Σάββατο, 4 Μαΐου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἱππῆς (973-996)

ΧΟ. ἥδιστον φάος ἡμέρας [στρ.]
ἔσται τοῖς ‹τε› παροῦσι καὶ
975 τοῖσιν ‹εἰσ›αφικνουμένοις,
ἢν Κλέων ἀπόληται.
καίτοι πρεσβυτέρων τινῶν
οἵων ἀργαλεωτάτων
ἐν τῷ δείγματι τῶν δικῶν
980 ἤκουσ᾽ ἀντιλεγόντων,
ὡς εἰ μὴ ᾽γένεθ᾽ οὗτος ἐν
τῇ πόλει μέγας, οὐκ ἂν ἤ-
στην σκεύει δύο χρησίμω,
δοῖδυξ οὐδὲ τορύνη.

ἀλλὰ καὶ τόδ᾽ ἔγωγε θαυ- [ἀντ.]
985 μάζω τῆς ὑομουσίας
αὐτοῦ· φασὶ γὰρ αὐτὸν οἱ
παῖδες οἳ ξυνεφοίτων,
τὴν Δωριστὶ μόνην ‹ἂν› ἁρ-
990 μόττεσθαι θαμὰ τὴν λύραν,
ἄλλην δ᾽ οὐκ ἐθέλειν μαθεῖν·
κᾆτα τὸν κιθαριστὴν
ὀργισθέντ᾽ ἀπάγειν κελεύ-
ειν, ὡς ἁρμονίαν ὁ παῖς
995 οὗτος οὐ δύναται μαθεῖν
ἢν μὴ Δωροδοκιστί.

***
ΧΟΡ. Θα χαρούμε τη μέρα με το φως το γλυκύτατο κι οι πολίτες εμείς κι όσοι ξένοι μάς έρχονται, αν ο Κλέωνας ξοφλήσει. Βέβαια άκουσα κάτι γεροντάκια φαρμακόγλωσσα στα στέκια των δικολάβων

[980] να έχουν άλλη γνώμη: λέγανε δηλαδή ότι, αν αυτός δεν είχε γίνει μέγας και πολύς στην Αθήνα, θα μας ήταν άχρηστα δυο κουζινικά: γουδοχέρι και κουτάλα. Και κάτι ακόμα απ᾽ τη γουρουνοκουλτούρα του μ᾽ αφήνει με το στόμα ανοιχτό: δηλαδή εκείνοι που παιδιά ήταν συμμαθητές του λένε

[990] πως συχνά κούρντιζε την κιθάρα του για να παίξει δωρικούς σκοπούς, άλλους σκοπούς δεν έλεγε να μάθει. Και τότε ο μουσικός τους οργίστηκε και τον απέβαλε, γιατί ετούτος ο μαθητής δεν μπορούσε να μάθει μουσική άλλη απ᾽ τη δωρο-δοκική.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, ΝΕΡΟ ΚΑΙ ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΕΡΓΑ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

Βαθιά ριζωμένες είναι οι δοξασίες για τη σημασία του νερού στην καρποφορία και τη συνέχεια της γενιάς, κάτι που επηρέαζε και τα έθιμα του γάμου (τελετουργικά λουτρά σε συγκεκριμένες πηγές) και τις πάμπολλες γενεαλογίες ηρώων από ποταμούς -μια τέτοια καταγωγή εγγυόταν γενναιότητα. Εδώ θα δείξουμε ότι η παρουσία του νερού στα έργα των τεχνών είναι δηλωτική της ερωτικής δραστηριότητας και των συνεπειών της.

1. Σε ερυθρόμορφο καλυκωτό κρατήρα του ζωγράφου του Τριπτόλεμου, 490-480 π.Χ., απεικονίζεται η Δανάη, καθισμένη στην κλίνη της και στηρίζοντας τα πόδια της σε σκαμνί, να δέχεται την επίσκεψη του Δία μεταμορφωμένου σε χρυσή βροχή, την ώρα που εκείνη ανύποπτη δένει μια ταινία στα μαλλιά της. Με αυτή τη μορφή ο Δίας έφτασε μέχρι τον κόλπο της Δανάης από μια χαραματιά της στέγης του υπόγειου χάλκινου θαλάμου, στον οποίο την είχε κλείσει ο πατέρας της Ακρίσιος, γιατί είχε πάρει χρησμό ότι ο εγγονός του θα τον σκότωνε. Περισσότερο συμβατικά παριστάνεται το ίδιο θέμα, όχι πια με τη φυσιοκρατική απόδοση της βροχής αλλά με την υπόνοια της παρουσίας της από μια κεκλιμένη υδρία σε βοιωτικό αγγείο του 430 π.Χ., ενώ ανάμεσα στη φυσιοκρατία (σταγόνες που φτάνουν μέχρι τον κόλπο της Δανάης) και τη σύμβαση (υδρία) κινείται η απόδοση σε έναν άλλον βοιωτικό ερυθρόμορφο κρατήρα (410-400 π.Χ.). Τον ίδιο ρόλο του νερού βρίσκουμε και σε ψηφιδωτό από την Παλαίπαφο (τέλος 2ου-αρχές 3ου αι. μ.Χ.) με τη Λήδα και τον Δία σε μορφή κύκνου. Η απαραίτητη για τη γονιμοποίηση υγρασία υποδηλώνεται με το σιντριβάνι της αυλής· εξάλλου, ο κύκνος είναι πουλί του νερού. Από την ένωση του θεού με τη Δανάη γεννήθηκε ο Περσέας και με τη Λήδα η Ελένη και ο Κάστορας, ο ένας από τους Διόσκουρους, που θεωρούνταν θεότητες προστάτες των ναυτικών.
 
2. Στον κρατήρα με τον Δία και τη Δανάη ο καλλιτέχνης προσπάθησε να αποδώσει φυσιοκρατικά τη βροχή με λευκό χρώμα, όπως και ένας άλλος συνάδελφός του περίπου ενάμιση αιώνα αργότερα με λευκές βούλες. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Δίας είχε έστειλε τη βροχή για να σβήσει τη φωτιά που είχε ανάψει ο Αμφιτρύων με τη βοήθεια του Αντήνορα για να κάψει τη σύζυγό του Αλκμήνη, όταν ανακάλυψε την ύπαρξη άλλου άνδρα. Σύννεφα με τη μορφή κοριτσιών (Νεφέλες) παίρνουν μέρος στο έργο της κατάσβεσης, ενώ οι λευκές βούλες ίσως να υπονοούν την αιτία της αντίδρασης του Αμφιτρύωνα, δηλαδή την ένωση του Δία με την Αλκμήνη, όταν ο θεός πήρε και πάλι τη μορφή χρυσής βροχής. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ο Ηρακλής.
 
3. Κλείνοντας τον κύκλο της ζωής της Αλκμήνης και του γιου της, σε ερυθρόμορφη πελίκη του ζωγράφου του Κάδμου, 450 π.Χ., παριστάνονται Νύμφες των πηγών να σβήνουν με τις υδρίες τους τις τελευταίες φλόγες από τη φωτιά που έκαψε τον Ηρακλή, ενώ ψηλά στην Οίτη από μια φούχτα στάχτες ξεπετάγεται και πάλι αναγεννημένος ο Ηρακλής, στεφανωμένος για τα καλά του έργα, μαζί με την Αθηνά που οδηγεί το άρμα που τον μεταφέρει. Είναι πολύ πιθανό η ανάληψη του Ηρακλή στον Όλυμπο να τοποθετήθηκε στην κορυφή του όρους Οίτη, επειδή εκεί τελούνταν πανάρχαιες τελετές φωτιάς.

Οι έρωτες που μας σημάδεψαν μας άλλαξαν

Σχετική εικόναΟι έρωτες σημαδεύουν, ξέρεις. Όχι όλοι. Ούτε οι περισσότεροι. Μα είναι κι εκείνοι οι ελάχιστοι, εκείνοι οι σπάνιοι, εκείνοι οι ξεχωριστοί, εκείνοι που σ’ αλλάζουν, που σε φτιάχνουν, που σε μπερδεύουν, που σ’ αποσυντονίζουν, που σου αλλάζουν την τροχιά σου, που σου αφήνουν ένα σημάδι ανεξίτηλο, ένα σημάδι να το θυμάσαι για πάντα.

Μετά από ένα μεγάλο έρωτα, λοιπόν, δεν μπορείς να ‘σαι ο ίδιος. Απ’ τη μία είσαι για πάντα σημαδεμένος από αυτό το υπέροχο που έζησες –όπως κι αν έληξε–, μα απ’ την άλλη σε αλλάζει με τρόπους που σε διαμορφώνουν πια αλλιώς ως άνθρωπο, ως χαρακτήρα.

