Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

ΑΡΧΑΪΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, ΠΙΝΔΑΡΟΣ - •Πυθιονίκαις VIII - Ἀριστομένει Αἰγινήτῃ παλαιστῇ (8.41-8.60)

ὁπότ᾽ ἀπ᾽ Ἄργεος ἤλυθον [στρ. γ]
δευτέραν ὁδὸν Ἐπίγονοι.
ὧδ᾽ εἶπε μαρναμένων·
«φυᾷ τὸ γενναῖον ἐπιπρέπει
45 ἐκ πατέρων παισὶ λῆμα. θαέομαι σαφές
δράκοντα ποικίλον αἰθᾶς Ἀλκμᾶν᾽ ἐπ᾽ ἀσπίδος
νωμῶντα πρῶτον ἐν Κάδμου πύλαις.

ὁ δὲ καμὼν προτέρᾳ πάθᾳ [αντ. γ]
νῦν ἀρείονος ἐνέχεται
50 ὄρνιχος ἀγγελίᾳ
Ἄδραστος ἥρως· τὸ δὲ οἴκοθεν
ἀντία πράξει. μόνος γὰρ ἐκ Δαναῶν στρατοῦ
θανόντος ὀστέα λέξαις υἱοῦ, τύχᾳ θεῶν
ἀφίξεται λαῷ σὺν ἀβλαβεῖ

55 Ἄβαντος εὐρυχόρους ἀγυιάς.» τοιαῦτα μέν [επωδ. γ]
ἐφθέγξατ᾽ Ἀμφιάρηος. χαίρων δὲ καὶ αὐτός
Ἀλκμᾶνα στεφάνοισι βάλλω, ῥαίνω δὲ καὶ ὕμνῳ,
γείτων ὅτι μοι καὶ κτεάνων φύλαξ ἐμῶν
ὑπάντασεν ἰόντι γᾶς ὀμφαλὸν παρ᾽ ἀοίδιμον,
60 μαντευμάτων τ᾽ ἐφάψατο συγγόνοισι τέχναις.

***
τότε που από το Άργος ήρθαν οι Επίγονοι [στρ. γ]με δεύτερη εκστρατεία.Έτσι είπε αυτός, καθώς εκείνοι πολεμούσαν:45«Η φύση στα παιδιά φανερώνει των γονιών την ανδρεία.Ξεκάθαρα βλέπω το πλουμιστό το φίδιστου Αλκμάνα πάνω τη λαμπρή ασπίδα,που πρώτος την κραδαίνει στις πύλες μπρος του Κάδμου.
Σ᾽ αυτόν, στον ήρωα Άδραστο, που είχε πρωτύτερα ατυχήσει, [αντ. γ]50τώρα η αγγελία τού μηνά καλύτερα σημάδια.Όμως το σπιτικό του δυστυχία θα βρει,γιατί μόνος αυτός από τους Δαναούςτα κόκαλα του σκοτωμένου γιου του θα μαζέψεικαι θά ᾽ρθει πίσω, καθώς τ᾽ ορίσαν οι θεοί,με σώο όλο τον υπόλοιπο στρατό.
55στου Άβαντα τους απλόχωρους δρόμους». [επωδ. γ]Αυτά τα λόγια είπε ο Αμφιάραος.Κι εγώ μετά χαράς στεφάνια ρίχνω στον Αλκμάνακαι τον ραίνω με ύμνο,γιατί είναι γείτονάς μου και των χτημάτων μου φρουρός·στον δρόμο για τον ομφαλό της γης τον φημισμένο μού φανερώθηκε60και μου ᾽δωσε το μάντεμα με την πατροπαράδοτή του τέχνη.

Επικούρειοι και Στωικοί

«Ο Στωϊκισμός υπήρξε η σημαντικότερη κίνηση στην Ελληνιστική Φιλοσοφία, και επίσης εκείνη που άσκησε την μεγαλύτερη επίδραση. Για περισσότερο από 4 αιώνες περιελάμβανε στις τάξεις του μεγάλο αριθμό μορφωμένων ανθρώπων, και η επίδραση του δεν περιορίστηκε στην Κλασική Αρχαιότητα» (Α. Α. Long)

«Ο αληθινός Στωϊκός είναι ένας άνθρωπος που υποτάσσεται στην τύχη με θάρρος και αξιοπρέπεια, επειδή αντιλαμβάνεται ότι είναι καταδικασμένη οποιαδήποτε αντίσταση απέναντί της, πρεσβεύει δηλαδή ο στωϊκός άνθρωπος την επιγραμματική διατύπωση volentem ducunt fata, nolentem trahunt, δηλ. η Μοίρα οδηγεί εκείνους που θέλουν να την ακολουθήσουν και σέρνει εκείνους που το αρνούνται» (A. S. Bogomolov)

«Το χριστιανικό μήνυμα, που επαναλαμβάνεται ατελείωτα στ’ αυτιά μας εδώ και δύο χιλιετίες, είναι ότι η Βασιλεία του Θεού θα έλθει σύντομα. Αντιθέτως, ο Στωϊκισμός εκήρυσσε ότι όλοι ζούμε ήδη μέσα στο Βασίλειο του Θεού, απλώς μόνον ο στωϊκός σοφός μπορεί να το συνειδητοποιήσει» (Allen Thornton)

«Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ»
Τόσο οι Επικούρειοι όσο και οι Στωικοί χώριζαν τη φιλοσοφία σε τρεις κλάδους, στην ηθική, στη φυσική και στη λογική, και αμφότεροι θεωρούσαν ότι η φυσική και η λογική υπάγονταν στην ηθική. Και οι δυο σχολές επέμεναν ότι κύριος σκοπός της φιλοσοφίας ήταν η κατάκτηση της ευτυχίας, και ότι για να είναι ευτυχής ο άνθρωπος πρέπει να ζει απαλλαγμένος υπό το άγχος και τον φόβο. Αλλά επειδή, όσο παραμένει αδαής σε σχέση με τις αιτίες των φυσικών φαινομένων, θα συνεχίσει να βασανίζεται από παράλογους φόβους, έπεται ότι πρέπει να μελετήσει τη φυσική καθώς και την ηθική φιλοσοφία. Παρ’ όλο που Επικούρειοι και Στωικοί διαφωνούσαν τόσο στο ζήτημα του υπέρτατου αγαθού όσο και σε πολλά θεμελιώδη προβλήματα της φυσικής, αμφότεροι υποστήριζαν ότι το βασικό κίνητρο για τη διερεύνηση των προβλημάτων αυτών ήταν η κατάκτηση της αταραξίας.

Ο Επίκουρος, που γεννήθηκε στη Σάμο από Αθηναίους γονείς γύρω στο 341 π.κ.ε. και ίδρυσε τη σχολή του, τον Κήπο, στην Αθήνα στα τέλη του ίδιου αιώνα, δηλώνει κατηγορηματικά στο σύγγραμμά ίου Κύριαιδόξαι (11) ότι «αν δεν μας βασάνιζαν υποψίες για τα ουράνια φαινόμενα και σε σχέση με τον θάνατο, μήπως τελικά σημαίνουν κάτι για μας, και ακόμη η αδυναμία μας να διακρίνουμε τα όρια του πόνου και των επιθυμιών, δεν θα μας χρειαζόταν η μελέτη της φύσης». Και στην Επιστολή προς Πυθοκλήν (85) υποστηρίζει «να θυμάσαι ότι η μελέτη των ουράνιων φαινομένων δεν έχει άλλο σκοπό… από την αταραξία και τη βέβαιη πίστη».

Καταφέρεται επανειλημμένα κατά της δεισιδαιμονίας και της μυθολογίας. «Ηλιοστάσια, εκλείψεις, ανατολές και δύσεις» κ.ο.κ. συμβαίνουν «χωρίς την αρωγή ή τη διαταγή» των θεών, και η τακτικότητα των φαινομένων στον ουρανό οφείλεται στη διευθέτηση των ατόμων και όχι στον θεό (Επιστολή προς Ηρόδοτον, 76 κ. εξ.). Αλλά παρ’ όλο που η φυσική επιστήμη χρησιμοποιείται για την κατάρριψη ψευδών θρησκευτικών πεποιθήσεων, η συνέχιση της μελέτης της φυσικής θεωρείται περιττή εφόσον έχει φτάσει κανείς οε κάποιες εξηγήσεις για φαινόμενα τα οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οφείλονται σε υπερφυσικές δυνάμεις ή που θα μπορούσαν, με άλλο τρόπο, να γεννήσουν παράλογους φόβους.

Πάντως, ο ίδιος ο Επίκουρος προχώρησε τις έρευνες του σε ορισμένα προβλήματα της φυσικής πολύ περισσότερο απ’ όσο θα υπέθετε κανείς, με δεδομένα τα κίνητρά του. Οι κύριες πηγές μας για τη φυσική του είναι οι Επιστολές προς Ηρόδοτον και προς Πυθοκλήν, ενώ το λατινικό ποίημα Περί της φύσεως των πραγμάτων (De rerum natura), έργο του ένθερμου οπαδού του Λουκρητίου (1ος αιώνας π.κ.ε.), είναι επίσης πολύτιμο. Αν και ο ίδιος αρνούνταν οποιαδήποτε οφειλή σε προγενέστερους στοχαστές, οι βασικές φυσικές θεωρίες του προέρχονται από τους ατομικούς του 5ου αιώνα π.κ.ε. τον Λεύκιππο και τον Δημόκριτο.

Όπως και εκείνοι, υποστήριζε ότι μόνον τα άτομα και το κενό υφίστανται. Υπάρχει άπειρος αριθμός ατόμων τα οποία βρίσκονται σε διαρκή κίνηση μέσα σε ένα άπειρο κενό. Συγκρούονται μεταξύ τους και αναπηδούν το ένα πάνω στο άλλο, σχηματίζοντας, έτσι, σύνθετα σώματα· οι δε αισθητές ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τα σώματα αυτά δεν είναι πραγματικές αλλά φαινομενικές. Όλες αυτές οι ιδιότητες όπως η θερμότητα, το χρώμα, η γεύση κ.ο.κ. οφείλονται, και μπορούν να αναχθούν, σε διαφορές στις πρωταρχικές ιδιότητες των ατόμων, όπως το σχήμα και η θέση.

Ως εδώ, ο Επίκουρος απλώς συμβαδίζει με τον Δημόκριτο. Αλλά σε ορισμένα σημεία της θεωρίας του παρέκκλινε από τη δημοκρίτεια διδασκαλία – στις περισσότερες περιπτώσεις, όπως φαίνεται, εν είδει απάντησης στις επικρίσεις που είχε διατυπώσει ο Αριστοτέλης κατά του ατομισμού στην αρχική μορφή του. Ένα από τα ζητήματα που οι προγενέστεροι ατομικοί είχαν αφήσει αναπάντητο αφορά τη φύση των ίδιων των ατόμων.

Ενώ είναι βέβαιο ότι πίστευαν πως τα άτομα είναι φυσικώς αδιαίρετα (πως δηλαδή δεν μπορούν να κατατμηθούν), παραμένει ασαφές αν πίστευαν ότι είναι μαθηματικώς διαιρετά (δηλαδή, διαιρετά τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο).[1] Έτσι, ο Αριστοτέλης καταφέρθηκε εναντίον των ατομικών με ένα σκεπτικό που ότι πίστευε πως δεν μπόρεσαν να διακρίνουν μεταξύ της φυσικής και της μαθηματικής αδιαιρετότητας. Η απάντηση του Επικούρου ήταν να θεωρήσει δύο είδη «ελάχιστων» και να καταστήσει σαφή τη διάκρισή ανάμεσά τους. Τα άτομα είναι τα φυσικά «ελάχιστα», οι αδιαίρετες μονάδες από τις οποίες απαρτίζονται τα φυσικά αντικείμενα, αλλά το ίδιο το άτομο έχει μέγεθος και περιλαμβάνει, και αποτελείται από, μαθηματικώς αδιαίρετα μέρη.

Τώρα, όσον αφορά το σχήμα των ατόμων, οι προγενέστεροι ατομικοί μπορεί να θεωρούσαν ότι, όπως ακριβώς τα άτομα ήταν άπειρα σε αριθμό, έτσι άπειρα σε ποικιλία ήταν και τα σχήματά τους. Αλλά τότε θα μπορούσε να διατυπωθεί η ένσταση ότι, αν υπήρχε άπειρη ποικιλία σχημάτων, τότε κάποια από τα άτομα θα ήταν εξαιρετικά μεγάλα, σίγουρα αρκετά μεγάλα ώστε να είναι ορατά. Αυτό δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να γίνει δεκτό, και η απάντηση του Επικούρου ήταν να υποστηρίξει ότι τα σχήματα -και τα μεγέθη- των ατόμων δεν είναι άπειρα, αλλά απροσδιορίστου αριθμού.

Αλλά η σημαντικότερη αναθεώρηση που εισήγαγε ο Επίκουρος αφορά το ΒΑΡΟΣ
Ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος υποστήριζαν ότι οι πρωταρχικές ιδιότητες των ατόμων είναι μόνον το σχήμα, η διάταξη και η θέση. Στις ιδιότητες αυτές ο Επίκουρος προσέθεσε το βάρος – κατά τους προγενέστερους ατομικούς, μια δευτερεύουσα ιδιότητα η οποία αποκτάται όταν τα άτομα έχουν συναθροιστεί για να δημιουργήσουν έναν κόσμο. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Επίκουρος ερμήνευε πολύ διαφορετικά από εκείνους τη διεργασία μέσω της οποίας δημιουργούνται οι κόσμοι.

Ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος υποστήριζαν ότι τα άτομα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση προς όλες τις κατευθύνσεις και ότι οι τυχαίες συγκρούσεις τους προκαλούν συσφαιρώσεις που με τη σειρά τους προσελκύουν και άλλα άτομα. Αντιθέτως, ο Επίκουρος θεωρούσε ότι πριν από τον σχηματισμό ενός κόσμου όλα τα άτομα κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση μέσα στον χώρο, συγκεκριμένα «προς τα κάτω». Επίσης, ενώ ο Αριστοτέλης, π.χ., είχε υποστηρίξει ότι όσο βαρύτερο είναι ένα σώμα τόσο γρηγορότερα πέφτει, ο Επίκουρος διατεινόταν ότι στο κενό η ταχύτητα δεν εξαρτάται από το βάρος και ότι τόσο τα βαριά όσο και τα ελαφρά άτομα πέφτουν «γρήγορα σαν τη σκέψη».

Αλλά τότε, κανένα άτομο δεν θα συναντούσε ούτε θα συγκρούονταν με άλλα άτομα – και κανένας κόσμος δεν θα δημιουργούνταν έτσι, ο Επίκουρος διατύπωσε την περίφημη, ή μάλλον διαβόητη, θεωρία της παρεγκλίσεως. Ενίοτε, ένα άτομο αποκλίνει ελάχιστα από την κάθετη πτώση. Η απόκλιση αυτή δεν αιτιολογείται – είναι απλώς ένα αποτέλεσμα χωρίς αιτία. Πάντως, οι εν λόγω αποκλίσεις πρέπει, να συμβαίνουν τόσο στην αρχή της δημιουργίας ενός κόσμου αλλά και μέσα στους κόσμους μετά τη διαμόρφωσή τους. Παρ’ όλο που οι πηγές μας είναι ελλιπείς και σε ορισμένα σημεία ασαφείς, φαίνεται ότι ο Επίκουρος εφάρμοσε τη θεωρία της απόκλισης στην περιγραφή της ψυχής, προσπαθώντας να διαφυλάξει την ηθική φιλοσοφία του από τον ντετερμινισμό.

Ήδη από την αρχαιότητα το δόγμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο χλεύης. Εντούτοις η ηθική θεωρία δεν είναι τόσο ανόητη όσο έχει πολλές φορές υποστηριχθεί. Όντας υλιστής, ο Επίκουρος ερμήνευε τα νοητικά φαινόμενα ως φυσικές αλληλεπιδράσεις των «ατόμων της ψυχής» και το πρόβλημά του ήταν να σηματοδοτήσει την έννοια της ηθικής ευθύνης σε ένα τέτοιο σύστημα. Πολλοί μελετητές διατύπωσαν την άποψη ότι η λύση που έδωσε ήταν η εισαγωγή μιας παρεγκλίσεως στα άτομα της ψυχής για κάθε «ελεύθερη» ενέργεια.

Ωστόσο, δεν διαθέτουμε άμεση μαρτυρία ότι αυτή ήταν η πεποίθη­σή του, και είναι αλήθεια ότι φαντάζει παράδοξο να εξηγεί κανείς την επιλογή μέσω της επέμβασης ενός μη αιτιολογημένου γεγονότος κατά τη στιγμή της απόφασης. Το πιθανότερο είναι (όπως έχει υποστηριχθεί πρόσφατα[2]) ότι η επικούρεια θεωρία περί ευθύνης, όπως άλλωστε και η αντίστοιχη του Αριστοτέλη, εξαρτάται περισσότερο από την έννοια του χαρακτήρα και ότι η λειτουργία της παρεγκλίσεως είναι απλώς η δημιουργία μιας ασυνέχειας, κάποια στιγμή, στις κινήσεις των ατόμων της ψυχής ώστε να υπάρξει περιθώριο για τη δυνατότητα ελεύθερης επιλογής. Η παρέγκλισις δεν χρειάζεται, και στην πραγματικότητα δεν πρέπει, να συμπίπτει χρονικά με τη στιγμή της επιλογής: το μόνο που απαιτείται είναι να επέλθει κάποια στιγμή ώστε να προκύψει μια εξαίρεση στον κανόνα ότι οι αλληλεπιδράσεις τους είναι απολύτως προκαθορισμένες.

Η ερμηνεία του κοσμολογικού σκέλους της θεωρίας της παρεγκλίσεως είναι λιγότερο αμφιλεγόμενη. Εφόσον θεωρούνταν ότι όλα τα άτομα κινούνται με την ίδια ταχύτητα προς την ίδια κατεύθυνση, τότε θα έπρεπε να υπάρχουν εξαιρέσεις στον κανόνα αυτό προκειμένου να εξηγηθεί η κοσμογονική διαδικασία. Γνωρίζουμε ότι ο κόσμος μας, τουλάχιστον, υπάρχει: συνεπώς, πρέπει, με κάποιον τρόπο να είχαν επέλθει συγκρούσεις ατόμων. Εξάλλου, η πρότασή του ότι ένα μεμονωμένο άτομο αποκλίνει κάθε τόσο από τον κανόνα μπορεί να είναι λιγότερο ανατρεπτική για εμάς σήμερα απ’ όσο για ορισμένους αρχαίους μελετητές.

Η επικρατούσα, αν και όχι μοναδική, αρχαία αντίληψη περί φυσικού νόμου ήταν ότι επρόκειτο για μια αναγκαιότητα που ίσχυε σε όλες ανεξαιρέτως τις εκδηλώσεις ενός δοσμένου φαινομένου – σε αντίθεση με τη σύγχρονη αντίληψη του φυσικού νόμου ως δήλωσης μιας στατιστικής πιθανότητας. Εξάλλου, σύμφωνα με την αρχή της απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ, η συμπεριφορά ενός μεμονωμένου πυρηνικού σωματιδίου δεν μπορεί να περιγράφει πλήρως – δηλαδή, δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε ταυτόχρονα τόσο τη θέση όσο και την ορμή του.

Ωστόσο, αυτή η επιφανειακή ομοιότητα δεν πρέπει να επισκιάζει τις θεμελιώδεις διαφορές κινήτρων και πλαισίου ανάμεσα στην επικούρεια θεωρία από τη μια και την πυρηνική φυσική από την άλλη. Όταν ο Επίκουρος εισήγαγε τις εξαιρέσεις στον κανόνα που, κατά τα άλλα, πίστευε ότι ισχύει, αντιλαμβανόταν αυτόν τον κανόνα, σύμφωνα και με την επικρατούσα στην αρχαιότητα άποψη, ως αδήριτη αναγκαιότητα – είναι αυτή ακριβώς η αντίληψη που η σύγχρονη έννοια του φυσικού νόμου έχει εκτοπίσει. Η θεωρία της παρεγκλίσεως δεν ήταν τόσο το αποτέλεσμα έρευνας (λογικής ή εμπειρικής) της φύσης των διαθέσιμων δεδομένων σχετικά με τα άτομα, όσο η απέλπιδα προσπάθειά του να αποσυνδέσει με μια κίνηση την κοσμολογία και την ηθική φιλοσοφία του από τις συνέπειες της φυσικής θεωρίας του.

