Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ: Αποκρυπτογραφήσανε τη γραμματοσειρά στις συνταγές των ιατρών

Μπερδεύεστε κι εσείς με αυτά που γράφουνε οι ιατροί στις συνταγές φαρμάκων που σας δίνουνε; 

*Γιατί οι γιατροί έχουν τόσο άσχημο γραφικό χαρακτήρα;

Όλοι έχουμε σχολιάσει κάποια στιγμή τον ακαταλαβίστικο γραφικό χαρακτήρα του γιατρού στη συνταγή που μας έγραψε για κάποιο φάρμακο ή στις εξετάσεις που μας έγραψε να κάνουμε.

Είναι πραγματικά ένα φαινόμενο που είναι κοινό στους γιατρούς όλου του κόσμου, και όχι μόνο της Ελλάδας.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Πώς είναι δυνατόν όλοι οι γιατροί να έχουν τόσο κακό γραφικό χαρακτήρα Η απάντηση βρίσκεται στη ρουτίνα που ακολουθεί ένας γιατρός και με την οποία εμείς δεν είμαστε εξοικειωμένοι.

Ένα πρόβλημα για τους γιατρούς είναι ο όγκος των εγγράφων που ακολουθούν κάθε συνάντηση με έναν ασθενή. Πρόκειται για μια νομική απαίτηση: όλα όσα γίνονται πρέπει να τεκμηριώνονται.

Οι γιατροί γνωρίζουν πολύ καλά ότι η διαδρομή του χαρτιού καταλήγει σε κάποιο αρχείο, και το χαρτί αυτό δεν θα δει ποτέ ξανά το... φως. Αντιμετωπίζουν την όλη διαδικασία ως ύψιστη γραφειοκρατία, που αποτελεί εμπόδιο στην πραγματική δουλειά που θέλουν να κάνουν, και αυτή είναι η φροντίδα του ασθενούς και η σωστή μέθοδος θεραπείας του.

Οι γιατροί, επίσης, ξέρουν ότι αυτά που γράφουν προορίζονται για τα μάτια τα δικά τους και άλλων συναδέλφων τους ή άλλων επαγγελματιών στον χώρο της Υγείας (π.χ. για τους φαρμακοποιούς) και όχι για το κοινό.

Η γραφή τους είναι ως επί το πλείστον δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί από έναν τρίτο, επειδή δεν θα ήξερε τι να ψάξει ανάμεσα στις λέξεις που σημείωσε ο γιατρός. Όταν κάποιος γνωρίζει, για παράδειγμα, τα πιθανά φάρμακα ή την πιθανή αγωγή για μία πάθηση, τότε περιμένει να δει συγκεκριμένες λέξεις και ονομασίες στο χαρτί. Όσο κι αν αυτές είναι γραμμένες με ακαταλαβίστικο τρόπο, αν ξέρει κανείς τι αναζητά, τότε αυτό αποκαλύπτεται μπροστά του στο χαρτί.

Η αινιγματική ετυμολογία της λέξης "άνθρωπος"

Η ετυμολογία της λέξης «άνθρωπος» έχει αποτελέσει από τα αρχαία χρόνια ως σήμερα αντικείμενο διαφωνιών και διαφορετικές εκδοχές έχουν προταθεί στην πάροδο των χρόνων, πολλές από τις οποίες αστήρικτες. Ευτυχώς για μας σήμερα τα μυκηναϊκά αρχεία προσέφεραν πολύτιμες ενδείξεις για το πού πρέπει να αναζητήσουμε τη λύση. Στις μυκηναϊκές πινακίδες η λέξη εμφανίζεται με την αρχαϊκότερη φωνητικά μορφή της ως ἄνθρωκwος. Οι γλωσσολόγοι αμέσως επισήμαναν ότι ο χειλοϋπερωικός φθόγγος κw (qu) αποτελεί τον πρόδρομο του -π- της ιστορικής εποχής, σύμφωνα με μια εξέλιξη τυπική στις περισσότερες ελληνικές διαλέκτους μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών κέντρων: μπροστά από στρογγυλό φωνήεν οι χειλοϋπερωικοί φθόγγοι τράπηκαν κατά κανόνα σε χειλικούς. Πβ. qwolos > polos > πόλος, gwasileus > basileus > βασιλεύς.

Η μυκηναϊκή μορφή της λέξης δείχνει ξεκάθαρα ότι ήταν σύνθετη με δεύτερο συνθετικό τη ρίζα okw-, η οποία έδωσε ουσιαστικά όπως το ὄψ. ὄψις, ὄμμα < ὄπμα, ὀμμάτιον > μάτι, Αἰθίοψ (και άλλα παρόμοια σύνθετα όπως Μέροψ), τον παρακείμενο ὄπωπα του ὁρῶ κ.ά. Το πρώτο συνθετικό μοιάζει να αποτελεί μορφή της λέξης ἀνήρ, γενική τοῦ ἀν-δ-ρός. Εδώ το -δ- αναπτύχθηκε για λόγους ευφωνίας στις πλάγιες πτώσεις. Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε μια πρωταρχική μορφή *ἄνδρωπος, όπου το δ εξελίχτηκε σε θ, δηλαδή δασύνθηκε (d > dh > th > θ), πιθανότατα από επίδραση της δασείας του ὁρῶ (Kretschmer), με το οποίο συνδεόταν το δεύτερο συνθετικό. Εναλλακτικά η δασύτητα μπορεί να αναπτύχθηκε για λόγους εκφραστικότητας ή ταμπού (πβ. το σημερινό διάτανος αντί διάβολος). Αν ισχύουν τα παραπάνω, τότε η αρχική σημασία της λέξης ἄνθρωπος ήταν «αυτός που έχει την όψη άνδρα», όπου το άνδρας όμως αποκτά την γενικότερη σημασία του ανθρώπινου όντος, όπως συμβαίνει συχνά στον αρχαιοελληνικό λόγο. Την ετυμολογία αυτή ενισχύει η σπάνια λέξη δρώψ που διέσωσε ο Ησύχιος με τη σημασία «άνθρωπος». Εδώ είναι εμφανές το ευφωνικό -δ- που υπήρχε αρχικά στη λέξη, στο πρώτο συνθετικό. Το δεύτερο συνθετικό είναι πάλι από την ίδια ρίζα ὄκwς > ὄψ. Τι έγινε όμως με το πρώτο συνθετικό ἀνήρ και πήρε αυτή τη μορφή; Πρέπει να γυρίσουμε πολύ πίσω στην ιστορία της Ελληνικής, όταν υπήρχε ακόμη μια κατηγορία φθόγγων, τα λαρυγγικά. Αυτά άλλοτε τράπηκαν σε φωνήεντα και άλλοτε χάθηκαν. Έτσι μια αρχική μορφή *hner ακολούθησε δύο διαφορετικούς φωνητικούς δρόμους:
 
hner > aner > ἀνήρ και με ανάπτυξη ευφωνικού -δ- > ἀν-δ-ρός + ὄκwoς > ἄνδρωκwος > ἄνδρωπος > ἄνθρωπος, όπως εξηγήσαμε παραπάνω.
 
hner > ner > ανάπτυξη ευφωνικού -δ- >  νδρός + ὄκwς > νδρώψ > απώλεια του αρχικού ένρινου ν- > δρώψ (Ησύχιος).  Η φωνητική εξέλιξη δεν θα ήταν μοναδική. Πβ. λ.χ.:
 
μλαξ > μάλαξ και όλα τα παράγωγα (μέχρι τo σημερινό κοσμητικό επίθετο...). Αλλά:
μλαξ > μ-β-λαξ (ανάπτυξη ευφωνικού β) > βλαξ (απώλεια του αρχικού ένρινου).

Επίσης μλώσκω > μβλώσκω > βλώσκω (αλλά το αρχικό ένρινο που υπήρχε διατηρείται στον αόριστο ἔ-μολον). 

Μην κάνετε άσχημες σκέψεις γιατί τις προκαλείτε να συμβούν

Έχετε ποτέ σκεφτεί ότι οι σκέψεις που περνούν από το μυαλό μας ευθύνονται για όλα όσα συμβαίνουν στη ζωή μας ; Aυτό που σκεφτόμαστε είναι ουσιαστικά αυτό το οποίο ζούμε.

Η σκέψη μας επηρεάζει την συμπεριφορά μας , την διάθεση μας , τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα , τις πράξεις και τις αντιδράσεις μας στο περιβάλλον. Άρα αυτό που συμβαίνει στο μυαλό μας είναι η ζωή μας η ίδια!

Η δύναμη του μυαλού αποτελεί το δεύτερο δυνατότερο εργαλείο μας , μετά από την δύναμη της ψυχής η οποία μπορεί σε πολλές καταστάσεις να μας δώσει ακόμα και υπεράνθρωπη θέληση ή υπεράνθρωπες δυνάμεις. (π.χ σε περιπτώσεις κινδύνου). Πρέπει λοιπόν να είμαστε προσεχτικοί για το τι σκεφτόμαστε και πως το σκεφτόμαστε!

Σκεφτείτε ότι το μυαλό σας λειτουργεί σαν μια μονάδα αναπαραγωγής εικόνας. Οι εικόνες που προέρχονται από την σκέψη μας , πολλές φορές παίρνουν σάρκα και οστά μέσα στο μυαλό μας και είτε μας φοβίζουν, είτε μας δίνουν την δύναμη να δημιουργήσουμε , είτε μας εμπνέουν , είτε μας κάνουν να ονειρευόμαστε.

Οι αρνητικές σκέψεις μας δημιουργούν αρνητικές εικόνες και συνεπώς και αρνητικές αντιδράσεις τις οποίες και εκφράζουμε προς το περιβάλλον μας. Το ίδιο συμβαίνει και με τις θετικές μας σκέψεις που κάνουν ακριβώς την αντίθετη δουλειά , προς όφελος μας. Πως μπορούμε να κάνουμε ριζικές αλλαγές στη ζωή μας ; Έχετε αναρωτηθεί ποτέ ; Οι αλλαγές στην ζωή μας είναι εφικτές μόνο όταν μπορούμε να ελέγχουμε την σκέψη μας , να φιλτράρουμε τον αρνητισμό και να προβάλλουμε μόνο τα θετικά και την ομορφιά που περιέχει η ζωή μας. Αυτή είναι η δύναμη της σκέψης μας!

Μπορούμε λοιπόν, εκτός από θετικές σκέψεις να κάνουμε δημιουργικές σκέψεις. Να προγραμματίζουμε , να σχεδιάζουμε και να βάζουμε στόχους για το αύριο. Παράλληλα, με την δύναμη της δημιουργικής σκέψης μπορούμε άμεσα να επηρεάσουμε και τους γύρω μας. Μπορούμε να τους εμψυχώσουμε , να τους εμπνεύσουμε , να τους δώσουμε κίνητρα και να τους μεταδώσουμε ενέργεια και όραμα. Μπορούμε να εκπαιδεύσουμε τον εαυτό μας να σκέφτεται δημιουργικά. Ξεκινώντας από τα απλά , καθημερινά πράγματα που έχουμε στο πρόγραμμα μας , μπορούμε σε πρώτο στάδιο να οργανώνουμε τη σκέψη μας για το πως θα υλοποιήσουμε αυτά που έχουμε να κάνουμε.

Σε δεύτερο στάδιο , δημιουργικά , προσπαθούμε να βρούμε τρόπους για απλουστεύσουμε και να διευκολύνουμε τις καθημερινές μας υποχρεώσεις πράγμα που θα έχει σαν αποτέλεσμα την εξοικονόμηση του προσωπικού μας χρόνου που είναι απαραίτητος για την προσωπική μας βελτίωση.

Στο τρίτο στάδιο και αφού έχουμε λύσει κάποια από τα λειτουργικά προβλήματα της καθημερινότητας μας , μπορούμε να διοχετεύσουμε την δύναμη της σκέψης μας στο να οραματιστούμε τα επόμενα βήματα στην ζωή μας , στις προσωπικές μας σχέσεις στην καριέρα μας και στην οικογένεια μας.

Οι σκέψεις μας έχουν την ιδιότητα να περνούν και να αποθηκεύονται στο υποσυνείδητο μας το οποίο μπορεί να επηρεάσει την συμπεριφορά μας και τις αντιδράσεις μας. Οι σκέψεις μας έχουν την δυνατότητα , όπως είπαμε και πιο πάνω , να περάσουν και στο υποσυνείδητο των γύρω μας , όταν τις εκφράζουμε. Οι σκέψεις που έχουμε μοιραστεί με άλλους ανθρώπους , τους προδιαθέτουν θετικά ή αρνητικά απέναντι μας , τους δημιουργούν αισθήματα σεβασμού ή αγάπης , συναισθήματα θυμού. Οι σκέψεις μας δημιουργούν δράση και αντίδραση και στον ψυχικό μας κόσμο αλλά και στον κόσμο που μας περιβάλλει.

Ονειρευτείτε! Η δύναμη της σκέψης σας μπορεί να σας μεταφέρει σε κάποια υπέροχη στιγμή που νιώθατε ευτυχισμένοι , στην παραλία από το νησί των διακοπών σας ! Σας μεταφέρει ήχους , χρώματα , μυρωδιές , ανθρώπους….δεν είναι εντυπωσιακό ;

Oνειρευτείτε τώρα…πως θα θέλατε να είναι η ζωή σας , η σχέση σας , η δουλειά σας και σκεφτείτε το όσο πιο έντονα μπορείτε με όσο πιο πολλές λεπτομέρειες! Αυτή η σκέψη σας κάνει να νιώσετε όμορφα ; Αυτή η σκέψη σας δίνει κίνητρα να προσπαθήσετε να φτάσετε στο σημείο το οποίο ονειρευτήκατε ; Ναι! Πρέπει να την κάνετε καθημερινά αυτή τη σκέψη, ξανά και ξανά και ξανά!

Εγκαταστήστε λοιπόν ένα καινούργιο λειτουργικό στον εγκέφαλο σας που θα τον κάνει να σκέφτεται πάντα θετικά , θα αγνοεί τους φόβους και δεν θα τους μετατρέπει σε εικόνες , θα αγνοεί τις κακές σκέψεις για πιθανές αποτυχίες και θα τις μετατρέπει σε μια μεγάλη εικόνα επιτυχίας και αυτοπεποίθησης . Θα δείτε ότι με την πάροδο του χρόνου και η ζωή σας θα γίνει πιο όμορφη και θα πλησιάζει την ζωή που ονειρευτήκατε αλλά και η συμπεριφορά σας θα γίνει πιο αποτελεσματική και πιο αποδεκτή από το περιβάλλον σας.

Πολεμήστε τις κακές σκέψεις από την ρίζα τους και μην τις αφήνετε να ανεβαίνουν στην επιφάνεια. Στο χέρι σας είναι…ή μάλλον στο μυαλό σας!

Τίποτα στη ζωή δε γίνεται τυχαία

Μια Αρχαία Κινέζικη ιστορία λέει ότι μια αόρατη κόκκινη κλωστή συνδέει όλους εκείνους που προορίζονται για να συναντηθούν ανεξάρτητα από το χρόνο, τον τόπο, ή τις περιστάσεις. Το νήμα μπορεί να τεντώσει ή μπερδευτεί, αλλά ποτέ δεν σπάει… Πολλές φορές δύο επιφανειακά άσχετα μεταξύ τους γεγονότα που δεν μπορούν να ερμηνευτούν μπορεί να συνδέονται και να έχουν το νόημα τους. Οι περισσότεροι αυτό το ονομάζουν σύμπτωση, η τύχη. Ο Καρλ Γιούνγκ το ονομάζει συγχρονικότητα η αόρατο κοσμικό ιστό.

Πολλές φορές συμβαίνουν κάποια γεγονότα στη ζωή μας και που μας οδηγούν την κατάλληλη στιγμή στα κατάλληλα άτομα έτσι ώστε να προχωρήσουμε τη ζωή μας προς μια νέα σημαντική κατεύθυνση.

Οταν λειτουργούμε σαν όλα όσα μας συμβαίνουν έχουν ένα νόημα και ένα σκοπό, μαθαίνουμε σιγά σιγά την τέχνη της συγχρονισμού και τότε διαπιστώνουμε ότι δεν είμαστε μόνοι αλλά είμαστε προνομιούχα άτομα στα οποία προσφέρεται στήριξη, καθοδήγηση, έμπνευση και όλα αυτά που χρειαζόμαστε για να προχωρήσουμε προς την κατεύθυνση του σκοπού και του οραμάτων μας…

