Σάββατο 5 Αυγούστου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

2. Τα ρήματα σε - r -i̯o- και - l -i̯o-


§ 228. Από την άποψη της ιστορίας της εξέλιξής τους δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον· μερικά λοιπόν παραδείγματα μετονοματικών θα είναι αρκετά. Πρόκειται αποκλειστικά για παράγωγα θεμάτων σε -ro - και - lo -. ἐχθαίρειν [1] 'μισώ' (Όμ.) από το ἐχθρός 'εχθρικός'.

ἱμείρειν 'λαχταρώ' (Όμ.) από το ἵμερος 'λαχτάρα'.

μινύρεσθαι 'σιγοκλαίω' (κλασ.) από το μινυρός 'που σιγοκλαίει'.

δαιδάλλειν 'τεχνουργώ, διακοσμώ' (Όμ.) από το δαίδαλος 'περίτεχνος'.

ἀγγέλλειν 'αναγγέλλω' (Όμ.) από το ἄγγελος 'αγγελιοφόρος'.

ναυτίλλεσθαι 'μπαρκάρω' (Όμ.) από το ναυτίλος 'ναυτικός'. αἰόλλειν 'κινούμαι γοργά, χρωματίζω' (Όμ.) από το αἰόλος 'γρήγορος, πολύχρωμος'.

στωμύλλειν 'φλυαρώ' (Αριστοφ.) από το στωμύλος 'φλύαρος'.

§ 229. Ως αξιοπερίεργο ας μνημονεύσουμε εδώ τον αναλογικό σχηματισμό ἐξαπατύλλειν, που τολμά ο Αριστοφάνης ως κωμικό μετασχηματισμό του ἐξαπατᾶν. Βέβαια σε παρόμοιες δημιουργίες μιας παιγνιώδους διάθεσης δεν πρέπει να εφαρμόζουμε πολύ αυστηρά κριτήρια· αλλά κάποιο υπόβαθρο πρέπει παρ' όλα αυτά να υπήρξε. Στο ἐξαπατύλλειν επέδρασαν μάλλον ταυτόχρονα περισσότεροι παράγοντες· ο Αριστοφάνης γνωρίζει μερικά ρήματα σε -ύλλειν, που ηχούν κωμικά και παράγονται από το -ύλος: κοικύλλειν 'περιφέρομαι χαζεύοντας άσκοπα', ὀγκύλλεσθαι 'φουσκώνω, επαίρομαι', στωμύλλειν 'φλυαρώ'. Επιπροσθέτως σε άλλα λογοτεχνικά είδη το εννοιολογικά συγγενικότερο αἱμύλλειν 'κολακεύω' από το αἱμύλ(ι)ος 'κολακευτικός'. Ύστερ' απ' αυτά εκείνος αποτόλμησε το ἐξαπατύλλειν. Από δίπλα είχε μάλλον κατά νου και τα υποκοριστικά σε -υλλος, -ύλλιον κτλ. [2].
-----------------------
[1] -αιρ- από το *- r̥ - i ̯ - > *-αρ- ι̯· πρβ. ἰσχαίνειν : ἰσχνός § 219.

[2] Η μεταφορά ονοματικών υποκοριστικών επιθημάτων σε ρήματα είναι για παράδειγμα πολύ συνηθισμένη στη βρεφική γλώσσα της Βασιλείας [της Ελβετίας]· έτσι λένε από το laufen 'τρέχω': laifelen = * l ä ufeln . [Το - le είναι συνηθισμένο υποκοριστικό επίθημα στα νότια γερμανικά.]

Το Ανέγγιχτο Βάθος της Πραγματικότητας

Η Βάση της Αντίληψης

Η πραγματικότητα, με την απόλυτη έννοια της, είναι αινιγματική και πέρα από την ανθρώπινη κατανόηση. Είναι σαν έναν ωκεανό όπου το βάθος είναι απέραντο, και η έκταση είναι άπειρη. Η επιφάνεια είναι απλώς η αντίληψη του μυαλού μας, που περιορίζεται από τους περιορισμούς των αισθήσεων και της διάνοιάς μας.

Η συνείδησή μας, η πιο εσωτερική αίσθηση της ύπαρξης, υπερβαίνει τη φυσική ύπαρξη. Δεν δεσμεύεται από τον χρόνο, τον χώρο και τον υλικό κόσμο. Είναι η συνείδηση που μας συνδέει με τη βαθύτερη πραγματικότητα, την υποκείμενη αλήθεια της ύπαρξης που είναι πέρα από την κατανόηση των σκέψεων και των αντιλήψεών μας.

Οι ορίζοντες της ψυχής μας δεν καθορίζονται από τις επίγειες επιθυμίες μας, αλλά από τις απεριόριστες δυνατότητες που βρίσκονται στα ανεξερεύνητα εδάφη των ονείρων μας. Διαμορφώνονται από αυτό που δεν τολμάς να ονειρευτείς, το αδιανόητο, τους φόβους και τα άγνωστα, τις περιοχές με μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης και ανακάλυψης.

Η σκέψη, όσο ισχυρή και αν είναι, έχει τους περιορισμούς της. Δεσμεύεται από τα όρια του μυαλού μας, τις εμπειρίες μας και την κατανόησή μας για τον κόσμο. Ό,τι υπάρχει πέρα από τη σκέψη, το βασίλειο του απόλυτου, του θείου, του αιώνιου, παραμένει ανέγγιχτο από τη σκέψη. Είναι αυτός ο ανέγγιχτος χώρος που διατηρεί ανέπαφη την ιερότητα της αιωνιότητας.

Το ποιοι πραγματικά είμαστε, η αληθινή μας ουσία, δεν καθορίζεται από το τι μπορούμε να κατανοήσουμε ή να συλλάβουμε. Δεν είναι το άθροισμα των εμπειριών, των επιτευγμάτων ή των υπαρχόντων μας. Είναι το «τίποτα» που μένει όταν όλα τα άλλα απογυμνώνονται, η καθαρή συνείδηση που βρίσκεται σε ενότητα με το θείο.

Η αδυναμία αντίληψης του ανεξιχνίαστου, του ανέγγιχτου βάθους της πραγματικότητας, δεν είναι εμπόδιο αλλά ευλογία. Μέσα από αυτόν τον φαινομενικό περιορισμό αποκαλύπτεται το άπειρο. Είναι στην αποδοχή της αδυναμίας μας να κατανοήσουμε το άπειρο που γινόμαστε ένα με αυτό.

Το Άθικτο Βάθος της Πραγματικότητας είναι μια υπενθύμιση του μεγαλείου της ύπαρξης, της απεραντοσύνης του σύμπαντος και του μυστηρίου της ίδιας της ζωής. Είναι ένα κάλεσμα να βουτήξουμε βαθιά στον ωκεανό της ύπαρξης, να εξερευνήσουμε το άγνωστο, να αγκαλιάσουμε το μυστήριο και να γίνουμε ένα με το άπειρο.

Η Θεωρία της Συνειδητής Άπειρης Πραγματικότητας (ΣΑΠ)

Επιτομή

Η Θεωρία της Συνειδησιακής Άπειρης Πραγματικότητας (ΣΑΠ) υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη συνείδηση, στην πιο αγνή της μορφή, είναι εγγενώς συνυφασμένη με την άπειρη φύση της πραγματικότητας. Υποδηλώνει ότι οι περιορισμοί μας στην αντίληψη της άπειρης πραγματικότητας είναι ακριβώς αυτοί που μας αποκαλύπτουν το άπειρο, κάνοντας μας ένα με αυτό.

Βασικές Αρχές:

Αρχή 1: Συνειδητή Ύπαρξη

Η βεβαιότητα της ύπαρξης δεν βρίσκεται στις απτές μας εμπειρίες ή στις περιβαλλοντικές συνθήκες, αλλά στη συνείδηση ότι υπάρχουμε. Αυτή η συνείδηση είναι αυτονόητη και αυτοτελής, ανεξάρτητη από εξωτερικούς παράγοντες.

Αρχή 2: Ο ορίζοντας της ψυχής

Οι ορίζοντες της ψυχής μας δεν καθορίζονται από τις επιθυμίες μας, αλλά από τα όρια των φόβων και των αναστολών μας, τα πράγματα που δεν τολμάμε να ονειρευόμαστε. Αυτά τα απέραντο όνειρα είναι που χαράζουν την απέραντη έκταση του εσωτερικού μας εαυτού.

Αρχή 3: Ο περιορισμός της σκέψης

Οι σκέψεις μας είναι περιορισμένες στην ικανότητά τους να κατανοούν τι βρίσκεται πέρα από αυτές. Η αδυναμία της σκέψης στην ανίχνευση του αιώνιου είναι αυτή που κρατά τον χώρο της αιωνιότητας ιερό και απαραβίαστο. Σε αυτόν τον περιορισμό βρίσκεται η σοφία.

Αρχή 4: Το απομεινάρι του εαυτού

Η αληθινή μας ουσία δεν διακρίνεται από αυτά που μπορούμε να συλλάβουμε ή να διατηρήσουμε. Αντίθετα, ανακαλύπτεται μέσω της διαδικασίας της απόρριψης, της απόρριψης μέχρι να μείνει τίποτα. Είναι το «Τίποτα» που μένει στο τέλος που αποκαλύπτει την αληθινή μας φύση.

Αρχή 5: Ενότητα με το Άπειρο

Η αδυναμία μας να αντιληφθούμε το ανεξιχνίαστο, το άθικτο βάθος της πραγματικότητας, είναι ακριβώς αυτό που μας αποκαλύπτει το άπειρο. Αυτό το παράδοξο βρίσκεται στον πυρήνα της ενότητάς μας με την άπειρη πραγματικότητα.

Συμπέρασμα

Η Θεωρία της Συνειδησιακής Άπειρης Πραγματικότητας μας ωθεί να επαναπροσδιορίσουμε την κατανόησή μας για την ύπαρξη, τον εαυτό, τη σκέψη και την πραγματικότητα. Ενθαρρύνει την εξερεύνηση των αχαρτογράφητων εδαφών της συνείδησης και του άπειρου, πιέζοντας τα όρια της κατανόησής μας για τον εαυτό και το σύμπαν. Προτείνει ότι η ανεξιχνίαστη φύση της πραγματικότητας δεν είναι ένα εμπόδιο, αλλά μια πύλη προς την ενότητά μας με το άπειρο.

Μερικές ιδέες και συμβουλές

Ακολουθούν μερικές ιδέες και συμβουλές εμπνευσμένες από αυτά που είπαμε.

1. Αγκαλιάστε τη Συνείδηση

Αναγνωρίστε ότι η ύπαρξή σας είναι πέρα από τον φυσικό και υλικό κόσμο. Διαλογίζεστε τακτικά για να συνδεθείτε με τη συνείδησή σας και να εξερευνήσετε τον εσωτερικό σας εαυτό. Αναλογιστείτε την ύπαρξή σας και τον ρόλο σας στο σύμπαν για να διευρύνετε την επίγνωσή σας.

