Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (850-884)

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ
850 οἴμοι κακοδαίμων, ὡς ἀπόλωλα δείλαιος,
καὶ τρισκακοδαίμων καὶ τετράκις καὶ πεντάκις
καὶ δωδεκάκις καὶ μυριάκις· ἰοὺ ἰού.
οὕτω πολυφόρῳ συγκέκραμαι δαίμονι.
ΚΑ. Ἄπολλον ἀποτρόπαιε καὶ θεοὶ φίλοι,
855 τί ποτ᾽ ἐστὶν ὅ τι πέπονθεν ἅνθρωπος κακόν;
ΣΥ. οὐ γὰρ σχέτλια πέπονθα νυνὶ πράγματα,
ἀπολωλεκὼς ἅπαντα τἀκ τῆς οἰκίας
διὰ τὸν θεὸν τοῦτον, τὸν ἐσόμενον τυφλὸν
πάλιν αὖθις, ἤνπερ μὴ ᾽πιλίπωσιν αἱ δίκαι;
860 ΔΙ. ἐγὼ σχεδὸν τὸ πρᾶγμα γιγνώσκειν δοκῶ.
προσέρχεται γάρ τις κακῶς πράττων ἀνήρ,
ἔοικε δ᾽ εἶναι τοῦ πονηροῦ κόμματος.
ΚΑ. νὴ Δία καλῶς τοίνυν ποιῶν ἀπόλλυται.
ΣΥ. ποῦ, ποῦ ᾽σθ᾽ ὁ μόνος ἅπαντας ἡμᾶς πλουσίους
865 ὑποσχόμενος οὗτος ποήσειν εὐθέως,
εἰ πάλιν ἀναβλέψειεν ἐξ ἀρχῆς; ὁ δὲ
πολὺ μᾶλλον ἐνίους ἐστὶν ἐξολωλεκώς.
ΚΑ. καὶ τίνα δέδρακε δῆτα τοῦτ᾽; ΣΥ. ἐμὲ τουτονί.
ΚΑ. ἦ τῶν πονηρῶν ἦσθα καὶ τοιχωρύχων;
870 ΣΥ. μὰ Δί᾽, οὐ μὲν οὖν ἐσθ᾽ ὑγιὲς ὑμῶν οὐδενός,
κοὐκ ἔσθ᾽ ὅπως οὐκ ἔχετέ μου τὰ χρήματα.
ΚΑ. ὡς σοβαρός, ὦ Δάματερ, εἰσελήλυθεν
ὁ συκοφάντης. δῆλον ὅτι βουλιμιᾷ.
ΣΥ. σὺ μὲν εἰς ἀγορὰν ἰὼν ταχέως οὐκ ἂν φθάνοις·
875 ἐπὶ τοῦ τροχοῦ γὰρ δεῖ σ᾽ ἐκεῖ στρεβλούμενον
εἰπεῖν ἃ πεπανούργηκας. ΚΑ. οἰμώξἄρα σύ.
ΔΙ. νὴ τὸν Δία τὸν σωτῆρα, πολλοῦ γ᾽ ἄξιος
ἅπασι τοῖς Ἕλλησιν ὁ θεὸς οὗτος, εἰ
τοὺς συκοφάντας ἐξολεῖ κακοὺς κακῶς.
880 ΣΥ. οἴμοι τάλας· μῶν καὶ σὺ μετέχων καταγελᾷς;
ἐπεὶ πόθεν θοἰμάτιον εἴληφας τοδί;
ἐχθὲς δ᾽ ἔχοντ᾽ εἶδόν σ᾽ ἐγὼ τριβώνιον.
ΔΙ. οὐδὲν προτιμῶ σου· φορῶ γὰρ πριάμενος
τὸν δακτύλιον τονδὶ παρ᾽ Εὐδάμου δραχμῆς.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΕΛΕΟΣ

ΚΕΛΕΟΣ
(πουλί, κοράκι)
 
Ο Κελεός, μαζί με τον Λάιο, τον Κέρβερο και τον Αιγώλιο ή Αιγωλιό, όλοι τους κάτοικοι της Κρήτης, προσπάθησαν να κλέψουν μέλι από τη σπηλιά στην Ίδη της Κρήτης, όπου η Ρέα είχε γεννήσει τον Δία που είχε τραφεί με το μέλι των μελισσών της σπηλιάς.
 
Ως εκ τούτου ο χώρος ήταν ιερός και απαγορευμένος σε θνητούς και θεούς. Στη γενέθλια ημέρα του θεού κάθε χρόνο οι κάτοικοι της περιοχής έβλεπαν να λάμπει εκεί μυστηριώδης φλόγα, και λεγόταν ότι αυτό συνέβαινε όταν εμφανιζόταν το αίμα από τη γέννηση του παιδιού.
 
Οι τέσσερις κλέφτες καλύφθηκαν με ορειχάλκινες πλάκες για να προστατευθούν από τα τσιμπήματα των μελισσών και προσπάθησαν να κλέψουν μέλι. Όταν όμως είδαν τα σπάργανα του θεϊκού παιδιού, οι προστατευτικές πλάκες έπεσαν ως δια μαγείας και ο Δίας έριξε με δυνατό κρότο κεραυνό που θα τους κατακεραύνωνε, αν οι Μοίρες και η Θέτιδα δεν του θύμιζαν την ιερότητα του χώρου που έπρεπε να μείνει αμόλυντος από κάθε μίασμα. Και ο Δίας μεταμόρφωσε τους επίδοξους κλέφτες σε πουλιά, τον Κελεό σε κοράκι, τον Λάιο σε τσίχλα, τον Αιγωλιό σε αετό, τον Κέρβερο στο ομώνυμο στην ελληνική γλώσσα αλλά αταύτιστο πουλί.
 
Ωστόσο, αν και οι τέσσερις προσπάθησαν να κάνουν ιερόσυλη πράξη, κατέληξαν σαν πουλιά να προμηνύουν θετικούς οιωνούς, γιατί βγήκαν από την ιερή σπηλιά έχοντας δει το αίμα του Δία.

Θολή Πραγματικότητα

Δεν υπάρχει καμία δύναμη που μπορεί να σε μετακινήσει, αν εσύ θέλεις να παραμένεις εκεί που βρίσκεσαι.

Αυτό δεν είναι δύναμη;

Αυτήν την δύναμη δεν την αναγνωρίζεις;

Μπορείς να τη γυρίσεις υπέρ σου αντί να παραπονιέσαι πως "άλλοι σε περιορίζουν", είναι "οι συνθήκες που σε κρατάνε δέσμιο";

Όταν σ' αποδέχομαι όπως ακριβώς είσαι ΕΠΕΙΔΗ  βλέπω περισσότερα απ' όσα φαίνονται στην επιφάνεια σου, σημαίνει πως μπορώ να υπάρχω όπως θέλω να είμαι εγώ, αντίστοιχα και παράλληλα με σένα. Όχι πάντα όπως σ' αρέσει!

