Τετάρτη 2 Μαρτίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (16.419-16.476)

Σαρπηδὼν δ᾽ ὡς οὖν ἴδ᾽ ἀμιτροχίτωνας ἑταίρους
420 χέρσ᾽ ὕπο Πατρόκλοιο Μενοιτιάδαο δαμέντας,
κέκλετ᾽ ἄρ᾽ ἀντιθέοισι καθαπτόμενος Λυκίοισιν·
«αἰδώς, ὦ Λύκιοι· πόσε φεύγετε; νῦν θοοὶ ἔστε.
ἀντήσω γὰρ ἐγὼ τοῦδ᾽ ἀνέρος, ὄφρα δαείω
ὅς τις ὅδε κρατέει καὶ δὴ κακὰ πολλὰ ἔοργε
425 Τρῶας, ἐπεὶ πολλῶν τε καὶ ἐσθλῶν γούνατ᾽ ἔλυσεν.»
Ἦ ῥα, καὶ ἐξ ὀχέων σὺν τεύχεσιν ἆλτο χαμᾶζε.
Πάτροκλος δ᾽ ἑτέρωθεν, ἐπεὶ ἴδεν, ἔκθορε δίφρου.
οἱ δ᾽ ὥς τ᾽ αἰγυπιοὶ γαμψώνυχες ἀγκυλοχεῖλαι
πέτρῃ ἐφ᾽ ὑψηλῇ μεγάλα κλάζοντε μάχωνται,
430 ὣς οἱ κεκλήγοντες ἐπ᾽ ἀλλήλοισιν ὄρουσαν.
τοὺς δὲ ἰδὼν ἐλέησε Κρόνου πάϊς ἀγκυλομήτεω,
Ἥρην δὲ προσέειπε κασιγνήτην ἄλοχόν τε·
«ὤ μοι ἐγών, ὅ τέ μοι Σαρπηδόνα, φίλτατον ἀνδρῶν,
μοῖρ᾽ ὑπὸ Πατρόκλοιο Μενοιτιάδαο δαμῆναι.
435 διχθὰ δέ μοι κραδίη μέμονε φρεσὶν ὁρμαίνοντι,
ἤ μιν ζωὸν ἐόντα μάχης ἄπο δακρυοέσσης
θείω ἀναρπάξας Λυκίης ἐν πίονι δήμῳ,
ἦ ἤδη ὑπὸ χερσὶ Μενοιτιάδαο δαμάσσω.»
Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα βοῶπις πότνια Ἥρη·
440 «αἰνότατε Κρονίδη, ποῖον τὸν μῦθον ἔειπες.
ἄνδρα θνητὸν ἐόντα, πάλαι πεπρωμένον αἴσῃ,
ἂψ ἐθέλεις θανάτοιο δυσηχέος ἐξαναλῦσαι;
ἔρδ᾽· ἀτὰρ οὔ τοι πάντες ἐπαινέομεν θεοὶ ἄλλοι.
ἄλλο δέ τοι ἐρέω, σὺ δ᾽ ἐνὶ φρεσὶ βάλλεο σῇσιν·
445 αἴ κε ζὼν πέμψῃς Σαρπηδόνα ὅνδε δόμονδε,
φράζεο μή τις ἔπειτα θεῶν ἐθέλῃσι καὶ ἄλλος
πέμπειν ὃν φίλον υἱὸν ἀπὸ κρατερῆς ὑσμίνης·
πολλοὶ γὰρ περὶ ἄστυ μέγα Πριάμοιο μάχονται
υἱέες ἀθανάτων, τοῖσιν κότον αἰνὸν ἐνήσεις.
450 ἀλλ᾽ εἴ τοι φίλος ἐστί, τεὸν δ᾽ ὀλοφύρεται ἦτορ,
ἤτοι μέν μιν ἔασον ἐνὶ κρατερῇ ὑσμίνῃ
χέρσ᾽ ὕπο Πατρόκλοιο Μενοιτιάδαο δαμῆναι·
αὐτὰρ ἐπὴν δὴ τόν γε λίπῃ ψυχή τε καὶ αἰών,
πέμπειν μιν Θάνατόν τε φέρειν καὶ νήδυμον Ὕπνον,
455 εἰς ὅ κε δὴ Λυκίης εὐρείης δῆμον ἵκωνται,
ἔνθα ἑ ταρχύσουσι κασίγνητοί τε ἔται τε
τύμβῳ τε στήλῃ τε· τὸ γὰρ γέρας ἐστὶ θανόντων.»
Ὣς ἔφατ᾽, οὐδ᾽ ἀπίθησε πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε·
αἱματοέσσας δὲ ψιάδας κατέχευεν ἔραζε
460 παῖδα φίλον τιμῶν, τόν οἱ Πάτροκλος ἔμελλε
φθίσειν ἐν Τροίῃ ἐριβώλακι, τηλόθι πάτρης.
Οἱ δ᾽ ὅτε δὴ σχεδὸν ἦσαν ἐπ᾽ ἀλλήλοισιν ἰόντες,
ἔνθ᾽ ἤτοι Πάτροκλος ἀγακλειτὸν Θρασύμηλον,
ὅς ῥ᾽ ἠῢς θεράπων Σαρπηδόνος ἦεν ἄνακτος,
465 τὸν βάλε νείαιραν κατὰ γαστέρα, λῦσε δὲ γυῖα.
Σαρπηδὼν δ᾽ αὐτοῦ μὲν ἀπήμβροτε δουρὶ φαεινῷ
δεύτερον ὁρμηθείς, ὁ δὲ Πήδασον οὔτασεν ἵππον
ἔγχεϊ δεξιὸν ὦμον· ὁ δ᾽ ἔβραχε θυμὸν ἀΐσθων,
κὰδ δὲ πέσ᾽ ἐν κονίῃσι μακών, ἀπὸ δ᾽ ἔπτατο θυμός.
470 τὼ δὲ διαστήτην, κρίκε δὲ ζυγόν, ἡνία δέ σφι
σύγχυτ᾽, ἐπεὶ δὴ κεῖτο παρήορος ἐν κονίῃσι.
τοῖο μὲν Αὐτομέδων δουρικλυτὸς εὕρετο τέκμωρ·
σπασσάμενος τανύηκες ἄορ παχέος παρὰ μηροῦ,
ἀΐξας ἀπέκοψε παρήορον οὐδὲ μάτησε·
475 τὼ δ᾽ ἰθυνθήτην, ἐν δὲ ῥυτῆρσι τάνυσθεν·
τὼ δ᾽ αὖτις συνίτην ἔριδος πέρι θυμοβόροιο.

***
Και τότε ο μέγας Σαρπηδών άμ᾽ είδε του Πατρόκλου
420 από το χέρ᾽ οι άζωστοι να πέφτουν σύντροφοί του,
τους ισοθέους φώναζε και ονείδιζε Λυκίους:
«Λύκιοι, πού φεύγετε; Εντροπή· είν᾽ ώρα ν᾽ ανδρειευθείτε·
τον άνδρα θ᾽ αντικρίσω εγώ, κι εγώ θα μάθω πρώτος,
ποιος είναι αυτός ο τρομερός που αφάνισε τους Τρώας,
425 που ανδρείων τόσων μαχητών τα γόνατα έχει λύσει».
Είπε, και μ᾽ όλα τ᾽ άρματα επήδησε απ᾽ τ᾽ αμάξι.
Και άμα τον είδε ο Πάτροκλος επήδησε κι εκείνος·
και ως μάχονται κυρτόνυχοι, κυρτόμυτοι πετρίτες
επάνω εις πέτραν υψηλήν με σκούξιμο μεγάλο,
430 όμοια κι εκείνοι με κραυγές επιάσθηκαν στην μάχην.
Είδε κι επόνεσ᾽ ο υιός του πρωτοβούλου Κρόνου
κι είπε στην Ήραν σύγκλινην ομού και αυτάδελφήν του:
«Αχ! των θνητών ο Σαρπηδών, ο περιπόθητός μου.
Να μου τον σβήσει ο Πάτροκλος διόρισεν η μοίρα!
435 κι εις δύο τώρα στοχασμούς χωρίζεται η ψυχή μου,
θα τον σηκώσω ζωντανόν απ᾽ τον φρικτόν αγώνα
και θα τον θέσω εις τον λαόν της κάρπιμης Λυκίας,
ή θέν᾽ αφήσ᾽ ο Πάτροκλος να σβήσει την ζωήν του».
Κι η Ήρα η μεγαλόφθαλμη του αντείπε η σεβασμία:
440 «Ποιον λόγον τώρα επρόφερες, ω φοβερέ Κρονίδη!
άνδρα θνητόν που απ᾽ αρχής τον έχει δέσ᾽ η μοίρα
απ᾽ τα δεσμά του άχαρου θανάτου θ᾽ απολύσεις;
Κάμε το· αλλ᾽ όλοι οι επίλοιποι θεοί δεν θα το στέρξουν.
Κι έν᾽ άλλο ακόμα θα σου ειπώ, να το σκεφθείς· αν στείλεις
445 τον Σαρπηδόνα ζωντανόν στα γονικά του οπίσω,
σκέψου μη και άλλος των θεών θελήσει τον υιόν του
να στείλει από τον φονικόν αγώνα στην πατρίδα.
Πολλά μάχονται ολόγυρα στους πύργους του Πριάμου
παιδιά θεών, και συ μ᾽ αυτό χολήν θα τους γεννήσεις.
450 Αλλ᾽ αν σου είν᾽ αγαπητός και οδύρεται η καρδιά σου,
τώρ᾽ άφησέ τον στον φρικτόν αγώνα ν᾽ αποθάνει,
ως θα τον σβήσει ο Πάτροκλος ο υιός του Μενοιτίου,
και άμα η ψυχή του και η πνοή έρμο το σώμ᾽ αφήσουν
να τον σηκώσει ο Θάνατος και ο γλυκός Ύπνος κάμε
455 ώσπου να φθάσουν στον λαόν της άμετρης Λυκίας,
όπου αδελφοί και συγγενείς θα του σηκώσουν τάφον
και στήλην, μόνο χάρισμα του πεθαμένου ανθρώπου».
Κι έστερξε ό,τι είπε, των θεών και ανθρώπων ο πατέρας.
Κι αιματωμένες έβρεξε ρανίδες ουρανόθεν
460 τιμώντας τον γλυκόν του υιόν, που έμελλε στην Τροίαν
να πέσει από τον Πάτροκλον μακράν απ᾽ την πατρίδα.
Και οπόταν επροχώρησαν κι εβρέθηκαν αντίκρυ
του Σαρπηδόνος τον λαμπρόν ακόλουθον ανδρείον
Θρασύμηλον ο Πάτροκλος κάτω από την γαστέρα
465 κτύπησε και άφησε νεκρόν· και ο Σαρπηδών την λόγχην
ακόντισε στον Πάτροκλον χαμέν᾽, αλλά τον ίππον
ελάβωσε τον Πήδασον, στην δεξιάν του πλάτην·
αγκομαχώντας βόγγησε και έπεσε στο χώμα
εκείνο κι εξεψύχησε, και ως είδαν έμπροσθέν τους
470 να κείτεται ο παράζυγος ξεσμίγουν τ᾽ άλλα δύο,
τρίζει ο ζυγός κι εμπλέκονται κακά τα χαλινάρια
κι ήβρε το τέλος του κακού ο μέγας Αυτομέδων·
το μακρύ ξίφος έσυρε απ᾽ το παχύ μερί του,
ξεκόφτει τον παράσειρον ως αστραπή κι εκείνα
475 έσιασαν μες στους χαλινούς, ως πρώτα τανυσμένα.
Και πάλιν έσμιγαν αυτοί στον φονικόν αγώνα.