Ο Επίκουρος διατείνεται ότι δεν μπορεί να δοθεί παρά μία και μοναδική ερμηνεία για θεμελιώδεις αρχές όπως το ότι δεν υπάρχει τίποτε εκτός από τα άτομα και το κενό. Αλλά όσον αφορά την αιτιολόγηση επιμέρους φυσικών φαινομένων, ακολουθεί διαφορετική μέθοδο εξήγησης. Εδώ επιμένει ότι κάθε φαινόμενο μπορεί να έχει, και συνήθως έχει πράγματι, περισσότερες από μία αιτίες. Εάν φαίνεται να υπάρχουν περισσότερες από μία πιθανές εξηγήσεις, πρέπει να γίνονται όλες δεκτές.

Στην Επιστολή προς Πυθοκλήν (86 στ) υποστηρίζει ότι τα ουράνια φαινόμενα «έχουν πολλαπλές αιτίες»: «αν δεχθούμε μία εξ αυτών και απορρίψουμε κάποια άλλη που είναι εξίσου σύμφωνη με το φαινόμενο, είναι φανερό ότι εγκαταλείπουμε τελείως τη μελέτη της φύσης και διολισθαίνουμε απερίσκεπτα προς τον μύθο».

Στην πράξη εφαρμόζει την παραπάνω αρχή όχι μόνο σε ζητήματα όπως η φύση του κεραυνού και της αστραπής, των κομητών, του χαλαζιού ή των ανεμοστροβίλων -στα οποία το επίπεδο των γνώσεων εκείνης της εποχή ήταν πρωτόγονο- αλλά και οε αστρονομικά προβλήματα τα οποία είχαν ήδη ερευνηθεί εκτενώς και με επιτυχία. Παραθέτω, π.χ., τις παρατηρήσεις του για τις φάσεις της Σελήνης από την Επιστολή προς Πυθοκλήν (94):
«Η λίγωση της σελήνης και ξανά το γέμισμά της μπορεί να προκαλείται από την περιστροφή της ή, επίσης, από τους σχηματισμούς του αέρα ή, πάλι, από την παρεμβολή άλλων σωμάτων, ή με κάποιον άλλο από τους τρόπους με τους οποίους τα επίγεια φαινόμενα μας κατευθύνουν να εξηγήσουμε ένα τέτοιο γεγονός, υπό την προϋπόθεση ότι δεν εγκλωβίζεται κανείς στη μέθοδο της μίας και μοναδικής εξήγησης ώστε να απορρίπτει αδικαιολόγητα τις άλλες χωρίς πρώτα να έχει εξετάσει τι μπορεί -και τι δεν μπορεί- να ερευνήσει ο άνθρωπος.»
Σε αυτό, και σε πολλά παρόμοια χωρία, γίνεται φανερή η απουσία επιστημονικού πνεύματος, ουσιαστικά η αντιεπιστημονικότητα, του Επικουρισμού. Ο Επίκουρος πιστεύει ότι η έρευνα είναι μάταιη αν δεν συμβάλλει στην αταραξία. Απορρίπτει την βαθύτερη έρευνα με στόχο να διαπιστωθεί ποια από τις αντικρουόμενες εξηγήσεις ενός φαινομένου είναι η ορθή, και καταφέρεται εναντίον όσων επιδίδονταν σε τέτοιες έρευνες, κατηγορώντας τους αφ’ ενός για δογματικότητα σε θέματα στα οποία ισχύει η αρχή των πολλαπλών αιτίων και αφ’ ετέρου για ροπή προς τη δεισιδαιμονία και τον μύθο. Όμως, αυτοί ακριβώς οι αστρονόμοι που ο Επίκουρος απέρριπτε είχαν, πολύ νωρίτερα, βρει τη σωστή εξήγηση για τις φάσεις της Σελήνης.

Ο Επικουρισμός είναι ένα παράξενο αμάλγαμα που συνδυάζει τη σοβαρή έρευνα σε ορισμένα από τα θεμελιώδη προβλήματα της φυσικής με μια κατά βάση αρνητική στάση απέναντι στην έρευνα των επιμέρους φυσικών φαινομένων. Με την εισαγωγή ορισμένων τροποποιήσεων στην ατομική θεωρία ως απάντηση στους επικριτές της, ο Επίκουρος συνεισέφερε στον διάλογο σχετικά με τα θεμελιώδη συστατικά της ύλης.

Αλλά σε ειδικότερα ζητήματα τομέων όπως η αστρονομία, μόλις η διερεύνηση έφτανε σε κάποια αληθοφανή εξήγηση ή εξηγήσεις και απομακρυνόταν ο πειρασμός να καταφύγει κανείς στον μύθο, η έρευνα σταματούσε. Ο Επικουρισμός αποτελεί διαφωτιστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι βαθύτερες φιλοσοφικές παραδοχές επηρέαζαν τη φύση της επιστημονικής έρευνας, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση η επίδραση αυτών των παραδοχών ήταν διττή και αντικρουόμενη, καθώς περισσότερο αντιτάσσονταν στην εμπειρική έρευνα παρά ενθάρρυναν την αφηρημένη διερεύνηση των θεμελιωδών φυσικών προβλημάτων.

Φιλοσοφικό Σύστημα του Στωικισμού
Το αντίπαλο και μακροπρόθεσμα ευρύτερης επιρροής, φιλοσοφικό σύστημα του Στωικισμού θεμελιώθηκε και αναπτύχθηκε από τρεις στοχαστές, τον Ζήνωνα τον Κυτιέα, τον Κλεάνθη τον Άσσιο και τον Χρύσιππο τον Σολέα. Οι δύο πρώτοι ήταν ελάχιστα νεώτεροι του Επικούρου και ο τρίτος κάπου 50 χρόνια μεταγενέστερός τους, αλλά και οι τρεις έδρασαν κυρίως στην Αθήνα. Ενώ οι θεωρίες των Επικούρειων παρέμειναν αξιοσημείωτα σταθερές καθ’ όλη τη διάρκεια του μακρού βίου της σχολής -όπως διαπιστώνουμε και από τον Λουκρήτιο· ο Στωικισμός πέρασε από πολλές φάσεις, όχι μόνο στην πρώιμη περίοδό του, αλλά και, κυρίως, κατά τις περιόδους της λεγόμενης Μέσης και Ύστερης ή Νέας Στοάς, υπό τη διεύθυνση στοχαστών όπως ο Παναίτιος ο Ρόδιος (γενν. περί το 185 π.κ.ε.), ο Ποσειδώνιος ο Απαμεύς (περ. 130-50 π.κ.ε.) και ο Σενέκας (1ος αιώνας μ.κ.ε.).

Ωστόσο, αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι τα πιστεύω των ιδρυτών της σχολής. Οι κύριες φυσικές θεωρίες ήταν κατά κύριο λόγο έργο του Ζήνωνα, ενώ ο Χρύσιππος ήταν υπεύθυνος για πολλές από τις επιμέρους θεωρίες και τα επιχειρήματα που συνέβαλαν στην εδραίωση του συστήματος έναντι της κριτικής που διατύπωναν οι αντίπαλοί του.

Ο απώτερος σκοπός της μελέτης των φυσικών φαινομένων ήταν, όπως είπαμε, κοινός για τους Στωικούς και τους Επικουρείους: η επίτευξη της αταραξίας. Ωστόσο, κατά τα άλλα, οι δύο σχολές είχαν θεμελιώδεις διαφωνίες σχεδόν σε όλα τα σημαντικά ζητήματα της φυσικής. Ενώ ο Επίκουρος υποστήριζε ότι τα άτομα και το κενό είναι υπαρκτά, οι Στωικοί αρνούνταν ότι υπάρχει κενό μέσα στον κόσμο, αν και δέχονταν την ύπαρξη άπειρου κε­νού εκτός του κόσμου. Απέρριπταν το επιχείρημα ότι το κενό είναι αναγκαίο για την ερμηνεία της κίνησης.

Ο κόσμος είναι ένα πλήρες, αλλά αυτό δεν εμποδίζει την ύπαρξη κίνησης. Όπως τα ψάρια κινούνται μέσα στο νερό, έτσι και κάθε αντικείμενο μπορεί να κινηθεί μέσα στο πλήρες, το οποίο γίνεται αντιληπτό ως ένα ελαστικό μέσο. Στην άποψη ότι η ύλη υπάρχει ως άθροισμα αδιαίρετων μονάδων, οι Στωικοί αντέταξαν ότι ο κόσμος είναι ένα συνεχές η ουσία του οποίου είναι απείρως διαιρετή. Επίσης, ενώ ο Επίκουρος πίστευε ότι ο χώρος και ο χρόνος συγκροτούνται από ελάχιστα μέρη, οι Στωικοί τους αντιλαμβάνονταν ως συνεχή.

Σε αντίθεση με την κατ’ ουσίαν ποσοτική θεωρία των ατομικών, στην οποία οι ποιοτικές διαφορές ανάγονται σε διαφορές ως προς το σχήμα, τη διάταξη και τη θέση των ατόμων, η φυσική των Στωικών ήταν κατά βάσιν ποιοτική. Αφετηρία της κοσμολογίας τους είναι η διάκριση ανάμεσα στις δυο θεμελιώδεις αρχές, την ενεργητική (ποιοῦν) και την παθητική (πάσχον). Το πάσχον είναι η χωρίς ποιοτικές διαφοροποιήσεις ουσία της ύλης (ἀποιος οὐσία τῆς ὕλης). Το ποιούν ορίζεται με διάφορους τρόπους ως αιτία, θεός, λογική, πνεύμα (ζα)ογόνος πνοή), ψυχή και ειμαρμένη.

Και οι δύο αρχές έχουν υλική (σωματική) υπόσταση και για να περιγράφουν τη σχέση τους οι Στωικοί χρησιμοποιούσαν τον όρο κρᾶσις δι’ ὅλων, «γενική μίξη», εισάγοντας μια πρωτότυπη θεωρία η οποία ορίζει διάφορες μορφές σύνθεσης. Ως κρᾶσις ορίζεται η εξ ολοκλήρου αλληλοδιείσδυση δύο ή περισσότερων ουσιών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ανάμιξη δύο υγρών όπως ο οίνος και το νε­ρό. Διακρίνεται τόσο από την παράθεσιν – το απλό ανακάτεμα μερών, π.χ. δύο ειδών σπόρων- όσο και από τη σύγχυσιν – στην οποία, όπως σε αυτό που θα ονομάζαμε χημική ένωση, οι συμμετέχουσες ουσίες καταστρέφονται για να δημιουργήσουν μια νέα ουσία. Συνεπώς, η ενεργός αρχή θεωρείται ότι είναι σύμφυτη με ολόκληρο τον κόσμο και ότι διαποτίζει όλα τα μέρη του.

Οι δύο θεμελιώδεις αρχές είναι αγέννητες και άφθαρτες
Αλλά τα φυσικά στοιχεία των υλικών σωμάτων, όπως και το ίδιο το σύμπαν, δημιουργούνται (διακοσμεῖσθαι) και καταστρέφονται (ἐμπυροῦσθαι). Στα χνάρια του Εμπεδο­κλή, του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη, οι Στωικοί υποστήριζαν ότι όλες οι άλλες φυσικές ουσίες αποτελούνται από τέσσερα στοιχεία: η φωτιά και ο αέρας, που συνδέονται αντίστοιχα με το θερμό και το ψυχρό, είναι τα πιο ενεργητικά στοιχεία, ενώ το νερό και η γη, που συνδέονται αντίστοιχα με το υγρό και το ξηρό, τα πιο παθητικά.

Η διαδικασία της κοσμογονίας αρχίζει όταν η φωτιά μεταβάλλεται πρώτα σε αέρα, μετά σε νερό και, τέλος, σε γη. Αντιστρόφως, ο κόσμος κατά διαστήματα καταστρέφεται όταν η διαδικασία αντιστραφεί και τα άλλα στοιχεία γίνουν και πάλι φωτιά. Έτσι ο κόσμος αρχίζει και τελειώνει ως πϋρ σε μια διαδικασία που επαναλαμβάνεται αενάως.

Ως εδώ, η θεωρία των στοιχείων και η κοσμογονία των Στωικών απηχούν παραδοσιακές πεποιθήσεις, αλλά στη θεωρία περί πνεύματος, επέδειξαν μεγαλύτερη πρωτοτυπία, παρ’ όλο που και στην περίπτωση αυτή δανείζονται στοιχεία από την προγενέστερη φιλοσοφία. Κρίνοντας από τις αντικρουόμενες μαρτυρίες, η ερμηνεία της συγκεκριμένης θεωρίας παρουσίαζε δυσκολίες ακόμη και για τους αρχαίους.

Αλλά παρά την ύπαρξη ενός χωρίου που αφήνει να εννοηθεί ότι το πνεύμα είναι ένα πέμπτο στοιχείο ισότιμο με τα άλλα τέσσερα (όπως ο αιθήρ του Αριστοτέλη[3]), είναι μάλλον ξεκάθαρο ότι πρέπει να ταυτιστεί με, ή να θεωρηθεί ως, μια μορφή της ενεργού αρχής: και επειδή είναι πανταχού παρόν, το πνεύμα πρέπει, συνεπώς, να ενυπάρχει σε όλα τα πράγματα, όπως πράγματι μαρτυρούν πολλές πηγές. Το πνεύμα πιστευόταν ότι αποτελείται από αέρα και φωτιά στον βαθμό που τα δύο αυτά στοιχεία είναι τα πιο ενεργητικά. Σύμφωνα με τον Γαληνό (Κ VII 525 11 κ. εξ.), «το πνεύμα δημιουργεί συνεκτικότητα, η ύλη γίνεται συνεκτική, και έτσι λένε ότι ο αέρας και η φωτιά προσδίδουν συνεκτικότητα ενώ η γη και το νερό αποκτούν συνεκτικότητα».

Η θεωρία του πνεύματος μας οδηγεί στη θεωρία των διαφορετικών επιπέδων ενοποιημένης δομής. Σε αντίθεση με τα σύνολα που αποτελούνται από διακριτά στοιχεία, όπως ένας στρατός, ή τις οντότητες λόγω γειτνίασης, οι οποίες αποτελούνται από διασυνδεόμενα στοιχεία, όπως ένα πλοίο, και στις οποίες ένα στοιχείο μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει ακόμη και αν όλα τα υπόλοιπα καταστραφούν, μια ενοποιημένη δομή χαρακτηρίζεται από συμπάθεια μεταξύ των μερών, με αποτέλεσμα όταν επηρεάζεται ένα μέρος να επηρεάζεται και το σύνολο.

Αλλά οι ενοποιημένες δομές είναι διαφόρων ειδών. Το απλούστερο είδος, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την πέτρα, το ξύλο και το μέταλλο, χαρακτηρίζεται από τη λεγάμενη ἕξιν, την κατάσταση συνεκτικότητας μεταξύ των μερών. Σε ένα δεύτερο, πιο σύνθετο επίπεδο οργάνωσης, βρίσκουμε την φύσιν, το είδος ενοποιημένης δομής που χαρακτηρίζει, π.χ., τα φυτά. Τρίτον, τα ζώα δεν διαθέτουν μόνο φύσιν, δεδομένου ότι αναπτύσσονται και αναπαράγονται, αλλά και ψυχήν, εφόσον είναι σε θέση να κινούνται και να αισθάνονται.

Επομένως, οι ενοποιημένες οντότητες διακρίνονται με βάση το είδος της δομής τους, αλλά σε κάθε περίπτωση αυτό που τις συνέχει είναι το πνεύμα, που γίνεται αντιληπτό όχι ως μια στατική, εξωτερική, περιοριστική δύναμη αλλά ως δυναμική, εσωτερική ένταση.

Η θεωρία αυτή ισχύει για το σύμπαν ως σύνολο, καθώς και αυτό είναι μια «ενοποιημένη» δομή όπως την ορίσαμε παραπάνω. Αναφέρεται, π.χ., ότι ο Χρύσιππος πίστευε πως όλη η ουσία του σύμπαντος ενοποιείται από ένα πνεύμα που τη διαποτίζει συνολικά. Το σύνολο είναι ένα δυναμικό συνεχές στο οποίο, όπως σε έναν ζωντανό οργανισμό, όλα τα μέρη βρίσκονται σε μια κατάσταση έντασης και μεταδίδουν το ένα στο άλλο ό,τι τα επηρεάζει.

Ο παραλληλισμός ανάμεσα στον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο συγκαταλέγεται στα αγαπημένα θέματα των Στωικών, κατ’ ουσίαν μάλιστα, δεν αποτελεί απλό παραλληλισμό. Το σύμπαν δεν μοιάζει απλώς με ζωντανό οργανισμό, είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Σαν τον άνθρωπο, διαπνέεται από πνεύμα (ζωτική δύναμη), ψυχήν και νοῦν. Η ενεργός αρχή δεν είναι απλώς ένα στοιχείο συνεκτικότητας αλλά και μια γενεσιουργός δύναμη. Σε περιγρα­φές της κοσμογονικής διεργασίας ο θεός περιγράφεται ως ο «σπερματικός λόγος» του σύμπαντος και αυτή η γενεσιουργός δράση γίνεται αντιληπτή σαν το σπέρμα των ζώων.

Εξάλλου, η λογική που ενυπάρχει στο σύμπαν δεν είναι απλώς μια νοήμων αιτία, αλλά και μια δύναμη πρόνοιας. Αλλά η θεία πρόνοια δεν υπονοεί κάποια ρήξη στην αλληλουχία των φυσικών αιτίων και αποτελεσμάτων. Απεναντίας, μάλλον δίνει όνομα στην αλληλουχία αυτή: η διαδοχή αιτίας και αποτελέσματος συνιστά αφ’ ενός μοίρα και αφ’ ετέρου θεία βούληση. Η τύχη αποκλείεται ή μάλλον ερμηνεύεται τελείως υποκειμενικά ως το στοιχείο που παραμένει άδηλο για την ανθρώπινη νόηση.

Παρ’ όλο που στην ηθική σφαίρα οι Στωικοί δεν αρνούνταν την ηθική ευθύνη -υποστηρίζοντας, με τη βοήθεια μιας διάκρισης ανάμεσα στα διάφορα είδη αιτίων, ότι μέρος των πράξεών μας τελεί «υπό τον έλεγχό μας», με την έννοια ότι εξαρτάται από τον χαρακτήρα μας– παρέμειναν συνεπείς φυσικοί ντετερμινιστές. Και εδώ, η αντίθεση με τον Επίκουρο είναι εντυπωσιακή. Ενώ εκείνος αρνούνταν ότι ο κόσμος είναι ζωντανός οργανισμός, ότι αποτελεί προϊόν σχεδιασμού και ότι υπάρχει μια αναπόδραστη αλληλουχία αιτίου και αποτελέσματος, οι Στωικοί υιοθετούσαν και τις τρεις πεποιθήσεις. Επίσης διατείνονταν όχι μόνον ότι το μέλλον είναι προκαθορισμένο, αλλά και ότι μπορεί, κατ’ αρχήν, να προβλεφθεί, το οποίο και επεδίωξαν με διάφορες μαντικές μεθόδους.