Αυτό σημαίνει ότι συχνά θα διαφωνείς, θα σε θυμώνω, θα βλέπεις όλα όσα δεν είμαι και θα σ' εξυπηρετούσε ν' αλλάξω. Πόσο εύκολη θα ήταν η ζωή σου τότε!

Αποδέχομαι όμως δεν σημαίνει ανέχομαι. Κατανοώ δεν σημαίνει συμβιβάζομαι, συμμερίζομαι. Διαφορετικά, αργά ή γρήγορα δημιουργούμε θύτες και θύματα, εκεί που νομίζαμε πως υπήρχε αγάπη.

Είμαστε στο πεδίο/επίπεδο της ιδιοκτησίας. Στην κτήση. Στην κατοχή. Σε όλα τα επίπεδα. Αυτό δεν αφήνει πολλά περιθώρια μετακίνησης. Είναι  το σπίτι μου, η σχέση μου, το παιδί μου,  τα συναισθήματά μου, οι ανάγκες μου,  οι πεποιθήσεις μου, η θέασή μου, το σωστό μου. Όλα δικά μου!

Στην ασφάλεια της απομόνωσης του νου μας, στο βόλεμα της ομαδοποίησης, της οπαδοποίησης, της κάθε λογής σύρραξης και σύνταξης, που βοηθά την διατήρηση της όποιας οπτικής μας.

Τα σκαμπανεβάσματα είναι "η ζωή σου"! Όπως η θάλασσα, που είναι ζωντανή, κινείται, άλλοτε με μικρά άλλοτε με μεγάλα κύματα.

Όμως δεν τα δέχεσαι όλα με την ίδια διάθεση και εμπιστοσύνη. Νομίζεις πως κάποτε θα γίνεις "βούδας" και θα κάθεσαι στη νιρβάνα σου, όπου τίποτα δεν θα σε ταράζει! Ή όλα θα "λειτουργούν ρολόι" ...ή κάτι τέτοιο. Ο καθένας έχει τον δικό του ιδεατό παράδεισο.

Πριν τη δημιουργία βρίσκεται η αποδόμηση, το γκρέμισμα, η διάλυση, ο θάνατος, η ακύρωση. Θέλεις  όμως να "ομορφαίνεις" τα πράγματα. Αρνείσαι το γκρέμισμα, θέλεις μόνο "τη φωτεινή πλευρά της ζωής",  αγνοώντας πως συνυπάρχουν. Για να υπάρξει γέννηση του καινούργιου, πρέπει το παλιό να πεθάνει.  Όσο αντιστέκεσαι, τόσο επιμηκύνεις το χρόνο. Όσο συνεργάζεσαι, τόσο πλησιάζουν τα δυο αντίθετα,  η γέννηση και ο θάνατος.

Οι αιτίες των όποιων προβλημάτων σου δεν βρίσκονται ούτε στην παιδική σου ηλικία ούτε σε κάποιον/κάτι πέρα και έξω από σένα. Μπορείς να δεις τα πάντα παρατηρώντας το παρόν σου. Είναι πολλά και είναι συνεχόμενα....μη νομίζεις πως το κάνεις! Δεν εκπαιδευόμαστε μ' αυτόν τον τρόπο. 

Τον παρατηρητή τον χάνεις επειδή δεν τον συμπαθείς και πολύ! Πάντα θέλει να σου εντοπίζει όλα όσα εσύ θέλεις να προσπερνάς, όσα δεν βολεύουν τις απόψεις σου, το προφίλ και τους σκοπούς σου. Ίσως έτσι "μπορέσεις να κρατήσεις τα κεκτημένα σου", ίσως "δεν χρειάζεται να αλλάξεις τίποτα, να μετακινηθείς", ίσως "να μην πονέσεις τόσο πολύ....είναι πολλά τα οφέλη!

Δεν μπορείς να "προσπαθείς" να βλέπεις τον εαυτό σου. Η όποια προσπάθεια είναι αυτο-ακυρωτική. Υπάρχει λόγος γι' αυτό. Ο σκεπτόμενος νους σου θα σε πείθει πάντα πως "έχεις δίκιο", πως "η ζωή/οι άλλοι είναι εναντίον σου" και άλλα παρόμοια.... Όσο κι αν προσπαθείς, πάντα θα γυρνάς στην ίδια αρχή: "είμαι μικρός, αδύναμος, απροστάτευτος."

Είναι που είσαι φορτωμένος με ενοχές, είναι που πιστεύεις πως δεν έχεις επιλογές. Είναι που πίστεψες πως ο εαυτός σου χρειάζεται έλεγχο, πλαίσια, κανόνες, ηθική, νόμους, συμβόλαια, χρέη....γιατί, αλοίμονο! Χωρίς όλ' αυτά τα βάρη, τους σταυρούς, την αυτο-τιμωρία, το βούρδουλα, τις στερήσεις, θα μεταμορφωνόσουν σε τέρας! Το μέγεθος της πλάνης είναι απερίγραπτο!

Δεν γεννιόμαστε με αθωότητα! Δεν τη χάνουμε στην πορεία! Την αποκτάμε μόνο συνειδητά και μόνο με δουλειά.

Δεν "επιστρέφουμε". Δημιουργούμε, ενώνοντας το χρόνο, μόνο στο παρόν μας.

Η ζωή δεν είναι ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ πώς ΘΑ αντιδράσεις. Αλλιώς δεν θα υπήρχε λόγος να τη ζεις. Η ζωή είναι να δημιουργείς τον Εαυτό σου κάθε στιγμή, εκ νέου, επιτρέποντας στους άλλους να δημιουργούν αντίστοιχα τον Εαυτό τους.

Να είσαι απόλυτα ειλικρινής με τον Εαυτό σου! Ο δρόμος είναι ένας....η αλήθεια μας!

Όταν εκπαιδεύουμε το νου μας ΠΩΣ να σκέφτεται, οπλίζουμε τον εαυτό μας ενάντια σε όλα και όλους που θέλουν να μας επιβάλλουν ΤΙ να σκεφτόμαστε.

Ένα χταπόδι καταγράφηκε για πρώτη φορά να αλλάζει χρώματα καθώς ονειρεύεται

Τα χταπόδια είναι εξπέρ στο καμουφλάζ. Έχουν την ικανότητα να πυροδοτούν κύτταρα κάτω από την επιφάνεια της επιδερμίδας τους για να αλλάξουν χρώμα. Ωστόσο, αυτή η ικανότητα μπορεί να μην ενεργοποιείται μόνο για να μπερδέψει τα θηράματα. Πρόσφατα, το PBS δημοσίευσε ένα μαγευτικό βίντεο ενός χταποδιού που αλλάζει χρώματα πολλές φορές καθώς κοιμάται.

