Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία, Ελληνορωμαϊκή εποχή (31 π.Χ.-330 μ.Χ.)

Ιστορικές συνθήκες

Το 30 π.Χ., με την ενσωμάτωση της Αιγύπτου στην επικράτεια τους, οι Ρωμαίοι ουσιαστικά ολοκλήρωσαν την κατακτητική τους εξόρμηση σε Ανατολή και Δύση. Εξαιρώντας κάποιες περιφερειακές περιοχές, που και αυτές δεν άργησαν να κατακτηθούν, όλος ο γνωστός κόσμος είχε με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο αποδεχτεί τη ρωμαϊκή κυριαρχία.
Σύγχρονη με την ενσωμάτωση της Αιγύπτου, και σημαντικότερη ως ιστορικό γεγονός, ήταν η μετατροπή της ιδιότυπης ρωμαϊκής δημοκρατίας σε μονοκρατορία, με πρώτον αυτοκράτορα τον Οκταβιανό Αύγουστο, που κυβέρνησε με επιτυχία από το 29 π.Χ. ως το 14 μ.Χ. - σαράντα τρία χρόνια. Ακολούθησαν σε αδιάσπαστη σειρά περισσότεροι από πενήντα αυτοκράτορες, άλλοι καλοί, άλλοι κακοί, ώσπου στις 11 Μαΐου του 330 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος ο Μέγας εγκαινίασε ως πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας τη Νέα Ρώμη, που αργότερα μετονομάστηκε σε Κωνσταντινούπολη.
Φοβεροί στον πόλεμο, οι Ρωμαίοι ήταν σε καιρό ειρήνης συμβιβαστικοί, σχεδόν μεγαλόψυχοι απέναντι στους κατακτημένους, και συχνά τους άφηναν, τουλάχιστο φαινομενικά, να κυβερνιούνται με τους δικούς τους νόμους[213] - φτάνει να μην έθιγαν τα ρωμαϊκά συμφέροντα και να πείθονταν στις επιταγές του αυτοκράτορα, της Συγκλήτου και των διορισμένων εκπροσώπων τους.[214] Ευεργετική για τους υποτελείς, άτομα και πολιτείες, ήταν η απαλλαγή τους από τη φορολογία, ενώ ύψιστη επιβράβευση για όσους αποδείκνυαν έμπρακτα την αφοσίωσή τους στη Ρώμη ήταν να τους απονεμηθεί ο τίτλος και να τους αναγνωριστούν τα δικαιώματα του ρωμαίου πολίτη. Το τελευταίο γινόταν όλο και συχνότερα όσο προχωρούσαν τα χρόνια, ώσπου το 212 μ.Χ. να ονομαστούν, με διάταγμα του Καρακάλλα, ρωμαίοι πολίτες όλοι οι ελεύθεροι κάτοικοι της αυτοκρατορίας.
Η σχετική επιείκεια των Ρωμαίων δεν εμπόδιζε οι κατακτημένες περιοχές να υποφέρουν τα πάνδεινα από τους κατακτητές, που ισοπέδωναν πολιτείες ολόκληρες, καταλήστευαν τους καλλιτεχνικούς και άλλους θησαυρούς και εκμεταλλεύονταν το οικονομικό δυναμικό τους. Φτωχό αντιστάθμισμα στις τόσες συμφορές ήταν για τις ελληνικές περιοχές ο σεβασμός και η εύνοια που έδειχναν ορισμένοι αυτοκράτορες απέναντι στην Αθήνα, την Έφεσο, τους Δελφούς, την Ελευσίνα και άλλα θρησκευτικά και πολιτισμικά κέντρα.
Αξιόλογη δύναμη εκτός από τη Ρώμη δεν υπήρχε στην Ελληνορωμαϊκή εποχή, ούτε και θα μπορούσε να αναπτυχτεί, καθώς πια η Ρώμη επιβαλλόταν με το μέγεθός της και μόνο. Δε σταμάτησαν βέβαια ποτέ τελείως οι πολεμικές επιχειρήσεις στην περιφέρεια, ούτε οι εσωτερικές συγκρούσεις, όταν η διαδοχή των αυτοκρατόρων δεν εξελισσόταν ομαλά· όμως εξεγέρσεις έγιναν ελάχιστες,[215] και σε γενικές γραμμές η ρωμαϊκή ειρήνη κράτησε αιώνες.
Τη γενικότερη πολιτική κατάσταση μπορούμε να την καταλάβουμε καλύτερα διαβάζοντας μια φράση που έγραψε γύρω στα μέσα του 1ου αι. μ.Χ. ένας για μας ανώνυμος συγγραφέας: «Όσο διατηρείται η μνήμη της ελευθερίας και απασχολεί τον υπόδουλο, ο λαός θέλει και προβάλλει ισχυρή αντίσταση· όταν όμως υπερισχύσει το κακό και οι άνθρωποι δε συζητούν πια πώς θα το βγάλουν από πάνω τους αλλά πώς θα ζήσουν ευκολότερα μαζί του, τότε η καταστροφή είναι ολοκληρωτική» (Χίων, Επιστολή 14.2). Μην ξεχνούμε, ωστόσο, ότι κιόλας από τον καιρό του Μεγαλέξανδρου οι λαοί ζούσαν στο πλαίσιο μεγάλων μονοκρατοριών, και ότι η ρωμαϊκή κυριαρχία, όσο δυσάρεστη και αν ήταν, αποτελούσε εγγύηση για την ειρήνη, τον νόμο και την τάξη.
--------------------
213 Ήδη το 194 π.Χ. ο ρωμαίος έπαρχος Τίτος Κοΐντιος Φλαμινίνος, μετά τη νίκη του στον δεύτερο Μακεδονικό πόλεμο, είχε διακηρύξει ότι αφήνει ἐλευθέρους καὶ ἀφρούρους καὶ ἀφορολογήτους, νόμοις χρωμένοις τοῖς πατρίοις, Κορινθίους, Φωκεῖς, Λοκρούς, Εὐβοέας κ.ά. (Πλούταρχος, Τίτος 10) - αλλά βέβαια η πραγματικότητα αποδείχτηκε διαφορετική. Το ίδιο διακήρυξε το 66 μ.Χ. και ο Νέρων για όλους τους Έλληνες, αλλά λίγα χρόνια αργότερα η απόφασή του ακυρώθηκε από τον Βεσπασιανό.
214 Ο Πλούταρχος συμβούλευε όποιον σχεδίαζε να ασχοληθεί με την πολιτική να λέει στον εαυτό του: «Κυβερνιέσαι ο ίδιος, και κυβερνάς πόλη υποταγμένη στους ανθύπατους, τους επιτρόπους του αυτοκράτορα» (Πολιτικὰ παραγγέλματα 17).
215 Οι σημαντικότερες από τους Ιουδαίους, που κάθε τόσο ξεσηκώνονταν, ώσπου το 135 μ.Χ. οι Ρωμαίοι τους υποχρέωσαν να εγκαταλείψουν τα μέρη τους και να πάρουν τους δρόμους της διασποράς.
 
Κοινωνία
 
Όταν ένα ένα τα βασίλεια των Διαδόχων ενσωματώθηκαν στη ρωμαϊκή επικράτεια, άλλο δεν έγινε ουσιαστικά από το να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο η ήδη τεράστια έκταση του ενιαίου ανθρωπογεωγραφικού χώρου. Αντίστοιχα κλιμακώθηκαν και τα κοινωνικά φαινόμενα που μας ενδιαφέρουν.
 
«Με την τελική επικράτηση των Ρωμαίων και τη συρρίκνωση ή κατάργηση όσων δημοκρατικών θεσμών λειτουργούσαν ακόμη, τα φτωχότερα τμήματα των κατακτημένων ελληνικών πληθυσμών δέχτηκαν μεγάλο πλήγμα. Οι μηχανισμοί που είχαν οικοδομηθεί στη διάρκεια αιώνων για την προστασία των συμφερόντων τους δε λειτουργούσαν πια. Οι ανώτερες και ευπορότερες τάξεις αντιθέτως εδραίωσαν τα κοινωνικά και τα οικονομικά τους προνόμια. » (Δ. Κυρτάτας[216])

Η διακίνηση των πληθυσμών ήταν ελεύθερη σε ολόκληρη την αυτοκρατορία· οι συναλλαγές διευκολύνονταν από το ενιαίο νόμισμα, και οι κάθε λογής επιχειρήσεις, εμπορικές, τραπεζικές, βιοτεχνικές κλπ., μπορούσαν να αποδώσουν αφάνταστα πλούτη. Αμέτρητα πλούτη είχαν συσσωρευτεί και στον αυτοκρατορικό οίκο και στα χέρια των ρωμαίων αξιωματούχων που εκμεταλλεύονταν τη βαριά φορολογία, τις έκτακτες εισφορές, τα πρόστιμα κλπ.
Η κοινωνική ζωή επικεντρωνόταν στις επιβλητικές δημόσιες πανηγυρικές εκδηλώσεις. Με ιδιαίτερη φροντίδα τις οργάνωναν, σε μεγάλη κλίμακα και δίχως να υπολογίζουν έξοδα, οι αυτοκράτορες, οι τοπικοί διοικητές και άλλοι αξιωματούχοι, θέλοντας να κερδίσουν και να συντηρήσουν την εύνοια του λαϊκού πλήθους, που την εποχή εκείνη λέγεται ότι άλλο δε ζητούσε παρά «άρτον και θεάματα».
Οι θρησκευτικές γιορτές κρατούσαν, όπως πάντα, τη θέση τους· όμως ο βασικός χώρος των εκδηλώσεων είχε μετακινηθεί από τους ιερούς περιβόλους στα στάδια, όπου δε διεξάγονταν μόνο αθλητικοί αγώνες και ιπποδρομίες αλλά και αγώνες μονομάχων, θηριομαχίες και άλλα παρόμοια.[217] Αυτά τα ρωμαϊκά θεάματα, που ενθουσίαζαν τους θεατές τόσο ώστε «όλα να τα ξεχνούν και να μη ντρέπονται να κάνουν ό,τι τους κατέβαινε» (Δίων Χρυσόστομος 32.41), υιοθετήθηκαν και από τους Έλληνες, που συχνά, για να μπορούν να τα παρουσιάζουν, μετάπλαθαν τα παραδοσιακά θεατρικά τους οικοδομήματα.
Στα φαινόμενα που είχαν ξεκινήσει στην Ελληνιστική και συνεχίστηκαν εντονότερα στην Ελληνορωμαϊκή εποχή ανήκει ο θρησκευτικός συγκρητισμός:[218] ανακατώνονταν και επιδρούσαν η μια πάνω στην άλλη οι ποικίλες θρησκείες των λαών της αυτοκρατορίας, τόσο στο ιδεολογικό-δογματικό, όσο και στο πρακτικό-λατρευτικό επίπεδο. Πρώτο παράδειγμα οι ίδιοι οι Ρωμαίοι, που είχαν ενσωματώσει στη θρησκεία τους πλήθος ξένα στοιχεία, όχι μόνο ελληνικά αλλά και ανατολίτικα.
Στα θρησκευτικά θέματα οι Ρωμαίοι ήταν, όπως και θα το περιμέναμε, ανεξίθρησκοι: όχι μόνο ανέχονταν αλλά και υποστήριζαν τις διάφορες εθνικές θρησκείες με τις ποικίλες λατρευτικές εκδηλώσεις τους· και αν ορισμένες υποτελείς πολιτείες αποφάσιζαν να αφιερώσουν ναούς στον Δία του Καπιτωλίου ή και στη θεά Ρώμη, αυτό δε συνέβαινε γιατί το απαιτούσαν οι κατακτητές, αλλά γιατί οι τοπικοί άρχοντες επιθυμούσαν με αυτό τον τρόπο να κερδίσουν την εύνοια της ρωμαϊκής εξουσίας.[219] Ιδιαίτερο κεφάλαιο αποτελούσε η λατρεία των αυτοκρατόρων, που ακολουθώντας ελληνιστικά πρότυπα αποθεώνονταν άλλοι μετά άλλοι και πριν από τον θάνατό τους.
Σημαντική εξάπλωση είχαν και στην Ελληνορωμαϊκή εποχή οι μυστηριακές λατρείες, τόσο οι ελληνικές, όπως της Δήμητρας στα Ελευσίνια, όπου επιδίωξαν να μυηθούν και έγιναν δεκτοί πολλοί αυτοκράτορες, όσο και άλλων λαών, όπως τα μυστήρια του ιρανικού θεού Μίθρα και της αιγυπτιακής Ίσιδας, που ταυτιζόταν πότε με τη Δήμητρα πότε με τη θεά Τύχη. Παράλληλα, αφθονούσαν (και έκαναν χρυσές δουλειές) οι λογής λογής μάντεις, αστρολόγοι και θαυματοποιοί που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εκμεταλλεύονταν τη δεισιδαιμονία τόσο του πλήθους όσο και των ανώτερων κοινωνικών τάξεων.
Ως αντίδραση στη θρησκευτική ακαταστασία και τη γενικότερη ιδεολογική σύγχυση μιας κοινωνίας όπου δυσχερὴς ὁ βίος καὶ μεστὸς ἀπάτης, πονηρίας, λύπης, μυρίων ἄλλων κακῶν (Δίων Χρυσόστομος 32.15), αναπτύχτηκαν και γρήγορα κέρδισαν έδαφος θρησκευτικά κινήματα με μονοθεϊστικές αντιλήψεις και έντονο πνευματικό-φιλοσοφικό περιεχόμενο, όπως ο Ορφισμός στην εξελιγμένη μορφή του, ο Ερμητισμός, και πάνω απ᾽ όλα ο Χριστιανισμός, που η διδασκαλία του διαδόθηκε ταχύτατα και η επίσημη αναγνώρισή του, όταν έγινε, σηματοδότησε τη μετάβαση στην επόμενη, βυζαντινή εποχή.
Η ακτινοβολία και διάδοση των ελληνικών γραμμάτων και της ελληνικής τέχνης συνεχίστηκαν και στα ελληνορωμαϊκά χρόνια, εντονότερες, καθώς στον γλωσσικό και πολιτισμικό εξελληνισμό συμμετείχαν τώρα όχι μόνο οι κατακτημένοι λαοί αλλά και οι ίδιοι οι Ρωμαίοι. Θα δούμε, άλλωστε, στην ελληνική γραμματεία της εποχής να διακρίνονται και αρκετοί ελληνίζοντες ξένοι, όπως ο Λουκιανός, ο Φίλων ο Ιουδαίος, ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος και άλλοι, που παραμερίζοντας τη γλώσσα τους προτίμησαν να συγγράψουν στα ελληνικά.
------------------
216 Κατακτώντας την Αρχαιότητα, Αθήνα (Πόλις) 2002, σ. 46.
217 Αντίστοιχα και στην αρχιτεκτονική η προσοχή συγκεντρώθηκε στους χώρους της άθλησης και των θεαμάτων περισσότερο παρά στους χώρους της λατρείας.
218 Η λέξη παράγεται από το ρήμα συγκεράννυμι, που σημαίνει «βάζω μαζί και ανακατεύω».
219 Ένας τέτοιος ναός, του Αυγούστου και της Ρώμης, είχε χτιστεί και πάνω στην Ακρόπολη, ακριβώς μπροστά στον Παρθενώνα.

Γράμματα και τέχνες
 
«Τόσο μεγάλη είναι η λογοτεχνική στειρότητα στην εποχή μας σ᾽ όλον τον κόσμο! Ίσως πρέπει τελικά να παραδεχτούμε εκείνο το χιλιοειπωμένο ότι η δημοκρατία είναι στοργική τροφός των μεγάλων πνευμάτων και ότι σχεδόν μόνο μαζί μ᾽ αυτήν έφτασαν στην ακμή τους και μαζί μ᾽ αυτήν πέθαναν οι μεγάλοι της λογοτεχνίας.»
Ανώνυμος, Περὶ ύψους 44.2[221]

Τρία συγγενικά ρεύματα ή κινήματα αναπτύχτηκαν και σφράγισαν την πνευματική ζωή της Ελληνορωμαϊκής εποχής: το γενικότερο ρεύμα του κλασικισμού, το ειδικότερο γλωσσικό κίνημα του αττικισμού, και η λεγόμενη δεύτερη σοφιστική, που μετασχημάτισε το νόημα και τη λειτουργία της ρητορικής τέχνης.
Ο κλασικισμός ορίζεται ως η προσπάθεια νεότερων συγγραφέων και καλλιτεχνών να ακολουθήσουν, περισσότερο ή λιγότερο πιστά, τα κλασικά πρότυπα. Σποραδικά φαινόμενα κλασικισμού συναντούμε ήδη στην Ελληνιστική εποχή, αλλά το κλασικιστικό ρεύμα κορυφώθηκε στα ελληνορωμαϊκά χρόνια, όταν συγγραφείς και καλλιτέχνες, απογοητευμένοι, όπως ο συγγραφέας του Περί ύψους, από την εποχή τους, στράφηκαν νοσταλγικά προς τα κλασικά πρότυπα επιχειρώντας συνειδητά να τα μιμηθούν, αν όχι και να τα αντιγράψουν.
Στο πλαίσιο του γενικότερου κλασικισμού, ο αττικισμός ορίζεται ως η τάση ορισμένων πεζογράφων της Ελληνορωμαϊκής εποχής να μη χρησιμοποιήσουν στα έργα τους την κοινή ελληνική γλώσσα της εποχής τους αλλά την αττική διάλεκτο της Κλασικής εποχής, όπως τη γνώριζαν από τα έργα του Λυσία, του Ξενοφώντα, του Πλάτωνα κ.ά.[222]
Τη δεύτερη σοφιστική[223] απαρτίζουν μια ομάδα από ρήτορες που έζησαν στην Ελληνορωμαϊκή εποχή τριγυρίζοντας απ᾽ άκρη σ᾽ άκρη την αυτοκρατορία και δίνοντας διαλέξεις και μαθήματα, με μεγάλη συνήθως επιτυχία. Οι ομιλίες τους, που φρόντιζαν να εκδοθούν και να κυκλοφορήσουν, αφορούσαν ποικίλα (όχι πολιτικά!) θέματα, και ανήκαν όλες στο συμβουλευτικό και επιδεικτικό ρητορικό είδος.
Ως ιδιότυπο φαινόμενο κλασικισμού στις εικαστικές τέχνες μπορεί να ερμηνευτεί στα ελληνορωμαϊκά χρόνια η αθρόα παραγωγή αντιγράφων των γλυπτών της Κλασικής εποχής. Πλήθος καλλιτεχνικά εργαστήρια, στην Αθήνα, στην Πέργαμο και σε άλλες πόλεις της Μικρασίας, άλλο δεν έκαναν από το να παράγουν περισσότερο ή λιγότερο πιστά ή ελεύθερα αντίγραφα κλασικών έργων, που αμέσως πουλιόνταν για να κοσμήσουν πολιτείες, ανάκτορα και επαύλεις σε ολόκληρη τη ρωμαϊκή επικράτεια.
Οι Ρωμαίοι εκτιμούσαν πολύ την ελληνική τέχνη (όχι μόνο την κλασική), που την είχαν οδηγό και πρότυπο στα πρώτα τους βήματα και που η επίδρασή της ήταν και έμεινε αποφασιστική ως το τέλος. Όμως προσοχή: η ρωμαϊκή τέχνη δε μπορεί να ερμηνευτεί ως απλή κλασικιστική απομίμηση των ελληνικών προτύπων, καθώς σε πολλά διαφοροποιήθηκε, απόκτησε δική της ρωμαϊκή φυσιογνωμία, και με τη σειρά της επηρέασε τις καλλιτεχνικές δημιουργίες της Ελληνορωμαϊκής εποχής.
Φιλοδοξία και πλούτος δεν κρύβονται. Έκφρασή τους ήταν τα τεράστια ανακτορικά συγκροτήματα, αφάνταστο πόσο πολυτελή, και οι αυτοκρατορικές ή ιδιωτικές επαύλεις με τον βαρύτιμο διάκοσμο, διάσπαρτες σε όλη την επικράτεια. Παρόμοια, το μεγαλείο και η φήμη των αυτοκρατόρων, των αξιωματούχων και άλλων ισχυρών προσώπων εκφράζονταν με τις χίλιες μύριες δοξαστικές απεικονίσεις τους[224] σε προτομές και ανδριάντες, σε σαρκοφάγους ή και σε ανάγλυφα που ιστορούσαν π.χ. μια νικηφόρα εκστρατεία, από το ξεκίνημά της ως τον θρίαμβο.
Το πρακτικό πνεύμα των Ρωμαίων και η φροντίδα της κεντρικής εξουσίας για τους πολίτες εκφράστηκαν με μιαν ολόκληρη σειρά από θαυμαστά στην αντοχή και τη λειτουργικότητά τους κοινωφελή δημόσια έργα και ιδρύματα: δρόμους, γεφύρια, αγορές, κρήνες, λουτρά, υδραγωγεία, βεσπασιανές,[225] αλλά και θεραπευτήρια σαν το Ασκληπιείο της Περγάμου, βιβλιοθήκες σαν την πανέμορφη της Εφέσου (110 μ.Χ.), χώρους μουσικών εκδηλώσεων (ᾠδεῖα), (αμφι)θέατρα[226] κ.ά.
Ιδιαίτερα ευνοημένη από τα ρωμαϊκά κατασκευαστικά έργα στάθηκε στον ελλαδικό χώρο η Αθήνα, καθώς σημαντικοί ρωμαίοι αυτοκράτορες τη θαύμαζαν και την τιμούσαν για την πνευματική της υπόσταση. Ήδη ο Ιούλιος Καίσαρας και ο Οκταβιανός Αύγουστος χρηματοδότησαν τη ρωμαϊκή αγορά (10 π.Χ.)· αργότερα ο αυτοκράτορας Αδριανός (117-138 μ.Χ.) έχτισε την Αδριάνειο βιβλιοθήκη και ολοκλήρωσε τον ναό του Ολυμπίου Διός· τέλος, ο αυτοκράτορας Αντωνίνος ο Ευσεβής (138-161 μ.Χ.) αποπεράτωσε το αθηναϊκό υδραγωγείο, που ξεκινούσε από την Πάρνηθα και έφτανε ως τη Δεξαμενή στους πρόποδες του Λυκαβηττού - την ίδια Δεξαμενή που, επισκευασμένη, χρησιμοποιείται ακόμα σήμερα, τα Θεοφάνια, για τον αγιασμό των υδάτων.[227]
-------------------
221 Η μετάφραση είναι του Μ. Ζ. Κοπιδάκη.
222 Βλ. Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.
223 Η ονομασία Δευτέρα Σοφιστική είναι αρχαία και την κρατούμε, παρόλο που οι ρήτορες της Ελληνορωμαϊκής εποχής ελάχιστα κοινά είχαν με τους σοφιστές των κλασικών χρόνων.
224 Οι κάθε λογής απεικονίσεις προσώπων (πορτρέτα) των ελληνορωμαϊκών χρόνων είναι κατά κανόνα αρκετά ρεαλιστικές· όμως αυτό δεν εμπόδιζε τους καλλιτέχνες να προσθέτουν μεγαλοπρέπεια και ομορφιά στους εικονιζόμενους, ή ακόμα και να τους προσομοιάζουν με θεούς.
225 Βεσπασιανές ονομάζονται τα δημόσια ουρητήρια, από τον αυτοκράτορα Βεσπασιανό (69-79.Χ.), που φρόντισε να κατασκευαστούν στη Ρώμη.
226 Αμφιθέατρα ονομάστηκαν την εποχή αυτή ορισμένα μεγάλα κτίσματα, παρόμοια με τα σημερινά ποδοσφαιρικά γήπεδα, όπου καθισμένοι γύρω γύρω στις κερκίδες οι θεατές παρακολουθούσαν όσα συνέβαιναν στην αρένα. Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι το Κολοσσαίο της Ρώμης, που χτίστηκε στα τέλη του 1ου μ.Χ. αι.
227 Στα παραπάνω πρέπει να προστεθούν τα κτίσματα ενός πάμπλουτου Έλληνα και ρωμαίου πολίτη, του Ηρώδη του Αττικού. Ο πατέρας του είχε ανακαλύψει τεράστιο θησαυρό που ο ίδιος τον αξιοποίησε οικοδομώντας δημόσια κτίρια σε διάφορες ελληνικές πόλεις. Στην Αθήνα μαρμάρωσε το στάδιο και έχτισε ναό της Τύχης και το Ωδείο του Ηρώδη του Αττικού!
 
Ποίηση
 
Η μεγάλη ακμή της ρωμαϊκής ποίησης τον 1ο π.Χ. και 1ο μ.Χ. αιώνα συμπίπτει με μιαν απελπιστικά άγονη περίοδο της ελληνικής ποίησης, που πια έχει χάσει κάθε δροσιά και καλλιεργείται μόνο ως πάρεργο, στο πλαίσιο της ρητορικής τέχνης.

Δραματική ποίηση

Η δραματική ποίηση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Τα λίγα έργα που ξέρουμε ότι γράφτηκαν (μερικά από Ρωμαίους, στα ελληνικά) δεν προορίζονταν για τη σκηνή αλλά για απλή ανάγνωση. Στις θεατρικές παραστάσεις εξακολουθούσαν να κυριαρχούν ο μίμος και ο παντόμιμος στις ποικίλες μορφές τους· και το μόνο που μπορούμε να συμπεράνουμε, όταν μαθαίνουμε ότι σε κάποιες περιπτώσεις ακούγονταν από σκηνής ορισμένα τραγικά κείμενα, τραγουδιστά, είναι ότι τέτοιου είδους «παραστάσεις» εξηγούν την εξέλιξη της λέξης τραγῳδία, που με τα χρόνια έφτασε να σημαίνει απλά «τραγούδι».

Λυρική ποίηση
 
Επιγράμματα συνθέσαν στα ελληνορωμαϊκά χρόνια πολλοί. Προς το τέλος του 1ου π.Χ. αιώνα έζησε και έγραψε ο Κριναγόρας από τη Μυτιλήνη, τον 1ο μ.Χ. αιώνα ο Φίλιππος και ο Αντίπατρος από τη Θεσσαλονίκη, ο Αντίφιλος από το Βυζάντιο, ο σατιρικός Λουκίλιος κ.ά.π. Τον ίδιο αιώνα έγραψε και ο Λεωνίδας από την Αλεξάνδρεια τα ισόψηφα επιγράμματά του, όπου τα γράμματα, αν διαβαστούν ως αριθμοί, δίνουν το ίδιο πάντα άθροισμα, και στο γύρισμα προς τον 2ο μ.Χ. αιώνα ο Νικόδημος από την Ηράκλεια τα ανακυκλωτικά του επιγράμματα, που διαβάζονται και ίσια και ανάποδα. Παρόμοια τεχνοπαίγνια απαιτούν επιδεξιότητα και γνώση· αποτελούν όμως και σημεία ποιητικής παρακμής.
Το δεύτερο λυρικό είδος που καλλιεργήθηκε στα ελληνορωμαϊκά χρόνια ήταν οι Ύμνοι. Στον 2ο μ.Χ. αιώνα ανήκουν οι ύμνοι του Μεσομήδη από την Κρήτη Εἰς Καλλιόπειαν, Εἰς Ἥλιον, Εἰς Νέμεσιν, Εἰς Φύσιν, Εἰς Ἶσιν κλπ., σημαντικοί όχι τόσο για την ποιητική τους αξία, όσο γιατί στους τρεις πρώτους τα χειρόγραφα μας διασώζουν και τη μελωδία τους, καταγραμμένη με τα αρχαία μουσικά σημεία.
Στον 2ο ή 3ο μ.Χ. αιώνα χρονολογούνται 87 σύντομοι λατρευτικοί ύμνοι που μας παραδόθηκαν ως προσφορά του μυθικού Ορφέα προς τον Μουσαίο. Γραμμένοι σε δακτυλικό εξάμετρο, οι Ορφικοί ύμνοι καμιά δεν έχουν σχέση με τον Ορφέα και ελάχιστη με τον ορφισμό· μας ενδιαφέρουν όμως για τη μεγάλη ποικιλία των θεών που εξυμνούν και για τον ποιητικό τους τρόπο, όπου τα παραδοσιακά ή νεόκοπα λατρευτικά επίθετα ακολουθούν αραδιαστά το ένα το άλλο. Ένα δείγμα από τον ύμνο Εἰς Φύσιν:
Ὦ Φύσι, παμμήτειρα θεά, πολυμήχανε μῆτερ,
οὐρανία, πρέσβειρα, πολύκτιτε δαῖμον, ἄνασσα,
πανδαμάτωρ, ἀδάμαστε, κυβερνήτειρα…
 
Από τα άλλα λυρικά έργα της Ελληνορωμαϊκής εποχής αξιομνημόνευτα είναι τα ψευδεπίγραφα Ανακρεόντεια, μια συλλογή από εξήντα λιανοτράγουδα, όπου εγκωμιάζονται, με τον τρόπο του Ανακρέοντα, οι χαρές της ζωής. Πιο σημαντικοί για μας οι Αἰσώπειοι μυθίαμβοι ενός ελληνοθρεμμένου Ρωμαίου, του Βάβριου, που γύρω στα 100 μ.Χ. αφηγήθηκε μύθους του Αισώπου και άλλες ιστοριούλες ποιητικά, σε απλή γλώσσα και μέτρο χωλιαμβικό - όπου για πρώτη φορά βλέπουμε να παίζουν ρόλο όχι μόνο ο χρόνος των συλλαβών αλλά και ο δυναμικός τονισμός τους.[228] Το έργο είχε μεγάλη επιτυχία και αξιοποιήθηκε νωρίς ως διδακτικό ανάγνωσμα στα σχολεία.
------------------
228 Βλ. Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας (Παράρτημα 2.).
 