Δεν είναι δυνατό να αναφερθούμε εδώ ούτε σε λεπτομερείς θεωρίες ούτε σε αμφιλεγόμενες επιμέρους ερμηνείες, ωστόσο δώσαμε, ίσως, ένα επαρκές περίγραμμα των βασικών αρχών της φυσικής των πρώιμων Στανικών. Πρόκειται για την πρώτη πλήρως επεξεργασμένη θεωρία της ύλης ως συνεχούς στην αρχαιότητα. Άλλοι φιλόσοφοι είχαν αρνηθεί την ύπαρξη του κενού και είχαν επιχειρήσει να δώσουν μια ανάλυση των διαφόρων τρόπων μίξης.
Αλλά οι Στωικοί ήταν οι πρώτοι που επεξεργάστηκαν ένα λεπτομερές φυσικό σύστημα με βάση την έννοια ενός συνεχούς στο οποίο όλα τα μέρη επικοινωνούν μεταξύ τους. Η έννοια του πνεύματος, η θεωρία της συνολικής μίξης ή αλληλοδιείσδυσης, της λεγάμενης κράσεως, η αρχή της συμπάθειας, η σύλληψη του χώρου και του χρόνου ως δύο συνεχών, αποτελούν όλα μέρος ενός προσεκτικά επεξεργασμένου και αξιοσημείωτα συνεκτικού συνόλου. Η αντίληψη περί αλληλουχίας αιτίου και αποτελέσματος ήταν παρεπόμενο αυτής της θεωρίας. Η πεποίθησή τους ότι το μέλλον είναι προβλέψιμο είναι, με τη σειρά της, συμβατή με, και ουσιαστικά απορρέει από, τον ντετερμινισμό τους.
Το να χαρακτηρίσουμε τις προσπάθειές τους στη μαντική ως «αντιεπιστημονικές» είναι εκτός θέματος. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι, κατά την αντίληψή τους, η προσπάθεια του φυσικού να διατυπώσει με επαγωγικό τρόπο γενικούς νόμους δεν διέφερε σε τίποτε από την προσπάθεια του μάντη να προβλέψει το μέλλον χρησιμοποιώντας τις παρατηρήσεις και την «τέχνη» του. Η συγκριτική επιτυχία των προβλέψεών τους μπορεί να ποικίλλει, όχι όμως και ο ορθολογισμός των διαδικασιών τους. Στα μάτια των Στωικών, η ορθολογική βάση για την άσκηση της μαντικής, όπως και της ίδιας της επιστήμης, είναι η φιλοσοφική πίστη στην αδιάρρηκτη αλληλουχία αιτίου και αποτελέσματος.

Οι φυσικές θεωρίες του Επικούρου και των πρώιμων Στωικών ήταν αφηρημένα συστήματα, προϊόντα στοχασμού πάνω στο πρόβλημα των θεμελιωδών συστατικών της ύλης. Αν και αμφότερες οι σχολές πρότειναν αιτιώδεις εξηγήσεις πολλών αστρονομικών, μετεωρολογικών και βιολογικών φαινομένων, καμία από τις δύο δεν επιδόθηκε ιδιαίτερα στην εμπειρική έρευνα. Ωστόσο, η αντιπαράθεσή τους ανέδειξε δύο διαμετρικά αντίθετες, αλλά συμπληρωματικές, αντιλήψεις περί ύλης – τον ατομισμό και τη θεωρία του συνεχούς.

Η ύλη υπάρχει είτε με τη μορφή διακριτών σωματιδίων, που διαχωρίζονται από το κενό, είτε ως ένα συνεχές που αποτελείται από αλληλοεπικοινωνούντα μέρη. Στην κάθε αντίληψη αντιστοιχεί μια διαφορετική θεωρία της κίνησης – η μια σωματιδιακή και η άλλη κυματική: η κίνηση είτε ερμηνεύεται ως μεταφορά υλικών σωματιδίων μέσω του κενού είτε είναι η διάδοση μιας διαταραχής σε ελαστικό μέσο. Παρά τις θεμελιώδεις διαφορές ανάμεσα στις διάφορες θεωρίες που φέρουν το ίδιο όνομα, μπορεί κανείς να θεωρήσει τον αρχαίο ελληνικό ατομισμό ως το πρότυπο όλων των θεωριών που ανάγουν την ύλη σε σωματίδια, και τη φυσική των Στωικών ως πρόδρομο των μεταγενέστερων θεωριών της ύλης ως συνεχούς.

Πράγματι, η μεγαλύτερη σύγχρονη αυθεντία στη φυσική των Στωικών, ο S. Sambursky, υποστηρίζει ότι μπορούμε να διακρίνουμε στο δόγμα του πνεύματος που διαπερνά την ύλη «την πρώτη διατύπωση του πεδίου ισχύος όπως αναπτύχθηκε στη φυσική του 19ου αιώνα», προσθέτοντας, ωστόσο: «με σημαίνουσα διαφορά ότι στην εποχή της μαθηματικής φυσικής αυτή η έτερη έννοια του πεδίου ήταν τελείως απογυμνωμένη από κάθε υπόσταση με την αμιγώς υλική έννοια της λέξης»[4].

Η φυσική επιστήμη συνδέεται στενά με την ηθική και τη λογική τόσο στον Επικουρισμό όσο και στον Στωικισμό. Αμφότερες οι σχολές συνέδεαν το πρόβλημα της αιτιότητας εν γένει με το ηθικό ζήτημα της επιλογής και της ευθύνης. Επίσης, και οι δύο θεωρούσαν την κατανόηση της πραγματικής φύσης των θεών ως ένα από τα οφέλη που προέκυπταν από τη μελέτη της φυσικής. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το κίνητρο για να εγκύψει κανείς στη φυσική επιστήμη ήταν, και στις δύο περιπτώσεις, ηθικής τάξεως, γεγονός που επηρέασε ουσιαστικά τόσο τα είδη των θεμάτων που ερεύνησαν όσο και τον τρόπο διερεύνησης των θεμάτων αυτών.

Αν και αμφότερες οι σχολές πίστευαν ότι η ως ένα βαθμό γνώση των βασικών προβλημάτων της φυσικής ήταν ουσιαστικής σημασίας για την επίτευξη της αταραξίας, καμία δεν ενθάρρυνε την σε βάθος έρευνα επιμέρους κλάδων της επιστήμης. Αντιθέτως μάλιστα, η έμφαση που απέδιδαν στους πρακτικούς ηθικούς σκοπούς της θεωρητικής έρευνας -η άποψη ότι η επιστήμη είναι το μέσο προς έναν σκοπό κι όχι ο καθαυτό σκοπός- λειτουργούσε ως ισχυρό αντικίνητρο για την ανάληψη αυτού του είδους έρευνας.

Παρ’ όλη τη σπουδαιότητα του έργου τους όσον αφορά τη γενική θεωρία της ύλης, ούτε ο Επίκουρος ούτε οι πρώιμοι Στωικοί[5] προσέφεραν ιδιαίτερα σε τομείς της επιστήμης που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την παρατήρηση. Τα μεγάλα βήματα προόδου που καταγράφηκαν σε τομείς όπως η αστρονομία και η βιολογία κατά τον 3° και τον 2° αιώνα π.κ.ε. ήταν έργο ανθρώπων που, αν και συχνά επηρεασμένοι από φιλοσοφικές παραδοχές, δεν ήταν πρωτίστως φιλόσοφοι, αλλά μαθηματικοί ή γιατροί το έργο αυτών των ανθρώπων πρέπει να δούμε με προσοχή στη συνέχεια, ξεκινώντας από μια σύντομη επισκόπηση των κα­θαυτό μαθηματικών.
--------------------
[1] Πρβλ. Αρχαία Ελληνική Επιστήμη, σελ. 54.
[2] Πρβλ. D. J. Furley, Two Studies in the Greek Atomists, Princeton University Press, 1967.
[3] Πρβλ. Αρχαία Ελληνική Επιστήμη, ο. 109 κ. εξ.
[4] Physics of the Stoics, Routledge and Kegan Paul, London 1959, σ. 37.
[5]Υπάρχουν, πάντως, εξαιρέσεις μεταξύ των ύστερων Στωικών. Ο σημαντικότερος εξ αυτών είναι ο Ποσειδώνιος, το έργου του οποίου δεν είναι δυνατόν να εξεταστεί εδώ για λόγους χώρου· σημειώνεται μόνο ότι, παρ’ όλο που αυτή η εξαιρετικά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα δεν έχει ακόμη αξιολογηθεί οριστικά όσον αφορά τις περισσότερες πτυχές της, υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία πως επιδόθηκε σε εμπειρικές έρευνες που αφορούσαν ορισμένα φυσικά προβλήματα. Έτσι, γνωρίζουμε από τον Στράβωνα, που συνέγραψε τη Γεωγραφία του τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, ότι αντικείμενο των παρατηρήσεων του Ποσειδωνίου υπήρξε η περιοδικότητα των παλιρροιών, για τις οποίες ήταν ο πρώτος που έδωσε μια ικανοποιητική ερμηνεία.

Στωικισμός και «Ποικίλη Στοά»
Ο Στωικισμός αποτελεί μία σημαντική φιλοσοφική σχολή των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων (300 π.κ.ε. – περίπου 250 μ.κ.ε.), η οποία ιδρύθηκε στην Αθήνα από τον Ζήνωνα τον Κιτιέα με κέντρο την «Ποικίλη Στοά» από όπου και πήρε το όνομά της η Σχολή.

Κατά τους Στωικούς, η ανθρώπινη φύση είναι τμήμα της παγκόσμιας φύσης, η οποία καθοδηγείται και κυβερνάται από τον συμπαντικό νόμο της Λογικής. Ο άνθρωπος, ως έλλογο ον, συγγενεύει όχι μόνο με τα άλογα ζώα αλλά και με τους Θεούς και πέραν του ενστίκτου διαθέτει και ηθική αίσθηση. Κύριο ζητούμενο του βίου είναι συνεπώς το να ζει κάποιος σύμφωνα με την φύση του, η οποία για τον άνθρωπο, μέσω της λογικότητάς του (στα λατινικά ratio), ωθεί προς την Αρετή, άρα το «κατά Φύσιν ζην» σημαίνει «κατ’ Αρετήν ζην». Η Αρετή είναι το μόνο αγαθό και μόνο από αυτήν εξαρτάται η ευημερία. Όλα τα υπόλοιπα πράγματα, ευχάριστα ή δυσάρεστα, στερούνται αξίας, είναι «αδιάφορα».

Σύμφωνα με τον Στωικισμό, καθήκον του ανθρώπου είναι να θέσει τον εαυτό του σε Αρμονία με το Σύμπαν, το οποίο, ως λογικό και αγαθό, τού μεταφέρει τις ιδιότητές του. Με το να βλάπτει κανείς τους άλλους για το υποτιθέμενο ατομικό του συμφέρον, υπονομεύει κατ’ ουσίαν την ίδια του την φύση. Ο Στωικός δεν αρνείται τον κόσμο των θνητών πραγμάτων, ούτε όμως και εξαρτάται από αυτόν, απλώς ζει ατάραχα μέσα του ενώ, σε αντίθεση προς την απόσυρση των Επικουρείων, συμμετέχει σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής (λ.χ. πολιτική, οικογένεια κ.λ.π.).

Για τους Στωικούς φιλοσόφους, ο δρόμος που πρέπει ν’ ακολουθήσει κανείς για να εξασφαλίσει στην ψυχή του την ηρεμία, την γαλήνη, την αταραξία, και να γίνει, έτσι, ευτυχισμένος, δεν είναι, όπως ισχυρίστηκε ο Επίκουρος, οι ηδονές, αλλά η αρετή και τον δρόμο αυτόν προς την αρετή μπορεί να του τον υποδείξει η φιλοσοφία· η φιλοσοφία είναι, πρώτα από όλα, «άσκηση της αρετής».

Η αρετή, κατά τους Στωικούς φιλοσόφους, είναι αυτάρκης, αυτόνομη, αυτο­τελής, υπό την έννοια ότι, για να υπάρξει, δεν έχει ανάγκη από κάποιον παράγοντα έξω από αυτήν που να την προκαλέσει. Δεν μοιάζει η αρετή, εν προκειμένω, με την ηδονή, που η ανάδειξη της μέσα μας προϋποθέτει κατ’ ανάγκην ένα αντικείμενο διαφορετικό και ανεξάρτητο από αυτήν δεν θα μπορούσε, ασφαλώς, να βιώσει κανείς την ηδονή που νιώθει απολαμβάνο ντας, παραδείγματος χάριν, ένα φαγητό ή κάποιο μουσικό κομμάτι, αν δεν υπήρχε το φαγητό αυτό ή το εν λόγω μουσικό κομμάτι. «Η αρετή», όμως, κατά τους στωικούς φιλοσόφους, «αξίζει να προτιμηθεί μόνο για τον εαυτό της και όχι εξαιτίας του φόβου, της ελπίδας ή κάποιου άλλου εξωτερικού πράγματος».

Αν και αποδίδουν στην αρετή οι Στωικοί φιλόσοφοι απόλυτη αξία, εν τού­τοις δεν φτάνουν σε κάποιο είδος ηθικού φανατισμού, στο πλαίσιο του οποί­ου κάθε μορφή κακίας είναι ανεπίτρεπτη. Απεναντίας, θεωρούν ότι η ύπαρ­ξη του κακού μπορεί ν’ αποβεί ωφέλιμη στον άνθρωπο οδηγώντας τον στην αρετή. Αρκεί να έχει κανείς την υπομονή να δει τα πράγματα συνολικά, και όχι αποσπασματικά και μεμονωμένα. Έτσι, θα μπορέσει να καταλάβει, παραδείγματος χάριν, ότι οι κοριοί, όσο απεχθείς κι αν μας φαίνονται, συμ­βάλλουν, εντούτοις, στην βελτίωση μας, καθώς μας υποχρεώνουν να ξυπνά­με το πρωί και να μη μέναμε στο κρεβάτι τεμπελιάζοντας.

Είναι επιτυχής, εν προκειμένω, ο παραλληλισμός που κάνει ο Πλούταρχος μεταξύ των δια­φόρων μορφών κακίας που υφίστανται στον κόσμο και ορισμένων αστείων στίχων που απαντώνται σε μια κωμωδία. «Όπως οι κωμωδίες περιλαμβά­νουν αστείους στίχους που, αν τους εξετάσεις μεμονωμένους, είναι πρόστυχοι, αλλά, αν τους δεις στο σύνολο του ποιήματος, προσθέτουν σε αυτό κάποιαν χάρη, έτσι ψέγει και την κακία, αν την αντιμετωπίσει μεμονωμένα· δεν είναι, όμως, άχρηστη στο πλαίσιο ενός συνόλου».

Ο Χρύσιππος, που απετέλεσε τον κορυφαίο εκφραστή της στωικής φιλοσοφίας κατά την πρώτη φάση της —σε τέτοιο σημείο μάλιστα, ώστε να λεχθεί ότι «αν δεν υπήρχε ο Χρύσιππος, δεν θα υπήρχε η φιλοσοφία της Στοάς» υποστήριξε ότι οι κακίες είναι απαραίτητο να υπάρχουν, γιατί χωρίς αυτές δεν θα μπορούσαν οι άνθρωποι να καταλάβουν την σημασία και την σπου­δαιότητα της αρετής. Πολλές φορές εκτιμάμε ένα πράγμα, εφόσον το δούμε δίπλα στο αντίθετο του· η λαμπρότητα και η τελειότητα της αρετής αναδει­κνύονται με μεγαλύτερη σαφήνεια και με πιο εντυπωσιακό τρόπο, αν αντι-παραβληθούν προς την ατέλεια και τις αρνητικές όψεις της αντίστοιχης κακίας.

Μεταξύ της αρετής και της κακίας, που αποτελούν τους δύο πόλους ανάμε­σα στους οποίους εκδηλώνεται η συμπεριφορά των ανθρώπων, υπάρχουν άλλες καταστάσεις, όπως η ζωή και ο θάνατος, η αρρώστια και η υγεία, η φτώχεια και η ευπορία. η ταπεινότητα και η αλαζονεία κ.ά., που από την φύση τους δεν έχουν καμιάν —θετική ή αρνητική— αξία και για τούτο, οι στωικοί φιλόσοφοι τις αποκαλούν με τον όρο «αδιάφορα». Αν μια από τις αδιάφορες αυτές καταστάσεις μας βοηθάει να γίνομε ενάρετοι, αποκτά θετι­κή αξία· διαφορετικά, αν μας ωθεί προς την κακία, έχει αρνητική αξία, γίνε­ται απαξία. Συμβαίνει, βέβαια, οι άνθρωποι να προτιμούν ορισμένες από τις αδιάφορες αυτές καταστάσεις έναντι άλλων. Αυτό είναι δικαιολογημένο.

Ο Χρύσιππος έλεγε, παραδείγματος χάριν, ότι «είναι τρελοί όσοι απορρίπτουν τον πλούτον και την υγεία και την απονία και την αρτιότητα του σώματος, και δεν προσπαθούν να διατηρήσουν τ’ αγαθά αυτά». Εκείνο που είναι ανε­πίτρεπτο, ωστόσο, είναι να επαναπαυθεί και να υποδουλωθεί κανείς στην αρχική, φυσική προτίμηση του προς αυτές τις καταστάσεις και εν ονόματι τους να ξεπουλήσει την αξιοπρέπεια του και την ψυχή του ολόκληρη. Κανένα αγαθό, ακόμη και η ίδια η ζωή, δεν πρέπει να συντηρείται από τον άνθρωπο, αν δεν εξασφαλίζει την ηθική ακεραιότητα του.

Οι στωικοί φιλόσοφοι συνι­στούσαν στους ανθρώπους την εθελουσία και έντιμη «εξαγωγήν εκ του βίου». Η παράδοση λέει ότι ο Ζήνων και ο Κλεάνθης, από τους πρωταγωνιστές της στωικής φιλοσοφίας, δεν δίστασαν ν’ αυτοκτονήσουν, όταν κατάλαβαν ότι το αγαθό της ζωής έγινε ανασταλτικός παράγων για την εκ μέρους των άσκηση της αρετής· θεώρησαν ότι η ζωή τους δεν είχε πλέον καμιάν αξία γι’ αυτούς, καθώς ο μεν, ύστερα από κάποιον τραυματισμό, βρισκόταν σε πλήρη αδυνα­μία, ο δε είχε φτάσει σε βαθύτατο γήρας. Κατά τους στωικούς φιλοσόφους, οφείλει να είναι έτοιμος να διατηρήσει κανείς αλώβητη την αξιοπρέπεια του και την ψυχή του απέναντι και στις πιο δυσάρεστες και τις πιο επώδυνες καταστάσεις.

Ιδού πώς ο Επίκτητος λέει ότι θα πρέπει να σκέφτεται ο στω­ικός φιλόσοφος: «θα πεθάνω· αλλά πρέπει γι’ αυτό να πεθάνω βογκώντας; Θα φυλακιστώ· αλλά πρέπει γι’ αυτό να θρηνολογώ; Θα εξοριστώ· αλλά ποιος μπορεί να μ’ εμποδίσει να φύγω χαμογελώντας και ήρεμος; —Πες μου το μυστικό. —Δεν το λέω, γιατί αυτό εξαρτάται από την θέληση μου. —Θα σε ρίξω τότε στα σίδερα. —Άνθρωπε, τι λες; Εμένα; Μόνο το πόδι μου θ’ αλυσοδέσεις. Την θέληση μου ούτε ο Δίας μπορεί να καταβάλει. —Θα σε φυλακίσω. —Το καημένο μου κορμί, εννοείς. —Θα σε αποκεφαλίσω. —Πότε εγώ σου είπα πως μονάχα ο δικός μου τράχηλος δεν μπορεί να κοπεί;».

Για να φτάσει κανείς, όπως εισηγούνται οι στωικοί φιλόσοφοι, στην κατά­σταση της πλήρους αδιαφορίας, η οποία θα τον βοηθήσει, ακόμη και εν μέσω των πιο επώδυνων καταστάσεων, ν’ αποκτήσει και να διατηρήσει η ψυχή του την αταραξία και την γαλήνη εκείνη που θα του εξασφαλίσει την ευτυχία, χρειάζεται να ξεπεράσει κάθε συναισθηματισμό, να χειραφετηθεί από τις εγκόσμιες επιθυμίες του, ν’ απελευθερωθεί από τα πάθη του —όχι μόνο από τα θεωρούμενα κακά πάθη, αλλά από όλα τα πάθη ανεξαιρέτως.