Η ζωή είναι αλλού

Ο κίνδυνος όταν τα καταστρέφεις όλα είναι να μη μείνει τίποτα όρθιο.

Αλλά αν το πιστέψεις αυτό, ο φόβος σε κατέχει για πάντα.

Δημιουργεί ψευδαισθήσεις, παρανοήσεις, ψεύτικες υπερασπίσεις και κατηγορίες.

Σε πείθει πως τον χρειάζεσαι, πως είναι ο καλύτερος σου φίλους, το σωσίβιό σου.

Παραδίδεσαι στη δύναμη που εσύ του έχεις δώσει.

Δεν έχεις καμία άλλη επιλογή. Σου τις έχει αφαιρέσει όλες.

Καμία «λογική» διεργασία δεν είναι ικανή να σε πείσει πως σού λέει ψέματα.

Κι εσύ έχεις επενδύσει σ’ αυτήν. Είναι το μόνο που έχεις… θεωρείς.

Κι έτσι συνεχίζεις να προσπαθείς να διατηρήσεις, να μην καταστρέφεις, να μην γκρεμίζεις, να μην κινδυνεύεις.

Η προσπάθεια σε εξαντλεί, σε ξεζουμίζει, σού κλέβει τη ζωή, αλλά εσύ δεν το ξέρεις.

Μέχρι την τελική εκείνη στιγμή, που η καταστροφή… η τελική, μοναδική, αναπόφευκτη καταστροφή, έρχεται.

Ο φόβος σε κυριεύει. Η απόλυτη, σαρωτική, καθοριστική του δύναμη μπροστά σου.

Και δεν έχεις όπλα. Μένεις ακάλυπτος. Μόνος. Μικρός. Αβοήθητος.

Όπως ξεκίνησες.

Ας βρισκόταν κάποιος να σου πει πως ήταν αναγκαίο να παραδοθείς χρόνια πριν… Ας βρισκόταν κάποιος να σού δείξει πώς να καταστρέφεις, πώς να γκρεμίζεις όλα όσα νόμιζες πως ήταν αναγκαία, απαραίτητα!

Ας σταμάταγες να τρέχεις κάποιες στιγμές για να τολμήσεις να κοιτάξεις το φόβο της ματαιότητας κατάματα, να μάθεις να παραιτείσαι από τον έλεγχο. Να ξεκινήσεις να ζεις, ελεύθερος!

Ας τολμούσες να ακούσεις την απαλή, ήρεμη φωνούλα μέσα σου που σού ψιθύριζε, «αλλού είναι η ζωή»!

Μετά την καταιγίδα η ηρεμία, μετά το σκοτάδι το φως.

Αλλά πρέπει να επιτρέψεις την καταιγίδα, να περπατήσεις στο σκοτάδι.

«Τίποτα δεν απειλείται» αποκτά νόημα μόνο όταν «τα πάντα απειληθούν».

Γιατί στην αλήθεια δεν χωράει το ψέμα.

Η καρδιά δεν δεσμεύεται από υπερασπίσεις και κατηγορίες.

Η φύση αναζητά με κάθε τρόπο την αρμονία, την ισορροπία, τη σύνδεση.

Είτε μιλάω σε σένα, είτε στον εαυτό μου, είτε γράφω για άλλους, είναι όλα ένα. Όλα το ίδιο. Διαφορετικά, είναι ψέμα.

Προσπάθησα να το μάθω (το ψέμα) για να είμαι ασφαλής, αρεστός… δεν τα κατάφερα.

Και τώρα δεν προσπαθώ πια..

Η ζωή είναι όντως αλλού!

Ήταν μια προσωπική συνομιλία που έγινε ανάρτηση...

Εγώ ή εμείς;

Ο κόσμος μας βρίσκεται διαχωρισμένος αλλά δεν το βλέπεις εύκολα. Παντού αυτός ο διαχωρισμός είναι εμφανής, αν κοιτάξεις με «διαφορετικά μάτια»: σε χώρες, σε κοινωνίες, σε περιοχές, ακόμα και μέσα σε οικογένειες, στο ίδιο σου το σπίτι, στον ίδιο σου τον εαυτό. Οι αριθμοί δεν αλλάζουν την πραγματικότητα.

Υπάρχει το εγώ και υπάρχει το εμείς. Στη μια περίπτωση το «δικό μου» και το «υπάρχω μόνο ή πρώτα εγώ και μετά όλοι οι άλλοι» είναι κυρίαρχο και καθορίζει το γίγνεσθαι και την ποιότητα της ζωής. Στην άλλη περίπτωση «εγώ δεν έχω σημασία αλλά υπάρχω για τους άλλους (την οικογένεια/τη χώρα/το έθνος/τα ιδανικά που μου δόθηκαν κλπ», καθορίζει το πλαίσιο της ύπαρξης. Η συνεχόμενη πάλη ανάμεσα στα δυο, ενισχύει τον εσωτερικό διάλογο, την αυτό-αμφισβήτηση αλλά και δημιουργεί παράλληλα άπειρους άλλους διαχωρισμούς.

Η προσπάθεια να ισορροπήσεις ανάμεσα στα δυο, να διακρίνεις κάθε φορά το «σωστό» και να αισθάνεσαι ταυτόχρονα ασφαλής, χρήσιμος και αυτάρκης, αποδεικνύεται ένας συνεχιζόμενος αγώνας, που απλά ενισχύει τον δυαδισμό. Ο νους και ο τρόπος σκέψης που μάθαμε να εμπιστευόμαστε, καθώς και το ποιοι εκπαιδευτήκαμε να είμαστε, δεν έχει τρόπο διαφυγής από τη γραμμική, δυαδική σκέψη. Πέρα από τις θεωρίες, διαπιστώνεις, στην καθημερινότητά σου, ότι πιο συχνά, βρίσκεσαι αντιμέτωπος με ένα ή περισσότερα δίλληματα κάθε φορά, για το ποιος θα υπερισχύσει, ποια «αρχή» σου θα εμφανιστεί, ως πράξη ή αντίδραση.

Πολλοί μιλάνε για την καρδιά, θεωρώντας «ανώτερο» ν’ ακολουθείς «την καρδιά σου», ενώ παράλληλα, τα δικά τους κρυφά πάθη, τα κρυφά θέλω τους, αγωνιούν να εκφραστούν και να υλοποιηθούν. Οι παρερμηνείες αυτής της διπολικής υπόστασης είναι όσες και οι προσωπικές σου σχέσεις, τα προσωπικά σου προβλήματα, οι αντιφατικές έννοιες μέσα σου, τα λόγια που ασυνείδητα χρησιμοποιείς, αδυνατώντας να συνθέσεις αυτά που φαίνονται αντίθετα.

Ρωτάς, είτε άλλους είτε τον εαυτό σου, «τι πρέπει να κάνω;» ή «τι θα έπρεπε να είχα κάνει;» ψάχνοντας κανόνες που δύσκολα εφαρμόζονται στην διαφορετικότητα της κάθε στιγμής. Εκπαιδευτήκαμε να θέλουμε χάρτες, αναλυτική καθοδήγηση, στο «πώς» της ζωής μας. Σκέφτεσαι ανάμεσα στο «σωστό» και το «λάθος» ποιο θα έχει τις λιγότερες συνέπειες, τον μικρότερο πόνο, τη λιγότερη έλλειψη. Και σίγουρα δεν αντιλαμβάνεσαι τις επαναλήψεις. Δεν αντιλαμβάνεσαι την υποσυνείδητη κριτική που σου φανερώνει, ως προσωπικό βίωμα, όλα όσα κατηγόρησες, ως δικά σου.

Το είδωλο, των κρυμμένων σου κομματιών βρίσκεται παντού. Αλλά η μυωπική, συγκεκριμένη όρασή σου είναι ανίκανη να σου φανερώσει, αυτό που εκπαιδεύτηκες να μη βλέπεις. Σ’ αυτούς που έχουν την ικανότητα να βλέπουν, όλα μοιάζουν με σκηνή θεάτρου, όπου οι περισσότεροι ηθοποιοί δεν αντιλαμβάνονται καν ότι είναι ηθοποιοί, ότι έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τοςυ να παίξουν το συγκεκριμένο ρόλο, ότι υπάρχουν πολλά θέατρα, σε πολλά επίπεδα, που δεν εμφανίζονται καν στην περιοριστική, «κοντινή» όραση.

