεκτικές σημασίες αυτής.
 
Όπως και να έχει όταν αναφερόμαστε στον μύθο των κλασικών, θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας ότι αυτή η μορφή λόγου παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένη με τον ποιητικό λόγο: οι ποιητές δημιούργησαν και δημιουργούν τους μύθους. 
 
Το λατινικό fabula
Κατά τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση δεν χρησιμοποιήθηκε ο όρος μύθος για τις μυθολογικές διηγήσεις, αλλά ο λατινικός fabula (απ' όπου προέρχεται ο ιταλικός όρος favola και ο γαλλικός fable, οι οποίοι αντιστοιχούν στο ελληνικό «παραμύθι»).
 
Ο ελληνικός όρος επανέρχεται στη σκηνή χάρη στον Giambattista Vico στην Ιταλία και τον Christian Gottlob Heyne στη Γερμανία κατά το δεύτερο μισό του 18 αιώνα. Από εκεί και έπειτα, οι διακυμάνσεις, ή μάλλον οι ριζικές μεταμορφώσεις, του μύθου ακολουθούν ταραχώδη πορεία.
 
Ο μυθικός λόγος αρχίζει να παίρνει την έννοια της έκφρασης ενός προφιλοσοφικού πολιτισμού προορισμένου να αντικατασταθεί από τη λογική. Εξαιτίας της πρώτης αυτής μεταβολής, ο «μύθος» θα υποστεί ακόμα μία αλλαγή, η οποία θα ολοκληρώσει και θα εξελίξει ακόμα περισσότερο τη σημασία του.
 
Πράγματι, θα χάσει οριστικά την αρχική αξία που έχει ως τρόπος απαγγελίας και μορφής λόγου και θα παρουσιαστεί ως «τρόπος σκέψης»; δηλαδή εκδήλωση μίας αρχαϊκής λογικής, σχεδόν πρωτόγονης, και οπωσδήποτε διαφορετικής οπό εκείνη των σύγχρονων ανθρώπων, η οποία εξέφραζε με τρόπο γοητευτικά «μυθικό» ιστορικές μνήμες ή κοσμολογικές και φιλοσοφικές ιδέες.

Οι κυρηναϊκοί φιλόσοφοι και η ευτυχία

Φιλόσοφοι της αποκαλούμενης Κυρηναϊκής σχολής ή Ηδονιστικής Σχολής, της οποίας την ίδρυση η αρχαία παράδοση αποδίδει –γεγονός που σήμερα αμφισβητείται– στον Αρίστιππο (5ος –4ος αι.π.Χ.), μία από τις επιφανέστερες προσωπικότητες που είχαν συνδεθεί με τον Σωκράτη. Πίστευαν ότι η αλήθεια είναι μία εγγενής προσωπική κατάσταση, και κανείς δεν μπορεί να βιώσει τον κόσμο όπως ένας άλλος βιώνει. Πίστευαν, επίσης, ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τίποτα σχετικά με τα πράγματα και τους ανθρώπους γύρω μας, υπάρχει μόνο αυτό που αισθανόμαστε για τον εαυτό μας.
 
Δηλαδή οι Κυρηναϊκοί θεωρούσαν ως υπέρτατο αγαθό τις ηδονές των αισθήσεων και έβαζαν το ατομικό συμφέρον πάνω από το κοινωνικό, σταδιακά όμως άρχισαν ο ένας μετά τον άλλο να εγκαταλείπουν πλέον τον ηδονισμό, τον τροποποιούσαν ή τον θεωρούσαν αδύνατο. Ο Ηγησίας ο Πεισιθάνατος (έδρασε τον 3ο αιώνα π.Χ. στην Αλεξάνδρεια όπου παρωθούσε τους ακροατές των παραδόσεών του στην αυτοκτονία). μάλιστα έφτασε σε μια πολύ απαισιόδοξη βιοθεωρία. Γι' αυτόν ο σκοπός της ζωής είναι να ζούμε χωρίς κόπους και λύπες (θεωρία του ηδονισμού). Επειδή όμως αυτό είναι ανέφικτο, το φρονιμότερο είναι, κατά τον Ηγησία, με τη θέλησή μας να διακόψουμε τη ζωή μας. Επίσης, επειδή τα πάθη του σώματος στα οποία δεν μένει αμέτοχη και η ψυχή, μαζί με τις συγκυρίες της τύχης συμβάλουν στο να πλεονάζει η λύπη, αλλά και τα υλικά αγαθά δεν εξασφαλίζουν την ευτυχία αφού και οι πλούσιοι δυστυχούν όχι λιγότερο από τους φτωχούς και επειδή πλεονάζει ο πόνος για της ανεκπλήρωτες επιθυμίες.
 
Θα διδάξουν ότι ο μόνος πραγματικός στόχος στη ζωή πρέπει να είναι απόλαυση στο παρών, ότι οι άνθρωποι πρέπει να κάνουν ό,τι τους κάνει πιο ευτυχισμένους εκείνη τη στιγμή, αντί του σχεδιασμού για ένα μέλλον που, στο τέλος, είναι πάντα άγνωστο και αβέβαιο. Οι φυσικές απολαύσεις είναι υψίστης σημασίας και θα πρέπει να λαμβάνονται όλα τα μέτρα για να μεγιστοποιηθεί το μέγεθος της ευχαρίστησης που κάποιος αποκτάει στο παρών. Η άποψη τους ήταν πολύ εγωκεντρική, δηλώνοντας ότι θα πρέπει να δίνεται προτεραιότητα στην ίδια ευχαρίστηση του ατόμου, πάνω στη συνολική καλοσύνη της κοινότητας, της πόλης ή του λαού.
 
Οι κυρηναϊκοί λοιπόν οδηγήθηκαν σε μια μορφή ευδαιμονισμού, που είναι η πιο ακραία και η πιο συνεπής από όσες δημιούργησε ποτέ η αρχαία σκέψη. Σε αυτό οφείλεται και η πολεμική με το άλλο μεγάλο σύγχρονο φιλοσοφικό ρεύμα του ευδαιμονισμού τους επικούρειους, στους οποίους οι κυρηναϊκοί αντέτειναν ότι το ιδεώδες της ηδονής σε κατάσταση αταραξίας, που υπερτονίστηκε από αυτούς ως ύψιστο αγαθό, δεν είναι παρά μια κατάσταση αναισθησίας και νάρκης, ενδιάμεση στην πραγματικότητα μεταξύ των δύο άκρων: της ηδονής και του πόνου, τα οποία βαρύνουν πραγματικά και καθορίζουν την εκλογή μας.
 
Η ηδονή – και κατά συνέπεια το αγαθό – είναι, αντίθετα, για τους κυρηναϊκοί μια «ομαλή και λεία κίνησις» των αισθήσεών μας, που γίνεται αντιληπτή θετικά και συνειδητά από την ψυχή μας (συνεπώς και στο πεδίο της θεωρίας της γνώσης, οι κυρηναϊκοί υποστήριζαν με απόλυτη συνέπεια μια αυστηρή αισθησιαρχία), η οποία έχει αξία μόνο τη στιγμή που γίνεται αντιληπτή.
 
Δεν υπάρχουν λοιπόν ηδονές ούτε της ανάμνησης ούτε της προσμονής, αλλά ηδονές παρούσες, τις οποίες ζούμε και απολαμβάνουμε κάθε στιγμή.
 
Αυτό δεν εμπόδισε τους κυρηναϊκούς να δείξουν αργότερα, σύμφωνα με τα ιδεώδη της εποχής, κάποια ευαισθησία σε απαιτήσεις όπως η αυτοκυριαρχία, η εσωτερική ελευθερία, η άρνηση των ιδιοτελών πολιτικών και κοινωνικών δεσμών, που αντί να εγγυώνται τη στιγμιαία ατομική ηδονή, εξασθενούν στην πραγματικότητα με διάφορες σκέψεις αυτό το ηδονιστικό και ατομικιστικό κριτήριο που είχε ωστόσο υποστηριχθεί με τόση αυστηρότητα.
 
Αυτό εξηγεί γιατί ο κυρηναϊκός ηδονισμός διακήρυττε από τη μια πλευρά τη χρεοκοπία του με τον Ηγησία τον Πεισιθάνατο  – ο οποίος από την αδυναμία του να επιτύχει την επιζητούμενη ηδονή κατέληξε σε έναν ακραίο πεσιμισμό – και από την άλλη με τον Αννίκερι και τον Θεόδωρο έδειχνε την αδυναμία του απέναντι στον μεγαλύτερο πλούτο κινήτρων του επικούρειου ηδονισμού.
 
Η διάρκεια της σχολής δεν προχωρά πέρα από τους αλεξανδρινούς χρόνους, καθώς στο εξής κέρδιζε έδαφος η Επικούρεια φιλοσοφία, η οποία τοποθετούσε πάνω σε άλλες βάσεις την ηδονή και την ανθρώπινη ευτυχία.

Σενέκας: Η Φιλοσοφία ως μονόδρομος προς την ευτυχία

Από όλους τους ανθρώπους, μόνο όσοι βρίσκουν χρόνο να τον αφιερώσουν στη φιλοσοφία σχολάζουν μόνο αυτοί ζουν πραγματικά. Και τούτο γιατί τέτοιοι άνθρωποι δεν αρκούνται στην περιφρούρηση της δικής τους ζωής, προσαρτούν και όλους τους προηγούμενους αιώνες στον δικό τους όλα τα χρόνια που έχουν προηγηθεί προστίθενται στην παρακαταθήκη τους.
 
Αν δεν είμαστε εντελώς αγνώμονες, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι επιφανέστατοι αυτοί θεμελιωτές κάθε ιερής σκέψης γεννήθηκαν για μας, για μας διαμόρφωσαν έναν τρόπο ζωής. Με τον ξένο μόχθο οδηγηθήκαμε στη θέαση των ωραιότερων πραγμάτων, τα οποία οι άνθρωποι αυτοί ανέσυραν από το σκότος και τα έφεραν στο φως. Κανένας αιώνας δεν παρέμεινε κλειστός για μας, σε όλους τους αιώνες έχουμε τώρα πρόσβαση και, αν θελήσουμε να περάσουμε πέρα από τα στενά όρια της ανθρώπινης αδυναμίας με τη δύναμη του νου, υπάρχει ένα μεγάλο πεδίο χρόνου, μέσα στο οποίο μπορούμε να κινηθούμε.
 
Έχουμε τη δυνατότητα να αντιτείνουμε στον Σωκράτη, να αμφιβάλλουμε με τον Καρνεάδη, να βρούμε τη γαλήνη με τον Επίκουρο, να νικήσουμε την ανθρώπινη φύση με τους Στωικούς, να την ξεπεράσουμε με τους Κυνικούς. Μια και η ίδια η φύση των πραγμάτων μας επιτρέπει να έρθουμε σε επαφή με όλους τους αιώνες, γιατί δεν θα πρέπει να περάσουμε από αυτό το ασήμαντο και εφήμερο διάστημα που ζούμε στο παρελθόν, αφιερώνοντας σ’ εκείνο όλη μας την ψυχή, εφόσον εκείνο και χωρίς σύνορα είναι και αιώνιο παραμένει και θα το μοιραστούμε με άτομα καλύτερα από εμάς;
 
Εκείνο πάντως που μπορούμε σίγουρα να πούμε είναι ότι μόνο όσοι θέλουν να έχουν τον Ζήνωνα και τον Πυθαγόρα και τον Δημόκριτο και όλους τους άλλους σοφούς δασκάλους των ελευθέριων σπουδών, αλλά και τον Αριστοτέλη και τον Θεόφραστο, στενότατους φίλους τους καθημερινά, μόνο αυτοί είναι αφοσιωμένοι στα πραγματικά καθήκοντα της ζωής. Κανένας από τους παραπάνω σοφούς δεν θα απουσιάσει, κανένας τους δεν θα κάνει το λάθος να αφήσει τον επισκέπτη του να φύγει λιγότερο ευτυχισμένος και λιγότερο στραμμένος προς τον εσώτερο εαυτό του απ’ όσο ήταν όταν ήρθε, κανένας τους δεν θα επιτρέψει σ’ αυτόν να φύγει από το σπίτι του με άδεια χέρια. Όλοι θα επιτύχουν να επικοινωνήσουν μαζί τους, είτε νύχτα είναι είτε μέρα.
 
Κανένας από τους σοφούς αυτούς δεν πρόκειται να σε αναγκάσει να πεθάνεις, όλοι όμως θα σε διδάξουν πώς να πεθαίνεις. Κανένας τους δεν θα σπαταλήσει τα χρόνια της ζωής σου, ο καθένας τους όμως θα πλουτίσει τα χρόνια σου με τα δικά του χρόνια. Κανενός η συζήτηση δεν θα σου προκαλέσει κίνδυνο, κανενός η φιλία δεν θα είναι θανάσιμη για σένα, κανενός το πλησίασμα δεν θα σου αφαιρέσει χρήματα. Θα πάρεις από αυτούς ό,τι προτιμάς εσύ και δεν θα είναι δικό τους το λάθος αν δεν αντλήσεις από εκείνους ό,τι ανώτερο θα επιθυμούσες.
 
Ποια ευτυχία και πόσο όμορφα γεράματα θα περιμένουν όποιον προσκολλήθηκε στη δική τους πελατεία! Θα έχει φίλους, από τους οποίους θα μπορεί να παίρνει τη γνώμη τους για θέματα μεγάλα και μικρά, φίλους που θα μπορεί να συμβουλεύεται καθημερινά για τον εαυτό του φίλους από τους οποίους θα μπορεί να ακούει την αλήθεια δίχως να προσβάλλεται, τον έπαινο χωρίς πρόθεση κολακείας — φίλους που θα του δώσουν τη δυνατότητα να διαμορφώσει τον εαυτό του κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους.
 
Είναι ευνόητο λοιπόν ότι η ζωή του φιλοσόφου έχει μπροστά της ευρύτατο χρονικό πεδίο, χωρίς να περιορίζεται από τα στενά περιθώρια που δεσμεύουν όλους τους άλλους ανθρώπους. Μόνο αυτός είναι ελεύθερος από τους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης, όλοι οι αιώνες τον υπηρετούν σαν να ήταν θεός. Έχει περάσει κάποιος χρόνος; Τον συλλαμβάνει με την ανάμνηση. Είναι ο χρόνος μπροστά του; Τον Χρησιμοποιεί. Είναι μελλοντικός; Τον προλαμβάνει. Επιμηκύνει, έτσι, τη ζωή του συνδέοντας όλους τους αιώνες.
 
Σενέκας, Περί της συντομίας της ζωής

Ρωμαϊκή Φιλοσοφία: Η διατήρηση της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς

Η φιλοσοφία της αρχαίας Ρώμης στηριζόταν σε εκείνη της Ελλάδας, χωρίς καμία αξιόλογη πρω­τοτυπία, και δεν χαρακτηρίστηκε από καμιά συνέ­πεια στο σχηματισμό φιλοσοφικών σχολών. Όσον αφορά την ιστορική κληρονομιά, η κυριότερη υπηρεσία που προσέφερε η Ρώμη στη φιλοσοφία ήταν η διάδοση της φιλοσοφικής σκέψης στη Ρω­μαϊκή Αυτοκρατορία και η ανάπτυξη λατινικής ορολογίας, που αποτέλεσε τη βάση για την εξέλι­ξη της φιλοσοφίας στο Μεσαίωνα.
 