Επική ποίηση
 
Εντυπωσιακή σε ποσότητα, αλλά φτωχή σε ποιότητα, ήταν στα ελληνορωμαϊκά χρόνια η επική παραγωγή, τόσο σε μυθολογικά και ιστορικά όσο και σε διδακτικά έργα. Ήταν όλα τους γραμμένα σε δακτυλικό εξάμετρο και στην τιμημένη, αλλά τα χρόνια εκείνα ακατάληπτη για τους πολλούς, ποιητική γλώσσα του Ομήρου - με κάποια λάθη, εννοείται.
Στα μυθολογικά έπη ανήκουν τα Ορφικά Αργοναυτικά, έργο ενός πολύ μέτριου, ανώνυμου για μας, ποιητή που θέλησε να ξαναδιηγηθεί την Αργοναυτική εκστρατεία τονίζοντας τον ρόλο του Ορφέα· η χαμένη Γιγαντιάς του Σκοπελιανού από τις Κλαζομενές (1ος/2ος μ.Χ. αι.), δασκάλου του Ηρώδη του Αττικού· το επίσης χαμένο Ἡρωικαὶ θεογαμίαι του Πείσανδρου (2ος/3ος μ.Χ. αι.), που επιχείρησε να καλύψει ολόκληρη τη μυθολογία σε εξήντα βιβλία, κ.ά. Επικός ποιητής ήταν και ο πατέρας του Πείσανδρου, ο Νέστορας από τη Λάρανδα της Μικρασίας. Το έργο του Ἰλιὰς λιπογράμματος, χαμένο και αυτό, αποτελούσε αναδιήγηση της Ιλιάδας σε είκοσι τέσσερις ραψωδίες, όπου από κάθε μία έλειπε τελείως ένα γράμμα: από τη ραψωδία Α το άλφα, από τη ραψωδία Β το βήτα, κ.ο.κ.
Τέλος του 3ου και αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα είναι πιθανό να έζησε ο Κόιντος από τη Σμύρνη. Το ηρωικό του έπος Τὰ μεθ᾽ Ὅμηρον γεφυρώνει την Ιλιάδα με την Οδύσσεια, ιστορώντας σε δεκατέσσερις ραψωδίες όλα όσα μεσολάβησαν από τον θάνατο και την ταφή του Έκτορα ως την άλωση της Τροίας και το ταξίδι της επιστροφής των Αχαιών στις πατρίδες τους.[229]
Άφθονα ήταν και τα ιστορικά έπη που γράφτηκαν την Ελληνορωμαϊκή εποχή. Με ηρωική μεγαλοστομία ιστορούσαν πολεμικά επεισόδια σαν τη μάχη των Φιλίππων και τη ναυμαχία στο Άκτιο, ή ξετύλιγαν τη δράση προσώπων σαν τον Μεγαλέξανδρο, την Κλεοπάτρα και, με φανερή κολακεία, τον Αδριανό και άλλους ρωμαίους αξιωματούχους - όλα χαμένα.
Από τα διδακτικά έργα σημειώνουμε πρώτα ένα ψευδεπίγραφο γνωμικό ποίημα σε δακτυλικούς εξαμέτρους (1ος/2ος μ.Χ. αι.) που αποδίδεται στον Φωκυλίδη, αλλά είναι φανερά επηρεασμένο από την Παλαιά Διαθήκη και άλλα ιουδαϊκά κείμενα. Σημαντικότερο, και πιο γνωστό, ήταν το έργο Περιήγησις τῆς οἰκουμένης, του Διονυσίου από την Αλεξάνδρεια (1ος/2ος μ.Χ. αι.). Στους 1186 εξάμετρους στίχους του, ο Διονύσιος ο περιηγητής, όπως τον ονομάζουμε, τα κατάφερε να περιγράψει σε γενικές γραμμές τη γνωστή οικουμένη με τόση επιτυχία ώστε το έργο του να μεταφραστεί, να σχολιαστεί και, το σπουδαιότερο, να χρησιμοποιηθεί ως σχολικό εγχειρίδιο γεωγραφίας.
Ψευδεπίγραφα είναι και τα Ἀποτελεσματικά, που σώθηκαν με το όνομα του Μανέθωνα, αλλά στην πραγματικότητα γράφτηκαν από κάποιον συγγραφέα του 2ου/3ου μ.Χ. αιώνα που θέλησε να σφετεριστεί το κύρος του αιγύπτιου ιερέα και ιστορικού. Πρόκειται για έργο αστρολογικό όπου η θέση των πλανητών την ημέρα της γέννησης προδικάζει τον χαρακτήρα και τις τύχες ανθρώπων (2.150-1):
Όλοι οι πλανήτες να βρεθούν στον οίκο του καθένας,
αυτό είναι το καλύτερο για κείνους που γεννιούνται.

Μεγάλη φήμη ως επικός-διδακτικός ποιητής απόκτησε ο Οππιανός από την Κιλικία, που αφιέρωσε στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο (161-180 π.Χ.) τα Ἁλιευτικά σε πέντε βιβλία: δύο βιβλία όπου περιγράφει τα ψάρια, «πού κατοικούν καθένα, τους υγρούς τους γάμους, τις υγρές γεννήσεις και την ψαρίσια τους ζωή, τις έχθρες, τις αγάπες, τις βουλήσεις τους» (1.47), και άλλα τρία όπου εκθέτει τους ποικίλους τρόπους ψαρέματος. Ο αυτοκράτορας λένε πως ευχαριστήθηκε τόσο ώστε του έδωσε ένα χρυσό νόμισμα για κάθε στίχο.

Μερικές δεκαετίες αργότερα, ένας άλλος Οππιανός, από τη Συρία, αφιέρωσε στον αυτοκράτορα Καρακάλλα (198-217 π.Χ.) τα Κυνηγετικά σε τρία βιβλία. Το έργο έχει ρητορικά χαρακτηριστικά και ακολουθεί σε γενικές γραμμές το σχέδιο των Αλιευτικών είναι όμως γλωσσικά και μετρικά κατώτερο, και αμφιβάλλουμε αν ο ποιητής του ανταμείφτηκε τόσο πλουσιοπάροχα όσο θα περίμενε.
Στην παράδοση μνημονεύονται και άλλα, για μας χαμένα, διδακτικά έπη. Θέμα τους οι πολύτιμες πέτρες και οι μαγικές τους ιδιότητες (Λιθικά), τα πουλιά (Ὀρνιθιακά) και το κυνήγι τους (Ἰξευτικά),[230] και ακόμα τα ιαματικά βότανα (Ἀλεξίκηπος), οι αρρώστιες (Ἰατρικά) και οι γιατρειές τους (Πανάκεια).
 -----------------
229 Τον Κόιντο μιμήθηκε ένας λίγο νεότερός του ποιητής, ο Τριφιόδωρος από την Πανόπολη της Αιγύπτου, στο (άχαρο) επύλλιο Ἰλίου ἅλωσις, που μας έχει σωθεί. Άλλα του έργα παραδίδεται πως ήταν τα Μαραθωνιακά και η Ὀδύσσεια λιπογράμματος.
230 Ἰξός είναι η φυτική κόλλα που αλείβεται στις (ι)ξόβεργες για να πιάνονται τα πουλιά.
 
Πεζογραφία
 
Ο κλάδος της πεζογραφίας είναι ο γονιμότερος της Ελληνορωμαϊκής εποχής, και καθώς όλοι λίγο πολύ οι συγγραφείς, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, εντάσσονται συνειδητά στον αττικισμό,[231] σωστό είναι να ξεκινήσουμε με τους θεωρητικούς του κινήματος.
 
231 Για τον Αττικισμό βλ. Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.
 
Αττικισμός
 
Στο πλαίσιο του γενικότερου κλασικισμού της εποχής, οι φιλόλογοι και κριτικοί της λογοτεχνίας, από τη μια για να αντιδράσουν στις υπερβολές και τη χαλαρότητα του Ασιανισμού, από την άλλη για να ανοίξουν νέους δρόμους που θα οδηγούσαν την απροσανατόλιστη λογοτεχνία σε νέα ακμή, κήρυξαν ως ιδανικό και μέσο συγγραφικής επιτυχίας τη μίμηση των κλασικών προτύπων - πρώτα και πάνω απ᾽ όλα της γλώσσας τους. Όποιες όμως και αν ήταν οι προθέσεις τους, αποτελούσε «σημάδι αδυναμίας και στασιμότητας ότι αντιπρότειναν γλώσσα και ύφος, που αιώνες πριν είχαν εκφράσει σημαντικά νοήματα, αλλά που πια δε μπορούσαν να το κάνουν. Ο αττικισμός δεν αποτελούσε εξέλιξη που έδινε νέα ζωή σε παλιές φόρμες. Ουσία του φαινόταν να είναι η μουσειακή καλλιέργεια του ύφους» (Α. Λέσκι).
Αφετηρία για τον αττικισμό πιστεύουμε ότι αποτέλεσε ο Απολλόδωρος από την Πέργαμο (1ος π.Χ. αι.), δάσκαλος του Οκταβιανού Αυγούστου και συγγραφέας μιας, χαμένης για μας, Ρητορικής τέχνης, όπου ίσως για πρώτη φορά καθιερωνόταν ο κανόνας των δέκα ρητόρων, δηλαδή ο κατάλογος των δέκα πιο δόκιμων αττικών ρητόρων. Η γλώσσα και το ύφος τους αποτελούσαν «κανόνα» που οι νεότεροι συγγραφείς έπρεπε να τον τηρούν με αυστηρότητα.
Οπαδός, ίσως και μαθητής, του Απολλοδώρου ήταν ο Καικίλιος από την Καλή Ακτή της Σικελίας, που έζησε στα χρόνια του Αυγούστου. Αυστηρός αττικιστής, θαύμαζε τόσο την κανονικότητα του Λυσία ώστε να τον αξιολογεί υψηλότερα από τον Πλάτωνα. Τα πολλά ρητορικά, κριτικά, λεξικογραφικά κ.ά. του έργα έχουν χαθεί, αλλά πολλές απόψεις του είναι γνωστές από νεότερους συγγραφείς που τις μνημονεύουν και τις σχολιάζουν θετικά ή αρνητικά. Σημαντικότερος ανάμεσά τους ο Ανώνυμος, συγγραφέας του Περὶ ὕψους.
Τον αττικισμό υποστήριζε και ο Θεόδωρος από τα Γάδαρα της Συρίας (1ος π.Χ. αι.), δάσκαλος του αυτοκράτορα Τιβέριου· ωστόσο, όχι χωρίς λόγο, θεωρήθηκε εξαρχής αντίπαλος του Απολλόδωρου. Η διαφωνία τους αφορούσε την αυστηρή ή χαλαρή τήρηση των αττικών κανόνων: ο Απολλόδωρος ήταν άκαμπτος· ο Θεόδωρος ήταν ελαστικός και δεχόταν ότι η αττική γλώσσα, βάση και προϋπόθεση της επιτυχίας, μπορούσε κάπως να προσαρμόζεται στα νέα γλωσσικά δεδομένα. Έτσι, αν το καλοσκεφτούμε, η διαφωνία τους συνέχιζε την παλιά έριδα ανάμεσα στους γραμματικούς που αποδέχονταν την ανωμαλία και στους άλλους που επιμέναν στην αυστηρή εφαρμογή των κανόνων.
Μεγάλος θεωρητικός του αττικισμού ήταν και ο Διονύσιος από την Αλικαρνασσό, που εδίδαξε στη Ρώμη από το 30 ως το 52 μ.Χ. Από τα έργα του μας σώθηκαν αρκετά, άλλα αποσπασματικά, όπως το Περὶ μιμήσεως και το Περὶ ἀρχαίων ῥητόρων, άλλα ολόκληρα, όπως το Περὶ τοῦ Θουκυδίδου χαρακτῆρος και το σπουδαιότερο, Περὶ συνθέσεως ὀνομάτων, όπου δεν πραγματεύτηκε μόνο το πώς πρέπει κανείς να επιλέγει τις λέξεις του, αλλά και το πώς πρέπει να τις συνδυάζει μέσα στον λόγο για να πετύχει το καλύτερο αισθητικό (και ευφωνικό) αποτέλεσμα. Λιγότερο απόλυτος από τον Απολλόδωρο και τον Καικίλιο, ο Διονύσιος πρόβαλλε ως μεγάλο πρότυπο στη θέση του Λυσία τον Δημοσθένη. Θα τον συναντήσουμε πάλι ως ιστορικό.
Σε ένα του σύγγραμμα Περὶ ὕψους ο Καικίλιος είχε προσπαθήσει να ορίσει τις ιδιότητες του υψηλού[232] ύφους που χαρακτηρίζει τα μεγάλα έργα της λογοτεχνίας. Ένας για μας άγνωστος συγγραφέας, ο Ανώνυμος περί ύψους όπως τον ονομάζουμε, έκρινε ότι το «βιβλίο ήταν κατώτερο από τον στόχο του και τα σημαντικότερα τα άφηνε απέξω» (1) και αποφάσισε να το αναιρέσει. Το δικό του έργο Περὶ ὕψους, που το μεγαλύτερο μέρος του έχει σωθεί, δημοσιεύτηκε γύρω στα 40 μ.Χ. και είναι ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η αρχαιοελληνική φιλολογική σκέψη. Ο Ανώνυμος ήταν οπαδός του Θεόδωρου από τα Γάδαρα, προσέγγιζε τα θέματα με μετριοπάθεια και ανοιχτό μυαλό, πίστευε ότι είναι πολλοί οι παράγοντες που συμβάλλουν στη λογοτεχνική ποιότητα, και βέβαια γνώριζε ότι με το να ακολουθεί κανόνες κανείς δε γίνεται μεγάλος λογοτέχνης.
Το να αποφασίσει κάποιος να γράψει στην αττική διάλεκτο της Κλασικής εποχής είναι εύκολο· όμως στην πράξη το εγχείρημα παρουσίαζε δυσκολίες τόσες, που ήταν αδύνατο να ξεπεραστούν, αν ο συγγραφέας δεν είχε στη διάθεση του τα κατάλληλα βοηθήματα. Αυτήν ακριβώς την ανάγκη ήρθαν να ικανοποιήσουν οι λεξικογράφοι.
Οι λεξικογράφοι των ελληνορωμαϊκών χρόνων εκμεταλλεύτηκαν βέβαια τους αλεξανδρινούς προκατόχους τους. Ενώ όμως οι αλεξανδρινοί στόχο είχαν να διευκολύνουν την ανάγνωση και την κατανόηση των παλαιότερων συγγραφέων, οι λεξικογράφοι της εποχής του αττικισμού συγκέντρωναν, ερμήνευαν και σχολίαζαν το αττικό λεκτικό με στόχο να βοηθήσουν τους συγχρόνους τους να συγγράψουν οι ίδιοι, χωρίς παρεκκλίσεις και σφάλματα, στα αττικά. Οι τίτλοι των έργων τους είναι χαρακτηριστικοί:

Αίλιος Διονύσιος από την Αλικαρνασσό (1ος/2ος μ.Χ. αι.): Ἀττικὰ ὀνόματα.
Παυσανίας από τη Συρία (1ος/2ος μ.Χ. αι.): Ἀττικῶν ὀνομάτων συναγωγή.
Διαφορετικά εργάστηκε ο Διογενιανός από την Ηράκλεια του Πόντου (1ος/ 2ος μ.Χ. αι.), που προτίμησε να συνθέσει λεξικό ολόκληρης της ελληνικής γλώσσας: Παντοδαπὴ λέξις.
Αρποκρατίων από την Αλεξάνδρεια (2ος μ.Χ. αι.): Λέξεις τῶν δέκα ῥητόρων.
Φρύνιχος από τη Βιθυνία (2ος μ.Χ. αι.): Ἐκλογὴ ῥημάτων καὶ ὀνομάτων ἀττικῶν. Ήταν τόσο αυστηρός στον αττικισμό του, ώστε να κατηγορεί τον Μένανδρο ότι χρησιμοποίησε αδόκιμες λέξεις, και να επιβάλλει απαγορεύσεις: «αὐθέντης» μηδέποτε χρήσει ἐπὶ τοῦ «δεσπότης», «νηρὸν» ὕδωρ μὴ εἴπῃς ἀλλὰ «πρόσφατον», «ξύστραν» μὴ λέγε ἀλλὰ «στλεγγίδα» κλπ. Το άλλο του έργο, η Σοφιστικὴ προπαρασκευή, όπου συγκέντρωσε τις επιτρεπόμενες δόκιμες αττικές εκφράσεις, ήταν αφιερωμένο στον αυτοκράτορα Κόμμοδο.
Στον Κόμμοδο αφιέρωσε και ο ανταγωνιστής του Φρυνίχου, ο Ιούλιος Πολυδεύκης από τη Ναύκρατη της Αιγύπτου, το Ὀνομαστικόν του, λεξικό όπου οι λέξεις δεν είναι ταχτοποιημένες αλφαβητικά αλλά συγκεντρωμένες κατά νοηματικές ενότητες: όλα τα ἱππικά μαζί, όλα τα μαγείρου σκεύη μαζί, όλα τα ἐμπνεόμενα ὄργανα μαζί κλπ.
Μοίρης (2ος/3ος μ.Χ. αι.): Ἀττικιστής.
Τελευταίος στη σειρά, όχι λεξικογράφος αλλά ρήτορας, ο Ουλπιανός από την Τύρο (2ος/3ος μ.Χ. αι.), που το μόνο που τον ενδιέφερε για το κάθε τι ήταν αν μνημονεύεται ή όχι, αν κεῖται ἢ οὐ κεῖται, στα παλιά κείμενα - και οι σύγχρονοί του τον παρονόμασαν… Κειτούκειτο.
 
Για την τιμή των όπλων αναφέρουμε δύο συγγραφείς που αντιδράσαν στις υπερβολές του αττικισμού: τον σατιρικό Λουκιανό από τα Σαμόσατα, και τον ανώνυμο για μας λεξικογράφο που τον 2ο μ.Χ. αιώνα δημοσίευσε λεξικό με τον τίτλο Ἀντιαττικιστής, όπου καταξιώνονταν και πλήθος νεότερες λέξεις.
--------------
232 Η μεταφορική ταύτιση του ύψους με την «εξαιρετική ποιότητα», είναι και σήμερα συνηθισμένη: υψηλές σκέψεις, υψηλά ιδανικά· πρβ. το αγγλικό high standarts κ.ά.π.
 
Πλούταρχος
 
Ξεκινούμε τη θεώρηση της έντεχνης πεζογραφίας με τον Πλούταρχο, σημαντικό συγγραφέα που μπορεί τα έργα του να χαρακτηρίζονται άλλα ρητορικά, άλλα ιστορικά, άλλα φιλοσοφικά, αλλά ο ίδιος δεν ήταν ούτε ρήτορας και ρητοροδιδάσκαλος, ούτε ιστορικός, ούτε φιλόσοφος.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ (περ. 50-120 μ.Χ.)

Γεννήθηκε από παλιά αρχοντική οικογένεια στη Χαιρώνεια της Βοιωτίας, σπούδασε στην Ακαδημία, ταξίδεψε στην Ελλάδα, στην Ιταλία και σε άλλους τόπους, επισκέφτηκε την Αλεξάνδρεια και τη Ρώμη, όπου έδωσε διαλέξεις και σχετίστηκε με ρωμαίους μεγαλουσιάνους, αλλά τελικά προτίμησε να παραμείνει στη μικρή του πατρίδα. Άνθρωπος ευσεβής, φιλήσυχος και μελετηρός, ενεργός πολίτης, στοργικός σύζυγος και καλός φίλος, ο Πλούταρχος έζησε τιμημένος από τους συμπολίτες του, που του εμπιστεύτηκαν σημαντικά αξιώματα, από τους κατοίκους των γειτονικών Δελφών, όπου ασκούσε ιερατικά καθήκοντα, και από τους Ρωμαίους, που τον ανακήρυξαν ρωμαίο πολίτη για την ιδεολογική υποστήριξη που τους πρόσφερε με τα έργα του. Από τα πάμπολλα συγγράμματα που ξέρουμε ότι δημοσίευσε υπολογίζουμε ότι σώζονται τα μισά: 120 πάνω κάτω έργα, που κατατάσσονται σε δύο ομάδες: Βίοι παράλληλοι και Ἠθικά.
Από τους Βίους περισώθηκαν 50 βιογραφίες: τέσσερις ανεξάρτητες και οι υπόλοιπες ταιριασμένες σε είκοσι τρία ζευγάρια. Κάθε ζευγάρι αποτελείται από ένα σημαντικό Έλληνα (νομοθέτη, πολιτικό, στρατιωτικό ηγέτη κλπ.) και ένα Ρωμαίο που η ζωή και η δράση τους παρουσιάζουν ομοιότητες. Έτσι, π.χ., παραλληλίζονται και συγκρίνονται ο Θησέας ως μυθικός βασιλιάς της Αθήνας με τον Νουμά, τον μυθικό βασιλιά της Ρώμης, ο Περικλής με τον Φάβιο Μάξιμο, ο Μεγαλέξανδρος με τον Ιούλιο Καίσαρα κλπ. Ο Πλούταρχος δήλωσε ο ίδιος ότι δεν ήταν ιστορικός αλλά βιογράφος και ότι στόχος του, προβάλλοντας τα ήθη και τις πράξεις των μεγάλων ανδρών, ήταν να βοηθήσει τους αναγνώστες να παραδειγματιστούν από τις αρετές και να αποφύγουν τα λάθη τους.
Τα καθαυτό Ηθικά περιλαμβάνουν ομιλίες, διάλογους και σύντομες διατριβές Περὶ ἀρετῆς καὶ κακίας, Περὶ εὐθυμίας, Περὶ πολυπραγμοσύνης, Περὶ φιλαυτίας κλπ.· όμως στην ίδια συλλογή ο Πλούταρχος πραγματεύεται και άλλα, διαφορετικά θέματα: κοσμολογικά (Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου ἐν τῷ κύκλῳ τῆς σελήνης), (παρα)ιστορικά (Περὶ τῆς Ἀλεξάνδρου τύχης ἢ ἀρετῆς, Πότερον οἱ Ἀθηναῖοι κατὰ πόλεμον ἢ κατὰ σοφίαν ἐνδοξότεροι), κοινωνικά (Γαμικὰ παραγγέλματα), ερωτικά (Ἐρωτικαὶ διηγήσεις), φιλοσοφικά (Εἰ διδακτὸν ἡ ἀρετή, Εἰ καλῶς εἴρηται τὸ λάθε βιώσας), μουσικά (Περὶ μουσικῆς), παιδαγωγικά (Πῶς δεῖ τὸν νέον ποιημάτων ἀκούειν), θρησκειολογικά (Περὶ Ἴσιδος καὶ Ὀσίριδος, Περὶ δεισιδαιμονίας, Περὶ τύχης), (παρα)ιατρικά (Ὑγιεινὰ παραγγέλματα, Περὶ σαρκοφαγίας), πολιτικά (Πολιτικὰ παραγγέλματα, Περὶ μοναρχίας καὶ δημοκρατίας καὶ ὀλιγαρχίας), και κάποια απροσδόκητα, όπως το Πότερον ὕδωρ ἢ πῦρ χρησιμώτερον, το Πότερα τῶν ζῴων φρονιμώτερα, τὰ χερσαῖα ἢ τὰ ἔνυδρα κ.ά. - 70 συνολικά έργα[233] που τα περισσότερα χαρακτηρίζονται από έντονη συμβουλευτική-διδακτική διάθεση.
Η σκέψη του Πλούταρχου δεν ήταν ούτε πρωτότυπη ούτε ενταγμένη σε μία και μόνο φιλοσοφική σχολή. Εκλεκτικός ήταν, όπως και πολλοί άλλοι στην εποχή του. Ξεκινούσε από τον πλατωνικό ιδεαλισμό, αλλά ήταν έτοιμος να αποδεχτεί και να στηρίξει κάθε πρόταση που του φαινόταν σωστή, να απαρνηθεί και να πολεμήσει κάθε πρόταση που του φαινόταν σφαλερή. Πολύτιμα μας είναι τα έργα του ως τεκμήρια της εποχής του αλλά και για τον τεράστιο όγκο των πληροφοριών που περιέχουν για τα περασμένα. Ο Πλούταρχος ήξερε πολλά, και δεν έχανε ευκαιρία να διηγηθεί κάποιο επεισόδιο, μια φήμη, ένα ανέκδοτο, ή και να παραθέσει μια γνώμη, ένα απόφθεγμα, λίγους χαρακτηριστικούς στίχους. Τα έργα του, όσα σώθηκαν, παραπέμπουν σε πάνω από πεντακόσιους συγγραφείς και μας οδηγούν να υποθέσουμε ότι δούλευε συστηματικά, με επιστημονική μέθοδο, διαβάζοντας τα συγγράμματα των προκατόχων του και αποδελτιώνοντας όσα στοιχεία τον ενδιαφέραν για να τα αξιοποιήσει στις δικές του αντίστοιχες διατριβές.
Η γλώσσα και το ύφος του είναι απλά αλλά επιμελημένα. Μαρτυρούν την πολύπλευρή του μόρφωση και την οικείωσή του με τον καλλιεργημένο αττικό λόγο· μαρτυρούν όμως και τη μετριοπάθεια και την ανεξαρτησία του απέναντι στον κυρίαρχο αττικισμό, καθώς ο Πλούταρχος δε δίσταζε να υιοθετεί στη γραφή του χαρακτηριστικά και λέξεις της Κοινής - στοιχεία που, αν ήθελε, σίγουρα θα μπορούσε να τα αποφύγει.
Η φήμη και η επίδρασή του ήταν, ήδη στην εποχή του, τεράστια.
---------------
233 Στο σώμα των Ηθικών περιέχονται και μερικά ακόμα έργα, ψευδεπίγραφα· ανάμεσά τους το γνωστό και πολύτιμο για τις παιδαγωγικές πληροφορίες που περιέχει Περὶ παίδων ἀγωγῆς.
 
Ρητορεία και Ρητορική
 
Η ρητορική, δηλαδή η θεωρία του προφορικού λόγου και η διδασκαλία της, δεν έχασε ποτέ τη σημαντική θέση που κατείχε στην εκπαίδευση από τον καιρό των σοφιστών· μόνο η ρητορεία διαπιστώσαμε ότι υποχώρησε από τη στιγμή που καταλύθηκαν τα δημοκρατικά πολιτεύματα - φυσικά! Και αν τώρα, στα ελληνορωμαϊκά χρόνια, η ρητορεία βλέπουμε να παρουσιάζει άνθιση, είναι γιατί οι ρήτορες την ασκούσαν στην πιο ήπια μορφή της, εκφωνώντας καθαρά επιδεικτικούς ή ανώδυνα συμβουλευτικούς λόγους σε μεγάλα ακροατήρια. Τέτοιοι ήταν όλοι σχεδόν οι λόγοι που εκφωνούσαν και δημοσίευαν οι σοφιστές της δεύτερης σοφιστικής.
Στη δεύτερη σοφιστική, το είπαμε, εντάσσονται μια σειρά από ρήτορες που έζησαν στην Ελληνορωμαϊκή εποχή περιοδεύοντας απ᾽ άκρη σ᾽ άκρη την αυτοκρατορία και δίνοντας διαλέξεις και μαθήματα σε διάφορα θέματα, με μεγάλη συνήθως επιτυχία. Αυτό ήταν και το μόνο κοινό που είχαν με τους σοφιστές της Κλασικής εποχής· και αν επιμένουμε να χρησιμοποιούμε τους παραπλανητικούς όρους σοφιστές και σοφιστική, είναι γιατί τους συναντούμε στον Φλάβιο Φιλόστρατο, που ανήκει στην ίδια ομάδα.
Οι σοφιστές της δεύτερης σοφιστικής καλλιεργούσαν πλήθος ρητορικά είδη και πραγματεύονταν ποικίλα θέματα. Έγραφαν, απάγγελλαν και δημοσίευαν διαλέξεις, σύντομες πραγματείες ή διατριβές, διάλογους, ρητορικά (προ)γυμνάσματα ή μελέτες (ασκήσεις), εκφράσεις (περιγραφές), προλαλιές (σύντομες προκαταρκτικές ομιλίες), επιστολές, και παίγνια - καθαρά επιδεικτικά τα περισσότερα, με τη φροντίδα του ομιλητή και την προσοχή του ακροατηρίου να συγκεντρώνονται στη μορφή και την απαγγελία περισσότερο παρά στο περιεχόμενο του λόγου.
Σχετικά με το περιεχόμενο των ομιλιών, σημασία έχει να προσέξουμε ότι συχνά οι σοφιστές της δεύτερης σοφιστικής υπέρβαιναν τα όρια της ρητορικής, εισβάλλοντας στα πεδία της λαϊκής ας την πούμε φιλοσοφίας. Στην προσπάθειά τους να συμβουλέψουν, να παρηγορήσουν, να νουθετήσουν ή και μόνο να εντυπωσιάσουν το ακροατήριό τους, πραγματεύονταν θέματα ηθικής με εκλαϊκευτικό τρόπο, χωρίς πρωτοτυπία και βάθος. Έτσι, από τη μια συγχέονταν τα σύνορα ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη ρητορική, από την άλλη φιλόσοφοι και σοφιστές βρίσκονταν συχνά αντιμέτωποι, υπερασπίζοντας καθένας την ειδικότητά του.
Κοινό ιδεολογικό χαρακτηριστικό των σοφιστών της δεύτερης σοφιστικής ήταν ο θαυμασμός για την ελληνική ιστορική, φιλοσοφική και λογοτεχνική παράδοση και οι νοσταλγικές αναφορές σε πρόσωπα, καταστάσεις και γεγονότα από το ένδοξο παρελθόν - όλα αυτά χωρίς να αμφισβητείται η ρωμαϊκή κυριαρχία ή να υποβιβάζονται οι Ρωμαίοι, που άλλωστε και οι ίδιοι εθαύμαζαν και τιμούσαν τα ελληνικά επιτεύγματα των παλαιότερων εποχών.
Όπως θα το περιμέναμε, οι ρήτορες της δεύτερης σοφιστικής ήταν αττικιστές, οπότε αναρωτιόμαστε πώς ήταν δυνατό να κάνουν επιτυχημένες δημόσιες ομιλίες στο μεγάλο κοινό (σε θέατρα, σε βασιλικές, σε σταυροδρόμια), όταν τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν την καταλάβαιναν μόνο οι μορφωμένοι. Το μυστικό ήταν ότι τα χρόνια εκείνα πάντες ᾄδουσι, καὶ ῥήτορες καὶ σοφισταί, «όλοι τραγουδούν, και οι σοφιστές και οι ρήτορες» (Δίων Χρυσόστομος 32.68). Σε εποχή όπου ο μουσικός τονισμός είχε αντικατασταθεί από τον δυναμικό, οι λαμπρόφωνοι αττικιστές εκφωνούσαν τις διαλέξεις τους με την παλιά τραγουδιστή προφορά και γοήτευαν τα πλήθη με τον ήχο και μόνο της ομιλίας τους.[234] Χρονολογικά πρώτος στη σειρά ο Δίων, που για την ευγλωττία του επονομάστηκε Χρυσόστομος.

ΔΙΩΝ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (περ. 40-115 μ.Χ.)

