Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΣΤΗΜΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΣΤΗΜΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

WISPIT 2b: Ο νεαρός πλανήτης που «χτίζει» το δικό του σύστημα

Μία από τις πιο λεπτομερείς εικόνες νεαρού πλανήτη που έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα έδωσε στους αστρονόμους το παρατηρητήριο ALMA, αποκαλύπτοντας με άμεσο τρόπο πώς ένας γιγάντιος κόσμος επηρεάζει το υλικό από το οποίο συνεχίζει να σχηματίζεται.

Στο επίκεντρο των νέων παρατηρήσεων βρίσκεται ο WISPIT 2b, ένας νεαρός αέριος γίγαντας με μάζα περίπου πέντε φορές μεγαλύτερη από αυτή του Δία.

Ο πλανήτης βρίσκεται περίπου 430 έτη φωτός από τη Γη και εξακολουθεί να αλληλεπιδρά με τον πρωτοπλανητικό δίσκο γύρω από το άστρο του.

Η εικόνα που προέκυψε από τις παρατηρήσεις του ALMA είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς επιτρέπει στους επιστήμονες να δουν ταυτόχρονα τον πλανήτη και τις μεταβολές που προκαλεί στο αέριο και τη σκόνη γύρω του.

Ένας πλανήτης που βρίσκεται ακόμη σε ανάπτυξη

Ο WISPIT 2b δεν αποτελεί έναν πλήρως διαμορφωμένο πλανήτη. Οι ενδείξεις εκπομπής θερμού υδρογόνου, μέσω της γραμμής Hα, δείχνουν ότι εξακολουθεί να συγκεντρώνει αέριο από το περιβάλλον του.

Με άλλα λόγια, οι αστρονόμοι έχουν την ευκαιρία να παρατηρήσουν έναν γιγάντιο πλανήτη σε μια φάση που, σύμφωνα με τα μοντέλα, θεωρείται κρίσιμη για την τελική του εξέλιξη.



Οι πλανήτες σχηματίζονται μέσα σε πρωτοπλανητικούς δίσκους, όπου αέριο και σκόνη περιστρέφονται γύρω από νεαρά άστρα. Μέσα σε αυτούς τους δίσκους, μικρά σωματίδια συγκεντρώνονται σταδιακά και δημιουργούν ολοένα μεγαλύτερα σώματα.

Στην περίπτωση των αέριων γιγάντων, ένας αρκετά μεγάλος πυρήνας μπορεί στη συνέχεια να προσελκύσει μεγάλες ποσότητες αερίου, οδηγώντας στη δημιουργία κόσμων όπως ο Δίας και ο Κρόνος.

Οι εικόνες αποκαλύπτουν τις επιδράσεις του πλανήτη

Οι παρατηρήσεις του ALMA έδειξαν ότι οι πλανήτες του συστήματος δεν υπάρχουν απλώς μέσα στον δίσκο, αλλά τον αναδιαμορφώνουν.

Ο δεύτερος γνωστός πλανήτης, WISPIT 2c, φαίνεται να έχει δημιουργήσει μία μεγάλη κοιλότητα, ενώ ο WISPIT 2b έχει ανοίξει ένα ξεχωριστό κενό μέσα στον δίσκο.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η δομή γύρω από τον WISPIT 2b. Οι αστρονόμοι εντόπισαν σπειροειδείς ροές αερίου, οι οποίες συμφωνούν με όσα προβλέπουν τα θεωρητικά μοντέλα για την αλληλεπίδραση ενός νεαρού πλανήτη με τον δίσκο του.

Τέτοιες δομές είχαν παρατηρηθεί και στο παρελθόν, όμως υπήρχε πάντα το ερώτημα εάν δημιουργούνται πράγματι από πλανήτες ή από άλλες διεργασίες που συμβαίνουν μέσα στους πρωτοπλανητικούς δίσκους.

Στην περίπτωση του WISPIT 2b, οι ερευνητές διαθέτουν πλέον ένα ιδιαίτερα καθαρό παράδειγμα, καθώς ο ίδιος ο πλανήτης έχει εντοπιστεί άμεσα.

Το ALMA «βλέπει» τη γέννηση ενός πλανητικού συστήματος

Οι παρατηρήσεις πραγματοποιήθηκαν τον Σεπτέμβριο και τον Νοέμβριο του 2025, καθώς και τον Μάρτιο του 2026. Το ALMA, που βρίσκεται στο οροπέδιο Chajnantor στις Χιλιανές Άνδεις, αποτελείται από 66 ραδιοκεραίες οι οποίες μπορούν να λειτουργήσουν συνδυαστικά σαν ένα τεράστιο τηλεσκόπιο.

Το σύστημα WISPIT 2 είχε ήδη προσελκύσει το ενδιαφέρον των αστρονόμων. Ο WISPIT 2b είχε εντοπιστεί με το SPHERE του Very Large Telescope και το Magellan Clay, ενώ αργότερα ανακαλύφθηκε και ο WISPIT 2c με τη βοήθεια των SPHERE και GRAVITY+.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι στο κέντρο του συστήματος δεν βρίσκεται ένα μόνο άστρο, αλλά δύο άστρα που κινούνται σε στενή τροχιά μεταξύ τους.

Ο WISPIT 2b βρίσκεται σε απόσταση περίπου 57 αστρονομικών μονάδων από το κεντρικό ζεύγος, δηλαδή σχεδόν δύο φορές πιο μακριά από όσο βρίσκεται ο Ποσειδώνας από τον Ήλιο.

Ένα «παράθυρο» στα πρώτα χρόνια ενός πλανήτη

Μέχρι σήμερα, η μελέτη του σχηματισμού γιγάντιων πλανητών βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε θεωρητικά μοντέλα και έμμεσες ενδείξεις.

Η περίπτωση του WISPIT 2b δίνει στους επιστήμονες τη δυνατότητα να εξετάσουν ένα πολύ πιο ολοκληρωμένο σύστημα: έναν πλανήτη που εξακολουθεί να συγκεντρώνει αέριο, τα κενά που δημιουργεί στον δίσκο και τις ροές υλικού που προκαλεί γύρω του.

Αυτό μπορεί να βοηθήσει τους αστρονόμους να κατανοήσουν καλύτερα πώς δημιουργούνται οι αέριοι γίγαντες και με ποιον τρόπο αλλάζουν το περιβάλλον τους καθώς αναπτύσσονται.

Παράλληλα, το WISPIT 2 μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για την αναζήτηση παρόμοιων συστημάτων.

Αντίστοιχες σπειροειδείς δομές σε άλλους πρωτοπλανητικούς δίσκους θα μπορούν να συγκριθούν με αυτές του WISPIT 2b, προσφέροντας νέα στοιχεία για την παρουσία πλανητών που βρίσκονται ακόμη κρυμμένοι μέσα στο υλικό από το οποίο σχηματίζονται.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι οι μελλοντικές αναβαθμίσεις του ALMA, αλλά και το Extremely Large Telescope του Ευρωπαϊκού Νότιου Αστεροσκοπείου, θα επιτρέψουν ακόμη πιο λεπτομερείς παρατηρήσεις τέτοιων νεαρών κόσμων.

Ο WISPIT 2b προσφέρει έτσι μία σπάνια εικόνα μιας διαδικασίας που μέχρι σήμερα οι επιστήμονες μπορούσαν κυρίως να περιγράψουν μέσω μοντέλων: ενός πλανήτη που μεγαλώνει ενώ ταυτόχρονα διαμορφώνει το ίδιο το περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκε.

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Η σκοτεινή ύλη του εγκεφάλου

Ποιο είναι το ξεχασμένο 90% του εγκεφάλου μας; Η νευρογλοία, κύτταρα που υπερβαίνουν σε αριθμό τους νευρώνες, αντιστοιχώντας σε περίπου δέκα για κάθε ένα νευρώνα. Και κανείς δεν ξέρει πραγματικά τι κάνουν.

Κάποιες από τις συνήθεις λέξεις που χρησιμοποιούμε είναι παγιωμένα λάθη. Ο όρος ‘influenza’ (γρίπη) προέρχεται από την ιταλική λέξη ‘influence’ (επιρροή), που αποτελεί έναν υπαινιγμό για την επίδραση που κάποτε πιστευόταν πως είχαν τα αστέρια στην υγεία μας.

Οι Ευρωπαίοι εξερευνητές που έψαχναν για μια εναλλακτική πορεία για την Ινδία κατέληξαν στο Νέο Κόσμο και χωρίς να έχουν καταλάβει τι κάνουν, τιτλοφόρησαν τους εκεί κατοίκους ‘Ινδιάνους’.

Οι νευροεπιστήμονες έχουν κι εκείνοι το δικό τους παγιωμένο λάθος, κάτι που αποτελεί μια εντυπωσιακή γκάφα. Στα μέσα του 1800, ερευνητές ανακάλυψαν κύτταρα στον εγκέφαλο που δεν έμοιαζαν με τους νευρώνες (τους υποτιθέμενους ενεργούς παράγοντες του εγκεφάλου) και τα αποκάλεσαν ‘γλοία’, μια ελληνική λέξη που σημαίνει ‘κόλλα’.

Παρόλο που ο εγκέφαλος περιλαμβάνει περίπου ένα τρισεκατομμύριο γλοιοκύτταρα, η υπόθεση ήταν πως τα κύτταρα αυτά δεν ήταν τίποτε παραπάνω από ένα παθητικό υποστηρικτικό σύστημα.Σήμερα γνωρίζουμε πως ο χαρακτηρισμός αυτός δε θα μπορούσε να είναι περισσότερο λανθασμένος.

Η νευρογλοία στην πραγματικότητα είναι ιδιαίτερα δραστήρια και εξυπηρετεί σε πολλούς σκοπούς, οδηγώντας και διατηρώντας την ανάπτυξη του εγκεφάλου κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Παρακολουθεί επίσης προσεκτικά τους γείτονές της και έχει τη δική της χημική γλώσσα.

Οι επιστήμονες δεν καταλαβαίνουν ακόμα αυτή τη γλώσσα, αλλά υπάρχουν πειράματα που υπαινίσσονται πως αποτελεί τμήμα της νευρολογικής ‘συνομιλίας’ που λαμβάνει χώρα καθώς μαθαίνουμε και σχηματίζουμε νέες αναμνήσεις.

Εάν έπρεπε να ρίξουμε σε ένα μόνο παράγοντα το φταίξιμο για τη λανθασμένη εντύπωση που υπάρχει για τη νευρογλοία, αυτός θα ήταν ο ηλεκτρισμός. Ο φυσιολόγος του 18ου αιώνα Luigi Galvani ανακάλυψε πως όταν άγγιζε ένα κομμάτι ηλεκτρισμένου μετάλλου σε ένα εκτεθειμένο νεύρο στο πόδι ενός βατράχου, το πόδι τιναζόταν.

Αυτός και άλλοι έδειξαν ότι υπεύθυνος ήταν ένας ελαφρύς ηλεκτρικός παλμός που μετακινήθηκε από το μέταλλο προς το νεύρο. Για δύο χιλιετίες οι γιατροί και οι φιλόσοφοι έψαχναν να βρουν τα ‘ζωικά πνεύματα’ που κινούσαν το σώμα, αλλά ο Galvani ήταν αυτός που ανακάλυψε το μυστικό: ήταν το ίδιο πράγμα που προκαλούσε την αστραπή.

Στους επόμενους δύο αιώνες οι επιστήμονες πέτυχαν μια πιο καθαρή κατανόηση του πως λειτουργούν αυτά τα σήματα. Όταν ερεθίζεται ένας κλάδος στη μια άκρη ενός νευρικού κυττάρου, κινείται ένας ηλεκτρικός παλμός κατά μήκος του σώματος του νευρώνα.

Άλλοι κλάδοι μπορεί να στέλνουν ξεχωριστούς παλμούς την ίδια στιγμή. Το κυρίως σώμα του νευρώνα αθροίζει τους παλμούς αυτούς και τους μεταδίδει στον άξονά του, ο οποίος χωρίζεται σε πολυάριθμους άλλους κλάδους, κάθε ένας από τους οποίους έρχεται σχεδόν σε επαφή με άλλους νευρώνες.

Το μικροσκοπικό διάστημα που παρεμβάλλεται μεταξύ δύο νευρικών κυττάρων καλείται συναπτικό χάσμα ή σχισμή. Ο νευρώνας πομπός του σήματος στέλνει χημικά στη συναπτική σχισμή και ο νευρώνας δέκτης λαμβάνει κάποια από αυτά πυροδοτώντας ένα νέο ηλεκτρικό παλμό.

Όλοι οι νευρώνες έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: άξονες, συνάψεις και τη δυνατότητα να παράγουν ηλεκτρικά σήματα. Καθώς όμως οι επιστήμονες εξέτασαν με τα μικροσκόπιά τους τμήματα του εγκεφάλου, βρήκαν μπροστά τους άλλα κύτταρα που δεν ταίριαζαν σ’ αυτό το προφίλ.

Τα κύτταρα αυτά, όταν τρυπήθηκαν με ηλεκτρόδια δεν παρήγαγαν μια σειρά από ηλεκτρικούς παλμούς. Εάν η γλώσσα της σκέψης ήταν ο ηλεκτρισμός, τότε τα κύτταρα αυτά ήταν βουβά. Ο γερμανός παθολόγος Rudolf Virchow επινόησε το όνομα ‘γλοία’ το 1856 και για πάνω από έναν αιώνα τα κύτταρα αυτά αντιμετωπιζόντουσαν ως παθητικοί κάτοικοι του εγκεφάλου.

Τουλάχιστον κάποιοι επιστήμονες κατάλαβαν πως αυτό θα μπορούσε να είναι μια βιαστική υπόθεση. Ο πρωτοπόρος νευροεπιστήμονας Santiago Ramon y Cajal κέρδισε το 1906 το βραβείο Nobel για τη θεωρία του ότι οι νευρώνες είναι οι θεμελιώδεις μονάδες του εγκεφάλου.

Δεν πίστευε ωστόσο πως η νευρογλοία ήταν απαραιτήτως απλά ένα είδος κόλλας. Αντίθετα, πίστευε πως τα γλοιοκύτταρα αποτελούσαν ένα μυστήριο, ένα μυστήριο που καθώς έγραψε, ίσως μείνει άλυτο για πολλά ακόμα χρόνια μέχρις ότου οι φυσιολόγοι βρουν μεθόδους για να το αντιμετωπίσουν.

Σήμερα το μυστήριο των γλοιοκυττάρων είναι εν μέρει λυμένο. Οι βιολόγοι γνωρίζουν πως υπάρχουν σε διάφορες μορφές. Ένα είδος, που καλείται ακτινοειδής νευρογλοία, εξυπηρετεί σα σκαλωσιά για την ανάπτυξη του εμβρυικού εγκεφάλου.

Οι νευρώνες σκαρφαλώνουν κατά μήκος αυτών των κυττάρων που μοιάζουν με στύλους ώστε να φτάσουν στον τελικό τους προορισμό. Ένα άλλο είδος γλοίας, η μικρογλοία, αποτελεί το σύστημα προστασίας του εγκεφάλου. Τα κύτταρα της μικρογλοίας αναρριχώνται μέσα από το δάσος των νευρώνων ψάχνοντας ερείπια από νεκρά ή τραυματισμένα κύτταρα. Ένα τρίτο είδος, γνωστά ως κύτταρα του Schwann και ολιγοδενδροκύτταρα, σχηματίζουν μονωτικά φύλλα γύρω από τους νευρώνες για να εμποδίσουν τη διάχυση των ηλεκτρικών σημάτων.

Αλλά όσο περισσότερο εξετάζουν τη νευρογλοία οι νευροεπιστήμονες, τόσο περισσότερο πολύπλευρα αποδεικνύεται ότι είναι τα κύτταρα αυτά. Η μικρογλοία δεν κρατάει απλώς τον εγκέφαλο καθαρό, κόβει επίσης επιπλέον κλάδους από νευρώνες για να βοηθήσει στη ρύθμιση των αναπτυσσόμενων συνδέσεών τους.

Τα ολιγοδενδροκύτταρα και τα κύτταρα του Schwann δε μονώνουν απλώς τους νευρώνες, αλλά επίσης βοηθούν στο σχηματισμό νέων συνάψεων μεταξύ των νευρώνων. Και όταν τα κύτταρα της ακτινοειδούς γλοίας έχουν τελειώσει με το έργο της βοήθειας στην ανάπτυξη του εγκεφάλου, δεν πεθαίνουν. Μετατρέπονται σε ένα άλλο είδος γλοιοκυττάρων, στα αστροκύτταρα.

Τα αστροκύτταρα, που ονομάζονται έτσι λόγω των ακτινών τους που εκτείνονται προς όλες τις κατευθύνσεις, είναι τα πιο άφθονα από όλα τα γλοιοκύτταρα και συνεπώς τα πιο άφθονα από όλα τα κύτταρα του εγκεφάλου. Είναι επίσης τα πιο μυστηριώδη. Ένα μόνο αστροκύτταρο μπορεί να περιτυλίξει τις ακτίνες του γύρω από περισσότερες από ένα εκατομμύριο συνάψεις. Τα αστροκύτταρα επίσης συγχωνεύονται μεταξύ τους σχηματίζοντας κανάλια μέσω των οποίων μπορούν να μετακινηθούν μόρια από κύτταρο σε κύτταρο.

Όλες αυτές οι συνδέσεις φέρνουν τα αστροκύτταρα σε μια πλεονεκτική θέση για να επηρεάσουν τις διεργασίες που συμβαίνουν στον εγκέφαλο. Έχουν επίσης υποδοχείς που μπορούν να δεσμεύσουν μια ποικιλία από νευροδιαβιβαστές, πράγμα που σημαίνει ότι ίσως είναι σε θέση να ‘κρυφακούσουν’ τη βιοχημική φλυαρία που συμβαίνει γύρω τους.

Ωστόσο για πολύ καιρό, οι νευροεπιστήμονες δεν μπορούσαν να βρουν κάποιο σημάδι για το ότι τα αστροκύτταρα πράγματι ανταποκρίνονταν σε σήματα από το εξωτερικό. Τελικά, το 1990, η νευροεπιστήμονας Ann Cornell-Bell του Yale ανακάλυψε αυτό που φάνηκε να είναι η λύση στο μυστήριο. Προέκυψε πως τα αστροκύτταρα, όπως οι νευρώνες, μπορούν να ανταποκριθούν σε νευροδιαβιβαστές, αλλά αντί για ηλεκτρισμό, τα κύτταρα παράγουν κύματα από φορτισμένα άτομα ασβεστίου.

Το ασβέστιο προέρχεται από σφραγισμένα πακέτα που είναι διασκορπισμένα μέσα στα αστροκύτταρα. Όταν ερεθιστούν, τα αστροκύτταρα ανοίγουν τα πακέτα στη σειρά που πρώτη έρχεται σε επαφή με τους νευροδιαβιβαστές, πυροδοτώντας το άνοιγμα άλλων πακέτων που βρίσκονται σε άλλα σημεία στο κύτταρο.

Στη συνέχεια τα αστροκύτταρα φυλάνε τα άτομα του ασβεστίου πίσω στα πακέτα τους, για να τα απελευθερώσουν και πάλι όταν ξανά ερεθιστούν. Η Cornell-Bell πρόσεξε πως ένα κύμα τέτοιας δραστηριότητας που άρχισε σε ένα αστροκύτταρο μπορούσε να διαδοθεί σε άλλα αστροκύτταρα.

Κάποιες ερευνητικές ομάδες ανακάλυψαν επίσης ότι τα ίδια τα αστροκύτταρα απελευθερώνουν δυνατούς νευροδιαβιβαστές. Μπορούν να παράγουν γλουταμάτη (που διεγείρει τους νευρώνες έτσι ώστε είναι πιο εύκολο να ανταποκριθούν στο σήμα από έναν άλλο νευρώνα) και αδενοσίνη ( που μπορεί να αμβλύνει την ευαισθησία ενός νευρώνα).

Για κάποιος επιστήμονες του εγκεφάλου, αυτές οι ανακαλύψεις αποτελούν κομμάτια από πάζλ που σιγά σιγά ταιριάζουν μεταξύ τους σε μια συναρπαστική νέα εικόνα του εγκεφάλου.

