Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Η Πολιτεία του Σπινόζα – Η Λογική στην Εξουσία

Ο Σπινόζα που διαβάζουμε στο έργο «Πολιτεία – Πολιτική Πραγματεία» δεν είναι ο αφαιρετικός μεταφυσικός της «Ηθικής», αλλά ένας οξύνους πολιτικός στοχαστής που απευθύνεται σε προβλήματα της εποχής του. Προβάλλει εδώ τη λογική σαν τον κατεξοχήν οδηγό οργάνωσης και διακυβέρνησης του κράτους. Ακόμα κι αν το πολίτευμα είναι η βασιλεία, πρέπει να ακολουθεί της επιταγές της λογικής, ειδάλλως σφάλλει, και αν η Πολιτεία δεν έχει νόμους που συνάδουν με τους φυσικούς νόμους της λογικής, πρέπει να βλέπουμε σ’ αυτήν όχι κάτι που ανήκει στη φύση, αλλά μια χίμαιρα. (4.4)
 
Αν πούμε πως η Πολιτεία έχει δικαίωμα να διατάξει τους πολίτες να κάνουν αυτό που η ανθρώπινη φύση αποστρέφεται, όπως να μην αποφύγει τον θάνατό του, να σκοτώσει τους αγαπημένους του, να γίνει μάρτυρας εναντίον του εαυτού του, είναι σαν να λέμε ότι ένας άνθρωπος έχει το δικαίωμα να είναι παράφρων ή να παραληρεί. «Με ποιες υποσχέσεις ή ποιες απειλές ένας άνθρωπος θα μπορούσε να αγαπήσει εκείνο που μισεί ή να μισήσει εκείνο που αγαπά;» (3.8). Αυτό που κάνει τους ανθρώπου καλούς πολίτες είναι η ανικανότητα να ζήσουν μόνοι τους, η ελπίδα ότι μια καλή Πολιτεία θα τους χαρίσει την ελευθερία και την ειρήνη και ο φόβος αντιποίνων αν δεν υπακούσουν στις προσταγές της. «Εκείνοι που δεν έχουν ούτε φόβο ούτε ελπίδα δεν εξαρτώνται παρά από τους ίδιους τους εαυτούς τους και είναι εχθροί του κράτους, στους οποίους έχουμε το δικαίωμα να επιβάλλουμε έναν καταναγκασμό.» (3.8). Οπότε από τη μια ο εξουσιαστής πρέπει να σεβαστεί τις ανάγκες των πολιτών του και από την άλλη οι πολίτες οφείλουν να υπακούν στους νόμους. «Κάθε πολίτης εξαρτάται όχι από τον ίδιο τον εαυτό του, αλλά από την Πολιτεία, στις ρητές διαταγές της οποίας  είναι υποχρεωμένος  να υπακούει…ακόμα κι αν ο υπήκοος κρίνει άδικες τις διαταγές της πολιτείας, είναι ωστόσο υποχρεωμένος να υποτάσσεται σε αυτές.» (3.5)
 
Σε επίπεδο κρατών, ο Σπινόζα πρότεινε τη συνεργασία, πάντα με οδηγό τη λογική και την αναγκαιότητα. «Αν δύο Πολιτείες θέλουν να αλληλοβοηθούνται, θα έχουν μαζί περισσότερη δύναμη και άρα περισσότερα δικαιώματα» (3.12). Η συνθήκη θα διατηρείται όσο καιρό ισχύει η αιτία που τη συνέστησε, δηλαδή είτε ο κίνδυνος ενός κακού ή η ελπίδα μιας ωφέλειας, αλλιώς η καθεμιά έχει δικαίωμα να σπάσει τη συμφωνία. «Όσο περισσότερες χώρες υπάρχουν που συμφωνούν για την ειρήνη, τόσο λιγότερο η καθεμιά από αυτές είναι επίφοβη στις άλλες». (3.16)
 
«Αν μια Πολιτεία παραπονιέται πως εξαπατήθηκε, δεν μπορεί να καταγγείλει το νόμο της ομόσπονδης Πολιτείας, αλλά να μέμφεται μάλλον τη δική της επιπολαιότητα: εμπιστεύθηκε τη σωτηρία της σε μια άλλη ανεξάρτητη Πολιτεία, για την οποία η σωτηρία του δικού της κράτους είναι ο υπέρτατος νόμος.» (3.14)
 
Στη συνέχεια, ο Σπινόζα απευθύνεται στο πρόβλημα του πώς θα εναρμονιστούν οι ανάγκες και οι επιθυμίες των πολιτών με τις επιταγές του κράτους. “Η πείρα έχει διδάξει στους πολιτικούς ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι, θα υπάρχουν προβλήματα» (1.2)
 
«Ένα πράγμα είναι βέβαιο, ότι οι άνθρωποι είναι αναγκαστικά υποταγμένοι σε αδυναμίες, είναι φτιαγμένοι κατά τέτοιον τρόπο, που νοιώθουν οίκτο για εκείνους που βρίσκονται στη δυστυχία, ζήλεια για εκείνους που απολαμβάνουν την ευτυχία, ότι φέρονται πολύ περισσότερο προς την εκδίκηση παρά προς τον οίκτο, επιπλέον ο καθένας επιθυμεί να ζουν και οι άλλοι σύμφωνα με την δική του διάθεση, να εγκρίνουν εκείνο που αυτός ο ίδιος εγκρίνει, ν’ απορρίπτουν εκείνο που αυτός ο ίδιος απορρίπτει.» (1.5)
 
Ο Σπινόζα θεωρεί ότι σκοπός του κράτους είναι να μετριάσει αυτές τις φυσικές αδυναμίες των πολιτών, να τους κάνει να παραμερίσουν τα πάθη τους και να ενστερνιστούν τη λογική. Μόνο αυτός που ζει κάτω από την καθοδήγηση της λογικής μπορεί να αποκαλεστεί ελεύθερος. Ακόμα κι αν ο δεσπότης καταφέρει να ελαχιστοποιήσει τη βία και την ανυπακοή, αν το καταφέρει αυτό μόνο εξαναγκαστικά, το κράτος θα πρέπει να αποκαλείται «ερημιά», όχι Πολιτεία, και οι πολίτες καταντούν δούλοι και βάρβαροι, όχι ελεύθεροι υπήκοοι.
 
Το όραμα του Σπινόζα για μια ιδεατή κοινωνία, αφορά μια δυναμική σχέση μεταξύ υπηκόου και εξουσιαστή, όπου «οι άνθρωποι δε γέννιουνται πολίτες, γίνονται» (5.2) και «η ειρήνη δεν είναι η απλή απουσία πολέμου, είναι μια αρετή, γιατί η υπακοή είναι μια σταθερή θέληση να κάνεις εκείνο που πρέπει να γίνει σύμφωνα με το κοινό δίκαιο της Πολιτείας.» (5.4). Η ειρήνη δεν πρέπει να είναι αποτέλεσμα μιας αδράνειας των υπηκόων που οδηγούνται σαν κοπάδι. Αυτοί που νομίζουν ότι ένας μόνο άνθρωπος μπορεί να έχει το υπέρτατο δικαίωμα στην Πολιτεία διαπράττει μεγάλο λάθος, καθώς η δύναμη μόνο ενός ανθρώπου είναι αδύνατον να κρατήσει ένα τόσο μεγάλο βάρος.
 
Έτσι, «το κράτος που νομίζουμε πως είναι απόλυτα μοναρχικό, είναι στην πραγματικότητα αριστοκρατικό, κι αυτό όχι με φανερό τρόπο, αλλά καμουφλαρισμένο, και γι’ αυτό είναι κακό.» (6.5). Εφόσον οι καλοί πολίτες (αυτοί που υπακούν στη λογική) είναι σπάνιοι και ο βασιλιάς θα θέλει να κρατήσει την εξουσία του, θα φοβάται περισσότερο τους εσωτερικούς εχθρούς παρά τους εξωτερικούς, με αποτέλεσμα να καταπιέζει τους πολίτες.
 
Χρησιμοποιεί την ιστορία με τον Οδυσσέα και τις σειρήνες, όπου αυτός είχε δώσει εντολή στους συντρόφους του να τον δέσουν στο κατάρτι και όσο κι αν τους διέταζε να τον ελευθερώσουν στο κάλεσμα των σειρήνων, να μην τον υπακούσουν. Έτσι και ο μονάρχης δεσμεύεται από τους νόμους που βρήκε όταν πήρε την εξουσία, γιατί οι πολίτες έχουν συμφωνήσει να του δώσουν αυτήν την εξουσία στη βάση αυτών των νόμων. «Πρέπει κάθε νόμος να εκφράζει μια θέληση του βασιλιά, αλλά όχι και κάθε θέληση του βασιλιά να έχει ισχύ νόμου.» (7.1). Ακόμα και ένας βασιλιάς περιορίζεται από τους νόμους του κράτους, και οι πολίτες οφείλουν να μην τον υπακούσουν όταν αυτός διατάζει κάτι που είναι ενάντιο σε αυτούς.
 
Αφού λοιπόν ο μονάρχης δεν μπορεί να κυβερνήσει εντελώς μόνος του και οι ενέργειές του πρέπει να μην είναι ανεξέλεγκτες, θα περιβάλλεται από συμβούλους, οι οποίοι είναι πολίτες από κάθε φυλή ή τάξη πολιτών που θα τον βοηθούν να παίρνει αποφάσεις αλλά και στους οποίους θα λογοδοτεί. Επειδή όμως ο εγωισμός είναι σύμφυτος με τον άνθρωπο, αναφέρει κάποιους κανόνες που θα ισχύουν στη λειτουργία και των συμβούλων. Δεν πρέπει να εκλέγονται ισόβια, διαφορετικά το πλειοψηφούν μέρος του πληθυσμού δε θα είχε καμιά ελπίδα να φτάσει σε αυτή την τιμή. Επιπλέον αυτοί, μην έχοντας να φοβηθούν τιμωρία από διαδόχους, θα φέρονταν όσο δεσποτικά τους επέτρεπε η ασυδοσία τους. Η θητεία τους πρέπει να είναι μικρή για να αποτρέπεται και η διαφθορά τους με δωροδοκίες. (7.13)
 
Επίσης, όταν πράττει ο βασιλιάς, είτε ωθούμενος από φόβο προς τη μάζα του πληθυσμού είτε επειδή θέλει να πάρει με το μέρος του την πλειοψηφία των υπηκόων του είτε ακόμα κι αν πράττει από γενναιοψυχία για το δημόσιο συμφέρον, πάντα θα δίνει ισχύ νόμου στη γνώμη που έχει η πλειοψηφία, έτσι ώστε όσο το δυνατόν να τον ακολουθήσει το σύνολο των πολιτών. (7.11)

Εν τέλει, η ιδανική μοναρχία του Σπινόζα προσομοιάζει αρκετά τη δημοκρατία. Φαίνεται να θεωρεί ότι η δύναμη της πλειοψηφίας είναι εγγενές χαρακτηριστικό της Πολιτείας και αυτή είναι που δίνει στο πολίτευμα δικαιοδοσία, γιατί η πλειοψηφία έχει τη δύναμη, και η δύναμη δίνει το δικαίωμα. Παρατηρούμε στη συνέχεια τη σκέψη του να απομακρύνεται από τη μοναρχία προς την αριστοκρατία, σαν μια βελτιωμένη μορφή πολιτεύματος.