Γεννήθηκε στην Προύσα της Βιθυνίας, όπου και είχε τις πρώτες του επιτυχίες ως ρήτορας. Στο ξεκίνημά του ήταν δηλωμένος πολέμιος κάθε φιλοσοφίας· όμως αργότερα, όταν του δόθηκε στη Ρώμη η ευκαιρία, μαθήτεψε στον Μουσώνιο Ρούφο, τον δάσκαλο του Επίκτητου και προσηλυτίστηκε στον στωικισμό. Τα βάσανά του άρχισαν όταν το 82 π.Χ. ο αυτοκράτορας Δομιτιανός, για πολιτικούς, υποψιαζόμαστε, λόγους, τον εξόρισε από την Ιταλία και του απαγόρεψε να επιστρέψει στην πατρίδα του.
Φτωχός και αποδιωγμένος ο Δίων φόρεσε τον φιλοσοφικό τρίβωνα και πήρε να ταξιδεύει από τόπο σε τόπο (στην Πελοπόννησο, στην Εύβοια, αλλά και ψηλά, στην περιοχή του Πόντου και του Δούναβη) εκφωνώντας λόγους με λαϊκό-φιλοσοφικό περιεχόμενο. Η τύχη του γύρισε δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, με τον θάνατο του Δομιτιανού: οι διάδοχοι αυτοκράτορες, πρώτος ο Νέρβας, που τον ανακήρυξε ρωμαίο πολίτη, ύστερα ο Τραϊανός, που συνδέθηκε φιλικά μαζί του, τον γέμισαν τιμές και ευεργέτησαν, με τη μεσολάβησή του, την πατρίδα του. Ο Δίων τούς αντάμειψε με δημόσια ευχαριστήρια και επαίνους. Τα τελευταία του χρόνια, ένδοξος πια, τα πέρασε πάλι ταξιδεύοντας και δίνοντας διαλέξεις.
Μας έχουν σωθεί 77 ομιλίες του και 3 επιστολές, η μια προς κάποιο ρωμαίο (;) αξιωματούχο με συμβουλές για το ποιους ποιητές, ιστορικούς και ρήτορες αξίζει να διαβάσει.[235] Από τους λόγους του άλλοι, όπως οι Περὶ βασιλείας, Περὶ ἀρετῆς, Περὶ πλεονεξίας, πραγματεύονται γενικά θέματα· άλλοι, όπως ο Ροδιακός και ο Ταρσικός, απευθύνονται συμβουλευτικά στους κατοίκους των πόλεων που επισκεπτόταν· άλλοι, συμβουλευτικοί και αυτοί, όπως ο Πρὸς Ἀπαμεῖς περὶ ὁμονοίας, αφορούν τοπικά πολιτικά θέματα της Βιθυνίας· άλλοι, όπως ο Περὶ φυγῆς και ο Περὶ τῶν ἔργων είναι αυτοβιογραφικοί· άλλοι, όπως ο Περὶ Ὁμήρου και ο Περὶ Σωκράτους, αναφέρονται σε ποιητές και φιλοσόφους· άλλοι, όπως ο Φιλοκτήτης και η Χρυσηίς αφηγούνται και σχολιάζουν μύθους, κλπ. κλπ. Μέσα σε όλα αυτά ξεχωρίζουμε (α) τον Τρωικὸν ὑπὲρ τοῦ Ἴλιον μὴ ἁλῶναι, όπου με στέρια λογικά επιχειρήματα υποστηρίζεται ότι οι Αχαιοί δεν ήταν δυνατό να πάρουν την Τροία, και ότι ο Όμηρος ψεύδεται (!), (β) τον Εὐβοϊκόν, όπου ο Δίων τάχα ναυαγεί και φιλοξενείται από έναν κυνηγό, που ζει σε ειδυλλιακό περιβάλλον, απομονωμένος με την οικογένειά του, πάμφτωχος, αλλά αγνός και ανέγγιχτος από τα ελαττώματα και τις σκοτούρες της αστικής κοινωνίας, (γ) τον Πρὸς Ἀλεξανδρεῖς, όπου κατηγορεί ανοιχτά τους κατοίκους της Αλεξάνδρειας για ελαφρότητα και για ανάρμοστη συμπεριφορά στους αθλητικούς αγώνες και στις συναυλίες, όπου φανερώνονταν άγριοι και απαίδευτοι, και (δ) ένα νεανικό παίγνιο, το Κώμης ἐγκώμιον, που μας παραδόθηκε ενσωματωμένο στο Φαλάκρας ἐγκώμιον ενός μεταγενέστερου συγγραφέα, του Συνέσιου (4ος μ.Χ. αι.).
Ο Δίων έγραψε και άλλα έργα, φιλοσοφικά, όπως το Εἰ φθαρτὸς ὁ κόσμος, και ιστορικά, όπως τα Γετικά - όλα χαμένα.
Η γλώσσα και το ύφος του, διαμορφωμένα στα πρότυπα του Ξενοφώντα και του Πλάτωνα, είναι σχετικά απλά και καλαίσθητα - και δυσκολευόμαστε να αποφασίσουμε αν οι σποραδικές παραχωρήσεις του στην Κοινή ήταν συνειδητές ή αθέλητες.
 
Φίλος του Δίωνα, διάσημος για τη ρητορική του δεινότητα, ήταν ο Αντώνιος Πολέμων από τη Λαοδίκεια του Πόντου (περ. 90-145 μ.Χ.). Η φήμη του τον οδήγησε γρήγορα στο περιβάλλον των αυτοκρατόρων, ιδιαίτερα του Αδριανού, που του ανάθεσε να εκφωνήσει τον πανηγυρικό στα εγκαίνια του ναού του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα. Από τα πολλά του έργα σώζονται μόνο δύο φανταστικές αγορεύσεις, όπου ο πατέρας του Κυνέγειρου και ο πατέρας του στρατηγού Καλλίμαχου, που είχε και αυτός σκοτωθεί στη μάχη του Μαραθώνα, διεκδικούν καθένας για τον εαυτό του το δικαίωμα να εκφωνήσει τον επιτάφιο των πεσόντων.

ΗΡΩΔΗΣ Ο ΑΤΤΙΚΟΣ (101-177 μ.Χ.)

Γεννήθηκε από αρχοντική και πάμπλουτη οικογένεια του Μαραθώνα, σπούδασε στην Αθήνα και συνδέθηκε φιλικά με τον Πολέμωνα και τον Αδριανό. Τον αμύθητο πλούτο του τον αξιοποίησε ταξιδεύοντας και χρηματοδοτώντας κοινωφελή έργα - στην Αλεξάνδρεια της Τρωάδας, στην Ολυμπία, στην Κόρινθο, στην Αθήνα και αλλού. Παράλληλα, η οικογενειακή του παράδοση (ο πατέρας του ήταν ενεργός ρωμαίος πολίτης), οι ικανότητές του και το κύρος του τον βοήθησαν να αποχτήσει μεγάλα αξιώματα στην Αθήνα και στη Ρώμη, όπου ο αυτοκράτορας Αντωνίνος τον ονόμασε Πραίτωρα και του ανάθεσε να εκπαιδεύσει τους γιους του.
Πλούτος και αξιώματα δε φέρνουν πάντα την ευτυχία. Ο Ηρώδης έχασε και πένθησε βαριά τη σύζυγό του, τη Ρηγίλλη, τις δύο θυγατέρες του και τον μικρότερό του γιο, άνοιξε δίκες για κληρονομικά θέματα, κατηγορήθηκε και ο ίδιος, δικάστηκε κλπ. Στήριγμά του η πετυχημένη συγγραφική του ενασχόληση και η διδασκαλία της ρητορικής στην Αθήνα.
Από τις διαλέξεις, εφημερίδες (ημερολόγια), επιστολές κλπ. που ξέρουμε ότι έγραψε δε σώθηκε παρά μία φανταστική συμβουλευτική ομιλία Περὶ πολιτείας, όπου προς το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου ένας Λαρισινός παροτρύνει τους συμπολίτες του να συμμαχήσουν με τη Σπάρτη εναντίον των Μακεδόνων. Γλώσσα και ύφος ακολουθούν τα αττικά πρότυπα τόσο πιστά ώστε οι φιλόλογοι να συζητούν αν η ομιλία είναι του Ηρώδη ή αν μήπως πραγματικά ανήκει στον 5ο π.Χ. αιώνα.
 
Μαθητής του Ηρώδη ήταν ο Αίλιος Αριστείδης (περ. 129-189 μ.Χ.) από τη Μυσία. Ως σοφιστής ταξίδεψε και δοξάστηκε πολύ· όμως και βασανίστηκε για χρόνια από μιαν άγνωστή μας αρρώστια. Οι γιατροί στο Ασκληπιείο της Περγάμου δε μπόρεσαν να τον βοηθήσουν, και για να γιατρευτεί χρειάστηκε ο ίδιος ο Ασκληπιός να τον επισκέπτεται στα όνειρά του και να του δίνει σωτήριες συμβουλές. Αυτές τις θεϊκές επισκέψεις ο Αριστείδης τις κατάγραψε με κάθε λεπτομέρεια στους έξι Ἱεροὺς λόγους, που μας σώθηκαν - μνημεία δεισιδαιμονίας, ματαιοδοξίας και μυστικοπάθειας.
Άλλα του έργα, συνθεμένα στους συμβατικούς τύπους και με τα συνηθισμένα θέματα της δεύτερης σοφιστικής, διασώθηκαν πολλά. Ξεχωρίζουμε τις ομιλίες που σχετίζονται με τη δεύτερη πατρίδα του, τη Σμύρνη, τότε που την κατάστρεψε ο μεγάλος σεισμός του 178 μ.Χ. Ο Αριστείδης τη θρήνησε (Μονῳδία ἐπὶ Σμύρνῃ), απευθύνθηκε με την Ἐπιστολὴ περὶ Σμύρνης στους αυτοκράτορες ζητώντας βοήθεια για την ανοικοδόμησή της, το πέτυχε, και το γιόρτασε με την Παλινῳδία ἐπὶ Σμύρνῃ.
Χαρακτηριστικοί είναι οι φιλοσοφικοί λόγοι, όπου αντικρούει τον Πλάτωνα υπερασπίζοντας τον Γοργία και τη ρητορική ως τέχνη. Ο ίδιος ήταν αττικιστής, είχε πρότυπό του τον Δημοσθένη και φρόντιζε το ύφος και τη μουσικότητα του λόγου του τόσο ώστε τα πεζογραφήματά του να προσεγγίζουν τα πεδία της ποίησης. Το βλέπουμε αυτό στους ύμνους Εἰς Δία, Εἰς Σάραπιν, Εἰς Ποσειδῶνα και σε άλλα πεζά υμνητικά-πανηγυρικά του έργα.

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ (περ. 120-180 μ.Χ.)

Ο Λουκιανός ήταν Σύρος, γεννημένος στα Σαμόσατα, στις όχθες του Ευφράτη, από γονείς φτωχούς, που τον έστειλαν να μάθει λιθοξόος· ωστόσο, η κλίση του στα γράμματα ήταν τόσο ισχυρή, και την ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία τις έμαθε τόσο καλά, ώστε να ζήσει ταξιδεύοντας (στη Μικρασία, στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στη Γαλατία), δίνοντας διαλέξεις και συγγράφοντας, όπως κάθε άλλος επιτυχημένος σοφιστής της εποχής του. Σημαντική επίδραση στη ζωή του είχαν η συνάντηση με τον πλατωνικό φιλόσοφο Νιγρίνο στη Ρώμη,[236] και η εγκατάστασή του στην Αθήνα από το 165 μ.Χ. και μετά. Τα μαθαίνουμε όλα αυτά από δικά του αυτοβιογραφικά έργα, όπως το Ἐνύπνιον («Όνειρο»), το Δὶς κατηγορούμενος κ.ά.
Από τα 70 και παραπάνω έργα του που έχουν σωθεί, ορισμένα, πρώιμα τα περισσότερα, δεν απομακρύνονται από τα θεματικά και μορφολογικά στερεότυπα της δεύτερης σοφιστικής. Εδώ ανήκουν κάποια ρητορικά γυμνάσματα, μια σειρά από προλαλιές, δύο εκφράσεις και ένα παίγνιο, το Μυίας ἐγκώμιον.
Το ιδιαίτερο στον Λουκιανό, αυτό που τον κάνει να ξεχωρίζει, είναι το μοναδικό σατιρικό του χάρισμα. Η δηκτική και ειρωνική του διάθεση, η ικανότητά του να επινοεί και να παρουσιάζει κωμικές καταστάσεις, η ευστοχία του λόγου του - όλα τον τοποθετούν δίπλα στους μεγάλους κωμικούς της ελληνικής αρχαιότητας, τον Αριστοφάνη, τον Μένανδρο και τον Μένιππο, που άλλωστε τους χρωστούσε πολλά.
Ο Λουκιανός δεν άφησε τίποτα να μην το ειρωνευτεί, τίποτα που να μην το σατιρίσει με επιτυχία.
Στηλίτευσε μια σειρά από ανθρώπινους τύπους, π.χ. τον ἀπαίδευτον καὶ πολλὰ βιβλία ὠνούμενον, τον μισάνθρωπο, και τους τσαρλατάνους που τα χρόνια εκείνα δρούσαν ως θαυματοποιοί με θεϊκές τάχα δυνάμεις, όπως ο Ἀλέξανδρος ἢ ψευδόμαντις, που τριγύριζε με ένα πελώριο αλλά ήμερο φίδι κάνοντας «γητειές και μαγγανείες, μαδώντας τους πλούσιους…»(6).
Δε δίστασε να διασύρει τους θεούς, π.χ. στο Θεῶν ἐκκλησία, στο Ζεὺς ἐλεγχόμενος και στο Ζεὺς τραγῳδός, όπου οι θεοί φοβούνται ότι οι φιλόσοφοι θα καταφέρουν τελικά να αποδείξουν την ανυπαρξία τους. Εδώ ανήκουν και οι Θεῶν διάλογοι και οι Ἐνάλιοι (θαλασσινοί) διάλογοι, όπου συζητώντας ανοιχτά μεταξύ τους θεοί και θεές αποκαλύπτουν όλες τους τις αδυναμίες, και όχι μόνο.
Ο Λουκιανός αγαπούσε πολύ το διαλογικό είδος, που το χειριζόταν έτσι ώστε να προσεγγίζει πότε τον φιλοσοφικό διάλογο και πότε την κωμωδία. Στη δεύτερη περίπτωση ανήκουν, δίπλα στους θεϊκούς, οι περίφημοι Νεκρικοὶ διάλογοι, όπου κάτω στον Άδη οι νεκροί βρίσκονται απογυμνωμένοι από κάθε εξουσία και πλούτο, και οι ηθογραφικοί Ἑταιρικοὶ διάλογοι, όπου συζητούν και φανερώνουν τα μυστικά τους αθηναίες εταίρες της Κλασικής εποχής. Αντίθετα, τους φιλοσοφικούς διάλογους προσεγγίζουν μερικά από τα τελευταία του έργα, π.χ. ο Ἑρμότιμος, ο Εὐνοῦχος και το Περὶ ὀρχήσεως, όπου παρουσιάζεται να παίρνει μέρος και ο ίδιος ο Λουκιανός, με το εξελληνισμένο του όνομα Λυκίνος.
Η σάτιρα κορυφώνεται όταν άμεσα ή έμμεσα ο Λουκιανός στρέφεται εναντίον του εαυτού του και των ομοίων του.
Όπως φαίνεται από έργα σαν το Δὶς κατηγορούμενος, το Νιγρίνος κ.ά. οι σχέσεις του με τη φιλοσοφία, όπου θα μπορούσε εύκολα να ενταχτεί στους σκεπτικούς, δεν ήταν καθόλου εχθρικές· και όμως, κανείς δε διακωμώδησε τόσο τις φιλοσοφικές θεωρίες και τους εκπροσώπους τους όσο εκείνος: στο Συμπόσιον ἢ Λαπίθαι, π.χ., οι φιλόσοφοι διαφωνούν και, μεθυσμένοι, πιάνονται στα χέρια· στο Δραπέται η ίδια η Φιλοσοφία καταγγέλλει στον Δία ότι πολλοί σφετερίζονται τον τίτλο του φιλοσόφου ενώ «η ζωή τους είναι βρωμερή, γεμάτη αμάθεια, θράσος και αδιαντροπιά» (4)· και στο Βίων πρᾶσις φιλόσοφοι των διαφόρων σχολών διαφημίζουν και βγάζουν στο σφυρί τον ἄριστον βίον, όπως τον δίδασκε καθένας τους, αλλά δε βρίσκουν όλοι αγοραστές.
Παρόμοια, αττικιστής ο Λουκιανός, αλλά δεν παράλειψε να διακωμωδήσει στον Λεξιφάνη, στον Σολοικιστή και στον Ψευδολογιστή τις αττικιστικές υπερβολές· ρήτορας ο ίδιος, δήλωσε ότι απαρνήθηκε τη ρητορική τέχνη (Δὶς κατηγορούμενος) και την ευτέλισε στο Ρητόρων διδάσκαλος, όπου, αν και θαυμαστής της κλασικής αρχαιότητας, δε δίστασε να ειρωνευτεί τις μεγάλες της δόξες συστήνοντας στον μαθητευόμενο ρήτορα να λέει και να ξαναλέει «για τον Μαραθώνα και για τον Κυνέγειρο, που χωρίς αυτούς δε γίνεται ομιλία, […] για τον ουρανό που σκεπάστηκε από τα περσικά βέλη, τον Ξέρξη που το ᾽βαλε στα πόδια, τον Λεωνίδα…» (18).
Σάτιρα και φαντασία ξεχειλίζουν στα αφηγηματικά Ἀληθῆ διηγήματα, όπου ο Λουκιανός παρωδεί τα εξωτικά, γεμάτα περιπέτειες ταξίδια των μυθιστοριογράφων: αφού δηλώσει ότι ἓν […] τοῦτο ἀληθεύσω λέγων ὅτι ψεύδομαι, ο Λουκιανός περιγράφει ένα ουτοπικό ταξίδι όπου με τους συντρόφους του επισκέφτηκε πλήθος παράδοξα νησιά στον ουρανό, το Τυρονήσι, το Φελλονήσι, το Νησί των ονείρων κ.ά.
Με το όνομά του σώζονται και 53 επιγράμματα, τα περισσότερα σατιρικά, αλλά ίσως όχι όλα δικά του.
 
Από τα πολλά ψευδεπίγραφα που αποδίδονται στον Λουκιανό, ενώ τα είχαν γράψει άλλοι, νεότεροι συγγραφείς, ξεχωρίζουμε: (α) το θρησκειολογικά εξαιρετικά ενδιαφέρον Περὶ τῆς Συρίης θεοῦ, γραμμένο ιωνικά με τον τρόπο του Ηροδότου, (β) δύο σύντομες (παρα)τραγωδίες με πρωταγωνίστρια την Ποδάγρα, την αρρώστια που βασανίζει τους καλοφαγάδες, και (γ) το Λούκιος ἢ ὄνος, με την ιστορία ενός νέου που θεσσαλές μάγισσες τον μεταμόρφωσαν κατά λάθος σε γάιδαρο και είδε κι έπαθε να ξαναβρεί την ανθρώπινη μορφή του. Το τελευταίο αυτό πιστεύουμε ότι αποτελεί απόσπασμα από το χαμένο έργο Μεταμορφώσεις που έγραψε ένας σύγχρονος με το Λουκιανό συγγραφέας, ο Λούκιος (;) από την Πάτρα.
Ρήτορας με έντονα φιλοσοφικά ενδιαφέροντα ήταν ο Μάξιμος από την Τύρο (περ. 125-185 μ.Χ.). Σώθηκαν 41 διαλέξεις του, όπου συζητά «αν οι στρατιώτες ή οι γεωργοί είναι χρησιμότεροι για την πολιτεία, αν είναι τέχνη η αρετή, αν η ηδονή είναι σταθερό και μόνιμο αγαθό» και άλλα ανάλογα θέματα λαϊκής φιλοσοφίας. Ο Μάξιμος ήταν πλατωνιστής, αλλά είχε υιοθετήσει και δοξασίες από άλλες σχολές. Έγραψε στην αττική διάλεκτο, με ύφος απλό και παραστατικό, όπως ταιριάζει όταν ο λόγος απευθύνεται σε ανθρώπους με ενδιαφέροντα αλλά χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις. Ορισμένες διαλέξεις παραδίδεται ότι εκφωνήθηκαν στη Ρώμη, στα χρόνια του Κόμμοδου, και αυτό είναι το μόνο σταθερό στοιχείο που έχουμε για τη ζωή του.

ΟΙ ΦΙΛΟΣΤΡΑΤΟΙ (2ος και 3ος μ.Χ. αι.)

Στην οικογένεια των Φιλόστρατων, που είχε την καταγωγή της στη Λήμνο, ανήκουν συνολικά τέσσερις συγγραφείς· και καθώς οι πληροφορίες που έχουμε είναι αόριστες και αντιφατικές, χρειάστηκαν φιλολογικές έρευνες για να διαπιστωθεί ποιος ήταν και τι έγραψε καθένας τους.
Πρώτος ήταν ο Φιλόστρατος γιος του Βέρου, που παραδίδεται ότι ζούσε στην Αθήνα ως δραματικός ποιητής, σοφιστής και συγγραφέας ενός έργου Περὶ κωμῳδίας - όλα αμφίβολα.
Γιος του ήταν ο Φλάβιος Φιλόστρατος (περ. 170-245 μ.Χ.), που σπούδασε στην Αθήνα και την Έφεσο, διακρίθηκε ως σοφιστής, ταξίδεψε και έγινε δεκτός στην αυλή του Σεπτίμιου Σεβήρου στη Ρώμη. Εκεί τον εκτίμησε και τον κράτησε στο στενό περιβάλλον της η αυτοκράτειρα Ιουλία Δόμνα, που είχε έντονα πνευματικά ενδιαφέροντα. Με δική της εντολή ο Φιλόστρατος έγραψε Τὰ εἰς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον: μυθιστορηματική βιογραφία ενός ταξιδευτή νεοπυθαγόρειου φιλόσοφου του 1ου μ.Χ. αιώνα, που ο θρύλος τον ήθελε πάνσοφο και θαυματουργό. Αργότερα, μετά τον θάνατο της Ιουλίας Δόμνας, ο Φιλόστρατος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ως ρητοροδιδάσκαλος και συνέχισε το συγγραφικό του έργο.
Πολύτιμο μας είναι το έργο του Βίοι σοφιστῶν: 60 πάνω κάτω βιογραφίες σοφιστών που έδρασαν από τον 5ο π.Χ. αιώνα ως τις μέρες του. Στην εισαγωγή ο Φιλόστρατος ξεχωρίζει την αρχαία σοφιστική, που άρχισε με τον Γοργία τον Λεοντίνο, από τη δεύτερη σοφιστική, που κατά τη γνώμη του ξεκίνησε με τον Αισχίνη τον ρήτορα στη Ρόδο.
Στον Φλάβιο Φιλόστρατο ανήκουν ακόμα (α) ο Ἡρωικός, όπου το φάντασμα του Πρωτεσίλαου, ήρωα που λατρευόταν ακόμα στην Τρωάδα, αποκαλύπτει σε έναν αμπελουργό όλες τις αλήθειες για τον Τρωικό πόλεμο·[237] (β) ο Περὶ γυμναστικῆς, όπου καταγράφονται πληροφορίες για τα διάφορα αγωνίσματα, τη σωστή προπόνηση και δίαιτα των αθλητών, και καυτηριάζονται τα σύγχρονα (τότε!) εκφυλιστικά φαινόμενα: π.χ. η χρηματική παρανομία, «το να αγοράζουν οι αθλητές και να πουλούν τις νίκες» (45)· (γ) οι Εἰκόνες: εκφράσεις, δηλαδή αναλυτικές περιγραφές μιας σειράς από ζωγραφικούς πίνακες με ποικίλα θέματα (Φαέθων, Βόσπορος, Σάτυροι, Θηρευταί κ.ά.π.), που ο Φιλόστρατος ισχυρίζεται ότι τους είδε συγκεντρωμένους σε μια πινακοθήκη, αλλά οι φιλόλογοι έχουν κάθε λόγο να υποψιάζονται ότι είναι φανταστικοί· (δ) ορισμένες επιστολές, οι περισσότερες ερωτικές σε ανύπαρκτα πρόσωπα.
Ο τρίτος Φιλόστρατος με την επωνυμία ο Λήμνιος (3ος μ.Χ. αι.), παραδίδεται πως ήταν επιτυχημένος σοφιστής και συγγραφέας· όμως το μόνο δικό του που μπορούμε σήμερα να διαβάσουμε είναι μια επιστολή σχετική με την τέχνη της επιστολογραφίας.
Τελευταίος Φιλόστρατος, ο νεότερος, εγγονός του Φλάβιου, έγραψε και αυτός Εἰκόνες, ακολουθώντας, όπως σημειώνει, το παράδειγμα του παππού του, που είχε περιγράψει τα ζωγραφικά έργα λίαν ἀττικῶς.
 
Στους σοφιστές της δεύτερης σοφιστικής περιλαμβάνει ο Φλάβιος Φιλόστρατος και τον Ερμογένη από την Ταρσό της Κιλικίας (περ. 160-225 μ.Χ.), που ως νεαρός ρήτορας είχε μεγάλες επιτυχίες αλλά γρήγορα παραιτήθηκε από κάθε δημόσια επίδειξη και ασχολήθηκε μόνο με τη ρητορική θεωρία. Τα έργα του, όπως και οι περισσότερες ρητορικές τέχνες που γράφτηκαν στα ελληνορωμαϊκά χρόνια, προορίζονταν για τη διδασκαλία της ρητορικής στα σχολεία.
Στα ρητορικά είδη που ακμάζουν την Ελληνορωμαϊκή εποχή είδαμε να περιλαμβάνεται και η επιστολογραφία.[238] Δε μιλούμε βέβαια για ιδιωτικά γράμματα που απευθύνονταν με συγκεκριμένη αφορμή σε συγκεκριμένο αποδέκτη και έτυχε να σωθούν, αλλά για γράμματα που γράφτηκαν εξαρχής για να εκδοθούν - και βέβαια είναι εξαιρετικά προσεγμένα. Εκτός από το περιεχόμενο και τη λογοτεχνική τους υπόσταση, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ταυτότητα τόσο του αποστολέα όσο και του αποδέκτη τους.
Από την πλευρά του αποστολέα ξεχωρίζουμε: (α) επιστολές που υπογράφονται από τον πραγματικό συγγραφέα τους, όπως οι επιστολές του Ισοκράτη, και (β) επιστολές νόθες ή ψευδεπίγραφες, όπου ο συγγραφέας προσποιείται ότι το γράμμα το έγραψε είτε κάποιο επώνυμο ιστορικό πρόσωπο, π.χ. ο Σωκράτης ή ο Ιπποκράτης, είτε κάποιος ανώνυμος αγρότης, ψαράς, εταίρα κλπ.
Από την πλευρά του αποδέκτη ξεχωρίζουμε (α) επιστολές που απευθύνονται σε συγκεκριμένα επώνυμα πρόσωπα, όπως οι επιστολές του Αίλιου Αριστείδη στους αυτοκράτορες, και (β) επιστολές που ο αποδέκτης τους είναι πρόσωπο φανταστικό, όπως στις ερωτικές επιστολές του Φλαβίου Φιλόστρατου. Περιττό να σημειώσουμε ότι στα ψευδεπίγραφα γράμματα συμβαίνει συχνά φανταστικά πρόσωπα να είναι και ο αποστολέας και ο αποδέκτης. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στις περισσότερες επιστολές του Αλκίφρονα.
Από τον Αλκίφρονα, που έζησε τον 2ο μ.Χ. αιώνα, σώζονται Ἁλιευτικαὶ ἐπιστολαί, όπου π.χ. ο Εύδιος γράφει στον Φιλόσκαφο να του διηγηθεί μια μικρή θαλασσινή περιπέτεια· Γεωργικαὶ ἐπιστολαί, όπου π.χ. ο Αμπελίων γράφει στον Εύεργο να του περιγράψει πώς με τον χιονιά έπιασε στην ξόβεργα τσίχλες και κοτσύφια·[239] Ἑταιρικαὶ ἐπιστολαί, όπου π.χ. η Φιλουμένη γράφει στον Κρίτωνα ζητώντας του πενήντα χρυσά, αλλιώς να μην την ενοχλήσει· και Ἐπιστολαὶ παρασίτων, όπου π.χ. ο Τραπεζολείκτης γράφει στον Ψιχοδιαλέκτη να του πει πόσο λυπήθηκε μαθαίνοντας ότι σε κάποιο συμπόσιο τον είχαν ξυλοφορτώσει. Οι τίτλοι, τα πλαστά ονόματα και οι διηγήσεις που παραθέσαμε δε φτάνουν να φανερώσουν την απίθανη ποικιλία των επιστολών, που η μία με την άλλη συνθέτουν μιαν ολοζώντανη ρεαλιστική εικόνα της Αθήνας της Κλασικής εποχής - γιατί σε αυτό τον χώρο και σε αυτό τον χρόνο τοποθέτησε ο αττικιστής Αλκίφρων όλα του τα γράμματα.[240]
------------------
234 Μιλώντας για έναν τέτοιο ρήτορα, τον Αδριανό από την Τύρο (2ος μ.Χ. αι.), ο Φλάβιος Φιλόστρατος γράφει πως είχε γοητέψει τη Ρώμη τόσο «ώστε να θέλουν να τον ακούσουν και όσοι δε γνώριζαν την ελληνική γλώσσα. Τον άκουγαν σαν αηδόνι μελωδικό, θαυμάζοντας την όψη και την ευγλωττία του, την ευλυγισία της φωνής και τους κουβεντιαστούς και τραγουδιστούς ρυθμούς του» (Βίοι σοφιστών 2.10).
235 Στο σώμα των έργων του διασώζονται τρεις ακόμα λόγοι, όχι δικοί του αλλά του μαθητή του Φαβορίνου, που ακολουθούσε τους ασιανούς ρητορικούς τρόπους.
236 Ο Νιγρίνος δε μας είναι γνωστός παρά μόνο από την Πρὸς Νιγρῖνον επιστολή και τη διατριβή Νιγρίνου φιλοσοφία του Λουκιανού.
237 Στα λεγόμενά του ο Πρωτεσίλαος περισσότερο συμπληρώνει και διαψεύδει παρά επιβεβαιώνει την Ιλιάδα. Ωστόσο, κάποια στιγμή βεβαιώνει ότι ο Όμηρος «την ήξερε την αλήθεια, αλλά πολλά τα άλλαξε για να εξυπηρετήσει το ποιητικό σχέδιο που είχε στον νου του» (728)!
238 Θυμίζουμε ότι επιστολές μάς έχουν σωθεί και από παλαιότερες εποχές, άλλες ανεξάρτητες, όπως οι επιστολές του Πλάτωνα και του Ισοκράτη, άλλες ενταγμένες σε μεγαλύτερα έργα όπως η Ιστορία του Ηρόδοτου. Ωστόσο, μόνο τώρα, στα ελληνορωμαϊκά χρόνια, η επιστολογραφία καλλιεργήθηκε συστηματικά, στο πλαίσιο της ρητορικής ως ξεχωριστό είδος.
239 Παρόμοιες επιστολές έγραψε και ο κάπως νεότερος Κλαύδιος Αιλιανός.
240 Λίγο μόνο ξεφεύγουν από το χρονολογικό πλαίσιο τα γράμματα που υποτίθεται αντάλλαξαν ο Μένανδρος και η αγαπημένη του Γλυκέρα, τότε που ο Πτολεμαίος είχε προσκαλέσει τον κωμωδιογράφο στην Αλεξάνδρεια - και βέβαια ο Μένανδρος προτίμησε να μείνει στην Αθήνα.
 
 Ιστοριογραφία
 
«Είναι πολύ μεγάλο κακό να μην ξέρει κανείς να ξεχωρίζει την ιστορία από την ποίηση και να εισάγει στην ιστορία τα στολίδια της ποίησης: τον μύθο, το εγκώμιο και τις υπερβολές τους.»
Λουκιανός, Πῶς δεῖ ἱστορίαν συγγράφειν 8

Ο Λουκιανός επισημαίνει και καταδικάζει, με το δίκιο του, ένα γενικότερο φαινόμενο που εμφανίζεται ήδη στο βιογραφικό έργο του Πλουτάρχου: επιχειρώντας να ερμηνεύσουν και να νομιμοποιήσουν τη ρωμαϊκή κυριαρχία, προσπαθώντας να παρουσιάσουν σε ευνοϊκό φως τα γεγονότα της εποχής και θέλοντας να κολακέψουν τους πρωταγωνιστές τους, οι ιστορικοί της Ελληνορωμαϊκής εποχής παράβλεπαν συχνά το χρέος τους προς την αλήθεια, υιοθετούσαν, αν δεν έπλαθαν, μύθους και αναλύονταν σε υπερβολικούς επαίνους.
Σημαντικός έλληνας ιστορικός στο ξεκίνημα των ελληνορωμαϊκών χρόνων ήταν ο Νικόλαος από τη Δαμασκό (1ος π.Χ./1ος μ.Χ. αι.) σύμβουλος και διπλωματικός εκπρόσωπος του Ηρώδη του Μεγάλου, βασιλιά της Ιουδαίας. Συνεχίζοντας την παράδοση του Διόδωρου ο Νικόλαος θέλησε στο έργο του Ἱστορίαι, έργο-ποταμό, να καταγράψει την κοινή ιστορία όλων των λαών, ανατολικών και δυτικών, από τις πρώτες αρχές ως και τις μέρες του. Από τα 144 βιβλία δε σώζονται παρά λιγοστά αποσπάσματα ενσωματωμένα στα έργα νεότερων ιστορικών, όπως του Ιώσηπου και του Αππιανού, που τον αντιγράψαν. Χαμένα είναι και τα υπόλοιπα (εθνογραφικά, βιογραφικά και φιλοσοφικά) έργα του, όπως χαμένες είναι και οι τραγωδίες και οι κωμωδίες που παραδίδεται ότι είχε γράψει.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ (1ος π.Χ./1ος μ.Χ. αι.)