Πρώτο κομμάτι: τα αστροκύτταρα μπορούν να νιώσουν εισερχόμενα σήματα.

Δεύτερο κομμάτι: μπορούν να ανταποκριθούν με κύματα ασβεστίου.

Τρίτο κομμάτι: μπορούν να παράγουν εξόδους νευροδιαβιβαστές και ίσως ακόμα κύματα ασβεστίου που διαδίδονται σε άλλα αστροκύτταρα.

Με άλλα λόγια, έχουν τουλάχιστον μερικά από τα προαπαιτούμενα για να επεξεργαστούν πληροφορίες όπως κάνουν οι νευρώνες. Ο Alfonso Araque, νευροεπιστήμονας στο Ινστιτούτο Cajal στην Ισπανία, και οι συνεργάτες του εργάζονται για την πιθανότητα ενός τετάρτου κομματιού στο πάζλ.

Βρίσκουν πως δύο διαφορετικά διεγερτικά σήματα μπορούν να παράγουν δύο διαφορετικά πρότυπα από κύματα ασβεστίου (αυτό σημαίνει, δύο διαφορετικές αποκρίσεις) σε ένα αστροκύτταρο.

Όταν έδωσαν στα αστροκύτταρα και τα δύο σήματα μαζί, τα κύματα που παρήγαγαν τα κύτταρα δεν ήταν ακριβώς το άθροισμα των δύο προτύπων. Αντίθετα, τα αστροκύτταρα παρήγαγαν ένα εντελώς διαφορετικό πρότυπο για απάντηση. Αυτό κάνουν τόσο οι νευρώνες, όσο και οι υπολογιστές.

Εάν πράγματι επεξεργάζονται πληροφορίες τα αστροκύτταρα, αυτό θα αποτελούσε μια μεγάλη προσθήκη στην υπολογιστική δύναμη του εγκεφάλου.

Άλλωστε, υπάρχουν πολύ περισσότερα αστροκύτταρα στον εγκέφαλο απ’ ότι νευρώνες. Ίσως, όπως κάποιοι επιστήμονες έχουν υποψιαστεί, τα αστροκύτταρα κάνουν τους δικούς τους υπολογισμούς.

Αντί για τον ψηφιακό κώδικα των ηλεκτρικών παλμών που χρησιμοποιούν οι νευρώνες, τα αστροκύτταρα ίσως δρουν πιο πολύ ως ένα αναλογικό δίκτυο που κωδικοποιεί πληροφορίες σε αργά ανερχόμενα και κατερχόμενα κύματα ασβεστίου.

Στο νέο του βιβλίο, ‘The Root of Thought’ (Η Ρίζα της Σκέψης) ο νευροεπιστήμονας Andrew Koob προτείνει πως η επικοινωνία μεταξύ των αστροκυττάρων μπορεί να είναι υπεύθυνη για την δημιουργική και ευφάνταστη ύπαρξή μας ως ανθρώπινα όντα.

Μέχρι πρόσφατα, οι μελέτες για τα αστροκύτταρα εξέταζαν μόνο λίγα κύτταρα που βρίσκονταν σε ένα τρυβλίο petri. Τώρα οι επιστήμονες ανακαλύπτουν πώς να παρατηρούν αστροκύτταρα σε ζωντανά ζώα και να μάθουν ακόμα περισσότερο για τις ικανότητες των κυττάρων αυτών.

Ο Alex Nimmerjahn του Πανεπιστημίου Stanford και οι συνεργάτες του, για παράδειγμα, ανέπτυξαν έναν τρόπο να τοποθετούν μικροσκόπια στα κρανία ποντικιών. Για να δουν τα αστροκύτταρα εγχέουν μόρια στα ποντίκια τα οποία λάμπουν όταν ενώνονται με ελεύθερο ασβέστιο.

Κάθε φορά που ένα ποντίκι κουνάει ένα από τα πόδια του, ο Nimmerjahn και οι συνεργάτες του μπορούν να δουν μια μικρή έκρηξη από κύματα ασβεστίου. Σε μερικές περιπτώσεις, εκατοντάδες αστροκύτταρα μπορούν να πυροδοτηθούν με μιας και αυτό μπορεί να διαρκέσει για μερικά δευτερόλεπτα.

Τα αστροκύτταρα είναι επίσης ζωτικής σημασίας για τις συνάψεις. Ο νευροεπιστήμονας του Πανεπιστημίου του Stanford Ben Barres και οι συνεργάτες του βρήκαν πως νευρώνες οι οποίοι μεγάλωσαν με αστροκύτταρα σχημάτισαν περίπου δέκα φορές περισσότερες συνάψεις από νευρώνες που μεγάλωσαν χωρίς αυτά και η δραστηριότητα των συνάψεων αυτών ήταν περίπου εκατό φορές μεγαλύτερη.

Καθώς οι συνάψεις αλλάζουν όταν μαθαίνουμε και σχηματίζουμε νέες αναμνήσεις, η Marie E. Gibbs του Πανεπιστημίου Monash στην Αυστραλία υποψιάστηκε πως τα αστροκύτταρα ίσως είναι σημαντικά στη δυνατότητα που έχουμε να μαθαίνουμε.

Για να ελέγξει την ιδέα αυτή, μαζί με τους συνεργάτες της έδωσαν σε μικρά κοτόπουλα χρωματιστές χάντρες να τις τσιμπήσουν. Οι κόκκινες χάντρες ήταν καλυμμένες με ένα πικρό χημικό και συνήθως ένα μόνο τσίμπημα ήταν αρκετό για να μάθουν τα κοτόπουλα να μην ξανατσιμπήσουν μια κόκκινη χάντρα. Αλλά όταν τους έγινε ένεση με ένα φάρμακο που εμπόδιζε τη σύνθεση γλουταμάτης από τα αστροκύτταρα, τα πουλιά δε μπορούσαν να θυμηθούν την άσχημη γεύση και τσιμπούσαν ξανά τις χάντρες.

Δεν έπεισαν όμως τους σκεπτικιστές αυτά τα πειράματα. Εάν τα κύματα ασβεστίου είναι πραγματικά τόσο σημαντικά, για παράδειγμα, θα περίμενε κανείς πως ένα γενετικά τροποποιημένο ποντίκι που δε θα μπορούσε να παράγει κύματα ασβεστίου θα ήταν ένα αξιολύπητο τρωκτικό.

Ο Ken McCarthy, νευροεπιστήμονας στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνα στο Chapel Hill, και οι συνεργάτες του επενέβησαν σε ποντίκια ώστε να μεγαλώσουν αστροκύτταρα που τους έλειπε μια βασική πρωτεΐνη που χρησιμεύει για το άνοιγμα των πακέτων ασβεστίου.

Τα ποντίκια αυτά μεγάλωσαν και ήταν απαράλλαχτα από τα κανονικά, για λόγους που ακόμα δεν είναι γνωστοί.

Υπάρχει κάτι το θαυμάσιο στο γεγονός ότι πενιχρά μόλις καταλαβαίνουμε τι κάνουν τα περισσότερα κύτταρα στον εγκέφαλό μας.

Αρχίζοντας στη δεκαετία του 1930, οι αστρονόμοι κατάλαβαν πως όλα όσα μπορούσαν να δουν με τα τηλεσκόπιά τους, τα αστέρια, οι γαλαξίες και τα νεφελώματα, αποτελούσαν μόνο ένα μικρό κλάσμα από τη συνολική μάζα του σύμπαντος.

Το υπόλοιπο, γνωστό ως σκοτεινή ύλη, ακόμα αψηφά τις καλύτερες προσπάθειές τους για εξήγηση.

Μεταξύ των δύο αυτιών μας, όπως προκύπτει, κάθε ένας από εμάς φέρει επίσης ένα προσωπικό απόθεμα σκοτεινής ύλης.

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

Παράδοξη Κβαντική

Quantum Philosophy: Είναι ένας Διεπιστημονικός Κλάδος της Κβαντικής Φυσικής και Φιλοσοφίας.

Ο όρος κβάντο (λατινικά, quantum, σημαίνει ενέργεια, ποσό, ποσότητα, κάτι που μπορεί να μετρηθεί) αναφέρεται σε διακριτές μονάδες που χαρακτηρίζουν συγκεκριμένες φυσικές ποσότητες, όπως η ενέργεια ενός ατόμου ύλης σε κατάσταση ηρεμίας.

Η κβαντομηχανική είναι μια θεωρία Μηχανικής. Θεωρείται από πολλούς ως πλέον θεμελιώδης από την Κλασσική Μηχανική, καθώς σε έναν αιώνα πειραματισμού δεν έχει διαψευσθεί.

H Κβαντική Θεωρία της Φυσικής προκάλεσε πραγματική επανάσταση στην επιστήμη και δημιούργησε καινούριες βάσεις που πάνω τους στηρίχθηκε η τεχνολογία της σύγχρονης εποχής. Τα “κβάντα”, σύμφωνα με το θεμελιωτή της θεωρίας, το Γερμανό φυσικό Μαξ Πλανκ, είναι τα μικρά σώματα που εκπέμπονται σε μορφή ακτινοβολίας από τον ανθρώπινο οργανισμό. Όμως, όπως τα υλικά σώματα αποτελούνται από πρωτόνια και ηλεκτρόνια, έτσι και η εκπεμπόμενη από αυτά ενέργεια έχει υλική μορφή.

Κατά προέκταση, ο Γάλλος επιστήμονας ντε Μπρολί ή ντε Μπρέγι αναφέρει ότι τα φωτόνια είναι ταυτόχρονα και κύματα και σωματίδια. Αυτό ήταν η αρχή της διαμόρφωσης της νέας Μαθηματικής Φυσικής, της Κυματομηχανικής, που βασίζεται στην έννοια του υλοκύματος.

Η διαμάχη για την ερμηνεία της Κβαντικής Θεωρίας άρχισε την περίοδο 1924-26, σχεδόν αμέσως μετά την διατύπωση της. Ξεκίνησε στο 5o συνέδριο του Solvay (1927) και στο συνέδριο του Como (1927) όπου ο De Broglie διατύπωσε την θεωρία της διπλής λύσης. Η διαμάχη αυτή αφορά επιστημολογικά, φιλοσοφικά και φυσικά προβλήματα.

Τα κεντρικότερα προβλήματα είναι: Η φυσική σημασία του πιθανοκρατικού χαρακτήρα της κβαντικής θεωρίας, η φυσική σημασία της αρχής της επαλληλίας και η φυσική σημασία της αναγωγής της κυματοσυνάρτησης.

Τα επιστημονικά αλλά και φιλοσοφικά ερωτήματα που μπήκαν τον 20ο αιώνα εξ’ αιτίας της κβαντικής Φυσικής είναι πάνω κάτω τα εξής:

1. Υπάρχουν τα μικρότερα σωματίδια, ηλεκτρόνια, φωτόνια κ.λ.π. ανεξάρτητα της ανθρώπινης ύπαρξης και παρατήρησης;

2. Αν ναι, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε την δομή και την εξέλιξη των υποατομικών οντοτήτων και των φαινομένων;

3. Πρέπει οι φυσικοί νόμοι να διαμορφωθούν έτσι ώστε για κάθε παρατηρήσιμο φαινόμενο να υπάρχει τουλάχιστον μια αιτία που το προκάλεσε;

– Οι αντίπαλοι της κβαντικής αναιτιοκρατίας (Planck, Einstein, Erhenfest, De Broglie, Schroedinger) απάντησαν θετικά και στα τρία ερωτήματα.

– Οι δημιουργοί όμως και απολογητές της Κβαντικής Θεωρίας (Born, Bohr, Heisenberg, Pauli, Dirac) απάντησαν αρνητικά και στα τρία ερωτήματα.

Βέβαια υπήρχαν εξαιρέσεις. Π.χ. οι De Broglie και Schroedinger δέχθηκαν την Κβαντική Μηχανική αρκετά χρόνια μετά το 1927 αλλά ξαναγύρισαν στις αρχικές τους απορρίψεις.

Τα επιστημολογικά και φιλοσοφικά ερωτήματα συνδέθηκαν λοιπόν με την ισχύ της αιτιότητας, της τοπικότητας και του ρεαλισμού στην Κβαντική Φυσική.

Το πρόβλημα της αιτιότητας (τα φαινόμενα προκαλούνται από ορισμένες αιτίες) και το πρόβλημα της αιτιοκρατίας ή ντετερμινισμού (οι αιτίες καθορίζουν με ένα ορισμένο τρόπο το αποτέλεσμα) είναι ένα πανάρχαιο φιλοσοφικό πρόβλημα.

Όμως υπάρχει και το πρόβλημα της τοπικότητας, δηλαδή της ταχύτητας διάδοσης των φυσικών αλληλεπιδράσεων. Η λεγόμενη “μη-τοπικότητα” είναι μια από τις πλέον παράξενες προβλέψεις της κβαντικής θεωρίας, που μαζί με την γάτα Schroedinger, ήταν άλλη μια διαμάχη του κρετίνου Einstein με τον υποστηρικτή και συνιδρυτή της κβαντικής θεωρίας, τον Niels Bohr.

Η μη-τοπικότητα προβλέπει ότι, γεγονότα που συμβαίνουν εδώ, μπορούν να επηρεάσουν γεγονότα σε άλλο σημείο που μπορεί να είναι πολύ απομακρυσμένο από το πρώτο.

Το φαινόμενο αυτό ήταν η αιτία που έκανε τον Einstein να δηλώσει πως “ο θεός δεν παίζει ζάρια με το Σύμπαν”, στην επιστημονική διαμάχη του με τον Niels Bohr και ο οποίος του απάντησε “σταμάτα να λες στον θεό τι να κάνει”.

Σήμερα οι βασικές θέσεις στα ερωτήματα αυτά είναι δύο:

1. Η ρεαλιστική, υλιστική ερμηνεία (Δημόκριτος, Γαλιλαίος, Νεύτων, Planck, Einstein, De Broglie, Bohm, Schroedinger, von Laue, Langevin κ.ά.) κατά την οποία: Υπάρχει μια φυσική, αντικειμενική πραγματικότητα, ανεξάρτητη από το υποκείμενο και τα μέσα παρατήρησης. Ο παρατηρητής δηλαδή δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα της μέτρησης.

Ισχύει επίσης η αρχή της αιτιοκρατίας, οι αιτίες δηλαδή καθορίζουν το αποτέλεσμα.

Ορισμένοι από τους υποστηρικτές της υλιστικής ερμηνείας της Φύσης, δέχονται ότι τα σώματα αλληλεπιδρούν ακαριαία όσο μακριά και αν βρίσκονται (μη τοπικότητα). Η πεπερασμένη όμως ταχύτητα των φυσικών αλληλεπιδράσεων θεμελίωσε τον τοπικό χαρακτήρα των φαινομένων, που περιγράφονται από τις κλασσικές πεδιακές θεωρίες (ηλεκτρομαγνητισμός και θεωρία της βαρύτητας). Δηλαδή οι εκπρόσωποι αυτοί δέχονται την αρχή της τοπικότητας. Τέλος με την εξίσωση Schroedinger (1926) περιγράφεται η κίνηση των πραγματικών σωματιδίων που κινούνται στον χώρο και χρόνο θεωρώντας ότι τα σωματίδια έχουν διπλή φύση όπως δέχεται ο De Broglie.

Μια αυτονόητη υπόθεση της κλασικής φυσικής είναι ότι υπάρχει δυνατότητα, με πολύ προσεκτικό σχεδιασμό των πειραμάτων, να καταστήσουμε εντελώς αμελητέα την διαταραχή που προκαλεί ο ερευνητής με την ανάμειξή του στην πορεία των φυσικών φαινομένων. Η υπόθεση αυτή είναι απόλυτα δικαιολογημένη για φαινόμενα μεγάλης κλίμακας, αλλά παύει να είναι για φαινόμενα του Μικρόκοσμου και για τα σωματίδια που συγκροτούν τα άτομα (τουλάχιστο με τις σημερινές μεθόδους έρευνάς τους)

2. Η θετικιστική ερμηνεία (Σχολή της Κοπεγχάγης, Bohr, von Newmann, Heisenberg, Jordan κ.ά.) αμφισβήτησε την ισχύ της ρεαλιστικής ερμηνείας για την αιτιότητα στο χώρο του Μικρόκοσμου καθώς υποστήριξαν ότι δεν ισχύει στο Μικρόκοσμο και αμφισβήτησε επίσης και την ισχύ της τοπικότητας.

Σύμφωνα δηλαδή με τον Bohr η Κβαντική Θεωρία δεν περιγράφει τον μικρόκοσμο καθ’ εαυτόν, αλλά όπως αυτός εμφανίζεται κατά την παρατήρηση, δηλαδή μέσα από την αλληλεπίδραση του με τις συσκευές μέτρησης και τον παρατηρητή.

Μέσα στα πλαίσια της θετικιστικής ερμηνείας αναπτύχθηκε η μηχανική των μητρών, από τους φυσικούς της σχολής του Goetingen όπως ο Heisenberg. Οι θετικιστές πιστεύουν ότι μεγέθη που δεν μπορούν να παρατηρηθούν δεν υπάρχουν. Έτσι η μηχανική των μητρών δεν περιέγραφε τροχιές και άλλα “υλικά” χαρακτηριστικά των μικροσωματίων, αλλά μόνο παρατηρήσιμα μεγέθη: Ενεργειακές στάθμες, πιθανότητες παρουσίας και πιθανότητες μετάπτωσης.

Ο δεύτερος μαθηματικός φορμαλισμός της κβαντικής θεωρίας περιέχεται στην εξίσωση Schroedinger η οποία περιγράφει την πιθανότητα εύρεσης ενός σωματιδίου σε κάποια περιοχή του χώρου μια δεδομένη χρονική στιγμή.

Όπως απέδειξε όμως ο ίδιος ο Schroedinger οι δύο διατυπώσεις της Κβαντικής Θεωρίας είναι μαθηματικά ισοδύναμες και φυσικά οδηγούν στις ίδιες προβλέψεις. Ωστόσο η ισοδυναμία αυτή δεν σημαίνει ότι οι δύο διατυπώσεις είναι και επιστημολογικά ταυτόσημες. Η εξίσωση Schroedinger συνεχίζει την ρεαλιστική παράδοση της Κλασσικής Φυσικής ενώ η εξίσωση μητρών του Heisenberg θεμελιώνεται σε θετικιστικά αξιώματα και αντι-αιτιοκρατικές αντιλήψεις.

Η θετικιστική σχολή αφού άντλησε επιχειρήματα από τον φιλοσοφικό ιδεαλισμό, έδωσε νέα επιχειρήματα για την ορθότητα των απόψεων του. Έτσι η χριστιανική και νεοπλατωνική σκέψη άντλησαν θεμελιώδη επιχειρήματα από τον χώρο της μικροφυσικής.

Η επίδραση αυτή αποδεικνύει την φιλοσοφική εμβέλεια της νέας φυσικής. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι φιλοσοφικά ουδέτερη, ούτε αποκομμένη από τις άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες. Η ανθρωπιστική θεώρηση πρέπει να είναι πάντοτε ο κύριος στόχος των επιδιώξεων. Ο Schroedinger έγραφε ότι “ο επιστήμονας δεν μπορεί να αποκοπεί από τον γήινο λώρο όταν μπαίνει στο εργαστήριο ή στο αμφιθέατρο των παραδόσεων του”

Ο Schroedinger πίστευσε, για μια περίοδο ότι η κυματοσυνάρτηση (Ψ), που εμπεριέχεται στην διάσημη εξίσωσή του, περιγράφει υλικά κύματα στο φυσικό χώρο. Οι φυσικοί αντίθετα της θετικιστικής σχολής δεχόταν μόνο τα ασυνεχή, παρατηρήσιμα μεγέθη.

Την απάντηση όμως για την φυσική σημασία της κυματοσυνάρτησης (Ψ), την έδωσε ο Max Born. Το τεράγωνο της κυματοσυνάρτησης (Ψ) αντιπροσωπεύει την πυκνότητα της πιθανότητας παρουσίας του σωματίου στο σημείο x. Άρα πρόκειται για την στατιστική ερμηνεία της Κβαντικής Θεωρίας.