Τον 1ο αιώνα π. Χ. εκλείπει η παλιά εχθρότητα των Ρωμαίων προς τους φιλοσόφους, συνεπώς η φιλοσοφία μπορεί να ευδοκιμήσει στο ρωμαϊκό έδαφος. Ο επικουρισμός φτάνει στη Ρώμη και αποκτά οπαδούς, αν και ερχόταν σε σύγκρουση με τις παραδοσιακές ρωμαϊκές αντιλήψεις και υπέσκαπτε τα θεμέλια της παραδοσιακής ηθικής. Οι συγκρούσεις και ο πολιτικός αναβρασμός των τελευταίων χρόνων της Δημοκρατίας οδήγησαν τους Ρωμαίους στην ήρεμη ατμόσφαιρα του Κήπου. Ανάμεσα στους ρωμαίους επικούρειους ξεχωρίζει ένας, ο οποίος κατόρθωσε να περιβάλει την επικούρεια φιλοσοφία με τη γοητεία των Μουσών: ο Λουκρήτιος.
 
Ο Τίτος Λουκρήτιος Κάρος (Titus Lucretius Carus) γεννήθηκε περίπου στα 97 π.Χ. και πέθανε γύρω στα 55 π.Χ. Ήταν Ρωμαίος ποιητής και φιλόσοφος. Το μόνο γνωστό του έργο είναι το εκτενές φιλοσοφικό διδακτικό ποίημα De Rerum Natura ("Περί της φύσεως των πραγμάτων"), 7.415 στίχων που συνδύαζε τη διδασκαλία του Επί­κουρου με τον Ατομισμό του Δημόκριτου.
Η διάσωση όλων των κειμένων του ποιήματος είναι αξιοσημείωτο γεγονός, δεδομένης της εχθρότητας της χριστιανικής Εκκλησίας. Επίσης, σκεφτείτε ότι το έργο επί αιώνες ήταν θαμμένο στα άδυτα ενός μοναστηριού της νότιας Γερμανίας, ώσπου ήρθε στο φως το 1417.
Ο Επίκουρος για τον Λουκρήτιο ήταν θεός αφού ήταν εκείνος που πρώτος βρήκε το νόημα της ζωής, ό,τι σήμερα ονομάζουμε σοφία, εκείνος που με την επιστημοσύνη του άρπαξε τη ζωή μέσα απ’ τις τόσες ανεμοζάλες κι από βαθιά σκοτάδια, και την απίθωσε σε τέτοιο γαλήνιο λιμάνι και σε τόσο καθάριο φως.
Το μόνο που εκστασιάζει τον Λουκρήτιο είναι το μυστήριο που αποκάλυψε η επικούρεια φιλοσοφία. Και τούτο το μυστήριο είναι πως δεν υπάρχει κανένα μυστήριο· μοναχά κάτι αραχνοφωλιές μες στον ανθρώπινο νου.
Ο στόχος του έργου ήταν να απαλλάξει το νου των ανθρώπων από την προκατάληψη και το φόβο του θανάτου. Για να το πετύχει αυτό αναπτύσσει διεξοδικά τις θέσεις του Επίκουρου, τον οποίον και αποθεώνει. Ο Λουκρήτιος εκφράζει σε προσεγμένα κλασικά λατινικά τις επικούρειες απόψεις του για τη μεταφυσική, την υλιστική ατομική θεωρία και, γενικότερα, την υπεροχή των φυσικών φαινομένων ως κεντρικής ερμηνείας της λειτουργίας του κόσμου.
Ο Λουκρήτιος αντιπαθούσε και έβλεπε ως αβάσιμη τη δεισιδαιμονία καθώς δεν πίστευε ότι το Σύμπαν κυβερνάται από θεϊκές παρεμβάσεις ή υπερφυσικές δυνάμεις, όπως θεωρούσε η πλειονότητα των ανθρώπων του καιρού του. Ο θάνατος για τον Λουκρήτιο δεν ήταν εγγενώς ούτε καλός ούτε κακός, μόνο μία απόλυτη παύση της ύπαρξης, και ο φόβος του θανάτου δεν ήταν παρά μία προβολή επίγειων, καθημερινών φόβων.
Ο επικουρισμός δεν κυριάρχησε τελικά στη Ρώμη. Εκτοπίστηκε από το αντίπαλο δέος, τον Στωικισμό. Το ιδανικό του λάθε βιώσας δεν ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία ενός λαού, ο οποίος είχε στο αίμα του τη δημόσια δράση και το ενδιαφέρον για την πολιτική ζωή. Αν και απέκτησε πολλούς εχθρούς, κυρίως από τον χώρο του χριστιανισμού, άντεξε στον χρόνο, θαυμάστηκε και εξακολουθεί να θαυμάζεται και να εντυπωσιάζει με την ένταση, το πάθος και το σφρίγος που το χαρακτηρίζει.
 
Ο Κικέρων, από την άλλη, συνδύασε διάφορες φιλοσοφικές τάσεις της αρχαιότητας στο έργο του. Στην επιστημολογία, ενέμεινε στη σκεπτικιστι­κή εκδοχή της Ακαδημίας, ενώ στην ηθική, στην ανθρωπολογία και στη θεολογία, ακολούθησε τα διδάγματα του Στωικισμού – άλλωστε ήταν μαθητής του Διόδοτου – στη μετριοπαθή εκδοχή του
Σε αυτόν οφείλει η αρ­χαία ελληνική φιλοσοφία την αναγνώρισή της από τους Ρωμαίο
υς, η στάση των οποίων προς τη φι­λοσοφία ήταν κάθε άλλο παρά επιδοκιμαστική. Ο Κικέρων δικαιούται σεβασμού κυρίως ως μετα­φραστής και κομιστής της αρχαίας ελληνικής φι­λοσοφίας, γιατί μετέφερε τις ελληνικές ηθικές και πολιτικές θεωρίες στο ρωμαϊκό κόσμο.
Επειδή ήταν ένας στοχαστικός και συνάμα πραγματιστής πολιτικός, αντιλαμβανόταν τον ιδανικό βίο ως σύν­θεση φιλοσοφίας και ρητορικής που βρισκόταν μόνιμα στην υπηρεσία του κράτους, το οποίο το όριζε ως σύμπραξη βασισμένη στη νομική συναί­νεση και στο κοινό συμφέρον. Για να αποτρέψει την άτοπη χρήση της ρητορικής, απαιτούσε οι ομιλητές να διαθέτουν όχι μόνο ρητορική δεινότη­τα, αλλά και ηθική αξιοπρέπεια.
Στη γνωσιολογία του, αρνούνταν ότι μπορεί να υπάρχει απολύτως βέβαιη γνώση, και, συνεπής με αυτήν την άποψη, διαμαρτυρόταν ενάντια σε κάθε δογματισμό. Ωστόσο, απαιτούσε ο καθένας να εξετάζει επακριβώς τις κρίσεις που διατυπώ­νει, αξιολογώντας προσεκτικά όλα τα δυνατά αντεπιχειρήματα.
Τέλος ο Κικέρων έγραψε λόγους υπεράσπισης των εξεγερμένων από τον Σπάρτακο δούλων, έγινε κατήγορος του καταχρηστή ηγεμόνα της Σικελίας, Βέρρη ενώ έμεινε γνωστός για τους περίφημους μύδρους του κατά του επίδοξου στασιαστή Κατιλίνα.
 
Ο Σενέκας (περίπου 4 π.Χ. – 65 μ.Χ. είχε και αυτός εμπλακεί ενεργά στη ρωμαϊκή πολιτική. Ήταν δάσκαλος και παιδαγω­γός του Νέρωνα, και, μάλιστα, αργότερα αυτο­κτόνησε κατ’ εντολήν του μαθητή του. Απέρριψε αποφασιστικά την ατομική θεωρία και στράφηκε πρωτίστως στον πρώιμο Στωικισμό, στον Κυνισμό και στον Επικουρισμό.
Αυτό που τον ενδιέφερε κυρίως ήταν μια πρακτική ηθική, ακόμη και απλοϊκή, βασισμένη στη στωική θεωρία για τα αγαθά. Το πρότυπο συμπεριφοράς, όπως έλεγε, πρέπει να είναι ο αδιατάρακτος στωικός σοφός, που τον χαρακτηρίζει ιδιαίτερα ο έλεγχος των παθών του και η γαλήνη μπροστά στο θάνατο. Όπως και ο Λουκρήτιος, έθεσε την επιστημονική έρευνα στην υπηρεσία της διαφώτισης και της ηθικής.
Ο Σενέκας επικάλυψε τον στωικισμό με ένα πέπλο ουμανισμού, που συνοψίζεται στη φράση του «ο άνθρωπος είναι ιερός για τον άνθρωπο», και υπηρέτησε το στωικό ιδανικό του σοφού που μεριμνά για την κοινωνία από θέση ευθύνης. Για τον Σενέκα χρέος των πλουσίων και των αρχόντων ήταν η βοήθεια προς τους κοινωνικά αδύναμους. Στα δράματα που έγραψε (π.χ. «Φαίδρα», «Οιδίπους», «Μήδεια», «Κείμενα», «Θυέστης», «Αγαμέμνων» κλπ.), βασισμένα σε ελληνικούς μύθους και κλασικές αττικές τραγωδίες, επηρεάστηκε από τον Ευριπίδη, τον Βιργίλιο και τον Οβίδιο.
Ακόμα και στους Χριστιανούς έγινε συμπαθής ο Σενέκας για την ηθική διδασκαλία του και για το τέλος του ως «μάρτυρα» της φιλοσοφίας και από αυτή τη συμπάθεια προέκυψε η ψευδεπίγραφη αλληλογραφία του με τον Απόστολο Παύλο, η οποία βρήκε αναγνώστες στο χριστιανικό κόσμο.
 
Ο Μάρκος Αυρήλιος, ο «φιλόσοφος αυτοκρά­τορας», έμεινε προσκολλημένος στην ηθική και πολιτική φιλοσοφία των στωικών. Η σύνδεση της ηθικής με τη θρησκεία τον οδήγησε στη διατύπω­ση της θέσης ότι η παράλογη συμπεριφορά ισο­δυναμεί με ανυπακοή στον Θεό. Βασιζόμενος στην ορθολογική ταυτότητα των ανθρώπων, άντλησε ένα κοσμοπολίτικο πολιτικό ιδανικό, που νομιμοποίησε ιδεολογικά τον αυτοκρατορικό τίτ­λο της Ρώμης.
Ήταν ο τελευταίος από τους "Πέντε Καλούς Αυτοκράτορες" και θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς στωικούς φιλοσόφους. Έγραψε το περίφημο έργο "Έις εαυτόν", στα ελληνικά, κατά τη διάρκεια των εκστρατειών του  που θεωρείται εξαιρετικό έργο, κλασσικό παράδειγμα της στωικής φιλοσοφίας. Ακόμη και σήμερα θεωρείται ως έργο μνημείο για μια διακυβέρνηση με γνώμονα το καθήκον και την εξυπηρέτηση του συνόλου.

Πέντε λόγοι να διαβάσουμε τον Κικέρωνα σήμερα

Ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρων συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο διακεκριμένους ρήτορες και πολιτικούς όλων των εποχών. Γεννήθηκε το 106 π.Χ. και έζησε σε ταραγμένους καιρούς βλέποντας την καταδικασμένη Ρωμαϊκή Δημοκρατία να σπαράσσεται από τη δίψα κάποιων φιλόδοξων ατόμων για ισχύ και δόξαΟ Κικέρων υπερασπίστηκε τη δημοκρατική μορφή διακυβέρνησης και τη νομοκρατία στην κοινωνία. Το γραπτό του έργο επιβιώνει σήμερα με τη μορφή δικανικών λόγων, προσωπικών επιστολών σε φίλους του και φιλοσοφικών έργων τα οποία είναι εύκολα προσβάσιμα στο διαδίκτυο. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από κομψό και ρέοντα λόγο και πάθος για την ελευθερία. Να λοιπόν πέντε λόγοι να διαβάζουμε τον Κικέρωνα και στην εποχή μας.
 
Υπήρξε εχθρός της τυραννίας
Ο Ιούλιος Καίσαρ δολοφονήθηκε από τη ρωμαϊκή Σύγκλητο αφού αυτοανακηρύχθηκε ισόβιος δικτάτωρ. Ο Μάρκος Αντώνιος υπήρξε το δεξί χέρι του Καίσαρα και ήθελε να εκδικηθεί τον θάνατό του και ταυτόχρονα να αναδειχθεί ο ίδιος τύραννος της Ρώμης.
Το ρωμαϊκό κράτος πάντα δίσταζε να εκχωρήσει υπερβολική εξουσία στα χέρια ενός ανθρώπου. Έτσι, η Ρώμη ανάπτυξε μια δημοκρατική μορφή διακυβέρνησης με διακριτές και περιορισμένες εξουσίες. Ο Κικέρων θαύμαζε αυτό το σύστημα και ήθελε να το υπερασπιστεί με κάθε κόστος. Αποφάσισε λοιπόν ότι ήταν ώρα να αναλάβει να εμποδίσει την ανάδυση του Αντωνίου με μια σειρά από δριμείς λόγους που ονομάστηκαν Φιλιππικοί.
Στους λόγους αυτούς, καταδίκαζε απερίφραστα τον Αντώνιο, υποστηρίζοντας ότι η ρωμαϊκή σύγκλητος δεν θα έπρεπε να συμβιβαστεί και να διαπραγματευτεί με έναν τέτοιο άνθρωπο, θυμίζοντας έτσι το προσωπικό μότο του Ludwig von Mises “Μην ενδίδεις στο κακό, αλλά εναντιώσου ακόμη πιο τολμηρά σ’ αυτό”. Ο Κικέρων καταγράφει τα εγκλήματα του Αντωνίου, ανάμεσα στα οποία και η κατασπατάληση των χρημάτων των φορολογουμένων για δικά του έξοδα, οι απειλές και οι δολοφονίες όσων αντιτίθεντο ανοιχτά σ’ αυτόν, και η θέσπιση νόμων με μια ακολουθία ένοπλων φυλάκων με εντολή να σταματούν τον οποιονδήποτε διαφωνούσε με τα διατάγματά του.
Ο Κικέρων είχε τέτοιο πάθος στην καταδίκη του έναντι του Αντωνίου που διακήρυξε πως οι νόμοι που θεσπίζονται μέσω της βίας δεν είναι αληθείς νόμοι και δεν πρέπει να γίνονται σεβαστοί δηλώνοντας πως “γι’ αυτούς τους λόγους έχω τη γνώμη ότι οι πολίτες της Ρώμης δεν δεσμεύονται από όλους αυτούς τους νόμους που ο Μάρκος Αντώνιος λέγεται πως θέσπισε, καθώς θεσπίστηκαν με βίαια μέσα”.
Ο Κικέρων πίστευε διακαώς ότι το σωστό και το λάθος είναι αμετάβλητα: “Ο αληθής νόμος είναι η ορθή λογική σε συμφωνία με τη φύση” και όχι οι ιδιοτροπίες ενός άπληστου τυράννου. Έθεσε τη ζωή του σε κίνδυνο για να εκφωνήσει τους Φιλιππικούς του και κατέβαλε το απόλυτο τίμημα όταν δολοφονήθηκε από τους στρατιώτες του Μάρκου Αντωνίου το 43 π.Χ. Η ρητορική του και ο τραγικός του θάνατος εμπέδωσαν τη φήμη του ως σύμβολο της δημοκρατικής ελευθερίας.

