Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Σωσιάδου τῶν ἑπτὰ σοφῶν ὑποθῆκαι

Ἕπου θεῷ. Νόμῳ πείθου. Θεοὺς σέβου. Γονεῖς αἰδοῦ. Ἡττῶ ὑπὸ δικαίου. Γνῶθι μαθών. Ἀκούσας νόει. Σαυτὸν ἴσθι. Γαμεῖν μέλλε. Καιρὸν γνῶθι. Φρόνει θνητά. Ξένος ὢν ἴσθι. Ἑστίαν τίμα. Ἄρχε σεαυτοῦ. Φίλοις βοήθει. Θυμοῦ κράτει. Φρόνησιν ἄσκει. Πρόνοιαν τίμα. Ὅρκῳ μὴ χρῶ. Φιλίαν ἀγάπα. Παιδείας ἀντέχου. Δόξαν δίωκε. Σοφίαν ζήλου. Καλὸν εὖ λέγε. Ψέγε μηδένα. Ἐπαίνει ἀρετήν. Πρᾶττε δίκαια. Φίλοις εὐνόει. Ἐχθροὺς ἀμύνου. Εὐγένειαν ἄσκει. Κακίας ἀπέχου. Κοινὸς γίνου. Ἴδια φύλαττε. Ἀλλοτρίων ἀπέχου. Ἄκουε πάντα. Εὔφημος ἴσθι. Φίλῳ χαρίζου. Μηδὲν ἄγαν. Χρόνου φείδου. Ὅρα τὸ μέλλον. Ὕβριν μίσει. Ἱκέτας αἰδοῦ. Πᾶσιν ἁρμόζου. Υἱοὺς παίδευε. Ἔχων χαρίζου. Δόλον φοβοῦ. Εὐλόγει πάντας. Φιλόσοφος γίνου. Ὅσια κρῖνε. Γνοὺς πρᾶττε. Φόνου ἀπέχου. Εὔχου δυνατά. Σοφοῖς χρῶ. Ἦθος δοκίμαζε. Λαβὼν ἀπόδος. Ὑφορῶ μηδένα. Τέχνῃ χρῶ. Ὃ μέλλεις, δός. Εὐεργεσίας τίμα. Φθόνει μηδενί. Φυλακῇ πρόσεχε. Ἐλπίδα αἴνει. Διαβολὴν μίσει. Δικαίως κτῶ. Ἀγαθοὺς τίμα. Κριτὴν γνῶθι. Γάμους κράτει. Τύχην νόμιζε. Ἐγγύην φεῦγε. Πᾶσι διαλέγου. Ὁμοίοις χρῶ. Δαπανῶν ἄρχου. Κτώμενος ἥδου. Αἰσχύνην σέβου. Χάριν ἐκτέλει. Εὐτυχίαν εὔχου. Τύχην στέργε. Ἀκούων ὅρα. Ἐργάζου κτητά. Ἔριν μίσει. Ὄνειδος ἔχθαιρε. Γλῶτταν ἴσχε. Ὕβριν ἀμύνου. Κρῖνε δίκαια. Χρῶ χρήμασιν. Ἀδωροδόκητος δίκαζε. Αἰτιῶ παρόντα. Λέγε εἰδώς. Βίας μὴ ἔχου. Ἀλύπως βίου. Ὁμίλει πρᾴως. Πέρας ἐπιτέλει μὴ ἀποδειλιῶν. Φιλοφρόνει πᾶσιν. Υἱοῖς μὴ καταρῶ. Γυναικὸς ἄρχε. Σεαυτὸν εὖ ποίει. Εὐπροσήγορος γίνου. Ἀποκρίνου ἐν καιρῷ. Πόνει μετ᾽ εὐκλείας. Πρᾶττε ἀμετανοήτως. Ἁμαρτάνων μετανόει. Ὀφθαλμοῦ κράτει. Βουλεύου χρόνῳ. Πρᾶττε συντόμως. Φιλίαν φύλαττε. Εὐγνώμων γίνου. Ὁμόνοιαν δίωκε. Ἄρρητον κρύπτε. Τὸ κρατοῦν φοβοῦ. Τὸ συμφέρον θηρῶ. Καιρὸν προσδέχου. Ἔχθρας διάλυε. Γῆρας προσδέχου. Ἐπὶ ῥώμῃ μὴ καυχῶ. Εὐφημίαν ἄσκει. Ἀπέχθειαν φεῦγε. Πλούτει δικαίως. Δόξαν μὴ λεῖπε. Κακίαν μίσει. Κινδύνευε φρονίμως. Μανθάνων μὴ κάμνε. Φειδόμενος μὴ λεῖπε. Χρησμοὺς θαύμαζε. Οὓς τρέφεις, ἀγάπα. Ἀπόντι μὴ μάχου. Πρεσβύτερον αἰδοῦ. Νεώτερον δίδασκε. Πλούτῳ ἀπίστει. Σεαυτὸν αἰδοῦ. Μὴ ἄρχε ὑβρίζειν. Προγόνους στεφάνου. Θνῆσκε ὑπὲρ πατρίδος. Τῷ βίῳ μὴ ἄχθου. Ἐπὶ νεκρῷ μὴ γέλα. Ἀτυχοῦντι συνάχθου. Χαρίζου ἀβλαβῶς. Μὴ ἐπὶ παντὶ λυποῦ. Ἐξ εὐγενῶν γέννα. Ἐπαγγέλλου μηδενί. Φθιμένους μὴ ἀδίκει. Εὖ πάσχε ὡς θνητός. Τύχῃ μὴ πίστευε. Παῖς ὢν κόσμιος ἴσθι, ἡβῶν ἐγκρατής, μέσος δίκαιος, πρεσβύτης εὔλογος, τελευτῶν ἄλυπος.

***
Να ακολουθείς τον θεό. Να πείθεσαι στους νόμους. Να σέβεσαι τους θεούς. Να ντρέπεσαι και να σέβεσαι τους γονείς σου. Να υποχωρείς μπροστά στο δίκαιο. Γνώριζε μαθαίνοντας. Να ακούς και να καταλαβαίνεις. Γνώρισε τον εαυτό σου. Μη βιάζεσαι να παντρευτείς. Φρόντιζε να διακρίνεις την κατάλληλη στιγμή. Να σκέφτεσαι ως θνητός. Να έχεις συναίσθηση ότι είσαι ένας φιλοξενούμενος. Να τιμάς το σπιτικό σου. Να είσαι κύριος του εαυτού σου. Να βοηθάς τους φίλους σου. Να συγκρατείς το θυμό σου. Να συμπεριφέρεσαι με φρόνηση. Να τιμάς την προνοητικότητα. Να μην ορκίζεσαι. Να αγαπάς τη φιλία. Να είσαι προσηλωμένος στην παιδεία. Να επιδιώκεις το καλό όνομα. Να ζηλεύεις και να λαχταράς τη σοφία. Να επαινείς το ωραίο. Κανέναν να μη κατηγορείς. Να επαινείς την αρετή. Να πράττεις πάντοτε το δίκαιο. Να θέλεις το καλό των φίλων σου. Να υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου απέναντι στους εχθρούς σου. Να συμπεριφέρεσαι πάντοτε με ευγένεια. Να απέχεις από την κακία. Να είσαι ευπροσήγορος με όλους. Να περιφρουρείς ό,τι είναι δικό σου. Μακριά από τα ξένα πράγματα. Τα λόγια σου να είναι μόνο λόγια ευσέβειας. Να ακούς τα πάντα. Να κάνεις τα χατίρια των φίλων σου. Ποτέ, καμιά υπερβολή. Οικονομία στον χρόνο σου. Να κοιτάζεις το μέλλον. Να μισείς τη βίαιη και προσβλητική συμπεριφορά. Να σέβεσαι τους ικέτες. Να ταιριάζεις με όλους. Να μορφώνεις τα παιδιά σου. Όταν έχεις, κάνε χάρες. Να φοβάσαι τον δόλο. Να επαινείς όλους τους ανθρώπους. Να είσαι φίλος της σοφίας. Να κρίνεις σύμφωνα με το δίκαιο των θεών. Πρώτα να σκέφτεσαι και ύστερα να πράττεις. Μακριά από φόνο. Να εύχεσαι πράγματα που μπορούν να γίνουν. Να συναναστρέφεσαι σοφούς. Να ελέγχεις τον χαρακτήρα. Αν πάρεις κάτι, να το δώσεις πίσω. Να μην υποπτεύεσαι κανέναν. Να κάνεις χρήση των τεχνών. Ό,τι είναι να δώσεις, δώσ᾽ το. Να τιμάς τις ευεργεσίες. Μη φθονείς κανέναν. Να υμνείς την ελπίδα. Να μισείς τη διαβολή. Να αποκτάς με δίκαιο τρόπο. Να τιμάς τους καλούς ανθρώπους. Ξέρε τον κριτή. Μη χαλάς τον γάμο σου. Να πιστεύεις στην τύχη. Να αποφεύγεις τις εγγυήσεις. Να συνδιαλέγεσαι με όλους. Να συναναστρέφεσαι τους ομοίους σου. Άρχιζε να ξοδεύεις πρώτος. Να χαίρεσαι τα αποκτήματά σου. Να φοβάσαι το ντρόπιασμα. Να εκτελείς τη χάρη. Να εύχεσαι ευτυχία. Να στέργεις την τύχη σου. Ακούοντας να βλέπεις. Να εργάζεσαι για πράγματα που μπορούν να αποκτηθούν. Να μισείς τις φιλονικίες. Να εχθρεύεσαι το όνειδος. Να κρατάς τη γλώσσα σου. Να αμύνεσαι απέναντι στη βίαιη και προσβλητική συμπεριφορά. Να κρίνεις δίκαια. Να κάνεις χρήση των χρημάτων. Να δικάζεις δίχως να δέχεσαι δώρα. Να κατηγορείς κάποιον όταν είναι παρών. Να μιλάς ξέροντας. Μην ενεργείς με βίαιο τρόπο. Να ζεις δίχως λύπες. Να φέρεσαι στους άλλους με πραότητα. Να βγάζεις πέρα τις υποθέσεις σου χωρίς να φοβάσαι και να χάνεις το θάρρος σου. Να συμπεριφέρεσαι με φιλοφροσύνη προς όλους. Να μην καταριέσαι τα παιδιά σου. Να κυβερνάς τη γυναίκα σου. Να ευεργετείς τον εαυτό σου. Να είσαι ευπροσήγορος. Να απαντάς τη στιγμή που πρέπει. Να κοπιάζεις, δίχως όμως να χαλάς το καλό σου όνομα. Να ενεργείς έτσι που να μη μετανιώνεις. Όταν κάνεις λάθος, να μετανοείς. Να είσαι κύριος του ματιού σου. Να σκέφτεσαι με άνεση χρόνου. Ό,τι κάνεις, να το κάνεις με ταχύτητα. Να κρατάς τις φιλίες σου. Να είσαι ευγνώμων. Να επιδιώκεις την ομόνοια. Να μη φανερώνεις μυστικά. Να φοβάσαι την εξουσία. Να κυνηγάς το συμφέρον. Να περιμένεις την κατάλληλη στιγμή. Να διαλύεις τις έχθρες. Να δέχεσαι τα γηρατειά. Να μη καυχιέσαι για τη σωματική σου δύναμη. Τα λόγια σου να είναι λόγια ευσέβειας. Να αποφεύγεις την απέχθεια. Να πλουτίζεις δίκαια. Ό,τι αποφάσισες να μη το εγκαταλείπεις. Να μισείς την κακία. Να διακινδυνεύεις με φρόνηση. Μην κουράζεσαι να μαθαίνεις. Μην αφήνεις τίποτα στη μέση από φειδώ. Να τιμάς τους χρησμούς. Όσους τρέφεις, να τους αγαπάς. Μην τα βάζεις με άνθρωπο που δεν είναι παρών. Να σέβεσαι τους γεροντότερους. Τους νεότερους να τους διδάσκεις. Να μην έχεις εμπιστοσύνη στον πλούτο. Να σέβεσαι τον εαυτό σου. Μην κάνεις αρχή στις ύβρεις. Να στεφανώνεις τους τάφους των προγόνων σου. Να δίνεις τη ζωή σου για την πατρίδα σου. Μην τα βάζεις με τη ζωή. Μη γελάς πάνω από νεκρό. Να συμπάσχεις με τους δυστυχισμένους. Να κάνεις χάρες δίχως να ζημιώνεις. Μη στενοχωριέσαι για το καθετί. Να αποκτάς παιδιά από άτομα ευγενικής καταγωγής. Μην υπόσχεσαι σε κανέναν. Μη συμπεριφέρεσαι άδικα στους πεθαμένους. Να δέχεσαι ευεργεσίες ως θνητός. Μην έχεις εμπιστοσύνη στην τύχη. Ως παιδί να είσαι κόσμιος, ως έφηβος εγκρατής, ως μεσήλικας δίκαιος, ως γέροντας λογικός· πεθαίνοντας να είσαι άλυπος.

ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ: ΟΙ ΜΑΚΡΙΝΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΤΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ

Σχετική εικόναΑλλά και πριν από τους Προσωκρατικούς, ο Ησίοδος, ένας ποιητής που σκέφτεται και εκφράζεται μυθικά, περιγράφει στη Θεογονία του τη δημιουργία του κόσμου, των θεών και των ανθρώπων με τρόπο επίσης… «διαλεκτικό», κάπως έτσι: «πρώτα-πρώτα το Χάος έγινε· ύστερα η πλατύστηθη η Γη… και ο Έρως, που μέσα στους αθανάτους ο πλέον ωραίος είναι… Κι από το Χάος το Έρεβος γεννήθηκε και η μαύρη νύχτα, κι από τη Νύχτα πάλι ο Αιθέρας και η Ημέρα· τους γέννησε απ’ το σπέρμα του Ερέβους…».
 
Στην κοσμογονία του, δηλαδή, τα προσωποποιημένα φυσικά φαινόμενα δεν είναι σκόρπια, ούτε άσχετα μεταξύ τους· γεννιέται το ένα από το άλλο και εξαρτάται το ένα από το άλλο· έχουν σχέση αναμεταξύ τους –μήπως σχέση διαλεκτική; Αν θυμηθούμε τον τρόπο με τον οποίο περιγράφεται η δημιουργία του κόσμου από τον εβραϊκό θεό στην Παλαιά Διαθήκη με το: «καί εἶπεν ὁ θεός· γενηθήτω φῶς καί ἐγένετο φῶς… καί διεχώρισεν ὁ Θεός ἀνά μέσον τοῦ φωτός καί ἀνά μέσον τοῦ σκότους… καί ἐποίησεν ὁ Θεός τό στερέωμα… καί εἶπεν ὁ Θεός συναχθήτω τό ὕδωρ τό ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ…», θα καταλάβουμε τη διαφορά. Δεν την αξιολογούμε, την αναφέρουμε για να δείξουμε την καταγωγή των ευρωπαϊκών ιδεών…
 
Ο όρος «διαλεκτική» δεν υπάρχει στους Προσωκρατικούς· πρωτοεμφανίζεται στον Πλάτωνα ως επίθετο, «διαλεκτικός», και σημαίνει αυτόν που ξέρει να χειρίζεται την ερωταπόκριση (Κρατύλος 390c)· εμφανίζεται επίσης ως «πορεία διαλεκτική», ως «μέθοδος διαλεκτική», ως «λόγος διαλεκτικός» (Πολιτεία 532b, 533c, 534b) και τέλος ως το τελευταίο και κορυφαίο μάθημα που πρέπει να μαθαίνουν οι νέοι άνθρωποι («ὥσπερ θριγκός τοῖς μαθήμασιν ἡ διαλεκτική», Πολιτεία 334e). Εκφυλισμό της έννοιας του «διαλεκτικοῦ» αποτελεί η έννοια του «εριστικοῦ», που αποδίδεται από τον Πλάτωνα στους Σοφιστές, ενώ καθιερώνεται και χρησιμοποιείται με την ίδια έννοια από τον Αριστοτέλη και τους μεταγενέστερους, δηλώνοντας πάντοτε τον «αιώνιο σοφιστή» που διαστρέφει την αλήθεια.

Ο Αριστοτέλης αναφέρει τον προσωκρατικό (ελεάτη) Ζήνωνα ως «εὑρετή τῆς διαλεκτικῆς», ενώ παραδέχεται ότι και ο δάσκαλος του Ζήνωνα, ο Παρμενίδης, δεν ήταν «ἄπειρος», δηλαδή άσχετος με τη διαλεκτική (Αριστοτέλους, Αποσπάσματα, Σοφιστής). Όλα αυτά σε επίπεδο διανοητικής αναζήτησης και συζήτησης, αφού με εργαλείο τη «διαλεκτική» αναζητείται πάντοτε και απ’ όλους η Αλήθεια, άσχετο αν για τον καθέναν είναι διαφορετική. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης – πέρα από τις πληροφορίες που μας δίνει – δεν θεωρεί τη «διαλεκτική» όργανο αναζήτησης της Αλήθειας αλλά όργανο ορθής διανόησης, η οποία εξαρτάται από ορισμένους κανόνες που, αν τηρηθούν, εξασφαλίζουν ορθά αποτελέσματα, εφόσον βέβαια οι «προκείμενες», δηλαδή οι αφετηριακές προτάσεις, είναι αληθινές.
 
Η Ύστερη Αρχαιότητα, ο Μεσαίωνας και η Αναγέννηση περίπου τέτοιο νόημα δίνουν στον όρο, της διανοητικής αναζήτησης που στόχο έχει την αλήθεια και την ορθή σκέψη. Στις νεότερες εποχές τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα και ο όρος παίρνει το νόημα που κάθε εποχή και κάθε φιλόσοφος του δίνει.
 
