Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἀγαμέμνων (1090-1113)

ΚΑ. μισόθεον μὲν οὖν· πολλὰ συνίστορα, [στρ. γ] 1090
αὐτόφονα, †κακὰ καρτάναι†
ἀνδρὸς σφαγεῖον καὶ πέδον ῥαντήριον.
ΧΟ. ἔοικεν εὔρις ἡ ξένη κυνὸς δίκην
εἶναι, ματεύει δ᾽ ὧν ἀνευρήσει φόνον.

ΚΑ. μαρτυρίοισι γὰρ τοῖσδ᾽ ἐπιπείθομαι· [ἀντ. γ] 1095
κλαιόμενα τάδε βρέφη σφαγὰς
ὀπτάς τε σάρκας πρὸς πατρὸς βεβρωμένας.
ΧΟ. †ἦ μὴν κλέος σοῦ μαντικὸν πεπυσμένοι
ἦμεν· προφήτας δ᾽ οὔτινας ματεύομεν.

ΚΑ. ἰὼ πόποι, τί ποτε μήδεται; [στρ. δ] 1100
τί τόδε νέον ἄχος μέγα;
μέγ᾽ ἐν δόμοισι τοῖσδε μήδεται κακόν,
ἄφερτον φίλοισιν, δυσίατον· ἀλκὰ δ᾽
ἑκὰς ἀποστατεῖ.
1105 ΧΟ. τούτων ἄιδρίς εἰμι τῶν μαντευμάτων.
ἐκεῖνα δ᾽ ἔγνων· πᾶσα γὰρ πόλις βοᾷ.

ΚΑ. ἰὼ τάλαινα, τόδε γὰρ τελεῖς; [ἀντ. δ]
τὸν ὁμοδέμνιον πόσιν
λουτροῖσι φαιδρύνασα—πῶς φράσω τέλος;
1110 τάχος γὰρ τόδ᾽ ἔσται· προτείνει δὲ χεὶρ ἐκ
χερὸς ὀρεγομένα.
ΧΟ. οὔπω ξυνῆκα· νῦν γὰρ ἐξ αἰνιγμάτων
ἐπαργέμοισι θεσφάτοις ἀμηχανῶ.

***
ΚΑΣΣΑΝΤΡΑ
Α, α!
1090 Θεομίσητο σπίτι· και πόσα ξέρει
φονικά, σκοτωμούς από δικών χέρι,
ανθρωπομακελειό αιματοραντισμένο!
ΧΟΡΟΣ
Μοιάζει μύτη καλή σα σκύλα να ᾽χ᾽ η ξένη
και ψάχνει νά ᾽βρει εκεί που οσμίζεται το γαίμα.

ΚΑΣΣΑΝΤΡΑ
Γιατ᾽ έχω μάρτυρες, να ιδού ετούτα·
βρέφη που σκούζουν κάτω απ᾽ το μαχαίρι,
κρέατα ψητά, από τον πατέρα φαγωμένα.
ΧΟΡΟΣ
Τη μαντική σου είχαμε ακουστά τη φήμη,
όμως γι᾽ αυτά δε μας χρειάζονται προφήτες.

ΚΑΣΣΑΝΤΡΑ
1100 Αλί κι απ᾽ αλί! και το τί έχει στο νου της!
τί ᾽ν αυτό το καινούργιο κακό το μεγάλο,
το μεγάλο, που εδώ μέσα ετοιμάζει, κακό
για τους φίλους βαρύ
και δεν έχει γιατρειά
κι είναι κάθε βοήθεια μακριά.
ΧΟΡΟΣ
Αυτά σου τα μαντέματα δεν τα γνωρίζω·
τ᾽ άλλα τα ξέρω, τα φωνάζει κι όλη η χώρα.

ΚΑΣΣΑΝΤΡΑ
Αλί σου, αθλία· και το κάνεις αυτό;
τον άντρα, το δεξί σου το πλευρό,
τον βάζεις στο λουτρό — πώς να το πω το τέλος;
1110 μα όπου και να ᾽ναι γίνεται· κι απλώνει
χέρι το χέρι γοργό.
ΧΟΡΟΣ
Δε νιώθω ακόμα· κι ύστερ᾽ απ᾽ τα αινίγματά σου
τώρα απ᾽ τους σκοτεινούς σου τους χρησμούς τα χάνω.

Κράτα λίγες ώρες και για σένα

Ερωτευόμαστε. Ερωτευόμαστε δυνατά και τα δίνουμε όλα. Έτσι είναι ο άνθρωπος όταν τον χτυπήσει ο έρωτας και όλο αυτό μόνο όμορφο μπορεί να είναι.

Συμβαίνει αυτό και θέλουμε να μοιραζόμαστε με τον άλλο. Στιγμές, αγκαλιές, όνειρα, φιλιά, ιστορίες. Αν μπορούμε να τα μοιραστούμε όλα, τα μοιραζόμαστε. Το κρεβάτι, το φαΐ, τα ρούχα όλα είναι κοινά σε αυτή τη φάση. Θέλουμε να είμαστε μαζί με το ταίρι μας κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, συνέχεια. Εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Φουλ ωράριο με εθελοντικές υπερωρίες. Να τα κάνουμε όλα μαζί, πώς το λένε;

Κι είναι κάπου εκεί που μπερδεύονται τα μπούτια σου και χάνεις τον εαυτό σου. Εκτός όμως από τη ρομαντική πλευρά του πράγματος, που διόλου δεν την αμφισβητώ, υπάρχει κι η άλλη πλευρά. Αυτή που κοιτάς πίσω μετά από καιρό και δεν αναγνωρίζεις κιόλας τον ίδιο σου τον εαυτό. Βλέπεις ότι στην πορεία ίσως το παράκανες λιγάκι μ’ αυτά και μ’ αυτά.

Γιατί όσο υπέροχο και σημαντικό είναι να γνωρίζεις τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου και να θες να τα κάνεις όλα μαζί του, άλλο τόσο σημαντικό είναι να μη χάνεις τον εαυτό σου.

Να μη σταματάς να παλεύεις για τους στόχους σου, να μη σταματάς ν’ ασχολείσαι με αυτά που αγαπάς, να μην παραμελείς τους άλλους ανθρώπους στη ζωή σου, τους φίλους και την οικογένειά σου, να μη ξεχνάς τις συνήθειές σου. Να μη ξεχνάς ποιος είσαι τέλος πάντων.

Το να έχουν και οι δυο σε μια σχέση τον προσωπικό τους χρόνο είναι ζωτικής σημασίας για την ίδια τη σχέση. Είναι κάτι απόλυτα υγιές και αναμφισβήτητα της κάνει καλό. Ο ένας δίνει την ευκαιρία στον άλλο να του λείψει, να τον σκεφτεί, να τον ποθήσει. Να επιστρέψει, έχοντας γεμίσει μπαταρίες, ενέργεια και όρεξη. Έχοντας μαζέψει ιστορίες για να διηγηθεί στον άλλο. Του δίνει χώρο και χρόνο για να τον αναζητήσει με άλλα λόγια.

Το θέμα είναι ότι όσο ταιριαστοί και να είναι δύο άνθρωποι, ακόμη κι αν είναι ο ένας είναι τ’ άλλο μισό του άλλου δεν μπορεί να έχουν ακριβώς τις ίδιες συνήθειες, τα ίδια χόμπι, ν’ αγαπάνε ακριβώς τα ίδια πράγματα. Μπορεί να τα βρίσκουν στα περισσότερα αλλά να διαφέρουν σε κάτι μικρό, τόσο λογικό και καθόλου ανησυχητικό.

Σε αυτή την περίπτωση επειδή δεν είναι ίδιοι δε σημαίνει ότι πρέπει να θυσιάσουν αυτό το «διαφορετικό» και να πάψουν ν’ ασχολούνται μαζί του. Μπορούν απλά να συνεχίσουν να το κάνουν, δεν υπάρχει λόγος για τ’ αντίθετο.

Δεν είναι κρίμα να μετανιώσει άλλωστε κάποιος από τους δύο αργότερα για κάτι που δεν έκανε εξαιτίας της σχέσης του, κατηγορώντας την, ακόμη χειρότερα, γι’ αυτό; Γιατί δεν θα είναι η σχέση που θα φταίει ούτε ο σύντροφός σου. Θα φταίει πάντα ο εαυτός μας για όσα επιτρέψαμε να θυσιαστούν. Εσύ και οι επιλογές σου. Και αυτό είναι κάτι που θα μπορείς να το χρεώνεις εκ των υστέρων μόνο στον ίδιο σου τον εαυτό και σε κανέναν άλλο. Τίποτα δεν πρέπει να χρεώνεις στους άλλους, όταν η τελική απόφαση εξαρτάται από εσένα τον ίδιο.

Θα έρθουν στιγμές που ίσως να θέλεις να το φορτώσεις στον άλλο, ακόμη κι αν εκείνος δε σε πίεσε ποτέ, ακόμη κι αν ήταν δική σου προσωπική επιλογή. Ίσως να το συνδέσεις μάλιστα τόσο πολύ με τη σχέση σας και να σηκώνει αυτή το βάρος τελικά στο μυαλό σου ενώ θα πρέπει στην τελική να το φέρεις εσύ ο ίδιος.

Για όλα τα παραπάνω είναι όμορφο δυο άνθρωποι σε μια σχέση να γίνονται ένα, διατηρώντας όμως τις συνήθειες που ήδη έχουν. Ωραίο να συμβαδίζουν αλλά όχι απαραιτήτως να ταυτίζονται σε όλα. Να δίνουν χρόνο ο ένας στον άλλο να κάνουν αυτά που θέλουν γιατί το χρειάζονται. Γιατί το αξίζουν.

Αξίζει να δίνεις χρόνο σ’ εσένα και στις επιθυμίες σου, αφού με αυτόν τον τρόπο γίνεσαι πιο χαρούμενος και ολοκληρωμένος αφενός εσύ και αφετέρου η ίδια σου η σχέση. Αξίζει να μην καταπιέζεσαι, κάνοντας πράγματα που δε σ’ αρέσουν στ’ όνομα της συντροφικότητας και εις βάρος της θέλησής σου.

Μην ξεχνάς ότι «ό,τι είσαι», δίνεις στον άλλο. Χαρούμενος είσαι; Χαρά θα δώσεις. Ικανοποιώντας τον εαυτό σου, φέρεις άλλη ενέργεια, άλλον αέρα. Αυτό εκφράζεις, αυτό μεταδίδεις.

Αν λοιπόν σου πέρασε από το μυαλό να υποτιμήσεις τον προσωπικό σου χρόνο, τα χόμπι σου ή τις ως τώρα συνήθειές σου καλύτερα να το ξανασκεφτείς. Να τον σεβαστείς και να τον αξιοποιήσεις. Όπως επίσης καλό είναι να σεβαστείς και την επιθυμία του ανθρώπου σου να κάνει κάτι που του αρέσει, παρακινώντας τον μάλιστα αν χρειαστεί, κι εκείνος με τη σειρά του θα κάνει το ίδιο για τις δικές σου επιθυμίες.

Με αμοιβαιότητα στην προσωπική ελευθερία πάνε μπροστά οι σχέσεις κι όχι με καταναγκαστικά έργα.

Ο θάνατος δεν είναι ένα γεγονός της ζωής

Ο θάνατος δεν είναι ένα γεγονός της ζωής. Δεν ζούμε ώστε να αποκτήσουμε την εμπειρία του θανάτου. Εάν δεχτούμε ότι η αιωνιότητα δεν σημαίνει ατέλειωτη χρονική διάρκεια αλλά αχρονία, τότε η αιωνία ζωή ανήκει σε εκείνους που ζουν εντός του παρόντος. -Ludwig Wittgenstein

Θάνατος. Η μοίρα κάθε έμβιου όντος. Η βιολογική κατάλυση ή καταστροφή της μονάδας ενός είδους, η αποδόμηση και η εξαφάνιση της βιομάζας του. Πιο απλά: η οριστική παύση όλων των βιολογικών λειτουργιών που υποστηρίζουν τη διαβίωση ενός οργανισμού. Εδώ, βέβαια, μιλάμε για τον άνθρωπο που μετά το οριστικό του τέλος μένει το ίχνος της ζωής του, ώσπου να περάσει και αυτό στη λήθη.