Και τούτο, διότι το πάθος, γενικώς, είναι μια «άλογη και αφύσικη κίνηση της ψυχής, μια ορμή πλεονάζουσα», που δεν αφήνει τον άνθρωπο να κρίνει σωστά την θέση του μέσα στον κόσμο και την συγγενική σχέση του με την φύση. Κατά τους στωικούς φιλοσόφους, στο σύμπαν υπάρχουν δυο αρχές: μια ενεργητική, το «ποιούν», που είναι ο θεός. ο οποίος ταυτίζεται με τον λόγο. και μια παθητική δύναμη, το «πάσχον», που είναι η αδιαμόρφωτη ύλη.

Ο Θεός. που οι Στωικοί φιλόσοφοι τον ταυτίζουν με τον λόγο. είναι ο δημιουρ­γός του κόσμου, καθώς, επενεργώντας πάνω στην ύλη, διαμορφώνει τα διά­φορα όντα. που συγκροτούν την φυσική πραγματικότητα. Η σχέση του Θεού ή του λόγου με το σύμπαν δεν είναι υπερβατική· αυτός, δηλαδή, δεν δημι­ούργησε τον κόσμο, για να μείνει κατόπιν έξω και πέρα από αυτόν. Απεναντίας, οι Στωικοί φιλόσοφοι, εισηγούμενοι μια πανθεϊστική αντίληψη, ισχυρίστηκαν ότι ο Θεός, ο λόγος διαπερνάει ολόκληρο τον κόσμο και γίνε­ται ένα με αυτόν, αποτελώντας έτσι τον συνεκτικό ιστό της πολύμορφης φύσης, την δύναμη εκείνη μέσω της οποίας το κοσμικό σύστημα διατηρεί την ενότητα του και την συνοχή του.

Χάρις στην δύναμη αυτή της Θείας αρχής του λόγου, τον «τόνον» όπως την αποκαλούν οι Στωικοί φιλόσοφοι, το σύμπαν από άκρου εις άκρον διέπεται από την αρχή της συμπαθείας, σύμ­φωνα με την οποία τα εγκόσμια όντα επιδρούν το ένα πάνω στο άλλο. Ο κόσμος μοιάζει μ’ έναν τεράστιο έμβιο οργανισμό, του οποίου η λειτουργία του ενός οργάνου δεν είναι ανεξάρτητη από την λειτουργία κάποιου άλλου οργάνου του. Έτσι, καθώς, βάσει της αρχής της συμπαθείας, διαδοχικά το ένα εγκόσμιο ον επηρεάζει το άλλο, είναι δυνατόν να μεταφερθεί η ενέργεια από το πιο μακρινό αστέρι του ουρανού στο πιο τελευταίο πράγμα της γης και να το επηρεάσει.

Οι εκδηλώσεις των εγκόσμιων πραγμάτων, οι επιδράσεις του ενός όντος πάνω στο άλλο. που συγκροτούν την πορεία του σύμπαντος, δεν είναι τυχαί­ες, ακανόνιστες, συμπτωματικές, αλλά, επειδή τα πάντα δημιουργήθηκαν σύμφωνα με τις επιταγές του λύγου, ο οποίος και μετά την δημιουργία του σύμπαντος εξακολουθεί να το διαρρέει, υπόκεινται σε μια νομοτελειακή τάξη. την οποίαν οι στωικοί φιλόσοφοι αποκαλούν «ειμαρμένη». Τα πάντα στο σύμπαν τελούνται σύμφωνα με μιαν αναγκαιότητα που έχει καθοριστεί εκ των προτέρων από τον κοσμικό λόγο και η οποία εξακολουθεί να συντη­ρείται χάρις στην συνεχιζόμενη παρουσία του μέσα στο σύμπαν.

Η ειμαρμένη, η οποία διέπει την πορεία των πραγμάτων και των γεγονότων του κόσμου, κατά τους στωικούς φιλοσόφους, δεν αναιρεί, όπως ίσως φαί­νεται, την ανθρώπινη ελευθερία, και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να συγχέε­ται με την έννοια της μοιρολατρίας, σύμφωνα με την οποία είναι μάταιο να προσπαθεί να κάνει κανείς κάτι, αφού η έκβαση του έχει ήδη αποφασιστεί. Ο Χρύσιππος επιχείρησε να δείξει πώς συνδυάζεται η ειμαρμένη του κόσμου με την ανθρώπινη ελευθερία. Κατ’ αυτόν, η ειμαρμένη ορίζει εκ των προτέρων τις δυνατότητες που ενδέχεται ν’ ακολουθήσει ένα γεγονός.

Αν, παρα­δείγματος χάριν, είμαι τώρα άρρωστος, υπάρχει η δυνατότητα να καλέσω έναν καλό γιατρό, ο οποίος θα με βοηθήσει να συνέλθω, όπως υπάρχει η δυνατότητα να καλέσω έναν κακό γιατρό, υπάρχει η δυνατότητα να πάρω ένα αποτελεσματικό φάρμακο, όπως υπάρχει η δυνατότητα να πάρω ένα φάρμακο που θα επιδεινώσει την κατάσταση μου, και ούτω καθεξής. Όλες οι δυνατότητες αυτές είναι δεδομένες στο πλαίσιο της ειμαρμένης του κόσμου, και είναι γνωστό εκ των προτέρων τι θα συμβεί, αν επιλέξω μια από τις δυνατότητες αυτές. Το ποια, όμως, από τις δυνατότητες αυτές θα επιλέξω εναπόκειται, σε μένα· εγώ θ’ αποφασίσω, παραδείγματος χάριν, ποιον γιατρό θα καλέσω.

Οι στωικοί φιλόσοφοι διέκριναν στις πράξεις του ανθρώπου δυο αιτίες: τις απώτερες, οι οποίες αναφέρονται στις δυνατότη­τες που υπαγορεύονται από την ειμαρμένη προκειμένου να τελεστεί μια πράξη, και τις προσεχείς αιτίες, που αφορούν στις αποφάσεις τις οποίες παίρνει τελικώς το πρόσωπο που πράττει. Η ειμαρμένη, ως ορίζουσα τις δυνατότητες των πράξεων του ανθρώπου, όχι μόνο δεν αντιβαίνει στην ελευ­θερία της βούλησης του, αλλά, απεναντίας, την υπηρετεί.

Γιατί, για να είναι κανείς ελεύθερος στις επιλογές του, θα πρέπει να υπάρχουν εναλλακτικές δυνατότητες· είναι αστείο, λόγου χάριν, να προτείνω σε κάποιον ένα κουτί με μια μόνο κάρτα μέσα, λέγοντας του «ιδού, είσαι ελεύθερος να επιλέξεις όποια κάρτα θέλεις» —θα πρέπει να έχει τουλάχιστον δυο κάρτες μέσα το κουτί, για να έχει νόημα η προτροπή μου αυτή. Προκειμένου, λοιπόν, να εκτελεστεί ελεύθερα από τον άνθρωπο μια πράξη, απαιτείται αφ’ ενός μεν να υπάρχουν περισσότερες της μιας δυνατότητες, όπως ορίζει η ειμαρμένη, αφ’ ετέρου δε η συγκατάθεση του σε μιαν από τις δυνατότητες αυτές.

Η ευθύνη του ανθρώπου που πράττει είναι καίρια, καθώς από την απόφαση του εξαρτάται με ποιον, τελικώς, από τους τρόπους, που έχουν προκαθορι­στεί από την ειμαρμένη, θα εξελιχθούν τα πράγματα. Εν τοιαύτη περιπτώ­σει, προκειμένου να προβεί κανείς στην καλύτερη επιλογή, θα πρέπει να είναι σε θέση να κρίνει σωστά.

Προς τούτο, απαιτείται να μελετήσει ο άνθρωπος την φύση. να μάθει τις δυνατότητες σύμφωνα προς τις οποίες έχει προκαθοριστεί από τον θεό ή τον κοσμικό λόγο να εξελιχθούν τα γεγονότα και τα πράγματα, και να εναρμο­νιστεί, έτσι. μαζί της. Γιατί, αν αποφασίσει να δράσει ενάντια στην φύση και τους νόμους της ειμαρμένης, είναι βέβαιο ότι η πράξη του δεν θα έχει κανέ­να αποτέλεσμα. Το «ομολογουμένως τη φύσει ζην», έλεγαν οι στωικοί φιλό­σοφοι, δηλαδή το να ζει κανείς σε αρμονία με την φύση. είναι πρωταρχικός όρος για να εξασφαλίσει την ευτυχία.

Η εναρμόνιση του ανθρώπου με την φύση, ωστόσο, για τους στωικούς φιλο­σόφους, δεν πρέπει να εκληφθεί σαν ένας στόχος που τοποθετείται κάπου στο μέλλον και βρίσκεται έξω και μακριά από αυτόν, και, ως εκ τούτου, για να επιτευχθεί σε κάποια στιγμή, χρειάζεται μια χρονική ωρίμανση. Απε­ναντίας, η εναρμόνιση του ανθρώπου προς την φύση είναι πάντοτε επίκαιρη και μπορεί να επιτευχθεί σε κάθε στιγμή, αφού είναι κάτι το εγγενές προς την δική του, την ανθρωπινή του φύση.

Ο Χρύσιππος, όπως μας παρεδόθη, υποστήριζε ότι η φύση γύρω μας, προς την οποίαν οφείλαμε να εναρμονί­σαμε την συμπεριφορά μας, και η ανθρώπινη φύση μας είναι ένα και το αυτό. Σύμφωνα με την στωική φιλοσοφία, όπως στο σύμπαν ενυπάρχει ο λόγος από τον οποίον δημιουργήθηκε ο κόσμος, κατά τρόπον ανάλογο υπάρ­χει και μέσα μας ο λόγος. Ο «εν ημίν» λόγος αποτελεί τμήμα του κοσμικού λόγου. Η διατύπωση αυτή δεν είναι απλώς ένα σχήμα λόγου, αλλά εκφρά­ζει μιαν ουσιαστική ταυτότητα. Τόσον ο κοσμικός λόγος, η θεία αρχή που δημιούργησε το σύμπαν και εξακολουθεί να το διαπερνάει, όσον και ο «εν ημίν» λόγος έχουν υλική σύσταση.

Οι Στωικοί φιλόσοφοι ταύτιζαν τον κοσμικό λόγο με το πυρ, για να εκφρά­σουν, έτσι, την αιθέρια, αέρινη υλική υπόσταση του. Η πύρινη υφή του κοσμικού λόγου, χάρις στην οποία συντηρούνται τα πράγματα και τρέφονται και αυξάνονται τα ζώα και τα φυτά, δεν πρέπει να συγχέεται με το εγκό­σμιο πυρ. Ο κοσμικός λόγος αποκαλείται από τους στωικούς φιλοσόφους «πυρ τεχνικόν», για ν’ αντιδιασταλεί προς το εγκόσμιο, το «άτεχνο» πυρ, που καίει και καταστρέφει.

Η ψυχή μας, επίσης, ο εν «ημίν» λόγος, κατά τους στωικούς φιλοσόφους, έχει, όπως ο κοσμικός λόγος, λεπτή σωματική σύσταση. Ο Κλεάνθης, για να δικαιολογήσει την περί ψυχής υλική αντίληψη του, υποστήριζε ότι, αν ήταν ασώματη, δεν θα μπορούσε να παρακολουθή­σει τις μεταβολές του σώματος, ούτε να επηρεάσει το σώμα. Γεγονός, όμως, είναι ότι υπάρχει μια αμοιβαία επίδραση μεταξύ του σώματος μας και της ψυχής μας· όταν το σώμα νοσεί, συμπάσχει μαζί του και η ψυχή, και, αντι­στρόφως, όταν η ψυχή καταλαμβάνεται από ντροπή ή από φόβο, το σώμα γίνεται αντιστοίχως κόκκινο ή ωχρό.

Έτσι. χάρις στην ουσιαστική, την υλική συγγένεια που υφίσταται μεταξύ του κοσμικού και του ανθρώπινου λόγου, εάν εναρμονιστεί κανείς προς τις επί ταγές του λόγου που βρίσκεται μέσα του, έρχεται σε πλήρη αρμονία προς τους κανόνες του κοσμικού λόγου και, κατ’ επέκτασιν. προς την φύση που διέπεται από τις αρχές του λόγου. Το «ομολογουμένως τη φύσει ζην», λοι­πόν, που υπαγορεύει στον άνθρωπο τι πρέπει να πράξει ώστε να εξασφα­λίσει την ευτυχία, ισοδυναμεί προς το «ομολογουμένως τω λόγω ζην».

Η αρετή και η ευδαιμονία μας, στην οποία μπορούμε να φτάσομε μέσω της αρετής, εξαρτώνται, σε τελευταία ανάλυση, από εμάς τους ίδιους, από την λογική φύση μας. από την υπακοή μας στις εντολές του «εν ημίν» λόγου. Από την τροχιά μας αυτή προς την αρετή και την ευδαιμονία μας απομα­κρύνουν τα πάθη μας, τα οποία, αναστατώνοντας την ψυχή μας. δεν μας επι­τρέπουν να κρίνομε σωστά, σύμφωνα με τους κανόνες του λόγου. Όθεν, αν θέλει ν’ αποκτήσει κανείς την αρετή και, μέσω αυτής, την ευδαιμονία οφεί­λει, εκριζώνοντας από την ψυχή του τα πάθη του. να φτάσει στην κατάστα­ση της απάθειας.

Ο αγώνας αυτός μέσα από την απάθεια, που εισηγήθηκαν οι στωικοί φιλόσοφοι για την κατάκτηση της αρετής και την επίτευξη της προσωπικής ευδαιμονίας, όχι μόνο δεν είναι εύκολο να τον φέρει κανείς εις πέρας, αλλά μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να μας εμβάλει και σε υπο­ψίες ως προς την ειλικρίνεια των εισηγητών του. Ο Σενέκας. συγκεκριμένα, από τους πιο προβεβλημένους απολογητές της στωικής φιλοσοφίας, παρότι, στο πλαίσιο της θεωρίας του για την απάθεια, καταφρονούσε τον πλούτο και συνιστούσε και στους άλλους ν’ αγωνίζονται να μην καταστούν υποχείρια του, δεν παρέλειψε, ωστόσο, να συγκεντρώσει τεράστια περιουσία από τους υψηλούς τόκους που έπαιρνε δανείζοντας τα χρήματα του στην Βρετανία.

Πέρα δε από τις επιφυλάξεις που θα μπορούσε να έχει κάποιος για την ειλι­κρίνεια στωικών φιλοσόφων, όπως ο Σενέκας. η στωική απάθεια προσλαμ­βάνει σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις την αίσθηση της αναλγησίας και την εικόνα της απανθρωπιάς. Γιατί δεν είναι πράγματι σκληρό και παγερό, όταν, σύμφωνα με την στωική φιλοσοφία, θα πρέπει κάποιος που έχασε τα παιδιά του να εκριζώσει από μέσα του κάθε αίσθημα τρυφερότητας και λύπης για τον χαμό τους, καθόσον έτσι θα διαφυλάξει την δική του ηρεμία και ησυχία.

Κατά τους στωικούς, οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους μέσω της κοινής λογικής φύσης τους, η αγάπη και προσφορά για την πατρίδα είναι το πρώτο βήμα της αγάπης και της προσφοράς για την μεγάλη πατρίδα όλων μας, την «κοσμόπολι» της ανθρωπότητας και του Σύμπαντος (που κυβερνάται από αιώνιους και αμετάβλητους φυσικούς νόμους), ένας τεράστιος αριθμός πραγμάτων που οι άνθρωποι αποδέχονται από ένστικτο, μπορεί να αποδειχθεί και με την Λογική, ο συμμερισμός των άλογων συναισθημάτων δεν είναι επιθυμητός, το δίκαιο είναι θέμα όχι άποψης αλλά φύσης, ο βίος καθορίζεται από την Ειμαρμένη και, φυσικά, η Μαντική ευσταθεί.

Οι Θεοί εφορεύουν στην τάξη του Κόσμου και αποτελούν πληθύνσεις μίας αρχικής πολυώνυμης θείας οντότητας, «ζώου λογικού, τελείου και νοερού», που εισδύει παντού και παίρνει τα χαρακτηριστικά του κάθε στοιχείου με το οποίο έρχεται σε επαφή. Νόμος όλων των πραγμάτων είναι η Ειμαρμένη, μία ταυτόχρονα φυσική και θεϊκή οργανωτική δύναμη του Κόσμου, που αποτελεί τον Λόγο και την νομοτέλεια του Παντός, δύναμη που διατηρεί και διατηρείται κυβερνώντας και περιλαμβάνοντας τα ενάντια.

Σε αντίθεση προς τους επικούρειους, οι στωικοί δέχονται σε επίπεδο Θρησκείας την προσευχή και την λατρευτική πράξη, μόνο όμως όταν το περιεχόμενό τους βρίσκεται σε συμφωνία με την Μοίρα (Σενέκας, «Naturales Quaestiones», 2. 37 και 5. 25). Η προσευχή δεν μπορεί να αλλάξει τα γεγονότα, μπορεί ωστόσο να φέρει στον άνθρωπο την ορθή πνευματική κατάσταση σε σχέση με αυτά (Μάρκος Αυρήλιος, 9. 40), ενώ ως καλύτερη μορφή λατρείας των Θεών ορίζεται η κατανόηση και μίμηση της αγαθότητάς τους (Σενέκας, «Επιστ.» 95. 47 – 50). Όπως και στον Επικουρισμό, η πιθανότητα προσωπικής αθανασίας (με εξαίρεση την θέση του Ποσειδωνίου, της Μέσης Στοάς) απορρίπτεται.

Σύντομο ιστορικό της Στωικής Φιλοσοφίας
Ιδρυτής της Στωικής Φιλοσοφίας (Στωικισμός) υπήρξε περί το 300 π.κ.ε. ο Ζήνων ο Κιτιεύς από την Κύπρο, 336-264 π.κ.ε. Αυτός δίδασκε στην Αθήνα, στην Ποικίλη Στοά, εξ ου και το όνομα Στωικός. Ο Ζήνων πίστευε ότι μόνον η φιλοσοφία και τα αποτελέσματα τα οποία αυτή επιφέρει στη ζωή του ανθρώπου δίδουν σ’ αυτόν την ευτυχία. Έλεγε δε χαρακτηριστικά ότι “αφ’ ότου εναυάγησα ευπλοώ” Ο Ζήνων ταξίδευε με ένα καράβι με τον έμπορα πατέρα του, το οποίο όμως, λόγω κακοκαιρίας, ναυάγησε έξω από τον Πειραιά. Από εκεί, ύστερα από μεγάλη ταλαιπωρία, έφτασε στην Αθήνα όπου έξω από ένα βιβλιοπωλείο γνώρισε τον Κράτη, κυνικό φιλόσοφο, του οποίου έγινε μαθητής. Έτσι άφησε το εμπόριο και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη Φιλοσοφία.

Ο Στωικισμός φαίνεται ότι αποτελεί εξέλιξη των ιδεών των Κυνικών. Της Σχολής αυτής ιδρυτής υπήρξε ο Αντισθένης, μαθητής του Σωκράτη. Αυτός εξέφρασε μ’ έναν ακραίο τρόπο τις διδασκαλίες του μεγάλου φιλοσόφου και διαμόρφωσε την αντίληψη ότι ενάρετος είναι εκείνος ο οποίος δεν κατέχει ούτε έχει ανάγκη από κανένα υλικό αγαθό, ομοιάζοντας έτσι προς την φύση, η οποία “ουδενός δείται”.