Οι Μαινάδες

DionusosGlentiΣτον Όμηρο ο Διόνυσος δεν είναι ακόμη Ολύμπιος, Στη ζωοφόρο του Παρθενώνα καταλαμβάνει μια θέση ανάμεσα στους καθισμένους θεούς περίπου μεταξύ του Όμηρου και της εποχής του Φειδία. Ο Διόνυσος, όποια κι αν ήταν η φύση του, είναι ένας μετανάστης θεός, που εισέρχεται στην Ελλάδα αργότερα από τους υπόλοιπους Ολύμπιους, από το Βορρά, από την Θράκη. Δεν έρχεται ασυνόδευτος, σαν καθώς πρέπει θεός που σέβεται τον τίτλο του. Πάντα τον ακολουθεί η θορυβώδης συντροφιά του από τους Σάτυρους και τις Μαινάδες και αυτό επίσης τον ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους θεούς.
Ο ίδιος ο θεός των θεών ο Δίας, ο Άρης, η Αθηνά, ο Ποσειδώνας δεν έχουν τέτοια ακολουθία. Αφού ο άνθρωπος φτιάχνει τους θεούς του κατ εικόνα του, είναι χρήσιμο και διασκεδαστικό να εξετάσουμε την φύση και τις λειτουργίες του Διόνυσου και της φασαριόζικης ακολουθίας του. Κατ αρχάς οι Σάτυροι είναι, τι άλλο θα μπορούσαν να είναι, παρά οι Σάτρες. Αυτοί οι Σάτρες – Σάτυροι έχουν πολλά χαρακτηριστικά με τους περισσότερο μυθολογικούς Κένταυρους.  Η μαρτυρία των μακεδονικών νομισμάτων είναι διδακτική. Αλλά εδώ σε αυτό το άρθρο θα επικεντρωθώ στις λιγότερο τερατόμορφες, από την συνοδεία του θεού Διόνυσου, τις Μαινάδες, μα σε επόμενο θα δούμε τους έκλυτους Σάτυρους-Σειληνούς / Κενταύρους.
Είναι πολύ πιο ευχάριστη, η συντροφιά από τις γυναίκες ακόλουθες του Διόνυσου, τις Μαινάδες. Αυτές οι Μαινάδες είναι τόσο αληθινές όσο και οι Σάτυροι. Ουσιαστικά ακόμη περισσότερο, γιατί κανείς ποιητής ή ζωγράφος δεν επιχείρησε ποτέ να τους αποδώσει οπλές, αυτιά και ουρές αλόγου. Όμως, τόσο επίμονη είναι η απέχθεια για κοινότοπα γεγονότα, ώστε συνεχώς μας λένε ότι οι Μαινάδες είναι καθαρά μυθολογικά πλάσματα και ότι τα όργια των Μαινάδων ποτέ δεν εμφανίστηκαν ιστορικά στην Ελλάδα.
Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε τις Μαινάδες ως το γυ­ναικείο απλώς αντίστοιχο των Σάτυρων. Οι Σάτυροι, αντιπροσωπεύουν πρωτόγονους υπόδουλους λαούς, αλλά οι Μαινάδες δεν αντιπροσωπεύουν απλώς τις γυναίκες της ίδιας φυλής. Το όνομά τους δεν είναι παρα­φθορά κάποιου φυλετικού ονόματος. Αντιπροσωπεύει μια ψυχική και σωματική κατάσταση, είναι σχεδόν ένα λα­τρευτικό επίθετο. Μαινάδα σημαίνει «τρελή γυναίκα»και οι Μαινάδες είναι γυναίκες-λάτρεις του Διόνυσου οποιοσ­δήποτε φυλής, κατειλημμένες, μανιασμένες, ή, όπως θα έ­λεγαν οι αρχαίοι, εμπνευσμένες από το πνεύμα του (έν­θεες).
Μαινάδα είναι μόνο ένα, αν και ίσως το πιο συνηθι­σμένο, από τα πολλά ονόματα που απευθύνονται σε αυτές τις γυναίκες λάτρεις. Στη Μακεδονία μας λέει ο Πλούταρχος τις αποκαλούσαν Μιμαλλόνες και Κλώδωνες, στην Ελλάδα Βάκχες, Βασσαρίδες, Θυιάδες, Ποτνιάδες και τα παρόμοια. Μερικοί από τους τίτλους μετατράπηκαν στα­διακά σε κύρια ονόματα, άλλοι παρέμειναν συνειδητά ε­πιθετικοί προσδιορισμοί. Κατά βάθος όλοι εκφράζουν την ίδια ιδέα, γυναίκες κατειλημμένες από το πνεύμα του Διό­νυσου. Ο Πλούταρχος στη χαριτωμένη πραγματεία του για τη «Δεισιδαιμονία» μας λέει πως όταν ο διθυραμβικός ποι­ητής Τιμόθεος έψελνε έναν ύμνο στην Άρτεμη, αποκαλούσε την κόρη του Δία έτσι:
«Μαινάδα, Θυιάδα, Φοιβάδα, Λυσσάδα.»
Μπορούμε να αποδώσουμε τους τίτλους ως Τρελή, Ορ­μητική, Ένθεη, Λυσσασμένη. Ο λυρικός ποιητής Κινεσίας, του οποίου τα άσματα ήταν αναμφίβολα διατυπωμένα σε λιγότερο οργιαστική γλώσσα, σηκώθηκε και είπε: «Εύχο­μαι να είχες μια τέτοια κόρη.» Η ιστορία μας διδάσκει δυο πράγματα. Αρχικά δείχνει ότι οι όροι Μαινάδα και Θυιάδα χρησιμοποιούνταν στην εποχή του Τιμόθεου ως ε­πίθετα, δεν είχαν ακόμη αποκρυσταλλωθεί σε κύρια ονό­ματα, και δεν αφορούσαν μόνο τις λάτρεις του Διόνυσου, αλλά οποιαδήποτε οργιαστική θεότητα.
Επιπλέον, το από­σπασμα καταμαρτυρεί σαφώς ότι οι μορφωμένοι άνθρω­ποι, προς το τέλος του πέμπτου αιώνα π.κ.ε., είχαν αρχίσει να θέτουν υπό συζήτηση τις διαμορφωμένες θεολογικές α­ντιλήψεις. Ωστόσο οι λατρευτικές τελετές και τα ακόμη περισσότερο λατρευτικά επίθετα απείχαν πολύ από την ά­ποψη των μορφωμένων. Ευτυχώς μπορούμε να αποδείξου­με ότι, σίγουρα το επίθετο Θυιάδα, και πιθανώς τα επίθε­τα Φοιβάδα και Μαινάδα, αφορούσαν όντως υπαρκτά ι­στορικά γυναικεία πρόσωπα. Το επίθετο Λυσσάδα, που σημαίνει «λυσσασμένη», δεν ήταν απίθανο να υπερισχύσει στην ποίηση. Ο χορός στις Βάκχες αυτοαποκαλείται «γοργά κυνηγόσκυλα της Λύσσας», αλλά ο τίτλος προφα­νώς δε θα είχε απήχηση στις σεβάσμιες δέσποινες.
Αρχίζουμε με τις Θυιάδες: Στους Δελφούς μαθαίνουμε τα περισσότερα για τη φύση και τη λατρεία τους, στους Δελφούς όπου ψηλά στον Παρνασσό ο Διόνυσος τελούσε τα όργια του. Αυτό δε μπορεί να το αρνηθεί ούτε ο Αι­σχύλος, αν και υποστηρίζει τον Απόλλωνα. Για τούτο βά­ζει την ιέρεια στην τελετουργική απαγγελία της των το­πικών δυνάμεων σχεδόν απρόθυμα να επιμαρτυρήσει:
«Και τις Νύμφες τις τιμώ
που κατοικούν εκεί όπου είναι το Κωρύκειο άντρο
το βαθύ, που το συχνάζουν τα πουλιά και μένουν οι θεοί.
Ο Βρόμιος βασιλεύει εκεί -κι ούτε που το ξεχνώ-
αφ’ ότου, θεός αυτός, οδήγησε σε πόλεμο τις Βάκχες
κι ύφανε θάνατο -λαγός σαν νάταν- του Πενθέα».
Ο Αισχύλος τείνοντας προς το μονοθεϊσμό, αποδε­χόταν πρόθυμα μόνο τις δύο θεότητες που ήταν ουσιαστι­κά μία, δηλαδή το Δία και
«Διός προφήτης δ’ έστί Λοξίας πατρός,»
τον Πατέρα και το Γιο, αυτούς και το γένος των αρχαίων χθόνιων θεοτήτων των οποίων ήταν οι διάδοχοι. Όμως η θρησκευτική παράδοση γνώριζε έναν άλλον μετανάστη, το Διόνυσο και ο Αισχύλος δεν μπορεί να τον αγνοήσει ε­ντελώς. Στα αετώματα του μεγάλου ναού παριστάνονταν ανάγλυφα, αναφέρει ο Παυσανίας, στο ένα άκρο ο Απόλλωνας, η Άρτεμις, η Λητώ και οι Μούσες, και στο άλ­λο άκρο η «δΰσις τε Ήλιου καί Διόνυσός τε καί αί γυ­ναίκες Θυιάδες.» Το τελετουργικό έτος στους Δελφούς ήταν χωρισμένο μεταξύ του Απόλλωνα και του Διόνυσου.
«Πρώτα στην προσευχή μου αυτή πιο πάνω απ’ όλους τους θεούς
βάζω τη Γαία, τη μάντισσα την πιο παλιά».
Τη Γαία, της οποίας οι διάδοχοι, η Θέμις και η Φοίβη, δεν είναι παρά μορφές δικές της. Ψηλότερα στην εικόνα είναι άλλες θεότητες υπερτιθέμενες αυτής της πρωτόγονης χθόνιας λατρείας. Ο Απόλλωνας και ο Διόνυσος δίνουν τα χέρια, ενώ γύρω τους είναι μια συντροφιά Μαινάδων και Σάτυρων. Δεν είναι σίγουρο ποιος θεωρείται πρωτοαφιχθείς, αλλά μάλλον είναι ο Διόνυσος, καθώς το ιερό κατοικείται ήδη από τους λάτρεις του. Η αμφίεση του έχει κάτι από την ασιατική λαμπρότητα σε σύγκριση με την ελ­ληνική απλότητα του Απόλλωνα. Ο καθένας φέρει τη χα­ρακτηριστική του ράβδο, ο Απόλλωνας ένα κλαδί δάφνης, ο Διόνυσος ένα θύρσο.
Στην παράσταση του αγγείου, που χρονολογείται γύρω στην αρχή του τέταρτου αιώνα π.κ.ε., όλα είναι ειρηνικά και αρμονικά και οι θεοί δίνουν τα χέρια. Το δελφικό ιε­ρατείο από παλιά παρουσίαζε δεξιοτεχνία στη συγκάλυψη ανώμαλων μεταβάσεων στην ιστορία της θεολογίας. Ο Α­πόλλωνας έπρεπε να παλέψει με το αρχαίο μαντικό ερπε­τό της Γαίας και να το σκοτώσει πριν καταλάβει το χώρο και είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάποια στιγμή υπήρξε διαμά­χη ανάμεσα στους λάτρεις του Απόλλωνα και σε αυτούς του Διόνυσου. Ένα πέπλο λήθης κάλυψε αυτό το πα­ρελθόν που δεν προσφερόταν για διαπαιδαγώγηση ή προπαγάνδα, άλλωστε το ίδιο έγινε αργότερα και με τους χριστιανούς.
Μια θρησκεία που κατακτά τους Δελφούς, ουσιαστικά κατακτά ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Πιθανότατα, τόσο στους Δελφούς όσο και στην Αθήνα, επιτελέστηκε το έργο της αναμόρφωσης, τροποποίησης, προσαρμογής της τραχιάς θρακικής λατρείας, μια διαδικασία αναγκαία για την ευνοϊκή εισαγωγή της νέας λατρείας στην πολιτισμένη Ελ­λάδα. Αν λοιπόν μπορούμε να βεβαιώσουμε την ιστορική ύπαρξη των Θυιάδων στους Δελφούς, δε χρειάζεται να αμφιβάλλουμε για την ύπαρξη αυτών, ή των αντίστοιχών τους, στη λατρεία του Διόνυσου σε άλλες περιοχές. Ο Παυσανίας, όταν ήταν στον Πανοπέα, προβληματί­στηκε γιατί ο Όμηρος ονόμαζε τον τόπο «καλλίχορον».
Αναφέρει ότι του το εξήγησαν οι γυναίκες που οι Αθη­ναίοι ονομάζουν Θυιάδες. Προσθέτει, προς αποφυγή πα­ρεξήγησης, ότι «αυτές οι Θυιάδες είναι γυναίκες από την Αττική που πηγαίνουν κάθε δεύτερο χρόνο μαζί με τις γυ­ναίκες από τους Δελφούς στον Παρνασσό και εκεί τελούν όργια προς τιμή του Διόνυσου. Καθ’ οδόν σταματούν να χορέψουν στον Πανοπέα, εξ ου και το επίθετο που του αποδίδει ο Όμηρος.» Βέβαια αυτός ο όμιλος ιερών γυναι­κών, αυτές οι Θυιάδες, είχαν και την επώνυμο πρόγονό τους, τη Θυία. Αυτή πιθανόν, είναι μυθολογική.
Ο Παυσανίας, αναφερόμενος στην προέλευση των Δελφών, λέει πως «Με­ρικοί πιστεύουν ότι υπήρχε ένας αυτόχθων άντρας ονόματι Καστάλιος και τον θέλουν να έχει για θυγατέρα του τη Θυία, η Θυία ήταν η πρώτη ιέρεια του Διόνυσου και τε­λούσε όργια για το θεό και λένε ότι μετά από εκείνη όσες καταλαμβάνονται από μανία προς τιμή του Διόνυσου αποκαλούνται Θυιάδες.»
(όσαι τώ Διονὐσω μαίνονται Θυιάδόας καλεϊσθαί φασιν ύπό άνθρώπων.) Αν «όσες καταλαμ­βάνονται από μανία προς τιμή του Διόνυσου» δεν είναι ουσιαστικά Μαινάδες, τότε τι άλλο μπορεί να είναι; Είναι ευτύχημα που ο Παυσανίας είδε και μίλησε για αυτές τις γυναίκες, γιατί διαφορετικά οι δηλώσεις του ότι μαίνο­νται στις ψηλότερες κορυφές του Παρνασσού προς τιμή του Διόνυσου και του Απόλλωνα θα θεωρούνταν απλώς μυθολογικές ιστορίες.
Ο Πλούταρχος ήταν ιερέας στη πατρίδα του τη Χαιρώνεια και βαθιά εξοικειωμένος με τις τελετουργίες των Δελφών. Μία καλή του φίλη, η Κλέα, ήταν «αρχηγός» των Θυιάδων στους Δελφούς. Τις αναφέρει πάνω από μια φορά. Γράφοντας στο Φαβωρίνο «περί της Πρώτης Αρχής για το Ψύχος» διατείνεται ότι το ψύχος έχει τις δικές του ιδιαίτερες ιδιότητες, πυκνότητα, σταθερότητα, ακαμ­ψία, και δίνει ως παράδειγμα το ψύχος της νύχτας έξω στον Παρνασσό.
«Έχεις ακούσει ο ίδιος στους Δελφούς πώς οι άνθρωποι, που ανέβηκαν στον Παρνασσό για να βοηθήσουν τις Θυιάδες, έπεσαν σε μια βίαιη χιονοθύελλα και τα παλτά τους πάγωσαν και έγιναν σαν ξύλα, ώστε, όταν τα τέντωσαν, θρυμματίστηκαν και κόπηκαν σε κομ­μάτια.» Τα θρυμματισμένα πανωφόρια μοιάζουν απόκρυ­φα, αλλά οι Θυιάδες που βρίσκονταν έξω στο ψύχος είναι πολύ αληθινές. Δεν αντιμετωπίζεις μια ορεινή χιονοθύελ­λα για να συντρέξεις τα μυθολογικά «πνεύματα της άνοι­ξης»
Ίσως έμαθε από τη φίλη του την Κλέα ο Πλούταρχος την ευχάριστη ιστορία των Θυιάδων και των γυναικών της Φωκίδας, που καταγράφει στην πραγματεία του «Γυναι­κών Αρεταί» .
«Όταν οι τύραννοι της Φωκίδας είχαν καταλάβει τους Δελφούς και διεξήγαγαν εναντίον τους το γνωστό ως Ιερό Πόλεμο, οι ακόλουθες του Διόνυσου που ονομάζονταν Θυιάδες αλλόφρονες, περιφέρονταν μακριά από την πε­ριοχή τους και χωρίς να το γνωρίζουν έφθασαν στην Άμ­φισσα. Όντας φοβερά εξουθενωμένες και χωρίς να έχουν βρει ακόμη τα λογικά τους, ξάπλωσαν στην αγορά για να κοιμηθούν εκεί όπου βρέθηκαν.
Τότε οι γυναίκες της Άμ­φισσας φοβήθηκαν μήπως, καθώς η πόλη τους ήταν σύμ­μαχος με τους Φωκείς και ο τόπος ήταν γεμάτος στρατιώ­τες των τυράννων, πάθουν κακό οι Θυιάδες. Άφησαν λοι­πόν τα σπίτια τους και έτρεξαν στην αγορά. Σχημάτισαν έναν κύκλο σιωπής γύρω τους και στάθηκαν εκεί χωρίς να τις ενοχλούν καθώς κοιμούνταν. Όταν ξύπνησαν, τις περιποιήθηκαν ιδιαίτερα, τους έφεραν τροφή και τελικά πήραν άδεια από τους συζύγους τους να τις συνοδεύσουν με ασφάλεια στο δρόμο τους ως τα βουνά.»
Αυτές οι Θυιάδες είναι το ιστορικό αντίστοιχο των Μαινάδων αμέ­τρητων αγγείων και ανάγλυφων, η ίδια μανία, η ίδια πλήρης εξουθένωση και ο καταγής ύπνος. Είναι οι ίδιες όπως στις Βάκχες του Ευριπίδη στις πλαγιές του Κιθαιρώνα:
«Κοιμοΰνταν όλες
με λυμένα απ’ τον κόπο τα κορμιά τους,
σε τούφα ελάτου αρμόζοντας τις πλάτες,
σε δρυόφυλλα άλλες χάμου το κεφάλι σεμνά-σεμνά ακουμπώντας…»
Από το σεβασμό που έδειξαν οι γυναίκες της Άμφισ­σας καταλαβαίνουμε ότι, ενώ οι Θυιάδες ήταν αληθινές γυναίκες, ήταν ταυτόχρονα κάτι παραπάνω από αληθινές.
Αυτό μας οδηγεί σε ένα άλλο λατρευτικό επίθετο που παραθέτει ο Τιμόθεος, «Φοιβάδα». Η Φοιβάδα είναι το γυναικείο αντίστοιχο του Φοίβου, επίθετο που έχουμε την τάση να το συσχετίζουμε αποκλειστικά με τον Απόλλωνα. Ο Απόλλωνας, ονομαζόταν Φοίβος λόγω της αγνής και ακτινοβόλου ομορφιάς της νιότης. Το επίθετο αφορά περισσότερο την αγνότητα παρά την ακτινοβόλο ομορφιά- και αν αφο­ρά την ομορφιά, τότε είναι η «ομορφιά της ιερότητας». Ο Πλούταρχος αναφερόμενος στην επωνυμία του Απόλλωνα κάνει την ακόλουθη ενδιαφέρουσα δήλωση:
«Οι παλαιοί, μου φαίνεται, ονομάζουν καθετί που είναι αγνό και καθαγιασμένο φοίβον, όπως ακόμη οι Θεσσαλοί -νομίζω- λένε ότι, όταν οι ιερείς τους ζουν σε απομόνωση κάποιες ορισμένες ημέρες, ζουν φοιβικά.» Το νόημα σε αυτό το απόσπασμα, που κυριολεκτικά δεν μπορούμε να το μεταφράσουμε, είναι σαφές. Η ρίζα της λέξης Φοίβος σήμαινε «σε κατάσταση τελετουργικής αγνότητας, ιερός κατά μια τελετουργική έννοια» και ως τέτοιος είναι έν­θεος και υπό την προστασία ενός θεού, ενός ταμπού. Ο Απόλλωνας πιθανόν να πήρε την προσωνυμία Φοίβος από το παλιό τάγμα γυναικείων θεοτήτων τις οποίες διαδέχτη­κε. Ήταν τρίτος στη διαδοχή μετά τη Γαία και τη Θέμιδα.
«Μια άλλη Τιτανίδα, κόρη της Γης,
η Φοίβη, κάθισε (στο μαντικό θρόνο)·
και δώρο αυτή γενέθλιο του Φοίβου του το δίνει.
Κι από τη Φοίβη πήρε το όνομά του αυτός.»
Ο Απόλλωνας, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, δεν πήρε το γενέθλιο δώρο του χωρίς ουσιαστικές εκχωρήσεις. Όχι απλώς πήρε το όνομα της αρχαίας Φοίβης, κόρης της Γης, αλλά και αναγκάστηκε, μισογύνης όπως ήταν πάντα, να εκφωνεί τις μαντείες του μέσω του στόματος μιας μαινόμενης ιέρειας, μιας Φοιβάδας. Ο Ηρόδοτος στο απόσπα­σμα που έχουμε ήδη παραθέσει, ορθά παρατηρεί ότι στην απομακρυσμένη χώρα των Βησσών, όπως και στους Δελ­φούς, οι χρησμοί εκστομίζονταν από μια ιέρεια. Η Κασ­σάνδρα ήταν μια ακόμη από εκείνες τις γυναίκες-μάντεις της Γαίας. Προφήτευε στο βωμό-ομφαλό της Θύμβρης, ένα ιερό που πήρε ο Απόλλωνας όπως και τους Δελφούς. Η μανία της κατά του Απόλλωνα δεν είναι απλά η πικρία της προδομένης παρθένας. Είναι η οργή της μάντισσας της πα­λιάς τάξης που αμφισβητήθηκε, απογυμνώθηκε από τη νέα. Σπάζει τη ράβδο της, σχίζει τις ταινίες της και φω­νάζει.
«Καί νϋν ό μάντις μάντιν έκπράξας έμέ.»
Η ιέρεια στους Δελφούς, αν και κατ’ ουσία μια Φοιβάδα, ονομαζόταν Πυθία, αλλά το επίσημο όνομα της ιέρειας Κασσάνδρας ήταν, όπως γνωρίζουμε, Φοιβάς
«ή Φοιβάς ήν καλοΰσι Κασσάνδραν Φρύγες.»
και ο τίτλος, «η τελετουργικά αγνή», δίνει μια πικρή ει­ρωνεία στα λόγια που εκφράζουν τη ντροπή της Εκάβης. Η λέξη Φοιβάδες ποτέ, από όσα γνωρίζω, δε χρησιμο­ποιείται για να προσδιορίσει τις Βάκχες, αν και πιστεύω ότι η χρήση της στους Δελφούς οφείλεται στην επίδραση του Διόνυσου, στην οποία επίσης οφείλεται και το επίθετο Ποτνιάδες. Στις Βάκχες όταν ο αγγελιοφόρος επιστρέφει από τον Κιθαιρώνα, λέει στον Πενθέα:
«Είδα τις μαινόμενες βάκχες, που σαν τρελές
τα λευκά μέλη γοργά κίνησαν φεύγοντας από δω.
Ήρθα, γιατί θέλω να πω σ’ εσένα και στην πόλη,
βασιλιά, πως απίστευτα πράματα κάνουν
και πιο πολύ από θαυμαστά.»
Οι «μαινόμενες βάκχες» (βάκχας ποτνιάδας) βρίσκο­νται σε ιερατική κατάσταση ιερής μανίας, από όπου και οι θαυμαστές μαγνητικές δυνάμεις τους. Ο Φώτιος δίνει μια περίεργη απόχρωση στο ρήμα με το οποίο συνδέονται οι «Ποτνιάδες». Λέει ότι κανονικά χρησιμοποιείται για να εκφράσει μια κατάσταση όπου μια γυναίκα «έχει πάθει κάποιο κακό και ικετεύει μια θεά» και «αν κάποιος χρη­σιμοποιούσε τη λέξη για άντρα, θα ήταν ανακριβής». Η φράση «κακόν τι πάσχη» μπορεί να σημαίνει μόνο ότι είχε καταληφθεί από τη θεά (ένθεος ή κάτοχος) και μπορεί να είχε κατά νου τις Μαινάδες και τις παρόμοιες λάτρεις. Τη μανία μπορεί να την προκαλέσει η Μητέρα των θεών ή ο Διόνυσος, ουσιαστικά κάθε οργιαστική θεότητα.
Ίσως υπάρξει η αντίρρηση ότι οι Μαινάδες δεν είναι ίδιες με τις Θυιάδες ή τις Φοιβάδες. Η άποψή μου είναι ότι είναι. Η ουσιαστική βάση της αντίληψης είναι οι γυναίκες- λάτρεις του θεού από αυτές δημιουργήθηκαν αργότερα οι μυθικές ακόλουθές του. Αυτή είναι η φυσική τάξη της μυθολογικής γέννησης. Ο Διόδωρος, όπως οι περισσότεροι σύγχρονοι μυθολόγοι, αντιστρέφει αυτή τη φυσική συνέχεια και η αντιστροφή αυτή είναι διδακτική.
Περιγράφοντας τη θριαμβευτική επιστροφή του Διόνυσου από τις Ινδίες λέει: «Και οι Βοιωτοί και οι άλλοι Έλληνες και οι Θράκες σε ανάμνηση τις ινδικής αποστολής καθιέ­ρωσαν τις διετείς θυσίες στο Διόνυσο και πίστευαν ότι σε αυτά τα διαστήματα ο θεός εμφανίζεται (Επιφάνεια-Θεοφάνεια) στους θνητούς. Έτσι σε πολλές ελληνικές πόλεις κάθε δεύτερο χρόνο συναντιούνται βακχικοί όμιλοι γυναικών και συνηθίζεται οι παρθένες να μεταφέρουν θύρσους και να μαίνονται προς δόξα και τιμή του θεού, και οι παντρε­μένες να λατρεύουν το θεό σε οργανωμένους θιάσους και να μαίνονται, και να γιορτάζουν με κάθε τρόπο την παρουσία του Διόνυσου κατ’ απομίμηση των Μαινάδων, οι οποίες λέγεται ότι συνόδευαν το θεό.» Ο Διόδωρος είναι ένα έξοχο παράδειγμα λανθασμένης μυθοπλασίας. Η μυ­θολογία εφευρίσκει ένα λόγο για κάποιο γεγονός, δε βα­σίζει ένα γεγονός σε μια φαντασίωση.
Καθόλου δεν αρνούμαστε ότι οι Μαινάδες έγιναν μυθι­κές. Όταν ο Σοφοκλής λέει:
«και στο ιερό δάσος του θεού με τους
αμέτρητους καρπούς, που ούτε ο ήλιος ούτε
ο άνεμος της θύελλας διαπερνά,
εκεί ο Διόνυσος περιδιαβαίνει συνέχεια
συνεπαρμένος από την ιερή του μανία
και πίσω του ακολουθούν οι θεές που τον
ανέθρεψαν,»
δεν αναφέρεται σε αυτό τον κόσμο και οι νύμφες που τον ανατρέφουν είναι «θεές» αλλά θεές που, όπως πάντα, εί­ναι κατ’ εικόνα του ανθρώπου που τις δημιούργησε.
Η δυσκολία και η ανακολουθία στις γνώμες όσον αφο­ρά την ύπαρξη των Μαινάδων οφείλονται κυρίως σε πα­ρανόηση λέξεων. Για μας Μαινάδα είναι κύριο όνομα, μια καθορισμένη και αποκρυσταλλωμένη προσωπικότητα το ί­διο και η Θυιάδα, αλλά στην αρχή δεν ήταν έτσι. Μαινάδα είναι η Μαινόμενη, Θυιάδα η Έξαλλη ή κάτι παρόμοιο, ούτως ή άλλως είναι επιθετικοί προσδιορισμοί. Μαινόμενη, Έξαλλη, Αγνή είναι απλώς τρόποι περιγραφής μιας ένθεης γυναίκας, και ο θεός είναι ο Διόνυσος.
Θυιάδα και Φοιβάδα διατηρήθηκαν ως λατρευτικά ονόματα, ενώ η Μαινάδα έτεινε να περάσει στη μυθολογία. Ίσως αυτό ήταν φυσικό. Όταν ένας λαός φτάνει σε υψηλό επίπεδο πολιτισμού, υπάρχει η τάση να μη θεωρείται η τρέλα, ε­κτός από τους ποιητές και τους φιλοσόφους, ως θεϊκή, ό­πως στ’ αληθινά είναι, έτσι τείνουν να αποβάλλουν το ε­πίθετο τρελός και η άχρωμη Θυιάδα γίνεται όλο και πε­ρισσότερο κύριο όνομα.
Πάντως το Μαινάδα, ως όνομα αληθινής ιέρειας, δεν είχε χαθεί εντελώς. Μια επιγραφή της εποχής του Αδριανού, που βρέθηκε στη Μαγνησία και τώρα είναι στο Τσινλί στην Κωνσταντινούπολη, παρέχει μια ενδιαφέρου­σα μαρτυρία. Αυτή η επιγραφή ιστορεί ένα μικρό θαύμα. Ένας πλάτανος καταστράφηκε από καταιγίδα και μέσα του βρέθηκε μια εικόνα του Διόνυσου.
Αμέσως έστειλαν μάντεις στους Δελφούς για να ρω­τήσουν τι πρέπει να γίνει. Η απάντηση ήταν αναμενόμενη. Οι Μαγνήσιοι είχαν παραλείψει να φτιάξουν «καλοχτισμένους ναούς» στο Διόνυσο και έπρεπε να επανορθώ­σουν. Για να γίνει αυτό σωστά έπρεπε να πάνε στη Θήβα και να πάρουν τρεις Μαινάδες από το γένος της Καδμείας Ινούς. Αυτές θα μάθαιναν στους Μαγνήσιους όργια και καλά έθιμα. Πήγαν στη Θήβα και έφεραν πίσω τρεις «Μαινάδες» των οποίων τα ονόματα δίνονται: Κοσκώ, Βαυβώ και Θεττάλη. Αυτές ήρθαν και ίδρυσαν τρεις θιά­σους ή ιερούς ομίλους σε τρία σημεία της πόλης. Βέβαια η επιγραφή είναι ύστερη· οι Βαυβώ και Κοσκώ είναι πιθανόν ορφικές, αλλά το κύριο θέμα είναι σαφές: στην εποχή του Αδριανού τουλάχιστον τρεις υπαρκτές γυναίκες ενός συγκεκριμένου γένους ονομάζονταν «Μαινάδες».
Είναι τόσο προκατειλημμένος ο σύγχρονος μελετητής, από μια σειρά α­ντιλήψεων-πεποιθήσεων βασισμένων στην Αθήνα της εποχής του Περι­κλή, από ιδέες περί τάξεως, νόμου, λογικής και ορίων, που έχει την τάση να απορρίπτει ως «μυθολογήματα» ο­τιδήποτε δεν ταιριάζει στη στερεότυπη και εμφυτευμένη αυτή πεποίθηση. Οι ά­ντρες και οι αδελφοί των γυναικών στις ιστορικές εποχές, μας λένε, δε θα άφηναν τις γυναίκες τους να μαίνονται στα βουνά, είναι αδιανόητο σε σχέση με την αυστηρή α­νατολίτικη απομόνωση των γυναικών της εποχής του Πε­ρικλή.
Ότι κάθε γυναίκα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να έχει την ελευθερία που είχε μια Μαινάδα είναι σίγουρα απίθανο, αλλά και μια Μαινάδα δεν ήταν η κάθε γυναίκα, επίσης πολλά μπορούν να ανεχτούν ακόμη και οι άντρες και οι αδελφοί, όταν επιβάλλονται από τη λατρευ­τική θεϊκή παράδοση. Οι άντρες, ακόμη και στη Μακεδονία, ό­που τα ήθη ήταν σίγουρα τραχύτερα, δεν αρέσκονταν στην τέλεση των βακχικών οργίων. Ο Βάκχος είναι βέβαιο πως δεν ήρθε για να φέρει ειρήνη, όπως εξ άλλου ούτε και ο Χριστός. Ο Πλούταρχος συμπεραί­νει ότι σε αυτά τα βακχικά όργια οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό η τεταμένη σχέση μεταξύ της μητέρας και του πα­τέρα του Μεγάλου Αλέξανδρου.
Είχαν δει ένα φίδι να κείτεται στο πλευρό της Ολυμπιάδας και ο Φίλιππος φοβήθηκε ότι ήταν μάγισσα, ή, ακόμη χειρότερα, ότι το φίδι ήταν φορέας κάποιου θεού. Μια άλλη εξήγηση, πιθα­νόν η σωστή, για την παρουσία των φιδιών ήταν, όπως μας λέει Πλούταρχος, ότι
«όλες οι γυναίκες αυτού του τόπου από παλιά επηρεάζονταν από τις ορφικές τελετές και τα διονυσιακά όργια και ότι ονομάζονταν Κλώδωνες και Μιμαλλόνες, γιατί σε πολλά μιμούνταν τις γυναίκες των Ηδωνών και των Θρακών γύρω από τον Αίμο, από τις ο­ποίες φαίνεται να προέρχεται η ελληνική λέξη θρησκεύειν, μια λέξη που χρησιμοποιείται για υπερβολικές και α­κραίες τελετουργίες. Η Ολυμπιάδα λοιπόν είχε περισσό­τερο ζήλο από όλες τις άλλες και τελούσε αυτές τις τελε­τές κατάληψης και έκστασης με πολύ βαρβαρικό τρόπο- εισήγαγε τεράστια εξημερωμένα ερπετά στις βακχικές συγκεντρώσεις, τα οποία ξεπρόβαλλαν από τον κισσό και τα μυστηριακά λίκνα και μπλέκονταν γύρω από τους θύρσους των γυναικών και τις ταινίες τους και κατατρόμαζαν τους άντρες.»
Πάντως, όσο και αν αντιπαθούσαν οι Μακεδόνες αυτά τα όργια, ήταν σαφώς πολύ φοβισμένοι για να τα στα­ματήσουν. Οι γυναίκες ήταν κατειλημμένες, μαγικές και επικίνδυνες για να τις καθοδηγήσεις. Σκηνές σαν αυτές που περιέγραψε ο Πλούταρχος, που όντως συνέβαιναν στη Μακεδονία, αναπαριστάνονται σε πλήθος αγγεία.
Η όμορ­φη μαινόμενη Μαινάδα από το κέντρο ε­νός κύλικα με λευκό φόντο από το Μόναχο είναι εξαί­ρετο παράδειγμα. Φορά το τυπικό ένδυμα Μαινάδας, τη νεβρίδα πάνω από τη συνηθισμένη ένδυση και φέρει το θύρσο, ουσιαστικά φέρει ολόκληρη την ενδυμασία (σκευή) του Διόνυσου. Όταν ο Πενθέας υποκρίνεται τη Βακχίδα, ακριβώς έτσι παρουσιάζεται- φορά το μακρύ πτυχωτό χι­τώνα και από πάνω την ποικιλόχρωμη νεβρίδα, τα μαλλιά πέφτουν ελεύθερα και στα χέρια έχει το θύρσο. Για μίτρα στο κεφάλι της η Μαινάδα έχει δέσει ένα μεγάλο φίδι.

Τα φίδια που ξεπροβάλλουν από την ιερή κίστη αναπαριστάνονται στην ομάδα νομισμάτων που είναι γνω­στά ως κιστοφόροι. Αυτά τα νομίσματα, τα οποία έχουν ομοιό­μορφο τύπο, σύμφωνα με τον Δρ. Ιμχούφ, προήλ­θαν από την Έφεσο λίγο πριν το 200 π.κ.ε., και εξαπλώθη­καν σε όλη την επικράτεια του Αττάλου του Πρώτου. Α­πεικονίζουν μια φάση της Διονυσιακής λατρείας στη Μι­κρά Ασία στενά συγγενική με εκείνη της Μακεδονίας.