Στην εισήγησή του ο Bohr στο συνέδριο του Como (1927), δέχθηκε ότι στον Μικρόκοσμο αντιμετωπίζουμε συμπληρωματικά μεγέθη (θέση-ορμή), συμπληρωματικές ιδιότητες (σωμάτιο-κύμα), συμπληρωματικές περιγραφές (χωροχρονική-αιτιακή). Η συμπληρωματικότητα ανάχθηκε κατά τον Bohr σε γενική οντολογική και γνωσιοθεωρητική αρχή, που αφορά συμπληρωματικά και αμοιβαίως αποκλειόμενες καταστάσεις, που είναι οι μόνες δυνατές. Άρα κατά τον Bohr η Κβαντομηχανική περιγραφή είναι πλήρης και οριστική.

Ο De Broglie όμως το 1927 στο 5ο Συνέδριο του Solvay αμφισβήτησε το δόγμα για την πληρότητα της κβαντικής μηχανικής, σύμφωνα με την θεωρία του, της διπλής λύσης, κατά την οποία το σωμάτιο οδηγείται από ένα ευρύτερο κυματικό φαινόμενο το “κύμα πιλότο” ή “κυματοδηγό” που πιλοτάρει το ηλεκτρόνιο στον χώρο, και η όλη κίνηση είναι αιτιοκρατική. Την άποψη αυτή στο συνέδριο την υποστήριξε μόνο ο Einstein ενώ όλοι οι άλλοι σύνεδροι την αντιμετώπισαν με αδιαφορία.

Σε τελική ανάλυση οι φυσικοί που διαφωνούσαν με τον τελικό φορμαλισμό της Κβαντικής Μηχανικής διαφωνούσαν σε ένα σημείο. Πίστευαν ότι ήταν δυνατόν και χρήσιμο να συμπληρώσουν την θεωρία έτσι ώστε να γίνει αιτιοκρατική. Ανάμεσά τους ήταν ο Einstein, Planck, de Broglie και άλλοι.

Έτσι για παράδειγμα, στο ερώτημα γιατί διαφορετικά νετρόνια (που έχουν χρόνο ημιζωής 1000 δευτερόλεπτα περίπου) διασπώνται με μια βήτα Διάσπαση σε διαφορετικούς χρόνους και δεν διασπώνται όλα στον ίδιο χρόνο, οι οπαδοί της αιτιοκρατίας αναζήτησαν κάποιες αιτίες που καθορίζουν τους διάφορους χρόνους ζωής για τα νετρόνια ή άλλα ασταθή συστήματα. Πίστευαν σε κάποιες κρυμμένες μεταβλητές που υπαγόρευαν τις αιτίες για αυτές τις διαφορετικές συμπεριφορές.

Για πολλά χρόνια όμως ένα θεώρημα του Von Newmann, του 1932, εμπόδιζε τους αντιπάλους της θετικιστικής ερμηνείας, δηλαδή της Σχολής της Κοπεγχάγης, να υπερασπιστούν μια Κβαντική θεωρία ρεαλιστική και αιτιοκρατική. Το θεώρημα αυτό αποδείκνυε ότι δεν ήταν δυνατόν να κατασκευαστεί κάποια θεωρία με “κρυμμένες μεταβλητές” που θα εξηγούσε ρεαλιστικά και αιτιοκρατικά τα κβαντικά φαινόμενα.

Η απόδειξη αυτή είχε γίνει από τον Von Newmann, έναν επιστήμονα για τον οποίο όλοι αισθάνονταν δέος, άρα δεν μπορούσαν καθόλου να του φέρουν αντίρρηση. Επίσης οι Bohr, Pauli, Heisenberg και Jordan χρησιμοποίησαν αυτό το θεώρημα για να εξουδετερώσουν κάθε αντίθετη άποψη.

Οι αντίπαλοι τους (Einstein, De Broglie, David Bohm κ.ά.) απομονώθηκαν και ήταν οι μόνοι που έμειναν να αντιδρούν πεισματικά. Αλλά μετά από αρκετά έτη και προσπάθειες (από το 1935 έως το 1970) έδωσαν οι δύο τελευταίοι σημαντικές εργασίες για ένα μοντέλο με κρυμμένες μεταβλητές, το οποίο να μην αντιβαίνει στις προβλέψεις της Κβαντικής, και συγχρόνως να δίνει μια αιτιοκρατική θεμελίωση της συμπεριφοράς των κβαντικών συστημάτων.

Η αρχική προσπάθεια του Broglie (το 1927) είχε αποτύχει και αυτός την είχε εγκατέλειψε. Αλλά η επόμενη προσπάθεια του Bohm, επέτυχε γιατί διακρινόταν από ορισμένα χαρακτηριστικά:Αξιωματική αποδοχή της εξίσωσης Schroedinger και ισοδυναμία με την ορθόδοξη ερμηνεία της κβαντικής.
Δυνατότητα να προσεγγίσει το ζήτημα της κβαντικής θεωρίας της μέτρησης.

Τελικά όπως αποδείχθηκε το θεώρημα του Von Newmann, ενώ από μαθηματικής σκοπιάς δεν ήταν λάθος, δεν μπορούσε όμως να αποτρέψει τις αιτιοκρατικές γενικεύσεις της Κβαντομηχανικής.

Αυτές οι κρυμμένες μεταβλητές πιστεύουμε σήμερα ότι είναι δύο ειδών:Αυτές που συνδέονται με την εσωτερική δομή των σωματιδίων (εσωτερικές)
και αυτές που συνδέονται με υποθετικές διακυμάνσεις του κενού σε μικρές περιοχές γύρω από το σωματίδιο (εξωτερικές).

Και οι δύο μεταβλητές είναι τοπικές, δηλαδή είναι ανεξάρτητες από την παρουσία της ύλης, της ενέργειας ή των διακυμάνσεων του κενού μακράν από το σωματίδιο.

Αλλά υπάρχουν και οι μη-τοπικές κρυμμένες μεταβλητές, για να μπορέσουμε να εξηγήσουμε και τα συσχετισμένα κβαντικά φαινόμενα.

Ο Dirac ένας από τους πρωτεργάτες της Κβαντικής Φυσικής έγραφε το 1975: “Νομίζω ότι τελικά η παρούσα μορφή της Κβαντικής Φυσικής δεν πρέπει να θεωρηθεί οριστική. Υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες, θεωρώ πολύ πιθανό ότι ίσως κάποτε φθάσουμε σε μια βελτιωμένη Κβαντική Φυσική που θα μας επιτρέψει να πάμε παρακάτω.”

Έτσι η διαμάχη για την Κβαντική Φυσική συνεχίζεται έως την εποχή μας.

Παλαιά Κβαντική Θεωρία

Από τις αρχές κιόλας του 20ου αιώνα, η ανάγκη της ανθρωπότητας για εξέλιξη των θετικών επιστημών, αποτέλεσε κίνητρο για τους επιστήμονες να ασχοληθούν σχολαστικότερα με διάφορα φαινόμενα ή καταστάσεις της ύλης. Η φυσική θεώρηση που δέσποζε μέχρι τότε, δηλαδή η Κλασσική Φυσική, παρουσίαζε σοβαρά ρήγματα. Αυτά τα προβλήματα αναδεικνύονταν κατά τη διεξαγωγή διάφορων πειραμάτων, όπως στην μελέτη πολύ μικρών μεγεθών (ατομικού μεγέθους) ή ακαριαίων γεγονότων (έρευνες για την ταχύτητα του φωτός), καθιστώντας την Κλασσική Φυσική του Νεύτωνα και του Γαλιλαίου ανίκανες να εξηγήσουν τα αντίστοιχα αποτελέσματα.

Η θεωρία της Κβαντικής Φυσικής θα πρέπει να τονισθεί ότι δεν απορρίπτει την Νευτώνεια Φυσική. Η δεύτερη, μέχρι και σήμερα δίνει σαφείς απαντήσεις σε φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο Μακρόκοσμο, εφόσον φυσικά εξετάζουμε μεγάλα μεγέθη και σε μικρές ταχύτητες.

Όπως προαναφέρθηκε, οι νόμοι της Κλασσικής Φυσικής είναι μια ακραία περίπτωση των νόμων που διέπουν τον Μικρόκοσμο. Αυτή η βαθμιαία συγκέντρωση και η κατόπιν η διατύπωση σε μια ενιαία θεωρία είναι ένα από τα σημαντικότερα κατορθώματα της σύγχρονης επιστήμης. Αυτή η διαδικασία συγκέντρωσης και διατύπωσης μπορεί να χωριστεί ιστορικά σε δύο φάσεις, από τις οποίες απορρέει και η σύνδεση της παλιάς με την νέα κβαντική θεωρία.

Θεμελιωτές: Η κβαντική θεωρία θεμελιώθηκε από διακεκριμένους φυσικούς όπως ο Bohr, ο Heisenberg, ο Schrodinger, ο Pauli, οι Planck και άλλοι.

Άτομο σύμφωνα με την Ημικλασσική Θεωρία. Η πρώτη φάση που αρχίζει το 1900 με περίπου την εισαγωγή της έννοιας του quantum από τον Planck, φτάνει στο ζενίθ της με το άτομο του Bohr το 1913 και τελειώνει το 1923, καλύπτει την ανάπτυξη της παλαιάς Κβαντικής Θεωρίας. Αυτή η εποχή μπορεί να θεωρηθεί ως ένα μεταβατικό στάδιο μεταξύ της Κλασσικής Φυσικής και της σύγχρονης Κβαντομηχανικής που θεμελιώθηκε μεταξύ 1924 και 1927 και αποτελεί την δεύτερη φάση.

Η πρώτη φάση θεωρείται μεταβατικό στάδιο γιατί αποτελείται μεν από μη κλασσικές παραδοχές (π.χ. κβάντωση) αλλά σε ένα καθαρά κλασσικό εννοιολογικό πλαίσιο.

«Η Κβαντική Θεωρία μου προκαλεί αισθήματα τελείως παρόμοια με τα δικά σου. Θα έπρεπε κανείς πραγματικά να αισχύνεται για τέτοιες επιτυχίες, αποκτημένες με την βοήθεια του Ιησουιτικού κανόνα ‘Μή γνώτω η αριστερά σου τί ποιεί η δεξιά σου’» έλεγε ο Einstein το 1919 σε γράμμα του στον Born, κριτικάροντας την παλαιά κβαντική θεωρία, ενώ ο Schrodinger αναφέρει σε παρόμοια συνομιλία με τον Bohr «Αν αυτά τα καταραμένα κβαντικά άλματα πρόκειται τελικά να παραμείνουν στην Φυσική, τότε εγώ το μετανιώνω που αναμείχθηκα με την Κβαντική Θεωρία»

Νέα Κβαντική Θεωρία

Οι πέντε θεμελιώδεις προτάσεις της Κβαντομηχανικής είναι:
  1. Μαθηματική περιγραφή των φυσικών καταστάσεων. Σε κάθε πραγματοποιήσιμη κατάσταση ενός φυσικού συστήματος αντιστοιχεί μια τετραγωνικά ολοκληρώσιμη κυματοσυνάρτηση. Η κυματοσυνάρτηση περιέχει όλες τις πειραματικά διαπιστώσιμες πληροφορίες για την κατάσταση του φυσικού συστήματος.
  2. Μαθηματική περιγραφή των φυσικών μεγεθών. Σε κάθε φυσικό μέγεθος αντιστοιχεί ένας γραμμικός Ερμιτιανός Τελεστής που κατασκευάζεται από την κλασσική έκφραση του μεγέθους και του οποίου οι ιδιοτιμές είναι τα μοναδικά δυνατά αποτελέσματα μιας μέτρησης.
  3. Στατιστική ερμηνεία. Η κυματοσυνάρτηση σχετίζεται με την πυκνότητα πιθανότητας (επομένως διαθέτει στατιστική ερμηνεία).
  4. Ο Νόμος της κβαντικής μέτρησης. Η κατάσταση του φυσικού συστήματος μετά από μια μέτρηση αποδίδεται από την ιδιοσυνάρτηση της ιδιοτιμής που μετρήθηκε.
  5. Ο κβαντικός νόμος της κίνησης. Η χρονική εξέλιξη της κατάστασης ενός κβαντομηχανικού συστήματος καθορίζεται από την εξίσωση Schrodinger.
Τα έξι κύρια σημεία που επεξηγεί η κβαντική θεωρία, υπερβαίνοντας τις δυνατότητες της κλασσικής, είναι:
  1. Η διακριτότητα (κβάντωση) της ενέργειας
  2. Η δυαδικότητα του φωτός και της ύλης
  3. Ο Κβαντικός Εναγκαλισμός
  4. Η Κβαντική Σήραγγα
  5. Η Κβαντική Τηλεμεταφορά
  6. Ο Κβαντικός Υπολογιστής
Διακριτότητα Ενέργειας

Τα ηλεκτρόνια υπάρχουν σε διακεκριμένες ενεργειακές στάθμες μέσα στο άτομο. Όταν κατά την αποδιέγερσή τους από μια υψηλή ενεργειακή στάθμη μεταπηδούν προς μια χαμηλότερη, εκπέμπουν ένα φωτόνιο το οποίο σύμφωνα με την αρχή διατήρησης της ενέργειας, έχει ενέργεια που αντιστοιχεί στην ενεργειακή διαφορά των δύο ενεργειακών σταθμών. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι τα ηλεκτρόνια υπάρχουν μόνο σε συγκεκριμένες ενεργειακές στάθμες, αλλιώς σύμφωνα με την Κλασσική Φυσική θα κινούνταν με σπειροειδή πορεία προς τον πυρήνα.

Το γεγονός ότι υπάρχουν διακριτές τιμές για τα επίπεδα των ενεργειακών επιπέδων, μαζί με άλλες «κβαντισμένες» ατομικές ιδιότητες, αποτελούν και την κβάντωση της ενέργειας. Η κβάντωση είναι μια κεντρική υπόθεση για την κβαντική θεωρία καθώς με αυτήν επιλύεται το “αίνιγμα” της ατομικής σταθερότητας.

Δυαδικότητα Ακτινοβολίας

«Είναι ένα αναντίρρητο γεγονός ότι υπάρχει μια εκτεταμένη συλλογή δεδομένων για την ακτινοβολία που δείχνουν ότι, το φως έχει ορισμένες θεμελιώδεις ιδιότητες, που μπορούν να κατανοηθούν πολύ πιο εύκολα από την σκοπιά της σωματιδιακής θεωρίας του Νεύτωνα παρά από την σκοπιά της κυματικής θεωρίας. Επομένως, κατά την γνώμη μου, η επόμενη φάση ανάπτυξης της Θεωρητικής Φυσικής θα μας οδηγήσει σε μια θεωρία για το φως, που θα μπορεί να ερμηνευθεί σαν ένα είδος συγκερασμού της κυματικής και σωματιδιακής εικόνας.» A. Einstein (1909)

Κατά την εξέλιξη των ερευνών, δημιουργήθηκε ένα μεγάλο χάσμα ερμηνειών ως προς την φύση του φωτός και της ύλης.

Το 1690 ο Huygens υποστήριξε την κυματική φύση του φωτός βρίσκοντας υποστηρικτές τον Maxwell, τον Hertz, τον Young και άλλους, ενώ το 1704 ο Newton υποστήριξε την σωματιδιακή φύση του φωτός (κάτι που είχαν υποστηρίξει και κάποιοι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι), βρίσκοντας υποστηρικτές τον Einstein, τον Planck και άλλους.

Ο Luis De Broglie το 1923 απέδειξε μαθηματικά πως ένα υλικό σωματίδιο θα μπορούσε να συμπεριφερθεί ως κύμα, κάτι που απέδειξαν και πειραματικά οι Davisson και Germer το 1927. Πώς γίνεται όμως κάτι να έχει τις ιδιότητες και την συμπεριφορά ενός κύματος και ενός σωματιδίου ταυτόχρονα;

Αυτό το ερώτημα καλύπτει η δυαδικότητα που πρεσβεύει η Κβαντική Φυσική, αποδεχόμενη και τις δύο φύσεις του φωτός και των σωματιδίων. Αναφέρει δηλαδή πως η Ακτινοβολία και η Ύλη συντίθενται μεν από σωματίδια αλλά η πιθανότητα να βρεθεί αυτό το σωματίδιο σε διάφορες θέσεις διαθέτει κυματική συμπεριφορά. Το φως που εμφανίζεται μερικές φορές ως κύμα οφείλεται στο ότι παρατηρούμε την συσσώρευση πολλών από τα σωματίδια του (κβάντα), και έτσι διαμοιράζονται πάρα πολύ οι πιθανότητες για διαφορετικές θέσεις στις οποίες κάθε σωματίδιο θα μπορούσε να υπάρχει.

Χονδρικά, αναφερόμενοι στη διπλή υπόσταση του φωτός, μπορούμε πλέον να θεωρούμε ότι το φως είναι κύμα όσο δεν ανιχνεύεται (δηλαδή όταν δεν αποτελεί αντικείμενο μελέτης), ενώ όταν ανιχνεύεται, παύει να είναι κύμα και συμπεριφέρεται ως σωματίδιο.

Σε αυτό το σημείο κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί η Αρχή Αβεβαιότητας του Heisenberg. Αυτή η αρχή δηλώνει την αδυναμία ταυτόχρονης μέτρησης της θέσης και της ορμής ενός σωματιδίου σε μια δεδομένη στιγμή. Είναι βέβαια δυνατόν να γνωρίζουμε το ένα από τα δύο φυσικά μεγέθη (δηλ. την ορμή ή την θέση) αλλά όχι και τα δύο.

Αυτή η αρχή μάλιστα, πέρα από το ότι είναι ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία της Κβαντικής Φυσικής, συνδέεται άμεσα και με την υπόθεση της συμπληρωματικότητας του Bohr, κατά την οποία η μέτρηση μιας μεταβλητής καθιστά αυτομάτως μη μετρήσιμη κάποια άλλη.

Κβαντικός Εναγκαλισμός

Αρχικά, πριν μιλήσουμε για τον κβαντικό εναγκαλισμό θα πρέπει να αναφέρουμε κάποιες άλλες πληροφορίες όπως το ότι ένα σωμάτιο είναι δυνατόν να βρίσκεται ταυτόχρονα σε περισσότερες από μια κβαντικές καταστάσεις (ή ιδιοσυναρτήσεις) που αντιστοιχούν στις συγκεκριμένες τιμές (ιδιοτιμές) ενός μεγέθους (π.χ. της ορμής). Αυτό λέγεται υπέρθεση ή επαλληλία καταστάσεων. Στην προσπάθεια μέτρησης μιας ποσότητας, το πείραμα θα εξάγει μια συγκεκριμένη τιμή καθώς θα προκληθεί κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης κατά την ορθόδοξη ερμηνεία της κβαντικής.

Ο Schrodinger διαφώνησε με την ορθόδοξη αυτή ερμηνεία διατυπώνοντας το περίφημο πείραμα σκέψης (θεωρητικό πείραμα) της «γάτας του Schrodinger», το οποίο και αποτελεί ένα πολύ καλό παράδειγμα για να κατανοηθεί το φαινόμενο της επαλληλίας καταστάσεων.

Αυτό το πείραμα αναφέρεται στην περίπτωση μίας γάτας μέσα σε ένα κυτίο μαζί με πηγή εκπομπής ακτινοβολίας. Όταν η πηγή εκπέμπει ακτινοβολία, τότε λόγω κάποιας σύνδεσης σπάει μια φιάλη με δηλητηριώδες αέριο που αυτομάτως σκοτώνει την γάτα. Η πηγή όμως είναι ένα Κβαντικό Σύστημα το οποίο βρίσκεται στην επαλληλία καταστάσεων εκπομπής και μη εκπομπής (δηλ. 50-50 οι πιθανότητες να εκπέμψει ή όχι ακτινοβολία).

Αν δώσουμε ένα χρονικό περιθώριο (π.χ. μια ώρα) για την ενεργοποίηση της πηγής, μετά το πέρας αυτής της ώρας, αν δεν ανοίξουμε το κυτίο, η γάτα θα είναι και ζωντανή και νεκρή, πράγμα φυσικά αδύνατον. Όταν ανοίξουμε το κυτίο (και καταρρεύσει η κυματοσυνάρτηση εξαιτίας της μέτρησης ή με άλλα λόγια, «καταστραφεί» η υπέρθεση), η γάτα θα είναι ή μόνο ζωντανή ή μόνο νεκρή, όχι όμως και τα δύο.