Κανένας λοιπόν Προσωκρατικός δεν χρησιμοποίησε τον όρο «διαλεκτική»· όμως αν και ως όρος δεν απαντάται, στην πράξη είναι παρών. Το ίδιο ισχύει και για τον όρο «διαλεκτική της φύσης»· παρόλο που είναι τόσο νεότερη έννοια, αναχρονιστικά μπορεί κάλλιστα ν’ αποδοθεί στους «πρώτους φιλοσοφήσαντας» –έτσι τους είπε ο Αριστοτέλης (Μετά τα Φυσικά 983b). Γιατί οι Ίωνες Προσωκρατικοί είναι αυτοί που πρώτοι περιέγραψαν και εξήγησαν τη φύση μη μυθικά, καθένας με τον τρόπο του· και είναι αυτοί που μπορούν να διεκδικήσουν την προϊστορία της έννοιας «διαλεκτική της φύσης», ακριβώς γιατί η φύση σε αυτούς είναι «ἔμψυχη», είναι ύλη που έχει μέσα της ζωή και κίνηση, και που με διάφορες μεταλλάξεις και μεταβολές –μήπως διαλεκτικές;– δημιουργεί τις διάφορες μορφές ζωής και την ποικιλία που βλέπουμε γύρω μας. Μπορούμε μάλιστα να υποστηρίξουμε, με αφορμή τους Ίωνες Προσωκρατικούς, ότι η έννοια «διαλεκτική» πρώτα συνδέθηκε με την κίνηση στη φύση και στη ζωή και μετά με την κίνηση των ιδεών.
 
Αλλά και πριν από τους Προσωκρατικούς, ο Ησίοδος, ένας ποιητής που σκέφτεται και εκφράζεται μυθικά, περιγράφει στη Θεογονία του [εισαγ.-κείμ.-μτφρ. Παν. Λεκατσάς, Ζαχαρόπουλος, σ. 105επ.] τη δημιουργία του κόσμου, των θεών και των ανθρώπων με τρόπο επίσης… «διαλεκτικό», κάπως έτσι: «πρώτα-πρώτα το Χάος έγινε· ύστερα η πλατύστηθη η Γη… και ο Έρως, που μέσα στους αθανάτους ο πλέον ωραίος είναι… Κι από το Χάος το Έρεβος γεννήθηκε και η μαύρη νύχτα, κι από τη Νύχτα πάλι ο Αιθέρας και η Ημέρα· τους γέννησε απ’ το σπέρμα του Ερέβους…». Στην κοσμογονία του, δηλαδή, τα προσωποποιημένα φυσικά φαινόμενα δεν είναι σκόρπια, ούτε άσχετα μεταξύ τους· γεννιέται το ένα από το άλλο και εξαρτάται το ένα από το άλλο· έχουν σχέση αναμεταξύ τους –μήπως σχέση διαλεκτική; Αν θυμηθούμε τον τρόπο με τον οποίο περιγράφεται η δημιουργία του κόσμου από τον εβραϊκό θεό στην Παλαιά Διαθήκη με το: «καί εἶπεν ὁ θεός· γενηθήτω φῶς καί ἐγένετο φῶς… καί διεχώρισεν ὁ Θεός ἀνά μέσον τοῦ φωτός καί ἀνά μέσον τοῦ σκότους… καί ἐποίησεν ὁ Θεός τό στερέωμα… καί εἶπεν ὁ Θεός συναχθήτω τό ὕδωρ τό ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ…», θα καταλάβουμε τη διαφορά. Δεν την αξιολογούμε, την αναφέρουμε για να δείξουμε την καταγωγή των ευρωπαϊκών ιδεών.
 
Στην ελληνική μυθολογία –κι αργότερα στη φιλοσοφία– δεν γεννιούνται όλα διαμιάς και από κάποια Θέληση, γεννιέται το ένα από το άλλο, με μια… «μυθολογική διαλεκτική» –δεν είναι αντίφαση όρων, όσο κι αν έχουμε συνηθίσει να συνδέουμε τη διαλεκτική με ορθολογικούς τρόπους σκέψης· και το σπουδαιότερο, όλα γεννιούνται χωρίς έναν θεό-δημιουργό. Για πρώτη φορά εισάγεται η ιδέα ενός θεού-δημιουργού από έναν φιλόσοφο, τον Πλάτωνα στον Τίμαιο –το μόνο έργο του που αναφέρεται στον φυσικό κόσμο– αλλά και πάλι όχι με την εβραϊκή έννοια της δημιουργίας «εκ του μηδενός», αλλά με την έννοια που ένας τεχνίτης-δημιουργός πλάθει ένα αγγείο από μια μάζα πηλού, που προϋπάρχει· για τους Έλληνες «τίποτα δεν γεννιέται από το τίποτα» –nihil ex nihilo είναι ο γνωστός λατινικός όρος. Εξάλλου αυτή είναι και η βασική αντίρρηση των πρώτων Χριστιανών στην αρχαία κοσμοθεωρία, γι’ αυτό και όλοι οι μεγάλοι πατέρες των πρώτων χριστιανικών αιώνων έγραψαν έργα με τίτλο «Εἰς τήν Γένεσιν», για να πολεμήσουν την ελληνική αντίληψη περί δημιουργίας του κόσμου.
 
Αλλά και μ’ έναν άλλο τρόπο μπορεί να θεωρηθεί διαλεκτική η σκέψη των Προσωκρατικών, ως ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα στη φύση και στην κοινωνία ή στον φυσικό και στον ανθρώπινο κόσμο. Η ίδια ή λέξη «κόσμος», που την πρωτοσυναντάμε στον Ηράκλειτο και έκτοτε καθιερώνεται, είναι ενδεικτική της αντίληψης που είχαν αυτοί οι άνθρωποι για το σύμπαν· το ομόρριζο ρήμα «κοσμῶ» σήμαινε και τότε περίπου ό, τι και σήμερα, διευθετώ-τακτοποιώ-στολίζω κ.λπ., ήταν δηλαδή λέξη και έννοια παρμένη από την ανθρώπινη εμπειρία και το λεξιλόγιο της καθημερινότητας των ανθρώπων· η δική μας έννοια της «διακόσμησης του σπιτιού» ήταν οικεία και στους Προσωκρατικούς, μόνο που σπίτι τους ήταν το σύμπαν ολόκληρο! Ο Πλάτωνας –πρώτος σχολιαστής και κριτής των Προσωκρατικών– στο διάλογό του Φαίδων (97c), αναφερόμενος στον Αναξαγόρα, του αποδίδει εκφράσεις όπως «νοῦς ἐστιν ὁ διακοσμῶν» ή «τόν γε νοῦν κοσμοῦντα πάντα», και παρακάτω «ἀπό νοῦ αὐτά κεκοσμῆσθαι». Ο Καρλ Πόππερ [Ο κόσμος του Παρμενίδη. Δοκίμια για τον Προσωκρατικό Διαφωτισμό, Καρδαμίτσα, 2002, σ. 19], που είναι από τους τελευταίους μεγάλους θαυμαστές των Προσωκρατικών, περιγράφει –από τη δική του βέβαια οπτική– τον κόσμο-σπίτι των Προσωκρατικών ως εξής: «…ο κόσμος μας, όπως τον έβλεπαν οι τρεις Μιλήσιοι [Προσωκρατικοί] ήταν η κατοικία μας· σ’ αυτήν την κατοικία υπήρχε κίνηση, υπήρχε αλλαγή …στην εστία έκαιγε φωτιά και πάνω ήταν μια χύτρα όπου έβραζε νερό… Για τον Ηράκλειτο όμως το σπίτι ήταν πάνω στη φωτιά… Στον κόσμο του Ηράκλειτου έπαψε να υπάρχει ευστάθεια… Η λέξη «κόσμος», «διακοσμώ», όπως και άλλες που θα συναντήσουμε μελετώντας τους Προσωκρατικούς, υποδηλώνουν ότι μεταφέρονται ή πάντως χρησιμοποιούνται έννοιες της ανθρώπινης καθημερινότητας για την περιγραφή και εξήγηση του σύμπαντος».
 
Αλλά και το αντίθετο συμβαίνει: ο κύκλος των φυσικών φαινομένων, η εναλλαγή των εποχών, της ημέρας και της νύχτας, η κυκλική τροχιά των αστέρων, αποτέλεσε πρότυπο για τη φαντασιακή θέσμιση εκ μέρους τους της Ιστορίας και της Πολιτείας, που εκλαμβάνονταν και αυτές ως να διανύουν κύκλους· ο ιστορικός Πολύβιος στον 2ο π.Χ. αιώνα διαπιστώνει: «αὕτη πολιτειῶν ἀνακύκλωσις, αὕτη φύσεως οἰκονομία, καθ᾽ ἥν μεταβάλλει καί μεθίσταται καί πάλιν εἰς αὐτά καταντᾷ τα κατά τάς πολιτείας» (Ιστορίαι 6,9).
 
Τέλος και η φυσιολογία του ανθρώπινου οργανισμού ενέπνεε στους Προσωκρατικούς πρότυπα και τρόπους λειτουργίας της ανθρώπινης κοινωνίας, επισφραγίζοντας έτσι το «δούναι και λαβείν» που προαναφέραμε. Πολύ γνωστό είναι το απόσπασμα του ιατροφιλόσοφου προσωκρατικού Αλκμαίωνα Κροτωνιάτη που αναφέρεται στην «υγεία» και τη «νόσο» με όρους κοινωνικοπολιτικούς: «τῆς μέν ὑγιείας εἶναι συνεκτικήν την ἰσονομίαν τῶν δυνάμεων, ὑγροῦ, ξηροῦ, ψυχροῦ, θερμοῦ, πικροῦ, γλυκέως καί τῶν λοιπῶν, την δ’ ἐν αὐτοῖς μοναρχίαν νόσου ποιητικήν· φθοροποιόν γάρ ἑκατέρου μοναρχία» (Diels-Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, Weidman 1972 [στο εξής DK] 24 Β4). Ο Αλκμαίων, δηλαδή, συνδέει την «ὑγεία» με την «ἰσονομία» και την «ἀσθένεια» με τη «μοναρχία», δείχνοντάς μας πόσο οι αρχαίοι φιλόσοφοι δεν ήταν άνθρωποι του εργαστηρίου ή του γραφείου ξεκομμένοι από τη ζωή της Πόλης τους, πόσο συμμετείχαν ενεργά σ’ αυτήν και μετουσίωναν τη χειροπιαστή πραγματικότητα σε θεωρητική σκέψη. Ακόμα και ο Πλάτωνας συνδέει φύση και κοινωνία ή πάντως τα θεωρεί σχετικά: «εἰς τοὐναντίον μεταβολήν ἀνταποδιδόναι, ἐν ὥραις τε καί ἐν φυτοῖς καί ἐν σώμασιν, καί δή καί ἐν πολιτείαις οὐχ ἥκιστα » (Πολιτεία 536e 9).
 
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Οι Προσωκρατικοί (6ος-5ος π.Χ. αι.) πρώτοι συζήτησαν κατεξοχήν το πρόβλημα «φυσικός κόσμος»· μετά από αυτούς ο Σωκράτης και οι Σοφιστές (τέλος 5ου π.Χ. αι.) το πρόβλημα «ανθρώπινος κόσμος». Ο Σωκράτης μάλιστα χαριτολογώντας δηλώνει στον πλατωνικό Φαῖδρο (230d) ότι δεν τον ενδιαφέρουν «τά χωρία καί τά δένδρα» αλλά «οἱ ἐν τῷ ἄστει ἄνθρωποι». Έκτοτε οι φιλόσοφοι όλων των εποχών αντιμετωπίζουν τα προβλήματα αυτά με διάφορους τρόπους και δίνουν διάφορες απαντήσεις. Έτσι, για τη μεταγενέστερη φιλοσοφία, μεσαιωνική, νεότερη και σύγχρονη, τα προβλήματα δεν είναι ολωσδιόλου καινούρια· οι φιλόσοφοι τα βρίσκουν δημιουργημένα από την Αρχαιότητα, και μάλιστα είναι υποχρεωμένοι να αφομοιώσουν τις λύσεις που κατά καιρούς έχουν δοθεί, και ή να συμφωνήσουν με αυτές ή να αντιπαρατεθούν μαζί τους. Αντίθετα, στην προσωκρατική φιλοσοφία δεν υπάρχει αυτή η δέσμευση με το παρελθόν, ακριβώς γιατί τότε πρωτοδιατυπώνονται τα προβλήματα, τουλάχιστον στη φιλοσοφική τους μορφή· τότε για πρώτη φορά οι Προσωκρατικοί συνθέτουν μια συστηματική εικόνα για τον φυσικό κόσμο και δημιουργούν τις αντίστοιχες έννοιες, που και σήμερα χρησιμοποιούνται από τους φυσικούς επιστήμονες· οι έννοιες «δύναμις», «μέγεθος», «κίνησις», η έννοια του «γίγνεσθαι», του «συνεχοῦς», του «ἀσυνεχοῦς», του «χώρου», του «ἀτόμου», του «ἀριθμοῦ» κ.λπ. τότε δημιουργήθηκαν. Οι έννοιες αυτές ήρθαν πάλι στο φως με την αναγέννηση της Επιστήμης στην Ευρώπη· τότε όλοι οι μεγάλοι ιδρυτές της αναφέρονταν συνειδητά στην Αρχαιότητα και ξαναγύριζαν στις θεμελιακές έννοιες που τότε πρωτοδημιουργήθηκαν· μάλιστα στα πρώτα της βήματα η φυσική επιστήμη ονομαζόταν φυσική φιλοσοφία. Όσο όμως προχωρούσε η νεότερη φυσική, όσο περισσότερο συνειδητοποιούσε τη δύναμη της και τους στόχους της, τόσο σαφέστερα χωριζόταν από τη φιλοσοφία. Ο χωρισμός αυτός ήταν αδύνατο να γίνει στην αρχαία Ελλάδα, γιατί αυτό ακριβώς είναι το γνώρισμα της αρχαίας σκέψης, ότι με την ίδια διανοητική πορεία προχωρεί προς τα επί μέρους και συγκεκριμένα προβλήματα, άρα προβλήματα επιστημονικά, ενώ ταυτόχρονα γενικεύει και δημιουργεί αφηρημένη σκέψη, άρα φιλοσοφία. Και το σπουδαιότερο, είναι οι ίδιοι άνθρωποι που ασκούν και τις δύο δραστηριότητες· οι Προσωκρατικοί είναι ταυτόχρονα επιστήμονες και φιλόσοφοι, γι’ αυτό είναι και πιο ολοκληρωμένες προσωπικότητες.
 
Οι πρώτοι Προσωκρατικοί αναζητούν μια «ἀρχή» του κόσμου, ένα «στοιχεῖο» που ενυπάρχει μέσα σε όλα, και που παραμένει σταθερό παρά τις φαινομενικές μεταβολές· έτσι για πρώτη φορά εμφανίζεται το πρόβλημα της «αρχῆς» του κόσμου, και μάλιστα με τρόπο αιτιοκρατικό – η αρχή νοείται και χρονικά και αιτιοκρατικά, δηλαδή και ως πρώτο ξεκίνημα και ως πρώτη αιτία, αλλά κυρίως ως πρώτη ύλη από την οποία όλα προέρχονται· παράλληλα τίθεται η λογική σχέση αιτίας και αποτελέσματος, που είναι και η πρώτη φιλοσοφική κατηγορία. Επίσης για πρώτη φορά κατηγοριοποιούνται τα φυσικά φαινόμενα, όπως οι σεισμοί και οι εκλείψεις, και θεωρείται ότι όλα τα ομοειδή φαινόμενα έχουν ομοειδή αίτια, και τα ομοειδή αίτια έχουν ομοειδή αποτελέσματα· για πρώτη φορά τα φυσικά φαινόμενα αντιμετωπίζονται όχι ως καπρίτσια κάποιων θεών αλλά ως προκαλούμενα από κάποιες αιτίες και ως αποτελέσματα αυτών των αιτίων. Ο Αριστοφάνης που σατιρίζει όλους και όλα έχει έναν στίχο πολύ χαρακτηριστικό στις Νεφέλες του (828): «– δεν υπάρχει, Φειδιππίδη μου, Δίας – αλλά τί υπάρχει; – η Δίνη βασιλεύει έχοντας αποδιώξει τον Δία» (Δῖνος βασιλεύει τόν Δία ἐξεληλακώς).
 
Ο φυσικός κόσμος για τον Προσωκρατικό του 6ου αιώνα –και όχι μόνο γι’ αυτόν– είναι ένα ζωντανό σύνολο, που παρά τη φαινομενική ποικιλία του αποτελείται από μια ουσία η οποία, ενώ υφίσταται μετατροπές, στο βάθος μένει ίδια, όπως για παράδειγμα ο «ἀέρας» του Αναξιμένη, που με πύκνωση ή αραίωση γίνεται χώμα, νερό κ.λπ., είναι αυτό που αργότερα ο Αριστοτέλης θα ονομάσει: «ἡ ἀεί σωζόμενη φύσις». Η ζητούμενη «ουσία» ή «στοιχείο» ή «ἀρχή» είναι για τους Προσωκρατικούς το υπόστρωμα, κατά κάποιο τρόπο, το οποίο μένει σταθερό παρ’ όλη την ποικιλόμορφη «γένεση» και «φθορά», είναι η «ὑπομένουσα-οὐσία», εκείνο «ἐξ οὐ γίγνεται πρῶτον καί εἰς ὅ φθείρεται τελευταῖον ἅπαντα τά ὄντα», είναι τέλος «ἡ ἀεί σωζόμενη φύσις»· η έννοια αυτή της φύσης είναι δημιούργημα της προσωκρατικής φιλοσοφίας· γι’ αυτό και όλοι οι Προσωκρατικοί ονομάζονται από τον Αριστοτέλη «οἱ περί φύσεως» ή «οἱ φυσιολόγοι», όνομα που έκτοτε τους χαρακτηρίζει – για όλα αυτά μιλάει διεξοδικά, περιγράφοντας τα και κάνοντας συγχρόνως κριτική, στα πρώτα κεφάλαια της Φυσικής Ακροάσεως και των Μετά τα Φυσικά· έκτοτε και μέχρι σήμερα φιλόλογοι και φιλόσοφοι διασταυρώνουν τα ξίφη τους προκειμένου να «ερμηνεύσουν» τους Προσωκρατικούς.
 