Είναι ίσως απίθανο –μάλλον ακατόρθωτο– να μην αλλάξεις, αν βιώσεις κάτι βαθύ, κάτι μεγάλο, κάτι πέρα από ‘σένα. Μαθαίνεις τον εαυτό σου, τις ανοχές σου και τις αντοχές σου, τον εγωισμό σου, τις υποκριτικές σου ικανότητες. Μαθαίνεις να διαχειρίζεσαι τα σκοτάδια σου, τις μοναχικές σου νύχτες. Μαθαίνεις το πώς μπορείς να κλειδώνεις όλον τον υπόλοιπο κόσμο έξω και να κρατάς μέσα μόνο το αντικείμενο του πόθου σου. Μαθαίνεις να αγαπάς, να νιώθεις, να δίνεσαι, να χαρίζεις όλα όσα έχεις, χωρίς να περιμένεις τίποτα πίσω. Μαθαίνεις να μοιράζεσαι, να τα κόβεις όλα στα δύο. Να ανασαίνεις για δύο, μαθαίνεις την καρδιά σου να χτυπά και για κάποιον άλλον μαζί, να στέλνει αίμα και γι’ αυτόν, να νοιάζεται αν ο άλλος έχει αρκετό οξυγόνο. Μαθαίνεις να ανησυχείς, να ακούς, να μιλάς, να εξωτερικεύεσαι, να ζηλεύεις, να περιμένεις.

Μα πάνω απ’ όλα μαθαίνεις με ποιον μπορείς να συνυπάρξεις. Μαθαίνεις αν ο απέναντι είναι πράγματι αυτό που έψαχνες. Κι οι μεγάλοι έρωτες έχουν αυτό το ένα ελάττωμα, σε μαθαίνουν να πονάς. Να πονάς αν, τελικά, δεν ήταν όντως ο άνθρωπός σου, και τώρα πρέπει να τον ψάξεις αλλού. Κι όταν πονάς, αλλάζεις. Όταν πονάς διχάζεσαι, όταν πονάς αναγκάζεσαι. Αναγκάζεσαι να αναζητήσεις κάτι άλλο, αναγκάζεσαι να εξελιχτείς, να γίνεις καλύτερος, αναγκάζεσαι να αποδεχτείς την ήττα σου, αναγκάζεσαι να βρεις το άλλο σου μισό. Αναγκάζεσαι, στην τελική, να ζήσεις.

Και τα καταφέρνεις. Μια χαρά. Και, πράγματι, είσαι καλύτερος από πριν. Αντιμετωπίζεις πια καταστάσεις αλλιώτικα, ίσως με μεγαλύτερη υπομονή, ίσως με λιγότερη ανοχή. Αλλάζεις χαρακτήρα προς το συμφέρον σου. Δεν αλλάζεις μάσκες, τις πετάς. Δεν τις χρειάζεσαι. Παύεις να πιστεύεις πως όλες οι σχέσεις πρέπει πάση θυσία να λειτουργήσουν. Αναγνωρίζεις τους ομοίους σου ευκολότερα, χωρίς να ξοδεύεσαι. Ξέρεις τι θέλεις, ξέρεις τι ζητάς. Λες τα «σ’ αγαπώ» σου συνειδητοποιημένα.

Και κάπως έτσι, μετά από ένα μεγάλο έρωτα, έρχεται ένας έρωτας που δεν περίμενες ποτέ ότι θα ζούσες. Έρχεται ένας έρωτας για ‘σένα, ένας έρωτας φτιαγμένος στα δικά σου μέτρα και μόνο. Ένας έρωτας που δε χρειάζεται να σ’ αλλάξει, ούτε να σε ταιριάξει. Ένας έρωτας που κυλάει εύκολα, αβίαστα. Ένας έρωτας που δεν πρέπει να κάνεις υπομονή, ούτε να προσέχεις τα λόγια σου μαζί του, που δε σιωπάς, που δεν αντιστέκεσαι, που γελάς και τολμάς, που ακούς κι ακούγεσαι, που είσαι ο εαυτός σου κι αυτό είναι αρκετό.

Θα είναι ένας έρωτας που –σίγουρα– περίμενες, μα δεν πίστευες ποτέ πως υπάρχει. Κι όμως. Υπάρχει.

Κικέρων: Το άκρον άωτον της ματαιότητας

Τα σπέρματα της αρετής υπάρχουν μέσα μας και, αν τα αφήναμε να βλαστήσουν, η ίδια η φύση θα μας έδειχνε τον δρόμο προς την ευτυχία· όμως εμείς, αμέσως μόλις έρθουμε στον κόσμο και μας αναγνωρίσει ο πατέρας μας, πέφτουμε κατευθείαν στα δίχτυα της κακίας και της διεστραμμένης σκέψης, θαρρείς και ρουφάμε το δηλητήριο της πλάνης μαζί με το γάλα της παραμάνας μας.

Κι όταν εκείνη μας παραδώσει στους γονείς μας και στη συνέχεια μας αναλάβουν οι δάσκαλοι, είναι τόσες οι πλάνες που μας μολύνουν, ώστε η αλήθεια δίνει τη θέση της στο ψεύδος, και η σοφία της φύσης υποχωρεί μπροστά στη δύναμη της προκατάληψης.

Ύστερα έρχονται οι ποιητές, οι οποίοι επαγγέλλονται ότι με τη διδασκαλία τους θα μας χαρίσουν ανυπέρβλητη μόρφωση και σοφία.

Τους ακούμε λοιπόν, τους διαβάζουμε, τους αποστηθίζουμε, τους επιτρέπουμε να εντυπωθούν βαθιά στη σκέψη μας· αλλά, όταν φτάσει η ώρα για την κοινή γνώμη να παίξει τον ρόλο του μεγάλου δασκάλου και ο όχλος να δώσει το τελειωτικό χτύπημα –ο οποίος, σύσσωμος, ρέπει προς το κακό- τότε είναι ολοφάνερο πως η μόλυνση προχωρεί σε βάθος και οι σφαλερές αντιλήψεις μας αποξενώνουν τόσο πολύ από τη φύση, που φτάνουμε στο σημείο να νομίζουμε πως την τελευταία την καταλαβαίνουν καλύτερα όσοι έχουν πιστέψει ότι δεν υπάρχει υψηλότερη φιλοδοξία για τον άνθρωπο, ούτε ευγενέστερη επιδίωξη, ούτε μεγαλύτερη τιμή, από τα δημόσια αξιώματα, την αρχηγία του στρατού και τη λαϊκή αποδοχή.

Από αυτά γοητεύονται οι πιο αξιόλογοι άνθρωποι και, ενώ αναζητούν την αληθινή δόξα –που αυτή και μόνο ψάχνει με όλες της τις δυνάμεις η φύση μας- ξαφνικά ανακαλύπτουν ότι βρίσκονται αντιμέτωποι με το άκρον άωτον της ματαιότητας, και ότι δεν αγωνίζονται για την υπέροχη εικόνα της αρετής αλλά για ένα χλομό φάντασμα της δόξας.

Όμως, η αληθινή δόξα δεν είναι οπτασία αλλά κάτι το απτό, που αφήνει το αποτύπωμά του· είναι η ομόφωνη αποδοχή των ενάρετων ανθρώπων, η αδέκαστη ετυμηγορία εκείνων που μετρούν με δίκαια κριτήρια το ύψος της αρετής, η ηχώ που μας μεταφέρει τη φωνή της αρετής.

Αυτή τη δόξα δεν την αρνούνται οι ενάρετοι, διότι τις περισσότερες φορές συνοδεύει τις δίκαιες πράξεις.

Ωστόσο, εκείνη η άλλη δόξα, που προσπαθεί να μιμηθεί την αληθινή, είναι προπετής και ασυλλόγιστη, και τις περισσότερες φορές γίνεται σύμβουλος εσφαλμένων επιλογών και κακών πράξεων: αναφέρομαι στη λαϊκή φήμη, η οποία προσπαθεί να παραχαράξει την αληθινή δόξα και να σπιλώσει το κάλλος του προσώπου της με τη δική της ασχήμια.

Από αυτή τυφλώνονται οι άνθρωποι, παρά τις όποιες ευγενείς φιλοδοξίες τους, και, επειδή δεν ξέρουν ούτε τι ψάχνουν να βρουν ούτε πού θα το βρουν, άλλοι οδηγούν την πατρίδα τους στο χείλος του γκρεμού κι άλλοι σκάβουν το λάκκο τους με τα ίδια τους τα χέρια.
 