Ο Διονύσιος από την Αλικαρνασσό, που τον γνωρίσαμε και ως κήρυκα του αττικισμού, δημοσίευσε και ιστορικό έργο με τίτλο Ρωμαϊκὴ ἀρχαιολογία, όπου παρουσίαζε την ιστορία της Ρώμης από τις αρχές ως τον πρώτο Καρχηδονιακό πόλεμο, αφετηρία της ιστορίας του Πολύβιου. Τα πρώτα έντεκα βιβλία έχουν σωθεί αυτούσια· από τα υπόλοιπα εννιά έχουμε μόνο επιτομές και αποσπάσματα.
Ο Διονύσιος ξεκινά από την πεποίθηση ότι και στα πολεμικά και στα ειρηνικά έργα η ρωμαϊκή ηγεμονία ξεπερνά κάθε προηγούμενη, και υπόσχεται να δείξει (α) ότι οι οικιστές της Ρώμης δεν ήταν κάποιοι «ανέστιοι και πλάνητες βάρβαροι», όπως λέγεται, αλλά Έλληνες από τους καλύτερους, και (β) ότι το μεγαλείο της δεν το χρωστά στην τύχη, όπως ισχυρίστηκαν άλλοι «κακοηθέστατοι» ιστορικοί, αλλά «στην ευσέβεια και τη δικαιοσύνη» των κατοίκων της (1.4). Για το πρώτο στηρίχτηκε σε μύθους, για το δεύτερο στην ικανότητά του να ωραιοποιεί τα δεδομένα της ρωμαϊκής ιστορίας.
Πηγές του ήταν οι προγενέστεροι έλληνες και ρωμαίοι ιστορικοί και χρονογράφοι, γλώσσα του φυσικά η αττική διάλεκτος, πρότυπα ύφους οι ρήτορες των κλασικών χρόνων, αλλά βέβαια το αποτέλεσμα, όπως θα το περιμέναμε, είναι πολύ μέτριο.
 
Ο Φλάβιος Ιώσηπος (περ. 37-100 μ.Χ.) ήταν Ιουδαίος, γεννημένος από ιερατική οικογένεια στην Ιερουσαλήμ. Στην εβραϊκή εξέγερση πολέμησε τους Ρωμαίους από ηγετική θέση· πιάστηκε όμως αιχμάλωτος (69 μ.Χ.), κέρδισε στη Ρώμη την εύνοια του Βεσπασιανού, απελευθερώθηκε, παρακολούθησε από το ρωμαϊκό στρατόπεδο την πολιορκία και την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και τελικά εγκαταστάθηκε στη Ρώμη ως συγγραφέας και ευνοούμενος των αυτοκρατόρων. Την περιγράφει ο ίδιος τη δράση του (κάπως αόριστα και συγκαλυμμένα) πρώτα στο έργο του Ἱστορία ἰουδαϊκοῦ πολέμου πρὸς Ρωμαίους, ύστερα και στην αυτοβιογραφία που δημοσίευσε με τον τίτλο Ἰωσήπου βίος σε μια προσπάθεια να αποδείξει με κάθε μέσο την αφοσίωσή του στη Ρώμη. Τα υπόλοιπα έργα του, η Ἰουδαϊκὴ ἀρχαιολογία, με κύρια πηγή την Παλαιά Διαθήκη, και το Περὶ ἀρχαιότητος τῶν Ἰουδαίων στόχο έχουν να παρουσιάσουν στο μορφωμένο κοινό της αυτοκρατορίας την πανάρχαιη εβραϊκή ιστορική και πολιτισμική παράδοση.
Μητρική του γλώσσα ήταν τα αραμαϊκά, και σε αυτήν έγραφε τα έργα του πριν τα μεταφράσει, όχι χωρίς συνεργάτες, στα ελληνικά. Έτσι ο λόγος του, παρ᾽ όλο τον αττικισμό και το φροντισμένο ρητορικό ύφος, δεν παύει να προδίνει την ξενική του προέλευση.
Ο Αππιανός από την Αλεξάνδρεια (περ. 90-165 μ.Χ.) ανακηρύχτηκε ρωμαίος πολίτης από τον αυτοκράτορα Αδριανό και σταδιοδρόμησε ως δημόσιος λειτουργός στη Ρώμη. Το έργο του Ρωμαϊκά, γραμμένο στην Κοινή χωρίς ιδιαίτερες λογοτεχνικές απαιτήσεις, αποτελεί εξιστόρηση της ρωμαϊκής ιστορίας από τα μυθικά χρόνια ως τις μέρες του. Σε γενικές γραμμές η αφήγηση ακολουθεί τη χρονολογική τάξη· όμως οδηγός στην οικονομία της ύλης είναι και τα διάφορα έθνη που παρουσιάζονται ένα ένα με τη σειρά της υποταγής τους στους Ρωμαίους. Οι περισσότερες πηγές του Αππιανού ήταν λατινικές, και βέβαια ο θαυμασμός του για τη Ρώμη απεριόριστος.

ΑΡΡΙΑΝΟΣ (περ. 95-175 μ.Χ.)

Ο Φλάβιος Αρριανός, από τη Νικομήδεια της Βιθυνίας, σπούδασε πρώτα στην Αθήνα, ύστερα στη Νικόπολη, όπου μαθήτεψε στον Επίκτητο, γοητεύτηκε από τη φιλοσοφία του και την κατάγραψε σε δύο έργα με τίτλο Ἐπικτήτου διατριβαί και Ἐγχειρίδιον. Στη συνέχεια, ακολουθώντας την οικογενειακή του παράδοση, υπηρέτησε σε κρατικές θέσεις, συνδέθηκε φιλικά με τον αυτοκράτορα Αδριανό και τοποθετήθηκε πληρεξούσιος διοικητής της Καππαδοκίας - μεγάλη θέση. Αν και σημείωσε επιτυχίες, ιδιαίτερα στο στρατιωτικό πεδίο, όπου αναχαίτισε τους Αλανούς, εισβολείς από τον Καύκασο, σε λίγα χρόνια αποσύρθηκε, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και αφοσιώθηκε στη συγγραφή.
Από τα έργα που σχετίζονται με τη δράση του δύο, ο Περίπλους Εὐξείνου Πόντου και η Τέχνη τακτική, σώθηκαν ολόκληρα· από ένα τρίτο, την Ἀλανική, μόνο ένα απόσπασμα. Από τα έργα της ύστερης συγγραφικής περιόδου έχουν χαθεί τρεις βιογραφίες[241] και τρία μεγάλα ιστορικά έργα, τα Βιθυνιακά, τα Παρθικά και τα Μετ᾽ Ἀλέξανδρον· σώθηκαν όμως ο Κυνηγετικός, που συμπληρώνει τα Κυνηγετικά του Ξενοφώντα, η Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις, που ιστορεί την εκστρατεία του Μεγαλέξανδρου, και η Ἰνδική, έργο εθνογραφικό, γραμμένο σε ιωνική διάλεκτο κατά το πρότυπο του Ηρόδοτου.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη παρατηρητικότητα για να διαπιστώσουμε πόσα βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία συνδέουν τον Αρριανό με τον Ξενοφώντα: όπως ο Ξενοφών, έτσι και ο Αρριανός μαθήτεψε σε ένα φιλόσοφο και κατάγραψε τις απόψεις του δασκάλου του· όπως ο Ξενοφών, έτσι και ο Αρριανός πολέμησε από ηγετική θέση στη Μικρασία· όπως ο Ξενοφών, έτσι και ο Αρριανός αποσύρθηκε νωρίς από τη δράση και αφοσιώθηκε στη συγγραφή· η Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις του Αρριανού αντιστοιχεί ως τίτλος στην Κύρου ἀνάβασις του Ξενοφώντα και ο Κυνηγετικός στα Κυνηγετικά. Οι ομοιότητες, θεληματικές και αθέλητες, είναι πραγματικά μεγάλες.
Σύγχρονος σχεδόν με τον Αρριανό ο Λουκιανός είχε διαπιστώσει ότι τα χρόνια εκείνα «δεν έμεινε άνθρωπος να μη συγγράφει ιστορία· όλοι μάς γίναν Θουκυδίδηδες και Ηρόδοτοι και Ξενοφώντες»[242] - σωστά! Όμως ας μην αδικήσουμε έναν ιστορικό που ήξερε να διαλέγει τις πηγές του, που διασταύρωνε τις πληροφορίες του και που, ιδιαίτερα στην Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις, μας έδωσε μιαν αξιόπιστη αφήγηση της εκστρατείας - αντικειμενική, όπου προσπάθησε βέβαια να δικαιολογήσει, όχι όμως και να αποκρύψει τις σκοτεινές πλευρές του Μεγαλέξανδρου. Όσο για τη συνειδητή μίμηση του Ξενοφώντα, αυτή τον βοήθησε να ακολουθήσει τον μέσο δρόμο και να διαμορφώσει έναν αττικό λόγο απλό, στρωτό και ευκολονόητο.
 
Ο Δίων Κάσσιος (περ. 163-235 μ.Χ.), συμπατριώτης και συγγενής του Δίωνα του Χρυσόστομου, γεννήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας. Σπούδασε στη Ρώμη και ακολουθώντας, όπως ο Αρριανός, την οικογενειακή του παράδοση, υπηρέτησε στη ρωμαϊκή διοίκηση, συνδέθηκε με τους αυτοκράτορες και έφτασε στα ύπατα αξιώματα. Ήταν πια γέρος όταν αποσύρθηκε στην πατρίδα του για να συνεχίσει το συγγραφικό του έργο. Θαυμαστής και αυτός της Ρώμης, έγραψε την ιστορία της από τις αρχές ως το 229 μ.Χ. Η Ρωμαϊκὴ ιστορία, που για να τη γράψει μας λέει ο ίδιος ότι χρειάστηκε είκοσι χρόνια, είχε 80 βιβλία, απ᾽ όπου μας σώθηκαν 24 ολόκληρα, 2 αποσπασματικά και τα υπόλοιπα σε σύνοψη. Οι περισσότερες πηγές του ήταν λατινικές, πρότυπά του στη γλώσσα και στο ύφος ο Θουκυδίδης και ο Δημοσθένης, αλλά το αποτέλεσμα, αν εξαιρέσουμε την εξιστόρηση των γεγονότων που είχε ζήσει ο ίδιος από κοντά, δεν ικανοποιεί.
Από τη Βιθυνία φαίνεται να καταγόταν και ο Ηρωδιανός (2ος/3ος μ.Χ. αι.), συγγραφέας ενός έργου με τίτλο Τῆς μετὰ Μάρκον βασιλείας ἱστορίαι, που καλύπτει την περίοδο από τον θάνατο του Μάρκου Αυρηλίου ως την ενθρόνιση του Γορδιανού (180-238 μ.Χ.). Ο Ηρωδιανός δήλωσε ότι ἐν βασιλικαῖς ἢ δημοσίαις ὑπηρεσίαις γενόμενος κατάγραψε γεγονότα που είδε και άκουσε ο ίδιος (1.2.5), και έδωσε στην αφήγησή του τη μορφή μιας σειράς από βιογραφίες όπου οι πληροφορίες για τη δράση των αυτοκρατόρων συνδυάζονται με κριτικές παρατηρήσεις για τη μόρφωση και τον χαρακτήρα τους. Αν και οι ιστορικοί έχουν επισημάνει πολλές απροσεξίες και ανακρίβειες, αν και οι φιλόλογοι δεν ενθουσιάζονται με τη γλώσσα της[243] και τον ρητορισμό της, η ιστορία του Ηρωδιανού είναι πολύτιμη, ας είναι και μόνο γιατί παρουσιάζει πρόσωπα και πράγματα μιας κινημένης εποχής, όταν στον θρόνο ανεβοκατέβαιναν αυτοκράτορες ασήμαντοι που άλλο έργο δε σώθηκε να μας τους γνωρίσει.
Ο Δέξιππος (3ος π.Χ. αι.) ήταν Αθηναίος, κατά καιρούς ιερέας, άρχων βασιλεύς, άρχων επώνυμος, στρατηγός και σωτήρας της Αθήνας, όταν την απείλησαν γερμανοί επιδρομείς. Έργα του (α) η Χρονικὴ ἱστορία, παγκόσμια, από τις αρχές ως τα χρόνια του, (β) τα Σκυθικά, για τις επιδρομές των βαρβάρων, και (γ) Τὰ μετ᾽ Ἀλέξανδρον, που έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι αποτελούσαν επιτομή του ομώνυμου έργου του Αρριανού - όλα, εκτός από λίγα αποσπάσματα, χαμένα.
Τον 3ο μ.Χ. αιώνα, ένας άγνωστός μας συγγραφέας που τον ονομάζουμε Ψευδοκαλλισθένη (θα δούμε γιατί) αποφάσισε να συνθέσει και να καταγράψει σε συνεχή διήγηση τους ποικίλους θρύλους για τον Μεγαλέξανδρο που κυκλοφορούσαν σε ολόκληρη την αυτοκρατορία και που οι ρίζες τους έφταναν πίσω στα πρώτα αλεξανδρινά χρόνια. Έτσι δημιουργήθηκε η Διήγησις τοῦ Ἀλεξάνδρου, που με διάφορους τίτλους και σε πολλές παραλλαγές και μεταφράσεις κυκλοφορούσε χειρόγραφα στα βυζαντινά χρόνια, ώσπου αργότερα να τυπωθεί και να γίνει λαϊκό ανάγνωσμα, η λεγόμενη Φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου. Η Διήγησις (όπου ο Μεγαλέξανδρος παρουσιάζεται να έχει κατακτήσει, κοντά στα άλλα, τη Σικελία και να συζητά με τους ινδούς γυμνοσοφιστές) αποδόθηκε στον Καλλισθένη, τον ιστορικό του Μεγαλέξανδρου, χωρίς βέβαια να είναι δική του. Αν την αναφέρουμε εδώ είναι γιατί αποτελεί ταιριαστό σύνδεσμο ανάμεσα στην ιστορία και το μυθιστόρημα.
--------
241 Ο Αρριανός είχε βιογραφήσει τον κορίνθιο στρατηγό Τιμολέοντα, που είχε δράσει στη Σικελία, τον Δίωνα, τύραννο των Συρακουσών, και έναν άγνωστό μας ληστή, τον Τιλλόροβο.
242 Πῶς δεῖ ἱστορίαν συγγράφειν 2.
243 Αναρωτιέται κανείς διαβάζοντας αν ο Ηρωδιανός, που είχε πρότυπό του τον Θουκυδίδη, ξεκίνησε να γράψει στην αττική διάλεκτο με προσμείξεις από την Κοινή, ή στην Κοινή με προσμείξεις από την αττική διάλεκτο.
 
Μυθιστόρημα
 
Καινούριο ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος, το μυθιστόρημα[244] πιστεύουμε ότι σχηματίστηκε προς το τέλος του 2ου και τις αρχές του 1ου π.Χ. αιώνα για να ικανοποιήσει ως αφήγημα τις ανάγκες ενός όλο και μεγαλύτερου αναγνωστικού κοινού. Όμως από τα πρώτα αλεξανδρινά μυθιστορηματικά έργα (π.χ. από το φανταστικό ταξίδι στα νησιά του Ισημερινού, όπως το είχε περιγράψει ο Ιάμβουλος από τη Συρία, και από την ερωτική ιστορία του Νίνου και της Σεμίραμης στα παλάτια της Βαβυλώνας, όπως τη διηγόταν ένας άγνωστός μας συγγραφέας) δε σώθηκαν παρά αποσπάσματα.
Αν επιχειρούσαμε να ορίσουμε το μυθιστόρημα ως λογοτεχνικό είδος, θα λέγαμε ότι αποτελεί μακρόπνοη διήγηση όπου τα πρόσωπα, οι τόποι και τα γεγονότα μπορεί ή να είναι όλα τελείως φανταστικά, ή να είναι άλλα φανταστικά άλλα πραγματικά πρόσωπα, γεγονότα και τόποι που ο συγγραφέας τα συσχετίζει και τα παρουσιάζει με περισσότερη ή λιγότερη ελευθερία. Το μυθιστόρημα, όπως από την αρχή παρουσιάστηκε, είναι εξαιρετικά σύνθετο είδος: μέσα του συνδυάζονται στοιχεία από το έπος, την τραγωδία και την κωμωδία, την ερωτική ποίηση, την ιστορία, τη βιογραφία, τη ρητορεία, την εθνογραφία, τις ταξιδιωτικές περιγραφές κ.ά.
Η τυπική για τα μυθιστορήματα υπόθεση έχει ως αφετηρία έναν κεραυνοβόλο και αμοιβαίο έρωτα, που όμως δεν ευοδώνεται, καθώς από κακή τύχη (ναυάγιο, αρπαγή, πειρατεία κ.τ.ό.) ο νέος και η κόρη βρίσκονται ο ένας μακριά από τον άλλον. Ακολουθούν πλήθος περιπέτειες, δοκιμασίες, κίνδυνοι, αγώνες και αγωνίες, ώσπου με τη βοήθεια των θεών η δύναμη της αγάπης τους και η πίστη τους ανταμείβονται: ξαναβρίσκονται, αναγνωρίζονται και ολοκληρώνουν τον έρωτά τους. Κατά κανόνα τα ονόματά τους συνθέτουν τον τίτλο του μυθιστορήματος.
Στον 1ο μ.Χ. αιώνα ανήκουν Τὰ περὶ Χαιρέαν καὶ Καλλιρρόην του Χαρίτωνα από την Αφροδισιάδα της Καρίας. Το μυθιστόρημα τοποθετείται στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου. Η Καλλιρρόη είναι τάχα κόρη του γνωστού μας Ερμοκράτη, στρατηγού των Συρακούσιων, και ο Χαιρέας γιος ενός πολιτικού αντιπάλου του - αλλά βέβαια ολόκληρη η υπόθεση, όπου παρεμβαίνουν ο Έρωτας, η Αφροδίτη και η Τύχη, είναι φανταστική.
Προς το τέλος του 1ου μ.Χ. αιώνα φαίνεται να έχουν γραφτεί Τὰ κατ᾽ Ἄνθειαν καὶ Ἁβροκόμην ἐφεσιακά του Ξενοφώντα από την Έφεσο, ένα τυπικό στην υπόθεσή του μυθιστόρημα, όπου μέσα του συναντούμε αφομοιωμένα θέματα γνωστά μας από την τραγωδία: ο γιδοβοσκός, π.χ., που του δίνουν την Άνθεια γυναίκα, αλλά δεν την αγγίζει γιατί σέβεται την προτέραν εὐγένειαν, συμπεριφέρεται ακριβώς όπως ο χωρικός σύζυγος της Ηλέκτρας στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη.
Περιθωριακό ήταν το θέμα του έρωτα στο ταξιδιωτικό μυθιστόρημα του Αντώνιου Διογένη (1ος/2ος μ.Χ. αι.) Τὰ ὑπὲρ Θούλην[245] ἄπιστα, που μας σώθηκε σε περίληψη. Με αλλεπάλληλες περιπέτειες, συναντήσεις, διηγήσεις και αναδιηγήσεις ο Αντώνιος είχε καταφέρει σε 24 βιβλία να καταγράψει όλα τα απίστευτα που οι ήρωες του είδαν και έζησαν στις περιπλανήσεις τους όχι μόνο στη Μεσόγειο και στην Ευρώπη αλλά και στις θάλασσες του Βορρά, ακόμα και στο φεγγάρι. Δίκαια το μυθιστόρημα θεωρήθηκε υπόδειγμα τερατολογίας, και ο Λουκιανός δεν έχασε την ευκαιρία να το παρωδήσει.
Μόνο σε περίληψη μας σώζονται τα Βαβυλωνιακά του Ιάμβλιχου από τη Συρία, που έζησε προς τα τέλη του 2ου μ.Χ. αιώνα. Η υπόθεση τοποθετείται στη Μεσοποταμία, όπου ο κακός βασιλιάς της Βαβυλώνας θέλει να παντρευτεί την όμορφη Σινωνίδα, που ωστόσο αγαπά τον Ροδάνη. Έτσι αρχίζουν μια σειρά από περιπέτειες, στην ξηρά και στα ποτάμια τούτη τη φορά, όπου συνεργούν αγριομέλισσες, κοράκια, μαγικά φίλτρα, θαυματουργές ιάσεις, χρυσάφια και φαντάσματα - στοιχεία που πολύ θυμίζουν ανατολίτικα παραμύθια.
Σύγχρονος του Ιάμβλιχου ήταν ο Αχιλλέας Τάτιος από την Αλεξάνδρεια, που έγραψε ένα από τα πιο γνωστά στον καιρό του μυθιστορήματα, Τὰ κατὰ Λευκίπην καὶ Κλειτοφῶντα. Η υπόθεση δεν παρουσιάζει πρωτοτυπία· διαφορετικός είναι όμως ο τρόπος της αφήγησης: ο συγγραφέας έχει τάχα φτάσει στη Σιδώνα της Φοινίκης, στον ναό της Αστάρτης, όπου θαυμάζει, και περιγράφει αναλυτικά, ένα ζωγραφικό πίνακα με την αρπαγή της Ευρώπης. Εκεί γνωρίζει έναν όμορφο νέο, τον Κλειτοφώντα, που του διηγείται ολόκληρο το μυθιστόρημα. Αυτός ο έμμεσος τρόπος αφήγησης, η έκφραση της εικόνας και πολλά ακόμα στοιχεία στο μυθιστόρημα του Αχιλλέα Τάτιου μαρτυρούν τη συγγένεια που φυσικό ήταν να υπάρχει ανάμεσα στα μυθιστορήματα και στα έργα της δεύτερης σοφιστικής.
Στα κατὰ Λευκίππην καὶ Κλειτοφῶντα οι ήρωες δεν ήταν εξαρχής υποδειγματικοί εραστές· οι περιπέτειες ήταν που βάθυναν τον έρωτα και στέριωσαν την πίστη τους. Αντίθετα, στο μυθιστόρημα Τὰ κατὰ Δάφνιν καὶ Χλόην του Λόγγου από τη Λέσβο (2ος/3ος μ.Χ. αι.) ο δεκαπεντάχρονος βοσκός και η δεκατριάχρονη βοσκοπούλα είναι, στο ειδυλλιακό περιβάλλον της Μυτιλήνης όπου ζουν, πέρα για πέρα αυθόρμητοι, απλοί και απονήρευτοι. Αυτή τους την αθωότητα διατηρούν, και αυτή τους προστατεύει σε ολόκληρη τη διήγηση, ώσπου ύστερα από πολλές περιπέτειες να σμίξουνε ξανά και να ευτυχήσουν.

ΗΛΙΟΔΩΡΟΥ ΑΙΘΙΟΠΙΚΑ

Το διασημότερο μυθιστόρημα των ελληνορωμαϊκών χρόνων ήταν, δίκαια, τα Αἰθιοπικά του Ηλιόδωρου από την Έμεσα της Φοινίκης (3ος/4ος μ.Χ. αι.). Πρωταγωνίστρια η Χαρίκλεια, κόρη του βασιλικού ζεύγους της Αιθιοπίας, που όμως είχε γεννηθεί λευκή και η μητέρα της την έστειλε να μεγαλώσει στους Δελφούς. Εκεί γνώρισε τον Θεσσαλό αθλητή Θεαγένη, απόγονο τάχα του Αχιλλέα, τον αγάπησε, φύγαν μαζί για την Αιθιοπία, αλλά τους έπιασαν ληστές στις εκβολές του Νείλου. Εδώ, στη μέση της υπόθεσης, αρχίζει το μυθιστόρημα, που συνεχίζεται με χίλιες μύριες περιπέτειες, ώσπου η Χαρίκλεια να αναγνωριστεί από τους γονείς της, να παντρευτεί τον αγαπημένο της και να ανακηρυχτούν και οι δύο ιερείς του Απόλλωνα Ηλίου.
Αυτή η απροσδόκητη ιεροσύνη, η επιμονή του συγγραφέα να συζητά θέματα θεϊκής πρόνοιας και δικαιοσύνης, η αναμφισβήτητη ορθοφροσύνη και ευσέβεια όχι μόνο των πρωταγωνιστών αλλά και άλλων προσώπων - όλα τοποθετούν τα Αἰθιοπικά σε ένα χαρακτηριστικό για την εποχή τους κλίμα βαθιάς θρησκευτικότητας. Δεν απορούμε όταν νεότεροι συγγραφείς υποστήριξαν ότι ο Ηλιόδωρος έγινε αργότερα χριστιανός, και μάλιστα επίσκοπος.
Αναμφισβήτητα, ο Ηλιόδωρος είχε ταλέντο: επινόησε την πλοκή, ταχτοποίησε την ύλη, ζωντάνεψε τα πρόσωπα, δημιούργησε δραματικές καταστάσεις - όλα με αξιοπρόσεχτη αφηγηματική μαστοριά. Είναι πραγματικά κρίμα που η αττικιστική γλώσσα και το συνακόλουθο επίπλαστο ύφος εμείωναν την αξία ενός έργου που ωστόσο η επιτυχία του και η επίδρασή του ήταν για πολλούς αιώνες μεγάλη.
----------------
244 Η ονομασία είναι νεότερη, αλλά παραπέμπει στον αρχαιοελληνικό όρο μυθιστορία.
245 Η Θούλη των Αρχαίων ταυτίζεται πότε με την Ισλανδία, πότε με τη Νορβηγία.
 
Άλλοι πεζογράφοι
 
Από την Ελληνορωμαϊκή εποχή σώζονται και μια ολόκληρη σειρά από έργα που είναι δύσκολο να ενταχτούν σε κάποιο από τα γνωστά μας λογοτεχνικά είδη.

ΔΙΚΤΗΣ ΚΑΙ ΔΑΡΗΣ (1ος μ.Χ. αι.)

Μπορεί να είναι σύμπτωση, αλλά μέσα στον ίδιο αιώνα βρέθηκαν δύο συγγραφείς που αποφάσισαν να διορθώσουν τον Όμηρο, επινοώντας και εκδίδοντας τα ημερολόγια που είχαν τάχα κρατήσει πολεμιστές του Τρωικού πολέμου - και σώθηκαν!
Η Ἐφημερὶς τοῦ τρωικοῦ πολέμου υποτίθεται ότι είναι έργο ενός Δίκτη από την Κνωσό, που είχε τάχα ακολουθήσει στην Τροία τον Ιδομενέα και σημείωνε στο ημερολόγιό του τα γεγονότα όπως τα ζούσε στο ελληνικό στρατόπεδο.
Παρόμοια, η Ιστορία του χαλασμού της Τροίας αποδόθηκε σε κάποιο Δάρη από τη Φρυγία, που και αυτός κρατούσε τάχα πολεμικό ημερολόγιο και σημείωνε τα γεγονότα όπως τα έβλεπε μέσα από την πολιορκημένη Τροία. Οι καταγραφές του είχαν τόση ακρίβεια ώστε να μας πληροφορούν ότι στον Τρωικό πόλεμο χάθηκαν 886.000 ψυχές από την πλευρά των Ελλήνων και 676.000 από τη μεριά των Τρώων!
Και τα δύο έργα πρωτογράφτηκαν στα ελληνικά· δεν ήταν όμως γνωστά παρά μόνο από τις λατινικές μεταφράσεις τους, ώσπου ένα παπυρικό εύρημα, δημοσιευμένο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, μας έσωσε τρεις πάνω κάτω σελίδες από το πρωτότυπο της Ἐφημερίδος.
Οι άγνωστοί μας συγγραφείς ακολούθησαν τις τάσεις της εποχής τους: και τον Όμηρο επιχείρησαν στα ελληνορωμαϊκά χρόνια να τον διορθώσουν πολλοί, και παλιά χαμένα χειρόγραφα ισχυρίστηκαν ότι ανακάλυψαν άλλοι. Παράδοξο είναι μόνο ότι οι επινοημένες διηγήσεις του Δάρη και του Δίκτη θεωρήθηκαν από πολλούς αληθινές, ότι επηρέασαν τους βυζαντινούς ιστορικούς και διαμόρφωσαν, περισσότερο από τα ομηρικά έπη, τις μεσαιωνικές και νεότερες λογοτεχνικές παραλλαγές του Τρωικού πολέμου.
 
Τον Όμηρο θέλησε να ανασκευάσει και ο Πτολεμαίος Χέννος από την Αλεξάνδρεια (1ος/2ος μ.Χ. αι.) στο έπος του Ἀνθόμηρος, που έχει χαθεί, όπως χάθηκαν και άλλα του έργα. Στα χέρια μας έφτασαν μόνο αποσπάσματα από το Καινὴ ἱστορία, όπου ο Πτολεμαίος είχε συγκεντρώσει και καταγράψει ποικίλο υλικό: αίτια, σπάνιες μυθολογικές παραλλαγές και λογής λογής παράδοξα.
Σύγχρονος του Πτολεμαίου Χέννου ήταν ο Φλέγων από τις Τράλλεις της Μικρασίας, έμπιστος δούλος και στη συνέχεια απελεύθερος του Αδριανού. Τα μεγάλα του συγγράμματα για την τοπογραφία της Ρώμης, για τη γεωγραφία της Σικελίας, για τις ρωμαϊκές γιορτές και για τους Ολυμπιακούς αγώνες έχουν χαθεί. Σώθηκε μόνο το έργο του Περὶ μακροβίων καὶ θαυμασίων, όπου βρίσκουμε συγκεντρωμένες ιστορίες για φαντάσματα, για αλλαγές φύλου, για ανώμαλες γεννήσεις κ.τ.ό., και έναν μακρύ κατάλογο των ανθρώπων που έζησαν από εκατό χρόνια και πάνω. Τον τελευταίο, ένα δούλο που είχε φτάσει στα 136 χρόνια, ο Φλέγων μαρτυρεί πως τον είδε με τα μάτια του όταν τον έφεραν να τον παρουσιάσουν στον Αδριανό.
Τον 1ο ή τον 2ο μ.Χ. αιώνα υποθέτουμε ότι γράφτηκε η ψευδεπίγραφη Ἀπολλοδώρου Βιβλιοθήκη, ένα εγχειρίδιο μυθολογίας που σίγουρα δεν ανήκει στον γνωστό μας Απολλόδωρο τον γραμματικό από την Αθήνα. Το έργο δεν περιέχει πρωτότυπες πληροφορίες· δεν παύει όμως να αποτελεί την πληρέστερη συστηματική έκθεση της ελληνικής μυθολογίας που διαθέτουμε.

ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ Ο ΠΕΡΙΗΓΗΤΗΣ (2ος μ.Χ. αι.)