Έτσι οι Ίωνες Προσωκρατικοί θεωρούνται, και είναι, οι πρώτοι φιλόσοφοι του ευρωπαϊκού χώρου, οι πρώτοι αληθινοί φιλόσοφοι του δυτικού πολιτισμού. Παρόλο που το αντικείμενό τους, ο φυσικός κόσμος, η δημιουργία και η λειτουργία του, ήταν αντικείμενο και προγενέστερης διανόησης, της ησιόδειας π.χ., υπάρχει ένα διακριτικό γνώρισμα που διαφοροποιεί τη σκέψη των Προσωκρατικών από κάθε προγενέστερη, ελληνική ή μη. Ενώ δηλαδή ο Ησίοδος, ο άμεσος προγονός τους, στη Θεογονία του δίνει καταλόγους με δεκάδες ονόματα θεών, ηρώων και θεοποιημένων φυσικών δυνάμεων, που γεννήθηκαν η μια από την άλλη, οι Ίωνες Προσωκρατικοί με πρώτο τον Θαλή ζητούν και βρίσκουν μια ενυπάρχουσα παντού και ενοποιούσα τα πάντα «ουσία» ή «αρχή» ή όπως αλλιώς την ονομάσουμε, από την οποία πηγάζει όλο το «γίγνεσθαι» του φυσικού κόσμου. Αυτή η σταθερή και αναλλοίωτη ουσία πίσω από την ποικιλία των φαινομένων ήταν για τον Θαλή το «νερό», για τον Αναξιμένη ο «ἀέρας» κ.ο.κ., μέχρι που φθάνουμε στον Δημόκριτο και τα «ἄτομα», διαπιστώνοντας έτσι και την προϊούσα εξέλιξη και τάση για αφαίρεση μέσα στα όρια της ίδιας της προσωκρατικής σκέψης – και εννοούμε με αυτό την εξέλιξη από το συγκεκριμένο και χειροπιαστό «νερό» του Θαλή στα αφηρημένα και ιδεατά «ἄτομα» του Δημόκριτου.
 
Η αντικατάσταση αυτή λοιπόν των «πολλών» από το «ένα» είναι και η ληξιαρχική πράξη γέννησης της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, ακριβώς γιατί προϋποθέτει τη διαδικασία της αφαίρεσης, που πρωτοδημιουργείται και πρωτοεμφανίζεται με τον Θαλή, κάτι που θα οδηγήσει σταδιακά στη δημιουργία της «έννοιας», του κατεξοχήν εργαλείου της Φιλοσοφίας. Μήπως και ο μονοθεϊστής Ξενοφάνης ανάλογα δεν σκέφτηκε; Πολέμησε την παραδοσιακή, πολυθεϊστική θρησκεία και αντικατέστησε τους πολλούς και απλοϊκούς στη σύλληψη τους θεούς από έναν, εισάγοντας έναν φιλοσοφικό και όχι θρησκευτικό μονοθεϊσμό, ακριβώς όπως ο Θαλής ανακάλυψε πίσω από την ποικιλία των φυσικών φαινομένων τη μία «οὐσία».
 
Φυσικά όλα αυτά προϋποθέτουν την αφύπνιση του ατομικού Εγώ ως κέντρου δράσης του ατόμου-υποκειμένου και την έντονη βίωση της αυτοσυνειδησίας του. Η βίωση αυτή εκφράζεται με τη διήγηση σε πρώτο ενικό πρόσωπο, κάτι που είναι άγνωστο στον Όμηρο, πρωτοεμφανίζεται δειλά στον Ησίοδο, ενώ ισχυροποιείται στους λυρικούς ποιητές, στην προσωκρατική φιλοσοφία και την αρχαϊκή τέχνη. Ο προσωκρατικός φιλόσοφος του 6ου π.Χ. αιώνα, που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα, πολλές φορές αναφέρεται στον εαυτό του με πρώτο ενικό πρόσωπο και την αντωνυμία εγώ, π.χ. ο Ξενοφάνης: «εἴπερ ἐγώ περί τῶνδε οἶδα λέγειν ἐτύμως» και «οὐκ ἐών ἄξιος ὥσπερ ἐγώ» (DK21 B8,2), ή ο Ηράκλειτος: «ἐγώ διηγεῦμαι… ἐγώ προτιμέω…» (DK22 B1, B55). Κάτι ανάλογο, με έμμεσο τρόπο εκφρασμένο, συναντάμε και στα καθαρά κοσμολογικά τους αποσπάσματα· σ’ αυτά οι Προσωκρατικοί δεν μιλάνε για το Εγώ τους ως ενιαίο σύνολο και κέντρο, αλλά για τον φυσικό κόσμο που περιβάλλει το Εγώ τους, και τον ερμηνεύουν και αυτόν ως κάτι ενιαίο και αμετάβλητο παρά τις φαινομενικές αλλαγές – προβάλλοντας προφανώς προς τα έξω το αυτοσυναίσθημά τους (βλ. και Γ. Αλατζόγλου-Θέμελη, «Από το Εγώ στο Ημείς και από την Τυραννίδα στη Δημοκρατία», Φιλοσοφία, 15-16/1985-86).
 
Βεβαίως οι Προσωκρατικοί έχουν διαφορές ως προς τα πορίσματα τους, όμως συμφωνούν ως προς το θεμελιακό θέμα ότι η αρχή του κόσμου είναι μία: ένα «ἔμψυχο» στοιχείο, που μεταλλάσσεται σε πολλά και διαφορετικά. Κοινή έχουν ακόμα την τάση να ερμηνεύσουν αιτιοκρατικά τα φαινόμενα, την τάση να καταργήσουν τις μυθικές κοσμοερμηνείες και να ερευνήσουν τον κόσμο με το λογικό τους. Χαρακτηριστική είναι η έκφραση του Ξενοφάνη, από τους παλαιότερους: «αυτό που ονομάζουν Ίριδα νέφος είναι κι αυτό…» («ἥν τήν Ἶριν καλέουσι νέφος καί τοῦτο πέφυκε», DK21 B32) και του Αναξαγόρα, από τους νεότερους: «δεν νομίζουν σωστά οι Έλληνες ότι υπάρχει γένεση και φθορά… θα ονόμαζαν σωστότερα τη γένεση μείξη και τη φθορά διαχωρισμό [των σπερμάτων]» («τό δέ γίγνεσθαι καί ἀπόλλυσθαι οὐκ ὀρθῶς νομίζουσιν οἱ Ἕλληνες… ἀπό ἐόντων χρημάτων συμμίσγεταί τε και διακρίνεται, καί οὕτως ἄν ὁρθώς καλοῖεν τό τε γίγνεσθαι συμμίσγεσθαι καί τό ἀπόλλυσθαι διακρίνεσθαι… », DK59 B17).
 
Ένα άλλο κοινό ανάμεσα τους είναι ότι ερευνούν χωρίς συμφέρον, ερευνούν απλώς και μόνο για να μάθουν· ό,τι είπε ο Αριστοτέλης για όλους τους ανθρώπους, ότι «τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει » (Μετά τά Φυσικά 980α) ισχύει κατεξοχήν για τους Προσωκρατικούς· σ’ αυτούς συναντάμε για πρώτη φορά τη χαρά της έρευνας και τον έρωτα της γνώσης· είναι χαρακτηριστική η φράση που αποδίδεται στον Δημόκριτο: θα προτιμούσε να βρει μια εξηγητική αρχή παρά να γίνει βασιλιάς των Περσών («βούλεσθαι μᾶλλον μίαν εὑρεῖν αἰτιολογίαν ἤ τήν Περσῶν οἱ βασιλείαν γενέσθαι», DK68 B118). Αυτό που τους απασχολεί είναι να βρουν την πρώτη «ἀρχή», που γι’ αυτούς είναι και η πρώτη ύλη απ’ την οποία είναι φτιαγμένος ο κόσμος – η «αρχή» εννοείται και χρονικά και υλικά. Ο ορθολογισμός τους αλλά και η παρατηρητικότητά τους δεν τους επιτρέπει να παραδεχτούν ότι η ποικιλία που βλέπουν τριγύρω τους στον φυσικό κόσμο αντιστοιχεί και σε ποικιλία της πρώτης ύλης απ’ την οποία αυτός είναι φτιαγμένος – αυτή είναι και η μεγάλη συμβολή τους στην προϊστορία της επιστήμης, η αναγωγή των πολλών φαινομένων και υλικών πραγμάτων σε ένα.
 
Πιστεύουν ότι από ένα πρώτο υλικό «στοιχεῖο» ή «οὐσία» όπως είπε ο Αριστοτέλης (Μετά τα Φυσικά 983b) 10) δημιουργήθηκαν όλα τ’ άλλα με «πὺκνωση» και «ἀραίωση», ενώ από τους μεταγενέστερους Προσωκρατικούς προστίθενται και άλλα στοιχεία, και άλλος τρόπος δημιουργίας: η «μεῖξις» (ανάμειξη) και η «διὰλλαξις» (διαχωρισμός)· άρα πάλι κάποιου είδους μεταβολή συντελείται στον φυσικό κόσμο, είτε αυτή είναι οργανική είτε μηχανιστική· μπορούμε λοιπόν να μιλάμε για «διαλεκτική μεταβολή στη φύση» χωρίς κίνδυνο να αυθαιρετήσουμε. Από τα υλικά στοιχεία που βλέπουν τριγύρω τους οι πρώτοι Προσωκρατικοί διαλέγουν ένα για να το θεωρήσουν πρωταρχικό, με πρώτο –γιατί άραγε;– το νερό, μετά τον αέρα, ακόμα πιο μετά και το νερό και τον αέρα και το χώμα κ.λπ., κ.λπ. Παρατηρούν επίσης και ξέρουν πολύ καλά τις εναλλαγές στη φύση: την περιοδική αλλαγή των εποχών, την αύξηση και τη φθορά των οργανισμών, τη γέννηση και το θάνατο· τις ερμηνεύουν ορθολογικά και αιτιοκρατικά, όπως και τη μετουσίωση του ενός στοιχείου στο άλλο.
 
Εκτός από τους Ελεάτες, τους «στασιώτας» όπως θα τους πει ο Πλάτωνας (Θεαίτητος 181α) όλοι οι άλλοι Προσωκρατικοί ρητά ή υπόρρητα αποδέχονται κίνηση στον φυσικό κόσμο, κίνηση η οποία και τον δημιουργεί και τον συντηρεί. Οι Ελεάτες βγάζουν την κίνηση από τον φυσικό κόσμο και την βάζουν –κατά τραγική ειρωνεία– στον κόσμο της διάνοιας, θεωρούμενοι έτσι εφευρέτες της Διαλεκτικής.
 
Ας δούμε προσεκτικότερα τους πρώτους Ίωνες «φυσιολόγους», που χωρίς να το ξέρουν εξηγούν διαλεκτικά τη φύση και τους Ελεάτες, που, επίσης χωρίς να το ξέρουν, καθιερώνουν τη διαλεκτική στη διανοητική σφαίρα.
 
Οι Ίωνες
 
Πρώτοι «φυσιολόγοι» στάθηκαν οι Ίωνες της Μιλήτου· αποτελούν σχολή και είναι οι αρχαιότεροι: Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης· είναι όλοι τους γέννημα-θρέμμα της Μιλήτου, μιας πόλης-αποικίας των Αθηναίων στη «μυθική» παραλία της Ιωνίας. Στους Ίωνες, αλλά όχι τους Μιλήσιους, πρέπει να συμπεριλάβουμε και τον Ηράκλειτο από την Έφεσο –επίσης ιωνική πόλη– που έχει κατά γενική ομολογία αναγνωρισθεί ως μακρινός πρόγονος της «διαλεκτικής στη φύση» – θα δούμε αν εφαρμόζει τη διαλεκτική μόνο στη φύση.
 
Πρόσωπο μυθικό ο Θαλής, που κινείται μεταξύ φιλοσοφίας και επιστήμης – όπως όλοι οι Προσωκρατικοί· γεννήθηκε στην αυγή του 6ου αιώνα ή λίγο πριν· σώζονται διάφορα ανέκδοτα για τη ζωή του, δεν σώζεται όμως κανένα γραπτό του – είναι πολύ αμφίβολο αν έγραψε καν. Γι’ αυτό βασιζόμαστε σε τρίτους και μεταγενέστερους που αναφέρονται στο έργο του, και πρώτα απ’ όλα στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, που σφράγισαν με τη σκέψη τους και τις διατυπώσεις τους όλη την Προσωκρατική φιλοσοφία – πολύ πρόσφατα άρχισαν να γίνονται προσπάθειες απαλλαγής από την αυθεντία τους.
 
Θεωρείται βέβαιο ότι ο Θαλής ταξίδεψε στην Αίγυπτο και γνώρισε την αιγυπτιακή σοφία· ήταν αστρονόμος και μαθηματικός, και η αρχαία παράδοση τού αποδίδει πολλά μαθηματικά θεωρήματα· παραδίδεται επίσης ότι μέτρησε το ύψος των πυραμίδων της Αιγύπτου με βάση τη σκιά τους, ότι πρώτος στον ελληνικό κόσμο προείπε έκλειψη ηλίου το 585 π.Χ., και ακόμα ότι βρήκε τρόπο να υπολογίζει από τη στεριά την απόσταση ενός πλοίου που βρισκόταν στο πέλαγος· για όλα αυτά ήδη στην εποχή του είχε μεγάλη φήμη και συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους «επτά σοφούς».
 
Η μεγάλη του όμως συμβολή, αυτή που τον καθιέρωσε ως γενάρχη της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, είναι ότι πρώτος έθιξε το πρόβλημα της «πρώτης ἀρχῆς» ή «πρώτης οὐσίας» και είπε ότι αρχή του κόσμου είναι το νερό· ότι δηλαδή το νερό είναι το σταθερό υπόβαθρο του φυσικού κόσμου, ότι όλα από το νερό κατάγονται και όλα σε αυτό καταλήγουν. Όμως για τον Θαλή το νερό είναι «ἔμψυχο», δηλαδή με ζωή, πρωταρχικό στοιχείο· δεν είναι το ανόργανο σώμα που εμείς έχουμε στο νου μας· έχει μέσα του ζωή, και μάλιστα ύλη και ζωή είναι μέσα του ενωμένα· γι’ αυτό εξάλλου η θεωρία του Θαλή, όπως και των άλλων Ιώνων, ονομάζεται «ὑλοζωϊσμός». Η ύλη, είτε νερό ονομάζεται, είτε αέρας, είτε άλλο στοιχείο, συνυφαίνεται με τη ζωή –ψυχή την ονομάζουν οι Προσωκρατικοί– δηλαδή με τη δύναμη εκείνη που κινεί την ύλη· με σύγχρονη γλώσσα θα μπορούσε κάποιος –εξηγώντας την προσωκρατική έννοια του υλοζωισμού– να πει, μάζα και ενέργεια είναι κατηγορίες της ύλης ή η μάζα μετριέται σε ενέργεια, και το αντίθετο. Αλήθεια, δεν είναι οι μετατροπές του νερού μια μορφή διαλεκτικής κίνησης της ύλης;
 
Ο Αναξίμανδρος είναι μαθητής και διάδοχος του Θαλή κατά την παράδοση, και νεότερος του κατά δεκαπέντε περίπου χρόνια· και αυτός μαθηματικός, αστρονόμος, αλλά και γεωγράφος. Πρώτος σχεδίασε χάρτη της γης, επίσης πρώτος σχημάτισε εικόνα του σύμπαντος βασισμένη σε μαθηματικές και γεωμετρικές έννοιες· πίστευε ότι η γη έχει μορφή κυλίνδρου και αιωρείται στο κέντρο του κόσμου, ενώ ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα κινούνται γύρω από τη γη, η οποία δεν μεταβάλλει ποτέ θέση διότι απέχει εξίσου από όλα («διά τήν ὁμοίαν πάντων ἀπόστασιν», DK12 A11).
 
Θεωρείται, και είναι, ιδρυτής της φιλοσοφικής πεζογραφίας· από το σύγγραμμα του, που, όπως όλων των Προσωκρατικών, παραδίδεται με τον τίτλο Περί φύσεως, σώζεται μόνο ένα μικρό απόσπασμα, που θεωρείται αυθεντικό και που μας επιτρέπει να τον θεωρήσουμε ως τον πρώτον που άφησε γραπτό πεζό λόγο: «εἴρηκε… ἀρχήν τῶν ὄντων τό ἄπειρον… ἐξ ὧν δέ ἡ γένεσίς ἐστι τοῖς οὖσι, καί τήν φθοράν εἰς ταῦτα γίγνεσθαι κατά τό χρεών· διδόναι γάρ αὐτά δίκην καί τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατά τήν τοῦ χρόνου τάξιν» (DK12 B1). Για τον Αναξίμανδρο, δηλαδή, αρχή του κόσμου είναι το «άπειρο»: η ζωντανή και ανεξάντλητη «υλική μάζα», από την οποία όλα προέρχονται και στην οποία όλα καταλήγουν· ενυπάρχει σε όλα χωρίς να εξαντλείται από αυτά· τα συγκεκριμένα και πεπερασμένα όντα αποχωρίζονται από τη μάζα του «ἀπείρου», διαγράφουν μια τροχιά και ξαναγυρίζουν σε αυτό· η γέννηση και ο θάνατος, η δημιουργία και η καταστροφή δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο αποχωρισμός και η επιστροφή στο «ἄπειρο», στην ανεξάντλητη πρωταρχική μάζα.
 