2. Τολμήστε να ονειρευτείτε

Μην περιορίζετε τους ορίζοντές σας σε αυτό που επιθυμείτε αυτή τη στιγμή, αλλά τολμήστε να ονειρευτείτε πέρα. Ανοίξτε το μυαλό σας στις δυνατότητες που ίσως δεν είχατε σκεφτεί πριν. Αυτά μπορεί να είναι φιλοδοξίες, εμπειρίες ή τρόποι σκέψης.

3. Σεβαστείτε τον Ιερό Χώρο της Αιωνιότητας

Η κατανόηση ότι υπάρχουν πτυχές της ύπαρξής μας που είναι πέρα από την κατανόησή μας μπορεί να είναι ταπεινωτική. Αγκαλιάστε αυτήν την ταπεινοφροσύνη και χρησιμοποιήστε την για να καλλιεργήσετε το σεβασμό για τα μυστήρια του σύμπαντος.

4. Εξερευνήστε την έννοια του «Τίποτα»

Τι μένει όταν όλα τα άλλα απογυμνώνονται; Εξερευνήστε αυτήν την έννοια στις σκέψεις και τις πράξεις σας. Αυτό μπορεί να γίνει μέσω του μινιμαλισμού, μειώνοντας τους περισπασμούς και εστιάζοντας σε αυτό που πραγματικά έχει σημασία.

5. Αναζητήστε το Άπειρο στο Ασύλληπτο

Αναγνωρίστε τους περιορισμούς της ανθρώπινης αντίληψης και κατανοήστε ότι υπάρχει ένα ανεξιχνίαστο, άθικτο βάθος στην πραγματικότητα. Να είστε ανοιχτοί σε εμπειρίες, ιδέες ή πεποιθήσεις που προκαλούν την κατανόησή σας για τον κόσμο. Αυτή η στάση μπορεί να ενισχύσει την ανάπτυξη και τη σοφία.

6. Ενότητα με το Άπειρο

Καλλιεργήστε την αίσθηση της ενότητας με το σύμπαν. Αυτό μπορεί να γίνει μέσω πρακτικών όπως η ενσυνειδητότητα, όπου κάποιος επικεντρώνεται στο να έχει έντονη επίγνωση του τι αισθάνεται και νοιώθει αυτή τη στιγμή, χωρίς ερμηνεία ή κρίση. Μπορεί επίσης να καλλιεργηθεί μέσω δραστηριοτήτων που σας κάνουν να αισθάνεστε συνδεδεμένοι με την απεραντοσύνη του σύμπαντος, όπως η παρατήρηση των άστρων, οι περίπατοι στη φύση ή η μελέτη επιστήμης και φιλοσοφίας.

7. Πρακτική Αποδοχή

Αποδεχτείτε την αβεβαιότητα και τις άγνωστες πτυχές της ζωής. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ηρεμία και να μειώσει το άγχος για το μέλλον. Μπορεί επίσης να ενθαρρύνει μια στάση περιέργειας και εξερεύνησης αντί για φόβο.

8. Καλλιεργήστε την ευγνωμοσύνη

Παρά την ανεξιχνίαστη φύση της πραγματικότητας, υπάρχουν αμέτρητα πράγματα για τα οποία πρέπει να είμαστε ευγνώμονες. Η αναγνώριση και η εκτίμηση αυτών μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη ευτυχία και σε βαθύτερη κατανόηση της θέσης κάποιου στον κόσμο.

Θυμηθείτε, το ταξίδι προς την κατανόηση του βάθους της πραγματικότητας είναι συνεχές και μοναδικό για κάθε άτομο. Πάρτε το χρόνο σας και απολαύστε τη διαδικασία εξερεύνησης και ανακάλυψης.

Είναι επικίνδυνοι οι ψυχικά ασθενείς;

Στις μέρες μας πολλά είναι τα παραδείγματα που εκφράζουν το στίγμα της ψυχικής ασθένειας μέσα από τον καθημερινό λόγο, ειδικά όταν υπάρχει σύνδεση με τη βία, την επιθετικότητα και το έγκλημα: «ο δράστης ήταν φρενοβλαβής», «τρελός», «ψυχοπαθής», «η σύζυγος του ψυχοπαθή», «τρελοκομείο», «τρελογιατροί», «τα ψυχοφάρμακα τον έκαναν φυτό», «εγκλεισμός».

Ο μύθος του ψυχικά ασθενή φαίνεται ότι κυριαρχεί και στις μέρες μας, παρόλη τη πρόοδο και την εξέλιξη της επιστήμης στο χώρο της ψυχικής υγείας.

Το στίγμα των ψυχικά ασθενών είναι ιδιαίτερα έντονο και ενισχύεται σε μεγάλο βαθμό από τα μέσα τα οποία δημιουργούν μια αρνητική εικόνα για τα άτομα αυτά καθώς τα ανάγουν σε επικίνδυνα άτομα τόσο για την οικογένεια στην οποία ανήκουν, όσο και για το ευρύ κοινό.

Ξαφνικές εγκληματικές ενέργειες που δεν ερμηνεύονται με όρους λογικής, καθώς και μαζικές επιθέσεις που σοκάρουν τη κοινή γνώμη, έχουν άρρηκτα συνδεθεί με την ψυχική ασθένεια και αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές μέσα από το λόγο που εκφέρουν τα μέσα και τον τρόπο που παρουσιάζουν αυτά τα θέματα.

H βία και η επιθετικότητα φαίνονται άρρηκτα συνδεδεμένες με την ψυχική ασθένεια και κυρίως όταν υπάρχει διάγνωση κάποιας σοβαρής ψυχιατρικής διαταραχής, καθιστώντας τα άτομα αυτά επικίνδυνα για το ευρύ κοινό. Οι έρευνες αναφέρουν ότι μέσα στο χρόνο η έκθεση του κοινού σε γεγονότα που συνδέουν τη βία, την επιθετικότητα και τις «παράλογες» εγκληματικές επιθέσεις με τα ψυχικά ασθενή άτομα, οδηγεί στο να πεισθεί για την αλήθεια αυτής της πεποίθησης, να την υιοθετεί και έτσι, σταδιακά, να οδηγεί τα πάσχοντα άτομα σε κοινωνική απομόνωση και περιθωριοποίηση.

Ωστόσο, η σχέση μεταξύ ψυχικής ασθένειας και βίας είναι αρκετά περίπλοκη. Πρόκειται για μια σχέση όπου εμπλέκονται πολλοί παράγοντες, όπως η χρήση ουσιών, η χρήση αλκοόλ, το ιστορικό βίας, η σωματική κακοποίηση, η παραμονή σε αναμορφωτήριο κατά τη νεανική ηλικία, η μη συμμόρφωση στην ιατρική αγωγή, το φύλο, η ηλικία, ένα πρόσφατο διαζύγιο, το χαμηλό κοινωνικό - οικονομικό επίπεδο, η ανεργία και η θυματοποίηση.

Μεταξύ αυτών, η χρήση ουσιών φαίνεται να ασκεί τη σημαντικότερη επίδραση στη σχέση αυτή, καθώς όταν συνυπάρχει με την ψυχική ασθένεια, αυξάνει κατά πολύ τις πιθανότητες βίας και επιθετικής συμπεριφοράς. Από την άλλη, ψυχικά ασθενή άτομα που δεν κάνουν χρήση ουσιών, εμφανίζουν περιορισμένα περιστατικά βίας.

Η ύπαρξη μιας ψυχικής ασθένειας δε θα πρέπει να αποτελεί προβλεπτικό παράγοντα εμφάνισης βίας και επικινδυνότητας που να οδηγεί στον κοινωνικό αποκλεισμό. Σκοπός είναι να διαλευκανθούν όλοι εκείνοι οι παράγοντες που συνυπάρχουν με μια ψυχική νόσο και μπορεί να οδηγήσουν το άτομο σε μια βίαιη, επιθετική ή ακόμη και εγκληματική συμπεριφορά. Η ψυχική ασθένεια από μόνη της δεν επαρκεί για τέτοια περιστατικά.

Τα άτομα αυτά έχουν ήδη την ταμπέλα της ψυχικής νόσου, που φαίνεται ότι καλά κρατεί ακόμη και στις μέρες μας και πάνω σε αυτή τοποθετούνται και άλλα στερεότυπα, τα περισσότερα του παρελθόντος, που έρχονται να τα απομονώσουν ακόμη περισσότερο. Αξίζει να αναφερθούμε και σε έρευνες που βρίσκονται στον αντίποδα και αναφέρουν ότι τα ψυχικά ασθενή άτομα όχι μόνο δεν πρωτοστατούν στην διάπραξη εγκληματικών ενεργειών, αλλά, συνήθως, είναι θύματα αυτών.

Πρόληψη μέτρων για ποιοτικές παροχές υπηρεσιών ψυχικής υγείας

Με βάση όλα τα παραπάνω, κρίνεται απαραίτητη η πρόληψη μέτρων, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την ποιοτική παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας στα άτομα αυτά καθώς και την εξατομικευμένη φροντίδα τους με βάση το ιστορικό που έχουν και τους παράγοντες κινδύνου που μπορεί να υπάρχουν.

Ακόμη, η έγκαιρη διάγνωση και ανίχνευση των περιπτώσεων όπου η ψυχική ασθένεια συνυπάρχει με τη χρήση ουσιών αποτελεί σημαντικό κομμάτι της στρατηγικής πρόληψης περιπτώσεων βίας και εγκληματικών ενεργειών από αυτή την ομάδα ανθρώπων.

Επιπροσθέτως, λαμβάνοντας υπόψη την καταλυτική επιρροή των μέσων, είναι σημαντική η σωστή και έγκυρη ενημέρωση μέσα από αυτά, καθώς, συνήθως, τείνουν να στρεβλώνουν τη πραγματικότητα και να δημιουργούν ψευδείς πεποιθήσεις και φόβους στην κοινή γνώμη.

Η κοινή γνώμη χρειάζεται να ευαισθητοποιείται σε θέματα ψυχικής υγείας, να αποκτά ανοχή στο «διαφορετικό» και την ιδιαιτερότητα που μπορεί να χαρακτηρίζει τα άτομα που έχουν μια ψυχική ασθένεια και όχι να ενισχύει τον στιγματισμό και να τα οδηγεί σε κοινωνική απομόνωση, εδραιώνοντας ήδη υπάρχοντα προβλήματα που αντιμετωπίζουν αυτά τα άτομα.

Οι φροντιστές των ψυχικά ασθενών

Μέσα σε όλα αυτά ας μη ξεχνάμε τους φροντιστές των ψυχικά ασθενών καθώς επιβαρύνονται και οι ίδιοι, έστω και έμμεσα, με το στίγμα της ψυχικής ασθένειας.