Ο Ζήνων, επηρεασμένος προφανώς από τη διδασκαλία των κυνικών φιλοσόφων περί αποχής από τα υλικά αγαθά, τοποθετημένος σε μια πιο ισορροπημένη θέση, διδάσκει την ολιγάρκεια, την ανεξαρτησία από τα πράγματα του κόσμου, την απαλλαγή από τα πάθη και το “ζην κατά φύσιν” (“ομολογουμένως τη φύσει ζην, όπερ ταυτό του κατ’ αρετήν ζην”). Για να μπορέσει όμως ο άνθρωπος να ζει κατά Φύσιν, να ζει δηλαδή υγιώς, θα πρέπει πρώτα να τη γνωρίσει και για να γνωρίσει κάποιος τη φύση του απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αταραξία και η γαλήνη της ψυχής. Εδώ στηρίζεται, κατά τους στωικούς, η έννοια της Ηθικής. Η Στωική Διδασκαλία ασχολήθηκε κατά κύριο λόγο από την αρχή της εμφάνισής της με τα πάθη και με τη θεραπεία τους. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ξεκίνησε περισσότερο ως μια θεραπευτική μέθοδος των παθών παρά ως ένα φιλοσοφικό σύστημα με μία ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία.

Ο Χρύσιππος έχει γράψει ένα βιβλίο του οποίου σώζονται μόνο ελάχιστα αποσπάσματα και κυρίως αναφορές μεταγενεστέρων ειδικά για τη θεραπεία των παθών. Ο Κικέρων αναφέρει σ’ ένα βιβλίο του: Ας είμαστε πεπεισμένοι γι΄ αυτό: μόνον όταν η ψυχή θεραπευτεί, κάτι που δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη φιλοσοφία, μόνο τότε θα τελειώσουν και τα βάσανά μας. Επομένως ας αφεθούμε στα χέρια της φιλοσοφίας για τη θεραπεία. Θα θεραπευτούμε αν το θελήσουμε” TD3. 13.

Οι ιδέες των στωικών δεν έμειναν αμετάβλητες καθ’ όλη την διάρκεια της ενεργού ύπαρξης της Σχολής. Αυτές μεταβάλλονταν ανάλογα με τις ιδέες και την προσωπικότητα του εκάστοτε αρχηγού της. Έτσι εμφανίζεται κατά καιρούς μια μεγάλη ποικιλία σχετικά με την κοσμοθεωρία αυτών. Αυτό που έμεινε όμως στη βάση του αναλλοίωτο απ’ όλη τη Στωική διδασκαλία και μέχρι το τέλος του Στωικισμού και το οποίο μας ενδιαφέρει κατά κύριο λόγο εδώ, είναι η διδασκαλία περί Ηθικής.

Λόγω αυτών γενικά των διαφορών ο Στωικισμός διαιρέθηκε σε τρεις περιόδους: στην αρχαία, τη μέση και τη νεότερη Στοά. Στην πρώτη περίοδο ανήκουν ο Ζήνων, ο Χρύσιππος και ο Κλεάνθης, στη δεύτερη, ο Βόηθος, ο Παναίτιος και ο Ποσειδώνιος και στην τρίτη, ο Σενέκας, ο Μουσώνιος, ο Επίκτητος και ο Μάρκος Αντωνίνος (Μάρκος Αυρήλιος).

Ο Ζήνων έγραψε πολλά βιβλία, όπως τα: “Περί του όλου”, “Περί ανθρώπου φύσεως”, “Περί Πολιτείας” κ.ά. εκ των οποίων δεν σώζεται κανένα. Το ίδιο ισχύει και για το διάδοχο του Ζήνωνα στη Σχολή, τον Χρύσιππο. Όσα γνωρίζουμε για τους πρώτους στωικούς προέρχονται από αποσπάσματα μεταγενεστέρων κι αυτά όμως είναι αβέβαια ως προς τη γνησιότητα και την αυθεντικότητά τους. Πλήρη διασωθέντα συγγράμματα έχουμε μόνο δύο νεότερων στωικών, του Επίκτητου (ο οποίος υπήρξε δούλος απελεύθερος) και του Μάρκου Αυρηλίου, Ρωμαίου αυτοκράτορα και Έλληνα στην ψυχή.

Ο Επίκτητος (έζησε μεταξύ του 50 π.κ.ε. και του 120 μ.κ.ε.) και μυήθηκε στο Στωικισμό από τον Μουσώνιο Ρούφο έγραψε το “Εγχειρίδιο” και ο μαθητής του Αρριανός (ο συγγραφέας του “Αλεξάνδρου Ανάβασις”) έγραψε, από τις σημειώσεις που κρατούσε, τις “Διατριβές”. Ο δε Μάρκος Αυρήλιος έγραψε στην ελληνική γλώσσα “Τα εις εαυτόν”

Ο Στωικισμός, περνώντας από διάφορες φάσεις, παρέμεινε ακμαίος και ζωντανός επί τέσσερις αιώνες.

Κατόπιν εμφανίστηκε ο χριστιανισμός που αντέγραψε τον Στωικισμό και τον διαστρέβλωσε κατά κόρον.

Οι Στωικοί, ακολουθώντας το παράδειγμα του Σωκράτη, έδωσαν μεγαλύτερη σημασία στην πρακτική εφαρμογή της Φιλοσοφίας (Ηθική και Βιοτική), απ’ όσο στη Λογική και τη Φυσική. Χωρίς την ηθική η ενασχόληση του ανθρώπου με τη λογική και τη φυσική, όχι μόνο δεν οδηγεί πουθενά, σε κανένα ουσιαστικό όφελος του ανθρώπου, αλλά μπορεί να αποβεί επιζήμια γι’ αυτόν.

Κατ’ αυτούς η Φιλοσοφία (η επιστήμη η ασχολούμενη περί της αληθείας και της φύσεως των πραγμάτων) είναι “Τέχνη της ζωής” και σκοπό έχει να ρυθμίζει τη ζωή του ανθρώπου κατά τρόπο πραγματικά (ουσιαστικά) ωφέλιμο γι’ αυτόν και να τον οδηγεί στην ευδαιμονία και στην εκπλήρωση του αντικειμενικού σκοπού της ζωής του. Η ευδαιμονία του ανθρώπου βρίσκεται στη συμφωνία της βούλησής του με το θείο λόγο που διέπει τον κόσμο.

Σύμφωνα με τον Ζήνωνα, πνεύμα και ύλη είναι το ενεργητικό (Ποιούν ή λόγος) και το παθητικό (πάσχον) στοιχείο της μίας γενεσιουργού Αρχής. Ο κόσμος είναι το σώμα της Φύσης. Ο άνθρωπος καθορίζεται από μια πολύ ισχυρή, φυσιολογική (έμφυτη) ανάγκη: τη διαρκή προστασία και προαγωγή (υπέρβαση) της ζωής του σύμφωνα με τη φύση του. Ο Επίκτητος αναφέρει εδώ χαρακτηριστικά ότι, κατά τον Σωκράτη, η μεγαλύτερη ευτυχία του ανθρώπου είναι να παρακολουθεί κάθε ημέρα τον εαυτό του βελτιούμενο.

Πάθη για τους στωικούς είναι η περισσότερο ή λιγότερο έντονη αρνητική και νοσηρή (ασυνείδητη, παθητική και ανεξέλεγκτη) κίνηση της ψυχής με διαχωριστικά και καταστρεπτικά (αυτο- και ετερο- ) στοιχεία. Από την εμφάνιση δε και την ανεξέλεγκτη λειτουργία των παθών, τα οποία παρασύρουν αναστέλλοντας κάθε λογική λειτουργία του ανθρώπου, προέρχεται κάθε δυστυχία στη ζωή του. Συνήθεις φράσεις που χρησιμοποιούμε και οι οποίες εκδηλώνουν πάθος: “Το ξέρω πως ήταν λάθος αλλά δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά”. Ακόμα, “Το έκανα ενώ ήξερα ότι δεν έπρεπε” κ.λπ.

Τα πάθη σπέρνονται από πολύ νωρίς στη ζωή του ανθρώπου και εμφανίζονται αργότερα με διάφορες μορφές: εγωικές αρρώστιες και διαταραχές, όπως η εκδικητικότητα, η αντιζηλία, ο φθόνος, η ζηλοτυπία, η αδιαφορία στον πόνο του άλλου, η οκνηρία, η αλαζονεία, η υποκρισία κ.ά. για τις οποίες, προκειμένου να αποβληθούν οριστικά, απαιτείται εκπαίδευση και συνεχή άσκηση του ανθρώπου. Η αποβολή αυτή μπορεί να γίνει μόνο από το Ηγεμονικό (το συνειδητό Εγώ) του ανθρώπου. Με άλλα λόγια, για τους στωικούς η αποβολή (έλεγχος) των παθών γίνεται όταν μπορεί ο άνθρωπος να ισορροπεί μεταξύ της ευπάθειας και της εμπάθειας, επιτυγχάνοντας την απάθεια.

Οι βλέψεις όμως των στωικών εκτείνονται πολύ μακρύτερα από την επίτευξη της ευτυχίας του ανθρώπου σ’ αυτή τη ζωή αφού ο Επίκτητος στις Διατριβές του ( ΙΙ, ιθ΄, 27) λέει ότι “θεόν εξ ανθρώπου επιθυμούντα γενέσθαι”. Επομένως, ο τελικός σκοπός της Στωικής Φιλοσοφίας δεν είναι απλώς η εφαρμογή ορισμένων βιοτικών ή ηθικών αρχών, αλλά η θέωση του ανθρώπου.

Έργο του φιλοσόφου, κατά τους στωικούς, είναι να φροντίζει για το Ηγεμονικό του, το νου και την ψυχή του (εσωτερική ζωή) και όχι για τα εξωτερικά πράγματα, τα οποία πρέπει να τον απασχολούν και να τα αντιμετωπίζει με τη λογική. Αναφερόμενος ο Επίκτητος στους αρχαίους (πρώιμους) στωικούς, οι οποίοι έκαναν και δίδασκαν την άσκηση στην εγκράτεια, στην απάθεια, στην πλήρη αποχή κ.λπ., έλεγε ότι… οι άνθρωποι δεν πρέπει να φτάνουν σε υπερβολές.

Αλλού πάλι ο ίδιος κορυφαίος στωικός λέει ότι “το σχολείο του φιλοσόφου είναι σαν το ιατρείο (χειρουργείο), από το οποίο βγαίνουν οι φοιτώντες ευχαριστημένοι μεν, αλλά πονεμένοι κι αυτό συμβαίνει αφού δεν μπαίνουν σε αυτό υγιείς”.

Οι αφιλοσόφητοι, κατά τους στωικούς, ζουν τυχαία, οδηγούμενοι από το μοιραίο, χωρίς κατεύθυνση, χωρίς σκοπό και η ζωή τους φεύγει μάταια. Είναι σαν να μην έζησαν καν – επομένως, παραδέχονται οι στωικοί μαζί με όλους τους Έλληνες φιλοσόφους, μόνον οι ασχολούμενοι με τη Φιλοσοφία βρίσκουν τον ορθό δρόμο της ζωής. Το δρόμο που οδηγεί προς την ευτυχία, την ευδαιμονία και την ελευθερία. Μόνον ένας φιλόσοφος μπορεί να είναι πραγματικά ελεύθερος, ακόμα και αν είναι δούλος.

Σοφία είναι για τους στωικούς η υποταγή (η συνειδητή και επομένως ελεύθερη) του ανθρώπου στην Φύση και η παραδοχή της ειμαρμένης (νομοτέλεια, φύση, πρόνοια). Ο Μάρκος Αυρήλιος λέει χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων για τη Φύση: “Όλα έρχονται από σένα, όλα βρίσκονται μέσα σε σένα, όλα ξαναγυρίζουν σε σένα” Μ. Αυρήλιος, Σκέψεις, IV 23

Η αντίληψη του στωικού για τη ζωή δεν είναι, όπως πιστεύουν πολλοί, παθητική. Ο στωικός φιλόσοφος δηλαδή δεν κηρύσσει την αποχή από τις διάφορες δραστηριότητες. Γι’ αυτό και η Στωική Φιλοσοφία ρίζωσε στη Ρώμη, όπου, τουλάχιστον μέχρι το τέλος της δημοκρατίας, οι εκπρόσωποι της ανώτερης τάξης έβλεπαν ως κύριο τρόπο καταξίωσης της ύπαρξής τους τη δραστηριοποίησή τους στην πολιτική και στρατιωτική αρένα.
Τον σοφό, έλεγε χαρακτηριστικά ο Επίκτητος, ούτε η φτώχεια ούτε η λύπη τον εμποδίζουν ούτε αυτά τα πράγματα που βγάζουν από το δρόμο και γκρεμοτσακίζουν τους άπειρους. Εσύ νομίζεις ότι εκείνος καταβάλλεται από τις συμφορές. Αντιθέτως, αυτός τις χρησιμοποιεί. Ο Φειδίας δεν ήξερε να κάνει αγάλματα μόνον από ελεφαντόδοντο. Έφτιαχνε και από μπρούντζο. Αν του πήγαινες μάρμαρο, ένα πιο ευτελές υλικό, θα έκανε πάλι το άγαλμα όσο μπορούσε πιο τέλειο. Με τον ίδιο τρόπο ο σοφός, αν μπορέσει, θα δείξει την αρετή του στα πλούτη όπως και στη φτώχεια. Τόσο στη χώρα του όσο και στην εξορία. Τόσο ως στρατηγός όσο και ως στρατιώτης. Τόσο ως υγιής και αρτιμελής όσο και ως άρρωστος και ανάπηρος. Οποιαδήποτε τύχη και αν του τύχει, θα δημιουργήσει από αυτήν κάτι αξιομνημόνευτο.
Άλλες ρήσεις και οδηγήσεις των στωικών -του Επίκτητου κατά κύριο λόγο- ειδικά για το θέμα της Ηθικής:

*Από εμένα εξαρτάται να μην υπάρχει στην ψυχή μου καμία πονηρία, επιζήμια επιθυμία και ταραχή, αλλά να βλέπω τα πράγματα όπως πραγματικά είναι και να τα αντιμετωπίζω σύμφωνα με την πραγματική αξία τους και τη σχέση που έχουν για μένα. Να ξέρεις ότι αυτή η δυνατότητά σου προέρχεται από τη φύση σου.

Το παραπάνω οδηγεί στην περιώνυμη ρήση του Επίκτητου και κατ’ επέκταση των στωικών: “Δεν είναι τα πράγματα που με κάνουν να πονώ αλλά η άποψη που έχω εγώ για τα πράγματα”

*Τα πάντα στη φύση είναι ενιαία και το ένα υπηρετεί το άλλο. Έτσι και τα λογικά όντα έγιναν το ένα για το άλλο. Το να ανέχεσαι επομένως τις κακίες των άλλων αποτελεί μέρος της Δικαιοσύνης.

Και κάπου αλλού ο Επίκτητος λέει το παραπάνω με διαφορετικά λόγια (το οποίο αποτελεί άλλη μια βασική αρχή της Φιλοσοφικής Ψυχολογίας και Ψυχοθεραπείας): “Όλοι οι άνθρωποι αποτελούν μια οικογένεια αφού προέρχονται από την ίδια Φύση”

*Ο απαίδευτος άνθρωπος όταν πέσει σε δυστυχία κατηγορεί τους άλλους. Ο μορφωμένος όμως δεν κατηγορεί ούτε τους άλλους, ούτε τον εαυτό του.
*Να μη ζητάς να γίνονται τα πράγματα που δεν είναι στην εξουσία σου και δεν εξαρτώνται από εσένα όπως τα θέλεις εσύ, αλλά να τα δέχεσαι όπως έρχονται και τότε θα είσαι ευτυχισμένος.
*Χαρακτήρας και συμπεριφορά του φιλοσόφου: Κάθε ωφέλεια ή βλάβη ξέρει ότι προέρχεται από τον εαυτό του και μόνο.
*Να θυμάσαι πάντα ότι είσαι ένας ηθοποιός σ’ ένα δράμα (δρώμενο) όπως το θέλει ο συγγραφέας του έργου. Αν το θέλει σύντομο, θα είναι σύντομο. Αν το θέλει μακροσκελές, θα είναι μακροσκελές.

 Αν θέλει να παίξεις ρόλο φτωχού, πρόσεξε να τον παίξεις όσο μπορείς καλύτερα. Το ίδιο αν πρόκειται για ρόλο χωλού ή για ρόλο άρχοντα ή για ρόλο απλού (κοινού) ανθρώπου. Από εσένα εξαρτάται αν θα τον παίξεις καλά ή όχι. Η εκλογή όμως του ρόλου ανήκει σε άλλον.

Επίσης έλεγαν (μέσω του Επίκτητου) ότι ο θάνατος δεν είναι κάτι κακό αφού είναι μία φυσική κατάσταση “ουδέν κακόν κατά φύσιν”. Επομένως, δεν πρέπει να τον φοβόμαστε. Άλλωστε, αν ήταν κάτι κακό, δεν θα τον δεχόταν και ο Σωκράτης τελικά έτσι όπως τον δέχτηκε, ψύχραιμα και χωρίς φόβο.

Μη σπαταλάτε το χρόνο σας σε ανθρώπους που σας πληγώνουν

Οι καταστάσεις και οι άνθρωποι που σας πληγώνουν μπορούν να σας αλλάξουν και να σας απομακρύνουν από τον πραγματικό σας εαυτό: ένα δυνατό, τολμηρό και ελεύθερο άνθρωπο που αξίζει να είναι ευτυχισμένος.

Φυσικά, όλοι γνωρίζουμε ότι δεν είναι εύκολο να ξεφύγουμε από κάτι συναισθηματικά επιζήμιο από τη μια μέρα στην άλλη.

Τις περισσότερες φορές όταν θέλουμε να ξεφύγουμε από κάτι, συνήθως αναφερόμαστε σε μια σωματική απειλή – ένα μαχαίρι ή ένα σκοτεινό και απομονωμένο δρομάκι… ο εγκέφαλός μας είναι προγραμματισμένος, κατά μια έννοια, έτσι ώστε να αναγνωρίζει άμεσα τέτοιες απειλές και να προωθεί την αντίδραση: επίθεση ή υποχώρηση.

Ωστόσο, υπάρχει ένα πράγμα στο οποίο συμφωνούμε όλοι: δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε το ίδιο εύκολα όλες τις επιβλαβείς καταστάσεις και μάλιστα μπορεί να μας είναι ακόμη πιο δύσκολο να πείσουμε τον εαυτό μας ότι πρέπει να ξεφύγουμε από αυτές.

Τι πρέπει λοιπόν να κάνουμε σε αυτή την περίπτωση; Τι γίνεται όταν, για παράδειγμα, το άτομο που σας πληγώνει είναι μέλος της οικογένειάς σας ή ο σύντροφός σας;

Οι άνθρωποι που σας πληγώνουν, δεν σας αξίζουν

«Οι άνθρωποι που σας πληγώνουν, δεν σας αξίζουν». Πάντα η θεωρία είναι πολύ πιο εύκολη από την πράξη. Ξέρετε βαθιά μέσα σας ότι το άτομο που καταστρέφει την αυτοεκτίμησή σας και δεν σας σέβεται, δεν σας αγαπά πραγματικά… αλλά πώς μπορείτε να πιέσετε τον εαυτό σας να το αποδεχτεί αυτό; Και πώς πρέπει να αντιδράσετε;

Οι άνθρωποι που πληγώνουν τους άλλους, ενδιαφέρονται μόνο για τον εαυτό τους

Όταν αναφερόμαστε σε ανθρώπους που πληγώνουν άλλους, πιθανότατα το πρώτο πράγμα που σκέφτεστε είναι η σωματική βία.

Ναι, δυστυχώς αποτελεί ένα θλιβερό κομμάτι της ζωής. Αυτό το είδος βίας εξακολουθεί να υφίσταται και δεν υπολογίζει σύνορα, πολιτισμό ή τάξη. Επίσης, υπάρχει και ένα άλλο είδος υπονοούμενης, έμμεσης ή αθόρυβης βίας που είναι εξίσου επιβλαβές.

Υπάρχουν άνθρωποι που είναι κενοί από αισθήματα εμπάθειας ή είναι ανίκανοι να δημιουργήσουν σχέσεις που βασίζονται στον αμοιβαίο σεβασμό.

Οι άνθρωποι που βρίσκονται σε σχέση και πάντα θέτουν σε προτεραιότητα τις δικές τους ανάγκες είναι επίσης πολύ καταστροφικοί.