Ας θυμηθούμε την οντολογική σημασία του «Dasein», τη βάση της φιλοσοφίας του Μάρτιν Χάιντεγκερ που σημαίνει «το να είσαι εκεί». Εναν τρόπο ύπαρξης δηλαδή που είναι ενσυνείδητος, που είναι διαρκώς συνδεδεμένος με τον κόσμο και που ως εκ τούτου οφείλει να λαμβάνει υπόψη του θέματα όπως η ατομικότητα αλλά και η θνητότητα (συν το παράδοξο του να ζεις με άλλα ανθρώπινα πλάσματα, ενώ ουσιαστικά είσαι μόνος με τον εαυτό σου). Εδώ θα περιοριστούμε στη γνώση της θνητότητας. Τα πουλιά, οι αγελάδες, τα φίδια κ.λπ. απλά πεθαίνουν εν αγνοία τους. Μόνο ο άνθρωπος το αναπόφευκτο αυτό γεγονός το γνωρίζει από πριν. Πρόκειται για μια αφάνταστα οδυνηρή συνειδητότητα που θεμελιώνει ωστόσο ολόκληρο τον πολιτισμό μας. Στην ουσία δημιουργούμε πάσης φύσεως έργα, φοβούμενοι τη ζωή που μας οδηγεί στον θάνατο.

Στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός δηλώνει στους πρωτόπλαστους: τη μέρα που θα φάτε από το δέντρο της γνώσης, θα πεθάνετε. Έφαγαν, αλλά δεν πέθαναν. Βγήκαν έξω στον κόσμο και σταδιακά έκαναν τον κόσμο αντικείμενο. Ο εγκέφαλος του ανθρώπου μεγάλωσε, η κρανιακή κάψα μεγεθύνθηκε, έγινε μια έκρηξη στο μυαλό του κι έτσι ήρθε κάποια στιγμή που διατύπωσε την πρώτη ερμηνεία για ό,τι συνέβαινε τριγύρω του.

Πίσω στο προπατορικό αμάρτημα. «Ο όφις είναι το πρώτο γιατί» (είπε ο Καντ). Και αμέσως είχαμε τον πρώτο θάνατο: ο Κάιν σκοτώνει τον 'Αβελ. Τι κάνει τότε ο Θεός; Τον σημαδεύει με ένα κεραυνό στο μέτωπο - ότι έχει σκοτώσει.

Πτήση στο διαχρονικό σήμερα. Το θέμα φυσικά είναι τι κάνει κανείς με τη ζωή. Κι αργότερα, το πώς οδηγεί τη ζωή του προς αυτό το προδιαγεγραμμένο τέλος. Διότι ποτέ δεν ξέρεις. Ο Σόλων δεν έλεγε «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε»;

Ο φόβος του θανάτου είναι η αίσθηση ότι θα χάσουμε τον κόσμο. «Δεν θα ξαναγευτώ τίποτα από όλα αυτά» λες. Τον πόνο, τον φόβο του θανάτου τον γεννάει αυτή ακριβώς η αγάπη που έχουμε για τη ζωή και δεν θέλουμε με τίποτα να τη χάσουμε. Έτσι η γνώση του θανάτου νοηματοδοτεί κάθε πράξη της ζωής μας.

Αισιόδοξη νότα. Τις πιο θετικές σκέψεις τις έχει διατυπώσει ο Επίκουρος, ο οποίος θεωρώντας ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τον θάνατο, υποστηρίζει πως είναι στο χέρι μας να ζήσουμε ο καθένας μια χαρούμενη και ευτυχισμένη ζωή:

Ὁ θάνατος οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς· τὸ γὰρ διαλυθὲν ἀναισθητεῖ͵ τὸ δ΄ ἀναισθητοῦν οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς... Τὸ φρικωδέστατον οὖν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡμᾶς͵ ἐπειδήπερ ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν͵ ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν͵ ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ͵ τόθ΄ ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν. οὔτε οὖν πρὸς τοὺς ζῶντάς ἐστιν οὔτε πρὸς τοὺς τετελευτηκότας͵ ἐπειδήπερ περὶ οὓς μὲν οὐκ ἔστιν͵ οἳ δ΄ οὐκέτι εἰσίν.

Ο θάνατος δεν είναι τίποτε για εμάς, διότι αυτό που έχει αποσυντεθεί δεν αισθάνεται και αυτό που δεν αισθάνεται δεν είναι τίποτε για εμάς... Το πιο φοβερό λοιπόν από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτε για εμάς - στον βαθμό που, όσο υπάρχουμε, δεν είναι παρών· κι όταν πάλι είναι παρών εκείνος, τότε δεν υπάρχουμε εμείς. Αρα ο θάνατος δεν υπάρχει ούτε για τους ζωντανούς ούτε για τους πεθαμένους - εφόσον για τους πρώτους δεν υφίσταται ακόμα, ενώ οι άλλοι δεν υπάρχουν πια.

Ο θάνατος δεν είναι μία εμπειρική - αντικειμενική έννοια. Κανείς δεν μπορεί σου τον κλέψει, κανείς δεν μπορεί να πεθάνει για σένα. 'Ασε που ούτε ο ίδιος μπορείς να τον καταλάβεις. Γιατί είναι ασυμβίβαστος με την κοινή λογική. Το «όχι ακόμη» της ζωής είναι το εν δυνάμει του θανάτου. Με λίγα λόγια, από τη στιγμή που γεννιέται ένας άνθρωπος, ενώ είναι έτοιμος να πεθάνει, είναι αυτό το «όχι ακόμη» που το θεωρεί ως δεδομένο και το απορροφά μέσα στην καθημερινότητα, ώστε να την αντέξει. Γιατί «Η ζωή σταματά να έχει νόημα από τη στιγμή που χάνεις την ψευδαίσθηση ότι είσαι αιώνιος» λέει ο Σαρτρ. Το ένστικτο της επιβίωσης, ως γνωστόν, είναι πανίσχυρο. Λένε πως η ζωή αναβοσβήνει μπροστά στα μάτια σου πριν πεθάνεις. Αυτό όντως συμβαίνει. Και λέγεται ζωή.

Ο φόβος του θανάτου είναι όμως και ο φόβος του αγνώστου. Μιας συνθήκης έξω από εμάς που θα μας συμβεί σίγουρα και την οποία πρέπει κάπως να αντιμετωπίσουμε. Εκεί, σ' αυτόν τον βαθιά ριζωμένο φόβο του αγνώστου είναι θεμελιωμένες όλες οι θρησκείες.

«Oι κατεστημένες δυνάμεις έχουν μια βαθιά συγγένεια με τον θάνατο, ο θάνατος είναι μια ένδειξη ανελευθερίας, ήττας. Η θεολογία και η φιλοσοφία σήμερα συναγωνίζονται αναμεταξύ τους, τιμώντας τον θάνατο σαν υπαρξιακή κατηγορία: Διαστρέφοντας ένα βιολογικό γεγονός σε οντολογική ουσία, επιθέτουν υπερβατικές ευλογίες πάνω στην ενοχή της ανθρωπότητας που βοηθούν να διαιωνίζεται - προδίνουν την υπόσχεση της ουτοπίας» έλεγε ο Herbert Marcuse. Εάν δεν υπήρχε θάνατος δεν θα μιλάγαμε για Κόλαση και Παράδεισο, επερχόμενη κρίση, ανταμοιβή ή τιμωρία, μεταθανάτια ζωή. Ταυτόχρονα, θεμελιώδεις θρησκευτικές δοξασίες με οικουμενική δύναμη σαν την αθανασία υπόσχονται και «μέλλον», δίνοντας κάποια διέξοδο στη μεταφυσική αγωνία του ανθρώπου. 

Γεγονός είναι ότι ο θάνατος συνυφαίνεται με τη ζωή και κατευθύνει τις επιλογές μας. «Ο θάνατος μετατρέπει τη ζωή σε πεπρωμένο» λέει ο Μαλρό. Γι' αυτό και η επίδρασή του στην παγκόσμια ιστορία της Τέχνης είναι αδιάλειπτη. Το μακάβριο, η υπενθύμιση της θνητότητας και η ματαιοδοξία της κοσμικής ζωής (makabre, memento mori, vanitas) έδωσαν τροφή για αριστουργήματα κάθε μορφής τέχνης και οδήγησαν στη μέθεξη ενός συνόλου αξιών. Αξίζει να αναφέρω εδώ κάποιους στίχους από το «αθάνατο» ποίημα του Ντίλαν Τόμας «Και ο θάνατος δεν θα έχει πια εξουσία»: Κι ο θάνατος δεν θα 'χει πια εξουσία / Γυμνοί οι νεκροί θα γίνουν ένα / Με τον άνθρωπο του ανέμου και του δυτικού φεγγαριού / Όταν ασπρίσουν τα κόκαλά τους και τριφτούν τ' άσπρα κόκαλα / Θα 'χουν αστέρια στον αγκώνα και στο πόδι / Αν τρελάθηκαν η γνώση τους θα ξαναρθεί, / Αν βούλιαξαν στο πέλαγος θ' αναδυθούν / Αν χάθηκαν οι εραστές δεν θα χαθεί η αγάπη / Κι ο θάνατος δεν θα 'χει πια εξουσία. 'Οσο για τη λογοτεχνία, ο Ουμπέρτο Εκο έλεγε πως είναι «μαθητεία στο πεπρωμένο και στον θάνατο». Αλήθεια, μία αίσθηση θανάτου ελλοχεύει πάντοτε στα δυνατά λογοτεχνικά έργα. Προσωπικά κρατάω το ιδιοφυές μότο του Βιτγκενστάιν: «Ο θάνατος δεν είναι γεγονός της ζωής». Πιθανόν και να αρκεί.

Η αξία ενός δέντρου

Στον δυτικό κόσμο έχουμε μάθει να μετράμε τα πάντα σύμφωνα με την χρηματική τους αξία, σε αντίθεση προς την σπουδαιότητα που έτρεφαν οι πρόγονοι μας προς την ηθική» ή «πνευματική» πρόοδο, η οποία επικεντρωνόταν στις άυλες αξίες. Όλα μεταλλάσσονται στις οθόνες του εικονικού καπιταλισμού, όλα μετρώνται σύμφωνα με την χρηστικότητα και την χρηματιστηριακή τους αξία.

Ακόμα και έτσι όμως, σύμφωνα με τον καθηγητή T. M. Das του Πανεπιστημίου της Καλκούτα, ένα δέντρο πενήντα ετών παράγει κατά την διάρκεια της ζωής του οξυγόνο αξίας 31,250 $, φιλτράρει και καθαρίζει αέρα αξίας 62,000 $, ρίζες που βοηθούν στη σταθεροποίηση του εδάφους, φύλλα που αποσυντίθενται και δημιουργούν λίπασμα αξίας 31,250 $, φιλτράρει νερό αξίας 37,500 $, ενώ αποτελεί ταυτόχρονα ένα μικρό οικοσύστημα στο ζουν πτηνά, ερπετά και μικρά ζώα αξίας 31,250 $. Σύνολο 193,250 $.

Στις αξίες αυτές ο καθηγητής δεν συμπεριλαμβάνει την αξία των καρπών του, την αξία του ξύλου του, την σπουδαιότητα του στο οικοσύστημα, την ομορφιά, την ηρεμία, και την σκιά που μας χαρίζει. Λένε πως μία κοινωνία ωριμάζει όταν φυτεύει δέντρα στη σκιά των οποίων ξέρει ότι δε θα ξεκουραστεί ποτέ. Ο Οsho αναφέρει σχετικά:

«Για να κατανοήσεις τι σημαίνει ωρίμανση, απλώς παρατήρησε τα δέντρα. Καθώς το δέντρο ωριμάζει, οι ρίζες του πηγαίνουν ολοένα και βαθύτερα. Υπάρχει ισορροπία. Όσο πιο ψηλά πηγαίνει το δέντρο, τόσο πιο βαθιά πηγαίνουν οι ρίζες. Δεν μπορεί να υπάρξει δέντρο πενήντα μέτρα ψηλό με ρίζες δέκα πόντους. Δεν μπορούν να στηρίζουν τέτοιο ύψος. Στη ζωή, ωρίμανση σημαίνει να πηγαίνεις βαθιά μέσα στον εαυτό σου. Εκεί βρίσκονται οι ρίζες σου»!

Παθητική Επιθετικότητα. Ή αλλιώς, «Το Θυμωμένο Χαμόγελο»

Η παθητική επιθετικότητα είναι ένα μοτίβο συμπεριφοράς κατά το οποίο τα αρνητικά συναισθήματα εκφράζονται έμμεσα, και όχι ανοιχτά και ευθέως. Με άλλα λόγια, άλλα νιώθει και άλλα εκφράζει το άτομο που επιλέγει τον δρόμο της παθητικής επιθετικότητας. Οι πράξεις και οι λέξεις δεν φαίνεται να ταυτίζονται ως προς το νόημά τους.

Για παράδειγμα, μπορεί να λέει, και μάλιστα με ενθουσιώδη τρόπο, ότι συμφωνεί με την εκπόνηση ενός έργου, με τις πράξεις του όμως δείχνει ότι διαφωνεί, κι έτσι καθυστερεί στις ημερομηνίες παράδοσης, εφευρίσκει δικαιολογίες για να μην εργαστεί, αργεί στα ραντεβού, κλπ.
 