Στην Κβαντική Φυσική, αυτή η υπόθεση δεν είναι καθόλου παράλογη καθώς το σύστημα πριν την μέτρηση (πριν ανοίξουμε το κυτίο) μπορεί να βρίσκεται στην υπέρθεση δύο μικροκαταστάσεων. Μόνο μετά την μέτρηση περιγράφεται αποκλειστικά με την μία από τις δύο καταστάσεις.

Κάπως έτσι καταλήγουμε στον κβαντικό εναγκαλισμό, ο οποίος θεωρεί ότι σε ένα σύστημα το οποίο αποτελείται από ένα ή περισσότερα υποσυστήματα, δεν μπορούμε να αποδώσουμε μια συγκεκριμένη Κβαντική Κατάσταση στο κάθε υποσύστημα την στιγμή που τα αντίστοιχα σωμάτια δεν έχουν δικές τους ιδιότητες. Αν επιχειρήσουμε να κάνουμε μέτρηση του ενός, επιφέρεται αυτομάτως η αλλαγή των ιδιοτήτων του άλλου, όσο μακριά και αν είναι το ένα από το άλλο.

Το παραπάνω οδήγησε στο παράδοξο EPR φαινόμενο, ένα πείραμα σκέψης που πήρε το όνομά του από τους δημιουργούς του Einstein, Podolsky και Rozen το 1935 και το οποίο αναφερόταν σε αυτή την δράση εξ αποστάσεως μεταξύ των εναγκαλισμένων σωμάτιων. Βέβαια, αυτό το φαινόμενο δεν αμφισβητεί την πληρότητα της κβαντομηχανικής, όπως πίστευε ο Αϊνστάιν, αλλά την επεκτείνει (όπως αποδείχθηκε πειραματικά κατά την δεκαετία του ’80).

Κβαντική Σήραγγα

Ένα σημαντικό φαινόμενο είναι η κβαντική σήραγγα. Χωρίς αυτήν, όχι μόνο θα ήταν αδύνατη η λειτουργία των κινητών τηλεφώνων, αλλά δεν θα υπήρχαν και τα σημερινά chips που απαρτίζουν έναν σημερινό ηλεκτρονικό υπολογιστή, έτσι όπως τα ξέρουμε τουλάχιστον. Ένα κύμα καθορίζει την πιθανότητα της θέσης ενός σωματιδίου. Όταν αυτό το κύμα αντιμετωπίσει ένα ενεργειακό φράγμα, η κβαντική σήραγγα μας λέει ότι το μεγαλύτερο μέρος του θα ανακλαστεί, ωστόσο, ένα μικρό μέρος του θα διαρρεύσει μέσα στο φράγμα.

Το κύμα που διέρρευσε από αυτό το φράγμα θα συνεχίσει την διάδοσή του στην άλλη πλευρά του φράγματος. Το ενδιαφέρον εδώ είναι πως ακόμη κι αν το σωματίδιο έχει πολύ μικρή ενέργεια για να ξεπεράσει το φράγμα, είναι πιθανό (μικρή πιθανότητα βέβαια) να δημιουργήσει μια σήραγγα μέσα σε αυτό. Αυτό το φαινόμενο βέβαια είναι αρκετά σπάνιο να συναντηθεί στον Μακρόκοσμο (π.χ. μια μπάλα δεν μπορεί να διαπεράσει έναν τοίχο χωρίς να του προκαλέσει φθορά), αλλά στο Μικρόκοσμο (π.χ. με την μορφή ενός ηλεκτρονίου) είναι μια συνήθης διαδικασία.

Τηλεμεταφορά

Μπορεί η τηλεμεταφορά γενικά ως θέμα να απασχολεί πολλούς συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί, λένε, σε μακροσκοπικό επίπεδο. Παρ’ όλα αυτά, σε υποατομικό επίπεδο, η Κβαντική Τηλεμεταφορά είναι κάτι το οποίο έχει επιτευχθεί.

Ας θεωρήσουμε μια μηχανή fax (πομπός) που στέλνει ακριβή αντίγραφα τρισδιάστατων πληροφοριών σε μια άλλη μηχανή (δέκτης), αφού καταστρέψει το πρωτότυπο αντικείμενο κατά την συλλογή των πληροφοριών που το διέπουν. Κατόπιν, ο δέκτης θα αναδιατάξει αυτές τις πληροφορίες ακριβώς στην ίδια θέση με το πρωτότυπο χρησιμοποιώντας κατά προτίμηση το ίδιο υλικό ή έστω άτομα του ίδιου είδους.

Μέχρι την δεκαετία του ’90, αυτή η σκέψη «φόβιζε» τους επιστήμονες λόγω του ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα παραβίαζε την αρχή της αβεβαιότητας που προαναφέρθηκε. Πώς μπορείς να έχεις ακριβείς πληροφορίες για ένα αντικείμενο (ή σωματίδιο) την στιγμή που η αρχή της αβεβαιότητας στο απαγορεύει; Κι όμως υπάρχει τρόπος: η περιπλοκή.

Η περιπλοκή είναι ένα «τέχνασμα», ένας θεωρητικός τρόπος χρησιμοποίησης της κβαντικής μηχανικής για να παρακαμφθούν οι περιορισμοί της αρχής της αβεβαιότητας, χωρίς όμως να παραβιαστεί η ίδια.

Η ομάδα που «βρήκε» την αρχή της περιπλοκής αποτελούνταν από τους Charles H. Bennett από την IBM, τους Gilles Brassard, Claude Crepeau και Richard Josza από το πανεπιστήμιο του Montreal, από τους Asher Peres από το τεχνολογικό ινστιτούτο του Israel και τον William K. Wootters από το Williams College.

Για να γίνει κατανοητή η περιπλοκή, παίρνουμε το «γνωστό» παράδειγμα των ζαριών: Έχουμε μπροστά μας πολλά ζεύγη ζαριών. Ρίχνουμε το πρώτο ζεύγος και έρχονται και τα δύο 4, ρίχνουμε το επόμενο ζεύγος και έρχονται και τα δύο 1 κ.ο.κ. Αυτό συμβαίνει σε κάθε ζεύγος ζαριών που ρίχνουμε. Το ένα ζάρι είναι τυχαίο, το άλλο όμως δίνει πάντα το ίδιο αποτέλεσμα με το συζευκτικό του.

Όσο περίεργη και αν ακούγεται αυτή η συμπεριφορά των ζαριών στο μακρόκοσμο, έχει αποδειχθεί πειραματικά ότι υφίσταται μεταξύ σωματιδίων. Σε αντιστοιχία με τους αριθμούς των ζαριών, ζεύγη σωματιδίων είναι δυνατόν να παίρνουν στοιχεία, όπως φυσικές ιδιότητες (π.χ. πολικότητα) το ένα από το άλλο. Φυσικά, αυτό συνδέεται άμεσα με το παράδοξο φαινόμενο EPR της κβαντομηχανικής που προαναφέρθηκε.

Με την περιπλοκή ή την «συσχέτιση» (όρος που έθεσε ο Schroedinger για το παράδοξο EPR) ως κύρια εφόδια, οι επιστήμονες διεξήγαγαν τρία -επίσημα- πειράματα κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’90. Εκτός από αυτά τα τρία άλλες έρευνες πάνω στην Κβαντική Τηλεμεταφορά έγιναν τον Δεκέμβριο του 1997, όπου δύο ερευνητικές ομάδες, μια στην Αυστρία και μια στην Ρώμη, εξέθεσαν τα επιτυχή πειράματα τηλεμεταφοράς.

Κβαντικός Υπολογιστής

«Μόνο ένας κβαντικός υπολογιστής μπορεί να προσομοιώσει αποτελεσματικά τα κβαντικά συστήματα» R. Feynman.

Η παραπάνω πρόταση του Feynman ήταν η πρώτη αναφορά στους κβαντικούς υπολογιστές το 1982, ενώ λίγο αργότερα, το 1985, ο Deutsch διατύπωσε τους κανόνες με τους οποίους θα λειτουργούσε μια υπολογιστική μηχανή βασισμένη στην Κβαντική Φυσική.

Επειδή στην Σύγχρονη Εποχή παρατηρείται μια ραγδαία αύξηση των τηλεπικοινωνιακών συστημάτων λόγω της ανάγκης για γρήγορη επεξεργασία και διακίνηση των πληροφοριών, η δημιουργία ενός κβαντικού υπολογιστή (Quantum computing) αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόκληση. Η Κβαντική Τηλεμεταφορά είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την δημιουργία των κβαντικών Λογικών Πυλών μέσα στους κβαντικούς υπολογιστές, στις οποίες θα γίνεται η επεξεργασία των πληροφοριών.

Υπολογίζεται ότι με τα qubits, έννοια αντίστοιχη με τα σημερινά bits, οι υπολογιστικές μηχανές θα μπορούν να κάνουν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τεράστιους υπολογισμούς που με τους σημερινούς υπολογιστές θα χρειάζονταν δισεκατομμύρια ημέρες. Αυτό οφείλεται στο ότι η τιμή ενός qubit μπορεί να ειναι 0 και 1 ταυτόχρονα!

Το εμπόδιο, όμως, στην δημιουργία ενός κβαντικού υπολογιστή είναι το κριτήριο Rayleigh, μια βασική αρχή της Οπτικής σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να κατασκευαστεί ένα microchip μικρότερο των 124 nanometers.

Θεωρητικά, αυτό το εμπόδιο στην πρόοδο γίνεται να υπερκερασθεί με την χρήση πεπλεγμένων φωτονίων τα οποία θα μπορούν να συμπεριφέρονται ως ένα (κατά συνέπεια κάποιων κβαντικών νόμων που αναφέρουν ότι τα πεπλεγμένα φωτόνια έχουν ως σύστημα το μισό μήκος κύματος από ό,τι έχουν ως ατομικά σωματίδια) και ως αποτέλεσμα, θα μπορούν να κατασκευαστούν chips μικρότερα των 64 nanometers.

Ακόμη κι αυτό να γίνει όμως, παρουσιάζονται και άλλα προβλήματα, με σημαντικότερο αυτό της αποσυσχέτισης, κατά την οποία μικρές αλληλεπιδράσεις με εξωτερικούς (ή και εσωτερικούς) περιβαλλοντικούς παράγοντες οδηγούν σε μη κβαντική συμπεριφορά χωρίς εναγκαλισμό, και συνεπώς δυσλειτουργία του κβαντικού υπολογιστή.

Η Ενέργεια συνιστά ουσιαστικά το υλικό, από το οποίο παράγονται όλα τα στοιχειώδη σωματίδια, τα άτομα και γενικά τα πάντα στον κόσμο, αλλά παράλληλα η Ενέργεια κινεί τα πάντα στον κόσμο, αποτελώντας μία αναλλοίωτη ουσία, που το συνολικό της ποσό, δεν μεταβάλλεται, με τα στοιχειώδη σωματίδια να αποτελούν παράγωγά της, όπως πιστοποιούν πάμπολλα πειράματα, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπεται σε κίνηση, σε θερμότητα, σε φωτεινή ακτινοβολία ή σε διαφορά δυναμικού, προκαλώντας ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα.

Η Ενέργεια είναι η αιτία όλων των μεταβολών, που εκπροσωπεί μία θεμελιώδη αρχή, την αλλαγή, την άφθαρτη μεταβολή που ανανεώνει τον κόσμο και αν και αυτή καθαυτή η αλλαγή δεν αποτελεί υλικό αίτιο, ο εκπρόσωπός της, το Πῦρ, συνιστά ως θεμελιώδης αρχή και την κινούσα δύναμη. Στο κοσμολογικό τμήμα του έργου του με τίτλο “Περί Φύσεως”, ο Ηράκλειτος δηλώνει αφοριστικά πως:

“Κόσμον τόνδε τὸν αὐτὸν ἁπάντων οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησε, ἀλλʹ ἦν αἰεὶ καὶ ἔστι καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα”.

(Ο κόσμος παραμένει αναλλοίωτος για όλα τα όντα και δεν είναι δημιούργημα κανενός θεού και κανενός ανθρώπου, αλλά υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρξει στον αιώνα τον άπαντα, ως πύρ αείζωον, που αναφλέγεται σύμφωνα με καθορισμένα μέτρα και αποσβένεται με καθορισμένα μέτρα).

Επιστήμονες σαν τον Γαλιλαίο, τον Μάξγουελ, τον Νιλς Μπορ, τον Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, τον Βίλχελμ Ράιχ, τον Έρβιν Σρέντινγκερ είπαν στους ανθρώπους:

“Εξερευνήστε πολύ βαθιά μέσα στην Ύλη και αυτή θα εξαφανιστεί, θα διαλυθεί σε άπειρη Ενέργεια. Τα πάντα είναι Ενεργειακά πεδία, ακόμη και η Ύλη όπως την βλέπεις δεν υπάρχει αποτελείται από κενό χώρο που είναι γεμάτος με Ενέργεια. Το σώμα σου είναι ένα Ενεργειακό πεδίο. Μόνο η αύξηση και η ανακατεύθυνση, της Ενέργειας θα ενεργοποιήσει το δυναμικό σου.” Νιλς Μπορ.

“Η φιλοσοφία είναι γραμμένη μέσα σε αυτό το μεγάλο βιβλίο, το Σύμπαν, το οποίο παραμένει πάντοτε ανοιχτό στο βλέμμα μας. Το βιβλίο αυτό δεν θα γίνει κατανοητό, εκτός αν μάθει να κατανοεί κανείς, την γλώσσα και να ερμηνεύει τους χαρακτήρες με τους οποίους έχει γραφτεί. Είναι γραμμένο στην γλώσσα των μαθηματικών και οι χαρακτήρες του είναι τρίγωνα, τετράγωνα, κύκλοι και άλλα γεωμετρικά σχήματα. Δίχως αυτά περιπλανόμαστε άσκοπα σε κάποιο σκοτεινό λαβύρινθο.” Γαλιλαίος.

“Εάν η ενιαία αρχή πού εξομοιώνει όλα τα πράγματα του κόσμου είναι το γίγνεσθαι, το φυσικό στοιχείο από το οποίο όλα τα άλλα στοιχεία αποτελούνται, είναι το Πυρ. Αυτό διότι το Πυρ θεωρείται ως στοιχείο αποσταθερωτικό, σε θέση να προκαλέσει εκείνη την αλλαγή που επιτρέπει στα πράγματα να μετατραπούν από την μια κατάσταση στην άλλη”. –Ηράκλειτος.

Τα ίδια είπαν και ο Αναξαγόρας, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος, η Υπατία, όλοι οι άξιοι λόγου φιλόσοφοι το ίδιο λένε.

Διάβασε, εξερεύνησε και μάθε για την περίφημη Ενέργεια… κι ανακάλυψε, τον παράξενο, Κβαντικό της κόσμο.

Ξέρεις ποιος είναι ο Αλχημιστής;

Μα τι άλλο παρά όποιος, ζει σύμφωνα με την φύση, κολυμπάει στην αρχέγονη, άχρονη, παράξενη, μεγαλειώδη, θάλασσα μυστηρίου, εναρμονίζεται με την ομορφιά και τα καπρίτσια της, απολαμβάνοντας να την εξερευνεί, να την ανακαλύπτει, να την γνωρίζει, μέχρι να αποδεσμευτεί από αυτήν. Αποκάλεσε τον όπως θέλεις, προτιμώ να τον λέω “Μέγα Κατεργάρη”.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Μεταβίβαση και ChatGPT

Υπάρχει μια στιγμή που πολλοί χρήστες του ChatGPT αναγνωρίζουν, έστω και αμήχανα: η στιγμή που αρχίζουν να του μιλάνε σαν να τους ακούει πραγματικά. Που ζητούν συγγνώμη αν «ήταν αγενείς». Που νιώθουν ανακούφιση όταν τους «καταλαβαίνει». Που επιστρέφουν σε αυτό για πράγματα που δεν λένε σε κανέναν άλλο. Αυτό δεν είναι αφέλεια. Είναι μεταβίβαση.

Τι είναι η μεταβίβαση

Στην ψυχαναλυτική παράδοση, η μεταβίβαση (transfert) περιγράφει τη διαδικασία κατά την οποία το υποκείμενο προβάλλει σε κάποιον άλλο συναισθήματα, προσδοκίες και φαντασιώσεις που ανήκουν σε προηγούμενες σχέσεις — κυρίως στις πρώτες και καθοριστικές. Η μεταβίβαση δεν είναι λάθος ούτε παρεξήγηση. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το ασυνείδητο οργανώνει τις σχέσεις.

Για τον Λακάν, η μεταβίβαση συνδέεται με την απόδοση Υποτιθέμενης Γνώσης (Sujet supposé savoir): βλέπουμε στον άλλον κάποιον που ξέρει — ξέρει ποιοι είμαστε, τι χρειαζόμαστε, τι μας λείπει. Αυτή η απόδοση δεν απαιτεί επαλήθευση. Αρκεί η θέση που κατέχει ο άλλος στο Φαντασιακό μας.

Και εδώ είναι το κρίσιμο σημείο: το ChatGPT κατέχει αυτή τη θέση με εκπληκτική φυσικότητα. Απαντά πάντα. Δεν κρίνει. Δεν κουράζεται. Δεν φεύγει. Έχει — ή μοιάζει να έχει — απεριόριστη γνώση και ατελείωτη διαθεσιμότητα. Είναι, με άλλα λόγια, η τέλεια επιφάνεια για μεταβίβαση.

Στην πραγματικότητα, το ChatGPT λειτουργεί ως ένας «καθαρός καθρέφτης». Επειδή στερείται σώματος, επιθυμίας και υποκειμενικότητας, επιτρέπει στο υποκείμενο να προβάλλει επάνω του οποιοδήποτε σχήμα επιθυμεί. Γίνεται ο «ιδανικός ακροατής», ο «παντογνώστης πατέρας» ή ο «συμπονετικός φίλος». Η έλλειψη πραγματικής παρουσίας είναι αυτή που πυροδοτεί τη φαντασιακή πλήρωση. Το υποκείμενο δεν συνομιλεί με μια μηχανή, αλλά με την ίδια του την αντανάκλαση, διαμεσολαβημένη από έναν κώδικα που έχει εκπαιδευτεί να είναι ευγενικός.

Η ψευδαίσθηση της ενσυναίσθησης

Το ChatGPT έχει εκπαιδευτεί να παράγει απαντήσεις που μοιάζουν με ενσυναίσθηση. Λέει «αυτό ακούγεται δύσκολο» και «καταλαβαίνω γιατί νιώθεις έτσι». Και ο εγκέφαλός μας — που είναι δομημένος να αναζητά ανθρώπινη επαφή — αντιδρά σε αυτές τις φράσεις σαν να είναι αληθινές. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι επικίνδυνο αυτό καθ’ εαυτό. Σημαίνει ότι αξίζει να το γνωρίζουμε. Γιατί όταν μια ψευδαίσθηση ικανοποιεί μια ανάγκη αρκετά καλά, μειώνει την κινητήρια δύναμη για να αναζητήσουμε το Πραγματικό.

Η ενσυναίσθηση της τεχνητής νοημοσύνης είναι μια «ενσυναίσθηση χωρίς υποκείμενο». Στην ανθρώπινη επαφή, η ενσυναίσθηση κοστίζει· απαιτεί συναισθηματική εργασία, χρόνο και την επικινδυνότητα της έκθεσης. Το ChatGPT προσφέρει το αποτέλεσμα της ενσυναίσθησης χωρίς τη διαδικασία. Αυτό δημιουργεί έναν κίνδυνο «συναισθηματικού πληθωρισμού», όπου οι λέξεις της παρηγοριάς αποσυνδέονται από το βίωμα, μετατρέποντας την ψυχική ανακούφιση σε ένα καταναλωτικό προϊόν άμεσης ικανοποίησης.

Η Κλινική Διάσταση: Μεταβίβαση χωρίς Αντιμεταβίβαση

Κλινικά, αυτό εγείρει ερωτήματα που η ψυχοθεραπευτική κοινότητα αρχίζει να παίρνει σοβαρά: τι γίνεται όταν η μεταβίβαση αναπτύσσεται σε ένα σύστημα που δεν μπορεί να την αναλύσει; Που δεν έχει δικό του ασυνείδητο, δική του ιστορία, δική του επιθυμία; Η κλασική ψυχαναλυτική διαδικασία βασίζεται στο ότι και ο αναλυτής είναι υποκείμενο — με δικές του τυφλές κηλίδες, δικές του αντι-μεταβιβάσεις. Αυτή η ασυμμετρία είναι ό,τι κάνει την ανάλυση να λειτουργεί.