Η ιδιοτέλεια και η ανικανότητα να δημιουργήσουν ένα δεσμό μέσω της κατανόησης, της εμπιστοσύνης και του σεβασμού είναι χαρακτηριστικά που χωρίς καμία αμφιβολία μπορούν να προκαλέσουν σοβαρή ζημιά με την πάροδο του χρόνου.

Οι λέξεις μπορούν να είναι καταστροφικές

Μερικές φορές δεν είναι απλά αυτά που σας λένε – αλλά κυρίως ο τρόπος που σας μιλούν. Η χρήση ενός υποτιμητικού τόνου, οι φωνές και ο σαρκασμός προσβάλλουν την αυτοεκτίμησή σας.

Όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε άσχημο περιβάλλον με κακή επικοινωνία, σίγουρα μπορεί να αποβεί καταστροφικό, υπονομεύοντας την αυτοεκτίμηση και το αίσθημα ασφάλειας του παιδιού.

Ο τρόπος αντίδρασης ενός ατόμου σε μια σχέση, ο τόνος της φωνής τους καθώς και ο τρόπος που παρουσιάζει τον δικό του τρόπο σκέψης μπορεί να φανερώσει πολλά για εκείνον.

Μάθετε να προστατεύετε τον εαυτό σας από οτιδήποτε σας πληγώνει και από τους ανθρώπους που σας κάνουν να υποφέρετε

Το πραγματικό πρόβλημα, στο οποίο αναφερθήκαμε και παραπάνω, είναι ότι οι άνθρωποι συνήθως αντιδρούν στις σωματικές απειλές και όχι στις συναισθηματικές ή κοινωνικές απειλές που απειλούν την αυτοεκτίμησή τους.

Συνήθως τα άτομα που προκαλούν μεγαλύτερη ζημιά από οποιονδήποτε άλλο, είναι τα μέλη της οικογένειας ή κάποια πολύ κοντινά φιλικά πρόσωπα. Τι μπορείτε να κάνετε αν ο γονιός, ο σύντροφος ή ο καλύτερός σας φίλος δεν σας σέβεται ή σας εκβιάζει συναισθηματικά;

Μην φοβάστε να θέσετε τα όριά σας και να πείτε «ΟΧΙ» σε ορισμένα πράγματα που δεν σας αρέσουν ή σας πληγώνουν.

Το «όχι» δεν είναι κάποια εγωιστική απάντηση. Είναι ο τρόπος που ορίζετε την προσωπικότητά σας με σεβασμό: ενημερώνετε τα άτομα που βρίσκονται γύρω σας ότι οφείλουν να λάβουν υπόψη τις απόψεις σας και ότι ορισμένα πράγματα σας πληγώνουν.

Είναι πάρα πολύ σημαντικό μετά από αυτή τη δήλωσή σας το άλλο άτομο να ανταποκριθεί. Αν συνειδητοποιήσετε ότι δεν άλλαξε τίποτα και ότι συνεχίζουν να συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο, τότε ήρθε η ώρα να πάρετε μια απόφαση: ο άνθρωπος που σας πληγώνει, δεν σας αξίζει.

Θα πρέπει να κατανοήσετε ότι είναι αδύνατο να τους ευχαριστείτε όλους. Το να προσπαθείτε όλη την ώρα να κάνετε ευτυχισμένους όλους τους ανθρώπους που βρίσκονται στη ζωή σας είναι ένας στόχος που θα σας κάνει δυστυχείς.

Στη ζωή, θα πρέπει να μπορείτε να θέτετε προτεραιότητες και η πρώτη προτεραιότητα θα πρέπει να είστε εσείς. Αν αγαπάτε και σέβεστε τον εαυτό σας, δεν θα επιτρέπετε στους άλλους να σας βλάπτουν.

Οι πιο σημαντικές σχέσεις που θα πρέπει να εδραιώσετε είναι εκείνες που θα σας επιτρέπουν να είστε ο εαυτός σας και θα σας δείχνουν αγάπη, σεβασμό και κατανόηση.

Όσο για τους ανθρώπους που δεν σας σέβονται; Το μόνο πράγμα που αξίζουν είναι η απομάκρυνσή σας έτσι ώστε να μπορέσετε να αποκτήσετε μια καλύτερη συναισθηματική ισορροπία και να προστατεύσετε τον εαυτό σας. Μείνετε μακριά τους ή περιορίστε την επικοινωνία σας μαζί τους όσο το δυνατόν περισσότερο και να θυμάστε ότι επειδή βάζετε αυτά τα όρια δεν σημαίνει ότι είστε και κακός άνθρωπος.

Είστε υπεύθυνοι, τολμηροί και έχετε το δικαίωμα να είστε ευτυχισμένοι. Μην σπαταλάτε το χρόνο σας σε ανθρώπους που σας πληγώνουν ή δεν σέβονται τις αξίες σας και την εντιμότητά σας.

Άνθρωποι που μας χειραγωγούν δημιουργώντας μας ενοχές

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που χρησιμοποιούν τις ενοχές ως μέσο χειραγώγησης των άλλων. Ενδεχομένως να κάνουμε και εμείς το ίδιο κάποιες φορές. Οι ενοχές μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμο εργαλείο που θα σας βοηθήσει να αναλογιστείτε τα κίνητρα των πράξεών σας και τις σχέσεις σας.

Μπορούν επίσης να σας βοηθήσουν να αντιληφθείτε πότε σας εκμεταλλεύονται. Έχει μεγάλη σημασία να αναπτύξετε μια αίσθηση αυτογνωσίας ώστε να διακρίνετε τα επικίνδυνα σημάδια των ενοχών όταν εμφανίζονται και να έχετε επίγνωση της συμπεριφοράς σας αποκτώντας τη δυνατότητα να κρίνετε πόσο η ανταπόκρισή σας οφείλεται σε τύψεις ή σε γνήσια επιθυμία να προσφέρετε βοήθεια.

Αν νιώθετε ότι κάποιοι προσπαθούν να σας κάνουν να αισθανθείτε άσχημα, να νιώσετε ένοχοι για να πετύχουν τους στόχους τους αναρωτηθείτε αν οι απαιτήσεις τους είναι εύλογες. Αν όχι, ξεκαθαρίστε το ζήτημα άμεσα. Πείτε τους ότι δεν είναι δίκαιοι και εκφράστε τα συναισθήματά σας με ειλικρίνεια. Μην καταλήξετε να κάνετε αυτό που σας ζητούν αν πιστεύετε ότι είναι ανάρμοστο καθώς θα προκληθεί δυσαρέσκεια. Αν δείτε ότι δεν μπορείτε να έρθετε σε σύγκρουση με τους άλλους όταν νιώθετε ότι σας χειραγωγούν ή κατακλύζεσθε από τύψεις τις οποίες αδυνατείτε να επισημάνετε ή να επιλύσετε, ενδεχομένως να χρειάζεται να απευθυνθείτε σε κάποιον ειδικό.

Όταν βασανίζεσθε από ενοχές θα προτεινα να κάνετε ταπαρακάτω που θα σας βοηθήσουν να διακρίνετε τι είναι καλό για εσάς.

-Μην επιτρέπετε στους άλλους να σας υπαγορεύουν πώς θα ζήσετε τη ζωή σας. Αποφασίστε μόνοι σας τι είναι σημαντικό για εσάς, τι εκτιμάτε περισσότερο και πώς θέλετε να ζείτε.

-Μην περιμένετε ότι θα είστε πάντα ευχάριστοι έξυπνοι και ψύχραιμοι. Είναι φυσιολογικό να θυμώνετε και να είστε ευέξαπτοι που και που Είναι μάταιο να αισθάνεσθε ενοχές για τα αρνητικά σας συναισθήματα.

-Συγχωρήστε τον εαυτό σας για τυχός εσφαλμένες κρίσεις. Μάθετε κάτι από τα λάθη σας. Χρησιμοποιήστε τα στο μέλλον προς όφελός σας.

-Νιώστε ικανοποίηση για τα επιτεύγματά σας αντί να μένετε προσκολλημένοι στις αδυναμίες σας.

«Μαθουσάλες» καρχαρίες, Zουν μέχρι 400 χρόνια!


Oι καρχαρίες της Γροιλανδίας είναι τα σπονδυλωτά ζώα με το μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής στον κόσμο, καθώς μπορούν να κολυμπούν στα παγωμένα νερά της Αρκτικής επί... 400 χρόνια, σύμφωνα με νέα έρευνα που δόθηκε στη δημοσιότητα.

Τα πλάσματα αυτά δεν μεγαλώνουν παρά μόνο ένα εκατοστό κάθε χρόνο και...
η αργή ανάπτυξή τους συμβάλλει στην απίστευτη μακροβιότητά τους. Ζουν εκατοντάδες χρόνια περισσότερα από τους άλλους "πρωταθλητές" της μακροζωίας, τις χελώνες των νησιών Γκαλαπάγκος και τις φάλαινες της Γροιλανδίας.

Μόνο ένα είδος στον κόσμο (αλλά όχι σπονδυλωτό) έχει μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής: το μύδι της Ισλανδίας, που μπορεί να φτάσει τα 507 χρόνια, τονίζεται στη μελέτη που δημοσιεύεται στην επιστημονική επιθεώρηση Science.

Ο καρχαρίας της Γροιλανδίας, ή Σομνιόσος ο μικροκέφαλος, όπως είναι η επιστημονική ονομασία του, είναι το μεγαλύτερο ψάρι της Αρκτικής. Παραμένει μάλιστα "έφηβος" για πολλές δεκαετίες, αφού χρειάζεται 150 χρόνια για να φτάσει στη σεξουαλική ωριμότητα.

Η έρευνα αυτή βασίστηκε σε μετρήσεις που έγιναν με τη μέθοδο του άνθρακα 14 στα μάτια 28 θηλυκών καρχαριών που αλιεύτηκαν κατά λάθος. Οι επιστήμονες εξάγουν συμπεράσματα για την ηλικία των καρχαριών εντοπίζοντας στους ιστούς τους ίχνη ραδιενέργειας από τις πυρηνικές δοκιμές που γίνονταν από τη δεκαετία του 1950.

Οι δύο μεγαλύτεροι καρχαρίες που μελετήθηκαν είχαν μήκος 4,93 μέτρα και 5,02 μέτρα. Οι ερευνητές υπολόγισαν ότι ήταν ηλικίας "περίπου 335 ετών και 392 ετών αντίστοιχα". Ο γηραιότερος θηλυκός καρχαρίας που αλιεύτηκε κατά λάθος είχε γεννηθεί ενώ στη Γαλλία βασίλευε ακόμη ο Λουδοβίκος ΙΓ΄!

ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ - Το δαιμόνιο του Σωκράτη

Το δαιμόνιον στην αρχαία Ελλάδα σήμαινε ο Ανώτερος Αγαθός θεϊκός εαυτός (Νους) η ο κατώτερος θνητός εαυτός (πνεύμα).

O Ερμής Τρισμέγιστος χιλιάδες χρόνια πριν μας είπε:

Υπάρχει ο Νους και το πνεύμα

Αρχή δε όλων είναι ή διανοητική ουσία, που είναι η μόνη σε επαφή με τον Λόγο.
Ο Λόγος της είναι σαν σύμβουλος.

Ψυχή λοιπόν είναι ουσία αυτοτελής, είναι η νόηση, ο διανοητικός Λόγος της ουσίας, είναι η γνώση των λογισμών που κάνουμε, διαμέσου της ουσίας της ψυχής του Λόγου, και παρέχουν στο άλογο μέρος της ψυχής την ηχώ ως φωνή σε εμάς.

ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ
Το δαιμόνιο του Σωκράτη

«… αντιλαμβάνομαι μέσα μου κάτι σαν σημείον θείον και υπερφυσικόν… Τούτο δε, το οποίον ήρχισεν από την παιδικήν μου ηλικίαν, είναι έν είδος φωνής, η οποία ομιλεί και πάντοτε μεν
με αποτρέπει, από τούτο το οποίον μέλλω να πράξω, ουδέποτε δε με προτρέπει …»

Πλάτωνος Απολογία του Σωκράτους 31cd

Το «δαιμόνιο» του Σωκράτη είναι το θέμα που θα μας απασχολήσει σε αυτό το άρθρο. Ένα αίνιγμα της αρχαιότητας, που υφαίνεται μαζί με την φιλοσοφία στη ζωή αυτού του παράξενου ανθρώπου, ο οποίος άσκησε τεράστια επίδραση στη φιλοσοφική σκέψη.

Η ζωή του Σωκράτη είναι λίγο πολύ γνωστή σε όλους μας όσο και ο τραγικός θάνατός του. Δεν απομακρύνθηκε ποτέ από την Αθήνα. Δεν θέλησε να απομακρυνθεί ούτε από τη φιλοσοφία και να αρνηθεί τα όσα δίδαξε. Έτσι ήπιε ήρεμα το κώνειο συζητώντας τις τελευταίες ώρες της ζωής του μαζί με τους μαθητές του για τη φύση και τον προορισμό της ανθρώπινης ψυχής στην πορεία της μετά το θάνατο. Με το θάνατό του επιβεβαίωσε τη φιλοσοφία του και φόρεσε το στεφάνι του μάρτυρα της «ελεύθερης σκέψης» (1).

Τι ήταν όμως το δαιμόνιο του Σωκράτη; Πώς μπορούμε να το προσεγγίσουμε; Και πώς συμβιβαζόταν η επίδρασή του στον Σωκράτη, αφού όπως είναι γνωστό ο φιλόσοφός μας ήταν και ένας δάσκαλος της διαλεκτικής και έψαχνε την αλήθεια με λογική, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος στο πασίγνωστο βιβλίο του περί του Σωκράτους Δαιμονίου;

Πάμπολλες είναι οι αναφορές στο δαιμόνιο του Σωκράτη. Ήδη έχουμε βάλει κάτω από τον τίτλο του άρθρου ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την Απολογία του Σωκράτους του Πλάτωνα. Απολογία ως γνωστόν έγραψε και ο Ξενοφώντας, ο οποίος αναφέρει επίσης το δαιμόνιο. Μάλιστα ενώ γενικά επικρατεί στους διάφορους συγγραφείς η πιο παραδεκτή αντίληψη ότι το Δαιμόνιο «απέτρεπε» το Σωκράτη από το να προβεί σε κάποια ενέργεια, κατά τον Ξενοφώντα, και τον προέτρεπε. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Απολογία του επίσης κατά τον Ξενοφώντα ο Σωκράτης εμφανίζεται να λέει στους δικαστές «εξαγγείλας εις πολλούς εκ των φίλων μου τας συμβουλάς του θεού, ουδέποτε απεδείχθην ψευδόμενος» (Ξενοφώντος Απολογία Σωκράτους ΙΙ,13).

Έτσι υπήρχε λοιπόν ένα πρόβλημα αρκετά έντονο για τους αρνητές ή επικριτές του δαιμονίου του Σωκράτη. Από τη μία το κατέκριναν από την άλλη όμως δεν είχε αποδειχθεί ποτέ ότι έλεγε ψέματα. Ο Πλούταρχος μάλιστα αναφέρει την περίπτωση μιας μάχης στην Πάρνηθα: μια ομάδα ιππέων σκοτώθηκαν, γιατί δεν ακολούθησαν το δρόμο που τους οδηγούσε ο Σωκράτης. Το δαιμόνιο τον απέτρεπε να πάει από το δρόμο όπου φαίνεται ότι τους περίμεναν οι εχθροί. Όσοι δεν τον άκουσαν πήγαν από αυτόν το δρόμο και σκοτώθηκαν. Τότε, σημειώνει ο Πλούταρχος, έγινε πολύς θόρυβος στην Αθήνα για το δαιμόνιο του Σωκράτη. Επίσης ο Σωκράτης είχε προαναγγείλει τη μεγάλη καταστροφή των Αθηναίων στη Σικελία. Εδώ παρεμπιπτόντως να σημειώσουμε την υποκρισία που επικρατεί και στην «ορθολογιστική» εποχή μας. Όλοι κατακρίνουν, και δήθεν απορρίπτουν, τη δυνατότητα πρόγνωσης του μέλλοντος, αλλά ταυτόχρονα βλέπουμε συνεχώς διαφημίσεις για αστρολογία, μέντιουμ και πολλά άλλα που δείχνουν ότι ο πολύς κόσμος ασχολείται, άσχετα με τις επικρίσεις οι οποίες συνυπάρχουν με … τις διαφημίσεις.

Όμως ας επανέλθουμε στις αναφορές για το θέμα μας. Ο Ξενοφώντας εμφανίζει το δαιμόνιο του Σωκράτη ως έναν τρόπο μαντικής, με τον οποίο ήταν προικισμένος ο γέρο σειληνός φιλόσοφος. Το χάρισμα αυτό του το έδωσαν οι θεοί και κατά τον Ξενοφώντα πρέπει να το παραδεχθεί όποιος παραδέχεται και άλλους τρόπους μαντικής.

Όμως δεν αναφέρονται μόνο ο Ξενοφών και ο Πλούταρχος στο δαιμόνιο του Σωκράτη. Πάρα πολλές φορές αναφέρεται σ’ αυτό και ο θείος φιλόσοφος Πλάτωνας. Σαν άμεσος μαθητής του Σωκράτη δίνει αρκετές πληροφορίες για το θέμα από «πρώτο χέρι» όπως θα λέγαμε σήμερα. Μερικές είναι απλές αναφορές στο δαιμόνιο, το οποίο, ως συνήθως, δεν αφήνει το Σωκράτη να κάνει κάτι όπως: στον Ευθύδημο (272 Ε). Παρόμοια στον Φαίδρο (242 Β). Στο Θεαίτητο (151 Α) το δαιμόνιο εμφανίζεται σαν θεία φωνή που αποτρέπει το Σωκράτη σε κάποιες συναναστροφές. Στην Πολιτεία (βιβλίο ΣΤ 496c) ο Σωκράτης εμφανίζεται να λέει ότι το φαινόμενο που εμφανίζεται σ’ αυτόν δεν έχει τύχει σε κανέναν άλλο.

Όμως και στον Κρατύλο ασχολείται ο Πλάτωνας προσπαθώντας να δώσει την ετυμολογία της λέξης δαίμων. Θεωρεί ότι έχει σχέση με τη γνώση, τη σοφία και τη φρόνηση. Έτσι λέει ότι οι άνθρωποι του «χρυσού γένους», του Ησίοδου, ονομάζονται από τον ποιητή δαίμονες πνεύματα αγνά γιατί ήταν συνετοί και σοφοί (δαήμονες).

SocratesΕδώ να σημειώσουμε ότι για την προσέγγιση του φαινόμενου του δαιμόνιου του Σωκράτη έχει σημασία και η εννοιολογική προσέγγιση της λέξης. Στην αρχαία εποχή η λέξη δαίμων και δαιμόνιο δεν είχε τη σημερινή σημασία. Περισσότερο χαρακτήριζε ένα πνεύμα της φύσης, μια οντότητα μεταξύ θεών και ανθρώπων. Πολλές φορές σήμαινε ένα προστατευτικό πνεύμα. Στον Μύθο του Ηρός στο δέκατο κεφάλαιο της Πολιτείας, ο Πλάτωνας εμφανίζει τις ανθρώπινες ψυχές να διαλέγουν το «δαίμονα», ο οποίος θα τις συνοδεύει στην επόμενη ζωή τους. Σήμερα θα λέγαμε το «φύλακα άγγελό» τους, μια και αυτό το ον θα συνοδεύει την κάθε ψυχή στην ενσάρκωσή της.

