Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

ΑΡΧΑΪΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, ΠΙΝΔΑΡΟΣ - •Πυθιονίκαις II - Ἱέρωνι ἅρματι (2.1-2.24)

ΠΥΘΙΟΝΙΚΑΙΣ II ΙΕΡΩΝΙ ΑΡΜΑΤΙ


Μεγαλοπόλιες ὦ Συράκοσαι, βαθυπολέμου [στρ. α]
τέμενος Ἄρεος, ἀνδρῶν ἵππων τε σιδαροχαρ-
μᾶν δαιμόνιαι τροφοί,
ὔμμιν τόδε τᾶν λιπαρᾶν ἀπὸ Θηβᾶν φέρων
μέλος ἔρχομαι ἀγγελίαν τετραορίας ἐλελίχθονος,
5 εὐάρματος Ἱέρων ἐν ᾇ κρατέων
τηλαυγέσιν ἀνέδησεν Ὀρτυγίαν στεφάνοις,
ποταμίας ἕδος Ἀρτέμιδος, ἇς οὐκ ἄτερ
κείνας ἀγαναῖσιν ἐν χερσὶ ποικιλα-
νίους ἐδάμασσε πώλους.

ἐπὶ γὰρ ἰοχέαιρα παρθένος χερὶ διδύμᾳ [αντ. α]
10 ὅ τ᾽ ἐναγώνιος Ἑρμᾶς αἰγλάεντα τίθησι κόσ-
μον, ξεστὸν ὅταν δίφρον
ἔν θ᾽ ἅρματα πεισιχάλινα καταζευγνύῃ
σθένος ἵππιον, ὀρσοτρίαιναν εὐρυβίαν καλέων θεόν.
ἄλλοις δέ τις ἐτέλεσσεν ἄλλος ἀνήρ
εὐαχέα βασιλεῦσιν ὕμνον ἄποιν᾽ ἀρετᾶς.
15 κελαδέοντι μὲν ἀμφὶ Κινύραν πολλάκις
φᾶμαι Κυπρίων, τὸν ὁ χρυσοχαῖτα προ-
φρόνως ἐφίλησ᾽ Ἀπόλλων,

ἱερέα κτίλον Ἀφροδίτας· ἄγει δὲ χάρις [επωδ. α]
φίλων ποί τινος ἀντὶ ἔργων ὀπιζομένα·
σὲ δ᾽, ὦ Δεινομένειε παῖ, Ζεφυρία πρὸ δόμων
Λοκρὶς παρθένος ἀπύει,
πολεμίων καμάτων ἐξ ἀμαχάνων
20 διὰ τεὰν δύναμιν δρακεῖσ᾽ ἀσφαλές·
θεῶν δ᾽ ἐφετμαῖς Ἰξίονα φαντὶ ταῦτα βροτοῖς
λέγειν ἐν πτερόεντι τροχῷ
παντᾷ κυλινδόμενον·
τὸν εὐεργέταν ἀγαναῖς
ἀμοιβαῖς ἐποιχομένους τίνεσθαι.

***

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΥΘΙΟΝΙΚΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΕΡΩΝΑ, ΝΙΚΗΤΗ ΣΕ ΑΡΜΑΤΟΔΡΟΜΙΑ


Ω Συρακούσα, πόλη τρανή, [στρ. α]ιερό του Άρη του πολεμιστή,θεϊκή τροφέ πάνοπλων αντρών και σιδερόντυτων αλόγων,για σένα τώρα από τη Θήβα τη λαμπρήέρχομαι τούτο να σου φέρω το τραγούδι,την αγγελία πως στον αγώνα των τεθρίππωνπου συνταράζουνε τη γη5ο Ιέρων, ο άξιος αρματηλάτης, νικώνταςμ᾽ αστραφτερό στεφάνι στόλισετην Ορτυγία, της ποταμίας Αρτέμιδας την έδρα·όχι χωρίς εκείνης τη βοήθεια δάμασεμε χέρι επιδέξιο τα πουλάρια με τα πλουμιστά χαλινάρια.
Γιατί η τοξεύτρα κόρη και των αγώνων ο θεός, [αντ. α]10ο Ερμής, και με τα δυο τους χέριατούς βάζουνε τα λαμπερά πλουμίδια,όταν στον σκαλιστό τον δίφρο του και το άρμαπου υπακούει στα χαλινάρια ζεύει τα σθεναρά του άλογακαλώντας τον δυνατό θεό που την τρίαινα κραδαίνει.Για τον καθένα βασιλιά άλλος εσύνθεσε ποιητήςτον ύμνο τον αρμονικό, αμοιβή της αρετής του.15Συχνά των Κύπριων οι φωνές υμνήσαν τον Κινύρα,που ολόψυχα ο χρυσομάλλης τον αγάπησε Απόλλων,
τον ιερέα τον ακριβό της Αφροδίτης. [επωδ. α]Η ευγνωμοσύνη τους τιμάει κάποιο απ᾽ τα ωραία του έργα.Όσο για σένα, του Δεινομένη γιέ,των Ζεφυρίων Λοκρών σε τραγουδά η παρθέναστο σπίτι της εμπρός,20γιατί με τη δική σου δύναμησιγουριά το βλέμμα της φανερώνειαπό του πολέμου τα φριχτά βάσανα λυτρωμένη.Και λεν με των θεών την προσταγήπως ο Ιξίονας στους θνητούς το μήνυμα φέρνει,καθώς στον φτερωτό τροχό δεμένος αδιάκοπα γυρίζει:«Τον ευεργέτη μ᾽ ευγενική αντίχαρη και με τιμές να ξεπληρώνεις».

Οι κυνικοί φιλόσοφοι και ο σημερινός κόσμος

Συνειρμοί και προβληματισμοί

Χωρίς ο ίδιος ο Σωκράτης να το επιδιώξει, ορισμένοι μαθητές του ίδρυσαν σχολές Φιλοσοφίας, που ξεκίνησαν βέ­βαια από τις ιδέες του μεγάλου δασκάλου, αλλά η καθεμιά από αυτές αναπτύχτηκε ανάλογα με τις ιδιαίτερες προσωπικές τάσεις των εκπροσώπων της.

Πραγματικά η πολύπλευρη προσωπικότητα του Δασκάλου, η συστηματικότητα της διδασκαλίας του, τα σπάνια χαρακτηριστικά της ζωής του, όπως η καρτερία, λιτότητα, ηρωική συνέπεια ως το θάνατο, σπάνια διαλεκτική δεινότητα, επηρέασαν βαθιά ανθρώπους με διαφορετικούς χαρακτήρες, που διαμόρφωσαν ο καθένας τη δική του διδασκαλία. Δημιουργήθηκαν έτσι σε διάφορα σημεία του τότε ελληνικού χώρου πέντε σχολές φιλοσοφίας με κοινή αφετηρία και διαφορετικούς στόχους2. Αυτές οι σχολές πλην της Πλατωνικής είναι:

α) η Ηλιοερετρική με ιδρυτή τον Φαίδωνα, το γνωστό μαθητή του Σωκράτη,

β) η Μεγαρική με ιδρυτή τον Ευκλείδη,

γ) η Σχολή των Κυνικών και

δ) η Κυρηναϊκή ή Ηδονική Σχολή, που ιδρύθηκε από τον Αρίστιππο τον Κυρηναίο.

Ας έλθουμε, όμως, στα πράγματα. Και πρώτα τι σημαίνει: Κυνικοί φιλόσοφοι και ποίοι, κυρίως, είναι. Οι Κυνικοί είναι χαρακτηρισμός μιας ομάδας φιλο­σόφων με ορισμένη κοσμοθεωρία και βιοθερία. Οι πιο γνωστοί είναι: ο Αντισθένης (450 - 360 π.Χ.), ο Διογένης ο Σινωπεύς (400(;) - 323 π.Χ.), ο Κράτης ο Θηβαίος (365 - 285 π.Χ.) και η σύζυγός του Ιππαρχία, ο Μητροκλής, μαθητής του Κράτη. Στην ελληνιστική εποχή γνωστοί ήταν ο Βίων ο Βορυσθενίτης (325 - 255 π.Χ.) και, τέ­λος, ο Μένιππος (3°? π.Χ. αι.), ο πατέ­ρας της σάτιρας.

Ας αρχίσουμε από τον Αντισθένη, που θεωρείται ο ιδρυτής της Φιλοσοφικής αυτής σχολής. Γεννήθηκε στην Αθήνα μα δεν ήταν γνήσιος πολίτης της, μια και η μάνα του ήταν θριακιώτισσα σκλάβα. Επειδή δεν είχε το δικαίωμα να γυμνάζεται και να συναναστρέφεται παντού, όπως όλοι οι γνήσιοι Αθηναίοι, αναγκαζόταν να πηγαίνει στο Κυνόσαργες, ένα από τα τρία μεγάλα γυμναστήρια της Αθήνας, που, όμως, βρισκόταν έξω από το τείχος της πόλης. Ο Αντισθένης υπήρξε άνθρωπος που ήθελε να μαθαίνει. Πρώτα άκουσε τη διδασκαλία του σοφιστή Γοργία. Εργαζόταν ήδη σα δάσκαλος, όταν γνώρισε το Σωκράτη, στου ο­ποίου τον όμιλο προσκολλήθηκε από τό­τε με μεγάλη ευλάβεια. Συμπαραστάθηκε στον Σωκράτη μέχρι τις τελευταίες στιγμές του στο δεσμωτήριο (399 π.Χ.).