Τα μέσα που έχει ένας παντοδύναμος βασιλιάς για να κυριαρχήσει μας τα έδειξε ο Μακιαβέλι, που μάλλον ήθελε να μας δείξει πόσο πρέπει να προφυλάσσεται ο πληθυσμός από το να αφήνει τη σωτηρία του σε έναν μόνο άνδρα, ο οποίος ή θα πρέπει να είναι αφελής και να νομίζει πως είναι αρεστός σε όλους ή θα πρέπει συνεχώς να φοβάται κάποια ενέδρα και επαγρυπνώντας για τη δική του σωτηρία να καταπιέζει το λαό, παρά να επαγρυπνεί για αυτόν. (5.7)

Στην αριστοκρατία έχουμε περισσότερο έλεγχο του εξουσιαστή και μεγαλύτερη διάχυση της πολιτικής εξουσίας. Αντί να υπάρχει ένας μονάρχης που ελέγχεται από τους Συμβούλους, η εξουσία και η θέσπιση νόμων ανήκει σε μια πολυάριθμη Σύνοδο που εκφράζει σε μεγαλύτερο βαθμό τη βούληση ολόκληρου του λαού.

Οι Σύνοδοι δεν χρειάζονται σύμβουλους όπως ο βασιλιάς και η λειτουργία τους διαιωνίζεται, καθώς η θητεία των μελών τους δεν είναι μεγάλη, σε αντίθεση με τον βασιλιά που είναι θνητός. Μαζί με τον βασιλιά πεθαίνει και η Πολιτεία κατά κάποιον τρόπο, και πρέπει τον διάδοχό του να τον δεχτεί εκ νέου ο λαός, για να έχει πραγματική εξουσία. Σε περίπτωση ασθένειας του μονάρχη, ή μεγάλης ηλικίας, ή παράλογων μεταβολών στη βούλησή του, η νομοθεσία υποφέρει κάτω από την πλήρη εξουσία του. Καθώς οι νόμοι είναι «η ψυχή του κράτους» (10.9), αυτό θα είναι πιο σταθερό χάρη στη συνέχεια που διατηρεί η Σύνοδος με την αέναη εναλλαγή των μελών της (8.3), σε σχέση πάντα με το τη μοναρχία.
 
Όμως οι νόμοι παραβιάζονται εύκολα, όταν αυτοί που πρέπει να τους τηρήσουν είναι ακριβώς εκείνοι που είναι σε θέση να τους παραβιάσουν. Χρειάζεται μια δικλείδα ασφαλείας, ένα δεύτερο συμβούλιο Συνδίκων που θα επαγρυπνεί ώστε να μην παραβιάζονται οι βασικοί νόμοι του κράτους που αφορούν τη Σύνοδο και τους δημόσιους υπαλλήλους. Οι Σύνδικοι αυτοί θα εκλέγονται ισόβια για να μην φοβούνται ανταπόδοση από τους διαδόχους τους (που αναγκαστικά θα ανέρχονταν από δημόσια αξιώματα) και θα πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους ένα μέρος στρατιωτικής δύναμης υπό τις διαταγές τους. (8.19) (8.23)
 
Ένα τρίτο όργανο του κράτους στην αριστοκρατία είναι η Γερουσία, που έχει το δικαίωμα να καθορίζει τον τρόπο διάθεσης των φόρων, να στέλνει πρεσβευτές όπου κρίνει ότι χρειάζονται, να δίνει οδηγίες στο στρατό και να κηρύττει πόλεμο. Πρέπει σε αυτούς λοιπόν να δίνεται τέτοια αμοιβή ώστε να τους συμφέρει η ειρήνη και όχι ο πόλεμος. Η αμοιβή τους πρέπει να είναι ποσοστό των εξαγόμενων προϊόντων, δεδομένου ότι εν καιρώ πολέμου το εμπόριο μειώνεται. (8.19) (8.31)
 
Τα μέλη των οργάνων αυτών, σύμφωνα με τον Σπινόζα, είναι υποχρεωμένοι να συγκεντρώνονται και να συγκροτούν συμβούλιο, και οι απουσιάζοντες τιμωρούνται με σημαντικό χρηματικό πρόστιμο. Ειδάλλως, πολλοί θα παραμελούν τις κρατικές υποθέσεις για να ασχοληθούν με τις ιδιωτικές τους. (8.16)
 
Σε μια τελευταία αξιολόγηση της αριστοκρατίας σε σχέση με τη μοναρχία, ο Σπινόζα αναφέρει ότι μπορεί μεν οι αμοιβές των μελών της Συνόδου, των Συνδίκων και των Γερουσιαστών να είναι μεγάλο έξοδο για το κράτος, αλλά η αυλή του βασιλιά είναι αιτία για μεγαλύτερες δαπάνες και που μάλιστα δεν έχουν στόχο την διαφύλαξη της ειρήνης. Επίσης, σε μια μοναρχία όλο αυτό το χρήμα πηγαίνει μόνο σε ένα μικρό μέρος του πληθυσμού, ενώ στην αριστοκρατία σ’ έναν μεγάλο αριθμό ατόμων. Επιπλέον, ο βασιλιάς και η αυλή του δεν σηκώνουν οι ίδιοι το βάρος των εξόδων αυτών, ενώ η Σύνοδος, οι Σύνδικοι και οι Γερουσιαστές, που πάντα στην αριστοκρατία εκλέγονται μεταξύ των πιο πλούσιων, σηκώνουν μεγάλο μερίδιο των δημοσίων δαπανών.
 
Τέλος, τα οικονομικά βάρη σε μια μοναρχία, προέρχονται περισσότερο από μυστικές δαπάνες του βασιλιά που δεν απαιτείται η δικαιολόγησή τους, παρά από φανερές. (8.31)
 
Οι νόμοι παρόλα αυτά, είναι δυνατόν να νικηθούν, και ο μεγάλος εχθρός για τον Σπινόζα είναι ο φόβος. «Όσο καλά κι αν είναι ρυθμισμένη η Πολιτεία, όσο εξαίρετοι οι θεσμοί της, στις στιγμές της αγωνίας, όταν όλοι καταλαμβάνονται από τον πανικό, κάνουν ό,τι τους επιβάλλει ο φόβος και παραδίδονται στον μόνο άνθρωπο, γνωστό για τις ικανότητές του, με τον οποίο κατανικιέται ο φόβος, χωρίς να ενδιαφερθούν ούτε για το μέλλον ούτε για τους νόμους, και όλων τα πρόσωπα στρέφονται προς τον άνδρα που τον ανέδειξαν οι νίκες του. Τον βάζουν πάνω από τους νόμους, παρατείνουν την εξουσία του και του εμπιστεύονται όλα τα δημόσια πράγματα.» (10.10)
 
Η απάντηση που δίνει ο Σπινόζα είναι ότι σε μια Δημοκρατία δεν μπορεί ο φόβος να οδηγήσει σε τέτοια αποτελέσματα, καθώς σε μια Δημοκρατία δεν μπορεί ένας μόνο άνδρας να έχει μια φήμη τόσο λαμπρή που να στραφούν όλοι προς αυτόν. Αναγκαστικά θα έχει πολλούς ανταγωνιστές που θα έχουν από πολλούς οπαδούς ο καθένας. (10.10)
 
Δυστυχώς ο Σπινόζα πέθανε πριν εμβαθύνει στο δημοκρατικό πολίτευμα όσο στο μοναρχικό και το αριστοκρατικό, οπότε η Πολιτική του Πραγματεία έμεινε ημιτελής. Μπορούμε όμως να διακρίνουμε σε αποσπάσματα καθ’ όλη την έκταση του κειμένου την προτίμησή του για τη δημοκρατία. Ακόμα και στα απολυταρχικά καθεστώτα παρουσιάζει την χρησιμότητα ύπαρξης δημοκρατικών στοιχείων.
Όταν δικαιολογεί την αναγκαιότητα ύπαρξης της Συνόδου στη διαδικασία της νομοθεσίας, και σαν μέσο αποκέντρωσης της εξουσίας από τον βασιλιά στους εκλεκτούς αριστοκράτες, γράφει: «Αν υπάρχει μια απόλυτη εξουσία, δεν είναι παρά εκείνη που κατέχει όλος ο λαός.» (8.3). Οι διαφορές στην ικανότητα μεταξύ ατόμων και η αγραμματοσύνη εμφανίζονται μόνο επειδή ο λαός κρατιέται σε άγνοια για τα σημαντικά θέματα του κράτους (7.4). Διαφορετικά, «η φύση είναι η ίδια για όλους και κοινή σε όλους» (7.27)
 
Θεωρεί ότι οι ικανότητες ενός μόνο άνδρα δεν είναι αρκετές για να οδηγήσουν την Πολιτεία στην ειρήνη. «Το πνεύμα των ανθρώπων, πραγματικά, δεν είναι πάρα πολύ οξύ για να μπορούν να εμβαθύνουν σ’ όλα τα ζητήματα με μιας, αλλά συζητώντας και ακούγοντας, οξύνεται, και όλο και ψάχνοντας, οι άνθρωποι βρίσκουν τελικά τη λύση που αναζήτησαν και που εξασφαλίζει την επιδοκιμασία όλων.» (9.14)
 
 «Η θέληση μιας Συνόδου αρκετά πολυάριθμης, θα καθοριστεί λιγότερο από την όρεξη παρά από τη λογική» (8.6). Οι συλλογικές αποφάσεις σπρώχνουν τους ανθρώπους στην κοινή κατευθυντήρια λογική σκέψη και στο να «επιθυμούν το καλό, ή τουλάχιστον αυτό που φαίνεται ότι είναι καλό» (8.6)
Περαιτέρω, σε προηγούμενο έργο του, τη «Θεολογικό-Πολιτική Πραγματεία», γράφει:
 
«Σε μια δημοκρατία υπάρχει μικρότερος κίνδυνος για μια κυβέρνηση να φερθεί ανορθολογικά, καθώς είναι πρακτικά αδύνατο για την πλειοψηφία μιας συνέλευσης, αν είναι κάποιου μεγέθους, να συμφωνήσει στην ίδια ανοησία.»
 