Το μόνο που ξέρουμε για τον Παυσανία τον περιηγητή είναι ότι ταξίδεψε πολύ: στη Μικρασία, στην Ιταλία, στη Συρία, στην Αίγυπτο και στην Ελλάδα. Ταξιδιωτικό είναι και το μοναδικό έργο που σώθηκε με το όνομά του, η Ἑλλάδος περιήγησις.
Περιοδεύοντας την Ελλάδα ο Παυσανίας φρόντιζε να σημειώνει τις διαδρομές, να μαζεύει ιστορικές και μυθολογικές πληροφορίες για τα μέρη που επισκεπτόταν και πάνω απ᾽ όλα να περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τα αρχιτεκτονικά μνημεία, τους ναούς, τα αγάλματα και όσα άλλα αξιοθέατα συναντούσε. Η Ἑλλάδος περιήγησις χωρίζεται σε δέκα βιβλία, που ανάλογα με το περιεχόμενό τους ονομάστηκαν Ἀττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Μεσσηνιακά, Ἠλειακά (2 βιβλία), Ἀχαϊκά, Ἀρκαδικά, Βοιωτικά και Φωκικά.
Δεν ξέρουμε ως ποιο σημείο ο περιηγητής πέτυχε τον στόχο του, να καθοδηγεί και να κατατοπίζει νεότερους ταξιδιώτες· όμως για μας η περιγραφή των τόπων και των μνημείων της Ελλάδας από έναν προσεκτικό και αξιόπιστο επισκέπτη του 2ου μ.Χ. αιώνα είναι εξαιρετικά πολύτιμη. Ο Παυσανίας είδε με τα μάτια του και περιγράφει το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία στην Ολυμπία, έργο του Φειδία, την Ποικίλη στοά της Αθήνας με τους ανδριάντες και τη ζωγραφική της διακόσμηση, τη Λέσχη των Κνιδίων στους Δελφούς, με την άλωση της Τροίας όπως την είχε αποδώσει ο Πολύγνωτος, και πλήθος ακόμα σημαντικά έργα που αργότερα καταστράφηκαν.
 
Στους αυτοκράτορες Μάρκο Αυρήλιο και Λούκιο Βέρο αφιέρωσε ο Πολύαινος από τη Μακεδονία (2ος μ.Χ. αι.) το έργο του Στρατηγικά.[246] Με επιμέλεια αλλά χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις και εκφραστική επάρκεια ο Πολύαινος συγκέντρωσε και κατάγραψε τα πολεμικά τεχνάσματα (στρατηγήματα) που βρήκε να περιγράφουν στα έργα τους συγγραφείς όπως ο ιστορικός Έφορος, ο Πλούταρχος κ.ά. Δεν ήταν σπάνια τα χρόνια εκείνα αυτή η, πολυσυλλεκτική ας την ονομάσουμε, συγγραφική μέθοδος που θα δούμε στη συνέχεια να την εφαρμόζουν ο Κλαύδιος Αιλιανός και ο Αθηναίος.
Διαφορετικά ενδιαφέροντα είχε ο Αρτεμίδωρος από τη Δάλδη της Λυδίας (2ος μ.Χ. αι.), που ασχολήθηκε με τη μαντική σε διάφορες μορφές της. Τα Οἰωνοσκοπικά και τα Χειρομαντικά του έχουν χαθεί· σώθηκαν όμως τα Ὀνειροκριτικά του, όπου π.χ. διαβάζουμε ότι για τους σοφιστές, όταν ονειρεύονται ότι μπαίνουν μυρμήγκια στα αφτιά τους, το όνειρο είναι καλό, αλλά για τους άλλους το ίδιο όνειρο σημαίνει θάνατο.

ΚΛΑΥΔΙΟΣ ΑΙΛΙΑΝΟΣ (περ. 170-235 μ.Χ.)

Ο Αιλιανός ήταν Ρωμαίος από το Πραίνεστο· έμαθε όμως τόσο καλά τα ελληνικά της Κλασικής εποχής ώστε κατά τους βιογράφους του να «αττικίζει σαν τους Αθηναίους από τα Μεσόγεια». Άλλωστε, την αττική διάλεκτο προτίμησε και στα συγγράμματά του.
Στο Περὶ ζῴων ἰδιότητος βρίσκουμε καταγραμμένες πλήθος πληροφορίες για τα ζώα, για την τροφή και τα ζευγαρώματα, για τις συνήθειες και τις παραξενιές τους - φυσικά όλα από δεύτερο χέρι. Δείγμα: «Τα μυρμήγκια δεν κοιτούν ψηλά στον ουρανό, ούτε μπορούν να μετρήσουν τις μέρες με τα δάχτυλα· έχουν όμως από τη φύση ένα παράδοξο χάρισμα: την πρωτομηνιά μένουν στη φωλιά τους μέσα· δε βγαίνουν από την τρύπα τους, μόνο στέκουν ακίνητα» (1.22).
Παρόμοια, και στο έργο του Ποικίλη ἱστορία ο Αιλιανός είχε συγκεντρώσει από τη μια φυσιογνωστικές πάλι πληροφορίες και παράδοξα, από την άλλη ιστορικά και παραϊστορικά ανέκδοτα. Δείγμα: «Η Ολυμπιάδα έστειλε στην Ευρυδίκη, κόρη του Φιλίππου [από ξένη γυναίκα], κώνειο, θηλιά και ξίφος· και αυτή προτίμησε τη θηλιά» (13.36).
Από τα άλλα του έργα, τα φιλοσοφικά Περὶ θείων ἐνεργειῶν και Περὶ προνοίας έχουν χαθεί· σώθηκαν όμως είκοσι χαριτωμένες Ἀγροικικαὶ ἐπιστολαί, όπου οι χωρικοί εμπιστεύονται ο ένας στον άλλον χαρές και λύπες της αγροτικής τους ζωής και τις ερωτικές τους περιπέτειες.
 
Ο Αθήναιος από τη Ναύκρατη της Αιγύπτου (2ος/3ος μ.Χ. αι.) μας άφησε ένα μεγάλο και βαρετό αλλά εξαιρετικά πολύτιμο έργο με τον τίτλο Δειπνοσοφισταί. Ακολουθώντας το πρότυπο του Πλάτωνα, του Ξενοφώντα κ.ά., ο Αθήναιος περιγράφει ένα υποθετικό συμπόσιο όπου πήραν μέρος τριάντα γνωστοί και άγνωστοι σοφοί (ποιητές, μουσικοί, νομικοί, φιλόσοφοι, γραμματικοί σαν τον Κειτούκειτο, γιατροί σαν τον Γαληνό κ.ά.), και μεταφέρει τάχα τις συζητήσεις τους. Τα θέματα είναι ποικίλα: η μουσική, τα ζώα και τα φυτά, τα στεφάνια, τα αρώματα, οι εταίρες, οι χοροί, κλπ. κλπ.· πιο πολύ όμως οι σοφοί συζητούν για τις τροφές, π.χ. για το ψωμί, τα θαλασσινά και τα σύκα, και για τα ποτά - το κρασί πάνω απ᾽ όλα. Μνημονεύουν τα είδη και τις ονομασίες τους, τα μαγειρέματα και τις ιδιότητές τους και θυμούνται να απαγγείλουν πάμπολλα ποιητικά ή άλλα κείμενα όπου μνημονεύονται. Ο Αθήναιος πρέπει όχι μόνο να πέρασε χρόνια μελετώντας στην αλεξανδρινή βιβλιοθήκη, αλλά και να αποδελτίωσε τα χωρία και τις πληροφορίες που τον ενδιαφέραν. Ότι στη συνέχεια περιορίστηκε στο να συνδέει χαλαρά και να παραθέτει αράδα τα δελτία του, αδικεί το έργο· δε μειώνει όμως την αξία που έχουν για μας τα παραθέματα, καθώς πολλά προέρχονται από χαμένα έργα και συγγραφείς που χωρίς την επιμέλεια του Αθήναιου θα μας ήταν άγνωστοι.
Εξαιρετικά πολύτιμες μας είναι και οι πληροφορίες που συγκέντρωσε ο Διογένης Λαέρτιος[247] (3ος/4ος μ.Χ. αι.) στο έργο του Φιλοσόφων βίων καὶ δογμάτων συναγωγή. Αντλώντας από άγνωστές μας πηγές ο Διογένης κατάγραψε πλήθος βιογραφικά στοιχεία, θεωρίες, αποφθέγματα και ανέκδοτα των φιλοσόφων, ξεκινώντας με τους προσωκρατικούς και τους Επτά σοφούς και καταλήγοντας στον Επίκουρο, που του αφιέρωσε ολόκληρο το δέκατο και τελευταίο βιβλίο. Ιδιαίτερα χρήσιμοι είναι οι κατάλογοι των έργων των φιλοσόφων, αλλά και όσα κακόβουλα και κοροϊδευτικά κυκλοφορούσαν εναντίον τους - και ο Λαέρτιος δεν παράλειψε να τα θησαυρίσει.
------------
246 Από τα ελληνορωμαϊκά χρόνια μάς σώθηκαν δύο ακόμα συγγράμματα για την πολεμική τέχνη: ο Στρατηγικός του Ονάσανδρου (1ος μ.Χ. αι.) για τους ηγέτες, και η Τακτικὴ θεωρία του Αιλιανού (1ος/2ος μ.Χ. αι.) για την οπλιτική φάλαγγα - και τα δύο κοινότοπα, ερασιτεχνικά, με στοιχεία από δεύτερο χέρι.
247 Δεν ξέρουμε αν η προσωνυμία Λαέρτιος είναι πατρωνυμικό, ή αν δηλώνει την καταγωγή του από την πόλη Λαέρτης της Κιλικίας.
 
Φιλοσοφία
 
Η Αθήνα εξακολούθησε και στα ελληνορωμαϊκά χρόνια να αποτελεί κέντρο φιλοσοφικών σπουδών και ο ρόλος της ενισχύθηκε, όταν το 176 μ.Χ. ο αυτοκράτορας και φιλόσοφος Μάρκος Αυρήλιος φρόντισε να ιδρυθούν στην Αθήνα τέσσερις φιλοσοφικές έδρες, από μία για την Ακαδημία, τον Περίπατο, τη Στοά και τους επικούρειους - όχι φυσικά για τους σκεπτικούς, που αμφισβητούσαν τα πάντα.
Οι διάφορες φιλοσοφικές σχολές ή κατευθύνσεις εξακολούθησαν να υπάρχουν, με τους εκπροσώπους τους να διδάσκουν, να ερμηνεύουν, να συμπληρώνουν αν όχι και να προάγουν τη σκέψη του ιδρυτή της σχολής και των διαδόχων του. Ωστόσο, ήδη από τα τελευταία ελληνιστικά χρόνια οι φιλόσοφοι είχαν αρχίσει να παραμερίζουν τις διαφορές τους και να συγκλίνουν, φαινόμενο που τώρα, στην Ελληνορωμαϊκή εποχή, γενικεύτηκε: οι οπαδοί μιας σχολής δε δίσταζαν να υιοθετούν ιδέες από άλλες κατευθύνσεις, και η φιλοσοφική σκέψη έτεινε να ενοποιηθεί σε ένα και μόνο σύστημα, εκλεκτικό.
Μην ξεχνούμε ότι στα ελληνορωμαϊκά χρόνια δίπλα στη φιλοσοφία αναπτυσσόταν μια νέα θρησκεία, ο χριστιανισμός, που η αποκαλυπτική διδασκαλία του δεν έλυνε μόνο τα ηθικά προβλήματα και υπαγόρευε έναν ενάρετο τρόπο ζωής, αλλά ακόμα ικανοποιούσε τις μεταφυσικές ανάγκες των πιστών και ξάνοιγε προοπτικές για μια καλύτερη μεταθανάτια ζωή στο υπερπέραν.
Υποχρεωμένη να τον συναγωνιστεί, η φιλοσοφία φυσικό ήταν να δώσει και αυτή έμφαση στις υπερβατικές και μυστηριακές της όψεις. Έτσι, για ένα διάστημα άνθισε πάλι ο πυθαγορισμός· έτσι, στο φιλοσοφικό πεδίο κυριάρχησε τελικά ο νεοπλατωνισμός, που είχε αφομοιώσει πλήθος στοιχεία από άλλες σχολές και παρουσίαζε έντονα μεταφυσικές και μυστικιστικές τάσεις. 

Η ΕΚΔΟΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (30 π.Χ.)

Σταθμό στο κατώφλι της Ελληνορωμαϊκής εποχής αποτέλεσε η έκδοση των έργων του Αριστοτέλη από τον Ανδρόνικο. Όπως ήταν φυσικό, η έκδοση, όπου για πρώτη φορά η αριστοτελική φιλοσοφία παρουσιαζόταν σε όλη της την έκταση και ως ολοκληρωμένο σύστημα (που δεν ήταν, έδωσε στο Λύκειο νέα ζωή - και απασχόληση.
Οι αριστοτελικές πραγματείες ήταν συνοπτικές και δυσνόητες τόσο στο περιεχόμενο όσο και στη γλώσσα. Έτσι, στις δεκαετίες που ακολούθησαν την έκδοση, μια ολόκληρη σειρά από περιπατητικούς φιλοσόφους ασχολήθηκαν με το να μελετήσουν, να σχολιάσουν, να ερμηνέψουν και να παραφράσουν τα αριστοτελικά έργα, που χωρίς τη φροντίδα τους θα εξακολουθούσαν να μένουν άγνωστα.
Πρώτος ο ίδιος ο Ανδρόνικος από τη Ρόδο ενσωμάτωσε στην έκδοση μια δική του εισαγωγή και πρόσθεσε τη βιογραφία του Αριστοτέλη, έναν κατάλογο των έργων του και ορισμένα σχόλια. Ακολούθησαν ο μαθητής του Βόηθος από τη Σιδώνα, που σχολίασε τα Φυσικά, τις Κατηγορίες και τα Ἀναλυτικὰ πρότερα, ο Ξέναρχος από τη Σελεύκεια, που αν και περιπατητικός διαφωνούσε με βασικές αριστοτελικές θέσεις, ο Νικόλαος από τη Δαμασκό, που τον γνωρίσαμε και ως ιστορικό κ.ά. Κοινό τους γνώρισμα η τάση να εισάγουν στην αριστοτελική φιλοσοφία, όπως την ερμήνευαν, στοιχεία από την ακαδημαϊκή και στωική θεωρία.
 
Σημαντικό πνευματικό κέντρο ήταν από τα ελληνιστικά χρόνια, και διατηρήθηκε στην Ελληνορωμαϊκή εποχή, και η Αλεξάνδρεια. Εκεί, όπου η ιουδαϊκή παροικία ήταν, θυμίζουμε, η μεγαλύτερη μετά την ελληνική, πραγματοποιήθηκε, τέλος του 1ου π.Χ. και αρχές του 1ου μ.Χ. αιώνα, μια σημαντική, προχριστιανική, προσέγγιση του ιουδαϊσμού με την ελληνική φιλοσοφία.

ΦΙΛΩΝ Ο ΙΟΥΔΑΙΟΣ (1ος π.Χ/1ος μ.Χ. αι.)

Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια από οικογένεια που ήταν οικονομικά ανεξάρτητη, πολιτικά ισχυρή και γλωσσικά εξελληνισμένη, τόσο ώστε ο Φίλων να μη γνωρίζει καν τα εβραϊκά και να συγγράφει τα θεολογικά και φιλοσοφικά του έργα στην Κοινή. Το μόνο που ξέρουμε για τη ζωή του είναι ότι επισκέφτηκε την Ιερουσαλήμ και τη Ρώμη, όπου το 40 μ.Χ. υπερασπίστηκε ως διπλωματικός αποσταλμένος τα συμφέροντα των Ιουδαίων της Αλεξάνδρειας.
Αφετηρία του είχε πάντα την Παλαιά Διαθήκη, όπως τη γνώριζε από τη μετάφραση των Εβδομήκοντα, και η προσήλωσή του στην ιουδαϊκή πνευματική παράδοση έστεκε ακλόνητη. Ωστόσο, ο ίδιος έδωσε σε δύο από τα έργα του, στον Ἀλέξανδρον και στο Περὶ προνοίας, τη χαρακτηριστικά πλατωνική διαλογική μορφή και δε δίστασε, ερμηνεύοντας τα ιουδαϊκά ιερά κείμενα, να χρησιμοποιήσει ελληνικούς τρόπους προσέγγισης, όπως στο Νόμων ἱερῶν ἀλληγορίαι, και να υιοθετήσει ελληνικές, στωικές ή άλλες ιδέες, όπως στο Περὶ τὸ πάντα σπουδαῖον εἶναι ἐλεύθερον.
Από τα πάμπολλα έργα του, άλλα, όπως το Περὶ βίου Μωυσέως, διασώθηκαν αυτούσια· άλλα, όπως ορισμένα υπομνήματα στην Πεντάτευχο, σε αρμενική μετάφραση· άλλα, όπως η Ἀπολογία ὑπὲρ Ἰουδαίων, δε μας είναι γνωστά παρά από αποσπάσματα που παράθεσαν στα συγγράμματά τους νεότεροι χριστιανοί συγγραφείς.
 
Ο Απολλώνιος από τα Τύανα της Κιλικίας (1ος μ.Χ. αι.) ταξίδεψε απ᾽ άκρη σ᾽ άκρη την αυτοκρατορία κηρύσσοντας τον πυθαγόρειο τρόπο ζωής: την ευσέβεια, την προσευχή, τη λιτότητα, τη χορτοφαγία, τη σεξουαλική εγκράτεια κ.τ.ό. Ο ίδιος δεν έχουμε λόγο να πιστέψουμε πως ήταν απατεώνας, όπως τον χαρακτήρισε, πάντα κακόγλωσσος, ο Λουκιανός. Σίγουρα όμως δεν είχε τα υπερφυσικά χαρίσματα που του απόδιδαν οι οπαδοί του, όταν υποστήριζαν ότι μπορούσε να συνομιλεί με τα ζώα, να διώχνει τα δαιμόνια, να ανασταίνει νεκρούς και, φυλακισμένος, να λύνει τα δεσμά του. Η φήμη του έμεινε ζωντανή και τον 2ο μ.Χ. αιώνα η αυτοκράτειρα Ιουλία Δόμνα ανάθεσε στον Φλάβιο Φιλόστρατο να συγγράψει Τὰ εἰς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον, βιογραφικό έργο όπου τα ιστορικά δεδομένα φυσικό ήταν να έχουν υποχωρήσει μπροστά στον κυρίαρχο θρύλο. Από τα δικά του έργα το Τελευταὶ ἢ περὶ θυσιῶν και το Περὶ τοῦ πυθαγορικοῦ βίου έχουν χαθεί. Σώθηκαν όμως 77 επιστολές, ανάμεσά τους και μερικές που δεν αποκλείεται να τις έχει γράψει ο ίδιος.
Ο Απολλώνιος δεν ήταν ο μόνος που κήρυξε με επιτυχία την πυθαγόρεια φιλοσοφία. Οι μυστικιστικές-θεολογικές διαστάσεις της διδασκαλίας του Πυθαγόρα φυσικό ήταν να έχουν απήχηση σε μια κοινωνία που αναζητούσε μεταφυσικά στηρίγματα. Έτσι, δεν απορούμε όταν στα ελληνορωμαϊκά χρόνια κυκλοφορούσαν ευρύτατα, άγνωστο πότε και από ποιον γραμμένα, τα Χρυσᾶ ἔπη (αποφθέγματα) του Πυθαγόρα, ή όταν ορισμένοι (νεο)πυθαγόρειοι φιλόσοφοι,[248] συνδυάζοντας στα έργα τους την πυθαγόρεια με την πλατωνική θεωρία, άνοιξαν δρόμους προς τον νεοπλατωνισμό.
Η στωική φιλοσοφία αντιπροσωπεύτηκε τον 1ο μ.Χ. αιώνα με μια ομάδα από φιλοσόφους που όλοι τους, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, κινήθηκαν στα πεδία της αλληγορίας. Ο Κορνούτος από τη Λέπτη της Λιβύης ερμήνευσε το ελληνικό θεολογικό σύστημα ταυτίζοντας τον Δία με την ψυχή, την Ήρα με τον αέρα, την Αθηνά με τη σοφία κλπ.· ο ψευδεπίγραφος Κέβητος Θηβαίου Πίναξ, δεν ανήκει βέβαια στον Κέβη τον σωκρατικό αλλά σε έναν για μας ανώνυμο φιλόσοφο που θέλησε, ερμηνεύοντας μιαν ολοφάνερα φανταστική, αλληγορική εικόνα, να συστήσει τον στωικό δρόμο προς την ευδαιμονία, όπου κανείς δε φτάνει με την ψευδοπαιδείαν της μουσικής, της αριθμητικής, της ρητορικής κλπ., αλλά μόνο με την εγκράτεια, την καρτερία και τις άλλες ηθικές αρετές· στα χέρια μας έφτασε και το Ὁμηρικαὶ ἀλληγορίαι του Ηράκλειτου από τον Πόντο (;), όπου π.χ. υποστηρίζεται ότι τα βέλη του Απόλλωνα στην αρχή της Ιλιάδας άλλο δεν είναι από τις ακτίνες του ήλιου, που προκαλούν επιδημίες και ξηρασία.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ (περ. 50-138 μ.Χ.)

Γεννήθηκε δούλος στην Ιεράπολη της Φρυγίας, αλλά είχε την τύχη να υπηρετήσει στη Ρώμη έναν εξαιρετικά πλούσιο και μορφωμένο απελεύθερο, τον Επαφρόδιτο, που του έδωσε την άνεση να μαθητέψει στον στωικό φιλόσοφο Μουσώνιο Ρούφο[249] και αργότερα τον απελευθέρωσε. Διδάσκοντας πια ο ίδιος, ο Επίκτητος έμεινε στη Ρώμη ως τη χρονιά που ο Δομιτιανός εξόρισε όλους τους φιλοσόφους (89 μ.Χ.). Διωγμένος από την Ιταλία, εγκαταστάθηκε στη Νικόπολη της Ηπείρου, όπου συνέχισε να διδάσκει με μεγάλη επιτυχία ως τον θάνατό του.
Ο ίδιος δεν έγραψε τίποτα· είχε όμως μαθητή τον γνωστό μας ιστορικό Φλάβιο Αρριανό, που με επιμέλεια κατάγραψε κατά λέξη, στην Κοινή, όπως ακούγονταν, τα μαθήματά του (Περὶ ἀταραξίας, Πῶς φέρειν δεῖ τὰς νόσους, Πρὸς επικούρειους καὶ ἀκαδημαϊκούς κλπ.), και τα δημοσίευσε με τον τίτλο Διατριβαί. Από τα οκτώ βιβλία των Διατριβῶν έχουν σωθεί τα τέσσερα, και ένα ξεχωριστό βιβλίο, το Ἐγχειρίδιον, όπου πάλι ο Αρριανός είχε συνοψίσει την ηθική διδασκαλία του δασκάλου του. Η φιλοσοφία του Επίκτητου ήταν βασικά στωική, με στοιχεία κυνισμού. Απευθυνόταν στον μέσο άνθρωπο, συστήνοντάς του να πολεμήσει τα πάθη του με το λογικόν και να ακολουθήσει ελεύθερος την θείαν διοίκησιν.
 
Έχει σωστά παρατηρηθεί ότι στα ελληνορωμαϊκά χρόνια η Στοά είχε αναδείξει δύο εξαιρετικά σημαντικούς φιλόσοφους: ένα δούλο, τον Επίκτητο, και έναν αυτοκράτορα, τον Μάρκο Αυρήλιο, και, όπως ήταν φυσικό, καθένας τους μίλησε με τον δικό του τρόπο: ο Επίκτητος απευθυνόταν στους πολλούς, με λογικά επιχειρήματα· ο Μάρκος Αυρήλιος στον εαυτό του, με αφορισμούς.

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ (121-180 μ.Χ.)

Ἔνδον σκάπτε· ἔνδον ἡ πηγὴ τοῦ ἀγαθοῦ.[250]
Εἰς ἑαυτόν 7.59

Ο Μάρκος Αυρήλιος είχε μαθητέψει στον διάσημο ρωμαίο ρήτορα και ρητοροδιδάσκαλο Φρόντωνα και στον Ηρώδη τον Αττικό. Και οι δύο τον προόριζαν για ρήτορα, αλλά τελικά υπερίσχυσε η κλίση του προς τη φιλοσοφία. Ως αυτοκράτορας στάθηκε άτυχος: εξωτερικοί εχθροί και εσωτερικοί επαναστάτες τον υποχρέωσαν να περάσει τα περισσότερα από τα είκοσι χρόνια της εξουσίας του σε πολεμικές επιχειρήσεις.
Το έργο του Εἰς ἑαυτόν είναι ένα είδος ημερολόγιο όπου ο φιλόσοφος-αυτοκράτορας κατάγραφε με συντομία παρατηρήσεις (π.χ. «όσοι υμνήθηκαν πολύ έχουν ήδη παραδοθεί στη λήθη, και αυτοί που τους υμνούσαν έχουν από καιρό εξαφανιστεί», 7.6), αφοριστικές κρίσεις (π.χ. ὁ ἀδικῶν ἑαυτὸν ἀδικεῖ, ἑαυτὸν κακὸν ποιῶν, 9.4), συμβουλές και κατηγορικές προσταγές προς τον εαυτό του (π.χ. μὴ αἰσχύνου βοηθούμενος, 7.7).
Η φιλοσοφία του αντλεί πολλά από τον Ποσειδώνιο και τον Επίκτητο και εστιάζεται στην ηθική συμπεριφορά, συστήνοντας εσωτερική ελευθερία από τα πάθη, ηρεμία, μετριοπάθεια, πραότητα και ανοχή - αρετές που χαρακτήριζαν και τον ίδιο. Μόνο απέναντι στους χριστιανούς στάθηκε άτεγκτος· ίσως γιατί έβλεπε πόσο εύκολα η θρησκεία τους θα μπορούσε με την ηθική διδασκαλία της να υποκαταστήσει κάθε πρακτική φιλοσοφία.
 
Όπως θα το περιμέναμε, η σύγκλιση των φιλοσοφικών συστημάτων επηρέασε και την Ακαδημία, όπου οι φιλόσοφοι - ο Εύδωρος (1ος π.Χ./1ος μ.Χ. αι.), ο Γάιος (1ος/2ος μ.Χ. αι.), ο Αλβίνος (2ος μ.Χ. αι.) κ.ά. - από τη μια υιοθέτησαν και ενσωμάτωσαν στην πλατωνική θεωρία πυθαγορικές, περιπατητικές και στωικές ιδέες, από την άλλη προώθησαν με τις θέσεις τους τα μεταφυσικά και μυστικιστικά στοιχεία του πλατωνισμού, προετοιμάζοντας τη μετατροπή του στον έντονα θεολογικό νεοπλατωνισμό. Τελευταίος στη σειρά, ο Κέλσος (2ος μ.Χ. αι.) στο έργο του Ἀληθὴς λόγος τα έβαλε, μαντεύουμε γιατί, με τους χριστιανούς.

ΣΕΞΤΟΣ Ο ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (2ος μ.Χ. αι.)

Για τη ζωή του ξέρουμε μόνο ότι ήταν γιατρός, της εμπειρικής σχολής του Ηρόφιλου. Σώζονται όμως τα έργα του (α) Πυρρώνειοι ὑποτυπώσεις, μια σύνοψη των απόψεων του Πύρρωνα, ιδρυτή της σχολής των σκεπτικών, και (β) Σκεπτικά, που απαρτίζονται από πέντε βιβλία Πρὸς δογματικούς, δηλαδή εναντίον όλων των φιλοσόφων που πιστεύουν στην ακλόνητη ορθότητα της θεωρίας τους, και έξι βιβλία Πρὸς μαθηματικούς, δηλαδή εναντίον όλων όσων αγαπούν τη μάθηση, κατέχουν ή και διδάσκουν ένα συγκεκριμένο μάθημα: των γραμματικών, των ρητοροδιδασκάλων, των αστρονόμων, των φυσικών, των μαθηματικών με τη σημερινή έννοια, των μουσικών κλπ.
Σε όλους αυτούς ο Σέξτος καταφέρνει, εφαρμόζοντας με πολλή επιδεξιότητα την αρχή του Πύρρωνα ότι παντὶ λόγῳ λόγος ἀντίκειται, να αποδείξει όχι μόνο ότι όσα νομίζουν ότι γνωρίζουν είναι ανυπόστατα, αλλά και ότι κάθε τους προσπάθεια να γνωρίσουν κάτι βέβαιο και σωστό είναι εξαρχής μάταιη.
Εύστοχα παρατηρήθηκε ότι «κλονίζοντας [με τα επιχειρήματά τους] τις γνωστικές δυνατότητες του ορθολογισμού, οι εκπρόσωποι του σκεπτικισμού βοήθησαν, άθελά τους, να ανοίξει ο δρόμος για τον μυστικισμό.» (Α. Λέσκι)
 
Γύρω στα 200 μ.Χ. ένας εύπορος πολίτης στα Οινόανδα της Λυκίας, ο Διογένης, φανατικός οπαδός της φιλοσοφίας του Επίκουρου, καθόρισε μετά τον θάνατό του να κατασκευαστεί μια τεράστια επιγραφή (πάνω από 40 μέτρα μάκρος!) «για το καλό της πόλης και των ξένων που την επισκέπτονται». Η επιγραφή, που βρέθηκε κομματιασμένη και δημοσιεύτηκε από τους αρχαιολόγους, περιείχε τέσσερα δικά του συγγράμματα, αποφθέγματα και επιστολές - όλα στο πλαίσιο της επικούρειας φιλοσοφίας.
Σύγχρονος του Διογένη πρέπει να ήταν ο περιπατητικός Αριστοκλής από τη Μεσσήνη της Σικελίας, συγγραφέας ενός έργου Περὶ φιλοσοφίας, απ᾽ όπου μας σώζονται αποσπάσματα. Μαθητής του ήταν ο Αλέξανδρος από την Αφροδισιάδα της Κιλικίας (2ος/3ος μ.Χ. αι.), κάτοχος της έδρας του Περιπάτου που είχε ιδρύσει ο Μάρκος Αυρήλιος στην Αθήνα. Αποτελούσε βέβαια υπερβολή, όταν οι Βυζαντινοί τον ονόμαζαν δεύτερον Ἀριστοτέλη· όχι όμως και όταν τον χαρακτήριζαν ἐξηγητὴν κατ᾽ ἐξοχήν: τα ερμηνευτικά του υπομνήματα (στη Μεταφυσική, στα Αναλυτικά, στα Μετεωρολογικά κ.ά.) χαρακτηρίζονται από αυστηρή μέθοδο και σπάνια ευθυκρισία.
Το τελευταίο φιλοσοφικό κίνημα της ελληνικής αρχαιότητας, ο νεοπλατωνισμός, εμφανίστηκε και αναπτύχτηκε τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Τυπικά αποτελούσε τη συνέχεια του πλατωνισμού της Ακαδημίας, όπου είχαν στο μεταξύ αφομοιωθεί πλήθος πυθαγορικά, αριστοτελικά, στωικά κ.ά. στοιχεία. Ουσιαστικά όμως ο νεοπλατωνισμός εξελίχτηκε σε ένα πραγματικά καινούργιο κίνημα: με την ιδεοκρατία, με την υποτίμηση του αισθητού κόσμου και με την προβολή εννοιών όπως το απόλυτο, η ψυχική κάθαρση κ.τ.ό. ανταποκρίθηκε καλύτερα από κάθε άλλη φιλοσοφική διδασκαλία στις πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων της ύστερης Ελληνορωμαϊκής εποχής που αποζητούσαν μεταφυσική λύτρωση από την πραγματικότητα.
Πρωτοπόρος του νεοπλατωνισμού θεωρείται ο Αμμώνιος Σακκάς[251] από την Αλεξάνδρεια (2ος/3ος μ.Χ. αι.), που γεννήθηκε χριστιανός αλλά προτίμησε να γίνει εθνικός και φιλόσοφος. Ο Αμμώνιος δεν άφησε γραπτό έργο και η διδασκαλία του μας είναι άγνωστη. Είχε όμως, ως δάσκαλος της πλατωνικής φιλοσοφίας στην Αλεξάνδρεια, σημαντικούς μαθητές, ανάμεσά τους τον αναμφισβήτητο αρχηγέτη του νεοπλατωνισμού, τον Πλωτίνο.

