Τετάρτη, 10 Απριλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἐκκλησιάζουσαι (1112-1153)

ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
ὢ μακάριος μὲν δῆμος, εὐδαίμων δ᾽ ἐγώ,
αὐτή τέ μοι δέσποινα μακαριωτάτη,
ὑμεῖς θ᾽ ὅσαι παρέστατ᾽ ἐπὶ ταῖσιν θύραις
1115 οἱ γείτονές τε πάντες οἵ τε δημόται,
ἐγώ τε πρὸς τούτοισιν ἡ διάκονος,
ἥτις μεμύρισμαι τὴν κεφαλὴν μυρώμασιν,
ἀγαθοῖσιν, ὦ Ζεῦ. πολὺ δ᾽ ὑπερπέπαικεν αὖ
τούτων ἁπάντων τὰ Θάσι᾽ ἀμφορείδια·
1120 ἐν τῇ κεφαλῇ γὰρ ἐμμένει πολὺν χρόνον,
τὰ δ᾽ ἄλλ᾽ ἀπανθήσαντα πάντ᾽ ἀπέπτατο·
ὥστ᾽ ἐστὶ πολὺ βέλτιστα, πολὺ δῆτ᾽, ὦ θεοί.
κέρασον ἄκρατον· εὐφρανεῖ τὴν νύχθ᾽ ὅλην
ἐκλεγομένας ὅ τι ἂν μάλιστ᾽ ὀσμὴν ἔχῃ.
1125 ἀλλ᾽, ὦ γυναῖκες, φράσατέ μοι τὸν δεσπότην,
τὸν ἄνδρ᾽, ὅπου ᾽στί, τῆς ἐμῆς κεκτημένης.
ΧΟ. αὐτοῦ μένουσ᾽ ἡμῖν γ᾽ ἂν ἐξευρεῖν δοκεῖς.
ΘΕ. μάλισθ᾽· ὁδὶ γὰρ ἐπὶ τὸ δεῖπνον ἔρχεται.
ὦ δέσποτ᾽, ὦ μακάριε καὶ τρισόλβιε.
1130 ΒΛ. ἐγώ; ΘΕ. σὺ μέντοι νὴ Δί᾽, ὥς γ᾽ οὐδεὶς ἀνήρ.
τίς γὰρ γένοιτ᾽ ἂν μᾶλλον ὀλβιώτερος,
ὅστις πολιτῶν πλεῖον ἢ τρισμυρίων
ὄντων τὸ πλῆθος οὐ δεδείπνηκας μόνος;
ΧΟ. εὐδαιμονικόν γ᾽ ἄνθρωπον εἴρηκας σαφῶς.
1135 ΘΕ. ποῖ ποῖ βαδίζεις; ΒΛ. ἐπὶ τὸ δεῖπνον ἔρχομαι.
ΘΕ. νὴ τὴν Ἀφροδίτην, πολύ γ᾽ ἁπάντων ὕστατος.
ὅμως δ᾽ ἐκέλευε συλλαβοῦσάν μ᾽ ἡ γυνὴ
ἄγειν σε καὶ τασδὶ μετὰ σοῦ τὰς μείρακας.
οἶνος δὲ Χῖός ἐστι περιλελειμμένος
1140 καὶ τἄλλ᾽ ἀγαθά. πρὸς ταῦτα μὴ βραδύνετε,
καὶ τῶν θεατῶν εἴ τις εὔνους τυγχάνει,
καὶ τῶν κριτῶν εἰ μή τις ἑτέρωσε βλέπει,
ἴτω μεθ᾽ ἡμῶν· πάντα γὰρ παρέξομεν.
ΒΛ. οὔκουν ἁπᾶσι δῆτα γενναίως ἐρεῖς
1145 καὶ μὴ παραλείψεις μηδέν᾽, ἀλλ᾽ ἐλευθέρως
καλεῖς γέροντα, μειράκιον, παιδίσκον; ὡς
τὸ δεῖπνον αὐτοῖς ἐστ᾽ ἐπεσκευασμένον
ἁπαξάπασιν, — ἢν ἀπίωσιν οἴκαδε.
ἐγὼ δὲ πρὸς τὸ δεῖπνον ἤδη ᾽πείξομαι·
1150 ἔχω δέ τοι καὶ δᾷδα ταυτηνὶ καλῶς.
ΘΕ. τί δῆτα διατρίβεις ἔχων, ἀλλ᾽ οὐκ ἄγεις
τασδὶ λαβών; ἐν ὅσῳ δὲ καταβαίνεις, ἐγὼ
ἐπᾴσομαι μέλος τι μελλοδειπνικόν.

***
(Έρχεται μια υπηρέτρια της Πραξαγόρας μεθυσμένη.)
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Γεια σου, κόσμε, και χώρα ευλογημένη
και συ, κυρά μου, να κατοχρονίσεις·
κι ελόγου σας, που βγήκατε στις πόρτες,
όλοι σας, Αθηνιώτες, χωραΐτες,
κι εγώ η δουλευταρού. Μοσκοβολάνε
τα μαλλιά μου από αρώματ᾽ ακριβά.
Μα πάνου απ᾽ όλα βάζω τα θασιώτικα
κρασοκάνατα, φίσκα. Τ᾽ άρωμά τους
1120 βαστάει καιρό μες στο μυαλό, ενώ τ᾽ άλλα
γρήγορα ξεθυμαίνουν, μά την πίστη μου.
(αποτείνεται στο Χορό των γυναικών)
Μπρε, γυναίκες, γιά πέστε μου πού βρίσκεται
τ᾽ αφεντικό μου, ο αντρούλης της κυράς μου;
ΧΟΡ. Κάτσε αυτού κι όπου να ᾽ναι θα φανεί.
(Μπαίνει ο Βλέπυρος)
ΥΠΗ. Καλά λέτε και νά τον! Πάει για δείπνο...
(στο Βλέπυρο)
Αφέντη μου καλότυχε, όλ᾽ η Αθήνα
1130 σε ζηλεύει... ΒΛΕ. Εμένα λες; ΥΠΗ. Εσένα!
Ποιός άλλος, μά το Δία, πιο ζηλεμένος;
Τριάντα χιλιάδες κόσμος ως τα τώρα
ντερλικώσαν και συ μπουκιά δεν έβαλες.
ΧΟΡ. Πολύ σωστά, είσαι ο μόνος νηστικός.
ΥΠΗ. (στο Βλέπυρο)
Για πού το ᾽βαλες, κύριε; ΒΛΕ. Για το δείπνο.
ΥΠΗ. Ναι μά την Αφροδίτη, ο τελευταίος!
Μα η κυρά μου με διέταξε όπου σέ ᾽βρω
να σε πάρω και να σε πάω στο σπίτι
με τούτα εδώ τα κοριτσόπουλα. Άιντε!
Περίσσεψε πολύ μοσχούδι χιώτικο,
1140 φαγιά και λιχουδιές. Λοιπόν τρεχάλα
κι όσοι θεατές μάς αγαπούνε κι όσοι
κριτάδες βλέπουν ίσα κι όχι αλλού,
πάρ᾽ τους όλους μαζί σου, για όλους έχουμε.
ΒΛΕ. Να τους φωνάξεις όλους χουβαρντάδικα,
μην αφήνεις κανένα. Με το ελεύθερο
γερόντους, παλικάρια και παιδόπουλα:
στρωμένο το τραπέζι για ολουνούς...
αν έρθουνε, στο σπίτι μας να φάνε!
Τρέχω κι εγώ για μάσα μ᾽ αναμμένη
1150 στα χέρια μου τη δάδα που κουνώ.
ΥΠΗ. Άι, μη χασομεράς. Πάρ᾽ τις κοπέλες
και τράβα. Κι όσο θα κατηφορίζεις
από δω για την πόλη, εγώ για σένα
θα σιγοτραγουδάω σκοπό της τάβλας.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, Ελικών, Ενιπέας, Ερασίνος, Φρίξος, Χείμαρρος

Ελικών

Ποταμός στον οποίο οι Μαινάδες προσπάθησαν να καθαριστούν από το αίμα του Ορφέα, αφού τον σκότωσαν στο Δίον. Ο ποτάμιος θεός, αρνούμενος να τις εξαγνίσει, εξαφανίστηκε κάτω από το έδαφος και βγαίνει στην επιφάνεια πιο μακριά με το όνομα Βαφύρας.
 
Ενιπέας (Θεσσαλία ή Πελοπόννησος, Ηλεία )
 
Σύμφωνα με τον μύθο, η Τυρώ, η κόρη του Σαλμωνέα και της Αλκιδίκης, ερωτεύτηκε βαθιά τον θεό ποταμό Ενιπέα. Συχνά κατέβαινε στις όχθες του και θρηνούσε πάνω απ' τα νερά του, γιατί ο έρωτάς της ήταν χωρίς ανταπόδοση. Όμως ο έρωτάς της ξύπνησε τον πόθο και τη ζήλια του Ποσειδώνα που πήρε τη μορφή του Ενιπέα και κοιμήθηκε μαζί της. Από την ένωση προέκυψαν δύο παιδιά, ο Νηλέας και ο Πελίας, που η άγαμη μητέρα εγκατέλειψε μετά τη γέννα μέσα στη σκάφη της μπουγάδας στις όχθες του ποταμού. Εκεί τα άκουσε ένας βοσκός που πήγε να ποτίσει τα ζώα του, τα πήρε και τα μεγάλωσε με τη γυναίκα του.
 
Παλαιότερη παράδοση ήθελε πατέρα των παιδιών τον Ενιπέα. Όταν όμως στην εξέλιξη του μύθου τη θέση του πήρε ο Ποσειδώνας, μετατράπηκε σε άνδρα που αγαπιέται αλλά δεν αγαπάει. Εξάλλου, συχνή είναι στη μυθολογία δύο πατεράδων, ενός αθάνατου και ενός θνητού. Ο Λουκιανός αξιοποίησε το θέμα των δύο αντιζήλων σε έναν από τους διαλόγους* του.
 
Ασαφές, επίσης, παραμένει ποιος ποταμός Ενιπέας εννοείται: ο μεγάλος παραπόταμος του ποταμού Πηνειού στη Θεσσαλία (σημερινός Τσαναρλής) ή ο μικρός παραπόταμος του Αλφειού, δυτικά της Ολυμπίας; (Στρ. 8, 3, 32, σήμερα Λεστενίτσα) Η σύγχυση προέκυψε προφανώς και από το γεγονός ότι ο πατέρας της Τυρώς, ο Σαλμωνέας στην αρχή κατοικούσε στην περιοχή της Θεσσαλίας, αλλά αργότερα ήρθε στην Ήλιδα, όπου ίδρυσε την πόλη Σαλμώνη.
 
Ερασίνος, Φρίξος, Χείμαρρος (Πελοπόννησος, Αργολίδα)
 
Ποταμοί στην Αργολίδα. Ο πρώτος ενώνεται με τον δεύτερο προτού χυθούν στη θάλασσα ανάμεσα στο Τημένιο και τη Λέρνα. Κοντά στον τρίτο ποταμό «λένε ότι έγινε η κάθοδος του Πλούτωνα στο υποχθόνιο βασίλειό του μετά την αρπαγή της Κόρης της Δήμητρας» (Παυσ. 2.36.6-7).
 