Η Μακεδονία δεν είναι Αθήνα, αλλά οι μεταρρυθμί­σεις του Επιμενίδη, μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε, ότι και οι Αθηναίοι αδελφοί και σύζυγοι είχαν και εκείνοι τα προβλήματα τους. Ξανά ο Πλούταρχος είναι ο πληροφο­ριοδότης μας. Η Αθήνα κατακλυζόταν από δεισιδαιμονίες, φόβους και περίεργα φαινόμενα. Κάλεσαν από την Κρήτη τον Επιμενίδη, άντρα αγαπητό στους θεούς και ικανό στους τύπους της θρησκείας, κυρίως σε σχέση με ενθου­σιαστικές και μυστικές τελετές.  Έγινε φίλος με το Σόλωνα και η ουσία της θρησκευτικής του μεταρρύθμισης ήταν η εξής:
«απλοποίησε τις λατρευτικές τους τελετές και έκανε ηπιότερες τις τελετουργίες του θρήνου, εισάγοντας κά­ποιες μορφές θυσίας στην ταφική σοβαρότητά τους και καταργώντας τα σκληρά και βαρβαρικά στοιχεία στα ο­ποία είχαν εθιστεί οι γυναίκες. Αλλά το σοβαρότερο όλων ήταν ότι, με καθάρσεις και εξιλεώσεις και την εδραίωση λατρειών, καθαγίασε και καθοσίωσε την πόλη και την έ­κανε να υποβοηθά τη δικαιοσύνη και να τείνει περισσό­τερο προς την ενότητα.»
Σίγουρα το απόσπασμα δεν είναι τόσο σαφές όσο θα θέλαμε, αλλά οι λέξεις που χρησιμο­ποιεί, «κατοργιάσας» και «καθοσιώσας», μαζί με το γεγο­νός ότι ο Επιμενίδης ήταν ειδικός στις εκστατικές τελετές ώστε του δόθηκε το όνομα νέος Κούρης (Κούρος), καθώς και η ιδιαίτερη προσοχή στις τελετές των γυναικών, αν και αναφέρονται σε σχέση με την ταφή, καθιστούν αρκετά σα­φές ότι μερικές από τις βαρβαρικές υπερβολές σχετίζο­νταν με βακχικά όργια.
Αυτή η άποψη ισχυροποιείται ό­ταν θυμηθούμε πως πολλές από τις μεταρρυθμίσεις του ί­διου του Σόλωνα στρέφονταν κατά των υπερβολών των γυ­ναικών. «Καθόρισε», μας λέει ο Πλούταρχος, «τις εξό­δους των γυναικών, τα μοιρολόγια τους και τις γιορτές τους, απαγορεύοντας δια νόμου κάθε υπερβολή και ανα­ταραχή.» Μεταξύ αυτών των πληκτικών κανονισμών έρχε­ται και ο χαρακτηριστικός σύγχρονος τόνος ότι δεν πρέπει να βγαίνουν τη νύχτα «παρά μέσα σε άμαξα και με φως εμπρός τους.» Τη νυχτερινή έξοδο ήταν που δεν μπορούσε να αντέξει ο Πενθέας. Όταν μαθαίνει για τις διονυσια­κές τελετές, ρωτάει το θεό:
«Πενθέας: Και νΰχτα λειτουργάς, αλήθεια, ή μέρα;
Διόνυσος: Πιο τη νύχτα. Αγιοσέβαστο το σκότος.
Πενθέας: Κακή παγίδα αυτό για τις γυναίκες.»
Οι Μαινάδες επομένως είναι οι αλλόφρονες, καθαγιασμένες γυναίκες, αφιερωμένες στην λατρεία του θεού Διόνυσου. Αλλά είναι και κάτι ακόμη περισσότερο, φροντίζουν τον θεό, μιας και εμπνέονται απ αυτόν. όταν τις πρωτοσυναντάμε στον Όμηρο, είναι οι  “τροφοί” (τίθηναι) του. Ένα από τα χαμένα έργα του Αισχύλου είχε τον τίτλο “Διονύσου Τροφός” και ο Σοφοκλής, που τόσο συχνά εμπνεόταν από τον Όμηρο βάζει τον χορό αν λέει…
“εκεί θα με πάει ο γλεντοκόπος Διόνυσος με
τις νύμφες τις τροφούς τους.”
Στον Όμηρο, τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή μολονότι ο Διόνυσος έχει τις θεϊκές τροφούς του, δεν είναι νήπιο. Αφού δεν είναι πια παιδί γλεντά μαζί τους ως συνομήλικος. Ευτυχώς ο Πλούταρχος μας έχει αφήσει μια μαρτυρία ανεπαρκή αλλά σημαντική, για την αληθινή τελετουργία των Θυιάδων και από ‘κει μαθαίνουμε ό,τι λάτρευαν και πρόσεχαν όχι έναν ενήλικα θεό, αλλά ένα μωρό από την κούνια του.
Η λατρεία των γυναικών προς τον Διόνυσο Λικνίτη, το νήπιο στο λίκνο, αντανακλά ένα πρωτόγονο στάδιο κοινωνίας, μια εποχή κατά την οποία η κύρια συνειδητοποιημένη λειτουργία της γυναίκας ήταν η μητρότητα, (για την διαιώνιση του είδους) ενώ η περισσότερο πολιτισμένη αλλά λιγότερο στοιχειώδης λειτουργία της γυναίκας ως ύπαρξης, είχε ελάχιστα εξερευνηθεί. Ο Διόνυσος Λικνίτης ήταν ο γιός της Μητέρας του. Η λατρεία της Μητέρας και της Κόρης μας είναι γνωστή. Αντανακλά όχι τόσο τις σχέσεις μητέρας και κόρης, αλλά τα δύο στάδια στην ζωή μιας γυναίκας, της γυναίκας-κόρης και της γυναίκας-μητέρας. Η σχέση πατέρα και γιός, Δίας και Απόλλωνας αντανακλούν μια μετέπειτα εξέλιξη του πολιτισμού.
Έχει ενδιαφέρον να σημειώσω πως οι Μαινάδες – Θυιάδες δεν λατρεύουν μονάχα τον Λικνίτη, το νήπιο στο Λίκνο, αλλά και την μητέρα που το γέννησε τη Σεμέλη, κι αυτό επίσης στους Δελφούς. Η σχέση του Διόνυσου με τον πατέρα του τον Δία είναι ουσιαστικά ασήμαντη και τεχνητή. Ο Διόνυσος είναι παιδί της Μητέρας του “παιδί της Σεμέλης”.
..και προκύπτει το ερώτημα, “Ποιά είναι η Σεμέλη;”

Λίγες ακόμη πληροφορίες για την θηλυκή συνοδεία του θεού Διόνυσου Λικνίτη, Οι Μαινάδες διακρίνονται στην τέχνη, από τις άλλες γυναικείες μορφές. Στις αρχαίες ελληνικές αγγειογραφίες απεικονίζονται πολλές φορές να χορεύουν με Σειληνούς – Σατύρους, ή την ώρα που προσφέρουν θυσία στον Διόνυσο, ή κατά τη σκηνή της τιμωρίας του Πενθέα και του Ορφέα. Στην κλασική και μεταγενέστερη τέχνη, οι Μαινάδες απεικονίζονται επίσης μαζί με τη θεά Αφροδίτη και τον κύκλο της, ή μαζί με την Ειρήνη και τις Μούσες. Από τις γλυπτές αναπαραστάσεις των Μαινάδων ξεχωρίζουν δύο αγάλματα Μαινάδων που χορεύουν. Το ένα από αυτά, που φυλάσσεται στη Δρέσδη, σχετίζεται με τον γλύπτη Σκόπα, ενώ το άλλο ανάγεται στην Ελληνιστική Εποχή.
Οι Μαινάδες φορούσαν στεφάνια από κισσό, σμίλακα και νεβρίδες, ελαφριά φορέματα από δέρμα νεβρού (= ελαφιού). Διέτρεχαν τα βουνά και μπορούσαν να συναναστρέφονται με τα άγρια ζώα, τα οποία έπαιρναν στα χέρια τους και τα θήλαζαν. Λάτρευαν τον θεό με τραγούδια, με «μανικούς» χορούς και με κραυγές. Πάνω στον ενθουσιασμό τους μπορούσαν να ξεριζώσουν δέντρα και να σκοτώσουν δυνατά θηρία. Τόση ήταν η δύναμή τους, είναι γνωστό πως η ενεργοποίηση – έκσταση δίνει υπεράνθρωπες δυνάμεις. Κυνηγούσαν εξάλλου ζώα και έτρωγαν το κρέας τους ωμό. Ωστόσο, συνδέονται και με ειρηνικά έργα, όπως ο τρύγος και η οινοποιία, όπως αναπαριστώνται σε αγγειογραφίες.

Τα Συμπτώματα του Άγχους

11102888_10204859280539657_7445198967617483300_nΤρία είναι τα βασικά συμπτώματα του άγχους στους άντρες. Είναι σημαντικό να μπορεί κανείς να τα αναγνωρίσει, γιατί οι γυναίκες τα παίρνουν προσωπικά και συμπεραίνουν, κακώς, ότι η κατάσταση είναι χειρότερη απ΄ότι είναι στην πραγματικότητα.
      
Τα συμπτώματα είναι η απομάκρυνση, η γκρίνια και το κλείσιμο. Όταν εμφανιστεί ένα απ΄αυτά, η γυναίκα αισθάνεται συνήθως πως δεν την αγαπούν κι ότι τα πράγματα στη σχέση είναι άσχημα. Μια σωστή ερμηνεία των συμπτωμάτων ίσως βοηθήσει τη γυναίκα να ηρεμήσει και να υποστηρίξει το σύντροφό της, ώστε να αντιμετωπίσει το άγχος του και να ξαναβρεί την ισορροπία του.

Και στις γυναίκες υπάρχουν τρεις σημαντικές ενδείξεις άγχους, τις οποίες οι άντρες τείνουν να τις παίρνουν προσωπικά και να τις παρερμηνεύουν.

Τα συμπτώματα του άγχους στις γυναίκες είναι η καταβολή, οι υπερβολικές αντιδράσεις και η εξάντληση. Όταν μια γυναίκα είναι εκνευρισμένη, ο άντρας, αντί να βρει τρόπο πώς να τη στηρίξει, συνήθως εκνευρίζεται γιατί η γυναίκα του είναι εκνευρισμένη, και σίγουρα τα πράγματα χειροτερεύουν. Οι άνθρωποι, αναγνωρίζοντας τις αντιδράσεις τους στο άγχος και ερμηνεύοντάς τις σωστά, μπορούν να ηρεμούν περισσότερο και να μάθουν πώς να στηρίζουν καλύτερα το σύντροφό τους.

Μια Υγιής Σχέση
Επισημαίνουμε τις διαφορετικές αντιδράσεις που έχουμε στο άγχος, όχι για να δικαιολογήσουμε το σύντροφό μας, αλλά για να απελευθερώσουμε τον εαυτό μας και να μην παίρνουμε προσωπικά τις αντιδράσεις του. Μερικές φορές πρέπει να μας θυμίζει κανείς ότι, όταν η σχέση μας βασίζεται στην πραγματική αγάπη, στο πρόσωπο του συντρόφου μας βλέπουμε τον εαυτό μας. Μόνο μέσα από την ειλικρινή προσφορά βιώνουμε τη χαρά στη ζωή μας.

Όταν η αγάπη δεν είναι ευχαρίστηση, τότε δημιουργείται σύγχυση γύρω απ΄αυτήν. Όταν δημιουργεί δυσκολίες ή ένταση, τότε έχουμε την απαίτηση από το σύντροφό μας να φτιάξει την κατάσταση. Είναι πάρα πολλοί αυτοί που μπερδεύουν την αγάπη με την ανάγκη. Αντιστρέφουν τα πράγματα. Συμπεραίνουν ότι όταν σ΄αγαπούν πρέπει να ικανοποιούν τις ανάγκες σου. Στην πραγματικότητα, η υγιής σχέση βοηθάει και τους δύο να γιατρέψουν μόνοι τους τον εαυτό τους.

Η πραγματική χαρά μιας ξεχωριστής, στενής σχέσης ζευγαριού, είναι η ευκαιρία που έχουν οι δύο σύντροφοι να μοιράζονται και να χαίρονται, όταν όλα στη ζωή τους πάνε καλά, και να βοηθούν ο ένας τον άλλο, όταν χρειάζεται. Δεν είναι ρεαλιστικό να περιμένουμε από το σύντροφό μας να μας βοηθήσει να συνέλθουμε όταν χάνουμε την ισορροπία μας. Πολλές φορές ίσως μπορέσει, όμως δεν πρέπει να εξαρτιόμαστε από κείνον.

Η κατανόηση των διαφορετικών αντιδράσεων που έχουμε στο άγχος, μας δίνει μια εποικοδομητική προσέγγιση για να γιατρέψουμε τον εαυτό μας ή να στραφούμε στους γύρω μας ζητώντας τους να μας βοηθήσουν.

Φοβαμαι να αγαπήσω και να αγαπηθώ

Πολλές είναι οι στιγμές όπου κάτι μας κομπλάρει στο να αγαπήσουμε κάποιον ολοκληρωτικα αλλά και στην δυνατότητα να αντέξουμε να αγαπηθούμε.. αυτα τα δύο κατα την ταπεινή μου γνώμη, συνοδεύουν σαν πιστοί σύντροφοι, συχνά, το ένα το άλλο..

Η εγγύτητα στις σχεσεις μας, μας κάνει συχνά να νιώθουμε ευάλωτοι, τρωτοί.. πράγμα που δεν μας αρέσει καθόλου καθώς νιώθουμε ότι κινδυνεύουμε να χάσουμε την υποτιθέμενη αυτοκυριαρχία μας, τον εαυτό μας και πολλά άλλα σημαντικά για εμάς πράγματα. Δυσκολα μετουσιώνεται το “εγώ” στο “εμείς”. Δυσκολα αφηνόμαστε ελεύθεροι να νιώσουμε...

Συνήθως αυτό που καραδοκεί είναι ο φόβος, φόβος απόρριψης, φόβος να μην πληγωθούμε αν αγαπήσουμε πολυ, και στην προσπάθεια μας να μας προστατεύσουμε, βάζουμε φρένο στην αγάπη μας προς τους άλλους αλλά και φρένο στην αγάπη των άλλων προς τα εμάς.

Μπαίνουμε σε έναν φαυλο κύκλο όπου επειδή φοβόμαστε τα δυνατά μας συναισθήματα, δεν τα εμπιστευόμαστε και τρεμουμε να αγαπηθούμε για να να μην πληγώσουμε εμείς μετα τον άλλον ή απο τύψεις, σαν να μην το αξίζουμε..επειδή και εμείς φοβόμαστε να δώσουμε.

Καταλήγουν όλα να γίνονται τόσο μπερδεμένα και να βιώνονται τόσο έντονα και αναλυτικα που στο τελος βλέπουμε το δεντρο και χάνουμε το δάσος. Ο φόβος του να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε ενίοτε κρύβει και πολύ δυσάρεστα βιώματα που αν δεν τα δουλέψουμε θα καθορίζουν πάντα τη ζωή μας και μάλιστα εν αγνοία μας.

Συγκεκριμένα μου έρχεται στο μυαλό ένα παράδειγμα..' ένας νεαρός δυσκολευόταν πολύ να συνδεθεί συναισθηματικα με την κοπέλα που αγαπούσε τόσο πολύ. Καθε φορα που την ένιωθε πολύ κοντά του και έπρεπε να εξελιχθεί η σχέση τους όλο αυτό το πέταγε και φωναζε, έκλαιγε και έλεγε δεν μπορω, δεν αντέχω, δεν ξέρω τι στο καλό μου φταίει τι έχω κλπ..
Ο ίδιος δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που τον δυσκόλευε, πάντα διέλυε τις σχέσεις του ισχυριζόμενος τη μία ότι έκλεισε ο κύκλος, την άλλη ότι δεν ταιριάζανε, την άλλη οτι πιεζόταν αλλα ποτε δεν καταλάβαινε ότι το θέμα δεν ήταν 'έξω απο αυτόν αλλά εντός του. Τελικά αγανάκτησε, έπεσε, έκλαψε πόνεσε και μπήκε σε θεραπεία για να δει γιατι δεν προχωράει.

Κατέληξε ότι πενθούσε.. πενθούσε ακόμα την μητέρα του που την είχε χάσει εδω και 10 χρόνια. Ετρεμε να συνάψει στενη σχεση καθώς φοβόταν ασυνείδητα μην ξαναβιώσει πόνο και θλίψη. Τραυματικη εμπειρία που αν και του συνέβη σε μεγάλη ηλικία, δεν 'έδωσε χωρο και χρονο στον εαυτό του για να πενθίσει με αποτελεσμα να το κουβαλά πάντα και αυτό να του μπλοκάρει τη ζωη.

Ενίοτε ο φόβος του να αγαπήσω και να αγαπηθώ σχετίζεται και με ψυχοπαθολογικές καταστάσεις όπως διάφοροι τύποι διαταραχών στη δομή της προσωπικότητας, ωστόσο,. προσωποκεντρικά πάντα μιλώντας και με έμφαση στον άνθρωπο και όχι στην διαταραχη, αυτό που πολύ καθαρα μπορούμε να πούμε είναι ότι το άτομο που δεν μπορεί και φοβάται αυτα τα δυνατα συναισθήματα, θα ψάξει για βοήθεια και θα πάρει τη ζωή στα χέρια του μόνον όταν πέσουν οι άμυνές του, όταν μπορέσει να βιώσει την θλίψη και τον πόνο του..τότε μόνο θα μπορέσει να ξαναγεννηθεί, θα μπορέσει να δει βαθιά μέσα του πώς δεν αξίζει ο φόβος θανατου,απόρριψης,λύπης κλπ να με κρατα δέσμιο και να με αποτρέπει να ζήσω όπως λαχταρω. Γιατι κακα τα ψέματα όλοι θελουμε να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε.

Αλλοι πάλι κουκουλώνουν τόσο καλα και με τόση μαεστρία τον φόβο του να αγαπηθούν που ισχυρίζονται ότι η αγάπη ζει ελεύθερη δεν φυλακίζεται κλπ… μιλούν για μια Θεική αγάπη αλλά ξεχνούν πώς οι ίδιοι είναι άνθρωποι. Επιδιώκουν συνήθως πολύ ελεύθερες σχέσεις, αυτοαποκαλούνται ταπεινοί διανοούμενοι της αγάπης και ισχυρίζονται ότι αγαπούν όλον τον κόσμο και μάλιστα ανευ όρων, ενω ταυτόχρονα τρομάζουν να δουν πόσο άδειοι και δυστυχισμένοι μπορεί να είναι κρυμμένοι πίσω απο τις θεωρίες αγάπης.... αυτα τα άτομα δύσκολα θα ταρακουνηθούν, δύσκολα θα μπορέσουν να βιώσουν την εσωτερικη τους μοναξιά. Θα προσπαθούν πάντα να φτάσουν αυτο το τελειο και ιδανικο συναίσθημα της αγάπης που ζει ελευθερο, δίχως να απαιτεί το παραμικρό, αγάπη δίχως όρια κλπ.

Όντως έτσι είναι η αγάπη...ας θυμόμαστε όμως πως είμαστε άνθρωποι..και ως ανθρωποι έχουμε ανάγκη και να αγαπάμε αλλά και να μας αγαπούν.. αν είναι να φιλοσοφείς τόσο την αγάπη και όλη τη μερα να την υμνείς ξεχνώντας να τη ζεις στην πράξη, καλύτερα αναρωτήσου τι είναι αυτό που σε τρομάζει να δεθείς και να γίνεις ενα με αυτην.. το θεμα εν κατακλείδι, δεν είναι το «να με αγαπούν» αλλα το θεμελιώδες ερώτημα.. αν το αντέχω…

Αυτή η Βαθιά Σιωπή

Η Αντίληψη Από την Φύση της Είναι Ελεύθερη, Απεριόριστη κι Αιώνια…

Κι όταν Αυτή η Αντίληψη ενσαρκώνεται στο σώμα, και γεννιέται ο άνθρωπος,
Δεν χάνει την Φύση της.

Το ότι η Αντίληψη είναι κάτι διαφορετικό και ξεχωριστό από το σώμα κι απλά «συνδέεται» και λειτουργεί μέσα στο σώμα αποδεικνύεται εμπειρικά (μπορούμε να εξηγήσουμε «πως» σε όποιον ενδιαφέρεται…).

Η Αντίληψη «Εδρεύει» στην κορυφή του κεφαλιού και Διοχετεύεται σε ολόκληρο το σώμα. Στις διάφορες περιοχές του σώματος (και μέσα από συγκεκριμένα «όργανα») έχει διάφορες δραστηριότητες (επιτελεί διάφορες «λειτουργίες»)… Στο πρόσθιο μέρος του εγκεφάλου «γίνεται» σκέψη, κλπ.

Η Αντίληψη «Λειτουργεί» μέσα στον άνθρωπο σαν Υπόστρωμα Επίγνωσης για ό,τι γίνεται αντιληπτό, είναι παρούσα σε όλες τις λειτουργίες και δραστηριότητες του ανθρώπου… τις Υποστηρίζει αλλά δεν ταυτίζεται απόλυτα μαζί τους.

Έτσι η Αντίληψη Υπάρχει στο Βάθος της Ύπαρξής μας σαν Καθαρή Αντίληψη και σαν Υποστήριγμα κάθε δραστηριότητας και ταυτόχρονα χωρίς να χάνει την Φύση της και χωρίς να ταυτίζεται με τις επιμέρους λειτουργίες της γίνεται σκέψη μέσα στον εγκέφαλο, συναίσθημα (συγκίνηση), αισθήσεις και σωματικές δραστηριότητες ( στα εγκεφαλικά νεύρα, στο περιφερικό νευρικό σύστημα και στο σώμα).

(Για να κατανοήσουμε την «Σχέση» Φύσης-Δραστηριότητας, μπορούμε να δούμε την σχέση του Νερού με την «κίνησή» του – άλλο είναι η «ουσία» του νερού κι άλλο είναι η «κίνησή» του…).

Όταν η Αντίληψη περιορίζεται στην περιοχή του εγκεφάλου, όταν δηλαδή παραμένει Αντίληψη (στην Φύση της) και ταυτόχρονα γίνεται σκέψη (στην δραστηριότητά της), αναδύεται η αντίληψη μιας ξεχωριστής ύπαρξης (μιας οντότητας), που λειτουργεί σαν υποκείμενο απέναντι στον κόσμο. Δημιουργείται δηλαδή ένας περιορισμός κι ένας διαχωρισμός από τον κόσμο… γύρω από το ψυχολογικό κέντρο του υποκειμένου συσσωρεύονται γνώσεις, εμπειρίες, δραστηριότητες και οικοδομείται σιγά-σιγά το «εγώ»…

 Στην πραγματικότητα είναι η Αντίληψη που περιορίζεται που γίνεται σκέψη κι είναι η σκέψη που δημιουργεί όλα τα υπόλοιπα… όλα είναι σκέψη, η αντίληψη μιας οντότητας, το υποκείμενο, το εγώ, το περιεχόμενο του σκεπτόμενου εγώ, η γνώση, η μνήμη, οι εμπειρίες, όλα είναι σκέψη.

Όταν λοιπόν η Αντίληψη περιορίζεται στο κεφάλι, στη λειτουργία της σκέψης, στη σκέψη, αισθανόμαστε περιορισμένοι, εδώ στο σώμα, κι ο κόσμος είναι «εκεί έξω»… κινούμαστε μέσα σε αυτόν (αλλά είναι πάντα «έξω»).

Όσο κι αν προσπαθούμε – μέσα στον εγκέφαλο, μέσα από την σκέψη – ό,τι κι αν κάνουμε, δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τον περιορισμό, τον διαχωρισμό από τον κόσμο… την αίσθηση της μικρότητας και της ανημποριάς μέσα στον απέραντο κόσμο και στο (συχνά) εχθρικό κοινωνικό περιβάλλον (που είναι δήθεν πολιτισμένο, αλλά στην πραγματικότητα είναι ζούγκλα) και στις «ανάγκες» της επιβίωσης.

Τελικά, τι «νομίζετε» πως είναι η «Φώτιση»;

Η Φώτιση είναι η Απελευθέρωση της Αντιληπτικής Ενέργειας από τον εγκέφαλο, από τον χώρο όπου εκδηλώνεται η σκέψη και δημιουργούνται οι ψευδαισθήσεις της ατομικότητας, του υποκειμένου, του εγώ και των «εμπειριών» του…

η Ανύψωση της Αντίληψης στο ανώτερο κέντρο της, από όπου αντιλαμβανόμαστε με ένα τελείως διαφορετικό τρόπο κι από όπου «χειριζόμαστε» τις δραστηριότητες της Αντίληψης στα διάφορα κέντρα του σώματος με ένα τελείως διαφορετικό τρόπο…

κι όπου ανοίγονται πλέον όλοι οι Ορίζοντες της Ύπαρξης…
Χρειάζεται η Αντίληψη να απελευθερωθεί από όλες αυτές τις νοητικές δραστηριότητες (στον μετωπικό εγκέφαλο) – τελείως – και να υπάρξει Απόλυτη Σιωπή, για να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι Υπάρχει Μια Εμπειρία, Μια Κατάσταση Ύπαρξης και Δράσης πέρα από την σκέψη.

Μέσα στη Σιωπή – της νοητικής δραστηριότητας - υπάρχει μονάχα η Αντίληψη (που Επανέρχεται σιγά-σιγά στην «Έδρα» της)… Μια Αντίληψη που «Απελευθερώνεται» που Επεκτείνεται και τα Αγκαλιάζει Όλα…

Υπάρχει Εδώ Απεριόριστος Χώρος όπου Υπάρχουμε κι Υπάρχουν Όλα, σε μια Αληθινή Ενότητα, όπου δεν υφίσταται πλέον κανένας διαχωρισμός (ούτε «ξεχωριστή ατομικότητα», ούτε υποκείμενο-αντικείμενο, ούτε εγώ, ούτε εμπειρίες του εγώ, μνήμες, γνώσεις, αντιλήψεις, κρίσεις… τίποτα. Έχουμε Ένα Καθαρό Όραμα της Ύπαρξης, του Κόσμου, που τα περιλαμβάνει όλα.

Υπάρχει μια Βαθύτερη Σύνδεση με Όλα. Είναι η Ενότητα που Μετουσιώνεται σε Αγάπη και καθώς (μέσα από την Ενότητα και μέσα από την Ενεργό Αγάπη, καταλύεται κάθε «διαχωρισμός») δεν υπάρχουν διαχωρισμοί, δεν υπάρχει απόσταση με τα πράγματα, τα νοιώθεις, τα αγγίζεις, συμμετέχεις στην ύπαρξή τους… νοιώθεις την απεραντοσύνη του ουρανού, κυματίζεις με την θάλασσα, ανυψώνεσαι μαζί με το πουλί που πετά ψηλά, είσαι το άρωμα του λουλουδιού, είσαι το κάθε τι, είσαι ένα με όλα…

Χρειάζεται, η Αντίληψη να απελευθερωθεί από όλες τις νοητικές δραστηριότητες, να Υπάρχει ΑΥΤΗ Η ΒΑΘΙΑ ΣΙΩΠΗ, για να είσαι Ελεύθερος, να Είσαι το Όλο, η Ενότητα, Όλα τα πράγματα.

Χρειάζεται, η Αντίληψη να Ελευθερωθεί, να Είναι Ελεύθερη για να Κατανοήσει τι Είναι Ελευθερία.

Χρειάζεται, η Αντίληψη να Είναι Ολότητα για να Κατανοήσει τι Είναι Ολότητα.

Χρειάζεται, η Αντίληψη, να Είναι Ενοποιημένη για να Κατανοήσει τι Είναι Ενότητα της Ύπαρξης.

Χρειάζεται, να τα Νοιώσουμε Όλα Αυτά, να Έχουμε Πραγματική Εμπειρία τους, για να Κατανοήσουμε τι Είναι Όλα Αυτά.

Μιλάμε για Ύπαρξη και Δραστηριότητα της Αντίληψης, για «Κατάσταση» της Αντίληψης πέραν της σκέψης. Εδώ που υπάρχει Μόνο Αντίληψη, Όραμα του Κόσμου σαν Ενότητας, Πραγματική Ζωή.