ΠΛΩΤΙΝΟΣ (205-270 μ.Χ.)

Γεννήθηκε στη Λυκόπολη της Αιγύπτου και σπούδασε στην Αλεξάνδρεια, όπου είκοσι οκτώ χρονών γνώρισε τον Αμμώνιο Σακκά, ενθουσιάστηκε με τη διδασκαλία του και έμεινε κοντά του έντεκα χρόνια. Στη συνέχεια, για να γνωρίσει την περσική και ινδική φιλοσοφία, ακολούθησε τον αυτοκράτορα Γορδιανό Γ' στην εκστρατεία του στη Μεσοποταμία· γρήγορα όμως ο Γορδιανός σκοτώθηκε και ο Πλωτίνος ταξίδεψε, πρώτα στην Αντιόχεια, ύστερα στη Ρώμη, όπου εγκαταστάθηκε και έμεινε διδάσκοντας τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια της ζωής του.
Η ασκητική προσωπικότητα και η διδασκαλία του εντυπωσίασαν τους Ρωμαίους· η φήμη για τη σοφία και τη δικαιοσύνη του απλώθηκε, και δεν ήταν λίγοι αυτοί που τον παρακαλούσαν να επιλύσει τις διαφορές τους ή να διαχειριστεί ως θετός πατέρας τις περιουσίες παιδιών που είχαν ορφανέψει. Οι μαθητές του ήταν πολλοί και αξιόλογοι· όμως πάλι δεν απορούμε μαθαίνοντας ότι επιχείρησε, αλλά δεν κατάφερε, να διαμορφώσει τη διδασκαλία του στο πρότυπο του σωκρατικού διαλόγου, γιατί οι συζητήσεις διεξάγονταν ἀταξίας πλήρεις καὶ πολλῆς φλυαρίας (Βίος 3.37).
Ακολουθώντας τον δάσκαλό του τον Αμμώνιο και τον Σωκράτη, ο Πλωτίνος δεν έδινε σημασία στον γραπτό λόγο. Αργά και με δυσκολία οι μαθητές του τον έπεισαν να συγγράψει. Έτσι, στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Πλωτίνος κατάγραψε 54 κεφάλαια από τη φιλοσοφία του. Τα παράδωσε στους μαθητές του, και από αυτούς ο Πορφύριος τα ταχτοποίησε σε έξι ομάδες των εννέα κεφαλαίων, ανάλογα με το θέμα τους, και τα δημοσίευσε με τον τίτλο Ἐννεάδες. Ο Πλωτίνος έγραψε σαν να μιλούσε: η γλώσσα του είναι μεικτή, η σύνταξή του ανώμαλη, το ύφος του άτσαλο και η ορολογία του συχνά επινοημένη από τον ίδιο· παρ᾽ όλα αυτά, ο λόγος του έχει ζωντάνια και θα διαβαζόταν ευχάριστα, αν δεν ήταν τα νοήματα τόσο πολύπλοκα και αφηρημένα.
Ο Πλωτίνος δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι έφερε στη φιλοσοφία κάτι καινούργιο. Αντίθετα, επέμενε να λέει πως άλλο δεν έκανε από το να ερμηνεύει τους προκατόχους του, τον Πλάτωνα και τους πλατωνικούς. Σωστά· όμως καινούργια ήταν ακριβώς η ερμηνεία που έδωσε στην πλατωνική θεωρία, η σύνθεση της συσσωρευμένης ακαδημαϊκής γνώσης, ο τρόπος που συστηματοποίησε το διάχυτο υλικό - η συνολική εικόνα του πλατωνισμού, όπως την πρόβαλλε γοητεύοντας το κοινό του. Χαρακτηριστική η διδασκαλία του για το πλατωνικό ἕν, που πια όχι μόνο ταυτιζόταν με την αρετή και την ομορφιά, αλλά και αποτελούσε την πηγή όλων των όντων. Με αυτό το σχεδόν θεοποιημένο, ανεξάρτητο και απόλυτο ἕν ο Πλωτίνος δίδασκε ότι μπορούσαν οι άνθρωποι, με άσκηση και μυστική έκσταση, να ενωθούν - κάτι που ο ίδιος, αν πιστέψουμε τον Πορφύριο, το κατόρθωσε τέσσερις φορές.
 
Από τους μαθητές του Πλωτίνου ξεχώρισαν (α) ο γιατρός Ευστόχιος από την Αλεξάνδρεια, που τον παραστάθηκε στις τελευταίες του ώρες και είχε και αυτός εκδώσει, πριν από τον Πορφύριο, τα έργα του δασκάλου, και (β) ο Αμέλιος από την Ετρουρία, συγγραφέας μιας σειράς από αξιόλογα φιλοσοφικά συγγράμματα που όμως χάθηκαν. Και των δύο το έργο επισκιάστηκε από την εκδοτική και ερμηνευτική προκοπή ενός άλλου μαθητή, του Πορφύριου.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ (234-301/4 μ.Χ.)

Ο Πορφύριος ήταν Σύρος από την Τύρο. Μαθήτεψε πρώτα στην αθηναϊκή Ακαδημία, ύστερα για πέντε χρόνια στη σχολή του Πλωτίνου στη Ρώμη. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε για ένα διάστημα στη Σικελία· γύρισε όμως στη Ρώμη μετά τον θάνατο του δασκάλου του για να τον διαδεχτεί στη σχολαρχία.
Ο Πορφύριος επιμελήθηκε, όπως είδαμε, την έκδοση των Ἐννεάδων του Πλωτίνου· έγραψε όμως και ο ίδιος πολλά. Από τα 65 έργα που ξέρουμε ότι είχε συγγράψει δε σώθηκαν παρά τα εννέα, ανάμεσά τους το πολύτιμο Περὶ Πλωτίνου βίου καὶ τῆς τάξεως τῶν βιβλίων αὐτοῦ, και ένα ακόμα βιογραφικό, ο Πυθαγόρου βίος. Από τα υπόλοιπα ξεχωρίζουμε το Περὶ τοῦ ἐν Ὀδυσσείᾳ τῶν Νυμφῶν ἄντρου, όπου η γνωστή μας σπηλιά της Ιθάκης (ν 102-12) ερμηνεύεται αλληγορικά ως σύμβολο του αισθητού κόσμου ἐν ᾧ ὡς μεγίστῳ ἱερῷ αἱ ψυχαὶ διατρίβουσιν (12), και η Πρὸς Μαρκέλλαν, τη σύζυγό του, συμβουλευτική επιστολή, όπου πίστις, ἀλήθεια, ἔρως και ἐλπίς προβάλλονται ως τέσσερα στοιχεῖα που βοηθούν να προσεγγίσει ο άνθρωπος τον θεό. Από τα χαμένα του έργα ας θυμηθούμε μόνο το Κατὰ Χριστιανῶν, όπου ο φιλόσοφος διαφωνούσε με τη βιβλική κοσμογένεση, την ενανθρώπιση του Χριστού και τη Δευτέρα Παρουσία.
Τον Πορφύριο τον απασχόλησε περισσότερο από κάθε άλλο η προσπάθεια του ανθρώπου να εξασφαλίσει τη σωτηρία της ψυχής του, κατανικώντας με τον νου και τη θέληση τα πάθη και τους δαίμονες (!) που την κατοικούν. Ωστόσο, η σκέψη του δεν ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπη· και ο ίδιος έδινε μεγαλύτερη σημασία στην ορθή κατανόηση, τον σχολιασμό και τη διάδοση της φιλοσοφίας του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και του Πλωτίνου, όπου η συμβολή του στάθηκε αλήθεια σημαντική.
 
Από τον πλατωνισμό στον νεοπλατωνισμό, και από τον Πλωτίνο στον Πορφύριο, η ακαδημαϊκή θεωρία όλο και περισσότερο απομακρυνόταν από τους παραδοσιακούς της φιλοσοφικούς προβληματισμούς, όλο και περισσότερο αναζητούσε και διατύπωνε απαντήσεις σε θέματα θεολογικά περισσότερο παρά φιλοσοφικά. Η ίδια τάση συνεχίστηκε και με τον τρίτο σημαντικό εκπρόσωπο του νεοπλατωνισμού, τον Ιάμβλιχο.

ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ (περ. 250-325 μ.Χ.)

Ο Ιάμβλιχος ήταν Σύρος, όπως και ο Πορφύριος, που τον δίδαξε φιλοσοφία στη Ρώμη, αλλά βέβαια αυτό δεν εμπόδισε μαθητής και δάσκαλος να διαφωνήσουν αργότερα σε πολλά. Βαθύτατα θρησκευτική και μυστικιστική φύση, ο Ιάμβλιχος πίστευε και αυτός στην ύπαρξη των δαιμόνων· ενώ όμως ο Πορφύριος κρατούσε αποστάσεις από τη μαντική, τη μαγεία και κάθε προσπάθεια επηρεασμού των θεών με απόκρυφες τελετές και μαγγανείες, ο Ιάμβλιχος τις έκρινε απαραίτητες προκειμένου ο φιλόσοφος να προσεγγίσει, με τη μεσολάβηση των δαιμόνων, τη θεϊκή γνώση.
Όπως θα το περιμέναμε, η ροπή του προς τον μυστικισμό και τη θεοσοφία τον οδήγησε να μελετήσει σε βάθος τον πυθαγορισμό και να θελήσει να τον διαδώσει. Από το πολυσύνθετο έργο του Συναγωγὴ πυθαγορείων δογμάτων σώζονται το Περὶ τοῦ πυθαγορικοῦ βίου, το Λόγος προτρεπτικὸς πρὸς φιλοσοφίαν, τα Θεολογούμενα τῆς ἀριθμητικῆς κ.ά. Ακόμα, ως γνήσιος νεοπλατωνικός, ο Ιάμβλιχος δεν παράλειψε να σχολιάσει ορισμένα έργα του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα, πιστεύοντας ότι ο τελευταίος μιλούσε με αἰνίγματα (υπαινιγμούς) και προτείνοντας νέους τρόπους ερμηνείας.
 
Την προσέγγιση της φιλοσοφίας με τη θρησκεία εκφράζει και ένα κίνημα, ο ερμητισμός, που γι᾽ αυτόν αναρωτιόμαστε αν αποτελούσε φιλοσοφικό σύστημα με θρησκευτικές προεκτάσεις ή, πιο σωστά, εκστατική (μονοθεϊστική!) θρησκεία με φιλοσοφικά ερείσματα. Το ξεκίνημά του τοποθετείται στα αλεξανδρινά χρόνια, η ακμή του στην Ελληνορωμαϊκή εποχή. Στην ελληνική γραμματεία αντιπροσωπεύεται από τον Ἑρμῆν τρισμέγιστον,[252] ένα σώμα από ποικίλους λόγους όπου μέσα τους συνυπάρχουν συμβατά ή και αντιφατικά στοιχεία από πολλές θρησκείες. Πρώτος και σπουδαιότερος λόγος ο Ποιμάνδρης («ποιμὴν ἀνδρῶν»), όπου ο ομώνυμος Θεός-Νοῦς αποκαλύπτει μυστικές αλήθειες για τη δημιουργία του κόσμου.
---------
248 Είναι άραγε σύμπτωση όταν οι τρεις σπουδαιότεροι, ο Μοδεράτος από τα Γάδαρα (1ος μ.Χ. αι.), ο Νικόμαχος από τα Γέρασα (1ος/2ος μ.Χ. αι.) και ο Νουμήνιος από την Απάμεια (2ος μ.Χ. αι.), κατάγονταν όλοι από τη Συρία;
249 Μας είναι γνωστή μια ολόκληρη σειρά από στωικούς φιλοσόφους που δίδασκαν με επιτυχία στη Ρώμη: ο Άρειος Δίδυμος, φίλος του Αυγούστου, ο Χαιρήμων, δάσκαλος του Νέρωνα, κ.ά. Η στωική φιλοσοφία είχε εξαρχής μεγάλη απήχηση στους ρωμαϊκούς πνευματικούς κύκλους, όπου τα χρόνια εκείνα την εκπροσωπούσε ο διάσημος πολιτικός, ποιητής και φιλόσοφος Λεύκιος Ανναίος Σενέκας (4 π.Χ.-65 μ.Χ.).
250 «Μέσα (σου) να σκάβεις (να αναζητάς)· μέσα (σου) βρίσκεται η πηγή του αγαθού.»

251 Το παρανόμι Σακκάς τού δόθηκε γιατί, φτωχός στα νιάτα του, κουβαλούσε σάκκους για να ζήσει.
252 Ἑρμῆς τρισμέγιστος ήταν το ελληνικό όνομα του αιγυπτιακού θεού Θωθ.

 Επιστήμες

Η διάδοση και η πρόοδος των επιστημών, ιδιαίτερα των εφαρμοσμένων, ήταν στην Ελληνορωμαϊκή εποχή μεγάλη. Σε γραμματολογικό πλαίσιο δε μπορούμε πάλι παρά να παρουσιάσουμε σε χρονολογική σειρά λίγους μόνο επιστήμονες, τους σπουδαιότερους, ιδιαίτερα όσους άφησαν πίσω τους αξιόλογο συγγραφικό έργο.

ΣΤΡΑΒΩΝ (64 π.Χ.-24 μ.Χ.)

Ο Στράβων γεννήθηκε από διάσημη οικογένεια στην Αμάσεια του Πόντου και σπούδασε στη Νύσα, στην Αλεξάνδρεια και στη Ρώμη. Ο ίδιος το λέει με υπερηφάνεια στα Γεωργικὰ ὑπομνήματα πως ταξίδεψε πολύ, και φυσικά δεν παραλείπει, περιγράφοντας τις διάφορες χώρες, να σημειώνει τις προσωπικές του παρατηρήσεις ή και να διηγείται, π.χ., πώς, περνώντας από τη Γυάρο, συνταξίδεψε με έναν ψαρά που πήγαινε αποσταλμένος στον Οκταβιανό να ζητήσει μείωση της φορολογίας του νησιού. Το έργο καλύπτει 17 βιβλία και σώθηκε σχεδόν ολόκληρο.
Στο πρώτο βιβλίο ο Στράβων μνημονεύει και αξιολογεί όσους είχαν πριν από τον ίδιο ασχοληθεί με γεωγραφικά θέματα, ιδιαίτερα τον Όμηρο, που πολύ σωστά τον κρίνει ως ποιητή και όχι ως γεωγράφο, και τον Ερατοσθένη. Στο δεύτερο βιβλίο εκθέτει, πάντα με αναφορές στους προγενέστερους, τις απόψεις του σε θέματα της αριθμητικής γεωγραφίας, που μελετά το σχήμα της γης, τους μεσημβρινούς, τους παραλλήλους, τη χαρτογράφηση κ.τ.ό. Τα υπόλοιπα βιβλία καλύπτει η περιγραφή των διαφόρων περιοχών, αρχίζοντας από την Ισπανία, τη Γαλατία, τη Βρετανία και τις Άλπεις, περνώντας από την Ελλάδα, τον Καύκασο, την Αρμενία, τη Μικρασία, την Περσία και τις Ινδίες, και καταλήγοντας στη Μεσοποταμία, τη Συρία, την Παλαιστίνη, την Αραβία, την Αίγυπτο, την Αιθιοπία και τη Λιβύη. Για όλες αυτές τις περιοχές ο Στράβων καταγράφει, πέρα από τα καθαρά γεωγραφικά δεδομένα, και όσες ακόμα εθνογραφικές, θρησκειολογικές, μυθολογικές κ.ά. πληροφορίες είχε συλλέξει από τα ταξίδια του και τα διαβάσματά του.
Πριν ασχοληθεί με τα Γεωγραφικά, ο Στράβων είχε ολοκληρώσει σε 43 βιβλία τα χαμένα για μας Ἱστορικὰ ὑπομνήματα: τέσσερα βιβλία εισαγωγικά, με αναδρομή στην ελληνική ιστορία, και στη συνέχεια τὰ μετὰ Πολύβιον γεγονότα ως τη δολοφονία του Καίσαρα (144-44 π.Χ.).
 
Ο Αθήναιος από την Αττάλεια, μαθητής του στωικού Ποσειδώνιου, ήταν γιατρός, ιδρυτής της πνευματικής σχολής. Δίδασκε ότι τη ζωή και την υγεία στον άνθρωπο την κυβερνά το (ἔμφυτον θερμόν) πνεῦμα, που εδρεύει στην καρδιά και ανανεώνεται με την αναπνοή. Τα πολλά του έργα έχουν για μας χαθεί· όμως ορισμένες γνώμες του μας παραδόθηκαν από τους μαθητές του και τον Γαληνό, που έκρινε ότι «από τους νεότερους γιατρούς κανείς δεν πραγματεύτηκε τα ιατρικά θέματα τόσο διεξοδικά όπως ο Αθήναιος» (1.457 Κ.).

ΗΡΩΝ (1ος μ.Χ. αι.)

Ο Ήρων ο μηχανικός, όπως ονομάστηκε, γεννήθηκε και εργάστηκε στην Αλεξάνδρεια. Από τα έργα του ορισμένα σώζονται αυτούσια, άλλα σε αραβική ή λατινική μετάφραση, άλλα αποσπασματικά - όλα εξαιρετικά πολύτιμα, καθώς ανακεφαλαιώνουν τα τεχνολογικά επιτεύγματα αιώνων.
Ο Ήρων είχε την ικανότητα να περιγράφει με ακρίβεια, με λεπτομέρειες και με σχήματα την κατασκευή και τη λειτουργία των διαφόρων μηχανών. Έτσι παρουσίασε στα Μηχανικά του απλές μηχανές (μοχλούς, κοχλίες, βαρούλκα, γρανάζια κ.τ.ό.), στα Βελοποιικά του τις βλητικές (τόξα, σφεντόνες, καταπέλτες κ.τ.ό.), στα Πνευματικά του όσες λειτουργούσαν με συμπιεσμένο αέρα, υδραυλική πίεση και ατμό (!), στη Διόπτρα όσες χρησίμευαν για τη μέτρηση των αποστάσεων και την οδοποιία, τέλος, στο Περὶ αὐτοματοποιητικῶν ορισμένα θαύματα, συσκευές-ρομπότ που λειτουργούσαν αυτόματα με στόχο να εκπλήξουν τους θεατές, π.χ. ένας ναός του Διονύσου, σε μικρογραφία, με τον βωμό να ανάβει από μόνος του, με τις βάκχες να χορεύουν μετὰ τυμπάνων, και από το άγαλμα του θεού να αναβλύζει κρασί.
Παράλληλα, στο μαθηματικό πεδίο ο Ήρων σχολίασε και συμπλήρωσε τα Στοιχεῖα του Ευκλείδη, μελέτησε τους γεωμετρικούς ορισμούς και συστηματοποίησε τις μετρήσεις όγκων και επιφανειών. Δικός του παραδίδεται πως ήταν ο τύπος για τον υπολογισμό του εμβαδού ενός τριγώνου όταν γνωρίζουμε το μήκος των πλευρών του.
 
Ο Διοσκουρίδης από τα Ανάζαρβα της Κιλικίας (1ος μ.Χ. αι.) ήταν στρατιωτικός γιατρός, ειδικευμένος στη φαρμακολογία. Στα έργα του Περὶ ὕλης ἰατρικῆς και Περὶ ἁπλῶν φαρμάκων βρίσκουμε καταταγμένες με επιμέλεια και γνώση πάμπολλες φυτικές, ζωικές και ορυκτές ουσίες, την καθεμιά με τις τροφικές της ιδιότητες και τις ιατρικές, καμιά φορά και μαγικές, εφαρμογές της. Το Περὶ ὕλης ἰατρικῆς είχε μεγάλη διάδοση, αποτέλεσε για αιώνες τη βάση της φαρμακολογίας, και ορισμένα χειρόγραφα το παραδίδουν ιστορημένο με επιστημονικές απεικονίσεις φυτών, που υποθέτουμε ότι ανάγονται στα χαμένα βοτανολογικά έργα του Κρατεύα.
 
Ο Απολλόδωρος από τη Δαμασκό (1ος/2ος μ.Χ. αι.) ήταν αρχιτέκτονας, γνωστός για τη μεγάλη ξύλινη γέφυρα που είχε στήσει στον Δούναβη, και για την αγορά, το ωδείο, το γυμνάσιο και τα λουτρά που είχε χτίσει με εντολή του Τραϊανού στη Ρώμη. Το έργο του Πολιορκητικά το αφιέρωσε αργότερα στον Αδριανό· όμως αυτό δεν εμπόδισε τον αυτοκράτορα, που είχε ο ίδιος αρχιτεκτονικές φιλοδοξίες, πρώτα να τον εξορίσει, ύστερα και να τον σκοτώσει, όταν απόρριψε τα ερασιτεχνικά του σχέδια.
Στο γύρισμα από τον 1ο στον 2ο μ.Χ. αιώνα έζησαν δύο σημαντικοί μαθηματικοί:
 
Ο Μενέλαος από την Αλεξάνδρεια επιδόθηκε στη σφαιρική τριγωνομετρία, όπου τον οδήγησαν τα αστρονομικά του ενδιαφέροντα. Από τα έργα του δε σώζονται παρά τα Σφαιρικά, και αυτά μόνο σε αραβική, λατινική και εβραϊκή μετάφραση.
Ο Νικόμαχος από τα Γέρασα της Αραβίας προσέγγισε την αριθμητική από την πλευρά του πλατωνισμού και του πυθαγορισμού· όμως αυτή η μεταφυσική οπτική γωνία δεν τον εμπόδισε να μελετήσει σε βάθος τους αριθμούς και τις μαθηματικές, γεωμετρικές και μουσικές τους ιδιότητες. Από τα έργα του σώθηκαν η Ἀριθμητικὴ εἰσαγωγή και το Ἁρμονικὸν ἐγχειρίδιον, που φαίνεται πιθανό να χρησιμοποιήθηκαν και στην εκπαίδευση.

Τις πρώτες δεκαετίες του 2ου μ.Χ. αιώνα, στα χρόνια του Αδριανού και του Τραϊανού, έδρασε στη Ρώμη ο Σωρανός από την Έφεσο, σημαντικός εκπρόσωπος της μεθοδικής ιατρικής σχολής. Τα συγγράμματά του καλύπτουν πολλούς κλάδους της ιατρικής, ακόμα και την ιστορία της· ξεχωριστή, ωστόσο, ανάμεσά τους θέση κατέχουν τα γυναικολογικά του έργα: το διεξοδικό Περὶ γυναικείων και το συνοπτικό Γυναικεῖα κατ᾽ ἐπερώτησιν, όπου με ερωτήσεις και απαντήσεις ο Σωρανός έδινε πρακτικές οδηγίες στις μαίες.

ΚΛΑΥΔΙΟΣ ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΣ (100-170 μ.Χ.)

Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος, μαθηματικός, αστρονόμος, φυσικός και γεωγράφος, έζησε στην Αλεξάνδρεια. Στο τεράστιο έργο του συγκέντρωσε, συστηματοποίησε, συμπλήρωσε και παρουσίασε βελτιωμένη ολόκληρη την αστρονομική και γεωγραφική γνώση της ελληνικής αρχαιότητας.
Από τα αστρονομικά έργα του, η Μαθηματικὴ σύνταξις, αναλυτική έκθεση της αστρονομικής γνώσης, είχε τεράστια επιτυχία, σχολιάστηκε, μεταφράστηκε στα αραβικά και αποτέλεσε τη βάση της αστρονομίας ως την εποχή του Κοπέρνικου (15ος/16ος μ.Χ. αι.). Κατά τον Πτολεμαίο, που σε πολλά συμφωνούσε με τον Ίππαρχο, η γη ήταν σφαιρική, βρισκόταν στο κέντρο του κόσμου και γύρω της περιστρέφονταν σε ποικίλες τροχιές ο ήλιος, η σελήνη, οι πλανήτες και τα αστέρια. Τη Μαθηματικὴν σύνταξιν συμπλήρωναν άλλες μικρότερες αστρονομικές πραγματείες και μία αστρολογική, η Τετράβιβλος, καθώς η αστρολογία, όσο παράξενο και αν φαίνεται, αποτελούσε σε πρώιμες εποχές αυτονόητο πάρεργο της επιστημονικής αστρονομίας.
Η αστρονομία οδήγησε τον Πτολεμαίο να ασχοληθεί και με τη (μαθηματική) γεωγραφία. Έτσι το έργο του Γεωγραφίας ὑφήγησις, μετά τα εισαγωγικά κεφάλαια για τους μεσημβρινούς, τους παραλλήλους και τα μεγέθη τους, περιέχει έναν κατάλογο από 8100 γεωγραφικά σημεία (πόλεις, βουνά, νησιά, εκβολές ποταμών κ.τ.ό.), το καθένα με τις συντεταγμένες του, γεωγραφικό μήκος και πλάτος, όπως συνάγονταν από αστρονομικές ή άλλες μετρήσεις, που βέβαια δεν ήταν ούτε όλες σωστές, ούτε όλες δικές του.[253] Το έργο συνοδεύεται από χάρτες και κλείνει με μια συνοπτική περιγραφή της οικουμένης, με την ἄγνωστον γῆν και τις θάλασσες που την τριγυρίζουν.
Από τα υπόλοιπα (γεωμετρικά, μουσικά, οπτικά κ.ά.) συγγράμματα του Πτολεμαίου μνημονεύουμε μόνο το Κανὼν βασιλειῶν, όπου οι βασιλιάδες της Βαβυλώνας, οι φαραώ της Αιγύπτου και οι αυτοκράτορες της Ρώμης χρονολογούνται με τη βοήθεια της αστρονομίας.

ΓΑΛΗΝΟΣ (περ. 130-200 μ.Χ.)

Ὅτι ὁ ἄριστος ἰατρὸς καὶ φιλόσοφος.[254]

Πραγματικά, ο Γαληνός από την Πέργαμο σπούδασε πρώτα φιλοσοφία και μαθηματικά, αργότερα ιατρική στην πατρίδα του, στη Σμύρνη, στην Κόρινθο και στην Αλεξάνδρεια. Στην αρχή εργάστηκε ως γιατρός των μονομάχων· γρήγορα όμως μεταπήδησε στη Ρώμη, όπου έζησε και τα περισσότερα χρόνια της ζωής του, διάσημος και αναγνωρισμένος από τους αυτοκράτορες.
Τα συγγράμματά του είναι τόσο πολλά, ώστε ο ίδιος φρόντισε να τα απαριθμήσει στο Περὶ τῶν ἰδίων βιβλίων και να τα κατατάξει στο Περὶ τῆς τάξεως τῶν ἰδίων βιβλίων. Στα χέρια μας έφτασαν, ολόκληρα ή σχεδόν, πάνω από 150 έργα - τα περισσότερα στο ελληνικό πρωτότυπο, λίγα μονάχα σε λατινικές ή αραβικές μεταφράσεις. Σε ορισμένα ο Γαληνός εξετάζει φιλοσοφικά και φιλολογικά θέματα· σημαντικότερα όμως είναι τα πάμπολλα ιατρικά του συγγράμματα, που το ένα με το άλλο στοιχειοθετούν μιαν εγκυκλοπαίδεια της αρχαίας ιατρικής. Αφορούν την ανατομία, την παθολογία, τη διαγνωστική, τη φυσιολογία, τη φαρμακολογία… - όλες ουσιαστικά τις πτυχές της ιατρικής θεωρίας και πράξης· ακόμα και το Πῶς χρὴ ἐξελέγχειν τοὺς προσποιημένους νοσεῖν.
Ο Γαληνός είχε μεγάλη εκτίμηση στον Ιπποκράτη και τους διαδόχους του, αλλά ο ίδιος αρνιόταν πεισματικά να ενταχτεί σε σχολή. Προτιμούσε να μένει εκλεκτικός, έτοιμος να αποδεχτεί και να αξιοποιήσει τὰ παρ᾽ ἑκάστοις καλά, και πολεμούσε άγρια όσους ακολουθούσαν μια και μοναδική σχολή, ιδιαίτερα τη μεθοδική, που επικρατούσε στις μέρες του. Σοφή ήταν και η στάση του απέναντι στη γλώσσα, όπου είχε απορρίψει τον αυστηρό αττικισμό, κρίνοντας μεγίστην λέξεως ἀρετὴν σαφήνειαν (2.1.9).
 
Οι φιλόλογοι της Ελληνορωμαϊκής εποχής δεν περιορίστηκαν στο να υποστηρίζουν, θεωρητικά και πρακτικά, τον αττικισμό. Πολλοί μελέτησαν και σχολίασαν τα κείμενα, πολλοί ερεύνησαν τη γλώσσα και συστηματοποίησαν τους κανόνες της. Από τους τελευταίους ξεχώρισαν δύο γραμματικοί, πατέρας και γιος, ο Απολλώνιος και ο Ηρωδιανός.

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΚΑΙ ΗΡΩΔΙΑΝΟΣ (2ος μ.Χ. αι.)

Ο Απολλώνιος ο δύσκολος, όπως σωστά παρονομάστηκε, γεννήθηκε και έδρασε στην Αλεξάνδρεια. Το συγγραφικό του έργο καλύπτει όλα λίγο πολύ τα κεφάλαια της γραμματικής και της σύνταξης. Από τα πολλά του έργα, όσα έχουν σωθεί (Περὶ ἀντωνυμίας, Περὶ ἐπιρρημάτων, Περὶ συνδέσμων, Περὶ συντάξεως τῶν τοῦ λόγου μερῶν) μαρτυρούν ότι βασικό κριτήριο και οδηγό στο σύστημά του αποτελούσε ο χωρισμός του γλωσσικού υλικού σε μέρη του λόγου. Ιδιαίτερα πρωτότυπα όσα έγραψε δεν ήταν· όμως πρώτος αυτός συστηματοποίησε τη γραμματική γνώση και η επίδρασή του στάθηκε μεγάλη.
Τα χνάρια του ακολούθησε ο γιος και μαθητής του Ηρωδιανός, με το παρανόμι ο τεχνικός, που από την Αλεξάνδρεια μεταπήδησε στη Ρώμη. Στο μεγάλο του έργο, την Καθολικὴν προσῳδίαν, αφιερωμένη στον Μάρκο Αυρήλιο, πραγματευόταν σε χωριστές ενότητες τον τονισμό των ουσιαστικών, τα μονοσύλλαβα, τα αριθμητικά, τα ρήματα, τις μετοχές, τα δίχρονα φωνήεντα κλπ. Από τα πολλά ακόμα γραμματικά του έργα, αυτούσιο δε σώζεται παρά το Περὶ μονήρους λέξεως, όπου μελετούσε τα ανώμαλα.
 