Δεν μπορείς, μέσω του ίδιου νου, που εστιάζεται αποκλειστικά σε αυτή τη μια γραμμική πραγματικότητα, να αντιληφθείς ότι ο χρόνος έχει διαφορετική έννοια από αυτήν που του έχεις δώσει και ότι η ψυχή καταχωρεί εντελώς διαφορετικά απ' ό,τι εσύ. Η ταυτόχρονη διείσδυση στη στιγμή και η παράλληλη απομακρυσμένη διευρυμένη ύπαρξη, ως ένα, μοιάζουν παιχνίδια λέξεων, των οποίων σου διαφεύγει το βίωμα της αλήθειας τους.

Προτού αντιληφθείς όμως όλα αυτά, σε βιωματικό, προσωπικό, καθημερινό επίπεδο, δεν έχει κανένα νόημα η ζωή. Ο σκοπός είναι πάντα εγωιστικός, άσχετα από την πλευρά της πολικότητας που έχεις επιλέξει να «παίζεις» και τίποτα διαφορετικό δεν μπορεί να εμφανιστεί, από αυτό που ασυνείδητα έλκεις στην πραγματικότητά σου, κατηγορώντας άλλες (πραγματικότητες και επιλογές).

Η πορεία του «ανοίγματος» της εσωτερικής ή διευρυμένης όρασης είναι αναγκαστικά υποκειμενική. Χρειάζεται πειθαρχία, αφοσίωση και ταπεινότητα… έννοιες, ήδη ερμηνευμένες από τον νου που εμπιστεύεσαι, νομίζοντας πως κατανοείς. Είναι απόφαση συνειδητή και πορεία αμετάκλητη.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, Γίγνεσθαι και ψευδαισθήσεις

Ακόμα κι όταν μιλά κάποιος από Εμπειρία και διατυπώνει μια αλήθεια που βίωσε και μπορεί να αποδείξει την αλήθεια των λεγόμενών του… πάλι είναι δύσκολο να γίνουν κατανοητά αυτά που λέει από αυτούς που δεν το έχουν ζήσει. Αντί να δοκιμάσουν (οι άλλοι) να το βιώσουν – εφόσον τους ενδιαφέρει και θέλουν να καταβάλουν την ανάλογη προσπάθεια και να διαθέσουν τον απαιτούμενο χρόνο – και να διαπιστώσουν «με τα ίδια τα μάτια τους» την αλήθεια του «λόγου», το συλλαμβάνουν νοητικά ή το «προσπερνούν» σαν αδιάφορο, χωρίς να αποκομίσουν τίποτα… τελικά καθένας «προσλαμβάνει» αυτά που είναι σε «θέση» να προσλάβει κι όχι όλα όσα αληθινά υπάρχουν εκεί έξω.

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ – κι αυτό το λέμε από εμπειρία – Είναι Μία, Αδιαίρετη, Εδώ, Τώρα, Έξω από τον Χρόνο…

ΣΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ το ΕΙΝΑΙ και το ΜΗΔΕΝ Ταυτίζονται. Όλα Υπάρχουν, Τίποτα Δεν υπάρχει. Με άλλα λόγια το ΑΠΟΛΥΤΟ Είναι η ΔΥΝΑΜΗ, η ΔΕΞΑΜΕΝΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ, που ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΥΝΑΜΕΙ κι Έρχονται σε «Ύπαρξη» Μόλις Αναζητηθούν Από την ΑΝΤΙΛΗΨΗ.

Όταν το ΑΠΟΛΥΤΟ Θεωρείται σαν ΕΙΝΑΙ τότε Χαρακτηρίζεται σαν ΦΥΣΗ Από ΤΗΝ Οποία «Φύονται» τα Πάντα… Όταν το ΑΠΟΛΥΤΟ «Εκλαμβάνεται» σαν ΜΗΔΕΝ τότε είναι το «ΜΗΔΕΝ» Από Το Οποίο «Δημιουργούνται» τα Πάντα… Και οι δύο απόψεις είναι Σωστές, γιατί σε τελευταία ανάλυση (τα «αντίθετα») λένε το ίδιο πράγμα…

Είναι η ΑΝΤΙΛΗΨΗ (Αυτή) που Εδώ, Τώρα, Ρέει, Συλλαμβάνει, Διακρίνει, Διαχωρίζει, Απομονώνει… Κι Ενώ Όλα Αυτά Συμβαίνουν Εδώ, Τώρα, επειδή η ΑΝΤΙΛΗΨΗ Εκλαμβάνει τις Δραστηριότητές της (όχι σαν Προϊόν της αλλά) σαν «πραγματικές» (και πραγματικότητες), δημιουργεί την Πραγματικότητα της Ύπαρξης, των Κόσμων, της Ατομικότητας (και της Πολλαπλότητας), τις εμπειρίες σε διάφορα πεδία εκδήλωσης, την ίδια την ζωή όπως την βιώνουμε στον υλικό κόσμο…

Έτσι η ΑΝΤΙΛΗΨΗ Εμπλέκεται σε ένα Κόσμο Ψευδαισθήσεων που εξελίσσεται στον δικό του (φανταστικό) χρόνο: Και το Όνειρο ξετυλίγεται… Κι όπως έλεγαν οι παππούδες μας, οι γιαγιάδες μας… Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ' της κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι ν' αρχινήσει.

1) Ενώ Όλα Υπάρχουν (και Δεν υπάρχουν) -στον ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΑΣ, ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ, ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ - Ταυτόχρονα, Έξω από την ΚΙΝΗΣΗ, τον Χρόνο… Όλα Εμφανίζονται στην ΑΝΤΙΛΗΨΗ σαν ΚΙΝΗΣΗ, σαν Γίγνεσθαι, Εδώ, Τώρα, στην Στιγμή που Ρέει (στο Παρόν)… κι από την Κίνηση, την Μεταβολή, την Αλλαγή των Σχέσεων ανάμεσα στα Φαινόμενα, δημιουργείται η αντίληψη της εξέλιξης, του χρόνου... και το Όνειρο γίνεται όλο και πιο πραγματικό.

ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ η ΑΝΤΙΛΗΨΗ;

2) Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ στην Καθαρή Μορφή της Αντιλαμβάνεται το Είναι σαν Ενότητα, Ομοιογένεια, Χωρίς Ιδιότητες. Μια Αγνή Παρουσία Όπου Υπάρχει Μόνη, Μια Αιώνια Κατάσταση που Ρέει, Πάντα Ζωντανή, Πάντα Νέα, Χωρίς να Αλλοιώνεται, (κι Όπου δεν έχουν αναδυθεί ή «έχουν ξεπερασθεί», διακρίσεις, διαχωρισμοί… Όπου δεν υπάρχει υποκείμενο-αντικείμενο…).

3) Σε Ένα Δεύτερο Επίπεδο – μια Δευτερογενή Δραστηριότητα, που Βασίζεται στο Έδαφος της Ομοιογενούς Ενότητας – Αναδύονται οι Διακρίσεις, χωρίς όμως να γίνονται Διαχωρισμός. Μια Ενιαία Αντίληψη Όπου Όλα Διακρίνονται, αλλά Όλα Ενώνονται με Άρρηκτους Δεσμούς Ενότητας που Πρακτικά Εκδηλώνονται σαν ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΓΑΠΗ που τα Κρατάει Όλα Ενωμένα σε ΕΝΑ… Εδώ τα «Όντα» συμμετέχουν με τον Πυρήνα της Ύπαρξής τους, που Είναι «Εικόνα της Πρωτογενούς Ομοιογένειας», ο Αληθινός Εαυτός, ο Ανώτερος Εαυτός… σε Μια Άρρηκτη Ενότητα με Όλα, σε μια ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΓΑΠΗ, που ξεπερνά τις διακρίσεις υποκειμένου, αντικειμένου.

4) Σε μια Τρίτη Κίνησή της (η ΑΝΤΙΛΗΨΗ) «Ενισχύει» τις Διακρίσεις, απομονώνει, υποστασιοποιεί τις Διακρίσεις και φτάνει στον Διαχωρισμό… Έτσι δημιουργείται η Ατομικότητα που έχει σαν αποτέλεσμα -σε παγκόσμια κλίμακα – την πολλαπλότητα.

Ακριβώς αυτή η Δραστηριότητα του Διαχωρισμού (Μέσα στην ΑΝΤΙΛΗΨΗ) είναι ο Νους, η Σκέψη. Ενώ όμως αυτή η Δραστηριότητα στην Φυσική της Λειτουργεία είναι μια Προσωρινή Δραστηριότητα που μπορεί (Κατά Βούληση) να Ανακληθεί και να Επιστρέψουμε στην Ενότητα, οι υπάρξεις «παρασύρονται» κι «ενισχύουν» αυτή την αντίληψη και μονιμοποιούν τον διαχωρισμό.