Ο κυνικός αυτός φιλόσοφος, εξαιτίας του Γοργία, ενδιαφέρθηκε αρχικά για τη ρητορική και μελέτησε βαθιά τη γλώσσα σαν φορέα αλήθειας. Ο Σωκράτης, πάλιν του έστρεψε την προσοχή στα ηθικά προβλήματα. Ίδρυσε δική του σχολή, που πήρε το όνομα Κυνική, το πιο πιθανόν από το όνομα του Γυμνασίου «Κυνόσαργες», που είχε για προστάτη τον Ηρακλή. Αυτό τον τίτλο φέρει εξάλ­λου το σημαντικότερο του σύγγραμμα «Ηρακλής», όπου εγκωμιάζει στο πρόσωπο του ήρωα αυτού το κυνικό ιδανικό της αυτοπεποίθησης και της σκληραγωγίας, του κόπου και του αγώνα (πόνου).

Την αποφασιστική ώθηση στο πνεύμα του Αντισθένη έδωσε το ηθικό μέρος της σκέψης του Σωκράτη. Δεν ήταν, όμως, τόσο η θεωρητική θεμελίωση της ηθικής πάνω στη γνώση, που τον προσήλκυσε, όσο η πρακτική πλευρά της. Έτσι η λιτότητα της ζωής του δασκάλου έγινε το ιδανικό στη φιλοσοφία του μαθητή. Αυτό φαίνεται από το απόσπασμα της διδασκαλίας του. που ακολουθεί: «Η αρετή είναι αρκετή (αυτάρκης) για την ευδαιμονία, και για την αρετή δεν χρειάζεται τίποτε άλλο παρά η δύναμη ενός Σωκράτη, Είναι ζήτημα πρακτικό και δεν χρειάζεται πολλά λόγια και γνώσεις»’.

Έγραψε πολλά συγγράμματα (είναι γνωστοί 62 τίτλοι)· ανάμεσα σε αυτά στον «Κόρο» (θυμίζει λίγο Ξενοφώντα) συνιστούσε προ πάντων την φιλανθρωπία, ενώ στο έργο του «Αλκιβιάδης» μαστίγωνε την εγωιστική ηδονή, στον «Πολιτικό» του τα έβαζε με τις αδυναμίες της δημοκρατίας και στον «Αρχέλαο» χτυπούσε την τυραννίδα. Πολέμησε, με εμπάθεια θα έλεγα, τις ιδέες του Πλάτωνα, έγραψε, μάλιστα, κι ένα πολεμικό έργο, τον «Σάθωνα», πράγμα που ανάγκασε τον Πλάτωνα να του απαντήσει με τον «Ευθύδημο». Ο Αντισθένης, επίσης, χρησιμοποίησε πρώτος τον τύπο του «Προτρεπτικού» λό­γου, ως παρόρμηση στη Φιλοσοφία.

Η λογική και η γνωσιολογία του Αντισθένη είναι άρνηση του δυνατού κά­θε κρίσης εκτύς από τις ταυτολογικές. δηλαδή δεν δεχόταν ότι είναι δυνατό να οριστεί ένα πράγμα με γνωρίσματα ενός άλλου, φτάνοντας στο σημείο να υποστηρίζει π.χ. ότι δεν μπορούμε να λέμε: «Το χιόνι είναι λευκό», αλλά μόνο «το χιόνι είναι χιόνι». Παρ’ όλην όμως την αρνητική βάση της γνωσιολογίας του. διατήρησε την ορθολογιστικήν εκτίμηση του Σωκράτη προς τη γνώση, την οποία ώριζε «αληθή δόξαν» μετά λόγου. Με αυτή την προϋπόθεση στήριζε τη θέση του για την παιδεία με τη δική του γνω­στή φράση: «αρχή παιδεύσεως ή των ο­νομάτων επίσκεφις», δηλαδή μαθαίνο­ντας κανείς τα ονόματα (των εννοιών) μαθαίνει και τα πράγματα, που αναφέρονται όλ' αυτά.

Ο Αντισθένης καθόρισε τη φιλοσοφία των κυνικών περιορίζοντάς την σχεδόν ολόκληρη στην ηθική τους, κατά την οποία το ανώτατο αγαθόν είναι η έλλειψη κάθε ανάγκης, η απλότητα και φυσικότητα του βίου και ακόμη κι αυτή η επιζήτηση του πόνου. Οι αρετές των κυνικών είναι η εγκράτεια, καρτερία, απάθεια. Η αρετή είναι μία. ενιαία και διδακτή, το ανώτατον αγαθόν, και αναφαίρετη. όταν άπαξ έχει αποκτηθεί. Πραγματικά ενάρετος είναι ο σοφός, που κατέχει σίγουρα τη μόνη απαραίτητη προϋπόθεση για την ευδαιμονία. Πίστευε πως αγαθό (χτήμα) για τον άνθρωπο μπορεί να είναι μόνο εκείνο που του ανήκει (οικείον) και τέτοιο είναι μόνον η διανοητική ιδιοκτησία. Δεν επιτρέπεται να πάρουμε την ηδονή για αγαθό, τον κόπο και την εργασία για κακό. αφού εκείνη, όταν εξουσιάζει τον άνθρω­πο, τον διαφθείρει. ενώ οι δεύτερες τον παιδαγωγούν στην αρετή. 0 Αντισθένης έλεγε πως προτιμούσε να τρελαθεί πα­ρά να παραδοθεί στην ηδονη («μανείην μάλλον ή ησθείην») και για υπόδειγμα είχαν την πολύμοχθη ζωή του Ηρακλή5.

Ο πιο γνωστός και λαοφιλής φιλόσοφος, ο «σταρ» των κυνικών, στάθηκε ο Διογένης. Αυτός γεννήθηκε στη Σινώπη του Πόντου στα τέλη του Ε* π.Χ. αι. και πέθανε στην Κόρινθο, τι σύμπτωση (!), τον ίδιο χρόνο με τον Μέγα Αλέξανδρο (323 π.Χ.). Ο πατέρας του, ο Ικεσίας, ήταν τραπεζίτης, αλλά... και παραχαράκτης νομισμάτων, πράγμα που μυήθηκε κι «ο δικός μας στην επικερδή τέχνη του πατέρα του. Απ' αυτό το επάγγελμα πήρε το πρώτο... μάθημα της ζωής του, καθώς ανακαλύφθηκε η απάτη και για να μη συλληφθεί και πιθανόν να θανατωθεί, όπως λέγεται ότι συνέβηκε στον πατέρα του, αναγκάστηκε να φύγει. Έτσι άρχι­σαν οι περιπέτειες, τα βάσανα, οι αλλαγές στη ζωή και στις σκέψεις του, αλλά και οι θρύλοι γύρω από τη ζωή του.

Κάποτε έφθασε στην Αθήνα. Δυστυχώς δεν έχουμε πληροφορίες πως προσαρμόστηκε σ’ αυτή τη μεγάλο πό­λη, που μάλλον ύστερα από τους εμφύλιους πολέμους θα βρισκόταν σε κάποια παρακμή. Ο Σωκράτης είχε πιεί το κώνιο και κυριαρχούσε στη Φιλοσοφία ο Πλάτωνας. Ο Διογένης τότε, χωρίς αυτό να είναι απολύτως βέβαιο, γνώρισε τον Αντισθένη6 και, λέγεται, θέλησε να γίνει μαθητής του, επειδή, φαίνεται, ταίριαζαν τα μαθήματά του με τις νέες απόψεις που άρχισε να σχηματίζει. Εδώ αρχίζει η ανεκδοτολογία. Κατά τον Δίωνα Χρυσόστομο, όταν ο Διογένης ζήτησε να τον δεχθεί ως μαθητή, ο Αντισθένης αρνήθηκε κι όταν επέμενε σήκωσε το ρα­βδί του να τον χτυπήσει. Κι εκείνος εί­πε: «παῖε. οὐ γάρ εὑρήσεις οὕτω σκλη­ρόν ξύλον, ᾧ μέ ἀπείρξεις. ἕως ἄν τί φαίνῃ λέγων» (Χτύπα, με φοβάσαι, χτύπα. Δε θα βρεις ραβδί τόσο σκληρό με το ο­ποίο θα μπορέσει να με διώξεις από κο­ντά σου, εφόσον φαίνεται να λες κάτι), τόσο ξεροκέφαλος ήταν!

Ο Αντισθένης, λέγεται, ότι υποχώρησε, αλλά βρήκε τον μπελά του, καθώς του έκανε άγρια κριτική, ιδίως όταν τον έπιανε να είναι ασυνεπής· όταν δεν συμφωνούσαν οι πράξεις με τη διδασκαλία του, ο Διογένης τον χαρακτήριζε ως «τρομπέτα που δεν άκουγε τον εαυτό της»7.

Ο Διογένης ξεπέρασε το δάσκαλό του Αντισθένη στον ασκητισμό. Προτίμησε να ζει στο περιθώριο της κοινωνίας ως ζητιάνος παρά να είναι γιατρός των ψυχών στην κοινωνία. Εγκαινίασε μια προκλητική συμπεριφορά. γεμάτη ακρότητες, καυστική ειρωνεία και επιδεικτική για κάθε κοινωνική συμβατικότητα. Προστατεύοντας το σώ­μα του με ευτελές ύφασμα, το ίδιο μέρα - νύχτα, χειμώνα - καλοκαίρι, μεταφέροντας στον ώμο μια σακούλα με όλα τα υπάρχοντά του και χρησιμοποιώντας για κατάλυμα ένα πιθάρι, ο Διογένης έγινε το πρότυπο κάθε λαϊκού δασκάλου της φιλοσοφίας.