«Αυτό το σύστημα διακυβέρνησης (η δημοκρατία) είναι αναμφίβολα το καλύτερο και τα μειονεκτήματά του είναι λιγότερα επειδή είναι πιο κοντά στην ανθρώπινη φύση.»
 
Όσο για τη θρησκεία; Ο Σπινόζα ήταν σφοδρός υποστηρικτής της ανεκτικότητας. Εκκλησίες δεν πρέπει να χτίζονται με έξοδα του κράτους,  αλλά με έξοδα εκείνων που τους δόθηκε η ελευθερία να ασκούν όποια θρησκεία είναι της αρεσκείας τους, εφόσον δεν είναι επαναστατικές και δεν καταστρέφουν τα θεμέλια της Πολιτείας. (6.39)

Δεν γίνεται να αρέσουμε σε όλους

Δεν είναι μόνο ανέφικτο αλλά και επικίνδυνο… Μήπως βάζετε τις ανάγκες των άλλων, πάνω από τις δικές σας;

Μήπως καταβάλετε όλες σας τις δυνάμεις για να «αρέσετε» και να ευχαριστείτε τους άλλους; Έχετε χρησιμοποιήσει εκφράσεις όπως «θέλω οι άλλοι να είναι καλά», «κάνω τα πάντα για να είναι οι δικοί μου ευτυχισμένοι»;

Όλα αυτά, είναι καταστάσεις, οι οποίες ποτέ δεν θα σας δώσουν αυτό που πραγματικά θέλετε.

Έχει αποδειχθεί, ότι η αυτοβεβαίωση σας δεν χρειάζεται όλα αυτά για να αισθανθείτε καλά. Για πολλούς από εμάς έχει σημασία να κάνουμε καλή εντύπωση στους άλλους, να μας συμπαθούν, να μας επικροτούν, και προκειμένου να το καταφέρουμε, βάζουμε πάνω από όλα τους άλλους!

Θυμηθείτε όμως, ότι  δεν μπορείτε να είστε εκεί για όλους! Δεν μπορείτε να τους κάνετε όλους ευτυχισμένους!

Οι λόγοι είναι πολύ απλοί:
  1. Όλοι έχουμε διαφορετικές προσωπικότητες. Δεν μπορούμε να συμφωνούμε σε όλα.
  2. Έχουμε μεγαλώσει και γαλουχηθεί διαφορετικά. Ότι πρεσβεύει ο ένας, δεν σημαίνει ότι μπορεί να το αποδεχτεί και ο άλλος.
  3. Δεν είναι απαραίτητο να προσφέρεις κάτι παραπάνω από αυτό που ήδη προσφέρεις στους άλλους. Κάποιοι είναι και ολιγαρκείς.
  4. Όλοι οι άνθρωποι δεν σε ξέρουν όσο πρέπει, ούτε εσύ αυτούς.
  5. Η ζωή δεν είναι αγώνας δρόμου, δεν έχει να αποδείξεις τίποτα σε κανέναν.
Δεν μπορείτε να είστε φίλη, μέντορας, σύντροφος, συνεργάτης, επαγγελματίας, αδελφή, κόρη, ξαδέρφη για όλους!!!

Δεν μπορείτε να αρέσετε σε όλους! Ούτε εσάς σας αρέσουν όλοι!

Σταματήστε λοιπόν να ανησυχείτε τόσο πολύ. Η προσπάθεια μας να «αρέσουμε» ή να «ευχαριστήσουμε» τους άλλους, μπορεί να προκαλέσει σημαντικές συναισθηματικές διακυμάνσεις, οι οποίες θα:
  1. Σε εξαντλήσουν! Κάποια στιγμή θα αντιληφθείς ότι έχεις κουραστεί τόσο πολύ, χωρίς φυσικά να έχεις επιφέρει το «επιθυμητό» αποτέλεσμα.
  2. Σε εκνευρίσουν! Γιατί απλά, στην προσπάθεια σου να «ικανοποιήσεις» τους ανθρώπους τα αρνητικά ή αδιάφορα μηνύματα, θα σε φτάσουν στα όριά σου – κάτι σαν «Έκανα τόσα για σένα, και δεν εκτίμησες τίποτα!».
  3. Σε καταθλίψουν! Να τι συμβαίνει, όταν δεν πετυχαίνεις τον στόχο σου. Απογοητεύεσαι, στεναχωριέσαι, χάνεις την εμπιστοσύνη σου προς τους άλλους χωρίς λόγο.
  4. Θα σε απογοητεύσουν, απλά γιατί κάποιοι θα σε απορρίψουν.
  5. Και φυσικά θα σε αγχώσουν!
Είναι βέβαιο ότι για όλους μας υπάρχει κάποιος εκεί έξω που δεν του αρέσουμε ή τον έχουμε απογοητεύσει. Αλλά από την άλλη πλευρά, την θετική πλευρά, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που σε αγαπάνε, που αν δεν ήσουν εσύ δεν θα ήταν ευτυχισμένοι, που σε εμπιστεύονται και ενδιαφέρονται, και που θα μπορούσαν να γίνουν χαλί να τους πατήσεις.

Ας κάνουμε λοιπόν ότι μπορούμε καλύτερο για να συνεχίσουμε να προχωρούμε μπροστά με λιγότερες διπλές σκέψεις και προβληματισμούς.

Πάρτε την κατάσταση στα χέρια σας και μην επιτρέψετε στον εαυτό σας, να πει «ναι», απλά για να ευχαριστήσει τους υπόλοιπους. Στο κάτω κάτω, σε όποιον αρέσουμε!

Μπορείς αυτό που δεν φανταζόσουν ποτέ ότι θα μπορέσεις

Είναι αυτές οι στιγμές που σε τρομάζει η ζωή. Είναι αυτές οι στιγμές που η πραγματικότητα που ζεις σε σκοτώνει. Που η αλήθεια σου είναι το μαχαίρι που σε ξεκοιλιάζει. Στιγμές που νιώθεις τόσο πολύ φοβισμένος, τόσο πολύ τρομαγμένος από αυτά που βιώνεις, που θες να εξαφανιστείς στην πιο απόμακρη γωνιά της γης.

Φοβάσαι τόσο πολύ και θες να γίνεις ένα μικρό, τόσο δα σποράκι για να μη σε βλέπει κανείς. Στιγμές που ο πόνος της ψυχής σου είναι τόσο ασύλληπτα μεγάλος που σε κάνει να θέλεις να επιστρέψεις ξανά μέσα στην κοιλιά της μάνας σου. Να κρυφτείς μέσα στην μήτρα της και να κοιμάσαι κουλουριασμένος, ασφαλής, γαλήνιος ,μακριά από τις σκληρές και ωμές αλήθειες της ζωής. Από αυτές τις στιγμές, τις δυσκολότερες της ζωής σου, ανακαλύπτεις πόση δύναμη, μεγαλείο και αντοχές έχεις.

Μαθαίνεις ότι ο άνθρωπος τα αντέχει σχεδόν όλα. Ότι όλοι μας, μέσα μας κουβαλάμε θεριό και Θεό μαζί. Μαθαίνεις, ότι ο άνθρωπος είναι καμωμένος για τα δύσκολα, είναι καμωμένος για να δώσει τις πιο σκληρές μάχες. Μέσα στον ανεμοστρόβιλο, μέσα στην καταιγίδα μαθαίνεις να είσαι θαρραλέος. Μαθαίνεις ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να σταματήσει η καταιγίδα και ότι το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να κάνεις υπομονή και να περιμένεις να σταματήσει. Αποδέχεσαι το πρόβλημα, την πληγή σου και υπομένεις, φροντίζεις τον εαυτό σου για όσο χρόνο χρειάζεται για να ξανασταθεί στα πόδια του. Αγαπάς όλο και πιο πολύ εσένα.

Ανακαλύπτεις ότι μπορείς να λυτρωθείς από τον πόνο που νιώθεις, βασιζόμενος μόνο στις δικές σου δυνάμεις χωρίς τα δεκανίκια κάποιου άλλου. Ανακαλύπτεις ότι μόνο εσύ έχεις την ευθύνη για να γιατρέψεις τις πληγές σου. Μόνο εσύ μπορείς να διώξεις τους φόβους που σε κρατάνε φυλακισμένο. Μπορείς να ξεπεράσεις ότι σε κάνει να υποφέρεις και να διώξεις ότι σου σιγοτρώει την ψυχή. Μπορείς να σκοτώσεις όλες τις σκέψεις-παράσιτα που σου ρουφάνε το μυαλό.

Θέλεις δε θέλεις, πρέπει να αντικρίσεις και να αντιμετωπίσεις όλες τις ανυπόφορες, φρικτές αλήθειες που στοιχειώνουν μέσα σου. Να δεις ξεκάθαρα τις αδυναμίες σου και τις ήττες σου. Πρέπει παρά το βάρος του πόνου που κουβαλάς, να γίνεις ακροβάτης, για να μη πέσεις στο κενό της κόλασης που κοχλάζει μέσα σου και σε καίει. Πρέπει να αντέξεις για να ξεσκίσεις, να σκάψεις όλα τα σκοτεινά κλειδαμπαρωμένα κομμάτια της ψυχής σου για να μπορέσεις να δεις πόσο δυνατή είναι. Σκάβοντας φτάνεις στην αλήθεια, στην πηγή της ζωής.

Σκάβεις και σκαλίζεις πολύ βαθιά μέσα στην ψύχη σου για να ανακαλύψεις ποιος είσαι. Πρέπει να την γδάρεις, να την ματώσεις..για να δεις πόσα αξίζεις. Για να δεις ότι μπορείς να λάμπεις μέσα στο σκοτάδι. Για να δεις ότι μπορείς να νικήσεις, ότι μπορείς να σταματήσεις να συντηρείς,να θρέψεις με το αίμα σου, τον φόβο σου που σε κρατάει αλυσοδεμένο. Για να δεις ότι μπορείς να καταφέρεις πολλά παραπάνω από όσα νόμιζες ότι μπορείς. Είσαι εσύ ο καπετάνιος. Μόνο εσύ! Σε όλες τις φουρτούνες.

Τρως απανωτά χαστούκια και δεν προλαβαίνεις να πεις «πόνεσα». Και ναι! Αντέχεις. Χωρίς ανάσα. Και συνεχίζεις… Και προχωράς. Μόνο εσύ μπορείς να σώσεις την ψυχή σου και την ζωή σου. Κανένας άλλος. Μπορείς μόνος να παλέψεις με τους πιο απροσπέλαστους ωκεανούς και τους πιο σκοτεινούς βυθούς. Μπορείς… Επιτέλους μπορείς αυτό που δεν φανταζόσουν ποτέ ότι θα μπορέσεις.