(Μιλάμε για Μια Αντίληψη που Είναι Μόνο Αντίληψη, κι όπου δεν υπάρχει «παρατηρητής», «υποκείμενο», «κάποιος να έχει εμπειρία»… Κι όταν χρησιμοποιούμε την σκέψη, το συναίσθημα, το σώμα, τις υλικές δραστηριότητες, το κάνουμε χωρίς να απορροφιόμαστε σε αυτές τις λειτουργίες, χωρίς να «χανόμαστε»…).
.
Γνωρίζουμε πως κάποιοι φίλοι θα έχουν απορίες…

Κάποιοι νομίζουν πως όλη η ύπαρξή τους είναι η σκέψη – δεν γνωρίζουν άλλο τρόπο να «υπάρχουν» - και νομίζουν πως αν σταματήσει η σκέψη θα βρεθούν σε κάποιο υπαρξιακό κενό, κι είναι φυσικό να «αντιδρούν» σε μια τέτοια προοπτική…

Είναι όμως έτσι;

Η Αντίληψη Είναι όχι μόνο κάτι διαφορετικό από την σκέψη και το σώμα… αλλά είναι επίσης η «γενική επίγνωση» που είναι παρούσα σε όλα, σε όλες τις δραστηριότητες.

Όταν σταματά η σκέψη η Αντίληψη Εξακολουθεί να Υπάρχει και να Λειτουργεί (πλέον) σε ένα Βαθύτερο Επίπεδο.

Θυμηθείτε το παράδειγμα με το Νερό και την Κίνησή του… Το Νερό, σαν Ουσία, (και σαν Φύση με όλες τις ιδιότητές της), δεν χάνεται όταν σταματά η κίνηση… Το ίδιο γίνεται και με την Αντίληψη και την σκέψη (που είναι απλά μια «κίνηση» της Αντίληψης)… Κι όπως το Νερό απελευθερώνεται από την κίνηση και μένει ήσυχο στην ουσία του, στη φύση του… έτσι κι η Αντίληψη, απελευθερώνεται από τις κινήσεις της και Μένει Ήσυχη στην Ουσία της, στην Φύση της…
.
Είναι όλα αυτά κατανοητά;

Μετά, αν όλα αυτά είναι κατανοητά, ποιο είναι το επόμενο βήμα;

Σε αγαπώ και σε μισώ ταυτόχρονα...

Η αμφιθυμία στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις

Όλοι κάποιες φορές έχουμε βιώσει μέσα σε μια σχέση αντίθετα μεταξύ τους συναισθήματα ή επιθυμίες, που οφείλονται στην ύπαρξη μιας εσωτερικής σύγκρουσης. Ο βαθμός και η ένταση αυτών των αντίθετων μεταξύ τους συναισθημάτων μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη της σχέσης και την αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο συντρόφων.

Η αμφιθυμία οφείλεται στην ανικανότητα επίλυσης εσωτερικών συγκρούσεων που οδηγεί σε μια έλλειψη της παρουσίας, ενώ ένας συνηθισμένος τρόπος έκφρασης είναι η σύγχυση. Η αμφιθυμία και η σύγχυση θα μπορούσαν προσωρινά, σε μια φάση της σχέσης, να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε σχέση, ενώ το άτομο χρειάζεται λίγο χρόνο να επιλύσει αυτή την αντίθεση ή να αναζητήσει νέες πληροφορίες που θα το βοηθήσουν να επιλύσει αυτή την εσωτερική σύγκρουση που βιώνει.

Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις η αμφιθυμία γίνεται μια χρόνια αντίδραση του ατόμου μέσα στις στενές διαπροσωπικές του σχέσεις με αποτέλεσμα να εμφανίζει μια σύγχυση που εκδηλώνεται ως μια αμυντική στάση απέναντι στις σχέσεις και το άτομο αναζητά ατρόπους να προστατεύσει τον εαυτό του, προσπαθώντας να μην είναι απόλυτα παρόν μέσα στις σχέσεις τους. Η σύγχυση που εκφράζει και γίνεται μια συνήθεια το οδηγεί στην ενίσχυση της αίσθησης ότι είναι αβοήθητο. Η αμφιθυμία εμποδίζει το άτομο από τη σύναψη βαθύτερων διαπροσωπικών σχέσεων.

Μια χρόνια μορφή αμφιθυμίας συνήθως δημιουργεί μια σχέση που ο ένας σύντροφος χαρακτηρίζεται ως μη δεσμευμένος και ο άλλος ως άτομο που θέλει τη δέσμευση. Ο κάθε σύντροφος θα αναπτύξει συμπεριφορές που θα σχετίζονται με τη σύγκρουση που βιώνει στην προσπάθειά του να φέρει πιο κοντά του ή να απομακρύνει τον σύντροφό του. Ο κάθε σύντροφος υιοθετεί δηλαδή ένα συγκεκριμένο ρόλο στη σύγκρουση που συμβάλλει στη διατήρηση ή στη διακοπή της σχέσης, ενώ κινείται ανάμεσα στα δύο άκρα ενός δίπολου. Έτσι, το άτομο σκέφτεται: «ναι, θέλω να είμαι περισσότερο μαζί σου και ταυτόχρονα, όχι, δεν θέλω να είμαι περισσότερο μαζί σου. Ναι, θέλω να σε βλέπω, αλλά ταυτόχρονα, όχι, δεν σε αντέχω. Ναι, σε θέλω, όχι, δεν γίνεται να σε θέλω, δεν σε θέλω».

Τα αμφίθυμα συναισθήματα που βιώνει το άτομο μέσα σε μια σχέση το οδηγούν σε διαφορετικές κατευθύνσεις και σε σύγχυση, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια αίσθηση αβεβαιότητας και μη δυνατότητας πρόβλεψης της εξέλιξης της σχέσης, καθώς και μη σταθερότητας και εμπιστοσύνης. Αυτή η αίσθηση εντείνει ακόμη περισσότερο τα αμφίθυμα συναισθήματα κάνοντας το άτομο να νιώθει: σ? αγαπώ αλλά και σε μισώ, θέλω να μείνω αλλά θέλω και να φύγω.

Μια σχέση με έντονα αμφίθυμα συναισθήματα συνήθως βιώνει πολλούς χωρισμούς και διακοπές, ενώ τα άτομα δεν λαμβάνουν ευχαρίστηση και ασφάλεια από αυτή τη σχέση. Μέσα σε μια τέτοια σχέση είναι δύσκολο οι δύο σύντροφοι να νιώσουν άνετα, να είναι ο εαυτός τους και να είναι ανοιχτοί ο ένας στον άλλο. Όταν έρχονται αντιμέτωποι με την πιθανότητα διάλυσης της σχέσης τους, πιστεύουν ότι φτάνοντας στα άκρα και προκαλώντας το τέλος της σχέσης ο άλλος θα αρνηθεί ή θα τους ζητήσει να γυρίσουν πίσω.

Ο κάθε σύντροφος κρατά κρυφές ορισμένες πτυχές του εαυτού του με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια απόσταση, να μην έρχονται πολύ κοντά συναισθηματικά και να αυξάνεται το άγχος και η αγωνία για την πιθανότητα χωρισμού. Το ζευγάρι με αμφίθυμα συναισθήματα μπαίνει μέσα σε ένα φαύλο κύκλο, που χαρακτηρίζεται από ανασφάλεια, έλλειψης σταθερότητας και εμπιστοσύνης, καθώς και μια συναισθηματική απόσταση που δεν επιτρέπει την εξέλιξη μιας βαθιάς σχέσης.

Μέσα σε μια αμφίθυμη σχέση, ο σύντροφος που αναζητά τη δέσμευση νιώθει πληγωμένος και βιώνει την απόρριψη από τον άλλο σύντροφο. Αισθάνεται ότι δεν είναι αρκετά καλός για τον άλλο και δεν μπορεί να τον ικανοποιήσει και να ανταποκριθεί στις επιθυμίες του. Ο σύντροφος που κουβαλά περισσότερη αβεβαιότητα και ανασφάλεια νιώθει ένοχος που δεν είναι ικανός να προσφέρει περισσότερα μέσα σε αυτή τη σχέση και δυσκολεύεται αρκετά να εκφράσει τα πραγματικά του συναισθήματα. Και οι δύο σύντροφοι νιώθουν ότι βρίσκονται μέσα σε σχέση που δεν είναι ακριβώς αυτό που θέλουν, αλλά δεν θέλουν και να τελειώσει η σχέση.

Συνήθως, τα άτομα ασχολούνται με τον αποχωρισμό, είτε γιατί επιθυμούν τον αποχωρισμό είτε επειδή τον φοβούνται. Αυτό δημιουργεί μια έντονη ανησυχία και δυσαρέσκεια στους συντρόφους καθώς και μια έντονη στέρηση και άγχος, νιώθοντας ότι βρίσκονται μέσα σε μια σχέση που δεν τους ταιριάζει. Το άτομο που συνήθως συνάπτει τέτοιου είδους σχέσεις θα πρέπει να βρει τρόπους να επιλύσει τις εσωτερικές συγκρούσεις που εμποδίζουν τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις, τη λήψη αποφάσεων, την έκφραση των συναισθημάτων και την ικανότητα να είναι παρόν στη σχέση.

Στη ρίζα της αμφιθυμίας βρίσκονται θέματα που συνδέονται με τη δέσμευση και τον αποχωρισμό, με τα οποία θα πρέπει να ασχοληθεί το άτομο, ενώ θα πρέπει να κατανοήσει ότι η ευθραυστότητα και η μη τελειότητα είναι «φυσιολογικά» χαρακτηριστικά και μέρος της ζωής του.

Όταν φτάσω...

 Τον Δάσκαλο ρωτήσανε αν κάποτε ένοιωσε απογοήτευση από το γεγονός πως ίσως δε θα προλάβει να δει τους καρπούς των κόπων του ασχολούμενος με τους πολύ νεαρούς μαθητές του.

Ως απάντηση ο Δάσκαλος διηγήθηκε μια ιστορία για το σαλίγκαρο που άρχισε μια κρύα ημέρα της πρόωρης άνοιξης σιγά σιγά να σκαρφαλώνει στην κερασιά.

Τα σπουργίτια στο διπλανό δέντρο διασκέδαζαν κοιτάζοντας το σαλίγκαρο. Μετά ένα απ’ αυτά πέταξε κοντά του και ρώτησε γελώντας:

– Βρε ανόητε, δε βλέπεις πως η κερασιά δεν έχει ακόμη κεράσια;

Χωρίς να σταματήσει ούτε στιγμή ο μικρός σαλίγκαρος απάντησε:

– Θα έχει όταν θα φτάσω μέχρι το κλαδί.

Καλοσύνη ...Η εγγονή και η γιαγιά

Κάποτε η εγγονή πήγε στο σπίτι της γιαγιάς της για να τη δει
Η εγγονή είπε στη γιαγιά ότι είχε ανάγκη από χρήματα.

Η γιαγιά της τότε της έδειξε ένα συρτάρι. «Εκεί θα βρεις χρήματα κορίτσι μου» της είπε « Πάρε όσα θέλεις».

Πραγματικά η εγγονή άνοιξε το συρτάρι που ήταν γεμάτο με χρήματα έβαλε το χέρι της και πήρε. Ευχαρίστησε τη γιαγιά της και έφυγε.

Λίγες μέρες αργότερα. Πάλι η εγγονή πήγε να δει τη γιαγιά της και πάλι της είπε ότι είχε ανάγκη από χρήματα. « Ξέρεις που είναι το συρτάρι» της είπε χαμογελαστή η γιαγιά.
Αυτό γινόταν αρκετό καιρό.

Μια μέρα η εγγονή πήγε ξανά στη γιαγιά. Της ζήτησε πάλι χρήματα. Η γιαγιά καλοσυνάτη της έδειξε πάλι το συρτάρι.

Η εγγονή λίγο μετά επέστρεψε στη γιαγιά και της είπε. «Γιαγιά μου το συρτάρι είναι άδειο, δεν έχει μέσα τίποτε.»

Τότε η γιαγιά της είπε. «Πώς θα μπορούσε το συρτάρι να συνεχίζει να έχει μέσα του χρήματα αφού εσύ ποτέ δεν έφερες τίποτε πίσω?»

Νιώσατε κάποιες φορές στη ζωή σας σαν το συρτάρι?

Ποιο κομμάτι σας μπορεί να αντιπροσωπεύει η γιαγιά και ποιο κομμάτι σας αντιπροσωπεύει η εγγονή ?

Αν λοιπόν εκμεταλλεύομαι την καλοσύνη των άλλων ανθρώπων χωρίς να επιστρέφω κομμάτι από αυτή την καλοσύνη. Κάποια στιγμή θα έρθει η ζωή να μου κλείσει την πόρτα στην καλοσύνη.

Γινόμαστε δυστυχείς κυνηγώντας την ευτυχία;

«Ταράττει τους ανθρώπους ου τα πράγματα, αλλά τα περί των πραγμάτων δόγματα»
-Επικτητος

Μέσα στην παραζάλη της καθημερινότητας, η αναζήτηση της ευτυχίας γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Στην Αμερική έχουν χορηγηθεί τρία αναφαίρετα δικαιώματα στους πολίτες: η ζωή, η ελευθερία και η επιδίωξη της ευτυχίας. Στο βασίλειο του Μπουτάν, έχουν δημιουργήσει και χρησιμοποιούν ένα δείκτη για τη μέτρηση της ευτυχίας.
Τι γίνεται όμως, αν το κυνήγι της ευτυχίας, μας εμποδίζει τελικά να την βρούμε; Πράγματι, υπάρχουν λόγοι που μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αναζήτηση της ευτυχίας μπορεί να αποδειχτεί συνταγή για τη δυστυχία .

Μια σειρά από νέες μελέτες, που έγιναν με επικεφαλής τον ψυχολόγο Iris Mauss, έδειξαν ότι όσο μεγαλύτερη αξία αποδίδουμε στην ευτυχία, τόσο λιγότερο ευτυχείς γινόμαστε. Το είδα να συμβαίνει με ένα φίλο μου, ένα πολυμαθή που μιλάει πολλές ξένες γλώσσες, από την κινεζική μέχρι την ουαλική. Στο πανεπιστήμιο σπούδασε πληροφορική, αλλά τελικά διαπίστωσε ότι δεν τον ικανοποιούσε αυτή η επιστήμη.
Έχοντας εμμονή με την ευτυχία, λαχταρούσε μια καριέρα και μια κουλτούρα που θα συμβάδιζαν απόλυτα με τα ενδιαφέροντα και τις αξίες του. Εντός δύο ετών από την αποφοίτησή του από το πανεπιστήμιο, είχε μετακινηθεί από την πρώτη του δουλειά στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών σε μια εταιρία με αντικείμενο το διαδίκτυο, στη συνέχεια εργάστηκε ως διευθυντής σούπερ μάρκετ, μετά ως σύμβουλος επιχειρήσεων, και τελικά περιπλανήθηκε σε διάφορες χώρες: Πουέρτο Ρίκο, Τρινιδάδ, Καναδά.
Οι δουλειές που έκανε και οι χώρες που πήγε, δεν τον γέμισαν. Μετά από ένα χρόνο, ξεκίνησε standup comedy, ενώ εξέταζε το ενδεχόμενο να μετακομίσει στο Λονδίνο για να παρακολουθήσει κάποιο μεταπτυχιακό πρόγραμμα για την εκπαίδευση, την φιλοσοφία της επιστήμης, ή την ψυχολογία. Αλλά τίποτα από αυτά δεν τον έκανε ευτυχισμένο. Δυσαρεστημένος που δεν μπορούσε να κάνει πρόοδο στο κυνήγι της ευτυχίας, μετακόμισε στο Πεκίνο.
Εκεί έμεινε δύο χρόνια, αλλά δεν ταίριαξε με την κουλτούρα των Κινέζων, οπότε μετακόμισε στη Γερμανία και εργάστηκε για μία ιστοσελίδα που είχε ως στόχο να βοηθήσει τα ζευγάρια να περνούν μαζί περισσότερο ποιοτικό χρόνο. Αλλά ούτε αυτό τον έκανε ευτυχισμένο, άλλαξε πλάνα και επέστρεψε στο Πεκίνο για να γίνει πωλητής επίπλων γραφείου. Ένα χρόνο αργότερα, εκμυστηρεύτηκε στους φίλους του ότι δεν μπορεί να βρει τι θέλει πραγματικά. Ο φίλος μου έκανε τέσσερα λάθη που είναι πάρα πολύ συνηθισμένα στον δρόμο προς την ευτυχία.
Το πρώτο λάθος ήταν η ίδια η προσπάθεια να καταλάβει αν ήταν ευτυχής. Όταν επιδιώκουμε την ευτυχία, ο στόχος μας είναι να βιώσουμε περισσότερη χαρά και ικανοποίηση. Για να καταλάβουμε αν σημειώνουμε πρόοδο, θα πρέπει να συγκρίνουμε την ευτυχία που βιώναμε στο παρελθόν με την τρέχουσα ευτυχία μας. Αυτό δημιουργεί το εξής πρόβλημα: τη στιγμή που κάνουμε αυτή τη σύγκριση, περνάμε από την κατάσταση που βιώνουμε αυτά που μας συμβαίνουν, σε μια άλλη κατάσταση που προσπαθούμε ν’ αξιολογήσουμε αυτά που μας συμβαίνουν.
Ο ψυχολόγος Mihaly Csikszentmihalyi έκανε έρευνα αρκετές δεκαετίες για τη «ροή» την κατάσταση πλήρους απορρόφησης σε μια δραστηριότητα. Σκεφτείτε όταν είστε απορροφημένοι σε ένα συναρπαστικό βιβλίο, όταν παίζετε ένα άθλημα που αγαπάτε , ή όταν βρίσκεστε με ένα καλό φίλο που δεν έχετε δει εδώ και χρόνια. Βρίσκεστε στη «ροή»: είστε τόσο βυθισμένοι σ’ αυτό που κάνετε, που χάνετε την αίσθηση του χρόνου και του έξω κόσμου.
Ο Csikszentmihalyi διαπίστωσε ότι όταν οι άνθρωποι βρίσκονται στην κατάσταση «ροής», δεν αναφέρουν ότι είναι ικανοποιημένοι, επειδή είναι πολύ απασχολημένοι και επικεντρωμένοι στη δραστηριότητα ή τη συζήτηση. Όμως μετά, κοιτάζοντας πίσω στο χρόνο, περιγράφουν τη κατάσταση της «ροής» ως τη βέλτιστη συναισθηματική εμπειρία. Το λάθος που έκανε ο φίλος μου ήταν ότι ψάχνοντας παντού για την ευτυχία, μείωσε την ικανότητά του να βρει τη «ροή».
Ήταν τόσο απασχολημένος με την αξιολόγηση της κάθε νέας θέσης εργασίας και της χώρας που μετακόμιζε, που ποτέ δεν ήταν αφοσιώθηκε πλήρως στα σχέδια και τις σχέσεις του. Αντιθέτως, έπαθε κατάθλιψη και μπήκε σ’ ένα φαύλο κύκλο όπως αυτό τεκμηριώνεται από τους ψυχολόγους Katariina Salmela – Aro και Jari – Erik Nurmi: η κατάθλιψη οδηγεί τους ανθρώπους να αξιολογούν τις καθημερινές δραστηριότητες τους ως λιγότερο ευχάριστες και προβληματιζόμενοι διαρκώς γιατί δεν περνάνε καλά, χειροτερεύουν κι’ άλλο την κατάθλιψη.
Το δεύτερο σφάλμα ήταν η υπερεκτίμηση του αντίκτυπου των καταστάσεων της ζωής στην ευτυχία. Ο διάσημος ψυχολόγος Dan Gilbert αναφέρει ότι έχουμε την τάση να υπερεκτιμούμε το συναισθηματικό αντίκτυπο των θετικών γεγονότων της ζωής. Πιστεύουμε ότι ένας καλός συγκάτοικος ή μια σημαντική προαγωγή θα μας κάνει πιο ευτυχισμένους, παραβλέποντας το γεγονός ότι τελικά θα προσαρμοστούμε στις νέες συνθήκες. Για παράδειγμα, μια κλασική παλιότερη μελέτη έδειξε ότι κερδίζοντας κάποιος το λαχείο δεν έχει μόνιμα κέρδη στην ευτυχία.
Το τρίτο λάθος έχει να κάνει αποκλειστικά με την επιδίωξη την ευτυχίας. Η ευτυχία είναι μια ατομική κατάσταση, έτσι ώστε όταν την αναζητούμε είναι φυσικό να επικεντρωνόμαστε στον εαυτό μας. Ωστόσο, μια πληθώρα στοιχείων δείχνει ότι όταν εστιάζουμε την προσοχή στον εαυτό μας, υπονομεύουμε την ευτυχία και προκαλούμε κατάθλιψη. Σε μία μελέτη, ο Mauss και οι συνεργάτες του έδειξαν ότι όσο μεγαλύτερη είναι η αξία που προσδίδουμε στην ευτυχία, τόσο περισσότερη μοναξιά αισθανόμαστε.
Σ’ ένα άλλο πείραμα, που ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να αξιολογήσουν την ευτυχία, διαπίστωσαν ότι αυτό είχε αρνητικό αντίκτυπο στους ίδιους: ανέφεραν ότι αισθάνονται πιο μοναχικά ενώ παρατηρήθηκε πτώση της προγεστερόνης στο σάλιο τους , μια ορμονική αντίδραση που συνδέεται με τη μοναξιά. Έτσι και ο φίλος μου, όταν άλλαζε θέσεις εργασίας και χώρες, άφηνε πίσω του ανθρώπους που τον έκαναν ευτυχισμένο.
Το τελευταίο λάθος ήταν η αναζήτηση του έντονων θετικών συναισθημάτων. Όταν θέλουμε να είμαστε ευτυχισμένοι, ψάχνουμε για ισχυρά θετικά συναισθήματα όπως η χαρά, η αγαλλίαση και ο ενθουσιασμός. Δυστυχώς, η έρευνα δείχνει ότι αυτός δεν είναι ο καλύτερος δρόμος προς την ευτυχία. Ο ψυχολόγος Ed Diener διαπίστωσε ότι η ευτυχία διεγείρεται από τη συχνότητα και όχι την ένταση των θετικών συναισθημάτων.

Όταν έχουμε ως στόχο τα έντονα θετικά συναισθήματα, αυτόματα ανεβάζουμε τον πήχη και αξιολογούμε τις εμπειρίες μας από ένα υψηλότερο επίπεδο, γεγονός που καθιστά ευκολότερο να αισθανθούμε απογοήτευση. Πράγματι, ο Mauss και οι συνεργάτες του διαπίστωσαν ότι όταν οι άνθρωποι είχαν ως αυτοσκοπό την αναζήτηση της ευτυχίας, βίωναν λιγότερη χαρά βλέποντας μια αθλήτρια του καλλιτεχνικού πατινάζ να κερδίζει χρυσό μετάλλιο.
Απογοητεύονταν που το αθλητικό γεγονός δεν είχε ακόμη πιο μεγάλο ενδιαφέρον. Ακόμα κι αν οι ίδιοι είχαν κερδίσει το χρυσό μετάλλιο, πιθανότατα δεν θα βοηθούσε. Οι μελέτες δείχνουν ότι μια έντονη θετική εμπειρία μας οδηγεί στο να αξιολογούμε συνηθισμένες εμπειρίες ως λιγότερο θετικές. Αν κερδίσουμε ένα χρυσό μετάλλιο η το λαχείο, θα είναι δύσκολο να αντλήσουμε ευχαρίστηση όταν βρίσκουμε μια καλή θέση στάθμευσης ή κερδίζουμε σ’ ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι. Ο φίλος μου έψαχνε τόσο σκληρά για την τέλεια δουλειά και την ιδανικό χώρα που δεν μπορούσε να εκτιμήσει μια αξιόλογη εργασία ή ένα καλό εστιατόριο .
Σήμερα, για πρώτη φορά την τελευταία δεκαετία, ο φίλος μου φαίνεται να είναι πια ευτυχής. Αντί να επιδιώκει αποκλειστικά την ευτυχία, ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε. Αντί να κυνηγάει καθημερινά την ευτυχία του και να αναζητάει τη δουλειά των ονείρων του, βρίσκει «ροή» και βιώνει καθημερινά την ικανοποίηση βοηθώντας τη γυναίκα του να στήσει μια νέα εταιρεία.
Στο βιβλίο «Obliquity», ο John Kay υποστηρίζει ότι τα καλύτερα πράγματα στη ζωή μπορούν να επιδιωχθούν μόνο έμμεσα. Πιστεύω ότι αυτό ισχύει πράγματι για την ευτυχία, αν πραγματικά θέλουμε να βιώσουμε χαρά ή νόημα στη ζωή μας, πρέπει να μετατοπίσουμε την προσοχή σας μακριά από τη χαρά ή την ευτυχία, και να προσανατολιστούμε προς δραστηριότητες και σχέσεις που φέρνουν χαρά και ευτυχία έμμεσα ως υποπροϊόντα. Όπως είπε κάποτε ο μεγάλος φιλόσοφος John Stuart Mill:
«Ευτυχισμένοι είναι μόνο αυτοί που έχουν στο μυαλό τους πράγματα άσχετα με τη δική τους ευτυχία.»

Όσο μπορώ να στηρίζομαι σε σένα, για να ικανοποιώ τις απαιτήσεις μου, σε αγαπώ

Η προσκόλληση στην ερωτική πράξη γίνεται σκλαβιά, (από τον νου),

* Γιατί απαιτεί τη συνέχισης της.

Και μετά θέλεις να ελευθερωθείς να μην γίνεις «σκλάβος» του σεξ.

Έτσι ο νους σου εφευρίσκει την ιδέα της αγνότητας, και της αγαμίας. (θρησκευτικές πεποιθήσεις).

Προσπαθείς με την καταπίεση να είσαι αγνός.

Η πράξη του έρωτα, αυτή καθ’ αυτή, δεν δημιουργεί πρόβλημα.

Η σκέψη για την πράξη δημιουργεί το πρόβλημα.

Την κάνεις πρόβλημα επειδή:

* Έρχεσαι σε (ψυχολογική) σύγκρουση με τους κανόνες της κοινωνίας.

* Νοιώθεις τύψεις γιατί έχεις κάνει, (για διάφορους λόγους, θρησκευτικούς, κοινωνικοί κλπ)

* Δεν έχεις τη δυνατότητα να κάνεις αρκετό έρωτα

Ο νους, (γιατί τον αφήνεις εσύ), ασχολείται, συνέχεια με το σεξ,

* Όταν (το σεξ) αποτελεί (για σένα) τον μόνο τρόπο διαφυγής και αυτολησμονιάς.

Ελευθερώνοντας το νου σου από τη σκλαβιά και την προσκόλληση στο σεξ,

* Ο έρωτας έχει τη δική του θέση στη ζωή,

* Αλλά δεν πρέπει να κυριαρχεί στα πάντα.

Είναι αγάπη η επιθυμία; Για τους περισσότερους αγάπη είναι,

* Επιθυμία με σεξουαλική, ή αισθησιακή ευχαρίστηση.

Σου έχει δώσει, το σώμα της, τα συναισθήματα της, ένα κάποιο είδος ασφάλειας και καλοπερασιάς.

Αλλά κάποτε φεύγει μακριά σου με κάποιον άλλο…

Τα πάντα γκρεμίζονται γύρω σου και μένει μόνο ζήλεια, θλίψη, πόνος, μίσος και βία.

Ήταν αγάπη αυτό που ζούσες, ή ένα συμφεροντολογικό πάρε δώσε που χάλασε;

Όταν σε εγκαταλείπουν, γιατί αισθάνεσαι ζήλεια, θλίψη, πόνο και μίσος;

Αυτό που σου συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι:

* Όσο μου ανήκεις σ’ αγαπώ, αλλά από τη στιγμή που δε μου ανήκεις σε μισώ.