ΚΙΚΕΡΩΝ, Το φάρμακο της λύπης

«Επαναστάτης» ή κατά βάθος υποτακτικός;

«Δεν θα υποχωρήσω ποτέ»
Μπορεί κάποιος που φαινομενικά είναι επαναστάτης και αντιδραστικός κατά βάθος να είναι υποτακτικός και απλά να έμαθε να αντιδρά μέσω της αντεπίθεσης;
Επιλέγω δηλαδή αντί να υποτάσσομαι, να έχω τον αντίθετο ρόλο και γίνομαι επιθετικός και αυταρχικός. Μέσα από την επανάσταση καλύπτω τα αισθήματα της υποταγής.
«Οι επαναστάτες έχουν την τάση να συμπεριφέρονται λες και αυτοί είναι οι μοναδικοί άνθρωποι στον κόσμο και λες και μόνο αυτοί έχουν ανάγκες.
Αν ανήκετε σ’ αυτή την κατηγορία, αντιμετωπίζετε τις καταστάσεις της υποταγής υιοθετώντας το ρόλο κάποιου που είναι επιθετικός, εκδικητικός και εγωκεντρικός.
Επαναστατείτε. Ακόμη, όμως και στην περίπτωση αυτή, μέσα σας νιώθετε το ίδιο με τους άλλους υποταγμένους ανθρώπους: ότι είστε λιγότερο σημαντικός ή και ότι οι άλλοι άνθρωποι είναι αυτοί που σας ελέγχουν στην πραγματικότητα.
Η επιθετικότητά σας είναι απλά μια μάσκα την οποία φοράτε με ένα αίσθημα μειονεκτικότητας.
Νιώθετε να ωθείστε στα άκρα της διεκδικητικότητας. Μπορεί να φανείτε ακόμη και προσβλητικός. Οι άνθρωποι σας κατηγορούν για την ακαμψία και την αυταρχικότητά σας. Κάτω όμως από τη δυναμική παρουσία σας νιώθετε τρομοκρατημένοι από τους άλλους ανθρώπους» (Young & Klosko, 2010: 386).
 
Η αντίδραση της επαναστικότητας συνδέεται με θυμό, καθώς το άτομο συχνά νιώθει εκνευρισμό και είναι επιρρεπές στα ξεσπάσματα θυμού.
Ο θυμός αποτελεί ένα χαρακτηριστικό του ατόμου, που το είχε και κατά την παιδική και εφηβική ηλικία, όπου απαντούσε με θυμό στις προσπάθειες των γονιών του να το κατευθύνουν.
Σε κάθε περίπτωση καθοδήγησης από τους γονείς το παιδί γινόταν ανυπάκουο ή ατίθασο, ενώ μπορεί να εμφάνιζε στοιχεία ευερεθιστότητας ή προβλήματα συμπεριφοράς στο σχολείο.
Ακόμη και κατά την ενήλικη ζωή του, το άτομο έχει προβλήματα με διάφορες μορφές εξουσίας, ενώ συχνά χάνει την αυτοκυριαρχία του και εκφράζει το θυμό του με μη κατάλληλους τρόπους.
Το άτομο, δηλαδή, βρίσκεται σε μια διαρκή μάχη με την εξουσία, την οποία αντιλαμβάνεται ως εξωτερικό έλεγχο. Έτσι, αντιδρά απέναντι σε πιέσεις, εντολές ή συμβουλές και οι αντιδράσεις του είναι έντονες.
 
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό των επαναστατών είναι οι μακροχρόνιες συγκρούσεις με τους γονείς. Δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στο ρόλο του ενήλικα και να παραμερίσουν ή να μειώσουν τις συγκρούσεις αυτές. Ουσιαστικά, παραμένουν επαναστάτες έφηβοι που κυνηγούν πράγματα που έρχονται σε αντίθεση με τις φιλοδοξίες και τα όνειρα των γονέων τους.
Στην πραγματικότητα, όμως, οι επαναστάτες δεν είναι περισσότερο ελεύθεροι από τους άλλους υποταγμένους ανθρώπους.
«Δεν επιλέγουν ελεύθερα τα ενδιαφέροντα ή τις σχέσεις τους: επιλέγουν για αυτούς οι άνθρωποι εναντίον των οποίων επαναστατούν. Αν και επιμένουν να αδιαφορούν για τους κανόνες, είναι το ίδιο υποταγμένοι σ’ αυτούς όσο και οι άνθρωποι που τους υπακούουν» (Young & Klosko, 2010: 387).
Το βασικό που έχει στο μυαλό του το άτομο είναι να επιλέξει το αντίθετο από αυτό που οι άλλοι το υποδεικνύουν.
Με αυτό τον τρόπο βρίσκεται σε μια διαρκή κατάσταση αντίδρασης και κατευθύνεται από τις υποδείξεις των άλλων, όχι όμως με το να τις πραγματοποιεί, αλλά με το να τις απορρίπτει και να κάνει το αντίθετο.
Στη συμπεριφορά του ο επαναστάτης παρουσιάζεται ως αυταρχικός και καταπιεστικός. Όταν θα αναγκαστεί να υποταχθεί σε κάποιους ανθρώπους θα βρει κάποιους άλλους ώστε να ξεσπάσει το θυμό που συσσωρεύει.
Το άτομο μπορεί να κινείται ανάμεσα στα δύο άκρα, και από τη μία πλευρά να είναι δουλοπρεπής και πρόθυμος να ικανοποιήσει τις ανάγκες των άλλων και από την άλλη απαιτητικός και οξύθυμος.
 
Young, J.E., & Klosko, J.S., Ανακαλύπτοντας ξανά τη ζωή σας

Το πάθος και ο φόβος της οικειότητας

Η αίσθηση μοναξιάς προέρχεται από την αίσθηση αδυναμίας ενός ανθρώπου να επικοινωνήσει για ότι θεωρεί σημαντικό για τον εαυτό του ή επειδή μπορεί να κρατά μέσα του απόψεις για πράγματα που οι άλλοι θεωρούν μη αποδεκτές. – Καρλ Γιούνγκ
 
Τί θυμόμαστε περισσότερο όταν περάσουν τα χρόνια; Τις στιγμές πάθους ή αυτές όπου νιώσαμε οικειότητα, αγάπη;
 
Λέγεται ότι οι χημικές ουσίες του έρωτα που εκλύονται στο μυαλό μοιάζουν με τρέλα, η αγάπη με λογική... Το πρώτο μοιάζει με έντονο μεθύσι που όμως κάποτε θα φύγει, το δεύτερο μας προσφέρει, ασφάλεια, έμπνευση, την εξέλιξη μας...
 
Η πένα από φτερό κύκνου του Τζιάκομο Τζιρολάμο Καζανόβα χάραζε με χαρακτηριστικό ήχο και ταχύτητα πάνω στο χαρτί, αφήνοντας το μαύρο μελάνι της, που γρήγορα έδινε σχήμα σε λέξεις... Παρά τα εξήντα εννιά χρόνια του, το χέρι του έγραφε σαν άνεμος, από την επιθυμία να προλάβει να ολοκληρώσει την εξιστόρησή του...
 
Στην κορυφή της σελίδας υπήρχε ο τίτλος «Η ιστορία της ζωής μου». Επρόκειτο για την αυτοβιογραφία του... Θα έμενε γνωστός ως ένας από τους μεγαλύτερους καρδιοκατακτητές της ιστορίας και ως αντικείμενο θαυμασμού για πολλές γενεές...
 
Κανείς όμως δε μπορούσε να φανταστεί τα «εσωτερικά κενά» που ένιωθε, τις μεγάλες περιόδους μελαγχολίας, μοναξιάς, αλλά και μεταπτώσεων της συναισθηματικής του διάθεσης... Κανείς δε θα μπορούσε εύκολα να φανταστεί ότι η συμπεριφορά του ήταν αποτέλεσμα ασυνείδητων φόβων... Η απροθυμία του να δεθεί συναισθηματικά αντιθέτως τον έκανε πάντοτε πιο γοητευτικό και την σεξουαλική του κατάκτηση μία πρόκληση.
 
Συμβαίνει συχνά να υπερεκτιμούμε την ευτυχία και τη συναισθηματική διάθεση των άλλων, κρίνοντας από την επιφανειακή συμπεριφορά τους προς άλλους, στο λίγο χρόνο που περνούμε κοντά τους.
 
Θεωρούμε ότι βιώνουμε με τον ίδιο τρόπο εγκεφαλικά το σεξ και τη σεξουαλική επιθυμία, ως βίωμα αγνοώντας ότι η προσωπικότητά μας λαμβάνει πάντοτε, εκείνη τη στιγμή μέρος στη διαδικασία, επηρεάζοντας την ένταση αλλά και την ποιότητα του βιώματος.
 
Διαφορετικά όμως βιώνεται από κάποιον που το βλέπει ως κατάκτηση, διαφορετικά ως απλή απόλαυση, διαφορετικά ως πράξη αγάπης.
 