Αν δεν καώ εγώ –αν δεν καείς εσύ- πως θα γενούνε τα σκοτάδια φως;

Τον πιο παλιό καιρό ζούσε εδώ μία κοινότητα Ανθρώπων. Γύρω απ’τις τρεις μεριές του οικισμού, ήταν το Μαύρο Δάσος. Και από την τέταρτη, η απέραντη στέπα. Για πολύ καιρό ο ήλιος έλαμπε και ο ουρανός ήταν γαλάζιος, και έτσι οι Άνθρωποι ήταν γενναίοι και ευτυχισμένοι.

Μα κάποια μέρα, ήρθανε απ’την στέπα άλλοι Άνθρωποι, πιο νέοι, πιο βάρβαροι, πιο δυνατοί και έδιωξαν τους πρώτους, βαθιά μέσα στο Μαύρο Δάσος. Έλη τους περικύκλωσαν και βάλτοι και το σκοτάδι ήτανε πυκνό. Άρχισαν να πεθαίνουν, ο ένας μετά τον άλλο, απ’τα κουνούπια και τον μολυσμένο αέρα. 
Τότε, γυναίκες και παιδιά, αρχίσανε τους θρήνους και όλοι μαζί καθίσαν να σκεφτούν σαν τι θα κάνουν.
 
– Δυό δρόμοι ανοίγονται για μας.
  • Ο ένας, προς τα πίσω. Μα εκεί, βρίσκονται οι δυνατοί εχθροί μας.
  • Ο άλλος μπροστά, πέρα απ’τα Μαύρα Δάση, εκεί που τα μεγάλα δέντρα, με τα πανίσχυρα κλωνιά τους αγκαλιάζονται κι οι κόμποι απ’τις γυμνές τους ρίζες βυθίζονται βαθιά, στη λιπαρή τη λάσπη.
Και το σκοτάδι ήταν πυκνό και τα μεγάλα δέντρα –δέντρα πέτρινα- στεκόντουσαν βουβά και ακίνητα, μέσα στο μαύρο θάμπος και πιο σφιχτά πλησίαζαν το να το άλλο, τριγύρω στους Ανθρώπους. Μα εκείνοι είχαν συνηθίσει την απλωσιά της στέπας και πιο πολύ τους στένευε το Δάσος, παρά θηλιά κρεμάλας στο λαιμό τους.
 
Και η Ώρα χτύπησε Έντεκα. Και όμως, κάποτε ήταν δυνατοί και θα μπορούσαν να νικήσουν. Μα τώρα, κάτω απ’τα πυκνά κλαδιά, χάθηκε η ψυχή και –ίσως- το σώμα. Και οι θρήνοι γέννησαν την Φρίκη. 
Και οι Μάνες κλαίγανε τους πεθαμένους. Και οι ζωντανοί αλυσοδέθηκαν από τον Φόβο. Λόγια δειλίας άρχισαν να ακούγονται μέσα στο Δάσος. Και ήθελαν στους εχθρούς να παν και γονατίζοντας να τους προσφέρουν τη λευτεριά τους.
 
Και είπε ο Ντάνκο:
-Σύντροφοι, δεν κυλάει η πέτρα με την σκέψη μόνο. Όποιος δεν κάνει τίποτε, δεν του συμβαίνει τίποτε. Γιατί να σπαταλιέται η δύναμή μας στον καημό; Πάμε στο Δάσος και ας το περάσουμε ως πέρα. Σίγουρα θα 'χει κάποιο τέλος. Όλα στον Κόσμο έχουν ένα τέλος. Εμπρός λοιπόν!
-Οδήγησε μας, με μια φωνή είπανε όλοι. Και ξεκίνησαν.

Και σε κάθε βήμα, ο Βάλτος –άπληστο σάπιο στόμα- καταβρόχθιζε Ανθρώπους. Σαν φίδια απλωθήκανε παντού οι ρίζες και κάθε βήμα το πληρώνανε με αίμα. Περπάτησαν πολύ καιρό και όλο πύκνωναν τα σκοτάδια. Κουράστηκαν και άρχισαν να γκρινιάζουν για τον Ντάνκο και έλεγαν πως, άδικα, νέος και άπειρος τους έσυρε εδώ κάτω –κι ας είχαν όλοι τους συμφωνήσει.
 
Και κάποτε, στο Δάσος μπόρα ξέσπασε. Και έγινε το σκοτάδι πιο μαύρο και απ’της Κόλασης τις νύχτες. Μα ο Ντάνκο περπατούσε πάντα εμπρός. Και τα κλαδιά των δέντρων τους κυκλώσανε. Και κεραυνοί σκίζανε τον αιθέρα. Όλο δυνάμεις και πιο λίγες τους απόμεναν. Μα εκείνος περπατάει πάντα μπρος –«ένας αυτός, και ζει για χίλιους». 
Τσάκισαν και έχασαν το θάρρος τους και ρίξανε το φταίξιμο στον Ντάνκο.
 
-«Σας οδηγώ εγώ», μας είπες! -Σας οδήγησα. Μα εσείς; Σέρνεστε όλο πιο πολύ στη λάσπη, μπουσουλώντας με τα τέσσερα, σαν ζώα. Σκοτείνιασαν τα μάτια τους και φάνηκε μέσα σ’ αυτά η λάμψη του θανάτου. «Κοίτα τους», μονολόγησε, «πριν όλοι φίλοι, τώρα όλοι τους θηρία» και λάμψανε τα μάτια του σαν φάροι. Και βλέποντάς το αυτό, σκέφτηκαν πως τρελάθηκε και πως, γι' αυτό -έτσι ζωηρά- φλογίστηκε η ματιά του και φυλάχτηκαν. Και σαν κοπάδι λύκων –που θήραμα μυρίστηκε- μαζεύτηκαν, γιατί περίμεναν πως θα ριχτεί πάνω τους πρώτος. Και άρχισε να στενεύει γύρω του ο κλοιός. Και αυτός κατάλαβε τη σκέψη τους και η σκέψη γέννησε στην φλογερή καρδιά του το παράπονο. Και όλο το Δάσος άρχισε να ψέλνει το μαύρο, πένθιμο τραγούδι του. Και ο κεραυνός βροντάει και η βροχή πέφτει ασταμάτητα.
 
Αν δεν καώ εγώ –αν δεν καείς εσύ- πως θα γενούνε τα σκοτάδια φως;» φώναξε, κι απ’ τη Βροντή πιό δυνατά. Και έσκισε με τα χέρια του το στήθος του και έβγαλε από μέσα την καρδιά του και την κρατάει ψηλά, απ’ τα κεφάλια πάνω των Ανθρώπων. Αναλαμπάδιασε η Καρδιά –σαν ήλιος- και το σκοτάδι διαλύθηκε μέσα στο φως. Και οι Άνθρωποι –κατάπληκτοι- μαρμάρωσαν.
 
-Εμπρός, φωνάζει ο Ντάνκο και ρίχνεται μπροστά, στην πρωτινή του θέση, ψηλά κρατώντας την Φλεγόμενη Καρδιά του -που φώτιζε την Μοίρα των Ανθρώπων. Τον ακολούθησαν σαν μαγεμένοι. Το Δάσος αντιβούιζε έκπληκτο, μα η βοή του πνίγηκε στον Ήχο των Χρωμάτων. Και τώρα πέθαιναν, μα πέθαιναν δίχως παράπονα και παρακάλια. Έτρεχαν γρήγορα μπροστά, με γενναιότητα  το Φως του Φάρου ακολουθώντας –την Καρδιά του. Και ο Ντάνκο πάντα προχωρούσε προς τα εμπρός και η Φλόγα της Καρδιάς του όλο φούντωνε και φούντωνε. Και τέλειωσε το Δάσος. Και έμεινε πίσω τους, βουβό. Και στα λιβάδια πέρα, στη μεγάλη στέπα σαν ξεμύτισαν, λούστηκαν ξαφνικά από ηλιόφως και καθαρό αέρα ξεπλυμένο απ’ την βροχή. Και έλαμψε ο ήλιος και πέρα, το ποτάμι, σαν φιδίσιο σώμα αντιφέγγισε. Σουρούπωνε. Κατά το λιόγερμα, άρχισε να φαντάζει κόκκινο –σαν αίμα- το ποτάμι. Και εκείνος, χαμογέλασε περήφανα.
 
Και έγινε η Ώρα, Δώδεκα. Στο χώμα πέφτει και η Μάνα Γη προστάζει, και λουλούδια τον αγκάλιασαν. Και δεν τον πρόσεξε κανείς πού έπεσε κάτω. Και μόνο η γενναία του Καρδιά ακόμα άναβε. Και ένας, την πρόσεξε. Και –φοβισμένος- με το πόδι του την πάτησε. Και η Φλογερή Καρδιά του Ντάνκο, χάθηκε για πάντα.»

Μαξίμ Γκόργκι: Η φλογερή καρδιά του Ντάνκο και άλλα διηγήματα.
Το παραμύθι αυτό θεωρείται ένα από τα καλύτερα κείμενα του κλασικού Σοβιετικού συγγραφέα. Βεβαίως, ο συμβολισμός του παραπέμπει ευθέως στο γνωστότερο μύθο του Προμηθέα δεσμώτη.

Ας καούμε δυνατά

Πολλά έχουν ειπωθεί, από αρχαιοτάτων χρόνων για την ψυχή, κανένας όμως δεν μπορεί να καυχηθεί πως έχει την ακριβή περιγραφή της.

Πού βρίσκεται η ψυχή μέσα στο ανθρώπινο σώμα, πως δεν είναι μέσα σε αυτό, αλλά αντίθετα εκείνη το περιέχει μέσα της και το ανασυνθέτει συνεχώς. Στην επόμενη ερώτησή «πόση είναι η έκταση της ψυχής γύρω από το σώμα» και πόσο απέχει η μία ψυχή από την άλλη, η απάντηση είναι πως δεν υπάρχουν όρια. Πως όλα είναι ένα...

Μια μεγάλη φωτιά. Οι φλόγες που ανεβαίνουν με διάφορα σχήματα και χρώματα είμαστε εμείς οι άνθρωποι, σκέφτηκα. Ο καθένας ξεχωριστός και διαφορετικός, αλλά όλοι μας φλόγες της ίδιας φωτιάς. Ξεκινάμε από την κοινή φωτιά, ξεχωρίζουμε, μεγαλώνουμε και γινόμαστε καπνός...Μια ανακύκλωση μέσα στο σύμπαν...

Αν είναι έτσι, αν μια φλόγα είναι η ζωή μας, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον, από ετούτη τη χρονιά, να είναι μια μεγάλη φλόγα... ψηλή, δυνατή, μια φλόγα που λικνίζεται και χορεύει παράγοντας ήχους, δημιουργώντας σχήματα ατέλειωτα, μέχρι να σβήσει και να γίνει καπνός... Να μην μείνει η ζωή μας σαν μια μικρή αδύναμη φλογίτσα που τρεμοσβήνει μέχρι να χαθεί...