Αυτό που κάνει ακόμα πιο μαγευτικό αυτό το βίντεο είναι η αφήγηση του θαλάσσιου βιολόγου Dr. David Scheel. Προσπαθεί να μαντέψει τι ονειρεύεται το χταπόδι. Το βίντεο προέρχεται από το ντοκιμαντέρ Octopus: Making Contact, το οποίο θα προβληθεί αύριο 2 Οκτωβρίου.

«Και ξαφνικά βλέπει ένα καβούρι και το χρώμα της αλλάζει λίγο. Και ξαφνικά γίνεται σκούρα. Τα χταπόδια το κάνουν αυτό όταν αφήνουν τον βυθό. Αυτό είναι ένα καμουφλάζ, σαν να έχει μόλις πιάσει ένα καβούρι και τώρα πρόκειται να κάτσει εκεί και να το φάει και δεν θέλει κανένας άλλος να την εντοπίσει… Αυτή η πραγματικότητα είναι συναρπαστική. Αλλά ναι, αν ονειρεύεται, αυτό θα ήταν το όνειρο»

Στο ντοκιμαντέρ, η Heidi, το χταπόδι επιδεικνύει τις ικανότητές της στο να λύνει παζλ, να χρησιμοποιεί εργαλεία, ακόμα και να ξεφεύγει μέσα από μικρούς χώρους. Φαίνεται επίσης να συμπεριφέρεται σαν ένα κατοικίδιο, καθώς μαθαίνει να αναγνωρίζει πρόσωπα και να ενθουσιάζεται όταν οι άνθρωποι την πλησιάζουν. Δείχνει ακόμα μια συμπάθεια στην κόρη του επιστήμονα, η οποία παίζει μαζί της.

Σε αντίθεση με τους ανθρώπους, τα χταπόδια δεν έχουν έναν κεντρικό εγκέφαλο. Αντίθετα, έχουν πολλαπλούς «εγκεφάλους». Το ντοκιμαντέρ, σύμφωνα με τους παραγωγούς, «καταγράφει αξιοσημείωτες ανακαλύψεις σχετικά με την εξαιρετική νοημοσύνη, την προσωπικότητα και τις δεξιότητες των χταποδιών».

«Αν ονειρεύεται, αυτή είναι μια δραματική στιγμή», λέει ο Scheel, ο οποίος τονίζει, ωστόσο, πως θα χρειαστεί περαιτέρω έρευνα για να αποδείξει την εκπληκτική θεωρία ότι τα χταπόδια ονειρεύονται. Το ντοκιμαντέρ που θα προβληθεί φαίνεται να αποκαλύπτει κι άλλες ενδιαφέρουσες πληροφορίες γι’ αυτά τα κάπως παρεξηγημένα ζώα της θάλασσας.

 

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ: ΠΕΡΙ ΤΥΧΗΣ

Κι όταν κάποιος έχει συγκεντρώσει πολύ χρυσάφι και ασήμι και πλήθος δούλων και περιβάλλεται από ευρύχωρα διαμερίσματα και έχει επιπλέον βάλει πολυτελείς κλίνες και τραπέζια, μήπως φαντάζεται πως αυτά τα πράγματα, χωρίς την παρουσία της φρόνησης από πλευράς του, θα φέρουν ευδαιμονία και ζωή ευχάριστη, γαλήνια και αμετάπτωτη;

Κάποιος ρώτησε τον στρατηγό Ιφικράτη, σαν να προσπαθούσε να τον ελέγξει, ποιος είναι, επειδή δεν είναι “ούτε πολίτης, ούτε τοξότης, ούτε πελταστής”· εκείνος τότε αποκρίθηκε:

“Είμαι αυτός που διοικεί και χρησιμοποιεί όλους τους παραπάνω”.

Η φρόνηση δεν είναι χρυσάφι, ούτε ασήμι, ούτε φήμη, ούτε πλούτος, ούτε υγεία, ούτε δύναμη, ούτε ομορφιά.

Τότε τι είναι;

Είναι αυτό που μπορεί να χρησιμοποιήσει σωστά όλα τα παραπάνω, και αυτό μέσα από το οποίο το καθένα από τα παραπάνω γίνεται ευχάριστο, σπουδαίο και ωφέλιμο.

Χωρίς αυτό είναι άχρηστα, στείρα και βλαβερά, και βαραίνουν και ντροπιάζουν τον κάτοχό τους.
Ασφαλώς είναι σωστή η συμβουλή που δίνει ο Προμηθέας του Ησιόδου στον Επιμηθέα:

ποτέ μην πάρεις δώρα
από τον Δία τον Ολύμπιο, αλλά πίσω να τα στείλεις,

εννοώντας όσα σχετίζονται με την τύχη και αφορούν εξωτερικά πράγματα· είναι σαν να τον συμβουλεύει να μην παίζει φλογέρα, αν δεν ξέρει μουσική, να μη διαβάζει, αν είναι αγράμματος, να μην ιππεύει, αν δεν ξέρει από άλογα, συμβουλεύοντάς τον έτσι να μην κατέχει δημόσιο αξίωμα, αν είναι ασύνετος, να μην πλουτίζει, αν είναι φιλάργυρος, να μην παντρεύεται, αν τον κυβερνάει γυναίκα.

Γιατί δεν αληθεύει μόνο, όπως έχει πει ο Δημοσθένης, ότι “η παρά την αξία επιτυχία γίνεται για τους ανόητους πηγή της λανθασμένης σκέψης” αλλά και η παρά την αξία καλοτυχία γίνεται επίσης για τους άφρονες πηγή δυστυχίας.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ ΤΟΜΟΣ 3

Όλα αυτά τα απέκτησαν με αντίτιμο την ίδια τη ζωή τους

Όταν λοιπόν θα συναντήσεις κάποιον κάτω από τη μεγαλοπρέπεια της τηβέννου, ή άλλον διάσημο πολιτικό στην Αγορά, μη ζηλέψεις. Όλα αυτά τα απέκτησαν με αντίτιμο την ίδια τη ζωή τους.

Προκειμένου να πάρει ένα ρωμαϊκό έτος το όνομά τους θυσίασαν όλα τα έτη της ζωής τους. Μερικοί, είχαν χάσει τη ζωή τους πολύ πριν φτάσουν στο απόγειο των φιλοδοξιών τους. Μερικοί, αφού σκαρφάλωσαν στο βάθρο των τιμών τους, με τίμημα χίλιες ατιμίες, συνειδητοποίησαν αίφνης, μέσα στη δυστυχία, ότι αυτό για το οποίο τόσο κόπιασαν δεν ήταν παρά το επιτύμβιο μνημείο τους.