Προτίμησε το ρόλο ενός «σκύλου δαγκανιάρη» παρά το συμβιβασμό με τις ματαιότητες και συμβατικότητες της «πολιτισμένης» κοινωνίας. Ποτέ δεν έ­παιρνε το ύφος αφηνιασμένου ηθικολόγου. παρά ενός έξυπνου και καυστικού σατιριστή. O «λυσσασμένος αυτός Σωκράτης» χειριζόταν την ειρωνεία και το σαρκασμό με απαράμιλλη δεξιοτεχνία.

Παρόλον ότι ο Πλάτωνας αναγνώριζε στον Αντισθένη και τον Διογένη το λιγότερο «ἀλλά τινί δυσχερείᾳ φύσεως οὐκ ἀγεννοῦς» (κάποια ιδιοτροπία ευγενικής ιδιοσυγρασίας).9 ο «δάκνων κύων» ένιω­θε μεγάλη αντιπάθεια προς τη θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα. «Ἐγώ, ἔλεγε, τράπεζαν καί κύαθον (κύπελλο) ὁρῶ· τραπεζότητα καί κυαθότητα οὐδαμῶς». Κι όταν ο Πλάτωνας όρισε τον άνθρω­πον «ζώον δίπουν άπτερον» ο Διογένης μάδησε έναν κόκορα και τον έφερε στην Ακαδημία και είπε: «οὗτος ἐστίν ὁ Πλάτωνος ἄνθρωπος». Κατά τον Διογένη Λαέρτιον ο Διογένης έγραψε ικανά έργα, κυρίως διαλόγους και δράματα, το κύ­ριο, όμως, σύγγραμμά του είχε τον τίτλο «Πάρδαλις» (ο Πάνθηρας).

Ήδη στην εποχή του κυκλοφορούσαν ευρύτατα τα πολυάριθμα έξυπνα α­νέκδοτά του. που κατά την παράδοση, συγκέντρωσε πολλά ο μαθητής του Μητροκλής. Αξίζει τον κόπο να αναφερ­θούν εδώ μερικά, προς διασκέδαση:

Τον ρώτησε κάποιος, πως μπορεί κανείς να γίνει ένδοξος; Κι ο Διογένης απάντησε: «εἰ δόξης καταφρονήσειε...».

Περιερχόμενος κάποια μέρα την Κόρινθον πέρασε μπροστά από το ολο­καίνουργιο σπίτι ενός γνωστού παλιαν­θρώπου και στην κυρία είσοδο του σπι­τιού είδε αναρτημένη την επιγραφή: «Μηδέν εἰσίτω κακόν»· κι ο φιλόσοφος, αφού στάθηκε, είπε φωναχτά: «καλά και το αφεντικό του σπιτιού απύ πού μπαίνει;».

Κάποια άλλη μέρα πήγε στα δημό­σια λουτρά για να πλυθεί· είδε όμως ότι το νερό ήταν πολύ βρώμικο και είπε: «ωραία, όταν κάποιος λουστεί εδώ. που πηγαίνει για να πλυθεί;».

Κάποτε του χάρησε κάποιος έναν δούλο, το Μάνη, κι αυτός το έσκασε. Τον συμβούλεψαν μερικοί να ψάξει να βρει το δούλο του· κι εκείνος: «Γελοῖον, εἰ Μάνης μέν χωρίς Διογένους ζῆ, Διογένης δέ χωρίς Μάνου οὐ δύναται». Όταν. μία φορά, είδε ένα παιδί να πίνει νερό με τα χέρια του. έβγαλε το πήλινο κύπελλό του και το έσπασε λέγοντας: «παιδίον μέ νενίκηκεν ἐυτελείᾳ».

Ο Διογένης δίδασκε, τόσο με το λόγο του. όσο και με τη συμπεριφορά του γενικά, πως ο άνθρωπος ευτυχεί, όταν ικανοποιεί τις βασικές ανάγκες του, και μάλιστα με τον πιο άμεσο και απλό τρόπο. Ιδανικό του η «αυτάρκεια» και πίστευε στην πραγμάτωση της με την απελευθέρωση του ανθρώπου από τις δευτερεύουσες ανάγκες που ο ίδιος δημιουργεί και απύ τις κοινωνικές συμβατικότητες.

Άλλος εκπρόσωπος της κυνικής φιλοσοφίας υπήρξε ο Κράτης από τη Θήβα, ο και «θυρεπανοίκτης» λεγόμενος· μαθητής του Διογένη και δάσκαλος του ιδρυτή της σχολής των Στωϊκών Ζήνωνα από το Κίτιο της Κύπρου. Αυτός πια κι αν ήταν... ιδιότυπος. Ο Κράτης ήταν πολύ πλούσιος, όταν όμως άκουσε το Διογένη, πήγε και μοίρασε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και έζησε σε έσχατη ένδεια, περιπλανώμενος απύ πόλη σε πόλη διδάσκοντας τη λιτότητα και την περι­φρόνηση στα πλούτη. Το παρωνύμιο «Θυρεπανοίκτης», δηλαδή εκείνος που ανοίγει τις πόρτες, του αποδόθηκε επειδή ακριβώς, σαν περιπλανώμενος δάσκαλος, συνήθιζε να μπαίνει στα ξένα σπίτια και. χωρίς να ζητάει τίποτε, δίδα­σκε διαδίδοντας τις ιδέες του. Συμπαραστάτες του, κι αυτοί «σκυλοφιλόσοφοι». ήταν η σύζυγος του, Ιππαρχία και ο αδελφός της Μητροκλής. που άκουσε κι αυτός τη διδασκαλία του Διογένη και συμμερίστηκαν με ενθουσιασμό τον αντισυμβατικό τρόπο της ζωής του Κράτη".

Ο Βίων ο Βορυσθενίτης γεννήθηκε στην Ολβία του Ευξείνου Πόντου, κοντά στον ποταμό Βορυσθένη (σημερινός Δνείπερος) και ήταν γιος ενός αλλαντοπώλη και μιας... εταίρας. Σε παιδική ηλικία πουλήθηκε για χρέη δούλος, όπως και όλα τα μέλη της οικογένειας του, αλλά έτυχε να αγορασθεί από ένα ρήτορα, που τον μόρφωσε στη ρητορική, τον απελευθέρωσε και τον έκανε κληρονόμο του. Αργότερα, στην Αθήνα, διδάχθηκε την πλατωνική φιλοσοφία κοντά στον ακαδημαϊκό Κράτη, την αριστοτελική κοντά στο Θεόφραστο. την Κυρηναϊκή κο­ντά στο Θεόδωρο τον Άθεο και τέλος τη φιλοσοφία των Κυνικών, η οποία και σφράγισε την προσωπικότητά του. Έτσι έγινε περιπλανώμενος λαϊκός φιλόσο­φος. Πέθανε στη Χαλκίδα12.

Τέλος, από τους πιο αντιπροσωπευ­τικούς και ευρύτερα γνωστούς κυνικός φιλόσοφος και συγγραφέας στάθηκε ο Μένιππος. Γεννήθηκε στα Γάδαρα, στα παράλια της Παλαιστίνης και αργότερα έμεινε στη Σινώπη του Πόντου, την πατρίδα του Διογένη, ως δούλος. Εξαγόρασε όμως την ελευθερία του και μάλιστα απέκτησε τα δικαιώματα του πολίτη στη Θήβα, την πατρίδα του Κράτη. Εκεί έγινε μαθητής του κυνικού Μητροκλή, ίσως και του Κράτη.

Στον Μένιππο αποδίδονταν δεκατρία βιβλία, από τα οποία όμως δεν σώθηκε τίποτε. Τη μεγάλη φήμη του τη χρωστά ο Μένιππος στην επινόηση ενός ιδιότυπου λογοτεχνικού είδους, με το οποίο εξέφρασε το «σπουδαιογέλοιον», τη μενίππεια σάτιρα, με την οποία συχνά πα­ρωδεί το έπος και την τραγωδία και ο γνωστός πλατωνικός διάλογος μετατρέπεται σε κωμικό. Άλλος ένας, λοιπόν, κυνικός καταφερόταν εναντίον του Πλάτωνα, του περιφρονητή του πλήθους. 0 Μένιππος συνδύασε το μηδενισμό των Κυνικών με την «ιαμβικήν ιδέαν» τους σε μια κοσμαγάπητη χιουμοριστική έκ­φραση, με την οποία βοήθησε σημαντικά στη διάδοση και την επιβίωση των ηθι­κών απόψεων της σκύλοφιλοσοφίας13.

Ύστερα από αυτή τη σύντομη παρουσίαση των σημαντικότερων Κυνικών, οι μαθητές συζητώντας έκαναν κάποιες διαπιστώσεις· είδαν πως οι φιλόσοφοι αυ­τοί, σαν άλλοι διαφωτιστές, ταρακούνησαν την εποχή τους. Και τι δεν έκαναν τα έβαλαν με τη θρησκεία και τη λατρεία του λαού έχοντας τη θεολογική άποψη πως οι άνθρωποι νομίζουν ότι υπάρχουν πολλοί Θεοί, κι αυτό γιατί η παράδοση (νόμος) έπλασε τους πολλούς Θεούς. Είχαν την πεποίθηση ότι αληθινά υπάρχει μονάχα ένας Θεός, που δεν μοιάζει με κανένα από τα γνωστά όντα, και η πραγματική λατρεία του βρίσκεται μο­νάχα στην άσκηση της αρετής, που κάνει τους σοφούς φίλους της Θεότητας14. Ορθολογικά, λοιπόν, περιφρονούσαν τους κείμενους νόμους του πολυθεϊσμού και του ορθολογισμού.