Σημάδια και ενδείξεις παθητικής επιθετικότητας:
• Δυσαρέσκεια και αντιρρήσεις προς τις απαιτήσεις των άλλων
• Παράπονα ότι οι άλλους τους υποτιμούν ή τους κοροϊδεύουν
• Αναβλητικότητα
• Πείσμα
• Αναποτελεσματικότητα
• Κενά μνήμης
• Κυνισμός
• Φόβος ανταγωνισμού
• Θυματοποίηση
• Δημιουργία χαοτικών καταστάσεων
• Φόβος εξάρτησης
• Δικαιολογίες
• Κωλυσιεργία
 
Το πρόβλημα
Η διεκδικητικότητα είναι η μέση λύση ανάμεσα στα άκρα της παθητικότητας και της επιθετικότητας και αυτό είναι κάτι που είναι μέσα στη φύση μας. Από μωρά και πριν ακόμα μιλήσουμε, κατακτήσαμε την ικανότητα να επικοινωνούμε. μάθαμε πώς και πότε να χαμογελάμε, να χασμουριόμαστε, να δείχνουμε έκπληκτοι, να θυμώνουμε, και γενικά να δείχνουμε τα συναισθήματά μας χωρίς περιορισμό.
 
Αν όμως μεγαλώσαμε σε μία οικογένεια η οποία δεν έδινε πολλή σημασία στις βασικές μας ανάγκες και τις επιθυμίες μας, η φυσική μας αυτή ικανότητα να εκφραζόμαστε και να διεκδικούμε καταπιέστηκε. Αν κάθε φορά που εκφράζαμε μία επιθυμία, μας αντιμετώπιζαν ως εγωιστές ή ακόμα χειρότερα ως ένα βάρος που συνεχώς απαιτεί πράγματα που δεν του αξίζουν, τότε αυτές οι φωνές και οι κατηγορίες μας γέμισαν με άγχος και τύψεις. Και ακόμα κι αν εκφράζαμε το θυμό μας απέναντί σε μία άδικη μεταχείριση, και τότε η αντίδραση των άλλων γινόταν ακόμα πιο τιμωρητική και αυστηρή, τότε είναι πολύ πιθανό να νιώσαμε ότι μας απαγορεύεται να εκφράσουμε και το θυμό μας.
 
Όταν όμως ως παιδιά πασχίζουμε να δημιουργήσουμε έναν ασφαλή δεσμό με τους γονείς μας, τότε είναι φυσικό να υιοθετούμε μία πιο παθητική συμπεριφορά σε καταστάσεις σαν αυτές που περιγράφηκαν παραπάνω, προκειμένου να μη χά(λα)σουμε αυτό τον δεσμό. Έτσι μαθαίνουμε να αποσιωπούμε τις πραγματικές μας επιθυμίες και να μην διεκδικούμε τα θέλω μας, όταν κάθε φορά που εκφραζόμαστε αντιμετωπίζουμε μία αρνητική συμπεριφορά. Όμως, οι βασικές μας ανάγκες και τα θέλω μας, ακόμα κι αν αποσιωπούνται ή καταπιέζονται, ποτέ δεν εξαφανίζονται. Απλά παραμένουν κρυμμένα. Και η οποιαδήποτε προσπάθεια έκφρασής τους θα πρέπει κάθε φορά να περνάει από λογοκρισία.
 
Η παθητικότητα είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα. Και οι ανάγκες μας να επιμένουν. Και κάπου μέσα μας υπάρχει ο θυμός που έχουμε για τους γονείς μας, οι οποίοι δεν μας αγαπούσαν αρκετά ώστε να μας αποδεκτούν και να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες μας.
 
Η «λύση»
Έχουμε αποκλείσει την κατά πρόσωπο έκφραση του θυμού, καθώς θα μας αποκαλούσαν εγωιστές, κακούς και παράλογους. Ίσως και να μας τιμωρούσαν ή να μας περιγελούσαν. Καταστάσεις που δημιουργούν μεγάλη ένταση και πολύ άγχος. Και μέσα σε όλο αυτό, βρισκόμαστε σε μία συναισθηματική απόγνωση να ικανοποιήσουμε τη δική μας επιθυμία και ταυτόχρονα τον καταπιεσμένο μας θυμό. Γιατί είναι αδύνατο να ακυρώσεις το θυμό και την ανάγκη να εκφράσεις κάτι που όσο πιο πολύ το καταπιέζεις, τόσο μεγαλώνει. Σταδιακά, αρχίζουμε και βρίσκουμε/ εφευρίσκουμε τρόπους για να ανακουφίσουμε όλο αυτό το μένος χωρίς να προκαλούμε ιδιαίτερα σημαντική φθορά σε μία σχέση που ήδη θεωρείται επισφαλής.
 
Εδώ είναι που καταλήγουμε στην απώλεια της προσωπικής ακεραιότητας. Και αρχίζουμε να λέμε ψέμματα στους άλλους και φυσικά στον εαυτό μας. Σαμποτάρουμε, υποβιβάζουμε, εξαπατούμε, προδίδουμε. Κατά κάποιο τρόπο, εκδικούμαστε τους δικούς μας ανθρώπους με το να τους επιστρέφουμε αυτό ακριβώς που μας έκαναν κι αυτοί. Τους απογοητεύουμε, αποσυρόμαστε από τις επιθυμίες τους, απαντάμε με δικαιολογίες και τους κατηγορούμε για τα δικά μας λάθη και συμπεριφορές. Αρνούμαστε αυτό που εκείνοι μας ζητούν, αλλά πάντα με μία εξήγηση που μας απαλλάσσει: "Το ξέχασα", "Δεν το ήθελα", "Δεν κατάλαβα ότι το εννοούσες", "Ήταν ένα ατύχημα", "Δεν φταίω εγώ" και άλλες πολλές δικαιολογίες.
 
Πέρα από το κομμάτι των δικαιολογιών, όλο αυτό μπορεί να μετατραπεί πολύ εύκολα σε χειριστική συμπεριφορά. Ναι, χειριζόμαστε τους άλλους μέσω της παθητικής επιθετικότητας. Ψάχνουμε να βρούμε τρόπους να απευθύνουμε στους άλλους τις επιθυμίες μας, χωρίς να τις διατυπώνουμε ευθέως. Σε κάποιο σημείο ίσως χρειαστεί να πληρώσουμε το τίμημα γι΄ αυτά τα "κατά λάθος" λάθη μας, αλλά αν έχουμε "εξασκηθεί" καλά στην τέχνη της παθητικής επιθετικότητας και έχουμε καλύψει τα ίχνη μας με καλές δικαιολογίες, ίσως οι άλλοι να μην μπορέσουν να καταλάβουν τα πραγματικά μας κίνητρα. Κι έτσι οποιαδήποτε τιμωρία δεχτούμε, είμαστε σίγουροι ότι θα είναι μικρότερη απ' ότι αν ήμασταν ευθείς και ειλικρινείς από την αρχή.

Είναι οι φαντασιώσεις απιστία;

Μέσα στο χαοτικό συναισθηματικό σύμπλεγμα που μπορεί να προκαλέσει η απιστία στη ζωή ενός ζευγαριού, σεξουαλικά και συντροφικά, υπάρχει και μια άλλη, πιο ακραία αλλά όχι απίθανη, όψη του νομίσματος. Αυτή η όψη δηλώνει πως η απιστία μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς στο ζευγάρι και να λειτουργήσει σαν ανανέωση στη σεξουαλική του ζωή.

Δεν είναι λίγες οι φορές που το ζευγάρι χρησιμοποιεί την απιστία ως σενάριο ερωτικών φαντασιώσεων που το οδηγεί στην ενίσχυση της ήδη υπάρχουσας φθίνουσας καθημερινής του σεξουαλικής δραστηριότητας.

Σίγουρα, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να ανατρέψει τον ισχυρισμό ότι η απιστία είναι απόλυτα συνυφασμένη με τον πόνο και την φθορά. Αυτό συνήθως συμβαίνει διότι η απιστία προκαλεί προβλήματα και απομάκρυνση στο ζευγάρι.

Και όμως, τί συμβαίνει όταν η απιστία είναι απόλυτα σεξουαλική και φαντασιωσική, χωρίς συναισθηματική απάτη;

Βεβαίως και δεν είναι λίγοι οι σύντροφοι που θα προβούν στην απιστία παρακινούμενοι από μια σεξουαλική φαντασίωση, ψάχνοντας έτσι να βιώσουν την ίδια τους τη φαντασίωση στη πραγματικότητα, αναζητώντας το διαφορετικό και το καινούριο. Αλλά μπορεί με αυτό το τρόπο πραγματικά η φαντασίωση να θεωρηθεί απιστία;

Σαν παιχνίδι, οι φαντασιώσεις ενισχύουν το ερωτικό στοιχείο στο ζευγάρι.

Ασφαλώς μια ερωτική φαντασίωση μπορεί να παρακινήσει κάποιον προς την απιστία, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε αυτή καθαυτή η ερωτική φαντασίωση να θεωρηθεί απιστία. Συγκεκριμένα, οι ερωτικές φαντασιώσεις είναι κάτι που μπορεί να αναπληρώνουν ή να υποκαθιστούν την απιστία, χωρίς όμως να συμπεριλαμβάνουν τον συναισθηματικό πόνο και την ψυχική απάτη που εμπεριέχει αυτή.

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι οι φαντασιώσεις μπορεί να σώσουν το ζευγάρι από την δοκιμασία της απιστίας, φέρνοντάς τους πιο κοντά, επικοινωνώντας μεταξύ τους καλύτερα τα «θέλω» τους, βιώνοντας τις ερωτικές τους επιθυμίες με ένα τέτοιο τρόπο που δεν προκαλεί φθορά στη σχέση ή στη σεξουαλική τους ζωή.

Αντιθέτως μάλιστα, οι φαντασιώσεις μπορεί να ενισχύσουν τη σεξουαλική ζωή του ζευγαριού, ανοίγοντας καινούριους δρόμους επικοινωνίας για το ζευγάρι και ανανεώνοντας την καθημερινή τους κουραστική και ανιαρή επανάληψη της ερωτικής τους δραστηριότητας.

Σαν παιχνίδι, οι φαντασιώσεις ενισχύουν το ερωτικό στοιχείο στο ζευγάρι, τους υπενθυμίζουν τους αρχικούς τους ρόλους ως εραστές και, πολλές φορές παρακινδυνευμένα, τους ενώνουν ερωτικά και τους απελευθερώνουν ταυτόχρονα από ταμπού, ενοχές και προκαταλήψεις. Κατά συνέπεια, οι φαντασιώσεις δεν αποτελούν απιστία ή απάτη μέσα στη σχέση δύο ανθρώπων.

Τα νοητικά πειράματα του Αϊνστάιν

Οι ικανότητες που εμφάνισε ο Αϊνστάιν στη νεανική ηλικία του καθώς και η μεταγενέστερη πλήρως ανεπτυγμένη ευφυΐα του, εκπήγαζαν σε μεγάλο βαθμό από την ακόρεστη περιέργεια που είχε για τον κόσμο γύρω του. Σε ολόκληρη την παραγωγική, επαναστατική και διορατική σταδιοδρομία του ποτέ δεν έπαψε να προβληματίζεται για τους θεμελιώδεις νόμους που διέπουν το σύμπαν.
   
Σε ηλικία πέντε ετών, απορροφήθηκε βαθιά από τις μυστηριώδεις λειτουργίες μιας πυξίδας που του είχε κάνει δώρο ο πατέρας του. Ποια ήταν η αόρατη δύναμη που μετακινούσε τη βελόνα, και γιατί αυτή πάντα έδειχνε προς το βορρά; Η φύση του μαγνητισμού γοήτευε τον Αϊνστάιν σε όλη τη ζωή του, τροφοδοτώντας την ανικανοποίητη όρεξή του να ερευνά φαινόμενα που έμοιαζαν τετριμμένα.
 