Σε άλλους τα βαθιά γεράματα είχαν μασκαρευτεί σε νιάτα και είχαν ξεκινήσει υπέρμετρες όσο και άσεμνες προσπάθειες για την ικανοποίηση νέων όψιμων φιλοδοξιών, που όπως ήταν φυσικό έμειναν στη μέση.

Ντροπή γι’ αυτόν που, αγωνιζόμενος, παρά τη μεγάλη του ηλικία, σε μια δίκη προς όφελος σκοτεινών διαδίκων, προσπαθώντας να αποσπάσει το θαυμασμό ενός ανίδεου κοινού, έφτασε να του κοπεί η αναπνοή στη μέση μιας φράσης του. Ντροπή για κείνον, που εξαντλημένος πιο πολύ από τον τρόπο που ζούσε παρά από εργασία, κατέρρευσε ενώ εκτελούσε τις κοινωνικές του υποχρεώσεις.

Ντροπή επίσης γι’ αυτόν που κάνει λογαριασμούς ακόμα και στο επιθανάτιο κρεβάτι του, και το μόνο χαμόγελο συμπαθείας που εισπράττει εκείνη τη στιγμή είναι από έναν κληρονόμο που ταλαιπωρούσε τόσο πολύ καιρό.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Είναι μικρή η ζωή

Πλάτων: Η Φιλοσοφία ως μελέτη θανάτου

Πλάτων: Η διαλεκτική ζωής και θανάτου

§1

     Όταν γίνεται λόγος για τον θάνατο, αυτόματα ο νους μας τον συνδέει και με τη ζωή. Η τελευταία είναι πρωτίστως ζωή του κάθε ανθρώπινου ατόμου, η οποία έχει αρχή και τέλος. Το τέλος της ζωής είναι η αρχή του θανάτου. Η έννοια του θανάτου έχει απασχολήσει συστηματικά την αρχαία ελληνική σκέψη. Στον Ηράκλειτο ο θάνατος αποτελεί μέρος του κύκλου της ζωής (Β 62, Β 88). Ενώ οι πολλοί κατανοούν λαθεμένα, όπως συνήθως συμβαίνει με τα περισσότερα πράγματα της ζωής, τον θάνατο χωριστά από τη ζωή, ο μεγάλος στοχαστής της Εφέσου τον συλλαμβάνει σε διαλεκτική ενότητα με τη ζωή. Στο απ. 62 μας λέει πως θνητοί και αθάνατοι αποτελούν ένα ενιαίο Όλο, που έχει ως ενοποιητική βάση τον καθολικό Λόγο. Έτσι οι αθάνατοι, ήτοι οι θεοί, επιβεβαιώνουν την ύπαρξή τους, μέσα από την ύπαρξη των θνητών. Χωρίς τους τελευταίους δεν θα μπορούσε να γίνεται λόγος για τους πρώτους. Η ιδέα του θανάτου της ζωής συνέχεται με την ιδέα του θεού, των αθανάτων: οι τελευταίοι είναι η κατάφαση του θανάτου των άλλων, χωρίς να μπορούν να καταφάσκουν και τον δικό τους θάνατο. Οι θνητοί που παύουν να ζουν, που πεθαίνουν, δεν χάνουν με το θάνατο τη θνητή αλλά τη θεϊκή ζωή τους, την αθάνατη, που παραχωρούν στους θεούς, με το να πιστεύουν ότι είναι αθάνατοι. Μια παρόμοια κίνηση ζεύγους αντιθέτων: ζωή και θάνατος, ζωντανό και νεκρό συναντάμε και στο απ. Β 88.

§2

     Ο Πλάτων στο έργο του Φαίδων, έναν από τους ωραιότερους διαλόγους της παγκόσμιας φιλολογίας και όχι μόνο στα όρια της πλατωνικής δημιουργίας, παρουσιάζει τον φιλοσοφικό τρόπο ζωής του Σωκράτη ως μελέτη θανάτου (81a1-2). Ενώ στο Συμπόσιο και στον Φαίδρο εξυμνεί τον Έρωτα και την πλησμονή της ζωής, στον Φαίδωνα μας εισάγει στο κέντρο της φιλοσοφικής συζήτησης τον θάνατο. Με τη σχετική όμως συζήτηση περί θανάτου, ο φιλόσοφος δεν αποστρέφεται τη ζωή, που εξύψωνε στα προαναφερθέντα έργα του ως τον «υπερουράνιο τόπο», αλλά την αποθεώνει μέσα από τον απαθανατισμό του θανάτου, μέσα από το δόξασμά του. Αυτή η σχέση ζωής και θανάτου κατανοείται, στην απόλυτη αλήθεια της, όταν ερμηνεύεται εσωτερικά, δηλαδή όταν δεν εξηγείται με κριτήρια εξωτερικά και ξένα προς την εσωτερική λογική, που διέπει την εν λόγω σχέση και την οποία ακολουθεί εδώ ο Πλάτων. Το δόξασμα του θανάτου, για τον κοινό νου, για τον καθημερινό άνθρωπο, που ταυτίζει το νόημα της ζωής του αποκλειστικά με τις υλικές απολαύσεις, με τις ηδονές και τα αφροδίσια, με ό,τι δηλ. το αντιπνευματικό και ζωώδες (64d3-6), μοιάζει αδιανόητο. Η κατηγορία των αστόχαστων θνητών ‒δηλ. οι Αθηναίοι, οι πολιτικοί, οι εντεταλμένοι δικαστές, η κοινή γνώμη, οι ποιητές σαν τον Αριστοφάνη που με στρεβλές εικόνες κατηύθυνε την κοινή γνώμη ενάντια στον Σωκράτη, κ.λπ.‒ που έστειλε τον Σωκράτη στο θάνατο, ελπίζοντας ότι θα απαλλαγεί από την αλήθεια της φιλοσοφίας του, ουσιαστικά πέτυχε το αντίθετο: δικαίωσε τη στάση ζωής του φιλοσόφου που υπηρετούσε αυτή την αλήθεια και απαθανάτισε συγχρόνως την αλήθεια τούτη.