Με την επικράτηση του χριστιανισμού η λέξη δαίμων και δαιμόνιο αποκτούν τη σημερινή σημασία που είναι φορτισμένη αρνητικά. Αυτό έγινε, επειδή οι θεοί των αρχαίων, και γενικότερα όλα τα αόρατα όντα ανώτερα και κατώτερα στα οποία αναφέρονταν, θεωρήθηκαν κακοί και κακά. Όμως δεν υπάρχει καμία αναφορά που να δείχνει ότι ήταν έτσι. Θα είμαστε πιο κοντά στην αλήθεια αν διακρίναμε ότι για τους αρχαίους το καλό και το κακό συνυπάρχουν και πιο πολύ έγκειται στον άνθρωπο να διαλέξει το καλό παρά το ότι για τα λάθη του ευθύνονται κακοποιοί δαίμονες. Πολύ περισσότερο μάλιστα στην περίπτωση του Σωκράτη όπου έχουμε έναν φιλόσοφο μεγάλου ύψους, με τεράστια διαλεκτική ικανότητα και παράδειγμα τρόπου ζωής και θανάτου. Κάτι άλλο λοιπόν συνέβαινε με το δαιμόνιο του Σωκράτη. Θα προσπαθήσουμε να το εξετάσουμε με βάση αυτά που γράφει ο Πλούταρχος στο βιβλίο που έχουμε ήδη αναφέρει, το «Περί Σωκράτους Δαιμονίου». Και μάλιστα έχοντας υπόψη ότι η τοποθέτηση του Πλούταρχου βρίσκεται πολύ κοντά στην εσωτερική άποψη της διαχρονικής εσωτερικής φιλοσοφίας (εσωτερισμού).

«Τι πρέπει να παραδεχθώμεν, φίλτατέ μου, περί του δαιμονίου του Σωκράτους; Πρόκειται περί ψεύδους ή τι πρέπει να υποθέσωμεν; Διότι εκ των περί Πυθαγόρου λεγομένων περί μαντικών δυνάμεων, ουδέν μου εφάνη τόσο μέγα και θείον, (όσον τα περί Σωκράτην). Διότι απαράλλακτα όπως ο Όμηρος έχει ποιήσει την Αθηνάν, παρισταμένην παρά τον Οδυσσέα κατά τας παντοειδείς δυσκόλους περιστάσεις του βίου του, κατά τον αυτόν τρόπον φαίνεται ότι το δαιμόνιον επισυνήψεν εις τον Σωκράτην, εξ αρχής του βίου του, ως προηγεμόνα της οδού του βίου του, κάποιαν οπτασίαν, «η οποία μόνη προπορευομένη ρίπτει φως» επί των αδήλων πραγμάτων και καθ’ ας περιστάσεις η ανθρώπινη φρόνησις δεν είναι επαρκής, ώστε δια του συλλογισμού να αποφανθή».

Με αυτό το απόσπασμα αρχίζουν σε αυτό το έργο του Πλουτάρχου οι συζητητές τον διάλογο προκειμένου να συμπεράνουν τι ήταν το δαιμόνιο του Σωκράτη. Ένας από τους συνομιλητές προσπαθεί να το τοποθετήσει στα μαντικά «σημεία» τα οποία δέχονταν οι αρχαίοι. Έτσι λέει ότι πρέπει να ήταν ή πταρμός ή «κληδών». Ο πταρμός ανάλογα με τον τρόπο και το χρόνο που γινόταν είχε κάποια σημασία για τους αρχαίους. Αυτό επέζησε μέχρι τις μέρες μας και στον απλό λαό κι έτσι όταν κάποιος πταρνίζεται του λένε ότι κάποιοι θα τον συζητούν. Ακόμα οι διάφορες «γητιές» που γίνονται για το «κακό μάτι» όταν συνοδεύονται από πταρμό θεωρείται ότι «πιάνουν». Στον Όμηρο (Οδύσσεια Ρ 545-550) διαβάζουμε:

Έτσι είπε κι ο Τηλέμαχος φταρνίστηκε με κρότο, που όλο το σπίτι αντήχησε.

Γέλασε η Πηνελόπη κι έτσι είπε ευτύς στον Εύμαιο με πεταχτά της λόγια «τρέχα, τον ξένο φώναξε και φερ’ τονε μπροστά μου.

Δεν είδες πώς φταρνίστηκε στα λόγια που είπα ο γιός μου;

Δοιλεί πώς χάρος άσφαλτος θα λάχει στους μνηστήρες!

Οι κληδόνες ήταν πάλι ήχοι, λέξεις, φωνές ή φράσεις που θεωρούνταν σαν οιωνοί-προμηνύματα.* Όμως δεν γίνεται δεκτό ότι ο Σωκράτης θα καθοδηγούνταν από ένα τέτοιο κατώτερο είδος μαντείας. Γίνεται μια σκιαγράφηση του χαρακτήρα του από έναν από τους συζητητές: Είχε βεβαιότητα και άκαμπτη δύναμη που πήγαζαν από μια πολλή δυνατή κρίση, παρέμεινε πτωχός με τη θέλησή του σ’ όλη του τη ζωή, δεν απομακρύνθηκε από τη φιλοσοφία παρά τα όσα εμπόδια και όταν έφθασε η στιγμή του τέλους, ενώ μπορούσε να διαφύγει δεν το έκανε. Έτσι δεν μπορεί ένας τέτοιος άνθρωπος να αλλάζει τη γνώμη του από «κληδόνες και πταρμούς».

Έτσι οι συζητητές του Πλουτάρχου προσπαθούν να βρουν κάποια άλλη λύση. Με τέχνη ο Πλούταρχος βάζει έναν πυθαγόρειο, το Θεάνορα, μέσα στο διάλογο. Είχε πάει στη Θήβα όπου γίνεται η συζήτηση για το δαιμόνιο του Σωκράτη για να αποδώσει τις νεκρικές τελετές που άρμοζαν σε έναν άλλο πυθαγόρειο το Λύσι ο οποίος είχε πεθάνει εκεί. Ο συγγραφέας τον εμφανίζει να επικοινωνεί με το «δαιμόνιο» του Λύσιδος. Φαίνεται ότι οι Πυθαγόρειοι είχαν αρκετές γνώσεις των αόρατων κόσμων. Αποκαλύπτει ο Πλούταρχος ότι μπορούσαν να επικοινωνήσουν με την «ψυχή» ενός συντρόφου τους που είχε πεθάνει μέσω των ονείρων. Ο Πυθαγόρειος λοιπόν κάνει μια ανάπτυξη και τονίζει τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου, ο οποίος επικοινωνεί με τις λεπτές διαστάσεις. Είναι αυτός, ο οποίος αντιμετωπίζει όλα αυτά που τραβούν την ψυχή προς όλες τις κατευθύνσεις (εδώ κι εκεί), έχει αυτοέλεγχο, ο νους του είναι καθαρός και απαθής και έτσι έχει τη δυνατότητα να ακούει κάποιες άλλες «φωνές» εκτός από αυτές του θορύβου της καθημερινής ζωής. Ο Σωκράτης εμφανίζεται σαν ένας από αυτούς. Μάλιστα τονίζεται ότι «μόλις ανεμίγνυεν εαυτόν με το σώμα προς συμμετοχήν των αναγκαιούντων δια την διατήρησιν του εν τη ζωή, ήτο εξαίρετος δέκτης των θείων ενδείξεων …»

Ακόμη αναφέρεται ότι ο Σωκράτης, όταν κάποιοι ισχυρίζονταν κάτι σχετικά με οράματα, δεν έδινε μεγάλη σημασία. Όταν όμως κάποιος έλεγε ότι άκουσε κάποια «φωνή», τότε τον άκουε προσεκτικά και προσπαθούσε να μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα. Φαίνεται ότι διέκρινε την ομοιότητα με τη δική του περίπτωση. Πρωταγωνιστικό ρόλο στη συζήτηση αναλαμβάνει ο Σιμμίας ο οποίος είχε ζήσει αρκετά χρόνια δίπλα στον Σωκράτη και είχε ακούσει πολλές διδασκαλίες απ’ αυτόν.

Μπορούμε να χωρίσουμε το υπόλοιπο του διαλόγου σε δύο μέρη. Στο ένα θίγεται το θέμα της ύπαρξης των αόρατων οντοτήτων, οι οποίες επικοινωνούν με τον άνθρωπο με μια λάμψη του νου ή με σύμβολα. Αλλά αυτές οι άηχες «νοητικές φωνές» δεν βρίσκουν απήχηση σε όλους τους ανθρώπους, αλλά μόνο σε όσους έχουν «το ήθος αθόρυβον και ήσυχον την ψυχήν». Αυτούς τους ανθρώπους αποκαλούμε άγιους ή θείους.

Στο δεύτερο μέρος αναφέρεται ο μύθος του Τιμάρχου του Χαιρωνέως, ο οποίος πέρασε μέσω του μαντείου Τροφωνίου «στον άλλο κόσμο» και επέστρεψε. Διηγήθηκε δε όλα όσα είδε. Αυτός ο μύθος παρόμοιος με αυτούς που έχει τοποθετήσει ο Πλάτωνας στο Γοργία, στο Φαίδωνα και στο μύθο του Ηρός, που εκθέτει στο τελευταίο κεφάλαιο της Πολιτείας, περιέχει πολλές γνώσεις σχετικά με τους αόρατους κόσμους. Αλλά περιέχει και σημαντικές διδασκαλίες και γνώσεις για τα αόρατα σώματα του ανθρώπου. Έτσι μεταξύ άλλων ο Τίμαρχος εμφανίζεται να λέει ότι το ανώτερο μέρος του ανθρώπου βρίσκεται έξω και πάνω από τον άνθρωπο. Λίγοι κατορθώνουν να επικοινωνούν με αυτό. Όσοι επικοινωνούν σωστά το αποκαλούν δαίμονα. Είναι δε αυτό το μέρος που καθορίζει την τύχη των ψυχών των ανθρώπων. Έτσι ακολουθώντας το παράδειγμα του Πλάτωνα ο Πλούταρχος τοποθετεί στο κατάλληλο σημείο ένα μύθο για να δώσει λύση στο θέμα (2).

Θα προσπαθήσουμε τώρα να προσεγγίσουμε το θέμα του δαιμονίου του Σωκράτη με βάση τον εσωτερισμό.

Σύμφωνα με τις διδασκαλίες του παγκόσμιου εσωτερισμού ο κόσμος μας αποτελείται από τα λεγόμενα τέσσερα στοιχεία: γη, νερό, αέρα και φωτιά (3). Κάθε ένα από αυτά αποτελεί μια σφαίρα και έτσι μπορούμε να πούμε ότι ο κόσμος μας αποτελείται από τέσσερις σφαίρες γης - νερού - αέρα - φωτιάς που διασταυρώνονται. Ανάπτυξη αυτής της γνώσης συναντάμε στον Τίμαιο του Πλάτωνα. Το σημαντικό για το θέμα μας είναι ότι σε αυτήν τη θεώρηση του κόσμου για κάθε σφαίρα ή επίπεδο της φύσης υπάρχουν και οι αντίστοιχοι κάτοικοι. Πρόκειται για τα λεγόμενα πνεύματα της φύσης ή στοιχειακά (4). Δεν αποκλείεται λοιπόν ένα τέτοιο ον να ήταν το δαιμόνιο του Σωκράτη. Η επαφή ανάμεσα στα επίπεδα και τους κατοίκους τους σε γενικές γραμμές είναι αδύνατη, αλλά δεν αποκλείεται εντελώς. Φαίνεται ότι ο Σωκράτης, πιθανόν λόγω κάποιας σπάνιας ευαισθησίας, μπορούσε να έχει επαφή με κάποιο τέτοιο ον των αόρατων κόσμων και μπορούσε να αποκωδικοποιήσει τα μηνύματα που του έστελνε. Ο κόσμος μας λοιπόν δεν κατοικείται μόνο από τα γνωστά βασίλεια της φύσης που μας μαθαίνει η κατεστημένη παιδεία και επικοινωνούμε με τις αισθήσεις. Υπάρχουν και άλλα αόρατα όντα ανώτερα και κατώτερα τα οποία αναφέρονται σε όλες τις χώρες του κόσμου με διάφορα ονόματα: νάνοι, νεράιδες, νύμφες, δέβα, κάμι, ξωτικά κ.α. (5) Πίσω από αυτά τα γενικά ονόματα κρύβονται αλήθειες για όσους ενδιαφέρονται να ψάξουν.

Ας έλθουμε τώρα στον άνθρωπο. Και ο άνθρωπος ως ον αποτελείται από τα τέσσερα στοιχεία, τα οποία συνθέτουν μια τετραπλή προσωπικότητα. Και Socratesπιο πάνω από αυτήν υπάρχει το Εγώ το οποίο είναι τριπλό και ενιαίο ταυτόχρονα (6). Το Άτμα των Ινδών, το Ατμού των Αιγυπτίων, το Άτομο των Αρχαίων Ελλήνων. Αυτή είναι μια δυική προσέγγιση. Εγώ και προσωπικότητα, ανώτερος και κατώτερος άνθρωπος. Γενικά ο άνθρωπος λειτουργεί με τη συνείδηση της τετράδας, που την εκπροσωπεί ο νους και εκφράζεται με το φυσικό εγκέφαλο. Όμως υπάρχει και η «φωνή» του Εγώ την οποία πολύ λίγοι άνθρωποι μπορούν να ακούσουν. Πρόκειται γι’ αυτούς που μέσω της απάρνησης των εγκοσμίων και της ανάπτυξης της ανιδιοτελούς συνείδησης μπόρεσαν να ανυψωθούν πιο πάνω από τον κοινό άνθρωπο. Παράλληλα βάδισαν ένα δρόμο άσκησης του εαυτού τους και προσφοράς στο σύνολο. Σ’ αυτούς τους ανθρώπους αρχίζουν σιγά σιγά να αναπτύσσονται ανώτερες αισθήσεις, οι οποίες συλλαμβάνουν μηνύματα από λεπτότερες σφαίρες και την ίδια τη φωνή του Εγώ της ανώτερης πνευματικής συνείδησης. Ο νους τους λειτουργεί σαν δέκτης και αισθάνονται σαν να «ακούν φωνές» που τους μεταδίδουν κάτι. Μια τέτοια περίπτωση φαίνεται ότι πιθανόν να ήταν ο Σωκράτης. Αυτά που διαβάσαμε στην αρχή του άρθρου συνηγορούν σ’ αυτό. Ας προσθέσουμε εδώ και την περίπτωση των μαντείων όπου οι Πυθίες έπρεπε να είναι αγνές και να μπορούν να ανυψώσουν τη συνείδησή τους σε ψηλότερες σφαίρες.

Το «δαιμόνιό» του δηλαδή δεν αποκλείεται να ήταν τίποτε άλλο από το ίδιο το ανώτερο Εγώ του με το οποίο κατόρθωνε να έρθει σε μια μορφή επαφής.

Τέλος να σημειώσουμε ότι σήμερα στην ιατρική γίνεται δεκτό ότι κάποιοι άνθρωποι αισθάνονται σαν να «ακούν φωνές» και πρόκειται για παθολογικές καταστάσεις. Αυτοί οι άνθρωποι, για κάποιους λόγους και μια ιδιαίτερη ανεξέλεγκτη ευαισθησίαχρήση ναρκωτικών, μέθη, ψυχικές αρρώστιες έχουν επαφή με τους αόρατους κόσμους συνήθως με τους κατώτερους, γιατί γενικά οι κόσμοι χωρίζονται σε κατώτερα και ανώτερα επίπεδα. Αυτού του είδους η επαφή είναι ανεξέλεγκτη και συνήθως προκαλεί προβλήματα σε όσους εμφανίζεται. Αυτό είναι ένα φαινόμενο, το οποίο σήμερα το αντιμετωπίζει η ψυχιατρική. Στο μεσαίωνα όποιους παρουσίαζαν κάτι τέτοιο τους έκαιγαν. Στην περίπτωση του Σωκράτη συνέβαινε μεν κάτι ανάλογο, αλλά δεν του δημιουργούσε πρόβλημα. Σίγουρα δεν θα ήταν μια παθολογική κατάσταση. Εδώ ας θυμηθούμε και τους διάφορους προφήτες της Βίβλου και τους «αγίους» διαφόρων θρησκειών, οι οποίοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο άκουσαν τη φωνή του Θεού τους και δεν καταδικάστηκαν, αλλά αγιοποιήθηκαν.

Με αυτά τα λίγα πράγματα θίξαμε απλώς το θέμα του δαιμονίου του Σωκράτη. Ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται θα ψάξει και θα βρει πολλά και ενδιαφέροντα σχετικά με αυτό. Αλλά την καλύτερη εξήγηση την έδωσε ο ίδιος ο Σωκράτης. Γιατί με τη ζωή και το παράδειγμά του δεν μας αφήνει να έχουμε προκαταλήψεις ως προς το «παραψυχολογικό φαινόμενο» που τον συνόδευε σ’ όλη του τη ζωή. Σίγουρα ήταν ένα ανώτερο πνεύμα ή η ίδια η φωνή του ανώτερου Εγώ του. Και ο ίδιος ήταν ένας μεγάλος φιλόσοφος και ένας μάρτυρας της ελεύθερης σκέψης με παγκόσμια αναγνώριση.
----------------------
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ

* «κληδών» σημαίνει λέξεις η φράσεις τυχαίες που ακούγονται κατά τη διάρκεια μαντικών τελετών και στις οποίες δίνεται έπειτα προφητική σημασία» Βλέπε Άλκη Κυριακίδου Νέστορος «Οι 12 μήνες τα Λαογραφικά», σελ. 81., εκδ. Μάλλιαρη παιδεία.

Επίσης Βλ. Μέγα λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης. Henry G. liddell- Robert Skott ,σελ. 728, εκδ. Ιωάννης Σιδέρης.
------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Βλέπε άρθρο στο περιοδικό Νέα Ακρόπολη Τεύχος 61, «Οι διωγμοί κατά των φιλοσόφων».

(2) Δύο παρόμοιους εσχατολογικούς μύθους συναντάμε και σε άλλα δύο έργα του Πλουτάρχου. Στο «Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της σελήνης» και «Στον Παραμυθητικό προς Απολλώνιο».

(3) Βλ. άρθρο στο περιοδικό ΝΑ. «Τα 4 στοιχεία», τεύχος 31

(4) Βλ. βιβλίο Τα Πνεύματα της Φύσης, εκδ. ΝΑ

(5) Περιοδικό Ν. Ακρόπολη, τεύχος 8ο.

(6) Το 4 με το 3 μας δίνουν το 7 και έτσι έχουμε την επταπλή δομή του ανθρώπου. Βλ. Θεμελιώσεις του εσωτερισμού τ. 1 εκδ. Νέα Ακρόπολη
---------------------
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Πλουτάρχου «Περί Σωκράτους Δαιμονίου»
Πλάτωνος «Απολογία Σωκράτους»
Πλάτωνος «Κρατύλος»
Πλάτωνος «Θεαίτητος»
Πλάτωνος «Φαίδρος»
Πλάτωνος «Ευθύδημος»
Πλάτωνος «Πολιτεία»
Ξενοφώντος «Απολογία Σωκράτους»
Ξενοφώντος «Απομνημονεύματα»
Πλουτάρχου «Περί Ίσιδος και Οσίριδος»
Για τη σημασία της λέξης δαίμων βλ. στη δίγλωσση έκδοση του Ινστιτούτου Θερβάντες Τόμος ΙΙ-ΙΙΙ (1987-1988) σελ. 194 σημ. 2

Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΓΙΑ ΑΠΟΛΑΥΣΗ

Ας δούμε τώρα πιο αναλυτικά πως λειτουργεί ο εγωικός μηχανισμός της επιθυμίας και της απόλαυσης. Η γνώση αυτή θα μας κάνει πιο ικανούς να αντιμετωπίσουμε το εγώ και τις επιθυμίες και να τα εξαλείψουμε από το ψυχισμό μας. Απαιτείται βέβαια συνεχής επαγρύπνηση και αυτοπαρατήρηση καθώς και σταθερή αποφασιστικότητα και θέληση να απαλλαγούμε από αυτές της χαμηλής δόνησης ενέργειες που εν αγνοία μας ή όχι θρέψαμε και αναπτύξαμε στον ψυχισμό μας.

Το εγώ και οι επιθυμίες αναπτύσονται με την ταύτιση, τη φαντασία, την προβολή και τη σύνδεση των εμπειριών μεταξύ τους.