Ας ζήσουμε κάθε στιγμή μας σαν να είναι η τελευταία. Ρουφώντας με κάθε ανάσα μας τη ζωή και τις χαρές της, αγαπώντας κάθε τι που έχει φτιάξει η φύση. Παραβλέποντας τις ασχήμιες που οι άνθρωποι με θεοποιημένη τη φτωχή λογική τους δημιούργησαν και δημιουργούν. Όσο πιο δυνατές και μεγάλες οι φλόγες, τόσο το φως τους θα διαλύει τα σκοτάδια. Ας καούμε δυνατά, με θόρυβο...να μην περάσουμε από τη ζωή απαρατήρητοι και δίχως να υπηρετήσουμε το Ερεβοκτόνο φως!

Τα προβλήματα που έχει κάποιος με άλλους, είναι προβλήματα που έχει με τον εαυτό του

Στην έρευνά μου ανακάλυψα ότι τα προβλήματα που έχει ένα άτομο με άλλους ανθρώπους είναι προβλήματα που έχει με την προσωπικότητά του, με το σώμα, τα συναισθήματα και το νου του.

Εάν καταχράστε το σώμα σας, καταχράστε τα σώματα άλλων.

Εάν καταχράστε τα συναισθήματά σας, καταχράστε τα συναισθήματα των άλλων.

Εάν καταχράστε το νου σας, καταχράστε το νου των άλλων.

Και αφού καταχραστείτε τους άλλους, οι άλλοι θα σας καταχραστούν και θα τους καταχραστείτε.

Αυτό θα συνεχιστεί για πάντα, μέχρι ένας από εσάς να έρθει στα λογικά του και να σταματήσει αυτό το άσχημο παιχνίδι.

Μερικές φορές η κατάχρηση του εαυτού δημιουργεί έναν τεράστιο φόβο, έναν φόβο που γεννιέται μέσα μας.

Αυτός ο φόβος είναι το αποτέλεσμα της απόσυρσης του εαυτού μας.

Ο εαυτός μας αποσύρεται προσωρινά λόγω των καταχρήσεών μας και αυτό μας οδηγεί σε κατάθλιψη και φόβο.

Χρησιμοποιούν τον Σοφοκλή για να θεραπεύσουν τους Αμερικανούς στρατιώτες

Ο Σοφοκλής δείχνει ότι υπάρχει μια εναλλακτική λύση που έγκειται στη δύναμη της ιστορίας: μια διαχρονική τεχνολογία τόσο ισχυρή όσο και οποιοδήποτε όπλο.

Έργα σαν τον Αίαντα, και άλλες ιστορίες πολέμου, από την αρχαία Ελλάδα, έχουν τη δύναμη να βοηθήσουν εκείνους των οποίων οι ζωές έχουν καταστραφεί από τον πόλεμο.

Όπως και οι περισσότεροι άνδρες πολίτες της γενιάς του, ο Σοφοκλής ήταν βαθύτατα εξοικειωμένος με τον πόλεμο και τη στρατιωτική ζωή, καθώς και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι βετεράνοι που επιστρέφουν από το μέτωπο.

Εκτός από τη συγγραφή τραγωδιών, όπως η Αντιγόνη, ο Σοφοκλής υπηρέτησε ως στρατηγός στον αθηναϊκό στρατό κατά τη διάρκεια του πολέμου, στο πλευρό του Θουκυδίδη.

Ένα από τα λιγότερο γνωστά έργα του, ο Αίας, εξερευνά τον ψυχολογικό αντίκτυπο του πολέμου σε πολλούς από εκείνους που έλαβαν μέρος. Ο Αίας που είναι γνωστός ως ο πιο σκληρός πολεμιστής στον ελληνικό στρατό, χάνει το δρόμο του κατά τη διάρκεια του 9ετούς Τρωικού Πολέμου, μετά τον θάνατο του στενού του φίλου, Αχιλλέα.

Προδομένος, προσπαθεί να δολοφονήσει τους διοικητές του, αποτυγχάνει, και-τελικά-αυτοκτονεί. Η τραγωδία απεικονίζει τα γεγονότα που οδήγησαν στην αυτοκτονία του Αίαντα, μεταξύ των οποίων, η ξέφρενη προσπάθεια της συζύγου του και των στρατευμάτων να παρέμβουν, πριν να είναι πολύ αργά.

Η τραγωδία δείχνει επίσης τις καταστροφικές επιπτώσεις που είχε ο θάνατός του στην οικογένεια και τους φίλους του, που επί σκηνής αντικατοπτρίζονται από τις θλιβερές κραυγές της συζύγου του, όταν ανακαλύπτει το σώμα του.

Μετά από μια παράσταση του Αίαντα σε μία βάση του Σώματος Πεζοναυτών στην Καλιφόρνια, ένα μυώδης λοχίας στάθηκε μπροστά σε περισσότερα από εκατό μέλη της μονάδας του και διστακτικά άρχισε να λέει την ιστορία του. «Δεν είχα καμία πρόθεση να μιλήσω σήμερα,» είπε. «Αλλά έχασα κάθε μέλος της ομάδας μου στο Αφγανιστάν. Και τους έχασα όλους, αφού γυρίσαμε και επέλεξαν να αυτοκτονήσουν».

Οποιαδήποτε άλλη μέρα, ο ίδιος δεν θα μπορούσε να μοιραστεί τα συναισθήματά του μπροστά στους υφισταμένους και τους υπόλοιπους συναδέλφους του. Αλλά μόλις είχε ακούσει τους ηθοποιούς να ζωντανεύουν τις αρχαίες λέξεις του Σοφοκλή.

Για έξι χρόνια, μια θεατρική ομάδα από την Αμερική, ταξιδεύει σε στρατιωτικές βάσεις σε όλο τον κόσμο για να παρουσιάσει αναγνώσεις των τραγωδιών του Σοφοκλή στους στρατιώτες, τους βετεράνους και τις οικογένειές τους ως καταλύτης για διάλογο σχετικά με τα ορατά και τα αόρατα τραύματα, μεταξύ των οποίων και ειλικρινείς συζητήσεις για την αυτοκτονία.

Η ομάδα κατάφερε να δημιουργήσει ένα κοινό λεξιλόγιο για να συζητούν οι εμπλεκόμενοι ανοιχτά τον πόλεμο και τις συνέπειές του. Στόχος ήταν να δημιουργήσει ένα ασφαλές περιβάλλον για τους στρατιώτες και τους αγαπημένους τους, ώστε να αρχίσουν να συμβιβάζονται με τις πολεμικές εμπειρίες τους υπό την παρουσία των συναδέλφων, των φίλων και των συγγενών τους.

Οι Έλληνες γνώριζαν ότι δεν ήταν ασφαλές να ξεσπάσουν σε κλάματα κατά τη διάρκεια της μάχης, αλλά ήξεραν επίσης ότι τα συναισθήματα που συνδέονται με τον πόλεμο δεν μπορούσαν να κρύβονται για πολύ. Έπρεπε να τα απελευθερώσουν όταν θα βρίσκονταν υπό την προστασία μιας συμπονετικής παρέας.

Στην αρχαία Αθήνα, όταν η στρατιωτική θητεία ήταν υποχρεωτική για όλους τους πολίτες, το να συγκεντρωθεί μια τέτοια κοινότητα ήταν λιγότερο προκλητικό από ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα, όπου λιγότερο από το ήμισυ του 1% του πληθυσμού των ΗΠΑ έχει υπηρετήσει στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.

Ο κεντρικός ήρωας Αίαντας, εκφράζει τον κίνδυνο της απομόνωσης. Το έργο βάζει το κοινό μέσα στο μυαλό ενός πολεμιστή που έχει τάσεις αυτοκτονίας, και καθιστά την αυτο-απομόνωση λογική διαδικασία της σκέψης του.

Κατά τη διάρκεια της σκηνής στην οποία ο μεγάλος πολεμιστής παίρνει τη δική του ζωή, βυθίζοντας στο σώμα του το σπαθί του Έκτορα (το όπλο του εχθρού του), ο Σοφοκλής καθαρίζει το χώρο, αφήνοντας τον Αίαντα μόνο του ώστε να αναμετρηθεί με τον εαυτό του, λίγα μόλις μέτρα από τους Αθηναίους στρατηγούς που κάθονται σε θρόνους κοντά στο μπροστινό μέρος του αρχαίου αμφιθεάτρου.

Το PTSD ( Μετατραυματικό σύνδρομο) χρονολογείται από την εποχή προ Χριστού. Μετά από μία άλλη πρόσφατη παράσταση του Αίαντα, ένας στρατιώτης σηκώθηκε και είπε, «Ήξερα ότι ο Αίας σκεφτόταν να αυτοκτονήσει όταν εξαπάτησε την οικογένεια και τα στρατεύματά του και αποχώρησε από την σκηνή του κραδαίνοντας ένα όπλο.

Αλλά δεν νομίζω να ήξερε ότι επρόκειτο να δώσει τέλος στη ζωή του μέχρι που έμεινε μόνος στους αμμόλοφους με τους θεούς του». Η λέξη κλειδί είναι «μόνος». Ως κοινωνία, παρά τις καλύτερες προθέσεις μας, έχουμε αφήσει πάρα πολλούς βετεράνους μόνους σε αμμόλοφους.

Ο Σοφοκλής δείχνει ότι υπάρχει μια εναλλακτική λύση που έγκειται στη δύναμη της ιστορίας: μια διαχρονική τεχνολογία τόσο ισχυρή όσο και οποιοδήποτε όπλο. Όπως είπε και ένας Αμερικανός στρατηγός σε μια κατάμεστη αίθουσα από ανώτερους αξιωματικούς και υπαλλήλους του Υπουργείου Άμυνας κατά τη διάρκεια μιας παράστασης στην Ουάσιγκτον, όπου είχε παιχτεί το αρχαίο έργο «Συμπαρασταθείτε στον ταλαιπωρημένο και πλήξτε τον άνετο»

Έργα σαν τον Αίαντα, και άλλες ιστορίες πολέμου, από την αρχαία Ελλάδα μέχρι σήμερα, έχουν τη δύναμη να βοηθήσουν εκείνους των οποίων οι ζωές έχουν καταστραφεί από τον πόλεμο. Αλλά υπάρχουν και πολλές άλλες προσεγγίσεις για τη διευκόλυνση της αφήγησης, οι οποίες λειτουργούν εξίσου καλά.