Αυτά με μια πρώτη ανάγνωση· όμως πολύ μελάνι έχει χυθεί (βλ. μεταξύ άλλων Ch. Kahn, Ο Αναξίμανδρος και οι Απαρχές της Ελληνικής Κοσμολογίας, Πολύτυπο, 1982) για την ερμηνεία της κάθε λέξης, αλλά και συνολικά του αποσπάσματος, και πολλές απόψεις έχουν διατυπωθεί, αν π.χ. τα «ὄντα» είναι τα στοιχεία ή τα καθ’ έκαστον πράγματα, αν το «ἄπειρον» εννοείται ως η ανεξάντλητη πρώτη ύλη ή αν εννοείται «χωρικά» ως αυτό που δεν έχει πέρατα κ.ά.· ακόμα και με το «χάος» του Ησιόδου έχει συσχετισθεί το αναξιμάνδρειο «ἄπειρον». Το βέβαιο είναι ότι στο απόσπασμα αυτό περιγράφεται μια κίνηση –γιατί όχι διαλεκτική;– από τη γένεση στη φθορά, κίνηση που γίνεται «κατά τό χρεών», κατά αδήριτη ανάγκη, ή αναγκαιότητα· ακόμα, ότι ο χρόνος παίζει ρόλο βασικό και ότι, για κάποια αδικία που έγινε, απαιτείται αποκατάσταση.
 
Αξιοπαρατήρητο είναι ότι στον φυσικό κόσμο συμβαίνει κάτι ανάλογο με αυτά που συμβαίνουν στα ανθρώπινα δικαστήρια, όπου οι διάδικοι δικάζονται και ο αδικήσας τιμωρείται «προς ικανοποίηση» του αδικηθέντος. Οι λέξεις «δίκη», «τίσις» και «αδικία», πολύ περισσότερο οι εκφράσεις «δίκην διδόναι» και «τίσιν διδόναι» ανήκουν στο λεξιλόγιο των δικαστηρίων, παρ’ όλα αυτά χρησιμοποιούνται σε καθαρά κοσμολογικά συμφραζόμενα, λες και τα πρωταρχικά στοιχεία ή τα όντα προσωποποιούνται και παίζουν το ρόλο των διαδίκων και πάντως θεωρούνται και αυτά ότι υπακούουν στην ίδια αδήριτη ανάγκη που υπακούουν και οι ανθρώπινες κοινωνίες. Ο Θεοφ. Βέικος (Οι Προσωκρατικοί, Ζαχαρόπουλος, 1988, σ. 71) λέει επί λέξει: «…ο Αναξίμανδρος λοιπόν βρίσκει μέσα στην ανθρώπινη πολιτεία το σχέδιο της δομής και της λειτουργίας της“μείζονος πολιτείας” του κόσμου…».
 
Τα παραπάνω είναι ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ της άποψης ότι είναι ενιαία η αντιμετώπιση εκ μέρους των Προσωκρατικών της φυσικής και της ανθρώπινης πραγματικότητας, ότι οι ίδιοι νόμοι κυβερνούν τη Φύση και την Κοινωνία, αντίθετα από τους νεότερους που χώρισαν ρητά και που πολλές φορές έβαλαν τους νόμους της ανθρώπινης νόησης να κυβερνούν και τη Φύση· ας θυμηθούμε και την ονομασία του σύμπαντος ως «κόσμου», με όλες τις συνδηλώσεις στις οποίες η λέξη παραπέμπει.
 
Ο Αναξιμένης είναι μαθητής του Αναξίμανδρου, και ο τρίτος κατά σειρά Μιλήσιος· με αυτόν κλείνει η σχολή της Μιλήτου αλλά και ο 6ος π.Χ. αιώνας. Ούτε αυτού σώζεται γραπτό κείμενο, είναι βέβαιο όμως ότι έγραψε· θεωρούσε τον «ἀέρα» ως το πρωταρχικό «στοιχεῖο» απ’ το οποίο προέρχονται όλα τα άλλα, ξαναγυρίζοντας έτσι σ’ ένα απτό και συγκεκριμένο στοιχείο, ανάλογο με το νερό του Θαλή· όπως το νερό του Θαλή και το άπειρο του Αναξίμανδρου, έτσι και ο αέρας του Αναξιμένη είναι «ἔμψυχος», και συνενώνει μέσα του ύλη και ζωή· είναι η ζωογόνος και εμψυχωτική πνοή ή πνεύμα που διακατέχει το σύμπαν και προκαλεί όλη τη γένεση και δημιουργία. Ο αέρας όταν είναι «ὁμαλότατος», δηλαδή στην κανονική του κατάσταση, δεν είναι αντιληπτός· γίνεται αντιληπτός μόνον όταν αραιώνεται (ζεσταίνεται) ή πυκνώνεται (ψύχεται)· με την αραίωση γίνεται φωτιά, με την πύκνωση άνεμος, νερό, χώμα, κ.λπ.
 
Κάτω από το βάρος των δύο πρώτων και κυρίως του Αναξίμανδρου, που με το απόσπασμα του περί «ἀπείρου» τράβηξε την προσοχή και το ενδιαφέρον ήδη των Αρχαίων, ο Αναξιμένης θεωρήθηκε επανερχόμενος σε απλοϊκούς τρόπους σκέψης· παρέμεινε πάντως στην ιστορία της φιλοσοφίας ως γνήσιος εκφραστής του ιωνικού «μονισμού», της άποψης ότι όλα προέρχονται από ένα μόνο πρωταρχικό «στοιχεῖο», και του ιωνικού «υλοζωισμού», της άποψης ότι το «στοιχεῖο» αυτό έχει μέσα του ζωή, ότι δεν είναι ανόργανο· τέλος είναι κι αυτός εκφραστής της άποψης ότι το πρωταρχικό αυτό στοιχείο μεταλλάσσεται σε άλλα, που και αυτά με τη σειρά τους σε άλλα, δηλαδή εκφραστής μιας… «διαλεκτικής» άποψης για τον φυσικό κόσμο.
 
Προχωρώντας χρονικά διαπιστώνουμε ότι τη σκυτάλη από τη Μίλητο την παίρνει η άλλη μεγάλη ιωνική πόλη, η Έφεσος· σε αυτήν γεννήθηκε, έζησε και πέθανε ο Ηράκλειτος, στο γύρισμα του έκτου αιώνα προς τον πέμπτο αιώνα. Είναι λοιπόν κι αυτός Ίωνας, αλλά δεν ανήκει στη σχολή της Μιλήτου· δεν ανήκει σε καμία σχολή· υπήρξε μοναχική και περίεργη προσωπικότητα· δεν έφτιαξε σχολή, δεν άφησε μαθητές, αλλά ούτε και μαθήτευσε σε κάποιον παλαιότερο – μας το βεβαιώνει και ο Πλάτων στον Θεαίτητο (180c).
 
Το Περί φύσεως σύγγραμμα του πρέπει να ήταν συλλογή μικρότερων ή μεγαλύτερων σε έκταση αποφθεγμάτων, σε πεζό λόγο φυσικά· σώθηκαν –αντίθετα από τους προηγούμενους– αρκετά, αλλά δυσκολονόητα αποσπάσματα, που οπωσδήποτε δικαιολογούν το χαρακτηρισμό που ήδη οι αρχαίοι του είχαν δώσει: «αἰνικτής» και «σκοτεινός». Ο Σωκράτης μάλιστα, όταν ρωτήθηκε από τον Ευριπίδη πώς του φάνηκε το σύγγραμμα του Ηράκλειτου, ομολόγησε πως όσα κατάλαβε του φάνηκαν σπουδαία και πως ελπίζει να είναι εξίσου σπουδαία και όσα δεν κατάλαβε, πάντως, είπε ο Σωκράτης, «δηλίου δεῖται κολυμβητοῦ» (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων II, 22).
 
Στον Ηράκλειτο ανήκει μια ιδιαίτερη θέση· ό,τι στους προηγούμενους απλώς υποφώσκει, σε αυτόν δηλώνεται κατηγορηματικά· είναι αυτός που με έμφαση τονίζει την «ἀέναη» και όχι απλώς περιοδική μεταλλαγή του πρωταρχικού στοιχείου και τη δράση των αντιθέτων· είναι αυτός που κατεξοχήν και ρητά μιλάει για τη ροή και το Γίγνεσθαι του φυσικού κόσμου, γι’ αυτό και ανήκει στους «ῥέοντας», κατά την πλατωνική έκφραση (Θεαίτητος 181α)· δικαιούται λοιπόν να θεωρηθεί κατεξοχήν γενάρχης της «πάσης φύσεως» διαλεκτικής.
 
Εκτός από την έννοια του Γίγνεσθαι καθιερώνει για πρώτη φορά και την έννοια του Λόγου, που έκτοτε δεσπόζει στη φιλοσοφική σκέψη, ακόμα και στη θεολογική. Να θυμηθούμε ότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης χρησιμοποιεί την έκφραση «καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο» εννοώντας την ενσάρκωση του Χριστού, ότι ο Χριστός θεωρείται «υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ», και ακόμα ότι η Παναγία στους ύμνους που της προσφέρουν οι πιστοί προσαγορεύεται «πυρίμορφον ὄχημα τοῦ Λόγου». Να μην ξεχνάμε επίσης πόσο μεγάλο ρόλο επιφύλαξαν οι Διαφωτιστές του 18ου αιώνα στην έννοια του Λόγου, καθώς και οι οπαδοί της σχολής της Φρανκφούρτης τον 20ό αιώνα.
 
Ο Λόγος είναι «ἀρχή» απ’ την οποία όλα κατάγονται και με την οποία όλα ρυθμίζονται· είναι «αρχή» και με τις δύο έννοιες: από αυτήν προέρχονται όλα, άρα είναι αρχή ζωής, και με αυτήν ρυθμίζονται όλα, άρα είναι αρχή λογική· ο Λόγος βρίσκεται παντού, και στη φύση και στον άνθρωπο, όμως δεν κατορθώνουν να τον κατανοήσουν όλοι οι άνθρωποι, γιατί ενώ ο Λόγος είναι «κοινός» –υποστηρίζει ο Ηράκλειτος– οι «πολλοί» άνθρωποι ζουν σαν να έχουν ο καθένας τον δικό του Λόγο και τη δική του «φρόνηση» («τοῦ λόγου δ’ ἑόντος ξυνοῦ, ζώουσιν οἱ πολλοί ὡς ἰδίαν ἔχοντες φρόνησιν», DK22 B2). Ο Λόγος εικονίζεται ή συμβολίζεται ως ένα αιώνια ζωντανό «πῦρ», το οποίο διατηρεί την ισορροπία και την τάξη που βασιλεύει στον κόσμο· εξάλλου αυτόν τον κόσμο και αυτή την τάξη του κόσμου δεν την δημιούργησε ούτε κανένας θεός, ούτε κανένας άνθρωπος, ήταν από πάντα, είναι, και θα είναι ένα αιώνια ζωντανό πυρ, που ανάβει σύμφωνα με ορισμένα μέτρα και σβήνει πάλι σύμφωνα με ορισμένα μέτρα («κόσμον τόνδε… οὔτε τις θεών οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ᾽ ἦν ἀεί καί ἔστιν καί ἔσται πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καί ἀποσβεννύμενον μέτρα», DK22 B30). Κανένας δεν μπορεί να ξεπεράσει αυτά τα «μέτρα», γιατί αυτό θα ήταν «ὓβρις» προς τον αιώνιο Λόγο του κόσμου· ούτε καν ο ήλιος δεν θα ξεπεράσει ποτέ τα «μέτρα» του, αλλιώς θα τον συλλάβουν οι «Ερινύες», τα όργανα της Δίκης, του Νόμου και της Τάξης («Ἥλιος γαρ οὐχ ὑπερβήσεται μέτρα· εἰ δέ μή, Ἐρινύες μιν Δίκης ἐπίκουροι ἐξευρήσουσιν», DK22 B94).
 
Αλλά και τα «στοιχεία» υπακούουν στον Λόγο, αφού «<γῆ>θάλασσα διαχέεται, καί μετρέεται εἰς τόν αὐτόν λόγον, ὁκοῖος πρόσθεν ἦν ἤ γενέσθαι γῆ» (DK22 B31)· εδώ ο Λόγος δεν είναι προφανώς ρυθμιστική αρχή αλλά μαθηματική αναλογία, σύμφωνα με την οποία γίνεται η μετατροπή του ενός στοιχείου στο άλλο – τόσο πολυσύνθετη και πολυδιάστατη είναι η έννοια του Λόγου στον Ηράκλειτο.
 
Αν τώρα ρίξουμε μια ματιά προς τα πίσω, προς τους τρεις πρώτους Ίωνες, θα διαπιστώσουμε χωρίς δυσκολία πόσο βαθύτερα έχει εισχωρήσει ο Ηράκλειτος στη θεώρηση του κόσμου. Ακόμα και στα σημεία όπου υπάρχουν κοινά στη σκέψη των Μιλησίων και στη σκέψη του Ηράκλειτου, το περιεχόμενο τους είναι διαφορετικό. Το «πυρ» για παράδειγμα, που πολλές φορές το παρουσιάζει ως ένα υλικό στοιχείο, όπως ήταν το «νερό» του Θαλή και ο «αέρας» του Αναξιμένη, το χρησιμοποιεί κατεξοχήν για να συμβολίσει τον αιώνιο Λόγο του κόσμου, δηλαδή την αιώνια τάξη που βασιλεύει στον κόσμο. Παραδέχεται βέβαια ότι υπάρχει αμοιβαία ανταλλαγή των πάντων με το πυρ και του πυρός με τα πάντα, όπως γίνεται ανταλλαγή μεταξύ του χρυσού και των υλικών πραγμάτων και το αντίστροφο («πυρός τε ἀνταμοιβή τά πάντα καί πῦρ ἁπάντων ὅκωσπερ χρυσοῦ χρήματα καί χρημάτων χρυσός», DK22 B90), παραδέχεται ότι υπάρχουν μετατροπές του «πυρός» σε «θάλασσα» «γη» κ.λπ. («πυρός τροπαί πρῶτον θάλασσα, θαλάσσης δέ τό μέν ἥμισυ γῆ, τό δέ ἥμισυ πρηστήρ…», DK22 B31), όμως ό,τι δίνει στο «πῦρ» εξαιρετική θέση και σημασία δεν είναι το γεγονός ότι αυτό θεωρείται ως το μόνιμο υπόβαθρο και η αιώνια αιτία της γένεσης και φθοράς, αλλά ότι είναι το σύμβολο και η εικόνα αυτής της αιώνιας γένεσης και φθοράς: ο κόσμος μοιάζει με τη φλόγα που τρέφεται από μόνη της και κατατρώγεται από μόνη της («κόσμον τόνδε… οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν… ἦν ἀεί καί ἔστιν καί ἔσται πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καί ἀποσβεννύμενον μέτρα », DK22 A30).
 
Ο κόσμος δεν υπάρχει παρά μόνο μέσα σε αυτό το «γίγνεσθαι», μέσα στην «αλλοίωσή» του, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν όρια σταθερά μεταξύ ζωής και θανάτου, γιατί το καθετί στην πραγματικότητα πεθαίνει από τη στιγμή που γεννιέται, συνεπώς ζωή και θάνατος φαίνονται αντίθετα αλλά είναι αλληλένδετα, συνθέτουν τη Ζωή («ἀθάνατοι θνητοί, θνητοί ἀθάνατοι, ζῶντες τόν ἐκείνων θάνατον, τόν δέ ἐκείνων βίον τεθνεῶτες», DK22 B62). Αυτή είναι και η μεγάλη προσφορά του Ηράκλειτου, δεν σταματάει στην απλή αλλαγή, συνθέτει τα αντίθετα με τρόπο που οι νεότεροι θα ονομάσουν «διαλεκτικό».
 