Η ακριβής, έγκυρη και αξιόπιστη ενημέρωση γύρω από τη ψυχική υγεία του συγγενικού τους προσώπου παίζει σημαντικό ρόλο τόσο στην αντιμετώπιση, όσο και στην ποιότητα ζωής όλης της οικογένειας.

Σε σοβαρά περιστατικά, όπου κρίνεται απαραίτητα η λήψη αγωγής, αυτή θα πρέπει να λαμβάνεται με πλήρη και αυστηρή συνέπεια, ενώ τυχόν παρεκκλίσεις πρέπει να ανιχνεύονται άμεσα και να λαμβάνονται τα σχετικά μέτρα.

Η ψυχολογική στήριξη όλης της οικογένειας κρίνεται ιδιαίτερα βοηθητική προκειμένου να μπορούν τα μέλη να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες, τα σκαμπανεβάσματα, τις αγωνίες, τους φόβους και το άγχος που ενέχουν τα περιστατικά αυτά και, κατ’επέκταση, να προάγεται η ποιότητα ζωής των ψυχικά πασχόντων συγγενών τους.

Ο έρωτας μπορεί να έχει τα χίλια μύρια καλά, όμως αγάπη απαραιτήτως δεν έχει

Δεν είναι δυνατό να αγαπάς κάποιον και να μην ενδιαφέρεσαι να καταλάβεις τι είναι εκείνο που χρειάζεται, τι εκείνο που δε χρειάζεται, τι εκείνο που αντέχει.

Ευαίσθητος είναι όποιος είναι ευαίσθητος και προς τις ευαισθησίες των άλλων.

Ο τρόπος που προσεγγίζουμε είναι η απόδειξη των αισθημάτων που έχουμε. Ο τρόπος!

Η καλλιτεχνία εκείνου που συμβαίνει στ’ αλήθεια και επιζητά να εκφραστεί.

Σπάνια αγαπάμε ένα πλάσμα όπως είναι∙ αγαπάμε εκείνο που επιθυμούμε να ήταν.

Η πραγματική του προσωπικότητα φτάνει μέχρι εμάς, έτσι κι αλλιώς, αποσπασματικά, επιλέγουμε τα αποσπάσματα που μας είναι ποθητά, που μας είναι βολικά, κολακευτικά, όλο το υπόλοιπο ή το πετάμε στο κενό ή το χτίζουμε μόνοι μας όπως ο σκηνοθέτης μία ταινία.

Το παραγεμίζουμε με δικές μας ιδέες.

Το όλον του άλλου σχεδόν ποτέ δεν το μαθαίνουμε, όχι μονάχα επειδή δύσκολα κατανοείται το όλον, αλλά – και αυτό συζητάμε σήμερα – επειδή δεν το θέλουμε, δεν μας χρειάζεται, αδιαφορούμε.

Οι γονείς τα παιδιά τους θέλουν να είναι καταπώς οι ίδιοι τα ονειρεύτηκαν, καταπώς ονειρεύτηκαν κάποτε τον εαυτό τον δικό τους, δεν αντέχουν να ακούσουν αλήθειες που ακυρώνουν τις προσδοκίες τους.

Στον έρωτα βέβαια γίνεται πανδαιμόνιο!

Ο έρωτας μπορεί να έχει τα χίλια μύρια καλά, όμως αγάπη απαραιτήτως δεν έχει.

Μπορεί να προέρχεται κι από μια πονηριά της φύσης για τη διαιώνισή της και γι’ αυτό να είναι πρωτίστως ένστικτο, ένστικτο εξιδανικευμένο όσο και ισχυρότατο για να επιτελέσει το έργο του.

Η φύση βιάζεται να παγιδεύσει με μαγείες ένα ζευγάρι στη γονιμοποίηση.

Ελάχιστοι είναι οι ευλογημένοι εραστές που τους χαρίστηκε αγάπη μαζί με τον έρωτά τους.

Τους χαρίστηκε; Το κατόρθωσαν; Είναι μία απορία που θα διαρκεί για πάντα. Τείνω πάντως στην προσωπική ευθύνη μας και εδώ.

Να δυσαρεστούμε τα παιδιά μας ή όχι;

Έχετε βρεθεί ποτέ στη θέση πού νιώθετε, ξέρετε ότι κάτι δεν είναι καλό να γίνει, ότι κάτι πρέπει να πάψει να γίνεται ή …γενικά ότι πρέπει να τεθεί κάποιο όριο και παρόλαυτα δεν το θέτετε;;

Ένας από τους βασικούς λόγους που γίνεται αυτό, τόσο σε σχέση με τα παιδιά μας όσο και σε σχέση με τους συντρόφους μας, είναι το γεγονός ότι δεν αντέχουμε εύκολα να γίνουμε δυσάρεστοι…

Λίγοι είναι οι άνθρωποι που θα ήθελαν να γίνονται δυσάρεστοι…ακόμα και αν είναι για το καλό… Αυτή η πρόταση μπορεί να εφαρμοστεί κυρίως στις συζυγικές σχέσεις και στις συντροφικές γενικότερα. Πιθανόν, να μπορούμε και με άλλους τρόπους να περάσουμε μια γραμμή επικοινωνίας, παρακάμπτοντας τη «δυσαρέσκεια», αλλά ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις είναι δύσκολο.

Το μόνο σίγουρο, είναι ότι σχετικά με τα παιδιά, πρέπει να αντέχουμε να γινόμαστε δυσάρεστοι…ώστε να μάθουν εκείνα, η κάθε πράξη τι αντίδραση και διάθεση προκαλεί. Για να γίνει πιο κατανοητό… Όταν το παιδί μας δεν τρώει μια τροφή… δεν επιμένουμε ώστε να τη φάει και να το μάθει… η μητέρα κυρίως, δεν είναι εκείνη η οποία καταφέρνει να καθορίσει τη σχέση με το φαγητό; Έτσι, γίνεται και σε όλα τα άλλα.

Όλα αυτά είναι σχετικά απλά όταν το παιδί μας είναι σε μικρή ηλικία. Όταν πια έχει μπει στην εφηβεία, τα πράγματα είναι λίγο πιο δύσκολα…

Εκεί, ο έφηβος θέλει να δυσαρεστήσει, ώστε να τσεκάρει τους γύρω του. Θέλει να κοντράρει και να κοντραριστεί ακόμα και χωρίς σαφή στόχο…

Είναι σημαντικό να παραμείνουν ανοιχτές οι δίοδοι επικοινωνίας με το παιδί μας που πια μεταμορφώνεται σε έφηβο, να κατανοήσουμε τα βασικά του θέματα. Τα οποία είναι:

Η ρευστότητα του χαρακτήρα

Η συνεχής αναζήτηση ταυτότητας

Θρησκεία

Θάνατος

Αξίες και Ιδανικά

Έρωτας-σχέσεις- αγάπη

Πολλές φορές, ο έφηβος στην αναζήτησή του για τα παραπάνω, μπορεί να νιώθει

Ματαίωση

Μοναξιά

Και να γίνεται δυσάρεστος στους γύρω και κυρίως σε εμάς τους γονείς, καθώς ακόμα για τους εφήβους μας είμαστε η πηγή της ζωής. Και από εμάς έχουν να εμπνευστούν, να πάρουν παραδείγματα ζωής και να μάθουν.

Ας συνεχίζουμε την καλή δουλειά των ορίων και στην περίοδο της εφηβείας λαμβάνοντας υπόψη ότι, όταν πια έχουμε να κάνουμε με έφηβο, τότε δεν είμαστε αντιμέτωποι μόνο με το αν γίνουμε εμείς κάπου δυσάρεστοι, αλλά και με την δυσαρέσκεια των ίδιων των εφήβων απέναντι στην τάξη πραγμάτων…

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Σε κάποια στιγμή της ζωής – μερικές φορές στα πρώτα μας χρόνια, άλλοτε όψιμα – είναι βέβαιο ότι όλοι μας θα ξυπνήσουμε και θα αντιληφθούμε τη θνητότητά μας. Είναι τόσο πολλά αυτά που την πυροδοτούν: μια ματιά στον καθρέφτη που δείχνει το σαγόνι μας να κρεμάει, τα μαλλιά μας ν’ ασπρίζουν, τους ώμους να καμπουριάζουν.

Η παρέλαση των γενεθλίων, ιδίως όσων αφορούν στρογγυλές δεκαετίες – πενήντα, εξήντα, εβδομήντα.

Η συνάντηση μ’ ένα φίλο που έχεις καιρό να τον δεις και σε σοκάρει το πόσο έχει γεράσει.

Όταν βλέπεις παλιές φωτογραφίες του εαυτού σου και των ανθρώπων που γέμιζαν την παιδική σου ηλικία κι είναι πια από καιρό νεκροί.

Μια συνάντηση με τον Κύριο Θάνατο σ’ ένα όνειρο.

Τι νιώθει κανείς, όταν έχει μια τέτοια εμπειρία; Και τι κάνει γι’ αυτό;

Βυθίζεται σε μια φρενιτιώδη δραστηριότητα, για να εξαντλήσει το άγχος και ν’ αποφύγει το θέμα;

Προσπαθεί ν’ απομακρύνει τις ρυτίδες με αισθητική χειρουργική ή να βάψει τα μαλλιά του;

Αποφασίζει να παραμείνει για μερικά χρόνια στην ηλικία των τριανταεννέα ετών;

Περισπά πολύ γρήγορα τον εαυτό του με τη δουλειά και τη ρουτίνα της καθημερινής ζωής;

Σβήνει από τη μνήμη του κάθε τέτοια εμπειρία;

Αγνοεί τα όνειρά του;

Σας προτρέπω να μη περισπάτε τον εαυτό σας.

Το αντίθετο, γευτείτε την αφύπνισή σας. Εκμεταλλευτείτε την.

Κάντε ένα σταμάτημα, καθώς κοιτάζετε τη φωτογραφία του νεότερου εαυτού σας. Αφήστε την έντονη στιγμή να σας κατακλύσει και παρατείνετέ τη λιγάκι. Γευτείτε και τη γλυκύτητά της μαζί με την πικρή της γεύση.

Μην ξεχνάτε το πλεονέκτημα που προσφέρει το να παραμείνετε εν επίγνωση του θανάτου, το ν’ αγκαλιάσετε τη σκιά του.

Μια τέτοια επίγνωση μπορεί ν’ αφομοιώσει το σκοτάδι με τη σπίθα σας για ζωή και να βελτιώσει τη ζωή σας, όσο ακόμα την έχετε.

Ο καλύτερος τρόπος για να εκτιμήσουμε τη ζωή, για ν’ αγαπήσουμε οτιδήποτε πολύ βαθιά, είναι να έχουμε επίγνωση ότι οι εμπειρίες αυτές είναι προορισμένες να χαθούν.

Έχω πολλές φορές εκπλαγεί ευχάριστα βλέποντας έναν ασθενή να κάνει ουσιαστικές θετικές αλλαγές πολύ αργά στη ζωή του, ακόμα και κοντά στον θάνατο.