Σημείωση: Εκτός από τον Ερασίνο της Αργολίδας υπάρχει και ο Ερασίνος της Βραυρώνας στα Αττικά Μεσόγεια. Εκεί υπήρχε στην αρχαιότητα ένα από τα λαμπρότερα ιερά της Αρτέμιδος Βραυρωνείας. Ο Ερασίνος της Βραυρώνας έρρεε στην αρχαιότητα πλάι στο ιερό, σε μια εύφορη κοιλάδα που σχημάτιζε έλος.
--------------------
*Διάλογος Ποσειδώνα - Ενιπέα για την Τυρώ
ΕΝΙΠ. Δεν έκαμες καλά, Ποσειδών· πρέπει να πούμε την αλήθειαν. Ομοιωθείς προς εμέ προσήλθες λαθραίως και διεκόρευσες την ερωμένην μου. αυτή δε νομίζουσα ότι ήμην εγώ σε ηνέχθη.
ΠΟΣ. Το σφάλμα είνε 'δικό σου, Ενιπεύ, διότι εφάνης περιφρονητικός και διστακτικός προς ωραίαν κόρην, η οποία σε επεσκέπτετο καθ' εκάστην και ήτο τρελλή από έρωτα. Την επεριφρόνεις και ετέρπεσο να της προξενής λύπην, ενώ αυτή περιεφέρετο εις τα όχθας σου και εισήρχετο και ελούετο ενίοτε επιθυμούσα τους εναγκαλισμούς σου. συ δε της έκανες νάζια.
ΕΝΙΠ. Και δι' αυτό έπρεπε συ να υποκλέψης τον έρωτα και να πλαστοπροσωπήσης τον Ενιπέα και να γελάσης την Τυρώ, μίαν αφελή κόρην;
ΠΟΣ. Η ζηλοτυπία σου έρχεται αργά, ω Ενιπεύ, ενώ πριν έκαμνες τον υπερήφανον· η δε Τυρώ δεν έπαθε τίποτε κακόν αφού νομίζει ότι συνευρέθη μετά σου.
ΕΝΙΠ. Όχι, διότι όταν έφευγες της είπες ότι είσαι ο Ποσειδών και αυτό την κατελύπησε· εγώ δε ηδικήθην κατά τούτο, ότι απήλαυσες έρωτα ανήκοντα εις εμέ και περιβληθείς πορφυρούν κύμα, το οποίον σας έκρυψεν ομού, συνευρέθης με την κόρην αντ' εμού.
ΠΟΣ. Αφού συ δεν ήθελες, ω Ενιπεύ;
(Λουκ., Ενάλιοι Διάλογοι 13)

Ο Αριστοτέλης, η ηθική αρετή και η ανεπάρκεια της θεωρίας

Ο Αριστοτέλης ολοκληρώνοντας το δέκατο (και τελευταίο) βιβλίο από τα «Ηθικά Νικομάχεια» καταλήγει στη διερεύνηση: «Μάλλον πρέπει να θεωρήσουμε σωστό αυτό που λέγεται, ότι στην περιοχή των πράξεων το πραγματικό τέλος δεν είναι η λεπτομερής θεωρητική ανάλυση και γνώση, αλλά πολύ περισσότερο η πραγματοποίησή τους – άρα και για την αρετή δεν είναι αρκετό το να ξέρουμε τι είναι, αλλά πρέπει να προσπαθούμε να την αποκτήσουμε και να την ασκούμε, ή, τελοσπάντων, να χρησιμοποιούμε όποιον άλλο τρόπο υπάρχει προκειμένου να γίνουμε ενάρετοι άνθρωποι» (1179b 9, 1-5).

Με άλλα λόγια, η θεωρία των φιλοσοφικών αναζητήσεων είναι οπωσδήποτε ωφέλιμη προκειμένου να γίνει κατανοητή η γνώση και η αξία της αρετής, αλλά σαφώς δεν αποτελεί εγγύηση και για την απόκτησή της: «Αν λοιπόν οι θεωρητικοί λόγοι ήταν από μόνοι τους αρκετοί για να κάνουν ενάρετους ανθρώπους, δικαιολογημένα θα κέρδιζαν πολλές και μεγάλες αμοιβές, και οι άνθρωποι θα έπρεπε οπωσδήποτε να τους εξασφαλίζουν. Η αλήθεια όμως είναι ότι οι λόγοι αυτοί μπορεί να έχουν τη δύναμη να προτρέψουν και να παρακινήσουν νέους ανθρώπους που έχουν ελευθέριο πνεύμα· μπορεί να έχουν τη δύναμη να κάνουν έναν ευγενή χαρακτήρα που είναι αληθινά ερωτευμένος με την ομορφιά να αλωθεί από την αρετή, είναι, πάντως φανερό ότι δεν έχουν τη δύναμη να προτρέψουν στην ομορφιά και στην αρετή τα μεγάλα πλήθη των ανθρώπων» (1179b 9, 5-13).

Κι εδώ επέρχεται ο ρόλος του νόμου: «γιατί οι άνθρωποι αυτοί» (εννοείται το μεγάλο πλήθος των ανθρώπων) «είναι καμωμένοι από τη φύση να υποτάσσονται όχι στην αιδώ και στην τιμή, αλλά στο φόβο, και να μένουν μακριά από τα τιποτένια πράγματα όχι γιατί αυτά φέρνουν ντροπή, αλλά γιατί επισύρουν τιμωρίες· ζώντας κατά τις επιταγές του πάθους κυνηγούν τις ηδονές που ταιριάζουν στη φύση τους και τα μέσα με τα οποία θα τις εξασφαλίσουν, και αποφεύγουν τις αντίθετες λύπες· δεν έχουν ιδέα τι είναι το ωραίο και τι το αληθινά ευχάριστο, μια και αυτά δεν τα γεύτηκαν ποτέ. Τέτοιας λογής λοιπόν ανθρώπους ποιοι θεωρητικοί λόγοι θα μπορούσαν να τους αλλάξουν και να τους διορθώσουν;» (1179b 9, 13-20).

Ο νόμος παρουσιάζεται ως το απαραίτητο συμπλήρωμα της ηθικής διδασκαλίας κι απευθύνεται πρωτίστως στους ανθρώπους που δεν την κατέχουν. Το δεδομένο της συνύπαρξης, που είναι αδύνατη χωρίς κανόνες, επιβάλλει την τήρηση της αρετής είτε οι πολίτες αισθάνονται την ανάγκη της είτε όχι. Όποιος δεν το αντιλαμβάνεται αυτό ως εσωτερική πληρότητα που θα τον οδηγήσει στην ευτυχία, θα αναγκαστεί να το εφαρμόσει από φόβο προς τις ποινές.

Θα έλεγε κανείς ότι μια πόλη που αποτελείται από πολίτες, οι οποίοι κατέχουν την ηθική αρετή κι αντλούν χαρά από την πραγμάτωσή της δε θα χρειαζότανε και νόμους. Η ποιότητα των ανθρώπων θα τους καθιστούσε περιττούς. Κάτι τέτοιο όμως είναι αδύνατο. Τα μεγάλα πλήθη των ανθρώπων είναι από τη φύση τους υποταγμένα στις κατώτερες ηδονές που απαξιώνουν το πραγματικά ωραίο. Ο νόμος οφείλει να τα συγκρατήσει. Από αυτή την άποψη, η ύπαρξη των νόμων και η πρόβλεψη των ποινών για τα παραπτώματα που θα υπονομεύσουν τη συνύπαρξη είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της άγνοιας των περισσοτέρων σε σχέση με την ανείπωτη (θεϊκή) υπόσταση της ευτυχίας που έρχεται μέσα από την πραγμάτωση της αρετής και τη μακαριότητα των πνευματικών ενασχολήσεων.

Η αντίληψη ότι οι πολλοί καθηλώνονται στις τιποτένιες πράξεις αδυνατώντας να συλλάβουν το μεγαλείο της ανθρώπινης ολοκλήρωσης λόγω της φύσης τους, που προφανώς είναι κατώτερη, δεν αποτελεί έκπληξη. Ο Αριστοτέλης αποδέχεται τη φύση ως καθοριστικό παράγοντα της διαμόρφωσης του ανθρώπου. Αυτός είναι ο λόγος που στα «Πολιτικά» υποστηρίζει ότι οι δούλοι είναι από τη φύση τους πλασμένοι έτσι. Γι’ αυτό και η άποψη ότι οι θεωρητικοί λόγοι της ηθικής φιλοσοφίας αφορούν τους «νέους ανθρώπους που έχουν ελευθέριο πνεύμα» (1179b 9, 8-9).

Όμως, δεν είναι μόνο η φύση που καθορίζει τον άνθρωπο: «Αυτό που μας κάνει να γίνουμε ενάρετοι άνθρωποι κάποιοι νομίζουν ότι είναι η φύση, κάποιοι άλλοι ότι είναι ο εθισμός και κάποιοι τρίτοι ότι είναι η διδαχή. Το στοιχείο “φύση” είναι φανερό ότι είναι κάτι που δεν εξαρτάται από μας, αλλά υπάρχει στους αληθινά ευνοημένους από την τύχη ανθρώπους. Ο θεωρητικός, πάλι, διδακτικός λόγος φοβούμαι ότι δεν έχει τη δύναμη να επιδρά σε όλους, αλλά ότι η ψυχή του “μαθητή” πρέπει πρώτα να καλλιεργηθεί μέσω του εθισμού ώστε να αισθάνεται τη χαρά και τη λύπη με τον τρόπο που πρέπει – ακριβώς όπως το χωράφι που θα θρέψει το σπόρο. Γιατί δεν πρόκειται, θαρρώ, να ακούσει τον αποτρεπτικό λόγο, ούτε και να τον καταλάβει, ο άνθρωπος που ζει κατά τις επιταγές του πάθους. Τον άνθρωπο που βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση πώς να τον πείσεις να αλλάξει;» (1179b 9, 25-34).

Το ότι η φύση δεν εξαρτάται από τον άνθρωπο δε σημαίνει και την απαλλαγή των ευθυνών του, αν παραβαίνει τους κανόνες της αρετής και (πολύ περισσότερο) του νόμου. Έχει ήδη ξεκαθαριστεί (από το πρώτο βιβλίο) ότι η αρετή δεν είναι έμφυτη αλλά σύμφυτη, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος μπορεί να την αποκτήσει με τον εθισμό και τη σωστή παιδεία. Οι αληθινά ευνοούμενοι από τη φύση είναι εκείνοι που μπορούν να απολαύσουν τις πνευματικές ηδονές και να φτάσουν στο (αξεπέραστο) ύψος της μακαριότητας, που πηγάζει από την πνευματικότητα που συνδυάζεται με την ηθική αρετή. Οι υπόλοιποι οφείλουν να γνωρίζουν τις επιταγές του νόμου και να τις ακολουθούν, αφού αλλιώς θα βρεθούν υπόλογοι αντιμετωπίζοντας ποινές.

Αυτός είναι και ο λόγος που στη διαμόρφωση του ανθρώπου (πέρα από τη φύση) προστίθενται ο εθισμός και η διδασκαλία. Από αυτά όμως, ο εθισμός φαίνεται ότι έχει τον πρώτο λόγο. Οι συνήθειες που αποκτά κανείς από την πιο παιδική ηλικία είναι το θεμέλιο της προσωπικότητάς του και λειτουργεί τόσο καθοριστικά που τείνει στο αξεπέραστο. Η διδασκαλία εμφανίζεται απολύτως εξαρτημένη από την ποιότητα του εθισμού, ή, για να ειπωθεί διαφορετικά, χωρίς την προϋπόθεση του ποιοτικού εθισμού η διδασκαλία ματαιώνεται.

Εκείνος που έχει συνηθίσει να απολαμβάνει τις ευτελείς πράξεις είναι δύσκολο (έως αδύνατο) να αλλάξει προσανατολισμό. Αυτό που μένει είναι η επιβολή του νόμου, ώστε να μην προβαίνει σε άδικες πράξεις. Η ευτέλεια των επιλογών του πρέπει να περιοριστεί στη διαμόρφωση της προσωπικής του ευτυχίας – που επίσης είναι καταδικασμένη στο ευτελές. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εμποδίζει την ευτυχία των άλλων. Ο νόμος λειτουργεί περισσότερο ως διαπαιδαγώγηση που αφορά τη συμβίωση κι όχι την αναζήτηση της βαθύτερης ευτυχίας. Αυτό είναι θέμα προσωπικό και (προφανώς) αφορά τις καλύτερες φύσεις.