§3

     Ταυτόχρονα, αυτή η κατηγορία των θνητών έδειξε πως, όντας ένας α-νόητος όχλος, μια άβουλη μάζα, με τη ζωή των απολαύσεων, των κατώτερων επιθυμιών για φαγητά και ποτά, για σεξουαλικές ηδονές, για απόκτηση φανταχτερών φορεμάτων, υποδημάτων και κάθε είδους τέτοιων καλλωπισμών του σώματος (64d3-11), γενικώς με τον ευτελισμό της ζωής, όντως λειτουργεί ως το σώμα που φυλακίζει την ψυχή και την εμποδίζει να ανοιχτεί στον κόσμο της ιδιάζουσας στην ίδια αφθαρσίας. Απέναντι σε τούτη τη φυλακή ο αληθινός φιλόσοφος, όσο ζει, αντιτάσσει την ολοκληρωτική του αφοσίωση στη φιλοσοφία, με λόγο και έργο: αυτό που πρεσβεύει, το εφαρμόζει στη ζωή του και έτσι δίνει νόημα τόσο στον θνητό χαρακτήρα της ζωής, όσο και στην αθανασία της, ως πνεύματος, με τη μορφή του θανάτου. Με τη μορφή του θανάτου του φιλοσόφου, με τον τρόπο δηλ. που αντιμετωπίζει τον θάνατο ο φιλόσοφος και όχι ο οιοσδήποτε φοβισμένος και ωφελιμιστής θνητός, συνδέεται η απαλλαγή του πνεύματος, της ψυχής, από τη φυλακή του σώματος. Ο Πλάτων δεν θεωρεί το σώμα, την υλική υπόσταση του ανθρώπου, εξ ορισμού ως κάτι το βδελυρό και βλαβερό για την ψυχή, δηλ. για την πνευματική υπόσταση του τελευταίου. Δεν χωρίζει, δεν κομματιάζει τον άνθρωπο σε δυο υποστάσεις, εχθρικές μεταξύ τους, την υλική και την πνευματική, αφού ξέρουμε ότι στον Φαίδρο μιλάει με ενθουσιασμό για τα όμορφα σώματα, για το κάλλος, που συνδυάζει ομορφιά του σώματος και αρμονία της ψυχής. 

§4

    Το σώμα, η υλική υπόσταση, αποκτά ή χάνει σε αξία, ανάλογα με την εικόνα της ζωής, με την οποία συνάπτεται. Η ζωή δεν είναι μονόπλευρη και μονοσήμαντη αλλά κατ’ εξοχήν πολύπλευρη. Από τη μια πλευρά φανερώνεται κατ’ αυτό τον τρόπο, από την άλλη κατά τον άλλο τρόπο. Η ίδια καταλήγει να είναι ένας διαρκής αγώνας ανάμεσα στον Έρωτα και τον θάνατο, ειδικά έτσι όπως τη φιλοτεχνεί ο θείος Πλάτων στα έργα του: Συμπόσιο, Φαίδρο και Φαίδωνα. Πότε μιλάει ο Πλάτων για μελέτη θανάτου; Όταν έχει εμπρός του το ιστορικό παράδειγμα του θανάτου του αγαπημένου του δασκάλου, του Σωκράτη. Όταν, με άλλα λόγια, έχει εκπέσει τόσο πολύ η κοινωνική, πολιτική και πνευματική ζωή της πολιτείας, που δεν ανέχεται πια τη φωνή της φιλοσοφίας, φοβάται την ανώτερη ζωή του αληθινού φιλοσόφου· και τότε ο αγώνας ανάμεσα στις δυο μορφές ζωής, στη χθαμαλή που είναι δομημένη εξουσιαστικά, δηλ. στην περατή και φθαρτή, και στην ελεύθερη ζωή του φιλοσόφου, την απέραντη και την αθάνατη, είναι αγώνας για την αθανασία της ψυχής πέρα από την υλική συντριβή. Μέσα σε τούτη την αθάνατη ψυχή του φιλοσόφου ενώνεται η ζωή με τον θάνατο και έτσι ο τελευταίος γίνεται αφορμή για να επανέλθει στη ζωή, ως ζωντανή και αιώνια ανάμνηση πλέον, ως φανέρωση της ζωής της σκέψης, του Νοητού, όλο το μεγαλείο της προηγούμενης ζωής. Τούτη η φανέρωση είναι αεί παρούσα, για να θυμίζει σε όλους τους δειλούς και ταπεινούς, που δολοφονούν τη ζωή των άλλων, ότι οι ίδιοι είναι πρωτίστως δολοφόνοι της δικής τους ζωής, είναι δηλ. αχρείοι και δέσμιοι των πιο βάρβαρων επιθυμιών, και δεν μπορούν να ανυψωθούν με κανένα τρόπο και σε κανένα τόπο: ούτε στον επίγειο ούτε στον υπερουράνιο τόπο (Φαίδρος). Συγχρόνως να θυμίζει πως ο θάνατος είναι λύτρωση της σκέψης (63e8 κ.εξ.).

§5

     Ο θάνατος του Σωκράτη, με βάση το ως άνω πνεύμα, είναι μια ανάγκη της ζωής και όχι κάποια υποκειμενική επιθυμία του φιλοσόφου. Αν ήταν το δεύτερο, τότε θα επρόκειτο ουσιαστικά για αυτοκτονία, κάτι που καταδικάζει ρητά ο Πλάτων στον Φαίδωνα (61c2 κ.εξ.). Την καταδικάζει, γιατί ο άνθρωπος είναι υπό την προστασία του θεού (62d2-3), δηλ. η ζωή είναι κάτι το ιερό, που οι ανόητοι δεν μπορούν να τιμήσουν και να εκτιμήσουν δεόντως, σε αντίθεση με τους φιλοσόφους. Όταν οι τελευταίοι πηγαίνουν από τη ζωή, την ιερή ζωή που αγαπούν στη βαθύτερη ουσία της, προς τον θάνατο, χωρίς να αγανακτούν, ξέρουν ότι πηγαίνουν κοντά σε θεούς καλούς και σοφούς, όπως και σε ανθρώπους καλύτερους από τους εδώ (63b6-8). Ανεκτίμητα εσαεί τούτα τα λόγια του Πλάτωνος: πράγματι και τότε και τώρα και πάντα αιτίες κακές οδηγούν τους ανθρώπους στον θάνατο. Αυτές τις αιτίες τις γεννούν οι ίδιοι οι άνθρωποι, και μάλιστα ποιοτικά υποδεέστεροι σε συνδυασμό με τη θέση ή τον ρόλο τους στην κοινωνία και την αντίστοιχη ευθύνη τους για τον θάνατο των πιο αγαθών ανθρώπων. Τέτοιοι ποιοτικά υποδεέστεροι μπορεί να είναι π.χ. πολιτικοί, που με τις πολιτικές τους φτωχαίνουν τους ανθρώπους, τους στερούν τα αναγκαία, τους αρρωσταίνουν ψυχικά και τελικά τους στέλνουν στον θάνατο· μπορεί επίσης να είναι διάφοροι θεσμικοί παράγοντες μορφωτικών, νοσηλευτικών ή άλλων ιδρυμάτων ή αντίστοιχοι «επιστήμονες» τέτοιων ιδρυμάτων, που εκτελούν εν ψυχρώ το μαθητή, το φοιτητή, τον ασθενή, τον αληθινό επιστήμονα, τον αστραφτερό στοχαστή κ.λπ., επειδή αγωνίζεται με το ανώτερο για το ανώτερο και αντιμάχεται με σθένος τις ποικίλες φαυλότητες των ως άνω «εκτελεστών» του.