Υποστήριξε την ελευθερία των συναλλαγών
Ο Κικέρων πίστευε ότι η κοινωνία πρέπει να θεμελιώνεται στους δύο πυλώνες της δικαιοσύνης και της συνεργασίας. Στο πρώτο του βιβλίο Περί Καθηκόντων, γράφει για τις τέσσερις αρχές τις δικαιοσύνης που χρειάζονται προκειμένου οι άνθρωποι να συνυπάρχουν αρμονικά: μην βλάπτεις κανέναν χωρίς λόγο, σεβάσου τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα, τίμα τις υποχρεώσεις του, και να είσαι γενναιόδωρος στο βαθμό των δυνατοτήτων σου.
Έγραψε ότι η ανθρωπότητα δεν υπάρχει για να βρίσκεται σε διαρκή ανταγωνισμό. Αντίθετα οι άνθρωποι υπάρχουν για να αλληλοβοηθούνται μέσω της ειρηνικής συνεργασίας.
“Συνεπώς, οφείλουμε εδώ να ακολουθούμε τη φύση ως οδηγό μας, να συνεισφέρουμε στην κοινή δεξαμενή των πραγμάτων που ωφελούν τους πάντες και, μέσω της ευσυνείδητης ανταλλαγής υπηρεσιών, παρέχοντας και λαμβάνοντας προσπάθειες και μέσα, να ενισχύουμε την αδελφοσύνη μεταξύ των ανθρώπων”.
Αυτό που περιέγραφε ο Κικέρων ήταν ένα σύστημα συναλλαγών που οδηγεί σε αμοιβαίο όφελος για όλους – σήμερα το αποκαλούμε ελευθερία των συναλλαγών.

Υπερασπίστηκε την ιδιωτική ιδιοκτησία
Ο Κικέρων ήταν ένας από τους πρώτους σημαντικούς κοινωνικούς και πολιτικούς στοχαστές που εξήραν την ιερότητα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και τον ρόλο της στην κοινωνία. Ο Κικέρων γράφει για την ιδιωτική ιδιοκτησία κυρίως στο δεύτερο βιβλίο του Περί Καθηκόντων. Σύμφωνα με τον Κικέρωνα, μια από τις σημαντικές λειτουργίες του κράτους είναι η δημιουργία και προστασία των ιδιωτικών ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων.
“Οι άνθρωποι που έχουν την ευθύνη των δημόσιων υποθέσεων πρέπει πρώτα απ’ όλα να εξασφαλίσουν ότι καθένας έχει αυτά που του ανήκουν, και πως οι ιδιώτες δεν θα στερούνται ποτέ τα αγαθά τους από δημόσια δράση”.
Αργότερα, στο τελευταίο βιβλίο του Περί Καθηκόντων, ο Κικέρων διατυπώνει τη δική του εκδοχή της περίφημης αρχής της βλάβης του John Stuart Mill (ότι ο μόνος σκοπός για τον οποίο μπορεί θεμιτά να ασκηθεί εξουσία επί του οποιουδήποτε μέλους μιας πολιτισμένης κοινωνίας, ενάντια στη θέλησή του, είναι για να εμποδίσει τη βλάβη σε άλλους). Ο Κικέρων λέει “Καθένας θα πρέπει να μπορεί να ασχολείται με αυτό που τον ωφελεί, στο βαθμό που το κάνει χωρίς να αδικεί άλλους”.
Ο Κικέρων ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του σε ό,τι αφορά το ζήτημα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

Υποστήριξε την ελευθερία του σχετίζεσθαι
Σε ολόκληρο το κείμενο του Περί Καθηκόντων, διακρίνουμε τους σκοτεινούς στοχασμούς του Κικέρωνα πάνω στα γεγονότα της ζωής του. Ο Κικέρων έζησε πολλούς και βίαιους εμφύλιους πολέμους που προκάλεσαν μαζική καταστροφή. Από αυτούς, συμπέρανε ότι η βία δεν καταφέρνει να σταματήσει τους ανθρώπους να ανακτήσουν την ελευθερία τους και, εντέλει, θα συνενωθούν εναντίον του εχθρού τους: “Η ελευθερία θα αντεπιτεθεί ακόμη πιο άγρια αν καταστέλλεται παρά όταν παραμένει ανενόχλητη”.
Τέρπει τον αναγνώστη με ιστορίες παρανοϊκών τυράννων που ζούσαν με τον μόνιμο φόβο πως οι υπήκοοί τους θα συνωμοτήσουν για να δολοφονήσουν τον καταπιεστή τους. “Αυτοί που θέλουν οι άνθρωποι να τους φοβούνται, καταλήγουν να φοβούνται οι ίδιοι τους ανθρώπους που τους φοβούνται”.
Ο Κικέρων συμπεραίνει ότι το καλύτερο είναι να αφήνονται οι άνθρωποι ελεύθεροι και να κερδίζεται η υποστήριξή τους μέσα από την προσπάθεια να πειστούν να συμμετάσχουν και όχι μέσω της καταπίεσης. Υπήρξε υπέρμαχος της ελευθερίας του σχετίζεσθαι και όχι της βίας.

Επηρέασε σε τεράστιο βαθμό την Αμερικανική Επανάσταση
Ο Κικέρων επηρέασε έντονα την Αμερικανική Επανάσταση. Στην Αμερική του 18ου αιώνα, οι μελλοντικοί Πατέρες του Έθνους είχαν μελετήσει τους λόγους του Κικέρωνα. Το 1750, το Χάρβαρντ απαιτούσε από τους υποψήφιους φοιτητές του να “διαβάσουν, να ερμηνεύσουν και να αναλύσουν Κικέρωνα, Βιργίλιο ή άλλους κλασικούς συγγραφείς” και οι υποψήφιοι του Πρίνστον έπρεπε να μπορούν “να γράφουν πεζό λόγο στα λατινικά, να μεταφράζουν Βιργίλιο, Κικέρωνα και τα ελληνικά Ευαγγέλια”. Αυτό σήμαινε ότι πολλοί από τους πατέρες του έθνους είχαν μια κοινή δεξαμενή ιστοριών του αρχαίου κόσμου τις οποίες χρησιμοποιούσαν για να διατυπώσουν τις ριζοσπαστικές ιδέες του καιρού τους.
Ο Κάτων ο νεότερος, ο Κιγκινάτος και ο Κικέρων ήταν οι αγαπημένοι ήρωες των πατέρων του αμερικανικού έθνους. Ο Κικέρων θεωρούταν πρότυπο τόσο δημόσιας όσο και προσωπικής αρετής. Ο John Wilson, ένας από τους βασικούς συγγραφείς του κειμένου του αμερικανικού συντάγματος, λάτρευε τον Κικέρωνα και τον ανέφερε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα στις διαλέξεις του στο Κολέγιο της Φιλαδέλφειας το 1790. Ο Thomas Jefferson ανέφερε τον Κικέρωνα μέχρι και σε μια επιστολή του στον Henry Lee, λέγοντας ότι η επιρροή του ήταν άμεση στο προσχέδιο της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας μαζί με τον Montesquieu, τον John Locke και τον David Hume.

Ο Κικέρων ήταν ένας συναρπαστικός συγγραφέας που επηρέασε απίστευτα πολλούς ανθρώπους καθ’ όλη την Ιστορία. Το μότο της πολιτείας του Μιζούρι είναι μέχρι και σήμερα ένα απόφθεγμα από το έργο του Κικέρωνα Περί Νόμων: “Ύπατος νόμος να είναι το καλό των ανθρώπων”. Ο John Locke χρησιμοποίησε το ίδιο απόφθεγμα ως επίγραμμα στη Δεύτερη Πραγματεία περί Κυβερνήσεως. Τα γραπτά του είναι ένα σημαντικό όπλο στη φαρέτρα κάθε φίλου της ελευθερίας.

Αυτό που έχουμε μέσα μας

Ελκύουμε καταστάσεις, εμπειρίες, ανθρώπους, φίλους σύμφωνα με αυτά που έχουμε μέσα μας. Σύμφωνα με την κοσμοθεωρία μας σύμφωνα με τις αρχές και το αξιακό μας σύστημα σύμφωνα με το πόση αγάπη βάζουμε στα πράγματα.

Συχνά ακούμε να λένε ότι φταίνε οι άλλοι, ότι υπάρχει μίσος, κακία, ανταγωνισμός. Και ίσως όχι άδικα. Αλλά σίγουρα υπάρχει γύρω μας και αγάπη φιλία και άνθρωποι έτοιμοι να ακούσουν μια καλή κουβέντα και να ανοίξουν την καρδιά τους.

Ένα άνθρωπος γεμάτος θετική ενέργεια, γεμάτος καλοσύνη, ευγνωμοσύνη και αγάπη δεν μπορεί παρά να έλξει το καλό γύρω του.

Και ακόμα να βγάλει και από τον απέναντι του τον καλύτερο του εαυτό. Διότι όλοι είμαστε κατά βάθος καλοί, άσχετα εάν οι φόβοι μας οι ανασφάλειες μας τα πάθη μας ακόμα, μας κάνουν να μπερδευόμαστε, να χανόμαστε και πολλές φορές να δείχνουμε αχάριστοι ή όχι καλοί.

Αλλά δεν μπορώ να πάψω να πιστεύω στο καλό που έχει μέσα του ο κάθε άνθρωπος. Και στις ευκαιρίες που αξίζει για να συνδεθεί μαζί του.

Η καλοσύνη η αγάπη η ευκαιρία και η συγχώρεση δεν μπορεί παρά να φέρουν θετικά αποτελέσματα. Και αυτά δεν είναι άλλα από το να έχουμε αγάπη και ευτυχία στη ζωή μας.

Όταν ξέρουμε να αγαπάμε, δεν μπορεί παρά να έχουμε αγάπη στη ζωή μας και όταν ξέρουμε να σεβόμαστε, δεν μπορεί παρά να έχουμε τον σεβασμό και την εκτίμηση των άλλων.

Έτσι και η ζωή γίνεται όμορφη, όταν έχουμε φίλους καλούς και συμπονετικούς, όταν έχουμε μια δεμένη οικογένεια, όταν ξέρουμε να ζούμε όμορφα την κάθε μας στιγμή.

Ας μην περιμένουμε τα πάντα από τους άλλους χωρίς εμείς να δίνουμε αυτά που πρέπει. Ας μην θεωρούμε ότι όλα μας πάνε στραβά και εμείς δεν έχουμε κανένα μερίδιο ευθύνης.

Πολλές φορές βέβαια η ίδια η ζωή μπορεί να γίνει δύσκολη, ίσως και άδικη και να χάσουμε και ανθρώπους που άλλοτε μας έδιναν ευτυχία και χαρά ή ίσως και να πληγωθούμε ή να χάσουμε την υγεία μας. Αλλά ακόμα και τότε δεν πρέπει να λιποψυχήσουμε. Ούτε και υπάρχει άλλος δρόμος από το να βρούμε και να ξεδιπλώσουμε όλη την κρυμμένη μας δύναμη.

Και ας μην ξεχνάμε την πίστη. Αυτή που σε κάθε δύσκολη στιγμή είναι εκεί για να μας παρηγορήσει να μας δώσει δύναμη και κουράγιο. Χωρίς πίστη δεν υπάρχει ελπίδα και χωρίς ελπίδα δεν υπάρχει ζωή.
«Μέσα από τα δάκρυα μου επιμένω ότι ο κόσμος αυτός είναι ακόμα όμορφος» Ν. Βρεττάκος
Και είναι όμορφος ο κόσμος, είναι όμορφη η ζωή. Και γίνεται ομορφότερη όταν μέσα από δάκρυα και μέσα από πόνο μαθαίνουμε να αγαπάμε και να ελκύουμε την αγάπη και την ευτυχία.

Η απάντηση βρίσκεται στο ερωτηματικό

Πολύ συχνά ακούω ανθρώπους να μου λένε, «Φοβάμαι να αλλάξω την σχέση μου, τη δουλειά μου, την επικοινωνία με τους γονείς μου, τον τρόπο που βλέπω τον εαυτό μου, ακόμη και οι πιο μικρές αποφάσεις φαντάζουν δύσκολες όπως το φοβάμαι να μετακομίσω, να αλλάξω αυτοκίνητο…» και άλλα πολλά.

Η απάντηση μου σε όλα τα παραπάνω είναι σαφής: ‘’Κι όμως δεν φοβήθηκες να έρθεις εδώ και να τα μοιραστείς μαζί μου’’, κάτι πολύ σημαντικό. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι πολλές φορές είμαστε πολύ κοντά στην αλλαγή που επιθυμούμε, όμως ο φόβος μας, μας προτρέπει να εθελοτυφλούμε και να χανόμαστε μέσα στην δίνη της συνήθειας και ενός φαύλου κύκλου ενόχων, χαμηλής αυτοεκτίμησης, εσωτερικής ταλάντευσης, άγχους, θλίψης και τελικά μιας αίσθησης ότι βρισκόμαστε σε διαρκή αδιέξοδο.

Οι περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν απεγνωσμένα μία απάντηση που θα τους σπάσει αυτόν το φαύλο κύκλο και θα τους αλλάξει την ζωή, όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Ο φαύλος κύκλος σπάει όταν έχουμε συνέπεια απέναντι στις ερωτήσεις που κάνουμε στον εαυτό μας, διότι οι ερωτήσεις είναι αυτές που δείχνουν τον φωτεινότερο δρόμο για εμάς σε όλα τα επίπεδα.

Είναι αξιοσημείωτο πόσο συχνά οι σκέψεις μας λειτουργούν ως φυγόκεντρες δυνάμεις από τον εαυτό μας, μας μπερδεύουν, μας σαμποτάρουν και τελικά ταράζουν την εσωτερική γαλήνη και ησυχία…

Το ερωτηματικό από την άλλη μας πηγαίνει κατευθείαν στην βάση που βρίσκεται μέσα μας και έτσι μας βοηθά να μην έχουμε την ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει, αντιθέτως τα ερωτηματικά μας οδηγούν σε μία νέα υγιή πεποίθηση πως όλα αλλάζουν όμορφα και ομαλά όπως άλλωστε κυλάει και η ζωή μας.