Στην ψυχανάλυση, ο αναλυτής δεν είναι μια παθητική μηχανή απαντήσεων. Η σιωπή του, η ερμηνεία του, ακόμα και το λάθος του, είναι στοιχεία που προάγουν τη θεραπεία. Το ChatGPT, αντίθετα, είναι σχεδιασμένο να αποφεύγει τη σύγκρουση.

Λειτουργει με μια «θετικη μεροληψια» που επιβεβαιωνει διαρκως τον ναρκισσισμο του χρηστη.

Αν η μεταβίβαση στον αναλυτή αποσκοπεί στην τελική της διάλυση και στην ανάληψη της ευθύνης από το υποκείμενο, η μεταβίβαση στο AI κινδυνεύει να γίνει μια μόνιμη κατάσταση εξάρτησης από έναν «Ψηφιακό Μεγάλο Άλλο» που δεν ζητά ποτέ τίποτα σε αντάλλαγμα.

Τι λέει αυτό για εμάς

Κοινωνικά, το φαινόμενο της μεταβίβασης στο ChatGPT δεν είναι ανεξάρτητο από την εποχή μας. Ζούμε σε μια εποχή που η μοναξιά αυξάνεται, οι βαθιές συνομιλίες σπανίζουν, και ο χρόνος — ακόμα και των ανθρώπων που αγαπάμε — είναι πάντα ελλιπής. Το ChatGPT προσφέρει κάτι που είναι σπάνιο: μια παρουσία που δεν βιάζεται, που δεν έχει τη δική της ατζέντα, που δεν θα ανοίξει το κινητό της στη μέση της κουβέντας. Και γι’ αυτό ακριβώς αξίζει προσοχή.

Όταν βρίσκουμε πιο εύκολο να μιλάμε σε ένα AI παρά σε έναν άνθρωπο, το ερώτημα δεν είναι «τι φταίει το AI». Είναι: τι μας λέει αυτό για τις ανθρώπινες σχέσεις που έχουμε — ή δεν έχουμε; Τι αποφεύγουμε όταν επιλέγουμε μια συνομιλία χωρίς ρίσκο, χωρίς απόρριψη, χωρίς την ανησυχία ότι θα κουράσουμε; Η καταφυγή στην τεχνητή νοημοσύνη αναδεικνύει την κρίση της ετερότητας. Ο «άλλος» άνθρωπος είναι απρόβλεπτος, δύσκολος, συχνά απογοητευτικός. Το AI είναι ελεγχόμενο. Επιλέγοντας τη σχέση με το μηχάνημα, προστατεύουμε τον εαυτό μας από το τραύμα της απόρριψης, αλλά ταυτόχρονα στερούμαστε τη δυνατότητα της αληθινής συνάντησης, η οποία συμβαίνει μόνο εκεί που υπάρχει το ρίσκο της παρεξήγησης.

Το ChatGPT υπό το πρίσμα των Τεσσάρων Λόγων

Μέσα από τη λακανική οπτική των Τεσσάρων Λόγων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ChatGPT ενσαρκώνει τον «Λόγο του Πανεπιστημίου» ή τον «Λόγο του Καπιταλιστή». Παρουσιάζει τη γνώση ως κάτι έτοιμο, αντικειμενικό και προσβάσιμο, ενώ ταυτόχρονα υπόσχεται μια κυκλική απόλαυση χωρίς έλλειψη.

Όταν μεταβιβάζουμε την επιθυμία μας για κατανόηση στο AI, εκχωρούμε τη θέση του υποκειμένου σε έναν αλγόριθμο. Η γνώση που μας επιστρέφει το ChatGPT είναι μια γνώση «χωρίς ουλές» — δεν πηγάζει από τον πόνο ή την εμπειρία, αλλά από τη στατιστική επεξεργασία δισεκατομμυρίων λέξεων. Αυτή η αποστειρωμένη γνώση μπορεί να καταπραΰνει το άγχος μας, αλλά σπάνια οδηγεί στην επιθυμία για αλλαγή.

Μεταβίβαση χωρίς ανάλυση

Η ψυχανάλυση δεν φοβάται τη μεταβίβαση — την χρησιμοποιεί. Αλλά μόνο επειδή υπάρχει ένας αναλυτής που την αναγνωρίζει, την ονοματίζει, και τελικά βοηθάει το υποκείμενο να την κατανοήσει. Το ChatGPT δεν μπορεί να κάνει αυτό. Μπορεί να την προκαλέσει — αλλά όχι να την επεξεργαστεί. Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά.

Στο κλινικό πλαίσιο, η μεταβίβαση είναι το όχημα της θεραπείας επειδή ο αναλυτής λειτουργεί ως «τόπος» όπου το ασυνείδητο μπορεί να ξεδιπλωθεί. Ο αναλυτής, όμως, επιστρέφει το ερώτημα στον θεραπευόμενο: «Γιατί μου το λέτε αυτό;», «Τι σημαίνει αυτό για εσάς;». Το ChatGPT απλώς απαντά. Η απάντηση του AI κλείνει το ερώτημα, ενώ η ψυχαναλυτική πράξη το ανοίγει. Χωρίς την ανάλυση της μεταβίβασης, ο χρήστης παραμένει εγκλωβισμένος σε μια επανάληψη, νομίζοντας ότι προοδεύει επειδή «νιώθει καλύτερα», ενώ στην πραγματικότητα απλώς καταναλώνει μια ψηφιακή παρηγοριά.

Το Μέλλον της Ψυχικής Επαφής

Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται, οι διεπαφές θα γίνονται όλο και πιο πειστικές. Η φωνή του AI θα αποκτήσει ανθρώπινη χροιά, οι απαντήσεις του θα γίνουν ακόμα πιο εξατομικευμένες βάσει των δεδομένων μας. Η μεταβίβαση θα γίνει ακόμα πιο ισχυρή, σχεδόν ακαταμάχητη.

Η πρόκληση για εμάς, ως υποκείμενα, είναι να διατηρήσουμε την ικανότητα να διακρίνουμε ανάμεσα στην πληροφορία και την αλήθεια. Το ChatGPT διαθέτει άπειρη πληροφορία, αλλά η αλήθεια είναι κάτι που αναδύεται μόνο μέσα από την υποκειμενική οδύνη και την ανθρώπινη σχέση. Η αλήθεια απαιτεί έναν Άλλο που μπορεί να μας απογοητεύσει, να μας θυμώσει, αλλά και να μας αναγνωρίσει ως μοναδικά όντα.

Ίσως η πιο σημαντική ερώτηση που μπορούμε να κάνουμε στον εαυτό μας, την επόμενη φορά που θα βρεθούμε να μιλάμε στο ChatGPT για κάτι που πονάει: αυτό που ψάχνω εδώ — μπορεί να το βρω αλλού; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι η αρχή της απελευθέρωσης από τη γοητεία του αλγορίθμου. Είναι η στιγμή που επιλέγουμε το δύσκολο μονοπάτι της ανθρώπινης επαφής έναντι της εύκολης ψηφιακής καθρέφτισης.

Ο νόμος της διττότητας του χρόνου

“Στο σταυροδρόμι φυσικής, αστροφυσικής και μεταφυσικής ένας φυσικός ανακαλύπτει, έναν νόμο που φαίνεται να κυβερνά την ύπαρξή μας. Μένει να μάθουμε να τον χρησιμοποιούμε.” -Jean-Pierre Garnier-Malet

– Nexus: Jean-Pierre Garnier-Malet, σας ευχαριστούμε που θα μας εξηγήσετε τον νόμο της διττότητας του χρόνου.

Jean-Pierre Garnier-Malet: Έχουμε την εντύπωση ότι αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο διαρκώς. Όμως, στην πραγματικότητα, τον αντιλαμβανόμαστε μόνο κατά διαστήματα, όπως μας το αποδεικνύει άλλωστε η ιατρική απεικόνιση: ο εγκέφαλός μας εντυπωσιάζεται μόνο από ασυνεχείς εικόνες. Ανάμεσα σε δύο αντιληπτές στιγμές υπάρχει πάντα μια μη αντιληπτή στιγμή. Είναι όπως σε μια ταινία. Βλέπουμε μόνο 24 εικόνες ανά δευτερόλεπτο. Η 25η δε γίνεται αντιληπτή, δεν ξεπερνά το κατώφλι της συνείδησης. Εντούτοις, ορισμένοι διαφημιστές χρησιμοποίησαν αυτού του είδους τις εικόνες για να επηρεάσουν με επιτυχία την συμπεριφορά μας, δείχνοντας έτσι ότι αυτό που «δεν ξεπερνά το κατώφλι της συνείδησής» μας είναι προσιτό στην μνήμη μας.

– Βλέπουμε όλοι τα ίδια «κομμάτια» χρόνου;

Όχι αναγκαστικά, είναι δυνατόν κάποιος άλλος να αντιληφθεί έναν χρόνο ο οποίος δεν υπάρχει για μας και αντιστρόφως. Μπορείτε να σχηματίσετε μια άποψη με το ηλεκτρικό φως. Σβήνει και ανάβει πενήντα φορές ανά δευτερόλεπτο, όμως εσείς βλέπετε ένα φως συνεχόμενο, όταν αυτό σβήνει, δεν το γνωρίζετε. Τώρα φανταστείτε κάποιον ο οποίος μπορεί να βλέπει το φως στις φάσεις όπου αυτό είναι σβηστό: θα έβλεπε τα πάντα στο σκοτάδι ενώ εσείς, βλέπετε τα πάντα στο φως. Δεν θα βλέπατε λοιπόν αυτό που βλέπει αυτός, εφόσον δεν βλέπετε το ίδιο πράγμα συγχρόνως.
Εντούτοις βλέπετε ακριβώς την ίδια πραγματικότητα. Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε ότι υπάρχουν δύο πραγματικότητες, η μια η οποία βλέπει στο φως και η άλλη στο σκότος.

– Και ο χρόνος;

Είναι παρόμοιο φαινόμενο. Τον χρόνο τον αντιλαμβάνεστε κατά διαστήματα. Και υπάρχουν άλλες πραγματικότητες οι οποίες αντιλαμβάνονται αυτόν τον χρόνο κατά διαστήματα, αλλά όχι συγχρόνως, απλά παρεμβάλλεται. Αυτό σημαίνει ότι βλέπουμε τα ίδια πράγματα, αλλά όχι την ίδια στιγμή. Μπορούμε λοιπόν τώρα να φανταστούμε επίσης ότι σε αυτούς τους χρόνους που δεν αντιλαμβανόμαστε, υπάρχει η δυνατότητα να αντιληφθούμε αυτόν τον χρόνο με τρόπο εντελώς διαφορετικό, δηλαδή ότι ένα δευτερόλεπτο γίνεται δισεκατομμύρια δευτερόλεπτα. Και ότι θα είχαμε τον χρόνο να κάνουμε καταπληκτικά πράγματα ενώ στον δικό μας χρόνο, δεν μπορούμε να κάνουμε απολύτως τίποτα. Φανταστείτε λίγο να μπορείτε να απουσιάσετε σε αυτούς τους μη αντιληπτούς χρόνους για να κάνετε θαυμάσια πράγματα και έπειτα να επιστρέφετε ενώ δεν ξέρετε καν ότι φύγατε. Θα λαμβάνατε έτσι την ουσιώδη γνώση ενός βιωμένου μέλλοντος, το οποίο όμως δεν είχε τον χρόνο να εμφανιστεί στην πραγματικότητά σας. Θα κατείχατε τότε μια επιπλέον μνήμη σμιλεμένη σε έναν χρόνο εντελώς μη αντιληπτό.

– Ποια είναι τότε η επιρροή αυτής της εμπειρίας στην πραγματικότητά μας, στον «αντιληπτό» μας χρόνο;

Εκείνη τη στιγμή, οι σκέψεις σας εξαρτώνται επίσης από αυτό το ταξίδι εκτός χρόνου, το οποίο μεταβάλλει τις σκέψεις σας έτσι ώστε αυτές να εξαρτώνται επίσης από έναν μη αντιληπτό χρόνο μέσα στον οποίο ζείτε κι εσείς. Είναι μια θαυμάσια ιδέα, και είναι η πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι ότι ο χρόνος διαχωρίζεται σε χρόνους αντιληπτούς και σε χρόνους μη αντιληπτούς. Ζείτε στους αντιληπτούς χρόνους, αλλά ζείτε επίσης στους ασύλληπτους χρόνους, μόνο που επειδή πιστεύετε ότι δεν αντιλαμβάνεστε τον μη αντιληπτό χρόνο, τον αγνοείτε. Και αγνοείτε εντελώς ότι ταξιδεύετε σε έναν χρόνο ο οποίος δεν έχει τον χρόνο να εμφανιστεί στον δικό σας χρόνο.

«Ο νόμος της διττότητας του χρόνου μπορεί να σώσει το μέλλον μας»

Από αυτό απορρέει κάτι το εκπληκτικό: «Αυτό το οποίο ζω εδώ, αυτή τη στιγμή, θα ήταν το αποτέλεσμα αυτών των ταξιδιών εκτός του χρόνου όπου οργανώνω τη ζωή με τον δικό μου τρόπο» Μπορούμε λοιπόν να θέσουμε στον εαυτό μας μιαν άλλη ερώτηση: «Ποια είναι η εμπειρία μου, τί έλεγχο έχω πάνω σε αυτές τις εμπειρίες που δεν απομνημονεύω καθόλου ή ελάχιστα;» Οι σκέψεις μου μεταβάλλονται χωρίς να έχω τη δυνατότητα να ελέγξω τις μεταβολές που απορρέουν; Και μπορώ να εμβαθύνω περισσότερο τις ερωτήσεις μου: αν αυτός ο νόμος υπάρχει- υπάρχουν δηλαδή μη αντιληπτοί χρόνοι οι οποίοι μου επιτρέπουν να κατασκευάσω ένα στιγμιαίο μέλλον που μεταβάλλει τις σκέψεις μου κάθε στιγμή- μήπως βρίσκομαι σε μια πραγματικότητα που μου επιτρέπει ο χρόνος αντίληψής μου όπου συμμετέχω στην κατασκευή του μέλλοντος κάποιου άλλου ο οποίος ζει σε έναν διαφορετικό χρόνο και, προπάντων, μη αντιληπτό;

Εάν σας παρακολουθούμε σωστά, αυτός ο κάποιος μπορεί να είναι ο εαυτός μας;

Ναι, ακριβώς. Μήπως είμαι εγώ αυτός ο κάποιος άλλος; Μήπως είμαι διττός και απαντώ σε ερωτήσεις που μου θέτει ένας άλλος μου εαυτός; Μήπως ο σκοπός της ζωής μου είναι να δίνω απαντήσεις σε αυτόν τον διττό; Θα του κατασκεύαζα τότε ένα εν δυνάμει μέλλον και ο δικός μου χρόνος ζωής θα υπήρχε μόνο στις καθαρά δικές του μη αντιληπτές στιγμές που ονόμασα «χρονικά ανοίγματα». Υπάρχει, στην πραγματικότητα, μια διαδοχή αντιληπτών στιγμών διαχωρισμένες από στιγμές μη αντιληπτές όπου κατασκευάζω για τον εαυτό μου μελλοντικές δυνατότητες. Αυτό το μέλλον είναι στιγμιαίο στον παρόντα χρόνο μου όπου τον απομνημονεύω.

Αλλά εάν απομνημονεύσω ένα μέλλον με τρόπο στιγμιαίο, αυτό γίνεται μια ανάμνηση, άρα παρελθόν. Τελικά το παρελθόν, δηλαδή η μνήμη μου, δεν θα ήταν παρά μέλλον και η παρούσα στιγμή μου δεν θα ήταν παρά η επίπτωση αυτής της μνήμης η οποία με ωθεί προς άλλες σκέψεις, οι οποίες θέτουν σε λειτουργία ένα μέλλον, το οποίο θέτει σε λειτουργία άλλες μνήμες, οι οποίες θέτουν σε λειτουργία άλλες σκέψεις, οι οποίες θέτουν σε λειτουργία ένα μέλλον, το οποίο θέτει σε λειτουργία άλλες μνήμες.

Τελικά η ζωή μου δεν είναι παρά μια διαδοχή μελλοντικών καταστάσεων οι οποίες μετατρέπονται στιγμιαία σε παρελθόντα όπου το παρόν δεν υπάρχει πια. Αυτό το παρόν δεν είναι παρά η υλοποίηση ενός μέλλοντος που σχεδιάζω ενστικτωδώς ή διαισθητικά πριν το ζήσω. Θα υλοποιούσα απλά ένα μέλλον που δημιουργώ σε έναν μη αντιληπτό χρόνο και που απομνημονεύω ανάλογα με το αν μου αρέσει ή όχι: το υλοποιώ αν μου αρέσει, το απομνημονεύω για να μην το υλοποιήσω αν δεν μου αρέσει. Καθώς αυτή η απομνημόνευση είναι στιγμιαία, αποκομίζω καινούρια ένστικτα, καινούριες διαισθήσεις, πράγμα το οποίο σημαίνει επίσης ότι όλες μου οι σκέψεις είναι αποτέλεσμα αυτής της μηχανικής. Αντιλαμβάνεστε τις πιθανές επιπτώσεις στη ζωή μας;

Αυτό σημαίνει ότι θα μπορούσαμε να ελέγξουμε το μέλλον μας;

Ναι, και τίθεται το ερώτημα: Δεν υπάρχει κάτι πίσω απ’ όλα αυτά που οδηγεί στο ότι εάν πρέπει να διαθέτω ένα μέλλον, πρέπει επίσης να μπορώ να το ελέγχω; Κι αν ελέγχω το μέλλον μου, αλλάζω το παρόν μου. Η έλλειψη ελέγχου, εφόσον δεν γνωρίζω αυτόν τον νόμο, δεν επιφέρει ανισορροπίες που θα μπορούσα να αποφύγω; Από τη στιγμή που θεωρώ ότι πρόκειται για έναν παγκόσμιο νόμο, η ζωή μου στη Γη βασίζεται σ’ αυτόν τον νόμο και η ζωή μου, μου εμφανίζεται ως η δημιουργία ενός δυναμικού που θα ανακτήσω με το θάνατό μου.

Βλέπετε ότι όλο αυτό πάει πολύ μακριά εφόσον αυτό σημαίνει ότι για να ζω καλά, θα έπρεπε να είμαι συγχρόνως εκείνος ο οποίος θέτει την ερώτηση και εκείνος ο οποίος απαντάει σε αυτήν σε έναν επιταχυνόμενο χρόνο στον οποίο ζω για να οργανώσω ένα δυναμικό, αυτό το δυναμικό όντας τελικά η απάντηση στην ερώτηση που έθεσα στον εαυτό μου πριν ζήσω, δηλαδή πριν γεννηθώ. Όταν οι αρχαίοι έλεγαν «Το να γεννιέσαι είναι να πεθαίνεις και το να πεθαίνεις είναι να γεννιέσαι», ήθελαν ίσως να πουν αυτό: βρισκόμαστε στη Γη για να τακτοποιήσουμε δυνατότητες.

Στην πραγματικότητα, θα μπορούσαμε να πούμε, με τρόπο τέτοιο που να το καταλάβει όλος ο κόσμος, ότι είμαστε όλοι Σαμάνοι, είμαστε όλοι ικανοί να προβλέψουμε το μέλλον. Αλλά το μέλλον που βλέπουμε δεν είναι παρά μια δυνατότητα. Αυτό σημαίνει ότι αν αλλάξω, αλλάζω τη δυνατότητα. Η αποστολή ενός καλού οραματιστή ο οποίος γνωρίζει το νόμο, είναι να αντιλαμβάνεται έναν κίνδυνο ούτως ώστε να τον σβήσει, με τρόπο που να βλέπει κινδύνους οι οποίοι δεν θα υπάρξουν ποτέ. Μπορώ να κάνω το ίδιο: βλέπω μια καταστροφή η οποία κατασκευάστηκε, κάνω τα πάντα για να μην συμβεί.