Όπως δήλωσε ο Αϊνστάιν στο βιογράφο του Καρλ Ζέλιγκ:
«Δεν έχω ιδιαίτερα ταλέντα. Απλώς είμαι αθεράπευτα περίεργος».
Επίσης, σημείωσε:
«Το σημαντικό είναι να μην παύει κάποιος να αναρωτιέται. Η περιέργεια έχει το δικό της λόγο ύπαρξης. Δεν μπορούμε παρά να στεκόμαστε με δέος απέναντι στα μυστήρια της αιωνιότητας, της ζωής, και της θαυμάσιας δομής της πραγματικότητας. Ακόμη κι αν κάποιος προσπαθεί κάθε μέρα να κατανοήσει έστω και ένα κομματάκι αυτών των υπέροχων μυστηρίων, είναι αρκετά σημαντικό έργο».
Ο βραβευμένος με Νόμπελ Ίσιντορ Άιζαακ Ράμπι έδωσε ένα πετυχημένο παράδειγμα υπέρ της ίδιας άποψης:
«Νομίζω πως οι φυσικοί είναι οι Πίτερ Παν του ανθρώπινου γένους. Ποτέ δεν μεγαλώνουν και ποτέ δεν αποτάσσονται της περιέργειας».
Υπό αυτή την έννοια, ο Αϊνστάιν είχε πολλά κοινά με τον Γαλιλαίο. Ο Αϊνστάιν κάποτε έγραψε:
«Αισθάνομαι σαν μικρό παιδί που μπαίνει σε μια τεράστια βιβλιοθήκη, με τοίχους γεμάτους μέχρι το ταβάνι με βιβλία σε διαφορετικές γλώσσες».
Ο Γαλιλαίος χρησιμοποίησε μια παρόμοια αναλογία, θεωρώντας ολόκληρη τη βιβλιοθήκη της φύσης στρυμωγμένη σε ένα και μόνο σπουδαίο βιβλίο, γραμμένο σε μία και μόνη γλώσσα. Η περιέργεια του Γαλιλαίου τον σπρώχνει να το αποκρυπτογραφήσει:
«Είναι γραμμένο στη γλώσσα των μαθηματικών, και οι χαρακτήρες του είναι τρίγωνα, κύκλοι και ένα σωρό γεωμετρικά σχήματα, χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να κατανοήσουμε έστω και μία λέξη του. Χωρίς αυτά περιπλανιόμαστε σε έναν σκοτεινό λαβύρινθο».
Ένας ακόμη συνδετικός κρίκος μεταξύ Γαλιλαίου και Αϊνστάιν ήταν το κοινό ενδιαφέρον τους για την αρχή της σχετικότητας. Ο Γαλιλαίος είχε ανακαλύψει την αρχή της σχετικότητας, αλλά ο Αϊνστάιν ήταν εκείνος που την αξιοποίησε. Με απλά λόγια, σύμφωνα με τη σχετικότητα του Γαλιλαίου όλες οι κινήσεις είναι σχετικές, πράγμα που σημαίνει ότι είναι αδύνατο να ανιχνεύσουμε το αν κινούμαστε ή όχι χωρίς να κάνουμε σύγκριση με κάποιο εξωτερικό (από εμάς) σύστημα αναφοράς. Ο Γαλιλαίος περιέγραψε με ζωηρά λόγια το νόημα της σχετικότητας στο Διάλογο:

Κλειστείτε μαζί με κάποιο φίλο σας στην κεντρική καμπίνα κάτω από το κατάστρωμα ενός μεγάλου πλοίου και πάρτε μαζί σας μύγες, πεταλούδες και άλλα μικρά έντομα. Πάρτε και ένα ενυδρείο με λίγα ψαράκια να κολυμπούν μέσα σ’ αυτό. Κρεμάστε πάνω από ένα μεγάλο δοχείο ένα μπουκάλι με νερό που αδειάζει σταγόνα σταγόνα μέσα στο δοχείο. Ενόσω το πλοίο είναι ακίνητο, παρατηρήστε προσεκτικά πώς όλα τα μικρά έντομα πετούν μέσα στην καμπίνα με ίσες ταχύτητες προς όλες τις κατευθύνσεις, πώς τα ψαράκια κολυμπούν αδιάφορα εδώ κι εκεί, πώς όλες οι σταγόνες πέφτουν κατακόρυφα μέσα στο μεγάλο δοχείο. Αν πετάξετε ένα αντικείμενο προς το φίλο σας δεν χρειάζεται να καταβάλετε περισσότερη προσπάθεια στη ρίψη σας προς κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση, οι αποστάσεις είναι αμετάβλητες. Εάν χοροπηδήσετε με τα πόδια ενωμένα, καλύπτετε ίσες αποστάσεις προς κάθε κατεύθυνση.

Αφού παρατηρήσετε όλα αυτά τα πράγματα προσεκτικά... πείτε στον καπετάνιο να ξεκινήσει με όποια ταχύτητα επιθυμείτε, με την προϋπόθεση ότι η κίνηση θα είναι ομαλή και χωρίς διακυμάνσεις. Θα διαπιστώσετε ότι δεν υπάρχει η παραμικρή αλλαγή σε όλα τα προηγούμενα φαινόμενα, ούτε θα μπορείτε να αποφανθείτε αν το πλοίο κινείται ή όχι.
 
Με άλλα λόγια, εφόσον κινείστε ευθύγραμμα με σταθερή ταχύτητα, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να μετρήσετε πόσο γρήγορα ταξιδεύετε, ή αν ταξιδεύετε καν. Αυτό συμβαίνει επειδή τα πάντα γύρω σας κινούνται με την ίδια ταχύτητα και όλα τα φαινόμενα (π.χ., μπουκάλια που στάζουν, πεταλούδες που πετούν) συμβαίνουν με τον ίδιο τρόπο ανεξάρτητα με τον αν κινείστε ή όχι.
 
Επίσης, το σενάριο του Γαλιλαίου λαμβάνει χώρα στην «καμπίνα κάτω από το κατάστρωμα», επομένως είστε απομονωμένοι, πράγμα που απομακρύνει κάθε ελπίδα ανίχνευσης οποιοσδήποτε σχετικής κίνησης ως προς ένα εξωτερικό σύστημα αναφοράς. Αν απομονωθείτε με παρόμοιο τρόπο καθισμένοι με τα μάτια και τα αφτιά σας κλεισμένα μέσα σε ένα τρένο που κινείται ομαλά, τότε είναι πολύ δύσκολο να πείτε αν το τρένο κινείται με 100 km/h ή βρίσκεται ακόμη ακίνητο στο σταθμό. Αυτό είναι ένα ακόμη παράδειγμα της σχετικότητας του Γαλιλαίου.

Το δίλημμα του αναποφάσιστου

Γιατί κάποιοι από εμάς αποφασίζουμε γρήγορα και με σιγουριά και άλλοι αμφιταλαντευόμαστε ακόμα και ανάμεσα στα πιο απλά πράγματα;  Όλοι οι αναποφάσιστοι σκέφτονται μία τα προτερήματα της μίας απόφασης και μία της άλλης, γι' αυτό σύμφωνα και με την ετυμολογία της ίδιας της λέξης, εκείνος που δυσκολεύεται να πάρει αποφάσεις μόνος του, αλλά και που όταν τελικά καταφέρει να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα, δεν νιώθει απόλυτη βεβαιότητα για την κρίση του και είναι πιθανό να αλλάξει την απόφασή του.
 
Το προφίλ του
Όπως όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά, έτσι και η αναποφασιστικότητα είναι ένα ιδιοσυγκρασιακό χαρακτηριστικό, που γίνεται αντιληπτό συχνά και από την παιδική ηλικία ακόμη, αλλά σχετίζεται και με άλλα στοιχεία της προσωπικότητας, όπως είναι η ανασφάλεια, μια χαμηλή αίσθηση ικανότητας, η μειωμένη αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση, η έλλειψη εμπιστοσύνης στην κρίση του ατόμου, οι ενοχές και ο φόβος. Είναι πιθανό το χαρακτηριστικό αυτό να ενισχυθεί από την οικογένεια, εφόσον και άλλα μέλη της συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο ή αν οι γονείς είναι πολύ επικριτικοί απέναντι στις αποφάσεις του παιδιού ή αν προσπαθούν συχνά να του τις αλλάξουν ή να τις επηρεάσουν. Έτσι, το παιδί μπορεί να νιώθει ότι πιθανώς δεν έχει καλό κριτήριο, ότι οι άλλοι ξέρουν καλύτερα ή ότι δεν παίρνει σωστές αποφάσεις.

Μέσα στο μυαλό του
Ο αναποφάσιστος δυσκολεύεται να αποφασίσει γιατί κατ’ αρχάς και οι δύο -ή οι περισσότερες- επιλογές που ανοίγονται μπροστά του τού φαίνονται να έχουν εξίσου πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Άλλωστε, κάθε απόφαση εμπεριέχει μια επιλογή και μια απόρριψη – κάτι κερδίζουμε και κάτι χάνουμε που ίσως δεν θα το ξαναβρούμε! Επιπλέον, φοβάται ότι, ανεξαρτήτως του τι θα επιλέξει, θα κάνει λάθος, ότι το σφάλμα αυτό θα είναι σοβαρό, ότι θα το «χρεωθεί» και θα το πληρώσει. Έτσι, μπορεί πολύ εύκολα να επηρεαστεί από την άποψη ενός τρίτου ή από ένα εξωτερικό σημάδι, μια και βαθιά μέσα του θα ήθελε κάποιος άλλος να πάρει τη δύσκολη για εκείνον απόφαση, απαλλάσσοντάς τον από αυτό το βάρος. Έτσι, λοιπόν, μπορεί να αλλάξει γνώμη ακόμα και προς την τελείως αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν στην οποία έτεινε αρχικά.
 
Πώς θα ξεπεράσουμε την αναποφασιστικότητα
* Για να γίνουμε πιο αποφασιστικοί, πρέπει να γίνουμε λιγότερο τελειοθηρικοί και να σταματήσουμε να θεωρούμε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε την καλύτερη επιλογή.
* Σημαντικό είναι επίσης να δουλέψουμε το κομμάτι της αυτοεκτίμησης και της πίστης στον εαυτό μας και να παραδειγματιζόμαστε από τους γύρω μας που αποφασίζουν και επιλέγουν με αυτοπεποίθηση και σιγουριά.
* Θα μας βοηθήσει να εκπαιδευτούμε στην αποφασιστικότητα το να ξεκινήσουμε από πιο μικρές και κατά μία έννοια πιο ασήμαντες επιλογές, ώστε να είμαστε σε θέση προοδευτικά να φτάσουμε και στις πιο δύσκολες και μεγαλύτερης βαρύτητας επιλογές. Είναι σημαντικό να μάθουμε να διαχωρίζουμε τις αποφάσεις που είναι δύσκολες και με βαρύνουσα σημασία από εκείνες που συνιστούν ασήμαντες και απλές καθημερινές επιλογές.
* Ένας καλός σύμμαχος για να γίνουμε πιο σίγουροι και πιο αποφασιστικοί είναι η εμπειρία που συσσωρεύουμε με το πέρασμα του χρόνου και μας βοηθά να αποφασίζουμε ευκολότερα και γρηγορότερα.
* Καθώς ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα των αναποφάσιστων είναι ότι επηρεάζονται από τη γνώμη των άλλων, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι μπορούμε μεν να ζητάμε τη γνώμη ενός τρίτου, αλλά όχι ενός οποιουδήποτε. Είναι καλό να ζητάμε κάθε φορά τη γνώμη εκείνων που είναι περισσότερο σχετικοί, ενδεχομένως και ειδικοί, με το ζήτημα για το οποίο πρέπει να πάρουμε μια απόφαση.

Χτίζοντας την αποφασιστικότητα του παιδιού

Σκόπιμο είναι, συστήνουν οι ειδικοί, να βάζουμε τα παιδιά να αποφασίζουν και να επιλέγουν όσο πιο συχνά γίνεται, αλλά σε ένα ασφαλές πλαίσιο -μέχρι εκεί που μπορούν λόγω ηλικίας και ωριμότητας- και έχοντας περιορισμένες εναλλακτικές, γιατί οι πάρα πολλές θα τα μπερδέψουν. Αυτό σημαίνει ότι, όταν τους παρουσιάζουμε τις επιλογές τους, είναι σκόπιμο να μην τους δίνουμε πάρα πολλές εναλλακτικές, κυρίως αν δεν τις έχουμε σκεφτεί πρώτα (π.χ. να μην μπούμε σε ένα μαγαζί και πούμε πάρε ό,τι θες, όταν υπάρχουν και παιχνίδια που δεν μπορούμε να πληρώσουμε, επειδή για παράδειγμα είναι ακριβά).
 
Επίσης, είναι βοηθητικό να τους έχουμε εξηγήσει περί τίνος πρόκειται όσον αφορά τις επιλογές τους, όταν αυτό είναι αναγκαίο (π.χ. αν πρέπει να διαλέξουν ανάμεσα σε 3 βιβλία, να τους περιγράψουμε λίγο την πλοκή του καθενός). Σημαντικό είναι να μην περνάμε στα παιδιά την εντύπωση ότι καλούνται να πάρουν την τέλεια απόφαση, πιέζοντάς τα ή δίνοντάς τους την εντύπωση ότι η επιλογή είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Ο στόχος μας θα πρέπει να είναι να τους μάθουμε ότι με τις ικανότητές τους και τη στήριξη των άλλων που εμπιστεύονται μπορούν να αποφασίσουν ικανοποιητικά. Όλες αυτές οι διαδικασίες θα τα βοηθήσουν να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση.