Από την άλλη, ο εθισμός παρουσιάζεται αλληλένδετος με το νόμο, αφού (εν τέλει) ο νόμος θα επιφέρει τον εθισμό: «… είναι δύσκολο να πάρει κανείς από τα πρώτα νεανικά του χρόνια σωστή αγωγή προς την κατεύθυνση της αρετής, αν δεν ανατραφεί κάτω από ανάλογους νόμους· γιατί για τους περισσότερους ανθρώπους, ιδίως όταν είναι νέοι, δεν είναι ευχάριστο να ζουν τη ζωή τους με σωφροσύνη και καρτερία. Γι’ αυτό και πρέπει να ορίζονται με νόμους η ανατροφή και οι ασχολίες των νέων: στην πραγματικότητα, τα πράγματα αυτά δε θα τους είναι πια δυσάρεστα, όταν θα τους έχουν γίνει μια καθημερινή συνήθεια. Όμως δεν είναι ασφαλώς αρκετό να έχουν μια σωστή ανατροφή και φροντίδα μόνο όταν είναι νέοι· τα πράγματα αυτά πρέπει να τα κάνουν –και να αποκτούν τις σχετικές συνήθειες– και όταν ανδρωθούν· χρειαζόμαστε γι’ αυτό νόμους και γι’ αυτά, και γενικά για ολόκληρη τη ζωή» (1179b 9, 37-41 και 1180a 9, 1-5).

Η παρουσία του νόμου δρα καταλυτικά στη διαμόρφωση των πολιτών σύμφωνα με τους κανόνες της αρετής. Η αποδοχή του νόμου ισοδυναμεί με εξασφάλιση της συνύπαρξης, αφού συνύπαρξη χωρίς κανόνες είναι αδύνατο να επιτευχθεί. Γι’ αυτό ο νόμος πρέπει να επιδρά στην προσωπικότητα από την πιο μικρή ηλικία και μάλιστα με τρόπο καθοριστικό κι αμετάκλητο. Γιατί διαφορετικά κινδυνεύει η αρμονία της πόλης.

Το δεδομένο ότι οι καλύτερες φύσεις είναι λίγες κι ότι η συντριπτική πλειοψηφία αδυνατεί να κατανοήσει τις διδασκαλίες της ηθικής φιλοσοφίας προκειμένου να φτάσει στην ύψιστη ευτυχία καθιστά την παρουσία του νόμου ακόμη πιο επιτακτική, αφού πρέπει να δράσει αποτρεπτικά για τους περισσότερους. Η απειλή της ποινής παρουσιάζεται ως θεμέλιο της συνοχής, καθώς το πλήθος των ανθρώπων είναι αδύνατο να κατανοήσει τα αυτονόητα: «Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι υποτάσσονται πιο πολύ στην πίεση και στον εξαναγκασμό παρά στο λόγο, πιο πολύ στις τιμωρίες παρά στο ωραίο και το καλό» (1180a 9, 5-6).

Κι όχι μόνο αυτό: «πρέπει να ορίζουν ποινές και τιμωρίες για τους ανυπάκουους και για τους κατώτερης φύσης ανθρώπους· γι’ αυτούς, τέλος, που δε διορθώνονται με τίποτε πρέπει να προβλέπουν παντοτινή εξορία» (1180a 9, 9-12).

Για να συμπληρώσει: «… ο σωστός και ενάρετος άνθρωπος, αυτός που ζει προσηλωμένος στο ωραίο και στο καλό, θα πειθαρχήσει στο λόγο, ενώ το κατώτερης ποιότητας άτομο, αυτός που κυνηγάει μόνο την ηδονή, διορθώνεται με τιμωρία που προκαλεί λύπη – όπως ακριβώς τα υποζύγια» (1180a 9, 12-14).

Η εμμονή του Αριστοτέλη στο νόμο που λειτουργεί εκφοβιστικά και ο υποτιμητικός τρόπος που παρουσιάζονται οι περισσότεροι ως ανίκανοι να καταλάβουν το βάθος της ηθικής αρετής φαίνεται να υπονομεύει τις αρχές της ελευθερίας, αφού δίνεται η εντύπωση ότι, αν οι άνθρωποι αφεθούν (πλήρως) ελεύθεροι, θα καταπατήσουν κάθε έννοια αρετής καθοδηγούμενοι από το ζωώδες των κατώτερων ηδονών. Όμως, μια τέτοια συμπεριφορά θα λειτουργούσε διασπαστικά για την πόλη, καθώς υπό αυτές τις συνθήκες δε νοείται συνύπαρξη.

Μια τέτοια προοπτική έρχεται σε αντίθεση με την πάγια θέση του Αριστοτέλη ότι η πόλη ήρθε εκ φύσεως, αφού ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως δέσμιος των αντιφατικών επιταγών της φύσης, που από τη μια τον κάνει κατώτερο των ηθικών αρετών κι από την άλλη του επιβάλλει την υιοθέτησή τους προκειμένου να συνυπάρξει. Αν οι περισσότεροι κρίνονται ανάξιοι της αρετής και χρειάζονται την απειλή του νόμου για να υποταχθούν, τότε και η πόλη παρουσιάζεται σαν κάτι επίπλαστο, κάτι που αντιβαίνει τις ανθρώπινες ορμές που πρέπει να καταπιεστούν για την επίτευξή της. Από αυτή την άποψη, ο νόμος δε λειτουργεί απελευθερωτικά, αλλά μάλλον υποδουλώνει στο όνομα ενός υψηλότερου στόχου, ο οποίος τίθεται ως κάτι απαρέγκλιτο.

Θα έλεγε κανείς ότι περισσότερο δικαιώνονται οι σοφιστές που υποστήριζαν ότι η πόλη γεννήθηκε από ανάγκη (αλλιώς ο άνθρωπος θα κατασπαρασσόταν από τα θηρία) και λειτουργεί σε αντίθεση με την ανθρώπινη φύση, η οποία πρέπει να υποταχθεί στους νόμους παρά τη θέλησή της – άποψη την οποία ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» αντιπαρήλθε υποστηρίζοντας την εκ φύσεως δημιουργία της πόλης. Η υποτίμηση των πολλών ως κάτι ανάξιο προς την ηθική αρετή παραπέμπει σ’ ένα δεσποτικό κράτος που οφείλει διαρκώς να τους εκφοβίζει.

Η εικόνα του πλήθους που δίνεται στα «Πολιτικά» ως ανώτατης αρχής της πόλης, η οποία είναι σε θέση να πάρει τις καλύτερες αποφάσεις ξεπερνώντας ακόμη και τους άριστους (άριστες φύσεις), δεν έχει καμία σχέση με την εικόνα που δίνεται στο σημείο αυτό. Η αρχή της πλειοψηφίας που τέθηκε αδιαπραγμάτευτα στα «Πολιτικά» φαίνεται να υπονομεύεται δίνοντας χώρο σε μια απολυταρχική αντίληψη που επιβάλλει τον νομοθέτη-φόβητρο, όπως αρμόζει σε ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Ως πρότυπο ο Αριστοτέλης παρουσιάζει την ολιγαρχική Σπάρτη: «Φαίνεται, ωστόσο, ότι μόνο στην πόλη των Λακεδαιμονίων και σε κάτι λίγες ακόμη πόλεις ο νομοθέτης έλαβε πρόνοια για τα θέματα της ανατροφής και των ασχολιών των ανθρώπων· στις περισσότερες πόλεις τα θέματα αυτά είναι τελείως παραμελημένα, και ο καθένας ζει όπως του αρέσει» (1180a 9, 29-33).

Το ότι «ο καθένας ζει όπως του αρέσει» φαίνεται να τον ενοχλεί. Κι όχι μόνο αυτό: «Το καλύτερο λοιπόν είναι να υπάρχει μια δημόσια και ορθολογική για τα θέματα αυτά φροντίδα· αφού όμως η δημόσια φροντίδα έχει τελείως παραμεληθεί, θα φαινόταν σωστό να βοηθήσει ξεχωριστά ο καθένας τα παιδιά του και τους φίλους του να αποκτήσουν την αρετή: να έχει τη δύναμη, ή τουλάχιστο τη θέληση, να το κάνει. Από όσα όμως έχουμε πει προηγουμένως φαίνεται ότι αυτό θα μπορούσε να το κάνει, αν αποκτούσε τη γνώση και την ικανότητα να νομοθετεί» (1180a 9, 34-40).

Το γεγονός ότι ο γονιός πρέπει να είναι νομοθέτης για τα παιδιά του (ο Αριστοτέλης θεωρεί αυτονόητο ότι αυτή είναι δουλειά του πατέρα), θέτοντας τα όρια της ορθής συμπεριφοράς, αποτελεί και σημερινή πεποίθηση. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι το παιδί χρειάζεται κανόνες για να κατευθυνθεί προς την αρετή. Το ζήτημα είναι ότι για τον Αριστοτέλη ο νομοθέτης πρέπει να είναι άνθρωπος με μεγάλη εμπειρία, αφού αλλιώς δε θα μπορέσει να ανταπεξέλθει στο έργο του. Όπως ο γιατρός πρέπει να είναι κάποιος ειδικός με βαθειά πείρα στις ασθένειες, έτσι και ο νομοθέτης πρέπει να προέρχεται από το χώρο της πολιτικής, ώστε να γνωρίζει καλά τις ανάγκες της πόλης και τον τρόπο που θα καλυφθούν.

Η προτροπή κάθε γονιού να γίνει νομοθέτης σε συνδυασμό με την απαξιωτική εικόνα του μέσου ανθρώπου, ο οποίος θέλει φόβο για να πειθαρχήσει, καθιστά σαφές ότι εδώ δεν πρόκειται για προτροπή προς τους γονείς, αλλά για καταγγελία της κρατικής ανεπάρκειας, που δε θεσπίζει συγκεκριμένους νόμους για την ανατροφή των παιδιών (όπως στη Σπάρτη) αφήνοντας ελεύθερο κάθε ανάξιο να παριστάνει το νομοθέτη για το παιδί του. Οι γονείς κρίνονται προφανώς ακατάλληλοι να ορίσουν τις αξίες που πρέπει να δώσουν στα παιδιά τους, καθιστώντας απαραίτητη την κρατική παρέμβαση.

Η αριστοτελική αντίληψη της υπευθυνότητας και του κύρους των πολιτών, που τους καθιστά ικανούς κριτές των δραματικών αγώνων χωρίς τη βοήθεια των ειδικών επαϊόντων (άποψη που εξόργιζε τον Πλάτωνα), όπως χαράζεται στα «Πολιτικά», φαίνεται να υπονομεύεται πλήρως παρουσιάζοντας ανθρώπους που δεν είναι ικανοί ούτε να αναθρέψουν τα παιδιά τους. Η αντιφατικότητα αυτή έχει επιφέρει και τη διχογνωμία των μελετητών, καθώς άλλοι τον παρουσιάζουν με δημοκρατικές κι άλλοι με ολιγαρχικές αντιλήψεις. Για πολλούς η παρέμβαση του νομοθέτη στο πώς θα αναθρέψει κανείς τα παιδιά του δεν μπορεί παρά να σηματοδοτεί το ανελεύθερο.

Το βέβαιο είναι ότι ο Αριστοτέλης έχει προτείνει και στα «Πολιτικά» τη Σπάρτη ως παράδειγμα προς μίμηση σε σχέση με την οργάνωση και το δημόσιο–ενιαίο χαρακτήρα της παιδείας. Από τη στιγμή που η παιδεία τίθεται ως κύριος μηχανισμός στη διάπλαση των νέων δεν μπορεί παρά να είναι θέμα πολιτικό, δηλαδή να άπτεται νομοθετικής ρύθμισης για τη λειτουργία της απευθυνόμενη σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες – άποψη που εν πολλοίς κυριαρχεί και σήμερα.

Ο Αριστοτέλης είχε προτείνει το εκπαιδευτικό σύστημα της Σπάρτης όχι για το στρατοκρατικό χαρακτήρα του, αλλά για τον τρόπο που λειτουργούσε. Η πρότασή του στους Αθηναίους δεν αφορούσε την προτροπή προς τις στρατιωτικές ασχολίες, αλλά τη λογική της καθιέρωσης ενός εκπαιδευτικού συστήματος που θα είναι ίδιο για όλους και που (φυσικά) το περιεχόμενό του θα διαμορφωνόταν από εκείνα τα μαθήματα που θα έκριναν οι Αθηναίοι ως κατάλληλα για τα παιδιά τους. Εξάλλου, η εμμονή προς τη στρατιωτική εκπαίδευση (όπως και κάθε εμμονή) δε θα μπορούσε να βρει σύμφωνο το μεγάλο δάσκαλο της μεσότητας.