Ποτέ δεν είναι πολύ αργά. Ποτέ δεν είμαστε πολύ γέροι για κάτι τέτοιο.

Αρκετά σε θυμήθηκα, αρκετά με πόνεσες, τώρα προχωράω

Νύχτωσε πάλι απόψε! Έξω ο αέρας φυσάει δυνατά, κάνει κρύο και εγώ εδώ να με κυριεύει ξανά η μοναξιά! Αγκαλιά με τις αναμνήσεις και εκείνο το βάρος στο στήθος που δεν μ’αφήνει να σηκωθώ, να κάνω παρέα με εκείνη τη θλίψη που μου καίει τα σωθικά. Βλέπεις κατάφερες και πάλι να τρυπώσεις στα σοκάκια του μυαλού μου και να αναστατώσεις κάθε σκέψη. Δίπλα μου, μια φωτογραφία που είναι ό,τι απέμεινε από σένα.

Στέκομαι για λίγο μουδιασμένος και την παρατηρώ. Κοιτάζω το χαρούμενο πρόσωπό σου, το όμορφο χαμόγελό σου και εκείνα τα μάτια. Εκείνα τα πανέμορφα και μυστηριώδη μάτια σου, εκείνα που έκρυβαν τόσα πολλά. Θυμάμαι να προσπαθώ μάταια να διαβάσω τα μυστικά σου, θυμάμαι να προσπαθώ να καταλάβω, μα με κέρδιζες κάθε φορά.

Εσύ είχες ήδη δει, το ήξερες, το έβλεπες καλύτερα από μένα. Εγώ στεκόμουν θνητός, μαγεμένος, χαμένος στα τοπία, τυφλωμένος από έρωτα. Δεν έβλεπα, δεν μπορούσα, δεν ήθελα, δεν με ένοιαζε! Βυθισμένος στην άρνηση για σένα, γιατί μου αρκούσε που ήμουν μαζί σου! Πόνος και αγανάκτηση , είναι ότι άφησες μέσα μου και εγώ με μανία να παραμυθιάζομαι πως είμαι καλά και να πέφτω ξανά στο ίδιο λάθος.

Σε παρακαλώ, άφησέ με! Θέλω να φύγεις, θέλω να ξεχάσω για το καλό μου, για να μαζέψω εκείνη την ψυχή που ρήμαξες, να τη σώσω όσο ακόμη προλαβαίνω, αυτό θέλω μόνο. Άφησέ με! Αυτή τη χάρη κάνε μου την τελευταία. Κουράστηκα να παλεύω με τους δαίμονες! Βλέπεις, εσύ τα κατάφερες, προχώρησες, απέδειξες πως είσαι δυνατή, βρήκες τον εαυτό σου. Σε χαίρομαι, μα κάπου κάπου σε ζηλεύω.

Τώρα είναι η σειρά μου, πρέπει και εγώ να σηκωθώ! Αν σε ρωτούσα και εσύ ένα “πρέπει” θα μου έδινες για απάντηση. Ακόμη και τώρα μιλάω μαζί σου, σε διάλογο μιας τρέλας που δεν βγάζει πουθενά! Άφησέ με, σε παρακαλώ. Αρκετά με ταλαιπώρησες και θρήνησα για σένα αρκετά. Ήρθε η ώρα να σηκωθώ, να ξυπνήσω από αυτό το λήθαργο!

Ξημέρωσε. Μια φράση μονάχα έμεινε να ψιθυρίζω στον εαυτό μου ” Σήκω, η ζωή είναι δικιά σου!”. Σήκω! Σήμερα ξημερώνει η δική σου μέρα, η μέρα της νέας σου ζωής!

Δεν είσαι διαφορετικός από τη θλίψη σου

Εκείνο που λέμε είναι ότι όπου υπάρχει διαίρεση δεν μπορεί παρά να υπάρχει και σύγκρουση. Αυτό είναι νόμος, ένας αιώνιος νόμος. Όπου υπάρχει ξεχώρισμα, διαίρεση, κομμάτιασμα σε δύο μέρη δεν μπορεί παρά να υπάρχει σύγκρουση. Κι αυτή η σύγκρουση σε ένα εξωτερικό επίπεδο καταλήγει σε πόλεμο, στο να σκοτώνεις ανθρώπους. Όπως γίνεται τώρα στον κόσμο, όλοι βρίσκονται σε σύγκρουση. Το να κατανοήσει, λοιπόν, κανείς τη σύγκρουση κι έτσι να ελευθερωθεί απ’ αυτή είναι το να κατανοήσει γιατί ο παρατηρητής κυριαρχεί τόσο πολύ ώστε να χωρίζεται από εκείνο που παρατηρεί. 

Σε ψυχολογικό επίπεδο, εάν το παρατηρήσω, όταν είμαι παντρεμένος ή παντρεμένη ή έχω μια σχέση θα δω ότι υπάρχει μια διαίρεση ανάμεσά μας, μια πραγματική διαίρεση, όχι μόνο σωματική, αλλά και εσωτερική διαίρεση παράδοσης, διαμόρφωσης, αυθεντίας των γονιών, αυθεντίας κάποιου δασκάλου και λοιπά. Έτσι, υπάρχει πάντα διαίρεση στις σχέσεις μας κι επομένως υπάρχει πάντα σύγκρουση ανάμεσα στα ανθρώπινα πλάσματα. Υπάρχουν πάρα πολύ λίγα ανθρώπινα πλάσματα στον κόσμο που έχουν μια σχέση στην οποία δεν υπάρχει σύγκρουση. Tώρα: Αυτή η σύγκρουση υπάρχει επειδή έχουμε χωρίσει τον παρατηρητή από το παρατηρούμενο, όχι μόνο εξωτερικά, αλλά και μέσα μας: Είμαι διαφορετικός από τον θυμό μου, είμαι διαφορετικός από τη ζήλια μου, είμαι διαφορετικός από τη θλίψη μου, οπότε όντας διαφορετικός υπάρχει σύγκρουση. Δηλαδή, «πρέπει να ξεφορτωθώ τη θλίψη»· «πείτε μου πώς θα ξεπεράσω τη θλίψη μου» ή «πείτε μου τι να κάνω με τους φόβους μου». Έτσι, υπάρχει σύγκρουση όλη την ώρα. Αλλά εσύ είσαι η θλίψη σου· δεν είσαι διαφορετικός από τη θλίψη σου – είσαι; Δεν είσαι διαφορετικός από τον θυμό σου – είσαι; Δεν είσαι διαφορετικός από τις σεξουαλικές σου επιθυμίες – είσαι; Δεν είσαι διαφορετικός από τη μοναξιά που νώθεις- είσαι μόνος σου. Αλλά λέμε: «Ναι, νιώθω μοναξιά, αλλά πρέπει να ξεφύγω απ’ αυτή». Πηγαίνω, λοιπόν, σε διάφορες διασκεδάσεις ή σε σχέσεις και λοιπά. Αλλά δεν είσαι διαφορετικός απ’ ό,τι είσαι και νιώθεις- όλα αυτά είσαι εσύ. Όταν το δεις αυτό λες: «Εγώ είμαι ο θυμός»· «εγώ είμαι η θλίψη»· «εγώ είμαι η μοναξιά»… Τώρα: Πριν, όταν ξεχώριζα εμένα από τη θλίψη μου, προσπαθούσα να κάνω κάτι γι’ αυτή: Προσπαθούσα να ξεφύγω από τη μοναξιά μου, προσπαθούσα να την ξεπεράσω ή να την αναλύσω και προσπαθούσα να γεμίσω τη μοναξιά μου με κάθε είδους διασκέδαση ή θρησκευτική δραστηριότητα. Αλλά αν εγώ νιώθω μοναξιά δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό. Πριν προσπαθούσα να κάνω κάτι γι’ αυτό. Τώρα δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό γιατί είμαι αυτό. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν ο παρατηρητής είναι το παρατηρούμενο; Καταλαβαίνετε; Όταν ο θυμός είμαι εγώ, τότε τι συμβαίνει; Το έχετε ερευνήσει αυτό ή απλώς λέτε: «Ναι, είμαι ο παρατηρητής και το παρατηρούμενο»; Αυτό δεν έχει κανένα νόημα. Αλλά όταν δεις, όταν συνειδητοποιήσεις, ότι εσύ είσαι ο θυμός, τότε τι συμβαίνει; Πρώτα απ’όλα, σταματάει η σύγκρουση. 

Κάθε σύγκρουση σταματάει όταν συνειδητοποιείς ότι είσαι αυτό που παρατηρείς. Είμαι ζηλιάρης. Τέλος. Αυτό είναι το γεγονός. Έτσι, σβήνεις εντελώς τη διαφορετική διαδικασία που φέρνει σύγκρουση μέσα σου.

«Και γιατί»; «γιατί φτιάχνουμε μια αφηρημένη ιδέα από ένα γεγονός;». Το γεγονός είναι ότι εγώ είμαι ο θυμός, εγώ είμαι ζηλιάρης, εγώ νιώθω μοναξιά. Γιατί, λοιπόν, κάνουμε απ’ αυτό μια ιδέα, μια αφηρημένη έννοια; Μήπως είναι ευκολότερο να κάνω μια ιδέα από το να αντιμετωπίσω το γεγονός, επειδή μπορώ να παίξω με την ιδέα; Μπορώ να συνεχίσω να είμαι αυτό που βλέπω; Χωρίζω τον εαυτό μου από αυτό που βλέπω και λέω: «Πρέπει να κάνω κάτι γι’ αυτό». Αλλά όταν δεν υπάρχει ιδέα, δεν υπάρχει αφηρημένη έννοια, είμαι υποχρεωμένος να αντιμετωπίσω το γεγονός. Όταν συνειδητοποιείς ότι δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα σ’ εσένα και σ’ αυτό που είσαι, όταν βλέπεις ότι είσαι άθλιος, βίαιος, φθονερός, ότι νιώθεις μοναξιά και λοιπά, έχεις σβήσει εντελώς την αίσθηση της διαίρεσης μέσα σου κι επομένως δεν υπάρχει σύγκρουση. Ξέρετε πώς είναι ο εγκέφαλος, το μυαλό, όταν βρίσκεται σε αδιάκοπη σύγκρουση; Είναι τραυματισμένο, πληγωμένο.