Ο φόβος της αλλαγής

«…Ξέρεις, δεν θέλω να συνεχίσουμε άλλο… Είναι τόσο μάταια όλα! Νιώθω ότι τόση προσπάθεια δεν βγάζει πουθενά. Ίσως είναι καλύτερα να σταματήσω πια αυτό το ταξίδι του εαυτού μου και να πάψω να σκέφτομαι και να περιμένω ότι κάτι θα αλλάξει! Τόσοι άνθρωποι γύρω μου είναι μια χαρά, που δεν ασχολούνται με τον εαυτό τους. Φτάνει, θα συνεχίσω τη ζωή που ξέρω. Φοβάμαι πως… αν συνεχίσουμε, θα γίνουν πράγματα που δεν ξέρω αν θα αντέξω! Καλύτερα μέχρι εδώ!» μου εκμυστηρεύτηκε με δάκρυα στα μάτια, σαν να με είχε απογοητεύσει και κυρίως σαν να λυπόταν βαθιά για την κατάστασή της. 

Κάποια στιγμή, ίσως την πιο κρίσιμη και σημαντική στιγμή της πορείας, το άτομο νιώθει πιο ευάλωτο από ποτέ. Όλες οι άμυνές του είναι έτοιμες να πέσουν και οι τοίχοι που βαστούσαν γερά  τον μαθημένο, μέχρι στιγμής, τρόπο ζωής και σκέψης του, έχουν ραγίσει πια για τα καλά και δεν αντέχουν πολύ ακόμη.
 
Έφτασε λοιπόν και για την Α. η στιγμή αυτή που με πόνο και φόβο ζει την αλήθεια της. Έβλεπε πια ότι ο τρόπος που είχε χτίσει τη ζωή της, τις σχέσεις της και την καθημερινότητά της, βασιζόταν σε εκείνη την  πρώτη απόφαση που είχε πάρει κάποτε,  χωρίς να το καταλάβει,  να είναι υπάκουη, καλή, στοργική και να προσπαθεί πολύ να αποδείξει την αξία της, αν θέλει να την αγαπούν. Έτσι έμαθε να ικανοποιεί πρώτα όλους τους άλλους, να λέει «ναι» και να είναι πάντα εξυπηρετική, να προτρέχει, να εκπληρώνει  τις επιθυμίες και να πληροί τις ανάγκες των άλλων, για να μην τους λείπει τίποτα από ό, τι ζητούσαν. Εάν υπήρχε χρόνος και για εκείνη καλώς, αλλιώς τουλάχιστον έκανε ευτυχισμένους τους άλλους.
 
Αυτή τη στιγμή που κλαίει και με κοιτάει με αυτά τα γεμάτα παράπονο μάτια, μπορούσε να δει ξεκάθαρα σε ποια παγίδα είχε πέσει τόσα χρόνια και πώς συντηρούσε αυτό το σύστημα με τους γύρω της. Όλοι τη θεωρούσαν το καλό, σωστό, λογικό,  παιδί, που δρα προσεκτικά, φροντίζει τους γύρω του, δεν τσακώνεται, δεν αντιμιλάει και κυρίως δεν θυμώνει. Σε αντάλλαγμα εκείνη ένιωθε αγαπητή, περήφανη για τις επιλογές της, που αντιστοιχούσαν απόλυτα με τις προσδοκίες και τα όνειρα των γονιών της και όλα κυλούσαν όμορφα. Μόνο που, κάποιες φορές ένιωθε μέσα της μια βαθιά θλίψη, μια μοναξιά, ένα ανικανοποίητο σαν κάτι να έλειπε μόνιμα. Σαν κάτι να μην έκανε καλά ή να μην ήταν αρκετό, σαν κάτι να είχε αφήσει στην άκρη και να είχε παραμελήσει.
 
Φυσικά, όταν το άτομο αντικρίζει την αλήθεια κατάματα,  πονάει βαθιά, τα βιώνει όλα μάταια, νιώθει ότι σπατάλησε τη ζωή του βαδίζοντας σε λάθος δρόμο και ότι είναι πια πολύ αργά για να ξεκινήσει και πάλι, διαφορετικά αυτή τη φορά. Η αλλαγή είναι τόσο τρομακτική και κυρίως είναι τόσο τρομακτικός και άγνωστος ο νέος δρόμος. Θα έλεγα ότι είναι μια καινούρια πορεία που δεν έχει ξαναβαδίσει μέχρι στιγμής, χωρίς τον έλεγχο της μέχρι πρότινος λογικής, χωρίς την ασφάλεια και τη σιγουριά του γνώριμου, αβάσταχτου, πλην όμως σταθερού τρόπου βαδίσματος.
 
Οι φόβοι που ξεπηδούν παίρνουν μεγάλες διαστάσεις μέσα στο άτομο. Εξάλλου είναι όλοι εκείνοι οι φόβοι, που ασυνείδητα κάλυπτε αποφασίζοντας να ζει εκ του ασφαλούς.
 
· Ο φόβος της μοναξιάς: «Κι αν μείνω μόνη; Εάν μάθω να λέω όχι, κανείς δεν θα με χρειάζεται πια και θα με αφήσουν. Δεν θα μπορώ να είμαι με κανέναν και θα καταλήξω να νιώθω ακόμα χειρότερα».
· Ο φόβο της απόρριψης: «Δεν μπορώ να συγκρουστώ και να χαλάσουν οι σχέσεις μου. Με έχουν μάθει έτσι, δεν γίνεται ξαφνικά να γίνω κακιά και να τους απογοητεύσω. Τι θα πει ο κόσμος;»
· Ο φόβος της τρέλας: «Φοβάμαι ότι τρελαίνομαι, δεν νιώθω καλά. Ζαλίζομαι, πονάω παντού, η καρδιά μου χτυπάει πιο γρήγορα, ιδρώνω και νιώθω ότι χάνω τον έλεγχο. Απομακρύνομαι  σιγά σιγά απ’ όλους και όλα και δεν μπορώ να είμαι δυνατή και να πατάω γερά όπως παλιά!»
· Ο φόβος του αγνώστου: «Δεν ξέρω τι να κάνω, ούτε πώς να προχωρήσω από δω και στο εξής. Όλα είναι τόσο δύσκολα, σαν να πρέπει να κάνω βουτιά σε μια απέραντη θάλασσα με μεγάλα κύματα και εγώ δεν ξέρω αν μπορώ να κολυμπήσω και αν θα τα καταφέρω. Ποιος θα μου εγγυηθεί  ότι αξίζει τον κόπο;»
 
Όλες αυτές οι λογικές σκέψεις είναι απόλυτα κατανοητές, σεβαστές και αληθινές. Πηγάζουν από έναν βαθύ φόβο μπροστά στην αλλαγή. Τόσα χρόνια επικρατούσε το παλιό αυτό μοτίβο συμπεριφοράς της Α. και αυτό το σενάριο ζωής που διαρκώς επαναλάμβανε είχε πια εδραιωθεί και είχε αποκτήσει πολύ μεγάλη ισχύ. Τι γίνεται όμως όταν το παλιό δεν είναι αρκετό και το νέο είναι άγνωστο και τρομακτικό; 
 
Σε αυτό ακριβώς το δύσκολο σημείο αξίζει περισσότερο να επιμείνει κανείς και να μείνει ανοιχτός για να δει να γεννιέται κάτι διαφορετικό, για να ανακαλύψει νέους δρόμους, πιο λειτουργικούς, να δοκιμάσει, να πειραματιστεί και να τολμήσει να βρει πιο απλούς, χαλαρούς και ξεκούραστους τρόπους να σχετίζεται με τους άλλους, να νιώθει ότι κάνει καλύτερη παρέα με τον εαυτό του και να απολαμβάνει δημιουργικά τη ζωή χωρίς πάντα κάτι να λείπει.

Δεν είμαστε τα συναισθήματά μας

Καθώς εμβαθύνουμε στην αυτεπίγνωση, θα καταλήξουμε σε μια πολύ σημαντική ιδέα: δεν είμαστε εμείς τα συναισθήματά μας. Συνήθως ταυτίζουμε τα συναισθήματά μας με αυτό που είμαστε εμείς. Το βλέπουμε αυτό και στη γλώσσα που χρησιμοποιούμε για να τα περιγράψουμε.

Για παράδειγμα, λέμε: «Είμαι θυμωμένος», «Είμαι ευτυχισμένος», «Είμαι λυπημένος», λες και ο θυμός, η ευτυχία ή η λύπη είναι η υπόστασή μας ή γίνονται αυτό που είμαστε εμείς. Στο μυαλό μας τα συναισθήματά μας εξισώνονται με την ίδια μας την ύπαρξη.

Με αρκετή εξάσκηση στην ενσυνειδητότητα θα παρατηρήσετε τελικά μια αδιόρατη αλλά σημαντική αλλαγή: θα αρχίσετε να αντιλαμβάνεστε ότι τα συναισθήματα είναι απλώς κάτι που νιώθετε, όχι κάτι που είστε. Τα συναισθήματα από κάτι υπαρξιακό («είμαι») μετατρέπονται σε κάτι βιωματικό («αισθάνομαι»).

Με ακόμη περισσότερη εξάσκηση στην ενσυνειδητότητα θα παρατηρήσετε επίσης μια άλλη λεπτή αλλά σημαντική αλλαγή: θα αρχίσετε να βλέπετε τα συναισθήματά σας ως οργανικά φαινόμενα. Τα συναισθήματα γίνονται αυτό που βιώνουμε στο σώμα, οπότε από το «είμαι θυμωμένος» πηγαίνουμε στο «βιώνω θυμό στο σώμα μου».

Αυτή η αδιόρατη αλλαγή είναι εξαιρετικά σημαντική, επειδή υποδηλώνει ότι έχουμε τη δυνατότητα να κυριαρχήσουμε στα συναισθήματά μας. Εάν τα συναισθήματά μου ταυτίζονται με αυτό που είμαι εγώ, τότε μπορώ να κάνω ελάχιστα πράγματα για να τα αλλάξω. Αν όμως τα συναισθήματά μου είναι μόνο κάτι που βιώνω στο σώμα μου, τότε η αίσθηση του θυμού μοιάζει πολύ με τον πόνο που αισθάνομαι στους ώμους μου μετά από εντατική προπόνηση.

Και οι δυο αισθήσεις είναι απλώς οργανικές εμπειρίες τις οποίες μπορώ να ελέγξω. Μπορώ να τις απαλύνω. Μπορώ να τις αγνοήσω και να πάω να αγοράσω παγωτό, γνωρίζοντας ότι θα νιώθω καλύτερα σε μερικές ώρες. Μπορώ να τις βιώσω με ενσυνειδητότητα. Ουσιαστικά, μπορώ να επενεργήσω σ’ αυτές επειδή δεν αποτελούν τον πυρήνα του εαυτού μου.

Στην παράδοση του διαλογισμού υπάρχει μια όμορφη μεταφορά γι’ αυτή την ιδέα. Οι σκέψεις και τα συναισθήματα είναι σαν σύννεφα – κάποια όμορφα, κάποια σκοτεινά – ενώ η θεμελιακή μου ύπαρξη είναι σαν τον ουρανό. Τα σύννεφα δεν είναι ο ουρανός. Είναι φαινόμενα στον ουρανό που έρχονται και φεύγουν.

Αντίστοιχα, οι σκέψεις και τα συναισθήματα δεν είναι αυτό που είμαστε εμείς. Είναι απλώς φαινόμενα στον νου και στο σώμα που έρχονται και παρέρχονται. Εάν εμπεδώσουμε αυτή την ιδέα, θα είμαστε σε θέση να επιφέρουμε μέσα μας αλλαγές.

Η βασανιστική πλήξη ενός πνευματικά αμβλυμένου

Ιδιαίτερα η υγεία βαρύνει τόσο πιο πολύ σε σχέση με όλα τα εξωτερικά αγαθά, που πραγματικά ένας υγιής ζητιάνος είναι πιο ευτυχισμένος από έναν άρρωστο βασιλιά. Μια ήρεμη και χαρωπή ιδιοσυγκρασία που απορρέει από απόλυτη υγεία και ευτυχή εσωτερική οργάνωση, ένα καθαρό, ζωηρό, διεισδυτικό, με σωστή αντίληψη των πραγμάτων μυαλό, μια μετρημένη, ήπια βούληση και συνείδηση – αυτά είναι προτερήματα που κανένα αξίωμα και κανένας πλούτος δεν μπορεί ν’ αντικαταστήσει. Γιατί αυτό που είναι κανείς για τον εαυτό του, αυτό που τον συνοδεύει στη μοναξιά και που κανένας δεν μπορεί να του το δώσει ή να του το πάρει, είναι γι' αυτόν ουσιαστικότερο απ’ όλα όσα έχει ή επίσης, από το πώς μπορεί να είναι στα μάτια των άλλων.