§6

     Το πρόβλημα που προκύπτει από τα προαναφερθέντα και θέτει προς συζήτηση ο Πλάτων στη συνέχεια είναι πως ο θάνατος δεν είναι, υπό μια έννοια, το τέλος της ζωής, γιατί τότε θα δικαιώνονταν όλοι όσοι έμμεσα ή άμεσα συντελούν στην αφαίρεση της ζωής, αλλά η πηγή της, καθώς συνιστά απελευθέρωση της ψυχής από τα ένυλα δεσμά της, οδηγεί δηλ. στην αθανασία. Αλλά τούτο μπορεί να το συλλάβει και να το κατανοήσει μόνο ο αληθινός φιλόσοφος που αναγνωρίζει τη βαθιά, την εσωτερική διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Ο θρήνος για τον θάνατο, για παράδειγμα, που προέρχεται από την Ξανθίππη ‒από τον κοινό θνητό‒ είναι μεν μια παρηγοριά για την ίδια (60a), αλλά δεν ταιριάζει στη ζωή του φιλοσόφου· γι’ αυτό και ο Σωκράτης, όταν η Ξανθίππη θρηνεί και οδύρεται στη φυλακή για τον επικείμενο θάνατο του φιλοσόφου, ζητά από τον Κρίτωνα «να την οδηγήσουν στο σπίτι» (60a7-8). Απεναντίας, αν ο ίδιος ο Σωκράτης θρηνούσε για τον θάνατό του, θα αρνούνταν ουσιαστικά τον ως τώρα παραδειγματικό για όλους φιλοσοφικό τρόπο της ζωής του· θα αναιρούσε τον ίδιο τον εαυτό του, που καθ’ όλη τη ζωή του αποτέλεσε σύμβολο φιλοσοφικής αντιμετώπισης του θανάτου. Ο Πλάτων λαμβάνει σοβαρά τη φιλοσοφική αντίληψη για τη ζωή και τον θάνατο. Τη διαχωρίζει απόλυτα από την αφιλοσόφητη και γι’ αυτό συσχετίζει τη ζωή με τη μελέτη του θανάτου. Αλλά μελέτη για ποιο είδος θανάτου; Προφανώς όχι για τον φυσικό θάνατο, δηλ. για τον θάνατο ως απλό φυσικό γεγονός, ως την θλιβερή και πολύφοβη κατάσταση, παρά για τον θάνατο, που γίνεται το παρατηρητήριο όλης της ζωής. Ο τελευταίος τούτος θάνατος είναι η Γνώση, είναι ο διαυγής, ο φωτεινός Λόγος, που μας βγάζει έξω από το βουητό των αισθήσεων, αποστρέφει την ψυχή από ένα τέτοιο βουητό και μας καθιστά γνωσιακά και ηθικά αυτοκαθοριζόμενους.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1130a-1131a)

[II] Ζητοῦμεν δέ γε τὴν ἐν μέρει ἀρετῆς δικαιοσύνην· ἔστι γάρ τις, ὡς φαμέν. ὁμοίως δὲ καὶ περὶ ἀδικίας τῆς κατὰ μέρος. σημεῖον δ᾽ ὅτι ἔστιν· κατὰ μὲν γὰρ τὰς ἄλλας μοχθηρίας ὁ ἐνεργῶν ἀδικεῖ μέν, πλεονεκτεῖ δ᾽ οὐδέν, οἷον ὁ ῥίψας τὴν ἀσπίδα διὰ δειλίαν ἢ κακῶς εἰπὼν διὰ χαλεπότητα ἢ οὐ βοηθήσας χρήμασι δι᾽ ἀνελευθερίαν· ὅταν δὲ πλεονεκτῇ, πολλάκις κατ᾽ οὐδεμίαν τῶν τοιούτων, ἀλλὰ μὴν οὐδὲ κατὰ πάσας, κατὰ πονηρίαν δέ γε τινά (ψέγομεν γάρ) καὶ κατ᾽ ἀδικίαν. ἔστιν ἄρ᾽ ἄλλη τις ἀδικία ὡς μέρος τῆς ὅλης, καὶ ἄδικόν τι ἐν μέρει τοῦ ὅλου ἀδίκου τοῦ παρὰ τὸν νόμον. ἔτι εἰ ὃ μὲν τοῦ κερδαίνειν ἕνεκα μοιχεύει καὶ προσλαμβάνων, ὃ δὲ προστιθεὶς καὶ ζημιούμενος δι᾽ ἐπιθυμίαν, οὗτος μὲν ἀκόλαστος δόξειεν ἂν εἶναι μᾶλλον ἢ πλεονέκτης, ἐκεῖνος δ᾽ ἄδικος, ἀκόλαστος δ᾽ οὔ· δῆλον ἄρα ὅτι διὰ τὸ κερδαίνειν. ἔτι περὶ μὲν τἆλλα πάντα ἀδικήματα γίνεται ἡ ἐπαναφορὰ ἐπί τινα μοχθηρίαν ἀεί, οἷον εἰ ἐμοίχευσεν, ἐπ᾽ ἀκολασίαν, εἰ ἐγκατέλιπε τὸν παραστάτην, ἐπὶ δειλίαν, εἰ ἐπάταξεν, ἐπ᾽ ὀργήν· εἰ δ᾽ ἐκέρδανεν, ἐπ᾽ οὐδεμίαν μοχθηρίαν ἀλλ᾽ ἢ ἐπ᾽ ἀδικίαν. ὥστε φανερὸν ὅτι ἔστι τις ἀδικία παρὰ τὴν ὅλην ἄλλη ἐν μέρει, συνώνυμος, ὅτι ὁ ὁρισμὸς ἐν

[1130b] τῷ αὐτῷ γένει· ἄμφω γὰρ ἐν τῷ πρὸς ἕτερον ἔχουσι τὴν δύναμιν, ἀλλ᾽ ἣ μὲν περὶ τιμὴν ἢ χρήματα ἢ σωτηρίαν, ἢ εἴ τινι ἔχοιμεν ἑνὶ ὀνόματι περιλαβεῖν ταῦτα πάντα, καὶ δι᾽ ἡδονὴν τὴν ἀπὸ τοῦ κέρδους, ἣ δὲ περὶ ἅπαντα περὶ ὅσα ὁ σπουδαῖος.