Η μύτη της πένας βυθιζόταν με μανία στο μαύρο μελάνι λερώνοντας συχνά τα ροζιασμένα του δάχτυλα, όμως ο ηλικιωμένος Καζανόβα συνέχιζε το γράψιμό του με πάθος... Αυτή η εξιστόρηση τον έκανε να νιώθει κάποια αξία...
 
Μεγάλωσε μακριά από τη μητέρα του, η οποία ως ηθοποιός, περιόδευε με θιάσους την Ευρώπη. Τον πατέρα του τον έχασε στην ηλικία των οκτώ ετών. Τελικά μεγάλωσε με την γιαγιά του, όμως στην ηλικία των εννιά ετών, τον έστειλαν λόγω συχνών ρινορραγιών σε οικοτροφείο στην Padua.
 
Για τον Καζανόβα, η παραμέληση από τους γονείς του ήταν μία πικρή ανάμνηση... Με πικρία αναφέρει στην αυτοβιογραφία του... «Τελικά με ξεφορτώθηκαν...»
 
Ως ενήλικος, θα αλλάξει αμέτρητα επαγγέλματα στη ζωή του χωρίς να μπορεί να στεριώσει σε κανένα, γραφιάς, βιολιστής, τζογαδόρος...
 
Οι εμπλοκές του με το τζόγο του δημιούργησαν ένα τεράστιο χρέος και αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει... Φαίνεται ότι αναζητούσε διακαώς έντονες συγκινήσεις προκειμένου να μπορέσει να νιώσει κάποιο συναίσθημα στην ένταση που το βιώνει εύκολα ένας άλλος άνθρωπος...
 
Ο Καζανόβα, παρότι δε βρίσκεται μπροστά μας για να τον γνωρίσουμε με βεβαιότητα, φαίνεται να αναζητεί το πάθος και μέσα από αυτό την αίσθηση, ότι είναι έντονα επιθυμητός...Κάτι που δεν ένιωσε στην οικογενειακή του ζωή.
 
Η σεξουαλική επιθυμία που προκαλούσε στα μάτια των γυναικών ήταν ένας συμβολικός τρόπος να νιώθει επιθυμητός πάντοτε...Η σεξουαλική επιθυμία συμβόλιζε ασυνείδητα ότι τον επιθυμούν ως κάτι παραπάνω από ένα σώμα, ένα αντικείμενο για το μυαλό του.
 
Όμως αυτό δε συνέβαινε ποτέ... Η πραγματική επιθυμία για τον άλλον άνθρωπο φαίνεται στη μακροχρόνια οικειότητα... Και αν αυτή όμως δεν ερχόταν μετά; Ο φόβος αυτής της απόρριψης τον έκανε να φεύγει πάντοτε πρώτος ή τουλάχιστον να αποφεύγει τη μακροχρόνια συνύπαρξη με μια γυναίκα.
 
Όπως ο ίδιος γράφει στην αυτοβιογραφία του, σύντομα μετά από μία κατάκτησή του ερχόταν ένα αίσθημα ανίας...Τότε δήλωνε στην ερωμένη του πόσο ανάξιος ήταν για αυτήν και φρόντιζε ώστε αυτή να γνωρίσει ή να παντρευτεί με έναν «αξιόλογο» άνθρωπο...
 
Αυτός ήταν ο τρόπος «εξόδου» του από τη ζωή της...
 
Τα χημικά του πάθους τα οποία εκκρίνονται από τον εγκέφαλο είναι πανίσχυρα και εθιστικά... Τόσο ισχυρά μάλιστα που μπορεί να παρομοιαστούν με ένα ισχυρό αντικαταθλιπτικό το οποίο μπορεί να ανακουφίσει προσωρινά από εσωτερικό ψυχικό πόνο, από συναισθήματα του ατόμου ότι δεν αξίζει (αναξιότητα), να προσφέρει προσωρινή απόδραση από τη μοναξιά και γρήγορη αλλαγή της διάθεσης.
 
Μία άλλη πλευρά της σεξουαλικής πράξης, είναι η έκκριση της ωκυτοκίνης, της ορμόνης της αγάπης, η οποία φαίνεται ότι μας δένει με το σύντροφό μας, μας κάνει να τον συναισθανόμαστε, να νιώθουμε τον πόνο του άλλου, να είμαστε πιστοί σε έναν άνθρωπο...
 
Η ουσία αυτή δρα σε συγκεκριμένους υποδοχείς των νευρώνων του εγκεφάλου...Το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι η αλληλεπίδραση με τους γονείς μας, οι τρόποι συναισθηματικής έκφρασης και σχέσεων μαζί τους, που μαθαίνουμε από μικροί παρατηρώντας τους, φαίνεται να επιδρούν στο σχηματισμό του αριθμού (θα λέγαμε απλοϊκά) των υποδοχέων ωκυτοκίνης που θα διαθέτουμε...
 
Ο ψυχισμός μας είναι αποτέλεσμα επιδράσεων του περιβάλλοντος στο μυαλό μας αλλά χρειάζεται αυτές οι επιδράσεις να γίνουν συνειδητές, ώστε να μπορούμε με τη σκέψη μας να επιδράσουμε και εμείς στο μυαλό και τη βιολογία μας...
 
Έχουν υπάρξει περιπτώσεις ανθρώπων που θεωρούν κατ' αυτόν τον τρόπο ως διεγερτική ακόμη και την πρόκληση πόνου από τον σεξουαλικό σύντροφό τους (σωματικού ή ψυχικού) διότι νιώθουν ότι «αυτό αξίζουν» ή την έντονη μείωση της προσωπικής τους αξίας από αυτόν...
 
Διότι αυτό έμαθαν να πιστεύουν από μικρή ηλικία για τον εαυτό τους καθώς και να επαναλαμβάνουν συνεχώς το ίδιο μοτίβο βρίσκοντας παρόμοιο σύντροφο και επαναλαμβάνοντας τη συμβολική αυτοτιμωρία τους. Το ασυνείδητο τους προκαλεί να ξαναζούν την ίδια μοίρα και ως άμυνα συχνά παρουσιάζουν τη συμπεριφορά τους ως μία ευτυχισμένη επιλογή τους.
 
Λέγεται ότι «...Αληθινή αγάπη δεν είναι εκείνη που αντέχει το μακροχρόνιο χωρισμό, αλλά εκείνη που αντέχει την μακροχρόνια οικειότητα...»
 
Η συχνή εγκατάλειψη του Τζιάκομο από τη μητέρα του δεν είναι μόνο μία παλιά γραμμένη μνήμη η οποία από το ασυνείδητό, φέρνει φόβο καικατευθύνει συνεχώς και εν αγνοία του, τη συμπεριφορά του Καζανόβα...Γίνεται το πεπρωμένο του στις σχέσεις του με το άλλο φύλο. Το μυαλό του ως άμυνα αποφεύγει αυτή τη συνειδητοποίηση διότι προσωρινά έστω θα έφερνε εσωτερική σύγκρουση, φόβο, άγχος, πόνο.
 
Ο Τζιάκομο Καζανόβα πιθανά νιώθει φόβο ίσως και τρόμο στο ενδεχόμενο να δεθεί... Νιώθει ότι έχει απορριφθεί από το πρωταρχικό σύμβολο της γυναίκας για έναν άνδρα, τη μητέρα του. Ένας τρόπος υπάρχει για να αποφύγει να ξαναζήσει τον εσωτερικό ψυχικό πόνο...να εγκαταλείπει πρώτος τη σύντροφό του...
 
Ένας επίσης τρόπος υπάρχει για να νιώθει επιθυμητός με ασφάλεια να μην απορριφθεί...να είναι επιθυμητός σεξουαλικά.
 
Όπως αναφέρει ο Έριχ Φρομ, η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να διεγερθεί από την αγωνία της μοναξιάς. Καμιά φορά από ματαιοδοξία. Η πηγή της μπορεί να είναι η επιθυμία για κατάκτηση, για εκδίκηση ή για καταστροφή. Η αγάπη είναι μόνο ένα από τα δυνατά συναισθήματα που μπορούν να προκαλέσουν σεξουαλική επιθυμία.
 
Ο Τζιάκομο Καζανόβα είναι ένα ακραίο έντονο παράδειγμα για το πώς η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να υποκαταστήσει συναισθήματα που ένας άνθρωπος μπορεί να φοβάται ασυνείδητα να νιώσει...και στην προσπάθεια να αποφύγει αυτή τη συνειδητοποίηση, αποφεύγει την αλλαγή και την ίασή του... Αντίθετα παγιδεύεται σε ένα φαύλο κύκλο σα Σίσυφος επαναλαμβάνοντας τον ίδιο τρόπο να παίρνει ψίχουλα συναισθημάτων...
 