Το ενιαίο της εκπαίδευσης σηματοδοτεί το πλαίσιο της λειτουργίας της πόλης ως συνθήκη συμβιωτική, η οποία οριοθετείται από τα κοινά ιδανικά που θα διαπλάσουν τους νέους. Η ίδια οπτική φαίνεται να επαναλαμβάνεται και στο ζήτημα της ανατροφής των παιδιών, αφού η ανατροφή και η διαπαιδαγώγηση είναι έννοιες σχεδόν αξεδιάλυτα συνυφασμένες. Η παρέμβαση του νομοθέτη, με τη σημασία του πεπειραμένου ειδικού, δεν αφορά το ανελεύθερο του γονιού να μεγαλώσει το παιδί του, αλλά την ύψιστη σημασία της ανατροφής που παίρνει πολιτικές διαστάσεις.

Αν μεταφέρουμε το πλαίσιο της ανατροφής στα σύγχρονα δεδομένα, είναι αδύνατο να παραβλεφθεί η τεράστια σημασία που δίνεται στο θέμα (απολύτως δικαιολογημένα) με την ολοένα μεγαλύτερη επίδραση των ειδικών (παιδαγωγών, παιδοψυχολόγων κλπ) για τη σωστή προσέγγιση του παιδιού. Οι γονείς καταφεύγουν σε ειδικούς όλο και περισσότερο, προκειμένου να ανταποκριθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο ρόλο τους. Υπάρχουν συμβουλευτικές παιδαγωγικού περιεχομένου που αφορούν ακόμη και την περίοδο της εγκυμοσύνης. Από αυτή την άποψη, η παρέμβαση των πεπειραμένων ειδικών γίνεται όλο κι εντονότερη και είναι σαφές ότι στο μέλλον θα γίνει ακόμη πιο καθοριστική.

Ο Αριστοτέλης μην μπορώντας να αποδώσει τις σύγχρονες διαστάσεις στο ζήτημα (μια τέτοια απαίτηση θα ήταν απολύτως παράλογη) αντιλαμβάνεται τη σημασία του ειδικού και προτείνει το νομοθέτη, καθώς δε γνωρίζει κάποιον άλλο που θα μπορούσε να του αποδοθεί ο ρόλος. Με άλλα λόγια, αφού το ζήτημα κρίνεται υψίστης σημασίας κι αφού δεν υπάρχει κάποια επιστήμη για να το αναλάβει, η παρέμβαση της πολιτείας κρίνεται ως καταλληλότερη.

Από αυτή την άποψη, ο νόμος δεν έχει να κάνει με το ανελεύθερο της επιβολής για το πώς θα μεγαλώσει κανείς τα παιδιά του (αν και εν τέλει αυτό συμβαίνει), αλλά με την έλλειψη πρότασης για κάτι καλύτερο. Όσο καταπιέζεται ο γονιός από τον ειδικό που θα τον συμβουλέψει για τα παιδιά του, με τον ίδιο τρόπο γίνεται αντιληπτή και η καταπίεση του νομοθέτη για το ίδιο θέμα.

Η ουσιώδης διαφορά της επιλογής (ο νόμος δεν αφήνει περιθώρια επιλογής, ενώ σήμερα απευθύνεται κάποιος στον ειδικό αν θέλει) έχει να κάνει και με την ουσιώδη αλλαγή των καιρών, καθώς σήμερα η ενημέρωση που υπάρχει κάνει το γονιό όλο και περισσότερο δεκτικό στο να αποταθεί στον ειδικό για το καλό του παιδιού του. Η εξέλιξη καθιστά με σαφήνεια την αναγκαιότητα πραγμάτων που στο παρελθόν ήταν άγνωστα. Η επιλογή σχετίζεται άμεσα με τις επιταγές των καιρών, αφού επιλέγει κανείς με τη θέλησή του σύμφωνα με τις δυνατότητες που του δίνει το περιβάλλον του.

Κι αυτή είναι η έννοια της προόδου: η ποιοτική αναβάθμιση της ζωής των πολιτών που θα τους κάνει να επιλέγουν το καλύτερο καθιστώντας την παρέμβαση του νομοθέτη περιττή. Εξάλλου, και σήμερα, αν υπάρξουν γονείς που αποδεδειγμένα έχουν κριθεί ακατάλληλοι για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, ο νομοθέτης παρεμβαίνει και τους τα παίρνει αναθέτοντας την ανατροφή τους στο κράτος.

Κι εδώ, βέβαια, δεν υποδεικνύεται ότι οι Αθηναίοι ήταν ανάξιοι να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, αλλά ότι ακόμη και σήμερα η παρέμβαση του νομοθέτη σε θέματα ανατροφής παιδιών δε θεωρείται κάτι κατακριτέο. Το ότι δεν είναι τόσο έντονη, όσο την επιζητά ο Αριστοτέλης, δεν έχει να κάνει με το ανελεύθερο της ασύδοτης κρατικής παρέμβασης, αλλά με την απόσταση των εποχών. Προφανώς, αν ο Αριστοτέλης ζούσε σήμερα, δε θα επικαλούταν το νομοθέτη για την ανατροφή των παιδιών, αλλά τη βοήθεια των ειδικών επιστημόνων. Η εξαγωγή συμπερασμάτων και η απόδοση χαρακτηρισμών (απολυταρχικός, ολοκληρωτικός κλπ) χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η χαοτική χρονική απόσταση που δρα και σκέφτεται ο Αριστοτέλης αποτελεί αναχρονισμό και προχειρότητα.

Όσο για το ζήτημα της απαξίωσης των πολιτών που παρουσιάζονται ως κατώτεροι των περιστάσεων και χρειάζονται τον εκφοβισμό του νόμου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Αριστοτέλης ζει στην Αθήνα της παρακμής, του πολιτικού καιροσκοπισμού, του λαϊκισμού και της ασυδοσίας. Αυτός είναι και ο λόγος που (και) στα «Πολιτικά» κατατάσσει τη δημοκρατία στα στρεβλά πολιτεύματα.

Η απογοήτευσή του δεν είναι αδικαιολόγητη. Μπροστά σε τέτοιες περιστάσεις το πρόταγμα του νόμου είναι λογικό να τεθεί με τον πιο έντονο τρόπο. Ο υπερβολικός κι άκομψος τρόπος που τον επικαλείται δεν αφορά την προτροπή προς ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, αλλά τη σφοδρότητα της αναγγελίας του αδιεξόδου. Μην ξεχνάμε ότι και η δημοκρατία χρειάζεται νόμους. Και η δημοκρατία προβλέπει ποινές. Και η δημοκρατία επιδιώκει τη διατήρηση της τάξης.

Και σ’ αυτό αποβλέπει ο Αριστοτέλης, όταν υψώνει τους τόνους. Μια διαφορετική εκδοχή θα τον έφερνε σε τέτοια αντίθεση με τις απόψεις του στα «Πολιτικά», που θα τον καθιστούσε ακατανόητο. Εξάλλου, η εκδοχή της πλήρους υποτίμησης των πολιτών, ώστε να πρέπει να καταπιεστούν προκειμένου να μη διαλυθεί η πόλη, είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με την ανυποχώρητη θέση του ότι η πόλη είναι από τη φύση. Είναι παράλογο να ερμηνεύεται ο Αριστοτέλης σαν να επρόκειτο να δικαιώσει τους σοφιστές. Είναι παράλογο να αποδίδεται ο χαρακτηρισμός του απολυταρχικού στο φιλόσοφο που δίδαξε το μέτρο. Γιατί η απολυταρχία είναι η υπερβολή που οδηγεί στο ανελεύθερο, όπως και η ασυδοσία της δημοκρατίας την οποία βιώνει είναι εξίσου υπερβολή (τυραννία του όχλου) που οδηγεί επίσης στο ανελεύθερο, όπως έχει καταδείξει με σαφήνεια στα «Πολιτικά».

Την αναζήτηση του μέτρου επιδιώκει για άλλη μια φορά ο Αριστοτέλης κι αυτήν επικαλείται, όταν θέλει το νόμο αυστηρό, προκειμένου να φέρει τις ισορροπίες στο ασύδοτο που βλέπει. Η αστοχία κάποιων εκφράσεων ή το ότι ενδεχομένως παρασύρθηκε από τη ροή του ίδιου του λόγου (ή των συναισθημάτων του) σε ένα έργο που έτσι κι αλλιώς δεν αποτελεί ολοκληρωμένη-επιμελημένη προσπάθεια, ώστε να εκδοθεί, αλλά αφορά τις προσωπικές του σημειώσεις (συνθήκες που καθιστούν κάποιον λιγότερο προσεκτικό) είναι φανερό ότι δεν πρέπει να οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα υπονομεύοντας την κατεύθυνση της πολιτικής του σκέψης, που (έτσι κι αλλιώς) είναι ξεκάθαρη. Είναι σαν να βλέπει κανείς το δέντρο και να χάνει το δάσος…
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια

Φρίντριχ Νίτσε: Η κωμωδία των επιφανών ανδρών

Οι επιφανείς άνδρες που χρειάζονται τη διασημότητά τους -και αυτό γίνεται σε όλους τους πολιτικούς- δεν διαλέγουν πια ποτέ ανυστερόβουλα τους συνεργάτες τους και τους φίλους τους.

Από τον έναν φίλο ζητούν λίγη από την λάμψη του, και από την αντανάκλαση της αρετής του.

Από τον άλλον, γυρεύουν τον φόβο που μπορούν να προξενήσουν μερικές ανησυχαστικές ιδιότητές του, που τις γνωρίζουν πολλοί άνθρωποι.

Από κάποιον άλλο, οι επιφανείς, οι διάσημοι αυτοί άνδρες, προσπαθούν να κλέψουν τη ραθυμία του, γιατί τους είναι χρήσιμη για τους σκοπούς που έχουν, να θεωρηθούν για λίγο καιρό απρόσεκτοι και ράθυμοι. Ναι! Μην σας φαίνεται παράξενο. Με τον τρόπο αυτό (της ραθυμίας), κρύβουν το γεγονός ότι βρίσκονται σε επιφυλακή.

Άλλοτε πάλι, χρειάζονται πλησίον τους τον ιδιότροπο, τον ερευνητή, τον σχολαστικό, σαν να είναι το ΕΓΩ ΤΟΥΣ της στιγμής. Μπορεί όμως και να μην τους χρειαστούν την επομένη στιγμή. Έτσι τα περίχωρα τους και οι προσόψεις τους φθίνουν συνεχώς, ενώ όλα φαίνονται σαν να θέλουν να στριμωχτούν σ’ αυτό το προάστιο και να του δώσουν «χαρακτήρα». Σ’ αυτό, ομοιάζουν με τις μεγάλες πόλεις.

Η φήμη τους μεταμορφώνεται συνεχώς, όπως και ο χαρακτήρας τους, γιατί τα ασταθή μέσα τους αποκτούν την αλλαγή αυτή και σπρώχνουν στο πρώτο επίπεδο, για να φαίνεται καλά, πότε τη μια και πότε την άλλη από τις πραγματικές ή επίπλαστες ιδιότητές τους. Όπως λέγαμε, λοιπόν, οι φίλοι τους και οι συνεργάτες τους, αποτελούν ένα μέρος απ’ τις θεατρικές αυτές ιδιότητες.

Ενώ, αντίθετα, πρέπει, αυτό που θέλουν, να μένει ακόμα πιο σταθερό… Ένας λαμπρός χαλκός… Κι αυτό, πολλές φορές, απαιτεί τις σκηνοθεσίες του και την κωμωδία του.

Φρίντριχ Νίτσε, Η θεωρία του σκοπού της ζωής

Γιατί προτιμάμε να πληγωνόμαστε από το να αλλάζουμε;

Από παιδιά βιώνουμε διάφορες καταστάσεις οι οποίες παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μας και της προσωπικότητάς μας. Αυτά τα βιώματα αποτελούν τις αναπαραστάσεις μας οι οποίες επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή μας.