Όσο μπορώ να στηρίζομαι σε σένα,

* Για να ικανοποιώ τις απαιτήσεις μου, σεξουαλικές, συναισθηματικές κλπ, σε αγαπώ.

Αν σταματήσεις να μου δίνεις αυτά που θέλω, σε μισώ και θέλω να σε εκδικηθώ.

Είναι δυνατόν να ήταν αγάπη αυτό που βίωνες;

Το Παιδί Και Η Μουσική

 Τα παιδιά παίζουν μουσική ακόμη
κι όταν δεν το καταλαβαίνουν.
Στα παιδιά αρέσει πολύ η μουσική,
και τους αρέσει πολύ η δημιουργικότητα.

Είναι γνωστό ότι η μουσική
συμβάλλει θετικά στην ανάπτυξη των παιδιών
και προσφέρει ηρεμία και χαλάρωση σε ώρες κούρασης.
Αν γνωρίζετε κάποιο μουσικό όργανο τότε
για σας η δραστηριότητα που σας προτείνω είναι εύκολη.

Δώστε στο παιδί σας να παίξει ένα μουσικό όργανο,
χωρίς να ξέρει να παίζει, μπορεί απλά να πατάει πλήκτρα
ή να χαϊδεύει τις χορδές.

Ταυτόχρονα εσείς σημειώστε τις νότες που παίζει
και κρατήστε αυτό το μουσικό κομμάτι
σαν μια ωραία ανάμνηση της παιδικής ηλικίας του,
όπως κρατάμε τις ζωγραφιές του.
Μην ξεχάσετε να βρείτε μαζί με το παιδί σας,
ένα όνομα για το μουσικό κομμάτι του.

Αν δεν γνωρίζετε κάποιο μουσικό όργανο, αλλά έχετε σπίτι σας ακόμη και παιδικά μουσικά όργανα, τότε
μπορείτε να το ηχογραφήσετε την ώρα που παίζει
ή να το βιντεοσκοπήσετε.

Τι ωραία ανάμνηση για εσάς και το παιδί.
Σκεφτείτε τη χαρά που θα κάνει όταν μεγαλώσει!
Μη ξεχνάτε.. ακόμη και τα μικρά πράγματα έχουν σημασία..

Οι μηχανισμοί άμυνας του Εγώ

Μηχανισμοί άμυνας: Ασυνείδητη ενδοψυχική διεργασία που δρα για να ανακουφίσει τη σύγκρουση και το άγχος που προέρχονται από τις ενορμήσεις και τα ένστικτα ενός ατόμου.
Η εξοικείωση με την έννοια της άμυνας και την ποικιλία των αμυντικών μηχανισμών που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της ψυχαναλυτικής διάγνωσης του χαρακτήρα. Οι βασικές διαγνωστικές κατηγορίες που χρησιμοποιούνται από τους ψυχαναλυτές για τον προσδιορισμό των τύπων προσωπικότητας αναφέρονται σε μια ιδιαίτερη άμυνα ή σε ένα σύνολο αμυνών που επιστρατεύονται κατ'εξακολούθηση από το άτομο. Έτσι, ο διαγνωστικός όρος στον οποίο καταλήγουν οι ψυχαναλυτές αποτελεί ένα είδος στενογραφημένης περιγραφής, με την οποία περιγράφεται ο συνήθης τρόπος άμυνας ενός ατόμου.
Οι άμυνες έχουν πολλές λειτουργίες που είναι ευεργετικές. Στην αρχή αποτελούν υγιείς και δημιουργικούς τρόπους προσαρμογής του βρέφους, του παιδιού και του έφηβου στο περιβάλλον του και συνεχίζουν να λειτουργούν προσαρμοστικά σε όλη την διάρκεια της ζωής. Όταν επιστρατεύονται για να υπερασπίσουν το άτομο από κάποια απειλή, ονομάζονται άμυνες. Ένα άτομο με αμυντική συμπεριφορά προσπαθεί, σε γενικές γραμμές, να επιτύχει έναν ή και τους δύο από τους ακόλουθους σκοπούς:
Την αποφυγή ή τη διαχείριση κάποιου ισχυρού και απειλητικού συναισθήματος, συνήθως του άγχους, ενίοτε όμως και της υπερβολικής θλίψης ή και άλλων αποδιοργανωτικών συναισθηματικών εμπειριών, και τη διατήρηση της αυτοεκτίμησής του.
Οι υποστηρικτές της ψυχολογίας του Εγώ έδωσαν έμφαση στον τρόπο λειτουργίας των αμυνών για την αντιμετώπιση του άγχους. Οι υποστηρικτές της θεωρίας των αντικειμενοτρόπων σχέσεων, που δίνουν ιδιαίτερη σημασία στα θέματα της προσκόλλησης και του αποχωρισμού, ήταν οι πρώτοι που επισήμαναν ότι οι άμυνες μπορούν να επιστρατευθούν και για την αντιμετώπιση της θλίψης. Τέλος, οι υποστηρικτές της ψυχολογίας του Εαυτού τόνισαν το ρόλο των αμυνών στην προσπάθεια που καταβάλλει κάθε άτομο για τη διατήρηση μιας ισχυρής, σταθερής και θετικής αίσθησης του εαυτού του.
Κάθε άτομο εκφράζει μια ιδιαίτερη προτίμηση σε συγκεκριμένες άμυνες οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στον τρόπο με τον οποίο αυτό αντιμετωπίζει την πραγματικότητα.
Η προτίμηση και η αυτόματη χρήση μιας μεμονωμένης άμυνας ή μιας ομάδας αμυνών είναι το αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης αλληλεπίδρασης μεταξύ τεσσάρων, τουλάχιστον, παραγόντων:
α) της ιδιοσυγκρασίας ενός ατόμου
β) της φύσης των αρνητικών ψυχοπιεστικών παραγόντων που επηρέασαν ένα άτομο στη διάρκεια της πρώιμης παιδικής του ηλικίας
γ) των αμυνών που λειτούργησαν ως πρότυπα ή που διδάχτηκαν από γονείς και άλλα σημαντικά πρόσωπα
δ) των συνεπειών που βίωσε ένα άτομο μετά την επιστράτευση συγκεκριμένων αμυνών (σύμφωνα με την ορολογία της θεωρίας της μάθησης ονομάζεται «αποτέλεσμα της ενίσχυσης»).
Οι άμυνες που χαρακτηρίζονται ως πρωτογενείς ή ανώριμες ή πρωτόγονες ή «χαμηλότερης τάξης» είναι όσες αφορούν την οριοθέτηση ανάμεσα στον εαυτό και στον εξωτερικό κόσμο. Αντίθετα, οι άμυνες που χαρακτηρίζονται ως δευτερογενείς ή πιο ώριμες ή ανώτερες ή «υψηλότερης τάξης» σχετίζονται με την εσωτερική οριοθέτηση του ψυχικού οργάνου, όπως τα όρια ανάμεσα στο Εγώ ή στο Υπερεγώ και το Εκείνο, ή ανάμεσα στο τμήμα του Εγώ που παρατηρεί και στο τμήμα του Εγώ που βιώνει την υποκειμενική εμπειρία.
 
ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ (ΠΡΩΤΟΓΟΝΕΣ)
ΑΜΥΝΤΙΚΕΣ ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ
 
Οι πρωτόγονες άμυνες λειτουργούν με έναν καθολικό και αδιαφοροποίητο τρόπο σε όλα τα επίπεδα, συγχωνεύοντας το αισθητηριακό, το συναισθηματικό, το γνωστικό και το συμπεριφορικό επίπεδο, ενώ οι πιο εξελιγμένες άμυνες δημιουργούν ιδιαίτερους μετασχηματισμούς σκέψης, συναισθήματος, αισθήσεων, συμπεριφοράς ή κάποιο συνδυασμό τους.
«Πρωτόγονες» θεωρούνται οι εξής άμυνες: απόσυρση, άρνηση, παντοδύναμος έλεγχος, πρωτόγονη εξιδανίκευση και υποτίμηση, προβολική και ενδοβλητική ταύτιση, διχοτόμηση του Εγώ και διάσχιση.
Για να χαρακτηριστεί μια άμυνα ως πρωτογενής, θα πρέπει να ανταποκρίνεται σε δύο κριτήρια που συνδέονται με την προγλωσσική φάση της ανάπτυξης:
(α) τη μη κατάκτηση της αρχής της πραγματικότητας και
(β) την ανικανότητα διάκρισης της ξεχωριστής ύπαρξης και της σταθερότητας σε οτιδήποτε βρίσκεται έξω από τον εαυτό.
Μερικές αμυντικές διεργασίες λαμβάνουν τόσο αρχαϊκές όσο και πιο ώριμες μορφές. Για παράδειγμα, η «εξιδανίκευση» μπορεί να δηλώνει την αναντίρρητη και γεμάτη λατρεία βεβαιότητα ενός ατόμου ότι ένα άλλο πρόσωπο είναι τέλειο, ή μπορεί να αναφέρεται σε μια ήπια και διανοητικά επεξεργασμένη αίσθηση ότι ένα πρόσωπο είναι ξεχωριστό ή ανώτερο, ακόμη και αν τα όρια και οι περιορισμοί του αναγνωρίζονται πλήρως. Η «απόσυρση» μπορεί να αναφέρεται στην πλήρη άρνηση της πραγματικότητας υπέρ μιας ψυχωτικής κατάστασης, ή μπορεί να σχετίζεται με μια ήπια τάση αντιμετώπισης της ψυχικής πίεσης με ονειροπόληση.
Οι προγλωσσικές διεργασίες που κυριαρχούν πριν από την κατάκτηση της αρχής της πραγματικότητας και πριν την κατάκτηση της σταθερότητας των αντικειμένων από το βρέφος αποτελούν τα θεμέλια πάνω στα οποία δομείται η ψυχολογία του κάθε ατόμου. Γίνονται πρόβλημα μόνο εάν το άτομο στερείται ωριμότερων δεξιοτήτων αντιμετώπισης της πραγματικότητας, ή μόνο όταν αυτές οι άμυνες χρησιμοποιούνται κατ'εξακολούθηση και εφόσον έχουν εξαιρεθεί κάποιες άλλες. Όλοι μας χρησιμοποιούμε την άρνηση, τη διχοτόμηση και τον παντοδύναμο έλεγχο. Οι περισσότεροι, όμως, συμπληρώνουμε αυτές τις αντιδράσεις με πιο σύνθετους τρόπους χειρισμού του άγχους και αφομοίωσης μιας πολύπλοκης και δυσάρεστης για μας πραγματικότητας. Αυτό που χαρακτηρίζει τη μεταιχμιακή ή την ψυχωτική δομή της προσωπικότητας δεν είναι η παρουσία των πρωτόγονων αμυνών, αλλά η απουσία των ώριμων.
 
ΠΡΩΤΟΓΟΝΗ ΑΠΟΣΥΡΣΗ
Όταν ένα βρέφος νιώθει υπερβολική διέγερση ή υπερβολικό στρες, συνήθως καταφεύγει στον ύπνο.
Οι ενήλικες εκδοχές αυτής της διεργασίας παρατηρούνται σε άτομα που αποχωρούν από κοινωνικές ή διαπροσωπικές περιστάσεις και υποκαθιστούν τις στρεσογόνες γι'αυτά διεγέρσεις της συναναστροφής τους με τους άλλους με τον εσωτερικό φαντασιωσικό τους κόσμο. Η τάση ορισμένων ατόμων να κάνουν χρήση χημικών ουσιών για την αλλαγή της συνειδησιακής τους κατάστασης μπορεί επίσης να εκληφθεί ως απόσυρση.
Βρεφικές εμπειρίες συγκινησιακής αναστάτωσης ή εισβολής από τα άτομα που φροντίζουν τα βρέφη, καθώς και από άλλα αντικείμενα της πρώιμης περιόδου της ζωής, ενισχύουν την απόσυρση. Όταν ένα άτομο αντιδρά συνήθως με απόσυρση, αποκλείοντας άλλους τρόπους αντίδρασης στο άγχος, τότε οι ψυχαναλυτές το ονομάζουν «σχιζοειδές».
Το προφανές μειονέκτημα της απόσυρσης είναι ότι απομακρύνει το άτομο από την ενεργητική συμμετοχή του στην επίλυση των διαπροσωπικών του προβλημάτων. Τα άτομα με σχιζοειδείς συντρόφους συχνά δεν γνωρίζουν πώς να τους κάνουν να δείξουν κάποιο είδος συναισθηματικής ανταπόκρισης. Ένα συνηθισμένο παράπονο για το σύντροφό τους είναι ότι «παίζει με το χειριστήριο της τηλεόρασης και αρνείται να μου απαντήσει». Τα άτομα που σε μόνιμη βάση απομονώνουν τον εαυτό τους θέτουν σε δοκιμασία την υπομονή εκείνων που τους αγαπούν, προβάλλοντας αντίσταση στη συναισθηματική διαντίδραση μαζί τους.
Το βασικότερο πλεονέκτημα της απόσυρσης ως αμυντικής στρατηγικής είναι ότι, ενώ πρόκειται για μια διεργασία ψυχολογικής απόδρασης από την πραγματικότητα, απαιτεί σχετικά μικρή παραποίηση αυτής της πραγματικότητας. Οι άνθρωποι που επιστρατεύουν πολύ συχνά την απόσυρση ανακουφίζουν τον εαυτό τους όχι μέσω της διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, αλλά μέσω της φυγής τους από αυτή. Κατά συνέπεια, μπορεί να είναι ασυνήθιστα ευαίσθητοι, συχνά προς μεγάλη έκπληξη αυτών που τους απορρίπτουν επειδή τους θεωρούν αδιάφορους.
Επίσης, παρόλο που ότι από τη φύση τους τα άτομα αυτά δύσκολα εκφράζουν τα συναισθήματά τους, μπορεί να είναι ιδιαίτερα ικανά να αντιλαμβάνονται τα συναισθήματα των άλλων. Στο πιο υγιές επίπεδο της σχιζοειδούς κατάστασης συναντά κανείς άτομα που διακρίνονται για τη δημιουργικότητά τους: καλλιτέχνες, συγγραφείς, θεωρητικούς επιστήμονες, φιλόσοφους, μυστικιστές και άλλους ιδιαίτερα ταλαντούχους θεατές του κόσμου, η ικανότητα των οποίων να αποτραβιούνται από τη συμβατικότητα της καθημερινής ζωής τούς επιτρέπει να ερμηνεύουν την πραγματικότητα με ιδιαίτερη πρωτοτυπία.
 
ΑΡΝΗΣΗ
Ένας άλλος τρόπος τον οποίο χρησιμοποιεί το βρέφος για να χειρίζεται δυσάρεστες εμπειρίες είναι το να αρνείται ότι αυτές όντως συμβαίνουν.
Όλοι οι άνθρωποι που πληροφορούνται για το θάνατο κάποιου σημαντικού τους προσώπου αντιδρούν λέγοντας: «Ω, όχι!». Αυτή η αντίδραση είναι η σκιά μιας αρχαϊκής διεργασίας που έχει τις ρίζες της στον εγωκεντρισμό του παιδιού, όπου η εμπειρία κυριαρχείται από την προλογική πεποίθηση: «αν αυτό δεν το παραδεχτώ, τότε δεν συμβαίνει».
Εμπειρίες έκστασης και υπερβολικής χαράς, ιδιαίτερα σε συνθήκες τις οποίες οι περισσότεροι άνθρωποι θα αντιλαμβάνονταν ως αρνητικές, θεωρείται ότι αντικατοπτρίζουν τη λειτουργία της άρνησης.
Οι περισσότεροι από εμάς χρησιμοποιούμε την άρνηση έως ένα βαθμό για να κάνουμε τη ζωή μας λιγότερο δυσάρεστη. Πολλοί άνθρωποι μάλιστα τη χρησιμοποιούν κατά κόρον σε συγκεκριμένες πτυχές της ζωής τους. Όταν κάποιος πληγώνεται σε μια περίσταση στην οποία θεωρείται ότι δεν είναι πρέπον να κλάψει, τότε είναι πιθανότερο να αρνηθεί τα πραγματικά του συναισθήματα και να αναστείλει σε συνειδητό επίπεδο την αντίδραση του κλάματος. Σε καταστάσεις κρίσης ή άμεσης ανάγκης η ικανότητα του ατόμου να αρνείται συναισθηματικά ότι η επιβίωσή του κινδυνεύει μπορεί ακόμη και να του σώσει τη ζωή. Αυτό συμβαίνει διότι το άτομο, επιστρατεύοντας την άρνηση, μπορεί να ενεργήσει με έναν τρόπο που αντικειμενικά είναι ο πιο αποτελεσματικός και ηρωικός. Σε κάθε πόλεμο παρουσιάζονται ιστορίες ατόμων που διατήρησαν την ψυχραιμία τους σε απειλητικές και τρομακτικές καταστάσεις και κατάφεραν να σώσουν τον εαυτό τους και τους συντρόφους τους.
Βεβαίως, η άρνηση μπορεί να έχει και το αντίθετο αποτέλεσμα. Σύζυγοι που υφίστανται κακοποίηση από τους συντρόφους τους και αρνούνται την επικινδυνότητα τους, αλκοολικοί που επιμένουν ότι δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα με το ποτό, μητέρες που αγνοούν τα αποδεικτικά στοιχεία ότι οι κόρες τους έχουν παρενοχληθεί σεξουαλικά, ηλικιωμένα άτομα που δεν σκέφτονται να σταματήσουν να οδηγούν παρά την προφανή αδυναμία τους, όλα αυτά είναι μερικά παραδείγματα άρνησης στη χειρότερη μορφή της.
Ένα συστατικό της άρνησης μπορεί να ανευρεθεί στη λειτουργία των περισσότερων ώριμων αμυνών. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την ανακουφιστική πεποίθηση ότι το άτομο που σας απέρριψε στην πραγματικότητα σας επιθυμούσε, αλλά δεν ήταν έτοιμο για πλήρη δέσμευση όχι μόνο μαζί σας, αλλά ούτε και με οποιοδήποτε άλλο άτομο. Ένα τέτοιο συμπέρασμα περιλαμβάνει την άρνηση ότι το άτομο δέχτηκε απόρριψη, καθώς και μια πιο εκλεπτυσμένη ενέργεια αιτιολόγησης που ονομάζεται εκλογίκευση. Ομοίως, η άμυνα του αντιδραστικού σχηματισμού, στην οποία ένα συναίσθημα μετατρέπεται στο αντίθετό του (για παράδειγμα, το μίσος σε αγάπη) αποτελεί ένα συγκεκριμένο και πιο πολύπλοκο τύπο άρνησης του συναισθήματος, ενάντια στο οποίο ένα άτομο αμύνεται, και όχι μια απλή άρνηση να αισθανθεί κάποιος αυτό το συναίσθημα.
Το πιο προφανές παράδειγμα ψυχοπαθολογίας που χαρακτηρίζεται από την επιστράτευση της άρνησης είναι η μανία. Στη μανιακή κατάσταση τα άτομα μπορεί να φτάσουν σε σημείο να αρνηθούν, σε εκπληκτικό βαθμό, τα σωματικά τους όρια, την ανάγκη τους για ύπνο, την κρισιμότητα της οικονομικής τους κατάστασης, τις προσωπικές τους αδυναμίες, ακόμη και τη θνητότητα της φύσης τους.
Τα άτομα που χρησιμοποιούν την άρνηση ως τη βασική τους άμυνα είναι μανιακά σε ό,τι αφορά την οργάνωση του χαρακτήρα τους και ονομάζονται υπομανιακά. Ωστόσο, η κρυφή καταθλιπτική πλευρά τέτοιων ατόμων είναι συνήθως ορατή στους στενούς τους φίλους και, συχνά, δεν είναι δύσκολο να δει κανείς το ψυχολογικό τίμημα που πληρώνουν για τη μανιακή τους γοητεία.
 
ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ
 
Το νεογέννητο αντιλαμβάνεται ως εσωτερική, τρόπον τινά, την πηγή όλων των γεγονότων που του συμβαίνουν. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι αν ένα βρέφος κρυώνει και το άτομο που το φροντίζει το αντιληφθεί και του προσφέρει ζεστασιά, τότε το βρέφος θα βιώσει μια προγλωσσική εμπειρία, στην οποία δίνει την ερμηνεία ότι με κάποιο μαγικό τρόπο έχει εξασφαλίσει ζεστασιά.
Η αίσθηση ενός ατόμου ότι έχει την ικανότητα να επηρεάσει τον κόσμο, ότι έχει δύναμη επιρροής, αποτελεί φυσικά μια κρίσιμη διάσταση της αυτοεκτίμησής του, η ύπαρξη της οποίας έχει τις ρίζες της στις βρεφικές και εξωπραγματικές αλλά φυσιολογικές για εκείνη την περίοδο φαντασιώσεις παντοδυναμίας.
Καθώς το παιδί ωριμάζει, αυτή η φαντασίωση δίνει τη θέση της σε μια φάση δευτερογενούς παντοδυναμίας, στην οποία ένα ή περισσότερα πρόσωπα που φροντίζουν το παιδί θεωρούνται από το ίδιο παντοδύναμα. Τελικά, καθώς το παιδί ωριμάζει περισσότερο, έρχεται αντιμέτωπο με το δυσάρεστο γεγονός ότι κανένα άτομο δεν έχει απεριόριστες δυνάμεις.
Κάθε υγιής ενήλικος που αναγνωρίζει ότι η δύναμη των ανθρώπων δεν είναι απεριόριστη θα πρέπει να έχει βιώσει με ασφάλεια την πρώιμη περίοδο της ζωής του, κατά την οποία απολάμβανε ελεύθερα τις φυσιολογικές, για το εξελικτικό του στάδιο, αυταπάτες αναφορικά τόσο με την παντοδυναμία του εαυτού του όσο και με την παντοδυναμία των ατόμων από τα οποία εξαρτιόταν άμεσα.
Ο καθένας από εμάς που «διαισθάνθηκε» ότι κάτι καλό θα συμβεί σε κάποιο τυχερό παιχνίδι και στη συνέχεια κέρδισε, γνωρίζει πόσο θελκτική είναι η αίσθηση του παντοδύναμου ελέγχου.
Εάν η προσωπικότητα ενός ατόμου είναι οργανωμένη γύρω από την αναζήτηση και την απόλαυση της αίσθησης ότι ασκεί αποτελεσματικά την παντοδυναμία του, και ότι όλα τα άλλα πρακτικά και ηθικά ζητήματα έχουν μόνο δευτερεύουσα σημασία, τότε εύλογα αυτή η προσωπικότητα μπορεί να θεωρηθεί ψυχοπαθητική.
Είναι συνηθισμένη η άποψη ότι οι περισσότεροι εγκληματίες είναι ψυχοπαθείς και το αντίστροφο. Παρ'όλα αυτά, θα πρέπει να τονίσουμε ότι υπάρχουν πολλά άτομα που, αν και σπάνια παραβιάζουν το νόμο, έχουν προσωπικότητα που καθοδηγείται από την άμυνα του παντοδύναμου ελέγχου. Η μελέτη του Bursten αναφέρει ότι αυτά τα άτομα προβαίνουν στο συνειδητό χειρισμό των άλλων προκειμένου να αποφύγουν το άγχος και να διατηρήσουν την αυτοεκτίμησή τους.
Μια βασική ενασχόληση αλλά και ευχαρίστηση των ατόμων με προσωπικότητα που κυριαρχείται από παντοδύναμο έλεγχο είναι «να τη φέρνουν» στους άλλους. Τέτοια άτομα συναντά κανείς σε επιχειρήσεις που απαιτούν δόλο, προσωπική κυριαρχία σε βάρος οποιουδήποτε άλλου ενδιαφέροντος και ανάληψη ριψοκίνδυνων εγχειρημάτων. Τα άτομα αυτά απαντώνται σε ηγετικούς ρόλους σε επιχειρήσεις και σε άλλους χώρους τέτοιου τύπου, καθώς και σε επαγγέλματα που έχουν σχέση με πωλήσεις, στους ηγέτες αιρέσεων και στις βιομηχανίες της διαφήμισης και της ψυχαγωγίας και οπουδήποτε αλλού υπάρχει μεγάλη πιθανότητα άσκησης ανελέητης εξουσίας.
 