Την αιώνια ροή του κόσμου την παρομοίασε και με ποτάμι: δεν μπορεί κανείς να μπει δυο φορές μέσα στο ίδιο ποτάμι («ποταμῷ οὐκ ἒστιν ἐμβῆναι δίς τῷ αὐτῷ», DK22 B91) γιατί το ρεύμα του ποταμού ή το «γίγνεσθαι» του κόσμου είναι πάντοτε καινούριο· ούτε όμως κι εμείς είμαστε οι ίδιοι: στο ίδιο ποτάμι μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε («ποταμοῖς τοῖς αύτοῖς ἐμβαίνομέν τε καί οὐκ ἐμβαίνομεν, εἶμέν τε καί οὐκ εἶμεν», DK22 B49α) γιατί κι εμείς έχουμε εν τω μεταξύ αλλάξει. Από άλλη όμως άποψη ο ποταμός παραμένει ίδιος, αφού η κοίτη του είναι πάντα εκεί, αλλά και εμείς, παρά την αλλαγή μας, είμαστε τα ίδια πρόσωπα. Η ταυτότητα αυτή που είναι συγχρόνως και ετερότητα ισχύει γενικά και διατυπώνεται διαφορετικά σε διαφορετικές περιστάσεις, π.χ. στο απόσπασμα για την οδό: η οδός προς τα πάνω και προς τα κάτω είναι μία και η ίδια («ὁδός ἄνω κάτω μία καί ὡυτή», DK22 B60) παρόλο που η προς τα πάνω οδός (ανήφορος) είναι αντίθετη της προς τα κάτω (κατήφορος)· το ίδιο συμβαίνει και με αντίθετα φαινόμενα ή καταστάσεις, όπως ζωή-θάνατος, ημέρα-νύχτα, πόλεμος-ειρήνη, κατά την έκφρασή του «μεταπίπτουν» το ένα στο άλλο και συνθέτουν μια αρμονία μέσα στην οποία συναιρούνται όλα τα αντίθετα («ταὐτό τ᾽ ἔνι ζῶν καί τεθνηκός καί ἐγρηγορός καί καθεῦδον καί νέον καί γηραιόν· τάδε γάρ μεταπεσόντα ἐκείνα ἐστί κἀκεῖνα πάλιν μεταπεσόντα ταῦτα», DK22 B88)· έτσι συντίθεται η περίφημη «παλίντροπος αρμονία» («παλίντροπος ἁρμονίη ὅκωσπερ τόξου καί λύρης», DK22 B51) – πώς να τη μεταφράσουμε; Τέλος, παραδέχεται ότι «τό ἀντίξουν συμφέρον καί ἐκ διαφερόντων καλλίστην ἁρμονίαν» (DK22 B8). Όλα τα παραπάνω δείχνουν πως δεν είναι μόνο τα φυσικά στοιχεία που υπακούουν στο «νόμο» της αλλαγής και της «σύνθεσης εξ αντιθέτων», αλλά όλη η Ζωή. Ποια καλύτερη διατύπωση θα μπορούσε να βρει η έννοια της διαλεκτικής κίνησης;
 
Η έννοια του «Γίγνεσθαι» και της «ἀλλαγῆς» στάθηκε εφαλτήριο σκέψης για την αρχαία –και όχι μόνο– φιλοσοφία· πρώτ’ απ’ όλα αποτέλεσε πρόκληση για τον Παρμενίδη, ο οποίος αντιπαρατιθέμενος στο Γίγνεσθαι του Ηράκλειτου μίλησε για το Είναι ως ενιαίο, αδιαίρετο, αγέννητο, ανώλεθρο, και κυρίως ακίνητο και αμετάβλητο· μάλιστα για να υποστηρίξει την ακινησία του Είναι ή Όντος, ο Παρμενίδης και όλοι οι μαθητές του έγιναν «ἐφευρέτες της Διαλεκτικῆς», προσπάθησαν δηλαδή να εφεύρουν λογικά επιχειρήματα που να στηρίζουν την ακινησία και τη σταθερότητα του Είναι. Αλλά και όλοι οι μεταγενέστεροι Προσωκρατικοί –Εμπεδοκλής, Αναξαγόρας, Δημόκριτος– προσπάθησαν να λύσουν το πρόβλημα της Αλλαγής, μάλλον να εξηγήσουν πώς συμβαίνει να υπάρχει στον κόσμο Αλλαγή και Σταθερότητα ταυτόχρονα. Ακόμα και ο Πλάτων ξόδεψε πολλές δυνάμεις για το ίδιο πρόβλημα, αυτός για να αναιρέσει την υπόθεση της Αλλαγής –που για δικούς του λόγους τον ενοχλούσε– και να δείξει την αξία της σταθερότητας, καταφεύγοντας στις αναλλοίωτες Ιδέες. Το πρόβλημα του Γίγνεσθαι, λοιπόν, και της «αλλαγής», που πρώτος ο Ηράκλειτος ανέδειξε, παρακολούθησε όλη την αρχαία φιλοσοφία, και όχι μόνο αυτήν. Ο Κ. Πόππερ (όπ.π., σ. 23) παρατηρεί: « …το επόμενο μεγάλο βήμα στην κοσμολογία μας και στη θεωρία μας για την αλλαγή έγινε όταν ο Μάξγουελ…».
 
Εκ πρώτης όψεως το πρόβλημα αυτό αφορά τον φυσικό κόσμο, αλλά πιθανότατα έχει σχέση και με την παρατήρηση της ρευστότητας και των αλλαγών στον κοινωνικό περίγυρο του Ηράκλειτου· κάτι τέτοιο φαίνεται να υπαινίσσεται και ο γραμματικός Διόδοτος, δια γραφίδας Διογένη Λαέρτιου (Βίοι Φιλοσόφων ΙΧ,15), που διηγείται: «οὐ …περί φύσεως εἶναι τό σύγγραμμα [τοῦ Ἡρακλείτου] ἀλλά περί πολιτείας, τά δέ περί φύσεως ἐν παραδείγματος εἴδει κεῖσθαι». Βέβαια ο Ηράκλειτος δεν μιλάει μόνο για αλλαγή στη Φύση· και γι’ αυτόν, όπως και για όλους τους συγχρόνους του, ό,τι ισχύει στη Φύση ισχύει και στην Κοινωνία, και αυτό ενισχύει την παραπάνω υπόθεση. Να θυμηθούμε ότι έζησε στην ταραγμένη εποχή της κατάργησης της βασιλείας και της ανάδειξης τυραννικών καθεστώτων, που, αν μη τι άλλο, δεν ήταν κληρονομικά. Έχουμε μια συγκλονιστική δική του μαρτυρία, στην οποία βρίζει χυδαία –είχε τη φήμη του «ὀχλολοίδωρου» και «υπερόπτη» (Διογ. Λαέρτιος, ό.π., IX, 6, 1)– τους συμπατριώτες του Εφεσίους που εξόρισαν τον φίλο του Ερμόδωρο: «αξίζει σ’ όλους τους Εφεσίους να πάνε να κρεμαστούνε και ν’ αφήσουνε την πόλη στα ανήλικα παιδιά· αυτοί που τον Ερμόδωρο, τον καλύτερον ανάμεσά τους, τον εξόρισαν λέγοντας: ας μην είναι κανένας καλύτερος από μας, αλλιώς ας πάει αλλού [να ζήσει] και με άλλους» («ἄξιον Ἐφεσίοις ἡβηδόν ἀπάγξασθαι πᾶσι καί τοῖς ἀνήβοις τήν πόλιν καταλιπεῖν, οἵτινες Ἑρμόδωρον ἄνδρα ἑωυτών ὀνήιστον ἐξέβαλον φάντες· ἡμέων μηδέ εἷς ὀνήιστος ἔστω, εἰ δέ μή, ἄλλῃ τε καί μετ᾽ ἄλλων», DK22 B121). Την ταραγμένη εποχή του, αλλά και τη «ροή» στην κοινωνία της εποχής του, τα προϋποθέτει ένα άλλο, επίσης πολύ γνωστό απόσπασμά του, που μιλάει για τον πόλεμο και τις κοινωνικές ανακατατάξεις που αυτός φέρνει: «πόλεμος πάντων μέν πατήρ ἐστι, πάντων δέ βασιλεύς, καί τούς μέν θεούς ἔδειξε τούς δέ ἀνθρώπους, τούς μέν δούλους ἐποίησε τούς δέ ἐλευθέρους» (DK22 B53). Ζει λοιπόν ο Ηράκλειτος καταπληκτικές ώρες κοινωνικοπολιτικών αλλαγών στην πατρίδα του, και όντας ο ίδιος από βασιλική γενιά επαναστατεί και διαμαρτύρεται για την επικράτηση του δήμου, δεν μπορεί όμως να αγνοήσει την πραγματικότητα και να αρνηθεί τη «ροή» που υπάρχει στην κοινωνική πραγματικότητα· τη «ροή» αυτή ενδέχεται να μεταφέρει και στον φυσικό κόσμο, μιλώντας για το Γίγνεσθαι.
 
Να μην ξεχνάμε πως για τον Ηράκλειτο, όπως και για τον Αναξίμανδρο παλαιότερα, και για όλους τους αρχαίους ο κόσμος –φυσικός και ανθρώπινος– είναι ενιαίος, κοινωνία και φύση βαδίζουν σύστοιχα, υπάρχει ένα «διαλεκτικό» δούναι-λαβείν ανάμεσά τους και ερμηνεύονται η μία δια της άλλης, δεν υπάρχει προτεραιότητα καμιάς.
 
Οι Ελεάτες
 
Στην άλλη άκρη του ελληνισμού, στην κατωιταλιώτικη Μεγάλη Ελλάδα, αναπτύσσεται ο άλλος πόλος σκέψης της προσωκρατικής φιλοσοφίας, ο «ελεατισμός» – από την πατρίδα του Παρμενίδη, την Ελέα. Ο Παρμενίδης και οι μαθητές του Ζήνων και Μέλισσος αποτελούν την τριάδα του ελεατισμού. Οι Ελεάτες δεν μπορούν να παραδεχτούν πως κάτι αλλάζει και ταυτόχρονα μένει το ίδιο, όπως το παραδέχονταν οι Ίωνες· αρνήθηκαν την κίνηση και την αλλαγή, αλλά και τον υλοζωισμό των Ιώνων, ο οποίος και εξηγούσε την κίνηση και την αλλαγή χωρίς θεϊκές ή μηχανιστικές παρεμβάσεις. Θέλοντας να δώσουν μια έλλογη εξήγηση για τη μεταβολή και την αλλαγή –και μη βρίσκοντας–, την αρνήθηκαν! Αρνούμενοι όμως την κίνηση και την αλλαγή, χωρίς να το θέλουν και χωρίς να το καταλάβουν άνοιξαν παράθυρο στη Μεταφυσική, ενώ κύριο και κατεξοχήν μέλημα τους ήταν η Φυσική· επίσης, χωρίς να το θέλουν και χωρίς να το καταλάβουν, έγιναν προάγγελοι της «αδρανούς» ύλης των νεότερων φιλοσόφων.
 
Την ελεατική σχολή λέγεται ότι την ίδρυσε ο Ξενοφάνης που ήρθε από τα μικρασιατικά παράλια –την Κολοφώνα– μετά την περσική εισβολή· όμως πραγματικός αρχηγός της σχολής στάθηκε ο μαθητής του Παρμενίδης (περ. 515-450 π.Χ.). Το έργο του, που έχει τίτλο, όπως και των Ιώνων, Περί φύσεως, είναι ποίημα. Αρχίζει με μια εικόνα εντυπωσιακά ποιητική: ένας νεαρός άντρας πάνω σε μια άμαξα, που τη σέρνουν «μυαλωμένες φοράδες» («πολύφραστοι ἵπποι», DK28 B4), οδεύει προς το παλάτι κάποιας Θεάς. Είναι ένα αλληγορικό-φανταστικό ταξίδι, που κάνει ένας νέος, προφανώς ο ίδιος ο φιλόσοφος-ποιητής Παρμενίδης· τα άλογα καθοδηγούνται από νεαρές θεές-παρθένες και με τη μεσολάβησή τους η Θεά τον υποδέχεται εγκάρδια –δια… χειραψίας– και τον καλωσορίζει ως «συνοδοιπόρο των αθανάτων ηνιόχων»· του δηλώνει πως θα του αποκαλύψει «και της αλήθειας τη στρογγυλή και άτρεμη καρδιά αλλά και τις θνητές δοξασίες που δεν έχουν ίχνος αλήθειας» («ἠμέν Ἀληθείης εὐκυκλέος ἀτρεμές ἦτορ/ ἠδέ βροτῶν δόξας, ταῖς οὐκ ἔνι πίστις ἀληθής», DK28 B1, 30)· τέλος, του αναθέτει να μεταφέρει τη διήγησή της στους κοινούς θνητούς («κόμισε δέ σύ μῦθον ἀκούσας…», DK28 B2).
 
Η επίκληση προς κάποια Θεά, που γνωρίζει και μυεί τον ποιητή στην Αλήθεια, χρησιμοποιήθηκε από παλαιότερους επικούς ποιητές, όπως τον Όμηρο και τον Ησίοδο· έτσι ο Παρμενίδης, αν και μεταγενέστερος, μοιάζει να συνεχίζει, μορφολογικά τουλάχιστον, την παλιά επική παράδοση και να ξαναγυρίζει σε μορφές λόγου παλαιότερες· εκφράζεται ποιητικά ενώ οι Ίωνες εκφράζονταν πεζά, και χρησιμοποιεί σύμβολα και παραστάσεις παρμένες απ’ τη μυθολογία· κατά περίεργο όμως τρόπο οι ποιητικές του εικόνες και τα σύμβολα έχουν περιεχόμενο κατεξοχήν νοησιαρχικό· αν δηλαδή αποφλοιώσουμε τον ποιητικό λόγο του διαπιστώνουμε ότι είναι αυστηρά λογικός και εξαιρετικά νοησιαρχικός· το γιατί υπάρχει αυτή η αντίθεση, το γιατί ξαναγυρίζει σε εκφράσεις ποιητικές ενώ ο πυρήνας της σκέψης του είναι εξαιρετικά ορθολογικός παραμένει ένα μείζον ερμηνευτικό ζητούμενο, παρά τις διάφορες υποθέσεις που έχουν γίνει.
 
Το ποίημα χωρίζεται σε δύο μέρη· στο πρώτο, που σώζεται σε μεγάλη έκταση, περιγράφεται η Αλήθεια, στο δεύτερο, που σώζεται σε πολύ μικρή, οι ανθρώπινες δοξασίες («βροτῶν δόξαι»). Δηλώνεται έτσι ότι υπάρχουν δύο ειδών γνώσεις: η αληθινή που ανταποκρίνεται στο Είναι ή Ον και η απατηλή που ανταποκρίνεται στο μη Είναι ή μη Ον, και αντίστοιχα δύο είδη πραγματικότητας: το «Εἶναι» ή «Ὄν», που αντιστοιχεί στην αλήθεια, και το «μή Εἶναι» ή «μή Ὄν», που αντιστοιχεί στις ανθρώπινες δοξασίες· τέλος υπάρχουν δύο ειδών «ờδοί» προς αυτές τις γνώσεις, οι περίφημες «ὁδοί διζήσιος» του Παρμενίδη – με σύγχρονη διατύπωση μέθοδοι έρευνας (βλ. Α.Φ. Μουρελάτος, Οδοί της Γνώσης και της Πλάνης, ΠΕΚ, 2000 = 1970).
 
Αντίθετα από τον Ηράκλειτο που αναγνωρίζει ως Αλήθεια την αέναη μεταβολή και αλλαγή, το Γίγνεσθαι του κόσμου και της ζωής, ο Παρμενίδης αναγνωρίζει ως Αλήθεια μόνο το Είναι ή Ον, δηλαδή το αιώνιο και αναλλοίωτο, το αγέννητο και άφθαρτο «υπάρχον»· πιστεύει ότι το γίγνεσθαι και η ροή είναι απατηλές πληροφορίες των αισθήσεων, είναι αυτό που φαίνεται αλλά δεν είναι, δηλαδή το «μη είναι», όπως χαρακτηριστικά λέει· αντίθετα από τις αισθήσεις ο Νους μάς παρουσιάζει πάντοτε το αιώνιο και αμετάβλητο Είναι ή Ον, την Αλήθεια.
 
Ως Είναι ή Ον ο Παρμενίδης δεν εννοεί κάτι ιδεατό και αφηρημένο, αλλά το υλικό και χειροπιαστό «υπάρχον» που γεμίζει το χώρο· κάτι τέτοιο υποδηλώνεται με τα κατηγορήματα που του αποδίδει: είναι αδιαίρετο και συνεχές, ακίνητο και ολόκληρο, άναρχο και ατελεύτητο, αγέννητο και άφθαρτο. Δεν έχει αρχή και τέλος επειδή δεν είναι δυνατόν να γεννήθηκε από ένα άλλο Είναι, γιατί τότε θα έπρεπε να ήταν πριν από αυτό κάτι άλλο, και από αυτό πάλι κάτι άλλο κ.ο.κ. Αλλά και το μη Είναι ή μη Ον δεν υπάρχει, γιατί ούτε αυτό μπορεί να γεννήθηκε από ένα άλλο μη Είναι, για τον ίδιο λόγο, αλλά και για έναν ακόμα: δεν μπορείς να γνωρίσεις κάτι που είναι μη Ον, που δεν υπάρχει, αλλά και αντίστροφα: πως μπορεί να υπάρχει κάτι που ούτε να το γνωρίσει κανείς μπορεί ούτε να το εκφράσει («οὔτε γάρ ἄν γνοίης τό γε μή ἐόν…οὔτε φράσαις», DK28 B2). Μόνο το Είναι λοιπόν υπάρχει, υπήρχε και θα υπάρχει πάντοτε ως ένα αιώνιο παρόν· υπάρχει ως όλον, ως ένα και συνεχές, ολόκληρο, μονοκόμματο, ακλόνητο, αδιαίρετο, αγέννητο αλλά και αναύξητο· η διάσπασή του σε αντικείμενα και φαινόμενα αποτελεί ψεύδος των αισθήσεων, αποτελεί τη «δόξα» των κοινών θνητών. Και μόνο η γνώση που έχει ως αντικείμενό της το ένα αυτό ενιαίο και αμετάβλητο Είναι είναι αληθινή και αξιόπιστη, και αυτή τη γνώση μάς την προμηθεύει ο Νους· αντίθετα οι αισθήσεις, που μας εμφανίζουν μόνο τη γένεση, τη φθορά και την αλλαγή, είναι πηγές πλάνης και παραπληροφόρησης. Μόνο το Νοεῖν, λέει ο Παρμενίδης, είναι αντίστοιχο με το Εἶναι, γιατί όταν «νοώ» και ορίζω με το νου μου εκείνο που υπάρχει, τότε η νόηση μου ταυτίζεται με το νοητό, δηλαδή με το Είναι: «τό γάρ αὐτό νοεῖν ἐστίν τε καί εἶναι» (DK28 B3)· αυτή η κλασική διατύπωση σημαίνει ότι δεν υπάρχει Είναι, δηλαδή αντικείμενο, που να μη μπορεί να γίνει περιεχόμενο του νου –νόημα– ούτε πάλι υπάρχει νόημα, δηλαδή περιεχόμενο του νου, χωρίς κάποιο αντίστοιχο Είναι ή αντικείμενο. Το Εἶναι και το Νοεῖν είναι έννοιες σύστοιχες και μόνο με αναφορά της μιας στην άλλη είναι δυνατόν να νοηθούν· το Εἶναι δεν μπορεί να νοηθεί αλλιώς παρά μόνο με την ενέργεια του Νου, ενώ συμβολικά δηλώνεται με το συνδετικό της προτάσεως: ο ουρανός είναι γαλάζιος.
 