Η δημιουργία ασφαλών χώρων, όπως έκανε και ο Σοφοκλής, όπου οι βετεράνοι μπορούν να μοιραστούν τις ιστορίες τους, με ανθρώπους που έχουν ζήσει παρόμοιες εμπειρίες μπορεί να είναι το πρώτο βήμα για να μπορέσουμε να υποδεχθούμε τους πολεμιστές μας πίσω.

Ανακαλύφθηκαν οι πρώτοι μετεωρίτες με συστατικά της ζωής: το νερό και οργανικά μόρια

Δύο μετεωρίτες που είχαν πέσει ξεχωριστά στη Γη το 1998, ο ένας στο Τέξας και ο άλλος στο Μαρόκο, αφού προηγουμένως περιφέρονταν στη ζώνη των αστεροειδών μεταξύ Άρη-Δία επί δισεκατομμύρια χρόνια, βρέθηκαν τώρα να διαθέτουν στο εσωτερικό τους κάτι κοινό: αφενός νερό και αφετέρου ένα μείγμα πολύπλοκων οργανικών χημικών ουσιών όπως υδρογονάνθρακες και αμινοξέα.

Είναι οι πρώτοι μετεωρίτες που ανακαλύπτονται να έχουν και τα δύο θεμελιώδη συστατικά της ζωής: το νερό και οργανικά μόρια. Πρόκειται για την πρώτη ολοκληρωμένη χημική ανάλυση οργανικής ύλης και υγρού νερού μέσα σε κρυστάλλους, οι οποίοι υπάρχουν σε μετεωρίτες που βρέθηκαν στη Γη. Το παγιδευμένο νερό μέσα στους μετεωρίτες μπορεί να έχει την ηλικία του ηλιακού μας συστήματος, δηλαδή περίπου 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια.

Η ανάλυση της χημικής σύστασης των μικροσκοπικών έγχρωμων κρυστάλλων μέσα στους μετεωρίτες δίνει ενδείξεις και για τους πιθανούς «γονείς» των δύο περιπλανώμενων διαστημικών βράχων. Ίσως είναι η Δήμητρα, ο καφέ νάνος πλανήτης που αποτελεί το μεγαλύτερο σώμα στη ζώνη των αστεροειδών, ή ο αστεροειδής Ήβη, μια βασική πηγή προέλευσης των μετεωριτών που πέφτουν στον πλανήτη μας.

Οι επιστήμονες, με επικεφαλής την πλανητική επιστήμονα Κούινι Τσαν του Ανοιχτού Πανεπιστημίου της Βρετανίας και τον Ντέηιβιντ Κιλκόιν του Εθνικού Εργαστηρίου Μπέρκλεϊ του Υπουργείου Ενέργειας των ΗΠΑ, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Science Advances».

Οι κρύσταλλοι αλάτων είχαν μήκος μόλις δύο χιλιοστών. «Είναι σαν να βρίσκει κανείς μια μύγα μέσα σε κεχριμπάρι» δήλωσε ο Κιλκόιν, ο οποίος χρησιμοποίησε ισχυρά μικροσκόπια ακτίνων-Χ για να μελετήσει τους μετεωρίτες. Αν και τα ευρήματα δεν μπορούν να αποδείξουν την ύπαρξη ζωής πέρα από τη Γη, ενισχύουν τις πιθανότητες ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβαίνει ή να έχει συμβεί κάποτε. «Όλα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η προέλευση της ζωής κάπου αλλού, είναι πράγματι δυνατή» δήλωσε η Τσαν.

Πόσο αλλάζει η ψυχολογία μας με τις απότομες αλλαγές του καιρού;

Ερευνητές στην Γερμανία επιχείρησαν να προσδιορίσουν τον τρόπο που οι αλλαγές του καιρού επηρεάζουν την ψυχολογία του σύγχρονου ανθρώπου. Και δεν έμειναν απλά στο αν μια μέρα έχει ήλιο ή συννεφιά, αλλά εξέτασαν πιο αναλυτικά τις αλλαγές σε θερμοκρασία, ανέμους, ηλιοφάνεια, βροχόπτωση, χιόνι και ατμοσφαιρική πίεση.

Η έρευνα έγινε από το πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου και επικεφαλής της ήταν ο δρ Jaap Denissen. Σε αυτήν πήραν μέρος 1.233 συμμετέχοντες από 13 έως 68 ετών (μ.ο. ηλικίας 28 έτη) και η πλειοψηφία τους ήταν γυναίκες.

Οι συμμετέχοντες αρχικά συμπλήρωσαν ένα τεστ προσωπικότητας που τους αξιολόγησε σε επίπεδα εξωστρέφειας, νεύρωσης, του πόσο ανοικτοί είναι σε νέες εμπειρίες και σε άλλου παρόμοιους τομείς.

Στη συνέχεια, οι συμμετέχοντες έλαβαν οδηγίες να συμπληρώνουν καθημερινά ένα online “ημερολόγιο”, όπου απαντούσαν σε ερωτήσεις που αξιολογούσαν την κούραση και την θετική ή αρνητική τους διάθεση. Έτσι οι ερευνητές μπόρεσαν να διασταυρώσουν τις αλλαγές στην ψυχολογία με τις αντίστοιχες αλλαγές του καιρού.

Αυτό που διαπίστωσαν επιβεβαιώνει ότι ο καιρός επηρεάζει την ψυχολογία του ανθρώπου με συγκεκριμένο τρόπο.

Συγκεκριμένα βρήκαν ότι:
-Η θερμοκρασία, ο άνεμος και το φως του ήλιου βρέθηκαν να έχουν επιπτώσεις στην αρνητική διάθεση. Το φως του ήλιου φάνηκε να παίζει ρόλο στο πόσο κουρασμένοι δήλωναν οι συμμετέχοντες.
-Ο άνεμος είχε περισσότερο αρνητική επίδραση στη διάθεση κατά τη διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού από ό,τι το φθινόπωρο και το χειμώνα.
-Η αυξημένη ηλιοφάνεια βρέθηκε ότι μείωσε το πόσο κουρασμένοι δήλωναν οι συμμετέχοντες συγκριτικά με τις απαντήσεις τους τις ημέρες που έβρεχε.
-Όταν οι μέρες μικραίνουν, οι διαθέσεις μερικών ανθρώπων αλλάζουν λίγο προς το αρνητικό, ενώ άλλοι ανέφεραν ότι αυτή η αλλαγή τους δημιούργησε πιο θετικά συναισθήματα.

Οι ερευνητές επισήμαναν πάντως, ότι αυτές οι αλλαγές στην ψυχολογία ελέω των αλλαγών στον καιρό, ήταν υπαρκτές, αλλά όχι τόσο έντονες όσο, ίσως, αναμενόταν πριν την μελέτη.

Και πρόσθεσαν ότι όσων η ψυχική διάθεση αλλάζει προς το χειρότερο όταν η διάρκεια της ημέρας μικραίνει, μπορεί να είναι άνθρωποι που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για εποχιακή συναισθηματική διαταραχή.

Η έρευνα δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Emotion.

Ο Σωκράτης για το νόμο της φύσης και την αξία του φιλοσοφικού βίου

Αποτέλεσμα εικόνας«Δύο είναι οι τρόποι να προετοιμαστεί κάποιος για τη μέριμνα κάθε σώματος και ψυχής, ο ένας που συνδέεται με την ευχαρίστηση και ο άλλος με το καλό, που δεν δίνει ευχαρίστηση αλλά διεξάγει αγώνα»513d
 
Στη συνομιλία του Σωκράτη με τον Καλλικλή*, συγκρούονται δύο εντελώς διαφορετικές όψεις του πώς πρέπει να ζει ο άνθρωπος. Ο σοφιστής κατηγορεί τον Σωκράτη ότι υπερασπίζεται τον ανθρώπινο νόμο σε αντίθεση με το νόμο της φύσης, τον οποίο και πρέπει να ακολουθούμε. Υποστηρίζει ότι η δύναμη του ισχυρού καθορίζει ποιος είναι ανώτερος μεταξύ των ανθρώπων, ο οποίος πρέπει και να άρχεται αυτών. Όπως προείπε και ο Πώλος, η απόκτηση δύναμης είναι για τον ρήτορα η μεγαλύτερη απόδειξη μιας καλής ζωής, και άρα ο απόλυτος και μοναδικός στόχος του ιδανικού βίου.
 
«Σύμφωνα με τη φύση το ασχημότερο είναι αυτό που είναι και χειρότερο, το ν’ αδικείται κάποιος, ενώ σύμφωνα με το νόμο το ν’ αδικεί»483a. Σε αντίθεση, το κράτος δικαίου τιμωρεί τους άδικους και αυτούς που επιχειρούν και καταφέρνουν να αποκτούν πολλά και ζηλευτά αγαθά, ενώ προωθεί την κοινωνική ισότητα, ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ατόμου. Σε μια πολιτεία είναι οι πολλοί, οι μέτριοι, που ορίζουν τους νόμους εις βάρος των ισχυρών και άξιων, φοβερίζοντάς τους, «ώστε να μην πλεονεκτούν έναντι των ιδίων, λένε πως είναι άσχημο και άδικο να έχει κάποιος περισσότερα»483c. Βαφτίζουν την επιδίωξη του υπέρτερου άδικη, ώστε να έχουν όλοι τα ίδια αγαθά και δικαιώματα και έτσι να ικανοποιείται η δικιά τους κατωτερότητα. «Αυτοί που θεσπίζουν τους νόμους είναι οι αδύνατοι άνθρωποι και το πλήθος»483c.
 
Συνεχίζει: «Η ίδια η φύση όμως φανερώνει, νομίζω, τούτο, ότι δηλαδή είναι δίκαιο ο καλύτερος να πλεονεκτεί του χειρότερου και ο δυνατότερος του αδυνατότερου»483d. Στη φύση κρίνεται το δίκαιο του ισχυρότερου να άρχει και να πλεονεκτεί του κατώτερου, ενώ ο πιο αδύνατος οφείλει να υποκύπτει. Ο Καλλικλής παρομοιάζει τους ισχυρότερους με λιοντάρια που οι υπόλοιποι υποτάσσουν και υποδουλώνουν, λέγοντας πως καλό και σωστό είναι να θεωρούνται όλοι ίσοι μπροστά στη δικαιοσύνη. «Δεν αρμόζει στ’ αλήθεια σε άνδρα [ισχυρό] το πάθημα τούτο, το ν’ αδικείται, αλλά σε δούλο, για τον οποίο καλύτερο είναι να πεθάνει παρά να ζει»483b. Αν τυχόν υπάρξει κάποιος με ανώτερη φύση, και καταφέρει να αποσείσει όλα αυτά και να ξεφύγει από αυτούς τους παρά φύση νόμους, παρουσιάζεται «ο δούλος δικός μας κύριος», και σε αυτήν την περίπτωση έχουμε «έκλαμψη του δικαίου της φύσης»484a.
 