Ακόμη οι Κυνικοί απόφευγαν κατά κανόνα την οικογενειακή ζωή. Στη θέση της πρότειναν την κοινοκτημοσύνη όχι μόνο στα αγαθά, αλλά και στις γυναίκες και τα παιδιά' ο Διογένης μάλιστα πρότεινε και κοινοβιακή ζωή. Δεν έδιναν καμιά σημασία στην αντίθεση: ελευθερία - σκλαβιά, αν και οι περισσότεροι έκαναν και δούλοι, γιατί πίστευαν πως ο σοφός και σκλάβος ακόμα είναι ελεύθερος και γεννημένος αφέντης, δηλαδή, κατά τους μαθητές, οι φιλόσοφοι αυτοί θεωρούσαν ότι η εσωτερική ελευθερία είναι πραγματική.

Τρίτη και σοβαρή παρατήρησή τους στάθηκε η παρακάτω: Δε σεβάστηκαν και δεν φοβήθηκαν τους δυνατούς, τους βασιλιάδες (δες τη συμπεριφορά του Διογένη προς τον Μ. Αλέξανδρο), τους πλούσιους, τους μεγάλο - φιλοσόφους15, τους ρήτορες και τους πολιτικούς· αυτούς τους τελευταίους τους κατηγορούσαν για υποκρισία, γιατί σπούδαζαν να λένε μόνο και όχι να πράττουν τα δί­καια. Την πολιτική ζωή την έβρισκαν περιττή για το σοφό, γιατί αυτός νιώθει ότι παντού είναι σπίτι του, είναι πολίτης του κόσμου, κοσμοπολίτης, και σαν ιδανική πολιτεία εικόνιζαν μια φυσική κατάσταση που σ’ αυτήν ολόκληρη η αν­θρωπότητα θα ζούσε σαν μια μεγάλη ο­μάδα, ένα κοπάδι με έναν ποιμένα, έχοντας μόνιμα ειρήνη, αγάπη και καλοσύνη. Γι’ αυτό οι Κυνικοί καταδίκαζαν τον πόλεμο. Ειρηνιστές, λοιπόν, οι Κυνικοί. Και όχι μόνο· αγαπούσαν τη φύση και ζούσαν σύμφωνα μ’ αυτή σαν γνήσιοι οικολόγοι με τη σημερινή έννοια του όρου.

Αρνιόντουσαν να δεχθούν να υποταθούν στους κανόνες της κοινωνίας που ζούσαν «σνομπάρισαν» τον πλούτο και αδιαφόρησαν για τα χρήματα, ο Κράτης, μάλιστα, που ήταν πλούσιος, τα μοίρασε όλα στους φτωχούς... κι έμεινε πάμπτωχος.

Τέλος, οι Κυνικοί, εκ προμελέτης χτυπούσαν με τη συμπεριφορά τους κατάμουτρα, όχι μόνο τα ήθη και την υποκριτική σεμνότητα της κοινωνίας τους, αλλά και το αίσθημα της ντροπής, το οποίο θεωρούσαν παραφύση16. Το όπλο τους, η αναίδεια, δηλαδή η πλήρης περιφρόνηση της ευπρεπούς συμπεριφοράς, με σκοπό, προκαλώντας το κοινό αίσθημα, να διαμαρτυρηθούν και ν' αμφισβητήσουν το κατεστημένο της εποχής τους, όπως οι «Χίππις» της δεκαετίας του ’60. Κι αυτοί με τη συμπεριφορά τους έκαναν ένα είδος κοινωνικής επανάστασης, που προκαλούσαν με το ντύσιμό τους, με την πίστη τους σε μια ζωή ομαδική, στην ελευθερία των σχέσεων των δύο φύλων, αρνούμενοι τη βία και τον πόλεμο, ειρηνιστές με αναρχικές τάσεις, ώσπου το κατεστημένο, χρησιμοποιώντας την αφέλειά τους... και τα ναρκωτικά κατόρθωσε να τους διαλύσει κατασυκοφαντώντας τους. Εδώ τελείωσαν οι συνειρμοί και οι προβληματισμοί των μαθητών.
 -------------
Παραπομπές
 
2. Βώρου, Φ.Κ. Σύντομη Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας. Εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα, 1984 σ. 33
3. Διογένης Λαέρτιος, Φιλοσόφων Βίοι VI, 11. Βλέπε Τσέλερ- Νέστλε, Ιστορία της Ελλην. Φιλοσοφίας. Μετάφρ. X. Θεοδωρίδη. Εκδ. Παν/μίου Θε/νίκης. Αθήναι 1942 σ. 137.
4.  Ό.π. , σ. 137
5. Διογένης Λαέρτιος, όπου παραπάνω VI, 6 κ.ε. Σουίδας, Αντισθένης, Διογένης.
6.  Ρούσσος Ε.Ν., Διογένης ο Σινωπεύς. Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό τομ. 3, σ. 282 Εκδοτική Αθηνών.
7. Δίων Χρυσόστομος, Έργα 8, 2.'
8. Βώρου, Φ.Κ. ο.π., σελ. 35
9. Πλάτωνος, Φίληβος, 44 C
10. Τα ανέκδοτα του Διογένη διέσωσε ο Διογένης Λαέρτιος στο β’ κεφ. του Δ’ βιβλίου της «Φιλοσόφου Ιστορίας» του. Με βάση τα ανέκδοτα αυτά ο ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς έγραψε μια πολύ έξυπνη κωμωδία, «Ο Βασιλιάς κι ο Σκύλος» που παίχτηκε στο Εθνικό Θέατρο το 1958.
11. Σπυρόπουλος Η., Κράτης ο Θηβαίος, Παγκ. Βιογραφικό Λεξικό τ. 5, σ. 86
12. Ρούσσος Ε.Ν., Βίων Βορυσθενίτης, Π. Βιογρ. Λεξικό, Εκδοτική τ. 2, σ. 311.
13. Σπυρόπουλος Η., Μένιππος, Παγκ. Βιογρ. Λεξικό, Εκδοτική, τ. 6, σ. 134
14.Τσέλερ - - Νέστλε, ό. π., σελ. 139.
15. Παπακωνσταντίνου Θ., Διογένης Κυνικός, Μ. Ελλ. Εγκυκλοπαίδεια, τομ. 5°ς, σ. 380
16. Ο Διογένης Λαέρτιος γράφει: «ειωθώς πά­ντα ποιείν εν τω καί τα Δήμητρος καί τα Αφροδίτης».  Βλέπε παραπάνω Παπακωνσταντίνου Θ., τομ. 5, σ. 380

ΟΙ ΚΥΝΙΚΟΙ

Ονόματα, κάποια ξακουστά, τα περισσότερα άγνωστα· κάποια αποσπάσματα· ένα ιδεώδες που γνώρισε πολλές μετενσαρκώσεις και επιστρέφει αδιάκοπα να στοιχειώσει τον ανθρώπινο νου - να τι έχει απομείνει από τον Κυνισμό.

Ο ιδρυτής του, ο Αντισθένης (5ος π.Χ. αιώνας), εμπνευσμένος από τη σιδερένια και ασκητική αρετή του δασκάλου του, του Σωκράτη, καθιέρωσε μια ζωντανή φιλοσοφία ζωής (σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, που μεταστοιχείωσε τη σωκρατική διδασκαλία σε ένα διανοητικό σύστημα). Ακόμα πιο ξακουστό είναι το όνομα του Διογένη (403-323 π.Χ.), που σύμφωνα με το μύθο έζησε για ένα διάστημα σ’ ένα πήλινο πιθάρι· και όταν τον ρώτησε ο Μέγας Αλέξανδρος, «Τι μπορώ να κάνω για σένα;» του απάντησε: «Τραβήξου, να μη μου κρύβεις τον ήλιο». Αυτοί είναι οι γεννήτορες του κυνισμού. Συναντάμε τους πνευματικούς τους απογόνους, ενεργούς ακόμη, επτακόσια χρόνια αργότερα, χαρακτηριστικές φιγούρες σε κάθε μεγαλούπολη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας: άντρες αναμαλλιασμένοι με μακριά γένια, ξυπόλητοι, δίχως χιτώνα, με μοναδικά τους εφόδια ένα λερό μανδύα, ένα σακίδιο και ένα ραβδί. Τίποτα στην εξωτερική τους εμφάνιση δεν τους ξεχώριζε από τους ζητιάνους. Και ήταν ζητιάνοι αλλά συνάμα ήταν και φιλόσοφοι, μέλη της μεγάλης κυνικής αδελφότητας.

Καμία φιλοσοφία δεν μπορεί να αντέξει επτακόσια χρόνια, χωρίς να περιέχει κάποιο στοιχείο αλήθειας. Ποιο ήταν αυτό το στοιχείο στον κυνισμό; Τι προσέλκυε τους ανθρώπους σ’ έναν τρόπο ζωής που φαινομενικά δεν είχε κανένα θέλγητρο;

Η ονομασία «κυνικός» δεν βοηθάει ιδιαίτερα να καταλάβουμε. Προέρχεται από τη λέξη κύων, σκυλί, και ενώ χρησιμοποιήθηκε χλευαστικά για να δηλώσει άσχημους τρόπους και απότομη ομιλία, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι τη θεώρησαν τιμή τους. Ωστόσο δεν μας αποκαλύπτει τίποτα για τις κυνικές πεποιθήσεις - όπως η λέξη «Τόρυ» δεν φανερώνει τις αρχές του αγγλικού συντηρητικού κόμματος. Όμως δύο φράσεις προδίδουν τι αναζητούσαν αυτοί οι άνθρωποι και τι νόμιζαν ότι είχαν βρει.

Ο Διογένης είπε ότι του φάνηκε πως είδε την θεά Τύχη να παραπονιέται καθώς προσπαθούσε να του επιτεθεί: «Αυτόν τον παλαβό το σκύλο δεν μπορώ να τον πετύχω!»