Πιθανόν να έχετε ζήσει πολύ καιρό μέσα στη σύγκρουση, στον πόνο, στη θλίψη, στον φόβο και να λέτε «η σύγκρουση είναι μέρος της ζωής μου» και να συνεχίζετε έτσι. Αλλά δεν έχετε ερευνήσει ποτέ τι κάνει η εσωτερική σύγκρουση στον εγκέφαλο, στον άνθρωπο, στην ψυχή. Όταν κάποιον τον δέρνουν διαρκώς σωματικά, ξέρετε τι του συμβαίνει. Αλλά όταν ο εγκέφαλος βομβαρδίζεται συνέχεια με σύγκρουση, τι του συμβαίνει; Ζαρώνει. Γίνεται πολύ μικρός, περιορισμένος, άσχημος. Αυτό συμβαίνει σε όλους μας. Τότε ένας άνθρωπος με αρκετή νοημοσύνη αναρωτιέται: «Γιατί θα πρέπει να ζήσω μέσα στη σύγκρουση την υπόλοιπη ζωή μου;». Κι έτσι, αρχίζει να ερευνά τι είναι η σύγκρουση. Σύγκρουση πρέπει να υπάρχει όπου υπάρχει διαίρεση, τόσο μέσα μας όσο και εξωτερικά. Και αυτή η διαίρεση είναι βασικά, βαθιά, θεμελιακά, το «εγώ», ο παρατηρητής και εκείνο που παρατηρεί. Όταν, λοιπόν, φτάσεις στο σημείο να συνειδητοποιήσεις ότι ο παρατηρητής είναι το παρατηρούμενο, τότε γίνεται μια εντελώς διαφορετική δραστηριότητα.

Αν μπορούσαμε να δούμε και μόνο για μία μέρα ή για μία ώρα τι είναι η σύγκρουση, γιατί εμείς οι άνθρωποι είμαστε παγιδευμένοι στη σύγκρουση, με όλο τον πόνο, την ανησυχία, τη μοναξιά κι όλα αυτά, τότε – ίσως- να μπορούσαμε να ζήσουμε μια ζωή έχοντας έναν εγκέφαλο που δεν έχει ποτέ τραυματιστεί, δεν έχει καμιά πληγή, δεν έχει περάσει κανένα σοκ, κι έτσι είναι ένας ελεύθερος εγκέφαλος. Και μόνο τότε ίσως ο νους- που είναι αγάπη- να μπορεί να έρθει σε επαφή με τον εγκέφαλο, με το μυαλό.

FRIEDRICH NIETZSCHE: Υπάρχει στον κόσμο ένας και μόνο δρόμος που κανένας άλλος δεν μπορεί να διαβεί εκτός από εσένα. Πού οδηγεί; Μη ρωτάς, ακολούθησέ τον

Ακόμα όμως κι αν το μέλλον δεν μας επέτρεπε να ελπίζουμε σε τίποτε, είναι η αλλόκοτη ύπαρξή μας σ’ αυτό ακριβώς το τώρα που, περισσότερο από κάθε τι άλλο, μας ενθαρρύνει να ζήσουμε σύμφωνα με δικά μας μέτρα και δικούς μας νόμους· εκείνο δηλαδή το ανεξήγητο γεγονός ότι ζούμε ακριβώς σήμερα, μολονότι θα μπορούσαμε να γεννηθούμε οποιαδήποτε άλλη στιγμή μέσα στον άπειρο χρόνο, το γεγονός ότι δεν κατέχουμε τίποτε άλλο παρά ένα βραχύ σήμερα και οφείλουμε εντός αυτού να δείξουμε για ποιον λόγο και σκοπό γεννηθήκαμε τώρα και όχι κάποια άλλη στιγμή.

Πρέπει για την ύπαρξή μας να λογοδοτούμε ενώπιον του ίδιου μας του εαυτού· συνεπώς, θέλουμε να αποτελέσουμε και τους πραγματικούς πηδαλιούχους της ύπαρξης αυτής και να μην επιτρέψουμε να καταστεί τούτη όμοια με τυφλή σύμπτωση. Πρέπει να αντιμετωπίζουμε την ύπαρξή μας κάπως πιο τολμηρά και πιο ριψοκίνδυνα, αφού άλλωστε είναι σίγουρο πως, σε κάθε περίπτωση, εμείς πάντα θα τη χάνουμε.

Γιατί να προσκολλόμαστε σε τούτο το κομμάτι γης, σ’ εκείνο το επάγγελμα; Γιατί να αφουγκραζόμαστε αυτό που λέει ο πλησίον;

Είναι τόσο μικροαστικό να δεσμεύεσαι από απόψεις που μόλις διακόσια μίλια μακριά δεν είναι πια δεσμευτικές. Η Ανατολή και η Δύση είναι γραμμές που κάποιος χάραξε μπροστά στα μάτια μας με κιμωλία για να περιγελάσει τη λιποψυχία μας.

“Θα κάνω μια προσπάθεια να αποκτήσω την ελευθερία μου”, μονολογεί η νεανική ψυχή· και σε τούτο πρόκειται να την εμποδίσει το γεγονός ότι δύο έθνη τυχαίνει να μισούνται και να πολεμούν μεταξύ τους ή το ότι μία θάλασσα χωρίζει δύο ηπείρους ή το ότι γύρω της διδάσκεται μια θρησκεία που όμως πριν μερικές χιλιάδες χρόνια πριν δεν υφίστατο. “Δεν είσαι εσύ όλ’ αυτά”, λέει στον εαυτό της. “Κανένας δεν μπορεί να χτίσει για σένα τη γέφυρα στην οποία πρέπει εσύ ακριβώς να βαδίσεις για να περάσεις πάνω από το ποτάμι της ζωής· κανένας εκτός από σένα και μόνο. Υπάρχουν βέβαια αμέτρητα μονοπάτια και γέφυρες και ημίθεοι που θέλουν να σε μεταφέρουν στην απέναντι όχθη, τούτο όμως μόνο με αντίτιμο εσένα τον ίδιο· τον εαυτό σου θα έβαζες ενέχυρο και θα τον έχανες. “Υπάρχει στον κόσμο ένας και μόνο δρόμος που κανένας άλλος δεν μπορεί να διαβεί εκτός από εσένα. Πού οδηγεί; Μη ρωτάς, ακολούθησέ τον”.

Ποιος ήταν αυτός που είπε τη ρήση: “Ένας άνθρωπος δεν ανεβαίνει ποτέ ψηλότερα απ’ όσο όταν δεν ξέρει που ακόμη μπορεί να οδηγήσει ο δρόμος του”.

Πώς όμως θα ξαναβρούμε τον εαυτό μας; Πώς μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει τον εαυτό του; Αυτός είναι πράγμα σκοτεινό και συγκαλυμμένο· κι αν ο λαγός έχει επτά δέρματα, ο άνθρωπος μπορεί να γδάρει τον εαυτό του επτά επί εβδομήντα φορές και πάλι να μην μπορεί να πει: “Αυτό λοιπόν είσαι πραγματικά, αυτό πλέον δεν έχει περικάλυμμα”.

Επιπλέον, είναι βασανιστικό, επικίνδυνο εγχείρημα το να ανασκάπτει κανείς τον εαυτό του κατά τέτοιον τρόπο και να εκβιάζει την κατάβασή του στα έγκατα της ουσίας του από την πιο κοντινή διαδρομή.

Πόσο εύκολα μπορεί κανείς έτσι να τραυματιστεί τόσο ώστε κανένας γιατρός να μην μπορεί να τον θεραπεύσει! Και πέραν τούτου, γιατί να είναι αναγκαίο κάτι τέτοιο τη στιγμή που όλα αποτελούν μαρτυρίες για την ουσία μας: οι φιλίες και οι έχθρες μας, το βλέμμα και η χειραψία μας και ό,τι ξεχνάμε, τα βιβλία μας και ο γραφικός μας χαρακτήρας;

Για την διεξαγωγή όμως της πλέον σημαντικής ανάκρισης, υπάρχει το εξής μέσο: να στρέψει η νεανική ψυχή το βλέμμα της πίσω και να κοιτάξει τη ζωή της με το ερώτημα: “Τι αγάπησες στ’ αλήθεια μέχρι τώρα, τι εξύψωσε την ψυχή σου, τι την κυρίευσε και συγχρόνως την αγαλλίασε; Βάλε τα λατρευτά αυτά αντικείμενα σε μια σειρά μπροστά σου και τούτα ίσως σου αποκαλύψουν, μέσω της φύσης τους και της σειράς τους, έναν νόμο, τον θεμελιώδη νόμο του αληθινού σου εαυτού. Σύγκρινε τούτα τα αντικείμενα, δες πώς το ένα συμπληρώνει το άλλο, το διευρύνει, το υπερβαίνει, το λαμπρύνει, πώς όλα αυτά μαζί σχηματίζουν μια σκάλα με την οποία εσύ σκαρφάλωνες μέχρι τώρα στον εαυτό σου· διότι η αληθινή ουσία σου δεν βρίσκεται βαθιά κρυμμένη μέσα σου, αλλά σε απροσμέτρητο ύψος πάνω από σένα ή, τουλάχιστον, πάνω απ’ αυτό που συνήθως εκλαμβάνεις ως το Εγώ σου.

“Οι αληθινοί παιδαγωγοί και διαμορφωτές σου σού αποκαλύπτουν ότι το αληθινό πρωταρχικό νόημα και το θεμελιώδες υλικό της ουσίας σου είναι κάτι εντελώς ανεπίδεκτο διαπαιδαγώγησης και διαμόρφωσης και οπωσδήποτε κάτι το δέσμιο, δυσπρόσιτο και παραλυμένο· οι παιδαγωγοί σου δεν μπορούν να είναι παρά μόνον ελευθερωτές σου. Κι αυτό είναι το μυστικό όλης της παιδείας: δεν παρέχει τεχνητά μέλη, κέρινες μύτες, διοπτροφόρα μάτια· απεναντίας, εκείνο που δεν θα κατόρθωνε να προσφέρει παρά μόνο τέτοια χαρίσματα θα ήταν απλώς το κακέκτυπο της διαπαιδαγώγησης. Η παιδεία είναι, αντιθέτως, απελευθέρωση, απομάκρυνση όλων των ζιζανίων, των σωρών από μπάζα, των σκουληκιών που θέλουν να βλάψουν τα τρυφερά βλαστάρια των φυτών, εκπομπή φωτός και θερμότητας, τρυφερό βουητό νυχτερινής βροχής· είναι μίμηση και λατρεία της φύσης εκεί όπου η φύση εμφανίζει μητρική κι ευσπλαχνική διάθεση, είναι τελείωση της φύσης όταν αποτρέπει τις φρικτές και ανελέητες επιθέσεις αυτής και τις μετατρέπει σε κάτι καλό, όταν καλύπτει μ’ ένα πέπλο τις εκδηλώσεις των άστοργων διαθέσεων αυτής και της θλιβερής της αφροσύνης”.

Θα υπάρχουν σίγουρα και άλλα μέσα για να βρει κανείς τον εαυτό του, για να βγει από τον λήθαργο μέσα στον οποίο πλανιέται συνήθως σαν σε θολό σύννεφο και να έλθει στον εαυτό του· εγώ όμως δεν ξέρω κανένα καλύτερο από το να αναλογίζεται κανείς τους παιδαγωγούς και τους διαμορφωτές του.