Η βαθιά γνώση του εαυτού είναι άθλημα δια βίου και αν δεν νιώθετε έτοιμοι και προετοιμασμένοι για να αγωνισθείτε, τότε ζητήστε βοήθεια από έναν φίλο, ο οποίος θα σας βοηθήσει να προπονηθείτε στα ερωτήματα που θα σας φέρουν τις απαντήσεις που ζητάτε στην ζωή σας.

Θέλετε λοιπόν να αλλάξετε;

Παραστράτησε από το καθιερωμένο μονοπάτι

Πόσο φως χρειάζεται για να φωτίσει το σκοτάδι σου; Πόση στοργή απομένει για να γιάνει και η τελευταία σου πληγή; Βολεύτηκες κάτω από την σκιά σου και τώρα δεν έχεις κουράγιο να φανερωθείς.

Δύσκολο πράγμα να αντιμετωπίσεις τα λάθη σου, αλλά δυσκολότερο να αποδεχθείς τις συνέπειες τους. Βλέπεις, η αχαριστία κυλάει αμείλικτα στις φλέβες του ανθρώπου και τον αρρωσταίνει μέρα με την μέρα, μολύνει με μίσος και πίκρα την ψυχή του.

Κυριακάτικο παζάρι το συναίσθημα με πλήθος περαστικών να το διασχίζουν πάνω-κάτω, πασχίζοντας να εντοπίσουν το νέο τους απόκτημα σε τιμή-αν μη τι άλλο-ευκαιρίας. Μάταια όμως, γιατί η αχαριστία είναι αυτή που με λάγνο βλέμμα θα σε συντροφεύσει για ακόμη μία νύχτα στην αγκαλιά του κενού σου κρεβατιού και θα σε σκεπάσει με το σεντόνι της πικρής σου μοναξιάς. Και να σού πάλι ο ίδιος φαύλος κύκλος ξεκινά.

Κάποιος λένε, τόλμησε να μη λάβει μέρος σε αυτήν την παρωδία και παραστράτησε από το καθιερωμένο μονοπάτι. Άφησε τον εαυτό του να αγαπήσει αληθινά με τιμιότητα και σεβασμό, μόνο που ο κόσμος δεν μπόρεσε να το αντέξει, είναι ασήκωτη η αλήθεια και δεν "φοριέται" τελευταία, αλλά δεν πειράζει αυτός ο κάποιος μάζεψε ένα-ένα τα κομμάτια του και ανηφόρισε, πείσμωσε, το έβαλε σκοπό, θα βρει την αγάπη, θα την λατρέψει και θα την κλείσει μέσα αιώνια, παντοτινά.

Nietzsche: Ο Ζαρατούστρα για τη φρίκη των λογίων

Οι λόγιοι και η χώρα της παιδείας

§1

     Ι. Γιατί χρειάζεται να μας απασχολούν στις εποχές μας οι λόγιοι; Γιατί, όπως μας λέει ο Νίτσε στον Ζαρατούστρα, με έξοχο ποιητικό-μεταφορικό τρόπο, ξεκινούν ως αναζητητές της γνώσης, με πολλά λάφυρα από το κυνήγι της γνώσης και με μπόλικα σκισμένα ρούχα πάνω τους: αφοσιώνονται στο έργο της γνώσης και δαμάζουν τέρατα και τέρατα.

     ΙΙ. Έχουν επίσης πάνω τους πολλά, πάρα πολλά αγκάθια, μα κανένα τριαντάφυλλο. Ζουν εντελώς απομονωμένοι και ακίνητοι στον εαυτό τους, σκυθρωποί και αγέλαστοι, δεν πατάνε στη γη και δεν έχουν γνωρίσει ως τώρα τι σημαίνει ομορφιά και γέλιο. Τους λείπει το κάλλος, η ανάβαση της ψυχής, κατά Πλάτωνα, προς το κάλλος του ευ ζην.

     ΙΙΙ. Και στο βαθμό που τους λείπει αυτό το άνοιγμα στον κόσμο και στη χαρά της ζωής, παραμένουν άβουλοι και αγνοούν το μέτρο. Μέτρο και ωραίο ή ομορφιά είναι οι βασικοί παράγοντες για να μπορέσει κάθε τέτοιος τύπος ανθρώπου να ξεπεράσει τον στενό ορίζοντα του ατομικού κορεσμού και να αντιπαλέψει το κλείσιμο έναντι του κόσμου.

§2

     Ι. Ο Ζαρατούστρα αισθάνεται τρόμο και γυρίζει πίσω στη χώρα της παιδείας. Γυρίζει με αληθινή επιθυμία να αντικρίσει κάποια αλήθεια που υποτίθεται πως αναδίδουν οι λόγιοι και οι σοφοί. Μα τι να δει! Παντού διακρίνει ακρισία, τυπικά συσσωρευμένη γνώση και τους λόγιους να είναι «πασαλειμμένοι με πενήντα πινελιές στο πρόσωπο και στα σώματά τους»· δηλαδή δεν έχουν αφομοιώσει τίποτα το ζωντανό και δημιουργικό από την εν λόγω γνώση παρά τη χρησιμοποιούν ως εξωτερικό στολίδι, ως ένα είδος μάσκας.

     ΙΙ. Συμβαίνει περίπου αυτό που παρατηρούμε σήμερα σε εκείνους τους «διανοούμενους», που εντάσσονται σε δόλιους μηχανισμούς του πολιτικού ή του ακαδημαϊκού στερεώματος κ.α. και λειτουργούν ως όργανα του ενός ή του άλλου καθεστώτος, γιατί δεν έχουν μεταμορφωθεί διόλου πνευματικά από τα ανώτερα αγαθά της αληθινής γνώσης και περιφέρονται ως άβουλοι υπηρέτες στους διαδρόμους των «δημοκρατικών» τους αφεντικών.

     ΙΙΙ. Βλέποντας αυτά ο Ζαρατούστρα αρνείται το ρόλο και τη δόξα του λόγιου. Όλους αυτούς τους θεωρεί πρόβατα· και για τα πρόβατα, δηλαδή με τους όρους των προβάτων, δεν θέλει και ο ίδιος να είναι πια λόγιος. Παραμένει όμως λόγιος μόνο για τους δημιουργούς. Οι λόγιοι έχουν περιορισμένη σκέψη και είναι μόνο επιτήδειοι: να κυνηγούν αξιώματα και τιμές.

     ΙV. Είναι θεατές στο θέαμα του κόσμου και διόλου πρωταγωνιστές. Ασχολούνται με κοινοτοπίες και στερεότυπα. Καμιά πρωτοτυπία: «χαζεύουν με ανοικτό στόμα τις σκέψεις που σκέφτηκαν οι άλλοι … «όταν παριστάνουν τους σοφούς … η σοφία τους αναδίδει μια μυρουδιά λες και βγαίνει από βούρκο». Αντιμετωπίζουν με δόλιο τρόπο τους άλλους. Λειτουργούν σαν κουρδισμένα ρολόγια και προσπαθούν να φιμώσουν τους άλλους.

    V. Απτό παράδειγμα για τα παραπάνω οι διορισμοί αμόρφωτων αλλά καλών προβάτων στα «μορφωτικά» ιδρύματα της σημερινής Ελλάδας, με τις λελογισμένες πάντοτε εξαιρέσεις πραγματικά ικανών φίλων της σοφίας. Κατά το πνεύμα τούτο αποφαίνεται ο Νίτσε ότι τέτοιοι λόγιοι είναι όργανα της ισοπεδωτικής λογικής και πρακτικής της νεωτερικής πολιτικής δημοκρατίας.

     VΙ. Η χώρα της «παιδείας», όπου κατοικούν αυτοί οι λόγιοι, είναι μια χώρα γεμάτη στειρότητα και φρίκη. Τη συγκρίνει με τον κάτω κόσμο, κατά το πρότυπο του Ομήρου, και τη θεωρεί χείριστη: «καλύτερα μεροκαματιάρης στον κάτω κόσμο και στις σκιές του Άλλοτε. Πιο σαρκωμένοι και πιο γιομάτοι από σας είναι ακόμα κι οι κάτοικοι του άλλου κόσμου».

     VΙΙ. Οι στείροι τούτοι λόγιοι φορούν τη μάσκα της σοφίας, ώστε να κρύβουν τη στειρότητά τους απ’ αυτούς που θέλουν να κρίνουν. Αν τους αφαιρέσεις αυτή τη μάσκα, τα ψευτοστολίδια τους, θα βρεις μπροστά σου έναν άψυχο σκελετό: «όλοι τους είναι για γέλια». Τέτοιοι «σοφοί» είναι ψεύτες και υποκριτές: «αχ ευαίσθητοι υποκριτές, ακόλαστοι. Από την επιθυμία σας λείπει η αθωότητα». Προβάλλουν την πιο άκρατη και άκριτη υποκειμενικότητά τους για την πιο αληθινή αντικειμενικότητα. Κοιτάζουν μόνο τον εαυτό τους και για να αποφύγουν τη ντροπή της γύμνιας τους καταφεύγουν στα «μυστικά μονοπάτια του ψεύδους». Πάνω σε τέτοια μονοπάτια του ψεύδους πατά και το Ελλαδικό πολιτικό μόρφωμα της νεοφασιστικής αριστεράς με εκείνους τους άξεστους λόγιους, που το υπηρετούν μισθοφορικά.

Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (66.1-70.1)

66. ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ ΚΑΙ ΑΡΚΤΟΣ [66.1] δύο φίλοι τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἐβάδιζον. ἄρκτου δὲ αὐτοῖς ἐπιφανείσης ὁ μὲν ἕτερος φθάσας ἀνέβη ἐπί τι δένδρον καὶ ἐνταῦθα ἐκρύπτετο. ὁ δὲ ἕτερος μέλλων περικατάληπτος γίνεσθαι πεσὼν κατὰ τοῦ ἐδάφους τὸν νεκρὸν προσεποιεῖτο. τῆς δὲ ἄρκτου προσενεγκούσης αὐτῷ τὸ ῥύγχος καὶ περιοσφραινούσης τὰς ἀναπνοὰς συνεῖχε· φασὶ γὰρ νεκροῦ μὴ ἅπτεσθαι τὸ ζῷον. ἀπαλλαγείσης δὲ ‹αὐτῆς ὁ ἕτερος› καταβὰς ἀπὸ τοῦ δένδρου ἐπυνθάνετο αὐτοῦ, τί ἡ ἄρκτος πρὸς τὸ οὖς εἴρηκεν. ὁ δὲ εἶπε· «τοιούτοις τοῦ λοιποῦ μὴ συνοδοιπορεῖν φίλοις, οἳ ἐν κινδύνοις οὐ παραμένουσιν».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι τοὺς γνησίους τῶν φίλων αἱ συμφοραὶ δοκιμάζουσιν.

67. ΝΕΑΝΙΣΚΟΙ ΚΑΙ ΜΑΓΕΙΡΟΣ
[67.1] δύο νεανίσκοι ἐν ταὐτῷ κρέας ὠνοῦντο. καὶ δὴ τοῦ μαγείρου περισπασθέντος ὁ ἕτερος ὑφελόμενος ἀκροκώλιον εἰς τὸν τοῦ ἑτέρου κόλπον καθῆκεν. ἐπιστραφέντος δὲ τοῦ μαγείρου καὶ ἐπιζητοῦντος αἰτιωμένου τε κἀκείνους ὁ μὲν εἰληφὼς ὤμνυε μὴ ἔχειν, ὁ δὲ ἔχων μὴ εἰληφέναι. καὶ ὁ μάγειρος αἰσθόμενος αὐτῶν τὴν κακοτεχνίαν ἔφη· «ἀλλὰ κἂν ἐμὲ λάθητε ἐπιορκοῦντες, θεοὺς μέντοι οὐ λήσεσθε».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι ἡ αὐτή ἐστιν ἡ ἀσέβεια τῆς ἐπιορκίας, κἂν αὐτήν τις κατασοφίζηται.

68. ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ
[68.1] δύο ἐν ταὐτῷ ὡδοιπόρουν. θατέρου δὲ πέλεκυν εὑρόντος ὁ ἕτερος ἔλεγεν· «εὑρήκαμεν», ὁ δὲ ἕτερος αὐτῷ παρῄνει μὴ λέγειν «εὑρήκαμεν» ἀλλ᾽ «εὕρηκας». μετὰ μικρὸν δὲ ἐπελθόντων αὐτοῖς τῶν ἀποβεβληκότων τὸν πέλεκυν ὁ ἔχων αὐτὸν διωκόμενος ἔλεγε πρὸς τὸν συνοδοιπόρον· «ἀπολώλαμεν», ἐκεῖνος δὲ ἔφη· «ἀλλ᾽ ἀπόλωλα, εἰπέ. οὐδὲ γάρ, ὅτε τὸν πέλεκυν εὗρες, ἐμοὶ αὐτὸν ἀνεκοινώσω».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι οἱ μὴ μεταλαβόντες τῶν εὐτυχημάτων οὐδὲ ἐν ταῖς συμφοραῖς βέβαιοί εἰσι φίλοι.

69. ΕΧΘΡΟΙ
[69.1] δύο ἐχθροὶ ἐν μιᾷ νηὶ ἔπλεον. βουλόμενοι δὲ πολὺ ἀλλήλων διεζεῦχθαι, ὥρμησαν ὁ μὲν ἐπὶ τὴν πρώραν, ὁ δὲ ἐπὶ τὴν πρύμναν καὶ ἐνταῦθα ἔμενον. χειμῶνος δὲ σφοδροῦ καταλαβόντος καὶ τῆς νηὸς περιτρεπομένης ὁ ἐν τῇ πρύμνῃ ἐπυνθάνετο παρὰ τοῦ κυβερνήτου, περὶ ποῖον μέρος καταδύεσθαι τὸ σκάφος πρῶτον κινδυνεύει. τοῦ δὲ εἰπόντος· «κατὰ τὴν πρώραν», ἔφη· «ἀλλ᾽ ἔμοιγε οὐκέτι λυπηρὸς ὁ θάνατός ἐστι, εἴγε ὁρᾶν μέλλω τὸν ἐχθρόν μου προαποπνιγόμενον».
οὕτως ἔνιοι τῶν ἀνθρώπων διὰ τὴν πρὸς τοὺς πέλας δυσμένειαν αἱροῦνται καὶ αὐτοί τι δεινὸν πάσχειν ὑπὲρ τοῦ κἀκείνους ὁρᾶν δυστυχοῦντας.

70. ΒΑΤΡΑΧΟΙ
[70.1] δύο βάτραχοι ἀλλήλοις ἐγειτνίων. ἐνέμοντο δὲ ὁ μὲν βαθεῖαν καὶ τῆς ὁδοῦ πόρρω λίμνην, ὁ δὲ ἐν ὁδῷ μικρὸν ὕδωρ ἔχων. καὶ δὴ τοῦ ἐν τῇ λίμνῃ παραινοῦντος τὸν ἕτερον μεταβῆναι πρὸς αὐτόν, ἵνα καὶ ἀμείνονος καὶ ἀσφαλεστέρας διαίτης μεταλάβῃ, ἐκεῖνος οὐκ ἐπείθετο λέγων δυσαποσπάστως ἔχειν τῆς τοῦ τόπου συνηθείας· ἕως οὗ συνέβη ἅμαξαν τῇδε παριοῦσαν ὀλέσαι αὐτόν.
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ τοῖς φαύλοις ἐπιτηδεύμασιν ἐνδιατρίβοντες φθάνουσιν ἀπολλύμενοι πρὶν ἢ ἐπὶ τὰ καλλίονα τραπέσθαι.