Αν είμασταν συνεχώς σε επαγρύπνηση και απορροφημένοι στην εσωτερική μας Αλήθεια, ο εγωικός μηχανισμός της επιθυμίας και της απόλαυσης δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει. Σε αυτή την κατάσταση αυτεπίγνωσης της εσωτερικής μας Αλήθειας θα βιώναμε συνεχώς την πληρότητα, την ειρήνη και την ευδαιμονία της αληθινής μας ύπαρξης που η φύση της είναι αιώνια Ύπαρξη, Συνειδητότητα, Ευδαιμονία.

Σήμερα όμως καθώς ο εγωικός μηχανισμός έχει δυναμώσει υπερβολικά στον ψυχισμό μας μια τέτοια συνεχής απορρόφηση στο κέντρο της συνειδητότητας μας είναι αδύνατη.

Το εγώ από τη φύση του οδηγεί την επίγνωση μας προς τα έξω και προς τα κάτω ώστε να μπορέσει να γευτεί τα αντικείμενα των αισθήσεων. Το εγώ έχει ταμασική και ρατζασική φύση. Η ταμασική δόνηση κοιμίζει και θολώνει την διάνοια ενώ η ρατζασική την στρέφει προς τα αντικείμενα. Έτσι αντί η διάνοια να είναι ήρεμη, διαυγής, αντιληπτική και να προσηλώνεται στο εσωτερικό μας φως, ακολουθεί τις επιταγές της επιθυμίας και στρέφεται προς τα αντικείμενα των αισθήσεων, με αποτέλεσμα αντί να βιώνουμε την ευδαιμονία της Ύπαρξης, να βιώνουμε την ψευδαίσθηση των απολαύσεων μαζί με πολύ πόνο και δυστυχία.

Μέσα από πνευματική άσκηση όμως είναι δυνατόν να απαλλαγούμε από το εγώ και τις επιθυμίες και να επανακτήσουμε την ελευθερία, την ειρήνη και την ευδαιμονία που είναι η πραγματική μας φύση.

Για να εξηγήσω τον μηχανισμό της επιθυμίας θα χρησιμοποιήσω ως παράδειγμα τη λαιμαργία, γιατί είναι αυτό που όλοι έχουμε και από τα πιο δύσκολα να εξαλείψουμε, καθώς σχετίζεται με την επιβίωση μας. Αν θέλαμε για παράδειγμα να κόψουμε το τσιγάρο αλλά και να απαλλαγούμε από το αντίστοιχο εγώ και το ενεργειακό πεδίο που έχουμε δημιουργήσει σχετικά με αυτό θα ήταν πιο εύκολο (το πόσο δύσκολο ή εύκολο είναι σχετικό και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες) γιατί δεν είναι απαραίτητο να ξαναπιούμε τσιγάρο για να ζήσουμε. Όμως καθώς είμαστε υποχρεωμένοι να τρώμε καθημερινά η λαιμαργία έχει την δυνατότητα να τρέφεται και να διατηρείται στον ψυχισμό μας μέσα από την εμπειρία του καθημερινού φαγητού.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι το εγώ τρέφεται με την φαντασία, την ταύτιση και την προβολή της απόλαυσης στα αντικείμενα (δεν υπάρχει απόλαυση στα αντικείμενα). Ο νους προβάλει την απόλαυση σε αυτά και δημιουργεί μια σύνδεση ανάμεσα στο αντικείμενο και το αισθητήριο ερέθισμα που παίρνει από αυτό με την απόλαυση και την ικανοποίηση που προβάλει σε αυτό. Σε αυτή την υπνωτική κατάσταση ταύτισης κάθε φορά που έχουμε την ίδια ή παρόμοια εμπειρία απόλαυσης αυτός ο σύνδεσμος μεταξύ αντικειμένου και απόλαυσης δυναμώνει καθώς και η καταγραφή τους στο υποσυνείδητο ως ενργειακό πεδίο. Αυτά γίνονται μια ψυχολογική οντότητα μέσα μας και λειτουργούν ανεξάρτητα από τη συνειδητή μας θέληση και την λογική μας.

ΠΩΣ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΕΙΤΑΙ Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥ

Ο μηχανισμός της επιθυμίας λειτουργεί μόνο σε αυτούς που ο ψυχισμός τους είναι μολυσμένος από το εγώ και τις επιθυμίες και όχι στους φωτισμένους.

Οι φωτισμένοι που είναι ελεύθεροι από τις επιθυμίες και το εγώ βιώνουν συνεχώς την πληρότητα και την ευτυχία του πνεύματος. Το υποσυνείδητο τους είναι καθαρό από μνήμες, εγώ, επιθυμίες κ.λπ. και τα αισθητηριακά ερεθίσματα που φθάνουν σε αυτούς μέσω των αισθήσεων δεν προκαλούν καμία αλλαγή στην συνειδητότητας τους.

Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΜΕΣΩ ΚΑΠΟΙΟΥ ΕΡΕΘΙΣΜΑΤΟΣ:

Το ερέθισμα αυτό μπορεί να είναι:

1. ΕΡΕΘΙΣΜΑ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ: Η επιθυμία ενεργοποιείται από κάποιοαισθητήριο ερέθισμα που φτάνει στο νου μέσω των αισθήσεων, (εικόνα, ήχος, οσμή, αφή, γεύση). Οποιοδήποτε εικόνα, ήχος, οσμή κ.λπ. οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να διεγείρει την ορμή της επιθυμίας η οποία κυριαρχεί στον ψυχισμό και μας ψυχαναγκάζει να την ικανοποιήσουμε.

2. ΕΡΕΘΙΣΜΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ: Η επιθυμία ενεργοποιείται μέσω της ανάμνησης κάποιου αντικειμένου απόλαυσης, που εμαφανίζεται στον νου ως σκέψη, εικόνα, συναίσθημα, απόλαυση.

Αμέσως μετά το ερέθισμα και την ενεργοποίηση της επιθυμίας μπορούν να συμβούν τα παρακάτω:

1. ΤΑΥΤΙΣΗ-ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ.
2. ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΝ ΘΑ ΤΗΝ ΕΚΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ Ή ΟΧΙ.
3. ΑΜΕΣΗ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΜΗ ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ.

1. ΤΑΥΤΙΣΗ-ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ

Σε αυτή την πρώτη περίπτωση ανήκει η πλειοψηφία της ανθρωπότητας. Το εγώ και οι επιθυμίες χρησιμοποιούν το ενεργειακό πεδίο, τα όργανα και τις λειτουργίες του σώματος για να εκδηλωθούν.
Ο άνθρωπος σε ατή την περίπτωση ασυνείδητα υπακούει στην παρόρμηση του εγώ και της επιθυμίας, χωρίς να το καταλάβει. Δεν έχει καμία επίγνωση τι πραγματικά συμβαίνει στο ψυχισμό του. Ψυχαναγκαστικά και παρά τη θέληση του οδηγείται από την ορμή της επιθυμίας προς το αντικείμενο της απόλαυσης. Το χειρότερο είναι ότι νομίζει πως η επιθυμία και η εκπλήρωση της είναι δική του επιλογή.

Σε περίπτωση που δεν υπάρχει εκείνη τη στιγμή η δυνατότητα να εκπληρωθεί η επιθυμία για διάφορους λόγους, τότε αναβάλεται η εκπλήρωση της για αργότερα.

Ταυτόχρονα με την επιθυμία εγείρεται η ανησυχία και ο φόβος μήπως για κάποιο λόγο ματαιωθεί η εκπλήρωση της. Επίσης όταν κάτι ή κάποιος μπουν εμπόδια στην εκπλήρωση της, η ίδια η επιθυμία μεταμορφώνεται σε θυμό και επιτίθεται σε αυτόν που την εμποδίζει να πραγματοποιηθεί.

Ο φόβος και ο θυμός είναι τα πρώτα παιδιά που γεννιούνται με την επιθυμία, μαζί με την προσκόλληση και την απληστία. Προσκόληση είναι η κατάσταση στην οποία υποφέρω και στην ιδέα ότι μπορεί να χάσω αυτό που μου δίνει απόλαυση. Απληστία είναι η κατάσταση στην οποία νοιώθω ψυχαναγκαστικά να έχω όλο και περισσότερο από αυτό που θέλω να απολαμβάνω, (π.χ. όλο και περισσότερο φαγητό, ποτό, χρήματα, σέξ, γνώσεις, αποκτήματα, κ.λπ.).

2. ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗ

Στην δεύτερη περίπτωση ανήκουν οι άνθρωποι της ζωής αλλά και οι πνευματικοί ασκητές.

Οι πρώτοι μπορεί να μπουν στην διαδικασία να συλλογιστούν για λίγο αν θα εκπληρώσουν την επιθυμία ή όχι, για λόγους υγείας, για ηθικούς ή κοινωνικούς λόγους και οι ασκητές πιθανόν για τους ίδιους λόγους αλλά κυρίως γιατί θέλουν να ελευθερωθούν από τον ψυχαναγκαστικό μηχανισμό του εγώ και της επιθυμίας και να βιώσουντην μακαριότητα, την ειρήνη και την ελευθερία του πνεύματος.

Στους κοσμικούς ανθρώπους παραδείγματα γνωστά σε όλους είναι η προσπάθεια των καπνιστών να απαλλαγούν από το κάπνισμα και τον εθισμό τους σε αυτό, και αυτοί που θέλουν να αδυνατίσουν προσπαθώντας να ελαττώσουν το φαγητό. Κάποιοι το πετυχαίνουν κάποιοι όχι. Σε αυτούς επειδή δεν κάνουν ουσιαστική άσκηση για να διαλύσουν και τις ρίζες της επιθυμίας συμβαίνει αρκετές φορές να ξαναρχίζουν μετά από καιρό το τσιγάρο που με το τόσο κόπο έκοψαν ή ξαναρχίζουν να τρώνε λαίμαργα και να ξαναβάζουν κιλά. Τα κίνητρα τους για να κόψουν την κακή τους συνήθεια είναι κυρίως η κακή υγεία ή ο φόβος μιας πιθανής σοβαρής ασθένειας ή η ανάγκη για αποδοχή από τους άλλους και όχι μια βαθιά ανάγκη για μεταμόρφωση σε ένα ανώτερο επίπεδο συνειδητότητας.

 Αν η παρόρμηση της επιθυμίας και η ταύτιση δεν είναι ισχυρά, αν είμαστε επάγρυπνοι και ο μηχανισμός γίνει αντιληπτός από το συνειδητό νου έγκαιρα τότε μπορεί να ματαιώσουμε την εκπλήρωση της επιθυμίας άμεσα. Αυτό είναι και το καλύτερο.

 Όταν όμως δεν είμαστε αρκετά επάγρυπνοι για να ελέγχουμε το νου και τις αισθήσεις μας επαρκώς, μπορεί να αντιληφθούμε την εκδήλωση της επιθυμίας αφού έχει κυριαρχήσει στο ενεργειακό, νοητικό και συναισθηματικό μας κέντρο. Στην περίπτωση αυτή για τους κοσμικούς ανθρώπους που δεν έχουν μάθει τεχνικές για να αντιμετωπίσουν τις διάφορες ψυχολογικές καταστάσεις είναι δύσκολο να αποφύγουν την εκπλήρωση της.

Οι πνευματικοί ασκητές που έχουν αρκετή εμπειρία και έχουν ασκηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορούν πιο εύκολα και αποτελεσματικά να ματαιώσουν την εκδήλωση της επιθυμίας. Έχουν αναπτύξει αρετές, τεχνικές και ικανότητες οι οποίες τους επιτρέπουν να αντιληφθούν έγκαιρα τι συμβαίνει στον ψυχισμό τους, ελέγχουν συστηματικά το νου και τις αισθήσεις και με αυτόν τον τρόπο δεν δίνουν χώρο στον μηχανισμό της επιθυμίας να κυριαρχήσει στον ψυχισμό τους.

Αν προσπαθήσουμε να αντισταθούμε στην ορμή της επιθυμίας, η επιθυμία χρησιμοποιεί δύο τρόπους για να κάμψει την αντίσταση της θέλησης μας.

Ο πρώτος χρησιμοποιεί τον νου και τη σκέψη. Παρουσιάζει έντεχνα στο νου διάφορα επιχειρήματα για να μας πείσει να ενδώσουμε στην εκπλήρωση της και κάνει μάλιστα να φαίνονται λογικά και πειστικά.

Ο δεύτερος και ίσως ο πιο δυνατός και αποτελεσματικός είναι ότι η ορμή (ενέργεια) της επιθυμίας μεταμορφώνεται σε μια πολύ δυσάρεστη και δυσβάσταχτη αίσθηση. Με αυτό το τρόπο η επιθυμία θέλει να μας κάνει να υποφέρουμε και να μην αντέξουμε αυτή την πίεση ώστε τελικά να ενδώσουμε στην ικανοποίηση της.

Θα δούμε αμέσως παρακάτω σε ένα πίνακα πως η επιθυμία μέσω του νου προσπαθεί να κάμψει την θέληση μας και να σκοτεινιάσει την διάκριση μας και να ενδώσουμε στην εκπλήρωση της.

Σην πραγματικότητα γίνεται μια ψυχολογική μάχη ανάμεσα στο συνειδητό νου, την λογική και την διάκριση και το μηχανισμό της επιθυμίας για το ποιος θα επικρατήσει, . Σε άλλες περιπτώσεις κερδίζει η διάνοια και η συνειδητή θέληση οπότε έχουμε απόρριψη της εκπλήρωσης της επιθυμίας και σε άλλες κερδίζει η επιθυμία οπότε και εκπληρώνεται.

Αυτό εξαρτάται από το πόσο προχωρημένος είναι κανείς πνευματικά, πόσο έχει δηλαδή εξαγνιστεί στο νου και την καρδιά, το κίνητρο, το πόσο αποφασισμένος είναι να υπερβεί τις επιθυμίες και τα πάθη του, την δύναμη της θέλησης του αλλά και τις συνθήκες εκείνης της στιγμής.

Καθώς προχωρά κανείς όμως στο πνευματικό του αγώνα όλο και περισσότερο θα κυριαρχεί στον μηχανισμό και πιο εύκολα. Αυτό συμβαίνει γιατί με την άσκηση έχει καταφέρει να διαλύσει και να αδυνατίσει την δύναμη της επιθυμίας, έχει ισχυροποιήσει την θέληση του, έχει περισσότερο έλεγχο στις αισθήσεις και το νου. Στο νου αλλά και τη ζωτική ενέργεια επικρατεί η σάττβα ποιότητα έναντι της ράτζας και της τάμας και έτσι οι επιθυμίες δεν έχουν το ενεργειακό υπόβαθρο που χρειάζονται για να εκδηλωθούν εύκολα.

Ο νους του θα έχει περισσότερο διαύγεια, σταθερότητα, συγκέντρωση, αυτοπαρατήρηση, περισσότερο αδιαφορία για τα εγκόσμια αλλά και ταυτόχρονα θα έχει αρχίσει να απολαμβάνει την εσωτερική ευτυχία έστω και σε κάποιο μικρό βαθμό.

Συνεπώς μετά την ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗ έχουμε δύο περιπτώσεις: Να ΠΑΡΑΙΤΗΘΟΥΜΕ ή ΝΑ ΕΝΔΩΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΕΚΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ.

Ας δούμε σε ένα πίνακα σχηματικά τα τεχνάσματα και τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί το εγώ στο στάδιο της ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗΣ για να μας κάνει να ενδώσουμε στην απαίτηση του αλλλά και τι μας βοηθάει να αντιμετωπίσουμε την παρόρμηση της επιθυμίας και να ματαιώσουμε την εκπλήρωση της. Εδώ αναφέρομαι στο εγώ της λαιμαργίας αλλά η διαδικασία είνια παρόμοια με όλες τις επιθυμίες :

ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗ
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΓΩ ΓΙΑ ΝΑ ΕΝΔΩΣΩ ΣΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Έχω το δικαίωμα
Αν δεν χαρώ τι ζωή τότε τι ζω.
Άλλα είναι που πειράζουν.
Λίγο είναι δεν πειράζει.
Θα είναι το τελευταίο.
Νοιώθω αδύναμος πρέπει να φάω
Χρειάζομαι βιταμίνες κ.λπ.
Αν δεν φάω θα αρρωστήσω, ή θα πεθάνω.
Αν δεν φάω δεν μπορώ να εργαστώ, να κοιμηθώ κ.λπ.
Έχω ένταση και με το φαγητό θα ηρεμήσω.
Σήμερα είχα επιτυχία αξίζει να αμειφτώ.
Είμαι χαρούμενος πρέπει να το γιορτάσω.
Το αξίζω μετά από τόση ταλαιπωρία
Αφού μου το προσφέρουν πρέπει να το πάρω.
Κρίμα να το πετάξω.
Το έχω πληρώσει θα το φάω

ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ
ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΑΙΤΗΘΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΡΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΠΡΕΠΕΙ:
Να έχω υψηλό κίνητρο. Κάποιο ανώτερο σκοπό.
Να θέλω πραγματικά να ελευθερωθώ από την επιθυμία.
Να είμαι αποφασισμένος να κάνω τα πάντα για να το πετύχω
Να έχω αναπτυγμένη την ικανότητα της διάκρισης.
Να έχω αρκετά εξαγνισμένο νου.
Αντοχή στη πίεση που ασκεί η επιθυμία.
Να έχω γνώση.
Να έχω δυνατή θέληση
Να νοιώθω ικανοποίηση και χαρά από άλλα πράγματα.

 3. ΑΜΕΣΗ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ

Στην περίπτωση των προχωρημένων γιόγκι συνήθως υπάρχει αταραξία και απόρριψη της επιθυμίας ήδη από την αρχή. Ο μηχανισμός γίνεται αντιληπτός πολύ εύκολα και στην πραγματικότητα σταματά εν τη γεννέσει του. Ο γιόγκι έχει διαλύσει το μεγαλύτερο μέρος των επιθυμιών και έχει αδυνατίσει σε μεγάλο βαθμό της εναπομείναντες. Ο μηχανισμός της επιθυμίας έχει χάσει τη δύναμη του και δεν μπορεί να κυριαρχήσει στις νοητικές, συναισθηματικές και ένστικτες λειτουργίες, ούτε να κάμψει τη θέληση του. Δύσκολα χάνει την αυτοκυριαρχία και τον αυτοέλεγχο του, αλλά και αν ακόμη για λίγο συμβεί αυτό, πολύ εύκολα επιστρέφει σε κατάσταση εσωτερικής ειρήνης και αταραξίας. Σίγουρα δεν έχει φτάσει στην απελευθέρωση αλλά είναι πολύ κοντά σε αυτή.

Όπως είπαμε μόνο στους φωτισμένους δεν εγείρονται πια επιθυμίες αφού έχει διαλυθεί σε αυτούς όλος η μηχανισμός και το ενεργειακό πεδίο της επιθυμίας. Επίσης όταν φθάνουν σε αυτούς ερεθίσματα αισθητηριακά μέσω των αισθήσεων οι φωτισμένοι παραμένουν φυσικά και αβίαστα σε ειρήνη και αταραξία, ενωμένοι με την εσωτερική τους Αλήθεια, το αθάνατο πνεύμα της ζωής, που είναι η ίδιο σε όλους.

 Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι δημιουργούμε το πεπρωμένο μας μέσα από τις σκέψεις, τις επιθυμίες και τις πράξεις μας. Όλα αυτά που ζούμε σήμερα καλά και άσχημα, είναι το αποτέλεσμα αυτών που έχουμε κάνει, σκεφτεί και επιθυμήσει στο παρελθόν.

Η ΕΞΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΥΣΗ ΜΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΜΑΣ

Η σειρά που συμβαίνει η σκλαβιά στην ύλη

· ΕΜΠΕΙΡΙΑ
· ΤΑΣΗ
· ΣΥΝΗΘΕΙΑ
· ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ
· ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Οι καλές συνήθειες δεν μας δεσμεύουν αλλά μας βοηθούν να υπερνικήσουμε τις κακές και να απελευθερωθούμε.