Ο Σωκράτης απαντάει με το μάλλον αυτονόητο της ισχύς του πλήθους. «Δεν είναι οι πολλοί υπέρτεροι του ενός σύμφωνα με τη φύση;»488d. Άρα, όσο ισχυρότεροι και να είναι οι λίγοι από τον καθένα του πλήθους, το πλήθος θα είναι ισχυρότερο των λίγων. Έτσι, οι νόμοι των πολλών είναι στην πραγματικότητα οι νόμοι που υπακούν στο δίκαιο της φύσης. «Οι νόμοι τούτων λοιπόν είναι κατά φύση καλοί, ως νόμοι των υπέρτερων»488e. Και η γνώμη που έχουν οι πολλοί, που είναι και υπέρτεροι, είναι πως δίκαιο είναι να θεωρούνται όλοι ίσοι.
 
Ο Καλλικλής τότε παραπονιέται, καθώς κατηγορεί τον Σωκράτη για λεξιθηρία και ότι αρπάζεται από μια λάθος έκφραση παριστάνοντας ότι έκανε μια σπουδαία ανακάλυψη (κάτι που σήμερα ονομάζουμε «σοφιστεία»). Αυτό που εννοούσε, λέει, είναι ότι τους ανθρώπινους νόμους τους αποφασίζουν οι αδύναμοι στο πνεύμα, και όχι κατ’ ανάγκη στο σώμα. «Σε περίπτωση που μαζευτεί συρφετός δούλων και κάθε λογής ανθρώπων ανάξιων για οτιδήποτε εκτός ίσως από τη σωματική ισχύ, και τούτοι ισχυριστούν κάτι, αυτό θα είναι και νόμος;»489c
 
Αυτό λοιπόν που λέει ο Καλλικλής είναι πως πρέπει να ακολουθούμε τους νόμους της φύσης και να υπερτερούν οι ισχυρότεροι, αλλά οι ισχυρότεροι όχι στο σώμα αλλά στη φρόνηση. Μπαίνοντας βέβαια εδώ στη διαδικασία να αξιολογήσει αυτούς που απαρτίζουν το πλήθος, εισάγοντας την έννοια της φρόνησης, δεν συνειδητοποιεί ότι μεταφέρει από μόνος του τη συζήτηση από το νόμο της φύσης σε κάποιου είδους κοινωνικό συμβόλαιο (δηλαδή σε αυτό που ουσιαστικά αντιτίθεται τόση ώρα), με τη διαφορά ότι τώρα το συμβόλαιο είναι δικής του επινόησης. Γιατί αν η φύση θεωρηθεί σαν κάτι ξεχωριστό από τους ανθρώπους, τότε οι νόμοι της δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν πρότυπο ταυτόχρονα με το κριτήριο που μας χωρίζει από αυτήν. Και τι άλλο είναι αυτό, από το ανθρώπινο πνεύμα; Γιατί λοιπόν εμείς, που έχουμε φρόνηση, να πρέπει να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της φύσης, αφού είναι η φρόνηση που λείπει από εκείνη;
 
Αν, από την άλλη, τα ζώα και οι άνθρωποι, μαζί με όλα τα άλλα, θεωρηθούν συνολικά ως «φύση», τότε νόμος της φύσης είναι το οτιδήποτε συμβαίνει˙ και ό,τι έχει συμβεί πρέπει να θεωρηθεί «φυσικό» και άρα, σύμφωνα με τον Καλλικλή, σωστό και δίκαιο. Άρα και οι ανθρώπινοι νόμοι, που εξ άλλου δημιουργήθηκαν μέσα στη φύση, τι άλλο είναι από κάτι «φυσιολογικό»;
 
Όπως μας έμαθε και ο διάλογος Ευθύφρων, η ηθική (και άρα οι ηθικοί, δίκαιοι νόμοι) δεν μας έρχεται έξωθεν, ούτε από τους θεούς ούτε από αλλού, αλλά είναι ευθύνη των ανθρώπων να κρίνουμε ποια συμπεριφορά και ποια πράξη είναι σωστή και δίκαιη. Η φύση ή οι θεοί μόνο απλοϊκά σαν άλλοθι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να επιβεβαιώσουν αυτό που εμείς αποφασίζουμε, και να ενισχύσουν την εφαρμογή ανθρώπινων νόμων όταν τους λείπει η έλλογη επιχειρηματολογία. Ο Καλλικλής άθελά του ακυρώνει όσα μέχρι τώρα έλεγε, βάζοντας όρους και περιορισμούς στη φυσική νομοτέλεια.
 
Ο Καλλικλής λοιπόν υποστηρίζει ότι πολλές φορές ένας με φρόνηση είναι υπέρτερος από ολόκληρα πλήθη χωρίς φρόνηση, οπότε το δίκαιο είναι αυτός να διοικεί και να έχει περισσότερα αγαθά από τους αρχόμενους. Τι θα γινόταν όμως, λέει ο Σωκράτης, σε μια κοινωνία όπου ο ένας είναι φρονιμότερος από όλους, ακόμα κι αν κάποιοι ήταν πιο αδύναμοί του και άλλοι ισχυρότεροι από αυτόν; Θα έπρεπε αυτός να έχει τη δυνατότητα απόκτησης περισσότερων αγαθών από τους άλλους (τρόφιμα, ενδύματα, υποδήματα, σπόρους) «ή επειδή είναι ηγέτης πρέπει όλα εκείνος να τα μοιράζει, ενώ ως προς την κατανάλωση και τη χρησιμοποίηση για τον εαυτό του να μη διαθέτει περισσότερα, αν δεν πρόκειται να ζημιωθεί, αλλά από τους μεν [αδύναμους] να έχει περισσότερα και από τους δε [δυνατότερους] λιγότερα˙ αν όμως συμβεί να είναι ο πιο αδύναμος απ’ όλους, τότε πρέπει να πάρει αυτός ο καλύτερος λιγότερο απ’ όλους;»490c.
 
Ο Καλλικλής χάνει την ψυχραιμία του λέγοντας πως ο Σωκράτης περιττολογεί μιλώντας για πράγματα άσχετα με αυτά που εννοεί αυτός: «Ποια υποδήματα; Φλυαρείς»490e. Όταν ο Καλλικλής μιλούσε για υπέρτερους εννοούσε «αυτούς που διαθέτουν φρόνηση ως προς τα δημόσια πράγματα, στον τρόπο σωστής διαχείρισης, και όχι απλώς φρόνηση αλλά και ανδρεία, όντας ικανοί να πραγματοποιούν όσα σκέπτονται και να μην αποσύρονται εξαιτίας ψυχικής μαλθακότητας»491b. Ο σοφιστής άλλη μια φορά, με το που βρίσκει δυσκολία να υπερασπιστεί τη θέση του, εισάγει καινούργιους όρους στη συζήτηση, αυτή τη φορά την ανδρεία και την ικανότητα στη διοίκηση της πόλης σαν χαρακτηριστικά του υπέρτερου.
 
Για να διοικήσει όμως κάποιος μια πόλη, πρέπει να ξέρει να κυβερνάει τον εαυτό του, «να είναι σώφρον και κυρίαρχος του εαυτού του, κυριαρχόμενος στις ηδονές και τις επιθυμίες του»491d. Ο Καλλικλής υποστηρίζει ότι αυτό (το να μετριάζει τις επιθυμίες του) είναι ισοδύναμο με το να είναι δούλος, πράγμα που θα τον απέτρεπε από το να είναι ευτυχισμένος και μεγάλος άνδρας. Η δυνατότητα να ικανοποιεί κάποιος τις επιθυμίες του είναι για τον Καλλικλή ένδειξη ελευθερίας και ανδρειοσύνης, οπότε οι επιθυμίες πρέπει να αφήνονται να μεγαλώνουν και να ικανοποιούνται χάρη στη φρόνηση και την ανδρεία του υπέρτερου. Αυτό οι πολλοί αδυνατούν να το κάνουν, και από ντροπή, για να κρύψουν την δικιά τους αδυναμία, λένε πως η ακολασία είναι κάτι άσχημο, ενώ επαινούν τη σωφροσύνη εξαιτίας της ανανδρίας τους. Για τον Καλλικλή λοιπόν, η σωφροσύνη και η δικαιοσύνη (νόμοι των ανθρώπων) είναι αίτια δυστυχίας, αφού αποτρέπουν τους ανδρείους από το να προσφέρουν στους εαυτούς τους και στους φίλους τους ό,τι επιθυμούν.
 
Για να δείξει ο Σωκράτης ότι η ικανοποίηση των επιθυμιών δεν μπορεί να θεωρηθεί μοναδικό κριτήριο για την ευτυχία, προτείνει ότι, σύμφωνα με τον Καλλικλή, αυτός που έχει ψώρα και ξύνεται ικανοποιώντας τη φαγούρα του πρέπει να θεωρηθεί ευτυχισμένος. Ο Καλλικλής, μάλλον απροσδόκητα, συμφωνεί λέγοντας πως αυτός που έχει ψώρα και ξύνεται ζει με ευχαρίστηση και άρα ζει ευτυχισμένα. Τι θα πρέπει όμως να πούμε για τους πρόστυχους και τους αισχρούς όταν έχουν σε αφθονία αυτά που χρειάζονται; Θα τους αναγνωρίσουμε ως ευτυχισμένους; Ο Καλλικλής, αν και προφανώς δυσφορεί, αισθάνεται αναγκασμένος να μείνει σταθερός σε αυτό που προείπε («για να μην αναιρεθεί ο λόγος μου»495a), και ο Σωκράτης αναρωτιέται αν υπάρχουν επιθυμίες που δεν είναι καλές.
 
Όπως είπε στον Πώλο προηγουμένως, οποιαδήποτε πράξη κάνει κάποιος την κάνει όχι για την ίδια την πράξη, αλλά για αυτό που θα κερδίσει κάνοντάς την. Αυτός που κάνει θαλάσσιο εμπόριο δεν ταξιδεύει επειδή του αρέσει το ταξίδι, αλλά για να αποκτήσει κέρδος από την αγορά και πώληση αγαθών. Είναι δηλαδή μια ωφέλιμη πράξη, αν και δεν προκαλεί ευχαρίστηση. Αντίστοιχα υπάρχουν πράξεις ευχάριστες που δεν προκαλούν ωφέλεια ή προκαλούν και βλάβες, όπως το κάπνισμα, που μπορεί να είναι ευχάριστο τη στιγμή που καπνίζει κάποιος, αλλά έχει βλαβερές συνέπειες. Η ικανοποίηση των επιθυμιών δεν εξασφαλίζει την ευτυχία.
 