Ο Αριστοτέλης και το ζήτημα της βασιλείας

Με βάση το ποιοτικό κριτήριο που διαχωρίζει τα ορθά από τα στρεβλά πολιτεύματα (τα ορθά αποσκοπούν στην κοινή ωφέλεια, ενώ τα στρεβλά στην ωφέλεια της κοινωνικής τάξης που υπηρετούν), ο Αριστοτέλης κατατάσσει τη βασιλεία στα ορθά, εφόσον βέβαια ο ένας που ασκεί την εξουσία – ο βασιλιάς – μάχεται για την ευημερία όλων. Αν δεν έχει τέτοιες προθέσεις τότε δεν είναι βασιλιάς αλλά τύραννος κι αυτή είναι και η στρέβλωση της βασιλείας, που καταντά τυραννία, επειδή βέβαια δεν εκπληρώνει το ποιοτικό κριτήριο. Όμως, το γεγονός ότι αναφερόμαστε σε ένα συγκεκριμένο πολίτευμα (μιλάμε πάντα για τη βασιλεία) δε σημαίνει ότι το συναντάμε συνεχώς με την ίδια ξεκάθαρη μορφή που απλώς επαναλαμβάνεται: «Εύκολα βεβαίως διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν περισσότερα του ενός είδη βασιλείας και ότι ο τρόπος άσκησης της εξουσίας δεν είναι ο ίδιος σε όλα».

Το πρώτο είδος βασιλείας που εντοπίζει ο Αριστοτέλης είναι εκείνο της Σπάρτης, όπου ο βασιλιάς είναι πρωτίστως στρατηγός και αποκτά δικαίωμα ζωής και θανάτου στους υπηκόους του μόνο σε περίπτωση απειθαρχίας στον πόλεμο. Πέρα από τη στρατηγία οι βασιλιάδες της Σπάρτης είχαν και όλες τις θρησκευτικές αρμοδιότητες. Επρόκειτο για μία συνταγματικού τύπου βασιλεία περιορισμένων αρμοδιοτήτων: «Άρα η βασιλεία αυτή μοιάζει με το αξίωμα της ισόβιας στρατηγίας με απεριόριστη εξουσία, γιατί οι Σπαρτιάτες βασιλείς δεν έχουν δικαίωμα να θανατώσουν πολίτη παρά μόνο στις εκστρατείες σε περίπτωση δειλίας, όπως ακριβώς και οι αρχαίοι βασιλείς είχαν νόμιμα το δικαίωμα αυτό σε καιρό πολεμικής εκστρατείας». Τα λόγια του Αγαμέμνονα, όπως πηγάζουν από τον Όμηρο το επιβεβαιώνουν: “«και όποιον θα νιώσω να κάθεται μακριά από τη μάχη, πολύ θα του είναι, αν δεν τον φάνε τα σκυλιά και τα όρνια. Γιατί έχω εγώ του θανάτου το δικαίωμα»”. Η τελική διαπίστωση ότι «αυτή η ισόβια στρατηγία είναι ένα είδος βασιλείας» ξεκαθαρίζει ότι η βασιλεία αφορά οποιαδήποτε θέση εξουσίας ασκείται ισοβίως, ασχέτως αν δεν συμπεριλαμβάνει το σύνολο των πολιτειακών εξουσιών. Υπό αυτή την έννοια κάθε ισόβιο αξίωμα αποτελεί μορφή βασιλείας, αφού σε τελική ανάλυση ο βασιλιάς δεν ορίζεται τόσο από το εύρος της ισχύος των αποφάσεών του όσο από τη δυναμική του αμετάκλητου που μπορεί να έχουν οι αποφάσεις αυτές και από τη μονιμότητα της κατοχής κάθε αξιώματος.

Το πρώτο είδος βασιλείας που εντοπίζει ο Αριστοτέλης είναι εκείνο της Σπάρτης, όπου ο βασιλιάς είναι πρωτίστως στρατηγός και αποκτά δικαίωμα ζωής και θανάτου στους υπηκόους του μόνο σε περίπτωση απειθαρχίας στον πόλεμο.

Εντελώς διαφορετικά αντιλαμβάνονται τη βασιλεία στην Ασία: «Η δύναμή τους» (των μοναρχιών εκείνων εννοείται) «πλησιάζει τη δύναμη των τυραννικών καθεστώτων, υπακούν όμως σε νόμους και είναι κληρονομικές, οι βασιλείες αυτές είναι τυραννικές, ο κληρονομικός όμως και συνταγματικός τους χαρακτήρας τις καθιστά ασφαλείς. Για την ίδια αιτία τα σώματα περιφρούρησης δεν έχουν τυραννικό χαρακτήρα αλλά βασιλικό, δηλαδή ένοπλοι πολίτες φρουρούν τους βασιλείς, ενώ τους τυράννους ξένοι μισθοφόροι». Ο διαχωρισμός της βασιλείας, ως ορθό πολίτευμα, και της τυραννίας, ως στρεβλό, διαφαίνεται ακόμη και στον τρόπο περιφρούρησης των αξιωματούχων, αφού η ίδια η φρουρά καταδεικνύει την αποδοχή ή την απόρριψη του μονάρχη από τη λαϊκή βούληση. Σε τελική ανάλυση, το στοιχείο που σε κάθε περίπτωση νομιμοποιεί την εξουσία, ασχέτως αν αυτή χαράσσεται από τη φρόνηση του ενός, είναι η συγκατάθεση των πολλών. Αν αυτό δεν ισχύει τότε δεν μπορούμε να μιλάμε παρά για πολιτική στρέβλωση, που από θέση αρχής καθιστά τα πάντα επικίνδυνα: «οι βασιλείς ασκούν εξουσία συνταγματικά κατοχυρωμένη και αποδεκτή από το λαό, οι τύραννοι όμως εξουσιάζουν χωρίς τη λαϊκή συγκατάθεση, με αποτέλεσμα οι πρώτοι να διαθέτουν φρουρά από πολίτες, ενώ οι δεύτεροι φρουρά εναντίον των πολιτών».

Ανασκαλεύοντας όμως το παρελθόν θα δούμε ότι στους παλιότερους (ο Αριστοτέλης τους αποκαλεί αρχαίους Έλληνες) υπήρξε κι ένα άλλο είδος αρχόντων οι οποίοι ονομάζονταν αισυμνήτες: «Αυτό με απλά λόγια είναι αιρετή τυραννίδα και διαφέρει από τη βαρβαρική βασιλεία όχι ως προς το ότι δεν είναι συνταγματική, αλλά μόνο ως προς το ότι δεν είναι κληρονομική. Από τους αισυμνήτες άλλοι ασκούσαν ισοβίως την εξουσία και άλλοι για ορισμένο χρονικό διάστημα ή μόνο για τη διεκπεραίωση πολιτικών υποθέσεων». Ο Αριστοτέλης προκειμένου να καταστήσει σαφείς τις αισυμνητείες καταφεύγει στην περίπτωση της Μυτιλήνης όπου εκλέχτηκε αισυμνήτης ο Πιττακός. Το γεγονός ότι εκλέχτηκε από το λαό αποτελεί νομιμοποίηση της εξουσίας ασχέτως αν ο Πιττακός κυβέρνησε τυραννικά δίνοντας αμνηστία στους ακραίους ολιγαρχικούς που εκδιώχτηκαν λόγω των βιαιοπραγιών που διέπραξαν. Για τον Πιττακό, που συγκαταλέγεται στους εφτά σοφούς της αρχαιότητας, ο Αριστοτέλης παραθέτει ένα σατιρικό στίχο του Αλκαίου προκειμένου να διαφωτιστεί περαιτέρω η κατάσταση: “«τον παρακατιανό Πιττακό τον έκανε τύραννο στην ήρεμη και βαριόμοιρη πόλη το πλήθος με μια φωνή γεμάτη έπαινο”». Το τελικό συμπέρασμα δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για το τι ήταν οι αισυμνητείες: «Μοιάζουν με τις τυραννίδες, επειδή έχουν δεσποτικό χαρακτήρα, και με τις βασιλείες, επειδή είναι αιρετές και ασκούνται με τη συγκατάθεση των πολιτών».

Το μόνο που μένει είναι η τέταρτη και τελευταία μορφή της βασιλείας, που αφορά την περίοδο των ηρωικών χρόνων και η οποία ήταν και συνταγματική και κληρονομική: «Οι βασιλείς είχαν τη λαϊκή αποδοχή και ήταν κληρονομικοί, επειδή οι πρώτοι πρόγονοί τους ευεργέτησαν το πλήθος στις τέχνες ή στον πόλεμο ή στην πολιτική συνένωση ή στην προσθήκη εδαφών. Έφεραν τα αξιώματα του αρχιστράτηγου στον πόλεμο, του αρχιερέα στις θυσίες, όταν το αξίωμα αυτό δεν αποδιδόταν σε ιερείς, και επιπλέον του δικαστή». Το σίγουρο είναι ότι με το πέρασμα των χρόνων ο θεσμός της βασιλείας περισσότερο φθειρόταν παρά άκμαζε: «Αργότερα όμως, γενικά στις πόλεις οι θυσίες μόνο έμειναν στην αρμοδιότητα των βασιλέων, επειδή πολλά προνόμιά τους τα παραχωρούσαν οι βασιλείς με τη θέλησή τους στο λαό και άλλα οι λαοί τα αποσπούσαν απ’ αυτούς. Όπου ωστόσο διατηρήθηκε βασιλεία άξια του ονόματός της, οι βασιλείς συνέχισαν να έχουν την αρχιστρατηγία στις μακρινές εκστρατείες».

Όμως, όταν ο Αριστοτέλης ολοκληρώνει και συνοψίζει τα τέσσερα είδη της βασιλείας, αμέσως μετά σπεύδει να διευκρινίσει ότι υπάρχει κι ένα πέμπτο που επίσης οφείλει να παρουσιαστεί: «Πέμπτο είδος βασιλείας είναι εκείνο στο οποίο ένας μόνο εξουσιάζει τα πάντα, όπως ακριβώς κάθε έθνος και κάθε πόλη ασκούν εξουσία σε όλες τις δημόσιες υποθέσεις κατά το πρότυπο της διαχείρισης των υποθέσεων του οίκου. Γιατί, όπως ακριβώς η διαχείριση των υποθέσεων του οίκου συνιστά κάποιο είδος βασιλείας του οίκου, έτσι και η βασιλεία είναι μια μορφή διαχείρισης ζητημάτων της πόλης ή του έθνους, ενός ή περισσότερων». Το ζήτημα που ανακύπτει δεν αφορά τόσο την παρουσία αυτού του πέμπτου είδους βασιλείας, ενώ είχε δοθεί η εντύπωση ότι τα είδη είναι τέσσερα, όσο ο παραλληλισμός του με τη διαχείριση των υποθέσεων του οίκου, αφού από την πρώτη σελίδα του πρώτου βιβλίου των Πολιτικών είχε ξεκαθαρίσει: «Δεν έχουν δίκιο λοιπόν όσοι νομίζουν ότι είναι το ίδιο πράγμα ένας πολιτικός, ένας βασιλιάς, ένας οικοδεσπότης και ένας δουλοκτήτης. (Νομίζουν δηλαδή ότι η διαφορά τους έγκειται μόνο στο πλήθος των εξουσιαζόμενων και όχι στο είδος της εξουσίας που ασκεί ο καθένας απ’ αυτούς. Αν δηλαδή κανείς εξουσιάζει λίγους, νομίζουν ότι είναι ένας δουλοκτήτης, αν εξουσιάζει περισσότερους, είναι ένας οικοδεσπότης και αν εξουσιάζει ακόμη πιο πολλούς, είναι ένας πολιτικός ή ένας βασιλιάς, σα να μη διαφέρει σε τίποτε μια μεγάλη οικογένεια από μια μικρή πόλη)».