Κι ο Κράτης: «Εγώ κληρονόμησα από το Διογένη κι αυτός από τον Αντισθένη πέντε πράγματα μεγαλύτερα και σπουδαιότερα από την περσική αυτοκρατορία' Σοφία, Αυτάρκεια, Αλήθεια, Παρρησία, Ελευθερία».

Για να εξασφαλίσει αυτές τις πέντε αξίες, ο Κυνικός αποποιούνταν τον πλούτο, την ηδονή, τη διασημότητα, τα αξιώματα, τη μάθηση, τις ανέσεις και όλες τις συμβάσεις του κόσμου τούτου. Άνοιγε δρόμο μέσα από τις κακοτοπιές της ζωής για να κρατήσει αυτά που κανείς δεν μπορούσε να του πάρει: την ελευθερία και την αρετή. Τα ακόλουθα παραθέματα ρίχνουν φως στα δόγματα των Κυνικών.

Ιδεώδη

Μια μέρα, βλέποντας ένα παιδί να πίνει νερό με τα χέρια, ο ..'1 Διογένης έβγαλε από το σακί το ποτήρι του και το πέταξε λέγοντας, «με νίκησε το παιδί στην απλότητα». (Δ.Λ. VI 37).

Ο Διογένης άναψε λυχνάρι μες στο καταμεσήμερο και είπε: «Έναν άνθρωπο ψάχνω νά ’βρω». (Δ.Λ. VI 41).

Φώναζε πολλές φορές και έλεγε ότι οι θεοί έχουν χαρίσει εύκολη ζωή στους ανθρώπους, αλλά αυτό είχε αποκρυφτεί εξ αιτίας του ότι οι άνθρωποι θέλουν γλυκίσματα, αρώματα και τα συναφή. Έτσι, ο Διογένης είπε κάποτε σε κάποιον που ο υπηρέτης του του φορούσε τα παπούτσια: «Πλήρως ευτυχισμένος θα γίνεις άμα θα σου σκουπίζει και τις μύξες, δηλαδή όταν θα σου κουλαθούν και τα δυο χέρια». (Δ.Λ. νι 44)·

Τους περισσότερους πλούσιους τους παρομοίαζε με δέντρα και αμπέλια που φυτρώνουν σε μέρη δύσβατα και απόκρημνα. Γιατί τους καρπούς τους δεν τους παίρνουν οι άνθρωποι, αλλά τους τρώνε τα κοράκια και άλλα τέτοια ζώα· τον πλούτο τους δεν τον ξοδεύουν σε καλά πράγματα, αλλά τον σκορπάνε στους κόλακες, στις πουτάνες, στις πιο αισχρές ηδονές και στις πιο μεγάλες κενότητες, (Στοβαίος, Ανθολ. VI 31).

Ο πλούτος κι η φτώχεια δεν βρίσκονται μες στο σπίτι του ανθρώπου μα μες στο μυαλό του.

Σε κάποιον φίλο του που χτυπιόταν γιατί είχε χάσει τις φιλοσοφικές σημειώσεις του, ο Αντισθένης είπε: «Αυτά θα ’πρεπε να τα ’χεις γραμμένα μες στην ψυχή κι όχι στα χαρτιά». (Δ.Λ. VI 5. ἔδει γάρ ἐν τῇ φυχῇ αὐτά καί μή ἐν τοῖς χαρτίοις καταγράφειν).

Όταν ρωτήθηκε, τι κέρδισε από τη φιλοσοφία, ο Αντισθένης είπε: «Το ότι μπορώ και μιλάω με τον εαυτό μου». (Δ.Λ. νι γ).

Όταν ρωτήθηκε, τι κέρδισε από τη φιλοσοφία, ο Διογένης είπε: «Αν μη τι άλλο, το ότι είμαι προετοιμασμένος για όλα τα γυρίσματα της τύχης». (Δ.Λ. νι 63).

Σε κάποιον που του είπε, «Δεν κάνω εγώ για φιλοσοφία», ο Διογένης αποκρίθηκε, «Τότε, τι ζεις, άμα δε σε νοιάζει να ζεις καλά;» (Δ.Λ VI 65).

Μονοπάτια της ενάρετης ζωής

Τίποτε στη ζωή, έλεγε ο Διογένης, δεν επιτυγχάνεται χωρίς .. άσκηση, και η άσκηση αυτή μπορεί να υπερνικήσει κάθε εμπόδιο. Επειδή για να ζήσει κανείς ευτυχισμένα πρέπει να διαλέξει, αντί για τους άχρηστους κόπους, εκείνους που είναι ταιριαστοί με τη φύση, η δυστυχία οφείλεται στην αφροσύνη. Γιατί ακόμη και η περιφρόνηση της ηδονής είναι γλυκύτατη όταν την έχει κατακτήσει κανείς έπειτα από άσκηση, και όπως εκείνοι που έχουν συνηθίσει να ζουν με ηδονές, με μεγάλη δυσαρέσκεια πηγαίνουν στο αντίθετο, έτσι κι εκείνοι που έχουν ασκηθεί στο αντίθετο καταφρονούν τις ηδονές με μεγαλύτερη απόλαυση. Αυτά έλεγε και φαινόταν να κάνει ο Διογένης ... και έλεγε πως η ζωή του είχε τον ίδιο χαρακτήρα με τη ζωή του Ηρακλή: τίποτε δεν έβαζε πάνω από την ελευθερία. (Δ.Λ. VI 71).

ΕΧΟΥΜΕ ΕΔΩ ΕΝΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΠΟΥ ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΤΗΝ ΑΝΔΡΕΙΑ, την ανεξαρτησία, αυτοπειθαρχία, λιτότητα, εργασία. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Κυνικοί είχαν για ιερό πρότυπό τους τον Ηρακλή, τον δυνατό άντρα που ταξίδεψε σ’ ολόκληρο τον κόσμο απελευθερώνοντας τους ανθρώπους από τα τέρατα που τους επιβουλεύονταν. Το ραβδί και ο μανδύας του Κυνικού συμβόλιζαν το ρόπαλο και τη λεοντή του Ηρακλή: ο Κυνικός ξαναζούσε τον ανέστιο, πλάνητα βίο του Ήρωά του και διδασκόταν από τους περίφημους Δώδεκα Άθλους του πώς πρέπει να είναι ο σωστός άντρας. Ο Κυνικός είναι ο πρώτος ασκητής της Δύσης. Είναι όμως κάτι περισσότερο από ασκητής ή ακόμη και ηθικολόγος: ως πραγματικός Έλληνας βασίζει την ύπαρξή του σε μία Λογική Αρχή την οποία και προσπαθεί να ακολουθήσει ως τις ύστατες λογικές συνέπειές της. Ο τρόπος αυτός τον οδηγεί να σχηματίσει συγκεκριμένες απόψεις, που αρκούν ώστε να εξηγηθούν οι φήμες γύρω από το όνομά του. Ot ηδονές της ζωής απορρίπτονται ως εμπόδια για την ελευθερία. Το ίδιο και οι κοινωνικές συμβάσεις. Οι Κυνικοί ήσαν αποφασισμένοι να δουν τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις κι ήσαν οι πρώτοι που κήρυξαν τον πόλεμο ενάντια σε κάθε τι το υποκριτικό ή κάλπικο - έναν πόλεμο που στον 20ο αιώνα απέκτησε πολλούς μαχητές, μεταξύ των οποίων και οι Καρλάιλ και Μπέρναρντ Σω. Η διαφορά των Κυνικών με τους σύγχρονους είναι ότι διεξήγαγαν την εκστρατεία τους με την πιο αδυσώπητη λογική και, κυρίως, ότι εφάρμοζαν αυτά που δίδασκαν. Έτσι δεν δίσταζαν να σκανδαλίσουν τους ευπρεπείς με τα λεγόμενά τους και τις πράξεις τους, υποστηρίζοντας πως δεν πρέπει να ντρεπόμαστε για ό, τι είναι φυσικό και πως ό, τι γίνεται μπορεί να συζητιέται ανοιχτά. Αυτή η ωμή ειλικρίνεια είναι το μοναδικό χαρακτηριστικό τους που διασώζεται ακόμη στη λέξη «Κυνικός». Ορισμένα γνωμικά τους εξηγούν αυτήν την εσκεμμένη προσπάθεια να κατατροπώσουν τη συμβατικότητα.

Βλέποντας έναν καλοντυμένο κύριο να καμαρώνει για το φάρδος της πορφύρας του, ο Δημώναξ έσκυψε στο αυτί του, και πιάνοντας το ρούχο τού είπε: «Τούτο εδώ πριν από σένα το φορούσε ένα πρόβατο· κι έμεινε πρόβατο». (Λουκιαν. Δημώναξ 41).

Κάποτε ο Διογένης πήγε στην Ολυμπία και σαν είδε στη γιορτή κάτι νεαρούς από τη Ρόδο πολυτελώς ντυμένους, γέλασε και είπε, «αυτό είναι έπαρση». Ύστερα πέτυχε κάτι Λακεδαιμόνιους που φορούσαν κάτι φτηνούς και λερούς χιτώνες και είπε, «κι αυτό έπαρση είναι, άλλης μορφής όμως». (Αιλιανός Ποικίλη Ιστορία IX 34)·

Ενώ ξεψυχούσε ο Διογένης, έδωσε εντολή να τον αφήσουν άταφο, να τον φάνε τα θηρία - για να φανεί, λέει, χρήσιμος στα αδέρφια του. (Δ.Λ. νι 79)·

ΕΔΩ ΟΙ ΚΥΝΙΚΟΙ ΕΠΙΤΙΘΕΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΕΣ κοινωνικές συμβάσεις, όμως τον πέλεκυ της λογικής τον έστρεφαν και εναντίον των θεμελιωδών αρχών της κοινωνίας, αφήνοντας βαθιές χαρακιές...