Είναι μέρος του παιχνιδιού της ζωής να διεκδικούμε ανθρώπους, τίτλους, πράγματα, ως σύμβολα για την αξία μας, και όχι επειδή είχαμε πραγματικά την ανάγκη τους...
 
Πολύ περισσότερο αναζητείται μόνο το πάθος, όταν υπάρχει φόβος να δεθεί ο άνθρωπος με την αγάπη... Η οικειότητα και η συντροφικότητα φέρνουν μεγαλύτερη απόλαυση αλλά μαζί και το ενδεχόμενο του τέλους τους και ενός μεγαλύτερου πόνου. Κατ' αυτόν τον τρόπο το πάθος είναι μία ασφαλής επιλογή διότι αν τελειώσει ο πόνος θα είναι μικρότερος. Όμως έτσι δε ζούμε βαθύτερα. Ο ιδανικός συνδυασμός πάθους και συντροφικότητας είναι ο σκοπός...
 
Κανένα από τα δύο φύλα στην πλειοψηφία, δε φαίνεται να επιλέγει ως μόνιμο σύντροφο εκείνον με τον οποίο έζησε το καλύτερο σεξ... Φαίνεται ότι αυθόρμητα δείχνεται μια προτίμηση στην ψυχική επαφή χωρίς να σημαίνει ότι το πάθος δεν θα υπάρχει ή ότι αν δε το επιτρέψουμε χάνεται... Αντιθέτως πολλά ζευγάρια δημιουργούν το πάθος μέσα από τη βαθύτερη επικοινωνία τους.
 
Τέσσερα χρόνια μετά το τέλος της αυτοβιογραφίας του, Ο Τζιάκομο Τζιρολάμο Καζανόβα ζούσε ακόμη μόνος του, όταν έφυγε από τη ζωή...
 
Ήταν 4 Ιουνίου του 1798...
 
Το πάθος, είναι ιδιαίτερα σημαντικό... Ένα δώρο της φύσης με σκοπό να παρακινήσει για την αναπαραγωγή... Εγκεφαλικά, τα «χημικά» του ακολουθούνται από τα χημικά της συντροφικότητας... Όταν όμως υπάρχει φόβος για δέσμευση και συντροφικότητα, είναι ικανό σα ναρκωτικό, να σβήνει προσωρινά τις βαθύτερες ψυχικές ανάγκες, ακόμη και να αναβάλλει την αναζήτηση τους...
 
Διότι στη συναισθηματική επένδυση της αγάπης ελλοχεύει ο κίνδυνος μεγαλυτέρου πόνου... τον οποίο πάντοτε θέλουμε να αποφεύγουμε...
 
Αληθινή αγάπη δεν είναι εκείνη που αντέχει το μακροχρόνιο χωρισμό, αλλά εκείνη που αντέχει την μακροχρόνια οικειότητα!

Sartre: Ο Άνθρωπος είναι αυτό που κάνει

Τώρα μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα γιατί ή θεωρία μας [ο υπαρξισμός] προξενεί φρίκη σε μερικούς ανθρώπους.
 
Γιατί συχνά ένα μόνο τρόπο έχουν για να αντέχουν την αθλιότητα τους.
 
Να σκέφτονται:

«Οι περιστάσεις υπήρξαν εναντίον μου. Τα πράγματα μού πήγανε κόντρα. Άξιζα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι έγινα.
Βέβαια, δεν γνώρισα τον μεγάλο έρωτα ή τη μεγάλη φιλία, αλλά σ’ αυτό φταίει το γεγονός ότι δεν έλαχε να συναντήσω τον άντρα ή τη γυναίκα που να ήταν άξιοι για την αγάπη ή για τη φιλί μου.
Δεν έγραψα πολύ καλά βιβλία και γι’ αυτό φταίει το ότι δεν είχα πολύ διαθέσιμο ελεύθερο καιρό στη διάθεσή μου.
Δεν έκανα παιδιά για να τους αφιερωθώ, γιατί δεν βρήκα τον άνθρωπο που θα μπορούσα να φτιάξω μαζί του τη ζωή μου.
Έμειναν λοιπόν αχρησιμοποίητες μέσα μου και είναι πάντα βιώσιμες ένα πλήθος από διαθέσεις, κλίσεις, δυνατότητες, που μου δίνουν μιαν αξία, την οποία ασφαλώς δεν μου επιτρέπει να επικαλεσθώ η σειρά των πράξεών μου.»

Στην πραγματικότητα όμως, για τον υπαρξιστή δεν υπάρχει άλλος έρωτας απ’ αυτόν που οικοδομείται, πραγματώνεται.

Δεν υπάρχει δυνατότητα έρωτα παρά μόνο αυτή που εκδηλώνεται σε έναν έρωτα.

Δεν υπάρχει μεγαλοφυΐα παρά μόνο αυτή που εκφράζεται στα έργα τέχνης: η μεγαλοφυΐα του Προυστ είναι το σύνολο των έργων του Προυστ.

Η μεγαλοφυΐα του Ρακίνα είναι η σειρά των τραγωδιών του και τίποτ’ άλλο.

Γιατί να αποδίδουμε στον Ρακίνα τη δυνατότητα να γράψει μία νέα τραγωδία, αφού ακριβώς δεν την έγραψε;

Ο άνθρωπος στρατεύει τον εαυτό του στη ζωή, σχεδιάζει ο ίδιος τη φυσιογνωμία του, την προσωπικότητά του και πέρα απ’ αυτή την προσωπικότητα δεν υπάρχει τίποτα.

Φυσικά, η σκέψη αυτή μπορεί να φανεί σκληρή σε κάποιον που δεν πέτυχε στη ζωή του.

Απ’ την άλλη μεριά όμως, προδιαθέτει τους ανθρώπους να καταλάβουν πως μόνον η πραγματικότητα μετράει, πως το όνειρα, οι προσδοκίες, οι ευσεβείς πόθοι, οι ελπίδες, άλλο δεν κάνουν απ’ το να καθιστούν τελικά τον άνθρωπο ένα χαμένο, απογοητευμένο όνειρο, γεμάτο ελπίδες ανεκπλήρωτες, προσμονές ανώφελες.

Τον καθορίζουν δηλαδή αρνητικά και όχι θετικά.
 
J. P. Sartre, Ο Υπαρξισμός είναι ένας Ανθρωπισμός

Το πως αντιμετωπίζουμε τα εμπόδια διαμορφώνει τη ζωή μας

Τώρα ήρθε η ώρα να πάρετε μια απόφαση. Τώρα πρέπει να υποσχεθείτε στον εαυτό σας ότι ποτέ δεν θα ενδώσετε ξανά στην ηττοπάθεια ή την απελπισία. Δεν εννοώ να μη βλέπετε ρεαλιστικά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζετε. Εννοώ απλώς ότι τώρα καταλαβαίνετε πως τα συναισθήματα της ηττοπάθειας και της απελπισίας σας εμποδίζουν να κάνετε τα βήματα που μπορούν να αλλάξουν τη ζωή σας.

Πρέπει να πιστέψετε ότι παρόλο που τα πράγματα φαίνονται αδύνατα τώρα, μπορείτε να τα αντιστρέψετε. Βλέπετε, όλοι έχουμε προβλήματα, απογοητεύσεις και άγχος, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τα εμπόδια είναι αυτός που διαμορφώνει τη ζωή μας.

Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας ένα υπέροχο παράδειγμα αυτής της αρχής στην πράξη. Πριν από πολλά χρόνια, ένας νεαρός ήθελε να γίνει διάσημος μουσικός. Έτσι παράτησε το σχολείο και βγήκε στο δρόμο. Η εύρεση δουλειάς ήταν κάτι αρκετά δύσκολο για κάποιον χωρίς εμπειρία, που είχε παρατήσει μάλιστα και το σχολείο.

Κατέληξε να παίζει πιάνο και να τραγουδά σε ένα από τα πιο κακόφημα μπαρ της πόλης, δίνοντας την ψυχή του σε ανθρώπους τόσο μεθυσμένους, που δεν αντιλαμβάνονταν καν την παρουσία του. Μπορείτε να φανταστείτε την απογοήτευση και την ταπείνωση που ένιωθε;

Είχε πάθει κατάθλιψη και ήταν συναισθηματικά συντετριμμένος. Ήταν απένταρος και κοιμόταν σε καταστήματα με πλυντήρια. Το μόνο που τον έκανε να επιμένει ήταν η αγάπη του για τη φιλενάδα του, μια γυναίκα που θεωρούσε την πιο όμορφη όλου του κόσμου.

Όμως μια μέρα αυτή τον εγκατέλειψε – και τότε ένιωσε ότι η ζωή του τελείωσε. Αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Πριν όμως το κάνει, προσπάθησε να βρει βοήθεια πηγαίνοντας σε ένα ψυχιατρείο.