ΠΡΩΤΟΓΟΝΗ ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ (ΚΑΙ ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ)
Η επιθυμία των μικρών παιδιών, να πιστεύουν ότι τα άτομα που κυβερνούν τον κόσμο είναι από τη φύση τους πιο σοφά και πιο ισχυρά από τους συνηθισμένους ανθρώπους που πέφτουν σε σφάλματα, επιβιώνει στους περισσότερους από εμάς και σε μεγαλύτερη ηλικία.
Όλοι μας εξιδανικεύουμε. Κουβαλούμε υπολείμματα της ανάγκης μας να αποδώσουμε ιδιαίτερη αξία και δύναμη σε άτομα από τα οποία εξαρτιόμαστε συναισθηματικά. Η φυσιολογική εξιδανίκευση είναι ένα ουσιαστικό μέρος της ώριμης αγάπης. Επιπλέον, η τάση μας, που αναπτύσσεται στην πορεία του χρόνου, για απόρριψη ή υποτίμηση των ανθρώπων με τους οποίους είχαμε συναισθηματική σχέση ως παιδιά φαίνεται ότι αποτελεί ένα φυσιολογικό και σημαντικό βήμα της διεργασίας αποχωρισμού-εξατομίκευσης. Κανένας δεκαοκτάχρονος που εγκαταλείπει με τη θέλησή του το σπίτι του δεν αισθάνεται ότι το μέρος που αφήνει είναι καλύτερο από το μέρος στο οποίο σκοπεύει να πάει.
Σε μερικά άτομα όμως η ανάγκη της εξιδανίκευσης φαίνεται ότι δεν διαφοροποιείται και πολύ από τη μορφή που είχε στη βρεφική τους ηλικία. Μέσω της ψυχολογικής συγχώνευσης με αυτό το υπέροχο Άλλο θα είναι ασφαλείς. Επιπλέον, ελπίζουν να απαλλαγούν από τη ντροπή. Απόρροια της εξιδανίκευσης και της πεποίθησης για την τελειότητα του άλλου είναι ότι το άτομο δεν ανέχεται τις δικές του ατέλειες.
Η λαχτάρα του βρέφους για την παντοδύναμη τροφό του συνήθως εμφανίζεται και στις θρησκευτικές πεποιθήσεις των ανθρώπων. Με πιο προβληματικό τρόπο συναντάται στην επιμονή ενός ατόμου ότι ο ερωτικός του σύντροφος είναι τέλειος, ή στην πεποίθησή του ότι ο προσωπικός του γκουρού είναι αλάθητος, ότι το σχολείο του είναι το καλύτερο, ότι το γούστο του είναι ακαταμάχητο, ότι η κυβέρνηση της χώρας του δεν είναι δυνατόν να κάνει σφάλματα, καθώς και σε άλλες συναφείς αυταπάτες.
Σε γενικές γραμμές, όσο πιο εξαρτημένο είναι ή αισθάνεται ότι είναι ένα άτομο, τόσο πιο ισχυρός είναι ο πειρασμός της εξιδανίκευσης των άλλων.
Όταν ένα άτομο φαίνεται να ζει τη ζωή του κατατάσσοντας τις πτυχές κάθε βιώματός του σύμφωνα το πόσο πολύ αξίζουν σε σύγκριση με άλλες, και δείχνει να κινητοποιείται από την αναζήτηση της τελειότητας μέσω της συγχώνευσης με εξιδανικευμένα αντικείμενα και προσπαθειών τελειοποίησης του εαυτού του, τότε το άτομο αυτό θεωρείται ναρκισσιστικό.
Η ανάγκη των ατόμων αυτών για σταθερή επιβεβαίωση της ελκυστικότητας τους, της ισχύος, της φήμης και της σημασίας που έχουν για τους άλλους (δηλαδή της τελειότητάς τους) προκύπτει από την κατάσταση της εξάρτησής τους από αυτή την άμυνα, αφού οι προσπάθειές τους για απόκτηση αυτοεκτίμησης επηρεάζονται από την ιδέα ότι για να αγαπήσει κάποιος τον εαυτό του θα πρέπει να τον τελειοποιήσει και όχι να τον αποδεχτεί όπως είναι.
Όσο περισσότερο εξιδανικεύεται ένα άτομο / αντικείμενο, τόσο πιο ραγδαία θα είναι η υποτίμηση η οποία τελικά θα του συμβεί.
Στις θεραπευτικές σχέσεις με τους ναρκισσιστικούς ασθενείς εμφανίζεται ξαφνικά ρήξη όταν ο ασθενής αποδεσμεύεται από τη γοητεία που ασκεί ο θεραπευτής του.
Στην καθημερινή ζωή διαπιστώνουμε τέτοιες αναλογίες στο μίσος και στην οργή που στρέφονται ενάντια σε όσους φαίνονται να υπόσχονται πολλά και στη συνέχεια απέτυχαν να εκπληρώσουν τις προσδοκίες των γύρω τους. Ο άνδρας που πιστεύει ότι ο ογκολόγος της συζύγου του ήταν ο μόνος ειδικός που μπορούσε να τη θεραπεύσει είναι πολύ πιθανό σε περίπτωση θανάτου της να μηνύσει το γιατρό, επειδή από την εξιδανίκευση οδηγείται στο άλλο άκρο, την υποτίμηση. Μερικοί άνθρωποι ζουν όλη τη ζωή τους δημιουργώντας συναισθηματικές σχέσεις οι οποίες χαρακτηρίζονται από επαναλαμβανόμενους κύκλους εξιδανίκευσης και απογοήτευσης. Αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν εγκαταλείπουν το σύντροφό τους για έναν άλλο κάθε φορά που αποδεικνύεται ότι ο προηγούμενος είναι ένα συνηθισμένο ανθρώπινο πλάσμα. Η τροποποίηση της πρωτόγονης εξιδανίκευσης είναι ένας προφανής στόχος της μακροχρόνιας ψυχαναλυτικής θεραπείας για όλους τους τύπους ασθενών, το συγκεκριμένο εγχείρημα όμως έχει ιδιαίτερη σημασία στην εργασία με ναρκισσιστικούς ασθενείς, λόγω του βαθμού της δυστυχίας που αισθάνονται οι ίδιοι και όσοι προσπαθούν να τους αγαπήσουν.
 
ΠΡΟΒΟΛΗ, ΕΝΔΟΒΟΛΗ ΚΑΙ ΠΡΟΒΟΛΙΚΗ ΤΑΥΤΙΣΗ
Τόσο στην προβολή όσο και στην ενδοβολή δεν υπάρχει ψυχολογικό όριο ανάμεσα στον εαυτό του ατόμου και στον κόσμο που το περιβάλλει.
Ένα βρέφος που υποφέρει από κολικούς, είναι πιθανό να έχει την υποκειμενική εμπειρία του «τραύματος» και όχι την εμπειρία ότι «κάτι μέσα μου πονάει». Δεν μπορεί ακόμη να ξεχωρίσει έναν ενδογενή πόνο, όπως ο κολικός, από μια εξωγενώς προκαλούμενη δυσφορία, όπως είναι η πίεση από τις πολύ σφικτές πάνες.
Από την περίοδο της μη διαφοροποίησης προέρχονται οι διεργασίες οι οποίες αργότερα, στην αμυντική τους λειτουργία, είναι γνωστές ως προβολή και ενδοβολή.
Όταν αυτές οι διεργασίες λειτουργούν ταυτόχρονα, αποτελούν μια άμυνα που ονομάζεται προβολική ταύτιση (ή προβλητική ταύτιση).
Η προβολή είναι η διεργασία κατά την οποία ένα φαινόμενο με ενδογενή προέλευση παρερμηνεύεται από το άτομο και γίνεται αντιληπτό ως εξωγενές. Στις ήπιες και ώριμες μορφές της η προβολή αποτελεί τη βάση για την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης. Δεδομένου ότι κανένας δεν θα μπορέσει ποτέ να μπει μέσα στο νου ενός άλλου ατόμου, είναι απαραίτητο να καταφύγουμε στην ικανότητά μας να προβάλουμε την εμπειρία μας προκειμένου να κατανοήσουμε τον υποκειμενικό κόσμο του άλλου. Είναι γνωστό ότι οι ερωτευμένοι διαβάζουν ο ένας τη σκέψη του άλλου με τρόπους που ούτε οι ίδιοι είναι σε θέση να εξηγήσουν λογικά.
Στις κακοήθεις μορφές της η προβολή επιφέρει επικίνδυνες παρανοήσεις και διαταραχές στις διαπροσωπικές σχέσεις. Όταν οι προβαλλόμενες στάσεις διαστρεβλώνουν σε μεγάλο βαθμό το αντικείμενο πάνω στο οποίο προβάλλονται, ή όταν αυτό που προβάλλεται απαρτίζεται από αποκηρυγμένα και πολύ αρνητικά τμήματα του ατόμου, τότε τα πράγματα είναι δύσκολα. Οι άλλοι δυσανασχετούν με τις διαστρεβλώσεις που υφίσταται η εικόνα τους, και είναι πιθανό να αντιδράσουν έντονα επειδή θεωρούνται, για παράδειγμα, ότι επικρίνουν, ζηλεύουν ή καταδιώκουν το άτομο που πραγματοποιεί την προβολή.
Τέτοιου τύπου προβολές γίνονται συνήθως από άτομα που έχουν την τάση να αγνοούν την ύπαρξη αυτών των στοιχείων στον εαυτό τους και τα αποδίδουν σε άλλους. Όταν ένα άτομο χρησιμοποιεί την προβολή ως βασικό τρόπο κατανόησης του κόσμου και αντιμετώπισης της ζωής, τότε λέγεται ότι έχει παρανοϊκό χαρακτήρα.
Η ενδοβολή είναι η διεργασία κατά την οποία ένα εξωγενές φαινόμενο παρερμηνεύεται από το άτομο ως φαινόμενο με ενδογενή προέλευση. Στις ήπιες μορφές της η ενδοβολή ισοδυναμεί με μια πρωτόγονη ταύτιση του ατόμου με τα σημαντικά πρόσωπα που το περιβάλλουν. Τα μικρά παιδιά εσωτερικεύουν όλα τα είδη των στάσεων, των συναισθημάτων και των συμπεριφορών των σημαντικών ανθρώπων της ζωής τους. Η διεργασία αυτή είναι τόσο ανεπαίσθητη ώστε μοιάζει σχεδόν μυστηριώδης. Πολύ προτού το παιδί είναι σε θέση να πάρει μια εκούσια απόφαση να φέρεται σαν τη μαμά ή τον μπαμπά, φαίνεται ότι έχει «καταπιεί» αυτά τα πρόσωπα με έναν πρωτόγονο τρόπο.
Το παιδί των τριών ετών που επιθυμεί να είναι «σαν τη μαμάκα» του ταυτίζεται μαζί της με έναν τρόπο που είναι πολύ λιγότερο πρωτόγονος σε σύγκριση με τον τρόπο που ακολουθεί το παιδί των δύο ετών, το οποίο απλώς προσλαμβάνει μέσα του τα χαρακτηριστικά της μαμάς του.
Τα πιο γνωστά και εντυπωσιακά παραδείγματα παθολογικής ενδοβολής εμπλέκουν μια διεργασία που ονομάζεται «ταύτιση με τον επιτιθέμενο». Τα συγκεκριμένα άτομα είναι σαν να λένε «Δεν είμαι το αβοήθητο θύμα. Είμαι ο ισχυρός επιβολέας».
Σε συνθήκες φόβου ή κακοποίησης οι άνθρωποι θα προσπαθήσουν να κυριαρχήσουν στο φόβο τους ταυτιζόμενοι με χαρακτηριστικά των κακοποιών τους. Συναντάται σε όλες τις διαγνωστικές κατηγορίες, αλλά είναι ιδιαίτερα εμφανής στη χαρακτηρολογική προδιάθεση προς το σαδισμό, την εκρηκτικότητα και προς αυτό που συχνά ονομάζεται λανθασμένα παρορμητικότητα.
Ένας διαφορετικός τρόπος με τον οποίο η ενδοβολή μπορεί να οδηγήσει σε ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας έχει σχέση με το πένθος και την κατάθλιψη που απορρέει από αυτό. Εάν εξαιτίας ενός θανάτου, ενός αποχωρισμού ή μιας απόρριψης χάσουμε κάποιο από τα άτομα των οποίων την εικόνα είχαμε εσωτερικεύσει, δεν αισθανόμαστε μόνο ότι το περιβάλλον είναι φτωχότερο, λόγω της απουσίας τους από τη ζωή μας, αλλά και ότι ένα κομμάτι του εαυτού μας έχει πεθάνει.
Όταν αποφεύγεται η βίωση του πένθους, αρχίζει η ασυνείδητη αυτοκριτική. Εάν στόχος μας είναι να ξαναβρούμε τα χαμένα πρόσωπα και όχι να παραιτηθούμε από αυτά, τότε συχνά αναπτύσσουμε την έμμονη ιδέα να ανακαλύψουμε το λάθος που κάναμε και σπρώξαμε τους άλλους μακριά μας.
Επίσης, όταν ένα άτομο αδυνατεί με το πέρασμα του χρόνου να αποχωριστεί εσωτερικά από ένα αγαπημένο πρόσωπο, του οποίου την εικόνα έχει ενδοβάλει, και ως εκ τούτου αποτυγχάνει να επενδύσει συναισθηματικά σε άλλους ανθρώπους, τότε εξακολουθεί να αισθάνεται συρρικνωμένο, ανάξιο, εξαντλημένο και στερημένο.
Εάν ένα άτομο χρησιμοποιεί συνήθως την ενδοβολή για να μειώσει το άγχος του και να έχει την αίσθηση κάποιας συνέχειας στον εαυτό του, διατηρώντας ψυχολογικούς δεσμούς με αντικείμενα της πρώιμης ζωής του τα οποία τον απορρίπτουν, τότε σε χαρακτηρολογικό επίπεδο θεωρείται ότι είναι καταθλιπτικό.
Στην προβολική ταύτιση δε βλέπει μόνο ο ασθενής το θεραπευτή με παραποιημένο τρόπο, ο οποίος καθορίζεται από τις αντικειμενοτρόπες σχέσεις του ασθενή κατά το παρελθόν, αλλά, επιπρόσθετα, ο θεραπευτής πιέζεται να βιώσει τον εαυτό του με έναν τρόπο που βρίσκεται σε συμφωνία με την ασυνείδητη φαντασίωση του ασθενή.
Με άλλα λόγια, στην προβολική ταύτιση ο ασθενής αφενός προβάλλει εσωτερικά αντικείμενα σε ένα άλλο πρόσωπο, και αφετέρου πιστεύει ότι το πρόσωπο αυτό συμπεριφέρεται όπως εκείνα τα αντικείμενα, σαν να είχε κάνει τις ίδιες ενδοβολές.
Η προβολή και η ενδοβολή περιλαμβάνουν, η καθεμία τους, ένα συνεχές μορφών από το πιο πρωτόγονο μέχρι το πιο πολύπλοκο, και στο πρωτόγονο άκρο τους οι διεργασίες συγχωνεύονται μεταξύ τους, λόγω της παρόμοιας σύγχυσης που τις χαρακτηρίζει σχετικά με το τι βρίσκεται έξω από τον εαυτό και τι ανήκει σε αυτόν. Αυτή η συγχώνευση ονομάζεται προβολική ταύτιση.
Παράδειγμα με δύο διαφορετικούς ασθενείς:
Ασθενής Α: «Ξέρω ότι δεν έχω λόγο να πιστεύω ότι δεν είστε επικριτικός απέναντί μου, αλλά δεν μπορώ να μη σκέφτομαι ότι είστε.»
Ασθενής Β: «Όλοι εσείς οι τρελόγιατροι κάθεστε αμίλητοι και κρίνετε τους άλλους, και δεν πιστεύω τίποτα από αυτά που λέτε.»
Ο ασθενής Β βιώνει αυτό που προβάλλεται ως μια πιστή απεικόνιση αυτού που σκέφτεται ο θεραπευτής. Η προβολή του είναι επομένως συντονική προς το Εγώ.
Είναι πεπεισμένος ότι ο ισχυρισμός του είναι τόσο αληθινός ώστε εκτοξεύει μια αντεπίθεση στην επίθεση που κατά την άποψή του είναι βέβαιο πως σχεδιάζει να εξαπολύσει ο θεραπευτής εναντίον του. Η συγχώνευση της γνωστικής, συναισθηματικής και συμπεριφορικής διάστασης της εμπειρίας είναι εμφανής σε αυτό το σημείο, και είναι τυπική των πρωτόγονων διεργασιών.
Την επικριτική στάση αφενός την προβάλλει στο θεραπευτή και αφετέρου τη διατηρεί. Αποδίδει μια επικριτική στάση στο άλλο πρόσωπο, αλλά αυτό δεν τον ανακουφίζει και δεν τον βοηθά να αποφύγει τη βίωση του εαυτού του με επικριτικό τρόπο. Γι'αυτή την πλευρά της προβολικής ταύτισης ο Kernberg αναφέρει ότι «διατηρεί την ενσυναίσθηση» με αυτό που έχει προβληθεί.
Διαφορές μεταξύ Α και Β ασθενή:
Ο Α έχει στην κατοχή του ένα τμήμα εαυτού που μπορεί να αντιλαμβάνεται ότι η φαντασίωσή του δεν είναι απαραίτητα εναρμονισμένη με την πραγματικότητα.
Ο Α μέσα από την προβολή αντιμετωπίζει το δυσάρεστο συναίσθημα και ανακουφίζεται.
Με τον Α μπορεί κανείς εύκολα να νιώσει συμπάθεια, ενώ με τον Β θα αρχίσει να νιώθει όπως ακριβώς το πρόσωπο που ο Β ήδη πιστεύει ότι είναι: αδιάφορος, άστοργος, επικριτικός κλπ.
Υπάρχουν και ήπιες μορφές προβολικής ταύτισης. Όταν αυτό που προβάλλεται και με το οποίο ταυτίζεται ένα άτομο σχετίζεται με συναισθήματα χαράς και αγάπης, τότε αυτό που μπορεί να συμβεί σε μια ομάδα για παράδειγμα είναι η μετάδοση θετικών συναισθημάτων.
 
ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΕΓΩ
Πρόκειται για μια αμυντική διεργασία ενός ατόμου του οποίου το Εγώ έχει αναπτύξει μια αίσθηση ολότητας και στη συνέχεια διχοτομείται υπό ψυχοπιεστικές συνθήκες.
Εύκολα συναντά κανείς σε δίχρονα παιδιά την ανάγκη να οργανώνουν τις αντιλήψεις τους αποδίδοντας καλές και κακές ιδιότητες σε οτιδήποτε γύρω τους. Αυτή η τάση, μαζί με την αίσθηση της διαφοράς που υπάρχει ανάμεσα στο μεγάλο και στο μικρό (ενήλικος και παιδί), είναι ένας από τους πρωτόγονους τρόπους με τους οποίους τα μικρά παιδιά οργανώνουν την εμπειρία τους.
Το βρέφος έχει την εμπειρία είτε μιας θετικής είτε μιας αρνητικής κατάστασης του Εγώ προς ένα αντικείμενο που υπάρχει στον κόσμο του πριν ακόμα αναπτυχθεί η αμφιθυμία του.
Σε κλινικό επίπεδο η διχοτόμηση συντελείται όταν ένας ασθενής εκφράζει μια μη αμφιθυμική στάση και θεωρεί ότι η αντίθετή της, με την οποία οι περισσότεροι άνθρωποι θα βίωναν μια κατάσταση αμφιθυμίας, δεν συνδέεται κατά κανέναν τρόπο με την πρώτη.
Για παράδειγμα, μια γυναίκα με μεταιχμιακή οργάνωση της προσωπικότητας βιώνει το θεραπευτή της ως απόλυτα καλό, ενώ αντίθετα η γνώμη της για όλους τους άλλους επαγγελματίες του κλάδου είναι ότι πρόκειται για αδιάφορους, εχθρικούς και ηλίθιους γραφειοκράτες.
Εάν το άτομο που χρησιμοποιεί τη διχοτόμηση έρθει αντιμέτωπο με την ασυνέπεια των ισχυρισμών του, δεν πρόκειται να του φανεί εντυπωσιακό ή αξιοσημείωτο ότι κάποιος, που έδειχνε να είναι τόσο καλός, έχει γίνει ξαφνικά τόσο κακός.
 
ΔΙΑΣΧΙΣΗ
Η διάσχιση είναι μια «φυσιολογική» αντίδραση στο τραύμα, για το οποίο δεν είναι δυνατόν να ισχυριστεί κανείς ότι είναι φυσιολογικό σε εξελικτικό επίπεδο. Ο καθένας μας, βιώνοντας μια καταστροφή η οποία συνθλίβει την ικανότητά του να αντιμετωπίσει μια κατάσταση, ιδιαίτερα εάν η κατάσταση αυτή συνεπάγεται αφόρητο πόνο ή τρόμο, είναι δυνατόν να αντιδράσει με διάσχιση.
Οι εξωσωματικές εμπειρίες που έχουν αναφερθεί στη διάρκεια πολέμων, θεομηνιών και σοβαρών εγχειρήσεων είναι τόσο συχνές ώστε μόνο κάποιος που είναι υπέρμετρα σκεπτικιστής θα μπορούσε να αμφισβητήσει τις μαρτυρίες για τα διασχιστικά φαινόμενα. Άτομα κάθε ηλικίας που υφίστανται αβάστακτες συμφορές είναι δυνατόν να αντιδράσουν με διάσχιση. Όσοι κατά την παιδική τους ηλικία δέχονταν κατ'εξακολούθηση αποτρόπαιη κακοποίηση μπορεί να μάθουν να αντιδρούν στο στρες κυρίως με διάσχιση. Όταν διαπιστώνεται κάτι τέτοιο σε ένα ενήλικο άτομο, η διάγνωση που δίδεται είναι διασχιστική διαταραχή του χαρακτήρα ή πολλαπλή προσωπικότητα.
Το άτομο που χρησιμοποιεί τη διάσχιση αποσυνδέεται από τον πόνο, τον τρόμο, τη φρίκη αλλά και από το φόβο ότι θα πεθάνει. Όσοι είχαμε κάποτε μια εξωσωματική εμπειρία όταν διατρέχαμε τον κίνδυνο θανάτου, αλλά ακόμη και όσοι από εμάς δεν έχουμε μια τόσο δραματική βάση για ενσυναίσθηση, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί προτιμούμε να παραμένουμε έξω και όχι μέσα στο σώμα μας τη στιγμή που αντιμετωπίζουμε μια επικείμενη καταστροφή. Η περιστασιακή ή ήπια διάσχιση μπορεί να διευκολύνει την πραγματοποίηση ενεργειών που χρειάζονται ψυχικό σθένος.
Τα άτομα του περιβάλλοντός τους, εξαιρουμένων εκείνων που έχουν και τα ίδια ένα τραυματικό παρελθόν, ποτέ δεν υποπτεύονται τη διάσχιση όταν δουν τον ασθενή να έχει ξαφνικά ξεχάσει ένα πολύ σημαντικό γεγονός ή να εμφανίζεται ανεξήγητα αλλαγμένος.
 
ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΕΙΣ (ΥΨΗΛΟΤΕΡΗΣ ΤΑΞΗΣ)
ΑΜΥΝΤΙΚΕΣ ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ
ΑΠΩΘΗΣΗ
 
Η απώθηση είναι η πιο βασική άμυνα υψηλότερης τάξης.
Όταν μια εσωτερική προδιάθεση ή μια εξωτερική κατάσταση προκαλεί στο άτομο μεγάλη αναστάτωση ή σύγχυση, είναι πιθανό να παραπεμφθεί σκόπιμα στο ασυνείδητο. Αυτή η διεργασία μπορεί να συμπεριλάβει όλες τις πτυχές μιας εμπειρίας, το συναίσθημα που συνδέεται με την εμπειρία ή τις φαντασιώσεις και τις επιθυμίες του ατόμου σχετικά με αυτήν.
Η συγκεκριμένη άμυνα ενεργοποιείται μόνο όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι το άτομο δεν έχει συνειδητή πρόσβαση σε μια ιδέα ή σε ένα συναίσθημα ή σε μια αντίληψη, και τούτο εξαιτίας της δύναμής του να του προκαλούν αναστάτωση.
Ορισμένοι σύγχρονοι αναλυτές υποθέτουν ότι ένα άτομο θα πρέπει αρχικά να έχει κατακτήσει μια αίσθηση ολότητας και συνέχειας του εαυτού του, προτού είναι πραγματικά σε θέση να χειριστεί κάποιες έντονες παρορμήσεις μέσω της απώθησης. Άτομα τα οποία λόγω των πρώιμων εμπειριών της ζωής τους δεν μπόρεσαν να αποκτήσουν μια σταθερή ταυτότητα έχουν την τάση να επιστρατεύουν πιο πρωτόγονες άμυνες, όπως είναι η άρνηση, η προβολή και η διχοτόμηση, για να αντιμετωπίσουν τα συναισθήματα που τους προκαλούν αναστάτωση.
Η απώθηση γίνεται προβληματική στις εξής περιπτώσεις: (1) όταν αποτυγχάνει στην εκπλήρωση του σκοπού της, να συγκρατεί δηλαδή τις ενοχλητικές ιδέες έξω από τη συνείδηση ώστε το άτομο να συνεχίσει να ζει τη ζωή του και να προσαρμόζεται στην πραγματικότητα. (2) όταν προκαλεί εμπόδια και δυσκολίες σε ορισμένες θετικές πλευρές της ζωής. (3) όταν αποκλείει άλλους πιο επιτυχημένους τρόπους αντιμετώπισης της πραγματικότητας.
Η υπερβολική επιστράτευση της απώθησης, σε συνδυασμό με κάποιες άλλες συγκεκριμένες άμυνες οι οποίες συχνά συνυπάρχουν με αυτήν, θεωρείται γενικά ότι συγκροτούν το σήμα κατατεθέν της υστερικής προσωπικότητας.
Είναι γεγονός ότι ένα στοιχείο απώθησης ενυπάρχει στη λειτουργία των περισσότερων δευτερογενών αμυνών, μολονότι υποστηρίζεται ότι δεν είναι η απώθηση, αλλά η άρνηση που εκδηλώνεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες επικρατεί ασάφεια για το αν το άτομο αρχικά συνειδητοποίησε κάτι προτού στη συνέχεια χάσει τη γνώση αυτή.
Για παράδειγμα, στον αντιδραστικό σχηματισμό, δηλαδή στη μετατροπή μιας στάσης στην αντίθετή της, όπως του μίσους σε αγάπη ή της εξιδανίκευσης σε περιφρόνηση, το αρχικό συναίσθημα μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει απωθηθεί ή ότι έχει γίνει αντικείμενο άρνησης, ανάλογα με το αν το άτομο το είχε κάποτε βιώσει συνειδητά.
 
ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΗ
 
Η παλινδρόμηση είναι ένας σχετικά απλός μηχανισμός άμυνας, οικείος σε κάθε γονέα που έχει παρατηρήσει ότι το παιδί του υιοθετεί συνήθειες από ένα προηγούμενο στάδιο ωρίμανσης όταν νιώθει κουρασμένο ή πεινασμένο.
Σχεδόν κάθε άνθρωπος, όταν είναι αρκετά κουρασμένος, αρχίζει να γκρινιάζει. Η «φάση της επαναπροσέγγισης», που αποτελεί τμήμα της ευρύτερης διεργασίας του αποχωρισμού-εξατομίκευσης και που κατά τη Mahler είναι ένα πανανθρώπινο γνώρισμα της τελευταίας περιόδου του δεύτερου χρόνου της ζωής (όταν το νήπιο που, μόλις έχει εκδηλώσει την ανεξαρτησία από τη μητέρα, τρέχει ξανά πίσω και κρύβεται κάτω από τη φούστα της), συνιστά ένα μόνο παράδειγμα της τάσης των ανθρώπων να «γαντζώνονται» σε αυτό που τους είναι οικείο, αμέσως μετά την επίτευξη ενός νέου επιπέδου ικανότητας.
Ο ασθενής που τελικά καταφέρνει να συγκεντρώσει όλο του το θάρρος για τη δοκιμή ενός νέου τρόπου συμπεριφοράς, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια νέα συμπεριφορά μέσα στη θεραπεία (για παράδειγμα, η έκφραση κριτικής ή θυμού προς το θεραπευτή, η εκμυστήρευση των φαντασιώσεων αυνανισμού, το αίτημά του να αναβάλει για κάποιο χρονικό διάστημα την πληρωμή των θεραπευτικών συνεδριών ή να αλλάξει τις ώρες των συναντήσεων, δείχνοντας περισσότερη διεκδικητικότητα από αυτήν που του επιτρεπόταν στην παιδική ηλικία), θα είναι ο ίδιος ασθενής ο οποίος στις επόμενες συνεδρίες θα επανέλθει σε προηγούμενες γνωστικές, συναισθηματικές και συμπεριφορικές του συνήθειες.
Δεν μιλούμε για παλινδρόμηση όταν έχουμε να κάνουμε με ένα άτομο το οποίο έχει επίγνωση της ανάγκης του για περισσότερη ζεστασιά και αναζητά στήριξη ή επιβεβαίωση ή όταν κάποιος αναζητά σκόπιμα έναν τρόπο για να απελευθερώσει τις πρωτόγονες ενορμήσεις του, λόγου χάρη, μέσω ανταγωνιστικών αθλημάτων. Για να χαρακτηριστεί ως μηχανισμός άμυνας, η διεργασία θα πρέπει να είναι ασυνείδητη.
Κάποιοι άνθρωποι χρησιμοποιούν την άμυνα της παλινδρόμησης πολύ πιο συχνά απ'ό,τι άλλοι. Για παράδειγμα, μερικοί αντιδρούν στο στρες της ανάπτυξης και της αλλαγής, εκδηλώνοντας κάποιες ασθένειες. Πολλοί άλλοι, αν και δεν εμφανίζουν μια συγκεκριμένη αρρώστια, μπορεί να αισθάνονται μεγάλη σωματική κατάπτωση και να παραμένουν κλινήρεις. Αυτή η διεργασία σε καμιά περίπτωση δεν είναι συνειδητή (εάν είναι, τότε ορθώς ονομάζεται «προσποιητή ασθένεια») και μπορεί να προκαλέσει ψυχική οδύνη τόσο στο άτομο που παλινδρομεί όσο και στους γύρω του. Αυτό το είδος παλινδρόμησης, που ονομάζεται σωματοποίηση, αντιστέκεται συνήθως στην αλλαγή και η θεραπευτική της αντιμετώπιση αποτελεί μεγάλη πρόκληση.
Δεν πρέπει να εξάγεται βιαστικά ή απερίσκεπτα το συμπέρασμα ότι ένα άτομο που βιώνει σωματικό πόνο ή εξάντληση χρησιμοποιεί την άμυνα της παλινδρόμησης ως βασική αντίδραση στο συναισθηματικό στρες, αφού το στρες της ίδιας της ασθένειας θα προκαλέσει στον πάσχοντα μια αντίδραση παλινδρόμησης. Οι άνθρωποι είναι δυνατόν να αρρωστήσουν επειδή ασυνείδητα υποφέρουν από κατάθλιψη. Μπορεί όμως και να πέσουν σε κατάθλιψη επειδή είναι άρρωστοι. Έχει παρατηρηθεί σε μεγάλο βαθμό ότι η σωματοποίηση και η υποχονδρίαση, καθώς και άλλα είδη παλινδρόμησης σε σχετικά άχρηστους και παιδιάστικους τρόπους αντιμετώπισης της ζωής είναι δυνατόν να αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του χαρακτήρα ενός ατόμου.
Όταν ένα άτομο χρησιμοποιεί την παλινδρόμηση ως την κύρια στρατηγική για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της ζωής του, τότε ο όρος με τον οποίο το χαρακτηρίζουμε είναι νηπιακή προσωπικότητα.
 
ΜΟΝΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ
Μια από τις στρατηγικές που έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για την αντιμετώπιση των αγχογόνων και άλλων οδυνηρών καταστάσεων, είναι η μόνωση του συναισθήματος από το γνωστικό περιεχόμενο μιας κατάστασης.
Η μόνωση του συναισθήματος ως άμυνα έχει μεγάλη αξία: οι χειρουργοί δεν θα ήταν σε θέση να εργάζονται αποδοτικά εάν διαρκώς τους απασχολούσε η αγωνία των ασθενών τους, η προσωπική τους αποστροφή, η δυσφορία ή ο σαδισμός τους την ώρα που χειρουργούν κάποιον ασθενή. Ούτε οι στρατηγοί θα ήταν σε θέση να σχεδιάζουν μια μάχη εάν τους απασχολούσε διαρκώς η φρίκη του πολέμου. Ούτε όμως και οι αστυνομικοί θα μπορούσαν να διερευνήσουν βίαια εγκλήματα χωρίς να καταρρακώνονται ψυχικά.
Οι θεραπευτές που εργάστηκαν με επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος αναφέρουν ότι έμειναν άναυδοι από τον ξύλινο λόγο που χρησιμοποιούσαν αυτοί οι άνθρωποι όταν περιέγραφαν τις φρικαλεότητες που είχαν υποστεί και οι οποίες ξεπερνούσαν κάθε φαντασία.
Η άμυνα αυτή βρίσκεται ένα βαθμό πιο πάνω από τη διάσχιση: η οδυνηρή εμπειρία δεν εξαλείφεται εξ ολοκλήρου από τη συνείδηση, αποκόπτεται όμως το συναισθηματικό της νόημα.
Η μόνωση μπορεί επίσης να γίνει μια κεντρική άμυνα του ατόμου ακόμη και χωρίς προηγούμενα τραυματικά γεγονότα, μέσω κάποιας συγκεκριμένης ανατροφής που δέχεται το παιδί σε συνδυασμό με την ιδιοσυγκρασία του. Αυτοί οι άνθρωποι μερικές φορές θεωρούν την κατάστασή τους πλεονέκτημα και εξιδανικεύουν την αποκλειστική έκφραση λογικών σκέψεων από μέρους τους.
Η μόνωση είναι η πιο πρωτόγονη «διανοητική» άμυνα και το βασικό στοιχείο της ψυχολογικής λειτουργίας μηχανισμών όπως η διανοητικοποίηση, η εκλογίκευση και η ηθικοποίηση.
Όταν η βασική άμυνα ενός ατόμου είναι η μόνωση και το πρότυπο ζωής του αντανακλά την υπερεκτίμηση της σκέψης και την υποτίμηση του συναισθήματος, τότε ο χαρακτήρας του αποκαλείται ψυχαναγκαστικός.
 
ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ
Διανοητικοποίηση είναι ο όρος που χαρακτηρίζει μια πιο εξελιγμένη παραλλαγή της μόνωσης του συναισθήματος από τη νόηση. Η τυπική δήλωση ενός ατόμου που χρησιμοποιεί τη μόνωση είναι ότι δεν έχει συναισθήματα, ενώ το άτομο που χρησιμοποιεί τη διανοητικοποίηση κάνει μεν λόγο για συναισθήματα αλλά με έναν τρόπο ο οποίος μοιάζει να στερείται συναισθήματος. Για παράδειγμα, το σχόλιο «Όπως είναι φυσικό, λοιπόν, έχω θυμώσει γι'αυτό», ειπωμένο με έναν ανέμελο, αποστασιοποιημένο τόνο, αποκαλύπτει ουσιαστικά ότι, παρόλο που η ιδέα της βίωσης του συναισθήματος του θυμού γίνεται θεωρητικά αποδεκτή από το άτομο, η πραγματική έκφραση αυτού του συναισθήματος συνεχίζει να εμποδίζεται.
Η διανοητικόποιηση χειρίζεται τη συνηθισμένη συναισθηματική υπερφόρτωση με τον ίδιο τρόπο που η μόνωση χειρίζεται την τραυματική υπερδιέγερση. Η ικανότητα ενός ατόμου να μπορεί να σκέπτεται λογικά σε μια συναισθηματικά φορτισμένη κατάσταση είναι ενδεικτική της ύπαρξης ενός ισχυρού Εγώ.
Πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ότι έχουν κάνει ένα άλμα στην ωρίμανση της προσωπικότητάς τους όταν βλέπουν ότι κάτω από ψυχοπιεστικές συνθήκες είναι ικανοί να αντιδρούν με διανοητικοποίηση και όχι με μια παρορμητική, αντανακλαστική αντίδραση. Όταν όμως ένα άτομο φαίνεται ότι δεν έχει την ικανότητα να απομακρυνθεί από μια αμυντική, χωρίς συναίσθημα θέση, τότε οι άλλοι διαισθάνονται ότι δεν είναι ειλικρινές. Το σεξ, το αστείο, η καλλιτεχνική έκφραση και άλλες ευχάριστες μορφές παιχνιδιού των ενήλικων μπορεί να απουσιάζουν χωρίς λόγο σε ένα άτομο που έχει μάθει να εξαρτάται από τη διανοητικοποίηση για να αντιμετωπίζει τη ζωή.
 
ΕΚΛΟΓΙΚΕΥΣΗ
Επιστρατεύουμε την εκλογίκευση είτε όταν δεν καταφέρνουμε να αποκτήσουμε κάτι που επιθυμούσαμε και αποφασίζουμε αναδρομικά ότι τελικά δεν το επιθυμούσαμε και τόσο πολύ (μερικές φορές αυτή η διεργασία ονομάζεται «εκλογίκευση των ξινών σταφυλιών», σύμφωνα με το μύθο του Αισώπου για την αλεπού και τα σταφύλια), είτε όταν κάτι κακό έχει ήδη συμβεί και εκ των υστέρων αποφασίζουμε ότι τελικά αυτό δεν ήταν και τόσο κακό («η εκλογίκευση του γλυκού λεμονιού»).
Ένα παράδειγμα του πρώτου τύπου εκλογίκευσης είναι το συμπέρασμα ότι μια συγκεκριμένη κατοικία, το οικονομικό κόστος της οποίας είναι πολύ υψηλό, ούτως ή άλλως είναι πολύ μεγάλη για μας. Ένα παράδειγμα του δεύτερου τύπου αποτελεί η πανανθρώπινα γνωστή εκλογίκευση εκείνων που δίνουν έμφαση στη μάθηση από ένα «πάθημα»: «Τουλάχιστον μάθαμε κάτι από αυτό».
Οι άνθρωποι σπανίως παραδέχονται ότι προβαίνουν σε μια συγκεκριμένη πράξη μόνο και μόνο επειδή τους κάνει να αισθάνονται καλά. Συνήθως, προτιμούν να επινοούν καλές δικαιολογίες για αυτές τις πράξεις. Έτσι, για παράδειγμα, ο γονιός που χτυπά το παιδί του εκλογικεύει την επιθετικότητά του προφασιζόμενος ότι το κάνει «για το καλό του». Ο θεραπευτής που αυξάνει συνεχώς το ύψος της αμοιβής του εκλογικεύει την απόφασή του λέγοντας ότι η αύξηση της πληρωμής θα κάνει καλό στην αυτοεκτίμηση του πελάτη του. Το άτομο που βρίσκεται διαρκώς σε δίαιτα εκλογικεύει τη ματαιοδοξία του χρησιμοποιώντας ως πρόφαση την υγεία του.
 
ΗΘΙΚΟΠΟΙΗΣΗ
Η ηθικοποίηση συνδέεται στενά με την εκλογίκευση. Στην εκλογίκευση το άτομο αναζητά σε ασυνείδητο επίπεδο λογικές αιτίες για τις πράξεις του. Στην ηθικοποίηση αναζητά τρόπους προκειμένου να αισθανθεί ότι έχει καθήκον να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη πορεία. Η εκλογίκευση προσφέρει λογικές αιτίες σε αυτό που το άτομο ήδη επιθυμεί. Η ηθικοποίηση τοποθετεί την επιθυμία στη σφαίρα της ηθικής υποχρέωσης. Στην εκλογίκευση το άτομο θα μιλήσει για τη «μαθησιακή εμπειρία» την οποία αποκόμισε από κάποια απογοήτευση που βίωσε, ενώ στην ηθικοποίηση θα επιμείνει ότι η απογοήτευση «χαλύβδωσε το χαρακτήρα» του.
Μέσω της ηθικοποίησης το άτομο φτάνει στην αυτοδικαίωση σε συγκεκριμένες πολιτικές και κοινωνικές περιστάσεις οι ηγέτες που εκμεταλλεύονται την επιθυμία των ψηφοφόρων τους να αισθάνονται ηθικά ανώτεροι μπορούν να επιφέρουν μαζική ηθικοποίηση, και μάλιστα τόσο εύκολα ώστε το κοινό τους ούτε καν να το αντιληφθεί. Η πεποίθηση των αποικιοκρατών ότι μετέδιδαν έναν ανώτερο πολιτισμό στους ανθρώπους που λεηλατούσαν αποτελεί ένα καλό παράδειγμα ηθικοποίησης. Ο Χίτλερ μπορούσε να ικανοποιεί τις δολοφονικές φαντασιώσεις του πείθοντας έναν εκπληκτικό αριθμό οπαδών του ότι η εξάλειψη των Εβραίων, των ομοφυλόφιλων και των Τσιγγάνων ήταν απαραίτητη για την ηθική και πνευματική βελτίωση της ανθρώπινης φυλής. Η ισπανική Ιερά Εξέταση ήταν άλλη μία κοινωνική οργάνωση που χρησιμοποίησε την ηθικοποίηση της επιθετικότητας, της απληστίας και της επιθυμίας για παντοδυναμία.
Σε καθημερινό επίπεδο, οι περισσότεροι από εμάς έχουμε συναντήσει κάποιον που βασίζει τη σκληρή κριτική προς έναν υφιστάμενό του στην άποψη ότι είναι καθήκον τού επόπτη να είναι ειλικρινής με τα παραπτώματα του εργαζόμενου.
Η ηθικοποίηση μπορεί να γίνει αντιληπτή και ως μια εξελικτικά προηγμένη εκδοχή της διχοτόμησης. Να είναι ένα φυσιολογικό μεταγενέστερο στάδιο της πρωτόγονης διάκρισης καλού-κακού. Ενώ η διχοτόμηση συντελείται φυσιολογικά σε ένα παιδί προτού επιτευχθεί η δημιουργία ενός σύνθετου εαυτού που έχει την ικανότητα να βιώνει αμφιθυμία, η ηθικοποίηση αντιμετωπίζει τα ανάμικτα συναισθήματα καταφεύγοντας σε κάποια ηθική αρχή. Από την ηθικοποίηση μπορεί κανείς να συμπεράνει τη λειτουργία ενός Υπερεγώ το οποίο είναι συνήθως αυστηρό και τιμωριτικό.
Η ηθικοποίηση συνιστά μια κεντρικής σημασίας άμυνα σε άτομα με οργάνωση του χαρακτήρα που οι αναλυτές αποκαλούν ηθικό μαζοχισμό. Έχει επίσης παρατηρηθεί ότι και ορισμένοι ιδεοψυχαναγκαστικοί ασθενείς καταφεύγουν σε αυτή την άμυνα.
Ο θεραπευτής μπορεί να διαπιστώσει ότι όποτε προχωρά σε κατά πρόσωπο αντιμετώπιση των αυτοϋποτιμητικών στάσεων ή συμπεριφορών αυτών των ασθενών, θεωρείται ανήθικος, επειδή οι αξίες του δεν συμφωνούν με τις δικές τους.
Η ηθικοποίηση επομένως ως αμυντική διεργασία φανερώνει ότι, ακόμα και αν μια δεδομένη άμυνα μπορεί να θεωρηθεί ένας «ώριμος» μηχανισμός, είναι δυνατόν να αποδεχτεί εκνευριστικά απροσπέλαστη στη θεραπευτική επίδραση. Η εργασία με κάποιον ασθενή που βρίσκεται στο νευρωτικό φάσμα, του οποίου ο χαρακτήρας καθορίζεται από τη χρόνια, ανελαστική χρήση μιας συγκεκριμένης αμυντικής στρατηγικής, μπορεί να είναι τόσο κοπιώδης όσο και η εργασία με ολοφάνερα ψυχωτικούς ασθενείς.
 
ΓΝΩΣΤΙΚΗ ΑΠΟΣΠΑΣΗ
 
Η γνωστική απόσπαση είναι άλλη μια διανοητική άμυνα, η οποία σχετίζεται στενότερα με τις διεργασίες διάσχισης παρά με την εκλογίκευση και την ηθικοποίηση, παρόλο που η εκλογίκευση επιστρατεύεται συχνά για να τη στηρίξει.
Η λειτουργία της επιτρέπει την ύπαρξη δύο συγκρουόμενων καταστάσεων χωρίς αυτό να συνεπάγεται συνειδητή σύγχυση, ενοχή, ντροπή ή άγχος. Ενώ η μόνωση αναφέρεται σε μια ρήξη ανάμεσα στο γνωστικό και στο συναισθηματικό παράγοντα, η γνωστική απόσπαση αναφέρεται στη ρήξη ανάμεσα σε ασύμβατα γνωστικά συστήματα. Το ότι ένα άτομο χρησιμοποιεί τη γνωστική απόσπαση σημαίνει, ότι διατηρεί δύο ή περισσότερες ιδέες, στάσεις ή συμπεριφορές που από τη φύση τους και εξ ορισμού έρχονται σε σύγκρουση, χωρίς το άτομο να είναι σε θέση να αντιληφθεί αυτή την ασυμβατότητα.
Για παράδειγμα, μια δηλωμένη πεποίθηση του ατόμου στο Χρυσό Κανόνα και παράλληλα στην αρχή της Πρωτιάς. Η διακήρυξη της σπουδαιότητας της ανοικτής επικοινωνίας την ίδια στιγμή που εκφράζουμε την ισχυρή πεποίθησή μας να μη μιλάμε σε ένα συγκεκριμένο άτομο. Ή μια δηλωμένη στάση εναντίον των εθνικιστικών προκαταλήψεων, ενώ γελάμε με τα εθνικιστικά αστεία.
Στο πιο παθολογικό άκρο του συνεχούς της γνωστικής απόσπασης συναντούμε άτομα που εμφανίζονται ως μεγάλοι ανθρωπιστές στο δημόσιο χώρο, αλλά ωστόσο υπεραμύνονται της κακοποίησης των δικών τους παιδιών στον ιδιωτικό χώρο του σπιτιού τους. Το φαινόμενο του ιερωμένου που καταφέρεται ενάντια στην αμαρτία, ενώ παράλληλα ο ίδιος αμαρτάνει με ενθουσιασμό. Έχει αποκαλυφθεί ότι αρκετοί σταυροφόροι εναντίον της πορνογραφίας διατηρούν οι ίδιοι μια εκτεταμένη συλλογή από ερωτικά αντικείμενα.
Ένα παράπτωμα που διαπράττεται από το άτομο με συνειδητό αίσθημα ενοχής ή σε μια κατάσταση διάσχισης δεν θεωρείται ότι είναι ενδεικτικό της άμυνας της γνωστικής απόσπασης. Ο όρος ταιριάζει μόνο αν οι ασύμφωνες δραστηριότητες ή ιδέες είναι παρούσες στη συνείδηση του ατόμου. Όταν ο θεραπευτής φέρει το άτομο που χρησιμοποιεί γνωστική απόσπαση αντιμέτωπο με την ασυμβατότητα των απόψεών του, εκείνο θα εκλογικεύει διαρκώς τις αντιθέσεις.
 
ΑΚΥΡΩΣΗ
Η ακύρωση μπορεί να θεωρηθεί ο φυσικός διάδοχος του παντοδύναμου ελέγχου. Είναι ένας όρος που υποδηλώνει ακριβώς αυτό που θα σκεφτόταν κάποιος: την ασυνείδητη προσπάθεια αντιστάθμισης κάποιας επίδρασης-συνήθως της ενοχής ή της ντροπής- με μια στάση ή συμπεριφορά η οποία με κάποιο μαγικό τρόπο θα την εξαλείψει. Ένα καθημερινό παράδειγμα ακύρωσης μπορεί να είναι η επιστροφή του συζύγου στο σπίτι με ένα δώρο για τη σύζυγό του, επειδή ο ίδιος θέλει να εξιλεωθεί για το ξέσπασμα επιθετικότητας που είχε εναντίον της το προηγούμενο βράδυ. Στην περίπτωση βέβαια που το κίνητρο αυτό είναι συνειδητό, δεν μπορούμε να μιλούμε για ακύρωση.
Πολλές θρησκευτικές τελετές διατηρούν σε κάποιες διαστάσεις τους ένα χαρακτήρα ακύρωσης. Η προσπάθεια εξιλέωσης των αμαρτιών, ακόμη και αν αυτές διαπράχθηκαν μόνο στη σκέψη, ίσως είναι μια πανανθρώπινη παρόρμηση.
Όταν τα παιδιά είναι σε ηλικία κατά την οποία μπορούν να κατανοήσουν το γεγονός του θανάτου, επιτελούν ένα πλήθος μαγικών τελετουργιών, οι οποίες διατηρούν ένα συστατικό ακύρωσης αυτής της αλήθειας. Το παιδικό παιχνίδι «αποφυγής των αρμών στις πλάκες του πεζοδρομίου για να μην πεθάνει η μαμά» εξηγείται ψυχαναλυτικά ως ακύρωση των ασυνείδητων επιθυμιών θανάτου της μητέρας, οι οποίες δημιουργούν περισσότερο φόβο από ό,τι πριν αποκτήσει πιο ώριμο χαρακτήρα η έννοια του θανάτου. Οι φαντασιώσεις παντοδυναμίας είναι ορατές στην απόλυτη πεποίθηση αυτής της συμπεριφοράς ότι τα επιθετικά συναισθήματα του παιδιού είναι επικίνδυνα: η σκέψη είναι ισοδύναμη με την πράξη.
Οι άνθρωποι που νιώθουν σε μεγάλο βαθμό τύψεις για τις αμαρτίες, τα λάθη και τις αποτυχίες που έχουν διαπράξει στο παρελθόν, ασχέτως εάν όλα αυτά ήταν πραγματικά, υπερμεγεθυσμένα ή είχαν διαπραχθεί μόνο στη σκέψη τους, είναι πιθανό να κατασκευάσουν ένα τέτοιο πρότυπο ακύρωσης εφ'όρου ζωής. Ο Adlai Stevenson , για παράδειγμα, ο οποίος όταν ήταν παιδί, σκότωσε το μικρό του ξάδελφο σε κάποιο ατύχημα, αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή του στη δημόσια προσφορά. Μια εβδομηνταενιάχρονη μεσοαστή από τον Καύκασο, η οποία συμμετείχε σε έρευνα σχετικά με τους ανθρώπους που είναι αλτρουιστές, είχε αφιερώσει επί δεκαετίες τη ζωή της στην κατάκτηση ίσων δικαιωμάτων για τους ανθρώπους που ανήκουν σε άλλες φυλές εκτός της λευκής. Η ίδια στα εννιά της χρόνια είχε προσβάλει από απροσεξία μια μαύρη γυναίκα την οποία αγαπούσε πολύ.
Όταν η ακύρωση συνιστά μια κεντρική άμυνα στο ρεπερτόριο αμυνών του ατόμου, και στις περιπτώσεις που διάφορες ενέργειες οι οποίες έχουν την ασυνείδητη σημασία της εξιλέωσης για αρνητικές πράξεις του παρελθόντος αναλαμβάνουν σε μεγάλο βαθμό να στηρίξουν την αυτοεκτίμηση του ατόμου, τότε θεωρούμε την προσωπικότητα αυτού που χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη άμυνα ψυχαναγκαστική.
Η έννοια της ψυχαναγκαστικότητας είναι ουδέτερη ως προς το ηθικό της περιεχόμενο. Ένα άτομο μπορεί να είναι ψυχαναγκαστικός πότης, και ένα άλλο άτομο μπορεί να είναι ψυχαναγκαστικός ανθρωπιστής.
 
ΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ
Η έννοια υποδηλώνει την αλλαγή της κατεύθυνσης ενός αρνητικού συναισθήματος ή στάσης από ένα εξωτερικό αντικείμενο προς τον εαυτό. Όταν ένα άτομο έχει επικριτική στάση απέναντι σε ένα πρόσωπο εξουσίας, από την καλή θέληση του οποίου εξαρτάται η ασφάλειά του, και θεωρήσει ότι αυτό το πρόσωπο δεν μπορεί να αντέξει την κριτική, τότε το επικριτικό άτομο θα νιώσει μεγαλύτερη ασφάλεια εάν στρέψει την κριτική του προς τον εαυτό του.
Παράδειγμα τα παιδιά που «επιλέγουν» να γίνουν καλύτερα για να κερδίσουν την αγάπη και στοργή των γονιών τους όταν τη στερούνται ή για να μην τη χάσουν όταν απειλούνται με το χωρισμό των γονιών τους. (Η επιθετικότητα προς τους γονείς στρέφεται στον εαυτό τους.)
Η στροφή της επιθετικότητας ενάντια στον εαυτό είναι μια γνωστή άμυνα που χαρακτηρίζει υγιέστερους ψυχικά ανθρώπους, οι οποίοι αναγνωρίζουν και αντιστέκονται στον πειρασμό να χρησιμοποιήσουν το μηχανισμό της άρνησης ή της προβολής σε δυσάρεστες καταστάσεις. Προτιμούν να πλανώνται πιστεύοντας ότι το πρόβλημα έχει δημιουργηθεί από δικό τους φταίξιμο και όχι εξαιτίας κάποιου άλλου ατόμου. Η αυτόματη και ψυχαναγκαστική χρήση αυτής της άμυνας είναι διαδεδομένη σε άτομα με καταθλιπτική προσωπικότητα και σε μερικούς τύπους χαρακτηρολογικού μαζοχισμού.
 
ΜΕΤΑΘΕΣΗ
Ο όρος μετάθεση αναφέρεται στην αλλαγή της κατεύθυνσης μιας ορμής, ενός συναισθήματος, μιας έγνοιας ή μιας συμπεριφοράς από το αρχικό ή φυσικό της αντικείμενο σε κάποιο άλλο, επειδή η αρχική κατεύθυνση προκαλεί για κάποιο λόγο άγχος.
Η κλασική γελοιογραφία του ανθρώπου που επιπλήττεται από το αφεντικό του, στη συνέχεια πάει σπίτι του και τα βάζει με τη γυναίκα του, έπειτα, για να ξεσπάσει, κατσαδιάζει τα παιδιά του και μετά κλοτσάει το σκύλο, είναι μια μελέτη πάνω στη μετάθεση. Η «τριγωνοποίηση», ένας όρος που αποτελεί το θεμέλιο λίθο της οικογενειακής θεραπείας, είναι ένα φαινόμενο μετάθεσης. Όταν ο ένας σύντροφος δεν είναι πιστός ο άλλος μεταθέτει το μεγαλύτερο μέρος του μίσους του όχι στον άπιστο, αλλά στο τρίτο «πρόσωπο», άνδρα ή γυναίκα.
Και ο σεξουαλικός πόθος μπορεί επίσης να μετατεθεί. Με αυτό τον τρόπο τα σεξουαλικά φετίχ μπορούν να γίνουν κατανοητά ως επαναπροσανατολισμός του ερωτικού ενδιαφέροντος από τα ανθρώπινα γεννητικά όργανα σε κάποια σχετική σε ασυνείδητο επίπεδο περιοχή, όπως είναι τα πόδια ή τα παπούτσια. Εάν οι περιστάσεις της ζωής ενός άνδρα τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι οι γυναικείος κόλπος είναι μια επικίνδυνη περιοχή, κάποιο άλλο αντικείμενο το οποίο σχετίζεται με τη γυναίκα μπορεί να υποκαταστήσει το πρώτο.
Ακόμη και το άγχος μπορεί να μετατεθεί. Κάποιος διάσημος ασθενής του Freud , είχε υποβληθεί σε θεραπεία για να αντιμετωπίσει και να ξεπεράσει την παθολογική ενασχόληση με τη μύτη του, ενασχόληση η οποία αργότερα έγινε κατανοητή ως μετάθεση των φοβικών φαντασιώσεων ακρωτηριασμού του πέους του.
Όταν ένα άτομο μεταθέτει το άγχος του από μια περιοχή σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο το οποίο συμβολίζει το τρομακτικό φαινόμενο (για παράδειγμα, ο φόβος για τις αράχνες, η ασυνείδητη σημασία του οποίου είναι ο φόβος εγκόλπωσης από τη μητέρα, ή ο τρόμος για τα μαχαίρια, που σε ασυνείδητο επίπεδο ισοδυναμεί με τη φαλλική διείσδυση), τότε θεωρείται ότι έχει φοβία. Το άτομο που κάνει τέτοιου είδους μεταθέσεις σε πολλούς τομείς της ζωής του μπορεί να χαρακτηριστεί φοβικό.
Ορισμένες κοινωνικές τάσεις, όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός, ο ετεροσεξισμός και η γενική απόδοση των κοινωνικών προβλημάτων σε μικρές ομάδες μειονοτήτων, που έχουν μικρή δύναμη αντίστασης, εμπεριέχουν σε μεγάλο βαθμό το στοιχείο της μετάθεσης. Το ίδιο συμβαίνει και με την τάση ανεύρεσης ενός αποδιοπομπαίου τράγου, την οποία συναντάμε στις περισσότερες κοινωνικές ομάδες.
Ήπιες μορφές μετάθεσης περιλαμβάνουν τη μετατροπή της επιθετικής ενέργειας σε δημιουργική (πολλές οικιακές εργασίες γίνονται όταν οι άνθρωποι είναι θυμωμένοι για κάτι) και την αλλαγή της κατεύθυνσης των ερωτικών παρορμήσεων από αντικείμενα που είναι αδύνατον να αποκτηθούν ή είναι απαγορευμένα προς έναν κατάλληλο σύντροφο.
 
ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ
Η άμυνα του αντιδραστικού σχηματισμού είναι ένα παράξενο φαινόμενο. Όπως φαίνεται, ο ανθρώπινος οργανισμός έχει την ικανότητα να μεταστρέφει κάτι στο εκ διαμέτρου αντίθετό του με σκοπό να το καταστήσει λιγότερο απειλητικό.
Ο παραδοσιακός ορισμός του αντιδραστικού σχηματισμού αναφέρεται σε αυτή τη μετατροπή ενός αρνητικού σε θετικό συναίσθημα και το αντίστροφο. Πολλές καθημερινές συνδιαλλαγές δείχνουν ότι το μίσος μπορεί να μετασχηματιστεί σε αγάπη, η λαχτάρα σε περιφρόνηση και ο φθόνος σε έλξη.
Ένα χαρακτηριστικό του αντιδραστικού σχηματισμού είναι ότι ένα μέρος από το αποκηρυγμένο συναίσθημα «διαρρέει μέσω» αυτής της άμυνας, και έτσι οι παρατηρητές μπορούν να εντοπίσουν ότι υπάρχει κάτι υπερβολικό ή ψεύτικο στη συνειδητή συναισθηματική προδιάθεση του ατόμου. Σε ένα μεγαλύτερο παιδί, λόγου χάρη προσχολικής ηλικίας, το οποίο έχει παραγκωνιστεί από ένα νεογέννητο, μπορεί να είναι ορατή μια διάθεση «αγάπης για το μωρό μέχρι θανάτου»: είναι πιθανό να το αγκαλιάζει πολύ σφιχτά, να του τραγουδάει πολύ δυνατά, να το σηκώνει ψηλά στον αέρα πολύ επιθετικά και ούτω καθεξής.
Ένας ακριβέστερος τρόπος σκιαγράφησης του αντιδραστικού σχηματισμού, πέρα από τη θεώρησή του ως μιας μεταστροφής ενός συναισθήματος στο αντίθετό του, θα μπορούσε να είναι η παρατήρηση ότι εξυπηρετεί στην άρνηση της αμφιθυμίας.
Μια βασική ψυχαναλυτική υπόθεση είναι το ότι καμιά προδιάθεση δεν είναι αμιγής. Έτσι, είναι δυνατόν να μισούμε το πρόσωπο που αγαπάμε ή να νιώθουμε μνησικακία για το πρόσωπο για το οποίο αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη. Η συναισθηματική μας κατάσταση δεν ανάγεται στη μια ή στην άλλη θέση. Μια πολύ συνηθισμένη παρανόηση γίνεται στην ψυχαναλυτική ερμηνεία σύμφωνα με την οποία ο αναλυτής αναφέρει στον ασθενή ότι, ενώ φαίνεται να βιώνει ένα συναίσθημα «χ», στην πραγματικότητα βιώνει ένα συναίσθημα «ψ». Ουσιαστικά, η ορθή ψυχαναλυτική ερμηνεία είναι ότι, αν και κάποιος είναι πιθανό να βιώνει ένα συναίσθημα «χ», βιώνει επίσης (ίσως ασυνείδητα) ένα συναίσθημα «ψ». Στον αντιδραστικό σχηματισμό το άτομο πείθει τον εαυτό του ότι το μόνο που βιώνει είναι ο ένας πόλος μιας πολύπλοκης συναισθηματικής αντίδρασης.
Καταστάσεις στις οποίες η άμυνα αυτή λειτουργεί ιδιαίτερα εποικοδομητικά έχουν σχέση με συνθήκες στις οποίες ανταγωνιστικά συναισθήματα, στα οποία περιλαμβάνονται το μίσος και ο θαυμασμός, ωθούν ένα παιδί στην άμιλλα με έναν φίλο του και όχι στην απόρριψή του.
Ο αντιδραστικός σχηματισμός είναι μια άμυνα που προτιμούν τα άτομα τα οποία χαρακτηρίζονται από ένα συγκεκριμένο είδος ψυχοπαθολογίας, σύμφωνα με την οποία τα εχθρικά συναισθήματα και οι επιθετικές επιθυμίες απασχολούν το άτομο σε μεγάλο βαθμό, ενώ παράλληλα νιώθει ότι κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχό τους.
Για παράδειγμα, οι παρανοϊκοί συχνά αισθάνονται μόνο μίσος και καχυποψία, ενώ ένας εξωτερικός παρατηρητής μπορεί να υποψιαστεί ότι πέρα από αυτά νιώθουν επίσης λαχτάρα για επαφή και εξάρτηση. Οι ιδεοψυχαναγκαστικοί συχνά πιστεύουν ότι απέναντι στα πρόσωπα εξουσίας τρέφουν μόνο σεβασμό και εκτίμηση, ενώ ένας εξωτερικός παρατηρητής υποπτεύεται ότι στην πραγματικότητα νιώθουν μνησικακία.
 
ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ
Ένας άλλος τρόπος με τον οποίο το άτομο μπορεί να αντιμετωπίσει κάποια συναισθήματα που αντιπροσωπεύουν μια ψυχολογική απειλή για τον εαυτό τους είναι η κατασκευή ενός σεναρίου που αλλάζει τη θέση του ατόμου από υποκείμενο σε αντικείμενο ή αντίστροφα. Για παράδειγμα, εάν ένα άτομο νιώθει ότι η λαχτάρα που έχει να δεχτεί τη φροντίδα κάποιου άλλου είναι κατακριτέα ή επικίνδυνη, είναι πιθανό να ικανοποιήσει τις ανάγκες του για εξάρτηση φροντίζοντας ένα άλλο άτομο και ασυνείδητα να ταυτιστεί με την ευγνωμοσύνη του αποδέκτη της προσφερόμενης φροντίδας. Αυτή η ιδιαίτερη εκδοχή της αντιστροφής συνηθίζεται από θεραπευτές οι οποίοι νιώθουν άβολα με τη δική τους τάση εξάρτησης, αλλά είναι ευτυχείς όταν οι άλλοι εξαρτώνται από τους ίδιους.
Όταν τα παιδιά μεγαλώνουν αρκετά ώστε να είναι σε θέση να παίζουν με κούκλες ή με «παιχνιδομορφές», τότε είναι δυνατόν να χρησιμοποιούν την αντιστροφή.
Οι οπαδοί της θεωρίας του ελέγχου-κυριαρχίας ονομάζουν αυτό το φαινόμενο «μετασχηματισμό από το παθητικό στο ενεργητικό». Η άμυνα λειτουργεί εποικοδομητικά όταν το σενάριο που αντιστρέφεται είναι καλό (υποθέσεις), ενώ λειτουργεί με επιζήμιο τρόπο όταν η κατάσταση που αντιστρέφεται είναι ουσιαστικά αρνητική (καψόνια). (Αβοήθητο παιδί - βοηθός παιδιών ως ενήλικος).
 
ΤΑΥΤΙΣΗ
Όπως και άλλες ώριμες αμυντικές διεργασίες, η ταύτιση είναι μια φυσιολογική διάσταση της ψυχικής εξέλιξης και καθίσταται προβληματική μόνο κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες.
Ο Freud υπέθεσε ότι πολλές ενέργειες ταύτισης περιέχουν στοιχεία άμεσης πρόσληψης αυτού για το οποίο το άτομο τρέφει συναισθήματα αγάπης, καθώς και ένα αμυντικό στοιχείο σύμφωνα με το οποίο το άτομο γίνεται αυτό που φοβάται.
Οι ψυχαναλυτές χρησιμοποιούν τον όρο «ταύτιση» για να δηλώσουν ένα ώριμο επίπεδο εμπρόθετης, αν και εν μέρει ασυνείδητης, τάσης του ατόμου να γίνει ένα άλλο πρόσωπο. Αυτή η ικανότητα εξελίσσεται - από τις πρώιμες βρεφικές μορφές της ενδοβολής και της καταβρόχθισης του άλλου προσώπου - σε πιο λεπτές, διαφοροποιημένες και εκούσιες διεργασίες επιλεκτικής πρόσληψης των χαρακτηριστικών του αντικειμένου της ταύτισης. Έχει εκφραστεί η άποψη ότι οι δυνατότητες για ταύτιση εξελίσσονται και τροποποιούνται σε όλη τη διάρκεια της ζωής και αποτελούν τη συναισθηματική βάση της ψυχολογικής ανάπτυξης και αλλαγής.
Στην πραγματικότητα, η ευκαιρία που παρέχουν οι στενές συναισθηματικές σχέσεις για αμοιβαίες εποικοδομητικές ταυτίσεις είναι και ο λόγος που οι αναλυτές τις θεωρούν σημαντικές. Όπως η πρωτόγονη προβολή μετασχηματίζεται - κατά τη διάρκεια της ζωής ενός συναισθηματικά υγιούς ατόμου - σε μια σταδιακά μεγαλύτερη ικανότητα ενσυναίσθησης, έτσι και οι αρχαϊκές μορφές της ταύτισης σταδιακά μεταλλάσσονται σε πιο εκλεπτυσμένους τρόπους εμπλουτισμού του εαυτού με την αφομοίωση των χαρακτηριστικών των άλλων που συνιστούν αντικείμενο θαυμασμού. (οιδιπόδειο - αμυντική ταύτιση)
Η ταύτιση είναι από τη φύση της μια ουδέτερη διεργασία που μπορεί να έχει θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα ανάλογα με το αντικείμενο της. Βασική θέση στη διαδικασία της ψυχοθεραπείας κατέχει η αναθεώρηση των προβληματικών ταυτίσεων που έγιναν αυτόματα, και που την περίοδο κατά την οποία δημιουργήθηκαν έλυσαν ένα ζωτικό πρόβλημα του παιδιού, αλλά που όταν εμφανίστηκαν στο παρόν προκαλούν συγκρούσεις στο ενήλικο άτομο.
Επειδή η ταύτιση μπορεί να αποτελέσει πανάκεια για όλα τα σύνθετα προβλήματα της ζωής, είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται συχνότερα ως άμυνα όταν υπάρχει συναισθηματική πίεση, και ιδιαίτερα όταν αυτή τραυματίζει την εικόνα που έχει το άτομο για τον εαυτό του. Ο θάνατος ή η απώλεια μπορούν να υποκινήσουν στο άτομο τη διεργασία της ταύτισης με το απόν αντικείμενο αγάπης και, αργότερα, με εκείνους που το αντικαθιστούν στο συναισθηματικό του κόσμο. Η λαχτάρα των εφήβων να βρουν ήρωες, τους οποίους θα έχουν πρότυπα στην προσπάθειά τους να επιλύσουν τις πολύπλοκες απαιτήσεις της ενήλικης ζωής, είναι γνωστή εδώ και αιώνες.
Τα άτομα που υποφέρουν από σύγχυση ταυτότητας είναι σαφές ότι διατρέχουν κίνδυνο, όπως μπορεί να επιβεβαιώσει οποιοσδήποτε έχει μελετήσει τη λατρευτική συμπεριφορά που επιδεικνύουν τα μέλη των αιρέσεων. Η εμπειρία του προσηλυτισμού ενέχει σε μεγάλο βαθμό το στοιχείο της αμυντικής ταύτισης.
Αλλά ακόμα και αρκετά υγιή άτομα που παρουσιάζουν μερική διαταραχή της ταυτότητας, όπως μια υστερικά οργανωμένη γυναίκα που βιώνει ασυνείδητα συναισθήματα ότι το φύλο της έχει πρόβλημα, μπορεί να ταυτιστούν με κάποιον στο περιβάλλον τους για τον οποίο έχουν σχηματίσει την εντύπωση ότι μπορεί να χειρίζεται καλύτερα τις δυσκολίες της ζωής.
Η ικανότητα των ανθρώπων να ταυτίζονται με νέα αντικείμενα αγάπης είναι ίσως ο κύριος μοχλός με τη βοήθεια του οποίου αναρρώνουν από την ψυχική οδύνη, αλλά και το κύριο μέσο με το οποίο η ψυχοθεραπεία κάθε τύπου επιτυγχάνει την αλλαγή.
Η έρευνα γύρω από τη θεραπευτική διαδικασία έχει κατ'επανάληψη επιβεβαιώσει ότι η συναισθηματική ποιότητα της σχέσης ανάμεσα στο θεραπευτή και τον ασθενή σχετίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό με το ψυχοθεραπευτικό αποτέλεσμα από ό,τι άλλοι συναφείς παράγοντες.
 
ΕΚΔΡΑΜΑΤΙΣΗ
 
Με την εκδραμάτιση το ασυνείδητα αγχωμένο άτομο μετατρέπει την παθητική συμπεριφορά σε ενεργητική, μετασχηματίζοντας την αίσθηση της ανημπόριας και ευαλωτότητας σε μια εμπειρία δύναμης και ισχύος, ανεξάρτητα από το πόσο αρνητικό είναι το δράμα που παίζεται.
Η ουσία της εκδραμάτισης δεν είναι η καλή ή η κακή φύση των πράξεων του ατόμου, αλλά η ασυνείδητη και τρομακτική φύση των παρορμήσεων που προτρέπουν το άτομο σε δράση, καθώς και ο αυτόματος ψυχαναγκαστικός τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται η εκδραματιζόμενη συμπεριφορά.
Υπάρχουν αρκετές υποκατηγορίες, με ασυνείδητα συνήθως κίνητρα, οι οποίες εμπίπτουν στη γενική κατηγορία της εκδραμάτισης. Αυτές περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, την επιδειξιομανία, την ηδονοβλεψία, το σαδισμό, το μαζοχισμό, τη διαστροφή και όλους τους όρους που έχουν ως πρώτο συνθετικό το «αντί», όπως: αντιφοβία, αντιεξάρτηση, αντιεχθρικότητα και ούτω καθεξής. Δεν θεωρείται ότι όλες αυτές οι διεργασίες είναι εγγενώς αρνητικές ή αμυντικές. Οι άνθρωποι υποτίθεται ότι έχουν φυσιολογικές, για παράδειγμα, ηδονοβλεπτικές και επιδεικτικές ανάγκες, τις οποίες εκτονώνουν συνήθως με το να κοιτάζουν και να γίνονται αντικείμενο θέασης, τρόποι οι οποίοι θεωρούνται κοινωνικά αποδεκτοί. Οι μαζοχιστικές και οι σαδιστικές επιθυμίες γίνονται επίσης αντιληπτές ως φυσιολογικές πτυχές της ανθρώπινης εμπειρίας, οι οποίες βρίσκουν θετική έκφραση σε δραστηριότητες προσωπικής θυσίας ή κυριαρχίας, αντίστοιχα.
Τα άτομα που στηρίζονται στην εκδραμάτιση για να αντιμετωπίσουν τα ψυχολογικά τους διλήμματα εμπίπτουν στην κατηγορία της παρορμητικής προσωπικότητας. Η ψυχοθεραπευτική εμπειρία έχει δείξει ότι αυτό που μπορεί να φαίνεται ως τυχαία, απλή παρορμητικότητα, είναι συχνά μια συμπεριφορά που κατευθύνεται από ασυνείδητα και πολύπλοκα κίνητρα, μια συμπεριφορά που κάθε άλλο παρά αθώα και τυχαία εκφράζεται.
Τα άτομα με υστερική οργάνωση της προσωπικότητας είναι γνωστά για την εκδραμάτιση ασυνείδητων σεξουαλικών σεναρίων. Τα εξαρτημένα άτομα κάθε είδους εκδραματίζουν κατ'επανάληψη τη σχέση με την υποκατάστατη ουσία που προτιμούν (σε αυτές τις περιπτώσεις, φυσικά, η χημική εξάρτηση μπορεί να περιπλέξει αυτό που ήταν ήδη ψυχολογική εξάρτηση). Οι ψυχαναγκαστικοί εξ ορισμού εκδραματίζουν όταν υποκύπτουν στην εσωτερική πίεση να προβούν στις ιδιαίτερες ψυχαναγκαστικές πράξεις τους. Οι κοινωνιοπαθείς, τέλος, μπορεί να εκδραματίζουν ένα πολύπλοκο πρότυπο χειρισμού άλλων ατόμων. Συνεπώς, η εκδραμάτιση μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ποικίλες και διαφορετικές κλινικές περιπτώσεις.
 
ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ (ΕΝΣΤΙΚΤΟΠΟΙΗΣΗ)
 
Προφανώς, η σεξουαλικότητα είναι ένα ισχυρό δυναμικό στοιχείο στην ανθρώπινη φύση, και μεγάλο μέρος της σεξουαλικής συμπεριφοράς των ανθρώπων αναλώνεται στην άμεση έκφραση της ανάγκης για αναπαραγωγή του είδους.
Η κλινική εμπειρία και τα ερευνητικά ευρήματα στις δεκαετίες που ακολούθησαν μετά την εργασία του Freud , έχουν δείξει σε ποια έκταση η σεξουαλική δραστηριότητα και οι φαντασιώσεις χρησιμοποιούνται με αμυντικό τρόπο για την καθυπόταξη του άγχους, τη διασφάλιση της αυτοεκτίμησης, την αντιστάθμιση της ντροπής ή την απόσπαση της προσοχής του ατόμου από μια αίσθηση εσωτερικής απονέκρωσης.
Η σεξουαλική διέγερση είναι ένα αξιόπιστο μέσο για να αισθάνεται κανείς ζωντανός. Ένα παιδί μπορεί να κυριαρχήσει στο φόβο του για το θάνατο - λόγω εγκατάλειψης, κακοποίησης ή κάποιας άλλης φοβερής καταστροφής - μετατρέποντας μια τραυματική κατάσταση σε μια άλλη που επιβεβαιώνει τη ζωή.
Η εργασία του Stoller (1975) με μαζοχιστές (άτομα που αναφέρουν την ανάγκη να βιώνουν πόνο προκειμένου να ικανοποιηθούν ερωτικά) αποκάλυψε ότι ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς είχαν υποστεί επώδυνες ιατρικές επεμβάσεις στην παιδική τους ηλικία.
Οι περισσότεροι από εμάς χρησιμοποιούμε τη σεξουαλική επένδυση, έως ένα βαθμό, για να αντιμετωπίσουμε και να ωραιοποιήσουμε προβληματικές πτυχές της ζωής μας.
Υπάρχουν αρκετές διαφορές στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν τη σεξουαλική επένδυση τα δύο φύλα. Για παράδειγμα, οι γυναίκες τείνουν να επενδύουν σεξουαλικά την εξάρτηση, ενώ οι άνδρες την επιθετικότητα. Μερικοί άνθρωποι επενδύουν σεξουαλικά τα χρήματα, κάποιοι τη βρομιά, άλλοι την ισχύ και ούτω καθεξής.
Η τάση των ανθρώπων να ερωτικοποιούν την αντίδρασή τους σε οποιονδήποτε κατέχει ανώτερη δύναμη μπορεί να εξηγήσει γιατί οι πολιτικοί και άλλοι διάσημοι συνήθως κατακλύζονται με σεξουαλικά διαθέσιμους θαυμαστές.
Τα άτομα τα οποία δεν κατέχουν ισχυρές θέσεις συχνά μετατρέπουν το φθόνο, την εχθρότητα και το φόβο της κακομεταχείρισης σε ένα σεξουαλικό σενάριο όπου αντισταθμίζουν την έλλειψη κοινωνικής δύναμης με μια έντονη προσωπική ερωτική δύναμη.
Η σεξουαλική επένδυση δεν είναι εγγενώς προβληματική ή καταστροφική. Οι προσωπικές σεξουαλικές φαντασιώσεις των ανθρώπων, τα πρότυπα αντίδρασης και οι πρακτικές είναι κατά πάσα πιθανότητα περισσότερο ιδιοσυγκρασιακές από ό,τι όλες σχεδόν οι άλλες πλευρές της ζωής τους. Αυτό που διεγείρει ερωτικά ένα άτομο μπορεί να αφήνει εντελώς αδιάφορο κάποιο άλλο. Εάν επενδύσω σεξουαλικά την εμπειρία τού να μου φτιάχνει κάποιος τα μαλλιά (ακόμη και αν η γένεση αυτής της συμπεριφοράς κατά την παιδική ηλικία ήταν μια αμυντική σεξουαλική επένδυση του απότομου τραβήγματος των μαλλιών μου από τη μητέρα μου) και ο ερωτικός μου σύντροφος αρέσκεται να μου χαϊδεύει τα μαλλιά, δεν χρειάζεται να κάνω ψυχοθεραπεία γι'αυτό. Αν όμως επενδύσω σεξουαλικά την εμπειρία του εκφοβισμού μου από άνδρες που κακοποιούν και έχω βιώσει κατ'επανάληψη σχέσεις με άνδρες που με δέρνουν, σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να αναζητήσω βοήθεια.
 
ΜΕΤΟΥΣΙΩΣΗ
Μετουσίωση ονόμασε αρχικά ο Freud την έκφραση των παρορμήσεων βιολογικής προέλευσης (οι οποίες, σύμφωνα με αυτόν, περιλάμβαναν τις ορμές του ατόμου να θηλάζει, να δαγκώνει, να λερώνει, να μάχεται, να συνουσιάζεται, να κοιτάζει τους άλλους και να θεάται από αυτούς, να επιφέρει τραυματισμούς, να προκαλεί πόνο, να προστατεύει τα μικρά του κλπ.) με έναν τρόπο που ήταν κοινωνικά αποδεκτός. Για παράδειγμα, ο Freud θα έλεγε ότι ένας οδοντίατρος μετουσιώνει το σαδισμό του, ένας καλλιτέχνης που δίνει παράσταση μετουσιώνει την επιδειξιομανία του, ένας δικηγόρος μετουσιώνει την επιθυμία του να δολοφονήσει τους εχθρούς του. Οι ενστικτώδεις τάσεις μας, σύμφωνα με τον Freud , επηρεάζονται από τα γεγονότα της παιδικής μας ηλικίας. Συγκεκριμένες ορμές και συγκρούσεις προσλαμβάνουν μια ιδιαίτερη σημασία και είναι δυνατόν να κατευθύνονται δημιουργικά προς άλλες χρήσιμες δραστηριότητες.
Ως άμυνα η μετουσίωση θεωρήθηκε ο υγιέστερος τρόπος επίλυσης των ψυχολογικών δυσχερειών, και αυτό για δύο λόγους: πρώτον, ενθάρρυνε μια συμπεριφορά που ήταν ευεργετική για το ανθρώπινο είδος και, δεύτερον, εκτόνωνε τη σχετική παρόρμηση, αντί να σπαταλά μεγάλο μέρος συναισθηματικής ενέργειας είτε για να μετασχηματίσει την παρόρμηση σε κάτι διαφορετικό (όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει στην άρνηση και την απώθηση). Μια τέτοια εκτόνωση ενέργειας θεωρήθηκε εγγενώς εποικοδομητική, εφόσον διατηρούσε τον ανθρώπινο οργανισμό σε ομοιοστατική ισορροπία.
Σήμερα, η μετουσίωση παραμένει μια έννοια την οποία συναντάμε στις περιπτώσεις όπου ένας συγγραφέας αναφέρεται στην ανακάλυψη ενός δημιουργικού τρόπου έκφρασης δυσάρεστων παρορμήσεων και συγκρούσεων. Σε αντίθεση με τη συνήθη παρανόηση ότι ο στόχος της ψυχοθεραπείας είναι να απαλλάξει το άτομο από τις βρεφικές τάσεις του, η ψυχαναλυτική θέση για την υγεία και την ανάπτυξη περιλαμβάνει την υπόθεση ότι τα βρεφικά τμήματα της φύσης μας παραμένουν ζωντανά καθ'όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής. Δεν έχουμε την επιλογή να απαλλαγούμε από αυτά. Το μόνο που είμαστε σε θέση να κάνουμε είναι να τα χειριζόμαστε με καλύτερους ή χειρότερους τρόπους.
 
Επίλογος
Οι στόχοι της αναλυτικής θεραπείας περιλαμβάνουν την κατανόηση όλων των πτυχών του εαυτού, ακόμη και των πλέον πρωτόγονων και ενοχλητικών, την ανάπτυξη της συμπάθειας για τον εαυτό μας (και τους άλλους, καθώς προοδευτικά μειώνεται η ανάγκη να προβάλλουμε και να μεταθέτουμε στους άλλους τα δικά μας αρνητικά και αποκηρυγμένα προσωπικά χαρακτηριστικά) και τη διεύρυνση της ελευθερίας μας για την επίλυση παλαιών συγκρούσεων με νέους τρόπους.
Το πώς υποφέρει ένα άτομο αντικατοπτρίζει την οργάνωση της προσωπικότητάς του. Επίσης, το πώς ένας θεραπευτής θα μπορέσει να συμβάλει στην ανακούφιση από τον ψυχικό πόνο προϋποθέτει ευαισθησία για τις ατομικές διαφορές. Τόσο ο κάκτος όσο και ο κισσός θα μεγαλώσουν όταν τους παρέχουμε νερό και φως, αλλά ο κηπουρός που δεν εκτιμά τις διαφορές των δύο φυτών δεν θα τα βοηθήσει να φτάσουν σε πλήρη άνθηση.
Η αναγνώριση της ποικιλομορφίας του βασικού χαρακτήρα των ανθρώπων είναι ένα θεμελιώδες στοιχείο για τη διεξαγωγή αποτελεσματικής ψυχοθεραπείας, είτε το πρόβλημα έχει τις ρίζες του στο χαρακτήρα είτε όχι.
Όλοι διακατεχόμαστε από ισχυρούς παιδικούς φόβους και ανεκπλήρωτες επιθυμίες, τα οποία χειριζόμαστε με τις καλύτερες στρατηγικές άμυνας που έχουμε κάθε φορά στη διάθεσή μας. Αυτές τις μεθόδους αντιμετώπισης τις διατηρούμε, καθώς, με το πέρασμα του χρόνου, νέες απαιτήσεις αντικαθιστούν τα σενάρια της ζωής μας. Το αντικείμενο μιας ευαίσθητης ψυχολογικής διάγνωσης δεν είναι η αξιολόγηση του πόσο «άρρωστος» είναι κάποιος, ούτε ο καθορισμός του είδους των ανθρώπων που υπερβαίνουν το όριο αυτού που ορίζεται κοινωνικά ως φυσιολογικό. Είναι η κατανόηση της ιδιαιτερότητας του ψυχικού πόνου και των χαρισμάτων κάθε ατόμου, ώστε ο θεραπευτής να είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο και να ενισχύσει το άτομο.