Αυτές οι αναπαραστάσεις όπως είναι λογικό είναι πολύ οικείες για εμάς και έχουμε την τάση να τις αναπαράγουμε. Αναπαράγουμε λοιπόν ό,τι είναι οικείο σ’ εμάς και όχι ό,τι είναι ευχάριστο. Αυτό συμβαίνει γιατί πιστεύουμε ότι μπορούμε να ελέγξουμε πιο εύκολα το οικείο.

Πολλές φορές, έχουμε νιώσει το οικείο να μην είναι ευχάριστο αλλά ίσα ίσα να είναι απειλητικό και να μας προκαλεί προβλήματα. Έχεις αναρωτηθεί ποτέ γιατί μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο; Ο νους μας προτιμάει να αναπαραγάγει το γνωστό από το άγνωστο. Ο φόβος για το άγνωστο είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση μας.

Αλλά πρέπει να αναλογιστούμε ότι δεν μπορεί να υπάρξει πρόοδος χωρίς ρίσκο. Όταν λέμε ότι κάποιος φοβάται το άγνωστο είναι σαν να λέμε ότι φοβόμαστε το αύριο, το επόμενο δευτερόλεπτο. Στην ουσία όμως η αιτία του φόβου μας είναι ο φόβος του θανάτου.

Κάτι τέτοιο όμως είναι παράλογο γιατί ο θάνατος είναι αναπόφευκτος για όλους μας. Το άγνωστο δεν μπορούμε να το αποφύγουμε καθώς δεν το γνωρίζουμε και δεν μπορούμε να ελέγξουμε το επόμενο δευτερόλεπτο. Άρα ο φόβος για το άγνωστο πέρα από τον φόβο του θανάτου, αφορά και το φόβο για τη μελλοντική ζωή.

Αλλά τι γίνεται όταν πρέπει να πάρουμε μια απόφαση να μείνουμε ή να φύγουμε από μία γνωστή κατάσταση; Αυτό που θα πρέπει να κάνουμε είναι να αποκτήσουμε την γνώση του παράλογου φόβου μας. Δηλαδή να καταλάβουμε τι ακριβώς είναι αυτό που φοβόμαστε.

Στη συνέχεια, θα πρέπει να επιστρατεύσουμε τον ορθολογισμό μας. Χρησιμοποιώντας την λογική και την κριτική σκέψη, μπορούμε να κάνουμε έναν απολογισμό της κατάστασης και να δούμε αν πράγματι πρέπει να μείνουμε ή φύγουμε. Η απόφαση πάντα πρέπει να γίνεται μετά από νοητική επεξεργασία της κατάστασης.

Οι περισσότεροι στο δίλημμα «μένω ή αλλάζω» θα απαντήσουν το πρώτο. Οι άνθρωποι προτιμούν το οικείο και το γνωστό, και είναι δύσκολο να βγουν από τη ζώνη βολής τους. Θα πρέπει να αναλογιστούν πόσο αρνητικά τους επηρεάζει η παραμονή τους σε μια τοξική κατάσταση και να προσπαθήσουν να φύγουν, χέρι χέρι με το άγχος τους. Μπορεί αυτή η διαδικασία να τους φανεί πολύ δύσκολη αλλά στο τέλος θα αποδειχτεί λυτρωτική.

Ο Ρομπέν των Δασών πρέπει να σκεφτεί ποιες αρετές προσπαθεί να προστατέψει μέσω των πράξεών του

ΗΘΙΚΗ ΑΡΕΤΗ. Ο Αριστοτέλης, ο Βούδας και ο Κομφούκιος αποτελούν το “αλφαβητάρι” της ηθικής αρετής, έτσι οι ρίζες της πηγαίνουν πολύ πίσω στο παρελθόν. Και οι τρεις αυτοί σοφοί άνθρωποι κήρυτταν ένα είδος μετριοπάθειας, διδάσκοντας, με ξεχωριστούς τρόπους, ότι η αγαθότητα απλά προέρχεται από την άσκηση των αρετών και την αποφυγή των φαυλοτήτων. Οι αρετές και τα ελαττώματα (όχι πολύ διαφορετικά από τους ιούς) είναι πράγματα που τα αποκτούμε από άλλους και τα μεταδίδουμε σε άλλους.

 Είναι σαν τις καλές και τις κακές συνήθειες.

 Έτσι αν στόχος μας είναι να δούμε καλούς ανθρώπους να ενεργούν σωστά σε μια δίκαιη κοινωνία, πρέπει να δημιουργήσουμε και να διατηρήσουμε ενάρετα περιβάλλοντα – στο σπίτι, στο σχολείο, στη δουλειά, στην κυβέρνηση και ούτω καθεξής.

 Αυτοί που ακολουθούν την ηθική αρετή θα υποστήριζαν ότι η κλοπή γενικά είναι λάθος, αλλά επίσης θα παραδέχονταν ότι οι άνθρωποι όντως χρειάζονται να φροντίζουν τους εαυτούς τους.

 Εάν μια κυβέρνηση καταχράται την εξουσία της κλέβοντας την τροφή των πολιτών, υπερφορολογώντας τον πλούτο τους και στερώντας τους τη δικαιοσύνη, ίσως θα είναι αναγκαίο να αποκατασταθούν αυτές οι αδικίες. Ίσως να χρειαστείτε έναν Ρομπέν των Δασών.

 Η ηθική αρετή επικροτεί το να είναι οι άνθρωποι πιο ανεξάρτητοι, και να μη χρειάζονται συνέχεια να κυβερνιούνται από άλλους, πράγμα το οποίο ελαττώνει το ρίσκο να γίνουν θύματα της αναρχίας στο ένα άκρο και του δεσποτισμού στο άλλο.

 Στον καιρό του Ρομπέν των Δασών, οι κοινοί άνθρωποι ήταν στο έλεος των μοναρχών, πολλοί εκ των οποίων ήταν διεφθαρμένοι δεσπότες. Αν ένας πρίγκιπας επέλεγε να γίνει ένας δοξασμένος κλέφτης και συστηματικά καταλήστευε τους υποτελείς του, οι υποτελείς του το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να επιδοθούν σε αντι-κλοπή και οι ίδιοι, απλώς και μόνο για να επιβιώσουν.
Δεν είναι ηθικά αρεστό, αλλά είναι πρακτικά αναγκαίο.

 Έτσι ο Ρομπέν θα μπορούσε να πάρει την έγκριση της ηθικής αρετής, λόγω των ειδικών καταστάσεων. Σε αυτή την περίπτωση, η ηθική αρετή καταδεικνύει το φαύλο σύστημα σαν ένοχο. Ο Ρομπέν θα θεωρούνταν σαν ένα θύμα του ανήθικου περιβάλλοντός του.

 Όπως μια καλή “κατάσταση” είναι η κατάσταση στην οποία κανένας πολίτης δεν θα αναγκαζόταν να καταπατά τους νόμους, έτσι ένα άτομο που αναγκάζεται να γίνει παράνομο λόγω της πολιτικής κατάχρησης δεν πέφτει σε ατόπημα επειδή ζει εκτός νόμου.

 Ακόμη κι ένας παράνομος μπορεί να είναι καλός και σωστός και δίκαιος.

 Το κύριο προτέρημα της ηθικής αρετής είναι η έμφασή της στην εκπαίδευση και στη διαμόρφωση συνηθειών, οδηγών και δρόμων προς την καλή ζωή.

 Βλέπει αισιόδοξα τον άνθρωπο σαν ένα κομμάτι πηλό, το οποίο μπορεί να πλαστεί με πολλούς τρόπους, από την οικογένεια και την κοινωνία, από την κούνια ως τον τάφο. Ακόμη και αν είναι κακοσχηματισμένο, μπορεί να επανασχηματιστεί. Σε αυτό το σύστημα, σχεδόν κανένας δε θεωρείται αδιόρθωτος. Την ίδια στιγμή, το σύστημα αναγνωρίζει ότι διαφορετικά άτομα έχουν και διαφορετικές ικανότητες. Με την ίδια ευκαιρία σε ένα ενάρετο περιβάλλον, οι άνθρωποι θα εκφράσουν την τελειότητα διαφορετικά. Με την ίδια ευκαιρία σε ένα αδιάφορο περιβάλλον, θα εκφράσουν την απάθεια διαφορετικά. Με την ίδια ευκαιρία σε ένα φαύλο περιβάλλον, θα εκφράσουν την φαυλότητα διαφορετικά.

 Οι αδυναμίες της ηθικής αρετής είναι διπλές.

 Στο ένα άκρο, στην Ασία, η κομφουκιανή έμφαση στην οικογένεια, σαν τον ακρογωνιαίο λίθο της κοινότητας, της κοινωνίας και της πολιτείας, μπορεί να οδηγήσει – και έχει οδηγήσει – στη διαφθορά και τη μεροληψία με τη μορφή της ρουσφετολογίας και συναφών αδυναμιών.

 Στο άλλο άκρο, όπου η μοντέρνα δυτική έμφαση στην ατομική ελευθερία έχει υποβαθμίσει την πυρηνική οικογένεια, και εκεί όπου η πολιτική δύναμη είναι ένα αγαθό που πρέπει να αγοραστεί, δίνεται συνολικά ελάχιστη προσοχή στην αρετή.

 Όταν οι άνθρωποι αφήνονται στην τύχη τους και ποτέ δεν ενθαρρύνονται – ή υποχρεώνονται – να υιοθετήσουν ηθικά συστήματα, συχνά επιλέγουν την φαυλότητα αντί της αρετής.

 Όπως και ο φυσικός κόσμος, έτσι και ο ηθικός κόσμος δεν είναι τέλεια αποδοτικός. Το χάσιμο απόδοσης ή το κέρδος εντροπίας – κίνηση από την τάξη προς το χάος – εμπεριέχεται στον φυσικό κόσμο. Κάθε διαδικασία είναι λιγότερο από 100% αποδοτική.

 Ομοίως είναι ευκολότερο να αποκτήσεις κακές συνήθειες αντί για καλές και είναι δυσκολότερο να απαλλαγείς από τις κακές αντί από τις καλές. Βραχυπρόθεσμα, και από ατομική οπτική γωνία, τα ελαττώματα φαίνεται να είναι πιο ευχάριστα από τις αρετές.

 Αλλά μακροπρόθεσμα, και από μια κοινωνική οπτική γωνία, μια ελαττωματική κοινωνία γίνεται δυσλειτουργική και εχθρική προς την ευημερία των μελών της· ενώ μια ενάρετη παραμένει λειτουργική και ενισχυτική για την ευημερία των μελών της.

 Έτσι ο Ρομπέν πρέπει να σκεφτεί ποιες μακροπρόθεσμες αρετές προσπαθεί να προστατέψει μέσω των βραχυπρόθεσμων πράξεών του.

«Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να πασχίζουν να ακολουθούν αυτό που είναι το σωστό και όχι αυτό που είναι καθιερωμένο». -ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Ο άνθρωπος δεν έχει ατομικό «Εγώ»

Ο άνθρωπος δεν έχει μόνιμο και αμετάβλητο Εγώ. Κάθε σκέψη, κάθε διάθεση, κάθε επιθυμία, κάθε αίσθηση, λέει «εγώ». Και κάθε φορά, φαίνεται να θεωρούμε σαν δεδομένο ότι αυτό το «εγώ» ανήκει στο Σύνολο, σ’ ολόκληρο τον άνθρωπο και ότι μια σκέψη, μια επιθυμία, μια αντιπάθεια, την εκφράζει αυτό το Σύνολο. Στην πραγματικότητα, αυτή η υπόθεση είναι τελείως αβάσιμη. Η κάθε σκέψη και η κάθε επιθυμία του ανθρώπου, εμφανίζεται και ζει τελείως ξεχωριστά και ανεξάρτητα από το Σύνολο. Και το Σύνολο ποτέ δεν εκφράζεται, για τον απλούστατο λόγο ότι, υπό την ιδιότητά του αυτή, έχει μόνο υλική υπόσταση, σαν ένα πράγμα, και υπάρχει αφηρημένα, σαν μία ιδέα. Ο άνθρωπος δεν έχει ατομικό Εγώ. Στη θέση του, υπάρχουν εκατοντάδες και χιλιάδες ξεχωριστά, μικρά εγώ, που τις περισσότερες φορές, δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, που ποτέ δεν έρχονται σε επαφή ή που αντίθετα, είναι εχθρικά μεταξύ τους, αποκλείουν το ένα το άλλο και είναι ασυμβίβαστα. Κάθε λεπτό, κάθε στιγμή, ο άνθρωπος λέει ή σκέφτεται «εγώ». Και κάθε φορά, το εγώ του είναι διαφορετικό. Μόλις τώρα ήταν μία σκέψη, λίγο μετά είναι μια επιθυμία, ύστερα μια αίσθηση, σε λίγο μια άλλη σκέψη, κι αυτό συνεχίζεται χωρίς τελειωμό.