***
66. Οι ταξιδιώτες και η αρκούδα.
[66.1] Ήταν δυο φίλοι που βαδίζανε μαζί στον ίδιο δρόμο, όταν ξαφνικά παρουσιάστηκε μπροστά τους μια αρκούδα. Τότε ο ένας από αυτούς πρόφτασε να σκαρφαλώσει σε κάποιο δέντρο και κρύφτηκε εκεί πάνω. Όσο για τον άλλον, ακριβώς τη στιγμή που κινδύνευε να τον τσακώσει το θηρίο, αυτός σωριάστηκε κάτω στο έδαφος και υποκρινόταν τον πεθαμένο. Η αρκούδα, που λέτε, έφερε κοντά του τη μουσούδα της και τον οσφραινόταν γύρω-γύρω· ο ανθρωπάκος, όμως, κρατούσε την ανάσα του. Φημολογείται, βλέπετε, ότι το θηρίο αυτό δεν αγγίζει τους πεθαμένους. Όταν πια σηκώθηκε και έφυγε το ζώο, ο φίλος κατέβηκε από το δέντρο και ρωτούσε τον σύντροφό τί του είχε ψιθυρίσει η αρκούδα στο αυτί. Εκείνος αποκρίθηκε: «Να σου πω: “Κοίτα καλά”, με ορμήνεψε, “μην τυχόν και ξαναταξιδέψεις συντροφιά με τέτοιους φίλους, που σε παρατούν σύξυλο στον κίνδυνο”».
Το δίδαγμα του μύθου: Οι συγκυρίες είναι η καλύτερη δοκιμασία που αποδεικνύει ποιός είναι φίλος πραγματικός.

67. Οι νεαροί και ο χασάπης.
[67.1] Ήταν δύο νεαροί που ψώνιζαν κρέας από το ίδιο μαγαζί. Σε κάποια στιγμή, που λέτε, ο χασάπης έστρεψε αλλού την προσοχή του. Τότε ο ένας από τους νεαρούς βούτηξε ένα ποδαράκι και το έχωσε μέσα στον κόρφο του άλλου. Λίγο αργότερα ο χασάπης ξαναγύρισε το βλέμμα του στον πάγκο και άρχισε να ψάχνει το χαμένο ποδαράκι. Δεν θέλησε και πολύ για να κατηγορήσει τους δύο λεγάμενους. Εντούτοις ο ένας από αυτούς, εκείνος που είχε σουφρώσει το κρεατάκι, έπαιρνε όρκο ότι δεν το έχει· και ο άλλος, που το φύλαγε μέσα στον κόρφο του, ορκιζόταν ανάλογα ότι δεν το έκλεψε. Ο χασάπης, βέβαια, αντιλήφθηκε τη βρομοδουλειά τους και τους προειδοποίησε: «Ρε τσογλάνια, εμένα μπορεί να με ξεγελάσετε με τις ψευδορκίες σας, αλλά μη νομίζετε ότι θα γλιτώσετε από τους θεούς».
Το δίδαγμα του μύθου: Το να παίρνεις ψεύτικο όρκο είναι και παραμένει βλασφημία, ό,τι σοφιστείες και αν μηχανευτεί κανείς για να δικαιολογηθεί.

68. Οι ταξιδιώτες.
[68.1] Ήταν δύο άνθρωποι που ταξίδευαν μαζί πεζοπορώντας στον ίδιο δρόμο. Εκεί που πήγαιναν, λοιπόν, ο ένας τους βρήκε μπροστά του ένα τσεκούρι, οπότε ο άλλος αναφώνησε: «Κοίτα τί βρήκαμε!». Ωστόσο ο πρώτος τού έκανε παρατήρηση: «Γιατί “βρήκαμε”, ρε έξυπνε; “Βρήκες” πρέπει να λες». Ύστερα από λίγη ώρα, βέβαια, έπεσαν πάνω τους οι ιδιοκτήτες του τσεκουριού, που το είχαν χάσει, και τους πήραν στο κυνήγι. Τότε ο φιλαράκος με το τσεκούρι έτρεχε να ξεφύγει και φώναζε στον συνταξιδιώτη του: «Αμάν, πάμε χαμένοι!». Εκείνος όμως του την έφερε: «Όχι “πάμε”, φίλε — “πάω χαμένος” να λες. Για θυμήσου: όταν ανακάλυψες το τσεκούρι, δεν μου παραχώρησες μερίδιο».
Το δίδαγμα του μύθου: Όσους δεν έχουν πάρει μερίδιο από την καλή σου τύχη, μην τους λογαριάζεις για σταθερούς φίλους στα δεινά σου.

69. Οι εχθροί.
[69.1] Ήταν δύο εχθροί που ταξίδευαν πάνω στο ίδιο καράβι. Αυτοί, που λέτε, είχαν τόσο μεγάλη μανία να απομακρυνθούν αναμεταξύ τους, ώστε όρμησαν ο ένας στην πλώρη και ο άλλος στην πρύμνη και παρέμεναν κολλημένοι εκεί. Ξαφνικά ξέσπασε φοβερή θύελλα και το καράβι κόντευε να αναποδογυρίσει. Τότε ο άνθρωπος στην πρύμνη ρώτησε τον καπετάνιο ποιό μέρος του καραβιού κινδυνεύει πιο πολύ να φουντάρει πρώτο. «Μου φαίνεται η πλώρη», απάντησε ο καπετάνιος, και ο άνθρωπός μας ανέκραξε: «Μωρέ καλόδεχτος τέτοιος θάνατος! Τουλάχιστον θα έχω την ευχαρίστηση να δω τον εχθρό μου να σκυλοπνίγεται πριν από μένα».
Έτσι συμβαίνει και με κάποιους ανθρώπους: Από μίσος για τον πλησίον τους, δέχονται μετά χαράς να υπομείνουν δεινά και οι ίδιοι, αρκεί να δουν εκείνον να πέφτει στη δυστυχία.

70. Οι βάτραχοι.
[70.1] Ήταν δυο βάτραχοι που γειτόνευαν μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, ο ένας από αυτούς κατοικούσε σε βαθιά λίμνη μακριά από τη δημοσιά, ο άλλος σε μια γούρνα με λίγο νερό καταμεσής στον δρόμο. Κάποια φορά, λοιπόν, εκείνος που έμενε στη λίμνη προσκάλεσε τον άλλον να μετακομίσει στα μέρη του, όπου θα έβρισκε κατοικία πιο άνετη και ασφαλέστερη. Εντούτοις ο άλλος δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Από ό,τι έλεγε, δεν μπορούσε να αποχωριστεί τον τόπο του, που τον είχε καλοσυνηθίσει. Μέχρι που μια μέρα έτυχε να περάσει από εκεί μια άμαξα και τον έλιωσε.
Έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους: Όσοι περνούν τη ζωή τους κάνοντας άθλιες δουλειές, βρίσκουν το τέλος τους προτού προλάβουν να στραφούν σε ωραιότερες ασχολίες.

Οι μαθητές του Σωκράτη και η συνέχιση της φιλοσοφίας του

Χωρίς ο ίδιος ποτέ του να έχει γράψει τίποτε, ο Σωκράτης επηρέασε ίσως όσο κανείς άλλος μια σειρά από φιλοσόφους. Και ωστόσο αρκετοί από τους συγχρόνους του τον κατηγόρησαν ακριβώς για την ποιότητα των μαθητών του. Η διαφθορά των νέων ήταν ανάμεσα στις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν, και είναι προφανές ότι η μαθητεία δίπλα σε αυτόν τον σπουδαίο δάσκαλο ανθρώπων όπως ο Κριτίας ή ο Χαρμίδης και βεβαίως ο Αλκιβιάδης δημιουργούσε αρκετές επιφυλάξεις στον ευρύτερο περίγυρο. Η σχετική καχυποψία πρέπει να αντλούσε στήριξη και από την εικόνα που είχε καλλιεργήσει ο Αριστοφάνης στις Νεφέλες του, περιγράφοντας τις προσπάθειες του καταχρεωμένου και απελπισμένου Στρεψιάδη ο οποίος, θέλοντας να απαλλαγεί από τις απαιτήσεις των δανειστών του, θα αναζητούσε την κατάλληλη καθοδήγηση στο πρόσωπο του Σωκράτη- θα έστελνε, λοιπόν, τον γιο του στο φροντιστήριον του σπουδαίου δασκάλου, προκειμένου να διδαχθεί τα τεχνάσματα του, προφανώς άδικου, λόγου. Βεβαίως δουλειά του Αριστοφάνη ήταν να σατιρίζει την επικαιρότητα της εποχής του, και έτσι είναι φυσιολογικό να υπερβάλλει, τόσο ως προς το περιεχόμενο των σπουδών όσο και ως προς τις προθέσεις των δασκάλων της σοφίας (ο Σωκράτης φαίνεται να λειτουργεί σαν παράδειγμα μιας σειράς διανοουμένων με αρκετά διαφορετικούς προσανατολισμούς, που εκτείνονται από την κοσμολογία ώς τη θεωρία της γλώσσας και τη ρητορική), αλλά και των μαθητών τους. Όμως αυτή η προκατάληψη απέναντι στους επίδοξους εκπαιδευτές της Αθήνας δεν προέρχεται μόνο από την κωμωδία· κατά τις τελευταίες δεκαετίες του πέμπτου αιώνα, οι Αθηναίοι δείχνουν ολοένα και μεγαλύτερη επιφύλαξη απέναντι στους επίδοξους εκπαιδευτές που έχουν συγκεντρωθεί στην πόλη τους για να διδάξουν μια σειρά από νέα αντικείμενα και να ασκήσουν κριτική στα παλιά. Κατ’ αυτή την έννοια, η δίκη του Σωκράτη είναι ίσως η κορυφή ενός μεγάλου παγόβουνου – για όσους βλέπουν τη φιλοσοφία απ’ έξω. Για όσους τη βλέπουν από μέσα, ήταν μάλλον η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει, και έτσι ο Πλάτων, ο σπουδαιότερος από τους μαθητές του Σωκράτη, σύντομα θα αναλάμβανε να ξεκαθαρίσει το τοπίο και να εξηγήσει ποια είναι η σωστή φιλοσοφία και σε τι χρησιμεύει. Η συμβολή του Πλάτωνα θα εί­ναι το κύριο θέμα που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια, ενώ στον περιορισμένο χώρο που διαθέτουμε, θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια αίσθηση και ορισμένων άλλων σημαντικών κατευθύνσεων που ξεκίνησαν από τη διδασκαλία του Σωκράτη.
 
Γεννημένος στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 420 από αριστοκρατική οικογένεια, ο Πλάτων απέφυγε την άμεση εμπλοκή με την πολιτική. Υπεύθυνη γι’ αυτή του την επιλογή πρέπει να ήταν η απογοήτευση που ο ίδιος εισέπραξε από την πολιτική κατάσταση της Αθήνας των ημερών του, με αποκορύφωμα την ίδια τη δίκη του Σω­κράτη2. Φαίνεται ωστόσο ότι ο Πλάτων επέλεξε με επιτυχία την έμμεση εμπλοκή με την πολιτική, καλλιεργώντας τις «ακαδημαϊκές» προϋποθέσεις για την ανάμιξη όποιων θα ήθελαν να επιλέξουν έναν τέτοιο δρόμο. Το ίδιο το επίθετο «ακαδημαϊκός» προέρχεται από την περίφημη Ακαδημία, το πρωτοποριακό κέντρο διδασκαλίας και έρευνας που ίδρυσε ο Πλάτων σε μια περιοχή της πόλης που συνδεόταν με τη λατρεία του ήρωα Ακάδημου (και που διατηρεί το ίδιο όνομα μέχρι σήμερα), προσελκύοντας μεγάλες μορφές της φιλοσοφίας και της επιστήμης, με σπουδαιότερο φυσικά τον ίδιο τον Αριστοτέλη. Ακολουθώντας τον κανόνα του σωκρατικού κύκλου, ο Πλάτων έγραψε με τη μορφή διαλόγου, χρησιμοποιώντας συχνά τον Σωκράτη ως κύριο ομιλητή. Έχουμε στα χέρια μας περίπου τριάντα τέτοια γνήσια κείμενα, τα οποία καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, έχοντας ωστόσο πάντα στο επίκεντρο την ηθική και την πολιτική. Μια πρόκληση για τον ερμηνευτή αυτών των κειμένων είναι, πέρα από τον απαιτητικό χαρακτήρα της φιλοσοφικής διαλεκτικής, η έντονη δραματουργική τους δύναμη – δύναμη που θα φαινόταν ακόμη πιο ισχυρή για ένα κοινό που συχνά θα γνώριζε και έτσι θα αναγνώριζε πολύ περισσότερο από ό, τι εμείς σήμερα τα πρόσωπα που συνομιλούν και τις ιστορικές καταστάσεις που αποτελούν το υπόβαθρο των διαλόγων.
 