Οι πιο πολλές πρακτικές, όπως η κιθαριστική, η αυλητική, ο χορός και η ποίηση, δεν ασχολούνται συνήθως με το να βελτιώνουν την ψυχή των ανθρώπων και να μεριμνούν γι’ αυτούς, αλλά αποβλέπουν μόνο στην ευχαρίστησή τους (ο Σωκράτης εδώ προφανώς κάνει αναφορά σε αυτούς που ενδιαφέρονται μόνο να ικανοποιήσουν τα γούστα του κοινού). Για να αναγνωρίσουμε λοιπόν τη ρητορική σαν ενάρετη ασχολία, πρέπει να βρούμε τον ρήτορα εκείνο που με τους λόγους του φροντίζει «να εισέλθει στις ψυχές των συμπολιτών του η δικαιοσύνη και ν’ αποβληθεί η αδικία, να εισέλθει η σωφροσύνη και ν’ αποβληθεί η ακολασία, να εισέλθουν οι άλλες αρετές και ν’ αποβληθούν οι κακίες»504e, ανεξάρτητα από το αν θα είναι ευχάριστα ή δυσάρεστα για τους ακροατές όσα λέει. Αυτού του είδους η ρητορική αποτελεί προπαρασκευή του πώς θα βελτιωθούν οι πολίτες ενώ η άλλη, που νοιάζεται μόνο να ευχαριστεί, αποτελεί κολακεία και άσχημη δημηγορία.
 
Πρέπει λοιπόν τις ψυχές που είναι φαύλες, άφρονες, ακόλαστες, άδικες ή ανόσιες, να τις αποτρέπουμε από τις επιθυμίες τους, και να τις προτρέπουμε να κάνουν όσα θα τις βελτιώσουν. Η αποτροπή από τις επιθυμίες τους όμως αποτελεί τιμωρία, η οποία βρέθηκε προηγουμένως με τον Πώλο ότι είναι ωφέλιμη σε αυτόν που τιμωρείται, κι ας αποτελεί ένα είδος «υποδούλωσης», ή περιορισμό της ελευθερίας.
 
«Όποιος θέλει να είναι ευτυχισμένος πρέπει, όπως φαίνεται, να επιδιώκει και ν’ ασκεί τη σωφροσύνη, ενώ από την ακολασία ν’ απομακρύνεται, όσο περισσότερο μπορούν τα πόδια του, και να καταρτίζεται έτσι, ώστε να μη χρειαστεί καθόλου να τιμωρείται. Αν όμως χρειαστεί ο ίδιος ή κάποιος άλλος από τους οικείους του ή ιδιώτης ή πόλη, πρέπει να επιβάλλεται τιμωρία και κολασμός, αν εννοεί να είναι ευτυχισμένος»507d.
 
Σύμφωνα με όσα λέει ο Καλλικλής όμως, αν κάποιος δεν θέλει να αδικείται, πρέπει να είναι τύραννος ο ίδιος ή φίλος της κρατούσας εξουσίας. Φίλοι, όπως λένε οι παλιοί, γίνονται οι όμοιοι, ενώ οι ανόμοιοι αδυνατούν να συμφιλιωθούν. Κι αυτό γιατί αν ένας πολίτης είναι δυνατότερος από τον τύραννο, ο τύραννος θα τον φοβάται και δεν θα μπορεί να τον έχει φίλο. Από την άλλη, αν κάποιοι είναι χειρότεροί του, θα τους περιφρονεί. Αν λοιπόν ένας νέος της πόλης σκεφτεί ότι θέλει να αποκτήσει δύναμη ή να μην αδικείται, θα πρέπει «να συνηθίσει τον εαυτό του να έχει τις ίδεις χαρές και λύπες με τον ηγεμόνα, και να προετοιμάζεται να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο όμοιος με κείνον»510d. Στην πραγματικότητα λοιπόν, η υπόδειξη του Καλλικλή οδηγεί μακριά από την ελευθερία και τον πλουραλισμό, αφού σκοπός των πολιτών θα είναι να μην εκτρέπονται από αυτά που ο ηγεμόνας θεωρεί καλά και ευχάριστα, αποφεύγοντας ιδιαιτερότητες που θα τους ξεχώριζαν από το κατεστημένο. Η πρακτική του Καλλικλή οδηγεί στον ολοκληρωτισμό και στον φόβο, που είναι εχθροί της ευτυχίας, και μετατρέπει το άτομο σε υποχείριο του τυράννου. Η θέληση για δύναμη οδηγεί, τελικά, στην υποταγή.
 
Ο Σωκράτης παρατηρεί ότι τόση ώρα που μιλάνε, «οι λόγοι μας αφορούν…τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ζει κάποιος. Με ποιον τρόπο, αυτόν με τον οποίο παρακινείς εσύ εμένα, πράττοντας δηλαδή τα έργα που αρμόζουν σε άνδρα, εκφωνώντας δημόσιους λόγους και ασκώντας τη ρητορική και πολιτευόμενος κατά τον τρόπο που εσείς πολιτεύεστε, ή με τον φιλοσοφικό τρόπο ζωής;»500c. Η επίθεση του Καλλικλή είναι εξ αρχής στραμμένη όχι μόνο στον Σωκράτη, αλλά στο ίδιο το φιλοσοφείν, υποστηρίζοντας ότι ο Σωκράτης θα έβλεπε την αλήθεια των λόγων του αρκεί να παρατούσε την ενασχόλησή του με τη φιλοσοφία, η οποία αρμόζει μόνο μέχρι κάποια ηλικία για τον άνθρωπο. «Όταν όμως δω κάποιον μεγαλύτερο ν’ ασχολείται ακόμη με τη φιλοσοφία και να μην απαλλάσσεται από αυτήν, νομίζω, Σωκράτη, πως ο άνθρωπος αυτός αξίζει να τιμωρηθεί με μαστίγωμα»485d. Αυτός καταντά άνανδρος και αποφεύγει τα κεντρικά σημεία της πόλης και την αγορά «κρυμμένος στην υπόλοιπη ζωή του, να ζει σε κάποια γωνιά με τρεις-τέσσερις νεαρούς, ψιθυρίζοντας και χωρίς ποτέ ν’ αρθρώνει λόγο ελεύθερου ανθρώπου, σπουδαίο και ικανοποιητικό»485de.
 
Ο νεαρός πολιτικάντης εναντιώνεται στη φιλοσοφία, λέγοντας ότι η πολλή σκέψη μπερδεύει το νου, καταλήγει σε λανθασμένα συμπεράσματα και οδηγεί τον άνθρωπο στην καταστροφή. Χωρίς τη ρητορική και μόνο με τη φιλοσοφία, του λέει, «θα ζαλιζόσουνα και θα έστεκες με ανοιχτό στόμα χωρίς να μπορείς να πεις τίποτα, και πηγαίνοντας στο δικαστήριο, αν τύχαινε να έχεις κατήγορο ιδιαίτερα φαύλο και μοχθηρό, θα καταδικαζόσουν σε θάνατο»486b, προοικονομώντας έτσι το τέλος του Σωκράτη, που στη δίκη του επέλεξε να μιλήσει με «απλά λόγια» χωρίς να παρακαλέσει τους δικαστές για επιείκεια χρησιμοποιώντας λόγο γραμμένο, από πριν όπως έκαναν οι περισσότεροι μισθώνοντας τις υπηρεσίες ρητόρων. Του προτείνει «να ζηλεύεις όχι τους άνδρες που καταπιάνονται με τα ασήμαντα τούτα, αλλά εκείνους που έχουν περιουσία, φήμη και άλλα πολλά αγαθά»486c.
 
Σύμφωνα με τον φιλοσοφικό βίο του Σωκράτη, για να αποφύγει κανείς να αδικηθεί, θα πρέπει να εργαστεί για να δημιουργήσει δίκαιους συμπολίτες. Ακόμα και ο Περικλής που θεωρείται από τους περισσότερους άξιος, μετά το θάνατό του κατηγορήθηκε από πολλούς, έστω άδικα. Στον βαθμό που δεν μπόρεσε να καλυτερεύσει τους πολίτες της Αθήνας ώστε να μην γίνουν άδικοι, μπορεί να θεωρηθεί ότι απέτυχε στο έργο του, αφού ο ρόλος του θα έπρεπε να είναι αυτός, να βελτιώσει την ψυχή των Αθηναίων. «Αν λοιπόν κάποιος απαλείψει αυτό ακριβώς, την αδικία, δεν υπάρχει φόβος ν’ αδικηθεί»520d. Γι’ αυτό και ο ίδιος πίστευε ότι ήταν ίσως ο μόνος που ασκεί την αληθινή πολιτική τέχνη, «μόνος ανάμεσα στους τωρινούς» (αν και θα πρέπει έτσι να συναχθεί ότι και αυτός απέτυχε, αφού θανατώθηκε από τους Αθηναίους που δεν μπόρεσε να κάνει δίκαιους).
 
Γιατί λοιπόν πολλοί σοφιστές παραπονιούνται ότι οι μαθητές τους δεν τους πληρώνουν ενώ έχουν παρακολουθήσει τη διδασκαλία τους; Αυτοί δεν ήταν που υποστήριζαν ότι μπορούσαν να διδάξουν την αρετή επί πληρωμή; Αν όμως οι μαθητές έκαναν την αδικία να μην πληρώσουν το αντίτιμο, οι δάσκαλοι πρέπει να κατηγορηθούν ότι απέτυχαν να δημιουργήσουν ενάρετους ανθρώπους.
 
Ο Σωκράτης ήξερε ότι αν παραπεμφθεί στο δικαστήριο από κάποιον φαύλο άνθρωπο («κανείς χρηστός άνθρωπος δεν θα δίκαζε κάποιον που δεν αδικεί»521d), δεν θα είχε να προσφέρει καμιά ηδονή, ευχαρίστηση και κολακεία στους δικαστές, και έτσι δεν θα ήταν παράδοξο να καταδικαστεί σε θάνατο, όπως και έγινε. Δεν ζήλευε όμως ούτε εκείνους που προσφέρουν τις ηδονές ούτε εκείνους που τις αποκτούν. «Αν επρόκειτο να πεθάνω, επειδή θα υστερούσα στην κολακευτική ρητορική, ξέρω καλά ότι θα μ’ έβλεπες να υπομένω εύκολα τον θάνατο»522d.
---------------
* Μαθητής του σοφιστή Γοργία, αργότερα θα ασχολούνταν με την πολιτική. Από πολλούς χαρακτηρίζεται παράδειγμα «ρεαλιστή» πολιτικού, κάτι σαν εκφραστή αυτού που αργότερα ονομάστηκε «ρεαλ-πολιτίκ». Η μοναδική πηγή για το πρόσωπό του είναι ο διάλογος Γοργίας του Πλάτωνα.
 
Πλάτων – Γοργίας (ή περί ρητορικής)