Εκεί, η ζωή του άλλαξε – όχι επειδή «θεραπεύτηκε», αλλά επειδή τρόμαξε όταν είδε πόσο άσχημα μπορούν να είναι τα πράγματα για κάποιους! Συνειδητοποίησε ότι δεν είχε πραγματικά προβλήματα κι εκείνη τη μέρα υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι δεν θα απελπιζόταν ποτέ ξανά. Θα δούλευε όσο περισσότερο μπορούσε, για όσο καιρό έπρεπε, ώστε να γίνει ο επιτυχημένος μουσικός που ήξερε πως μπορούσε να γίνει.

Δεν άξιζε να αυτοκτονήσει για χάρη κανενός ανθρώπου και καμιάς απογοήτευσης. Η ζωή πάντα αξίζει. Πάντα υπάρχει κάτι για να είμαστε ευγνώμονες.

Έτσι επέμεινε. Δεν είδε αποτελέσματα από την αρχή, αλλά κάποια στιγμή τα κατάφερε. Στην πραγματικότητα, η μουσική του είναι σήμερα γνωστή παγκοσμίως. Το όνομά του είναι Μπίλι Τζόελ.

Όλοι μας πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι κάθε εμπόδιο του Θεού είναι νουθεσία, ότι δεν υπάρχουν αποτυχίες, ότι αν δοκιμάσετε κάτι και δεν φέρει αποτέλεσμα, αλλά από αυτό μάθετε κάτι που θα σας βοηθήσει εποικοδομητικά στο μέλλον, τότε έχετε πραγματικά πετύχει. Στην πραγματικότητα, υπάρχει ένα ρητό που με έχει βοηθήσει πολύ όλα αυτά τα χρόνια:

Η επιτυχία είναι το αποτέλεσμα καλής κρίσης.
Η καλή κρίση είναι το αποτέλεσμα της εμπειρίας.
Η εμπειρία είναι συνήθως το αποτέλεσμα κακής κρίσης

Μην το βάζετε κάτω! Αν προσπαθείτε να βελτιώσετε τα πράγματα και μαθαίνετε από τα «λάθη» σας, τότε θα πετύχετε.

Γιατί τελικά ο χρόνος ανακοινώνει τη δικαστική απόφαση της φύσης για την αξία όλων των πλασμάτων

Η μαγεία της απόστασης μας δείχνει παραδείσους οι οποίοι, όπως οι οπτικές αυταπάτες, εξαφανίζονται όταν τους πλησιάζουμε. Η ευτυχία βρίσκεται επομένως πάντα στο μέλλον ή επίσης στο παρελθόν, και το παρόν μπορεί να συγκριθεί με ένα μικρό σκοτεινό σύννεφο που ο αέρας το παρασέρνει πάνω από μια ηλιόλουστη επιφάνεια- πριν και πίσω από αυτό είναι όλα φωτεινά. Μόνο αυτό το ίδιο ρίχνει πάντα έναν ίσκιο. Έτσι το παρόν εμφανίζεται πάντοτε ανεπαρκές, το μέλλον αβέβαιο, το παρελθόν ανεπίστρεπτο. Η ζωή, με τις μικρές, μεγαλύτερες και μεγάλες αντιξοότητές της, που συμβαίνουν κάθε ώρα, κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα, κάθε χρόνο, με τις απατηλές ελπίδες της και τις ατυχίες που ανατρέπουν όσα λογαριάζαμε, έχει τόσο καθαρά τη σφραγίδα από κάτι το οποίο είναι προορισμένο να μην μπορούμε να το χαρούμε, ώστε είναι δύσκολο να καταλάβουμε πώς μπορέσαμε να το παραγνωρίσουμε και να πιστέψουμε ότι αυτό βρίσκεται εδώ για να προσφέρει την απόλαυση και για να είναι ο άνθρωπος ευτυχισμένος.

Πιο πολύ εκείνη η συνεχής παραπλάνηση και απογοήτευση, όπως και η γενική ιδιοσυστασία της ζωής, παρουσιάζεται σαν να έχει σκοπό και σχέδιο να δημιουργήσει την πεποίθηση ότι όλες μας οι προσπάθειες, οι ενέργειες και οι αγώνες δεν έχουν καμία αξία, ο κόσμος είναι σε όλες του τις άκρες χρεοκοπημένος, και η ζωή μια επιχείρηση που δεν καλύπτει τα έξοδα – για να αποτραπεί η βούλησή μας γι’ αυτή. Εκείνος μέσα από τον οποίο αυτή η μηδαμινότητα όλων των αντικειμένων της βούλησής μας γίνεται αντιληπτή από τη νόηση που είναι ριζωμένη στο άτομο είναι κατ’ αρχάς ο χρόνος. Αυτός είναι η μορφή μέσα από την οποία εκείνη η μηδαμινότητα των πραγμάτων εμφανίζεται σαν η φθορά τους, δυνάμει της οποίας όλες οι απολαύσεις και οι χαρές μας περνάνε μέσα από τα χέρια μας και μεταβάλλονται σε τίποτα, και εμείς ρωτάμε μετά παραξενεμένοι πού είναι. Εκείνη η ίδια η μηδαμινότητα είναι επομένως το μόνο αντικειμενικό του χρόνου, δηλαδή αυτό που αντιστοιχεί στη φύση των πραγμάτων αυτών καθαυτών, δηλαδή αυτό, έκφραση του οποίου είναι η μηδαμινότητα. Γι’ αυτό λοιπόν ο χρόνος είναι η a priori αναγκαία μορφή όλων των πραγμάτων που μας γίνονται αντιληπτά με την παρατήρηση: όλα τα πράγματα πρέπει να εμφανίζονται σε αυτόν, όπως και εμείς οι ίδιοι. Επομένως η ζωή μας μοιάζει κατ’ αρχάς με μια πληρωμή την οποία λαμβάνει κάποιος σε πολλά μικρά κέρματα, μετά όμως πρέπει να δώσει την απόδειξη: είναι οι μέρες- η απόδειξη είναι ο θάνατος. Γιατί τελικά ο χρόνος ανακοινώνει τη δικαστική απόφαση της φύσης για την αξία όλων των πλασμάτων που εμφανίζονται σε αυτή με το που τα εξολοθρεύει:

«Κι αυτό με το δίκιο του: γιατί όλα όσα γίνονται
Αξίζουν να αφανίζονται.
Γι’ αυτό καλύτερα θα ήταν να μην είχε γίνει τίποτα»
. -Goethe, Faust 1, στ. 1339 κ.ε.

Έτσι γηρατειά και θάνατος, προς τα οποία οδεύει κάθε ζωή, αποτελούν την προερχόμενη από την ίδια τη φύση καταδικαστική απόφαση για τη βούληση για ζωή, το οποίο σημαίνει ότι αυτή η βούληση είναι μια προσπάθεια που αναγκαστικά θα αυτοακυρωθεί. «Αυτό που θέλησες», λέει, «τελειώνει έτσι· θέλε κάτι καλύτερο!» Η διδαχή που παρέχει στον καθένα η ζωή του συνίσταται γενικά στο ότι τα αντικείμενα των επιθυμιών του συνέχεια απατούν, κλυδωνίζονται και πέφτουν, επομένως φέρνουν πιο πολύ παίδεμα παρά χαρά· μέχρι που τελικά ολόκληρο το έδαφος και τα θεμέλια επάνω στα οποία στηρίζονται όλα αυτά καταρρέουν, με το που αφανίζεται η ίδια η ζωή του και λαμβάνει την τελευταία επιβεβαίωση πως όλες του οι προσπάθειες και οι επιθυμίες ήταν ένα πλάνεμα, ένας λανθασμένος δρόμος:

«Μέχρι που γηρατειά και πείρα, χέρι χέρι,
Τον οδηγούν στο θάνατο και τώρα ξέρει
Πως μετά τόσο διαρκή προσπάθεια δίχως σχόλη
Άδικο είχε μες στη ζωή του όλη
». -Rochester, A satyr against mankind

 ARTHUR SCHOPENHAUER, ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Γι’ αυτούς είναι ευκολότερο ν’ αντέξουν άλλους παρά τον εαυτό τους

Γενικά, πάντως, ο καθένας δεν μπορεί να βρίσκεται σε τέλεια αρμονία παρά μόνο με τον εαυτό του και όχι με τον φίλο του ή την ερωμένη του, καθώς οι διαφορές προσωπικότητας και ιδιοσυγκρασίας επιφέρουν σε κάθε περίπτωση μια, έστω και μικρή, δυσαρμονία. Ως εκ τούτου, την αληθή, βαθιά ψυχική γαλήνη και τέλεια αταραξία του θυμικού δεν την βρίσκει κανείς παρά μόνο στην μοναχικότητα. Εάν, τώρα, η προσωπικότητα κάποιου είναι μεγάλη και πλούσια, τότε ο άνθρωπος αυτός απολαμβάνει την πλέον ευτυχή κατάσταση που είναι δυνατόν να βρεθεί σ’ αυτόν τον πενιχρό κόσμο. Ναι, ας το πούμε ανοιχτά: όσο στενά και αν συνδέουν τους ανθρώπους η φιλία, ο έρωτας και ο γάμος, απόλυτα ειλικρινής είναι ο καθένας, σε τελική ανάλυση, μόνο με τον εαυτό του ή το πολύ πολύ και με το παιδί του.