Η αλληλοδιαδοχή των εγώ, η αδιάκοπη και ολοφάνερη προσπάθειά τους για να επικρατήσουν, ρυθμίζεται από τυχαίες εξωτερικές επιδράσεις. Δεν υπάρχει τίποτα μέσα στον άνθρωπο ικανό να ελέγξει αυτή την αλλαγή των «εγώ», κυρίως γιατί ο άνθρωπος δεν την προσέχει, δεν την γνωρίζει. Ζει πάντοτε στο τελευταίο του εγώ.

Και κάθε ξεχωριστό, μικρό «εγώ» είναι σε θέση να ιδιοποιείται το όνομα του Συνόλου, να ενεργεί στο όνομα του Συνόλου, να συμφωνεί ή να διαφωνεί, να δίνει υποσχέσεις, να παίρνει αποφάσεις, που ένα άλλο εγώ ή το Σύνολο θα είναι υποχρεωμένο να εκτελέσει. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι οι άνθρωποι παίρνουν τόσο συχνά αποφάσεις και τις εκτελούν τόσο σπάνια.

Αποτελεί τραγωδία του ανθρώπινου όντος, το ότι οποιοδήποτε ασήμαντο εγώ έχει το δικαίωμα να υπογράφει επιταγές και γραμμάτια, και ο άνθρωπος, δηλαδή το Σύνολο, είναι υποχρεωμένο να τα εξοφλεί. Έτσι, περνάμε ολόκληρη ζωή, εξοφλώντας τα γραμμάτια των μικρών, τυχαίων εγώ.

Η πλάνη της νεομανίας

Πώς θα είναι ο κόσμος σε 50 χρόνια; Πώς θα είναι η καθημερινότητά σας; Τι αντικείμενα θα σας περιβάλλουν; Να πώς φαντάζονταν τη σημερινή μας πραγματικότητα τα άτομα που έθεταν στον εαυτό τους αυτά τα ερωτήματα πριν από 50 χρόνια: έβλεπαν τον ουρανό γεμάτο ιπτάμενα αυτοκίνητα. Πόλεις σαν κρυστάλλινους κόσμους – τρένα με μαγνητικά υποστηρίγματα να ελίσσονται σαν μακαρόνια ανάμεσα σε γυάλινους ουρανοξύστες. Μας έβλεπαν να μένουμε σε πλαστικά κελιά, να δουλεύουμε σε υπόγειες πόλεις, να περνάμε τις διακοπές μας στη Σελήνη και να τρεφόμαστε με χάπια. Μας φαντάζονταν σ’ έναν κόσμο όπου δε γεννάμε παιδιά, αλλά τα διαλέγουμε από κατάλογο. Έναν κόσμο στον οποίο οι καλύτεροί μας φίλοι είναι ρομπότ, όπου ο θάνατος δεν υπάρχει πια και όπου έχουμε προ πολλού ανταλλάξει το καλό μας παλιό ποδήλατο μ’ ένα αεριωθούμενο.

 Κοιτάξτε γύρω σας. Κάθεστε σε καρέκλα – μια εφεύρεση της Αιγύπτου των Φαραώ. Φοράτε παντελόνι, που επινοήθηκε εδώ και πάνω από 5.000 χρόνια και τροποποιήθηκε από αρχαία γερμανικά φύλα γύρω στο 750 π.Χ. Τα δερμάτινα παπούτσια σας δημιουργήθηκαν στη διάρκεια των τελευταίων παγετώνων. Το ράφι με τα βιβλία σας πιθανότατα δεν είναι από πλαστικό, αλλά από ξύλο, το παλιότερο υλικό του κόσμου. Διαβάζετε αυτό το κείμενο σε τυπωμένο χαρτί και ίσως με γυαλιά – όπως ο προπάππος σας. Για να φάτε, πιθανότατα κάθεστε, όπως κι εκείνος, σ’ ένα ξύλινο τραπέζι και φέρνετε στο στόμα σας μ’ ένα πιρούνι (εφεύρεση της ρωμαϊκής εποχής) κομμάτια νεκρών ζώων και φυτών. Τίποτα δεν άλλαξε.

 Αλλά πώς θα είναι ο κόσμος σε 50 χρόνια; Να περιμένετε ότι οι περισσότερες τεχνολογίες που υπάρχουν εδώ και τουλάχιστον 50 χρόνια θα διαρκέσουν μισόν αιώνα ακόμα. Επιπλέον, οι πιο πρόσφατες τεχνολογίες θα είναι ξεπερασμένες σε λίγα χρόνια. Γιατί; Θεωρήστε τις τεχνολογίες σαν είδη ζώων: όσες άντεξαν στην καταιγίδα της καινοτομίας εδώ και αιώνες θα αντέξουν και στο μέλλον. Το παλιό αντέχει στον χρόνο, διαθέτει μια έμφυτη λογική – ακόμα κι αν δεν την καταλαβαίνουμε πάντα. Αν κάτι επιβιώνει στο πέρασμα των αιώνων, αυτό δεν είναι τυχαίο. Υπάρχει σίγουρα κάποιος λόγος.

Κάθε κοινωνία που φαντάζεται το μέλλον της δίνει πολύ περισσότερο βάρος στις πιο συναρπαστικές εφευρέσεις της στιγμής, στις περίφημες «killer apps», δηλαδή αυτές τις τρομερές εφαρμογές που αποκτούν ευρεία χρήση και προβάλλουν ως υπερπολύτιμες. Και κάθε κοινωνία υποτιμά τον ρόλο των παραδοσιακών τεχνικών. Με την κατάκτηση του διαστήματος στη δεκαετία του 1960, φανταζόμασταν ότι θα πηγαίναμε σχολικές εκδρομές στον πλανήτη Άρη. Με την επανάσταση του πλαστικού της δεκαετίας του 1970, φανταζόμασταν ότι θα ζούμε σε πλαστικά σπίτια. Υπερεκτιμάμε συστηματικά τον ρόλο της καινοτομίας. Ο Νασσίμ Τάλεμπ αποδίδει αυτή την τάση στην πλάνη της μανίας του καινούριου ή νεομανίας. Κι όμως, το αντικείμενο της τελευταίας λέξης της μόδας θα εξαφανιστεί γρηγορότερα από όσο νομίζουμε. Έχετε αυτό στο μυαλό σας την επόμενη φορά που θα συμμετάσχετε σε μια συνάντηση επιχειρηματικής στρατηγικής. Η καθημερινότητά σας σε 50 χρόνια θα μοιάζει γενικά με τη σημερινή ζωή σας. Βεβαίως, θα βρέχει από παντού καινούρια gadget που λειτουργούν με δήθεν μαγικές τεχνολογίες. Αλλά δε θα διαρκέσουν πολύ. Το bullshit filter της ιστορίας («το φίλτρο κουταμάρας») θα τα εξαλείψει. Η μανία του καινούριου έχει και μια άλλη όψη. Παλιότερα συμπαθούσα τους early adopters, αυτήν τη φυλή των ανθρώπων που θέλουν να είναι πάντοτε οι πρώτοι που θα υιοθετήσουν μια καινούρια τάση και δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς το τελευταίο iPhone. Θεωρούσα αυτούς τους ανθρώπους προχωρημένους για την εποχή τους. Σήμερα τους θεωρώ άτομα παράλογα, προσβεβλημένα από κάποια αρρώστια. Το απτό πλεονέκτημα που μπορεί να τους προσφέρει μια εφεύρεση δεν τους ενδιαφέρει ουσιαστικά. Αυτό που μετράει στα μάτια τους είναι μόνο το καινούριο.

Είναι προφανές ότι δε χρειάζεται σκληρή προσπάθεια για να προβλέψετε το μέλλον. Ο Μαξ Φρις το έδειχνε τέλεια στο Homo faber, ένα μυθιστόρημα του 1957. Ένας μηχανικός προβλέπει έναν μελλοντικό κόσμο συνδεδεμένο ηλεκτρονικά: «Γελάτε, κύριοι, αλλά έτσι είναι, το να ταξιδεύεις είναι ξεπερασμένο· θα έρθει μια μέρα όπου δε θα κυκλοφορούν άνθρωποι στον πλανήτη. Μόνον οι νεόνυμφοι θα μετακινούνται ακόμα – κανένας άλλος». Το διάβασα πριν από λίγους μήνες, μέσα σ’ ένα αεροπλάνο για τη Νέα Υόρκη.

Ραντεβού με την υπερβαρέα μαύρη τρύπα του Γαλαξία μας

Όπως οι φοβισμένοι θεατές στο σινεμά κάθονται στα καθίσματα τους και στο έλεος της φαντασίας τους βλέποντας ένα θρίλερ, έτσι και οι αστρονόμοι αναμένουν, να δουν τελικά το τέρας: μια υπερβαρέα μαύρη τρύπα. Αύριο λοιπόν οι επιστήμονες αναμένεται να απελευθερώσουν εικόνες της σιλουέτας αυτού του αόρατου και ανυπέρβλητου αστρονομικού αντικειμένου.
 
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, και αν όλα έχουν πάει καλά, είτε η μία ή και οι δύο μαύρες τρύπες πρέπει να εμφανίζονται ως μια μικροσκοπική σκιά που φωτίζεται από την λάμψη της ραδιοενέργειας στο γαλαξιακό κέντρο. Μπορεί να έχουν σχήματα κυκλικά, οβάλ ή κάποια άλλη μορφή, ανάλογα με το αν περιστρέφονται ή αν οι εξισώσεις του Einstein που τις περιγράφουν είναι ελαφρώς λανθασμένες ή εάν αυτές εκπέμπουν λάμψεις ενέργειας, όπως τα κβάζαρ παράγουν “πυροτεχνήματα” ορατά σε όλο το σύμπαν. Σε αυτές τις σκιές τα όνειρα των φυσικών πεθαίνουν, ο χρόνος τελειώνει, ο χωροχρόνος, η ύλη και το φως εξαφανίζονται μέσα στο αρχέγονο τίποτα από το οποίο όλα αυτά πηγάζουν

Οι αστρονόμοι δημιούργησαν ένα παγκόσμιο δίκτυο ραδιοτηλεσκοπίων που ονομάζεται Τηλεσκόπιο Ορίζοντα Γεγονότων (EHT) και αναμένεται να απελευθερώσουν εικόνες αυτού του αόρατου και ανυπέρβλητου αστρονομικού αντικειμένου. Τέτοιες εικόνες αντιπροσωπεύουν όχι μόνο ένα σημαντικό επιστημονικό επίτευγμα αλλά και μια ευκαιρία να ξανασκεφτούμε τον κόσμο και τη θέση μας μέσα σε αυτόν.
 
Μια μαύρη τρύπα είναι η περιοχή γύρω από ένα εξαιρετικά συμπαγές συγκρότημα της ύλης του οποίου η έντονη βαρυτική δύναμη τόσο δυναμικά παραμορφώνει και στρεβλώνει το χώρο, που μπορεί να το θεωρήσετε ως μια οπή στον ίδιο το χώρο. Οι μαύρες τρύπες αποτρέπουν οτιδήποτε βρίσκεται κοντά τους, είτε πρόκειται για ύλη είτε για το φως, από το να διαφύγει – εξ ου και το όνομά τους. Το όριο πέρα ​​από το οποίο δεν διαφεύγει τίποτα είναι ο ορίζοντας γεγονότων.
 