Ένας άνθρωπος με πλούσιο πνεύμα σε πλήρη μοναξιά ψυχαγωγείται θαυμάσια με τις δικές του σκέψεις, ενατενίσεις και φαντασίες, ενώ η συνεχής εναλλαγή από παρέες, θεάματα, γιορταστικές εκδηλώσεις, εκδρομές δεν μπορεί να αποτρέψει τη βασανιστική πλήξη ενός πνευματικά αμβλυμένου. Ένας καλός, μετριοπαθής, ήπιος χαρακτήρας μπορεί να είναι ευχαριστημένος υπό συνθήκες φτώχειας, ενώ ένας άπληστος, φθονερός και κακός δεν είναι ευχαριστημένος μέσα σε όλα τα πλούτη. Ακόμα, για κάποιον που έχει διαρκώς την απόλαυση μιας εξαιρετικής, πνευματικά σημαντικής ατομικότητας, οι περισσότερες των γενικά επιδιωκόμενων απολαύσεων είναι εντελώς περιττές, και μάλιστα μόνο ενοχλητικές και βαρετές.

Γι’ αυτό ο Οράτιος λέει:

Μάρμαρο, ελεφαντόδοντο, πολύτιμα κοσμήματα, τυρρηνικά αγάλματα και εικόνες,
ασημικά κι ενδύματα δαρμένα με πορφύρα από τη Γαιτουλία,
πολλοί στερούνται τέτοια και μερικοί για τέτοια δεν ρωτούν. Εpistulae 2, 2, 180-182

Και ο Σωκράτης, βλέποντας κάποια πολυτελή εμπορεύματα που ήταν απλωμένα για πούλημα, είπε:

«Πόσα πράγματα λοιπόν υπάρχουν που δεν τα έχω ανάγκη!»

ARTHUR SCHOPENHAUER, Το ασήμαντο αιώνια επαινούν

Λίγοι είναι αυτοί που βλέπουν με τα δικά τους μάτια και αισθάνονται με τη δική τους καρδιά

Το να έχουμε προσωπική άποψη είναι συνώνυμο της αυθεντικότητας, πράγμα που δεν αντιτίθεται στο να μαθαίνουμε από τους άλλους και να ακολουθούμε το παράδειγμα εκείνων που λατρεύουμε. Σημαίνει να ζούμε συνειδητά ό,τι αποφασίζουμε να κάνουμε, όπως επίσης και να αναλαμβάνουμε την ευθύνη των συνεπειών των πράξεών μας.

Κατά τον ψυχίατρο Ενρίκε Ρόχας, αυθεντικό άτομο είναι εκείνο που έχει μέσα του τη δική του βάση, που αγωνίζεται να είναι συνεπές —σε σκέψη, λόγο και πράξη—, δηλαδή «το αυθεντικό άτομο ζει όπως σκέφτεται: είναι το αντίθετο της διπλής ή ηθικολογικής ζωής. Είναι ευθύτητα το να ζει με υπευθυνότητα, να μπορεί να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα όταν ο κοινωνικός περίγυρος γίνεται επιτρεπτικός και προβάλλει το “όλα καλά”, το “κάνε αυτό που θέλεις”, ή αυτό που εκφράζεται στη διάλεκτο του δρόμου ως “ζήσε τη στιγμή και μη σκέφτεσαι περισσότερο” ».

Ο άνθρωπος που έχει προσωπική άποψη είναι απλός και φυσικός, χωρίς παγίδες ή προσωπεία, αφού εμφανίζεται έτσι όπως είναι. Κι αυτό δεν είναι εύκολο, δεδομένου ότι η απλότητα είναι μια άσκηση ταπεινότητας που απαιτεί κόπο και σταθερότητα.

Κατά τον Ενρίκε Ρόχας, η αυθεντικότητα πάει μαζί με:
• Το να είσαι αληθινός με τον εαυτό σου. «Η συμπεριφορά του είναι σαφής, ολοκάθαρη, κι όταν λέει κάτι, λέει αυτό που νιώθει και το κάνει όντας υπεύθυνος γι’ αυτή την τοποθέτηση».
• Το να προτάσσεις την αλήθεια. «Αυτός που είναι αυθεντικός λέει τα πράγματα με το όνομά τους και είναι ικανός να πάει αντίθετα στο ρεύμα ακόμα κι αν η πλειοψηφία λέει άλλο πράγμα, αποφεύγει το ψέμα και τις πολλαπλές προσωπικότητες, όπως επίσης την αλλαγή γνώμης και την ψυχολογία της κακοπροαίρετης διάθεσης».
• Το να απαλείψεις τις αντιφάσεις. «Δεν υπάρχει αληθινή προσωπική πρόοδος χωρίς αγώνα, χωρίς κόπο για να λειανθεί και να καθαριστεί ό,τι συνιστά εμπόδιο. Ό,τι δεν πάει καλά. Αργεί κανείς να γίνει αυθεντικός, δεν είναι αμαξιτός δρόμος αλλά μονοπάτι γεμάτο αγκάθια, που στο τέρμα του όμως βρίσκεται η χαρά».
• Το να ξέρεις πού πηγαίνεις. «Να έχει έναν γενικό προσανατολισμό σε κάθε περίσταση για να ζει από μόνος του. Εξαρτάται ελάχιστα από το έξω και πολύ από το μέσα, από τα δικά του κριτήρια. Η εξωτερική πίεση τον επηρεάζει ελάχιστα και δε λέει πως είναι αλήθεια κάτι επειδή το λέει η πλειοψηφία ή οι στατιστικές».
• Το να είσαι ακέραιος. «Αποφεύγει το φαίνεσθαι, το να δίνει άλλη εικόνα προς τα έξω και μια διαφορετική προς τα μέσα, ξέρει να υπερασπίζεται σε οποιοδήποτε περιβάλλον τις ιδέες του και τα πιστεύω του, ακόμα κι αν δεν αρέσουν ή δεν είναι της μόδας ή δεν είναι πολιτικά ορθά. Κι αυτό είναι το μεγαλείο του όπως και η απαίτησή του».

Φτάνοντας στη δική μας οπτική γωνία, η αυθεντικότητα, παρά τα όσα μπορεί να σκεφτούν ή να πουν οι άλλοι, είναι ένας δύσκολος και μακρύς δρόμος, που όμως φέρνει πνευματική γαλήνη, αυτονομία και τη χαρά του να είμαστε συνεπείς με τον εαυτό μας, αφοσιωμένοι σε αυτό που μας δίνει πραγματικά νόημα.

Δεν αγαπάς τον εαυτό σου καθόλου

Δεν αγαπάς τον εαυτό σου καθόλου μα καθόλου. Όμως, ποιον θα αγαπήσεις αν δεν ξέρεις ποιος είσαι; Από πολύ μικρό σε έχουν κάνει να πιστεύεις -μεταξύ άλλων πολλών ανοησιών- ότι οφείλεις να γίνεις σημαντικό πρόσωπο για να απολαμβάνεις μια επαγγελματική θέση με κύρος και να κερδίζεις όσο περισσότερα χρήματα μπορείς. Και σαν αποτέλεσμα του να κάθεσαι παθητικά στην τάξη οχτώ ώρες την ημέρα επί πέντε μέρες την εβδομάδα, με τον καιρό επέτρεψες να ευνουχίσουν την αυτοεκτίμησή σου και να ακρωτηριάσουν την εμπιστοσύνη σου στον εαυτό σου. Σήμερα, πολύ λίγα άτομα διατηρούν την έμφυτη αυτοεκτίμηση με την οποία γεννήθηκαν. Πρέπει να έχεις πολλή εξυπνάδα και εσωτερική δύναμη για να μην αφεθείς να σε λιώσει επί δεκαεπτά χρόνια το εκπαιδευτικό σύστημα. Κι εγώ αφέθηκα να με λιώσει. Συνεπώς δεν αξίζει τον κόπο να αυτομαστιγώνεσαι γι’ αυτό. Ούτε επίσης να χάνεις τον χρόνο σου αναζητώντας ενόχους. Αν θέλεις να επιτρέψεις στον εαυτό σου λίγα λεπτά θυματοποίησης, παραπονέσου ότι είσαι θύμα της ιστορικής στιγμής που σου έλαχε να ζήσεις. Έχεις γεννηθεί σε μια κοινωνία η οποία ασυνείδητα σε προγραμμάτισε να περάσεις τη ζωή σου αρνούμενος τον εαυτό σου, προσπαθώντας να μπεις σε ένα προσωπικό, οικογενειακό και επαγγελματικό καλούπι καθορισμένο από άλλους. Το ίδιο μου κάνει αν εξωτερικά σού πάνε καλά τα πράγματα. Αν δε συμβεί να είσαι αυτός που είσαι και όχι άλλος, η σύγκρουση με τον εαυτό σου θα συνεχίσει να υποβόσκει μέσα σου. Ο αντίπαλός σου είναι ο άνθρωπος που υποτίθεται ότι οφείλεις να είσαι.

Άσε τον εαυτό σου ήσυχο επιτέλους!
Έχεις μεταβληθεί σε φαρσαδόρο που συνεχίζει τη φάρσα από βόλεμα κι από αδράνεια. Κι επίσης από φόβο μην τύχει και απογοητεύσεις το ακροατήριό σου. Αλλά με το να φοράς τόσο καιρό μια μάσκα, έχεις ξεχάσει ποιος είσαι. Ασυνείδητα δόμησες μια ψευδή προσωπικότητα για να πείσεις τον κόσμο ότι είσαι άξιος της αγάπης του και της επιδοκιμασίας του. Είσαι ένας ηθοποιός, και η κοινωνία η σκηνή σου. Ωστόσο, όσο περισσότερο ταυτίζεσαι με τη μεταμφίεση, τόσο περισσότερο απομακρύνεσαι από την αυθεντική ουσία σου: και κατά συνέπεια, σου είναι πιο δύσκολο να γνωρίσεις τον άνθρωπο που στ’ αλήθεια είσαι. Έχοντας ταυτιστεί με μια προκατασκευασμένη περσόνα, στο βάθος βάθος μέσα σου αισθάνεσαι ότι η ζωή σου έχει στηθεί πάνω σε μια απάτη. Πώς φέρεσαι στον εαυτό σου; Τον κρίνεις; Τον υποτιμάς; Ανησυχείς; Αν συνηθίζεις να νιώθεις μεγάλο θυμό, θλίψη ή άγχος σημαίνει ότι ακόμα παλεύεις. Η «στρέβλωση» της αληθινής σου ουσίας, η «αυτοαπαίτηση» και η «νοητική κακοποίηση» είναι έλλειμμα «αποδοχής». Πρόκειται για ένα χάρισμα που αναπτύσσεται στο μέτρο που αρχίζεις ν’ αφήνεις ήσυχο τον εαυτό σου, παύοντας, παράλληλα, να καταναγκάζεσαι για να φτάσεις να είσαι κάποιος που ποτέ δε θα είσαι. Το να αποδεχτείς τον εαυτό σου σημαίνει να κατανοήσεις για ποιο λόγο και για ποιο σκοπό είσαι όπως είσαι. Παραδόξως, αποδεχόμενος τη σκοτεινή πλευρά σου, αυτή μεταμορφώνεται, φέρνοντας στην επιφάνεια το φως που υπάρχει μέσα σου.

To να γνωρίσεις τον εαυτό σου δε σημαίνει καθόλου ότι οφείλεις ν’ αλλάξεις ή να είσαι καλύτερος άνθρωπος. Σκοπός της παιδαγωγικής αυτής διαδικασίας είναι να αποδεχτείς τον εαυτό σου ακριβώς όπως είναι, με τα ελαττώματά του και τα προτερήματά του, εντάσσοντας στο είναι σου το φως και τη σκιά που συγκατοικούν μέσα σου. Το να αποδεχτείς τον εαυτό σου δεν πάει να πει να παραιτηθείς, να συμμορφωθείς, να είσαι αδιάφορος ή να γαντζωθείς στο «είμαι αυτός που είμαι». Σημαίνει να δεσμευτείς να εξακριβώσεις ποια είναι η ρίζα της οδύνης σου. Και, λοιπόν, τι θα κάνεις για να γίνεις η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου; Κατανόησε τα κίνητρα και τους λόγους που σε οδήγησαν να είσαι όπως είσαι αυτή ακριβώς τη στιγμή. Τη στιγμή που κάτι μέσα σου θα σου κάνει «κλικ», θα βιώσεις έναν «ψυχικό οργασμό» που μετά απ’ αυτόν θα αλλάξει ριζικά η άποψη που έχεις για τον εαυτό σου. Για τρεις μήνες, κάθε φορά που θα δυσφορείς, θα αναρωτιέσαι: «Τι είναι αυτό που δεν αποδέχομαι;». Η απάντηση θα σου δείξει ότι η ρίζα της δυσφορίας σου βρίσκεται στο μυαλό σου, στην υποκειμενική και στρεβλή ερμηνεία που κάνεις της πραγματικότητας. Να θυμάσαι καθημερινά άτι αυτό που δεν μπορείς να αποδεχτείς είναι η μόνη αιτία της οδύνης σου. Όπως και στην αρχή, θα δυσφορείς κάθε φορά που θα αντιλαμβάνεσαι ότι προκαλείς δυσφορία στον εαυτό σου. Το παιχνίδι συνίσταται στο να αποδεχτείς το γεγονός ότι ακόμα δεν έχεις μάθει να αποδέχεσαι τον εαυτό σου, και ότι αυτή ακριβώς η γνώση είναι η σημαντικότερη που οφείλεις ν’αποκτήσεις στη ζωή σου.