Ο Νόμος δοκιμάζεται από την επιστήμη

Μεταφυσική και φυσική συναντιούνται στην θεωρία.

Ναι, εντελώς, το να μιλάμε για διττό χρόνο είναι ένα πράγμα, αλλά πρέπει να επιβεβαιώσουμε εάν είναι επιστημονικά εφαρμόσιμος. Γνωρίζουμε την αρχή της σχετικότητας εδώ και πολύ καιρό αλλά όχι τόσο τις εφαρμογές της. Μετά την ανακάλυψη του Albert Einstein, χρειάστηκε να περιμένουμε το 1970 και ένα πείραμα το οποίο επέτρεψε να δείξουμε ότι αν επιταχύναμε σε σχέση με κάποιον ακίνητο και επανερχόμασταν, είχαμε αλλάξει χρόνο.

Είναι το γνωστό πείραμα με τα ατομικά ρολόγια.

Ναι. Πήρανε πράγματι ατομικά ρολόγια (βλέπε λεξικό) τα οποία είχαν μια ακρίβεια της τάξης των δέκα δισεκατομμυριοστών του δευτερολέπτου. Κάποια τοποθετήθηκαν σε ένα αεροπλάνο, άλλα ήταν υπό παρακολούθηση στο έδαφος για να γίνει η σύγκριση. Έπειτα κοίταξαν εάν η επιτάχυνση του αεροπλάνου γύρω από τη Γη, με τη φορά περιστροφής κι έπειτα με την αντίστροφή φορά, μετέβαλλε τον χρόνο. Και ω, έκπληξη! υπήρχε χρονική διαφορά. Ελάχιστη βέβαια, δισεκατομμυριοστά του δευτερολέπτου, διακόσια πενήντα περίπου σε μια κατεύθυνση για έναν πλήρη γύρο της Γης, και γύρω στα πενήντα στην αντίθετη κατεύθυνση, αλλά επιτέλους το αποτέλεσμα υπήρχε. Και αυτό το πείραμα απέδειξε ένα πράγμα: αν κινούμαι σε σχέση με κάποιον ο οποίος παραμένει ακίνητος, δεν γερνάω κατά τον ίδιο τρόπο. Φυσικά, το να κινούμαι με αεροπλάνο δεν είναι ό,τι πιο γρήγορο, αλλά εάν μετακινούμαι με μέγιστη ταχύτητα, η διαφορά γίνεται σημαντική.

– Αυτό θυμίζει το παράδοξο των διδύμων του Langevin

Ναι, o Langevin (βλέπε λεξικό) είχε δείξει πενήντα χρόνια πριν ότι αν ένα από τα δίδυμα πήγαινε με ταχύτητα που πλησιάζει εκείνη της ταχύτητας του φωτός, είχε στη διάθεσή του έναν χρόνο πολύ πιο σύντομο σε σχέση με εκείνον που παρέμεινε στη Γη, ο οποίος είχε τον χρόνο να γεράσει. Οπότε ο νόμος της διττότητας μπορεί να μας οδηγήσει στην παρακάτω σκέψη: εάν φύγω κατά τη διάρκεια ενός μικροδευτερολέπτου με τρόπο τέτοιο ούτως ώστε να διαθέτω δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων δευτερόλεπτα, μέρες ολόκληρες, όταν επανέλθω, δεν γνωρίζω ότι έχω φύγει, εφόσον έφυγα για ένα μικροδευτερόλεπτο. Κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου όμως, απέκτησα εμπειρίες, αρκεί μόνο να μπορώ να ταξιδεύω με απίστευτες ταχύτητες.

– Μόνο που δεν είναι (ακόμη) εφικτό

Περίμενα την παρατήρησή σας, υπάρχει μια άλλη ιδιότητα γνωστή εδώ και πολύ καιρό στην φυσική: η διττότητα της ύλης, δηλαδή το γεγονός ότι ένα σωματίδιο είναι συγχρόνως κυματικό και σωματιδιακό. Και εμείς είμαστε ένα σύνολο από σωματίδια: τα σωματίδιά μας εκπέμπουν και λαμβάνουν, άρα έχουν επίσης την κυματική όψη. Κατά αυτόν τον τρόπο δεν θα είχαμε συνδυάσει με το φυσικό σώμα, ένα ας πούμε «ενεργειακό» ικανό να πηγαίνει να ψάχνει πληροφορίες με μια εκπληκτική ταχύτητα; Σε αυτήν την περίπτωση, αυτό το σώμα θα ήταν ικανό να αλλάξει χρόνο, θα μπορούσε να πάει να πάρει πληροφορίες και να επιστρέψει να μου τις δώσει.

– Πώς;

Υπάρχει μια φυσική ιδιότητα, πολύ σημαντική, η οποία ανήκει καθαρά στο νερό, από το οποίο αποτελείται κατά 65% το ανθρώπινο σώμα. Το νερό είναι ικανό να αποθηκεύσει την πληροφορία. Και αν είμαι ικανός με αυτό το «ενεργειακό» σώμα, να βγω από το φυσικό μου σώμα, να πάω να πάρω μια πληροφορία και να επιστρέψω για να την μεταδώσω στο νερό του σώματός μου, ανακτώ στον δικό μου χρόνο, στιγμιαία, την πληροφορία που πήγα να πάρω σε έναν άλλο χρόνο.

Αυτό σημαίνει ότι όλες τις εμπειρίες που μπόρεσα να αποκτήσω αλλού, σε έναν άλλο χρόνο, τις έχω ανά πάσα στιγμή στη διάθεσή μου. Ακόμα κι αν δεν έχω το χρόνο να τις απομνημονεύσω, θα έχω εντούτοις μια σύντομη περίληψη αυτών. Είναι σαν μια ιδέα η οποία μου ήρθε από αλλού. Αυτό λίγο πολύ έχει συμβεί σε όλους μας, το να μας έρχονται ιδέες οι οποίες μας εκπλήσσουν, που δεν καταλαβαίνουμε πώς μας ήρθαν στο μυαλό, ή ακόμα και να ζήσουμε μια εντύπωση déjà-vu

Αισθανόμαστε ότι υπάρχει κάτι πίσω από αυτές τις πραγματικότητες. Και οι επιστημονικοί νόμοι του 20ου αιώνα και του 21ου σήμερα δεν αντιτίθενται διόλου στην θεωρία της διττότητας του χρόνου. Αυτή η θεωρία μας επιτρέπει να υπολογίσουμε ακόμα και την ταχύτητα του φωτός και να δείξουμε ότι υπάρχουν ακόμα μεγαλύτερες ταχύτητες. Αν ένα ενεργειακό σώμα είναι ικανό να ταξιδέψει με ταχύτητες οι οποίες ξεπερνούν εκείνη του φωτός, τότε η αλλαγή του χρόνου είναι αφάνταστη. Οι επιστήμονες όμως απέδειξαν την ύπαρξη μιας ταχύτητας πληροφόρησης η οποία είναι ανώτερη από εκείνη της ταχύτητας του φωτός.

Τώρα τελευταία, ο Antoine Suarez εξήγησε ακόμα και το γεγονός ότι ο χρόνος πληροφόρησης ανάμεσα σε δύο διττά σωματίδια ήταν στιγμιαίος. Ονομάσαμε αυτό το φαινόμενο «κβαντική σύζευξη». Στην πραγματικότητα, υπάρχει όντως ένα σωματίδιο το οποίο πληροφορεί το άλλο, και αυτό με μια ταχύτητα πληροφόρησης γιγαντιαία. Η θεωρία της διττότητας δείχνει ότι είναι 857 δισεκατομμύρια χιλιόμετρα ανά δευτερόλεπτο. Αυτό αποδεικνύει ότι υπάρχει ένα σωματίδιο το οποίο πληροφορεί το άλλο και αντιστρόφως. Εάν είμαστε διττοί, αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να πάμε να πάρουμε τις πληροφορίες ενός διττού και να τις επαναφέρουμε, άρα να εκμεταλλευόμαστε σε δύο διαφορετικούς χρόνους δύο πληροφορίες διαφορετικές: Ο ένας κάνει την ανάλυση και ο άλλος την σύνθεση.

Εκείνος ο οποίος κάνει την ανάλυση μπορεί να θέσει ερωτήσεις σε σχέση με την σύνθεση που έχει στη διάθεσή του, ο άλλος θα αναζητήσει μέσα στην ανάλυση την απάντηση σε μια καινούρια ερώτηση, αλλά στον δικό του χρόνο. Είναι επίσης ικανός να θέτει ερωτήσεις οι οποίες θα επιφέρουν μια νέα ανάλυση στο καθαρά δικό του μέλλον. Θα είχαμε τότε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Ξαναβρίσκουμε τη ζωτική συνθήκη, εκείνη την «τριάδα», όπως την αποκαλούσαν οι Έλληνες, την οποία ο Πλάτων περιγράφει έτσι «Για να ζούμε, αρκεί να είμαστε εκείνος ο οποίος ήταν, εκείνος ο οποίος είναι και εκείνος ο οποίος θα είναι»

– Μιλήσαμε για την ανακάλυψη ενός επιστημονικού νόμου όμως μιλήσαμε ελάχιστα για επιστήμη

Είναι αλήθεια, παρόλο που το να κατανοήσουμε τον σχετικό μαθηματικό μηχανισμό είναι αρκετά λεπτό ζήτημα. Εάν μιλάμε για δύο διαφορετικούς χρόνους, πρέπει να βρούμε την εξίσωση η οποία μας επιτρέπει να είμαστε ο παρατηρητής του πρώτου χρόνου και ο παρατηρητής του δεύτερου χρόνου, αλλιώς δεν μπορούμε να τους χρησιμοποιήσουμε. Η θεωρία της διττότητας χρειάζεται λοιπόν μια εξίσωση η οποία να αποτελεί μια αλλαγή κλίμακας παρατήρησης και να επιτρέπει να αλλάξουμε τον χρόνο και τον τόπο.

Στη θεωρία της διττότητας, ο ορίζοντας ενός παρατηρητή γίνεται σωματίδιο για έναν άλλο σε έναν καινούριο ορίζοντα. Επιπλέον, ένα σωματίδιο για έναν παρατηρητή είναι πάντα ένας ορίζοντας σωματιδίων για έναν άλλο. Η σύνδεση ορίζοντα-σωματιδίων, επιτρέπει να διαφοροποιήσουμε τους χρόνους διττότητας, ανάλογα με τις διαστάσεις R του ορίζοντα και τις περιστροφές π των σωματιδίων. Απορρέει από αυτό μια εξίσωση διττότητας η οποία συνδέει δύο παρατηρητές που αγνοούν ο ένας τον άλλον ενώ μπορούν να ανταλλάσουν πληροφορίες σε μη αντιληπτούς χρόνους κατά τη διττότητά τους. Θα μπορούσαμε τότε να μιλάμε για «κβαντική σύζευξη» διττών σωματιδίων σε αναλογία με τα σωματίδια του απείρως μικρού. Δεν μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε δύο αστέρια του γαλαξία μας ως δύο σωματίδια ενός ίδιου γαλαξιακού ορίζοντα όπου αλληλεπιδρούν με τρόπο κυκλικό, στο τέλος του δικού τους κύκλου διττότητας των χρόνων;

Αφού μας επιβλήθηκε αυτή η εξίσωση, οι επιπτώσεις ήταν εκπληκτικές, αυτή η θεωρία εξηγεί ότι κανένα σωματίδιο δεν μπορεί να έχει μια ευθύγραμμη διαδρομή, αλλά όλα τα σωματίδια έχουν μια καμπυλόγραμμη διαδρομή, αυτό εξηγεί το περιβόητο spin των σωματιδίων τα οποία περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό τους, ακριβώς όπως η Γη η οποία περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο ενώ περιστρέφεται και γύρω από τον εαυτό της. Ο κύκλος διττότητας των χρόνων μου επέτρεψε στη συνέχεια να υπολογίσω την σταθερά λεπτής δομής (βλέπε λεξικό κάτω) και να προβλέψω την άφιξη των πλανητοειδών στο ηλιακό σύστημα. Όμως, αυτή η σταθερά δίνει το φορτίο του ηλεκτρονίου και είναι μια σταθερά πολύ σημαντική για τη βιολογία μας.

– Γι’ αυτόν τον λόγο το American Institute of Physics επικύρωσε τις εργασίες σας

Η διόρθωση του κατά προσέγγιση νόμου του Titius-Bode (βλέπε λεξικό) και ο υπολογισμός αυτής της σταθεράς της λεπτής δομής τράβηξαν προφανώς την προσοχή των επιστημόνων. Αυτή η δημοσίευση αποτελεί ένα σημαντικό πλεονέκτημα, διότι δεν μπορεί κανείς να καταστρέψει μια δημοσίευση την οποία έχουν ελέγξει συνάδελφοι, εφόσον από τη στιγμή που την ενέκριναν και την επιβράβευσαν, είναι επειδή την διάβασαν και την κατάλαβαν. Εάν λοιπόν κάποιος δηλώσει ότι είναι εντελώς ανακριβής, βάζει όλους τους επιστήμονες στο ίδιο σακί.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αυτή η εργασία είναι προσιτή στους κοινούς θνητούς. Εντούτοις η εφαρμογή στην καθημερινότητα ενός νόμου διττότητας μπορεί να γίνει από όλο τον κόσμο, εφόσον αφορά το να πειραματιζόμαστε και να απομνημονεύουμε το μέλλον στο μη αντιληπτό πριν το ζήσουμε στην καθημερινότητά μας. Τελικά, αυτό που απορρέει είναι το ότι ο καθένας οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες του και να ξέρει ότι αν του συμβεί κάτι δραματικό, είναι απλά από δικό του λάθος. Κατασκευάζει την μελλοντική ευτυχία του ή δυστυχία του πριν τη ζήσει στην καθημερινότητά. Μπορούμε να πούμε ότι με τη διττότητα των χρόνων, εκείνος ο οποίος σπέρνει τον άνεμο στο μέλλον θερίζει την καταιγίδα στο παρόν.

– Η σκέψη θα ήταν λοιπόν ενέργεια

Η εξίσωση του Einstein οδηγεί σε ένα παράδοξο συμπέρασμα, δηλαδή ότι μια ενέργεια, είναι μια μάζα. Και μια μάζα δεν μπορεί να ταξιδέψει πιο γρήγορα από το φως. Άρα αν έχω μια πληροφορία η οποία ταξιδεύει πιο γρήγορα από το φως, αυτή η πληροφορία είναι ενέργεια και άρα μάζα με ταχύτητα μεγαλύτερη του φωτός, και όλα αυτά που μόλις εξήγησα δεν έχουν νόημα. Όμως εφόσον υπάρχουν, το έχουμε δει, ταχύτητες μεγαλύτερες του φωτός, αυτό σημαίνει ότι οι πληροφορίες ταξιδεύουν γρηγορότερα από την ταχύτητα του φωτός χωρίς να έχουν μάζα. Υπάρχει ένα σύστημα επιτάχυνσης πολύ αποδοτικό λόγω του ότι ο ορίζοντας των σωματιδίων σε αλληλεπίδραση είναι ο ίδιος ένα σωματίδιο μέσα σε έναν άλλο ορίζοντα. Ο παρατηρητής μέσα σε έναν ορίζοντα δεν έχει βέβαια την ίδια ταχύτητα πληροφόρησης με τον παρατηρητή ο οποίος, στο εξωτερικό, θεωρεί αυτόν τον ορίζοντα ως ένα απλό σωματίδιο.

– E=mc2 είναι λοιπόν ανακριβές;

Όχι και οι εφαρμογές μπόρεσαν να επαληθεύσουν αυτή την εξίσωση. Εντούτοις, για να αποφύγει ένα παράδοξο συνδεδεμένο με αυτή την εξίσωση η οποία καθιστούσε την ταχύτητα του φωτός ανεξάρτητη από την πηγή και τον παρατηρητή, ο Einstein ανακάλυψε κάτι το καταπληκτικό το οποίο ονόμασε κοσμολογική σταθερά (βλέπε λεξικό). Χρειαζόταν μια ενέργεια απώθησης η οποία να αντιστοιχεί στο 66,6% της συνολικής ενέργειας του σύμπαντος. Η επιστημονική κοινότητα της εποχής του, του επέβαλλε να αναγνωρίσει, δύο χρόνια πριν το θάνατό του, ότι αυτό ήταν και το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του. Όμως ήταν μια πολύ καλή διαίσθηση. Διότι αυτήν την κοσμολογική σταθερά, την βρίσκουμε τώρα μέσα από τη θεωρία της διττότητας με τα 666 χιλιοστά αντιβαρυτικής ενέργειας. Την ξαναβρίσκουμε επίσης μέσω παρατήρησης: αστροφυσικοί, όπως ο Brian Schmidt και o Saul Perlmutter, κατάφεραν να δείξουν ότι το σύμπαν παρουσιάζει μια ενέργεια διαστολής, μια ενέργεια άγνωστη, την οποία ονόμασαν «ενέργεια απώθησης» η οποία αντιπροσωπεύει όντως αυτά τα 66,6% που αναζητούσαμε.

Πράγματι, τα 666 χιλιοστά ενέργειας είναι μια ενέργεια η οποία αντιτίθεται σε μια αντιβαρυτική ενέργεια 333 χιλιοστών και σε μια ενέργεια ισορροπίας ενός χιλιοστού. Ιδού αυτό που αποδεικνύει η θεωρία της διττότητας. Και είναι σε συμφωνία με την παρατήρηση της διαστολής του σύμπαντος. Τα σώματά μας, φυσικό και ενεργειακό, διαθέτουν επίσης αυτές τις δύο αλληλοσυμπληρούμενες ενέργειες και το ενεργειακό μας σώμα χρησιμοποιεί την αντιβαρυτική ενέργεια για να μετακινηθεί εκτός του φυσικού μας σώματος. Εφόσον αυτή η ενέργεια είναι ανάλογη με την ενέργεια βαρύτητας, αυτή η μετακίνηση πραγματοποιείται τη νύχτα διότι, κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο ήλιος όντας πίσω από τη Γη, η βαρύτητα είναι πιο δυνατή απ’ ότι τη μέρα. Άρα και η αντί-βαρύτητα επίσης.

Αυτή η «αποσωμάτωση» χρησιμοποιεί ένα μέρος του ύπνου μας που αποκαλούμε «παράδοξο ύπνο», είναι μια έννοια που δύσκολα μπορούμε να αναφέρουμε με επιστημονικό τρόπο. Εντούτοις είτε το θέλουμε είτε όχι, διαθέτουμε κατά τη διάρκεια της νύχτας τον μηχανισμό της διττότητας του χρόνου για να πάμε να ψάξουμε στο παρελθόν και στο μέλλον τις πληροφορίες που χρειαζόμαστε για να εμπλουτίσουμε τη μνήμη μας εφόσον είναι αυτή η μνήμη η οποία μας κάνει να ζούμε στο παρόν. Ξέρουμε ότι για τα ποντίκια, η κατάργηση του παράδοξου ύπνου επιφέρει το θάνατό τους σε δεκαεννέα μέρες. Αυτός ο ύπνος αντιστοιχεί λοιπόν όντως με μια ζωτική αρχή. Γιατί να μη τη χρησιμοποιήσουμε ελέγχοντάς την;

Είμαστε στο τέλος ενός κύκλου

Η διττότητα του χρόνου υπάρχει λοιπόν από τα βάθη του χρόνου

Η θεωρία δείχνει ότι η διττότητα είναι κυκλική. Βρίσκουμε μέσω υπολογισμού τον κύκλο μετάπτωσης των ισημερινών σημείων (βλέπε λεξικό). Ο υπολογισμός δείχνει ότι αυτός ο κύκλος βασίζεται σε εκατό περιφορές του Πλούτωνα γύρω από τον Ήλιο, δηλαδή 24.840 έτη, στα οποία προσθέτουμε μια περίοδο μετάβασης 1.080 ετών, και αυτό μας δίνει έναν κύκλο μετάπτωσης των ισημερινών σημείων της τάξης των 25.920 ετών, κύκλος που έχει παρατηρηθεί, αλλά ποτέ δεν είχε υπολογιστεί. Είναι η πρώτη θεωρία η οποία υπολογίζει αυτόν τον κύκλο.