Ανεξάρτητα από την ιδιαιτερότητα και την πρωτοτυπία της σκέψης του, στην οποία θα στραφούμε σε λίγο, έχει ενδιαφέρον η προσπάθεια που καταβάλλει ο Πλάτων για να απομακρύνει κάθε αμφιβολία που μπορούσε να εξακολουθεί να αμαυρώνει τη μνήμη του δασκάλου του. Η προσπάθεια αυτή διακρίνεται συχνά πίσω από τα επιχειρήματα που αναπτύσσονται σε πολλούς διάλογους για το θέμα της διδαξιμότητας της αρετής. Αλλά η χαρακτηριστικότερη ετυμηγορία του Πλάτωνα για τη σχέση του Σωκράτη με τον Αλκιβιάδη βρίσκεται στο τέλος του Συμποσίου, καθώς ο επίμαχος μαθητής περιγράφει με αρκετή λεπτομέρεια την ταπεινωτική προσπάθειά του να «αποπλανήσει» τον υπεράνω κάθε υποψίας, όπως φαίνεται, δάσκαλο του και τη ματαίωση που τελικά εισέπραξε:
 
Tον σκέπασα με τον μανδύα μου (ήταν χειμώνας), πλάγιασα κάτω από τον τρίβωνά του, τύλιξα τα χέρια μου γύρω από το σώμα τού αληθινά δαιμόνιου και εξαιρετικού αυτού όντος και έμεινα έτσι όλη τη νύχτα. Και αυτή τη φορά, Σωκράτη, δεν θα ισχυριστείς πως λέω ψέματα. Ε, λοιπόν! Παρ’ ό, τι έκανα, αυτός αποδείχθηκε τόσο ανίκητος από τα νεανικά μου θέλγητρα, τόσο τα περιφρόνησε και τα γελοιοποίησε, τόσο πολύ με ταπείνωσε – και όμως πίστευα πως κάποια αξία είχε αυτό το πράγμα, κύριοι δικασταί’ γιατί στην πραγματικότητα είστε δικαστές της περηφάνιας του Σωκράτη. Μάθετε, λοιπόν, σας ορκίζομαι, στους θεούς, στις θεές: κοιμήθηκα και ξύπνησα στο πλευρό του Σωκράτη, χωρίς να συμβεί τίποτε περισσότερο από ό, τι αν είχα κοιμηθεί με τον πατέρα μου ή με έναν μεγαλύτερο αδερφό.
Πλάτων, Συμπόσιο 219b-c
 
Αυτό από το οποίο κυρίως προσπαθεί να απαλλάξει ο Πλάτων τον Σωκράτη εδώ δεν είναι η μάλλον σκανδαλιστική, για κάποια μεταγενέστερα ήθη, σεξουαλική διάσταση της σχέσης του με τον Αλκιβιάδη – αν και ασφαλώς το Συμπόσιο μας περιγράφει πώς ο πλατωνικός Σωκράτης ασπάζεται τη διδασκαλία της Διοτίμας για μια ανώτερη, πνευματική μορφή έρωτα, που στόχο έχει όχι τους επιμέρους ανθρώπους αλλά τις ίδιες τις Ιδέες. Ως αιτία της απόρριψης του Αλκιβιάδη ο Σωκράτης του πλατωνικού Συμποσίου επικαλείται την έλλειψη πνευματικού βάθους αυτού του επίδοξου ερωτικού συντρόφου: «ψάχνεις», του λέει, «να αποκτήσεις σε αντάλλαγμα του φαινομενικού το αληθινό κάλλος, και το σχέδιο σου είναι πράγματι χάλκινα να δώσεις και χρυσά να πάρεις» (Συμπόσιο 218e).
 
Το παράδειγμα του Συμποσίου είναι μια καλή αφετηρία για να καταλάβουμε πώς ο Πλάτων επενδύει μια μάλλον πραγματική διάσταση του ιστορικού Σωκράτη, που είναι το ενδιαφέρον του για τα ερωτικά, εντάσσοντάς την σε ένα νέο φιλοσοφικό οπλοστάσιο, κεντρική θέση στο οποίο κατέχουν η διάκριση ανάμεσα στο πραγματικό και το φαινομενικό, και η πεποίθηση ότι ο κόσμος μας χαρακτηρίζεται από βαθμούς πραγματικότητας. Αυτοί οι αναβαθμοί, σύμφωνα με το Συμπόσιο, αποκαλύπτονται μόνο σε όσους μυηθούν σωστά στα μυστήρια του έρωτα. Τι είναι όμως αυτό που αντικρίζει τελικά ο μυημένος; Εδώ ο Πλάτων προσφέρει στον δάσκαλο του ένα δώρο, και το δώρο αυτό είναι η ονομαζόμενη θεωρία των Ιδεών. Σύμφωνα με τη θεωρία που βάζει ο Πλάτων στο στόμα του Σωκράτη, αυτό που επιτρέπει στον αισθητό κόσμο να υπάρχει αλλά και σε εμάς να τον κατανοούμε είναι η ύπαρξη αυθύπαρκτων, αμετάβλητων και νοητών οντοτήτων, τις οποίες τα αισθητά μιμούνται, μετέχοντας στην ουσία τους σε έναν μικρότερο ή διαφορετικό βαθμό. Μια σημαντική διάσταση αυτής της θεωρίας είναι ότι η πραγματική πρόσβαση στις Ιδέ­ες είναι ανοιχτή, για να ξαναγυρίσουμε στη γλώσσα του Συμποσίου, μόνο για τους μυημένους, γι’ αυτούς δηλαδή που επενδύουν στη φιλοσοφία και καταλαμβάνουν την πνευματική προσπάθεια να φτάσουν ώς εκεί. Η μάλλον απαισιόδοξη στάση του Πλάτωνα όσον αφορά τους υπόλοιπους φαίνεται σε ένα άλλο πολύ γνωστό κείμενο, στην αλληγορία του σπηλαίου.
 
Στο έβδομο βιβλίο της Πολιτείας ο πλατωνικός Σωκράτης επιχειρεί να περιγράψει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ανθρώπινη φύση «ως προς την παιδεία και την απαιδευσία της». Η αλληγορία παρουσιάζει ανθρώπους αλυσοδεμένους από τα πόδια και τον αυχένα έτσι ώστε να μην μπορούν να στρέψουν το κεφάλι τους. Αυτά που βλέπουν οι κρατούμενοι είναι οι αντανακλάσεις στο τοίχωμα της σπηλιάς ομοιωμάτων ανθρώπων και ζώων που τα κινούν κάποιοι άλλοι. Και καθώς οι κρατούμενοι δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω για να καταλάβουν ότι πρόκειται για κάποιου είδους θέατρο πιστεύουν ότι αυτό που βλέπουν είναι η ίδια η πραγματικότητα και όχι κάποιο αντίγραφο της. Όμως ακόμη και αν έστρεφαν τα κεφάλια τους, ίσως ποτέ δεν καταλάβαιναν ότι τα αντικείμενα αυτά δεν είναι τα ίδια τα φυσικά είδη, ό­τι δηλαδή υπάρχει και ένας άλλος κόσμος, που είναι αυτός που βρίσκεται έξω από τη σπηλιά, και ότι τα κατασκευάσματα που κινούνται πάνω στο τειχάκι δεν είναι παρά αντίγραφα. Είναι ωστόσο ενδιαφέρον ότι αυτό που επιλέγει να τονίσει εδώ ο Πλάτων δεν είναι τόσο η σχέση ανάμεσα στα πράγματα και στα είδωλά τους (τα διαφορετικά επίπεδα της γνώσης, που αντιστοιχούν σε διαφορετικά είδη αντικειμένων, παρουσιάζονται λίγο πιο πάνω στον ίδιο διάλογο, μέσα από την αναλογία της τετμημένης γραμμής) όσο η κατάσταση στην οποία θα βρεθεί όποιος επιχειρήσει να βγει από το σπήλαιο, καθώς θα δυσκολεύεται να δεχθεί πως όλα αυτά που μέχρι τότε τα θεωρούσε πραγματικά δεν ήταν παρά αντανακλάσεις ενός άλλου, αληθινού κόσμου:
 
«Θα χρειαζόταν, νομίζω, κάποιος χρόνος προσαρμογής, προκειμένου να αντικρίσει τα πράγματα επάνω. Έτσι, στην αρχή θα διέκρινε ευκολότερα τις σκιές, έπειτα τα είδωλα των ανθρώπων και των άλλων πραγμάτων στο νερό κι ύστερα τα ίδια τα πράγματα· από αυτά όσα βρίσκονται στον ουρανό, και αυτόν τον ίδιο τον ουρανό, θα μπορούσε να τα κοιτάξει πιο εύκολα τη νύχτα με το φως των άστρων και του φεγγαριού παρά την ημέρα, με τον ήλιο και το φως του… Κι ύστερα α­πό αυτά θα έφθανε να συλλάβει με τον λογισμό του ότι αυτός, ο ήλιος, είναι που δωρίζει τις εποχές και τα χρόνια και που διαφεντεύει τα πάντα στη σφαίρα των ορατών πραγμάτων, και κατά κάποιον τρόπο είναι η αιτία για όλα όσα έβλεπαν ο ίδιος κι οι άλλοι δεσμώτες».
516b-c
 
Εξίσου μεγάλη θα είναι η δυσκολία αυτοΰ του ανθρώπου να επιστρέφει στη σπηλιά, όχι μόνο επειδή δεν θα ήθελε πια να αφήσει την πραγματικότητα αλλά κι επειδή δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει αυτούς που θα είχαν μείνει πίσω και που θα πίστευαν πως τα δικά του μάτια ήταν χαλασμένα «κι ότι δεν αξίζει τον κόπο ούτε καν να δοκιμάσει κανείς να ανεβεί επάνω». Αν μάλιστα ο άνθρωπος αυτός, έχοντας δει το αληθινό φως, επιχειρούσε να ελευθερώσει και τους άλλους από τα δεσμά για να τους φέρει έξω, θα αντιμετώπιζε την οργή των παλαιών συγκροτουμένων του, οι οποίοι, με πρώτη ευκαιρία, θα τον σκότωναν.
 
Σε ένα πρώτο επίπεδο, το κείμενο μπορεί να διαβαστεί ως μια κριτική ερμηνεία του τέλους του Σωκράτη. Ο φιλόσοφος που διαφοροποιείται από τα πλήθη, ο οποίος ίσως ενοχλεί όσους «κάνουν το λάθος» να τον ακολουθήσουν και να δουν ένα κομμάτι της αλήθειας, έρχεται αντιμέτωπος στο τέλος με την οργή των συμπολιτών του. Την ίδια περίπου ιδέα εκφράζει ο Πλάτων όταν στον Γοργία (486a-b) βάζει τον Καλλικλή να λέει στον Σωκράτη ότι αν κάποιος τον συκοφαντούσε και τον έσερνε στη φυλακή δεν θα κατάφερνε να βγει- ή όταν δείχνει τον ίδιο τον Σωκράτη να προβλέπει το τέλος του, λέγοντας πως αν κανείς τον κατηγορούσε ότι διαφθείρει τους νέους και ότι τους ταλαιπωρεί οδηγώντας τους σε αμηχανία, τη στιγμή που κάποιοι άλλοι ρήτορες προφανώς θα τους καλόπιαναν, η θέση του θα ήταν παρόμοια με του γιατρού που θα έπρεπε να απαντήσει στις κατηγορίες ενός σπουδαίου μάγειρα, ενώπιον δικαστηρίου παδιών (Γοργίας 521d-522b).
 
Ασφαλώς στο πλαίσιο της Πολιτείας του Πλάτωνα η αναλογία του σπηλαίου επιτελεί μια πολύ πιο συγκεκριμένη και τεχνική λειτουργία, καθώς έρχεται να ολοκληρώσει μια συζήτηση για το Αγαθό, την αρχή που κυβερνά τον κόσμο. Ο ήλιος που θα αντικρίσει ο φιλόσοφος βγαίνοντας από το σπήλαιο αντιστοιχεί στον κόσμο των αισθήσεων με ό,τι θα ήταν το Αγαθό στον κόσμο της νόησης. Ο φιλόσοφος είναι αυτός που μέσα από τη διαλεκτική θα φτάσει να γνωρίσει τις ίδιες τις Ιδέες – ή ίσως να τις «θυμηθεί»: σύμφωνα με την περίφημη διδασκαλία της Ανάμνησης, που αναπτύσσεται πιο αναλυτικά και μέσα από φιλοσοφικά επιχειρήματα σε διάλογους όπως ο Μένων και ο Φαίδων, η γνώση του ενσαρκωμένου ανθρώπου προκύπτει από την ικανότητα που έχει να επαναφέρει στη μνήμη του τις Ιδέες όπως τις γνώρισε προτού ενσαρκωθεί. Το οπλοστάσιο των Ιδεών δίνει στη φιλοσοφία ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο, που της επιτρέπει να διεκδικήσει μια περιοχή διακριτή από εκείνη των υπόλοιπων επίδοξων εκπαιδευτών της Αθήνας, οι οποίοι, χάρη στην αμείλικτη κριτική του Πλάτωνα, υποβαθμίζονται τώρα στις θέσεις των σοφιστών και των ρητόρων. Και αυτό είναι που τελικά επιτρέπει στον Πλάτωνα να εξηγήσει τη φαινομενικά παράδοξη, τουλάχιστον με βάση τις αξίες της εποχής, επιλογή του να εμπιστευτεί την πολιτεία στα χέρια φιλοσόφων.
 
Τι γίνεται όμως με τη φιλοσοφική παράδοση των κοσμολογιών; Τι είναι αυτό που κάνει τον Πλάτωνα να πιστεύει ότι «γυρίζει σελίδα» από κάθε άποψη στη φιλοσοφία; Η μεγάλη συμβολή του Πλάτωνα στη μελέτη της φύσης είναι η πεποίθησή του ότι ο κόσμος μας, ο καλύτερος δυνατός κόσμος, είναι αποτέλεσμα σχεδίου του υψηλότερου δυνατού νου. Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι αυτή η πεποίθηση του Πλάτωνα αντανακλά ιδέες που διατυπώνονταν, έστω εν σπέρμα-τι, από τον ίδιο τον ιστορικό Σωκράτη. Όποια όμως και αν είναι η αλήθεια ως προς αυτό το χρέος, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ιδέα της ύπαρξης σχεδιασμού του κόσμου αναπτύσσεται για πρώτη φορά από τον Πλάτωνα, και μάλιστα με εκπληκτική λεπτομέρεια, σε ένα έργο που έμελλε να ασκήσει ιδιαίτερη επίδραση στην εξέλιξη της κοσμολογικής και θεολογικής σκέψης.
 