Στον Παρμενίδη λοιπόν χρωστάει η Φιλοσοφία την έννοια του Εἶναι ή Ὅντος, αλλά και την εξέχουσα θέση του Νου στη διαδικασία της γνώσης – είναι ο μεγάλος υπέρμαχος του νου και κατακριτής των αισθήσεων· και ακόμα, στον Παρμενίδη χρωστάει η Φιλοσοφία την αντιστοιχία Είναι και Νοείν, τη γνωστή θεωρία της ανταπόκρισης νόησης και πραγματικότητας, που δέσποσε για αιώνες· η θεωρία αυτή λειτουργεί κυκλικά και ίσως έχει λανθάνουσες παραμέτρους (βλ. και Γ. Αλατζόγλου-Θέμελη, «Η αρχαία θεωρία της ανταπόκρισης και το ανθρωπολογικό της υπόστρωμα», Φιλοσοφία και Παιδεία, 13/1998).
 
Για τον Ηράκλειτο Αλήθεια ήταν η αέναη αλλαγή και κίνηση – όπως είδαμε· την έδειχνε με παραδείγματα από τη χειροπιαστή πραγματικότητα και έπειθε με την «αποδεικτική του παραδείγματος» Ο Ηράκλειτος δεν κατέφευγε σε συλλογισμούς και διανοητικές κατασκευές για να υποστηρίξει την Αλήθεια του – δεν του χρειαζόταν κάτι τέτοιο. Αντίθετα, ο Παρμενίδης αντιδρώντας-απαντώντας στην άποψη του Ηράκλειτου περί αλλαγής και ρευστότητας, και υποστηρίζοντας ένα ακίνητο, αναλλοίωτο και ενιαίο Είναι που δεν γεννήθηκε ποτέ ούτε θα πεθάνει ποτέ, χρειαζόταν κάποιες διανοητικές κατασκευές για να πείσει· η Αλήθεια του δεν ήταν αυταπόδεικτη, ήταν αντίθετη στις μαρτυρίες των αισθήσεων. Αλλά οι αισθήσεις μάς απατούν –ισχυρίζεται ο Παρμενίδης–, δεν είναι αξιόπιστες και τις εμπιστεύονται μόνο οι κοινοί θνητοί («βροτοί εἰδότες οὐδέν…φοροῦνται κωφοί ὁμῶς τυφλοί…ἄκριτα φῦλα, οἷς τό πέλειν τε καί οὐκ είναι ταὐτόν νενόμισται κοὐ ταὐτόν…» DK28 B6). Οι αξιόλογοι άνθρωποι –όπως ο ίδιος και οι μαθητές του– κρίνουν με το Νου, και ο νους αρνείται την αλλαγή που πιστοποιούν οι αισθήσεις.
 
Το ίδιο το παλιό ερώτημα, πως γίνεται να αλλάζει κάτι και παρ’ όλ’ αυτά να παραμένει το ίδιο, παραμένει υπόρρητο και αναπάντητο από τους Ελεάτες. Απαντούν καταργώντας την αλλαγή: εφόσον ο νους αρνείται την αλλαγή, και εφόσον μόνο ο νους σκέπτεται λογικά, συμπεραίνουν ότι δεν υπάρχει αλλαγή! Αυτό προσπαθεί να δείξει ο Παρμενίδης με διάφορους συλλογισμούς, προλειαίνοντας το έδαφος για την «εφεύρεση» της Διαλεκτικής από τον μαθητή του τον Ζήνωνα. Προσπαθεί να υποστηρίξει τις ιδιότητες που αποδίδει στο Είναι με σειρά συλλογισμών, αφού η αισθητηριακή αντίληψη δεν τις πιστοποιεί. Η συλλογιστική του –έστω αρχαϊκή– προσπαθεί να στηρίξει αυτό που αρνούνται να πιστοποιήσουν οι αισθήσεις, αυτό που δεν είναι χειροπιαστό – όσο και αν είναι απλοϊκή και αναπόδεικτη η ιδέα αυτή μπορεί να εξηγήσει πολλά.
 
Οι μαθητές του, Ζήνων και Μέλισσος δεν προβάλλουν μια δική τους θεωρία· σκοπός τους δεν είναι να δημιουργήσουν ένα δικό τους σύστημα γνώσεων αλλά να γκρεμίσουν τις αντιλήψεις των αντιπάλων, ώστε να προβληθούν ως ορθές οι δικές τους, δηλαδή του δασκάλου τους. Χαρακτηριστική είναι η έκφραση του Ζήνωνα στον πλατωνικό Παρμενίδη (128c): «βοήθειά τις ταῦτα [τά γράμματα] τῷ Παρμενίδου λόγῳ πρός τούς ἐπιχειροῦντας αὐτόν κωμωδεῖν». Ο Ζήνων και ο Μέλισσος υπερασπίζονται με πάθος χριστιανού απολογητή τις απόψεις του Παρμενίδη, αποδεικνύοντας ότι οι αντίθετες απόψεις οδηγούν σε αντιφατικά και παράλογα συμπεράσματα· έτσι γίνονται εφευρέτες της Διαλεκτικής, μιας διαλεκτικής όμως που δεν συνθέτει από τα αντίθετα όπως αυτή του Ηράκλειτου, μιας διαλεκτικής που, απορρίπτοντας αντιφατικές μεταξύ τους υποθέσεις, συμπεραίνει «δια της εις άτοπον απαγωγής», και που εντέλει είναι αρνητική διαλεκτική.
 
Ο Ζήνων (περ. 490-415 π.Χ.) ξοδεύει όλες του τις διανοητικές δυνάμεις για να υποστηρίξει την άποψη ότι το Είναι ή Ον είναι ένα, ενιαίο και ακίνητο· εφευρίσκει λογικά επιχειρήματα και καταστρώνει σειρά υποθετικών συλλογισμών που οδηγούν σε αδιέξοδο, προκειμένου να επισημάνει, μ’ αυτό τον τρόπο, τις αντιφάσεις που προκύπτουν αν δεχθεί κάποιος την ιδέα της πολλαπλότητας ή την ιδέα της κίνησης· αναιρεί δηλαδή την πολλαπλότητα και την κίνηση με αλυσιδωτές υποθέσεις που οδηγούν σε αδιέξοδο: αν [τα όντα] είναι πολλά, πρέπει αναγκαστικά να είναι μεγάλα και μικρά· [τόσο] μικρά ώστε να μην έχουν μέγεθος, [τόσο] μεγάλα ώστε να είναι άπειρα ως προς το μέγεθος [πράγμα άτοπο] («εἰ πολλά ἐστίν, ἀνάγκη αὐτά μικρά τε εἷναι καί μεγάλα· μικρά μὲν ὥστε μὴ ἔχειν μέγεθος, μεγάλα δὲ ὥστε ἄπειρα εἶναι », DK29 B1,21).
 
Αναφορικά με την κίνηση, φτάνει στα περίφημα «ζηνώνεια παράδοξα», που μας διασώζει ο Αριστοτέλης στο 4ο βιβλίο των Φυσικών του· πιο γνωστό είναι το παράδοξο του «Αχιλλέα» που ποτέ δεν θα μπορέσει να φτάσει στο δρόμο τη «χελώνα»! Από έναν συγγραφέα του 6ου μ.Χ. αιώνα που ανήκει στη σχολή της Αλεξάνδρειας, τον Ηλία, παραδίδεται μια ανεκδοτολογική ιστορία για το πώς αντέδρασε ο (κυνικός) Αντισθένης στην ιδέα της ακινησίας του Όντος που υποστήριζε ο Ζήνωνας: «ἀναστάς ἐβάδισε [ο Αντισθένης], νομίσας ἰσχυροτέραν εἶναι πάσης τῆς διά λόγων ἀντιλογίας τὴν διά τῆς ἐνεργείας ἀπόδειξιν» (DK29 A15).
 
Ο Μέλισσος (η ακμή του περί το 440 π.Χ.) είναι μαθητής και αυτός του Παρμενίδη, αν και κατάγεται από τη Σάμο· προσπαθώντας να υποστηρίξει το ενιαίο και αδιαίρετο του Όντος φτάνει στο σημείο να το κάνει «ἄυλο» – γιατί μόνο το άυλο μπορεί να είναι αδιαίρετο! Ανοίγει έτσι παράθυρο σε μεταφυσικές θεωρήσεις του Όντος, παρόλο που και αυτός όπως και ο Παρμενίδης εννοούν το Ον ως υλικό και χειροπιαστό, κάτι που φαίνεται και από τον τίτλο του έργου του: Περί φύσεως ἤ Περί τοῦ ὄντος, όπου, όπως δείχνει η διάζευξη, το Ον και η Φύση ταυτίζονται.
 
Πώς έγινε αυτή η μετάβαση από τη Φυσική στη Μεταφυσική; Υπάρχει ένα επιχείρημα του Μέλισσου απολύτως διαφωτιστικό· το παραδίδει ο Σιμπλίκιος: αν υπάρχει [το ον] πρέπει να είναι ένα, όντας δε ένα πρέπει να μην έχει σώμα (υπογράμμιση δική μου), γιατί αν έχει πάχος, θα έχει μόρια και δεν θα είναι πια ένα («εἰ μέν οὖν εἴη, δεῖ αὐτό ἕν εἶναι· ἕν δ᾽ ἐόν δεῖ αὐτό σῶμα μή ἔχειν, εἰ δέ ἔχει πάχος, ἔχει ἄν μόρια, καί οὐκέτι ἕν εἴη », DK30 B9). Αν ο Σιμπλίκιος αποδίδει σωστά τη σκέψη του Μέλισσου, φαίνεται καθαρά πως έγινε η μετάβαση από τη φυσική στη μεταφυσική πραγματικότητα: το Ον καταρχήν νοείται ως υλικό και χειροπιαστό· απ’ τη στιγμή όμως που η υλικότητά του εμποδίζει την ενότητά του και την ενική του υπόσταση, αίρεται –για λόγους λογικής συνέπειας– η υλικότητά του, θεωρείται ασώματο και παραδίδεται στους αιώνες ως άυλο και άρα μεταφυσικό. Ίσως ο Μέλισσος να μην είχε συνείδηση της «μετάβασης» που πραγματοποιούσε, γι’ αυτόν η άρση της σωματικότητας-υλικότητας ήταν απλώς μια λογική αναγκαιότητα· κάτι τέτοιο συμφωνεί απόλυτα με το νοησιαρχικό κλίμα του Ελεατισμού, και μας βεβαιώνει ότι η όποια αρχαία μεταφυσική –αντίθετα απ’ τη νεότερη– γεννήθηκε από λόγους λογικής συνέπειας και μόνο. Από τον Πλάτωνα τα πράγματα άρχισαν να διαφοροποιούνται, και να υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες-συντελεστές στη διαμόρφωση της Μεταφυσικής.
 
Εκτός από το ουσιαστικό μέρος, τη μετάβαση δηλαδή στη μεταφυσική, το παραπάνω επιχείρημα μας δείχνει ανάγλυφα και την τυπολογία της ελεατικής επιχειρηματολογίας, που είναι παρόμοια σε όλους τους Ελεάτες: ξεκινάνε με μια παραδοχή διατυπωμένη είτε υποθετικά είτε οριστικά, συνεχίζουν αρνούμενοι την παραδοχή αυτή, και τέλος δείχνουν το «άτοπο» στο οποίο οδηγεί η άρνησή της, ή, όπως εδώ, στην έμμεση αποδοχή μιας άλλης παραδοχής-πραγματικότητας.
 
Ο σοφιστής Γοργίας, περιπαίζοντας την επιχειρηματολογία των Ελεατών, την αναπογύρισε και έδειξε πως με τον ίδιο τρόπο μπορεί κανείς να υποστηρίξει τα αντίθετα: αντί για το «ἔστι» των Ελεατών π.χ. αυτός υποστήριξε το «οὐδέν ἔστι», πράγμα που φαίνεται από τον τίτλο του έργου του: Περί τοῦ μή ὄντος ἤ περί φύσεως (DK82 B1, 2, 3). Αλλά και ο σοφιστής Πρωταγόρας, που μίλησε για «δύο λόγους περί παντός πράγματος ἀντικειμένους ἀλλήλοις» (DK80 B6a), δεν μπορεί να μην ήξερε την ελεατική επιχειρηματολογία και την ηρακλείτεια αποδεικτική.
 
Αν οι Ελεάτες θεωρούνται και είναι εφευρέτες της διαλεκτικής σε διανοητικό επίπεδο, οι Ίωνες, που είναι και αρχαιότεροι, με κορυφαίο τον Ηράκλειτο, μπορούν να θεωρηθούν μακρινοί πρόγονοι της «διαλεκτικής της φύσης» και της Διαλεκτικής γενικά· γιατί αυτοί σκέφτηκαν τον κόσμο να δημιουργείται και να αναπτύσσεται διαλεκτικά, με τη συνεργασία και την αλληλεπίδραση των αντιθέτων, πολύ πριν οι Ελεάτες κάνουν λόγο για διαλεκτική στη διανοητική σφαίρα· στους Ίωνες και ιδιαίτερα στον Ηράκλειτο βρίσκουμε συνενωμένες τις νεωτερικές έννοιες «διαλεκτική της φύσης» και «διαλεκτική του πνεύματος»· μάλλον διαλεκτική της φύσης και διαλεκτική του πνεύματος είναι γι’ αυτούς σύστοιχα και αλληλένδετα φαινόμενα, γιατί αν δεν υπάρχει διαλεκτική στη φύση και στη ζωή, δεν μπορεί να υπάρξει διαλεκτική στη διανοητική σφαίρα· ρητά ή υπόρρητα όλοι οι φιλόσοφοι της Αρχαιότητας –και όχι μόνο οι Προσωκρατικοί– συμφωνούν: όλα συνδέονται με όλα, και κατεξοχήν ο φυσικός με τον ανθρώπινο κόσμο, επομένως και η διαλεκτική της φύσης με τη διαλεκτική του πνεύματος ή των εννοιών.

 

Τσάρλι Τσάπλιν: Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, μπόρεσα να καταλάβω ότι ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη, απλώς με προειδοποιούσαν να μη ζω κόντρα στην αλήθεια μου. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ. 

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα σε πόσο δύσκολη θέση ερχόταν κάποιος με το να του επιβάλλω τις επιθυμίες μου, παρότι ήξερα ότι ούτε ήταν κατάλληλη η στιγμή ούτε ο άνθρωπος ήταν έτοιμος, ακόμα κι αν αυτός ο άνθρωπος ήμουν εγώ. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να λαχταρώ μια άλλη ζωή και μπόρεσα να δω ότι τα πάντα γύρω μου με προκαλούσαν να μεγαλώσω. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΩΡΙΜΟΤΗΤΑ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα ότι βρίσκομαι πάντα και σε όλες τις περιστάσεις, την κατάλληλη στιγμή και στο σωστό μέρος και ότι όλα όσα γίνονται είναι σωστά. Από τότε κατάφερα να γαληνέψω. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΠΟΔΟΧΗ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να στερούμαι τον ελεύθερο χρόνο μου και σταμάτησα να κάνω μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον. Σήμερα κάνω μόνο ό,τι με ευχαριστεί και με γεμίζει χαρά, ό,τι αγαπώ και κάνει την καρδιά μου να γελά, με τον δικό μου τρόπο και στους δικούς μου ρυθμούς. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, απελευθερώθηκα από ό,τι δεν ήταν υγιές για μένα. Από φαγητά, άτομα, πράγματα, καταστάσεις και από ό,τι με τραβούσε συνεχώς μακριά από τον ίδιο μου τον εαυτό. Στην αρχή το ονόμαζα “υγιή εγωισμό”. Αλλά σήμερα ξέρω ότι είναι ΑΥΤΑΓΑΠΗ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να θέλω να έχω πάντα δίκιο. Έτσι έσφαλλα πολύ λιγότερο. Σήμερα κατάλαβα ότι αυτό το λέμε ΑΠΛΟΤΗΤΑ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, αρνήθηκα να συνεχίσω να ζω στο παρελθόν και να ανησυχώ για το μέλλον μου. Τώρα ζω περισσότερο τη στιγμή όπου ΟΛΑ συμβαίνουν. Έτσι σήμερα, ζω την κάθε μέρα και αυτό το λέω ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, συνειδητοποίησα ότι η σκέψη μου μπορεί να με κάνει μίζερο και άρρωστο. Όταν όμως επικαλέστηκα τις δυνάμεις της καρδιάς μου, η λογική απέκτησε έναν πολύτιμο σύντροφο. Αυτή τη σχέση την ονομάζω σήμερα ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις και τα προβλήματα με τον εαυτό μας και τους άλλους γιατί καμιά φορά, ακόμα και τα άστρα εκρήγνυνται και δημιουργούνται νέοι Γαλαξίες. Σήμερα ξέρω ότι ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ!

Πριν κρίνεις, σκέψου

Σε μια κοινωνία όπου η ζωή κυλάει με γρήγορους ρυθμούς και κυριαρχεί το άγχος, η αποξένωση των ανθρώπων ήταν αναμενόμενη!

Η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν είναι διατεθειμένη να επενδύσει συναισθηματικά σε νέες φιλίες και προτιμά μια στάση απόμακρη όπου να νιώθει ασφάλεια και σιγουριά.

Είναι χαρακτηριστική η στάση εκείνων των ανθρώπων που το παγωμένο χαμόγελο και το ψυχρό βλέμμα κυριαρχούν στο επιβλητικό παρουσιαστικό τους! Άνθρωποι απόμακροι, που θαρρείς και κρατούν μια στάση άμυνας μην τυχόν πληγωθούν! Η σοβαρότητα είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό τους ενώ δεν μπορείς να εντοπίσεις ίχνος ευαισθησίας κάτω από τον δυναμισμό που προβάλλει ο χαρακτήρας τους! ‘’Άραγε είναι τόσο σκληροί όσο δείχνουν ’’; θα σκεφτούν κάποιοι!