Θέλουμε να πούμε ότι ο Νους, η Σκέψη, αυτή καθεαυτή, όταν Λειτουργεί και Ρέει Ελεύθερα, Διακρίνει, Διαχωρίζει και πάλι εγκαταλείπει τους διαχωρισμούς για να Ρέει Ελεύθερα, Αποκαλύπτοντας την Ενότητα του Βάθους (όλων των φαινομένων). Αυτή είναι η Φυσική Λειτουργία της Σκέψης… που μπορούμε να Χαρακτηρίσουμε σαν ΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ, ΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ, ΟΛΟΚΗΡΩΜΕΝΗ ΣΚΕΨΗ…

Όμως οι υπάρξεις δεν αφήνουν την Σκέψη να Ρέει Ελεύθερα αλλά αρπάζονται από τις αντιλήψεις, μονιμοποιούν τις αντιλήψεις και τις εμπειρίες. Κι έτσι η Σκέψη από Ρέουσα Ελεύθερα Διαδικασία, Διάκρισης, Διαχωρισμού κι Επανένωσης, γίνεται μόνιμη διαχωριστική δραστηριότητα… γίνεται η σκέψη, η συμβολική σκέψη των εννοιών (δηλαδή των απολιθωμένων διανοημάτων), η εννοιολογική δραστηριότητα. Αυτό το είδος της Σκέψης είναι μια Παρεκτροπή από την ΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ (την ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΣΚΕΨΗ), μια σχιζοφρενική εμμονή σε πράγματα που «δεν είναι» αλλά «φαίνονται», μια αρρώστια και μια πτώση. Με αυτή την «έννοια» η Σκέψη είναι κάτι κακό γιατί βυθίζει τις υπάρξεις σε ένα φανταστικό κόσμο σταθερών πραγμάτων, σε ένα κόσμο όπου εκλαμβάνονται σαν πραγματικές οι αντιλήψεις (δηλαδή οι δραστηριότητες της ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ), σε ένα κόσμο ψευδαισθήσεων.

5) Σε ένα Κατώτερο Επίπεδο – μια Επιπλέον Δραστηριότητα της ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ – η ΑΝΤΙΛΗΨΗ προσκολλάται σε όσα θεωρεί «σταθερά πράγματα» και σιγά-σιγά συσσωρεύει έλξεις, απωθήσεις, αδιαφορία… δηλαδή συναισθήματα, δημιουργώντας τον «ψυχικό» (συναισθηματικό, συγκινησιακό) κόσμο. Κι Ενώ, στην πραγματικότητα, όλα τα φαινόμενα ενώνονται, είναι αλληλένδετα, καλά, κακά, όλα προϊόντα της εξέλιξης, της ζωής, οι υπάρξεις τα διαχωρίζουν, προσκολλώνται σε ό,τι θεωρούν καλό και προσπαθούν να αποφύγουν ό,τι θεωρούν κακό.

6) Σε ένα ακόμα πιο Εξωτερικό Επίπεδο η ΑΝΤΙΛΗΨΗ συλλαμβάνει όχι το Ενιαίο Πεδίο των Φαινομένων, όπου όλα τα φαινόμενα είναι «συμπυκνώσεις» του Πεδίου κι είναι Αλληλένδετα (Όλα Αλληλένδετα), προσωρινές, φθαρτές, συμπυκνώσεις, οράματα, που εμφανίζονται και σβήνουν μετά στο Παγκόσμιο Ενεργειακό Πεδίο… αλλά συλλαμβάνει (λανθασμένα) τις συμπυκνώσεις του Πεδίου σαν «ξεχωριστά ανεξάρτητα πράγματα»…

Έτσι, Ενώ η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ, Ενώ η ΑΝΤΙΛΗΨΗ στην Φυσική Λειτουργεία της Αντιλαμβάνεται Μία Και Μοναδική Πραγματικότητα (όπου όλα είναι «πνευματικά» και «υλικά» ταυτόχρονα, γιατί στα Πλαίσια της Μιας Ουσίας, δεν έχουν νόημα οι διακρίσεις, πνευματικό, υλικό) και δεν υφίστανται πραγματικές διακρίσεις σε Πεδία, Κόσμους, ζωές… με τις Δραστηριότητές της (η ΑΝΤΙΛΗΨΗ) Βυθίζεται στον Κόσμο του Γίγνεσθαι και στην Εμπειρία της Ύπαρξης, στο Βίωμα της Ατομικότητας, της Ζωής στους Κόσμους (τον νοητικό, τον αστρικό κόσμο και) στην περιπέτεια της ζωής στην γη.

Κι όσο (η ΑΝΤΙΛΗΨΗ) το Κάνει Ορθά – όσο δηλαδή Κατανοεί ότι Όλα είναι Αντιλήψεις, Δραστηριότητες, Φαινόμενα – Ελέγχει την Δράση της και δεν παρασύρεται στο «Όνειρο». Με αυτή την «έννοια» Αντιλαμβάνεται την Ενότητα των Πάντων. Υπάρχει, Σκέπτεται, διαχωρίζει κι ενώνει. Προσκολλάται κι εγκαταλείπει φυσιολογικά. Βλέπει ξεχωριστά πράγματα και αντιλαμβάνεται την Ενότητά τους με το Όλο… Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΦΥΣΙΚΑ, Ενωτικά, Λογικά, Ισορροπημένα, Με Υγιή Τρόπο. Μια ΤΕΤΟΙΑ ΑΝΤΙΛΗΨΗ δεν έχει Εμπόδια και Βιώνει την Ζωή (το Γίγνεσθαι) με Ορθό Τρόπο… ΟΠΟΥ ΚΙ ΑΝ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ.

Αλλά οι υπάρξεις (οι άνθρωποι) δεν λειτουργούν έτσι. Δεν Αντιλαμβάνονται την Ενότητα της Ύπαρξης. Η Σκέψη τους δεν είναι Λογική, από Ρέουσα Ελεύθερα (διαχωρίζοντας κι ενοποιώντας) γίνεται διαχωριστική, συμβολική σκέψη εννοιών… Προσκολλώνται έντονα στα «αντικείμενα». Και βιώνουν την εξωτερική ζωή κατακομματιασμένη, κι είναι σε πόλεμο με όλα (αφού δεν Βλέπουν την Υπάρχουσα Ενότητα αλλά βλέπουν μόνον την «απομόνωση» των πραγμάτων.

Τελικά – αυτό που θέλουμε να πούμε είναι ότι Ενώ η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ, είναι η ΑΝΤΙΛΗΨΗ – όταν Λειτουργεί Λανθασμένα – που διακρίνει, διαχωρίζει, ζυγίζει, απομονώνει… Όλη Αυτή η Εμπειρία είναι απλά μια λανθασμένη δραστηριότητα.

Απλά Πρέπει να Κατανοηθεί και να Διορθωθεί η Λανθασμένη Δράση μας, ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ.

Αυτός είναι ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ, ο Δρόμος που μας Αποκαλύπτει την Ενότητα της Ύπαρξης, που μας Οδηγεί στην Συμμετοχή στην ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗ ΥΠΑΡΞΗ, που μας Φέρνει στην ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, στον ΘΕΟ (όπως θέλουν και Το Ονομάζουν οι άνθρωποι).

ΤΟΣΟ ΦΥΣΙΚΑ, ΤΟΣΟ ΑΠΛΑ, ΤΟΣΟ ΕΥΚΟΛΑ!

Κι όλα αυτά που λέμε δεν είναι μια Ωραία Θεωρία. Είναι Κάτι που Ζούμε, που Έχουμε Δοκιμάσει, που Μπορούμε να Περιγράψουμε (στις εξωτερικές δραστηριότητες και στις εσωτερικές εμπειρίες) και Προκαλούμε οποιονδήποτε να δοκιμάσει. Πρέπει κάποιος να έχει προσωπική εμπειρία για να διαπιστώσει αν κάτι είναι αληθινό ή όχι –και να έχει εξαντλήσει κάθε ανθρώπινη δυνατότητα. Όταν δεν το κάνει ή το κάνει λανθασμένα έχει δικαίωμα «λόγου»; Αλλά στην «Γιορτή των Τρελών» - όπως έχουν καταντήσει την ζωή σε αυτόν τον έρημο πλανήτη, που όσο κι αν ψάχνει κάποιος από «έξω» δεν πρόκειται να τον βρει μέσα στο Απέραντο Σύμπαν – ο καθένας κάνει και λέει ό,τι θέλει.

Αλλά είναι «Κάποιοι» που δεν βρίσκουν πια κανένα ενδιαφέρον στις «γιορτές των τρελών»… προτιμούν τα «βουνά», τα δάση, τα ήσυχα μέρη, που δεν μολύνουν οι άνθρωποι, την ΣΙΩΠΗ, την ΓΑΛΗΝΗ, ΤΟ ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ.

Οι άνθρωποι είναι ανόητοι. Νομίζουν πως μπορούν να Αποφύγουν ή να Κρύψουν την ΑΛΗΘΕΙΑ… Προσπαθούν να Κρύψουν τον ΗΛΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΑΣ με τα χέρια τους…

H ζωή είναι τέλεια μέσα στην ατέλεια της

Τίποτα δεν κρατάει για πάντα.
Τίποτα δεν έχει τελειώσει.
Τίποτα δεν είναι τέλειο.

Ένα από τα αγαπημένα μου ρητά. Η ζωή μας όλη. Ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να είναι. Αυτό το αρχαίο ιαπωνικό ρητό είναι όλα όσα είμαστε και θα είμαστε, όσοι αιώνες και αν περάσουν, όσοι ήλιοι και αν ανατείλουν, όσα νερά και αν κυλήσουν.

Αυτή η στάση ζωής είναι μονόδρομος γιατί δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Οφείλουμε να βλέπουμε την ομορφιά στην ατέλεια, την απλότητα στη φύση και τη φυσική ροή των πραγμάτων. Πρέπει να αποδεχτούμε τον φυσικό κύκλο της ζωής. Να αγκαλιάζουμε την φθορά, τις ρωγμές, τις ρυτίδες, τα σημάδια που αφήνει ο καιρός στο σώμα μας και τη ψυχή μας.

Εάν πορευτούμε έχοντας κατά νου ότι η ζωή μας όλη είναι μια ατέλεια, τότε ο δρόμος που θα τραβήξουμε θα είναι ήρεμος. Θα έχει αποδοχή. Θα αποδεχόμαστε τις υποσχέσεις που δεν κρατήθηκαν, τα λάθη, την απογοήτευση. Σιγά σιγά, θα μάθουμε να αποδεχόμαστε τα γκρίζα μαλλιά, τις ρυτίδες. Είναι όλα μέρος του κύκλου που λέγεται ζωή.