Στο έργο αυτό, που είναι ο Τίμαιος, ο ομώνυμος ομιλητής του διαλόγου αναλαμβάνει να διηγηθεί την ιστορία της δημιουργίας του κόσμου από έναν γεωμέτρη θεό. Προνομιακό πεδίο της δημιουργίας, ο ουρανός, παρουσιάζεται ως το κατ’ εξοχήν πεδίο τελειότητας: σύμφωνα με μια αρχή που θα κυριαρχούσε στην ιστορία της επιστήμης ως την εποχή του Κέπλερ, τα ουράνια σώματα κινούνται σε τροχιές σύμφωνες προς το τελειότερο γεωμετρικό σχήμα, που είναι ο κύκλος, και η κίνησή τους είναι ομαλή. Η τελειότητα της ουράνιας σφαίρας γίνεται το μοντέλο προς το οποίο ο άνθρωπος, αξιοποιώντας τη γέφυρα μεταξύ νοητού και αισθητού κόσμου, που είναι η ίδια η ψυχή του, μπορεί και πρέπει να στρέψει τη νόησή του:
 
 «Η παρατήρηση της μέρας και της νύχτας, των μηνών, της εναλλαγής των ετών, των ισημεριών και των τροπικών μάς οδήγησε στην επινόηση τον αριθμού, μας έδωσε την έννοια του χρόνου και μας ώθησε στη διερεύνηση της φύσης του Σύμπαντος. Από αυτή την πηγή αντλήσαμε τη φιλοσοφία, το μεγαλύτερο αγαθό που δώρισαν ή θα δωρίσουν ποτέ οι θεοί στους θνητούς… Ας πούμε απλώς και μόνον ότι η όραση είναι η αιτία του μέγιστου αγαθού: ο Θεός την ανακάλυψε και μας τη δώρισε για να μπορούμε να παρατηρούμε στον ουρανό τις αδιατάρακτες κυκλικές κινήσεις του νου και να τις προσαρμόζουμε στις συγγενικές αλλά ταραγμένες περιφορές της δικής μας διάνοιας».
Πλάτων, Τίμαιος 47a-c
 
Αυτό λοιπόν που διακρίνει τη σκέψη του Πλάτωνα από τη σκέψη των άλλων κοσμολόγων είναι η ρητή και αιτιολογημένη επένδυση του φυσικού κόσμου με ηθικές αξίες· η καταγγελία του ως προς τη ρήξη του με την παλαιότερη σκέψη του βρίσκεται σε ένα χωρίο που συχνά περιγράφεται ως «πνευματική αυτοβιογραφία του Σωκράτη». Έτσι, στις τελευταίες σελίδες του Φαίδωνα, που αφηγούνται τις τελευταίες στιγμές του Σωκράτη στη φυλακή, ο Πλάτων βάζει τον Σωκράτη να εκφράζει την απογοήτευσή του ως προς τις προσπάθειες των προηγούμενων στοχαστών να ερμηνεύσουν τον φυσικό κόσμο. Το λάθος τους έγκειται στη ροπή τους προς αυτό που εμείς θα ονομάζαμε μάλλον υλιστικές ή μηχανιστικές ερμηνείες και στην αδυναμία τους να προβλέψουν μια θέση για το αγαθό, να αναδείξουν δηλαδή τη λειτουργία ενός σοφού σχεδιασμού πίσω από τον κόσμο. Ως δηλωμένος στόχος του πλατωνικού Σωκράτη στον Φαίδωνα εμφανίζεται ο Αναξαγόρας, εξαιτίας της ανεκπλήρωτης ελπίδας που άφηνε σε όποιον, όπως ο ίδιος ο Σωκράτης, αγοράζοντας το βιβλίο του περίμενε να καταλάβει την εξηγητική δύναμη του Νου, που είναι η βασική αρχή του συγκεκριμένου συστήματος, στον φυσικό κόσμο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο η κριτική του Πλάτωνα αξιοποιεί, για μία ακόμη φορά, την εικόνα του φυλακισμένου Σωκράτη:
 
«Αυτή όμως την ελπίδα γρήγορα την εγκατέλειψα όταν, καθώς προχωρούσα στην ανάγνωση, είδα έναν άνθρωπο [τον Αναξαγόρα] που δεν χρησιμοποιεί καθόλου τον νου ούτε αποδίδει σε κάποιες αιτίες την τάξη των πραγμάτων, αλλά ως αιτίες αναφέρει τον αέρα, τον αιθέρα και το νερό και πολλά άλλα παράλογα. Αυτό που κάνει μου φαίνεται πανομοιότυπο σαν να έλεγε κάποιος ότι ο Σωκράτης όσα κάνει τα κά­νει με νου και έπειτα, επιχειρώντας να προσδιορίσει τις αιτίες των πράξεών μου, να πει ότι για αυτόν τον λόγο κάθομαι εδώ [στο κελί μου], γιατί το σώμα μου αποτελείται από οστά και νεύρα… Τα οστά αιωρούνται στα σημεία συναρμογής τους, τα νεύρα χαλαρώνουν και τεντώνονται και με κάνουν ικανό να κάμπτω τώρα τα μέλη μου. Και επειδή έκαμψα τα μέλη μου, για αυτήν την αιτία κάθομαι εδώ… Έτσι όμως αποφεύγει να πει την πραγματική αιτία, ότι δηλαδή, αφού οι Αθηναίοι θεώρησαν καλύτερο να με καταδικάσουν, για αυτόν ακριβώς τον λόγο θεώρησα κι εγώ καλύτερο και δικαιότερο να μείνω εδώ και να υποστώ την ποινή που θα μου επιβάλουν. Γιατί, μα την αλήθεια, πιστεύω ότι αυτά τα νεύρα και αυτά τα οστά θα ήταν από καιρό στα Μέγαρα ή στη Βοιωτία, ωθούμενα από κάποια αντίληψη του βέλτιστου, αν δεν θεωρούσα ότι είναι πιο δίκαιο και πιο ωραίο, αντί να αποδράσω και να εξοριστώ, να υποστώ την ποινή που η πόλη μου επιτάσσει. Είναι λοιπόν παράλογο να ονομάζει κανείς αίτια τέτοιου είδους πράγματα. Αν βέβαια κάποιος έλεγε ότι χωρίς τα οστά και τα νεύρα και όλα τα παρόμοια που έχω δεν θα ήμουν σε θέση να κάνω ό­σα θεωρώ σωστό να κάνω, θα έλεγε την αλήθεια. Θα ήταν όμως ασυγχώρητη επιπολαιότητα το να πει κανείς ότι κάνω όσα κάνω εξαιτίας αυτών των πραγμάτων και ότι κάνω κάτι με νου αλλά όχι εξαιτίας της επιλογής του βέλτιστου. Αυτό θα σήμαινε ότι δεν μπορεί κανείς να δια­κρίνει ότι άλλο πράγμα είναι ο προσδιορισμός του πραγματικού αιτίου και άλλο εκείνο χωρίς το οποίο δεν θα μπορούσε να υπάρξει αίτιο. Εκείνο μου φαίνεται ότι ψάχνουν οι περισσότεροι ψηλαφώντας στο σκοτάδι, και το ονομάζουν λανθασμένα «αίτιο».
Πλάτων, Φαίδων, 98b-99b
 
Λίγες ώρες προτού πεθάνει, λοιπόν, ο πλατωνικός Σωκράτης δηλώνει πρόθυμος να γίνει ευχαρίστως μαθητής οποιουδήποτε θα ήταν σε θέση να προσδιορίσει αυτή την αιτία. Η δήλωση αυτή προοικονομεί την εξέλιξη της σκέψης του Πλάτωνα, που θα επιτρέψει στους ρόλους του μαθητή Πλάτωνα και του δασκάλου Σωκράτη να αντιστραφούν: ο Σωκράτης στον Τίμαιο «υποβαθμίζεται» στον ρόλο του σιωπηλού ακροατή, ενώ ο Πλάτων κατορθώνει να κληροδοτήσει στην επιστημονική σκέψη ένα πρόγραμμα που θα έχει ιδιαίτερη σημασία για την εξέλιξή της, μια που η επικράτηση του (τόσο χάρη στην επιτυχία που θα γνώριζε ο Τίμαιος όσο και μέσα από την αριστοτελική τελεολογία) σημαίνει την αναστολή της εξάπλωσης της ατομικής φυσικής του Δημόκριτου.
 
Ένα άλλο σημείο στο οποίο ο Πλάτων φαίνεται να αναπτύσσει τη δική του σκέψη στη βάση στάσεων ή ιδεών του δασκάλου του είναι η εξήγηση που προτείνει για την επιλογή της προφορικής σε σχέση με τη γραπτή διδασκαλία. Η σχετική μαρτυρία βρίσκεται στις τελευταίες σελίδες του Φαίδρου:
 
«Άκουσα μια ιστορία για έναν από τους παλιούς αιγυπτιακούς θεούς, τον θεό Θευθ. Είναι αυτός που ανακάλυψε τον αριθμό και τους υπολογισμούς, τη γεωμετρία και την αστρονομία, ακόμη και τους πεσσούς και τους κύβους, και πάνω απ’ όλα τη γραφή. Βασιλιάς τότε όλης της Αιγύπτου ήταν ο Θαμούς – τον Θαμού οι Έλληνες τον ονομάζουν Άμμωνα. Σ’ αυτόν λοιπόν ήρθε ο Θευθ, του επέδειξε τις τέχνες του και του είπε ότι θα έπρεπε να διαδοθούν σε όλους τους άλλους Αιγυπτίους. Ο βασιλιάς τότε ρώτησε ποια είναι η ωφέλεια της καθεμιάς, και καθώς εκείνος του εξηγούσε, άλλες από τις εξηγήσεις τις επαινούσε και άλλες τις κατέκρινε ανάλογα με ό,τι του φαινόταν σωστό ή λάθος. Κάποια στιγμή όμως έφτασαν και στη γραφή. «Αυτή η μάθηση, βασιλιά μου», είπε ο Θευθ, «θα κάνει τους ανθρώπους σοφότερους και θα αυξήσει τη μνήμη τους· γιατί βρέθηκε το φάρμακο της μνήμης και της σοφίας». Και ο Θαμούς τού απάντησε: «Πολύτεχνε Θευθ, άλλος έχει την ικανότητα να γεννά τις τέχνες και άλλος να κρίνει αν οι τέχνες αυτές θα βλάψουν ή θα ωφελήσουν. Εσύ λοιπόν τώρα, σαν πατέρας που είσαι της γραφής, έδειξες εύνοια σ’ αυτήν και της προσέδωσες τις αντίθετες από τις πραγματικές της δυνατότητες. Γιατί η γραφή θα φέρει λήθη στις ψυχές όσων τη μάθουν, μια και αυτοί σίγουρα θα παραμελήσουν τη μνήμη τους· δείχνοντας εμπιστοσύνη στη γραφή, θα φέρνουν στη θύμηση τους κάτι όχι από μέσα τους, από τον ίδιο τον εαυτό τους, αλλά από κάποια ξένα εξωτερικά σημάδια. Αυτό που ανακάλυψες δεν είναι το φάρμακο της μνήμης αλλά της υπόμνησης. Στους μαθητές σου δεν φέρνεις την αληθινή σοφία αλλά μόνο την επίφαση της σοφίας. Τους κάνεις να ακούν πολλά χωρίς να τους διδάσκεις, και τελικά φθάνουν να νομίζουν ότι γνωρίζουν και πολλά, ενώ δεν γνωρίζουν τίποτε» γίνονται μάλιστα φορτικοί σε κάθε συντροφιά, αφού παριστάνουν τους σοφούς, χωρίς να είναι».
Πλάτων, Φαιδρός 274c-275b
 
Παρά το ενδιαφέρον που μπορεί να έχουν αυτές οι παρατηρήσεις στο πλαίσιο της πρόσληψης μιας νέας, ριζοσπαστικής τεχνολογίας, ό­πως ήταν ασφαλώς η γραφή την εποχή που μας απασχολεί, θα ήταν λάθος να τις εκλάβουμε ως βάση για την ερμηνεία της «επιλογής» του Σωκράτη ή, όπως θα δούμε, και του ίδιου του Πλάτωνα να αποφύγει τον γραπτό λόγο. Ο προφανής στόχος του αιγυπτιακού μύθου είναι μάλλον ορισμένοι από τους συγχρόνους του Σωκράτη αλλά και του Πλάτωνα οι οποίοι, επενδύοντας στη δύναμη του γραπτού λόγου, ενθάρρυναν τους μαθητές τους να απομνημονεύουν ή να αναπαράγουν μηχανιστικά, αποσπασματικά και έτσι να μιμούνται άκριτα το ύφος ή και τις ιδέες που συναντούσαν στα βιβλία, υποβαθμίζοντας την αξία της αληθινής, ζωντανής διαλεκτικής. Δεν είμαστε όμως σε θέση να γνωρίζουμε αν ο ίδιος ο Σωκράτης είχε «θεωρητικοποιήσει» αυτό το ζήτημα, και αν με αυτόν τον τρόπο είχε οδηγηθεί στη συνειδητή επιλογή να μη γράφει- μπορούμε ωστόσο εύλογα να υποθέσουμε ότι, σε αντίθεση με τα μεταγενέστερα και οπωσδήποτε με τα σημερινά ακαδημαϊκά ήθη, η καταγραφή της διδασκαλίας δεν αποτελούσε κατ’ ανάγκην προτεραιότητα για έναν δάσκαλο φιλοσοφίας στην αρχαιότητα.
 
Η υπόθεση αυτή μας επιτρέπει να αποσυνδέσουμε την κριτική της γραφής του Φαιδρού από τη στάση του ιστορικού Σωκράτη. Αυτό όμως που μένει αδιευκρίνιστο είναι κατά πόσον η κριτική αυτή εκφράζει τη στάση του ίδιου του Πλάτωνα για τη φιλοσοφική μέθοδο. Ετσι, συχνά διατυπώνεται η άποψη ότι η κριτική του γραπτού λόγου στον Φαίδρο συνδέεται με, και ταυτοχρόνως φωτίζει, την επιλογή του Πλάτωνα να γράψει σε διαλογική μορφή, χωρίς ποτέ του να εμφανίσει τον ίδιο του τον εαυτό ως συνομιλητή στους διάλογους του. Η ανάγνωση αυτή ενισχύεται από κάποιες μεταγενέστερες μαρτυρίες, οι οποίες αναφέρονται στα «άγραφα δόγματα» του φιλοσόφου, υποβαθμίζοντας τους διάλογους ως κείμενα που αφορούσαν μόνο ένα ευρύτερο κοινό. Όποια όμως και αν είναι η αληθινή απάντηση στο πώς, με δεδομένη την κριτική του αιγυπτιακού μύθου, ο ίδιος ο Πλάτων αντιλαμβανόταν την αξία των δικών του γραπτών κειμένων, η ευαισθησία μας απέναντι στην αξιοποίηση της διαλογικής μορφής και της σχέσης της προς τη διαλεκτική πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Γιατί ανεξάρτητα από τις τύχες που είχε η φιλοσοφία του Πλάτωνα στη μεταγενέστερη παράδοση, καθώς και από τη σύγχρονη τάση της ιστοριογραφίας να «απομονώνει» ιδέες ή δόγματα από τα κείμενα σαν να πρόκειται για πραγματείες, ένα χαρακτηριστικό των διαλόγων του Πλάτωνα είναι ο τρόπος με τον οποίο αναγκάζουν τον αναγνώστη να συμμετάσχει στην αναζήτηση της αλήθειας, σε μια υπόθεση που για τον συγκεκριμένο φιλόσοφο δεν μπορεί ποτέ να είναι μοναχική.
 
Λόγω της τύχης που επιφύλαξε στη φιλοσοφία του η μεταγενέστερη παράδοση (τύχης που μπορεί κάλλιστα να συνδέεται με το βάθος και την αυστηρότητα της σκέψης του καθώς και με την απαράμιλλη δραματουργική αξία των κειμένων του) ο Πλάτων μάλλον δίκαια κερδίζει τη μερίδα του λέοντος σε οποιαδήποτε παρουσίαση των μαθητών του Σωκράτη. Το γεγονός αυτό συχνά μας κάνει να ξεχνάμε ότι ο Πλάτων ήταν μόνο ένας από αρκετούς ανθρώπους που όχι μόνο γνώρισαν και επηρεάστηκαν από τον Σωκράτη αλλά και που παρήγαγαν τον δικό τους φιλοσοφικό λόγο. Οι υπόλοιποι μαθητές ονομάστηκαν «ελάσσονες» ή μικροί Σωκρατικοί. Η όποια προσπάθεια «αναβάθμισης τους» στον κανόνα της ιστορίας της φιλοσοφίας προσκρούει στο γεγονός ότι ελάχιστα από τα έργα τους έχουν σωθεί. Οι δρόμοι που χάραξαν ήταν αρκετά, συχνά εντυπωσιακά διαφορετικοί. Ισως αυτό που τους έφερε κοντά στον Σωκράτη να μην ήταν τελικά το όποιο περιεχόμενο της διδασκαλίας του, αλλά το ενδιαφέρον για την ίδια τη φιλοσοφία ως τρόπο ζωής, στηριγμένο σε κάποιες γενικές παραδοχές, όπως είναι η σχέση της γνώσης, της αρετής και της ευδαιμονίας, ή η πεποίθηση ότι αυτό που διαμορφώνει την ηθική προσωπικότητα του ανθρώπου είναι η φιλοσοφία. Ακόμη και αν τα έργα τους δεν σώθηκαν, πολλοί από αυτούς διακρίθηκαν ως ιδρυτές σχολών, διασφαλίζοντας, με αυτόν τον τρόπο, τη συνέχεια της «σωκρατικής» τους κληρονομιάς.
 