Το σίγουρο είναι ότι ο Αριστοτέλης στο πρώτο βιβλίο των Πολιτικών του διαχωρίζει τον τρόπο που διαμορφώνονται οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια: «Κι αυτές είναι πρώτον η δεσποτική» (αφορά τις σχέσεις του αφέντη με τους δούλους), «δεύτερον η γαμική» (αφορά τις σχέσεις του άντρα με τη γυναίκα), «και τρίτον η τεκνοποιητική» (αφορά τις σχέσεις με τα παιδιά). Κι αργότερα, όταν θέλει να διευκρινίσει ότι οτιδήποτε αποτελεί μια ολότητα που αποτελείται από πολλά μέρη σύμφωνα με τη φύση κάποια από τα μέρη αυτά άρχονται από τα άλλα για χάρη της διατήρησης της ολότητας, αναφέρει ότι ο τρόπος που άρχει κανείς είναι ανάλογος με το τι ακριβώς άρχει. Για παράδειγμα άλλο να άρχει κανείς ανθρώπους κι άλλο θηρία. Στα θηρία αρμόζει η δεσποτική εξουσία. Στους ανθρώπους όχι. Με τον ίδιο τρόπο: «η ψυχή εξουσιάζει το σώμα κατά τρόπο δεσποτικό, ενώ ο νους εξουσιάζει τις άλογες – ορεκτικές δυνάμεις, όπως ο πολιτικός ή ο βασιλιάς». Ο διαχωρισμός της τυραννικής και της βασιλικής εξουσίας είναι ξεκάθαρος, αφού η ψυχή δεν μπορεί παρά να διατάξει το σώμα (όπως θα διέταζε κανείς ένα θηρίο), ενώ ο νους οφείλει να επιβληθεί στις άλογες δυνάμεις, διαδικασία πιο σύνθετη, που απαιτεί μεγαλύτερες ικανότητες, αφού δεν αφορά μόνο το φόβο ή το αυτονόητο της υποταγής, αλλά και την πειθώ που θα επιφέρει την εθελοντική υπακοή απέναντι σε κάτι καλύτερο. Κι αυτός είναι ο διαχωρισμός της δεσποτικής – τυραννικής εξουσίας από τη βασιλική. Η διαχείριση των υποθέσεων του οίκου συμπεριλαμβάνει και τις δύο μορφές εξουσίας, αφού η δεσποτική αρμόζει στους δούλους, όχι όμως στις γυναίκες και στα παιδιά, που είναι ελεύθεροι άνθρωποι. Προφανώς ο παραλληλισμός του πέμπτου είδους βασιλείας με τη διαχείριση των υποθέσεων του οίκου αναφέρεται ακριβώς στον τρόπο άσκησης της εξουσίας που δεν μπορεί να είναι δεσποτική, αλλά βασιλική κι όχι στην καθαυτό ομοιότητα των δύο καταστάσεων (διαχείριση οίκου, διαχείριση πόλης), αφού αν ίσχυε κάτι τέτοιο θα έπρεπε να υποστηρίξουμε ότι ο Αριστοτέλης φάσκει και αντιφάσκει.

Το σίγουρο είναι ότι από όλες αυτές τις μορφές της βασιλείας η πέμπτη, που αναφέρεται ως παμβασιλεία, κι εκείνη των Σπαρτιατών ορίζονται ως τα δύο άκρα στην ευρύτητα εξουσίας που μπορούν να έχουν όλες οι βασιλείες: «Τα περισσότερα είδη από τα υπόλοιπα είναι ενδιάμεσοι τύποι ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο, γιατί άλλα έχουν μικρότερη εξουσία από την παμβασιλεία, ενώ άλλα έχουν μεγαλύτερη εξουσία από τη σπαρτιατική βασιλεία». Και το ερώτημα που διατυπώνεται ευθέως είναι «αν συμφέρει ένα πρόσωπο να έχει απόλυτη εξουσία σε όλα ή δε συμφέρει», το οποίο σε τελική ανάλυση ισοδυναμεί με το ερώτημα «αν συμφέρει να ασκείται η εξουσία από τον άριστο άντρα ή από τους άριστους νόμους». Ο Αριστοτέλης ξεκινά την αναζήτηση παραθέτοντας τη γνώμη αυτών που υποστηρίζουν τη βασιλεία: «Οι υπερασπιστές της βασιλείας εκκινούν από την άποψη ότι οι νόμοι αποφαίνονται γενικά και όχι συγκεκριμένα και επιτακτικά για τις απρόβλεπτες καταστάσεις, συμπεραίνοντας ότι είναι ηλίθιο οι γραπτοί νόμοι να ρυθμίζουν και να ελέγχουν οποιαδήποτε τέχνη, για την ίδια αιτία δεν είναι άριστο πολίτευμα εκείνο που λειτουργεί μόνο με γραπτές διατάξεις και νόμους, οι άρχοντες έχουν χρέος να διαθέτουν την καθολικότητα του λόγου που έχει ο νόμος. Στο νόμο βέβαια δεν υπάρχει εμπάθεια. το μειονέκτημα αυτό αντισταθμίζεται με το πλεονέκτημα του μονάρχη να σκέφτεται και ν’ αποφασίζει καλύτερα για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση».

Ο λαός, ως κυρίαρχο σώμα για την ορθότητα όλων των επιλογών, δεν πρέπει ποτέ – ως σύνολο – να υστερεί σε ισχύ από οποιονδήποτε μονάρχη. Γιατί τότε είναι πιθανό να χάσει τον έλεγχο. Με άλλα λόγια, η βασιλεία μπορεί να υφίσταται μόνο με την προϋπόθεση ότι και πάλι ο λαός έχει τη μεγαλύτερη ισχύ.

Ο Αριστοτέλης μπροστά σ’ αυτού του είδους τους προβληματισμούς σχετικά με την ανεπάρκεια του νόμου να προβλέψει όλες τις πιθανές περιπτώσεις και το αδιαμφισβήτητο της υπεροχής του ανθρώπου που ξέρει να αποδίδει δικαιοσύνη εφαρμόζοντας τους νόμους και ταυτόχρονα καλύπτοντας όλα τα πιθανά κενά τους, δεν μπορεί παρά να προβεί στη διαπίστωση: «Γίνεται σαφές βέβαια ότι ο μονάρχης επιβάλλεται να είναι και νομοθέτης ο ίδιος και ακόμη να θεσπίζονται νόμοι έγκυροι, έγκυροι όμως όχι για όσα δεν προβλέπουν οι νόμοι, αλλά για όλες τις άλλες περιπτώσεις που προβλέπουν». Ωστόσο, από τη στιγμή που είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο μονάρχης οφείλει να είναι και νομοθέτης εξασφαλίζοντας την πληρότητα στην απονομή του δικαίου, δε μένει παρά να οδηγηθούμε και πάλι στο ίδιο ερώτημα: «Όμως, αν δεν είναι δυνατόν ο νόμος να αποφαίνεται σωστά ή για όλες τις περιπτώσεις, τότε είναι σωστό να εξουσιάζει ο ένας ο άριστος ή όλοι;».

Το ότι φαίνεται να συμμετέχει στον προβληματισμό σχετικά με την ανεπάρκεια του νόμου και την καλύτερη απόδοση δικαίου από τον άρχοντα γίνεται ακριβώς για να φτάσει στο συγκεκριμένο ερώτημα και να καταδείξει για μια ακόμη φορά την υπεροχή της πλειοψηφίας. Γιατί ο Αριστοτέλης θεωρεί το νόμο ύψιστη αρχή της πόλης και θα υποστηρίξει ανεπιφύλακτα ότι ο νόμος είναι αυτός που θα προστατέψει την πόλη από τους δημαγωγούς. Η παρουσίαση της θέσης που θέλει τη βασιλεία προτιμότερη από το νόμο δεν έχει άλλο σκοπό απ’ το να γίνουν αντιληπτά τα αδιέξοδά της. Γιατί και πάλι θα έρθουμε μπροστά στην αθροιστική θεωρία που καθιστά σαφή την υπεροχή των πολλών όταν δράσουν αθροιστικά, ως σύνολο: «η πόλη αποτελείται από πολλούς, και, όπως ακριβώς είναι πλουσιότερο το συμπόσιο που γίνεται με τη συνεισφορά όλων, από αυτό που το αναλαμβάνει μόνο ένας, έτσι και το πλήθος αποφαίνεται καλύτερα για πολλά ζητήματα απ’ ό,τι ο ένας, όποιος κι αν είναι αυτός».

Και σα να μην έφτανε αυτό ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «Ακόμη το πλήθος είναι περισσότερο αδιάφθορο. Όπως το περισσότερο νερό μολύνεται λιγότερο, έτσι και το πλήθος διαφθείρεται λιγότερο συγκριτικά με τους λίγους. Όταν κάποιος κυριεύεται από οργή ή άλλο παρόμοιο πάθος, η κρίση του σίγουρα θολώνει. Όταν όμως είναι πολλοί, είναι δύσκολο να οργιστούν και να σφάλουν όλοι μαζί συγχρόνως». Γι’ αυτό το πλήθος είναι καταδικασμένο να υπερτερεί. Γι’ αυτό η λαϊκή κυριαρχία κρίνεται αναμφισβήτητη. Η ισχύς που οφείλει να διαθέτει ο βασιλιάς προκειμένου να επιβάλλει την εξουσία του πρέπει να είναι ανώτερη απ’ τον καθένα ξεχωριστά – διαφορετικά δε θα μπορούσε να ασκήσει καμιά εξουσία – αλλά ποτέ δεν πρέπει να ξεπερνά την ισχύ που μπορεί να έχει το σύνολο του λαού της πόλης. Γιατί τότε κρίνεται επικίνδυνος. Ο λαός, ως κυρίαρχο σώμα για την ορθότητα όλων των επιλογών, δεν πρέπει ποτέ – ως σύνολο – να υστερεί σε ισχύ από οποιονδήποτε μονάρχη. Γιατί τότε είναι πιθανό να χάσει τον έλεγχο. Με άλλα λόγια, η βασιλεία μπορεί να υφίσταται μόνο με την προϋπόθεση ότι και πάλι ο λαός έχει τη μεγαλύτερη ισχύ.