Κι όμως αυτοί οι άνθρωποι έχουν πληγωθεί και έχουν υποφέρει περισσότερο από τον καθένα! Άνθρωποι προδομένοι οπού ο φόβος έχει εισχωρήσει στην ζωή τους , έχει καλύψει όλη την ευαισθησία τους κάτω από την σκληρότητα του νέου τους χαρακτήρα. Δεν το κάνουν επίτηδες! Είναι η άμυνα τους απέναντι σε όλα όσα έχουν υποφέρει στην ζωή τους! Δεν μπορούν εμπιστευτούν εύκολα και η ψυχρότητα του χαρακτήρα τους αποτελεί την ασπίδα τους απέναντι στο άγνωστο μιας νέα γνωριμίας!

Γι’ αυτό λοιπόν, πριν βιαστείς να κρίνεις ένα τέτοιο άνθρωπο, σκέψου τι μπορεί να έχει περάσει στην ζωή του! Απλά οπλίσου με υπομονή και πλησίασε τον με αργά βήματα αν πιστεύεις ότι αξίζει τον κόπο. Το μέλλον θα δείξει…

Ο ανόητος ούτε συγχωρεί ούτε ξεχνά. Ο αφελής και συγχωρεί και ξεχνά. Ο έξυπνος συγχωρεί, αλλά δεν ξεχνά

Κάποτε ο διάσημος Ουγγροαμερικανός ψυχίατρος Thomas Szasz (1920-2012) δήλωσε πως στη φύση του ανθρώπου «Ο ανόητος ούτε συγχωρεί ούτε ξεχνά. Ο αφελής και συγχωρεί και ξεχνά. Ο έξυπνος συγχωρεί, αλλά δεν ξεχνά».

Ένα από τα μεγαλύτερα δώρα που μπορεί κάποιος να κάνει στον εαυτό του, είναι να αναγνωρίσει τη σημασία της συγχώρεσης και να «εκπαιδευτεί» σε αυτή, παρ’ όλες τις αγκυλώσεις και τις δυσκολίες που ενδεχομένως αντιμετωπίσει. Όποιος είναι ικανός να δεχθεί το δώρο και το μεγαλείο της συγχώρεσης, θα είναι και ικανός να ελευθερωθεί από τους δαίμονές του.

Συγχωρώ και ξεχνώ;

Λέγεται ότι η εξομολόγηση αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα βάλσαμα για την ανθρώπινη ψυχή, καθώς τα θετικά της αποτελέσματα αποδεικνύονται και στην ψυχική υγεία του ατόμου. Η συγχώρεση αφορά στην απαλλαγή του συναισθηματικού φορτίου της ενοχής για κάποια ενέργεια ή συμπεριφορά. Αφορά στο να αφήνεται κάτι στη λήθη, να αποδυναμώνεται και να ξεφτίζεται μέσα στο χρόνο.

Η δυσαρέσκεια, η πικρία, ο θυμός, η ανάγκη για εκδίκηση κι η επιθυμία να προκληθεί κακό σε κάποιον άλλον δεν αφορούν στο άτομο, που επιλέγει να προσπεράσει τις άσχημες στιγμές του παρελθόντος, να ανοίξει την ψυχή του και να αφήσει όλα τα αρνητικά συναισθήματα και τις σκέψεις του να πετάξουν μακριά. Ωστόσο, για πολλούς ανθρώπους η διαδικασία αυτή μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επίπονη, έως αδύνατη!

Η πρώτη μεγάλη εσωτερική απελευθέρωση είναι η συνειδητοποίηση ότι η μη συγχώρεση δεν προσφέρει τίποτα απολύτως, αντιθέτως τείνει στη συντήρηση του θυμού και της εσωτερικής έντασης, σέρνοντάς το άτομο σε μια δύνη αρνητικών συναισθημάτων. Είναι ακριβώς εκεί, που θα πρέπει να δει κάποιος καθαρά τη δύναμη που κρύβει μέσα της η μνησικακία, η οποία καταφέρνει να καταστρέφει κάθε ψήγμα ευτυχίας και χαράς.

Δεν μπορούμε απλά να συμπορευτούμε με τη συγχώρεση

Η αλήθεια είναι, ότι η πράξη της συγχώρεσης δεν είναι καθόλου απλή διαδικασία. «Διατάζοντας» τον εαυτό μας να συγχωρήσει έναν άλλον άνθρωπο, αυτομάτως ακυρώνουμε τη διαδικασία, καθώς αυτή δεν προέρχεται από ειλικρινή θέληση. Ένα από τα κύρια και πρώτα βήματα που πρέπει να ακολουθήσουμε είναι η επεξεργασία των πρωταρχικών λόγων που μας οδήγησαν στο να χρειαστεί να συγχωρέσουμε κάποιον.

Η ανάλυση των καταστάσεων και οι αφορμές που οδήγησαν στο εκάστοτε περιστατικό, είναι το μαγικό κλειδί για την εσωτερική μας λύτρωση. Δεν είναι όλες οι καταστάσεις ίδιες, όπως δεν είναι και όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Ο καθένας και το καθετί θα πρέπει να εξετάζονται ξεχωριστά, με σφαιρική αντιληπτικότητα, η οποία απαραιτήτως θα πρέπει να διέπεται από ειλικρίνεια, ορθότητα και ενσυναίσθηση. Παρ’ όλα αυτά, συχνά οι κοινωνικές προσταγές που απορρέουν από την οικογένεια, τον πολιτισμό ή και το συναίσθημα ενοχής του καθενός, δεν επιτρέπουν τη συγχώρεση του …«δράστη».

Στην πραγματικότητα, μια τέτοια αναγκαστική ή και επιφανειακή συγχώρεση μπορεί να πυροδοτήσει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Αντί να λυτρώσει την ψυχή, αυτό που καταφέρνει στην πραγματικότητα είναι να δημιουργήσει ένα συσσωρευμένο παραπλανητικό θυμό, μια αντίσταση και μια παθητικο-επιθετική συμπεριφορά απέναντι στους άλλους, ενώ συναισθήματα όπως η κατάθλιψη, η ενοχή και η ντροπή εναλλάσσονται σε… φρενήρεις ρυθμούς.

Πώς μπορούμε να θεραπευτούμε;

Όταν βρισκόμαστε στη φάση της θεραπείας, μαθαίνουμε πως δεν πρέπει να επιτρέπουμε σε συναισθήματα και αναμνήσεις να έχουν πλέον τον πλήρη έλεγχο επάνω μας. Δουλεύοντας τον θυμό και απελευθερώνοντας τον εαυτό μας από περιττές κακίες, αφήνουμε χώρο για την εσωτερική γαλήνη, την πληρότητα και την αίσθηση ελευθερίας, που τόσο έχουμε ανάγκη.

Η θεραπεία εστιάζεται στους παρακάτω βασικούς άξονες:

Αναγνώριση του δικού μας εσωτερικού πόνου
Προσπάθεια κατανόησης της οπτικής και των κινήτρων του ανθρώπου που θέλουμε να συγχωρήσουμε και αντικατάσταση του θυμού με πραγματική συμπόνια
Προσπάθεια ανάλυσης των λόγων που οδήγησαν τον άλλο να συμπεριφερθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο
Συγχώρεση του εαυτού μας για τον ρόλο που είχαμε μέσα στην εκάστοτε σχέση
Έκφραση των συναισθημάτων μας με ήρεμο τρόπο, χωρίς φωνές και επιθετικό τόνο, αλλά έτσι ώστε να προσφέρει εσωτερική ικανοποίηση και λύτρωση
Προστασία του εαυτού μας από περαιτέρω θυματοποίηση, μαθαίνοντας να αναγνωρίζουμε πιθανούς κινδύνους στο μέλλον
Απόφαση για το αν θα παραμείνουμε στη σχέση, θέσπιση των νέων ορίων και προάσπιση του εσωτερικού μας εαυτού προς αποφυγή μελλοντικών πληγμάτων

Τι δεν είναι όμως η συγχώρεση

Μπορεί να μιλήσαμε για το τι είναι η συγχώρεση, αλλά όχι για το τι δεν είναι στα αλήθεια! Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι η πράξη της συγχώρεσης δεν λύνει τα πάντα. Υπολειμματικά συναισθήματα μπορεί να παραμείνουν μέσα μας, μη μπορώντας συχνά να κατανοήσουμε τον λόγο που ασκούν ακόμη επιρροή στη ζωή μας.

Η συγχώρεση δεν συνίσταται στο να ξεχνάμε ένα γεγονός που μας έχει προκαλέσει πόνο, ή να προσποιούμαστε ότι δεν συνέβη ένα τραυματικό περιστατικό. Αυτό όντως έγινε και είναι απαραίτητο να αναγνωριστεί και να θεραπευθεί κατάλληλα, προκειμένου να προσφέρει την απαραίτητη γνώση για μελλοντικές καταστάσεις, χωρίς να έχουν παραμείνει υπολείμματα του παρελθόντος.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η συγχώρεση δεν είναι συνυφασμένη με την υπεράσπιση ή την δικαιολόγηση της συμπεριφοράς κάποιου. Συγχωρούμε για να απελευθερώσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό και μόνο.

Η συγχώρεση δεν δίνει την άδεια σε κανένα να συνεχίσει να μας πληγώνει μέσω των συμπεριφορών και των λεγομένων του, ούτε δικαιολογεί πιθανές συμπεριφορές του παρελθόντος ή του μέλλοντος. Μόνο και μόνο επειδή συγχωρείται μια συμπεριφορά, αυτό δεν σημαίνει πως αυτή θα αλλάξει. Το μόνο που μπορεί να μεταμορφωθεί και να επιφέρει αποτελέσματα είναι η κατανόηση του ίδιου μας του εαυτού, η προστασία των συναισθημάτων μας, η αλλαγή της επικείμενης αντίδρασής μας και η διαφοροποίηση του ρόλου μας στην εκάστοτε σχέση από εδώ και πέρα.

Αλλά το σημαντικότερο που πρέπει να θυμόμαστε είναι, ότι η συγχώρεση αποτελεί μια έντονα προσωπική -και ενίοτε αυστηρή- εξάσκηση του ίδιου μας του εαυτού, η οποία οδηγεί σε βελτίωση της φυσικής, ψυχικής και πνευματικής μας υγείας και εξέλιξης. Όσο καλύτερα καταφέρνουμε να κατανοήσουμε τον εαυτό και τις προσωπικές μας ανάγκες, τόσο πιο εύκολα θα είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε και τους άλλους γύρω μας.

Τεχνολογία: Ναι… αλλά πώς;

Μάλλον πρέπει να ξεκαθαρίσουμε άμεσα τι θέλουμε ως γονείς, αλλιώς δημιουργούμε στο παιδί μας τεράστια σύγχυση και σε εμάς περιττό άγχος. Πρέπει να επιλέξουμε μια στάση και αυτή να κρατάμε σε κάθε περίπτωση. Προφανώς τα παιδιά δεν είναι δυνατόν να μην έρθουν σε καμία επαφή με την τεχνολογία. Ακόμα κι αν τα ίδια δεν έχουν κινητό, τάμπλετ ή υπολογιστή, κάποιος φίλος τους θα έχει και θα τα μυήσει στον κόσμο της.

Άλλωστε, το διαδίκτυο είναι πολύ χρήσιμο για εκπαιδευτικούς σκοπούς και ένα παιδί του δημοτικού, ειδικά των μεγαλύτερων τάξεων, ασφαλώς το χρειάζεται για να κάνει τις εργασίες του. Επιπλέον, πρέπει να παραδεχτούμε πως τα παιδιά έχουν ελάχιστο ελεύθερο χρόνο και μέσα σε αυτόν συχνά το μόνο ευχάριστο πράγμα που μπορούν να κάνουν είναι να παίξουν μπροστά σε μια οθόνη.

Επομένως, καλό θα ήταν να αποδεχτούμε ότι θα υπάρχει αυτού του είδους η τεχνολογία στη ζωή του παιδιού μας και να δουλέψουμε για να φτιάξουμε ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα συμβάλλει θετικά στην ανάπτυξη του παιδιού και στη δημιουργία ευχάριστης ατμόσφαιρας στο σπίτι. Έτσι, καλό θα ήταν να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στα παρακάτω ερωτήματα.

Πόσο νωρίς θα έπρεπε να μυήσω το παιδί μου στον κόσμο της τεχνολογίας;
Ποια όρια πρέπει να βάλω στη χρήση της τεχνολογίας;
Πώς θα εφαρμόσω αυτά τα όρια;
Τι παράδειγμα δίνω στο παιδί μου σχετικά με την ορθή χρήση της;
Τι άλλα πράγματα θα μπορούσα να κάνω μαζί του ή να το διδάξω να κάνει, εκτός από δραστηριότητες που συνδέονται με την τεχνολογία;

Προβληματιστείτε και συζητήστε με τον άλλο γονέα του παιδιού σας (είτε ζείτε μαζί είτε όχι) τα ερωτήματα αυτά. Μπορείτε να μιλήσετε για την περίφημη «ασφαλή χρήση» της τεχνολογίας και πώς θα την εξασφαλίσετε για το παιδί σας (πληροφορίες γι’ αυτό μπορείτε να βρείτε παντού).

Εμάς εδώ δεν μας απασχολεί η ασφαλής, από εξωτερικούς παράγοντες, χρήση της τεχνολογίας, αλλά η ορθή, ως προς τους εσωτερικούς, ενδοοικογενειακούς παράγοντες χρήση. Σχετικά με αυτό, διαφορετικοί ειδικοί δίνουν διαφορετικές απαντήσεις. Προφανώς δεν υπάρχει μια απάντηση που ισχύει για όλους. Κάθε οικογένεια θα πρέπει να καταλήξει στα δικά της συμπεράσματα, ανάλογα με τις συνθήκες της ζωής της.

Καθυστερήστε, όσο μπορείτε, να φέρετε το παιδί σας σε επαφή με την τεχνολογία

Όλα τα οφέλη που μπορεί να έχει ένα παιδί 3 χρονών από ένα τάμπλετ μπορεί να τα έχει και από ένα βιβλίο ή ένα ξύλινο παιχνίδι. Καλό είναι τα παιδιά να μάθουν πρώτα να παίζουν (με τους γονείς και με τους φίλους τους), να διαβάζουν, να αποκτήσουν κάποιες κοινωνικές δεξιότητες, να δημιουργήσουν μια σχέση με το βιβλίο και μετά να έρθουν σε επαφή με το διαδίκτυο. Έτσι θα έχουν περισσότερες άμυνες απέναντι στην υπερβολική χρήση του, γιατί απλούστατα θα έχουν μάθει να κάνουν και άλλα πράγματα.

Δώστε το καλό παράδειγμα

Μην είστε συνέχεια κολλημένοι σε μια οθόνη. Αν αυτό αποτελεί μέρος της δουλειάς σας, εξηγήστε στο παιδί ότι το κάνετε για επαγγελματικούς λόγους. Φροντίστε να δείχνετε στο παιδί πως έχετε κι άλλα ενδιαφέροντα ή χόμπι και πως μπορείτε να περάσετε ευχάριστα τον χρόνο σας χωρίς τάμπλετ, κινητό ή υπολογιστή (ή και τηλεόραση, εδώ που τα λέμε).

Βάλτε σαφή όρια

Τα όρια θα πρέπει να είναι ανάλογα με την ηλικία του παιδιού και το πρόγραμμά του. Ωστόσο, ίσως δεν θα έπρεπε ένα παιδί να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οθόνη για περισσότερο από μία ή δύο ώρες τη μέρα και σίγουρα όχι συνεχόμενα. Εξηγήστε στο παιδί γιατί βάζετε τα όρια που βάζετε και πείτε του πως όταν φτάνει η ώρα να κλείσει θα το ενημερώνετε εσείς. Αυτή είναι δική σας ευθύνη και όχι δική του.

Αν δεν το κάνει, κλείστε τη συσκευή εσείς χωρίς φωνές ή απειλές. Αν το παιδί κλαίει ή φωνάζει, πείτε του: «Καταλαβαίνω ότι σε πείραξε που την έκλεισα, αλλά θυμάσαι που σου είχα πει ότι πρέπει να σταματήσεις; Θα σε βοηθήσω να συνηθίσεις αυτά τα όρια κι έτσι θα μπορείς να παίζεις χωρίς να παθαίνεις τίποτα κακό. Αν δεν συνηθίσεις στα όρια, θα πρέπει να σου πάρω τελείως τη συσκευή. Γι’ αυτό, ας συνεργαστούμε για να εφαρμόσουμε τα όρια».

Αν το παιδί δεν μπορέσει να εφαρμόσει τα χρονικά όρια και κάθε φορά που εσείς του τα θυμίζετε γίνεται χαμός, τότε ίσως αναγκαστείτε να του πάρετε τη συσκευή για ένα διάστημα. Πείτε του: «Επειδή το σύστημα με τα όρια δεν πήγε καλά και είναι ευθύνη μου να σε προστατεύσω, είμαι αναγκασμένος να σου πάρω το τάμπλετ τελείως. Θα το κρατήσω για μία βδομάδα και μετά θα ξαναδοκιμάσουμε να εφαρμόσουμε τα όρια. Αν τα καταφέρουμε, θα μπορείς να το έχεις μία ώρα κάθε μέρα. Αν δεν τα καταφέρουμε, θα πρέπει πάλι να σου το πάρω». Αυτό, βέβαια, δεν το κάνετε για να υποφέρει το παιδί. Το κάνετε για να το προστατεύσετε και να το εκπαιδεύσετε στην αυτοπειθαρχία.