Ο πιο γνωστός κατά την πρώτη δεκαπενταετία μετά τον θάνατο του Σωκράτη είναι ο Αντισθένης (περ. 455-360), γιος αθηναίου πολίτη και μιας δούλας. Ο Διογένης Λαέρτιος του αποδίδει περίπου εξήντα τίτλους έργων, από τα οποία σήμερα σώζονται σε πλήρη μορφή μόνο δύο επιδεικτικοί λόγοι. Στη μεταγενέστερη παράδοση η διάσταση της φιλοσοφίας του που κυριαρχεί είναι η ηθική: ο Αντισθένης έμεινε γνωστός για την απαξίωση της σωματικής ηδονής (εμβληματική είναι η φράση του «μανείην μᾶλλον ἤἡσθείην»), ενώ κυρίαρχη θέση κα­τέχουν πολλές από τις ιδέες και τις αξίες του σωκρατικού κύκλου, όπως είναι η σχέση της αρετής με τη γνώση και η αξία της για τη διασφάλιση της ευδαιμονίας. Από την άποψη της μεθόδου, έχει ενδιαφέρον η χρήση παραδειγμάτων γνωστών ηρώων που θα οδηγούσε στην υιοθέτηση των σωστών αξιών, καθώς και η έμφαση της ηθικής του διδασκαλίας στις πράξεις, που συνοδεύεται από επιφύλαξη για τη χρησιμότητα μιας πιο ακαδημαϊκής παιδείας ως μέσου για την απόκτηση της αρετής. Ενδεικτικός της αντιπάθειάς του προς τον Πλάτωνα, αλλά και της αθυροστομίας που φαίνεται πως διέκρινε τον Αντισθένη, είναι ο τίτλος του έργου του Σάθων, που εκμεταλλεύεται την ομοιοκαταληξία με το όνομα του αντιπάλου του, σημαίνοντας, ωστόσο, το ανδρικό μόριο. Στα θέματα που οδήγησαν σε αντιπαλότητα με τον Πλάτωνα οπωσδήποτε συγκαταλέγονται ορισμένες απόψεις του Αντισθένη για τη μελέτη της γλώσσας που συνεπάγονται μεταξύ άλλων την αδυναμία μας να ορίσουμε την ουσία των πραγμάτων με τον αντικειμενικό τρόπο που αξίωναν όσοι ακολουθούσαν τον Πλάτωνα και αργότερα τον Αριστοτέλη.
 
Ο Αντισθένης θεωρείται ιδρυτής του κυνισμού, ενός κινήματος που διακρίνεται κυρίως για τον αντικομφορμισμό του. Τα χαρακτηριστικά που συνδέουν τους Κυνικούς με τους σκύλους, και που μάλλον αιτιολογούν την ονομασία τους, είναι η ειλικρίνεια, η ευθύτητα και η ικανότητα να ξεχωρίζουν τους εχθρούς από τους φίλους και, τέλος, η αναισχυντία, που εξηγεί την παντελή αδιαφορία τους για τις κοινωνικές συμβάσεις. Ενδεικτική αυτής της πεποίθησης είναι η ιστορία που μας παραδίδεται για τον Διογένη: γιος τραπεζικού από τη Σινώπη λέγεται ότι αναγκάστηκε, σε ηλικία τριάντα πέντε ετών, να ακολουθήσει τον πατέρα του, ο οποίος καταδικάστηκε για παραχάραξη του νομίσματος της πόλης. Η κληρονομιά αυτή κατά κάποιον τρόπο σημάδεψε τη μετέπεισα φιλοσοφική στάση του Διογένη: η αδιαφορία του για την αξία του νομίσματος (συμφωνά με μια παράδοση, υπεύθυνος για την παραχάραξη ήταν τελικά ο ίδιος ο Διογένης) ήταν μόνο η αρχή μιας συνολικότερης στάσης απέναντι στα νόμιμα, δηλαδή τις συνήθειες και τους θεσμούς της κοινωνίας. Τη θέση των συμβατικών αξιών των επιμέρους κοινωνιών παίρνει τώρα η έννοια του κοσμοπολιτισμού: αυτό που οδηγεί τον πολίτη του κόσμου δεν είναι αυτό που τυχαίνει να ορίζει λίγο έως πολύ αυθαίρετα ως σωστό η εκάστοτε κοινότητα, αλλά ο ορθός λόγος, που επιτρέπει πράξεις ανήκουστες για τα χρηστά ήθη, όπως η ιεροσυλία και ο κανιβαλισμός, ενώ καταδικάζει τη δεισιδαιμονία, αποκλείοντας τις έννοιες της θείας πρόνοιας και της επέμβασης των θεών στις ανθρώπινες υποθέσεις. Χαρακτηριστική είναι και η απόρριψη ενός μεγάλου μέρους της εγκυκλίου παιδείας ως άχρηστης γι’ αυτό που πραγματικά έχει αξία στη ζωή, που είναι η απόκτηση της αρετής.
 
Στον αντίποδα του Κυνισμού συχνά τοποθετείται η διδασκαλία του Αρίστιππου (περ. 435-356), ο οποίος στην αρχαιότητα απέκτησε τη φήμη του υποστηρικτή ενός βίου αφιερωμένου στην ηδονή. Ωστόσο, προσεκτικότερη μελέτη των πηγών δείχνει πως η φήμη αυτή κρύβει μια δόση υπερβολής. Μεγαλύτερο φιλοσοφικό ενδιαφέρον έχει η στροφή που πραγματοποιεί ο συγκεκριμένος φιλόσοφος προς την αξία της υποκειμενικής εμπειρίας, καθώς αναλύει την ηδονή (που για τον Αρίστιππο είναι ο σκοπός του ανθρώπινου βίου) και τον πόνο με όρους φυσιολογίας. Ο Αρίστιππος υπήρξε ιδρυτής της Κυρηναϊκής Σχολής.
 
Η ποικιλία των απόψεων, οι ερμηνευτικές διαμάχες γύρω από τα σωζόμενα αποσπάσματα αλλά και ο συχνά τεχνικός χαρακτήρας πολλών από τα επιχειρήματα που μπορεί κανείς να ανασυγκροτήσει με βάση τις πηγές μας καθιστούν την πληρέστερη παρουσίαση του κύκλου του Σωκράτη αδύνατη στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης. Μια διάσταση που έχει ενδιαφέρον, ωστόσο, ως προς τη διαφοροποίηση των «μαθητών» μεταξύ τους, είναι η δυναμική και οι συγκρούσεις που φαίνεται πως σύντομα αναπτύχθηκαν μεταξύ τους. Αναφερθήκαμε ήδη στην αντιπαλότητα ανάμεσα στον Αντισθένη και τον Πλάτωνα. Αρκετά ενδιαφέρουσα πηγή για τη σχέση των «Σωκρατικών» με τον δάσκαλο τους, καθώς και για το περιεχόμενο του στενού πυρήνα των μαθητών, είναι τα στοιχεία που μας παρουσιάζει ο Φαίδων. Εκεί μαθαίνουμε πως ο Αρίστιππος απουσίαζε από την τελευταία μέρα της ζωής του Σωκράτη, με την ισχνή, σύμφωνα με τα κουτσομπολιά των αρχαίων πηγών, δικαιολογία ότι βρισκόταν στην όχι και τόσο απομακρυσμένη Αίγινα. Παρόντες από αυτούς που ίδρυσαν ενδιαφέρουσες φιλοσοφικές παραδόσεις ήταν, εκτός από τον Αντισθένη, ο Ευκλείδης (περ. 450-380), ιδρυτής της Μεγαρικής Σχολής, που έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη μελέτη της διαλεκτικής, και συντάκτης του κειμένου που καταγράφει τη συνομιλία ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Θεαίτητο στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο, αλλά και ο Φαίδων από την Ήλιδα, ο πλατωνικός αφηγητής της συζήτησης που έλαβε χώρα την τελευταία μέρα της ζωής του Σωκράτη, και ιδρυτής της σχολής η οποία, εξαιτίας της συνεργασίας του ιδρυτή της με τον ερετριέα Μενέδημο, ονομάστηκε τελικά Ερετρική (ορισμένοι την αναφέρουν ως Ηλιοερετρική). Αν και τα κείμενα του Φαίδωνα δεν σώζονται, φαίνεται πως υπήρξαν αρκετά δημοφιλή στην αρχαιότητα. Η πιο ενδιαφέρουσα συμβολή του αφορά τις απόψεις του για τον φυσιογνωμισμό, την αξιοποίηση δηλαδή των σωματικών χαρακτηριστικών του ανθρώπου ως ενδείξεων για την ηθική ποιότητα και τον χαρακτήρα.
 
Σε πολλές περιπτώσεις, και καθώς οι πηγές μας δεν επαρκούν για τη βέβαιη ανασυγκρότηση των απόψεων των διαφορετικών μελών του σωκρατικού κύκλου, η αξία της διδασκαλίας αυτών των φιλοσόφων φαίνεται στις σχολές σκέψης που γονιμοποίησε. Αναφερθήκαμε ήδη στην παράδοση που συνδέει τον Αντισθένη με τους Κυνικούς. Ο Διογένης Λαέρτιος επισημαίνει την ύπαρξη μιας μεγαλύτερης παράδοσης, που κληροδοτείται μέσω του Αντισθένη στον Διογένη, στη συνέχεια στον Κράτητα και τέλος, στον ιδρυτή του Στωικισμού, που είναι ο Ζήνων ο Κιτιεύς. Για μία ακόμη φορά, δεν είναι εύκολο να προσδιορίσουμε τι μέρος αυτής της γενεαλογίας αντιστοιχεί στην αλήθεια και τι αντανακλά το ενδιαφέρον για ιδιοποίηση μιας σημαντικής κληρονομιάς. Όμως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Στωικοί αντιλαμβάνονταν τους εαυτούς τους ως οπαδούς του Σωκράτη. Ως προς τη θεωρία, το πιο χαρακτηριστικό σημείο συνέχειας είναι, για μία ακόμη φορά, η πεποίθηση ότι το μόνο πράγμα που οδηγεί στην πραγματική ευδαιμονία είναι η αρετή. Αλλά ο θαυμασμός και η συνέχεια της διδασκαλίας δεν αφορούν μόνο το περιεχόμενο της διδασκαλίας: σημαντικό ρόλο διαδραματίζει το ίδιο το παράδειγμα της ζωής και του θανάτου του Σωκράτη, που αντιμετωπίζεται πια όχι μόνο ως εκδήλωση νομιμοφροσύνης αλλά και ως πράξη ύψιστης ελευθερίας.
 
Αν έπρεπε να απομονώσουμε έναν στωικό φιλόσοφο στη σκέψη του οποίου η παρουσία του Σωκράτη γίνεται ιδιαίτερα αισθητή, το πρόσωπο που θα διαλέγαμε θα ήταν ο Επίκτητος, που γεννήθηκε στα μέσα του πρώτου αιώνα μ.Χ. στην Ιεράπολη της σημερινής Τουρκίας (στο σημερινό Παμούκ καλέ). Το όνομα Επίκτητος, ίσως όχι τυχαία, προδίδει το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με δούλο, ο οποίος, χάρη στον αφέντη του Επαφρόδιτο, γραμματέα αρχικά του Νέρωνα και εν συνεχεία του Δομιτιανού, βρέθηκε στο περιβάλλον της αυτοκρατορικής αυλής, όπου, προτού ακόμη ελευθερωθεί, κατόρθωσε να πα­ρακολουθήσει μαθήματα του διάσημου στωικού φιλοσόφου Μουσώνιου Ρούφου. Η μαθητεία του Επίκτητου στον Μουσώνιο ίσως ήταν αυτό που του εξασφάλισε πέρα από την ελευθερία του και την αρχή της σταδιοδρομίας του ως δασκάλου στη Ρώμη. Υστερα από τη δίωξη των φιλοσόφων από τον Δομιτιανό το 95 μ.Χ. ο Επίκτητος βρέθηκε στη Νικόπολη (κοντά στη σημερινή Πρέβεζα), όπου συνέχισε τη διδασκαλία του.
 
Παρ’ όλο που οι πηγές μας για τη σκέψη των Στωικών δεν μας επιτρέπουν να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα τι μέρος της διδασκαλίας του Επίκτητου συνιστά ανεξάρτητη συμβολή ενός συγκεκριμένου φι­λοσόφου, έχει υποστηριχτεί η άποψη ότι η πρωτοτυπία του στο πλαίσιο της Στωικής φιλοσοφίας έγκειται στον τρόπο με τον οποίο υιοθετεί και προσαρμόζει τη διαλεκτική των πλατωνικών διαλόγων. Το γεγονός αυτό επιτρέπει την όλο και μεγαλύτερη διάδοση των σωκρατικών αξιών, καθώς, σε αντίθεση με τον εικοστό αιώνα που ελάχιστο ενδιαφέρον έδειξε γι’ αυτό το κεφάλαιο της φιλοσοφίας, ο Επίκτητος υπήρξε από τους πιο πολυδιαβασμένους φιλοσόφους της αρχαιότητας.
 
Μια πλήρης παρουσίαση των διαφορετικών σχολών σκέψης που επικαλέστηκαν το όνομα του Σωκράτη, είτε στην αρχαιότητα είτε στη νεότερη εποχή, θα ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνατότητες αυτού του κειμένου. Οι όλο και πιο διαφορετικές μεταμορφώσεις που παίρνει ο Σωκράτης καθώς απομακρυνόμαστε από την εποχή του θα μας υποχρέωναν να ανοίξουμε μια σειρά από άλλα κεφάλαια, όπως αυτό των οπαδών του Ακαδημεικού σκεπτικισμού, με σπουδαιότερο εκπρόσωπο τον Αρκεσίλαο (που αναγνώρισαν στην άγνοια του Σωκράτη τον πρόδρομο της δικής τους φιλοσοφικής στάσης), των πρώιμων χριστιανών (οι οποίοι συχνά, και εύλογα, συνέκριναν τη δική τους θέση και στάση με εκείνες του αρχαίου σοφού: όπως ο Σωκράτης, έτσι και οι ίδιοι κατηγορούνταν άδικα, αλλά ήταν πρόθυμοι να πεθάνουν γι’ αυτό) ή, περνώντας με ένα μεγάλο άλμα στη νεότερη φιλοσοφία, εκείνα του Nietzsche και του Kirkegaard.