Όταν καλλιεργείς τη διαπροσωπική σου νοημοσύνη, η οδύνη που προξενείς σε σένα όταν σχετίζεσαι με τον εαυτό σου παύει.

Γεννηθήκαμε σίγουροι

Oι περισσότεροι γεννηθήκαμε σίγουροι. Τα ξέραμε όλα από πολύ μικροί. H διάκριση σωστού από λάθος ήταν περασμένη στον γενετικό μας κώδικα ή μας την είχε κάνει δώρο κάποιο πνεύμα που περνούσε από πάνω μας την ώρα που γεννιόμασταν. Ο μανιχαϊστικός τρόπος διαχωρισμού του κόσμου και των ανθρώπων ήταν ένα απίστευτα βολικό σχήμα – και ιδιαίτερα άκοπο – να αυτοεπιβεβαιωνόμαστε διαρκώς, δίχως ίχνος αμφισβήτησης και χωρίς το μεγάλο ξεβόλεμα που απαιτούν οι αλλαγές και η αυτοκριτική.

Στην εφηβεία αυτό δεν λογαριάζεται σαν ελάττωμα αλλά ως πείσμα, πάθος και ορμή. Μεγαλώνοντας, κι όταν οι απόψεις μας και οι ερμηνείες του κόσμου δοκιμάζονται σε πραγματικές συνθήκες, εκεί που διακυβεύεται κάτι σοβαρό και μεγάλο, υπάρχουν δύο δρόμοι. Ή να κακοφορμίσει σε φανατισμό ή να γλυκάνει τις χολές μας και να γίνει σκέψη.

Αλλά σκέψη σε επίπεδο σκέψης… Μπορεί να είναι κακές οι σιγουριές και η απολυτότητα, και να έχουν αναχθεί σε μία από τις κύριες δομικές «αναπηρίες» μας, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να κάνεις κάτι. Και η πράξη είναι αναγκαστικά μια εμπράγματη σιγουριά. Γιατί οι απόψεις μπορούν να είναι μετριοπαθείς αλλά οι πράξεις δεν μπορούν. Είναι ενέργεια, είναι θέση σαφής, χωρίς αστερίσκους.

Με τις πράξεις παίρνεις το μέρος κάποιου. Κι αν συνυπολογίσουμε σε αυτό πως είμαστε οι πράξεις μας και όχι τα λόγια μας, πως είμαστε τα μέσα μας (από αυτά κρινόμαστε) και όχι η δήλωση κάποιου σκοπού μας, τότε μοιάζει να είμαστε καταδικασμένοι να ονειρευόμαστε ενωτικά και με πρόθεση σύνθεσης των αντιθέτων, αλλά να πράττουμε ως σίγουροι – αν όχι ως φανατικοί.

Κάθε φορά που μέσα στη σκέψη μου τους χωράω σχεδόν όλους, με τις πράξεις μου αποφασίζω με ποιους θα πάω και ποιους θα αφήσω. Ένα σισύφειο μαρτύριο που δεν ξέρω πραγματικά πώς γλιτώνεις.

Βέβαια ο κόσμος και οι προσωπικές τροχιές πάντα έτσι κινούνταν και διαγράφονταν, με επιλογές, και αλίμονο αν δεν υπήρχαν. Όμως η κάθε επιλογή μας εμπεριέχει στον πυρήνα της την άρνηση της άλλης άποψης. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Εκείνο που μπορείς να κάνεις είναι η επιλογή σου να μη δηλητηριάζεται από μισαλλοδοξία και εκδίκηση, να προσπαθεί να αφήσει χώρο και για τους «ηττημένους», να της φυτεύεις στην καρδιά την ίδια την αμφισβήτηση αν έκανες το σωστό ή όχι.

Έχουμε ταλαιπωρηθεί από τις σιγουριές μας. 'Ολοι μας έχουμε δοκιμάσει να στριμώξουμε τον κόσμο μέσα στα κουτιά που φτιάξαμε μικροί, όχι απαραίτητα ως αποτέλεσμα σκέψης αλλά επειδή είχαμε ανάγκη να ανήκουμε κάπου. Βαφτίσαμε την αλλαγή ξεπούλημα και εκείνον που άρχισε να σκέφτεται αλλιώς προδότη.

Όμως, μόνο τις βασικές σου τις αρχές μπορείς να προδώσεις. Το να επαναπροσδιορίζεις τον τρόπο σου είναι απόλυτα υγιές.

Είμαστε ο τρόπος μας. Ιδεολογία είναι μόνο ο τρόπος μας. Οτιδήποτε άλλο αποδείχτηκε επικίνδυνο.

Ο Αριστοτέλης και η θεωρία της πράξης για την ιδανική εξουσία

Αποδεχόμενοι ότι η πολιτειακή οργάνωση αποσκοπεί στην ευδαιμονία και κατανοώντας ότι συλλογική ευτυχία δίχως την αρετή είναι αδύνατο να υπάρξει, τίθεται το δίλημμα της πραγμάτωσης του ενάρετου βίου σε ατομικό επίπεδο σε σχέση με τη συμμετοχή στα πολιτικά αξιώματα ή την αποστασιοποίηση από αυτά: «γιατί άλλοι αποδοκιμάζουν την ανάληψη των πολιτικών αξιωμάτων με το επιχείρημα ότι ο βίος του ελεύθερου ανθρώπου είναι κάτι διαφορετικό από το βίο του πολιτικού και συγκεντρώνει την πιο μεγάλη προτίμηση, και άλλοι ότι αυτός είναι ο άριστος βίος, διότι είναι αδύνατο να ευτυχεί κάποιος που δεν ενεργοποιείται καθόλου πολιτικά». (1325a 18 – 22).
 
Με άλλα λόγια, η συμμετοχή στα κοινά, ως διεκδίκηση αξιωμάτων συντείνει σ’ αυτό που ονομάζουμε άριστο βίο ή όχι; Και, για να τεθεί διαφορετικά, κατά πόσο η αναζήτηση των αξιωμάτων στο πλαίσιο της πολιτειακής συμμετοχής αποτελεί εχέγγυο ευτυχίας;
 
Το βέβαιο είναι ότι δε θα μπορούσε να υπάρξει απάντηση που να διασφαλίζει με τρόπο απόλυτο τη μία ή την άλλη εκδοχή, αφού και οι δύο απόψεις εμπεριέχουν την υπερβολή. Η ευτυχία δε θα μπορούσε να ταυτιστεί με την ανάληψη θέσεων εξουσίας, αλλά ούτε και να αποκοπεί εντελώς από το πολιτικό γίγνεσθαι, καθώς η ενασχόληση με τα κοινά σηματοδοτεί τη συμμετοχή ως επισφράγιση της πολιτειακής αξιοπιστίας. Ένα πολίτευμα, όταν οι πολίτες είναι τελείως αδιάφοροι για τη λειτουργία του, δεν μπορεί παρά να θρέψει τη διαφθορά: «Υποστηρίζουμε λοιπόν ότι και οι δύο απόψεις έχουν σωστά και λανθασμένα σημεία». (1325a 23 – 24).
 
Το ζήτημα είναι ο τρόπος που ορίζει κανείς τη θέση εξουσίας: «Σύμφωνα με την πρώτη άποψη ο βίος του ελεύθερου ανθρώπου είναι ποιοτικά ανώτερος από το βίο του δεσποτικού ανθρώπου». (1325a 24 – 25). Εφόσον, λοιπόν, η εξουσία εκλαμβάνεται ως δεσποτική υπεροχή, τότε πράγματι η αναζήτηση των αξιωμάτων δεν αντανακλά καμιά ιδιαίτερη αξία. Γιατί η δεσποτική εξουσία αρμόζει στους δούλους και το να εξουσιάζει κανείς δούλους δεν αποτελεί σημαντική επιδίωξη: «Αυτό είναι αλήθεια, γιατί δεν είναι καθόλου άξιο σεβασμού και εκτίμησης να ασκεί κανείς εξουσία σε δούλο, ο οποίος είναι πράγματι δούλος, καθώς οι εντολές για την επιτέλεση των αναγκαίων δεν έχουν κανένα στοιχείο ποιοτικής ανωτερότητας». (1325a 25 – 27).
 
Με δεδομένο ότι ο Αριστοτέλης από το πρώτο κιόλας βιβλίο των «Πολιτικών» έχει ξεκαθαρίσει ότι αποδέχεται τη δουλεία ως κάτι δοσμένο από τη φύση, το ενδιαφέρον δε στρέφεται στην έννοια του δεσποτισμού που δικαίως – κατά τον Αριστοτέλη – απευθύνεται στους φύσει δούλους, αλλά στη γενίκευση του όρου, καθώς απευθύνεται πλέον προς πάσα κατεύθυνση: «Από την άλλη όμως και η αντίληψη ότι κάθε εξουσία είναι δεσποτική, δεν είναι σωστή, γιατί δε διαφέρει η άσκηση της εξουσίας των ελεύθερων ανθρώπων από εκείνη των δούλων λιγότερο από όσο διαφέρει ο φύσει ελεύθερος από τον φύσει δούλο». (1325a 27 – 30).
 
Από τη στιγμή που έχει ήδη επισημανθεί από το πρώτο βιβλίο ότι υπάρχουν τρία είδη εξουσίας (η δεσποτική που απευθύνεται σε δούλους, η βασιλική που απευθύνεται σε ελεύθερους αλλά όχι ισότιμους, όπως οι γυναίκες και τα παιδιά και η πολιτική που απευθύνεται σε ελεύθερους και ισότιμους ανθρώπους) είναι φανερό ότι η εξουσία που τίθεται δεσποτικά απέναντι σε όλους αποτελεί διαστρέβλωση, αφού λειτουργεί απολύτως ισοπεδωτικά. Είναι η κατάχρηση της εξουσίας, που εκλαμβάνεται ως άλλοθι της επιβολής και που, με βεβαιότητα, θα οδηγήσει στις αυθαιρεσίες. Υπό αυτές τις συνθήκες ασφαλώς και δεν είναι εποικοδομητικό να αναλώνεται κανείς στη διεκδίκηση αξιωμάτων.
 
Η αντίληψη της εξουσίας ως δεσποτική αρχή δεν είναι τίποτε άλλο από το απροκάλυπτο πρόταγμα της προσωπικής ισχύος, που επιθυμεί να μετατρέψει τον πολίτη σε δούλο. Κι όταν γίνεται λόγος για δεσποτική αρχή, δεν εννοείται μόνο η ευθεία αυταρχικότητα μιας δικτατορίας (ούτε βέβαια και αποκλείεται) αλλά – πρωτίστως – η συμφεροντολογική εκδοχή της εξουσίας ως ατομική επικράτηση, δηλαδή ως έπαθλο που οφείλει να προσδώσει τα ανταλλάγματα. Η διακυβέρνηση που αποσκοπεί στο προσωπικό συμφέρον καταπατώντας τη δημόσια ωφέλεια απαξιώνει συνειδητά τον πολίτη υποβαθμίζοντας τη θέση του, ως κάτι ανάξιο να ληφθεί υπόψη.
 
Η διαιώνιση μιας τέτοιας διακυβέρνησης είναι συγκαλυμμένη δουλεία, αφού μόνο ο δούλος δεν υπολογίζεται. Γι’ αυτό και μεταξύ ομοίων πρέπει η εξουσία να αλλάζει χέρια, ώστε όλοι να αναλάβουν την ευθύνη της: «Γιατί για τους όμοιους το καλό και το δίκαιο συνίσταται στην εκ περιτροπής ανάληψη των πολιτικών αξιωμάτων, καθώς αυτό είναι ίσο και όμοιο». (1325b 7 – 8).
 
Η πεποίθηση ότι όλοι «εκ περιτροπής» πρέπει να αναλαμβάνουν τα πολιτικά αξιώματα είναι ξεκάθαρη απάντηση στο κατά πόσο πρέπει να ασχολείται κανείς ή όχι με τα θέματα της πολιτείας. Η απαξίωση των πολιτικών εξελίξεων και η απροθυμία συμμετοχής στο βάθος κρύβουν την απογοήτευση, που σταδιακά φέρνει την αποστασιοποίηση. Η εξουσία που εκλαμβάνεται ως υγιής υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος, η εξουσία δηλαδή που διέπεται από αξίες δικαίου και σεβασμού, πραγματώνεται με τη  διασφάλιση της ισότητας, που πλέον μετουσιώνεται σε καθήκον για κάθε ελεύθερο άνθρωπο: «το μη ίσο για τους ίσους και το μη όμοιο για τους όμοιους είναι αντίθετα με τη φύση και βέβαια τίποτε αντίθετο με τη φύση δεν είναι καλό». (1325b 8 – 10).
 