Όπως ο Απολλώνιος και ο Ηρωδιανός, έτσι και ο Ηφαιστίων από την Αλεξάνδρεια (2ος μ.Χ. αι.) επιχείρησε να συστηματοποιήσει και να εκθέσει ένα μεγάλο κεφάλαιο της φιλολογικής γνώσης, τη μετρική. Το έργο του Περὶ μέτρων εκτεινόταν αρχικά σε 48 βιβλία, που όμως ο ίδιος τα συνόψισε πρώτα σε έντεκα, ύστερα σε τρία, και τελικά σε ένα μικρό Ἐγχειρίδιον, που για καλή μας τύχη έχει σωθεί. Μας προσφέρει ολοκληρωμένη την αρχαία μετρική θεωρία, όπως την είχαν διαμορφώσει οι αλεξανδρινοί φιλόλογοι, και ακόμα παραθέτει ως παραδείγματα πολύτιμα αποσπάσματα από χαμένα επικά, λυρικά και δραματικά έργα.
Με το έργο του Ἀνάπλους Βοσπόρου ο Διονύσιος από το Βυζάντιο (2ος μ.Χ. αι.) άλλο δε θέλησε από το να παρουσιάσει αναλυτικά τις ομορφιές του τόπου του όπως θα φαίνονταν από τη θάλασσα. Στόχος του δεν ήταν τόσο να διδάξει ή να ξεναγήσει τους αναγνώστες του, όσο να τους γοητέψει. Αντίστοιχα είναι και ο λόγος του εξεζητημένος, η γλώσσα του αττικιστική, το ύφος του ρητορικό και με ποιητικές επιδράσεις.
Από τα παλιά χρόνια οι Έλληνες είχαν μεγαλύτερη επίδοση στη γεωμετρία παρά στα μαθηματικά, καθώς ο τρόπος που έγραφαν τους αριθμούς δεν ευνοούσε καθόλου τους υπολογισμούς.[255] Έτσι, καινούργιους δρόμους άνοιξε ο Διόφαντος από την Αλεξάνδρεια (3ος μ.Χ. αι.), όταν στα Ἀριθμητικά του έθεσε και έλυσε με ευρηματικό τρόπο μιαν ολόκληρη σειρά από αλγεβρικά προβλήματα εξισώσεων πρώτου και δευτέρου βαθμού.
---------------
253 Ο Πτολεμαίος αξιοποίησε σε μεγάλη κλίμακα τα δεδομένα που είχε συγκεντρώσει ο λίγο προγενέστερός του γεωγράφος Μαρίνος από την Τύρο.
254 Τίτλος ενός από τα φιλοσοφικά έργα του Γαληνού: «Ο άριστος γιατρός (πρέπει να) είναι και φιλόσοφος.»
255 Ο σημερινός τρόπος γραφής με αραβικούς αριθμούς άρχισε να χρησιμοποιείται στην Ευρώπη πολύ αργότερα, τον 12ο μ.Χ. αιώνα.
 
Επιλεγόμενα στην Ελληνορωμαϊκή εποχή…
 
Έχουμε δίκιο να ονομάζουμε Ελληνορωμαϊκή μιαν εποχή όπου, από τη μια οι Ρωμαίοι ως κατακτητές των ελληνικών περιοχών και κυρίαρχοι του κόσμου επιδρούσαν έντονα στην πορεία του Ελληνισμού, από την άλλη ο Ελληνισμός, με την πνευματική του κληρονομιά, με τη γλώσσα του και με τους πολλούς του δασκάλους, μετείχε αποφασιστικά στις εξελίξεις του ρωμαϊκού πολιτισμού. Να το πούμε πιο τολμηρά: τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες ο Ελληνισμός και ο Ρωμαϊσμός συμπορεύονταν.
Πρόχειρη απόδειξη, αν χρειάζεται, για την αλληλεπίδραση και την κοινή πορεία των δύο λαών αποτελεί η παρατήρηση ότι στο συγχρονικό πίνακα η ελληνική πνευματική προκοπή παρουσιάζεται εντονότερη τον 2ο μ.Χ. αιώνα, τότε που την αυτοκρατορία κυβερνούσαν άξιοι αυτοκράτορες: ο Αδριανός, ο Τραϊανός, ο Αντωνίνος ο Ευσεβής και ο Μάρκος Αυρήλιος - οι περισσότεροι ελληνοθρεμμένοι και φιλέλληνες.
Στα θετικά της εποχής ανήκουν οπωσδήποτε η ρωμαϊκή ειρήνη, ο πολιτικά ενιαίος χώρος, που ευνοούσε τις μετακινήσεις και τις κάθε λογής ανταλλαγές, και η συνακόλουθη διασπορά των πολιτισμικών και άλλων δραστηριοτήτων. Όσο και αν αληθινά τα χρόνια εκείνα «όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στη Ρώμη», που φυσικό ήταν και να διεκδικεί σε όλα τη μερίδα του λιονταριού, τα μεγάλα ελληνικά πνευματικά και καλλιτεχνικά κέντρα (η Αθήνα, η Αλεξάνδρεια, η Ρόδος, η Αντιόχεια) διατήρησαν μεγάλο μέρος από τη δυναμική και την ακτινοβολία τους, και δεν ήταν λίγοι οι Ρωμαίοι που τα επισκέπτονταν για να σπουδάσουν.
Οι Ρωμαίοι, όπως και οι άλλοι λαοί της αυτοκρατορίας, ενδιαφέρονταν να γνωρίσουν, θαύμαζαν και τιμούσαν τα ελληνικά πνευματικά επιτεύγματα των περασμένων εποχών. Αντίστοιχα, μέσα στο γενικό κλίμα του κλασικισμού, οι Έλληνες, από τη μια επιδόθηκαν στη φιλολογική μελέτη, τον σχολιασμό και τη διδασκαλία της μεγάλης κληρονομιάς, από την άλλη, στη φιλοδοξία τους να επαναλάβουν, ουσιαστικά να μιμηθούν, το ένδοξο παρελθόν, ανάπτυξαν έντονες επιστροφικές ας τις πούμε τώρα τάσεις, με πρώτο και σπουδαιότερο τον γλωσσικό αττικισμό.
Επιστροφικό από πολλές απόψεις είναι το επικρατέστερο πνευματικό ρεύμα της εποχής, η δεύτερη σοφιστική: στα περασμένα παραπέμπει η αττική γλώσσα και η μουσική της εκφορά, στα περασμένα η χρήση των ρητορικών τρόπων, στα περασμένα οι αλλεπάλληλες αναφορές στον Όμηρο και τους άλλους καταξιωμένους συγγραφείς, στα περασμένα και η συχνή τοποθέτηση της υπόθεσης, π.χ. των πλαστών και ψευδεπίγραφων επιστολών, στο κλασικό περιβάλλον, ιδιαίτερα της Αθήνας, έτσι που ο γλωσσικός αττικισμός να συνοδεύεται από έναν αττικισμό στα πράγματα.
Παράλληλα επιστροφικά φαινόμενα έχουμε και στην ποίηση, όπου άλλοι ακολούθησαν τα ομηρικά και ησιόδεια επικά πρότυπα, άλλοι μιμήθηκαν τους τρόπους παλαιών αναγνωρισμένων λυρικών ποιητών, μερικοί θέλησαν και να τους υποκαταστήσουν κυκλοφορώντας έργα ψευδεπίγραφα, του Ανακρέοντα τάχα, του Φωκυλίδη, ή ακόμα και του μυθικού Ορφέα.
Από την άλλη μεριά, στο διδακτικό πεδίο οι φιλόλογοι φρόντισαν (με τα σχόλια, με τις γραμματικές και με τα λεξικά τους) να προσφέρουν άφθονα βοηθήματα τόσο στους πολλούς, Έλληνες και ξένους, που επιθυμούσαν να γνωρίσουν σε βάθος τα αριστουργήματα της ελληνικής γραμματείας, όσο και σε εκείνους που φιλοδοξούσαν να μιμηθούν τη γλώσσα, το ύφος και άλλα μορφολογικά τους στοιχεία.
Χαρακτηριστικά για την επιστημονική παραγωγή της εποχής είναι και τα πολλά συνθετικά έργα, οι συντάξεις όπως ονομάζονταν, όπου παρουσιάζονταν συγκεντρωμένα και καταταγμένα όλα τα δεδομένα ενός γνωστικού πεδίου όπως η αστρονομία, η φαρμακολογία κ.ά. Οι συγγραφείς τους άλλες φορές συνόψιζαν και παρουσίαζαν σε δική τους διατύπωση τη σχετική γνώση, άλλες φορές ανθολογούσαν, ταχτοποιούσαν και παρουσίαζαν αυτούσιες τις διαπιστώσεις και τις απόψεις των προκατόχων τους. Η ίδια πολυσυλλεκτική τάση εκδηλώνεται και σε μερικά ιδιότυπα έργα όπως οι Δειπνοσοφισταί του Αθηναίου, τα Στρατηγικά του Πολύαινου κ.ά.
Καινούριο λογοτεχνικό είδος που ακμάζει στην Ελληνορωμαϊκή εποχή είναι το μυθιστόρημα, αφηγηματικό είδος που απευθυνόταν, όπως είπαμε, σε ένα όλο και μεγαλύτερο αναγνωστικό κοινό, όπου πια πρέπει να περιλαμβάνονταν και οι γυναίκες (Α. Λέσκι). Πρόκειται βέβαια για το ίδιο κοινό που με τις προτιμήσεις του οδηγούσε τα χρόνια εκείνα πολλούς ιστορικούς να εκθέτουν τα γεγονότα ρητορικά και με συναισθηματικές προεκτάσεις.
Το κοινό των ελληνορωμαϊκών χρόνων παρουσιάζει και γενικότερο ενδιαφέρον. Το μεγάλο πλήθος, όπου ανακατεύονταν οι γλώσσες, τα έθνη, οι θρησκείες και τα πολιτισμικά τους συμφραζόμενα, από τη μια συμμετείχε με ενθουσιασμό στα βάρβαρα ρωμαϊκά θεάματα, από την άλλη συγκεντρωνόταν να ακούσει με προσήλωση τους ρήτορες της δεύτερης σοφιστικής να αγορεύουν στην παλιά και δυσνόητη, αλλά μελωδική, αττική γλώσσα. Οι επιδεικτικές και συμβουλευτικές ομιλίες τους σπάνια αναφέρονταν στην επικαιρότητα· τις περισσότερες φορές αφορούσαν γενικά θέματα ηθικής συμπεριφοράς και βιοσοφίας - θέματα φιλοσοφικά στην εκλαϊκευμένη μορφή τους.
Η εισβολή της ρητορικής στα πρακτικά φιλοσοφικά πεδία και οι γενικότερες τάσεις και συνθήκες της εποχής υπαγόρεψαν, όπως ήταν φυσικό, τις εξελίξεις στην καθαρή φιλοσοφία. Κεντρικό αντικείμενο της διδασκαλίας εξακολούθησε να είναι η βιωτική (Μάρκος Αυρήλιος 7.61), δηλαδή ο σωστός τρόπος ζωής· ωστόσο, σταδιακά τα φιλοσοφικά ενδιαφέροντα και οι προβληματισμοί μετακινήθηκαν από τα καθαυτό βιωτικά θέματα στα πεδία της μεταφυσικής, όπου απώτερος στόχος δεν ήταν τόσο η επίγεια ευδαιμονία, όσο η τελική σωτηρία της ψυχής. Αντίστοιχα, ο ορθολογισμός ως μέθοδος παραχωρούσε όλο και περισσότερο έδαφος στον μυστικισμό, και η φιλοσοφία στην τελευταία της νεοπλατωνική υπόσταση παρουσίαζε, ως εθνικό αντίβαρο στον χριστιανισμό, χαρακτηριστικά θρησκείας.
Η Αρχαία ελληνική γραμματολογία δε μελετά τη γένεση και την εξέλιξη του χριστιανισμού, ούτε τα πρώιμα κείμενα της χριστιανικής γραμματείας. Ωστόσο, ολοκληρώνοντας το κεφάλαιο της Ελληνορωμαϊκής εποχής, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι αυτήν ακριβώς την περίοδο, στο τεράστιο χωνευτήρι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας δε συνυπάρχουν μόνο, αλλά και διαλέγονται, αλληλοεπηρεάζονται, συγκρούονται ή και συγκλίνουν, τα τρία βασικά κεφάλαια του νεότερου ευρωπαϊκού πολιτισμού: η ελληνική, η ρωμαϊκή και η ιουδαϊκή-χριστιανική πνευματική παράδοση.
 
…και η συνέχεια
 
Η μεταφορά της πρωτεύουσας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη ήταν βέβαια αποφασιστική για τις τύχες της αυτοκρατορίας, και σωστά το 330 μ.Χ. ορίστηκε να αποτελεί το συμβατικό όριο ανάμεσα στον αρχαίο και το μεσαιωνικό κόσμο. Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι τα αρχαιοελληνικά πνευματικά φαινόμενα αντικαταστάθηκαν ξαφνικά από άλλα διαφορετικά. Όχι· οι εκφραστικοί τρόποι, τα λογοτεχνικά είδη, η φιλοσοφία, η θρησκεία - όλα συνέχισαν τη φυσική τους ροή, ώσπου με τον καιρό να παραμεριστούν ή, καλύτερα, να αφομοιωθούν από τα νέα ρεύματα.

Παραδείγματα από την ποίηση

- ο Παλλαδάς, δάσκαλος από την Αλεξάνδρεια (4ος μ.Χ. αι.) έγραψε πλήθος επιγράμματα, όπου παραπονιέται για την κοινωνική αδικία, για το αχάριστο επάγγελμά του και για τη συμπεριφορά της γυναίκας του·
- στον 4ο μ.Χ. αιώνα ανήκουν και τα ψευδεπίγραφα Λιθικά, που κυκλοφόρησαν με το όνομα του Ορφέα·
- ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πρόκλος από την Κωνσταντινούπολη (412-485 μ.Χ.) έγραψε ύμνους στον Ήλιο, την Αφροδίτη, τις Μούσες κλπ.·
- ο Χριστόδωρος από την Κοπτό της Αιγύπτου (5ος/6ος μ.Χ. αι.) έγραψε ιστορικό έπος, τα Ἰσαυρικά, και μια σειρά από διδακτικά έπη, τα Πάτρια, «Ιστορίες πόλεων», όπως η Κωνσταντινούπολη, η Θεσσαλονίκη κ.ά.·
- μυθολογικά θέματα διάλεξαν να παρουσιάσουν ο Νόννος (5ος μ.Χ. αι.) στο έπος Διονυσιακά,[256] ο σύγχρονός του Τριφιόδωρος στο επύλλιο Ἰλίου ἅλωσις, και ο Κόλλουθος (5ος/6ος μ.Χ. αι.) στο επύλλιο Ἑλένης ἁρπαγή - όλοι από την Αίγυπτο·
- τον επικό στίχο χρησιμοποίησε και ο Μουσαίος (5ος μ.Χ. αι.) για να διηγηθεί Τὰ καθ᾽ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον, τη ρομαντική μυθιστορία δύο εραστών που κατοικούσαν εκείνος στη Σηστό και εκείνη απέναντι, στην Άβυδο. Περνούσε ο Λέανδρος κολυμπώντας κάθε βράδυ τον Ελλήσποντο να τη συναντήσει, ώσπου κακή μοίρα το θέλησε μια νύχτα με φουρτούνα να πνιγεί - και η Ηρώ να αυτοκτονήσει.

Παραδείγματα από την πεζογραφία

- τη δεύτερη σοφιστική συνέχισαν ρήτορες και φιλόσοφοι όπως ο Λιβάνιος από την Αντιόχεια, αττικιστής και δάσκαλος των τριών Ιεραρχών, ο Ιμέριος από τη Βιθυνία, που οι επιδεικτικοί λόγοι του έχουν έντονο ποιητικό χρώμα, ο Θεμίστιος από την Παφλαγονία, που με τη ρητορική του μεσολαβούσε συμφιλιωτικά ανάμεσα στους χριστιανούς και τους εθνικούς, ως ένα σημείο και ο ίδιος ο αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης με τις επιστολές και τις ομιλίες του - όλοι τον 4ο μ.Χ. αιώνα·
- πολυσυλλεκτικό έργο πρόσφερε ο Ορειβάσιος (4ος μ.Χ. αι.), γιατρός του Ιουλιανού, που διάλεξε και δημοσίευσε με τον τίτλο Ἰατρικαὶ συναγωγαί τα καιριώτατα από την καταγραμμένη ιατρική γνώση των προκατόχων του·
- από τους πολλούς ιστορικούς ξεχωρίζουμε τον εθνικό Ευνάπιο από τις Σάρδεις (περ. 345-420 μ.Χ.), που με τα Ἱστορικὰ ὑπομνήματα συνέχισε το έργο του Δεξίππου,[257] και τον ιστορικό του Ιουστινιανού Προκόπιο από την Καισαρεία (6ος μ.Χ. αι.), που μιμήθηκε τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη·
- την έντεχνη επιστολογραφία καλλιέργησαν συγγραφείς όπως ο Αρισταίνετος (5ος μ.Χ. αι.), που έγραψε δύο βιβλία με πλαστές ερωτικές επιστολές, και ο Πατέρας της Εκκλησίας Γρηγόριος από τη Ναζιανζό της Καππαδοκίας, που σε συμβουλευτικό του γράμμα όρισε ότι οι επιστολές πρέπει να διακρίνονται από συντομίαν, σαφήνειαν και χάριν (Επιστολή 51)·
- στους συνεχιστές της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας ανήκουν, η Υπατία από την Αλεξάνδρεια (370-415 μ.Χ.), που δολοφονήθηκε από τους χριστιανούς (!), και ο αφοσιωμένος μαθητής της Συνέσιος από την Κυρήνη (4ος/5ος μ.Χ. αι.), που όμως στα σαράντα του χρόνια έγινε χριστιανός, αργότερα και επίσκοπος· σημαντικοί νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι ήταν αργότερα ο Πρόκλος από την Κωνσταντινούπολη, σχολάρχης της Ακαδημίας στην Αθήνα, και ο μαθητής και διάδοχός του Μαρίνος από τη Σαμάρεια (5ος/6ος μ.Χ. αι.), που ήταν Ιουδαίος αλλά τὰ τῶν Ἑλλήνων ἠγάπησεν·
- δοξογραφικό ήταν το έργο του Στοβαίου από τους Στοβούς της Μακεδονίας (5ος μ.Χ. αι.), που για χάρη του γιου του συγκέντρωσε σε Ἀνθολόγιον γνώμες, αποφθέγματα, υποθήκες κλπ. από πεντακόσιους και παραπάνω σοφούς: ποιητές, φιλόσοφους, ιστορικούς, ρήτορες και γιατρούς· το τεράστιο και για μας πολύτιμο υλικό αφορά θέματα φυσικής, μεταφυσικής, ηθικής, πολιτικής και οικονομίας·
- τέλος, στους λεξικογράφους ανήκει ο Ησύχιος από την Αλεξάνδρεια (5ος/6ος μ.Χ. αι.), που χρησιμοποίησε το σήμερα χαμένο λεξικό του Διογενιανού για να συνθέσει την εξαιρετικά πολύτιμη για μας Συναγωγὴ πασῶν λέξεων κατὰ στοιχεῖον.
--------------
256 Το τεράστιο έπος αφηγείται τη γέννηση και τη ζωή του θεού Διονύσου, αρχίζοντας από τους προγόνους του και καταλήγοντας στη νίκη του εναντίον των Ινδών - μυθολογικό πρόδρομο της εκστρατείας του Μεγαλέξανδρου. Η σύνθεση χαρακτηρίζεται από χαλαρή δόμηση, επαναλήψεις, ασύμμετρες παρεκβάσεις, αφηγηματικά άλματα και ασυνέπειες, αλλά και από μεγάλη θεματική ποικιλία, όπου ομηρικές μάχες συνυπάρχουν με βουκολικά, ερωτικά, αστρονομικά, ιστορικά κ.ά. στοιχεία. Ο Νόννος έγραψε και μια παράφραση του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου, σε επικό μέτρο και γλώσσα, έτσι που να αναρωτιόμαστε αν κάποια στιγμή έγινε χριστιανός, ή αν ήταν πάντα «ολίγον εθνικός και ολίγον χριστιανίζων», όπως και πολλοί άλλοι στην εποχή του.
257 Ο Ευνάπιος εντάσσεται και στη βιογραφική παράδοση με το έργο του Βίοι σοφιστῶν, όπου συνειδητά συνέχισε το ομώνυμο έργο του Φλάβιου Φιλόστρατου.
 
Επιλογικά
 
Σχεδόν χίλια διακόσια χρόνια κράτησε η εξελικτική πορεία του αρχαιοελληνικού κόσμου, όπως την παρακολουθήσαμε, ξεκινώντας από το κεφαλόβρυσο του Ομήρου, που είχε θησαυρισμένο μέσα του όλον τον πλούτο της προϊστορίας, ως τους τελευταίους εθνικούς διανοούμενους της Ελληνορωμαϊκής εποχής.
Στόχος μας, όπως τον προσδιορίσαμε, ήταν να γνωρίσουμε την ελληνική αρχαιότητα στην πληρότητα, στην ενότητα και στην εξέλιξή της - αλλά σχετικά με την πληρότητα είχαμε εξαρχής επισημάνει την έλλειψη μιας παράλληλης, μακάρι ενσωματωμένης, ιστορίας της αρχαίας τέχνης, που δεν ήταν δυνατό να αναπληρωθεί από τις λίγες σχετικές παρατηρήσεις μας.
Για την ενότητα αφετηρία μας ήταν τα λόγια του Ηρόδοτου όταν μίλησε για «τον Ελληνισμό, που έχει ίδιο αίμα και ίδια γλώσσα», τὸ Ἑλληνικὸν ἐὸν ὅμαιμόν τε καὶ ὁμόγλωσσον (8.144)· όμως στη συνέχεια, ιδιαίτερα μετά την εκστρατεία του Μεγαλέξανδρου και την εξάπλωση του Ελληνισμού, οδηγός μας στάθηκε και η πολυσήμαντη διαπίστωση του Ισοκράτη ότι «πιο πολύ ονομάζονται Έλληνες όσοι μετέχουν στην παιδεία μας παρά όσοι έχουν την ίδια μ᾽ εμάς φυσική καταγωγή».
Η ακτινοβολία της ελληνικής παιδείας (με τη γενικότερη έννοια) στους ξένους, η εξάπλωση του Ελληνισμού, η κυριαρχία της ελληνικής γλώσσας και η αποφασιστική επίδραση του ελληνικού πολιτισμού στους Ρωμαίους ας μη μας οδηγήσουν να ξεχάσουμε πόσο γόνιμη ήταν και για τους Έλληνες, σε όλες τις εποχές, η επαφή τους με άλλους λαούς. Δεν ξέρουμε ως ποιο σημείο ισχύει αυτό που διαβάζουμε στην Επινομίδα, ότι «στο τέλος οι Έλληνες τα κάνουν ωραιότερα όσα τυχόν παραλάβουν από τους ξένους»·[258] είναι όμως βέβαιο ότι πλήθος πολιτισμικά στοιχεία, ενσωματωμένα στην ελληνική παράδοση, έχουν αρχικά ξενική, τις περισσότερες φορές ανατολική, προέλευση.
Μένει να μιλήσουμε για την εξέλιξη του αρχαίου ελληνικού κόσμου, για το πώς στο πέρασμα του χρόνου τα πολιτισμικά φαινόμενα από τη μια μεταβάλλονταν από την άλλη συνέχιζαν την παράδοση - και μια εικόνα θα μας βοηθήσει.
Σημειώσαμε, μιλώντας για τον ιστορικό Πολύβιο, την άποψη ότι «στις πολιτείες», όπως και στους ζωντανούς οργανισμούς, «υπάρχει μια φυσιολογική αύξηση, μετά από αυτήν η ακμή, έπειτα ο μαρασμός - και όλα είναι πιο ισχυρά την εποχή της ακμής».[259] Αυτό το σχήμα της εξέλιξης κατὰ φύσιν είναι παλιό· έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές για να περιγράψει ιστορικά φαινόμενα, και θα μπορούσαμε με επιτυχία να το αξιοποιήσουμε ως μεταφορική εικόνα στην περιγραφή της ελληνικής αρχαιότητας.
Η Αρχαϊκή εποχή θα προσέχαμε ότι παρουσιάζει πολλά παιδικά και εφηβικά χαρακτηριστικά: τα ζωηρά συναισθήματα, την επαναστατική διάθεση, τη χαρά της ζωής και, το σημαντικότερο, τη βαθμιαία αφύπνιση της προσωπικότητας. Στους κλασικούς αιώνες η ανακάλυψη και η εκμετάλλευση των νοητικών δυνατοτήτων, η έντονη δραστηριότητα και οι μεγάλες επιτυχίες εύκολα παραλληλίζονται με την παραγωγική ηλικία της ακμής. Η Αλεξανδρινή εποχή, με την ευαισθησία, τη σοφία και την εργατικότητά της αντιστοιχεί, θα λέγαμε, στην προχωρημένη ωριμότητα· τέλος, οι ελληνορωμαϊκοί χρόνοι, με την ακινησία, τον μυστικισμό και τη νοσταλγία των περασμένων μεγαλείων, πολύ θυμίζουν τα γεράματα.
Σωστά και χρήσιμα όλα αυτά· έχουν όμως και την αρνητική τους πλευρά. Στην εφαρμογή του, το σχήμα της φυσιολογικής εξέλιξης εισάγει αυτόματα έννοιες αξιολογικές, όπως η ακμή και η παρακμή, η άνοδος και η πτώση, έννοιες που παλαιότερα χρησιμοποιήθηκαν στην ιστοριογραφία αλλά οι σημερινοί επιστήμονες τις αποφεύγουν, γιατί συχνά οδηγούν σε σφαλερές εκτιμήσεις και λάθη.[260] Στην περίπτωσή μας, η «φυσιολογική» θεώρηση της ελληνικής αρχαιότητας εύκολα θα μας ξεγελούσε να υποτιμήσουμε την ποίηση και την τέχνη της Ελληνιστικής εποχής και να παραβλέψουμε ως παρακμιακά τα επιτεύγματα των ελληνορωμαϊκών χρόνων.
Έτσι προτιμήσαμε μιαν άλλη εικόνα, την εικόνα της ετήσιας διαδοχής των εποχών, αντιστοιχώντας την Αρχαϊκή εποχή με την άνοιξη, την Κλασική με το καλοκαίρι, την Ελληνιστική με το φθινόπωρο και την Ελληνορωμαϊκή με τον χειμώνα. Το σχήμα είναι απλό και σε όλους μας οικείο, σχήμα χρονικό όπου μέσα του διαδέχονται η μια την άλλη οι εποχές, καθεμιά με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αλλά χωρίς απότομες αλλαγές, όπως συμβαίνει και στην εξέλιξη του αρχαιοελληνικού κόσμου. Ακόμα, στο σύνολό της η εικόνα του ἐνιαυτοῦ δεν αποτελεί ανεξάρτητη ενότητα, αλλά εντάσσεται σε μιαν αδιάσπαστη ακολουθία όπου η αρχή της συμπίπτει με το τέλος της προηγούμενης και το τέλος της με την αρχή της επόμενης χρονιάς - το ίδιο που συμβαίνει με τις μεγάλες ιστορικές περιόδους, όπως συμβατικά τις ξεχωρίζουμε. Τελευταίο και σημαντικό: οι εποχές του χρόνου είναι ισότιμες, η καθεμιά με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της, η καθεμιά συνεχίζοντας την προηγούμενη και προετοιμάζοντας την επόμενη - όλες απαραίτητες για το γύρισμα της χρονιάς και τη ροή των εξελίξεων.
Υποχρέωσή μας είναι ακόμα να δείξουμε ότι ο παραλληλισμός της πορείας της ελληνικής αρχαιότητας με τον ενιαυτό βασίζεται σε κάποιες πραγματικές αντιστοιχίες και βοηθά να τακτοποιηθούν, αν όχι και να κατανοηθούν, ορισμένα φαινόμενα.
Ύστερα από μια μεγάλη περίοδο ομοιομορφίας και στασιμότητας, εννοώντας τους προϊστορικούς αιώνες της θεόσδοτης βασιλείας και του ηρωικού κώδικα συμπεριφοράς, η Αρχαϊκή εποχή με την πολυχρωμία στην τέχνη, με την τραγουδιστική ποικιλία της λυρικής ποίησης, με το ξύπνημα της προσωπικότητας, με τη διαφοροποίηση των προτιμήσεων, με την απόλαυση της ζωής, τα θαλασσινά ταξίδια και τους ελπιδοφόρους αποικισμούς σίγουρα συγγενεύει σε πολλά με την άνοιξη.
Η καλοκαιρινή διάσταση της Κλασικής εποχής υποστηρίζεται από την εξαιρετική ενεργητικότητα σε κάθε τομέα (στον πολιτικό, στον οικονομικό, στον καλλιτεχνικό, ακόμα και στον πολεμικό), από την έντονη επικοινωνία, τις αλλεπάλληλες γιορταστικές εκδηλώσεις, πάνω απ᾽ όλα από το καλοκαιρινό φως: τον ήλιο που πολεμά τις σκιές, ξεκαθαρίζει τα περιγράμματα και απογυμνώνει την πραγματικότητα, όπως την πραγματικότητα απογύμνωνε και την αλήθεια φανέρωνε το κίνημα του διαφωτισμού, που αναπτύχτηκε τον 5ο και ολοκληρώθηκε τον 4ο π.Χ. αιώνα.
Κυρίαρχο φθινοπωρινό χαρακτηριστικό της Αλεξανδρινής εποχής η λεπταίσθητη ποιητική διάθεση, αλλά και η αφθονία, ο πλούτος και η συνακόλουθη φροντίδα για συγκομιδή και αποθήκευση των αγαθών. Στον τομέα των γραμμάτων, που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα, οι σοφοί δούλεψαν νύχτα μέρα να συγκεντρώσουν τους πνευματικούς καρπούς, να ξεχωρίσουν τους καλύτερους (κανόνες), να τους συντηρήσουν (κριτική αποκατάσταση των κειμένων), να τους συσκευάσουν (εκδόσεις), ακόμα και να τους αποθηκεύσουν στις βιβλιοθήκες της Αλεξάνδρειας, της Περγάμου και αλλού.
Τέλος, στον χειμώνα της Ελληνορωμαϊκής εποχής έχουμε από τη μια την εκμετάλλευση ή, καλύτερα, την ανάλωση του αποθηκευμένου πλούτου από τον αττικισμό και τη δεύτερη σοφιστική, από την άλλη την ομοιομορφία και την απραξία που υπαγόρευε η αυστηρή έννομη τάξη της ρωμαϊκής εξουσίας. Τελευταίο και σπουδαιότερο χειμωνιάτικο χαρακτηριστικό, η αργή υπόγεια προετοιμασία για το νέο ξεκίνημα, όπως το σηματοδότησε, στο γύρισμα από τον 1ο π.Χ. στον 1ο μ.Χ. αιώνα, η γέννηση του Χριστού.
Μπορεί να αμφισβητηθεί και αυτό το σχήμα· δεν είναι όμως παρά μια απλή πρόταση· και ο αναγνώστης, έχοντας γνωρίσει μαζί μας τα πράγματα, είναι τώρα σε θέση να εκτιμήσει μόνος ως ποιο σημείο η εικόνα του ενιαυτού ισχύει ως μεταφορά, και ως ποιο σημείο δεν αποτελεί παρά απλό οργανωτικό τέχνασμα.
 