Ὅτι μὲν οὖν εἰσὶν αἱ δικαιοσύναι πλείους, καὶ ὅτι ἔστι τις καὶ ἑτέρα παρὰ τὴν ὅλην ἀρετήν, δῆλον· τίς δὲ καὶ ποία τις, ληπτέον. διώρισται δὴ τὸ ἄδικον τό τε παράνομον καὶ τὸ ἄνισον, τὸ δὲ δίκαιον τό τε νόμιμον καὶ τὸ ἴσον. κατὰ μὲν οὖν τὸ παράνομον ἡ πρότερον εἰρημένη ἀδικία ἐστίν. ἐπεὶ δὲ τὸ ἄνισον καὶ τὸ παράνομον οὐ ταὐτὸν ἀλλ᾽ ἕτερον ὡς μέρος πρὸς ὅλον (τὸ μὲν γὰρ ἄνισον ἅπαν παράνομον, τὸ δὲ παράνομον οὐχ ἅπαν ἄνισον), καὶ τὸ ἄδικον καὶ ἡ ἀδικία οὐ ταὐτὰ ἀλλ᾽ ἕτερα ἐκείνων, τὰ μὲν ὡς μέρη τὰ δ᾽ ὡς ὅλα· μέρος γὰρ αὕτη ἡ ἀδικία τῆς ὅλης ἀδικίας, ὁμοίως δὲ καὶ ἡ δικαιοσύνη τῆς δικαιοσύνης. ὥστε καὶ περὶ τῆς ἐν μέρει δικαιοσύνης καὶ περὶ τῆς ἐν μέρει ἀδικίας λεκτέον, καὶ τοῦ δικαίου καὶ ἀδίκου ὡσαύτως. ἡ μὲν οὖν κατὰ τὴν ὅλην ἀρετὴν τεταγμένη δικαιοσύνη καὶ ἀδικία, ἣ μὲν τῆς ὅλης ἀρετῆς οὖσα χρῆσις πρὸς ἄλλον ἣ δὲ τῆς κακίας, ἀφείσθω. καὶ τὸ δίκαιον δὲ καὶ τὸ ἄδικον τὸ κατὰ ταύτας φανερὸν ὡς διοριστέον· σχεδὸν γὰρ τὰ πολλὰ τῶν νομίμων τὰ ἀπὸ τῆς ὅλης ἀρετῆς προσταττόμενά ἐστιν· καθ᾽ ἑκάστην γὰρ ἀρετὴν προστάττει ζῆν καὶ καθ᾽ ἑκάστην μοχθηρίαν κωλύει ὁ νόμος. τὰ δὲ ποιητικὰ τῆς ὅλης ἀρετῆς ἐστὶ τῶν νομίμων ὅσα νενομοθέτηται περὶ παιδείαν τὴν πρὸς τὸ κοινόν. περὶ δὲ τῆς καθ᾽ ἕκαστον παιδείας, καθ᾽ ἣν ἁπλῶς ἀνὴρ ἀγαθός ἐστι, πότερον τῆς πολιτικῆς ἐστὶν ἢ ἑτέρας, ὕστερον διοριστέον· οὐ γὰρ ἴσως ταὐτὸν ἀνδρί τ᾽ ἀγαθῷ εἶναι καὶ πολίτῃ παντί. τῆς δὲ κατὰ μέρος δικαιοσύνης καὶ τοῦ κατ᾽ αὐτὴν δικαίου ἓν μέν ἐστιν εἶδος τὸ ἐν ταῖς διανομαῖς τιμῆς ἢ χρημάτων ἢ τῶν ἄλλων ὅσα μεριστὰ τοῖς κοινωνοῦσι τῆς πολιτείας (ἐν τούτοις γὰρ ἔστι καὶ ἄνισον ἔχειν καὶ ἴσον ἕτερον ἑτέρου), ἓν

[1131a] δὲ τὸ ἐν τοῖς συναλλάγμασι διορθωτικόν. τούτου δὲ μέρη δύο· τῶν γὰρ συναλλαγμάτων τὰ μὲν ἑκούσιά ἐστι τὰ δ᾽ ἀκούσια, ἑκούσια μὲν τὰ τοιάδε οἷον πρᾶσις ὠνὴ δανεισμὸς ἐγγύη χρῆσις παρακαταθήκη μίσθωσις (ἑκούσια δὲ λέγεται, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῶν συναλλαγμάτων τούτων ἑκούσιος), τῶν δ᾽ ἀκουσίων τὰ μὲν λαθραῖα, οἷον κλοπὴ μοιχεία φαρμακεία προαγωγεία δουλαπατία δολοφονία ψευδομαρτυρία, τὰ δὲ βίαια, οἷον αἰκία δεσμὸς θάνατος ἁρπαγὴ πήρωσις κακηγορία προπηλακισμός.

***
[2] Αυτό, ωστόσο, που εμείς διερευνούμε είναι η δικαιοσύνη που είναι μέρος της αρετής· γιατί, όπως υποστηρίζουμε, μια τέτοια δικαιοσύνη υπάρχει. Με τον ίδιο τρόπο αντικείμενο της έρευνάς μας είναι και η αδικία ως μέρος της κακίας. Ότι κάτι τέτοιο υπάρχει ιδού η απόδειξη: ο άνθρωπος που διαπράττει τις άλλες μορφές κακίας και βέβαια αδικεί, με κανέναν όμως τρόπο δεν διεκδικεί για τον εαυτό του «το πιο μεγάλο μέρος». Τέτοιες είναι, επιπαραδείγματι, οι περιπτώσεις του ανθρώπου που πέταξε από δειλία την ασπίδα του, ή αυτού που λόγω κακού χαρακτήρα μίλησε άσχημα, ή αυτού που από τσιγκουνιά δεν πρόσφερε χρηματική βοήθεια. Όταν, αντίθετα, ενεργεί διεκδικώντας για τον εαυτό του «το πιο μεγάλο μέρος», συχνά δεν ωθείται από καμιά από αυτές τις κακίες, ούτε φυσικά και από όλες μαζί, σίγουρα όμως ωθείται από κάποια κακία (αφού τον ψέγουμε) και από διάθεση αδικίας. Υπάρχει, επομένως, ένα άλλο είδος αδικίας ως μέρος της ολικής αδικίας, και ένα «άδικο» ως μέρος του ολικού «αδίκου», δηλαδή του «αντίθετου προς τον νόμο».

Επίσης: Ας πούμε ότι κάποιος διαπράττει μοιχεία για να εξασφαλίσει κάποιο κέρδος και πράγματι το εξασφαλίζει, ενώ ένας άλλος κάνει το ίδιο αυτό πράγμα από έντονη επιθυμία, έστω και αν η πράξη του συνεπάγεται γι᾽ αυτόν ζημία και τιμωρία. Με τους όρους αυτούς ο δεύτερος θα θεωρούνταν μάλλον ακόλαστος παρά πλεονέκτης, ενώ ο πρώτος θα λογαριαζόταν άδικος, ακόλαστος όμως όχι — προφανώς γιατί την πράξη του την έκανε με στόχο να κερδίσει χρήματα.