Με άλλα λόγια, είναι η ίδια η φύση που ωθεί τον άνθρωπο στην υπεράσπιση της ισότητας – μεταξύ πράγματι ίσων – όπως είναι και πάλι η φύση που τον καθοδηγεί, ώστε να δημιουργήσει κοινωνία. Κι αυτό είναι σύμφωνο με την αξιοκρατική αντίληψη στη διαχείριση της εξουσίας, αφού η αναγνώριση της ισότητας και της ομοιότητας των ελεύθερων ανθρώπων δεν είναι τίποτε άλλο από την αμοιβαία αναγνώριση της αξίας τους. Αν αυτό ανατραπεί με την παρουσία ενός ανθρώπου που ξεχωρίζει ανάμεσα στους άριστους, τότε το δίκαιο είναι να αναλάβει αυτός και τα αξιώματα: «Γι’ αυτό και αν κάποιος άλλος είναι ανώτερος από τους άριστους στην αρετή και στην πρακτική δεξιότητα, είναι καλό αυτόν να ακολουθούμε και δίκαιο να τον υπακούμε». (1325b 10 – 12).
 
Το ενδεχόμενο αυτό βέβαια τίθεται απολύτως υποθετικά, αφού στην πράξη είναι αδύνατο να συμβεί, όπως έχει ήδη ξεκαθαριστεί από το τρίτο βιβλίο των «Πολιτικών».
 
Κι εδώ, βέβαια, το νέο στοιχείο που χαρακτηρίζει τον ανώτερο των αρίστων είναι η «πρακτική δεξιότητα» που πρέπει να τον χαρακτηρίζει. Ότι η απραξία είναι αρνητικό το έχει ήδη ξεκαθαρίσει: «είναι λάθος να επαινεί κανείς την απραγία περισσότερο από την ενεργοποίηση κάποιου, γιατί η ευδαιμονία είναι πράξη και επιπλέον οι πράξεις των δικαίων και συνετών ανθρώπων οδηγούν σε πολλά και καλά αποτελέσματα». (1325a 31 – 34).
 
Η αποφθεγματική διατύπωση, που θέλει την ευδαιμονία να είναι πράξη, είναι η αντίληψη της ευτυχίας που κερδίζεται με την ανθρώπινη ενεργητικότητα. Ο άνθρωπος, ως απόλυτα υπεύθυνος για τη μοίρα του, οφείλει να ενεργήσει προκειμένου να πετύχει αυτά που επιθυμεί. Η αποδοχή της μοίρας είναι η παθητικότητα που επιφέρει την αδράνεια κι αυτό δεν ταιριάζει στους πραγματικά ελεύθερους. Η μετατόπιση της ευθύνης στον άνθρωπο δε λειτουργεί εκ του πονηρού, ως άλλοθι μιας άδικης κοινωνίας που θέλει να ρίξει και την ευθύνη σ’ αυτούς που αδικούνται, αλλά ως ειλικρινής αισιόδοξη οπτική, που θέλει τον άνθρωπο δυνατό να διαμορφώσει την τύχη του.
 
Γι’ αυτό πρέπει η πολιτεία να διέπεται από δικαιοσύνη. Για να εξασφαλίζεται η ελευθερία των πολιτών να πράξουν προς την κατεύθυνση της ευτυχίας τους. Η κοινωνία της ανισότητας, με τις ακραίες ταξικές διαφορές, τους εκπαιδευτικούς κι εργασιακούς αποκλεισμούς, της αναξιοκρατίας και των υπόγειων διασυνδέσεων είναι πριν απ’ όλα ανελεύθερη, ακριβώς επειδή δεν αφήνει τους πολίτες να πράξουν.
 
Όμως, η φράση «πρακτική δεξιότητα» δεν αναφέρεται τόσο στη διάθεση της δράσης, ως ενεργή συμμετοχή στη διαχείριση όλων των ερεθισμάτων προς την επιθυμητή κατεύθυνση, όσο – κυρίως – στη δυνατότητα εφαρμογής όλων των γνώσεων κι όλων των θεωρητικών κεκτημένων στις καθημερινές προκλήσεις που θα έλθουν. Κι αυτό έχει να κάνει με την προσαρμοστικότητα του ελιγμού που αναγκαστικά θα λειτουργήσει ως σύνδεσμος ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη. Η ανεφάρμοστη θεωρητική γνώση τείνει στο άχρηστο. Ο άριστος είναι εκείνος που θα προσδώσει τις χειροπιαστές διαστάσεις: «Χρειάζεται όμως να διαθέτει αυτός» (εννοείται ο άριστος) «όχι μόνο αρετή αλλά και ικανότητα που θα του επιτρέπει να είναι πρακτικός. Αλλά αν αυτά καλώς λέγονται και αν οφείλουμε να ορίσουμε την ευδαιμονία ως ευπραγία, ο πρακτικός είναι άριστος βίος και για όλη την πόλη συλλογικά και για τον καθένα ξεχωριστά». (1325b 12 – 16).
 
Υπό αυτή την έννοια, η εξουσία είναι αδύνατο να νοηθεί απλώς ως μια θεωρητική κατασκευή. Τα θεμέλια της πολιτείας, ο νόμος και η εκπαίδευση, δεν έχουν καμία αξία, ακόμη κι αν σε επίπεδο ιδεών είναι τέλεια, εφόσον είναι αδύνατο να πραγματωθούν. Γι’ αυτό οφείλουν να προσαρμόζονται στην ιδιοσυγκρασία, τις παραδόσεις, την ιστορία και την κουλτούρα του λαού που θα υπηρετήσουν. Η ιδανική νομοθεσία μιας πόλης δε σημαίνει ότι θα είναι εξίσου ιδανική και σε μια άλλη,  γιατί μπορεί να μην εκπληρώνει τις πρακτικές προϋποθέσεις που ορίζονται από την εκεί νοοτροπία, ώστε να γίνει αποδεκτή. Κι αν δε γίνει αποδεκτή, θα παραμείνει ανεφάρμοστη, δηλαδή θα αποτύχει.
 
Μια προοδευτική νομοθετική μεταρρύθμιση, όταν γίνεται απότομα μέσα σε μια οπισθοδρομική κοινωνία, είναι πολύ πιθανό να αποτύχει. Καμία πρόοδος δεν επέρχεται απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζεται η συμβολή της παιδείας, που επίσης, θα είναι μακροχρόνια, αφού δεν είναι εύκολο να αλλάξουν αντιλήψεις παγιωμένες στη λαϊκή συνείδηση. Ο πρακτικός νομοθέτης είναι αυτός που θα διαχειριστεί τις ισορροπίες υπηρετώντας την πρόοδο χωρίς να φέρει συγκρούσεις. Η θεωρητική ακαμψία δεν μπορεί να προσφέρει κοινωνικά κι ως εκ τούτου δεν ανήκει στα γνωρίσματα του άριστου.
 
Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης σπεύδει να διευκρινίσει: «Όμως ο πρακτικός βίος δεν υφίσταται κατ’ ανάγκη μόνο σε σχέση με τους άλλους, όπως νομίζουν ορισμένοι, ούτε μόνο εκείνες οι θεωρήσεις είναι πρακτικές που αποβλέπουν στα θετικά αποτελέσματα της πρακτικής εφαρμογής τους, αλλά πολύ περισσότερο οι αυτοτελείς και αυτόνομες θεωρήσεις και σκέψεις». (1325b 16 – 21).
 
Βρισκόμαστε στο σημείο που ταυτίζεται η θεωρητική και η πρακτική σκέψη, αφού η δυνατότητα της πρακτικής εφαρμογής προϋποθέτει τη νόηση. Η σκέψη, ως διανοητική ενέργεια, ακόμη και αφηρημένων εννοιών, όσο αυτόνομη ή αυτοτελής κι αν είναι, όσο μεμονωμένη ή ατομική, είναι αδύνατο να στερηθεί το πρακτικό της υπόβαθρο, καθώς είναι αδύνατο να ξεφύγει από τα όρια των δομών που συνθέτουν τον υπαρκτό κόσμο. Ακόμη και η πιο ακραία επιστημονική φαντασία, ακόμη και η ολοκληρωτική ανατροπή όλων των γήινων δεδομένων, έχουν πάντα μία αρχή· τα γήινα δεδομένα που πρέπει να ανατραπούν.
 
Η σκέψη δεν μπορεί να αποκοπεί ούτε από τις γνώσεις του ανθρώπου που την παράγει ούτε από το γλωσσικό του υπόβαθρο. Με άλλα λόγια, υπάρχει αναπόφευκτη σύνδεση της σκέψης και της πράξης: «Μάλιστα ισχυριζόμαστε ότι οι αρχιτέκτονες (οι αρχιμάστορες) στις διανοητικές διεργασίες και πράττουν και είναι συντελεστές των εξωτερικών πράξεων». (1325b 21 – 23).
 
Η έννοια «αρχιτέκτονες» όπως γράφει ο Αριστοτέλης στο πρωτότυπο, «αρχιμάστορες», είναι ακριβώς η πρακτική διάσταση της σκέψης. Κι ο άνθρωπος που σκέφτεται ένας μάστορας είναι, ένας μάστορας του πνεύματος που μπορεί να αναδημιουργεί, ακόμη και να ανατρέπει τον κόσμο, αντιπαραβάλλοντας το δικό του. Γι’ αυτό και μπορεί να γίνει συντελεστής «εξωτερικών πράξεων», γιατί η σκέψη, ως εσωτερική πράξη, μπορεί να μετουσιωθεί σε κοινωνική προοπτική προξενώντας εξωτερικές πράξεις: «Διαφορετικά δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί καλή η κατάσταση του θεού και του σύμπαντος κόσμου, αν δεν υπάρχουν εξωτερικές πράξεις παράλληλα με τις εσωτερικές τους». (1325b 28 – 30).
 
Ο Αριστοτέλης θα λέγαμε ότι προλειάνει το έδαφος και για το Χέγκελ. «Οι εσωτερικές πράξεις συντίθενται με τις εσωτερικές και στην ενότητά τους διατρέχουν τον κόσμο και το θεό. Η διπλή αυτή πράξη παρατηρείται και στη χεγκελιανή σύλληψη της Ιδέας η οποία συλλαμβάνεται ως η απόλυτη ενότητα της εσωτερικότητας και της εξωτερικότητας. Ως παραγωγός του κόσμου εξωτερικεύεται διαρκώς, επιστρέφοντας στον εαυτό της. Η σημασία της πράξης στη χεγκελιανή φιλοσοφία αλλά και η μαρξική κριτική στη χεγκελιανή σύλληψη της πράξης έχει ενδιαφέρον να συνδεθούν με την αριστοτελική αντίληψη για την πράξη των στίχων αυτών».
 
Με άλλα λόγια, αυτό που ονομάζουμε ύπαρξη δεν είναι τίποτε άλλο από την αέναη θεϊκή ισορροπία ανάμεσα στον εσωτερικό κι εξωτερικό κόσμο. Ο θεός, ως σύμβολο της πιο ολοκληρωτικής τελειότητας, και ολόκληρο το σύμπαν, ως ενσάρκωση του θεού μέσα στις τέλειες δομές του φυσικού κόσμου, είναι η άριστη κατάσταση που προκύπτει στις «εξωτερικές πράξεις παράλληλα με τις εσωτερικές τους». Κι αν πρέπει να το πούμε ακόμη απλούστερα, η ευτυχία σε ατομικό επίπεδο δεν είναι τίποτε άλλο από τη σύμπλευση των εξωτερικών πράξεων σε σχέση με τις εσωτερικές που ορίζουν οι επιθυμίες.
 
Αλίμονο σ’ αυτόν που κάνει αυτά που απεχθάνεται. Είναι καταδικασμένος στη δυστυχία. Κι αυτός ακριβώς είναι ο ορισμός του ιδανικού βίου, που προκύπτει από την αρμονία της σκέψης με την πράξη (εσωτερικότητας – εξωτερικότητας). Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο μπορεί να οριστεί και ο άριστος βίος σε συλλογικό επίπεδο, ως αρμονία που προκύπτει από την άριστη πολιτειακή οργάνωση της πόλης. Αρκεί να είναι ξεκάθαρες οι προτεραιότητες, ως συλλογική εσωτερικότητα, ώστε να πραγματωθεί και το πρακτικό κομμάτι της εξωτερίκευσής τους.
 
Οι κοινωνίες που στα λόγια προάγουν αξίες διαφορετικές από αυτές που υπηρετούν σε επίπεδο εξουσίας, πέρα από υποκριτικές, είναι τελικά αδιέξοδες, αφού νομοτελειακά προάγουν τη συλλογική δυστυχία: «Συνεπώς έχει αποδειχθεί ότι ο ίδιος βίος είναι κατ’ ανάγκη ο άριστος βίος και για τον καθένα άνθρωπο ξεχωριστά και για τις πόλεις και για τους ανθρώπους συλλογικά». (1325b 30 – 32).
 
Αριστοτέλης: Πολιτικά