Δείξτε ψυχραιμία και σταθερότητα

Είναι αναγκαίο, για να εφαρμόσει το παιδί τα όρια. Και τα όρια είναι αναγκαία για την ομαλή ανάπτυξη του παιδιού. Άρα, ως γονείς έχετε υποχρέωση να μείνετε σταθεροί και να είστε αποτελεσματικοί. Μη χρησιμοποιείτε τη στέρηση της τεχνολογίας ως απειλή ή τιμωρία για άλλα παραπτώματα του παιδιού. Έτσι κάνετε την τεχνολογία να του φαίνεται πιο θελκτική και θα κολλήσει περισσότερο με αυτή.

Αφιερώστε χρόνο για να κάνετε πράγματα μαζί με το παιδί

Ακόμα κι αν είναι εννέα το βράδυ και είστε όλοι κουρασμένοι, προσπαθήστε να κάνετε κάτι ευχάριστο μαζί με το παιδί (όπως να παίξετε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, να διαβάσετε ένα βιβλίο, να κάνετε ένα αφρόλουτρο, να φτιάξετε ένα κέικ, να ζωγραφίσετε κ.λπ.). Αν το παιδί συνηθίσει να κάνει πράγματα μαζί σας, δεν θα έχει τόσο πολύ ανάγκη να είναι κολλημένο στην οθόνη.

Ασχοληθείτε με την κοινωνική ζωή του παιδιού

Τα παιδιά χρειάζονται βοήθεια για να αποκτήσουν κοινωνικές δεξιότητες και να δημιουργήσουν φιλίες. Ενθαρρύνετέ το να καλέσει φίλους στο σπίτι, κανονίστε με άλλους γονείς να πάτε τα παιδιά βόλτα (στο πάρκο, στην παιδική χαρά, σε ένα μουσείο, στο λούνα παρκ, στη θάλασσα κ.λπ.), πιάστε φιλίες με γείτονες που έχουν παιδιά στην ηλικία του δικού σας.

Πείτε στο παιδί πως είναι ωραίο να έχουμε φίλους και πως το παιχνίδι έξω με άλλα παιδάκια θα του προσφέρει άλλες εμπειρίες από εκείνες που βιώνει όταν παίζει μόνο του μπροστά σε μια οθόνη. Πείτε του πως μπορεί να ασχοληθεί με την τεχνολογία όταν είναι αδύνατον να κάνει κάτι άλλο, αλλά όταν μπορεί να κάνει κάτι είτε μαζί σας είτε με άλλα παιδιά θα πρέπει να το προτιμάει.

Εξηγήστε επίσης ότι ακόμα και όταν βαριέται ή τσακώνεται με κάποιο παιδάκι μαθαίνει πολύτιμα πράγματα για τις σχέσεις, που θα του φανούν χρήσιμα στη ζωή του (τα οποία δεν μπορεί να μάθει από το τάμπλετ ή από τον υπολογιστή).

Ανάλογα με τη χρήση που κάνουμε στην τεχνολογία, αυτή μπορεί να γίνει είτε εργαλείο είτε όπλο. Ας φροντίσουμε να μη γίνει όπλο που στρέφεται εναντίον της καλής ανάπτυξης του παιδιού μας, αλλά εργαλείο που τη βοηθάει. Στο χέρι μας είναι.

Γιατί η ζωή είναι έρωτας, και ο έρωτας ζωή

Η ζωή είναι έρωτας. Και ο άνθρωπος είναι "καταδικασμένος" να βαδίζει στα μονοπάτια της μέχρι την τελευταία του πνοή. Τα πρόσωπα που ερωτευόμαστε, είναι εκείνα που μας ωθούν να βγάλουμε στην επιφάνεια έναν καινούριο εαυτό ή έναν εαυτό που δεν είχαμε ιδέα ότι κατέχουμε πριν τα γνωρίσουμε. Αντικατοπτρίζουν όλα όσα δεν είχαμε το θάρρος να πούμε και να κάνουμε.

Πλάσματα μοναδικά που ακόμα και αν δεν καταλήξουν μαζί μας σίγουρα κάτι μας έμαθαν στο πέρασμα τους.

Μοναδικά και ασύγκριτα!
Αναντικατάστατα θα έλεγα!

Κάθε νέος έρωτας, κάθε καινούριο πρόσωπο που κάνει την καρδιά σου να χτυπάει σαν τρελή και το μυαλό σου να υπερ-λειτουργεί αξίζει να υπάρξει στη ζωή σου.

Και όταν νομίζεις πως έχασες τα πάντα τότε ξαναζείς.

Γιατί η ζωή είναι έρωτας, και ο έρωτας ζωή!

Γεύση: Μία αίσθηση ή ένα ψυχολογικό κατασκεύασμα;

Η γεύση (taste) θεωρούνταν για καιρό ως μία από τις πέντε βασικές και διακριτές αισθήσεις. Θεωρούνταν πως, ως αίσθηση, συνοδευόταν από την γευστικότητα (flavor), η οποία με την σειρά της θεωρούνταν ως μία αντικειμενική ιδιότητα του υλικού (ή φαγητού). Πιο εκτενής έρευνα όμως, έδειξε πως ούτε η γεύση είναι μία ενιαία αίσθηση, ούτε η γευστικότητα (flavor) μία αντικειμενική ιδιότητα συνδεδεμένη μοναχά με την αίσθηση της γεύσης (Prescott, 1999). Για την ακρίβεια, έχει υποστηριχθεί πως είναι δύσκολο να βιώσει κανείς μία εμπειρία αποκλειστικής γεύσης (taste only experience): η γεύση μπορεί εύκολα να αλλαχθεί – το απλό κλείσιμο της μύτης μπορεί να μας στερήσει προσωρινά από την εμπειρία της γεύσης – και έτσι η γευστικότητα είναι η ιδιότητα στην οποία θα μπορούσαμε να εστιάσουμε (Smith, 2012). Το να μπορέσει να οριστεί η γευστικότητα ή γεύση (χωρίς να αναφερόμαστε στην αίσθηση επακριβώς) αποτελεί μία πρόκληση, όμως μπορεί να κατανοηθεί ως ένα ψυχολογικό κατασκεύασμα καθώς αφορά πολλές αισθήσεις, μπορεί να επηρεαστεί από εξωγενείς παράγοντες, μπορεί να χειραγωγηθεί ή κατευθυνθεί, και διαφέρει μεταξύ ατόμων, άρα είναι υποκειμενική.

Μπορεί να αντιλαμβανόμαστε την γεύση σαν μία ομογενή εμπειρία, όμως μπορεί να οριστεί ως ‘η εμπειρία του να τρώμε φαγητό όπως διαμεσολαβείτε μέσω όλων των αισθήσεων’ (Smith, 2012, 56). Η εμπειρία δεν συμπεριλαμβάνει μονάχα την γεύση (taste) και τις αισθητηριακές πληροφορίες που προέρχονται από το στόμα (και τους υποδοχείς γεύσεις- taste bulbs). Συμπεριλαμβάνει επίσης και πολλές πληροφορίες από την οσφρητική οδό – η όσφρηση είναι σημαντική πτυχή της γευστικότητας, όπως προαναφέρθηκε, το να κλείσουμε την μύτη θα μας στερήσει την γεύση αυτού που μπορεί να βρίσκεται στο στόμα μας (Prescott, 1999). Η γεύση είναι συνδεδεμένη και με την όραση επίσης, γεγονός που αναγνωρίζεται ήδη από τον 1ο αιώνα μ.Χ. Από εξελικτική οπτική γωνία, η συσχέτιση της γεύσης με την όραση είναι σημαντική: η όραση επέτρεπε την αναγνώριση και εστίαση στην τροφή από το περιβάλλον, και την επεξεργασία αυτής, πριν τοποθετηθεί στο στόμα, άρα και μέσα στον οργανισμό (Cheok, Michel, Okajima, Petit, Spence, 2016). Οι αισθητηριακές πληροφορίες από την αφή ή την ακοή προσθέτουν επιπλέον στην συνολική εμπειρία της γεύσης. Είναι πλέον ξεκάθαρο στην επιστημονική κοινότητα πως η γεύση λαμβάνει πληροφορίες από πολλές αισθήσεις και αισθητηριακές ικανότητες, όλες από τις οποίες ενσωματώνονται σε μία, ενοποιημένη εμπειρία.

Επιπλέον, η γεύση λαμβάνει πληροφορίες και από εξωτερικά στοιχεία του περιβάλλοντος: παράγοντες όπως ο φωτισμός, οι ήχοι (ή ακόμα και η μουσική) μπορούν να επηρεάσουν το πως αντιλαμβανόμαστε την γεύση (Prescott, 1999). Για παράδειγμα, ο ξηρός αέρας μέσα σε ένα αεροπλάνο εν πτήση στερεί κάποιες τροφές από την γεύση τους, για αυτό και το ίδιο φαγητό μπορεί να έχει καλύτερη γεύση όσο είμαστε… στη γη, παρά από όταν βρισκόμαστε εν πτήση.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να αντιληφθούμε πως η γεύση είναι κάτι που μπορεί να χειραγωγηθεί με μερικούς τρόπους. Για παράδειγμα, η γεύση την οποία περιμένουμε να έχει ένα προϊόν, καθώς και η καθαυτή εμπειρία της γεύσης του προϊόντος επηρεάζεται από το σχήμα της συσκευασίας στην οποία εμπερικλείεται, καθώς και από τα σχήματα που στολίζουν την συσκευασία. Σε πειραματικό επίπεδο, τα στρογγυλά σχήματα έχουν συνδεθεί με πιο γλυκές γεύσεις ενώ τα σχήματα με γωνίες έχουν συνδεθεί με πιο πικρές γεύσεις. Τέτοιου τύπου πειράματα μπορούν να υποστηρίξουν την ιδέα πως η γεύση είναι ένα ψυχολογικό κατασκεύασμα (Cheok, Petit, Spence, Velasco, Woods, 2016).

Εν συνόλω, η γεύση είναι κάτι το υποκειμενικό: πολλές αισθήσεις, συνδυασμένες με εξωτερικά ερεθίσματα, οδηγούν σε ένα ενιαίο σύνολο πληροφοριών, οι οποίες μπορούν να κατευθυνθούν με κάποιους τρόπους. Ως αποτέλεσμα, οδηγούμαστε σε μία εμπειρία που είναι αρκετά υποκειμενική για τον καθένα από εμάς. Επιπροσθέτως, η διάθεση μπορεί να επηρεάσει την γεύση, γεγονός που προωθεί την ψυχολογική της πλευρά (Prescott, 1999).

Τα στοιχεία αυτά, οδηγούν στην ισχυρή πεποίθηση πως η γεύση είναι ένα ψυχολογικό σκεύασμα: δεν είναι συνδεδεμένη μονάχα με την αίσθηση της γεύσης (taste) μα με πολλές αισθήσεις και αισθητηριακά κομμάτια, δεν είναι αντικειμενική (καθώς εξαρτάται από πολλές μεταβλητές που αλλάζουν διαρκώς), και μπορεί να χειραγωγηθεί (ιδιαίτερα σε πειραματικό επίπεδο, στο πεδίο του μάρκετινγκ), ενώ μπορεί να επηρεαστεί από την διάθεσή μας. Όλες ετούτες οι πληροφορίες οδηγούν σε ένα πολυδιάστατο αντιληπτικό σύνολο που ενοποιείται μέσα από μία ψυχολογική ενσωμάτωση και μετάφραση

ΑΡΚΕΣΙΛΑΟΣ

Διογένης Λαέρτιος 4.28
Ο Αρκεσίλαος, γιός του Σεύθου (ή Σκύθου, όπως τον αναφέρει ο Απολλόδωρος στο τρίτο βιβλίο των “Χρονικών” του), καταγόταν από την Πιτάνη της Αιολίδας. Είναι ο ιδρυτής της Μέσης Ακαδημίας, και ο πρώτος που τήρησε την αναστολή κάθε απόφανσης, λόγω των αντιπαρατιθέμενων επιχειρημάτων. Είναι ο πρώτος που ανέπτυξε την επιχειρηματολογία των διιστάμενων απόψεων [επί παντός ζητήματος], κι επίσης ο πρώτος που διαφοροποίησε τα δόγματα που παρέδωσε ο Πλάτων, προσδίδοντας σ’ αυτά ένα χαρακτήρα πιο μαχητικό, με τη χρήση ερωταποκρίσεων.

Διογένης Λαέρτιος 4.32 – 3, 4.37
Κάποιοι λένε πως λόγω της ἐποχῆς επί παντός θέματος, [ο Αρκεσίλαος] δεν έγραψε ποτέ κανένα βιβλίο. Άλλοι λένε πως τον είδαν να περνά διορθώσεις σε κάποια γραπτά του τα οποία και φρόντισε να εκδοθούν· άλλοι, πάλι, λένε πως τα έκαψε. Φαινόταν να θαυμάζει τον Πλάτωνα και είχε τα βιβλία του· αλλά, όπως λένε μερικοί, θαύμαζε επίσης και μιμούνταν τον Πύρρωνα· επίσης ασκήθηκε στη διαλεκτική και υιοθέτησε την επιχειρηματολογία της σχολής της Ερέτριας, με αποτέλεσμα να λέει γι’ αυτόν ο Αρίστων: “Από μπρος είναι Πλάτων, από πίσω Πύρρων και στη μέση Διόδωρος”

Ήταν ευρηματικότατος, ετοιμόλογος, έδινε εύστοχες απαντήσεις, δεν άφηνε την συζήτηση να ξεστρατίσει από το θέμα και πάντα έλεγε το κατάλληλο πράγμα στην κατάλληλη ώρα· κι ήταν πιο πειστικός από οποιονδήποτε άλλον, πράγμα που τραβούσε πολλούς μαθητές στη σχολή, παρ’ όλο που ο ίδιος ήταν απότομος και τους επέπληττε. Αλλά το ευχαριστιόντουσαν, γιατί ήταν πάρα πολύ καλός άνθρωπος και τους γέμιζε προσδοκίες. Υπήρξε κοινωνικότατος, έτοιμος πάντα να κάνει το καλό, και από υπερβολική μετριοφροσύνη φρόντιζε να μην γίνεται ντόρος για τις ευεργεσίες του. Όταν κάποτε επισκέφτηκε τον Κτησίβιο που ήταν άρρωστος, και τον είδε στριμωγμένο οικονομικά, έχωσε κρυφά κάτω από το προσκέφαλο του ένα πορτοφόλι. Όταν το βρήκε ο Κτησίβιος, “Παιχνιδάκι του Αρκεσίλαου είναι αυτό”, είπε. Και άλλη μια φορά ο Αρκεσίλαος του ’στειλε χίλιες δραχμές.

Διογένης Λαέρτιος 4.42.11 – 42.14
Τόσο μετριόφρων ήταν, που συμβούλευε τους μαθητές του να παρακολουθούν και τις διδασκαλίες των άλλων. Κι όταν κάποτε ένας νεαρός από τη Χίο φάνηκε να μην είναι ικανοποιημένος από τη διδασκαλία του κι είπε πως προτιμούσε τον Ιερώνυμο, ο Αρκεσίλαος τον πήγε ο ίδιος και τον σύστησε στον φιλόσοφο, αφού τον συμβούλευσε να συμπεριφέρεται καλύτερα.

Διογένης Λαέρτιος 4.44.11 – 44.13
Κατά τα λεγόμενα του Έρμιππου, ο Αρκεσίλαος, έχοντας ήδη κερδίσει την αποδοχή των Αθηναίων όσο κανείς άλλος, πέθανε στα εβδομήντα πέντε του χρόνια, αφού ήπιε πολύ ανέρωτο κρασί και παραφρόνησε.

Διογένης Λαέρτιος 7.171
Σε κάποιον που είπε ότι του Αρκεσίλαου οι πράξεις δεν είναι πρέπουσες, εκείνος [ ο Κλεάνθης ο Στωικός] αποκρίθηκε, “Σταμάτα να τον κατηγορείς. Μπορεί στα λόγια να απορρίπτει το καθήκον, όμως τουλάχιστον με τις πράξεις του το αποδέχεται”. Ο Αρκεσίλαος είπε, “Δεν με κολακεύει αυτό”. Και ο Κλεάνθης: “Μα σε κολακεύω, λέγοντας πως άλλα λες κι άλλα κάνεις”.

ΚΙΚΕΡΩΝ – Academica I.45
Ο Αρκεσίλαος έλεγε πως δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να το γνωρίζουμε, ούτε καν εκείνο που ο Σωκράτης πίστευε ότι κράτησε για τον εαυτό του, δηλαδή το “ἓν οἶδα ὅτι οὐδεν οἶδα”.

Σύμφωνα με τον Αρκεσίλαο τα πάντα είναι βαθιά κρυμμένα και δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να το διακρίνουμε ή να το καταλάβουμε. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει κανείς ούτε να δηλώνει κατηγορηματικά, ούτε να επιβεβαιώνει, ούτε συναινώντας να επιδοκιμάζει ο,τιδήποτε, αλλά πρέπει πάντοτε να συγκρατεί την απερισκεψία του και να την εμποδίζει από κάθε ολίσθημα· και θα ήταν μεγάλη απερισκεψία να επιδοκιμάζει κανείς κάτι εσφαλμένο ή αβέβαιο, καθώς δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από τη συγκατάθεση και την επιδοκιμασία που προηγούνται της γνώσης και της κατανόησης.

Η πρακτική που εφάρμοζε ήταν συνεπής με την θεωρία του· επιχειρηματολογώντας ενάντια σε όλες τις απόψεις, οδηγούσε τους περισσότερους ακροατές του να την αποδεχτούν· αποτέλεσμα: όταν διαπιστωνόταν ότι είναι ισοβαρή τα επιχειρήματα των διιστάμενων απόψεων πάνω στο ίδιο θέμα, το ευκολότερο ήταν η κάθε πλευρά να συγκρατεί την συγκατάθεσή της.