Κορόιδευε (ο Διογένης) την ευγενή καταγωγή και την υπόληψη λέγοντας πως αυτά είναι επιδεικτικά κοσμήματα της κακίας. Μοναδική σωστή πολιτειακή συγκρότηση έλεγε πως είναι αυτή του κόσμου (της οικουμένης).Έλεγε επίσης πως οι γυναίκες πρέπει να είναι κοινές σε όλους και τον γάμο δεν τον δεχόταν. Υποστήριζε, αντίθετα, ότι ο άνδρας θα μπορούσε να συνευρίσκεται με όποια γυναίκα έπειθε. Γι’ αυτό τα παιδιά πρέπει να είναι κοινά σε όλους. Έλεγε επίσης ότι δεν είναι άπρεπο να παίρνει κανείς κάτι από έναν ιερό ναό ή να γεύεται κάποιο ζώο. (Δ.Λ. VI 73)·

ΑΛΛΑ ΥΠΗΡΞΑΝ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ πολέμου ενάντια στη συμβατικότητα. Οι Κυνικοί απέρριπταν ως αφύσικη τη διάκριση μεταξύ δούλου και ελεύθερου, Έλληνα και βάρβαρου· κι όταν ρωτήθηκε ο Διογένης ποια ήταν η πατρίδα του, απάντησε: Είμαι πολίτης του κόσμου. (Δ.Λ. IV 63. ἐρωτηθείς πόθεν εἴη, "κοσμοπολίτης," ἔφη).

Ξεκινώντας από πρακτικές ανάγκες και προχωρώντας στον πόλεμο της λογικής εναντίον της συμβατικότητας, ο Κυνισμός ενισχύθηκε από ένα επιχείρημα που πάνω του, 2.000 χρόνια αργότερα, ο Ρουσώ θεμελίωσε ολόκληρη φιλοσοφία. Το επιχείρημα αυτό ήταν: ο πολιτισμός είναι επιβλαβής, όχι μόνον επειδή βάζει συνεχώς στο δρόμο μας εμπόδια για την ελευθερία αλλά και επειδή είναι αφύσικος. Για να βρούμε την ευτυχία πρέπει να επιστρέφουμε στη Φύση.

Επιστροφή στη Φύση

Σ’ εκείνους που είχαν εντυπωσιαστεί με τα πλούτη και την λεγομένην εὐδαιμονίαν του Πέρση βασιλιά, ο Διογένης έλεγε πως τα πράγματα δεν ήταν καθόλου όπως τα νόμιζαν. Απ’ όσα είχε ο βασιλιάς, άλλα ήταν τελείως άχρηστα κι άλλα μπορούσε να τα αποκτήσει ακόμα κι ένας πάμφτωχος. Ο ίδιος ο Διογένης δεν παραμελούσε το σώμα του, όπως νόμιζαν μερικοί ανόητοι' απλώς, βλέποντάς τον να ζει στο ύπαιθρο, να κρυώνει και να διψάει, πίστευαν πως αδιαφορούσε για την υγεία και τη ζωή του. Ενώ αυτός, ζώντας έτσι, ήταν πιο υγιής από τους μόνιμα χορτάτους κι από όσους μένουν διαρκώς μες στο σπίτι και δεν ξέρουν τι θα πει κρύο και ζέστη· κι ευχαριστιόταν τη ζεστασιά και το φαγητό πολύ περισσότερο από κείνους, και πολύ περισσότερο χαιρόταν τις αλλαγές των εποχών, και ευφραινόταν με τον ερχομό του καλοκαιριού οπότε σκόρπιζαν οι ομίχλες, μα και δεν στεναχωριόταν όταν περνούσε το καλοκαίρι και τέλειωναν οι καύσωνες. Σπάνια χρησιμοποιούσε φωτιά ή σκιά ή στέγη· όχι σαν τους άλλους που έχουν διαρκώς φωτιά αναμμένη χωρίς να χρειάζεται, και ντύνονται όταν δεν χρειάζεται και με την παραμικρή ψύχρα κλείνονται μες στα σπίτια τους για να ξεφύγουν από τον άνεμο και κάνουν τα σώματά τους άχρηστα και ανίκανα να ανεχτούν την κακοκαιρία· και που τα καλοκαίρια κάθονται μόνο στη σκιά, και που όποτε θέλουν πίνουν όσο κρασί θέλουν, και δεν ξέρουν τι θα πει ήλιος και φυσική δίψα, ἀργοί τά σώματα, κραιπάλης δέ καί λήθης τάς φυχάς γέμοντες. Γι’ αυτό και μηχανεύονται κάτι βλαβερά φαγητά και ιδιαίτερα λουτρά, και μες στην ίδια μέρα πολλές φορές θέλουν αέρα, θέλουν ρούχο, θέλουν χιόνι και φωτιά μαζί, και το πιο παράδοξο απ’ όλα είναι ότι λαχταρούν να νιώσουν πείνα και δίψα. Κι ακόλαστοι όπως είναι, δεν ευχαριστιούνται το σεξ γιατί δεν περιμένουν πρώτα να νιώσουν την ανάγκη του· κι έτσι αναζητούν και βρίσκουν άχαρες ηδονές που δεν χαρίζουν τέρψη αληθινή. Ενώ ο Διογένης κάθε φορά πεινούσε και διψούσε προτού φάει, και θεωρούσε πως αυτό ήταν το καλύτερο ορεκτικό. Και ευχαριστιόταν με το σκέτο ψωμί περισσότερο απ’ όσο οι άλλοι με τα πολυτελέστατα εδέσματα· και με το τρεχούμενο νεράκι περισσότερο απ’ όσο οι άλλοι με το Θασίτικο κρασί. Κορόιδευε εκείνους που ενώ διψούσαν, προσπερνούσαν τις βρύσες και ζητούσαν ν’ αγοράσουν οπωσδήποτε Χιώτικο ή Λεσβιακό κρασί, κι έλεγε πως ετούτοι ήταν πιο ανόητοι από τα ζώα που βόσκουν...

Έλεγε ότι σε κάθε πόλη υπάρχουν οικίες πανέμορφες και υγιεινότατες· και τούτες είναι τα ιερά και τα γυμναστήρια. Του ήταν αρκετό ένα ιμάτιο χειμώνα καλοκαίρι και του άρεσε να βρίσκεται στον ανοιχτό αέρα, γιατί έτσι ήταν συνηθισμένος. Παπούτσια δεν φορούσε ποτέ. Τα πόδια δεν είναι πιο μαλθακά από τα μάτια και το πρόσωπο, έλεγε. Αυτά, παρ’ όλο που από τη φύση τους είναι ευαίσθητα, αντέχουν πολύ στο κρύο γιατί είναι πάντα γυμνά, μιας και οι άνθρωποι δεν μπορούν να περπατούν με τα μάτια τυλιγμένα, ενώ με πόδια τυλιγμένα μπορούν. Κι οι πλούσιοι, έλεγε, είναι σαν τα μωρά: πάντα έχουν ανάγκη από σπάργανα· και επειδή οι άνθρωποι γενικά έχουν αποκτήσει πάρα πολλά πράγματα και ξοδεύουν πολλά λεφτά, ένα σωρό πόλεις και έθνη έχουν καταστραφεί.
 
 Έλεγε τους ανθρώπους αλαζόνες και ανόητους, και περισσότερο έβριζε τους σοφιστές που παρίσταναν τους σπουδαίους και νόμιζαν πως ήξεραν περισσότερα από τον υπόλοιπο κόσμο. Υποστήριζε ότι εξαιτίας της μαλθακότητάς του ο άνθρωπος ζει πιο άθλια από τα ζώα: εκείνα, έχοντας για ποτό τους το νερό και για τροφή τους τα βοτάνια, όλο το χρόνο γυμνά τα περισσότερα, χωρίς να μπαίνουν σε σπίτια, χωρίς ν’ ανάβουν φωτιά, ζουν για όσο χρόνο τούς έχει τάξει η φύση, εκτός κι αν κάποιος τα σκοτώσει' όλα τους ζουν, με τον ίδιο τρόπο, δυναμωμένα και υγιή, χωρίς να χρειάζονται μήτε γιατρό μήτε φάρμακα. Ενώ oι περισσότεροι άνθρωποι, που τόσο πολύ αγαπούν τη ζωούλα τους και μηχανεύονται τόσα και τόσα για να αναβάλουν το θάνατό τους, ούτε καν ως τα γεράματα δεν μπορούν να φτάσουν και ζουν μες στις αρρώστιες, και δεν τους φτάνουν όλης της γης τα φάρμακα για τις θεραπείες τους, και επιπλέον χρειάζονται το σίδερο και τη φωτιά.