Γιατί αυτό είναι η ζωή μας, ένας κύκλος που συνεχώς γεννιέται, μεγαλώνει, πεθαίνει. Αδιάκοπα. Είμαστε κινούμενες ατέλειες που ψάχνουν συνεχώς τη τελειότητα. Άπιαστη όμως θα μείνει, γιατί δεν μπορείς να φτάσεις κάτι που δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει τέλειο και εμείς οι άνθρωποι είμαστε το πιο ζωντανό παράδειγμα.

Θέλουμε τη τέλεια σχέση, το τέλειο σπίτι, το τέλειο αυτοκίνητο, τη τέλεια δουλειά. Τα θέλουμε τέλεια και για πάντα. Όταν επιτέλους συνειδητοποιήσουμε ότι όλα αυτά είναι εφήμερα, θα σταματήσουμε να τα θεοποιούμε. Όλα φθείρονται και όλα αλλάζουν.

Δεν γίνεται να θέλουμε μονιμότητα σε μια εφήμερη ζωή. Απογοητευόμαστε συνεχώς από τον εαυτό μας και τους άλλους. Βάζουμε ανθρώπους στα ψηλότερα σκαλοπάτια και αυτοί με τη σειρά τους χάνουν την ισορροπία τους και πέφτουν. Πέφτουν αυτοί από το σκαλί που τους έχουμε τοποθετήσει και εμείς από τα σύννεφα. Λες και δεν το περιμέναμε.

Όλα και όλοι περνάνε. Ο χρόνος, οι άνθρωποι, οι στεναχώριες, ο πόνος, η χαρά, η λύπη. Όσο πιο γρήγορα το συνειδητοποιήσουμε, τόσο πιο ήρεμοι θα είμαστε. Γιατί η ζωή είναι τέλεια μέσα στην ατέλεια της.

Ερωτικός είσαι ως προς τον τρόπο που ζεις την καθημερινότητα

Ερωτικός γίνεσαι; Ερωτικός είσαι;

Ερωτικός δεν γίνεσαι επειδή είδες κάποιον ή κάποια και σε γοήτευσε. Ερωτικός δεν γίνεσαι επειδή αισθάνθηκες ακαταμάχητο πόθο να κάνεις σεξ μαζί του. Ερωτικός δεν γίνεσαι γιατί πονάς στη σκέψη του. Ερωτικός δεν γίνεσαι επειδή τον σκέφτεσαι και δεν έχεις την δύναμη να ασχοληθείς με κάτι άλλο. Ερωτικός δεν είσαι όταν γράφεις στιχάκια για τον πόνο σου.

Ερωτικός είσαι πριν να γνωρίσεις το πρόσωπο που θα ερωτευθείς. Ερωτικός είσαι ως προς τον τρόπο που ζεις την καθημερινότητα, στην επαγγελματική και στην προσωπική ζωή. Ερωτικός στις αποφάσεις σου. Στους στόχους σου. Στον πόνο σου. Στον τρόπο που αντιμετωπίζεις τις αποτυχίες σου. Ερωτικός είσαι στις υπερβάσεις σου. Στην άντληση χαράς από αυτά που πάλεψες, από αυτά που δεν υποχώρησες, από αυτά που δεν συμβιβάστηκες.

Ερωτικότητα, τρόπος να υπάρχεις.

Η ερωτικότητα ως στοιχείο της προσωπικότητας είναι το ζητούμενο κάθε ανθρώπου, ανεξάρτητα ηλικίας και οικογενειακής κατάστασης. Η ερωτικότητα μπορεί να έχει ισχύ στη σεξουαλικότητα, αλλά δεν περικλείεται στα στενά όριά της. Δεν εκκινεί με τη σεξουαλική συγκίνηση, ούτε εξαφανίζεται μαζί της. Είναι τρόπος να υπάρχεις. Είναι απόφαση ζωής. Δεν καθορίζεται από εξωτερικά ερεθίσματα και δεν ζητά ανταλλάγματα.

Η ερωτικότητα είναι στοιχείο κάθε δημιουργού, που το βλέμμα του αναδεικνύει το αντικείμενό του. Είναι η επεξεργασμένη απλότητα που έχει αποβάλλει κάθε περιττό. Είναι η αυθεντικότητα που δεν ασχολείται με πιστοποιητικά γνησιότητας, γιατί δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα.

Είναι η αθωότητα που δεν είναι επιτηδευμένη άγνοια, αλλά συνειδητή επιλογή. Είναι η γοητεία που δεν αναζητά οπαδούς, αλλά που εκφέρεται με τρόπο που κάθε τι που αγγίζει, γίνεται μοναδικό.

Πού συναντιέται η ερωτική στάση απέναντι στη ζωή;

Στηρίζεται στο ξεπέρασμα των δυσκολιών της. Κτίζεται στις απαιτητικές διεργασίες της μοναξιάς, εμπνέεται από το κάλεσμα της αθέατης ομορφιάς και δομείται στις αποφάσεις που έχουν στόχους μακρινούς. Καλλιεργείται στις επιλογές φίλων και συντροφιών που προάγουν τη δημιουργία σ’ όλες της τις εκφάνσεις. Αυτοπροστατεύεται από τις βαριεστημένες παρέες της ισοπεδωτικής καλοπέρασης.

Αναζητά διαχρονικές αξίες που δεν αγοράζονται, αλλά που ανοίγουν τα πολύτιμα χρηματοκιβώτια της σοφίας. Αξιοποιεί την λογική για να δίνει χώρο στην ψυχή… Η ερωτική στάση προς τη ζωή τελικά αναζητά να ενωθεί με το άπειρο και, για την πορεία αυτή, ο άνθρωπος επιλέγει σύντροφο ζωής που θα τον συνοδεύει, θα τον υποστηρίζει, θα τον εμπνέει.

Ερωτικός ή ερωτεύσιμος ο άνθρωπος;

Ο ερωτικός άνθρωπος είναι αυτός που δεν του έχει χαριστεί η ζωή. Δεν μπορεί να είναι ερωτικό, παρά μόνο ερωτεύσιμο, το κοριτσάκι που η μαμά του δεν το έχει αφήσει ποτέ από το χέρι της και δεν αυτονομήθηκε ποτέ. Δεν μπορεί να είναι ερωτικός, παρά μόνο ερωτεύσιμος για κάποιους, εκείνος ο νεαρός που έχει ασχοληθεί μόνο με την εξωτερική εικόνα του και δεν έχει επεξεργαστεί τη ζωή του.

Οι ερωτικοί άνθρωποι είναι εκείνοι που έχουν δυσκολευτεί στην προσωπική ζωή τους, αλλά που δεν παραιτούνται. Έχουν πονέσει, αλλά δεν κράτησαν τον πόνο ούτε ως φυλακτό, ούτε ως μέτρο στη ζωή τους. Οι ερωτικοί άνθρωποι συνειδητοποιούν τις ελλείψεις και τις ανεπάρκειές τους, αλλά δίχως να τους καταθλίβουν. Ορκίστηκαν να τις υπερβούν.

Οι ερωτικοί άνθρωποι δεν περίμεναν να συναντήσουν τον αγαπημένο τους για να παθιαστούν. Παθιάζονται με τους στόχους της ζωής τους, με τις επιθυμίες τους, με την ανακάλυψη των ανθρώπων και της ανθρωπιάς. Γι΄ αυτό και η ερωτικότητά τους έχει δοκιμαστεί στον χρόνο.

Παραιτούνται οι άνθρωποι;

Ένας τέτοιος ερωτικός άνθρωπος δεν θα χάσει τον έρωτά του με τις πρώτες δυσκολίες στη σχέση. Ο ερωτικός εαυτός δεν είναι ο δοσμένος από τη μοίρα τις συνθήκες και το Dna. Eίναι ο εαυτός της υπέρβασης που διαψεύδει το πεπρωμένο. Η παραίτηση από το να είμαστε ερωτικοί οδηγεί στην παραίτηση από την ίδια τη ζωή.

Κι ο σεξουαλικός άνθρωπος;

Στον αντίποδα του ερωτικού ανθρώπου βρίσκεται ο σεξουαλικός άνθρωπος, ο καταναλωτής του έρωτα, αυτός δηλαδή που δεν ενδιαφέρεται για το πρόσωπο του άλλου. Λειτουργεί συλλεκτικά κι εκπαιδεύει τον εαυτό του να είναι συνέχεια απών. Με το που ζορίζεται σε μια ευκαιριακή σχέση, αποδρά από τον εαυτό του κι απ’ τη σχέση του.

Για τους σεξουαλικά πεινασμένους αυτό μοιάζει ελκυστικό, αλλά οδηγεί τελικώς σε ένα άδειασμα – όχι ηθικό, αλλά οντολογικό. Όμως το απρόσωπο σεξ αφορά μεγάλο αριθμό ανθρώπων, διότι είναι περισσότερο διαθέσιμο από ποτέ και σήμερα πλέον μπορούμε να μιλάμε για σεξουαλικό εθισμό. Το σεξ είναι το πιο φθηνό εθιστικό. Το πιο φθηνό χαλαρωτικό. Μπορεί όμως να καταστρέψει, όπως οι ουσίες ή ο τζόγος.

Το παλιό μαρξιστικό τσιτάτο σήμερα γίνεται έτσι: το σεξ είναι το όπιο του λαού. Παρατηρούμε το φαινόμενο αυτό στις πολύ χαμηλές κοινωνικές τάξεις αλλά και στις πιο υψηλές. Για διαφορετικούς λόγους, συχνά, άνθρωποι από τόσο διαφορετικές οικονομικά τάξεις συμπεριφέρονται παρόμοια: δεν ενδιαφέρονται για σχέσεις που απαιτούν διάθεση του εαυτού τους.