Επίσης: Οι υπόλοιπες άδικες πράξεις (όλες τους, δίχως εξαίρεση) ανάγονται, η καθεμιά τους, σε κάποια κακία. Παραδείγματα: αν κάποιος διέπραξε μοιχεία, η πράξη του ανάγεται στην ακολασία, αν εγκατέλειψε τον σύντροφό του στη μάχη, τότε στη δειλία, αν χτύπησε κάποιον, τότε στην οργή· αν όμως ενήργησε όπως ενήργησε με μοναδικό του στόχο να κερδίσει, η πράξη του δεν ανάγεται σε καμιά κακία παρά μόνο στην αδικία.

Είναι λοιπόν φανερό ότι δίπλα στην ολική αδικία υπάρχει και μια άλλη, «μερική», αδικία, που λέγεται με την ίδια λέξη, αφού από την άποψη του ορισμού της

[1130b] ανήκει στο ίδιο γένος· και των δύο, πράγματι, η ουσία βρίσκεται στη σχέση «προς τον άλλον», μόνο που η μία έχει να κάνει με την τιμή, με τα χρήματα, με την προσωπική ασφάλεια ή με ό,τι θα δήλωνε —αν υπήρχε— μια λέξη κοινή για όλα αυτά τα αγαθά (γενεσιουργός αιτία της η ευχαρίστηση που προέρχεται από το κέρδος), ενώ η άλλη έχει να κάνει με όλα τα πράγματα που αποτελούν αντικείμενο ενδιαφέροντος και ενασχόλησης του ενάρετου ανθρώπου.

Είναι λοιπόν φανερό ότι υπάρχουν περισσότερα από ένα είδη δικαιοσύνης, και ακόμη ότι υπάρχει και κάποια άλλη δικαιοσύνη δίπλα στην ολική αρετή. Τώρα πρέπει να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τί είναι αυτή η δικαιοσύνη και ποιά είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της.

Ήδη έχουμε ορίσει το άδικο ως παράβαση του νόμου και ως παράβαση της ισότητας, και το δίκαιο ως σεβασμό του νόμου και ως σεβασμό της ισότητας. Η αδικία λοιπόν για την οποία μιλήσαμε πιο πάνω αντιστοιχεί στην παράβαση του νόμου. Δεδομένου όμως ότι η παράβαση της ισότητας και η παράβαση του νόμου δεν είναι το ίδιο πράγμα, αλλά διαφέρουν, καθώς βρίσκονται μεταξύ τους στη σχέση του μέρους προς το όλο (κάθε παράβαση της ισότητας είναι, πράγματι, παράβαση του νόμου, κάθε όμως παράβαση του νόμου δεν είναι παράβαση της ισότητας), έτσι και το άδικο και η αδικία δεν είναι ίδια με το άδικο και την αδικία του άλλου τύπου, αλλά διαφορετικά από εκείνα: ως μέρος και όλον, γιατί η με αυτό το νόημα αδικία είναι μέρος της ολικής αδικίας — το ίδιο και η με αυτό το νόημα δικαιοσύνη είναι μέρος τής με το άλλο νόημα δικαιοσύνης. Πρέπει, κατά συνέπεια, να μιλήσουμε και για τη μερική δικαιοσύνη και τη μερική αδικία, και επίσης για το αντίστοιχο δίκαιο και άδικο.

Ας αφήσουμε λοιπόν καταμέρος τη δικαιοσύνη που αντιστοιχεί στην ολική αρετή· ας αφήσουμε επίσης καταμέρος και την αντίστοιχη αδικία (η πρώτη αποτελεί πραγμάτωση της ολικής αρετής, η δεύτερη της κακίας, ενσχέσει με τον άλλον). Είναι, επίσης, φανερό πώς πρέπει να ορισθούν οι έννοιες «δίκαιο» και «άδικο» που αντιστοιχούν στην με αυτό το νόημα δικαιοσύνη και στην με αυτό το νόημα αδικία, αφού στην πραγματικότητα οι πιο πολλές από τις σύμφωνες με τους νόμους πράξεις συμπίπτουν με αυτά που προστάζει η ολική αρετή· πραγματικά, ο νόμος μάς προστάζει να ζούμε σύμφωνα με την κάθε επιμέρους αρετή και μας κρατάει μακριά από την κάθε επιμέρους κακία. Αλλά και οι πράξεις που πραγματώνουν την ολική αρετή συμπίπτουν με όσα προνοούν οι νόμοι που έχουν νομοθετηθεί για την παιδεία που μας προετοιμάζει για τη ζωή στην κοινωνία. Όσο για την παιδεία του καθενός ατόμου χωριστά, αυτήν που απλώς κάνει το άτομο καλόν άνθρωπο, ας αφήσουμε να μας απασχολήσει αργότερα το ερώτημα αν αυτή είναι έργο της πολιτικής τέχνης ή κάποιας άλλης τέχνης· γιατί δεν είναι ίσως το ίδιο πράγμα να είναι κανείς καλός άνθρωπος και καλός πολίτης.

Της μερικής δικαιοσύνης και του αντίστοιχου σ᾽ αυτήν μερικού δικαίου ένα είδος είναι αυτό που έχει σχέση με τις διανομές τιμητικών διακρίσεων, χρημάτων ή γενικά αγαθών που μοιράζονται σε όσους ζουν σε ένα συγκεκριμένο πολιτειακό καθεστώς — από όλα αυτά μπορεί, πράγματι, κανείς να λάβει άνισο ή ίσο μερτικό ενσχέσει προς το μερτικό κάποιου άλλου.

[1131a] Ένα δεύτερο είδος είναι αυτό που παίζει έναν διορθωτικό ρόλο στις μεταξύ των ατόμων σχέσεις. Το δεύτερο αυτό είδος περιλαμβάνει δύο μέρη, δεδομένου ότι άλλες από τις μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις αναπτύσσονται με τη θέληση των ανθρώπων και άλλες χωρίς τη θέλησή τους. Σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων με τη θέλησή τους είναι π.χ. η πώληση, η αγορά, ο δανεισμός, η εγγύηση, η παραχώρηση για χρήση, η παρακαταθήκη, η μίσθωση (μιλούμε στην περίπτωση αυτή για «εκούσιες σχέσεις», επειδή όλες τους έχουν την αρχή τους στη θέληση των ανθρώπων). Από τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων χωρίς τη θέλησή τους άλλες ενεργούνται κρυφά (π.χ. η κλοπή, η μοιχεία, η δηλητηρίαση, η μαστροπεία, η εξαπάτηση και παραπλάνηση δούλων, η δολοφονία, η ψευδομαρτυρία) και άλλες με τη χρήση βίας (π.χ. οι επιθέσεις και τα χτυπήματα, η φυλάκιση, η θανάτωση, η ληστεία, η πρόκληση αναπηρίας, η δυσφήμηση, ο προπηλακισμός).