Από όλα τούτα προκύπτει ότι στην καλύτερη κατάσταση βρίσκεται εκείνος που δεν έχει βασισθεί παρά στον εαυτό του και είναι γι’ αυτόν τα πάντα σ’ όλες τις περιστάσεις. Επιπλέον, όσα περισσότερα έχει κανείς καθ’ εαυτόν τόσα λιγότερα μπορεί να βρει εκτός του. Ένα κάποιο αίσθημα πλήρους αυτάρκειας είναι αυτό που αποτρέπει τους ανθρώπους μ’ εσωτερική αξία κι εσωτερικό πλούτο να κάνουν τις διόλου ασήμαντες θυσίες που απαιτεί η συναναστροφή μ’ άλλους, πόσο μάλλον να την επιδιώξουν απαρνούμενοι τον εαυτό τους.

Το ακριβώς αντίθετο κάνει τους συνηθισμένους ανθρώπους τόσο κοινωνικούς και καλόβολους: γι’ αυτούς είναι ευκολότερο ν’ αντέξουν άλλους παρά τον εαυτό τους. Σε τούτα δε προστίθεται και το γεγονός πως ό,τι έχει πραγματική αξία δεν εκτιμάται από τους ανθρώπους, ενώ ότι εκτιμάται δεν έχει αξία. Τεκμήριο και συνάμα συνέπεια αυτού αποτελεί ο αποτραβηγμένος βίος κάθε αξιοπρεπούς και εξέχοντος ανθρώπου.

Σύμφωνα μ’ όλα τούτα, για τον άνθρωπο που έχει κάτι το αξιόλογο μέσα του, ο περιορισμός των αναγκών του, όταν τούτο απαιτείται προς διατήρηση ή επέκταση της ελευθερίας του, και, συνεπώς, ο προθυμότατος συμβιβασμός του με τα ολίγα, αφού είναι βέβαια αναπόφευκτο να συσχετίζεται με τους ανθρώπους, συνιστά αυθεντική σοφία της ζωής.

 ARTHUR SCHOPENHAUER, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ

Heidegger: από την κοινωνία στην κοινότητα

Προς την αυθεντική κοινότητα των ανθρώπων

§1

Η σύγχρονη εποχή, μας λέει ο Χάιντεγκερ, είναι το μεσονύχτιο μιας κοσμικής νύχτας (Mitternacht einer Weltnacht) χωρίς αρχή και τέλος. Και πώς συμβαίνει τα ανθρώπινα όντα να ζουν αυτό –και μέσα σ’ αυτό– το μεσονύχτιο; Είναι πλήρως αποξενωμένα και βρίσκονται σε ολοκληρωτική ανεστιότητα. Γιατί τελούν σε τέτοια ανεστιότητα; Επειδή στις τωρινές εποχές, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, έχουν συνδέσει τη ζωή τους με την τάση να υποτάσσουν, να καθυποτάσσουν, να εκμεταλλεύονται. Έτσι γεννιέται η δικτατορία των ολίγων και η δικτατορία των «πολλών». Η πρώτη, με την εξαπολυμένη δύναμη της τεχνικής, έχει κατακτήσει και την τελευταία γωνιά της γης και έχει αποδυναμώσει πλήρως την πνευματική ενέργεια του ανθρώπου: την έχει υποκαταστήσει με το δηλητηριώδες ψεύτισμα της μαζικής κουλτούρας. Ετούτο το ψεύτισμα παρουσιάζεται ως περισσή πνευματικότητα, ενώ στην πράξη καθιδρύεται με τη μορφή του πιο πάνω μεσονυκτίου και διαμελίζει το ανθρώπινο Dasein στα βδελυρά απο-κόμματα της καθημερινής κοινωνικής, πολιτικής, πολιτισμικής και διανοουμενίστικης χθαμαλότητας. Τότε επέρχεται:

«η φυγή των θεών, η καταστροφή της γης, η μαζοποίηση του ανθρώπου, η προβολή της μετριότητας» (GA 40, 48).

§2

Εάν επομένως ο άνθρωπος, οντολογικά ιδωμένος, έρχεται στο Είναι ως ύπαρξη –γερμανικά: Existenz–, και μπορεί να είναι μόνο έκ-σταση (Ex-istenz), δηλαδή ον που δεν βρίσκεται μέσα στον εαυτό του, αλλά μέσα στο εντός του κόσμου Είναι, δυνάμει του προαναφερθέντος διαμελισμού του συντρίβει τη δημιουργικότητά του και αναπαράγει, από τη σκοπιά της μαζικής ομοιομορφίας [=ισοπέδωσης], τη δική του δικτατορία των «πολλών» με την ακόλουθη παραφθαρμένη «εξυπνάδα»:

«Αυτά που αποκαλύπτει ο λόγος δεν τα καταλαβαίνουν οι πολλοί, όσοι τα συναντούν, ούτε τα καταλαβαίνουν, όταν τους τα διδάξουν οι άλλοι, πιστεύουν όμως ότι τα κατάλαβαν. Από όλα τα πράγματα οι άριστοι προτιμούν μόνο ένα, την αιώνια δόξα των θνητών, οι πολλοί όμως αρκούνται στο να χορταίνουν όπως τα ζώα. Για μένα ο ένας ισοδυναμεί με χιλιάδες, άμα είναι άριστος. Οι κοιμισμένοι είναι εργάτες και συνεργοί των όσων συμβαίνουν στον κόσμο» (Ηράκλειτος).

«Το ανθρώπινο άτομο μέσα στην καθημερινή του διαβίωση βρίσκεται στην υποτέλεια των άλλων. Δεν είναι αυτό το ίδιο· το Είναι του το έχουν αρπάξει οι Άλλοι. Οι καθημερινές δυνατότητες του Είναι του υπόκεινται στα γούστα των Άλλων. Οι πολλοί εγκαθιδρύουν τη χαρακτηριστική τους δικτατορία. Απολαμβάνουμε και διασκεδάζουμε όπως πολλοί διασκεδάζουν· διαβάζουμε, βλέπουμε και κριτικάρουμε λογοτεχνία και τέχνη, όπως πολλοί βλέπουν και κριτικάρουν· αλλά και αποτραβιόμαστε από τον “πολύ σωρό”, όπως πολλοί αποτραβιούνται» (Heidegger).

§3

Εδώ έγκειται και η τραγωδία της ιστορίας: όταν ο κοινωνικός βίος είναι εγκλεισμένος μέσα σε μια περίκλειστη ιεραρχία μαζοποιημένων συνειδήσεων, με ύψιστο βαθμό ενέργειάς τους τη μιμητική αναπαραγωγή κοινότοπων κι άκρως πληκτικών κοινωνικών θεαμάτων, ώστε να επικαλύπτεται το αληθινό νόημα του ανθρώπινου Είναι, τότε ο καταναγκασμός των ποικίλων ανταγωνισμών –οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών, συντεχνιακών και παρόμοιων– οδηγεί σε άτακτη υποχώρηση το κοινοτικό πνεύμα και αναγορεύει σε παντοδύναμο κυβερνήτη τον πολυκέφαλο καισαρισμό. Με την ορολογία του Χάιντεγκερ, αυτή η κατάσταση είναι, για τις μέρες μας, η πιο ύπουλη έκφανση της περιώνυμης λήθης του Είναι. Η εν λόγω λήθη, συνεπώς, δεν είναι ένα απλό λογοπαίγνιο, αλλά η μαζική κυριάρχηση της αστικής εξωτερικότητας, δηλαδή της σύγχρονης ανεστιότητας, πάνω στην εσωτερική σύνδεση των ανθρώπων με τη γενέθλια γη τους και με τον ιστορικό τους καθορισμό. Ετούτη η εσωτερικότητα αποτελεί την πιο καίρια συνθήκη για μια κοινοτική συμβίωση των ανθρώπων.