Η διαφορά μεταξύ ερωτικού πάθους και ερωτικής εμμονής;

Ο ερωτευμένος πλημμυρίζει από το συναίσθημά του για τον άλλο και τείνει να το βιώνει με θετικά συναισθήματα που εκκινούν από τον αγαπημένο και μεταφέρονται τόσο στον ίδιο, όσο και στους όποιους άλλους με τους οποίους σχετίζεται στην καθημερινότητά του.

Ο άνθρωπος που έχει παγιδευτεί στην ερωτική εμμονή, ενώ αναφέρεται στο πρόσωπο που έχει ερωτευτεί, στην πράξη κατακλύζεται από αρνητικά συναισθήματα άγχους, έντασης, πόνου και δυσφορίας που τα αιτιολογεί ως αποδεικτικά στοιχεία του έρωτά του. Το μόνο θέμα που κατακλύζει τη ζωή του, είναι ο εμποδισμένος έρωτας του.

Εγκαταλείπει όλα τα άλλα τρέχοντα θέματα της ζωής του και σαφέστατα υπολειτουργεί σε σημαντικούς άξονες της καθημερινότητάς του. Όλα ευρίσκονται σε αναστολή και έχει πείσει τον εαυτό του ότι, αν υπήρχε ανταπόκριση, τότε όλα θα άλλαζαν.

Οι φίλοι και οι δικοί του προσπαθούν να τον πείσουν για το ανέφικτο του έρωτά του, αλλά σύντομα κουράζονται από την επιμονή του να θέλει να αναφέρεται μόνο σ’ αυτό το θέμα και, όταν η συζήτηση απομακρύνεται, τότε προσπαθεί να την επαναφέρει ή διαφορετικά αποσύρεται στον εαυτό του.

Οι ερωτικές εμμονές είναι συνήθως εντοπισμένες και δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα, είτε ότι δεν έχει την νοητική επάρκεια για να καταλάβει το τι συμβαίνει.

Ο πόνος του «Ν’ αγαπάς και να μην αγαπιέσαι, τι καημός! Τι καημός!» διαποτίζει την ύπαρξη και καταγράφεται ως αποδεικτικό στοιχείο του ερωτικού συναισθήματος. Ο πόνος γίνεται το σύμπτωμα του έρωτα, ως αγιάτρευτης αρρώστιας, που μόνο η ανταπόκριση θα τη θεραπεύσει.

Έρωτας δίχως αγάπη, και αγάπη δίχως έρωτα.

Οι δύο αυτές διαστάσεις της ερωτικής αγάπης ή του αγαπητικού έρωτα δεν μπορούν να χωριστούν χωρίς να καταστραφεί το όλο οικοδόμημα. Μόνο όταν συνυπάρχουν, μπορεί να αναφερόμαστε σε ερωτική σχέση που η αγάπη για τον άλλο είναι πραγματική. Ο έρωτας γίνεται κινητήρια δύναμη και η αγάπη λόγος υπέρβασης.

Η καταναλωτική στάση ως προς τον έρωτα διώχνει την αγάπη από τον έρωτα, ανάγοντας τον έρωτα μόνο σε σεξ, ενώ η πουριτανική κατανόηση του έρωτα θέτει μιαν άρνηση προς την σωματική σχέση και διώχνει τον έρωτα από την αγάπη.

Η αγάπη δίχως έρωτα υπήρξε το μοντέλο για κάποιους σεβαστούς ανθρώπους στο παρελθόν, αλλά ακόμη και στο παρόν. Οι πράξεις αγάπης στις περιπτώσεις αυτές περιέχουν φροντίδα, σεβασμό και νοιάξιμο. αλλά μέχρι εκεί. Η τρυφερότητα μπορεί να υπάρχει, αλλά τα ερωτόλογα και το πάθος είναι υπό εξαφάνιση.

Οι επιλογές ζωής έχουν προαποφασιστεί και ακολουθούνται πιστά. Η τιμιότητα, ένα εσωτερικό πιστοποιητικό εγγύησης ποιότητας ISO, είναι το κύριο χαρακτηριστικό των ανθρώπων αυτών. Γνωρίζουν να υπηρετούν το καθήκον, αλλά η ζωοποιός έκπληξη απουσιάζει από τη ζωή τους. Απουσιάζει ο έρωτας.

Μια αγάπη που ακολουθεί ένα προκαθορισμένο μοντέλο αντί να δημιουργεί το δικό της ανεπανάληπτο μοντέλο, καθώς οι επιθυμίες έχουν καταπιεστεί στην προσπάθεια να μην ξεφύγουν από τα πρέποντα.

Η αγάπη σ’ αυτές τις περιπτώσεις απομονώνει τη σεξουαλικότητα, επειδή τη φοβάται. Είναι τότε που οι άνθρωποι, και κυρίως οι γυναίκες, διαχωρίζονται σε εκείνες που είναι ευγενικές, αθώες υπάρξεις και είναι άξιες σεβασμού και σε εκείνες που είναι μόνο για το σεξ.

Ο έρωτας δίχως αγάπη είναι μια σεξουαλική ενόρμηση, μια καταναλωτική στάση που ανάγει τον άλλο σε αντικείμενο της ανάγκης του και ουσιαστικά τον χρησιμοποιεί, ενώ τον αγνοεί. Είναι ο απρόσωπος έρωτας, ακόμη και αν η σχέση είναι δεσμευμένη και μακρόχρονη. Ουσιαστικά είναι η άρνηση του έρωτα και ας έχει τα χαρακτηριστικά του.

Θυμίζει τις επώδυνες περιπτώσεις συνδρόμου Alzheimer. που εξωτερικά είναι ο δικός σου άνθρωπος, αλλά εσωτερικά εκείνος είναι άδειος και εσύ γι’ αυτόν δεν υπάρχεις. Η παθιασμένη τρυφερή αγάπη και ο τρυφερός παθιασμένος έρωτας είναι οι συνιστώσες του ολοκληρωμένου έρωτα που παίρνει στα φτερά του τους φθαρτούς ανθρώπους σε μιαν υπέρβαση της ατομικότητας και της φθαρτότητας.

Πώς θα απαλλαγεί η σεξουαλικότητα από τα τραύματα της ενοχοποίησης και της αποπροσωποποίησης;

Είναι η σχέση αγάπης που θα επουλώσει τις πληγές που έχουμε στο σώμα μας και στην ψυχή μας. Είναι η ερωτική ματιά του άλλου, που μας έχει επιλέξει, που μας θέλει και που μας αγαπά. Όπως δεν είναι οι ανώριμες σχέσεις που καλύπτουν προσωρινά τις ανασφάλειες, αλλά που οδηγούν στην αφόρητη μοναξιά και στην επιβεβαίωση της αποτυχίας.

Ο έρωτας. η σεξουαλικότητα και η επιθυμία για ομορφιά αποτελούν αντίδοτα στην απομόνωση, στην αποξένωση και τον θάνατο. Αιτία χαράς, αλλά και ματαίωσης, αιτία απογοήτευσης, αλλά και πληρότητας.

Ε, λοιπόν, απέναντι στους ηλίθιους, σχεδόν πάντοτε θα χάνουμε – με μερικές εξαιρέσεις. Γιατί;

Εάν θέλετε να εμποδίσετε την ακαταμάχητη αύξηση των ηλιθίων, προτού γίνετε ο πρώτος και η πρώτη ανάμεσά τους, οφείλετε να παραδεχτείτε ότι η μετατροπή των συμπεριφορικών κωδίκων σε ηθικές αξίες είναι ακριβώς αυτό που μας ωθεί να μετατρέψουμε την απέχθεια σε αποκλεισμό, σε σημείο που καταλήγουμε να βλέπουμε παντού ηλίθιους. Εισάγοντας την ιερή ιδέα των αξιών στις ανόητες λεπτομέρειες της καθημερινότητας, χλευάζετε την αρχή που σας ζητά, διά στόματος των μεγαλύτερων σοφών, να πάψετε να κρίνετε τους όμοιούς σας ανά πάσα στιγμή.

Σας βλέπω να διστάζετε… Δεν οφείλουμε να υπερασπιστούμε τις αξίες μας; Σας απαντώ: εάν θέλετε να διατηρήσετε τις αξίες σας, πρωτίστως μην τις υπερασπίζεστε! Κραδαίνοντάς τες σαν κάτι το επιτακτικό, δε θα καταφέρετε να τις διαδώσετε και να περιορίσετε την ηλιθιότητα. Διότι εκείνο που σας κάνει να ξεχωρίζετε δεν είναι οι αξίες σας, είναι οι σχέσεις σας και η ποιότητα των σχέσεών σας. Οι αξίες σας, στον βαθμό που εκφράζουν την προσήλωσή σας σε ορισμένα είδη σχέσεων, έχουν προφανώς όλη μου τη συμπάθεια. Όμως είναι καταδικασμένες σε ανεπαρκή απόδοση εφόσον αναφέρεστε σε αυτές άνευ όρων. Η ελευθερία, για παράδειγμα, δεν είναι ποτέ άνευ όρων, αλλά προσδιορίζει την ικανότητα να τα καταφέρει κανείς μέσα στις υφιστάμενες συνθήκες, δηλαδή σε συνθήκες συγκεκριμένες και καθορισμένες.

Αν το καλοσκεφθεί κανείς, το γεγονός ότι υπάρχουν αξίες δεν είναι τελικά αυτό που διακρίνει τη μία ομάδα από την άλλη -πολύ ευχάριστο!- και η άποψη ότι οι αξίες μας μας καθορίζουν είναι από μόνη της μια ηλιθιότητα, δεδομένου ότι προσδίδει έναν περιορισμένο χαρακτήρα σε κάτι που, εκ της σύλληψής του, αποσκοπεί στο να υπερβεί τον διχασμό, όχι στο να τον δικαιολογήσει. Έτσι, για παράδειγμα, δεν μπορείτε να πείτε ότι το δικό σας ιδανικό είναι η ελευθερία, χωρίς να αφαιρέσετε από τους άλλους το δικαίωμα να ταυτιστούν με αυτό. Δεν μπορώ να φανταστώ τίποτε πιο επικίνδυνο, μια και μετατρέπετε αμέσως σε αντιπάλους όλους εκείνους που αντιλαμβάνονται την ελευθερία με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι εσείς.