Και μαζεύτηκαν στις πόλεις για να μη μένουν απροστάτευτοι και παθαίνουν κακό από εχθρούς· όμως βλάπτουν και με το χειρότερο τρόπο προκαλούν δεινά ο ένας στον άλλο, θαρρείς και γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό συγκεντρώθηκαν στις πόλεις. Κι όταν κάποιοι του έλεγαν ότι δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος να ζήσει όμοια με τ’ άλλα ζώα επειδή είναι απροστάτευτος και το σώμα του είναι αδύναμο και ούτε καν τρίχες δεν έχει όπως τα περισσότερα ζώα ούτε φτερά ούτε χοντρόπετσος είναι, ο Διογένης ανταπαντούσε ότι φταίει ο τρόπος ζωής που έγιναν οι άνθρωποι έτσι μαλθακοί. Αφού πάντα αποφεύγουν και τον ήλιο και το κρύο. Όσο για τ’ ότι το σώμα τους είναι απροστάτευτο, ουδέν πρόβλημα. Παράδειγμα οι βάτραχοι και άλλα ουκ ολίγα ζώα, πολύ πιο αδύναμα και απροστάτευτα απ’ ό, τι ο άνθρωπος, που ανέχονται όχι μόνο τον αέρα μα και ζουν μες στα παγωμένα νερά το καταχείμωνο. Kι έδειχνε με το δάχτυλο στους ανθρώπους εκείνους τα μάτια και τα πρόσωπά τους που δεν είχαν ανάγκη από ρούχο να τα σκεπάζει. Ποτέ και σε κανένα τόπο έλεγε, δε γεννιέται ζώο που να μη μπορεί να ζήσει στον τόπο αυτό. Αλλιώς, πώς επιβίωσαν οι πρωτόγονοι άνθρωποι, τότε που μήτε φωτιά υπήρχε μήτε σπίτια μήτε ρούχα μήτε άλλη τροφή εξόν από κείνη που πρόσφερε η φύση έτοιμη; Η πανουργία των μεταγενέστερων κι οι πολλές εφευρέσεις και τα κόλπα, πολύ λίγα πράγματα πρόσφεραν. Γιατί τη σοφία τους δεν τη χρησιμοποίησαν ούτε για χάρη της αντρειοσύνης ούτε για χάρη της δικαιοσύνης, μα μοναχά για την ηδονή. Και επιδιώκοντας από κάθε μεριά την ηδονή, κατάντησαν τη ζωή τους πιο άσχημη και πιο κοπιαστική' και ενώ έχουν την εντύπωση ότι προνοούν για το καλό τους (καί δοκοῦντας προμηθεῖσθαι), χάνουν τη ζωή τους με το χειρότερο τρόπο εξαιτίας της πολλής φροντίδας και πρόνοιας. Καλά έκανε ο θεός και έδεσε τον Προμηθέα πάνω στην πέτρα κι άφηνε να του τρώει το ήπαρ ο αετός...
(Δίωνος Χρυσοστόμου Διογένηςἤη περί τυραννίδος - αποσπ.).

Μερικά ρητά

Έλεγε ο Διογένης πως όταν έβλεπε κυβερνήτες πλοίων και γιατρούς και φιλοσόφους, σκεφτόταν πως ο άνθρωπος είναι το εξυπνότερο ζώο. Μα σαν έβλεπε ονειροκρίτες και μάντεις και κόσμο να τους δίνει προσοχή, ή όταν έβλεπε ανθρώπους να καμαρώνουν για τον πλούτο και τη φήμη τους, σκεφτόταν πως δεν υπάρχει πιο χαζό πλάσμα από τον άνθρωπο. (Δ.Λ. νι 24).

Σε κάποιους που τον συμβούλευαν να ψάξει να βρει το δούλο του που είχε αποδράσει, ο Διογένης είπε, «Θα ήταν γελοίο, να μπορεί ο Μάνης να ζει χωρίς το Διογένη, κι ο Διογένης να μη μπορεί να ζει χωρίς τον Μάνη».

Ρώτησαν το Διογένη γιατί οι άνθρωποι δίνουν ελεημοσύνη στους ζητιάνους ενώ δεν δίνουν στους φιλοσόφους, και κείνος αποκρίθηκε: «Γιατί δεν το αποκλείουν, κάποτε να γίνουν κι αυτοί κουτσοί και στραβοί· φιλόσοφοι, όμως, ποτέ!»

Κάποιος περιγέλασε τον Διογένη, που κάποτε υπήρξε παραχαράκτης νομισμάτων. Και ο Διογένης: «Έναν καιρό, ήμουνα κι εγώ όπως είσαι τώρα εσύ. Όμως αυτό που είμαι τώρα εγώ, εσύ δε θα γίνεις ποτέ!» (Δ.Λ. νι 55-56)·

Κυνικό χιούμορ

Σε κάποιον που είχε βρεθεί στη Σαμοθράκη και εντυπωσιάστηκε εκεί με τα πολλά αφιερώματα που είδε, ανθρώπων που σώθηκαν με τη βοήθεια των θεών, ο Διογένης είπε, «θα ήταν πολύ περισσότερα αν είχε και τα αφιερώματα εκείνων που δεν σώθηκαν. (Δ.Λ. νι 59).

Ο Αντισθένης, ακούγοντας να τον παινεύουν κάτι παλιάνθρωποι, είπε, «Τώρα φοβάμαι μήπως έχω κάνει κάτι κακό».

Όταν ο Αντισθένης πήγε να μυηθεί στα Ορφικά μυστήρια, ο ιερέας τού είπε ότι οι μυημένοι απολαμβάνουν πολλά αγαθά στον Άδη. Κι ο Αντισθένης: «Και συ τι περιμένεις και δεν πεθαίνεις;» (Δ.Λ. VI 5, 4)·

Όταν τον ρώτησαν ποιο κρασί τού αρέσει περισσότερο, ο Διογένης αποκρίθηκε, «Των άλλων».

Όταν τον ρώτησαν σε ποια ηλικία είναι σωστό να παντρεύεται κανείς, ο Διογένης αποκρίθηκε, «όχι ακόμα όσο είναι νέος· και ποτέ όταν είναι γέρος.»

Ρώτησε κάποιος τον Διογένη αν έχει παιδιά. «Όχι», αποκρίθηκε.«Και άμα πεθάνεις ποιος θα αναλάβει την εκφορά σου;» ρώτησε ο άλλος. Και ο Διογένης: «Αυτός που θα χρειαστεί το σπίτι.» (Δ.Λ. νι 52).

Όταν ρώτησαν τον Διογένη ποιο είναι το βαρύτερο πράγμα που βαστάζει η γης, απάντησε: «Ο αμόρφωτος άνθρωπος».
(Στοβαίος, Εκλογαί II 31, 75)·

Κάποιος διάβαζε φωναχτά για πολλή ώρα ένα βιβλίο μπροστά σε ακροατήριο· κι όταν κάποια στιγμή άφησε να φανεί προς το τέλος του βιβλίου άγραφη επιφάνεια, ο Διογένης είπε: «Κουράγιο, άνδρες, βλέπω στεριά!». (Δ.Λ. VI 38).

Όταν ζήτησαν από τον Αντισθένη συνεισφορά για τη μητέρα των θεών Κυβέλη, εκείνος είπε: «Δεν δίνω τίποτα. Δουλειά των θεών είναι να φροντίσουν τη μάνα τους.»

Ένας Κυνικός έρωτας

ΘΑ ΕΛΕΓΕ ΚΑΝΕΙΣ ΟΤΙ Ο ΚΥΝΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΕΧΕΙ καμία σχέση με τον έρωτα. Κι όμως, ένας οπαδός αυτής της τόσο σκληρής φιλοσοφίας, ο Κράτης, είναι ο ήρωας ενός από τα λίγα ειδύλλια της αρχαιότητας που έχουν διασωθεί ως τις μέρες μας.

Παρακολουθώντας σε παράσταση τραγωδίας τον βασιλιά Τήλεφο[*] να κυκλοφορεί ελεεινός και τρισάθλιος με το καλαθάκι στο χέρι, ο Κράτης έγινε οπαδός της κυνικής φιλοσοφίας -έτσι γράφει γι’ αυτόν ο Αντισθένης στο βιβλίο του Διαδοχές. Πούλησε τα υπάρχοντά του -ήταν από αριστοκρατικό σπίτι-, μάζεψε γύρω στα διακόσια τάλαντα και τα μοίρασε στους συμπολίτες του. Μια κοπέλα, η Ιππαρχία, αδελφή του κυνικού Μητροκλή (κι οι δυό ήσαν από τη Μαρώνεια), γοητεύτηκε κι αυτή από τα γράμματα. Ερωτεύτηκε τον Κράτη, τον τρόπο ζωής του και τη διδασκαλία του, και δεν είχε μάτια να κοιτάξει άλλους υποψήφιους μνηστήρες, οσοδήποτε πλούσιους, ωραίους ή ευγενείς. Γι’ αυτήν ο Κράτης ήταν το παν. Και μάλιστα απείλησε τους γονείς της ότι θα αυτοκτονούσε αν δεν την έδιναν σ’ αυτόν. Οι γονείς της παρακάλεσαν τον Κράτη να της αλλάξει μυαλά· εκείνος έκανε τα πάντα, αλλά μη μπορώντας να την μεταπείσει, σηκώθηκε, μάζεψε ό,τι υπάρχοντα είχε, τα ακούμπησε μπρος της και είπε: «Να ο γαμπρός, να κι η περιουσία του. Σκέψου και πά­ρε απόφαση. Γιατί δεν θα μπορέσεις να γίνεις συντρόφισσά μου αν δεν μοιραστείς μαζί μου αυτήν την κατάσταση».

Η κοπέλα έκανε την επιλογή της, φόρεσε τα ίδια ρούχα με τον άντρα της, βρισκόταν μαζί του στις δημόσιες εμφανίσεις και πήγαινε μαζί του στα δείπνα. Και όταν ο Θεόδωρος (ο επονο­μαζόμενος Άθεος), γυρνώντας προς το μέρος της είπε,

Ετούτη είναι που παράτησε τον αργαλειό;

«Εγώ είμαι Θεόδωρε», του λέει. «Μήπως σου φαίνεται πως ήταν λάθος η απόφασή μου να αφιερώσω στην παιδεία το χρόνο που θα σπαταλούσα πλάι στον αργαλειό;» Αυτά και μυριάδες άλλα αποδίδονται στη φιλόσοφο.