Ο δεύτερος στόχος βρίσκεται στην καρδιά του Messier 87, ένας γιγαντιαίος γαλαξίας στον αστερισμό της Παρθένου, όπου μια μαύρη τρύπα 7 δισεκατομμύρια φορές τη μάζα του ήλιου εκπέμπει ένα πίδακα ενέργειας μήκους χιλιάδες έτη φωτός στο διάστημα. Το ρεύμα των υποατομικών σωματιδίων στον πίδακα που ταξιδεύει σχεδόν με την ταχύτητα του φωτός ρέει από το κέντρο του γαλαξία Messier 87. 
 
Αρχικά, οι μαύρες τρύπες ήταν μόνο μία μαθηματική λύση στις εξισώσεις πεδίου της γενικής σχετικότητας του Αϊνστάιν. Δεν υπήρχε καμία εγγύηση ότι αντιστοιχούσαν σε πραγματικά αστρονομικά αντικείμενα. Ακόμη και ο Αϊνστάιν ήταν σκεπτικός ότι υπήρχαν.
 
Αλλά στη δεκαετία του 1930, ο Ινδός αστροφυσικός Subrahmanyan Chandrasekhar (1910-1995) έδειξε ότι οι μαύρες τρύπες ήταν η αναπόφευκτη συνέπεια του θανάτου ενός μεγάλου άστρου και οι επιστήμονες άρχισαν να τις θεωρούν πραγματικά αντικείμενα. Στη δεκαετία του 1960, οι αστρονόμοι που χρησιμοποιούσαν τηλεσκόπια ακτίνων Χ ήταν σε θέση να συμπεράνουν την ύπαρξη μαύρων οπών όταν ανίχνευσαν κβάζαρ – τεράστια ουράνια αντικείμενα που τροφοδοτούνται από ύλη που πέφτει μέσα σε μαύρες τρύπες σο κέντρο τους.
 
Η σημερινή κατανόηση των μαύρων οπών εξακολουθεί να βασίζεται σε έμμεσα συμπεράσματα που αντλούνται από δεδομένα που συλλέγονται σε απέραντες αποστάσεις, χρησιμοποιώντας παρατηρήσεις με ακτίνες Χ, οπτικά και ραδιοφωνικά κύματα. Δεν μπορέσαμε όμως να φτάσουμε ποτέ κοντά στην άμεση ανίχνευση ενός ορίζοντα γεγονότων. 

Οι επιστήμονες έχουν υπολογίσει ότι τα αστέρια στην καρδιά του Γαλαξία μας, ταξιδεύουν πολύ πιο γρήγορα από οπουδήποτε αλλού στον Γαλαξία, απόδειξη της παρουσίας μίας μαύρης τρύπας 4 εκατομμύρια φορές τη μάζα του ήλιου μας.
 
Αυτό αναμένεται να αλλάξει με τις εικόνες που πάρθηκαν από το Τηλεσκόπιο Ορίζοντα Γεγονότων. Οκτώ ραδιο-παρατηρητήρια σε όλο τον κόσμο έχουν συνδυάσει τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν μια γήινη αντένα ικανή να ανιχνεύσει τους ορίζοντες γεγονότων δύο κοντινών μαύρων οπών. Η πρώτη μαύρη τρύπα απέχει 26.000 έτη φωτός, στο κέντρο του Γαλαξία μας, και ζυγίζει όσο και τέσσερα εκατομμύρια ήλιοι. Η δεύτερη είναι μία “μεγαλοπρεπής” μαύρη τρύπα στο κέντρο ενός από τους μεγαλύτερους κοντινούς γαλαξίες. Εκτιμάται δε ότι αυτή ζυγίζει πάνω από έξι δισεκατομμύρια ήλιοι.
 
Η θεωρία της γενικής σχετικότητας προβλέπει παράξενα φαινόμενα γύρω από μια μαύρη τρύπα, ένα από τα οποία είναι η ακραία κάμψη των ακτίνων φωτός που κυκλοφορεί εκεί κοντά. Η ύλη που έλκεται από τη βαρύτητα της μαύρης τρύπας καταλήγει σε ένα σχηματισμό σαν ένας δίσκος, που «τροφοδοτεί» τη μαύρη τρύπα καθώς το αέριο και η σκόνη από την γύρω περιοχή σιγά-σιγά διοχετεύονται προς τον ορίζοντα γεγονότων και στην ‘λήθη’. Η ύλη που πέφτει σε αυτόν τον δίσκο επιταχύνεται και θερμαίνεται σε τέτοιες υψηλές θερμοκρασίες που εκπέμπει φως. Με τη σειρά του, αυτό το φως περιβάλλει τον ορίζοντα γεγονότων.
 
Είναι αυτό το μοτίβο κεκαλυμμένου φωτός που οι αστρονόμοι, οι οποίοι τρέχουν το Τηλεσκόπιο Ορίζοντα Γεγονότων, προσπαθούν να ανιχνεύσουν – ένα ελαφρώς λυγισμένο λαμπερό δαχτυλίδι που θα σκιαγραφεί το σημείο μη επιστροφής. Θα αποτελούσε τη σιλουέτα της μαύρης τρύπας.
 
Ένας λόγος να ενθουσιαστεί κάποιος από την δυνατότητα αυτής της ανακάλυψης είναι ότι τέτοιες εικόνες θα δοκιμάσουν ξανά τη θεωρία της γενικής σχετικότητας του Αϊνστάιν. Θα συμπεριληφθούν άραγε οι προβλέψεις του για το πώς συμπεριφέρονται η ύλη και η ενέργεια τόσο κοντά στη μαύρη τρύπα;  ή θα μπορούσαμε να δούμε ένα ελάττωμα στη θεωρία;
 
Ένας άλλος λόγος που πρέπει να ενθουσιαστεί κάποιος από την προοπτική της ανακάλυψης του Event Horizon Telescope είναι ότι αυτές οι αστρονομικές εικόνες θα μετατοπίσουν την άποψή μας για τον Κόσμο από το φανταστικό στο λογικό και το πραγματικό.
 
Αυτό συνέβη και πριν από περισσότερα από 400 χρόνια, όταν ο Γαλιλαίος παρουσίασε έξι ακουαρέλες από το φεγγάρι, όπως το είδε μέσα από το πρωτόλειο τηλεσκόπιο του. Συνέβη περίπου 200 χρόνια αργότερα, όταν ο Louis Daguerre έκανε την πρώτη αστρονομική φωτογραφία – επίσης από το φεγγάρι. Και συνέβη το 1990, με την πρώτη εικόνα του νηπιακού σύμπαντος, που τραβήχτηκε από ένα δορυφόρο της NASA, και το 2017, με εικόνες του διαστημικού τηλεσκοπίου του Hubble για σμήνη γαλαξιών.

Β. Ραφαηλίδης: Για την Ειρήνη

Οι αρχαίοι Έλληνες —που είναι τόσο αρχαίοι που μόνο από αταβισμό ή από δημαγωγική πρόθεση θα τους ονομάζαμε “προγόνους”-μας – λέγοντας “ειρήνη” ή “ειράνα” ή “ιράνα”, ανάλογα με τη διάλεκτο, εννοούσαν την κατάσταση ησυχίας, ομόνοιας και αρμονικής σχέσης ανάμεσα σε ανθρώπους, λαούς ή κράτη, που επικρατεί στο μεταξύ δύο πολέμων χρόνο. Μ’ άλλα λόγια, οι δημιουργοί της Λογικής δεν πίστευαν στη “διαρκή ειρήνη”, αφού όριζαν την ειρήνη σαν ένα είδος διαλείμματος ανάμεσα σε δύο πολέμους.

Φυσικά, εύχονταν τα διαλείμματα να είναι όσο το δυνατόν πιο μεγάλα, όμως αυτή η πανάρχαιη ευχή είναι και θα παραμείνει στον αιώνα τον άπαντα μια ευχή, εφόσον δεν εξαλειφθούν οριστικά τα αίτια του πολέμου που είναι πάντα οικονομικά.

Και ως γνωστόν, στη μαγεία της ευχής καταφεύγουν κυρίως οι παπάδες, που ξέρουν πολλές και θεϊκά κατοχυρωμένες ευχές, καθώς και οι απελπισμένοι, που η απελπισία τους δεν τους επιτρέπει να χρησιμοποιήσουν πιο αποτελεσματικά το μυαλό-τους.

Οι γιορτές εν γένει έχουν κάτι το θλιβερό καθώς μας κάνουν να συνειδητοποιούμε την ύπαρξη του χρόνου, δηλαδή του θανάτου, κι αυτός είναι ο λόγος που στις γιορτές ανταλλάσουμε ευχές αφειδώς. Οι γιορτές για την ειρήνη έχουν επίσης κάτι το θλιβερό, αφού δε θα ήταν δυνατόν να γίνουν αν δεν υπήρχε πόλεμος ή απειλή πολέμου, αν δεν υπήρχε δηλαδή ένας βίαιος, διατεταγμένος ή “επίσημος” θάνατος.

(Στην επίσημη γλώσσα, το βάρβαρο ρήμα “σκοτώνομαι ” το μεταβαφτίζουν ταχυδακτυλουργικά σε “πέφτω”, λες κι ο δύστυχος στρατιώτης σκόνταψε σε μια πέτρα ριγμένη από το Θεό στο πεδίο της μάχης κι έπεσε σέκος).

Οι αρχαίοι Έλληνες, για να δώσουν στην ειρήνη τη σταθερότητα που της έλειπε εξαιτίας της ύπαρξης των πολέμων που την έκαναν πάντα ασταθή και αβέβαιη, την ταύτισαν με την έννοια του Νόμου.

Ο Νόμος είναι μια έννοια απόλυτα κυρίαρχη στη σκέψη των Ελλήνων και σημαίνει καταναγκαστική και γενικής ισχύος εντολή, που η παραβίασή-της συνεπάγεται ολική αποδιάρθρωση και πλήρη καταστροφή. (Οι τραγικοί ήρωες καταστρέφονται πάντα γιατί καταπατούν το Νόμο).

Στη σκέψη των Ελλήνων δεν είναι σαφές αν ο Νόμος έχει ανθρώπινη ή θεϊκή καταγωγή και εν πάση περιπτώσει τούτος ο Νόμος δεν έχει καμιά σχέση με το σημερινό νομοθέτημα. Νόμος γι’ αυτούς είναι το καθετί που, αφενός κάνει ευτυχέστερο το άτομο και αφετέρου δίνει λογικές και γενικά παραδεκτές ερμηνείες των κοινωνικών γεγονότων.

Ο Νόμος είναι η επιθυμητή κατάσταση της απόλυτης ισορροπίας και ευστάθειας, που είναι το μεγάλο ιδανικό των Ελλήνων, γνωστό περισσότερο από την κατηγορηματική απαίτηση για αρμονία στην τέχνη-τους.

Ο Νόμος συνεπώς είναι η Υπέρτατη Αρμονία, που το χάλασμά-της συνεπάγεται οπωσδήποτε θάνατο.

(Τον Σωκράτη τον σκότωσαν γιατί προσπάθησε να διαταράξει τούτη την αρμονία εισάγοντας “καινά δαιμόνια” στο ισχύον κοινωνικό και φιλοσοφικό σύστημα.)

Ο Νόμος προϋποθέτει την ομόνοια, που σημαίνει “κοινή κατανόηση”, κοινή αποδοχή από τους πάντες μιας άποψης, όμοιος τρόπος του σκέπτεσθαι όσον αφορά κάποιες έννοιες που έχουν ισχύ αξιώματος. (Η αντίθετη της “ομόνοιας” έννοια είναι η “στάσις” και οι μη ομονοούντες είναι οι “στασιαστές”).

Νόμος, αρμονία, ειρήνη, ομόνοια είναι λέξεις περίπου συνώνυμες στη γλώσσα των Ελλήνων και συχνά χρησιμοποιούνται αδιάκριτα. Από τότε στην ιδεαλιστική σκέψη δεν άλλαξαν πολλά πράγματα.