Παραδεχτείτε, λοιπόν, ότι αντί να υπερασπίζεστε τις αξίες, καλύτερα θα ήταν να αναπτύσσετε τις σχέσεις, με άλλα λόγια, να επιδιώξετε τον περιορισμό των παρεξηγήσεων. Διότι, θυμηθείτε, κατ’ αρχάς εξαιτίας αυτών πολλαπλασιάζονται οι ηλίθιοι. Συνεπώς, δεν μπορείτε να εμποδίσετε τον πολλαπλασιασμό τους ούτε με την επιστροφή στον αποικιακό οικουμενισμό του Διαφωτισμού ούτε με τον εξατομικευμένο σχετικισμό της ψηφιακής εποχής. Θα το πετύχετε μόνο εάν απελευθερωθείτε από την αμυντική στάση σας αποφασίζοντας να διακινδυνεύσετε την έκθεση των ιδανικών αξιών σας σε συγκεκριμένες αλληλεπιδράσεις και να ξεκινήσετε διαπραγματεύσεις προκειμένου να βελτιώσετε τις σχέσεις σας προς κάθε κατεύθυνση, γεγονός που θα αποδυναμώσει τους ηλίθιους όλων των κοινοτήτων. Με άλλα λόγια, προσπαθήστε να διορθώσετε μια κατάσταση και όχι να την κρίνετε.

Να ‘μαστε, λοιπόν, σε ένα σταυροδρόμι όπου, παίζοντας το μέλλον μας (ή αυτό που θεωρούμε πως είναι το μέλλον μας) πρέπει ή να κερδίσουμε ή να χάσουμε. Ε, λοιπόν, απέναντι στους ηλίθιους, σχεδόν πάντοτε θα χάνουμε – με μερικές εξαιρέσεις. Γιατί; Σε καμία περίπτωση επειδή εκείνοι θα είναι περισσότεροι – αυτό είναι παράλογο: καθώς είναι αλληλεπιδραστικές μονάδες, οι ηλίθιοι δεν μπορούν να μετρηθούν! Αντίθετα, είμαστε ακριβείς όταν λέμε ότι η πλειοψηφία είναι σχεδόν πάντα ηλίθια, δεδομένου ότι έχει απαραιτήτως την τάση να ακολουθεί την αρχή της ελάχιστης επίδειξης ενέργειας. Ορίστε. Δεν πρόκειται για τίποτε διαφορετικό από αυτό: τεμπελιά, ολιγωρία, ανικανότητα και κομφορμισμός. Όλες αυτές οι λέξεις καταλήγουν πάντοτε στο ίδιο πράγμα, στην παλιά καλή αρχή της αδράνειας. Υπό αυτή την έννοια, οι ηλίθιοι κερδίζουν σχεδόν πάντα λόγω μιας φυσικής κλίσης της Φύσης, ενώ εσείς κι εγώ αγωνιζόμαστε να ωθήσουμε την κοινωνία να κάνει μερικά βήματα πλάγια, να εκδηλώσει κάποιες ελάχιστα πιθανές , εξεζητημένες και εποικοδομητικές αντιδράσεις. Όμως η φυσική κλίση πάντοτε θα έχει το πάνω χέρι, γεγονός που είναι εξίσου αξεπέραστο όσο και η Φύση, και αυτό συνιστά το άγνωστο σημείο συνάντησης όλων των κόσμων.

Για να διευκρινίσουμε τα πράγματα με τον πιο σύντομο τρόπο, είδαμε πώς οι ηλίθιοι μας έφερναν σε μια συγκεκριμένη συναισθηματική κατάσταση ότι η εν λόγω κατάσταση σηματοδοτεί το τέλος κάθε εμπιστοσύνης ότι το εν λόγω αλληλεπιδραστικό ναυάγιο είναι αμοιβαίο και καταστρέφει κάθε ικανότητα επικοινωνίας και ότι, εφόσον χάσουμε την επαφή, μεγαλώνει η επιθυμία μας να την αποκαταστήσουμε μέσω μιας αρχής. Η αρχή αυτή επιβεβαιώνεται αδέξια με τη χρήση της αργκό, με αναφορές στην ηθική ή στο δίκαιο και με κάθε είδους αντιδράσεις, οι οποίες εκφράζουν μία και μόνο αποστολή: να αποκατασταθεί η δύναμη του δεσμού που κλονίστηκε δίνοντάς της μια άλλη μορφή – μια στάση επιθετική, βίαιη, εξουσιαστική ακόμα και καταστροφική. Για να μην ηττηθούμε στον πόλεμο εναντίον των ηλιθίων, όπου όλοι πολεμούν εναντίον όλων, μπορούμε να κινηθούμε ανάμεσα σε τρεις στρατηγικές: να διαπραγματευτούμε μ’ εκείνους που μπορούν να διαπραγματευτούν, να βοηθήσουμε να εξελιχθούν εκείνοι που το επιτρέπουν, να αφήσουμε στην ησυχία τους εκείνους που αρνούνται να το κάνουν.

Σε κάθε περίπτωση, οι ηλίθιοι πάντοτε θα σας μαθαίνουν περισσότερα απ’ όσα τους μαθαίνετε εσείς, διότι εσείς επιθυμείτε να μάθετε.

SENECA: ΤΟ ΠΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΑΤΤΑΛΟΥ

Επιστολές στον Λουκίλιο 108,12-16

Σε αυτό το απόσπασμα από τις Επιστολές στον Λουκίλιο, ο Σενέκας παραθέτει μία μαρτυρία της εκπαίδευσής του στον πρακτικό στωικισμό στη σχολή των Σεστίων, η οποία βασιζόταν στην ηθική αυστηρότητα και την αποφυγή της πολυτέλειας.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο από το να κατευθύνουμε τα νέα πνεύματα στην αγάπη της τιμιότητας και της δικαιοσύνης. Πειθήνιοι και χωρίς ακόμα να έχουν λερωθεί, αυτοί κατακτώνται από την αλήθεια, αν την εκπροσωπεί ένας άξιος δικηγόρος. Εγώ, τουλάχιστον, όταν άκουγα τον Άτταλο να καταφέρεται εναντίον των ελαττωμάτων, της ακράτειας, των κακών της ζωής, ένιωθα συχνά λύπηση για το ανθρώπινο είδος και θεωρούσα αυτόν τον δάσκαλο υψηλό, ανώτερο απ’ όλα όσα σπουδαία υπάρχουν στη γη. 

Όταν έπλεκε το εγκώμιο της φτώχειας, για να δείξει ότι όλα όσα πυροδοτούν τις ανάγκες μας συνιστούν άχρηστο βάρος που είναι κουραστικό να φέρουμε, συχνά ήθελα να βγω φτωχός από τη σχολή. Όταν άρχιζε να επικρίνει με δριμύτητα τις απολαύσεις, να επαινεί την εγκράτεια, τη λιτότητα στα φαγητά, την καθαρότητα της ψυχής που απέχει όχι μόνο από τις αθέμιτες απολαύσεις, αλλά και από τις επιφανειακές, ήμουν έτοιμος να απαγορεύσω στον εαυτό μου κάθε κρίμα λαιμαργίας και φιληδονίας. Από αυτά τα μαθήματα, Λουκίλιε, κάτι μου έχει μείνει. Ήμουν έτοιμος με μεγάλο ζήλο να πραγματοποιήσω όλο του το πρόγραμμα- μετά, όταν γύρισα στην καθημερινή μου ζωή, τήρησα λίγες από τις αρχικές καλές μου προθέσεις. Από εδώ προέρχεται η άρνησή μου σε όλη μου τη ζωή για τα στρείδια και τα μανιτάρια. Δεν είναι φαγητά, χρησιμεύουν μόνο στο να διεγείρει κανείς τον ουρανίσκο του ακόμα και όταν είναι χορτάτος. 

Από εδώ η άρνησή μου σε όλη μου τη ζωή να χρησιμοποιήσω αρώματα, γιατί η καλύτερη μυρωδιά ενός ανθρώπινου σώματος είναι να μην έχει καμία. Δεν πίνω πια κρασί, ούτε κάνω ζεστό μπάνιο: το να ξεμυαλίζουμε το σώμα και να το καταπονούμε με σκληρή δουλειά μού φαίνεται μια άχρηστη απόλαυση.

Να Έχεις; ή να Είσαι;

Η διάκριση ανάμεσα στο έχει και το είναι δεν είναι και τόσο ξεκάθαρη για την κοινή λογική. Το έχει φαίνεται να είναι μια φυσιολογική λειτουργία της ζωής μας: για να ζήσουμε πρέπει να έχουμε πράγματα. Ακόμα περισσότερο, πρέπει να έχουμε πράγματα για να μπορούμε να τα απολαμβάνουμε. Σ’ ένα πολιτισμό όπου ό ύψιστος σκοπός είναι η κατοχή θα έλεγε κανείς ότι η βαθύτερη σημασία του είναι , είναι το έχει. Και όταν κάποιος δεν έχει τίποτα δεν είναι τίποτα.

Τα εμπειρικά ανθρωπολογικά και ψυχαναλυτικά δεδομένα δείχνουν ότι το έχει και το είναι αποτελούν τους δύο βασικούς τρόπους εμπειρίας, και οι αντίστοιχες δυνάμεις τους καθορίζουν τις διαφορές ανάμεσα στους χαρακτήρες των ατόμων καθώς και τους διάφορους τύπους του κοινωνικού χαρακτήρα.