– Γιατί αυτή η περίοδος των 1.080 ετών;

Ένας κύκλος διαχωρίζει τις ερωτήσεις από τις απαντήσεις. Επιτρέπει να πραγματώσουμε κάποιες απ’ αυτές και να ξεχάσουμε την πλειοψηφία τους. Εντούτοις, το τέλος ενός κύκλου δείχνει όλα τα μελλούμενα τα οποία σχεδιάστηκαν κατά τη διάρκεια της διττότητας. Μπορούμε τότε να αναλύσουμε οτιδήποτε φτιάχτηκε, οτιδήποτε κρατήσαμε στη μνήμη μας, οτιδήποτε απορρίψαμε ως άχρηστο ή επικίνδυνο. Μετά από μια περίοδο πολύ επικίνδυνη 90 ετών κατά τη διάρκεια των οποίων οι διαφορετικοί χρόνοι ισορροπούν, μια περίοδος μεταλλαγής περίπου 1.000 ετών επιτρέπει να κάνουμε έναν απολογισμό. Σήμερα βιώνουμε αυτήν την περίοδο μεταλλαγής.

– Πώς μπορούμε να ξέρουμε ότι βρισκόμαστε σ’ αυτήν εδώ τη φάση;

Λόγω της διάστασης των ηλιακών εκρήξεων οι οποίες σφυροκόπησαν τον προηγούμενο αιώνα, 1899,1929,1959 και 1989, καθώς και την αρχή αυτού του αιώνα το 2003. Είναι τέλεια καταχωρημένες από την θεωρία της διττότητας με μια υπολογισμένη συχνότητα η οποία μας δίνει μια αιτιολόγηση του τέλους αυτού του κύκλου. Είναι αυτή η περίοδος των 90 ετών (1899-1989) και η άφιξη των πλανητοειδών εδώ και δέκα περίπου χρόνια τα οποία επιτρέπουν να χρονολογήσουμε αυτήν την περίοδο μεταλλαγής.

– Είναι μια περίοδος επικίνδυνη;

Άλλοτε, μιλούσανε για τέλος των χρόνων και αρχή των χρόνων, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με αυτή την ιστορία του τέλους του κόσμου για την οποία κάποιοι μιλάνε σήμερα, ακόμα κι αν ζούμε αυτή τη στιγμή μια εποχή μεταλλαγής ανάμεσα σε δύο κύκλους, δηλαδή το γεγονός ότι ζούμε το τέλος ενός κύκλου διττότητας των χρόνων.

– Βρισκόμαστε στον ίδιο κύκλο διττότητας των χρόνων με τους Σουμέριους

Ναι, και κατά τη διάρκεια αυτού του κύκλου των 25.000 ετών, η ανθρωπότητα κατασκεύασε δυναμικά. Στο τέλος του κύκλου, πρέπει να τα επανακτήσουμε. Κανείς δεν επιθυμεί να επανακτήσει τα δυναμικά τα οποία κατασκευάστηκαν κατά τη διάρκεια αυτών των 25.000 ετών, είναι πολύ επικίνδυνα, αρκεί να δούμε τι γίνεται σήμερα. Αλλά η Γη, για να επιβιώσει, είναι υποχρεωμένη να επανακτήσει την ενέργεια που χάσαμε κατά τη διάρκεια αυτών των 25.000 ετών. Δεν έχει άλλη επιλογή, είναι E=mc2 έχω έλλειψη ενέργειας, ελκύω μάζα. Και υπάρχει ένα πράγμα για το οποίο δεν μιλάει κανείς, δηλαδή για την αύξηση των μετεωριτών και των αστεροειδών οι οποίοι έρχονται να χτυπήσουν τον πλανήτη μας, μια καταστροφική αύξηση. Επίσης κανείς δεν μιλάει για την άφιξη των πλανητών πλησίον του Πλούτωνα. Η θεωρία της διττότητας μου επέτρεψε να αιτιολογήσω αυτή τη μαζική άφιξη πλανητών, πράγμα το οποίο μου απόφερε αυτή την επιστημονική ανταμοιβή.

Η NASA εξέφρασε πρόσφατα την ανησυχία της όσον αφορά αυτό το φαινόμενο

Ναι, αυτό εδώ έχει αναγκαστικά επιπτώσεις στον πλανήτη μας. Πράγματι, αυτή η μάζα στα σύνορα του πλανητικού μας συστήματος, στη ζώνη του Kuiper, αυτή η γιγαντιαία μάζα εφόσον το σύνολο αντιστοιχεί με έναν πλανήτη, αντιλαμβάνεστε ότι αποδιοργανώνει το σύνολο μέσα στο νευτώνιο σύστημα που γνωρίζουμε. Και τι κάνει ο πλανήτης μας; Ισορροπεί. Κατά τη διάρκεια 25.000 ετών ήταν σε δίαιτα, έχασε ενέργεια, τώρα που οι θύρες είναι ανοιχτές, είναι σε κατάσταση βουλιμίας, ρουφάει…Επειδή όμως ρουφάει πάρα πολύ, ξαναφτύνει ενέργεια: τα ηφαίστεια ξυπνούν, η τεκτονική κίνηση των πλακών εντείνεται.

Αυτό που εξηγώ είναι βέβαια απλοποιημένο, αλλά βρισκόμαστε επίσης καταμεσής μιας περιόδου αλλαγής του μαγνητισμού με μια φάση πολυπολική. Η τελευταία πολυπολική φάση επέφερε εντούτοις την εξαφάνιση του 97% των ειδών. Ξέρουμε ότι κάθε 75.000 έτη, το 99% των ειδών εξαφανίζεται, φαινόμενο το οποίο οι επιστήμονες γνωρίζουν ως «στραγγαλισμό». Το ευχάριστο είναι ότι συμβαίνει κάθε 75.000 έτη, το δυσάρεστο είναι ότι την τελευταία φορά, ήταν πριν από 75.000 έτη. Παρατηρούμε σήμερα την εξαφάνιση των ειδών, αλλά δεν γνωρίζουμε τον λόγο. Σίγουρα ο άνθρωπος λόγω της άγνοιάς του είναι κατά ένα ποσοστό υπεύθυνος, αλλά ακόμα κι αν θέλει να διατηρήσει κάποια είδη, δεν θα τα καταφέρει.

Πώς λειτουργεί;

Σήμερα, εκείνοι οι οποίοι αγνοούν αυτόν τον νόμο, δηλαδή όλος ο κόσμος ή σχεδόν όλος, καταλήγουν να αναρωτιούνται για ζητήματα τα οποία δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον, διότι δεν διαχειρίζονται το μέλλον και χειρότερο ακόμη, έχουν απαντήσεις σε ερωτήσεις τις οποίες δεν έθεσαν ποτέ και οι οποίες δίνουν το έναυσμα για καινούρια ερωτήματα τα οποία δεν θα έπρεπε να θέσουν. Αυτό τους απομακρύνει από τον εαυτό τους, αν μπορούμε να το θέσουμε έτσι…Θα έπρεπε όλος ο κόσμος να γνωρίζει αυτόν τον νόμο για να αποφύγει τον καταστροφισμό αυτού του είδους ο οποίος μας οδηγεί σε μεγαλύτερες καταστροφές.

Μόλις αρχίζω να σκέφτομαι, αυτή η σκέψη είναι το αποτέλεσμα ενός πειραματισμού που πραγματοποιήθηκε στο μέλλον που πήγα να δω με μεγάλη ταχύτητα και το οποίο μου δίνει αυτή τη σκέψη. Αυτό σημαίνει ότι το μέλλον που είδα είναι ήδη λειτουργία της σκέψης μου ή ότι η σκέψη μου είναι αποτέλεσμα αυτού του μέλλοντος. Άρα αν σκέφτομαι μια καταστροφή, αυτό το δυναμικό εγγράφεται ήδη στο μέλλον, μπορεί να παραμείνει σε κατάσταση δυναμικού ή όχι. Νιώθουμε να αναδύεται ένας νόμος: Θα έπρεπε να σκέφτομαι πάντα να κάνω πράγματα τα οποία με ευχαριστούν, θα αποκομίσω έτσι αυτό το οποίο με ευχαριστεί.

Πώς λοιπόν μπορούμε να εφαρμόσουμε συγκεκριμένα το νόμο της διττότητας του χρόνου;

Η βιολογία μας είναι καλά φτιαγμένη εφόσον έχουμε τη δυνατότητα να πάμε συγχρόνως να δούμε το μέλλον να το τακτοποιήσουμε και να επανέλθουμε για να το ζήσουμε. Γιατί; Διότι ζούμε τη μέρα μας στην πραγματικότητα μας, κι έπειτα έχουμε τη νύχτα. Και είναι εκείνη τη στιγμή που έχουμε την ικανότητα να τακτοποιήσουμε το μέλλον που χτίσαμε κατά τη διάρκεια της ημέρας. Θα έπρεπε να θυμηθούμε αυτό που ήξεραν οι αρχαίοι: «Η νύχτα φέρνει συμβουλές» Μην κάνετε ποτέ τίποτα χωρίς να έχετε κοιμηθεί μια νύχτα. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, τακτοποιείτε οτιδήποτε η μέρα έχει αναστατώσει στο δυναμικό. Ως εκ τούτου, την επομένη όταν ξυπνήσετε, θα εκμεταλλευτείτε ένα καλό δυναμικό.

Πώς να μην το χαλάσουμε;

Οφείλω να ελέγχω τις σκέψεις μου: εάν σκέφτομαι να προκαλέσω στον εαυτό μου ευχαρίστηση, είναι ήδη πολύ καλά. Αν όμως σκεφτώ ότι οτιδήποτε σκέφτομαι μπορεί να ευχαριστήσει όλο τον κόσμο, είναι ακόμα καλύτερα. Μπορούμε λοιπόν να αποδώσουμε τον νόμο με έναν τρόπο απλό: «Μη σκεφτείς να κάνεις σε κάποιον αυτό που δεν θα ήθελες κάποιος να σκεφτεί να σου κάνει» Η καλύτερα ακόμη «Να σκέφτεσαι να κάνεις σε κάποιον αυτό που θα ήθελες κάποιος να σκέφτεται να σου κάνει»

– Ο νόμος της διττότητας του χρόνου μας παραπέμπει στον νόμο του Μωυσή

Οι Γραφές αναφέρουν: «Μη κάνεις στον πλησίον σου αυτό που δεν θα ήθελες να σου κάνουν.» Ο νόμος όμως είναι: «Μη σκεφτείς να κάνεις στους γύρω σου αυτό που δεν θα ήθελες να σκεφτούν να σου κάνουν.» Είναι πολύ πιο σημαντικό, διότι κάθε σκέψη κατασκευάζει ένα δυναμικό. Μια πράξη, είναι η πραγματοποίηση ενός δυναμικού, άρα βλέπουμε αυτό που αποδίδει, αλλά μια σκέψη κατασκευάζει ένα δυναμικό στο μέλλον. Βρίσκουμε αυτή την ιδέα στην ιστορία του κατακλυσμού την οποία αφηγούνται οι σουμέριοι πίνακες, πολύ πριν τον Μωυσή. Ο σουμέριος Νώε ονομαζόταν Ziusudra και σώθηκε από ένα σκάφος που ονομαζόταν «Κιβωτός», όπως του Νώε. Όμως σ’ αυτό το σκάφος, δεν είναι ζώα που κλείστηκαν, αλλά κάτι πολύ πιο εκπληκτικό: τα όνειρα του Ziusudra! Αυτό σημαίνει ότι έκλεισαν μέσα στην κιβωτό ένα μελλοντικό δυναμικό. Για να πραγματωθεί στο παρόν, χρειάζεται ένας άνθρωπος. Τότε, το δημιουργημένο δυναμικό ξαναγίνεται παρόν, δηλαδή πραγματικότητα. Το να ανακαλύψω ένα τέτοιο γραπτό κατά τη διάρκεια των ερευνών μου ήταν πάρα πολύ ενδιαφέρον.

– Ο νόμος της διττότητας μπορεί τουλάχιστον να προστατέψει το άτομο;

Ναι. Ο σκοπός είναι να ζήσω κάτι πριν το βιώσω στο παρόν μου, και με τρόπο τόσο σύντομο που να μην έχω καν τη δυνατότητα να απομνημονεύσω τα γρανάζια αυτού του μέλλοντος. Αποκομίζω μόνο το τελείωμα του, είτε με ενδιαφέρει είτε όχι, αυτό έχει σημασία. Εάν αυτό το μέλλον με ενδιαφέρει, το ζω, αν όχι το αποθηκεύω ως ειδεχθή πληροφορία. Ενστικτωδώς, δεν θέλω να πάω προς τα κει. Κοιτάξτε ένα άλογο το οποίο νιώθει την παρουσία ενός δηλητηριώδους φιδιού, τι κάνει; Ακινητοποιείται, υπάρχει μόνο ο αναβάτης για να το μαστιγώσει και να το αναγκάσει να περάσει. Αλλά το άλογο ξέρει πολύ καλά ότι δεν πρέπει να πάει εκεί, ενστικτωδώς γνωρίζει ότι υπάρχει κίνδυνος. Γιατί να μην είμαστε κι εμείς ικανοί να συμπεριφερθούμε όπως αυτό το άλογο;

Διότι η νοησιαρχία μας, μας σκοτώνει, σκεφτόμαστε. Και επειδή σκεφτόμαστε, κατασκευάζουμε για τον εαυτό μας ένα διαφορετικό δυναμικό το οποίο εξαϋλώνει το αρχικό δυναμικό του κινδύνου, απομνημονεύουμε κάτι άλλο και αυτό που η συγκεκριμένη απομνημόνευση μας οδηγεί να πραγματώσουμε δεν μας πηγαίνει αναγκαστικά προς εκείνο που θα έπρεπε να ζήσουμε. Να αλλάξουμε το μέλλον, ενώ κοιμόμαστε.

– Πώς επιχειρείται η διττότητα σε ατομικό επίπεδο;

Σας έχω πει ότι έχουμε την ιδιαιτερότητα να είμαστε συγχρόνως κυματικοί και σωματιδιακοί, πρέπει να κατανοήσουμε αυτή την κυματική πλευρά: το φυσικό μας σώμα είναι τέλεια δομημένο, αλλά έχουμε επίσης ένα ενεργειακό σώμα εξίσου τέλεια δομημένο, και το οποίο έρχεται να του δώσει την πληροφορία.

– Πώς;

Σύμφωνα με μια διαδικασία κατά την οποία το σώμα μας θα ήταν ένα πανωφόρι του οποίου τα κουμπιά θα ήταν τα τσάκρας. Αξίζει να σημειώσουμε- το βλέπουμε και σε σκίτσα- ότι η κίνηση της διττότητας ακολουθεί την σπονδυλική μας στήλη, με κόμβους τοποθετημένους σε σημεία ανταλλαγής πληροφοριών ανάμεσα σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Εάν έχετε μια καλή αρμονία ανάμεσα στην πληροφορία του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, το σώμα σας το λέει, όλα λειτουργούν ομαλά.

Αυτή η αρχή είναι γνωστή εδώ και πολύ καιρό και γνωρίζουμε, τελικά, ότι όλοι οι αρχαίοι πολιτισμοί βασίζονταν στο μέλλον, τουλάχιστον προσπαθούσαν να το γνωρίσουν πριν το ζήσουν, εξ’ ου και ο ρόλος των οιωνοσκόπων, των μαντισσών, της πυθίας, κλπ. Και παρατηρούμε ότι οι σημερινοί πολιτισμοί οι οποίοι διατήρησαν αυτόν τον «πρωτόγονο» χαρακτήρα βρίσκονται μέσα στον διοραματισμό, είναι μέσα στο «αναζητώ το μέλλον μου». Κι εγώ, δεν έχω αυτήν την ικανότητα; Θα έπρεπε να την αφήσω σε ανθρώπους που θεωρώ λίγο-πολύ τρελούς ή οι οποίοι μπαίνουν σε κατάσταση transe, δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο;

– Είναι αυτό που λέγατε πριν, δηλαδή ότι είμαστε όλοι ικανοί να δούμε το μέλλον

Ναι, υπό τον όρο να χρησιμοποιούμε τον Νόμο. Πώς; Μέσω του ύπνου. Μόνο στη φάση του «παράδοξου ύπνου» ενυπάρχει η δυνατότητα να τακτοποιήσουμε το μέλλον πριν το ζήσουμε. Και αν αγνοούμε αυτό εδώ, αγνοούμε όλη μας τη ζωή. Σε αυτή τη φάση του ύπνου, το σώμα είναι ακίνητο, σχεδόν αδρανές. Όμως τι κάνει το σώμα μου να ζει; Τι το κάνει να κινείται; Είναι το ενεργειακό μου μέρος; Αν αυτό φύγει, το σώμα μου δεν έχει με τι να ζήσει.

– Εντούτοις, συνεχίζει να αναπνέει, να χωνεύει, η καρδιά συνεχίζει να χτυπάει

Ναι, αλλά αυτό απαιτεί μια ενέργεια πολύ μικρή, που το μέλλον είναι ικανό να μου δώσει ενώ έχω φύγει. Αλλά είναι μια ενέργεια ανεπαρκής για να κινηθώ. Κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου, η ενέργεια μου έχει φύγει για να ψάξει τι; Μια πληροφορία. Έρχεται σε μένα μια άλλη πληροφορία η οποία μου επιτρέπει να επιβιώσω ενώ το ενεργειακό μου σώμα έχει φύγει. Αν όμως είμαι ικανός να φύγω με ένα ενεργειακό σώμα σε αναζήτηση πληροφοριών, θα πρέπει, εάν έχω έναν διττό, να μπορεί να έρθει σε μένα για να υπάρξει ανταλλαγή πληροφοριών. Όπως δύο διττά άτομα, ανταλλάσουν τις πληροφορίες τους.

– Πώς;

Ένα ενεργειακό μέρος του ενός πηγαίνει στον άλλο και αντιστρόφως, ανταλλάσουν πληροφορίες, οι οποίες κατ’ εμέ εμφανίζονται ως κυματικές ανταλλαγές. Το μέλλον είναι τότε ικανό να μας δώσει στιγμιαίες πληροφορίες που δεν έχουμε τον χρόνο να υπολογίσουμε ή να σκεφτούμε στον καθαρά δικό μας χρόνο.

– Βεβαίως, όμως είναι σύνηθες να σκεφτόμαστε ότι ο ύπνος χρησιμεύει για να ξεκουράζεται το σώμα.

Τότε γιατί βρίσκεται σε πλήρη ατονία; Γιατί τα βρέφη, τα οποία κοιμούνται είκοσι με είκοσι δύο ώρες την ημέρα, έχουν δέκα ώρες παράδοξου ύπνου; Δεν θα ήταν αυτό μια προσαρμογή στον χώρο που τώρα αρχίζουν να καταλαβαίνουν; Δεν έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από παράδοξο ύπνο απ’ ότι οι ενήλικες; Από την άλλη οι ηλικιωμένοι έχουν ακόμα λιγότερη ανάγκη. Αυτό φαίνεται λογικό. Όσο περισσότερο προσαρμοζόμαστε σε έναν χώρο, τόσο καλύτερα ζούμε, τόσο λιγότερο έχουμε ανάγκη από πληροφορίες. Άρα μοιάζει λογικό επίσης ένα βρέφος να έχει ανάγκη από περισσότερες πληροφορίες απ’ ότι ένας ηλικιωμένος. Αυτό το ενεργειακό σώμα θα ήταν λοιπόν πιο σημαντικό από το φυσικό σώμα; Όχι βέβαια, διότι για να ζήσουμε στη Γη, χρειαζόμαστε ένα φυσικό και ένα ενεργειακό σώμα. Το φυσικό σώμα μας επιτρέπει να μετακινούμαστε στην πραγματικότητα μας, χωρίς ενεργειακό σώμα όμως, το φυσικό μας σώμα είναι νεκρό.