Χαλεπὸν […] ἄνθρωπον ὄντα μὴ διαμαρτάνειν ἐν πολλοῖς,
τὰ μὲν ὅλως ἀγνοήσαντα, τὰ δὲ κακῶς κρίναντα,
τὰ δὲ ἀμελέστερον γράψαντα.
Γαληνός[261]
-----------
258 Ὅτιπερ ἂν Ἕλληνες βαρβάρων παραλάβωσι, κάλλιον τοῦτο εἰς τέλος ἀπεργάζονται (987d). Για την Επινομίδα.
259 Παντός, καὶ σώματος καὶ πολιτείας καὶ πράξεως, ἐστί τις αὔξησις κατὰ φύσιν, μετὰ δὲ ταύτην ἀκμή, κἄπειτα φθίσις, κράτιστα δ᾽ αὐτῶν ἐστι πάντα τὰ κατὰ τὴν ἀκμήν (6.51.4).
260 Είναι γνωστά τα έργα Ιστορία της παρακμής και της πτώσης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας του άγγλου ιστορικού Γίββωνα (1737-1794) και Σκέψεις για τα αίτια του μεγαλείου και της παρακμής των Ρωμαίων του γάλλου φιλόσοφου Μοντεσκιέ (1689-1755), όπου και στα δύο η χιλιόχρονη ιστορία του Βυζαντίου παρουσιάζεται ως η παρακμή και η πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
261 «Δύσκολο ένας άνθρωπος να μη λαθέψει σε πολλά: σε μερικά γιατί το αγνόησε τελείως, σε άλλα γιατί δεν τα έκρινε σωστά, σε άλλα γιατί τα έγραψε ανέμελα» (Περὶ συνθέσεως φαρμάκων 12.34.4-6) - και με χαρά θα δεχτούμε και θα αξιοποιήσουμε στην επόμενη έκδοση τις παρατηρήσεις που θα μας κάνουν οι αναγνώστες, μικροί και μεγάλοι.
 
Κατάλογοι

Αρχαίες ελληνικές γραμματολογίες

R. Flacelière, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας (1962): μετάφρ. Γ. Δ. Βανδώρος και Ε. Κάζου-Βανδώρου, Αθήνα (Παπαδήμας) 1974.
Α. Lesky, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας (21963): μετάφρ. Α. Τσοπανάκης, Θεσσαλονίκη (Αδελφοί Κυριακίδη) 51981.
Α. Γεωργοπαπαδάκος, Ελληνική γραμματολογία, από τις αρχές ως το τέλος του 6ου μ.Χ. αιώνα, Θεσσαλονίκη (Μόλχο) 21968.
J. de Romilly, Αρχαία ελληνική γραμματολογία (1980): μετάφραση Θ. Χριστοπούλου-Μικρογιαννάκη, Αθήνα (Καρδαμίτσα) 1988.
Ρ. Ε. Easterling και Β. Μ. W. Knox, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας (1985): μετάφρ. Ν. Κονομής, Χ. Γρίμπα και Μ. Κονομή, Αθήνα (Παπαδήμας) 1990.
Η. G. Nesselrath, Εισαγωγή στην αρχαιογνωσία, τ. Α' Αρχαία Ελλάδα (1997): μετάφρ. I. Αναστασίου, I. Βάσσης, Σ. Κοτζαμπάση, Θ. Κουρεμένος και Π. Κυριακού, Αθήνα (Παπαδήμας) 2001.
S. Saïd, Μ. Trédé και Α. Boulluec, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας (1997): μετάφρ. Β. Πόθου και Α. Κυριαζόπουλος, Αθήνα (Παπαζήσης) τ. 1, 2001· τ. 2, 2004.
 
Μικρό λεξικό φιλολογικών και αρχαιογνωστικών όρων
 
Για την έννοια των όρων που έχουν ερμηνευτεί μέσα στο βιβλίο παραπέμπουμε στη σχετική σελίδα. *Λέξεις με αστερίσκο έχουν και δικό τους, χωριστό λήμμα.
 
Αἶνος: αρχαία λέξη για τις διηγήσεις, ιδιαίτερα για τις μικρές, συνήθως αλληγορικές, διδακτικές διηγήσεις, τους *μύθους.
Αἰσυμνήτης: κριτής, διαιτητής· το αρχαίο ρήμα αἰσυμνάω σημαίνει «διοικώ».
Αίτια: διηγήσεις που σκοπό έχουν να εξηγήσουν πώς και γιατί δημιουργήθηκαν ορισμένα φαινόμενα, έθιμα, ονομασίες κ.τ.ό.
Αλληγορία αποτελεί κάθε λόγος (ή εικαστικό έργο) που άλλα λέει (ή παριστάνει) και άλλα εννοεί. Αλληγορικοί είναι π.χ. οι μύθοι του Αισώπου, αλληγορικές και οι περισσότερες παροιμίες. Για αλληγορική ερμηνεία μιλούμε, όταν κάποιος προσπαθεί να βρει και να φανερώσει τα νοήματα που είτε πραγματικά είτε μόνο κατά τη γνώμη του κρύβονται πίσω από ένα κείμενο (ή εικαστικό έργο).
Ανάθημα: το αφιέρωμα, κάθε τι που ο πιστός παραδίδει στον ναό σε ένδειξη ευγνωμοσύνης και τιμής προς τη θεότητα.
Αντιλογία είναι η γραπτή ή προφορική υποστήριξη δύο αντίθετων απόψεων, είτε από τον ίδιο είτε από δύο διαφορετικούς ομιλητές ή συγγραφείς.
Αποκατάσταση των κειμένων είναι η διόρθωση των αντιγραφικών κ.ά. σφαλμάτων, σε μια προσπάθεια να αποκατασταθεί η αρχική τους μορφή.
Αποφθέγματα ή γνώμες είναι σύντομες και καλοδιατυπωμένες απόψεις σημαντικών προσώπων, που κυκλοφορούν γραπτά ή προφορικά, επώνυμα ή ανώνυμα.
Αριστοκρατία: το πολίτευμα όπου δικαίωμα να κυβερνούν είχαν μόνο όσοι ήταν ἄριστοι από τη γέννησή τους.
Άτη με κεφαλαίο ως θεότητα, κόρη του Δία, ή με μικρό ως προσηγορικό, είναι η τύφλωση, η παραζάλη που στέλνουν οι θεοί στους θνητούς, όταν θέλουν να τους σπρώξουν στον όλεθρο.
Ατθιδογράφοι ονομάζονται οι ιστορικοί της Αθήνας, ή πιο σωστά, της Αττικής.

Βιβλίο στην αρχαιότητα ονομαζόταν το τυλιγάδι: ένα ρολό από παπυρικά φύλλα, συνήθως όχι περισσότερα από είκοσι, κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Το μήκος του μπορούσε να ξεπεράσει τα πέντε μέτρα, αλλά τις περισσότερες φορές ήταν σημαντικά μικρότερο.
Βίος ενός συγγραφέα (ή άλλου σημαντικού προσώπου) είναι η περισσότερο ή λιγότερο αληθινή βιογραφία του, όπως καταγράφηκε από τους μεταγενέστερους.
Βίος θεωρητικός και βίος πρακτικός: αριστοτελικοί όροι που χαρακτηρίζουν δύο διαφορετικούς τρόπους ζωής· ο πρώτος μια ζωή αφιερωμένη στον φιλοσοφικό στοχασμό, ο δεύτερος μια ζωή αφιερωμένη στην (πολιτική κυρίως) πράξη.
Βιοσοφία ονομάζεται το σύνολο των γνώσεων που αφορούν τον σωστό τρόπο ζωής.
Βωμολοχίες είναι οι τολμηρές σεξουαλικές ή σκατολογικές κουβέντες.

Γένος (στη ρητορική) συμβουλευτικό, δικανικό, επιδεικτικό.
Γνώμες: τα *αποφθέγματα.
Γυμνάσιο ήταν ο τόπος όπου συγκεντρώνονταν οι νέοι, αρχικά για να γυμναστούν, ύστερα και για να κάνουν μαθήματα σε χωριστές αίθουσες, τα ἀκροατήρια.
Γυμνοσοφιστές: ινδοί βραχμάνες, φυσιολάτρες, που ζούσαν στο ύπαιθρο γυμνοί, με απόλυτη λιτότητα και αυστηρή άσκηση. Οι αρχαίοι τους θεωρούσαν ιδιαίτερα σοφούς.
 
Δεισιδαιμονία: η λέξη είναι σύνθετη από το ρήμα δείδω «φοβούμαι» και το ουσιαστικό δαίμων «θεότητα».
Δημηγορίες ονομάζουμε τις ομιλίες που εκφωνήθηκαν δημόσια, είτε στην εκκλησία του δήμου είτε σε άλλες επίσημες εκδηλώσεις - όχι στα δικαστήρια. Η λέξη είναι σύνθετη από το ουσιαστικό δῆμος και το ρήμα ἀγορεύω.
Δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου κρατεῖ (επικρατεί, κυβερνά) ο δῆμος, δηλαδή το σύνολο των πολιτών, και όχι μόνο οι αριστοκράτες ή οι οικονομικά ισχυροί όπως στην *ολιγαρχία.
Διαλεκτική: φιλοσοφική μέθοδος όπου η αναζήτηση της αλήθειας γίνεται με επιδέξιες ερωτήσεις και προσεκτικό έλεγχο των απαντήσεων. Στη νεότερη φιλοσοφία ο όρος έχει αλλάξει έννοια.
Διαλέξεις ονομάζονταν οι δημόσιες συζητήσεις, αλλά ο ίδιος όρος χρησιμοποιήθηκε και για τη διδασκαλία των φιλοσόφων και για τις ομιλίες των σοφιστών.
Διαλλακταί: άρχοντες με καθορισμένη θητεία και στόχο να διαλλάξουν (να συμφιλιώσουν) τους πολίτες εξαλείφοντας τις πολιτικές αντιθέσεις.
Διατριβές ή *πραγματείες ονομάζουμε τα επιστημονικά, φιλοσοφικά κ.ά. συγγράμματα.
Δίαυλος: δρόμος ταχύτητας όπου οι αθλητές έτρεχαν ως το τέλος του σταδίου, έκαναν στροφή και γύριζαν να τερματίσουν στην αφετηρία.
Δράματα: η λέξη παράγεται από το ρήμα δρῶ «χάνω κάτι» και χαρακτηρίζει όλα τα θεατρικά δρώμενα, τις κωμωδίες όσο και τις τραγωδίες και τα σατυρικά.
 
Εγκώμια ονομάζονται όλα τα επαινετικά-δοξαστικά έργα: τα ποιητικά όσο και τα πεζά ρητορικά-επιδεικτικά γυμνάσματα που αφορούσαν πρόσωπα, όπως το Ἑλένης ἐγκώμιον του Γοργία, ζώα, όπως το Μυίας ἐγκώμιον του Λουκιανού, ή και πράγματα, όπως το Φαλάκρας ἐγκώμιον του Δίωνα Χρυσόστομου. Είναι φανερό ότι στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις ο έπαινος άλλο σκοπό δεν είχε από το να αποδείξει τη ρητορική δεξιότητα του συγγραφέα.
Εθιμικά ονομάζουμε τα λαϊκά τραγούδια που τραγουδιούνται σε συνδυασμό με ορισμένα έθιμα, όπως η αρχαία εἰρεσιώνη, τα σημερινά κάλαντα κλπ.
Εθνικοί ονομάστηκαν, κιόλας στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου, όσοι δεν προσχωρούσαν στον χριστιανισμό, αλλά έμεναν πιστοί στις παλιές θρησκείες.
Εθνολογία ή Εθνογραφία είναι η μελέτη και καταγραφή των τρόπων ζωής, των εθίμων και γενικά του πολιτισμού ξένων λαών, συνήθως εξωτικών ή πρωτόγονων.
Εἰκός ονόμαζαν οι αρχαίοι αυτό που ήταν πιο ταιριαστό, πιο φυσικό, πιο λογικό - άρα και πιο πιθανό να συμβεί. Ως λέξη το εἰκός είναι το ουδέτερο της μετοχής του παρακειμένου του ρήματος εἴκω «μοιάζω, ταιριάζω, φαίνομαι», απ᾽ όπου παράγονται και τα εικόνα, εικαστικές τέχνες κ.τ.ό.
Εκλεκτική ονομάζεται η φιλοσοφία και εκλεκτικός ο φιλόσοφος, όταν αισθάνεται ελεύθερος να εκλέγει και να υιοθετεί στοιχεία από οποιοδήποτε άλλο φιλοσοφικό σύστημα.
Εκφράσεις ονομάστηκαν στην αρχαιότητα οι λεπτομερείς ρητορικές περιγραφές ζωγραφικών, πλαστικών, αρχιτεκτονικών κ.ά. εικαστικών έργων.
Έλεγχος (σωκρατικός) και ελεγκτικός διάλογος.
Εμβόλιμα χαρακτηρίζονται τα χορικά τραγούδια που παρεμβάλλονταν στα *δράματα χωρίς να σχετίζονται με την υπόθεση του έργου.
Εμπειρισμός: νεότερη λέξη για κάθε φιλοσοφία που βασίζεται στα στέρια δεδομένα των αισθήσεων. Αρχαιοελληνικές ήταν οι λέξεις ἐμπειρία και το επίθετο ἐμπειρικός, που αποδόθηκε στην ιατρική σχολή του Ηρόφιλου.
Έντεχνες πίστεις ονομάστηκαν στη ρητορική το ήθος, δηλαδή η προσωπικότητα, το πάθος, δηλαδή η συναισθηματική φόρτιση, και ο λόγος, δηλαδή η συλλογιστική ικανότητα του ρήτορα.
Εξάρχοντες ονομάζονταν οι κορυφαίοι των Χορών του *διθυράμβου.
Επιγραφική: κλάδος της αρχαιολογίας που μελετά (διαβάζει, συμπληρώνει, ερμηνεύει και εκδίδει) τις επιγραφές.
Επιθαλάμια: τα τραγούδια του γάμου που προορίζονται να τραγουδηθούν όταν οι νιόπαντροι έχουν αποσυρθεί στον νυφικό θάλαμο.
Επίνικοι (ύμνοι) ή επινίκια (άσματα): Εδώ ανήκουν οι Ολυμπιόνικοι, οι Πυθιόνικοι, οι Ισθμιόνικοι και οι Νεμεόνικοι.
Επύλλιο: το μικρό έπος. Η κατάληξη -ύλλιον είναι υποκοριστική, όπως στο *ειδύλλιο(ν).
Εριστικός χαρακτηρίζεται ο διάλογος, όταν στόχος του δεν είναι να αναζητηθεί και να βρεθεί η αλήθεια, αλλά να αποστομωθεί ο συνομιλητής.
Εταιρείες ονομάζονταν στην Αθήνα της κλασικής εποχής οι πολιτικές ομάδες. Οι περισσότερες ήταν ολιγαρχικές, με σκοπό να υποσκάψουν, αν όχι και να ανατρέψουν τη δημοκρατία.
Εφημερίδες ονομάζονταν, από τον καιρό του Μεγαλέξανδρου, τα επίσημα ημερολόγια όπου καταγράφονταν με κάθε λεπτομέρεια οι καθημερινές πολιτικές και πολεμικές εξελίξεις, τα διπλωματικά έγγραφα, οι επιστολές, ακόμα και η ιδιωτική ζωή του βασιλιά.

Ηθογραφικά έργα είναι όσα περιγράφουν τα ήθη, δηλαδή τις συνήθειες, τις ασχολίες, τη συμπεριφορά, το ντύσιμο και γενικά τους τρόπους ζωής μιας ομάδας ή κατηγορίας ανθρώπων, συνήθως απλών.
 
Θεογονία: η γένεση των θεών.
Θεοσοφία: η φιλοσοφική σκέψη, όταν επικεντρώνεται στις σχέσεις του ανθρώπου με τους θεούς.
Θίασος: άτυπη ομάδα ή οργανωμένη αδελφότητα αφιερωμένη στη λατρεία ενός θεού, κυρίως του Διονύσου. Η σημερινή σημασία ξεκινά από τους θιάσους που παρουσίαζαν τους *διθυράμβους και τα *δράματα στις διονυσιακές γιορτές.
Θρύλος: φανταστική διήγηση που αφορά ένα ή περισσότερα ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα.
 
Ιμπεριαλισμός είναι η προσπάθεια ενός κράτους να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική ή/και οικονομική του δύναμη για να επιβάλει την εξουσία του σε όσο το δυνατό περισσότερους ανθρώπους και τόπους.
 
Κόρος: ο υπερκορεσμός, η απόλυτη χόρταση, και μεταφορικά, η κατοχή υπερβολικού πλούτου, εξουσίας, δύναμης κλπ.
Κορυφαίος: ο αρχιτραγουδιστής στη χορική ποίηση, και ο επικεφαλής του Χορού στο δράμα.
Κοσμογονία: η δημιουργία του κόσμου.
Κτίσεις ονομάζονται όσα έργα, ποιητικά ή πεζά, αφηγούνται την ίδρυση (κτίσιν) και την ιστορία μιας πολιτείας ή περιοχής, ξεκινώντας από τα μυθικά χρόνια και τους πρώτους ήρωες οικιστές.
Κυκλικοί (ποιητές): κυκλικά ή κύκλια έπη ήταν τα έργα των κυκλικών ποιητών· κυκλικοί ή κύκλιοι χαρακτηρίζονταν και οι λατρευτικοί *Χοροί που τραγουδούσαν και χόρευαν γύρω από τους βωμούς, ιδιαίτερα οι Χοροί των διθυράμβων.
 
Λόγια στοιχεία στα λογοτεχνικά έργα είναι οι σπάνιες λέξεις, οι αρχαϊκοί και διαλεκτικοί γραμματικοί τύποι, οι εξεζητημένες συντάξεις, οι απόκρυφες ή τοπικές μυθολογικές διηγήσεις, οι ιστορικές και γεωγραφικές λεπτομέρειες, οι υπαινιγμοί σε άλλα κείμενα - όλα γενικά τα στοιχεία που η πρόσληψή τους από τον ακροατή ή τον αναγνώστη απαιτεί γνώσεις όχι κοινές, συνηθισμένες μόνο στους διαβασμένους.

Μάγοι: Μήδοι ιερείς του ζωροαστρισμού στην Περσία.
Μέλος: το τραγούδι που κατά τον Πλάτωνα απαρτίζεται «από λόγο, αρμονία και ρυθμό» (Πολιτεία 398d).
Μεταφυσική: στη σύγχρονη γλώσσα το επίθετο μεταφυσικός χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του *υπερβατικός.
Μέτοικοι ονομάζονταν οι ελεύθεροι ξένοι που είχαν εγκατασταθεί και ζούσαν μόνιμα στην Αθήνα.
Μέτρο: μικρή ρυθμική μονάδα που μόνη, με την επανάληψή της, ή σε συνδυασμό με άλλες απαρτίζει τον στίχο· Μετρική: η μελέτη των μέτρων.
Μίμος: λογοτεχνικός μίμος ή μιμίαμβος.
Μνημοτεχνική: μέθοδος για να ενισχύσει κανείς τη λειτουργία της μνήμης του με τεχνάσματα ή/και με άσκηση.
Μονογραφίες χαρακτηρίζονται τα συγγράμματα που έχουν συγκεκριμένο και περιορισμένο θέμα.
Μονωδίες: ανεξάρτητα ή ενταγμένα στα δράματα λυρικά τραγούδια που παρουσιάζονται από έναν μόνο τραγουδιστή.
Μουσείο χαρακτηριζόταν κάθε χώρος αφιερωμένος, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, στη λατρεία των Μουσών.
Μυστηριακές είναι οι λατρείες που περιορίζονται σε έναν κλειστό κύκλο από μυημένους πιστούς. Οι μελλοντικοί μύστες, όταν επιλεγούν, περνούν τη διαδικασία της μύησης, διδάσκονται από τον μυσταγωγό ορισμένα απόρρητα και συμμετέχουν στα μυστήρια: τελετουργίες με προκαθορισμένο απόκρυφο τυπικό που οι αμύητοι απαγορεύεται να τις παρακολουθήσουν. Τελικός σκοπός είναι βέβαια η εύνοια και η προνομιακή μεταχείριση των μυστών από τη θεότητα των μυστηρίων.
Μυστικισμός: η πίστη ότι υπάρχουν κρυφές, υπερβατικές δυνάμεις που επηρεάζουν τη ζωή των ανθρώπων, και που ο άνθρωπος μπορεί να τις προσεγγίσει άμεσα, χωρίς παρέμβαση των αισθήσεων και του λογικού.

Νόμοι ονομάζονταν αρχικά μόνο συγκεκριμένες, κιθαρωδικές κυρίως, μελωδίες, ύστερα και τα τραγούδια που τραγουδιόνταν με τη συνοδεία τους.
Νουβέλα: πεζό αφηγηματικό κείμενο, μεγαλύτερο από το διήγημα αλλά μικρότερο από το μυθιστόρημα.

Ολιγαρχία: το πολίτευμα όπου ἄρχουν (κυβερνούν) λίγοι μόνο πολίτες, είτε οι αριστοκράτες, όπως στην *αριστοκρατία, είτε οι οικονομικά ισχυροί, όπως στην *τιμοκρατία.
Ὀνομαστὶ κωμῳδεῖν.
Οντολογία: ο κλάδος της φιλοσοφίας που μελετά την ύπαρξη αυτή καθαυτή, ποια όντα υπάρχουν πραγματικά, και ποια όχι.
Ορθολογισμός: η κυριαρχία του ορθού λόγου, δηλαδή της λογικής σκέψης.
 
Παίγνια: Παίγνια ονομάστηκαν από τον Πλούταρχο και οι *μίμοι, όταν ήταν καθαρά παιχνίδια, χωρίς πλοκή.
Παλαιογραφία: κλάδος της φιλολογίας που μελετά (διαβάζει, συγκρίνει, χρονολογεί) τα παλιά χειρόγραφα.
Παπυρολογία: κλάδος της φιλολογίας που μελετά (διαβάζει, συμπληρώνει, ερμηνεύει) όσα βρίσκονται γραμμένα σε παπύρους.
Πάπυρος: φυτό που από τις ίνες του οι Αιγύπτιοι κατασκεύαζαν φύλλα και *βιβλία όπου πάνω τους μπορούσαν να γράψουν.
Παράδοση των κειμένων: άμεση είναι η παράδοση ενός έργου όταν υπάρχουν επιγραφές, πάπυροι ή χειρόγραφα που το παραδίδουν αυτούσιο, ενώ έμμεση είναι η παράδοση όταν ένα έργο σώζεται μόνο γιατί κάποιος άλλος συγγραφέας το έχει παραθέσει, ολόκληρο ή αποσπασματικά, σε δικό του έργο.
Παρακλαυσίθυρο: η λέξη είναι σύνθετη από την πρόθεση παρά «κοντά», το ρήμα κλαίω και το ουσιαστικό θύρα, και δηλώνει το παραπονεμένο τραγούδι του ερωτευμένου νέου μπροστά στην κλειστή πόρτα της αγαπημένης του.
Παρατραγωδία: είναι η *παρωδία συγκεκριμένων τραγικών κειμένων, ή και του τραγικού ύφους γενικά.
Παρρησία: η ελευθερία του λόγου, το δημοκρατικό δικαίωμα κάθε πολίτη να λέει ανοιχτά τη γνώμη του, χωρίς να φοβάται τιμωρία.
Παρωδία: η σατιρική μίμηση.
Πεντάτευχος: τα πέντε πρώτα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης.
Περγαμηνή: δέρμα που με την κατάλληλη επεξεργασία γινόταν κατάλληλο να χρησιμεύσει ως γραφική ύλη.
Περιήγηση για τους αρχαίους δεν ήταν το ταξίδι αλλά το βιβλίο που ξεναγούσε τους ταξιδιώτες ορίζοντας τα δρομολόγια, διηγώντας την ιστορία και περιγράφοντας τα αξιοθέατα του κάθε τόπου· και περιηγητής δεν ήταν ο ταξιδιώτης αλλά ο ξεναγός συγγραφέας έργων περιηγητικής λογοτεχνίας.
Περίπλους ήταν το ακτοπλοϊκό ταξίδι γύρω από έναν τόπο (π.χ. γύρω από την Πελοπόννησο), ή σε μια κλειστή θάλασσα (π.χ. στον Εύξεινο Πόντο), αλλά και το έργο όπου καταγράφονταν οι διάφοροι τόποι και λαοί που θα συναντούσε κανείς στο ταξίδι του.
Πλειάς ήταν το όνομα του αστερισμού της Πούλιας, που απαρτίζεται από επτά άστρα. Πλειάδα ονόμασαν οι αλεξανδρινοί φιλόλογοι τους επτά σημαντικότερους τραγικούς ποιητές τους, πλειάδα ονομάζουμε μερικές φορές και εμείς τις μικρές καλλιτεχνικές ομάδες.
Πολυάνδριον ονομαζόταν ο ομαδικός τάφος, π.χ. των νεκρών ύστερα από μια μάχη.
Πραγματείες ή *διατριβές ονομάζουμε τα επιστημονικά, φιλοσοφικά κ.ά. συγγράμματα.
Προαγών: η δημόσια παρουσίαση των ηθοποιών και της υπόθεσης των δραμάτων που γινόταν από τον ποιητή στο *ωδείο, λίγες μέρες πριν από τους δραματικούς αγώνες.
Πρόλογος (στα δράματα): μονόλογος ή διάλογος των προσώπων πριν από την είσοδο του Χορού.
Προμετωπίδες ονομάζουμε σήμερα τα σύντομα χαρακτηριστικά κείμενα που οι συγγραφείς τυχαίνει να προτάξουν στα κεφάλαια των βιβλίων τους.
Προσωποποίηση: η απόδοση ανθρώπινων (και θεϊκών!) χαρακτηριστικών σε αφηρημένες έννοιες, όπως π.χ. στη δόξα, ή σε άψυχα όντα, όπως π.χ. στους ανέμους.

Ρεαλισμός στις καλές τέχνες είναι η προσπάθεια των καλλιτεχνών να αποδώσουν την πραγματικότητα με ακρίβεια, όπως είναι, χωρίς παραλείψεις, υπερβολές και ωραιοποιήσεις.
Ρήσεις (στα δράματα): οι ρητορικοί μονόλογοι.
 
Σίλλοι: σκωπτικά ποιήματα σε δακτυλικό εξάμετρο. Το επίθετο σίλλος σημαίνει «αλλήθωρος».
Σκευή: η εξάρτυση, όλα όσα φορούσαν και κρατούσαν οι υποκριτές και οι χορευτές στα δράματα.
Σοφίσματα: νοητικά τεχνάσματα και ακροβασίες, συλλογισμοί που φαίνονται λογικοί αλλά οδηγούν σε αδιέξοδο ή σε σφάλμα.
Στιχομυθία (στα δράματα): γρήγορος διάλογος όπου κάθε πρόσωπο λέει έναν ή το πολύ δύο στίχους.
Συμπίλημα: έργο που βασικά απαρτίζεται από παραθέματα άλλων προγενέστερων έργων.
Συντεχνία είναι η ένωση ανθρώπων που ασκούν την ίδια τέχνη και συνεργάζονται για να προωθήσουν την τέχνη τους και τα επαγγελματικά τους συμφέροντα.
Σφραγίδα (στη λογοτεχνία): το σημείο όπου μέσα στο έργο, συνήθως στην αρχή ή στο τέλος, ο συγγραφέας φανερώνει το όνομά του, συχνά και άλλα προσωπικά του στοιχεία.
Σώμα απαρτίζουν όλα μαζί τα έργα που η *άμεση «παράδοση μας τα παραδίδει ως σύνολο με το όνομα ενός συγγραφέα (π.χ. του Αριστοτέλη), ή μιας κατηγορίας συγγραφέων (π.χ. των Ιπποκρατικών).

Τετραλογία (στα δράματα): Τετραλογίαι ονομάστηκε και ένα έργο του Αντιφώντα, επειδή περιέχει ομάδες από τέσσερις δικανικούς λόγους.
Τορευτική είναι η τέχνη του τορευτή, του καλλιτέχνη που με το κοπίδι και το σφυρί δίνει μορφή στο ξύλο, στο μέταλλο ή στην πέτρα.
Τρίβων: χοντροκομμένο και τραχύ ρούχο που φορούσαν οι φιλόσοφοι ως δείγμα σκληραγώγησης και αδιαφορίας για τις ανέσεις.
 
Ύβρη: το έντονο συναίσθημα υπεροχής που προξενεί η μεγάλη δύναμη και οδηγεί σε αλαζονεία, παράβαση του μέτρου, ασέβεια κ.τ.ό.
Υπερβατικός: το επίθετο αποδίδεται σε οποιαδήποτε σκέψη, θεωρία, ή φαινόμενο ξεπερνά (υπερβαίνει) τα όρια του αισθητού κόσμου ή/και της ανθρώπινης γνώσης.
Υποθέσεις (δραμάτων): Υποθέσεις ονομάστηκαν από τον Πλούταρχο και οι *μίμοι, όταν
Υπομνήματα ονόμαζε τα εσωτερικά του συγγράμματα ο Αριστοτέλης, σωστά, καθώς τα χρησιμοποιούσε για να υποβοηθά τη μνήμη του στη διδασκαλία. Συχνά, ωστόσο, οι φιλόλογοι προτιμούν να τα χαρακτηρίζουν *πραγματείες ή *διατριβές, επειδή υπομνήματα ονομάστηκαν αργότερα και τα σχόλια που έγραψαν οι περιπατητικοί για τα αριστοτελικά έργα.
Ύψος (στη λογοτεχνία)
 
Φάρσα: σύντομη χοντροκομμένη κωμωδία, βασισμένη συνήθως σε παρεξηγήσεις και λάθη.
 
Χορηγοί (στα χορικά τραγούδια)· Χορηγοί (στο δράμα).
Χορικά τραγούδια (στη λυρική ποίηση): χορικά ονομάζονται και τα τραγούδια του Χορού στο δράμα.
Χορός: γράψαμε τη λέξη με κεφαλαίο, όταν σημαίνει την ομάδα που τραγουδά και χορεύει στη χορική ποίηση και στο δράμα. Η λέξη χορός με μικρό έχει τη σημερινή σημασία της όρχησης.
Χρυσή τομή: μαθηματική αναλογία· όμως συχνά ο όρος χρησιμοποιείται μεταφορικά για να δηλώσει τον καλύτερο δυνατό συμβιβασμό ανάμεσα σε δύο διαφορετικές τάσεις, απόψεις κ.τ.ό.

Ψευδεπίγραφα χαρακτηρίζονται όσα έργα μάς παραδόθηκαν, κατά λάθος ή από πρόθεση, ως έργα ενός συγγραφέα, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι δικά του· ψευδεπίγραφες είναι και οι επιστολές, όχι μόνο όταν αποδίδονται σε φανταστικά πρόσωπα αλλά και όταν αποδίδονται σε ιστορικά πρόσωπα χωρίς να είναι δικές τους.

Ωδεία: δημόσια οικοδομήματα προορισμένα για μουσικές και άλλες, καλλιτεχνικές κυρίως, εκδηλώσεις. Η σημερινή σημασία είναι νεότερη.
Ωδές:. Το ουσιαστικό ᾠδή, όπως και το ᾠδεῖον, παράγεται από το ρήμα ᾂδω «τραγουδώ».
 
Χάρτες

Πρώτες μεταναστεύσεις των ελληνικών φύλων
 

Ελληνικές εγκαταστάσεις μετά και τον δεύτερο αποικισμό
 

Λογοτέχνες και διανοούμενοι της Αρχαϊκής εποχής
 

Ποιητές και φιλόλογοι της Ελληνιστικής εποχής
 
Πίνακες