Τους τελευταίους αιώνες στις δυτικές γλώσσες άρχισε να γίνεται φανερή μια κάποια αλλαγή στην έμφαση που δίνουν στο έχει και στο είναι, καθώς η τάση της υποκατάστασης των ρημάτων με ουσιαστικά έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις. Το ουσιαστικό είναι η ακριβής έκφραση για ένα πράγμα. Ενώ για μια ενέργεια είναι το ρήμα. Παρόλα αυτά όλο και πιο συχνά μια ενέργεια εκφράζεται με τύπους του έχω.

Για παράδειγμα: «Γιατρέ έχω ένα πρόβλημα. Έχω αϋπνία. Αν και έχω ένα όμορφο σπίτι, χαριτωμένα παιδιά και ευτυχισμένο γάμο, έχω πολλές στεναχώριες». Πριν από μερικές δεκαετίες αντί ο άρρωστος να πει «έχω πρόβλημα», πιθανόν να έλεγε «είμαι στεναχωρημένος», αντί «έχω αϋπνία», «δεν μπορώ να κοιμηθώ», και αντί «έχω ένα ευτυχισμένο γάμο», «είμαι ευτυχισμένος στον γάμο μου».

Το σύγχρονο γλωσσικό ύφος δείχνει τον ψηλό βαθμό αλλοτρίωσης που επικρατεί. Το εγώ της εμπειρίας αντικαθίσταται με το αυτό της κτήσης.

Το έχω είναι μια απατηλή έννοια. Αυτοί που πιστεύουν ότι η κατοχή είναι η πιο φυσική ιδιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης θα εκπλαγούν αν μάθουν ότι πολλές γλώσσες δεν έχουν λέξη για το έχω. Στα εβραϊκά για παράδειγμα το έχω εκφράζεται με την φράση «είναι για εμένα». Είναι πολύ ενδιαφέρον να δούμε ότι κατά την εξέλιξη πολλών γλωσσών η φράση «είναι δικό μου» αντικαταστάθηκε πολύ αργότερα από το ρήμα έχω. Το γεγονός αυτό υπονοεί ότι το ρήμα έχω εξελίχτηκε παράλληλα με την ανάπτυξη της ατομικής ιδιοκτησίας και είναι ανύπαρκτο σε κοινωνίες όπου κυριαρχεί η λειτουργική ιδιοκτησία, δηλαδή η κτήση πραγμάτων για συγκεκριμένη χρήση. Όταν το έχει καθορίζει τον τρόπο ύπαρξης μου η σχέση μου με τον υπόλοιπο κόσμο είναι κτητική.

Το είμαι στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες εκφράζεται με την ρίζα του es που σημαίνει υπάρχω. Το είμαι δηλώνει την πραγματικότητα της ύπαρξης αυτού που είναι. Όταν λέμε ότι κάποιος ή κάτι είναι αναφερόμαστε στην ουσία του ανθρώπου ή του πράγματος και όχι στην εμφάνιση του.

Όταν χρησιμοποιώ τα ρήματα είμαι ή έχω, αναφέρομαι σε δυο βασικούς τρόπους ύπαρξης σε δυο διαφορετικές στάσεις απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μου και τον κόσμο. Η διαφορά είναι ανάμεσα σε μια κοινωνία, που το ενδιαφέρον της συγκεντρώνεται στους ανθρώπους, και σε μια άλλη που το ενδιαφέρον της συγκεντρώνεται στα πράγματα.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

6.3.2. Αγαλματικοί τύποι του δεύτερου μισού του 5ου αιώνα π.Χ.

Η αντιγραφική παράδοση των ρωμαϊκών κυρίως χρόνων μάς έχει διασώσει αρκετούς αγαλματικούς τύπους που ανάγονται με βεβαιότητα σε σημαντικές δημιουργίες του δεύτερου μισού του 5ου αιώνα π.Χ., χωρίς να είναι, ωστόσο, δυνατή η ταύτισή τους με έργα που μας είναι γνωστά από αρχαίους συγγραφείς. Προβληματική είναι επίσης η απόδοση των αγαλματικών τύπων σε συγκεκριμένους καλλιτέχνες. 

Βέβαιο είναι ότι έχουμε να κάνουμε με περίφημες δημιουργίες καλλιτεχνών που μαθήτευσαν ή δούλεψαν στην Αθήνα στα χρόνια 440-410 π.Χ. 

Τα αγάλματα αυτά προκαλούσαν τον θαυμασμό των αρχαίων ως τα όψιμα αυτοκρατορικά χρόνια (3ο-4ο αιώνα μ.Χ.)· ανάμεσά τους αξίζει να αναφέρουμε τη λεγόμενη Αθηνά Medici,, της οποίας το πρωτότυπο ήταν ένα μεγάλο χρυσελεφάντινο άγαλμα (ίσως η Αθηνά Αρεία του Φειδία) των χρόνων γύρω στο 440 π.Χ., τον λεγόμενο Δία της Δρέσδης, που χρονολογείται γύρω στο 430 π.Χ. και ίσως εικονίζει τον Άδη, τον θεό του κάτω κόσμου, τη σύγχρονή του Αθηνά Farnese, και τη λεγόμενη Αφροδίτη Λούβρου-Νεάπολης, που εικονίζει πιθανόν την Αφροδίτη Νυμφία. 

Η τελευταία αυτή δημιουργία χρονολογείται στα χρόνια 420-410 π.Χ. και παρουσιάζει ενδιαφέρον από εικονογραφική άποψη εξαιτίας της γύμνωσης του αριστερού στήθους. Το μοτίβο αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως απαρχή για την απεικόνιση της ημίγυμνης αρχικά και αργότερα εντελώς γυμνής Αφροδίτης μέσα στον 4ο αιώνα π.Χ.

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: ΙI. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΣΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

15. Το μέσα ταξίδι: Από τον Πλάτωνα στον Πλωτίνο

15.1. Ένας Αιγύπτιος μάγος: ο Πλωτίνος


Ας γυρίσουμε πίσω, στο ξεκίνημα του 3ου αιώνα μ.Χ., που δεν βρήκε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία στην ευτυχέστερη στιγμή της. Η κεντρική εξουσία στη Ρώμη εξασθένιζε, η δυναστεία των Σεβήρων κυριαρχούσε και ο στρατός ανέβαινε κοινωνικά, το κάποτε σταθερό ρωμαϊκό νόμισμα γνώριζε διαδοχικές ανεπίσημες υποτιμήσεις, οι πόλεμοι στα σύνορα της αυτοκρατορίας πλήθαιναν. Και στην Αίγυπτο χωριά και πόλεις άρχισαν να γνωρίζουν την εξαθλίωση.

Εκεί στον νότο, στην Άνω Αίγυπτο, γεννήθηκε κάποιος που, όταν μεγάλωσε και έγινε φιλόσοφος, απέκρυπτε, ακόμη και από τους στενούς μαθητές του, το πότε και το πού: ο Πλωτίνος. Για τον ίδιο έμοιαζε να μην είχε σημασία ούτε η μέρα και ο μήνας ούτε και ο τόπος της γέννησής του. Πάντως, μερικές σκόρπιες πληροφορίες μάς επιτρέπουν κάποιες εικασίες: ήταν κατακαλόκαιρο του 204 (ή ίσως το 205) κοντά στις όχθες του Νείλου, στην Λυκώ (Λυκόπολη), τη σημερινή Ασιούτ. Ο Πλωτίνος δεν φρόντισε να ξεκαθαρίσει καν την καταγωγή του, ούτε το μπόρεσαν όσοι καταπιάστηκαν αργότερα με τέτοιου είδους ταξινομήσεις και γενεαλογίες. Το όνομά του δείχνει ότι η οικογένειά του ήταν εκρωμαϊσμένη, η μόρφωσή του ότι ήταν εξελληνισμένη· πάντως ήταν αιγυπτιακή και εύπορη. Μπορεί να μη μίλησε ούτε για τους γονείς του, σίγουρα όμως θα είχαν περιουσία, ώστε να αναθέσουν την ανατροφή του μικρού σε τροφό, να τον στείλουν επτά χρόνων στον γραμματοδιδάσκαλο, και να έχει ο ίδιος τη δυνατότητα να ξεκινήσει μακρόχρονες σπουδές σε σχετικά μεγάλη ηλικία.

Όλα τα υπόλοιπα για τη ζωή του Πλωτίνου ως τη στροφή του στη φιλοσοφία είναι άγνωστα: δεν τα διέσωσε κανείς, ούτε τα έκρινε άξια αναφοράς ο ίδιος. Το μόνο που διηγούνταν, όχι όμως την ώρα των μαθημάτων, και θεωρούσε σημαδιακό ήταν ένα περιστατικό της παιδικής του ζωής: όταν πρώτη φορά ένιωσε ντροπή που τον είπαν «παλιόπαιδο» επειδή κόντευε τα οκτώ και ακόμη θήλαζε. Ο απογαλακτισμός του, η αίσθηση της ντροπής, σήμαινε την είσοδο του μικρού στον χώρο της λογικής, των κοινών εννοιών και αντιλήψεων της ηθικής.

Αν στα επτά μπήκε στην εποχή του λόγου, χρειάστηκε να περάσουν τρεις φορές επτά χρόνια και να αρχίσει να ενδιαφέρεται για τη φιλοσοφία: στα εικοσιοκτώ του - όχι στην πρώτη του νεότητα, ούτε μικρός ούτε μεγάλος για τη φιλοσοφία. Ο τόπος που διάλεξε για να ικανοποιήσει την επιθυμία του ήταν ο πλέον κατάλληλος: η Αλεξάνδρεια, κατεξοχήν τόπος φιλοσοφίας την εποχή εκείνη. Πήγε με συστάσεις στους πιο γνωστούς δασκάλους της πύλης. Το πέρασμά του από δάσκαλο σε δάσκαλο, συνήθεια των φιλομαθών νέων της εποχής, δεν απέδωσε. Τους παρακολουθούσε, αλλά, αφού τους άκουγε, έβγαινε περίλυπος από τις αίθουσες - δεν είχαν τίποτε να του πουν.