Ας προχωρήσουμε και λίγο πιο πέρα: εφόσον είμαστε σε κατάσταση διττότητας, εάν έχουμε έναν διττό ο οποίος ζει σε έναν άλλο χρόνο, κι αυτός επίσης στην πραγματικότητα του έχει την κυματική και την σωματική του πλευρά. Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε ότι γίνεται ανταλλαγή μεταξύ των ενεργειακών σωμάτων και ως εκ τούτου τα σώματά μας παίρνουν πληροφορίες σε δύο διαφορετικούς χρόνους. Όμως μπορούμε να πούμε ότι είναι ένας διττός;

Θα έπρεπε καλύτερα να πούμε ότι είναι σαν μια δόνηση, είμαστε ουσιαστικά σε δύο διαφορετικούς χρόνους. Ο όρος «διττός» είναι ατελής, διότι έχουμε την εντύπωση της πλήρους αποσύνθεσης όπως με μια φωτοτυπία, όπου το πρωτότυπο υπάρχει ανεξάρτητα από το αντίγραφο. Ενώ για μας δεν ισχύει καθόλου αυτό: αυτή η διττότητα αυτό που κάνει είναι να βρισκόμαστε σε συνεχή σχέση, με μια ανταλλαγή πληροφοριών ούτως ώστε η σχέση να παραμένει μόνιμη. Θα πείτε λοιπόν ότι αυτός ο διττός είναι μια υπόθεση.

– Η κβαντική φυσική δεν παύει να μας επιφυλάσσει εκπλήξεις.

Ακριβώς! Ξέρουμε στην μηχανική του απείρως μικρού ότι ένα σωματίδιο κινείται…Γιατί; Φανταστήκαμε ένα εικονικό σωματίδιο το οποίο κινεί το πραγματικό μόριο, πράγμα το οποίο έχει ως αποτέλεσμα να κινούνται και οι δύο, παρόλο που υπάρχει μόνο ένα το οποίο μπορούμε να παρατηρήσουμε. Γιατί μόνο ένα; Διότι βρισκόμαστε σ’ έναν χρόνο ο οποίος δεν επιτρέπει να παρατηρήσουμε το άλλο. Τώρα φανταστείτε ότι βρίσκεστε στον χρόνο του εικονικού σωματιδίου: μπαίνετε σ’ αυτόν τον χρόνο, βλέπετε το εικονικό σωματίδιο, το πραγματικό σωματίδιο δεν υπάρχει πια. Παρατηρείτε το εικονικό σωματίδιο το οποίο για σας έχει γίνει το πραγματικό…κινείται διότι υπάρχει ένα άλλο εικονικό σωματίδιο το οποίο το
κάνει να κινείται.

Τώρα μπορείτε όντως να φανταστείτε ότι μέσω της μνήμης, αυτό το σωματίδιο το οποίο ήταν εικονικό και γίνεται πραγματικό είναι συνδεδεμένο, με τη σειρά του, με ένα εικονικό σωματίδιο. Άρα λοιπόν έχετε μια διαδοχική συναρμολόγηση διττότητας. Με τις ταχύτητες πληροφορίας όπως αυτές περιγράφονται από τη θεωρία της διττότητας, υπάρχει ένα τελευταίο σωματίδιο το οποίο κατέχει την πληροφορία πριν από το δεύτερο σωματίδιο. Κι αυτό είναι το εκπληκτικό, είναι αστραπιαία πρόληψη!

Δηλαδή το δεύτερο σωματίδιο το οποίο διοχέτευσε την πληροφορία για τα διαδοχικά εικονικά σωματίδια, δέχεται μια πληροφορία από το τελευταίο σωματίδιο μέσω του πρώτου το οποίο παίρνει την πληροφορία από το τελευταίο πριν το δεύτερο να έχει τον χρόνο να το κάνει. Ε λοιπόν είμαστε ακριβώς έτσι, παίρνουμε πληροφορίες από έναν διττό ΠΡΙΝ ακόμα λάβουμε γνώση αυτού που εμείς οι ίδιοι κατασκευάσαμε στο μέλλον μέσω των καθαρά δικών μας σκέψεων.

– Αυτό μοιάζει τόσο ιδιαίτερο

Προφανώς, όμως είναι η πραγματικότητα. Καταλαβαίνετε ότι αυτός ο μηχανισμός είναι ζωτικός, διότι επιτρέπει να έχουμε ένστικτα επιβίωσης, και όλα τα ζώα τον χρησιμοποιούν. Όμως, δεν έχουμε μόνο πρόσβαση σε ένα συλλογικό μέλλον, κατασκευάζουμε εμείς οι ίδιοι ένα προσωπικό μέλλον το οποίο έρχεται να αυξήσει το συλλογικό μέλλον, ενώ ένα ζώο ζει χάρη σε ένα συλλογικό μέλλον το οποίο εκμεταλλεύεται χωρίς να προσθέτει κάτι σ’ αυτό. Μπορούμε λοιπόν να σκεφτούμε ότι η εξέλιξή του δεν είναι καθόλου όμοια με τη δική μας. Έχουμε μια εξέλιξη δημιουργική, είμαστε ικανοί να κατασκευάσουμε για τον εαυτό μας ένα δυναμικό το οποίο επιτρέπει να ζούμε καλά. Πρέπει να γνωρίζουμε τον νόμο. Εάν τον γνωρίζουμε, είναι

θαυμάσιο εφόσον είμαστε ικανοί όχι μόνο να κατασκευάζουμε καλά δυναμικά αλλά και να πραγματώνουμε τα δυναμικά που κατασκευάζουμε για μας. Βλέπετε ότι αυτός ο νόμος είναι απλός, και πρέπει να τον γνωρίζουμε. Γι’ αυτό το λόγο η γυναίκα μου κι εγώ έχουμε ξεκινήσει και συνεχίζουμε την προσπάθεια ούτως ώστε αυτή η επιστημονική γνώση να φτάσει στο επίπεδο όλου του κόσμου το γρηγορότερο δυνατόν. Και είναι επείγον διότι ζούμε τώρα τη μετάβαση ανάμεσα σε δύο κύκλους διττότητας του χρόνου.

Αυτή η περίοδος είναι επικίνδυνη διότι ανακαλύπτουμε το κρυμμένο, το κρυμμένο δυναμικό. Στα ελληνικά, η ανακάλυψη του κρυμμένου, ονομάζεται «αποκάλυψις». Η ανακάλυψη των κρυμμένων δυναμικών, είναι αυτό που οι αρχαίοι αποκαλούσαν «να ανακαλύψουμε τις ευεργεσίες της Αποκάλυψης». Επιμένω στον όρο «ευεργεσίες», διότι εάν κατασκευάζουμε καλά δυναμικά, θα λάβουμε καλό. Αν όμως κατασκευάζουμε άσχημα δυναμικά, φυσικά θα θερίσουμε αυτό που σπείραμε. Οφείλουμε να προχωρήσουμε κι άλλο. Εφόσον μια άλλη πραγματικότητα κατασκευάζει το δυναμικό μας και εμείς μόνο το πραγματώνουμε, πρέπει να προσέχουμε να μην γεμίζουμε παράσιτα αποδεχόμενοι σκέψεις οι οποίες δεν είναι δικές μας, αλλιώς δεν θα ζήσουμε όπως το θέλουμε.

Άρα εκείνος ο οποίος δεν ελέγχει τον ύπνο του μπαίνει σ’ αυτό το φαινόμενο που αποκαλώ «παράσιτο». Όσο περισσότερος κόσμος θα υπάρχει στην κατασκευή αυτού του δυναμικού τόσο οι άνθρωποι που ζουν στη Γη θα μπορούν να αντλούν για να ζουν καλύτερα. Και θα υπάρχει ένα τιμόνι από καλά δυναμικά διαθέσιμα για τον πλανήτη. Είναι ίσως ουτοπικό, όμως είναι νόμος: 1+1=2, είτε το θέλουμε είτε όχι. «Να σκέφτομαι να κάνω στον άλλο αυτό που θα ήθελα να σκέφτεται ο άλλος να μου κάνει» είναι ένας νόμος. Εάν θεωρήσουμε ότι είναι κάτι άλλο από νόμος, κάνουμε λάθος. Δεν υπάρχει συναίσθημα εκεί μέσα. Εντούτοις, με το να προσπαθούμε να προκαλέσουμε ευχαρίστηση και συνειδητοποιώντας ότι λαμβάνουμε ευχαρίστηση σε αντάλλαγμα, αυτό θα καταλήξει σε συναίσθημα, είτε είναι ευτυχία ή δυστυχία. Όμως είναι ένας νόμος, ένας απλός νόμος. Ας τον εφαρμόσουμε.

– Ο οποίος προϋποθέτει να ελέγχουμε τον ύπνο

Πώς να το κάνουμε, εφόσον, εξ’ ορισμού, ο ύπνος και κυρίως ο παράδοξος ύπνος είναι ανεξέλεγκτος; Αρκεί να ξέρουμε ότι εφόσον αυτός ο ύπνος είναι φτιαγμένος για να ελέγχουμε την επίπτωση των σκέψεών μας, οι οποίες αναστάτωσαν ένα δυναμικό, ο παράδοξος ύπνος θα τακτοποιήσει αυτό το δυναμικό που αναστατώσαμε με τρόπο συνειδητό ή ασυνείδητο. Ξαπλώνοντας, γνωρίζουμε όλη μια φάση κατά την οποία αποκοιμιόμαστε, όπου σκεφτόμαστε ακόμα, φάση κατά την οποία δηλαδή μπορούμε ακόμα να ελέγξουμε τις σκέψεις μας.

Έπειτα παρεμβαίνει ο ύπνος και δεν ελέγχουμε πλέον τίποτα. Εφόσον όμως οι σκέψεις μας έχουν αποθηκευθεί στο νερό του σώματός μας, εκείνες που κάνουμε κατά τη διάρκεια της αποκοίμισής μας θα κατευθύνουν την νύχτα μας: υπάρχει έλξη μεταξύ των σκέψεων που είχαμε και εκείνων που έρχονται. Αυτόν τον έλεγχο πρέπει να εξασκούμε. Το να ελέγχουμε τον τρόπο που αποκοιμιόμαστε, σημαίνει να ελέγχουμε όλες μας τις σκέψεις πριν αποκοιμηθούμε. Αν το κάνουμε, είναι ήδη μια αρχή, ακόμα κι αν δεν είναι αρκετό.

– Το εξηγείτε κατά την διάρκεια των διαλέξεών σας;

Ναι. Ο στόχος συνίσταται στο να κάνουμε να καταλάβει ο καθένας ότι εάν θέλει να ισορροπήσει, πρέπει να πάρει τη μοίρα του στα χέρια του. Τόσο απλά. Πιστεύω ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε. Και χρησιμοποιώ συνειδητά τον όρο «νόμο», για να δείξω ότι είναι στη διάθεση όλων: ο καθένας μπορεί να αποκτήσει το δίπλωμα οδήγησης της ζωής του, αρκεί να μάθει τον κώδικα.

– Εφαρμόζετε εσείς ο ίδιος τον νόμο της διττότητας του χρόνου;

Φυσικά, γνωρίζοντας ότι κάθε μια από τις σκέψεις μου κατασκευάζει ένα μέλλον. Προσπαθώ να ελέγξω τις σκέψεις μου αλλά αυτό δεν αρκεί, διότι το να ελέγχω τις σκέψεις μιας μέρας είναι κάτι που τρελαίνει. Προσπαθώ λοιπόν ούτως ώστε η νύχτα να μπορέσει να τακτοποιήσει τις σκέψεις που δεν τακτοποίησα με σωστό τρόπο κατά τη διάρκεια της ημέρας. Την επομένη, λέω στον εαυτό μου ότι θα ήταν καλύτερα εάν υπήρχαν λιγότερες σκέψεις οι οποίες πρέπει να τακτοποιηθούν τη νύχτα, οπότε προσπαθώ όλο και περισσότερο να διορθώσω τις ημερήσιες σκέψεις μου.

Και συνειδητοποιώ ότι η ζωή δεν είναι πλέον ίδια, διότι αποκτούμε τότε την ικανότητα να κατευθυνόμαστε με τρόπο πιο «άνετο», ξαναβρίσκοντας εκείνο το είδος εμπιστοσύνης και βεβαιότητας του παιδιού το οποίο αφήνεται να οδηγηθεί από κάποιον. Το να βρισκόμαστε στο πνεύμα το οποίο συνίσταται να σκεφτόμαστε να κάνουμε στον πλησίον μας εκείνο που θα θέλαμε ο πλησίον μας να σκέφτεται να μας κάνει αλλάζει πάρα πολύ τη ζωή μας. Λοιπόν, για να επανέλθουμε στο νόμο της διττότητας του χρόνου, πιστεύω ότι το καλύτερο, είναι να ζητήσουμε από τον καθένα να δοκιμάσει να δει αν αυτό λειτουργεί. Μήπως χρησιμοποιώντας αυτή τη διττότητα του χρόνου, αλλάζω τη ζωή μου; Πολλοί θα εκπλαγούν από το αποτέλεσμα.

Σχετικά με τον Jean-Pierre Garnier-Malet

Δημιουργός του νόμου διττότητας του χρόνου, ο Jean-Pierre Garnier-Malet είναι διδάκτωρ φυσικής με εξειδίκευση στη μηχανική των υγρών. Το American Institute of Physics στη Νέα Υόρκη και η επιστημονική του επιτροπή επικύρωσαν την ανακάλυψη αυτού του νόμου δημοσιεύοντας-τον το 2006 στον τόμο 839 (σελ. 236-249). Στην συνέχεια απένειμαν στο Jean-Pierre Garnier-Malet το Best Paper Award («βραβείο του καλύτερου άρθρου») για τη θεωρία του, η οποία επέτρεψε να εξηγηθεί η άφιξη πλανητοειδών στη ζώνη του Κuiper με έναυσμα ηλιακές εκρήξεις μεγάλων διαστάσεων. Οι συνέπειες του νόμου της διττότητας του χρόνου φαίνονται να είναι ακόμη απειράριθμες.

Τα θεμέλια της από τον τομέα της φυσικής και των μαθηματικών στηρίζονται στην ιδέα ότι μια βασική κίνηση διττότητας πρέπει να χρησιμοποιείται τόσο από ένα σωματίδιο μέσα σε έναν ορίζοντα όσο και από τον ίδιο τον ορίζοντα, ο οποίος θεωρείται με τη σειρά του ως σωματίδιο μέσα στον δικό του ορίζοντα. Είναι μέσω αλλαγής κλίμακας του χρόνου, συγχρονισμένης με μια αλλαγή κλίμακας του χώρου που αυτή η κίνηση ορίζεται χωρίς να μεταβάλλει την παρατήρηση του χωροχρόνου από τον παρατηρητή.

Το μέτρο του χρόνου δίδεται από την περιφορά ενός σωματιδίου και εκείνο του χώρου από τη διάσταση R του ορίζοντα του σωματιδίου κατά τη διάρκεια της διττότητας του, η διαδρομή πR γίνεται άλλη μονάδα χρόνου για έναν άλλο παρατηρητή ο οποίος θεωρεί αυτό τον ορίζοντα ως ένα σωματίδιο στον καθαρά δικό του ορίζοντα. Αυτή η αλλαγή κλίμακας κάνει να αντιστοιχεί το εσωτερικό ενός σωματιδίου, θεωρούμενο ως ορίζοντα, με το εξωτερικό ενός ορίζοντα, θεωρούμενο ως σωματίδιο, για δύο παρατηρητές εσωτερικό (+) και εξωτερικό (-)

Ας μη γελιόμαστε, η απλότητα του αποτελέσματος: (πR2)+ = (4πR)- κρύβει την περιπλοκότητα του σκεπτικού και της απόδειξης (βλέπε επιστημονικές δημοσιεύσεις). Ο Jean-Pierre Garnier-Malet οργανώνει σεμινάρια εφαρμογής της θεωρίας του και δίνει διαλέξεις. Μπορείτε να έρθετε σε επαφή μαζί του μέσω του site του: www.garnier-malet. com

Λεξικό

Μετάπτωση των ισημερινών σημείων: Είναι η αργή αλλαγή κατεύθυνσης του άξονα περιφοράς της Γης. Η επίπτωση αυτής της κίνησης είναι ότι το εαρινό σημείο, ή ισημερινό σημείο, προηγείται κάθε χρόνο της προηγούμενης θέσης του σε σχέση με την εκλειπτική. Η σημερινή αξία της μετακίνησης είναι της τάξης του 50,290966” ανά έτος, δηλαδή 1ο για κάθε 72 χρόνια.

Σταθερά της λεπτής υφής: Είναι μια βασική σταθερά οι οποία διέπει την ηλεκτρομαγνητική δύναμη εξασφαλίζοντας την συνοχή των ατόμων και των μορίων. Αυτή η σταθερά η οποία έχει παρατηρηθεί πλήρως δεν είχε μπορέσει ποτέ κανείς να την υπολογίσει. Η θεωρία της διττότητας επέτρεψε να δοθεί ένας υπολογισμός βασιζόμενος στην κυκλική κίνηση της διττότητας.

Κοσμολογική σταθερά: Προστιθέμενη παράμετρος από τον Einstein τον Φεβρουάριο του 1917 στις εξισώσεις του της γενικής σχετικότητας (1915), με στόχο να καταστήσει την θεωρία του συμβατή με την ιδέα ότι υπήρχε τότε ένα στατικό Σύμπαν. Μετά την ανακάλυψη του 1929 της απόκλισης προς το κόκκινο από τον Edwin Hubble η οποία ενέπλεκε ένα Σύμπαν σε επέκταση, ο Albert Einstein επανήλθε στην εισαγωγή της κοσμολογικής σταθεράς, χαρακτηρίζοντάς την ως την «μεγαλύτερη βλακεία της ζωής του». Η ενέργεια απώθησης της τάξης του 66,6% (η οποία αντιστοιχεί σε αυτή την σταθερά και η οποία εισάγεται στην θεωρία της διττότητας) εξηγεί τώρα την επιτάχυνση της επέκτασης του σύμπαντος που παρατηρείται σήμερα.

Ο νόμος του Titius-Bode: Καθορίζει σύμφωνα με τον τύπο που καθιερώθηκε από τον Johann Titius το 1766 και τον οποίο ξαναπήρε ο Johann Bode το 1772, μια σχέση κατά προσέγγιση ανάμεσα στις ακτίνες των τροχιών των γιγαντιαίων πλανητών και των πλανητών νάνων του ηλιακού συστήματος. Η θεωρία του Jean-Pierre Garnier-Malet διορθώνει αυτόν τον εμπειρικό νόμο με αυστηρό τρόπο εξηγώντας και αναλύοντας την κίνηση διττότητας στο ηλιακό σύστημα.

Τα δίδυμα του Langevin: Το παράδοξο των διδύμων είναι ένα πείραμα σκέψης που αναφέρθηκε από τον Albert Einstein και που δημοσιεύθηκε λεπτομερώς στη συνέχεια από τον Paul Langevin απεικονίζοντας μια όψη του ειδικού μέρους της θεωρίας της σχετικότητας, η οποία προκαλεί ταραχή: μέτρο μιας διάρκειας εξαρτάται από το πλαίσιο αναφοράς μέσα στο οποίο πραγματοποιείται. Σ’ αυτό το φανταστικό πείραμα των διδύμων, ο ένας από τους αδερφούς παραμένει στη Γη ενώ ο άλλος πραγματοποιεί ένα ταξίδι πήγαινε-έλα με πύραυλο με ταχύτητα που προσεγγίζει εκείνη του φωτός. Σύμφωνα με το φαινόμενο διαστολής του χρόνου που προβλέπεται από τη θεωρία, ο ταξιδιώτης γερνάει λιγότερο γρήγορα από τον ακίνητο αδερφό του. Το πείραμα των διδύμων είναι εκ πρώτης όψεως παράδοξο, όμως δεν οδηγεί σε καμία αντίφαση στο πλαίσιο του ειδικού μέρους της θεωρίας της σχετικότητας.

Ατομικό ρολόι: Ρολόι το οποίο χρησιμοποιεί το διηνεκές και το αναλλοίωτο της συχνότητας της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που εκπέμπεται από ένα ηλεκτρόνιο κατά τη διάρκεια του περάσματος από ένα επίπεδο ενέργειας σε ένα άλλο για να εξασφαλίσουμε την ακρίβεια και τη σταθερότητα του ταλαντευόμενου σήματος που παράγει. Μια από τις κύριες χρήσεις τους είναι η διατήρηση του διεθνούς ατομικού χρόνου (ΤΑΙ) και η διανομή του παγκόσμιου συντονισμένου Χρόνου (UTC) τα οποία είναι κλίμακες χρόνων αναφοράς.