Αναφέρεται και ένα βιβλίο του Κράτη με τίτλο Επιστολές., στο οποίο εκφράζονται εξαίρετες φιλοσοφικές απόψεις, στο ύφος του Πλάτωνα. Έχει γράψει και τραγωδίες μεγαλόπρεπου φιλοσοφικού χαρακτήρα. Ένα μικρό δείγμα γραφής του είναι το παρακάτω:

Πατρίδα μου δεν είναι ένας πύργος ή μια στέγη αλλά η γης ολάκαιρη είναι πόλη μου και σπιτικό μου είμαι έτοιμος να ζήσω κοντά σας.

Πέθανε σε μεγάλη ηλικία και τάφηκε στη Βοιωτία.
(Δ.Λ. VI 87, 97-98).

ΠΗΡΑΜΕ ΜΙΑΝ ΙΔΕΑ από την κυνική φιλοσοφία· αν και ήταν περισσότερο τρόπος ζωής παρά φιλοσοφία. Η μεγαλύτερη αδυναμία της είναι ακριβώς ο «κυνισμός» της: τούτη η απόρριψη των συμβάσεων, που αφήνει το κορμί γυμνό και εκτεθειμένο στους τσουχτερούς ανέμους της πραγματικότητας και διακηρύσσει ότι η σεμνότητα, η ευπρέπεια και η ολιγολογία δεν είναι παρά υποκρισίες που οι έντιμοι άνθρωποι οφείλουν να περιφρονούν. Αυτή είναι η διδασκαλία του intellectus sibi permissus (νου επιτρέποντος), που απορρίπτει όλους τους νόμους που δεν εγκρίνει η καθαρή νόηση. Η αμείλικτη λογική του κυνισμού έχει κάποιο μεγαλείο και μπορεί ίσως να βρει υπερασπιστές. Αλλά λίγοι απ’ αυτούς ακλουθούν τρόπο ζωής σύμφωνο με τις αρχές του -κι αυτό τελικά είναι και η καταδίκη του. Ο διανοούμενος μπορεί, την ώρα που επιχειρηματολογεί, να λησμονεί ότι τα συναισθήματα και οι συμβάσεις έχουν δικαιώματα, έστω και δύσκολο να οριστούν, που η λογική δεν μπορεί να τα σφετεριστεί χωρίς να απογυμνώσει τη ζωή. Όμως το θυμάται στην καθημερινότητά του και διαψεύδει τη θεωρία με τις ίδιες τις πράξεις του. Πέρα απ’ αυτό, όμως, οι Κυνικοί παρείχαν μεγάλη υπηρεσία στην ανθρωπότητα. Και εδώ, όπως και σε τόσες και τόσες άλλες περιπτώσεις, οι Έλληνες βρήκαν, αιώνες νωρίτερα, ένα δρόμο που οι μεταγενέστερες εποχές έμελλε να ανακαλύψουν και πάλι. Με όλες τις υπερβολές του, ο Κυνισμός περιέχει έναν πυρήνα αλήθειας και ανταποκρίνεται σε μία μόνιμη ανάγκη του ανθρώπινου πνεύματος. Γι’ αυτό και τον συναντάμε με διαφορετικές μορφές σε πολλές χώρες. Οι Κυνικοί είναι πνευματικοί συγγενείς του Ινδού φακίρη, του αναχωρητή της ερήμου, του επαίτη μοναχού, του Ρουσσώ στη μοναξιά του ερημητηρίου του, του Πωλ Θορώ στα δάση του Walden· κάτι από τους Κυνικούς θα βρούμε σ’ όλους τους νομάδες του κόσμου, στους πλάνητες και ανέστιους από δική τους επιλογή.
---------------- 
[*]  Μυθικός βασιλιάς που κυκλοφορούσε μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο.

Παραλογισμός

Χάνουμε τη μπάλα όταν δημιουργούμε ψεύτικα είδωλα. Και έχουμε δημιουργήσει πολλά! Αυτό που με προβληματίζει περισσότερο είναι η αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να σκεφτεί με την κοινή λογική του, να δει το προφανές, να έχει αυθεντική, δική του σκέψη.

Αυτά είναι τα δεσμά! Τίποτ’ άλλο!

Αφορά φυσικά κάθε θέμα που θα θελήσουμε να δούμε, κάθε πτυχή της ζωής μας, κάθε τι που μας απασχολεί ως «πρόβλημα». Αφορά τα πάντα γιατί αφορά τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Πώς να μείνει οτιδήποτε έξω από αυτό;

Ένα απλό παράδειγμα, από τα χιλιάδες που μπορεί κάποιος να αντιληφθεί παρατηρώντας από κάποια «απόσταση» τον κόσμο, είναι η εμμονή και ο φόβος που επικρατεί για τη διατροφή.

Παραδείγματα παράλογης σκέψης είναι ότι από τη μια λέει κάποιος «δεν είμαστε οι σκέψεις μας», γιατί έτσι του έμαθε η σύγχρονη «επιστήμη» και «νέα τάξη πραγμάτων» να σκέφτεται (ή μάλλον να πιπιλά) και από την άλλη, ο ίδιος λέει παρακάτω, «είμαστε ό,τι τρώμε». Ποτέ δεν συνδέει τα δυο και ποτέ δεν φτάνει πέρα από αυτό που του έχουν επιβάλει κάποιος άλλος να πιστεύει.

Η αυθεντική σκέψη δεν μπορεί ποτέ να είναι προϊόν απλής υιοθέτησης άποψης, κάποιας αποσπασματικής «αλήθειας».

Όμως η δημιουργική σκέψη είναι ανασφαλής. Δεν έχει δεδομένα και ασφάλειες αφού χρειάζεται να προχωρήσεις πέρα από το γνώριμο για να διερευνήσεις και να εξετάσεις αντικειμενικά ό,τι σε απασχολεί. Η αλήθεια υπάρχει φυσικά και δεν είναι σχετική. Αλλά με προβληματίζει (πολύ) η αδυναμία του σύγχρονου, «πολιτισμένου» ανθρώπου να σκέφτεται ορθά…

Οι μόνες «απόψεις» που σ’ ενδιαφέρουν ούτως ή άλλως είναι οι δικές σου. Αυτές υποστηρίζεις σε κάθε ευκαιρία, αυτές αμφισβητείς μόλις βρεις ένα άλλο είδωλο, χωρίς ποτέ να αντιλαμβάνεσαι την εσωτερική σου αμφιβολία. Και εκεί ακριβώς είναι το ζητούμενο. Πώς αποκτάς αυτεπίγνωση; Πώς πατάς γερά στα δικά σου πόδια; Πώς βγαίνεις από τον λαβύρινθο των απόψεων, των πεποιθήσεων και πώς αποκτάς γνώση; Πώς ζεις τη ζωή σου με σοφία και σύνεση… ανεξάρτητα από απόψεις;

Πότε θα θέσεις όλ' αυτά τα ερωτήματα, σοβαρά, στον εαυτό σου... ζητώντας απαντήσεις;

Τι δίνεις, τι παίρνεις;

Αν δεν δώσεις δεν παίρνεις. Αν δεν προσφέρεις πρώτα, δεν λαμβάνεις.

Είναι Νόμος. Όχι των ανθρώπων φυσικά, όχι του τρόπου σκέψης που μάθαμε να ακολουθούμε και να υπηρετούμε.

Πόσο πρέπει να δώσεις προτού τελικά πάρεις; Τι πρέπει να δώσεις για να λάβεις; Δεν είναι εγωιστικό να περιμένεις να λάβεις;

Πιθανόν, όσοι είναι οι άνθρωποι, τόσες είναι και οι παρανοήσεις σχετικά με μια ακόμα «αλήθεια» (πεποιθήσεις) που δεν τολμά ο φοβικός άνθρωπος να αμφισβητήσει.

Το πρόβλημα με αυτά τα «άρθρα» είναι ότι δεν μπορούν να έχουν απαντήσεις, έτοιμες θεωρίες να ακολουθήσει ο οποιοσδήποτε. Σκοπός τους είναι μόνο να προβληματίσουν, αλλά ούτε και αυτό το πετυχαίνουν… ακόμα ή τουλάχιστον στον βαθμό που θα το ήθελα!

Γιατί; Το γιατί είναι σχετικά απλό!

Δεν έχουμε ακόμα καταλάβει πόσο άμεσα συνδεδεμένοι είμαστε, πόσο άθελά μας επηρεάζουμε ο ένας τον άλλον και τον κόσμο γύρω μας… είτε το λέμε θεωρητικά είτε όχι.

Η πιο ισχυρή δύναμη που υπάρχει είναι η δύναμη του Ατόμου. Ένα Άτομο - Άνθρωπος στα εκατομμύρια που υπάρχουν. Μόνο ένας! Ο κάθε ένας!

Όταν το αντιλαμβάνεσαι αυτό για πρώτη φορά βιωματικά, τότε συνειδητοποιείς την τεράστια (σχεδόν ασήκωτη) ευθύνη που έχεις και ταυτόχρονα την απέραντη γαλήνη, ελευθερία και ευκαιρία που διαθέτεις για να εκδηλώσεις αυτό που μπορείς να είσαι πραγματικά!

Τα ερωτήματα που θέτω κατά καιρούς δεν είναι για φιλοσοφικές συζητήσεις του καναπέ. Θα μπορούσαν να γεμίσουν δε τόνους βιβλίων και πάλι δεν θα καταλάβαινες τίποτα, αν δεν μάθεις να σκέφτεσαι για τον εαυτό σου. Μόνος, ελεύθερος, με πληρότητα, ευθύνη, χαρά και έξω, τελείως από τα όρια…

Τα μόνα ερωτήματα που μ’ ενδιαφέρουν, είναι αυτά που δημιουργούν ζωή.