§4

Ο Χάιντεγκερ την αναζητεί όχι σε περισπούδαστες «λογικές» αναλύσεις, αλλά μέσα στον ιστορικό τόπο της πόλεως. Η ελληνική πόλις διαφέρει ουσιωδώς από το νεωτερικό κράτος, αλλά και από τη ρωμαϊκή res publica. O γερμανός φιλόσοφος παραλληλίζει τη διαφορά αυτή με τη διαφορά της αρχαίας ελληνικής αλήθειας από τη νεωτερική και τη ρωμαϊκή. Η ελληνική λέξη αλήθεια σημαίνει εκκάλυψη, ακρυπτότητα (Unverborgenheit) και κατ’ αυτή τη σημασία προσδιορίζει την παρουσία, ήτοι το Είναι, των όντων, την κοινοτική τους συνύπαρξη μέσα στην πόλη. Γράφει μεταξύ άλλων:

[Ι] «Τι είναι η πόλις; Η ίδια η λέξη μας δείχνει την ορθή κατεύθυνση, αρκεί να ανταποκρινόμαστε στη θέαση της ουσίας που φωτίζει τα πάντα, τη θέαση της ελληνικής εμπειρίας της ουσίας του Είναι και της αλήθειας. Πόλις είναι ο πόλος, ο τόπος, γύρω από τον οποίο στρέφεται με χαρακτηριστικό τρόπο καθετί που εμφανίζεται στους Έλληνες ως ον. Ο πόλος είναι ο τόπος, γύρω από τον οποίο στρέφονται όλα τα όντα, και μάλιστα με τέτοιο τρόπο, ώστε στην σφαίρα δικαιοδοσίας αυτού του τόπου να δείχνεται η στροφή και η θέση των όντων».

[ΙΙ] «Ο πόλος, καθότι αυτός ο τόπος, αφήνει τα όντα να εμφανίζονται στο Είναι τους εκάστοτε και τα δείχνει στην ολότητα της κατάστασής τους. Ο πόλος δεν ποιεί και δεν δημιουργεί τα όντα στο Είναι τους· απεναντίας, ως πόλος είναι η εστία της εκκάλυψης/ακρυπτότητας των όντων στο σύνολό τους. Η πόλις είναι η ουσία του τόπου, είναι, όπως λέμε, η τοπο-θεσία (Ort-schaft) της ιστορικής διαμονής (Aufenthalt) των Ελλήνων. Επειδή η πόλις αφήνει εκάστοτε την ολότητα των όντων να έρχεται, με αυτό ή με εκείνο τον τρόπο, στο εκκαλυμμένο/άκρυπτο της θέσης της [=της ολότητας, της κοινότητας], γι’ αυτό σχετίζεται ουσιωδώς με το Είναι των όντων» (GA 54, 132-133).

Ως προκύπτει δεν είναι η πολιτική, ο πολιτισμός, το πολιτεύεσθαι και οτιδήποτε άλλο συσχετικό που καθορίζει τη ζωή της πόλεως και το πεπρωμένο της, αλλά αυτή τούτη η Πόλις, ως η αρχέγονη ρίζα του ανθρώπου, ως ο πόλος που εκφράζει την περι-συλλογή του Είναι του ανθρώπου· και κατ’ επέκταση είναι η Εστία, που δεν εγκαταλείπει τον οικείο τόπο της για να ακολουθήσει τους άλλους θεούς προς τα έξω, προς άλλους τόπους, όπως πολύ παραστατικά και συμβολικά παρουσιάζει τη σχετική εικόνα ο Πλάτων στον Φαίδρο. Δεν εγκαταλείπει, δεν σημαίνει ότι μένει σε κάποιον χώρο και τον λεηλατεί, ελλείψει της παρουσίας των άλλων όντων, παρά ότι γίνεται ο άγρυπνους φύλακας του Ένδημου, της αληθινής πολιτείας του Δήμου· και τούτο σε αντίθεση με τη νοθευμένη, διεφθαρμένη δημοκρατία, που είναι κράτος [=βία, ψεύδος, απάτη, νοθεία, μηχανισμός των ολίγων κ.λπ.] χωρίς Δήμο.

Ελληνιστική Γραμματεία: Ποιητική και αισθητική, Τα εξωλογοτεχνικά συμφραζόμενα, Το αστικό περιβάλλον

Το τέλος της κλασικής εποχής σημαίνει και το τέλος της κοινωνικής ζωής στο κλειστό σύστημα της πόλης-κράτους. Στα ελληνιστικά χρόνια η μεγαλούπολη (και ιδίως η μυθική Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων) γίνεται το νέο κέντρο γύρω από το οποίο οργανώνεται η ζωή του πολίτη∙ ειδικά για τους μετέχοντες στον ελληνικό πολιτισμό η μεγαλούπολη, κοντά στα καινούρια θεάματα και τις νέες λατρείες της, προσφέρει μια σειρά από παραδοσιακούς θεσμούς όπως η παλαίστρα, το γυμνάσιο και το συμπόσιο.
 
Είναι σπάνιες οι ευθείες αναφορές στη σύγχρονη Αλεξάνδρεια, αφού οι ελληνιστικοί ποιητές αντλούν κατά κανόνα τη θεματογραφία τους από τον μύθο. Υπάρχουν όμως κι εδώ κάποιες ενδιαφέρουσες εξαιρέσεις, όταν για παράδειγμα ο επιγραμματοποιός Ποσείδιππος μαρτυρεί την κατασκευή του περίφημου Φάρου κάπου στο 290 π.Χ. ή γράφει αναθηματικά επιγράμματα για τον ναό της Αρσινόης-Αφροδίτης στο Ζεφύριον. Μια φευγαλέα αλλά σημαντική αναφορά στο Σεραπείον γίνεται στον πρώτο Ίαμβο του Καλλιμάχου, αφού σε αυτόν τον χώρο προσκαλεί ο «αναστημένος» υποτίθεται Ιππώνακτας τους σοφούς του Αλεξανδρινού Μουσείου για να τους επιπλήξει.
 
Ωστόσο, η αναπαράσταση του αστικού βίου, με έμφαση στους λαϊκούς και ταπεινούς του εκπροσώπους, δεν είναι πουθενά τόσο γλαφυρή όσο στον Θεόκριτο. Οι τρεις αστικοί του μίμοι (Ειδύλλιο 2 Φαρμακεύτρια, 14 Αἰσχίνας καὶ Θυώνιχος και Ειδύλλιο 15 Συρακόσιαι ἢ Ἀδωνιάζουσαι) απαθανατίζουν την καθημερινή ζωή στην ελληνιστική μεγαλούπολη με τα πιο ζωηρά χρώματα. Η Φαρμακεύτρια είναι μια ερωτική ιστορία με πρωταγωνίστρια τη Σιμαίθα, μια γυναίκα ελευθέρων ηθών που ζει σε μια μεγάλη πόλη και βιώνει τον έρωτα σε σημεία-κλειδιά του αστικού χώρου, το θρησκευτικό πανηγύρι και την παλαίστρα. Στο Ειδύλλιο 14 δύο μεσήλικες, με αφορμή την ερωτική απογοήτευση του ενός, συζητούν για την αίγλη του Πτολεμαϊκού βασιλείου και της αυλής του. Η κορυφαία όμως μαρτυρία για τον αλεξανδρινό βίο προέρχεται από το Ειδύλλιο 15. Εδώ δύο γυναίκες δωρικής καταγωγής, από τις Συρακούσες, κάνουν ένα διάλειμμα από τις δουλειές του σπιτιού και τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις και ξεχύνονται στους δρόμους της πολύβουης Αλεξάνδρειας. Τελικός τους προορισμός είναι το παλάτι των Πτολεμαίων όπου τελούνται με ιδιαίτερη χλιδή τα Ἀδώνια. Η εικόνα του πολυσύχναστου δρόμου είναι από τις πιο εντυπωσιακές σε ολόκληρη την ελληνιστική ποίηση [Θεόκριτος, Ειδύλλιο 15]:
 
«Ω θεοί, τι κόσμος και λαός. Πώς και πότε να περάσουμε τούτο το κακό; Μυρμηγκομάνι αναρίθμητο και αμέτρητο. Έχεις κάνει πολλά καλά, Πτολεμαίε, από τότε που ο πατέρας σου βρίσκεται στη χορεία των αθανάτων. Κανένας κακοποιός δεν επιτίθεται στους περαστικούς, γλιστρώντας ύπουλα με τον τρόπο των Αιγυπτίων…»

Κείμενα:

· Θεόκριτος, Ειδύλλιο 2 Φαρμακεύτρια
· Θεόκριτος, Ειδύλλιο 14 Αἰσχίνας καὶ Θυώνιχος και Ειδύλλιο
· Θεόκριτος, Ειδύλλιο 15 Συρακόσιαι ἢ Ἀδωνιάζουσαι
· Καλλίμαχος, Ία. 1 (Το Μουσείο της Αλεξάνδρειας)