Ο βασιλιάς, ως φαινομενικά απόλυτος άρχων, οφείλει να γνωρίζει ότι τελικά η λαϊκή κυριαρχία είναι ανίκητη: «Τώρα δεν είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε τη δύναμη που χρειάζεται ο βασιλιάς. Αυτός πρέπει να διαθέτει ισχύ και να είναι τόση η ισχύς αυτή, ώστε να είναι ισχυρότερος από κάθε άτομο χωριστά, ασθενέστερος όμως από το πλήθος. Την αναλογία αυτή ισχύος οι αρχαίοι την τηρούσαν, όταν έδιναν φρουρά σε όποιον καθιστούσαν αισυμνήτη ή τύραννο της πόλης, όπως τον ονόμαζαν. Επίσης όταν ο Διονύσιος ζητούσε φρουρούς, κάποιος συμβούλευε τους Συρακουσίους να του δώσουν τόσους μόνο φρουρούς (ώστε να είναι ισχυρότερος από τον καθένα χωριστά αλλά ασθενέστερος από το πλήθος)».

Αριστοτέλης, Πολιτικά

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ

ΞΕΝ Οικ 1.18–1.23

Ελαττώματα και πάθη που υποδουλώνουν

Στον Οικονομικό παρουσιάζεται ο Σωκράτης να συζητά αρχικά με τον Κριτόβουλο (κεφ.1–6) και στη συνέχεια με τον Ισχόμαχο (κεφ. 7–21) για ζητήματα οικιακής οικονομίας και αγροτικής παραγωγής. Με τον πρώτο συνομιλητή του ο μεγάλος φιλόσοφος επιχείρησε αρχικά να συνεξετάσει τι αποτελεί περιουσία και τι όχι. Συμφώνησαν ότι κάτι γίνεται περιουσία μας, μόνον αν γνωρίζουμε πώς να το χρησιμοποιούμε. Ο Κριτόβουλος αναρωτιέται, λοιπόν, πώς εξηγείται κάποιοι να μην μπορούν να ευδοκιμήσουν, ενώ διαθέτουν και γνώσεις και κεφάλαια. Ο Σωκράτης τότε επισημαίνει ότι ο Κριτόβουλος αναφέρεται σε δούλους, ο συνομιλητής του όμως επιμένει ότι μιλά για ελεύθερους ανθρώπους, προκαλώντας την παρακάτω διευκρίνιση του φιλοσόφου.


[1.18] Καὶ πῶς ἄν, ἔφη ὁ Σωκράτης, δεσπότας οὐκ ἔχοιεν, εἰ
εὐχόμενοι εὐδαιμονεῖν καὶ ποιεῖν βουλόμενοι ἀφ’ ὧν <ἂν>
ἔχοιεν ἀγαθὰ ἔπειτα κωλύονται ποιεῖν ταῦτα ὑπὸ τῶν
ἀρχόντων; Καὶ τίνες δὴ οὗτοί εἰσιν, ἔφη ὁ Κριτόβουλος,
οἳ ἀφανεῖς ὄντες ἄρχουσιν αὐτῶν; [1.19] Ἀλλὰ μὰ Δί’, ἔφη ὁ
Σωκράτης, οὐκ ἀφανεῖς εἰσιν, ἀλλὰ καὶ πάνυ φανεροί. καὶ
ὅτι πονηρότατοί γέ εἰσιν οὐδὲ σὲ λανθάνουσιν, εἴπερ πονηρίαν
γε νομίζεις ἀργίαν τ’ εἶναι καὶ μαλακίαν ψυχῆς καὶ ἀμέλειαν.
[1.20] καὶ ἄλλαι δ’ εἰσὶν ἀπατηλαί τινες δέσποιναι προσποιούμεναι
ἡδοναὶ εἶναι, κυβεῖαί τε καὶ ἀνωφελεῖς ἀνθρώπων ὁμιλίαι,
αἳ προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ αὐτοῖς τοῖς ἐξαπατηθεῖσι κατα-
φανεῖς γίγνονται ὅτι λῦπαι ἄρα ἦσαν ἡδοναῖς περιπεπεμ-
μέναι, αἳ διακωλύουσιν αὐτοὺς ἀπὸ τῶν ὠφελίμων ἔργων
κρατοῦσαι. [1.21] Ἀλλὰ καὶ ἄλλοι, ἔφη, ὦ Σώκρατες, ἐργάζεσθαι
μὲν οὐ κωλύονται ὑπὸ τούτων, ἀλλὰ καὶ πάνυ σφοδρῶς πρὸς
τὸ ἐργάζεσθαι ἔχουσι καὶ μηχανᾶσθαι προσόδους· ὅμως δὲ
καὶ τοὺς οἴκους κατατρίβουσι καὶ ἀμηχανίαις συνέχονται.
[1.22] Δοῦλοι γάρ εἰσι καὶ οὗτοι, ἔφη ὁ Σωκράτης, καὶ πάνυ γε
χαλεπῶν δεσποτῶν, οἱ μὲν λιχνειῶν, οἱ δὲ λαγνειῶν, οἱ δὲ
οἰνοφλυγιῶν, οἱ δὲ φιλοτιμιῶν τινων μώρων καὶ δαπανηρῶν,
ἃ οὕτω χαλεπῶς ἄρχει τῶν ἀνθρώπων ὧν ἂν ἐπικρατήσωσιν,
ὥσθ’ ἕως μὲν ἂν ὁρῶσιν ἡβῶντας αὐτοὺς καὶ δυναμένους
ἐργάζεσθαι, ἀναγκάζουσι φέρειν ἃ ἂν αὐτοὶ ἐργάσωνται καὶ
τελεῖν εἰς τὰς αὑτῶν ἐπιθυμίας, ἐπειδὰν δὲ αὐτοὺς ἀδυνάτους
αἴσθωνται ὄντας ἐργάζεσθαι διὰ τὸ γῆρας, ἀπολείπουσι
τούτους κακῶς γηράσκειν, ἄλλοις δ’ αὖ πειρῶνται δούλοις
χρῆσθαι. [1.23] ἀλλὰ δεῖ, ὦ Κριτόβουλε, πρὸς ταῦτα οὐχ ἧττον
διαμάχεσθαι περὶ τῆς ἐλευθερίας ἢ πρὸς τοὺς σὺν ὅπλοις
πειρωμένους καταδουλοῦσθαι. πολέμιοι μὲν οὖν ἤδη ὅταν
καλοὶ κἀγαθοὶ ὄντες καταδουλώσωνταί τινας, πολλοὺς δὴ
βελτίους ἠνάγκασαν εἶναι σωφρονίσαντες, καὶ ῥᾷον βιοτεύειν
τὸν λοιπὸν χρόνον ἐποίησαν· αἱ δὲ τοιαῦται δέσποιναι αἰκιζό-
μεναι τὰ σώματα τῶν ἀνθρώπων καὶ τὰς ψυχὰς καὶ τοὺς
οἴκους οὔποτε λήγουσιν, ἔστ’ ἂν ἄρχωσιν αὐτῶν.

***
(Σωκρ.) Και πώς μπορεί, είπε ο Σωκράτης, να μην έχουν κυρίους που, ενώ εύχονται να ευτυχούν κι ενώ θέλουν να κάνουν εκείνα απ' τα οποία θα κέρδιζαν αγαθά, εμποδίζονται να τα εκτελέσουν απ' αυτούς, που τους κυριαρχούν;

(Κριτ.) Και ποιοι λοιπόν ειν' αυτοί, που από κρυφά τούς επιβάλλονται; είπε ο Κριτόβουλος.

(Σωκρ.) Μα, για το θεό, δεν είναι κρυφοί, είπε ο Σωκράτης, απεναντίας είναι πάρα πολύ φανεροί. Και τους καταλαβαίνεις πως είναι πάρα πολύ κακοί, αν φυσικά έχεις και συ τη γνώμη πως η πονηρία κι η τεμπελιά είναι και μαλακία ψυχής και νωθρότητα.

Είναι δε κι άλλες μερικές απατηλές κυρίες, που καμώνονται πως είναι ηδονές, παραδείγματος χάρη τα τυχερά παιγνίδια, κι οι κακές συναναστροφές των ανθρώπων, που σαν περάσει ο καιρός και σ' αυτούς τους ίδιους τους ξεγελασμένους φανερώνονται πως ήταν λύπες φυσικά, σκεπασμένες με ηδονές, που τους εμποδίζουν απ' την εκτέλεση ωφελίμων έργων, γιατί τους κυριαρχούν.

(Κριτ.) Μα, Σωκράτη, είναι κι άλλοι, είπε, που όχι μόνο δεν εμποδίζονται, απ' τις κυρίες αυτές, στη δουλειά, μα και όρεξη μεγάλη έχουν να δουλεύουν και να προσπαθούν να βρουν τρόπο να κερδίζουν· κι όμως και τα σπιτικά τους καταστρέφουν και πάντα βρίσκονται σε στενοχώριες οικονομικές.

(Σωκρ.) Σωστά, γιατί κι αυτοί δούλοι είναι, είπε ο Σωκράτης, δούλοι μάλιστα πολύ σκληρών κυρίων, άλλοι δούλοι στη λαιμαργία, άλλοι δούλοι στο σεξουαλισμό τους, άλλοι στο μπεκρουλίκι, κι άλλοι είναι δούλοι, κάτι φιλοδοξιών κουτών και πολυέξοδων, που τόσο σκληρά κυριαρχούν τους ανθρώπους ώστε, ως ότου τους βλέπουν νέους και γερούς για δουλειά, τους επιβάλλονται να σκορπίζουν και να σπαταλούν στα πάθη τους, όσα μπορούσαν να κερδίζουν απ' τη δουλειά τους, σαν τους καταλάβουν όμως πως γίνηκαν ανίκανοι, απ' τα γεράματα να δουλέψουν, τους αφήνουν να περάσουν άσχημα γεράματα και προσπαθούν πάλι να πιάσουν άλλους δούλους.

Και πρέπει, Κριτόβουλε, ν' αγωνίζεται κανείς ενάντια σ' αυτούς τους εχθρούς, για να 'ναι ελεύθερος, όχι λιγώτερο απ' όσο αγωνίζεται ενάντια σ' εκείνους, που προσπαθούν με τα όπλα να τον κάνουν σκλάβο τους. Οι εχθροί αυτοί τουλάχιστο, όσες φορές υποδούλωσαν μερικούς, αν ήταν καλοί, πολλούς, καθώς ξέρουμε, τους σωφρόνισαν και τους ανάγκασαν να 'ναι καλύτεροι και τους έκαμαν να περνούν την υπόλοιπη ζωή τους ανετώτερα. Οι κυρίες όμως αυτές δεν παύουν ποτέ να κακοποιούν τα σώματα των ανθρώπων και τις ψυχές και τα σπιτικά τους, όσο καιρό τούς κυριαρχούν.