Λοιπόν οι αρχαίοι-μας “πρόγονοι” αναγνωρίζοντας την αξία της ειρήνης, της έριξαν από δίπλα και μια θεά —προστάτιδα, που την ονόμασαν Ειρήνη.

Παρά το γεγονός πως τούτο το Ρηνάκι ήταν κόρη του Δία και της Θέμιδας κι αδελφή της Ευνομίας και της Δίκης, με τις οποίες αποτελούσαν το αδερφικό τρίδυμο των Τριών Ωρών, η Ειρήνη παράμεινε μια εντελώς δευτερεύουσα θεότητα. Απόδειξη, το γεγονός πως της πρόσφεραν θυσίες, αναίμακτες φυσικά, μόνο στις ασήμαντες γιορτές των Συνοικιών. Που σημαίνει πως η ειρήνη ήταν και παραμένει μια υπόθεση συνοικιακή, δηλαδή λαϊκή, δηλαδή άσχετη προς τα “κέντρα λήψεως αποφάσεων”, όπως είναι η Κυβέρνηση και το Γενικό Επιτελείο Στρατού.

Οι αρχαίοι-μας “πρόγονοι” γνώριζαν, ακόμα, πως η ειρήνη έχει κάποια σχέση με τον πλούτο. Αλλά αυτό δεν αποτελούσε “επίσημη” άποψη, διότι οι σοφοί αρχαίοι-μας “πρόγονοι” ήξεραν πως και ο πόλεμος είναι επίσης πηγή πλούτου και μάλιστα πολύ πιο σημαντική. (Μαυραγορίτες και έμποροι όπλων υπήρχαν και τότε).

Όμως, από τότε που ένας καλλιτέχνης, ο γλύπτης Κηφισόδοτος, έβαλε στην αγκαλιά της θεάς Ειρήνης το θεό Πλούτο, που τον πήρε από άλλο μύθο, ο κόσμος άρχισε να πιστεύει σιγά σιγά πως ο πλούτος είναι όντως υιός της ειρήνης. (Οι καλλιτέχνες έχουν την τάση να προκαλούν τρομερά μπερδέματα). Προτείνουμε τούτο το άγαλμα του Κηφισόδοτου να γίνει το σύμβολο της “ειρηνικής συνύπαρξης” ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους.

Πέρα από τους μύθους και τα σύμβολα, οι ‘Ελληνες, πάντα λογικοί μέχρι παραλογισμού, ήταν υποχρεωμένοι να δώσουν στην ειρήνη και ένα περιεχόμενό περισσότερο σαφές και συγκεκριμένο. Όμως, δεν τα κατάφεραν και τόσο καλά. Άλλωστε, κανείς δεν τα κατάφερε μέχρι σήμερα να δώσει έναν καθαρό και στρογγυλό ορισμό της λέξης “ειρήνη”. Κι έτσι η ειρήνη κρατείται μονίμως στη σκοτεινή περιοχή του ευχολογίου.

Οι ιδεαλιστές συνεχίζουν να θεωρούν την ειρήνη συνέπεια και αποτέλεσμα της ομόνοιας, δηλαδή της ομοφροσύνης, του κοινώς σκέπτεσθαι. Όμως ξέρουμε καλά πως μια τέτοια ομόνοια μόνο η δικτατορία μπορεί να την επιβάλλει πια, από τότε που ο Νόμος αντικαταστάθηκε από το νόμο των ανθρώπων. Η ομόνοια, συνεπώς και η ειρήνη, είναι αδύνατη εφόσον ο πλούτος δε μοιράζεται στους ανθρώπους σχολαστικά δίκαια. Συνεπώς, η “διαρκής ειρήνη”, τούτο το παμπάλαιο και παμμέγιστο ιδανικό θα γίνει πραγματικότητα μόνο αν σταματήσει η ανισότητα.

Από την εποχή των Ελλήνων και μέχρι σήμερα εμφανίστηκαν πολλά ειρηνευτικά συστήματα, που όλα απέτυχαν παταγωδώς, γιατί εξαρτούσαν την ειρήνη από αφηρημένες έννοιες. Τα κυριότερα απ’ αυτά τα συστήματα είναι το προγενέστερο του ελληνικού Νόμου εβραϊκό Σαλόμ, η Παξ Ρομάνα, η Παξ Κρίση, το γερμανικό Φρίντου, η Βασιλική Ειρήνη και η Νομικιστική Ειρήνη (η σύγχρονη ιδεαλιστική άποψη για την ειρήνη). Αξίζει να δούμε κι αυτά τα συστήματα, μια άλλη φορά. Θα έχουμε έτσι μια σαφέστερη αντίληψη για το γεγονός πως η ειρήνη δε θα κερδηθεί ούτε με ευχές, ούτε με προσευχές, ούτε με νόμους θεϊκούς ή ανθρώπινους. Θα κερδηθεί μόνο με την εξαφάνιση από προσώπου γης και του τελευταίου εκμεταλλευτή.

Ο Μαρξ έδωσε ένα σαφέστατο ορισμό του πολέμου, αλλά η ειρήνη δεν τον απασχόλησε ιδιαίτερα σαν έννοια, με αύταρκες περιεχόμενο, όπως ακριβώς και τους αρχαίους ’Ελληνες.

Σωστότερο είναι να πούμε πως ο Μαρξ όρισε την ειρήνη με απόλυτη ακρίβεια σαν το αντίθετο του πολέμου, αλλά ο αρνητικός ορισμός δεν είναι ποτέ σαφής ορισμός. (Όταν λες “τι δεν είναι” δε λες αναγκαστικά και “τί είναι”.)

Πάντως, ο διαλεκτικός Μαρξ είχε δίκιο από τη μεριά της διαλεκτικής: Όταν διαφοροποιηθεί ο πρώτος όρος μιας διαλεκτικής σχέσης διαφοροποιείται αυτομάτως και ο δεύτερος.

Έτσι αν εξαφανιστεί ο πόλεμος, θα εξαφανιστεί αναγκαστικά και η ειρήνη, δηλαδή δε θα υπάρχει πια λόγος να χρησιμοποιούμε τη λέξη ειρήνη, αφού θα ζούμε σε μια διαρκή κατάσταση ανυπαρξίας πολέμου.

Μ’ άλλα λόγια, μιλούμε για ειρήνη διότι υπάρχει πόλεμος και μιλούμε για πόλεμο διότι υπάρχει ειρήνη: Η μια έννοια είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη της άλλης. Έτσι έχουν τα πράγματα από τη διαλεκτική-τους άποψη.

Όμως, είναι αναγκαίο να καταλάβουμε τί είναι μια “ειρήνη καθεαυτή”, άσχετα από την αναγκαία σχέση της με τον πόλεμο. Εδώ έχουμε βέβαια μια θεωρητική αφαίρεση, που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα: Η “ειρήνη καθεαυτή” δε σημαίνει τίποτα ή μάλλον σημαίνει πολλά μόνο για τα μεταφυσικά συστήματα και κυρίως το χριστιανισμό. Ωστόσο, τούτη η οντολογική τοποθέτηση του προβλήματος της ειρήνης, δηλαδή μια σταθερή, αμετάβλητη και αιώνια οντότητα που λέγεται “ειρήνη” δηλώνει, τουλάχιστον, τον αμετακίνητο πόθο του ανθρώπου για οριστική και σταθερή κατάκτηση αυτού του πολυτίμου αγαθού.

Ελληνιστική Γραμματεία: Τα λογοτεχνικά είδη, Δραματική ποίηση, Μίμος

Ο μῖμος είναι ένα θεατρικό είδος λαϊκής προέλευσης και αυτοσχεδιαστικού χαρακτήρα που γεννήθηκε στη Σικελία τον 5ο αι. παράλληλα με τη σικελική κωμωδία. Και αν πρόδρομος του είδους θεωρείται ο κωμικός ποιητής Επίχαρμος από τα σικελικά Μέγαρα (ακμή πρώτο μισό του 5ου αι.), η παγίωση του μίμου συνδέεται με τον Σώφρονα από τις Συρακούσες. Ο Σώφρων παρουσίαζε χαρακτήρες και καταστάσεις του καθημερινού βίου σε διαλογική-θεατρική μορφή και σε ένα είδος ρυθμικής πρόζας∙ λέγεται μάλιστα ότι ο Πλάτωνας θαύμαζε σε τέτοιο βαθμό τους κομψούς, καλογραμμένους μίμους του Σώφρονα με τη γλαφυρή σκιαγράφηση των ανθρωπίνων ηθών ώστε τους χρησιμοποίησε ως πρότυπο για τους διαλόγους του.
 
Αριστουργηματικά δείγματα ελληνιστικού μίμου αποτελούν τα διαλογικά ειδύλλια του Θεοκρίτου από τις Συρακούσες που απαθανατίζουν σκηνές από την καθημερινή ζωή και τους ταπεινούς της εκπροσώπους. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν και βουκολικοί μίμοι (Ειδ. 4 ο διάλογος μεταξύ δύο βοσκών, του Βάττου και του Κορύδωνα), οι αστικοί μίμοι του Θεοκρίτου με τη ζωηρή αναπαράσταση των ηθών αποτελούν τα γνησιότερα παραδείγματα της ρεαλιστικής αυτής τέχνης. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζει το Ειδ. 15 Συρακόσιαι ἢ Ἀδωνιάζουσαι όπου δύο λαϊκές γυναίκες της Αλεξάνδρειας, η Γοργώ και η Πραξινόη, πηγαίνουν να συμμετάσχουν σε μια γιορτή προς τιμήν του Άδωνη, απαθανατίζοντας ταυτόχρονα τη ζωή της ελληνιστικής μεγαλούπολης στα χρόνια των Πτολεμαίων [Θεόκριτος].
 
Ο μιμίαμβος είναι ένα υβριδικό λογοτεχνικό είδος ελληνιστικής επινόησης, το οποίο συνδυάζει τα χαρακτηριστικά του ιάμβου (ιππωνάκτειο ύφος και μέτρο, άσεμνο περιεχόμενο, σκωπτική διάθεση) με αυτά του μίμου (διαλογικό ποίημα μεταξύ δύο προσώπων με έντονη ηθογράφηση και θέματα αντλημένα από την καθημερινή ζωή). Ο Ηρώνδας (ή Ηρώδας) που άκμασε στα μέσα του 3ου αι. π.Χ. έγραψε μια συλλογή 8 μιμιάμβων σε θεατρική μορφή. Οι μιμίαμβοι αναπαριστούν σκηνές από την καθημερινότητα των φαυλοτέρων, η σκιαγράφηση χαρακτήρων και καταστάσεων είναι ακραία ρεαλιστική, η γλώσσα τολμηρή, ο τόνος άσεμνος. Ορισμένοι ανθρώπινοι τύποι που εμφάνιζε, όπως ο δούλος, η μαστροπός, ο προαγωγός, η ερωμένη, ο αυστηρός δάσκαλος και η λαϊκή γυναίκα συγγενεύουν με το είδος της Νέας Κωμωδίας και εμπνέονται από τους Χαρακτήρες του Θεοφράστου. Ερώτημα παραμένει αν οι Μιμίαμβοι του Ηρώνδα προορίζονταν για κάποιο είδος λαϊκής παράστασης ή απλώς για ανάγνωση. Η γοητεία τους ωστόσο άγγιξε ακόμη και τον Κωνσταντίνο Καβάφη που τους αφιέρωσε το ανέκδοτο ποίημά του «Οι Μιμίαμβοι του Ηρώδου».

Κείμενα:

· Θεόκριτος, Ειδύλλιο 2 (H γυναίκα που κάνει μάγια στον αγαπημένο της),
· Θεόκριτος, Ειδύλλιο 15 (Οι γυναίκες από τις Συρακούσες στο πανηγύρι του Άδωνη)
· Ηρώνδας, Ία. 3 (Ο κακός μαθητής),
· Ηρώνδας, Ία. 4 (Οι γυναίκες που επισκέπτονται τον ναό του Ασκληπιού)